Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγ. Νεομάρτυρες

Ο ΑΓ. νέος ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΗΤΑΣ ὁ Ἁγιορείτης

Ὁ ἁγιορείτης ἅγιος Νικήτας [Ἀρβανίτης]
ὁ Ἠπειρώτης νέος Ἱερομάρτυρας [19.2.1806]

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλο

Ο ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΗΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ: Ὁ Ἅγιος Νικήτας καταγόταν ἀπὸ τὴ σκλάβα Βόρειο Ἤπειρο, ὅπου καὶ γεννήθηκε κοντὰ στὸ 1760. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸ Χριστὸ ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ἄφησε τὰ ἐγκόσμια καὶ πῆγε στὸ “Περιβόλι τῆς Παναγίας”, στὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ συγκεκριμένα στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου ἐκάρη καὶ ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα τοῦ μοναχοῦ. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, λίγα χρόνια ἀργότερα χειροτονήθηκε διάκονος καὶ τέλος ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης στὴν Ἱερὰ Μονὴ Παντελεήμονος.

ΚΗΡΥΤΤΟΝΤΑΣ ΛΟΓΟ ΘΕΟΥ: Μετὰ ἀπὸ πολλὴ προσευχὴ καὶ μὲ τὶς εὐχὲς τῶν Πατέρων τῆς Σκήτης, ξεκίνησε γιὰ τὸν μεγάλο ἀγώνα νὰ βοηθήσει τοὺς σκλαβωμένους ἀδελφοὺς τῶν Σερρῶν καὶ τῆς Δράμας, νὰ μείνουν σταθεροὶ στὴν πίστη πρὸς τὸν ἀληθινὸ Θεό. Βλέποντας οἱ Τοῦρκοι στὸ πρόσωπό του τὸν μεγάλο ἀντίπαλο ἐνάντια στὴν ἐξάπλωση τοῦ ἐξισλαμισμοῦ, τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ τῶν Σερρῶν μὲ τὴν κατηγορία ὅτι κηρύττοντας τὸν Χριστὸ σὰν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ τὸ Μωαμεθανισμὸ σὰν λαθεμένη θρησκεία, χαρακτήριζε τὸν ἱδρυτή της, Μωάμεθ, πλάνο.

ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Στὴ σκοτεινὴ φυλακὴ τῶν Σερρῶν ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια, ὅπως ὄσφρηση φωτιᾶς ἀπὸ τὴ μύτη, ἀκάνθινο στεφάνι στὸ κεφάλι, καλαμένιες ἀκίδες στὰ νύχια του καὶ τὸ πιὸ βασανιστικό: κάψιμο στὰ ἀπόκρυφα μέλη του. Ὁ Νικήτας ὅμως, μὲ θαυμαστὴ σταθερότητα, συνεχῶς ὁμολογοῦσε τὴν πίστη του στὸ Χριστό. Τελικά, στὶς 19 Φεβρουαρίου 1806 μ.Χ., τὸν κρέμασαν καὶ ἔτσι δέχτηκε τὸ στεφάνι τῆς ἀφθαρσίας. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου του.

, ,

Σχολιάστε

Ο «ΜΑΡΤΥΣ τῆς ΚΥΡΙΑΚΗΣ» ΔΑΜΙΑΝΟΣ ὁ ΝΕΟΣ

σιομάρτυρας Δαμιανς Νέος (14.02.1568)
[Ὁ μάρτυρας τῆς Κυριακῆς]
τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου δασκάλου

ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ὁ Δαμιανὸς γεννήθηκε στὸ Μυρίχοβο τῶν Ἀγράφων γύρω στὸ 1500. Νέος, ἀφοῦ ἐκάρη μοναχὸς στὴν ἁγιορείτικη Ἱ. Μ. Φιλοθέου, ἀναχώρησε γιὰ ἔρημους τόπους τοῦ Ὄρους. Ἐκεῖ, ὑποτασσόμενος σὲ κάποιον πατέρα Δομέτιο, ἔζησε ἄκρως ἀσκητικὸ βίο, προετοιμαζόμενος γι’ αὐτὸ ποὺ ὁ Κύριος τὸν προόριζε. Τρία ἔτη ἀργότερα, ὁ Ὅσιος ἄκουσε μία φωνὴ νὰ τοῦ λέει: «Δὲν πρέπει νὰ ἀναζητᾶς μόνο τὸ συμφέρον σου ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων». Ἔτσι ἀναχώρησε στὰ χωριὰ τοῦ Ὀλύμπου καὶ κήρυττε ἐπανευαγγελίζοντας τοὺς «ραγιάδες». Κάποιοι ὅμως «Χριστιανοὶ» τὸν ἀποκαλοῦσαν πλάνο καὶ τὸν κατέτρεχαν. Ὁ ἴδιος δὲν ἀπαντοῦσε στὶς κατηγορίες καί, γιὰ νὰ εἰρηνεύσουν οἱ ἀμφισβητίες, ἀναχώρησε περιοδεύοντας σὲ χωριὰ τῆς Ὄσσας, κηρύττοντας θεῖο Λόγο. Κυνηγημένος ὅμως κι ἀπὸ ᾽κεῖ δίδαξε στὰ χωριὰ τῶν Ἀγράφων, ἀπ᾽ ὅπου καὶ καταγόταν. Ἐκεῖ, κατὰ τὴν παράδοση, ἔκτισε τὴν Μονὴ Παναγίας Πελεκητῆς. Ὅμως οὔτε καὶ ἐκεῖ, συνεργεῖα τοῦ διαβόλου, ἔγινε δεκτός. Τότε ἀναχώρησε ξανὰ γιὰ τὴν Ὄσσα. Στὸ χωριὸ Σελίτσανη (Ἀνατολὴ) βρῆκε ὁ Ἱεραπόστολος ἐπιδεκτικὲς ψυχές. Ἐκεῖ, παρέμεινε ἐργαζόμενος, ἐνῶ βρῆκε πόρους, ὥστε νὰ κτίσει ἕνα μοναστήρι, τὸν Τίμιο Πρόδρομο. Στὴ Μονὴ καὶ στὸ ἀσκηταριό του, ποὺ σώζεται ὣς σήμερα, πήγαιναν πολλοὶ κάτοικοι τῶν γύρω χωριῶν γιὰ νὰ ἀκούσουν τὰ κηρύγματά του καὶ νὰ πάρουν τὴ συμβουλή του.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΕΡΙ ΚΥΡΙΑΚΗΣ – ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ: Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1568, ἐνῶ δίδασκε στὴ Βουλγαρινὴ (Ἔλαφο) συνελήφθη ἀπὸ Ὀθωμανούς, ποὺ τὸν ἔστειλαν στὸ μουλὰ (δικαστὴ) τῆς Λάρισας μὲ τὴν κατηγορία ὅτι ἐμπόδιζε τοὺς Χριστανοὺς νὰ πουλᾶνε καὶ νὰ ἀγοράζουν τὶς Κυριακές, (ἡ Κυριακὴ γιὰ τὸ ὀθωμανικὸ κράτος δὲν ἦταν ἀργία, ἀντίθετα Σάββατα καὶ Παρασκευές, ἱερὲς μέρες γιὰ Ἑβραίους καὶ Μουσουλμάνους, δὲν ὀργανώνονταν ἀγορὲς) καθὼς καὶ ὅτι τοὺς στερέωνε στὴν πίστη. Κα ποῦ νά ᾽ξερε σιος τι σήμερα, χωρς Τουρκοκρατία, καταργήθηκε ργία τς Κυριακς, τσι πλά! Κι αὐτὸ εἶναι ἕνα μέτρο ποὺ ἀποσκοπεῖ στὴν ἀποδόμηση τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, στὴν ἀποϊεροποίηση τῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων καὶ τὴν κατάργηση τῆς Κυριακῆς ὡς ἡμέρας ἀφιερωμένης στὸ Θεό. Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, πιστὸς στὴ διδασκαλία τοῦ Δαμιανοῦ, ἔλεγε δύο αἰῶνες ἀργότερα: «Πρέπει νὰ χαιρώμεθα περισσότερο τὴν Κυριακή, ποὺ εἶναι ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ μας. Νὰ ἐργαζώμεθα τὶς ἕξι ἡμέρες γιὰ τὰ μάταια, γήινα καὶ ψεύτικα, καὶ τὴν Κυριακὴ νὰ πηγαίνουμε στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ στοχαζώμεθα ἁμαρτίες, θάνατο, κόλαση, παράδεισο, τὴν ψυχήν μας καὶ ὄχι νὰ ἐργαζόμεθα καὶ νὰ πραγματευόμεθα. Τὸ κέρδος τῆς Κυριακῆς εἶναι κατηραμένο, βάνετε φωτιὰ καὶ κατάρα στὸ σπίτι σας καὶ ὄχι εὐλογίαν» (Διδαχ.Δ´). Ὅμως οἱ κοσμικοὶ στὸ φρόνημα ἄρχοντες, σήμερα οὔτε κὰν προβληματίζονται, ἀφοῦ ἡ ζωή τους περιστρέφεται γύρω ἀπὸ δεῖκτες καὶ ἀδιαφοροῦν ἂν ὁ λαὸς λιμοκτονεῖ. Χρηματιστήρια, τράπεζες, χρυσός, μοναδικὴ μέριμνά τους. Ἐγκλωβισμένοι στὴν παγίδα τοῦ κακοῦ ἐκλαμβάνουν τὸν πλοῦτο ὡς δρόμο εὐτυχίας. Σήμερα, τύποις «χριστιανοὶ» ἄρχοντες τοῦ κόσμου τούτου διαγράφουν ἀπὸ τὴ ζωή μας τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Στὴ Λάρισα ὁ Ὅσιος Δαμιανὸς ξυλοκοπήθηκε ἄγρια, τοῦ φόρεσαν βαριὲς ἁλυσίδες σὲ λαιμὸ καὶ πόδια, ἐνῶ ρίχτηκε στὴ σκοτεινὴ φυλακή. Γιὰ 15 μέρες ὑποβαλλόταν σὲ συνεχῆ βασανιστήρια γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του. Τελικά, ὁ δικαστής, ἐξαγριωμένος ἀπὸ τὴν ὑπομονὴ τοῦ Ἁγίου, διέταξε τὴν 14η Φεβρουαρίου 1568, νὰ τὸν κρεμάσουν στὴ “φούρκα”. Οἱ δήμιοι τὸν κρέμασαν στὴν περιοχὴ Ξυλοπάζαρο τῆς Λάρισας (στὴν ἀρχὴ τῆς ὁδοῦ Βενιζέλου, πρὸς τὸ ποτάμι). Καθὼς ὅμως κάποιος βάρβαρος Ὀθωμανὸς τὸν χτύπησε μὲ τσεκούρι στὸ κεφάλι, κόπηκε τὸ σκοινί. Στὴ συνέχεια, ἡμιθανής, ρίχτηκε στὴν πυρά. Τὸ μεσημέρι τῆς ἴδιας μέρας, ὅλα εἶχαν τελειώσει. Τὴ στάχτη του τὴν ἔριξαν στὸν Πηνειό. Φοβοῦνταν οἱ Ὀθωμανοὶ καὶ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, ἐπειδὴ γνώριζαν τὴν τιμὴ ποὺ ἀπονέμουν οἱ Χριστιανοὶ στὰ Ἅγια Λείψανα. Ἤξεραν ὅτι ἡ ὕπαρξή τους θὰ διαιώνιζε τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου. Κι αὐτὴ τὴν μνήμη ἤθελαν νὰ ἐξαλείψουν. Δὲν τὸ κατόρθωσαν. Ἔτσι ἔλαβε ὁ Ὁσιομάρτυρας Δαμιανὸς τὸν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου.

Ἀπολυτίκιο
Εὐφράνθητι σήμερον, ἡ ἐν Κισσάβῳ Μονή,
καὶ Λάρισα σκίρτησον, Δαμιανοῦ ἡ σεπτὴ πανήγυρις, πάρεστι,
δεῦτε οὖν καὶ συμφώνως, ἐν αὐτῇ τῷ Σωτῆρι,
ἄσωμεν ἐν αἰνέσει, τοῦτον ἀνευφημοῦντες, αὐτοῦ ταῖς ἱκεσίαις,
ὅπως σωζώμεθα.

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ὁ ΚΗΠΟΥΡΟΣ

γιος νεομάρτυς Χρστος Κηπουρς
(12.2.1748)
ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου,
δάσκαλο.

“Tμηθεὶς ὁ Χρῆστος δι’ ἀγάπην Κυρίου,
Κηπουρὸς ὤφθη τῆς Ἐδὲμ τοῦ χωρίου.”

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ: Ὁ ἅγιος Χρῆστος γεννήθηκε στὴν Ἀλβανία, ἀλλὰ ἐργαζόταν, ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν 40 ἐτῶν, τὸ ἐπάγγελμα τοῦ κηπουροῦ καὶ τοῦ πωλητῆ ἀγροτικῶν προϊόντων ζώντας στὴν Κωνσταντινούπολη.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣΗ: Μία μέρα, ἐνῶ πουλοῦσε τὰ μῆλα του στὴν ἀγορὰ τῆς Κωνσταντινούπολης, ἦλθε ἕνας Τοῦρκος, ποὺ ἀπαιτοῦσε νὰ ἀγοράσει τὰ μῆλα του σὲ ἐξευτελιστικὴ τιμή. Ὁ Ἅγιος ἀντιστάθηκε σ’ αὐτὴ τὴν ἀδικία καὶ τελικὰ κατέληξαν σὲ φιλονικία. Ὁ Τοῦρκος θύμωσε καὶ θέλοντας νὰ τὸν ἐκδικηθεῖ πῆγε σὲ ἕναν δικαστὴ καὶ τοῦ εἶπε ψευδῶς ὅτι ἄκουσε τὸν Ἅγιο νὰ λέει ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ γίνει Μωαμεθανός.

ΑΠΟ ΤΟN ΔΙΚΑΣΤΗ ΣΤΗN ΦΥΛΑΚΗ: Ὁ κριτὴς κάλεσε τὸν Ἅγιο καὶ τὸν ρώτησε ἂν ἡ κατηγορία αὐτὴ ἦταν ἀληθινή. “Γιὰ τ’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ”, ἀπάντησε ὁ φτωχὸς κηπουρός, “ποτὲ δὲν εἶπα τέτοιο λόγο. Ἐγὼ εἶμαι Χριστιανὸς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀλλάξω τὴν πίστη μου ἀκόμη καὶ ἂν πάθω χίλια βάσανα”. Τότε ὁ κριτής, ποὺ δὲν πίστεψε ὅτι ὁ Ἅγιος συκοφαντήθηκε, διέταξε καὶ τὸν χτύπησαν δυνατὰ μὲ ραβδιά. Τοῦ κατάφεραν μάλιστα ἕνα τόσο δυνατὸ χτύπημα στὸ κεφάλι, ὥστε ὁ Ἅγιος αἱμορραγοῦσε γιὰ πολλὴ ὥρα. Μετὰ τὸν ἔδεσαν, τὸν ἔβαλαν στὴ φυλακὴ καὶ τοῦ ἕσφιξαν τὰ πόδια στὸ τιμωρητικὸ ξύλο, τὸ λεγόμενο τομπρούκι, (εἰδικὸ ξύλο ποὺ ἦταν καρφωμένο στὸ πάτωμα τῆς φυλακῆς μὲ τρύπες γιὰ τὰ πόδια), γιὰ νὰ μὴν μπορεῖ καθόλου νὰ κινηθεῖ.

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΠΤΗ ΚΑΙΣΑΡΙΟΥ ΔΑΠΟΝΤΕ: Στὴ φυλακὴ ἔτυχε νὰ βρίσκεται καὶ ὁ λόγιος συγγραφέας Καισάριος Δαπόντες (1713-1784) ἀπὸ τὴ Σκόπελο, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε μοναχὸς στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ξηροποτάμου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τὸν λυπήθηκε καὶ κατάφερε νὰ πείσει τοὺς δεσμοφύλακες νὰ τὸν ἐλευθερώσουν ἀπὸ τὸ ξύλο, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ κινηθεῖ λίγο. Κατόρθωσε νὰ τοῦ βρεῖ καὶ λίγο φαγητὸ καὶ τοῦ τὸ προσέφερε. “Εὐχαριστῶ”, τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος, “ἀλλὰ γιατί νὰ φάω; Μήπως πρόκειται νὰ ζήσω; Ἂς ἀποθάνω, λοιπόν, γιὰ τὸν Χριστό μου πεινασμένος καὶ διψασμένος”. Ἔπειτα ἔβγαλε καὶ ἔδωσε ἕνα κέρμα ποὺ εἶχε στὴ ζώνη του στὸν Καισάριο καὶ τοῦ εἶπε: “νὰ τὸ δώσεις αὐτὸ νὰ μοῦ κάνουν μερικὲς λειτουργίες καὶ μνημόσυνα γιὰ τὴν ψυχή μου”.

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ: Τὴν ἴδια μέρα ἦλθαν καὶ πῆραν τὸν Μάρτυρα ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ τὸν ὁδήγησαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Πόλης. Αὐτὸς ἤρεμα ἔκλινε τὸν αὐχένα καὶ παρέδωσε τὸν ἑαυτό του στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ δεχόμενος τὴ σπάθα τοῦ δημίου. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ὁ κηπουρὸς τῆς Πόλης, ὁ μάρτυς Χρῆστος, στὶς 12 Φεβρουαρίου τοῦ 1748, “ἄφησε τὰ περιβόλια τοῦ Βοσπόρου γιὰ νὰ γίνει κηπουρὸς τοῦ οὐρανίου Παραδείσου”. Βίο τοῦ ἁγίου Μάρτυρα Χρήστου συνέγραψε ὁ αὐτόπτης Καισάριος Δαπόντες.

,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Διβόλης ὁ ἐξ Ἀλικιανοῦ Κυδωνίας [7.2.1867]

γιος Νεομάρτυς Γεώργιος Διβόλης,
ὁ ἐξ Ἀλικιανοῦ Κυδωνίας Κρήτης [7.2.1867]

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου,
δάσκαλο, συγγραφέα

“Ἀθλήσει γεώργιον καινὸν ἐδείχθης Κυρίῳ, Γεώργιε, ᾧ συναγάλλῃ.
Ἑβδομάτη Γεώργιος μελεϊσθεὶς Κυρίῳ ἔστη.”

ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΝΕΟΤΗΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ: Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ γεννήθηκε στὴν Κρήτη, στὸ χωριὸ Ἀλικιανὸς Κυδωνίας, τὴν 24η Μαΐου τοῦ 1846 ἀπὸ εὐγενεῖς γονεῖς, τὸν ἱερέα Νικόλαο Διβόλη, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴ Φολέγανδρο, καὶ τὴν Αἰκατερίνη Μπουζιανοπούλου, καταγόμενη ἀπὸ τὴν σημαντικότερη οἰκογένεια τοῦ Θέρισσου τῆς Κυδωνίας. Στὸ Θέρισσο μετέβη καὶ ὁ πατέρας του ὡς ἐφημέριος. Ἐκεῖ ὁ Γεώργιος ἀνετράφη ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου. Ὁ Γεώργιος ἔμαθε καὶ λίγα γράμματα, ἴσα-ἴσα νὰ μπορεῖ νὰ διαβάζει. Κι ὅμως ἐκεῖνα τὰ λίγα τὸν ὠφέλησαν ἰδιαίτερα. Ὁ Νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, ἐργαζόταν ὡς γεωργός. Μετὰ τὴ σκληρὴ ὁλοήμερη δουλειὰ στὰ ἀμπέλια καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὸ δεῖπνο, διάβαζε συναξάρια τῶν Ἁγίων τῆς Ὀρθοδοξίας μας, ἰδιαιτέρως δὲ τῶν Μαρτύρων. Αὐτὸ τὸ ἔκανε κάθε βράδυ, μέχρι τὰ μεσάνυχτα. Τοῦ ἔλεγαν μάλιστα συχνὰ οἱ γονεῖς του: “Παιδί μου πρέπει νὰ κοιμηθεῖς, νὰ ξεκουραστεῖς, αὔριο πάλι ἔχεις ἐργασία”. Καὶ ὁ Γεώργιος συνήθιζε νὰ τοὺς ἀπαντᾶ: “Δὲν ἀναπαύομαι οὔτε κοιμοῦμαι εὐχάριστα, ἐὰν πρῶτα δὲν χορτάσω ἀπὸ θεία ἀναγνωση”.

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟ ΑΔΕΛΦΟ: Κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1865, ἕνα βράδυ, διάβασε τὸν βίο ἑνὸς Μάρτυρα καὶ γέμισε ἡ καρδιά του ἀπὸ θεῖο ἔρωτα. Τότε, στέναξε βαθειὰ καὶ εἶπε μὲ κατάνυξη: “Χριστέ μου, ἀξίωσε κι ἐμένα νὰ χύσω τὸ αἷμα μου γιὰ τὴν ἀγάπη σου”. Ὁ ἀδελφός του Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος ἦταν τυφλὸς καὶ ἄκουγε τὴν ἀνάγνωση, τοῦ εἶπε: “Τί λὲς ἐκεῖ ἀδελφέ μου; Δὲν ξέρεις ὅτι, γιὰ νὰ γίνει αὐτό, ποὺ εἶπες, πρέπει νὰ ἐγερθεῖ διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν; Καὶ ἐσὺ μπορεῖ νὰ ὑποφέρεις τὰ μαρτύρια, ἀλλὰ πόσοι θὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό μας καὶ θὰ χαθοῦν;” Ὁ Γεώργιος ἀναστέναξε βαθειὰ καὶ εἶπε: “Ναὶ Χριστέ μου, ἂν εἶναι θέλημά σου, ἀξίωσέ με νὰ χύσω τὸ αἷμα μου γιὰ τὴν ἀγάπη σου, ὅπως κι Ἐσὺ ἔχυσες τὸ αἷμα Σου γιὰ τὴ δική μου ἀγάπη”. Ὁ ἀδελφός του φύλαξε στὴν καρδιά του τοὺς λόγους του αὐτούς, μυστικούς. Καὶ νὰ λοιπὸν πῶς τελικὰ ἐκπληρώθηκε ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἁγίου.

ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1866: Ὅταν στὰ 1866, ξεκίνησε ἡ γνωστὴ ἐπανάσταση στὴν Κρήτη, ὁ Γεώργιος βοηθοῦσε τὸν ἀγώνα ὡς ἀγγελιαφόρος μεταφέροντας ἐπιστολὲς ἀπὸ τὸν ἕναν ὁπλαρχηγὸ στὸν ἄλλο, ἢ ὅπως ἀλλιῶς μποροῦσε. Τὴν Κυριακὴ 5η Φεβρουαρίου τοῦ 1867, βρέθηκε στὸ χωριὸ Φουρνὲ τῆς ἐπαρχίας Κυδωνίας, μαζὶ μὲ πολλοὺς ἐπαναστάτες, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐπροδόθηκαν ἀπὸ ἕναν “Χριστιανό”, στὸν Τοῦρκο πασά. Ὁ τελευταῖος ἔστειλε πολυάριθμο στρατό, ποὺ περιέζωσε τὸ χωριὸ καὶ συνέλαβε πολλούς, ὁδηγώντας τους στὸ στρατόπεδό του. Μάλιστα, δύο ἐπαναστάτες ἀπ’ τὸ Φουρνὲ τοὺς βασάνιζαν ἀνηλεῶς, γιὰ νὰ μαρτυρήσουν ἀπὸ ποιὸ χωριὸ καταγόταν ὁ καθένας. Ἔπειτα, φυλάκισε τοὺς κατοίκους τῶν ὀρεινῶν χωριῶν, ἐνῶ τοὺς ὑπόλοιπους τοὺς ἔστειλε στὰ Χανιὰ στὸ Μουσταφὰ πασά, ὁ ὁποῖος παρακληθεὶς ἀπὸ τὸν φίλο του Ἰωάννη Τσαπάκη ἢ Γιάννακα, ἀπέστειλε ἐπιστολὴ στὸν πασά, ποὺ τοὺς συνέλαβε, γιὰ νὰ ἀπολύσει ὅσους κρατοῦσε. Αὐτὸς ὅμως ὁ αἱμοβόρος, διέταξε τὸν σκοπὸ τοῦ στρατοπέδου του νὰ κρατήσει τὸν ἀγγελιοφόρο τοῦ Μουσταφᾶ μὲ διάφορες δικαιολογίες, μέχρι νὰ ἐκτελέσει τὴν ἀπάνθρωπη ἀπόφασή του, καθὼς τὴν νύχτα τῆς Κυριακῆς πρὸς τὴν Δευτέρα τοὺς κατέσφαξε ὅλους! Καὶ δὲν τοὺς σκότωνε ἁπλῶς, ἀλλὰ κατέκοβε πρῶτα τὰ αὐτιά, τὴν μύτη, τὴ γλῶσσα, τὰ χέρια, τὰ πόδια, τὰ ἀπόκρυφα μέλη, ἐξώρυσσε τὰ μάτια καὶ τελευταία ἔκοβε καὶ τὴν κεφαλή! Αὐτὸ τὸ τέλος ἔλαβαν ὅλοι ἀδιακρίτως οἱ γενναῖοι ἐκεῖνοι ἀγωνιστὲς τῆς Κρήτης.

ΟΙ ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΕΞΩΜΟΤΗ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ: Κάποιος Μουλατζίμπαχρης, ἀξιωματικὸς ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἁλικιανοῦ, ποὺ γνώριζε ἀπὸ παιδὶ τὸν Γεώργιο, πλησίασε καὶ τοῦ λέει: “Ἔλα μωρὲ Γιωργάκη, νὰ κάμεις μία δουλειὰ ποὺ θὰ σοῦ πῶ, γιὰ νὰ γλυτώσεις τὴ ζωή σου, ἐὰν θέλεις, διότι σὲ γνωρίζω ἀπὸ μικρὸ παιδί, καὶ σὲ λυποῦμαι νὰ ἀποθάνεις”. Τότε ὁ Γεώργιος τὸν ρώτησε: “τί δουλειὰ εἶναι αὐτή, Μπαχρὴ Ἀγά”; Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίθηκε: “Νὰ γίνεις Τοῦρκος. Ἔτσι θὰ σωθεῖς”! Ὁ Γεώργιος γέλασε καὶ τοῦ λέει: “Δὲν ἀλλάζω τὴν Πίστη μου, ὄχι μόνο ἄν μου χαρίσετε τὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸν κόσμο”. Τότε ὁ Ἀγὰς πρόσθεσε: “Ἐγὼ ἤθελα νὰ σοῦ κάμω αὐτὸ τὸ καλό, διότι, ὅταν ἤμουν μικρὸς ἀκόμη θυμοῦμαι ὅτι ἔσπασε τὸ πόδι του ὁ ἀδελφός μου Ἀρὶφ καὶ τοῦ τὸ θεράπευσε ὁ πατέρας σου. Ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν δέχεσαι τὴ συμβουλή μου, μ’ ἄλλον τρόπο δὲν μπορῶ νὰ σὲ σώσω κι ἂς εἶναι ἡ ἁμαρτία τοῦ θανάτου σου δική σου. Ὅμως, δὲν λυπᾶσαι τουλάχιστον τοὺς γονεῖς σου ἢ τὴν ἀδελφή σου καὶ τὸν τυφλὸ ἀδελφό σου, ποὺ θὰ μείνουν ἀπροστάτευτοι; Ὁ πατέρας σου εἶναι γέρος κι ἅμα ἐσὺ πεθάνεις μὲ τέτοιο σκληρὸ θάνατο, ὁπωσδήποτε θὰ πεθάνει κι αὐτὸς ἀπ’ τὴ λύπη του”. Ὅμως, ὁ εὐλογημένος Γεώργιος ἔκλεισε τὸ διάλογο ὡς ἑξῆς: “Ἂν εἶναι καλὸ αὐτὸ ποὺ θέλεις νὰ μοῦ κάμεις, ἔχε το γιὰ τὸν ἑαυτό σου, κι ἐγὼ Τοῦρκος δὲν γίνομαι. Χριστιανὸς γεννήθηκα, χριστιανὸς εἶμαι καὶ χριστιανὸς θὰ ἀποθάνω! Μάθε δὲ ὅτι πρὸ πολλοῦ ἐπεθύμησα τὸ Μαρτύριο καὶ ζήτησα ἀπ’ τὸν Χριστό μου νὰ μὲ ἀξιώσει νὰ ἀπολαύσω τὸ Ματύριο. Καὶ τώρα -ἂς εἶναι δοξασμένος- ποὺ μὲ ἀξίωσε, νὰ φανῶ τόσο ἄφρων, νὰ καταφρονήσω τὴ θεία δωρεά; Μάθε μάλιστα πὼς ἐσὺ ἔπρεπε νὰ γίνεις Χριστιανὸς ποὺ εἶσαι γεννημένος ἀπὸ μητέρα Χριστιανὴ καὶ γνωρίζεις ἀπ’ αὐτὴν πολὺ καλὰ τὰ τῆς ἁγίας μας Πίστεως. Γιὰ τοὺς γονεῖς, τὸν ἀδελφὸ καὶ τὴν ἀδελφή μου μὴ σὲ μέλει, διότι ἴσα-ἴσα, ἅμα πεθάνω γιὰ τὸν Χριστό, θὰ εὕρω παρρησία πρὸς Αὐτὸν καὶ τότε θὰ τοὺς προστατεύω περισσότερο καὶ καλύτερα”! Τότε τὸν παρέλαβε κατ’ ἰδίαν ἕνας Χριστιανὸς ἀξιωματικός, ὀνομαζόμενος Χατζηεμμανουὴλ Φουγλανάκης καὶ τοῦ λέει: “Βρὲ Γιωργάκη, κάνε αὐτὸ ποὺ σοῦ λέει ὁ Μπαχρὴ Ἀγάς, ἔστω γιὰ νὰ τὸν ξεγελάσεις, νὰ γλυτώσεις τὴ ζωή σου καὶ ὅταν ἐπιστρέψεις στὸ σπίτι σου, πάλι Χριστιανὸς εἶσαι καὶ ὁ Θεὸς σὲ συγχωρεῖ, διότι βλέπει τὴν ἀνάγκη”. Τότε τοῦ λέει καὶ ὁ Γεώργιος: “Δὲν φοβᾶσαι τὸν Θεὸ Καπετὰν Μανώλη, νὰ μοῦ λὲς αὐτὰ τὰ λόγια; Ἂν καὶ δὲν τὰ λὲς ἀπὸ κακία ἀλλὰ ἀπὸ πλάνη, δὲν ξέρεις τί λέει τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ αὐτὲς τὶς περιστάσεις; Ἄκουσε τί λέει ὁ Χριστός: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς. Ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς». Λοιπόν, ἐὰν πράξω, ὅπως μοῦ λέγεις, πρέπει ὕστερα νὰ χύσω τὸ αἷμα μου γιὰ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ ἀποπλύνω τὴν ἄρνηση καὶ μάλιστα ἐὰν πράξω αὐτὸ τώρα, θὰ ὀργισθεῖ ὁ Χριστὸς καὶ θὰ μὲ καταδικάσει ὡς καταφρονητὴ τῆς μεγάλης Χάριτός του, τὴν ὁποία μοῦ ἔδωσε καθὼς τοῦ ζήτησα. Λοιπὸν ἂς μὴν ἔχει ἐλπίδα ὁ Μπαχρὴς ὅτι θὰ γίνει τὸ θέλημά του”.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Μετὰ ἀπ᾽ αὐτά, οἱ στρατιῶτες ὁδήγησαν τὸν Ἅγιο στὸν Ἀγά, ὁ ὁποῖος τὸν ρώτησε τί ἀποφάσισε. Ὁ Γεώργιος ἀπάντησε μὲ χαρὰ καὶ θάρρος: “Ὅ,τι σοῦ εἶπα καὶ πρίν, αὐτὸ σοῦ λέω καὶ τώρα καὶ αὐτὸ θὰ λέω καὶ μέχρι τελευταίας μου ἀναπνοῆς. Χριστιανὸς γεννήθηκα, Χριστιανὸς εἶμαι καὶ Χριστιανὸς θέλω νὰ ἀποθάνω. Δὲν ἀρνοῦμαι τὸν Χριστό μου, δὲν γίνομαι Τοῦρκος, δὲν ἀφήνω τὴν ὑπέρλαμπρη Πίστη μου, γιὰ νὰ πιστεύσω στὴν ζωώδη καὶ σκοτεινὴ δική σας σατανικὴ πλάνη”. Ὁ Μπαχρὴ Ἀγάς, ἀπελπισμένος, παρέδωσε τὸν Ἅγιο στοὺς δημίους, οἱ ὁποῖοι τὸν παρακινοῦσαν νὰ πιεῖ μία φιάλη ρούμι, ἴσως γιὰ νὰ μὴν ὑποφέρει, ἀλλὰ αὐτὸς γέλασε καὶ τοὺς εἶπε: “σᾶς εὐχαριστῶ, δὲν θέλω ρούμι νὰ πιῶ, διότι ἔχω νὰ βαδίσω μεγάλο δρόμο καὶ πρέπει νὰ ἔχω σώας τὰς φρένας μου”. Τότε ἄρχισαν νὰ τὸν κακοποιοῦν μαζὶ μὲ ἄλλους αἰχμαλώτους. Κι ὅπως τὸν βασάνιζαν, οἱ ἄλλοι Χριστιανοὶ ἔκλαιγαν καὶ θρηνοῦσαν, ὁ ἕνας τὴ ζωή του, ὁ ἄλλος τὴν γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά του, αὐτὸς ὁ εὐλογημένος στεκόταν σὰν πέτρα καὶ ὄχι μόνο δὲν ἐφώναζε ἀλλὰ οὔτε καθόλου στέναζε ἢ δάκρυζε. Ἀντιθέτως, τὸ γενναῖο κρητικόπουλο, ἔχαιρε σὰν νὰ στεκόταν γαμπρὸς στὴν ὥρα τῆς στέψης καὶ δόξαζε τὸν Θεὸ καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε, διότι τὸν ἀξίωσε νὰ φθάσει σ’ αὐτὴ τὴν ὥρα καὶ νὰ πάθει γιὰ τὴν ἀγάπη του. Εὐχαριστοῦσε καὶ τοὺς δημίους γιατί μὲ τὸ μαρτύριο τοῦ προξενοῦσαν μεγάλη δόξα καὶ χαρά, μ’ αὐτοὺς τοὺς λίγους πόνους. Τοὺς παρακαλοῦσε μάλιστα νὰ τοῦ αὐξήσουν τὴν βάσανο διότι ἔλεγε, “ὅσο πιὸ πολὺ ὑποφέρει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τόσο περισσότερη τιμὴ θὰ λάβει ἀπὸ τὸν Θεό”. Ἀφοῦ πρῶτα τοῦ ἔκοψαν κι αὐτοῦ ὅλα του τὰ μέλη, τέλος τοῦ ἔκοψαν καὶ τὴν τιμία του κεφαλή, καὶ ἔτσι ἔλαβε ὁ ἀνδρεῖος Γεώργιος, τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Ἦταν ἡ 7η Φεβρουαρίου τοῦ 1867. Τὸ τίμιο καὶ ἱερὸ λείψανό του, τὸ ἔριξαν οἱ Ἀγαρηνοὶ μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα λείψανα τῶν φονευθέντων Χριστιανῶν, ὅλα μαζί, σὲ τόπο ἄγνωστο, μέχρι σήμερα.

ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ: Τὸ μαρτύριο τοῦ Γεωργίου καὶ τοὺς διαλόγους ποὺ προηγήθηκαν τὰ διηγήθηκαν αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι ἀξιόπιστοι μάρτυρες. Αὐτὰ κατορθώνει ἡ δυνατὴ πίστη. Οἱ πιστοὶ ἅγιοι τοῦ Κυρίου Μάρτυρες θυσιάζουν ἀκόμη καὶ αὐτὴ τὴ ζωή τους, ὑπὲρ τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας τοῦ ἀγαπημένου Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀξίζει νὰ προσθέσουμε, πὼς οἱ Μάρτυρες τοῦ Κυρίου, μάλιστα οἱ Νεομάρτυρες, εἶναι οἱ πλησιέστεροι σ’ ἐμᾶς, μεταξὺ ὅλων τῶν Ἁγίων. Στὴν συγκεκριμένη περίπτωση τοῦ ἁγίου Γεωργίου, χαίρουν μαζὶ μὲ τὴν Μεγαλόνησο καὶ ἡ Φολέγανδρος καὶ ἡ Σίκινος καθὼς ὑπάρχουν ἀπόγονοι τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος ποὺ φέρουν καὶ τὸ ἴδιο ἐπώνυμο.

Εἴθε οἱ βίοι τῶν Ἁγίων Μαρτύρων νὰ φαιδρύνουν τὴν ψυχή μας καὶ νὰ φωτίζουν μὲ τὸ παράδειγμά τους τὶς δύσκολες ἀτραποὺς τῆς ζωῆς μας γιατί: «Ζήτησε νὰ εὕρης τὸν ἑαυτόν σου μέσα εἰς τοὺς βίους τῶν Ἁγίων. Θὰ τὸν εὕρεις ὁπωσδήποτε μέσα εἰς αὐτούς. Ἀκόμη θὰ εὕρης ἐκεῖ καὶ τὰ “φάρμακα”, μὲ τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖς νὰ τὸν θεραπεύσης ἀπὸ ὅλας τὰς πνευματικὰς ἀρρωστίας καὶ νὰ τὸν κάνης ὑγιῆ διὰ παντός. Ὑγιῆ καὶ εἰς τοὺς δύο κόσμους, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴν ἠμπορέσει νὰ σὲ βλάψη κανένας θάνατος. Θὰ εὕρης ἀκόμη μέσα εἰς τοὺς βίους τῶν Ἁγίων ὅλα ὅσα χρειάζονται εἰς σέ, ὦ ἄνθρωπε, ποὺ εἶσαι μία ἀθάνατος ὕπαρξις, μία αἰωνία ὕπαρξις, μία θεανθρωπίνη ὕπαρξις, ἄνθρωπε! Ἄνθρωπε! Ἄνθρωπε!” [Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος», ἐκδ. «Ἀστήρ», δ´ ἔκδ., Ἀθῆναι 1981, σελ. 97].

,

Σχολιάστε

«ΘΑ ΠΑΩ κι ἐγὼ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΑΕΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ»

ἅγιος νεομάρτυς ωάννης
ἐκ Τουρκολέκα Ἀρκαδίας

.                 Ὁ νεομάρτυρας καὶ παιδομάρτυρας Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Τουρκολέκας γεννήθηκε τὸ 1805 στὸ χωριὸ Τουρκολέκα Ἀρκαδίας. Ἡ οἰκογένεια τοῦ διακρινόταν γιὰ τὴν εὐλάβεια τὸν Θεό, γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα καὶ γιὰ τὸν ἡρωισμό της. Πατέρας του ἦταν ὁ Σταματέλος Σταματελόπουλος-Τουρκολέκας, ὀνομαστὸς ἀγωνιστὴς τῆς περιοχῆς Λεονταρίου καὶ μητέρα του, ἡ ἀδελφή της συζύγου τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Σοφία. Μεταξὺ τῶν τεσσάρων του ἀδελφῶν διακρινόταν ὁ γνωστὸς ὁπλαρχηγὸς Νικήτας, γνωστὸς ὡς Νικηταρᾶς καὶ ὁ διδάσκαλος τῆς πολεμικῆς τακτικῆς εὐπαίδευτος λοχαγὸς Νικόλαος.
.                 Τὸ 1816 ὁ Ἰωάννης, 11 χρονῶν τότε, μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του καὶ τὸν Ἀναγνώστη, γιὸ τοῦ ἀγωνιστῆ τοῦ Πάρνωνα Ζαχαριᾶ , ἐνῶ ταξίδευαν γιὰ τὰ Κύθηρα, λόγῳ θαλασσοταραχῆς βρέθηκαν στὴ Νεάπολη τῆς Λακωνίας. Ὁ Ἀγὰς τῆς περιοχῆς Χουσεΐν, μὲ δόλο τοὺς συνέλαβε καὶ τοὺς ἔστειλε στὴν ἀνωτέρα Τουρκικὴ ἀρχὴ τῆς Μονεμβασίας. Ἐκεῖ οἱ συλληφθέντες φυλακίστηκαν στὸ κάστρο της.
.                 Στὴ συνέχεια ὁ ἄρχοντας τῆς Μονεμβασίας ζήτησε ὁδηγίες ἀπὸ τὸν Βοεβόδα τοῦ Μυστρᾶ, ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ ἀποκεφαλιστοῦν καὶ οἱ τρεῖς φυλακισμένοι. Ἀποκεφαλίστηκαν ὁ Ἀναγνώστης καὶ ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου.
.                 Γιὰ τὴν ὁμολογία, τὸ μαρτυρικὸ τέλος καὶ τὸ θαυμαστὸ σημεῖο, ποὺ ἔδωσε ὁ Θεός, μετὰ τὸν ἀποκεφαλισμὸ τοῦ παιδομάρτυρα, γράφει, σχετικὰ ὁ ἀδελφός τοῦ Ἁγίου, ὁ Νικηταρᾶς: «Στὸν ἀδελφό μου πρότειναν ν’ ἀλλάξει τὴν πίστη του. Τοῦ δείχνουν τὸν σκοτωμένο πατέρα του καὶ τοῦ λέγουν κάθησε νὰ σὲ κάνουμε Τοῦρκο. Τότε τὸ παιδὶ κάνει τὸ σταυρό του καὶ τοὺς ἀπαντᾶ: θὰ πάω κι ἐγὼ ἐκεῖ ποὺ πάει ὁ πατέρας μου. Τοῦ ξαναλέγουν· γίνε Τοῦρκος. Τὸ παιδὶ ὅμως ξανακάνει τὸ σταυρό του. Ἔγινε ἀπὸ τὸ αἷμα του σταυρός. Πῆραν τὰ κεφάλια τους στὴν Τριπολιτσά».
.                 Ἡ σφαγὴ καὶ τῶν τριῶν ἔγινε στὶς 16 Ὀκτωβρίου 1816, ἔξω ἀπὸ τὸν Ἱερὸ Ναὸ τοῦ «Ἑλκομένου Χριστοῦ» στὴν παλαιὰ Μονεμβασία. Ἐκεῖ, στὸ δάπεδο τῆς αὐλῆς τοῦ Ναοῦ, τὸ αἷμα τοῦ παιδομάρτυρα καὶ νεομάρτυρα Ἰωάννη, σχημάτισε Σταυρὸ καὶ ἔτσι ἀποκαλύφθηκε ἡ ἔνδοξη εἴσοδος τοῦ Ἁγίου στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἔνταξή του στὴ χορεία τῶν Μαρτύρων.
.                 Οἱ κεφαλές, τοῦ νεομάρτυρα Ἰωάννη, τοῦ πατέρα του καὶ τοῦ Ἀναγνώστου ἐστάλησαν στὸν Πασὰ τῆς Τριπόλεως, τὰ δὲ σώματά τους ἐτάφησαν στὴν Μονεμβασία, καὶ μέχρι σήμερα παραμένει ἄγνωστος ὁ τόπος τῆς ταφῆς καὶ τῶν κεφαλῶν καὶ τῶν σωμάτων τους.
.                 Τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, τὸ ὁποῖο στὸ δάπεδο τῆς αὐλῆς τοῦ Ναοῦ σχημάτισε τὸ μαρτυρικὸ καὶ ἁγνὸ αἷμα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη, ἔγινε πηγὴ στηριγμοῦ τῶν ὑποδούλων χριστιανῶν Ἑλλήνων καὶ τόπος ἱεροῦ προσκυνήματος τῶν πιστῶν.

 

ΠΗΓΗ: immspartis.gr

 

 

,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ὁ ΑΙΤΩΛΟΣ καὶ ΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ

Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός καί οἱ Νεομάρτυρες

Κήρυγμα τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου
στήν Πανηγυρική Θεία Λειτουργία
κατά τήν ἑορτή τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ στό Θέρμο,
ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας

.               Τό ἱστορικό Θέρμο, καί γενικότερα ἡ Αἰτωλοακαρνανία, καυχᾶται γιά τό ὅτι εἶναι ὁ τόπος ὅπου γεννήθηκε, μεγάλωσε καί ἔδρασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Ἐδῶ εἶδε τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του, εἶδε τήν δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ἐγνώρισε τήν πατροπαράδοτη εὐσέβεια καί ἀπό τά μέρη αὐτά ἄρχισε τίς ἱερα-ποστολικές περιοδεῖες του. Ἀπό τότε τόν διεκδικοῦν πολλοί τόποι, καί καυχῶνται οἱ ἄνθρωποι ἀπό ὅπου πέρασε, ὅπου ὑπάρχουν ἀποδείξεις ἤ πλη-ροφορίες ὅτι ἐδίδαξε, ὅπου ἀνοικοδομήθηκαν Ναοί ἐπ’ ὀνόματί του, ὅπου μαρτύρησε.
.               Ἔτσι, σήμερα ἔγινε ἕνας οἰκουμενικός ἄνθρωπος, ἕνας Ἰσαπόστολος, πού ἔκανε μιά μεγάλη ἐπανάσταση στήν ἐποχή του, ἕνας ἄνθρωπος μέ ζῆλο Θεοῦ, σέ δύσκολες συνθῆκες. Διότι ἡ ἐπανάσταση δέν μπορεῖ νά ἑρμηνεύεται καί νά προσδιορίζεται μόνον μέ ὅπλα καί βόμβες, ἀλλά μέ ἰδέες, κυρίως, ὅμως, μέ τόν λόγο πού προέρχεται ἀπό μιά ἐσωτερική ἀναγέννηση καί πληρότητα τῶν ἀνθρώπων.
.               Κατά τόν γνωστό λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ «λόγῳ παλαίει πᾶς λόγος, βίῳ δέ τίς;». Κάθε λόγος, κάθε ἰδέα ἔχουν καί τόν ἀντίλογό τους, ἀλλά κανείς δέν μπορεῖ νά παλαίση μέ ἕναν ἄνθρωπο πού ἔχει μιά πνευματική πίστη, κυρίως τήν «ἐνυπόστατον πίστιν», πού εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτό τό γνωρίζουμε ἀπό τούς Ἀποστόλους καί τούς Μάρτυρας, πού μέ τήν ζωή τους καί τόν καθαρό καί εὐθύ λόγο μετέτρεψαν τήν σιδηρόφρακτη ἐθνική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία σέ Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία. Αὐτό τό βλέπουμε καί στόν ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό, ὁ ὁποῖος ὑπονόμευσε θετικά καί ἀποτελεσματικά τήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία, μέ τήν ἰδιότητα τοῦ Ἰσαποστόλου καί τοῦ Νεομάρτυρος.
.               Αὐτό θά τό δοῦμε, ὅταν ἐξετάσουμε τήν μεγάλη προσφορά τῶν Νεομαρτύρων, στούς ὁποίους συγκαταλέγεται ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, γιά τήν διαφύλαξη τῆς Ἑλληνορθόδοξης παραδόσεως στό ὑπόδουλο Ἑλληνικό Ἔθνος, ἀλλά καί τήν προσφορά τους στήν ἀπελευθέρωσή του τό 1821.

1.Ἡ ἀξία τῶν Νεομαρτύρων

.               Πράγματι, ἡ διαφύλαξη τῆς Ἐθνικῆς συνείδησης στούς ὑπόδουλους Ρωμηούς καί ἡ ἄσβεστη φλόγα τῆς ἐλευθερίας ὀφειλόταν σέ πολλούς παράγοντες, ἤτοι στήν λειτουργία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, μέ τήν θεία Λειτουργία, τά λειτουργικά κείμενα, τά μυστήρια, τίς ἀκολουθίες καί τήν ὅλη δομή της, κυρίως μέ τήν δράση τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν καί τῶν Συνόδων τους. Ἔπειτα, ὀφείλεται στήν κατά τόπους προσφορά τῶν Δημογεροντιῶν, τήν λειτουργία τῶν Σχολείων καί τῶν Σχολῶν, ὅπου ἦταν δυνατόν νά λειτουργήσουν, ἤ νά παραλειτουργήσουν, μέ τήν παιδεία πού προσέφεραν. Ἀκόμη, προσφερόταν ἀπό τούς λόγιους Ρωμηούς πού μετανάστευαν ἐκτός τοῦ ὑπόδουλου χώρου, οἱ ὁποῖοι μαζί μέ τούς ἐμπόρους, πού εἶχαν πάντοτε στραμένη τήν προσοχή τους στό ὑπόδουλο Γένος, προσέφεραν μέ τόν τρόπο τους γιά τήν διατήρηση τῆς ἄσβεστης μνήμης τοῦ Γένους τῶν Ρωμαίων.
.               Μεταξύ αὐτῶν σπουδαία προσφορά στήν παραμονή στήν ὀρθόδοξη πίστη, τήν ἀναζήτηση τῆς ἐλευθερίας καί τελικά τά ἐπαναστατικά κινήματα, μέ ἀποκορύφωμα τήν ἐπανάσταση τοῦ 1821, προέρχεται ἀπό τούς Νεο¬μάρ¬τυρες, μεταξύ τῶν ὁποίων σημαίνουσα θέση κατέχει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός.
.               Νεομάρτυρες λέγονται οἱ Χριστιανοί ἐκεῖνοι, ἤ ἀκόμη καί μερικοί ἐκχριστιανισθέντες Μουσουλμάνοι, ὅπως ὁ Νεομάρτυς Ἀχμέτ, πού ὁμολογοῦσαν τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό καί γι’ αὐτό οἱ Ὀθωμανοί τούς καταδίκαζαν σέ θάνατο. Ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία μέ τούς Νεομάρτυρες, πού τούς ξεχωρίζει ἀπό τούς Ἐθνομάρτυρες, εἶναι ὅτι ἔδιναν τήν ὁμολογία ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἀληθινός Θεός καί ὄχι ὁ Ἀλάχ τῶν Μουσουλμάνων, ἔκαναν, δηλαδή, τήν σαφῆ διάκριση μεταξύ τοῦ Θεοῦ πού διακηρύσσει ἡ Ἐκκλησία καί τοῦ θεοῦ τῶν Μουσουλμάνων. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν διακρίνονταν ἀπό ἕναν θρησκευτικό συγκρητισμό, τήν σχετικοκρατία ἤ τόν σχετικισμό, οὔτε διακρίνονταν ἀπό τήν ἀρχή τῆς θρησκευτικῆς περιεκτικότητας, ἀλλά διακατέχονταν ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποκλειστικότητας, ὅτι δηλαδή ὁ Χριστός εἶναι ὁ μοναδικός Θεός.
.               Ἐπί πλέον, οἱ Νεομάρτυρες ὑπέμειναν μέ ἁγιοπνευματική ὑπομονή τό μαρτύριο, χωρίς νά ἀγανακτοῦν ἤ νά ὑβρίζουν, ἀλλά τό ἔκαναν μέ χαρά καί προσεύχονταν γιά τούς βασανιστές τους. Ἀκόμη δέ, ἀμέσως μετά τό μαρτύριο ἀκολουθοῦσαν θαυματουργικές ἐνέργειες, ἰάσεις ἀσθενειῶν, ἀπαλλαγή βασανιστικῶν προβλημάτων, καί πολλά ἄλλα, γι’ αὐτό καί ἀμέσως ἄρχισε ἡ τιμή τους μέ καθιέρωση ἑορτῶν, ἀνοικοδόμηση ἱερῶν Ναῶν ἤ παρεκκλησίων, τιμητική προσκύνηση τῶν ἱερῶν λειψάνων τους.
.               Αὐτές εἶναι οἱ βασικές διαφορές μεταξύ τῶν Νεομαρτύρων καί τῶν Ἐθνομαρτύρων. Ἔτσι, ἡ τιμή τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ ἄρχισε ἀμέσως ἀπό τό μαρτύριό του, ὅπως φαίνεται στήν Πρωτεύουσα τῆς Ἠπείρου, τά Ἰωάννινα.
.               Ἔτσι, τό μαρτύριο τῶν Νεομαρτύρων καί οἱ τιμητικές ἐκδηλώσεις ὑπῆρξαν ἑστίες τόσο ἐκκλησιαστικές, ὅσο καί ἐθνικές. Γύρω ἀπό τόν τάφο τῶν Νεομαρτύρων ἀναπτυσσόταν μιά ἐκκλησιαστική ζωή μέ ὅλα τά συνεπα-κόλουθα, ἤτοι διάκριση μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καί θρη¬σκευτικῆς ἰδεολογίας, καί διατήρηση τῆς φλόγας τῆς ἐλευθερίας, πνευματικῆς καί ἐθνικῆς.
.               Δέν ὑπάρχει πόλη στήν ὁποία δέν ἀναπτύσσονταν τέτοιες πνευματικές ἑστίες πού συνετέλεσαν τελικά στήν ἔκρηξη τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Ὁ ἅγιος Γεώργιος στά Ἰωάννινα, ὁ ἅγιος Θεόδωρος στήν Μυτιλήνη, ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Ὑδραῖος στήν Ρόδο, οἱ ἅγιοι Δημήτριος καί Παῦλος στήν Τρίπολη καί πολλοί ἄλλοι, καί τελικά ὁ ἅγιος Κοσμᾶς σέ ὅλο τό ὑπόδουλο γένος ἦταν ἐκεῖνοι πού διαμόρφωσαν τό κλῖμα τῆς Ἐπαναστάσεως τῶν Ρωμηῶν. Δέν πρέπει κανείς νά ὑποτιμᾶ αὐτήν τήν πνευματική ὑποδομή τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγώνα.

2.Τό «Νέο μαρτυρολόγιο»

.               Σέ ἐπίρρωση τῶν ἀνωτέρω θέλω νά ἀναφερθῶ στό ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, πού ἔζησε κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, μεταξύ τῶν ἄλλων βιβλίων, συνέγραψε καί τό βιβλίο μέ τίτλο: «Νέον Μαρτυρολόγιον», στό ὁποῖο συγκέντρωσε τόν βίο, καί κυρίως τό μαρτύριο τῶν Νεομαρτύρων, πού μαρτύρησαν μέχρι τήν ἐποχή του.
.              Τό σπουδαιότατο αὐτό βιβλίο τελικά ἀποδείχθηκε ἕνα ἐπαναστατικό βιβλίο κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας. Συνήθως, δίνεται σημασία ἀπό πολλούς στόν «Θούριο τοῦ Ρήγα» ἤ στήν «Ἑλληνική Νομαρχία» καί ἀγνοεῖται ἡ μεγάλη προσφορά τοῦ ἀντιστασιακοῦ αὐτοῦ βιβλίου τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τό ὁποῖο μάλιστα προῆλθε μέσα ἀπό τά σπλάγχνα τῆς Ρωμηοσύνης καί ὄχι ἔξω ἀπό αὐτήν.
.              Τό βιβλίο αὐτό εἶναι ἕνα σάλπισμα πνευματικῆς ἐλευθερίας, καί αὐτό γιατί καταγράφοντας ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τό μαρτύριο τῶν Νεομαρτύρων βρίσκει τήν εὐκαιρία, χωρίς νά φοβᾶται τούς κατακτητές, νά προτρέψη τούς Ρωμηούς νά ὑπομένουν τούς πειρασμούς, νά παραμένουν σταθεροί στήν Χριστιανική Ἐκκλησία, νά μετανοήσουν ὅσοι εἶχαν ἀρνηθῆ τόν Χριστό καί ἀλλαξοπίστησαν, καί τούς προτρέπει ἀκόμη νά μαρτυρήσουν γιά τόν Χριστό. Μεταξύ τῶν ἄλλων τούς ἀπευθύνει τίς ἑξῆς προτροπές, πού τίς θέτει στό στόμα τῶν Νεομαρτύρων: «Λάβετε παράδειγμα ὑπομονῆς τῶν θλίψεων ὅπου δοκιμάζετε καί ἀπό ἡμᾶς τούς συναδελφούς σας… Καί ἐσεῖς ἄν ὑπομένετε μετά εὐχαριστίας, διά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τούς δαρμούς, τάς φυλακάς, τάς ἁλύσεις, τάς ἀγγαρείας, τάς ζημίας, τά ἀνυπόφορα δοσίματα, καί ἄλλα βάσανα ὁπού σᾶς κάνουν οἱ κρατοῦντες, βέβαια ὡς Μάρτυρες τῇ προαιρέσει λογίζεσθε κοντά εἰς τόν Θεόν».
.               Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης δέν ἠρκεῖτο νά τονίζη τήν ὑπομονή, ἀλλά τούς προτρέπει νά μή ἀλλαξοπιστίσουν, καίτοι εὑρίσκονται ἐν μέσῳ λύκων. Λέγει: «Φυλαχθῆτε… νά μή σᾶς κλέψουν τόν θησαυρόν τῆς Ἁγίας σας πίστεως… Ἐνθυμηθῆτε πῶς ὁ δεσπότης μας Χριστός ὁπού σᾶς ἔβαλεν ὡσάν τά πρόβατα ἀνάμεσα εἰς τά ἀνήμερα θηρία, σᾶς ἔδωκε τοιαύτην παραγγελίαν, νά εἶσθε φρόνιμοι ὡς τό φίδι». Τούς προέτρεπε νά μή προτιμήσουν «τό σκότος ἀπό τό φῶς˙ τό ψεῦδος ἀπό τήν ἀλήθειαν˙ τό χαλκοῦν καί κάλπικον νόμισμα ἀπό τό καθαρόν καί δοκιμασμένον μάλαγμα». Καί φθάνει νά πῆ τόν φοβερό λόγο: «Μή σᾶς φοβίζουν, ἀδελφοί, τά ἄγρια πρόσωπα τῶν τυράννων, οὔτε τό πλῆθος αὐτῶν, οὔτε ἡ φωναῖς τους, οὔτε ἡ φοβέραις τους. Μή σᾶς φοβίσουν ἡ πληγαῖς, ἡ σπάθαις, ἡ ἀλυσίδαις, ἡ φυλακαῖς. Μή σᾶς φοβίσουν ἡ φούρκαις, τά τζεγγέλια, ἡ πυρκαϊαῖς».
.               Εἶναι ὄντως φοβερές αὐτές οἱ ἀντιστασιακές προτροπές στόν ρωμαίϊκο λαό ἀπό τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, μέ ἀφορμή τήν διήγηση τοῦ μαρτυρίου τῶν Νεομαρτύρων.
.               Ὁ τύπος τοῦ ἐπαναστατημένου Ἕλληνα, ἦταν ὁ τύπος τῶν ὀρθοδόξων Ρωμηῶν, ὅπως διαμορφώθηκαν ἀπό τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς θυσίας τῶν Νεομαρτύρων. Γι’ αὐτό ἡ ἐπικεφαλίδα πού ἔβαλαν οἱ ἐπαναστατημένοι Ἕλληνες στό πρῶτο ἀπελευθερωτικό Σύνταγμα τῆς Ἐπιδαύρου τοῦ 1822 καί διακήρυξη τῆς Ἀνεξαρτησίας ἦταν: «Ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας καί Ἀδιαιρέτου Τριάδος». Καί ἀμέσως μετά ὑπάρχει ἡ ἐξήγηση: «Τό ἑλληνικόν ἔθνος, τό ὑπό τήν φρικώδη Ὀθωμανικήν δυναστείαν, μή δυνάμενον νά φέρῃ τόν βαρύτατον καί ἀπαραδειγμάτιστον ζυγόν τῆς τυραννίας, καί ἀποσεῖσαν αὐτόν μεγάλαις θυσίαις, κηρύσσει σήμερον διά τῶν νομίμων Παραστατῶν του, εἰς Ἐθνικήν Συνέλευσιν, ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων, τήν πολιτικήν αὐτοῦ ὕπαρξιν καί ἀνεξαρτησίαν». Ἄς προσέξουμε ὅτι ἡ δήλωση αὐτή ἔγινε «ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων», δηλαδή τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, πού ἐπικαλοῦντο στήν ἀρχή, καί τούς ἀνθρώπους πού πιστεύουν σέ Αὐτόν. Ὁπότε φαίνεται σαφῶς ὅτι τό προοίμιο τοῦ Συντάγματος στόν Τριαδικό Θεό, ὅπως ἔχει εὐφυῶς τονισθῆ, δέν παράγει «ἔννομες συνέπειες θρησκευτικοῦ χαρακτήρα», οὔτε ἔχει ἁπλῶς μιά «ἱστορική ἀξία», ἀλλά «ἀπόρρητα διακηρύσσει ὅτι τό ἑλληνικό κράτος δέν εἶναι ἕνα ἔξωθεν ὁρμώμενο, συμβατικό ὑβρίδιο τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, προϊόν τοῦ ἀπό 3.2.1830 Πρωτοκόλλου τοῦ Λονδίνου, ἀλλά εἶναι ἀπότοκο μιᾶς ριζοσπαστικῆς διαδικασίας μέ ἐπαναστατική βάση καί λαϊκή ἀφετηρία» (Θεόδωρος Παπαγεωργίου). Ἐνδεχομένως, ἀπάλειψη αὐτοῦ τοῦ προοιμίου τοῦ Συντάγματος θά φανερώση ἐν τοῖς πράγμασι ἀπάρνηση τῶν οὐσιαστικῶν προϋποθέσεων τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος μας.
.               Ἔτσι, αὐτή ἡ συνείδηση τῶν Ρωμηῶν διαμορφώθηκε ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ὁ ὁποῖος ἄρχιζε τίς ὁμιλίες του ἀπό τό τί εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα, καί πῶς αὐτή ἡ διδασκαλία ἐπηρεάζει ὅλη τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου.

Ἐξοχώτατε Πρόεδρε τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας,
Σεβασμιώτατοι Ἀρχιερεῖς,
Ἀγαπητοί ἀδελφοί,

.               Ἡ πίστη στόν Τριαδικό Θεό πού εἶχαν οἱ Νεομάρτυρες καί ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἦταν ἐκείνη πού κράτησε καί τόν ἑλληνισμό. Ἀντίθετα, στήν Μεγάλη Ἑλλάδα, τήν Κάτω Ἰταλία, τήν Σικελία, ὅπου ἀνθοῦσε ὁ ἑλληνισμός, χάθηκε τελείως καί ἡ ἑλληνική παράδοση, ἄν καί διδάχθηκε ἡ ἑλληνική φιλοσοφία τῶν Προσωκρατικῶν φιλοσόφων καί τοῦ Πλάτωνος, καί κυριαρχοῦσε ἡ ἑλληνική γλώσσα, ὅταν χάθηκε ἡ ὀρθόδοξη πίστη.
.               Στόν ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό, Ἰσαπόστολο καί Ἱερομάρτυρα, ὅπως καί στούς ἄλλους Νεομάρτυρες ὀφείλουμε πολλά, κυρίως τήν διατήρηση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας, τήν ἀγωνιστικότητα, καί τήν ἐλευθερία τῆς Πατρίδας μας. Ἄς ζητήσουμε τίς προσευχές τους γιά ὅλους μας, πού ζοῦμε σέ μιά χώρα στήν ὁποία δεχόμαστε πολλές θρησκευτικές καί ἀλλότριες πολιτιστικές ἐπιδράσεις, μέ τόν λεγόμενο μοντερνισμό, τόν μεταμοντερνισμό, τόν μεταχριστιανισμό, τήν μεταορθοδοξία, τόν σχετικισμό. Οἱ ἅγιοι νά πρεσβεύουν γιά νά ἀντισταθοῦμε σέ κάθε τί πού ἀλλοιώνει αὐτόν τόν ἀτίμητο θησαυρό τῆς ἑλληνορθοδόξου παραδόσεώς μας, δηλαδή καταστρέφει τό «μεδοῦλι» τοῦ Γένους μας.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

 

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΟΣ (1779 – 1803) Ὁ ἐκ Λιγουδίστης τῆς Τριφυλίας καὶ ἐν Τριπόλει τῆς Πελοποννήσου μαρτυρικῶς ἀθλήσας καλλίνικος καὶ ἔνδοξος νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ.

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΟΣ (1779 – 1803)
κ Λιγουδίστης τς Τριφυλίας
κα
ν Τριπόλει τς Πελοποννήσου
μαρτυρικ
ς θλήσας καλλίνικος κα νδοξος νεομάρτυς το Χριστο

Γράφει ὁ Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

 

https://christianvivliografia.files.wordpress.com/2015/04/34ccb-agdimitriostripoleos-1.jpg.                     Μέσα στὴ σεπτὴ καὶ εὐλογημένη χορεία τῶν κλεινῶν νεομαρτύρων τῆς ἀμωμήτου χριστιανικῆς πίστεως συναριθμεῖται καὶ ὁ νεομάρτυς Ἅγιος Δημήτριος, ὁ γενναιότατος καὶ καρτερότατος αὐτὸς νεαρὸς ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ, ὁ δι’ ἀποκεφαλισμοῦ τελειωθεὶς στὶς 14 Ἀπριλίου 1803 στὴν ἱστορικὴ πόλη τῆς Τριπολιτσᾶς, τῆς ὁποίας ἔκτοτε εἶναι ὁ θερμὸς ἀντιλήπτωρ καὶ προστάτης. Ὁ Ἅγιος νεομάρτυς Δημήτριος ὁ Πελοποννήσιος γεννήθηκε τὸ 1779 στὴ συνοικία Κάτω Ρούγα τοῦ τότε χωριοῦ Λιγούδιστα, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ σημερινὴ κωμόπολη τῆς Χώρας Τριφυλίας τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας. Σύμφωνα μὲ τὸν βιογράφο του, Ὅσιο Νικηφόρο τὸν Χίο (1750-1821), ὁ Δημήτριος ἦταν ὁ δευτερότοκος υἱὸς τοῦ εὐσεβοῦς Ἠλία Καψαρίδη. Η ἐνάρετη μητέρα του ἀπεβίωσε ὅμως, ὅταν ὁ Δημήτριος ἦταν ἀκόμη βρέφος καὶ ἔτσι δὲν εἶχε τὴ χαρὰ νὰ τὴ γνωρίσει καὶ νὰ δεχθεῖ τὴ μητρικὴ ἀγάπη καὶ φροντίδα. Ὁ πατέρας του παντρεύτηκε γιὰ δεύτερη φορά, ἐλπίζοντας ὅτι ἡ νέα του σύζυγος θὰ περιβάλλει μὲ τὴν πρέπουσα ἀγάπη καὶ στοργὴ τοὺς δύο ὀρφανοὺς γιούς του. Ἀλλὰ ἡ μητριὰ συμπεριφέρθηκε στὰ δύο δυστυχισμένα παιδιὰ μὲ κακότητα καὶ ψυχρότητα. Ἔτσι τὰ δύο ὀρφανὰ μεγάλωσαν μέσα στὴ φτώχεια καὶ τὴ στέρηση, ἔχοντας δίπλα τους μία ἀδιάφορη καὶ κακότροπη γυναίκα, ἡ ὁποία τὰ περιφρονοῦσε καὶ τὰ κακομεταχειριζόταν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀντὶ γιὰ ἀγάπη καὶ φροντίδα, εἰσέπρατταν μίσος καὶ περιφρόνηση. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὰ ἀνάγκασε νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν πατρικὴ οἰκία καὶ νὰ βροῦν καταφύγιο καὶ ἐργασία στὴν Τρίπολη ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν τὸ ἐμπορικὸ κέντρο τῆς τουρκοκρατούμενης Πελοποννήσου μὲ πολλὰ ἐργαστήρια καὶ ἐμπορικὰ καταστήματα.
.                     Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του ἦρθε πρῶτος στὴν Τρίπολη καὶ ἔγινε ὑπηρέτης σὲ κάποια τουρκικὴ οἰκογένεια, ἐνῶ ὁ Δημήτριος γνωρίστηκε μὲ κάποιους κτίστες ποὺ ταξίδευαν ἀπὸ τόπο σὲ τόπο καὶ ἔκτιζαν οἰκοδομές. Κάποια στιγμὴ ἦρθε στὴν Τρίπολη καὶ ἄρχισε νὰ συναναστρέφεται μὲ παιδιὰ τουρκικῶν οἰκογενειῶν. Ὅμως ἡ προστριβή του μὲ τὸ συνεργεῖο τῶν κτιστῶν, ὅπου ἐργαζόταν, τὸν ἀνάγκασε νὰ καταφύγει στὴν τουρκικὴ οἰκογένεια τοῦ Βελῆ Μπαρμπέρη, ἡ ὁποία εἶχε κουρεῖο. Ἐκεῖ ἔμαθε τὴν τέχνη τοῦ κουρέα, ἐνῶ ταυτόχρονα παρασυρόμενος ἀπὸ τὶς δελεαστικὲς ὑποσχέσεις, ἀλλὰ καὶ τὶς συνεχεῖς ἀπειλὲς τῶν Τούρκων, ἀρνήθηκε τὴ χριστιανική του πίστη καὶ ἀπάσθηκε τὸν μουσουλμανισμό. Ἔτσι ὑποβλήθηκε σὲ περιτομή, φόρεσε τουρκικὰ ἐνδύματα καὶ σαρίκι στὸ κεφάλι καὶ μετονομάσθηκε Μεχμέτ. Στὸ μεταξὺ ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε τουρκέψει ἀκόμη, πληροφορηθεὶς τὰ γενόμενα, ἔτρεξε νὰ τὸν συναντήσει. Μόλις τὸν συνάντησε, ζήλεψε τὴν ἀπατηλὴ εὐτυχία του καὶ ἀσπάσθηκε καὶ ἐκεῖνος τὸν μουσουλμανισμό. Κάποια στιγμὴ ὅμως ὁ πατέρας τους πληροφορήθηκε ὅτι καὶ τὰ δύο του παιδιὰ ἔγιναν ἐξωμότες. Τότε αἰσθανόμενος ψυχικὴ συντριβὴ γιὰ τὸ θλιβερὸ κατάντημα τῶν γιῶν του, πῆγε ἀμέσως στὴν Τρίπολη γιὰ νὰ συναντήσει καὶ νὰ συνετίσει τὰ δύο δυστυχισμένα παιδιά του. Κανεὶς δὲν γνωρίζει, ἐὰν συνάντησε τὸν μεγαλύτερο γιό του. Ὁ Δημήτριος ὅμως πληροφορηθεὶς ὅτι τὸν ἀναζητᾶ ὁ πατέρας του, κρύφτηκε ἀπὸ ντροπή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ φόβο μήπως καὶ ἐξοργισθεῖ μαζί του ὁ Τοῦρκος ἀφέντης του. Ἔτσι ὁ καταπικραμένος πατέρας του πῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς γιὰ τὴ Λιγούδιστα.
.             Ἡ ἀπεγνωσμένη, ἀλλὰ ἄκαρπη προσπάθεια τοῦ πατέρα τοῦ νεαροῦ Δημητρίου δὲν πῆγε ὅμως χαμένη, ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶχε τὸν σκοπό του καὶ δὲν θὰ ἦταν ποτὲ δυνατὸν νὰ ἀπολεσθεῖ ὁ σπόρος τῆς χριστιανικῆς πίστεως στὴν ψυχὴ τοῦ Δημητρίου. Ἔτσι κάποια στιγμὴ συναισθάνθηκε τὸ τρομερὸ ἁμάρτημα τῆς προδοσίας τῆς πίστεώς του στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀρνήσεώς του νὰ συναντήσει τὸν πατέρα του, ὁ ὁποῖος ὑποβλήθηκε σὲ μεγάλο κόπο καὶ ταλαιπωρία γιὰ νὰ ἔρθει ἀπὸ τὴ Λιγούδιστα νὰ τὸν ἀνταμώσει. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ νεαρὸς Δημήτριος καταλήφθηκε ἀπὸ σωτήριους λογισμοὺς μετανοίας καὶ αὐτοκριτικῆς, ἀφοῦ ἡ θεία χάρις τὸν ἐπισκέφθηκε καὶ συνειδητοποίησε ὅτι εἶχε ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, εἶχε προδώσει τὴν πατρίδα του καὶ εἶχε φορέσει τουρκικὰ ἐνδύματα. Ἔχοντας λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς λογισμούς, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Τρίπολη καὶ ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ στὴν πατρίδα του γιὰ νὰ συναντήσει τὸν πατέρα του. Ἀλλὰ ἀντὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴ Λιγούδιστα, ἀκολούθησε ἀντίθετη κατεύθυνση καὶ μετὰ ἀπὸ ἀρκετὲς ὧρες πεζοπορία ἔφτασε στὸ χωριὸ Στεμνίτσα τῆς Ἀρκαδίας, ὅπου φιλοξενήθηκε στὸ σπίτι μίας εὐλογημένης χριστιανῆς. Ἐκεῖ πληροφορήθηκε ὅτι εἶχε πάρει λανθασμένο δρόμο καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Τρίπολη καὶ νὰ βρεῖ κάποιον ποὺ θὰ τοῦ ἔδειχνε τὸν σωστὸ δρόμο γιὰ νὰ μεταβεῖ στὴν πατρίδα του. Ἀφοῦ ἐπέστρεψε στὴν Τρίπολη, ἐργάσθηκε ὡς κουρέας στὸν Τοῦρκο ἀφέντη του μέχρι νὰ βρεῖ τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ποὺ θὰ τὸν ὁδηγοῦσε στὴ Λιγούδιστα. Ὅμως στὴν Τρίπολη γνωρίσθηκε μὲ κάποιους χριστιανοὺς ποὺ θὰ ταξίδευαν στὴ Σμύρνη. Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ μὴν ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του, ἀλλὰ νὰ ἀναζητήσει καινούργιους κόσμους.
.               Ἔτσι ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴν οἰκία τοῦ Τούρκου Βελῆ καὶ ὅταν ἔφτασε στοὺς Μύλους τῆς Ἀργολίδος, ἐπιβιβάσθηκε σὲ πλοῖο μὲ προορισμὸ τὴ Σμύρνη. Μόλις ἔφτασε ἐκεῖ, πέταξε ἀμέσως τὰ τουρκικὰ ἐνδύματα, φόρεσε χριστιανικὸ χιτώνα καὶ ἄρχισε νὰ συναναστρέφεται μόνο μὲ χριστιανούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἔμαθε πολλὰ γιὰ τοὺς ἁγίους τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ τὰ μαρτύρια ποὺ ὑπέστησαν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Οἱ συναρπαστικὲς αὐτὲς διηγήσεις τὸν ἀναγέννησαν πνευματικὰ καὶ τὸν ἔκαναν νὰ συνειδητοποιήσει τὸ τρομερὸ ἁμάρτημα τῆς ἀρνησιθρησκείας. Στὴ συνέχεια ἀναχώρησε γιὰ τὴ Μαγνησία τῆς Μ. Ἀσίας, ὅπου φιλοξενήθηκε σὲ κάποιους γνωστούς του, ἐνῶ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἐξομολογηθεῖ τὰ ἁμαρτήματά του. Μάλιστα ἐξομολογήθηκε σ’ ἕναν πνευματικό, ἀλλὰ οἱ ἐπικρατοῦσες συνθῆκες στὴ Μαγνησία δὲν ἦταν εὐνοϊκὲς οὔτε γιὰ ἐκεῖνον οὔτε καὶ γιὰ τοὺς ὑπόλοιπους χριστιανούς. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ τὴν ἐπιδημία πανούκλας ποὺ ἐνέσκυψε στὴν πόλη, τὸν ἀνάγκασαν νὰ καταφύγει σὲ κοντινὸ χωριό, ὅπου ὅλοι οἱ κάτοικοι ἦταν χριστιανοί. Κατόπιν ἀναχώρησε γιὰ τὶς Κυδωνίες (σημερινὸ Ἀϊβαλὶ) καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπισκέφθηκε τὴν περίφημη Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου ποὺ βρισκόταν στὸ Μοσχονήσι γιὰ νὰ ἐξομολογηθεῖ στὸν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς τὸ θανάσιμο ἁμάρτημα τῆς ἀρνήσεως τῆς χριστιανικῆς του πίστεως. Ἡ εἰλικρινὴς ἐξομολόγησή του τὸν ἠρέμησε ψυχικὰ καὶ ἔτσι ἀνακουφίσθηκε ἀπὸ τὸ φοβερὸ ὀλίσθημά του. Παρόλα αὐτὰ πίστευε ὅτι μόνο μὲ τὸ αἷμα του θὰ μποροῦσε νὰ ξεπλύνει τὴ μεγάλη προδοσία του.
.               Στὸ μεταξὺ ὁ Δημήτριος ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης προσέλευσης πιστῶν στὴ Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου μὲ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα, ἀναγκάσθηκε νὰ ἀναζητήσει ἐργασία στὸ Μοσχονήσι, ὅπου γιὰ ἕνα χρόνο ἐργάσθηκε σὲ καφενεῖο. Ὅμως οὔτε καὶ ἐκεῖ βρῆκε τὴν ψυχική του ἀνάπαυση, γεγονὸς ποὺ τὸν ὁδήγησε καὶ πάλι στὴ Μονὴ γιὰ νὰ προσκυνήσει τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ζητώντας ἀπὸ τὸν Ἅγιο νὰ τὸν ἐνισχύσει καὶ τάζοντάς του ἕνα ἀσημένιο καντήλι. Κατόπιν ἐπέστρεψε στὶς Κυδωνίες, ὅπου ἐργάσθηκε ὡς κουρέας καὶ μάλιστα μέσα ἀπὸ τὴν ἐργασία του κέρδισε πολλὰ χρήματα. Τὸ ἀνέλπιστα μεγάλο χρηματικὸ ποσὸ ποὺ ἀπέκτησε ἀπὸ τὴν ἐργασία του, τὸ θεώρησε ὡς θαῦμα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, πρὸς τιμὴν τοῦ ὁποίου ἀγόρασε τὸ ἀργυρὸ καντήλι ποὺ εἶχε ὑποσχεθεῖ στὸν Ἅγιο. Παράλληλα τὴν περίοδο αὐτὴ συνδέθηκε μὲ φιλία μ’ ἕναν συμπατριώτη τοῦ ἔμπορο ποὺ ἦταν χριστιανός, ὁ ὁποῖος τοῦ διάβαζε τὸν βίο τῶν νεομαρτύρων τῆς πίστεώς μας. Μέσα μάλιστα ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῶν συναξαρίων ἀναζωπυρώθηκε ἡ φλόγα τῆς ἀγάπης του στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἀλλὰ καὶ τῆς διακαοῦς ἐπιθυμίας του νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸ ὄνομά Του. Γι’ αὐτὸ καὶ σταμάτησε νὰ ἐξασκεῖ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ κουρέα καὶ ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε καὶ πάλι τὴ Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, παρακάλεσε τὸν Ἡγούμενο νὰ τὸν συμβουλεύσει τί νὰ πράξει γιὰ νὰ ξεπλύνει τὸ ἁμάρτημά του. Τότε ἐκεῖνος τὸν ἔστειλε στὴ Χίο γιὰ νὰ τὸν καθοδηγήσει πνευματικὰ ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου (1731 – 1805), ὁ ὁποῖος ἐφησύχαζε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὸ Μονύδριο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου στοὺς βορειανατολικοὺς πρόποδες τοῦ ορους Αἶπος πάνω ἀπὸ τὴν κωμόπολη τοῦ Βροντάδου.
.                 Ὅταν ὁ Δημήτριος ἔφτασε στὴ μυροβόλο καὶ ἁγιοτόκο νῆσο Χίο ὁ Ἅγιος Μακάριος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἔμπειρος πνευματικὸς καὶ γνωστὸς ἀλείπτης νεομαρτύρων, τὸν ὑποδέχθηκε μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ ἀφοῦ τὸν παρηγόρησε, τὸν ἐπαίνεσε γιὰ τὴν ἀγάπη του στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὴν προθυμία του νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸ ὄνομά Του. Τὸν συμβούλεψε ὅμως νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἰδέα τοῦ μαρτυρίου, διότι ἐξ αἰτίας τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του μπορεῖ νὰ μὴν ἄντεχε τὰ βασανιστήρια καὶ ἔτσι νὰ ὑπέπιπτε γιὰ δεύτερη φορὰ στὸ ἁμάρτημα τῆς ἀρνησιθρησκείας. Τοῦ τόνισε μάλιστα ὅτι ἡ εἰλικρινὴς μετάνοιά του εἶναι ἀρκετὴ γιὰ νὰ συγχωρεθοῦν τὰ ἁμαρτήματά του καὶ τοῦ παρουσίασε ὡς παράδειγμα τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος ἀρνήθηκε τὸν Χριστό, ἀλλὰ σώθηκε χάρη στὴ μετάνοιά του, ὅπως σώθηκαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ποὺ ἁμάρτησαν ποικιλοτρόπως ἢ ἀρνήθηκαν τὸν Χριστό. Ὁ γενναιότατος ὅμως Δημήτριος τοῦ ἀπάντησε ὅτι ἐλπίζει στὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν μαρτύρων καὶ τὸ κραταίωμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα ἡ χάρη Του θὰ τὸν ἐνδυναμώσει γιὰ νὰ ὑποφέρει τὰ βασανιστήρια καὶ τὰ σωματικὰ τραύματα. Τοῦ τόνισε ἐπίσης ὅτι μόνο μὲ τὸ αἷμα του θὰ ξεπλύνει τὸν ρύπο τῆς ψυχῆς του καὶ μόνο μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ βρεῖ τὴν ποθούμενη ψυχικὴ ἠρεμία καὶ ἀνάπαυση.
.             Στὶς πατρικὲς νουθεσίες καὶ προτροπὲς τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ ὁ εὐλογημένος Δημήτριος δὲν ἐναντιώθηκε καθόλου, ἀλλὰ σιώπησε, ἀκούγοντας μὲ προσοχὴ καὶ σεβασμὸ τὶς συμβουλές του. Μάλιστα σύμφωνα μὲ τὸν βιογράφο του, Ὅσιο Νικηφόρο τὸν Χίο, ἐνισχύθηκε τόσο πολὺ μέσα στὴν ψυχή του ἡ φλόγα τῆς ἀγάπης του στὸν Θεό, ὥστε ἄρχισε νὰ ἐπιδίδεται σὲ σκληροὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες μὲ αὐστηρὲς νηστεῖες, ἀδιάλειπτες προσευχές, ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες, ἀμέτρητες γονυκλισίες καὶ συνεχεῖς παρακλήσεις στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Μέσα ἀπὸ τὸν ἀκατάπαυστο πνευματικό του ἀγώνα ἔκλαιγε συντετριμμένος, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Πέτρος καὶ ἀναστέναζε ἐκ βάθους καρδίας, ὅπως ὁ Τελώνης. Ὅλα ὅμως ὅσα ἔκανε, τοῦ φαίνονταν λίγα γιὰ νὰ ἐξιλεώσει τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ χτυποῦσε μὲ τὰ χέρια του τόσο πολὺ τὸ στῆθος, τὸ πρόσωπο καὶ τὸ κεφάλι του, ὥστε ἔτρεχε αἷμα ἀπὸ τὴ μύτη του. Παράλληλα εἶχε ὑποβάλει τὸν ἑαυτό του καὶ σὲ μία ἄλλη ἄσκηση. Χρησιμοποιοῦσε ἕνα σπήλαιο ποὺ βρισκόταν στοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους Αἶπος παράμερα ἀπὸ τὸ Μονύδριο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου ὡς τόπο προσευχῆς καὶ αὐτοσυγκέντρωσης. Μάλιστα στὸ σπήλαιο αὐτό, ὅπου ἐπικρατοῦσε πολὺ χαμηλὴ θερμοκρασία ἐξ αἰτίας τοῦ χειμώνα, ὑπῆρχε μεγάλη ὑγρασία, ἀφοῦ τὸ διαπερνοῦσε νερό.
.             Στὸ μεταξὺ ὁ Ἅγιος Μακάριος εἶχε γίνει μεγαλόσχημος μοναχὸς καὶ μὲ βάση τοὺς κανόνες τοῦ μοναχισμοῦ δὲν ἐπιτρεπόταν πλέον νὰ ἱερουργεῖ, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ ἐξομολογεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ καθ’ ὑπόδειξή του κατέφυγε ὁ Δημήτριος στὸν Ὅσιο Νικηφόρο τὸν Χίο, γιὰ νὰ καθοδηγηθεῖ πνευματικά. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ πνευματικὸς τὸν συμβούλεψε νὰ ἐξαλείψει τὸ ἁμάρτημά του μὲ τὴ συνεχῆ μετάνοια καὶ ὄχι μὲ τὸ μαρτύριο. Κανεὶς ὅμως δὲν μποροῦσε πλέον νὰ τὸν ἐμποδίσει ἀπὸ τὴν ἀπόφασή του νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ζήτησε τὴν ἄδεια καὶ τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ του νὰ ἐπιστρέψει στὴν Τρίπολη γιὰ νὰ ὁμολογήσει τὸν Κύριο ἐνώπιον τῶν Τούρκων καὶ νὰ συναντήσει τὸν ἀδελφό του, ὥστε νὰ τὸν παρακινήσει νὰ ὁμολογήσει καὶ ἐκεῖνος τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Βλέποντας ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ὁ Χίος τὴ σταθερὴ καὶ ἀμετάβλητη ἀπόφαση τοῦ Δημητρίου, τὸν συμβούλεψε μὲ τὶς ἀπαραίτητες πνευματικὲς νουθεσίες καὶ ἀφοῦ τοῦ ἔδωσε μία συστατικὴ ἐπιστολή, τὸν ἔστειλε στὴν Πελοπόννησο γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Ἱεροκήρυκα Ἀγάπιο τὸν ἐκ Δημητσάνης καταγόμενο καὶ ἐν Ἄργει διατρίβοντα.
.               Φτάνοντας ὅμως ὁ Δημήτριος στὸ Ἄργος δὲν κατόρθωσε νὰ βρεῖ καὶ νὰ συναντήσει τὸν Ἀγάπιο καὶ νὰ τοῦ ἐπιδώσει τὴν ἐπιστολή, ἀλλὰ ἔμεινε στὸ σπίτι κάποιου εὐσεβοῦς χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος γιὰ νὰ τοῦ ἐξάψει τὸν πόθο τοῦ μαρτυρίου, τοῦ διάβαζε νυχθημερὸν τὸ Νέο Μαρτυρολόγιο ποὺ περιέχει τὰ συναξάρια τῶν νεομαρτύρων τῆς πίστεώς μας. Στὸ Ἄργος ὁ Δημήτριος ἔμεινε ὁλόκληρη τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, καθὼς καὶ τὴν ἑβδομάδα τῆς Διακαινησίμου, ἀλλὰ ἐξ αἰτίας τῆς μὴ ἐμφανίσεως τοῦ ἱεροκήρυκος Ἀγαπίου ἀναγκάσθηκε νὰ φύγει ἀπὸ ἐκεῖ καὶ νὰ μεταβεῖ στὴν Τρίπολη γιὰ νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ μαρτυρήσει. Στὴν πορεία του πέρασε ἀπὸ τὸ ὄρος Ἀρτεμίσιο ποὺ χωρίζει τὴν Ἀρκαδία ἀπὸ τὴν Ἀργολίδα καὶ ἐπισκέφθηκε τὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Παναγίας Γοργοεπηκόου, ἡ ὁποία ἱδρύθηκε τὸν 11ο αἰώνα καὶ βρίσκεται στὸν ἐπιβλητικὸ βράχο τοῦ Γουλᾶ πάνω ἀπὸ τὸ χωριὸ Τσηπιανὰ ποὺ εἶναι ἡ σημερινὴ Νεστάνη. Τὸ εὐλογημένο αὐτὸ μοναστήρι τῆς ἱστορικῆς ἀρκαδικῆς γῆς ἀποτέλεσε ἕνα πνευματικὸ καταφύγιο γιὰ τὸν πυρπολούμενο ἀπὸ θεῖο ἔρωτα νεαρὸ Δημήτριο, ἀφοῦ παρέμεινε ἐκεῖ προσευχόμενος ὅλη τὴ νύχτα καὶ ἐπικαλούμενος τὶς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Τὴν ἄλλη ἡμέρα ξεκίνησε τὴν πορεία του γιὰ τὴν Τρίπολη. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὴ πεζοπορία ἔφθασε στὸ χωριὸ Μερκοβούνι καὶ κάθισε κάτω ἀπὸ ἕνα δένδρο γιὰ νὰ ξεκουρασθεῖ. Εἰς ἀνάμνησιν τοῦ περάσματος τοῦ νεομάρτυρος Δημητρίου ἀπὸ τὸ ἀρκαδικὸ αὐτὸ χωριὸ οἱ εὐσεβεῖς κάτοικοί του ἀνήγειραν στὸ σημεῖο, ὅπου κάθισε ὁ γενναῖος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ, περικαλλῆ ἐνοριακὸ ναὸ ἐπ’ ὀνόματί του καὶ καθιερώθηκε νὰ ἑορτάζεται κατ’ ἔτος τὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων ἡ πανίερη μνήμη του μὲ λαμπρὰ πανήγυρη. Μετὰ τὴ σύντομη στάση τοῦ Δημητρίου στὸ Μερκοβούνι κατευθύνθηκε στὴν Τρίπολη καὶ ἔφτασε ἐκεῖ τὴ Δευτέρα τῆς ἑβδομάδος τοῦ Θωμᾶ. Ἀμέσως πῆγε στὸ σπίτι κάποιου χριστιανοῦ, ποὺ ἦταν γνωστὸς τοῦ πρώην Τούρκου ἀφέντη του, ἐνῶ σὲ ὅλους ἀπευθυνόταν μὲ τὸν γνωστὸ ἀναστάσιμο χαιρετισμὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Τὸ ἴδιο βράδυ συνάντησε μερικοὺς εὐλαβεῖς κληρικοὺς καὶ ἐνάρετους χριστιανοὺς καὶ τοὺς ἀνακοίνωσε τὴ σταθερὴ πρόθεση καὶ ἀμετάκλητη ἀπόφασή του νὰ ὁμολογήσει τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μαρτυρήσει γιὰ Ἐκεῖνον. Ὅλοι ὅμως προσπάθησαν νὰ τὸν ἀποτρέψουν, προβάλλοντας τὸν κίνδυνο ὅτι δὲν θὰ ἀντέξει τὰ σκληρὰ βασανιστήρια, ἐνῶ ἐξέφρασαν καὶ τὸν φόβο ὅτι οἱ Τοῦρκοι θὰ ἐξαπολύσουν διωγμὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν. Ἀλλὰ ὁ θαρραλέος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ τοὺς ἀπάντησε μὲ παρρησία: «Θαρσεῖτε, ἀδελφοί μου, διότι ὅλες μου τὶς ἐλπίδες τὶς ἔχω στὸν Θεό. Ἐκεῖνος καθὼς ἐνδυνάμωσε ὅλους τοὺς Ἁγίους Μάρτυρες, θὰ ἐνδυναμώσει καὶ ἐμὲ τὸν ἄθλιο νὰ ἐξαλείψω τὴν ἁμαρτία μου μὲ τὸ αἷμα μου».
.               Μεταξὺ τῶν εὐλαβῶν ἱερέων ἦταν καὶ ὁ π. Ἀντώνιος, ὁ ὁποῖος προσπάθησε μὲ κάθε τρόπο νὰ ἐμποδίσει τὸν Δημήτριο στὴν ἀπόφασή του νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό. Βλέποντας ὅμως τὴν ἀδιαλλαξία τοῦ νεαροῦ ἀθλητοῦ τῆς πίστεως, τοῦ πρότεινε νὰ προσευχηθοῦν θερμὰ στὸν Θεὸ καὶ ὅ,τι τοὺς ἀποκαλύψει, αὐτὸ καὶ νὰ πράξουν τὴν ἑπόμενη ἡμέρα. Τότε ὁ Δημήτριος διανυκτέρευσε στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου ποὺ βρίσκεται πλησίον τῶν στρατώνων τῆς Τριπόλεως. Μάλιστα παρέμεινε ἄγρυπνος καὶ προσευχόμενος ὅλη τὴ νύχτα, ἐνῶ ὁ ἱερεὺς Ἀντώνιος πῆγε στὴ Μητρόπολη, ὅπου κάποια στιγμὴ μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ ἀποκοιμήθηκε. Στὸν ὕπνο του εἶδε τότε ἕνα μεγάλο στράτευμα μὲ πολλοὺς στρατιῶτες. Στὴ μέση ὑπῆρχε ἕνα χρυσοστολισμένο ἅρμα ποὺ ἔσερναν δύο ἄσπρα ἄλογα καὶ ὁ ἁμαξηλάτης ἦταν ἕνας ὡραιότατος ξανθὸς ἄνθρωπος μὲ λίγα γένια καὶ μὲ ἐνδύματα ἄσπρα καὶ πράσινα, ἐνῶ στὴ μέση του ἔφερε ἕνα μεγάλο σπαθί. Πίσω ἀπὸ τὴν ἅμαξα ἀκολουθοῦσε ὁ Δημήτριος ἔχοντας στὸ κεφάλι του λευκὸ σεντόνι καὶ πλησιάζοντας τὸν π. Ἀντώνιο, τοῦ εἶπε δύο φορὲς νὰ σηκωθεῖ. Ὁ ἱερέας ὅμως συνέχισε νὰ κοιμᾶται καὶ τότε ὁ Δημήτριος τοῦ ἔπιασε τὸ χέρι καὶ τοῦ φώναξε δυνατὰ νὰ σηκωθεῖ, διότι τώρα εἶναι καιρός. Μόλις ὁ π. Ἀντώνιος ξύπνησε ἀπὸ τὸ ὄνειρο, ἔτρεξε νὰ συναντήσει τὸν Δημήτριο, ὁ ὁποῖος ἔτρεξε καὶ αὐτὸς γιὰ νὰ συναντήσει τὸν ἱερέα. Στὴν ἐρώτηση τοῦ π. Ἀντωνίου ἐὰν εἶδε κάποιο σημεῖο ἀπὸ τὸν Θεό, ἐκεῖνος ἀπάντησε ἀρνητικά. Ἀλλὰ στὴν ἐπιμονὴ τοῦ ἱερέα ὁ Δημήτριος τοῦ ἀποκάλυψε τὴ θεόσταλτη ὀπτασία ποὺ εἶχε δεῖ. Ἔτσι κατὰ τὴν τέταρτη ὥρα τῆς νύχτας καὶ ἀφοῦ εἶχε προσευχηθεῖ, εἶδε μία θαυμαστὴ λάμψη καὶ ἕνα οὐράνιο φῶς, τὸ ὁποῖο τὸν περικύκλωσε. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ φῶς εἶδε ἕναν ἄνδρα μὲ λευκὰ ἐνδύματα, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε νὰ μὴν φοβᾶται καὶ νὰ συνεχίσει τὸν ἀγώνα του μὲ θάρρος, ἀφοῦ θὰ βρίσκεται δίπλα του. Παρόλο βέβαια ποὺ ὁ Δημήτριος φοβήθηκε ἀπὸ τὴ θαυμαστὴ αὐτὴ ἀποκάλυψη, ἔνιωσε ἐνισχυμένος καὶ χαρούμενος καὶ γι’ αὐτὸ ἔπεσε στὴ γῆ καὶ προσευχόταν. Μάλιστα τὴ σκηνὴ μὲ τὸν λευκοφορεμένο ἄνδρα τὴν εἶδε τρεῖς φορές, ἀλλὰ κατόπιν ἐξαφανίσθηκε ἀπὸ μπροστά του ὁ θαυμαστὸς αὐτὸς ἄνθρωπος καὶ τὸ οὐράνιο φῶς. Μετὰ τὴν ἐξιστόρηση τῶν ὑπερφυῶν αὐτῶν γεγονότων ὁ Δημήτριος ἐξομολογήθηκε στὸν π. Ἀντώνιο καὶ ἀφοῦ κοινώνησε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἔφυγε ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὅπου πέρασε τὴν τελευταία νύχτα τοῦ ἐπιγείου βίου του.
.               Τὸ πρωὶ κατευθύνθηκε στὸ κέντρο τῆς Τριπόλεως γιὰ νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν οἱ Τοῦρκοι. Παρόλο ὅμως ποὺ περιῆλθε τὴν πόλη τρεῖς φορές, κανεὶς δὲν τὸν ἀναγνώρισε καὶ ἔτσι ἐπέστρεψε στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου κατ’ ἐντολὴν τοῦ π. Ἀντωνίου, ὁ ὁποῖος τὸν παρηγόρησε, ἐπειδὴ εἶχε περιέλθει σὲ βαθιὰ λύπη, ἐπειδὴ δὲν τὸν ἀναγνώρισαν. Τότε ὁ σεβάσμιος καὶ εὐλαβὴς ἱερέας τὸν παρότρυνε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἰδέα τοῦ μαρτυρίου, διότι ἦταν ἤδη μάρτυς κατὰ προαίρεση καὶ ἑπομένως εἶχε ἐκπληρώσει τὸ χρέος του. Μάλιστα τοῦ πρότεινε νὰ πάει νὰ ζήσει σὲ χριστιανικὸ τόπο, ἐφαρμόζοντας πιστὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἄλλωστε θὰ Τὸν εὐαρεστοῦσε. Ἀλλὰ ὁ πυρπολούμενος ἀπὸ ἀγάπη στὸν Κύριο καὶ ἀπὸ πόθο γιὰ τὸ μαρτύριο Δημήτριος τοῦ ἀπάντησε ὅτι πρέπει νὰ θυσιασθεῖ γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ νὰ ὁμολογήσει τὸ ὄνομά Του ἐνώπιον τῶν ἀπίστων. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑποστεῖ ὅλα τὰ βασανιστήρια γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Τότε ὁ π. Ἀντώνιος κατάλαβε ὅτι ὁ Κύριος παρίσταται ἀοράτως καὶ δέχεται πρόθυμα τὴν ἀπόφασή του.
.                   Εὐθὺς ἀμέσως ὁ γενναῖος ὁπλίτης τοῦ Χριστοῦ πῆγε στὸ κουρεῖο τοῦ πρώην Τούρκου ἀφέντη του καὶ χαιρέτησε τοὺς παριστάμενους μὲ τὸν ἀναστάσιμο χαιρετισμὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Στὸ ἐρώτημα κάποιων ποιὸς εἶναι, ἀπάντησε ὅτι εἶναι ὁ Δημήτριος, αὐτὸς δηλαδὴ ποὺ μέσα σ’ αὐτὸ τὸ κατάστημα ἀρνήθηκε τὸν Θεό του, τὸν Ὁποῖο ἦρθε τώρα νὰ ὁμολογήσει ἐκεῖ ποὺ Τὸν ἀρνήθηκε. Μόλις οἱ παριστάμενοι χριστιανοὶ ἄκουσαν αὐτά, ἔφυγαν τρομοκρατημένοι, ἐνῶ ἕνας νεαρὸς Τοῦρκος ποὺ ἦταν γνωστὸς τοῦ Δημητρίου καὶ εἶχε μάθει τὴν τέχνη τοῦ κουρέα, τοῦ εἶπε νὰ σταματήσει νὰ λέει τέτοιες κουβέντες καὶ νὰ λυπηθεῖ τὴ ζωή του, διότι ἐὰν τὰ μάθουν αὐτὰ οἱ Τοῦρκοι, θὰ τὸν θανατώσουν. Τότε ὁ Δημήτριος τοῦ ἀπάντησε μὲ παρρησία ὅτι ὁ σκοπὸς ποὺ βρίσκεται ἐκεῖ, εἶναι νὰ ξεπλύνει μὲ τὸ αἷμα του τὸ ἁμάρτημά του. Στὸ ἄκουσμα αὐτῶν τῶν λόγων ὁ νεαρὸς Τοῦρκος τοῦ εἶπε νὰ ἔρθει στὴν αὐλὴ γιὰ νὰ τοῦ κόψει μὲ ξυράφι τὸν λαιμό του. Ἀμέσως μὲ μεγάλη χαρὰ ὁ Δημήτριος ἔσκυψε τὸ κεφάλι του καὶ τὸν παρότρυνε νὰ πράξει αὐτὸ ποὺ εἶχε ἀποφασίσει. Ὁ Τοῦρκος ὅμως φοβήθηκε καὶ ἔφυγε, λέγοντάς του: «Νὰ τὸ εὕρης αὐτὸ ἀπὸ κάποιον ἄλλο». Κατόπιν ὁ θαρραλέος Δημήτριος κάθισε ἔξω ἀπὸ τὸ κουρεῖο τοῦ Βελὴ Μπαρμπέρη ποὺ ἦταν τὸ πρώην ἀφεντικό του. Μόλις τὸν εἶδε ὁ Βελής, προσπάθησε μὲ ἀπατηλὲς ὑποσχέσεις ἀγαθῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ φοβερὲς ἀπειλὲς νὰ τὸν μεταπείσει. Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ δήλωσε μὲ παρρησία τὴ χριστιανική του ἰδιότητα. Μάλιστα ὁ Βελὴς τοῦ ὑποσχέθηκε νὰ τοῦ δώσει ἀσημένια νομίσματα γιὰ νὰ φύγει ἀπὸ τὴν Τρίπολη καὶ ἔτσι νὰ ζήσει ἐλεύθερος, ὅπου ἐπιθυμεῖ. Ἡ σθεναρὴ ὅμως ὁμολογία τοῦ νεαροῦ ἀθλητοῦ τῆς πίστεως ὅτι πιστεύει στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ὅτι ἐπιθυμεῖ διακαῶς νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸ ὄνομά Του, ἐξόργισε τὸν Βελή, ἀλλὰ καὶ ἄλλους Τούρκους ποὺ πληροφορήθηκαν ὅτι κάποιος χριστιανὸς ποὺ εἶχε τουρκέψει, ἀρνήθηκε τὴν πίστη του στὸν Μωάμεθ καὶ ἐπέστρεψε στὴν παλαιά του θρησκεία. Μάλιστα ἕνας αἱμοβόρος Τοῦρκος τὸν ἅρπαξε, ὅπως ὁ λύκος τὸ ἀρνί, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὸν Τοῦρκο ἡγεμόνα τῆς Τριπόλεως. Καθ’ ὁδὸν τὸν ἔβαλε μέσα σὲ κάποιο κατάστημα γιὰ νὰ ψάξει στὰ ροῦχα του γιὰ τυχὸν ὑπάρχοντα χρήματα. Ὁ ἰδιοκτήτης ὅμως τοῦ καταστήματος ἦταν χριστιανὸς καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τὸν ἀπολύσει, δίνοντας στὸν Τοῦρκο τὰ χρήματα. Ἀλλὰ ὁ Δημήτριος ἀπέρριψε μία τέτοια πρόταση καὶ κατόπιν ὁδηγήθηκε στὸν ἐπίτροπο τοῦ Τούρκου ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος προσπάθησε μὲ κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις, ἀλλὰ καὶ μὲ συνεχεῖς ἀπειλὲς νὰ τὸν ἐπαναφέρει στὴ μουσουλμανικὴ θρησκεία. Ὁ Δημήτριος ὅμως ἔμεινε σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος στὴν πίστη του, γεγονὸς ποὺ τὸν ὁδήγησε στὸν δικαστή. Στὸν δρόμο μάλιστα τοῦ κρατοῦσαν τόσο σφιχτὰ τὸ δεξί του χέρι, ὥστε δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τὸν σταυρό του, ἀλλὰ ἀπαίτησε νὰ μὴν τὸν ἀγγίξει κανείς, ἀφοῦ ἑκούσια ὁδηγεῖτο στὸ μαρτύριο. Στὸν δικαστὴ ὁ γενναῖος Δημήτριος δήλωσε σὲ ἑλληνικὴ γλώσσα ὅτι ἦταν καὶ εἶναι χριστιανὸς καὶ προσκυνᾶ τὸν Χριστὸ ὡς ἀληθινὸ Θεό. Ὁ δικαστὴς ὅμως δὲν γνώριζε ἑλληνικὰ καὶ ζήτησε ἀπὸ κάποιον Τοῦρκο νὰ τοῦ ἐπαναλάβει αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ Δημήτριος. Ὁ διερμηνέας Ἀγαρηνὸς ἀποκρίθηκε τότε ψευδῶς, δηλαδὴ ὅτι ὁ Δημήτριος εἶπε ὅτι ἦταν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι Τοῦρκος. Ἀμέσως ὁ γενναῖος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ διαμαρτυρήθηκε λέγοντας στὰ τουρκικὰ ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ θέλει νὰ πεθάνει μὲ τὴ χριστιανική του ἰδιότητα. Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ δικαστὴς δὲν θέλησε νὰ ἐκδώσει θανατικὴ ἀπόφαση, ἀλλὰ τὸν ἔστειλε στὸν Τοῦρκο ἡγεμόνα Μουσταφά, ὁ ὁποῖος τοῦ ὑποσχέθηκε πάμπολλα ἀγαθά, ὅπως χρυσοχάλκινα ἄλογα, ἀκριβὰ ἐνδύματα καὶ ἄφθονο χρυσάφι καὶ ἀσήμι. Ὁ Δημήτριος ὅμως ἔμεινε σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος στὴν πίστη του καὶ δήλωσε καὶ πάλι μὲ παρρησία τὴν ὁμολογία του στὸν Κύριο. Στὸ ἄκουσμα αὐτῆς τῆς θαρραλέας ὁμολογίας πίστεως ὁ ἡγεμόνας ἀποφάσισε τὴ δι’ ἀποκεφαλισμοῦ θανάτωσή του.
.             Ἔτσι ἔμπλεως χαρᾶς ὁ νεαρὸς ἀθλητὴς τῆς πίστεως καὶ πρώην ἐξωμότης Δημήτριος ὁδηγήθηκε στὸν τόπο τῆς καταδίκης του. Καθ’ ὁδὸν ζητοῦσε συγχώρηση ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ποὺ συναντοῦσε, ἐνῶ ὅταν ἔφτασε στὸ μέσο τῆς ἀγορᾶς ἔστρεψε τὸ κεφάλι του στὸν οὐρανὸ καὶ μὲ δυνατὴ φωνὴ δόξασε τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος τὸν ἀξίωσε νὰ φθάσει σ’ αὐτὴ τὴν εὐλογημένη στιγμὴ καὶ νὰ δώσει τὸ αἷμα του γιὰ τὸ ὄνομά Του. Ἡ θανατικὴ ἐκτέλεση τοῦ γενναίου μάρτυρος Δημητρίου ἔλαβε χώρα στὴν ψαραγορά, ἀφοῦ πρῶτα ὁ δήμιος μὲ τὸν μάρτυρα πέρασαν ἀπὸ τὸ κουρεῖο τοῦ πρώην Τούρκου ἀφεντικοῦ του. Κατόπιν ὁ δήμιος μὲ τρία χτυπήματα ἀποκεφάλισε τὸν νεαρὸ ὁπλίτη τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Κύριο, τὸν Ὁποῖο μὲ τόση ἀγάπη καὶ πίστη ὁμολόγησε. Ἡ δι’ ἀποκεφαλισμοῦ μαρτυρικὴ τελείωση τοῦ νεομάρτυρος Ἁγίου Δημητρίου τοῦ ἐκ Λιγουδίστης τῆς Τριφυλίας ἔλαβε χώρα στὶς 14 Ἀπριλίου 1803, ἡμέρα Τρίτη της ἑβδομάδος τοῦ Θωμᾶ καὶ ὥρα ἑβδόμη ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὶς 1 τὸ μεσημέρι.

.               Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ νεομάρτυρος ἔμεινε ἄταφο στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες καὶ πολυάριθμοι χριστιανοί, μόλις πληροφορήθηκαν τὴ θανάτωση τοῦ Δημητρίου, ἔτρεξαν γιὰ νὰ λάβουν κάποια εὐλογία ἀπὸ τὸν ἔνδοξο μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, εἴτε αἷμα, εἴτε τεμάχιο ἀπὸ τὰ ροῦχα του εἴτε τρίχες ἀπὸ τὸ κεφάλι του ἢ μέρος τοῦ σώματός του. Ἄλλωστε οἱ χριστιανοὶ τόσο πρὶν ὅσο καὶ μετὰ ἀπὸ τὸ μαρτύριό του ὠφελήθηκαν πνευματικὰ καὶ ἐνισχύθηκαν ψυχικά, βιώνοντας πολλὰ θαύματα, δεδομένου ὅτι καὶ τὸ κομμένο του κεφάλι φαινόταν σὰν νὰ ἦταν ζωντανό. Ὁ εὐλαβὴς ἱερέας Ἀντώνιος πῆρε κρυφὰ τὴν τιμία κεφαλή του καὶ τὴν ἐνταφίασε ἐντός τοῦ Ἱεροῦ Βήματος τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου στὴν Τρίπολη καὶ μάλιστα κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα. Σήμερα ἡ τιμία καὶ πανσεβάσμια κάρα τοῦ νεομάρτυρος Δημητρίου φυλάσσεται ὡς χαριτόβρυτος καὶ μυρίπνοος θησαυρὸς στὸν ἱστορικὸ Ἱερὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος θεμελιώθηκε τὸ 1855 καὶ ἐγκαινιάσθηκε τὸ 1884. Τὸ ἀκέφαλο σῶμα τοῦ Ἁγίου κινδύνευε ὅμως νὰ ριχθεῖ στὴν πυρὰ ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀλλὰ ὁ π. Ἀντώνιος συγκέντρωσε χρήματα ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, τὰ ὁποῖα καὶ ἔδωσε στοὺς ἄπιστους. Ἔτσι τὸ τίμιο λείψανό του πετάχθηκε ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς πόλεως σὲ τοποθεσία, ὅπου κρεμοῦσαν οἱ Τοῦρκοι τοὺς Ἕλληνες καταδίκους. Κατόπιν καὶ σύμφωνα μὲ τὸν διάκονο Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀνδρούσης (1770-1844), οἱ εὐλαβεῖς ὑπηρέτες τοῦ πολιτικοῦ Σωτηρίου Κουγιᾶ, ἀδελφοῦ τοῦ Ἐπισκόπου Τριπόλεως καὶ Ἀμυκλῶν Νικηφόρου, παρέλαβαν τὸ ἀκέφαλο σῶμα τοῦ νεομάρτυρος Δημητρίου καὶ τὸ ἐνταφίασαν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Βαρσῶν Μαντινείας, ἡ ὁποία χρονολογεῖται ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰώνα καὶ βρίσκεται σὲ ἀπόσταση δώδεκα χιλιομέτρων ἀπὸ τὴν Τρίπολη. Τὸ 1908 τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου ἦρθαν «ὁσιακαῖς χερσὶν» στὴν ἐπιφάνεια ἀπὸ τὸν τόπο ποὺ βρίσκονταν καὶ τοποθετήθηκαν σὲ ξύλινη λειψανοθήκη, ἡ ὁποία τὸ 1920 ἔγινε ἀργυρὴ μὲ δωρεὰ τῆς εὐσεβοῦς οἰκογένειας Μακρῆ. Ἔκτοτε φυλάσσονται στὴ νέα λειψανοθήκη ὡς πολύτιμος πνευματικὸς θησαυρὸς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βαρσῶν

, μαζὶ καὶ μὲ τμῆμα τοῦ ἐν Τριπόλει μαρτυρήσαντος στὶς 22 Μαΐου 1818 Ἁγίου ὁσιομάρτυρος Παύλου. Ἡ ἱερὰ αὐτὴ λειψανοθήκη μεταφέρεται κατ’ ἔτος στὴν Τρίπολη κατὰ τὸν κοινὸ πανηγυρικὸ ἑορτασμὸ τῆς μνήμης τῶν Ἁγίων νεομαρτύρων Δημητρίου καὶ Παύλου στὶς 22 Μαΐου, οἱ ὁποῖοι μὲ σχετικὸ βασιλικὸ διάταγμα τῆς 4ης Ἰουνίου 1909 τιμῶνται ὡς πολιοῦχοι καὶ προστάτες ἅγιοι τῆς Τριπόλεως. Οἱ ἱερὲς ἀκολουθίες πρὸς τιμὴν τῶν δύο ἐφόρων καὶ πολιούχων ἁγίων της ἱστορικῆς ἀρκαδικῆς πρωτεύουσας τελοῦνται στὸν ἱερὸ ἐνοριακὸ ναὸ τοῦ Προφήτου Ἡλιοῦ καὶ Νεομαρτύρων τῆς Τριπόλεως, ἐνῶ ἡ μνήμη τοῦ νεομάρτυρος Ἁγίου Δημητρίου στὶς 14 Ἀπριλίου τιμᾶται καὶ στὸν ὁμώνυμο ἱερὸ ναὸ τῆς Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος ἀνεγέρθηκε στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου του κατὰ τὸ ἔτος 1904 μὲ δαπάνη τοῦ εὐσεβοῦς Ἀλεξάνδρου Παπαλεξανδρῆ καὶ τῆς συζύγου του, Δήμητρας. Ὁ Ἅγιος νεομάρτυς Δημήτριος ἑορτάζεται ἐπίσης πανηγυρικὰ ὡς πολιοῦχος καὶ προστάτης ἅγιος στὴ Χώρα Τριφυλίας (Λιγούδιστα), ὅπου ἔχει ἀνεγερθεῖ παρεκκλήσιο πρὸς τιμήν του, στὸ χωριὸ Φλόκα Τριφυλίας, ὅπου σύμφωνα μὲ τὴν προφορικὴ παράδοση καταγόταν ὁ πατέρας του καὶ ὁ ἐνοριακὸς ναὸς τοῦ χωριοῦ εἶναι ἀφιερωμένος στὸ ὄνομά του, καθὼς καὶ στὸ χωριὸ Μερκοβούνι Ἀρκαδίας, ὅπου ἐπίσης ὁ ἐνοριακὸς ναὸς τοῦ χωριοῦ ἔχει ἀνεγερθεῖ πρὸς τιμήν του, ἐνῶ ὁ Ἅγιος τιμᾶται καὶ στὸν ἱερὸ ἐνοριακὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ἀρκάδων τῆς πόλεως Καλαμάτας. Ἑορτασμὸς τῆς μνήμης του μαζὶ καὶ μὲ τὸν Ἅγιο ὁσιομάρτυρα Παῦλο τελεῖται ἐπίσης στὴν Πάτρα, στὸν ἱερὸ ἐνοριακὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, ὅπου ἀπὸ τὸ 1861 φυλάσσεται εἰκόνα τῶν δύο πολιούχων ἁγίων της Τριπόλεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀφιέρωμα τῶν ἐν Πάτραις διαβιούντων Ἀρκάδων, καθὼς καὶ στὸν ἱερὸ ἐνοριακὸ ναὸ Κοιμήσεως Θεοτόκου Κυπριάδου Ἀθηνῶν.
.             Πολυάριθμα εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἔχει ἐπιτελέσει ὁ Ἅγιος Δημήτριος ὁ Πελοποννήσιος, ἀφοῦ δαιμονιζόμενοι, ἑτοιμοθάνατοι καὶ τυφλοὶ βρῆκαν τὴ θεραπεία τους χάρη στὴ θαυματουργικὴ ἐπέμβαση τοῦ νεομάρτυρος διὰ τῆς χάριτος τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ μυροβλυσία τῆς τιμίας κάρας του εἶναι ἀδιάλειπτη καὶ αἰσθητὴ σὲ πολλοὺς χριστιανοὺς ποὺ προσέρχονται μὲ εὐλάβεια γιὰ νὰ τὴν προσκυνήσουν. Πλούσια εἶναι καὶ ἡ συνταχθεῖσα πρὸς τιμήν του ὑμνογραφία, ἀφοῦ τὸ 1804 ἐκδόθηκε στὴ Βενετία ἡ ποιηθεῖσα ὑπὸ τοῦ Διακόνου Ἰωσήφ (τοῦ καὶ μετέπειτα Ἐπισκόπου Ἀνδρούσης) Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου, ἡ ὁποία ἐπανεκδόθηκε τὸ 1888 στὴν Τρίπολη καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1909 καὶ 1927 στὴν Καλαμάτα. Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου ἐποίησε ἐπίσης καὶ ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ὁ Χίος, ὁ ὁποῖος ἐξέδωσε καὶ τὸ Μαρτύριο τοῦ νεομάρτυρος στὸ Νέο Λειμωνάριο ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1819 στὴ Βενετία.
.             Ὁ ἐκ Λιγουδίστης τῆς Τριφυλίας καὶ ἐν Τριπόλει τῆς Πελοποννήσου μαρτυρικῶς ἀθλήσας στὶς 14 Ἀπριλίου 1803 ἔνδοξος καὶ καλλίνικος νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἅγιος Δημήτριος ἀποτελεῖ γιὰ τὴν πνευματικὰ ἀλλοτριωμένη κοινωνία τοῦ 21ου αἰώνα ἕνα ὁλόλαμπρο παράδειγμα καὶ ἕνας φωτεινὸς ὁδοδείκτης γιὰ κάθε ἁμαρτωλὸ καὶ ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο ποὺ ἀναζητᾶ τὴ σωτηρία καὶ τὴ λύτρωση μέσα ἀπὸ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοια καὶ ποθεῖ τὴ χαρὰ τῆς οὐράνιας ἀγαλλίασης καὶ αἰωνίας ζωῆς μέσα ἀπὸ τὴ συνεχῆ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Κύριο ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστό.

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.gr

Βιβλιογραφία 

  • Καραχάλιου Δημητρίου Γ., Συναξάριον τῶν Ἁγίων τῆς Ἀρκαδίας, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καὶ Κυνουρίας, Τρίπολις 2004.
  • Μητροπολίτου Πατρῶν Χρυσοστόμου, 14 Ἀπριλίου 1803, Τριπολιτσᾶ « Δημήτριε … Δημήτριε …, τώρα ποὺ θὰ πᾶς στὸν οὐρανό, νὰ προσεύχεσαι γιά μᾶς…», Ἐφημερίδα «Ἐκκλησιολόγος», ἀρ. φύλ. 308, Πάτρα 13-04-2013.
  • Σκλήφα Χρυσοστόμου, Ἀρχιμανδρίτου (νῦν Μητροπολίτου Πατρῶν), Ὁ Ἅγιος νεομάρτυς Δημήτριος, Ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καὶ Κυνουρίας, Τρίπολη 1995.
  • Χαλκιᾶ – Στεφάνου Πόπης, Οἱ Ἅγιοι τῆς Χίου, Ἐκδόσεις Ἑπτάλοφος, Β΄ Ἔκδοσις, Ἀθῆναι 2008.

, ,

Σχολιάστε