Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγ. Νεομάρτυρες

ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ: ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΑΝ ΖΩΝΤΑΝΟ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Νεομάρτυρες: Μὲ τὸ αἷμα τους διατήρησαν ζωντανὸ τὸν Ἑλληνισμὸ

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .            Τὸ πρῶτο κείμενο τοῦ 2021 τῆς παρούσης σειρᾶς  ἀφιερωμάτων στὸ 1821, ποὺ οἱΠανέλληνες ἑορτάζουν τὴν Ἐθνική τους Παλιγγενεσία, ἀφιερώνεται στοὺς Νεομάρτυρες. Εἶναι ὅσοι κατὰ τὴν ὀθωμανικὴ τυραννία  προτίμησαν τὰ μαρτύρια καὶ τὸν θάνατο ἀπὸ τὸ νὰ ἀλλαξοπιστήσουν.Ἔτσι μὲ τὸ αἷμα τους ὄχι μόνο διατήρησαν στὴ ζωὴ τὸν Ἑλληνισμό, ἀλλὰ καὶ τὸν ὁδήγησαν στὴν Ἐλευθερία.
.            Ὁ ἀγωνιστὴς τοῦ 1821 καὶ λόγιος Μιχ. Οἰκονόμου (1798-1879) στὰ «Ἱστορικὰ τῆς Ἑλληνικῆς Παλιγγενεσίας», ποὺ ἔγραψε, σημειώνει ὅτι ὅσοι ἐκ τῶν Ἑλλήνων δὲν ἀλλαξοπίστησαν καὶ δὲν διέφυγαν στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη, «περὶ πολλοῦ ποιούμενοι τὰ ἔμφυτα εἰς πάντας τοὺς Ἕλληνας αἰσθήματα τοῦ ἐθνισμοῦ καὶ τῆς θρησκείας, πιστοὶ εἰς τὴν θρησκείαν, τὴν πρὸς τὴν πατρίδα ἀγάπην καὶ τὴν τῆς καταγωγῆς των εὐγένειαν, τὴν θείαν μετὰ πίστεως καὶ ἐλπίδος ἐπικαλεσθέντες ἀντίληψιν δὲν ἀπηλπίζοντο, ἀλλὰ ἀπεφάσισαν νὰ μείνωσι καὶ νὰ ὑποστῶσι ἐν ὑπομονῇ χριστιανικῇ καὶφρονήσει κατ’ ἀνάγκην, τὸν ἐπιβαλλόμενον αὐτοῖς βαρὺν κλοιὸν τῆς ὑποταγῆς, τὸν καιρὸνἐξαγοραζόμενοι, ἐνδομύχως μὲν μίσος κατὰ τῶν τυράννων ἄσπονδον  σώζοντες… πόθον δὲ διάπυρον τῆς ἐλευθερίας τρέφοντες». (Α΄ Ἔκδ. 1873, Φωτομηχανικὴ Ἐπανέκδοσις ἐκ τῆς Α΄ ἐκδόσεως,Ἐκδόσεις τῆς Δημοσίας Βιβλιοθήκης τῆς Σχολῆς Δημητσάνης, Ἐπιμέλεια – Εἰσαγωγὴ – ΕὑρετήριονἸωάννας Γιανναροπούλου – Τάσου Ἀθ. Γριτσοπούλου, Ἀθῆναι, 1976, σελ. 20).
.            Γιὰ τὸ ἴδιο θέμα ὁ Στίβεν Ράνσιμαν γράφει: «Ἡ ἱστορία τῆς Τουρκοκρατίας ἔχει νὰἐπιδείξει ἐλάχιστους περιφανεῖς ἥρωες. Πρόκειται ὅμως γιὰ μία ἡρωικὴ ἱστορία καθ’ ἑαυτήν. Εἶναι ἡἱστορία ἑνὸς καταπιεσμένου λαοῦ, ποὺ ἀρνήθηκε νὰ ἀπολέσει τὴν ταυτότητά του καὶ νὰ ξεχάσει τὶς ὑψηλές του παραδόσεις. Καὶ ἦταν, ὑπεράνω ὅλων, ἡ Ἐκκλησία ἐκείνη ποὺ κράτησε ἀναμμένη τὴφλόγα». (Ἄρθρο Στ. Ρ.  «Οἱ Ὀρθόδοξες κοινότητες ὑπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς Σουλτάνους», εἰς Τόμο «Βυζαντινὴ παράδοση μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης», ΜΙΕΤ, Ἀθήνα, 1994, σελ. 31).
.            Ὁ καθηγητὴς Διον. Ζακυθηνὸς τονίζει ἐπίσης ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ἤτοι ὑπὸ ξενικὴ δουλεία, «ἀπάρτισε ἐθνικὴ καὶ ἠθικὴ κοινότητα ἐντὸς τοῦ ἀναπεπταμένου δικτύου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀργανώσεως». (Διον. Ζακυθηνοῦ, «Μεταβυζαντινὰ καὶ Νέα Ἑλληνικά», Ἀθῆναι, 1978, σελ. 15-16).
.            Κατὰ τοὺς αἰῶνες τῆς σκληρῆς δουλείας ὑπὸ ἀλλόθρησκο κατακτητὴ ἡ διατήρηση τῆς χριστιανικῆς ὀρθόδοξης πίστης σήμαινε καὶ τὴ διατήρηση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν Ἑλλήνων. Ἀντίθετα, ἡ ἀπώλεια τῆς θρησκευτικῆς πίστης σήμαινε καὶ ἀπώλεια τῆς ἐθνικῆς συνείδησης. Τὸ λαϊκὸ «Χρονικό» τῆς κωμόπολης Λύσης Ἀμμοχώστου (Ἰδιαίτερης πατρίδας τοῦ Γρ. Αὐξεντίου, ποὺσήμερα εἶναι στὰ κατεχόμενα ἀπὸ τὴν Τουρκία ἐδάφη τῆς Κύπρου), γράφει χαρακτηριστικά: «Στὶς 9 Ἰουλίου 1821 οἱ Τοῦρκοι ἐθανατῶσαν τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ Κοτσαμπάσηδες καὶ τοὺς ἐχούμενουςἀνθρώπους, ἐπῆραν τὸ μάλιν (σημ. περιουσία) τους καὶ ἐγδύσαν τὰ Μοναστήρια καὶ τὲς Ἐκκλησιὲς καὶ Χριστιανοὺς πολλοὺς ἐτούρκεψαν» (Ἀνθίμου Παναρέτου «Τὸ Χρονικό τοῦ χωρίου Λύσης», Πνευματικὴ Κύπρος, τ. 15 (1961) σελ. 116). «Τούρκεψε» σημαίνει ἐξισλαμίστηκε, δηλαδὴ χάνοντας τὴν πίστη του ἔχανε καὶ τὴν ἑλληνική του συνείδηση.
.            Κατὰ τὴν Τουρκοκρατία ὅποιος Χριστιανός, γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο, ἐθεωρεῖτο μουσουλμάνος δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Πίστη του. Ἂν τὸ ἔπραττε, ἐθεωρεῖτο προδότης τοῦἸσλὰμ καὶ ὁδηγεῖτο στὸ Μαρτύριο. Τὸ νὰ μείνει ὁ Ἕλληνας πιστὸς στὴν Πίστη του, ἄρα καὶ στὴνἰδιοπροσωπία του, δὲν ἦταν καθόλου εὔκολο. Οἱ  ἐξωμότες ἔχαιραν σημαντικῶν προνομίων: Γλύτωναν ἀπὸ τὸ παιδομάζωμα, ἀπαλλάσσονταν τοῦ βαρύτατου κεφαλικοῦ φόρου, ποὺ πλήρωναν οἱμὴ μουσουλμάνοι, κάποιοι ἀποκτοῦσαν διοικητικὲς θέσεις καὶ γαῖες καὶ ἀπὸ σκλάβοι (ραγιάδες) γίνονταν κύριοι καί, πολλὲς φορές, ἀγάδες… (Σπύρου Βρυώνη «Ἡ παρακμὴ τοῦ μεσαιωνικοῦἙλληνισμοῦ στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ ἡ διαδικασία ἐξισλαμισμοῦ (11ος – 15ος αἰώνας), ΜΙΕΤ, Ἀθήνα, 1996, σελ. 320).
.            Ὁ Ρῶσος μοναχὸς Βασίλειος Μπάρσκι παρέμεινε στὴν Κύπρο στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1730 καὶ «εἶχε κλάψει πικρὰ ἀναλογιζόμενος τὴν τραγικότητα τῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνωνἐκείνων, ποὺ ἀδυνατοῦντες νὰ πληρώσουν τὸν κεφαλικὸ φόρο προσέρχονταν στὸ Ἰσλὰμ» (Κωστῆ Κοκκινόφτα «Ἐξισλαμισμοὶ καὶ ἐπαναχριστιανισμοὶ στὴν Κύπρο», Κέντρο Μελετῶν Ι. Μονῆς Κύκκου, Λευκωσία, 2019, σέλ. 31). Ἐπὶ πλέον τοῦ κεφαλικοῦ φόρου καὶ λόγῳ τῆς ταπεινωτικῆς ἰδιότητας τοῦ σκλάβου   οἱ Ἕλληνες δὲν ὅριζαν τοὺς ἑαυτούς τους, οὔτε τὰ παιδιά τους. Τὸπαιδομάζωμα, τῶν ἀγοριῶν γιὰ στρατολόγηση, καὶ τῶν κοριτσιῶν γιὰ τὰ χαρέμια, καὶ γιὰ ἀθέλητους γάμους μὲ Τούρκους ἦταν τὸ καθημερινὸ μαρτύριό τους.
.            Σὲ αὐτὴ τὴν τυραννία ἀναδείχθηκαν οἱ Νεομάρτυρες. Ἔγραψε σχετικὰ ὁ Γεννάδιος Σχολάριος, πρῶτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ Τουρκοκρατίας: «Ἂς μὴν ἀμφιβάλλει κανεὶς ὅτι ὑπάρχουν νέοι Μερκούριοι, Προκόπιοι καὶ Γεωργιοι – καὶ ἴσως μάλιστα εἶναι μεγαλύτεροι ἀπὸ ἐκείνους ἐφόσον εἶναι γενναιότεροι. Γιατί οἱ νέοι αὐτοὶ ὁμολογητὲς ὑποφέρουν μὲ θαυμαστὴ καρτερία ἀκατονόμαστες καθημερινὲς πικρὲς ταλαιπωρίες ἀπὸ τοὺς βαρβάρους ἁπλῶς καὶ μόνον ἐπειδὴ εἶναι χριστιανοί. Καὶ δὲν διστάζουν καν νὰ ζοῦν ἔτσι, κι ἂς μὴν ὑπάρχει γι’ αὐτοὺςἐλπίδα διαφυγῆς…καὶ οὔτε διαταράσσει τὴν ἀγάπη τους γιὰ τὸν Ἰησοῦ ἡ διαδικασία τῆς ἀποστασίας…» (Oeuvres completes de Gennade Scholarios, L. Petit, X.A. Siderides, M. Jugie (Paris 1928-1936) IV, 219).
 .            Οἱ Ἕλληνες ποὺ ὑπέστησαν τὰ μαρτύρια καὶ τὸν θάνατο ἀπὸ τοὺς Ὀσμανίδες ἀποτελοῦν νέφος. Κάθε περιοχὴ τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῆς Κωνσταντινούπολης ἔχει τοὺς μάρτυρές της. Αὐτοί, μὲ τὴ θυσία τους, κράτησαν ὄρθιο τὸ Γένος. Οἱπερισσότεροι ἀνώνυμοι. Ὁ Θεὸς τοὺς γνωρίζει. Ἐπώνυμοι περίπου διακόσιοι, ποὺ ἡ μνήμη τοὺςἑορτάζεται ὅσο ὑπάρχει Ρωμιοσύνη καὶ «ἡ Ρωμιοσύνη θὰ χαθεῖ ὄντας ὁ κόσμος ὅλος λείψει», ὅπως γράφει ὁ Κύπριος ἐθνικός μας ποιητὴς Βασίλης Μιχαηλίδης.-

Ἡ Ἁγία Φιλοθέη

.            Μεταξὺ τῶν Νεομαρτύρων σπουδαία θέση κατέχει ἡ Ἁγία Φιλοθέη ἡ Ἀθηναία (1539-1589). Τὸ κατὰ κόσμο ὄνομά της Ρηγούλα. Πατέρας της ὁ λόγιος Ἄγγελος Μπενιζέλος καὶμητέρα της ἡ Σηρίγη. Ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς της καὶ χήρεψε, πούλησε τὴν περιουσία της καὶδημιούργησε κοντὰ στὸ σπίτι της, στὴν Πλάκα, μοναστήρι καὶ πολλὰ ἀνὰ τὴν Ἀττικὴ μετόχια. Ἔχουσα ζέουσα πίστη καὶ σημαντικὴ μόρφωση ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὴν προστασία τῶν κοριτσιῶνἀπὸ τοὺς δυνάστες καὶ στὴ μόρφωσή τους καὶ στὴν ὑποστήριξη κάθε διωκόμενου ἀπὸ αὐτούς.
.              Ἡ δράση της προκάλεσε τὴν ὀργὴ τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι τὴν συνέλαβαν, τὴν φυλάκισαν καὶτὴν βασάνισαν. Μὲ ἐπέμβαση τῶν  Δημογερόντων ἀφέθηκε ἐλεύθερη. Ὅμως σύντομα τὴν συνέλαβαν πάλι ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, στὴν ὁδὸ Λευκωσίας,  ποὺ ἦταν μετόχι τῆς Μονῆς της. Αὐτὴ τὴ φορὰ τὴν μαστίγωσαν μὲ λύσσα, ἀφήνοντας τὴν ἡμιθανῆ. Τὴν παρέλαβαν οἱ μοναχές της καὶ τὴν μετέφεραν στὸ ἄλλο μετόχι τῆς Μονῆς, στὴν Καλογρέζα (Σήμ. Ἄλλως Καλογραία. Ἔτσι ὀνομάστηκε ἡ περιοχὴ σὲ ἀνάμνηση τοῦ μαρτυρίου τῆς Ἁγίας καὶ τῆς προσφορᾶς της στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸ Γένος). Ἐκεῖ παρέδωσε τὸ πνεῦμα της, στὶς 19 Φεβρουαρίου 1589.-

 

, ,

Σχολιάστε

O ΑΓ. ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ἀρχιεπίσκοπος Φαναρίου

γιος ερομάρτυς Σεραφείμ,
ρχιεπίσκοπος Φαναρίου κα
Νεοχωρίου 4/12

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου δασκάλου

.               Ὁ Ἅγιος Σεραφεὶμ καταγόταν ἀπὸ τὴν Πεζούλα Ἀγράφων. Οἱ γονεῖς του, Σωφρόνιος καὶ Μαρία, τὸν ἀνέθρεψαν μὲ τὰ νάματα τῆς πίστεως, ἐγγράφοντάς τον στὸ σχολεῖο τῶν ἱερῶν γραμμάτων. Ὁ μικρὸς Σεραφείμ, ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν πήγαινε στὸ σχολεῖο, τὸν περισσότερο καιρὸ τὸν περνοῦσε μὲ ἀνάγνωση γραφῶν καὶ βίων ἁγίων, ἐνῶ ποτὲ δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Ὅταν ἐνηλικιώθηκε, ψάχνοντας γιὰ τόπο ἡσυχίας καὶ ἄσκησης, κατέληξε στὴν Ι. Μονὴ τῆς Κρυερᾶς Πηγῆς ἢ Κυρίας Θεοτόκου (Κορώνης), ὅπου ἐκάρη μοναχός. Μὲ τὸν καιρό, βλέποντας οἱ συμμοναστές του τὶς ἀρετές του (νηστεία, ἀγρυπνία, ταπείνωση, ἀγάπη), πρότειναν καὶ ὁ ἅγιος δέχτηκε νὰ χειροτονηθεῖ, ἀρχικὰ ἀναγνώστης, μετέπειτα διάκονος καὶ ἐν τέλει πρεσβύτερος. Ἦταν τόση ἡ ἐκτίμηση τοῦ λαοῦ στὸ πρόσωπό του, ποὺ μετὰ τὴν ἐκδημία τοῦ Μητροπολίτη Φαναρίου καὶ Νεοχωρίου, ὁ Σεραφεὶμ ἐκλέχτηκε Ἐπίσκοπος. Ὁ Ἅγιος, ἀναλαμβάνοντας τὴ φροντίδα καὶ τὴν καθοδήγηση τόσων ψυχῶν, πολλαπλασίασε τοὺς ἀγῶνες του φροντίζοντας μὲ ταπείνωση τὸ ποίμνιό του, ἀποκαλώντας συχνὰ τὸν ἑαυτό του ἀχρεῖο δοῦλο. Τὴν περίοδο ἐκείνη, ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰ., ὁ μητροπολίτης Λαρίσης, Διονύσιος Φιλόσοφος κήρυξε τὴν ἐπανάσταση στὶς περιοχὲς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, ποὺ ἀπέτυχε, ἐνῶ ὁ ἴδιος, ὡς ὑπαίτιος, φονεύτηκε βασανιζόμενος ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Σ᾽ αὐτὴ τὴ συγκυρία ὁ Σεραφεὶμ μετέβη στὸ Φανάρι Καρδίτσας, γιὰ νὰ δώσει τὰ καθιερωμένα πεσκέσια στοὺς ἀγάδες. Οἱ Ὀθωμανοί, πιστεύοντας ὅτι καὶ ὁ Σεραφεὶμ μετεῖχε στὴν ἐπανάσταση, τοῦ ἐπετέθησαν, στὴν ἀρχὴ λεκτικά, προτείνοντάς του νὰ ἀπαρνηθεῖ τὴν πίστη του γιὰ νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴν τιμωρία σβήνοντας τὶς ὑποψίες. Μετὰ τὴ θαρρετὴ ἄρνηση τοῦ Ἁγίου, ὁ τουρκικὸς ὄχλος τὸν ὁδήγησε στὸν Χαμοὺζ μπέη, πασὰ τοῦ Φαναρίου. Ὁ πασὰς ἄρχισε μὲ ἤρεμο τρόπο νὰ μιλᾶ στὸν Ἅγιο λέγοντάς του ὅτι ἀκόμα κι ἂν ἀπατήθηκε ἀπὸ τὸν Διονύσιο, μποροῦσε νὰ γλυτώσει ἂν γινόταν μουσουλμάνος. Ὁ Ἅγιος ὑπερασπίστηκε τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων του, ἐπιμένοντας ὅτι καὶ δὲν εἶχε ἀνάμιξη στὴν ἐπανάσταση καὶ ὅτι δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ ἀποχωρισθεῖ πότε τὸν Ἰησοῦ Χριστό, προσθέτοντας: “κἂν μυρίους θανάτους ἤθελα λάβει διὰ τὸ ὄνομά Του τὸ ἅγιον, χαράν μου καὶ εὐφροσύνην τὸ ἔχω· πρὸς ταῦτα, ὦ ἡγεμών, παῖε, κόπτε, ποίει, ὅ,τι εἶναι τῆς ἐξουσίας σου”1 Τότε ὁ ἀγὰς διέταξε νὰ τὸν δείρουν ἀνηλεῶς καὶ νὰ τοῦ κόψουν τὴ μύτη. Ἐνῶ ὁ Ἅγιος ἔπασχε αὐτά, εὐχαριστοῦσε τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ἀξίωνε νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸ ὄνομά Του. Κατόπιν φυλακίστηκε χωρὶς φαγητὸ καὶ νερό. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἔχαιρε καὶ δοξολογοῦσε τὸν Θεό, εὐχαριστώντας τον γιὰ τὰ παθήματα ποὺ ἀξιώθηκε νὰ ὑπομένει πρὸς δόξαν τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, προσευχόμενος νὰ τοῦ δώσει δύναμη γιὰ νὰ ἀντέξει τὸ μαρτύριο. Τὴν ἑπομένη ὁ τύραννος διέταξε νὰ τοῦ ξαναφέρουν τὸν Σεραφείμ. Ὁ Χαμούζ, μὲ νέες ἀπειλές, προσπαθοῦσε νὰ κάμψει τὸ φρόνημα τοῦ Ἁγίου. Μὰ ἐκεῖνος ἐπαναλάμβανε ἀποφασιστικότερα τὴν ἀπόφασή του νὰ μὴν ἀρνηθεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Τότε ὁ ἀγὰς διέταξε νὰ τὸν ξαναδείρουν ἀγριότερα. Οἱ βασανιστὲς συνέχισαν τὰ ἀπάνθρωπα κατορθώματά τους, τανώντας μὲ σχοινιὰ χέρια καὶ πόδια τοῦ Ἁγίου, ἐνῶ συγχρόνως τοῦ ἔβαλαν στὴν κοιλιὰ μία μεγάλη πέτρα καὶ τὸν κατέκοπταν μὲ μαχαίρια συνεχῶς. Ἔπειτα τοῦ ἔδωσαν νὰ πιεῖ νερὸ μὲ χῶμα καὶ χολή, ἐνῶ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου ἔλαμπε δείχνοντας σὰν νὰ μετεῖχε σὲ εὐωχία κι ὄχι σὲ βασανισμό. Ἀκόμη καὶ οἱ βασανιστές του θαύμαζαν. Κοντὰ σ᾽ ἕνα κυπαρίσσι, στὸ χῶρο τοῦ φαναριώτικου παζαριοῦ, ὁ Ἅγιος παρέδωσε τὸ πνεῦμα του πληγωμένος θανάσιμα στὰ σπλάχνα του. Ἦταν 4 Δεκεμβρίου. Τὸ ἅγιο σῶμα ἔμεινε ἐκεῖ ἀρκετὲς μέρες, καρφωμένο στὸ βασανιστικὸ ξύλο ἀλλὰ δὲν ἀλλοιώθηκε. Τὸ ἀντίθετο: φαινόταν σὰν σῶμα ζωντανοῦ καὶ ἔβγαζε ἄρρητη εὐωδία, προξενώντας θαυμασμὸ στοὺς πιστοὺς καὶ ἀπορία στοὺς Ὀθωμανούς. Μετὰ ἀπὸ ἡμέρες διετάχθη νὰ ἀποκοπεῖ ἡ κεφαλὴ τοῦ Ἁγίου καὶ νὰ μεταφερθεῖ στὰ Τρίκαλα μαζὶ μὲ ἄλλα κεφάλια ἀγωνιστῶν τῆς ἐπανάστασης τοῦ Διονυσίου. Ἐκεῖ τοποθετήθηκαν ὅλα πάνω σὲ κοντάρια, δημιουργώντας ἕνα μακάβριο δάσος γιὰ νὰ παραδειγματιστοῦν οἱ “γκιαούρηδες” τῆς περιοχῆς. Ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Δουσίκου, ποὺ βρέθηκε στὰ Τρίκαλα ἔδωσε σὲ κάποιον Ἀλβανὸ χριστιανὸ πενήντα γρόσια, γιὰ νὰ κλέψει τὴν κεφαλὴ τοῦ Ἁγίου, μὲ σκοπὸ νὰ τὴν ἀποθησαυρίσει στὴ Μονή του. Τὴν προσπάθεια κλοπῆς τοῦ λειψάνου ἀντιλήφθηκαν φύλακες ποὺ ὅρμησαν κυνηγώντας τὸ χριστιανὸ ποὺ ἔτρεχε γρήγορα μαζὶ μὲ τὸ λείψανο. Κοντὰ σὲ γέφυρα τοῦ Πηνειοῦ, οἱ διῶκτες του τὸν πλησίασαν ἐπικίνδυνα. Τότε ἐκεῖνος ἔριξε τὸ ἅγιο λείψανο στὸ ποτάμι ξεφεύγοντας ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ποὺ σταμάτησαν βλέποντας τὴν προηγούμενη σκηνή. Λίγο πιὸ κάτω ἀπὸ τὴ γέφυρα δύο ψαράδες ποὺ εἶχαν στήσει φράκτη στὴν κοίτη τοῦ Πηνειοῦ μὲ θαυμαστὸ τρόπο βρῆκαν τὸ ἅγιο λείψανο κι ἀφοῦ τὸ ἀναγνώρισαν, τὸ πῆραν εὐλαβικὰ καὶ τὸ παρέδωσαν στὸν ἡγούμενο, ποὺ προαναφέραμε. Ἀργότερα ὁ ἡγούμενος τῆς Ι. Μ. Κορώνης ζήτησε τὸ λείψανο ἀπὸ τοὺς Δουσικιῶτες, ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος Σεραφεὶμ ἐκεῖ εἶχε μονάσει, δίνοντάς τους καὶ τὰ πενήντα γρόσια ποὺ εἶχαν πληρώσει στὸν χριστιανό, ποὺ πῆγε νὰ τὸ κλέψει. Ἔκτοτε ἡ κάρα τοῦ Ἁγίου βρίσκεται ἐκεῖ ἀποθησαυρισμένη καὶ μέχρι σήμερα εὐωδιάζει καὶ ἐλευθερώνει τοὺς προσφεύγοντας στὴ μεσιτεία τοῦ Ἁγίου ἀπὸ κάθε νόσο ἢ κακό.

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓ. ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ὁ ἐν Χίῳ τελειωθείς

γιος Νεομάρτυς Θεόφιλος Ζακύνθου, ν Χίῳ τελειωθείς
[24 Ἰουλίου]

Κωνσταντῖνος Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλος

Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ: Ὁ Ἅγιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο καὶ ἦταν ναυτικός. Συνέβη κάποτε, κατὰ συνέργεια τοῦ μισανθρώπου, νὰ μαλώσει μὲ τὸν καπετάνιο του καί, ἐνῶ βρισκόντουσαν στὴν Χίο, νὰ ἀποχωρήσει δυσαρεστημένος ἀπὸ τὸ καράβι.

Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΚΑΙ Η ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ: Ἕνας τοῦρκος καπετάνιος ποὺ τὸ ἔμαθε, ἤθελε νὰ τὸν πάρει νὰ ἐργαστεῖ στὸ δικό του καράβι. Ὅμως ὁ ἅγιος μὲ κανένα τρόπο δὲν ἤθελε νὰ δουλέψει σὲ τούρκικο πλοῖο, διότι ἀποστρεφόταν τὸ γένος τῶν ἀγαρηνῶν καὶ ἀντιδροῦσε ἔντονα στὶς πιέσεις του. Προσβλήθηκε τότε καὶ ὀργίστηκε ὁ τοῦρκος καί, γιὰ νὰ τὸ ἐκδικηθεῖ, τὸν συκοφάντησε λέγοντας πῶς φορᾶ τούρκικο φέσι, ἐνῶ εἶναι Ρωμιός. Ἔτσι μὲ ἄλλους τούρκους τὸν ὁδήγησαν μπροστὰ στὸν κριτὴ [καδή].

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΔΗ ΚΑΙ Ο ΒΙΑΙΟΣ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ: Ὁ ὀθωμανὸς δικαστὴς ἀποφάσισε πὼς πρέπει νὰ γίνει Τοῦρκος. Ὁ ἅγιος φώναζε: “Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι τὸν Χριστό μου ποτέ, Αὐτὸν πιστεύω, Αὐτὸν ὁμολογῶ”. Ἐκεῖνοι προσπαθοῦσαν, ὅπως σὲ τόσες ἄλλες περιπτώσεις νεομαρτύρων, μὲ κολακεῖες, μὲ ταξίματα, μὲ φοβέρες νὰ τὸν καταφέρουν νὰ ἀλλαξοπιστήσει, χωρὶς ἀποτέλεσμα ὅμως. Τότε τὸν ἐπίασαν πολλοὶ μαζὶ καὶ τοῦ ἔκαναν περιτομὴ διὰ τῆς βίας. Κάποιος μάλιστα ἄνθρωπος τῆς Αὐλῆς τοῦ Σουλτάνου, ποὺ ἔτυχε νὰ βρίσκεται στὴν Χίο, τὸν πῆρε μαζί του γιὰ νὰ τὸν κάνει δῶρο στὸν Σουλτάνο, διότι ἦταν ὄμορφος καὶ νέος.

Η ΦΥΓΗ: Ὁ εὐλογημένος Θεόφιλος παρακαλοῦσε μὲ δάκρυα τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δείξει δρόμο νὰ φύγει ἀπὸ τὰ χέρια τους. Πράγματι κάποια νύχτα ποὺ πῆγαν στὸ τζαμὶ νὰ προσκυνήσουν, τὸν ἄφησαν μόνο στὸ σπίτι. Ὁπλίστηκε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἔφυγε καὶ κρύφτηκε κάπου. Μόλις ἐπέστρεψαν ἐκεῖνοι, ἀμέσως κατάλαβαν τὴν ἀπουσία του. Ἔτσι, ἄναψαν φανάρια κι ἄρχισαν νὰ τὸν ψάχνουν παντοῦ. Ὁ Θεὸς ὅμως τὸν σκέπαζε καὶ δὲν τὸν βρῆκαν παρὰ τὶς ἐπίμονες προσπάθειές τους. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες πείνασε καὶ βγῆκε τὰ μεσάνυχτα καὶ πῆγε στὸ σπίτι τοῦ καπετάνιου του, ὅπου του ἔδωσαν τροφὴ καὶ πάλι κρύφτηκε σὲ μία ἐκκλησία. Βρίσκοντας μία εὐκαιρία διέφυγε μὲ κάποιο μπρίκι στὴ Σάμο ἀλλὰ πάλι ἐπέστρεψε, ζητώντας τὸν καπετάνιο του γιὰ νὰ ταξιδέψει μαζί του.

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΕ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥΡΚΩΝ: Τὸν ἀντιλήφθηκαν ὅμως κάποιοι Τοῦρκοι, οἱ ὁποῖοι ὅρμησαν, τὸν ἅρπαξαν, τὸν ὁδήγησαν στὸν δικαστὴ ὅπου καὶ βεβαίωναν μὲ ὅρκους πὼς ὁ Θεόφιλος εἶχε γίνει μουσουλμάνος. Ἐπειδή, ὅμως, ὁ Ἅγιος μὲ τὸ δίκιο του ἀρνοῦνταν φωνάζοντας: “Χριστιανός εἶμαι καὶ Χριστιανὸς θέλω ν’ ἀποθάνω”, ὁ κριτὴς τὸν καταδίκασε στὸν διὰ πυρᾶς θάνατο.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Φορτωμένο μὲ τὰ ξύλα τῆς φωτιᾶς ποὺ θὰ τὸν ἔκαιγε τὸν ὁδήγησαν στὸν τόπο τῆς ἐκτέλεσης. Ἀκόμα καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν κάνουν ν᾽ ἀλλάξει γνώμη. Ὅμως ὁ ἅγιος φώναζε μὲ ἐπιμονή: “Δεν ἀρνοῦμαι τὸν Χριστό μου, Χριστιανὸς εἶμαι, Χριστιανὸς ἐπιθυμῶ νὰ ἀποθάνω, τί χασομερᾶτε;” Τότε ἄναψαν μία τεράστια φωτιά, γιὰ νὰ τὸν κάψουν. Ὁ ἅγιος μάρτυς κάνοντας τὴν προσευχή του καὶ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ λέγοντας: “Εἰς χεῖρας Σου , Χριστέ μου, παραδίδω τὴν ψυχήν μου”, μπῆκε μόνος του μέσα στὴ φωτιὰ καὶ ἔτσι τελειώθηκε, σὲ ἡλικία μόλις 18 ἐτῶν. Ἦταν ἡ 24η Ἰουλίου τοῦ 1635.

Ὅταν ἔσβησε ἡ φωτιά,  οἱ Χριστιανοὶ ζήτησαν, δίνοντας πολλὰ χρήματα, νὰ πάρουν ὅσα λείψανα τοῦ ἁγίου μάρτυρος εἶχαν μείνει καὶ τὰ κατέθεσαν στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου στὴ Χίο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α´.

Θεὸν τὸν σαρκωθέντα εὐθαρσῶς ὡμολόγησας, τὰ Ἀγαρηνῶν καταπτύσας, ἀπιστίας διδάγματα. Πυρὶ δὲ ὑπ’ αὐτῶν κατακαείς, ἀρώμασιν ἐπλήρωσας τὴν γῆν, ὦ Θεόφιλε τρισμάκαρ, τοῦ Θεοῦ φίλε γνήσιε. Χαίροις οὖν Νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, χαίροις Ἐκκλησίας τὸ καύχημα, τῆς Ζακύνθου χαίροις ὁ γόνος, καὶ τῆς Χίου ἐγκαλλώπισμα..

Κοντάκιον. Ἦχος γ´.

Χριστοῦ δῆμος ᾄσμασιν, ἀνευφημεῖ ἐπαξίως, τοὺς λαμπροὺς ἀγῶνάς σου, Μάρτυς Θεόφιλε θεῖε, ἤνεγκας, καὶ γὰρ γενναίως εἱρκτὴν ζοφώδη, ἔφερας, πικρὰς αἰκίας καὶ ἀνυποίστους, καὶ τὸν θάνατον ἐδέξω, πυρὸς ἐν μέσῳ, ὡς φίλος ὄντως Θεοῦ.

 

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓ. ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΚΝΑΝΑΣ ὁ Κηπουρὸς

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ Πακνανᾶς ὁ Κηπουρὸς
[30 Ἰουνίου ἢ 9 Ἰουλίου 1770 (ἢ 1771)]

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλο

ΑΠΟ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΦΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ: Ὁ ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ φτωχούς, μὰ εὐσεβεῖς γονεῖς, γύρω στὸ 1750. Ζοῦσε στὴ συνοικία τῆς Βλασσαρούς, ἡ ὁποία βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη, στὸ σημερινὸ χῶρο τῆς Ἀρχαίας Ἀγορᾶς. Ἡ φτώχεια δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μάθει γράμματα κι ἔτσι, ἀγράμματος κι ἁπλοϊκός, μὲ πολλὴ ὅμως πίστη στὸν Χριστό, μεγάλωνε ὁ Μιχαὴλ κοντὰ στοὺς εὐλογημένους γονεῖς του. Ὅταν ἔγινε ἔφηβος, ὁ πατέρας του τὸν πῆρε κοντά του νὰ τὸν βοηθάει στοὺς κήπους, ὅπου δούλευε. Δούλεψε κάμποσα χρόνια ἔτσι, δίπλα στὸν πατέρα του. Μετά, σὰν ἔχασε τὸν πατέρα του, ἀγόρασε ἕνα γαϊδουράκι καὶ μ’ αὐτὸ ἔβγαινε στὰ γύρω χωριά, καὶ κουβαλοῦσε κοπριὰ γιὰ τοὺς κήπους, ποὺ καλλιεργοῦσε παλιότερα ὁ πατέρας του. Καμμιὰ φορὰ ψώνιζε ἀπ’ τὴν πολιτεία πράγματα ποὺ δὲν εἶχαν οἱ χωρικοὶ στὸν τόπο τους, κι ὅταν πήγαινε στὰ χωριά, τοὺς τὰ πουλοῦσε. Κάπως ἔτσι ἦταν ἡ ζωὴ τοῦ Μιχαήλ, μὲ πολὺν κόπο καὶ ἱδρώτα, πότε στοὺς κήπους τῶν πλουσίων Ἀθηναίων, πότε στὰ δύσβατα τότε χωριὰ γύρω ἀπ’ τὴν Ἀθήνα, δοξάζοντας τὸν Θεὸ ποὺ τὸν φύλαγε πιστὸ ὀρθόδοξο χριστιανό, ἀνάμεσα στοὺς ἄπιστους ἀγαρηνούς, στοὺς ὁποίους τότε ἦταν σκλάβοι οἱ Ἕλληνες.

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΕΣ ΠΙΕΣΕΙΣ: Μία μέρα, ὅμως, καθὼς γυρνοῦσε ἀπὸ τὰ χωριά, στὴν εἴσοδο τῆς Ἀθήνας, συνάντησε τοὺς φύλακες τῆς χώρας, ποὺ ἦταν ἄνθρωποι τοῦ Βοεβόδα τῆς πόλης, Μωαμεθανοὶ κι αὐτοί. Ἀπὸ καιρὸ τὸν εἶχαν βάλει στὸ μάτι, καὶ καθὼς τὸν ἔβλεπαν ἁπλοϊκὸ κι ἀγράμματο, νόμιζαν πὼς θὰ τὸν ἔκαμναν ν’ ἀλλαξοπιστήσει. Καὶ γι’ αὐτὸ τὸν συκοφάντησαν κατηγορώντας τον πὼς πῆγε μπαρούτι στοὺς κλέφτες, τοὺς ἁρματωμένους Ἕλληνες, ποὺ ἦταν πάνω στὰ βουνά, καὶ τὸν φυλάκισαν. Ἔτσι οἱ Ἀγαρηνοὶ ἔρχονταν καθημερινὰ καὶ τὸν ἀνάγκαζαν μὲ χίλιους τρόπους νὰ τουρκέψει, δηλαδὴ ν’ ἀλλάξει τὴν πίστη του. Μὰ αὐτός, παρόλο ποὺ δὲν ἤξερε καὶ πολλὰ γράμματα, δὲν ἤθελε ν’ ἀφήσει τὸ Χριστὸ καὶ νὰ προσκυνήσει ψευδοπροφῆτες, δὲν θὰ ἄφηνε τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, γιὰ χάρη τοῦ Κορανίου. Ἡ Ὀρθοδοξία τῶν πατέρων του εἶχε χαράξει πολὺ βαθιὰ τὴν πίστη μέσα του, καὶ τίποτα μποροῦσε νὰ τὴν ξεριζώσει.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ: Πέρασε κάμποσος καιρός, χωρὶς νὰ φέρουνε ἀποτέλεσμα οἱ πιέσεις τῶν Ὀθωμανῶν. Ὅταν πιὰ τελείωσε ἡ ὑπομονή τους, ἄρχισαν νὰ τὸν φοβερίζουν πώς, ἂν δὲν ἀλλάξει τὴν πίστη του, ἔχουν ἀπόφαση καὶ διαταγὴ νὰ τὸν θανατώσουν. Αὐτὴ τὴν ἀπόφαση τὴν ἄκουσε κι ἕνας ζηλωτὴς ὀρθόδοξος, ὀνόματι Γεώργιος, καὶ φοβήθηκε μήπως ὁ εὐλογημένος Μιχαήλ, ποὺ ἦταν μόλις δεκαοχτὼ χρονῶν, νέος πολὺ γιὰ νὰ μὴ λογαριάζει τὴ ζωὴ καὶ τὶς χαρές της, κλονιστεῖ καὶ ἀλλαξοπιστήσει. Πάει λοιπὸν στὴ φυλακή, δίνει μὲ τρόπο «ἄσπρα» στοὺς φύλακες, γιὰ νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ δεῖ τὸν Μιχαήλ. Τὸν βρῆκε νὰ προσεύχεται γονατιστός, μὲ δάκρυα στὰ μάτια. Ἔμειναν οἱ δύο τους ὥρα πολλὴ μαζί, πότε κάνοντας προσευχὴ καὶ πότε ψέλνοντας τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας. Ὕστερα προσπάθησε, μὲ ὅση δύναμη ἔχουν τὰ λόγια ἑνὸς πιστοῦ, νὰ τὸν στερεώσει στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὸν ἐνθαρρύνει στὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου, ποὺ ἀνοιγόταν ἤδη μπροστά του. Ὕστερα σηκώθηκε, ἀγκάλιασε τὸ Μιχαήλ, τὸν ἀσπάστηκε κι ἔφυγε ψιθυρίζοντας λόγια προσευχῆς.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΕΒΟΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ: Τὰ βασανιστήρια τοῦ Μιχαὴλ συνεχίζονταν ἀπ’ τοὺς ἀπίστους ἀσταμάτητα. Ὅμως, ὅσο τὸν βασανίζανε, τόσο ἐκεῖνος γινόταν πιὸ σταθερὸς στὴν ἄρνησή του: “δὲν τουρκίζω· εἶμαι χριστιανός!”, ἔλεγε συνέχεια. Κάποτε, τὸν ἔβγαλαν ἀπ’ τὴ φυλακὴ καὶ τὸν παρουσίασαν στὸ Βοεβόδα, ἐλπίζοντας πὼς μὲ κολακεῖες καὶ ταξίματα (φορέματα, χτήματα, πλούτη), θὰ λύγιζε τὸν ἅγιο. Ὁ Νεομάρτυς ὅμως ἔμενε ἀσάλευτος στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Βοεβόδας τότε ἄρχισε τὶς ἀπειλὲς γιὰ τὰ ἐρχόμενα μαρτύρια λέγοντάς του πὼς στὸ τέλος θὰ τὸν θανατώσει, ἂν δὲν ἀλλαξοπιστήσει. Ὁ Ἅγιος ἔλεγε καὶ ξανάλεγε τὶς δύο λέξεις (δὲν τουρκεύω), δίχως νὰ λιποψυχήσει. Τότε ὁ Βοεβόδας τὸν ἔστειλε στὸν ὀνομαστὸ Καλοπασσιὰ ἀπὸ τὰ Γιάννενα, ποὺ βρισκόταν ἐκεῖνες τὶς μέρες στὴν Ἀθήνα. Ἔλπιζε πὼς ἐκεῖνος, φόβος καὶ τρόμος καθὼς ἦταν, γιὰ τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιοῦσε σ’ ὅλους τοὺς φυλακισμένους, θὰ γύριζε τὸν Μιχαὴλ στὴν πίστη τους. Μὰ κι ὁ Καλοπασσιᾶς, μ’ ὅ,τι κι ἂν τοῦ ᾽ταξε καὶ μ’ ὅσες ἀπειλὲς καὶ βάσανα κι ἂν τὸν φοβέρισε τὸν Μιχαήλ, δὲν κατάφερε νὰ πάρει ἄλλη λέξη ἀπ’ τὸ στόμα του, ἐκτὸς ἀπὸ τό: «δὲν τουρκίζω»! Τότε ὁ Καλοπασσιᾶς τοῦ λέει μὲ πονηριά: “Μπρὲ λωλέ, ἀρνήσου κατὰ τὸ παρὸν τὴν πίστη σου, γιὰ νὰ γλυτώσεις τὴ ζωή σου, κι ὕστερα πήγαινε σ’ ἄλλον τόπο, καὶ ἔχε πάλι τὴν πίστη σου”. Ἀλλὰ ὁ Μάρτυς δὲν πειθόταν μὲ κανέναν τρόπο, ἀλλὰ φώναζε ἀκατάπαυστα: “δὲν τουρκίζω, δὲν τουρκίζω”. Βλέποντας λοιπὸν τὸν ἅγιο Μιχαὴλ ὁ φοβερὸς Καλοπασσιᾶς ἀσάλευτο στὴν πίστη του, τὸν ἔστειλε στὸ δικαστὴ πιὰ γιὰ νὰ τὸν δικάσει. Κι ἐκεῖνος, βέβαια, πάσχισε νὰ τὸν ἀλλαξοπιστήσει μὲ τοὺς δικούς του τρόπους, πρὶν νὰ τὸν δικάσει, ἀλλὰ εἶχε κι αὐτὸς τὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα. Ὁ Ἅγιος τοῦ πετοῦσε κατάμουτρα τὸ “δὲν τουρκίζω”. Τότες θύμωσε καὶ ἐκεῖνος, κι ἔβγαλε τὴν ἀπόφαση γιὰ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ὁ Ἅγιος ἀτάραχος ἄκουσε τὴν καταδίκη του καὶ ἀκολούθησε τοὺς ὁπλισμένους ὑπηρέτες, ποὺ τὸν πήγαιναν στὸν τόπο τῆς καταδίκης. Δέσμιος, βασανισμένος κι ἐξουθενωμένος ἀπὸ τὰ μαρτύρια, ὁ Ἅγιος δὲν δείλιαζε, παρὰ ἔτρεχε μὲ προθυμία στὸ μαρτύριο. Κι ὅταν στὸ δρόμο, ποὺ περνοῦσαν, ἀπαντοῦσε χριστιανούς, φώναζε παρακλητικά: “συγχωρέστε με, ἀδέλφια, κι ὁ Θεὸς νὰ σᾶς συγχωρέσει”! Σὰν ἔφτασε στὸν ὁρισμένο τόπο, γονάτισε, ἔκαμε τὴν προσευχή του, κι ἔσκυψε τὸ κεφάλι του μὲ χαρά, σὰ νὰ περίμενε ζωὴ ἀπ’ τὸ σπαθί, καὶ ὄχι θάνατο. Ὁ ἀγαρηνὸς τὸν ἔπιασε ἀπ’ τὰ μαλλιὰ καὶ τὸν ἐχτύπησε μὲ τὸ σπαθὶ στὸ λαιμό, μὰ διπλαριστὰ κι ὄχι μὲ τὴν κόψη, γιὰ νὰ τὸν κάνει νὰ δειλιάσει καὶ ν’ ἀρνηθεῖ τὸ Χριστό. Μὰ ὁ ἅγιος μὲ θάρρος τοῦ ἔλεγε: “Χτύπα γιὰ τὴν πίστη”! Ὁ φονιὰς τότε γύρισε τὴ μαχαίρα του ἀπὸ τὸ κοφτερὸ μέρος, κι ἄρχισε νὰ τοῦ κόβει τὸ λαιμὸ λίγο-λίγο, γιὰ νὰ προλάβει, ἂν πονέσει, νὰ μετανιώσει καὶ ν’ ἀλλοξοπιστήσει, ἀλλὰ μάταια, γιατί ὁ ἅγιος ὁλοένα καὶ δυνατώτερα φώναζε: “κτύπα, γιὰ τὴν πίστη”! Τότε ὁ δήμιος χτύπησε τὸν Ἅγιο μὲ ὅλη του τὴ δύναμη κι ἔκοψε τὴν τιμία κεφαλή του, ἐνῶ ἡ ψυχή του, στεφανωμένη μέσα στὸ αἷμα τοῦ μαρτυρίου, ἀνέβαινε ν’ ἀναπαυθεῖ στὶς αἰώνιες σκηνὲς τῶν δικαίων τοῦ Θεοῦ1.

ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΑ: Στὴν πρώτη κολώνα τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς στὴν Ἀθήνα, διακρινόταν τὸ ἀκόλουθο ἐπιγραφικὸ χάραγμα: «1771 Ἰουλίου 9 ἀπεκεφαλίσθη ὁ Πακνανᾶς Μιχάλης». Τὸ μοναδικὸ παρεκκλήσι σ’ ὅλη τὴν Πρωτεύουσα ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο νεομάρτυρα Μιχαὴλ βρίσκεται στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἀναλήψεως Κυρίου Νέου Κόσμου (Λαγουμιτζῆ καὶ Ντελακρουά), ὅπου κατὰ τὴν παράδοση στὴν περιοχὴ αὐτὴ βρίσκονταν οἱ κῆποι τοῦ Ἁγίου. Τὸ 2003 ὁ Μιχαὴλ ὁ Κηπουρὸς ἀνακηρύχθηκε προστάτης τῶν διαιτολόγων καὶ διατροφολόγων. Πρὸς τιμήν του, ἕνας ἀπὸ τοὺς κεντρικότερους δρόμος στὴ συνοικία τῆς Ἀθήνας «Νέος Κόσμος» φέρει τὸ ὄνομά του (Ὁδὸς Μπακνανᾶ), καθὼς καὶ ἡ παρακείμενη στάση τοῦ τράμ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α´

Τοῦ δολίου πατήσας εὐθαρσῶς τὰ φρυάγματα ἐν ἐσχάτοις ἔτεσι, μάκαρ, Ἰησοῦν ὡμολόγησας, αἱμάτων σου δὲ ῥείθροις, Μιχαήλ, ἡγίασας τὴν γῆν τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὑπόδειγμα ἐδείχθης ἅπασιν εὐσεβέσι, πίστει κράζουσι· Δόξα τῷ ποιητῇ σου καὶ Θεῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ποδηγέτην σε στερρὸν ἡμῖν δωρήσαντι.”

 

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓ. ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ἐκ ΡΑΨΑΝΗΣ

Ὁ ἅγ. Νεομάρτυς Γεώργιος ἐκ Ραψάνης
(05.03.1818)

τοῦ Κων. Αθ. Οἰκονόμου δασκάλου

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ: Ὁ Νεομάρτυρας ἅγιος Γεώργιος γεννήθηκε στὴ Ραψάνη τὸ 1798 ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Χατζη-Λάσκαρης καὶ ἡ μητέρα τοῦ Σμαράγδα Σακελλαρίδου. Στὴν παλαιὰ ἀργυρὴ λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου (19ου αἰ.) διαβάζουμε κατὰ λέξη: «Ο ΕΝΔΟΞΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΘΛΗΣΑΣ ΕΝ ΤΥΡΝΑΒῼ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 1818 ΕΠΙ ΒΑΛΗ ΠΑΣΙΑ ΥΙΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΙΑ ΗΤΟΝ ΥΙΟΣ ΧΑΤΖΗ ΛΑΣΚΑΡΕΩΣ ΥΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΕΙΟΥ ΨΑΛΤΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΣ ΣΜΑΡΑΓΔΑΣ ΘΥΓΑΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΟΥ».

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μορφώθηκε στὴ φημισμένη ὑψηλοῦ ἐπιπέδου Σχολὴ τῆς γενέτειράς του (στὴν ὁποία δίδασκε ὁ ἱερέας Χριστόδουλος Καραζήσης, γαμπρὸς τοῦ Ἁγίου, σύζυγος πιθανῶς τῆς ἀδελφῆς τοῦ Γεωργίου, Μαρίας) καὶ τὸ 1816 ἀνέλαβε τὸ λειτούργημα τοῦ δασκάλου στὴν ἴδια Σχολή. Ἐκεῖνα τὰ δύσκολα χρόνια ἡ Σχολὴ αὐτὴ ἦταν πνευματικὸς φάρος γιὰ ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ τῆς Θεσσαλίας. Εἶχε ἱδρυθεῖ πιθανότατα ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Λυκοστομίου καὶ Πλαταμώνα, Διονύσιο. Μεταξὺ τῶν φιλοξενουμένων μαθητῶν ἦταν κι ἕνα Τουρκόπουλο ἀπὸ τὸ χωριὸ Ντερλὴ (Γόννοι) ποὺ τὸ εἶχαν στείλει οἱ γονεῖς του ὡς οἰκότροφο στὴ Ραψάνη. Ὁ μικρὸς Μωαμεθανός, προσαρμοζόμενος γρήγορα στὸ κλίμα τοῦ Σχολείου καὶ ἐνθαρρυνόμενος ἀπὸ τὸν εὐσεβῆ δάσκαλο, γοητεύτηκε ἀπὸ τὴν ἑλληνορθόδοξη Παιδεία, ἐνῶ συγχρόνως ὁ ἔνθεος ζῆλος τοῦ δασκάλου κατέκτησε τὴν ἄδολη ψυχή του. Ἔφτασε στὸ σημεῖο, μάλιστα, νὰ ὑποτιμᾶ καὶ νὰ περιφρονεῖ τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια τοῦ Ἰσλαμισμοῦ, ἐνῶ ἀντίθετα τιμοῦσε τὴν πίστη τῶν Ἑλλήνων. Κι ὅλα αὐτὰ γιατί ὁ Γεώργιος εἶχε καταφέρει νὰ ἐμφυσήσει στὴν ψυχή του τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Οἱ γονεῖς τοῦ μικροῦ Μουσουλμάνου, βλέποντας ὅτι ὁ γιός τους ἑτοιμαζόταν νὰ ἀλλαξοπιστήσει, δὲν ἄντεξαν τὴ “ντροπὴ” καὶ ἔβαλαν κάποιους ὁμοεθνεῖς τους νὰ πᾶνε στὴ Ραψάνη καὶ νὰ συλλάβουν τὸν ὑποκινητὴ τῆς μεταστροφῆς τοῦ μικροῦ. Τὸν συνέλαβαν μέσα στὴ Σχολὴ καὶ τὸν ὁδήγησαν δέσμιο νὰ δικαστεῖ στὴν ἕδρα τοῦ Βελὴ παςᾶ, ποὺ εἶχε ἀναλάβει τὰ ἡνία στὴν τυραννία τῆς Ἀν. Θεσσαλίας ἀπὸ τὸν πατέρα του Ἀλῆ πασᾶ, ἀπὸ τὸ 1811. Ἡ κατηγορία ποὺ βάραινε τὸν Γεώργιο ἦταν μία καὶ μοναδική: «ἐκχριστιανισμὸς μουσουλμανόπαιδος»1.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Φυσικὰ ἡ δικαστική… διαδικασία ἦταν συνοπτικὴ καὶ ἡ ἐτυμηγορία τῶν δικαστῶν προαποφασισμένη: “θάνατος μὲ μαρτύριο”. Ὁ Γεώργιος ρίχτηκε ἀρχικὰ γυμνὸς σὲ καυτὸ λουτρό, ἐν συνεχείᾳ τρυπήθηκε μὲ σιδερένια νύχια, ἀκολούθησε τὸ πετάλωμα τῶν ποδιῶν του, γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ πρώτη φάση τοῦ μαρτυρίου του μὲ διαπόμπευση στοὺς δρόμους τοῦ Τυρνάβου. Ἔπειτα τὸν κάρφωσαν σὲ στύλο καὶ ἀφοῦ τὸν ἔδεσαν μὲ σκοινιὰ βουτηγμένα σὲ πίσσα καὶ πετρέλαιο, τοῦ ἔβαλαν φωτιά. Ὁ ἅγιος Νεομάρτυρας πρὸς ἀπογοήτευση τῶν Ἀγαρηνῶν, ὄχι ἁπλῶς δὲν πέθανε, ἀλλὰ δὲν ὑπέστη, χάρι στὴ Θεία Χάρη καὶ βοήθεια, τὸ παραμικρὸ ἔγκαυμα! Στὶς ἱστορήσεις τῶν εἰκόνων παρουσιάζονται καὶ ἄλλες σκηνὲς βασανισμῶν, ὅπως στραγγαλισμοί, ἐξαρθρώσεις, κτυπήματα μὲ τὸ σπαθί, τοποθέτηση πυρακτωμένου σιδερένιου στεφανιοῦ πάνω στὸ γυμνὸ σῶμα τοῦ Νεομάρτυρος. Ἐξοργισμένοι οἱ Ὀθωμανοί, ἐν τέλει, ὁδήγησαν τὸν Γεώργιο στὴ γέφυρα τοῦ Τυρνάβου, ὅπου καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου του ἦταν ἡ 5η Μαρτίου 1818, ἡμέρα Τρίτη, μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Πάνω στὸ ἄνθος τῆς νιότης του, ὁ εἰκοσάχρονος ἀθλητὴς τῆς πίστης τοῦ Χριστοῦ, πορεύτηκε πρὸς τὴν ἐπουράνια καὶ αἰώνια Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν στεφανωμένος, θριαμβευτής, Μάρτυρας. Τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου ἐνταφιάστηκε στὸ σημεῖο τοῦ μαρτυρίου του, κάτω ἀπὸ τὴ γέφυρα τοῦ Τυρνάβου. Ὁ ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης ἔγραψε: «Τὰ τίμια λείψανα θέλει δοξάσει (ὁ Θεὸς) ἐδῶ κάτω εἰς τὴν γῆν ἢ μὲ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ Φωτός του ἢ καὶ μὲ ἄλλα σημεῖα καὶ θαύματα, καθὼς ἤθελε κρίνει ἡ θεία δικαιοσύνη Του, ἢ τὸ ὀλιγώτερον ὀλιγώτερον θέλει τὰ τιμήση μὲ τὴν παρὰ τῶν Χριστιανῶν προσκύνησιν καὶ εὐλάβειαν». Πραγματικά, τὴν πρώτη νύχτα τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ Ἁγίου, οἱ σκοποὶ τῶν ὀθωμανικῶν στρατώνων, ποὺ βρίσκονταν στὴν περιοχή, ἀντίκρισαν μία τεράστια στήλη φωτὸς νὰ σημαδεύει τὸν τάφο τοῦ Γεωργίου. Ὅταν ἀναφέρθηκε τὸ παράδοξο αὐτὸ θαῦμα στὸ Βελή, ἐκεῖνος διέταξε νὰ καλέσουν ἀπὸ τὴ Ραψάνη, τὸ συντομότερο, τοὺς συγγενεῖς του Ἁγίου γιὰ νὰ ξεθάψουν καὶ νὰ παραλάβουν τὸ λείψανο, πλὴν τῆς κάρας τοῦ Ἁγίου πού, πιθανῶς, ἐξαφάνισαν οἱ Ὀθωμανοί. Πραγματικὰ μὲ εὐλάβεια καὶ κατάνυξη τὰ ἱερά του λείψανα μεταφέρθηκαν στὴ Ραψάνη. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ αὐτὰ μετακομίσθηκαν ἀπὸ τὸ κοιμητήριο τῆς Ραψάνης, τὸ ὁποῖο ἦταν στὸ χῶρο γύρω ἀπὸ τὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὴν ἀρχοντικὴ οἰκία Καραζήση ποὺ βρισκόταν κοντά. Τὰ τελευταῖα ἔτη ἀναγέρθηκε Ἱερὸς Ναὸς πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου προστάτη τῆς Ραψάνης ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν πιστῶν, μάλιστα δὲ τῶν ὀρθοδόξων ἐκπαιδευτικῶν. Ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴ μνήμη του τὴν 5η τοῦ Μαρτίου.

«Νέον μάρτυρα, Ραψάνης γόνον καὶ Τυρνάβου δὲ δόξαν καὶ κλέος, τὸν Γεώργιον ἐν ὕμνοις καταστέψωμεν».

  1. Μητροπ. Κ. Αφρικῆς Ἰγνατίου Μανδελίδη, «Ὁ Νεομάρτυς Γεώργιος ὁ Ραψανιώτης (1818), ἔκδ. β´, ἐκδ. «Σωτήρ», Ἀθῆναι 2000.

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ὁ ΚAΛΦΑΣ

γιος Νεομάρτυρας ωάννης Κάλφας1 (26.2.1575)

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου,
δάσκαλο, συγγραφέα

“Πληγὰς ἀριθμεῖν μὴ Ἰωάννη θέλε,
Σκηνὰς δὲ μᾶλλον, ἃς ἔχει ἔνδον πόλος”.

ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΕΡΓΑΣΙΑ: Ὁ Ἰωάννης ἦταν ἕνας τεχνίτης τῆς πέτρας, εἰδικὸς στὰ σκαλίσματα, ἀπὸ τὸ Γαλατὰ τῆς Πόλης. Συχνὰ ἐργαζόταν στὸ σαράι τοῦ σουλτάνου, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἀγάδες τὸν ἔπαιρναν καὶ ἔκτιζε τὰ ἀκριβὰ σπίτια τους.

ΜΙΑ ΧΑΡΗ ΣΕ ΕΝΑ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΠΑΙΔΑ: Ὡς χαρακτήρας ὁ Ἰωάννης ἦταν ταπεινὸς καὶ ἐλεήμων. Ὀρφανὰ πάντρευε, φυλακισμένους ἐλευθέρωνε καὶ κατὰ τὸν Ἅγιο Νικόδημο, πολλὲς ἄλλες καλοσύνες ἔκανε. Κάποτε ἕνας ἀγὰς τοῦ ἔδωσε ἕνα παιδί, τὸν ἀνηψιό του, ποὺ εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς ἐπαρχίες, γιὰ νὰ τοῦ μάθει τὴν τέχνη τοῦ σκαλίσματος. Μπαινοβγαίνοντας ὅμως τὸ παιδὶ μὲ τὸν Ἰωάννη συχνὰ στὸ παλάτι, εἶδε ἐκεῖ τὰ παιδιά, τὰ λεγόμενα ἀπὸ αὐτοὺς “ἰτζ ὀγλάν”, πὼς ἦταν σὲ μεγάλη ὑπόληψη καὶ περνοῦσαν εὐχάριστα καὶ διασκεδαστικά, χωρὶς νὰ τοὺς λείπει τίποτε, καὶ θέλησε καὶ αὐτὸ νὰ συμπεριληφθεῖ σ’ αὐτά. Γι’ αὐτὸ πῆγε στὸ θεῖο του ἐκεῖνον καὶ τοῦ λέει: “Σὲ παρακαλῶ, νὰ μὲ βάλεις στὸ σαράι τοῦ βασιλιᾶ”. Τότε ὁ Ἀγὰς παρακάλεσε τὸν Ἰωάννη καὶ διὰ μέσου αὐτοῦ τὸν ἔβαλε στὸ βασιλικὸ σαράι. Καὶ σὲ λίγο καιρὸ ἀνέβηκε σὲ ἀξίωμα τὸ παιδί, ἀγαποῦσε ὅμως καὶ τὸν Ἰωάννη τὸν μάστορά του πάρα πολύ. Διότι αὐτὸς ἔγινε ἡ αἰτία καὶ ἔλαβε τὸ ἀξίωμα.

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙ ΙΣΛΑΜ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥ: Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια, μία ἡμέρα λέει στὸν Ἰωάννη: “Ἐπειδὴ ξέρεις γράμματα, σὲ παρακαλῶ, νὰ μοῦ πεῖς πῶς μπορεῖς νὰ βρεῖς στὰ βιβλία σας γραμμένα τὰ σχετικὰ μὲ τὸν δικό μας προφήτη, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἐποίησε τὸν κόσμο καὶ ὅλα τὰ ἄλλα”. Ὅμως, ὁ Ἰωάννης τοῦ εἶπε ἀποθαρρυντικά: “Σὲ παρακαλῶ, γι’ αὐτὰ μὴ μὲ πειράξεις, μόνο ἂν ἔχεις ἄλλα λόγια, λέγε μου. Τὰ σχετικὰ μὲ τὴν πίστη, μὴ μοῦ τὰ ρωτᾶς”. Ὅμως, ὁ νεαρὸς ἐπέμενε: “Μὰ τὸ ψωμὶ τοῦ Βασιλιᾶ ποὺ τρώω καὶ μὰ τὴν στερεὰ ἀγάπη, ποὺ ἔχουμε, δὲν θὰ σοῦ κάνω κακὸ καὶ μὴ φοβηθεῖς νὰ μοῦ πεῖς”. Ὁ Ἰωάννης δείχνοντας ἐμπιστοσύνη στοὺς ὅρκους του καὶ στὴ φιλία ποὺ εἶχαν, ἀποκρίθηκε καὶ κατὰ τὸ βιογράφο τοῦ Ἰωάννη, τὸν Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, τοῦ εἶπε: “Ἐπειδὴ μὲ ρωτᾶς, θὰ σοῦ πῶ τὴν ἀλήθεια· Ἕνας εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἐνῶ ὁ Μωάμεθ, στὸν ὁποῖο πιστεύετε ἐσεῖς, ἦταν ἄνθρωπος θνητός, ἀγράμματος, καὶ στὸν κόσμο τοῦτο δὲν ἔκαμε κανένα καλὸ ἔργο, ἀλλὰ οὔτε κανένα θαῦμα ἔκανε τότε ποὺ ζοῦσε, σὰν τοὺς ἄλλους προφῆτες τοῦ Θεοῦ, τοὺς ὁποίους ἔχουμε ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, μόνο ἐσεῖς τὸν κάνατε μεγάλο καὶ τὸν ἔχετε γιὰ προφήτη. Δὲν ἦταν ἐκεῖνος προφήτης, ἀλλὰ πολέμιος τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ τὰ μυθολογήματα καὶ τὰ παραμύθια του, φάνηκε ἀρεστὸς στὸν ἁπλὸ καὶ ἀπαίδευτο λαὸ καὶ τὸν ἀκολούθησαν, ὅπως εἶχε προφητευθεῖ γιὰ κεῖνον, ὅτι θὰ ἔλθει νὰ πλανέψει τὸν κόσμο”.

ΔΙΩΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΕΣ: Μόλις τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ εὐεργετηθεὶς ἀπὸ τὸν Ἰωάννη νέος, μετέβαλε τὴ φιλία σὲ ἔχθρα. Ὁπότε, φωνάζοντας καὶ ἄλλους Μωαμεθανούς, τὸν ἔδειραν ἀνελέητα καὶ τὸν πῆγαν στὸ δικαστὴ κατηγορώντας τον ὅτι βλασφήμησε ἐναντίον τῆς πίστεώς τους. Καὶ ὁ δικαστὴς ὅρισε καὶ τὸν ἔδειραν δυνατά, ἔπειτα τὸν φυλάκισαν καὶ τὸν βασάνιζαν, γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ πιστέψει στὴν πίστη τους. Ὁ Ἰωάννης ὅμως στάθηκε ἀνδρεῖος, σὰν γενναῖος στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ καὶ τοὺς λέει: “Δὲν ἀρνοῦμαι ἐγὼ τὸν γλυκύτατό μου Ἰησοῦ Χριστό. Ἀλλὰ αὐτὸν πιστεύω, αὐτὸν λατρεύω, αὐτὸν ὁμολογῶ τέλειο Θεὸ καὶ τέλειο ἀνθρωπο”.

ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΤΕΡΓΑ ΣΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Βλέποντας οἱ “γιοὶ τῆς Ἄγαρ” τὸ ἀμετάθετο τῆς γνώμης του, τὸν ἔβαλαν στὰ κάτεργα στέλνοντάς τον στὴν Μαύρη θάλασσα. Ἕξι μῆνες ἀργότερα, ὅταν διατάχθηκε νὰ τὸν φέρουν πίσω στὴν Πόλη, τὸν ἔβαλαν πάλι στὴ φυλακὴ καὶ τὸν βασάνιζαν ἐπὶ τρεῖς μῆνες. Ὅταν εἶδαν πὼς δὲν μποροῦν νὰ τὸν κάνουν νὰ ἀλλαξοπιστήσει, οὔτε κὰν νὰ τὸν ταρακουνήσουν ἀπὸ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, τὸ εἶπαν στὸν Βεζίρη καὶ ὁ Βεζίρης πρόσταξε τὸν ἔπαρχο καὶ τὸν πῆγε στὸν τόπο τῆς καταδίκης. Ἐκεῖ στὸ “ἐργὰτ παζάρι2”, κοντὰ στὸ μπεζεστένι τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἦταν ἡ 26η Φεβρουαρίου τοῦ 1575, ἡμέρα Κυριακή. Ἔτσι ὁ Ἰωάννης ὁ Κάλφας ἔλαβε τοῦ Μαρτυρίου τὸ στέφανο καὶ χαίρεται τώρα στὸν χορὸ τῶν Μαρτύρων, δίπλα στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖ ψηλὰ στὶς Σκηνὲς τῶν Δικαίων τῆς Θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ: Γράφει ὁ βιογράφος τῶν Νεομαρτύρων, Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης3, ὅτι τὸ μαρτύριο τοῦ Ἰωάννου μὲ “συντομία καὶ ὀρθότητα τὸ ἔγραψε ὁ παπα-Ἀνδρέας καὶ μέγας οἰκονόμος, ποὺ ἦταν τότε στὴν Βλάγκα, στὸ ναὸ τῶν ὁσίων καὶ θεοφόρων πατέρων μας Θεοδώρου καὶ Θεοφάνους τῶν Γραπτῶν καὶ αὐταδέλφων”. Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ πάπα-Ἀνδρέας μετέδωσε τὴν Ἁγία Κοινωνία, μέσα στὸ δεσμωτήριο στὸν Μάρτυρα, λίγο πρὶν τὸ ταξίδι του στοὺς Οὐρανούς. Μὲ τοῦ Ἰωάννου τὶς πρεσβεῖες ἂς ἀξιωθοῦμε καὶ ἐμεῖς αὐτῆς τῆς οὐρανίου Βασιλείας. Ἀμήν.

—————-

1. Κάλφας, στὴν τουρκικὴ γλῶσσα σημαίνει στὴν κυριολεξία τὸν μαθητευόμενο τεχνίτη [οἰκοδόμο, ράφτη, τεχνίτη, κ.ἄ.]

2. Τὸ λεγόμενο καὶ Δημοπρατήριο.

3. Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τ. Γ΄, ἔκδ. Συνοδεία Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Ἱερὰ Καλύβη «Ἅγιος Σπυρίδων Α΄» Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος, σ. 405-407.

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓ. νέος ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΗΤΑΣ ὁ Ἁγιορείτης

Ὁ ἁγιορείτης ἅγιος Νικήτας [Ἀρβανίτης]
ὁ Ἠπειρώτης νέος Ἱερομάρτυρας [19.2.1806]

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλο

Ο ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΗΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ: Ὁ Ἅγιος Νικήτας καταγόταν ἀπὸ τὴ σκλάβα Βόρειο Ἤπειρο, ὅπου καὶ γεννήθηκε κοντὰ στὸ 1760. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸ Χριστὸ ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ἄφησε τὰ ἐγκόσμια καὶ πῆγε στὸ “Περιβόλι τῆς Παναγίας”, στὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ συγκεκριμένα στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου ἐκάρη καὶ ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα τοῦ μοναχοῦ. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, λίγα χρόνια ἀργότερα χειροτονήθηκε διάκονος καὶ τέλος ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης στὴν Ἱερὰ Μονὴ Παντελεήμονος.

ΚΗΡΥΤΤΟΝΤΑΣ ΛΟΓΟ ΘΕΟΥ: Μετὰ ἀπὸ πολλὴ προσευχὴ καὶ μὲ τὶς εὐχὲς τῶν Πατέρων τῆς Σκήτης, ξεκίνησε γιὰ τὸν μεγάλο ἀγώνα νὰ βοηθήσει τοὺς σκλαβωμένους ἀδελφοὺς τῶν Σερρῶν καὶ τῆς Δράμας, νὰ μείνουν σταθεροὶ στὴν πίστη πρὸς τὸν ἀληθινὸ Θεό. Βλέποντας οἱ Τοῦρκοι στὸ πρόσωπό του τὸν μεγάλο ἀντίπαλο ἐνάντια στὴν ἐξάπλωση τοῦ ἐξισλαμισμοῦ, τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ τῶν Σερρῶν μὲ τὴν κατηγορία ὅτι κηρύττοντας τὸν Χριστὸ σὰν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ τὸ Μωαμεθανισμὸ σὰν λαθεμένη θρησκεία, χαρακτήριζε τὸν ἱδρυτή της, Μωάμεθ, πλάνο.

ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Στὴ σκοτεινὴ φυλακὴ τῶν Σερρῶν ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια, ὅπως ὄσφρηση φωτιᾶς ἀπὸ τὴ μύτη, ἀκάνθινο στεφάνι στὸ κεφάλι, καλαμένιες ἀκίδες στὰ νύχια του καὶ τὸ πιὸ βασανιστικό: κάψιμο στὰ ἀπόκρυφα μέλη του. Ὁ Νικήτας ὅμως, μὲ θαυμαστὴ σταθερότητα, συνεχῶς ὁμολογοῦσε τὴν πίστη του στὸ Χριστό. Τελικά, στὶς 19 Φεβρουαρίου 1806 μ.Χ., τὸν κρέμασαν καὶ ἔτσι δέχτηκε τὸ στεφάνι τῆς ἀφθαρσίας. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου του.

, ,

Σχολιάστε

Ο «ΜΑΡΤΥΣ τῆς ΚΥΡΙΑΚΗΣ» ΔΑΜΙΑΝΟΣ ὁ ΝΕΟΣ

σιομάρτυρας Δαμιανς Νέος (14.02.1568)
[Ὁ μάρτυρας τῆς Κυριακῆς]
τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου δασκάλου

ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ὁ Δαμιανὸς γεννήθηκε στὸ Μυρίχοβο τῶν Ἀγράφων γύρω στὸ 1500. Νέος, ἀφοῦ ἐκάρη μοναχὸς στὴν ἁγιορείτικη Ἱ. Μ. Φιλοθέου, ἀναχώρησε γιὰ ἔρημους τόπους τοῦ Ὄρους. Ἐκεῖ, ὑποτασσόμενος σὲ κάποιον πατέρα Δομέτιο, ἔζησε ἄκρως ἀσκητικὸ βίο, προετοιμαζόμενος γι’ αὐτὸ ποὺ ὁ Κύριος τὸν προόριζε. Τρία ἔτη ἀργότερα, ὁ Ὅσιος ἄκουσε μία φωνὴ νὰ τοῦ λέει: «Δὲν πρέπει νὰ ἀναζητᾶς μόνο τὸ συμφέρον σου ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων». Ἔτσι ἀναχώρησε στὰ χωριὰ τοῦ Ὀλύμπου καὶ κήρυττε ἐπανευαγγελίζοντας τοὺς «ραγιάδες». Κάποιοι ὅμως «Χριστιανοὶ» τὸν ἀποκαλοῦσαν πλάνο καὶ τὸν κατέτρεχαν. Ὁ ἴδιος δὲν ἀπαντοῦσε στὶς κατηγορίες καί, γιὰ νὰ εἰρηνεύσουν οἱ ἀμφισβητίες, ἀναχώρησε περιοδεύοντας σὲ χωριὰ τῆς Ὄσσας, κηρύττοντας θεῖο Λόγο. Κυνηγημένος ὅμως κι ἀπὸ ᾽κεῖ δίδαξε στὰ χωριὰ τῶν Ἀγράφων, ἀπ᾽ ὅπου καὶ καταγόταν. Ἐκεῖ, κατὰ τὴν παράδοση, ἔκτισε τὴν Μονὴ Παναγίας Πελεκητῆς. Ὅμως οὔτε καὶ ἐκεῖ, συνεργεῖα τοῦ διαβόλου, ἔγινε δεκτός. Τότε ἀναχώρησε ξανὰ γιὰ τὴν Ὄσσα. Στὸ χωριὸ Σελίτσανη (Ἀνατολὴ) βρῆκε ὁ Ἱεραπόστολος ἐπιδεκτικὲς ψυχές. Ἐκεῖ, παρέμεινε ἐργαζόμενος, ἐνῶ βρῆκε πόρους, ὥστε νὰ κτίσει ἕνα μοναστήρι, τὸν Τίμιο Πρόδρομο. Στὴ Μονὴ καὶ στὸ ἀσκηταριό του, ποὺ σώζεται ὣς σήμερα, πήγαιναν πολλοὶ κάτοικοι τῶν γύρω χωριῶν γιὰ νὰ ἀκούσουν τὰ κηρύγματά του καὶ νὰ πάρουν τὴ συμβουλή του.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΕΡΙ ΚΥΡΙΑΚΗΣ – ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ: Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1568, ἐνῶ δίδασκε στὴ Βουλγαρινὴ (Ἔλαφο) συνελήφθη ἀπὸ Ὀθωμανούς, ποὺ τὸν ἔστειλαν στὸ μουλὰ (δικαστὴ) τῆς Λάρισας μὲ τὴν κατηγορία ὅτι ἐμπόδιζε τοὺς Χριστανοὺς νὰ πουλᾶνε καὶ νὰ ἀγοράζουν τὶς Κυριακές, (ἡ Κυριακὴ γιὰ τὸ ὀθωμανικὸ κράτος δὲν ἦταν ἀργία, ἀντίθετα Σάββατα καὶ Παρασκευές, ἱερὲς μέρες γιὰ Ἑβραίους καὶ Μουσουλμάνους, δὲν ὀργανώνονταν ἀγορὲς) καθὼς καὶ ὅτι τοὺς στερέωνε στὴν πίστη. Κα ποῦ νά ᾽ξερε σιος τι σήμερα, χωρς Τουρκοκρατία, καταργήθηκε ργία τς Κυριακς, τσι πλά! Κι αὐτὸ εἶναι ἕνα μέτρο ποὺ ἀποσκοπεῖ στὴν ἀποδόμηση τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, στὴν ἀποϊεροποίηση τῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων καὶ τὴν κατάργηση τῆς Κυριακῆς ὡς ἡμέρας ἀφιερωμένης στὸ Θεό. Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, πιστὸς στὴ διδασκαλία τοῦ Δαμιανοῦ, ἔλεγε δύο αἰῶνες ἀργότερα: «Πρέπει νὰ χαιρώμεθα περισσότερο τὴν Κυριακή, ποὺ εἶναι ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ μας. Νὰ ἐργαζώμεθα τὶς ἕξι ἡμέρες γιὰ τὰ μάταια, γήινα καὶ ψεύτικα, καὶ τὴν Κυριακὴ νὰ πηγαίνουμε στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ στοχαζώμεθα ἁμαρτίες, θάνατο, κόλαση, παράδεισο, τὴν ψυχήν μας καὶ ὄχι νὰ ἐργαζόμεθα καὶ νὰ πραγματευόμεθα. Τὸ κέρδος τῆς Κυριακῆς εἶναι κατηραμένο, βάνετε φωτιὰ καὶ κατάρα στὸ σπίτι σας καὶ ὄχι εὐλογίαν» (Διδαχ.Δ´). Ὅμως οἱ κοσμικοὶ στὸ φρόνημα ἄρχοντες, σήμερα οὔτε κὰν προβληματίζονται, ἀφοῦ ἡ ζωή τους περιστρέφεται γύρω ἀπὸ δεῖκτες καὶ ἀδιαφοροῦν ἂν ὁ λαὸς λιμοκτονεῖ. Χρηματιστήρια, τράπεζες, χρυσός, μοναδικὴ μέριμνά τους. Ἐγκλωβισμένοι στὴν παγίδα τοῦ κακοῦ ἐκλαμβάνουν τὸν πλοῦτο ὡς δρόμο εὐτυχίας. Σήμερα, τύποις «χριστιανοὶ» ἄρχοντες τοῦ κόσμου τούτου διαγράφουν ἀπὸ τὴ ζωή μας τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Στὴ Λάρισα ὁ Ὅσιος Δαμιανὸς ξυλοκοπήθηκε ἄγρια, τοῦ φόρεσαν βαριὲς ἁλυσίδες σὲ λαιμὸ καὶ πόδια, ἐνῶ ρίχτηκε στὴ σκοτεινὴ φυλακή. Γιὰ 15 μέρες ὑποβαλλόταν σὲ συνεχῆ βασανιστήρια γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του. Τελικά, ὁ δικαστής, ἐξαγριωμένος ἀπὸ τὴν ὑπομονὴ τοῦ Ἁγίου, διέταξε τὴν 14η Φεβρουαρίου 1568, νὰ τὸν κρεμάσουν στὴ “φούρκα”. Οἱ δήμιοι τὸν κρέμασαν στὴν περιοχὴ Ξυλοπάζαρο τῆς Λάρισας (στὴν ἀρχὴ τῆς ὁδοῦ Βενιζέλου, πρὸς τὸ ποτάμι). Καθὼς ὅμως κάποιος βάρβαρος Ὀθωμανὸς τὸν χτύπησε μὲ τσεκούρι στὸ κεφάλι, κόπηκε τὸ σκοινί. Στὴ συνέχεια, ἡμιθανής, ρίχτηκε στὴν πυρά. Τὸ μεσημέρι τῆς ἴδιας μέρας, ὅλα εἶχαν τελειώσει. Τὴ στάχτη του τὴν ἔριξαν στὸν Πηνειό. Φοβοῦνταν οἱ Ὀθωμανοὶ καὶ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, ἐπειδὴ γνώριζαν τὴν τιμὴ ποὺ ἀπονέμουν οἱ Χριστιανοὶ στὰ Ἅγια Λείψανα. Ἤξεραν ὅτι ἡ ὕπαρξή τους θὰ διαιώνιζε τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου. Κι αὐτὴ τὴν μνήμη ἤθελαν νὰ ἐξαλείψουν. Δὲν τὸ κατόρθωσαν. Ἔτσι ἔλαβε ὁ Ὁσιομάρτυρας Δαμιανὸς τὸν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου.

Ἀπολυτίκιο
Εὐφράνθητι σήμερον, ἡ ἐν Κισσάβῳ Μονή,
καὶ Λάρισα σκίρτησον, Δαμιανοῦ ἡ σεπτὴ πανήγυρις, πάρεστι,
δεῦτε οὖν καὶ συμφώνως, ἐν αὐτῇ τῷ Σωτῆρι,
ἄσωμεν ἐν αἰνέσει, τοῦτον ἀνευφημοῦντες, αὐτοῦ ταῖς ἱκεσίαις,
ὅπως σωζώμεθα.

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ὁ ΚΗΠΟΥΡΟΣ

γιος νεομάρτυς Χρστος Κηπουρς
(12.2.1748)
ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου,
δάσκαλο.

“Tμηθεὶς ὁ Χρῆστος δι’ ἀγάπην Κυρίου,
Κηπουρὸς ὤφθη τῆς Ἐδὲμ τοῦ χωρίου.”

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ: Ὁ ἅγιος Χρῆστος γεννήθηκε στὴν Ἀλβανία, ἀλλὰ ἐργαζόταν, ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν 40 ἐτῶν, τὸ ἐπάγγελμα τοῦ κηπουροῦ καὶ τοῦ πωλητῆ ἀγροτικῶν προϊόντων ζώντας στὴν Κωνσταντινούπολη.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣΗ: Μία μέρα, ἐνῶ πουλοῦσε τὰ μῆλα του στὴν ἀγορὰ τῆς Κωνσταντινούπολης, ἦλθε ἕνας Τοῦρκος, ποὺ ἀπαιτοῦσε νὰ ἀγοράσει τὰ μῆλα του σὲ ἐξευτελιστικὴ τιμή. Ὁ Ἅγιος ἀντιστάθηκε σ’ αὐτὴ τὴν ἀδικία καὶ τελικὰ κατέληξαν σὲ φιλονικία. Ὁ Τοῦρκος θύμωσε καὶ θέλοντας νὰ τὸν ἐκδικηθεῖ πῆγε σὲ ἕναν δικαστὴ καὶ τοῦ εἶπε ψευδῶς ὅτι ἄκουσε τὸν Ἅγιο νὰ λέει ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ γίνει Μωαμεθανός.

ΑΠΟ ΤΟN ΔΙΚΑΣΤΗ ΣΤΗN ΦΥΛΑΚΗ: Ὁ κριτὴς κάλεσε τὸν Ἅγιο καὶ τὸν ρώτησε ἂν ἡ κατηγορία αὐτὴ ἦταν ἀληθινή. “Γιὰ τ’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ”, ἀπάντησε ὁ φτωχὸς κηπουρός, “ποτὲ δὲν εἶπα τέτοιο λόγο. Ἐγὼ εἶμαι Χριστιανὸς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀλλάξω τὴν πίστη μου ἀκόμη καὶ ἂν πάθω χίλια βάσανα”. Τότε ὁ κριτής, ποὺ δὲν πίστεψε ὅτι ὁ Ἅγιος συκοφαντήθηκε, διέταξε καὶ τὸν χτύπησαν δυνατὰ μὲ ραβδιά. Τοῦ κατάφεραν μάλιστα ἕνα τόσο δυνατὸ χτύπημα στὸ κεφάλι, ὥστε ὁ Ἅγιος αἱμορραγοῦσε γιὰ πολλὴ ὥρα. Μετὰ τὸν ἔδεσαν, τὸν ἔβαλαν στὴ φυλακὴ καὶ τοῦ ἕσφιξαν τὰ πόδια στὸ τιμωρητικὸ ξύλο, τὸ λεγόμενο τομπρούκι, (εἰδικὸ ξύλο ποὺ ἦταν καρφωμένο στὸ πάτωμα τῆς φυλακῆς μὲ τρύπες γιὰ τὰ πόδια), γιὰ νὰ μὴν μπορεῖ καθόλου νὰ κινηθεῖ.

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΠΤΗ ΚΑΙΣΑΡΙΟΥ ΔΑΠΟΝΤΕ: Στὴ φυλακὴ ἔτυχε νὰ βρίσκεται καὶ ὁ λόγιος συγγραφέας Καισάριος Δαπόντες (1713-1784) ἀπὸ τὴ Σκόπελο, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε μοναχὸς στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ξηροποτάμου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τὸν λυπήθηκε καὶ κατάφερε νὰ πείσει τοὺς δεσμοφύλακες νὰ τὸν ἐλευθερώσουν ἀπὸ τὸ ξύλο, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ κινηθεῖ λίγο. Κατόρθωσε νὰ τοῦ βρεῖ καὶ λίγο φαγητὸ καὶ τοῦ τὸ προσέφερε. “Εὐχαριστῶ”, τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος, “ἀλλὰ γιατί νὰ φάω; Μήπως πρόκειται νὰ ζήσω; Ἂς ἀποθάνω, λοιπόν, γιὰ τὸν Χριστό μου πεινασμένος καὶ διψασμένος”. Ἔπειτα ἔβγαλε καὶ ἔδωσε ἕνα κέρμα ποὺ εἶχε στὴ ζώνη του στὸν Καισάριο καὶ τοῦ εἶπε: “νὰ τὸ δώσεις αὐτὸ νὰ μοῦ κάνουν μερικὲς λειτουργίες καὶ μνημόσυνα γιὰ τὴν ψυχή μου”.

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ: Τὴν ἴδια μέρα ἦλθαν καὶ πῆραν τὸν Μάρτυρα ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ τὸν ὁδήγησαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Πόλης. Αὐτὸς ἤρεμα ἔκλινε τὸν αὐχένα καὶ παρέδωσε τὸν ἑαυτό του στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ δεχόμενος τὴ σπάθα τοῦ δημίου. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ὁ κηπουρὸς τῆς Πόλης, ὁ μάρτυς Χρῆστος, στὶς 12 Φεβρουαρίου τοῦ 1748, “ἄφησε τὰ περιβόλια τοῦ Βοσπόρου γιὰ νὰ γίνει κηπουρὸς τοῦ οὐρανίου Παραδείσου”. Βίο τοῦ ἁγίου Μάρτυρα Χρήστου συνέγραψε ὁ αὐτόπτης Καισάριος Δαπόντες.

,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Διβόλης ὁ ἐξ Ἀλικιανοῦ Κυδωνίας [7.2.1867]

γιος Νεομάρτυς Γεώργιος Διβόλης,
ὁ ἐξ Ἀλικιανοῦ Κυδωνίας Κρήτης [7.2.1867]

ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Ἀθ. Οἰκονόμου,
δάσκαλο, συγγραφέα

“Ἀθλήσει γεώργιον καινὸν ἐδείχθης Κυρίῳ, Γεώργιε, ᾧ συναγάλλῃ.
Ἑβδομάτη Γεώργιος μελεϊσθεὶς Κυρίῳ ἔστη.”

ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΝΕΟΤΗΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ: Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ γεννήθηκε στὴν Κρήτη, στὸ χωριὸ Ἀλικιανὸς Κυδωνίας, τὴν 24η Μαΐου τοῦ 1846 ἀπὸ εὐγενεῖς γονεῖς, τὸν ἱερέα Νικόλαο Διβόλη, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴ Φολέγανδρο, καὶ τὴν Αἰκατερίνη Μπουζιανοπούλου, καταγόμενη ἀπὸ τὴν σημαντικότερη οἰκογένεια τοῦ Θέρισσου τῆς Κυδωνίας. Στὸ Θέρισσο μετέβη καὶ ὁ πατέρας του ὡς ἐφημέριος. Ἐκεῖ ὁ Γεώργιος ἀνετράφη ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου. Ὁ Γεώργιος ἔμαθε καὶ λίγα γράμματα, ἴσα-ἴσα νὰ μπορεῖ νὰ διαβάζει. Κι ὅμως ἐκεῖνα τὰ λίγα τὸν ὠφέλησαν ἰδιαίτερα. Ὁ Νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, ἐργαζόταν ὡς γεωργός. Μετὰ τὴ σκληρὴ ὁλοήμερη δουλειὰ στὰ ἀμπέλια καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὸ δεῖπνο, διάβαζε συναξάρια τῶν Ἁγίων τῆς Ὀρθοδοξίας μας, ἰδιαιτέρως δὲ τῶν Μαρτύρων. Αὐτὸ τὸ ἔκανε κάθε βράδυ, μέχρι τὰ μεσάνυχτα. Τοῦ ἔλεγαν μάλιστα συχνὰ οἱ γονεῖς του: “Παιδί μου πρέπει νὰ κοιμηθεῖς, νὰ ξεκουραστεῖς, αὔριο πάλι ἔχεις ἐργασία”. Καὶ ὁ Γεώργιος συνήθιζε νὰ τοὺς ἀπαντᾶ: “Δὲν ἀναπαύομαι οὔτε κοιμοῦμαι εὐχάριστα, ἐὰν πρῶτα δὲν χορτάσω ἀπὸ θεία ἀναγνωση”.

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟ ΑΔΕΛΦΟ: Κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1865, ἕνα βράδυ, διάβασε τὸν βίο ἑνὸς Μάρτυρα καὶ γέμισε ἡ καρδιά του ἀπὸ θεῖο ἔρωτα. Τότε, στέναξε βαθειὰ καὶ εἶπε μὲ κατάνυξη: “Χριστέ μου, ἀξίωσε κι ἐμένα νὰ χύσω τὸ αἷμα μου γιὰ τὴν ἀγάπη σου”. Ὁ ἀδελφός του Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος ἦταν τυφλὸς καὶ ἄκουγε τὴν ἀνάγνωση, τοῦ εἶπε: “Τί λὲς ἐκεῖ ἀδελφέ μου; Δὲν ξέρεις ὅτι, γιὰ νὰ γίνει αὐτό, ποὺ εἶπες, πρέπει νὰ ἐγερθεῖ διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν; Καὶ ἐσὺ μπορεῖ νὰ ὑποφέρεις τὰ μαρτύρια, ἀλλὰ πόσοι θὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό μας καὶ θὰ χαθοῦν;” Ὁ Γεώργιος ἀναστέναξε βαθειὰ καὶ εἶπε: “Ναὶ Χριστέ μου, ἂν εἶναι θέλημά σου, ἀξίωσέ με νὰ χύσω τὸ αἷμα μου γιὰ τὴν ἀγάπη σου, ὅπως κι Ἐσὺ ἔχυσες τὸ αἷμα Σου γιὰ τὴ δική μου ἀγάπη”. Ὁ ἀδελφός του φύλαξε στὴν καρδιά του τοὺς λόγους του αὐτούς, μυστικούς. Καὶ νὰ λοιπὸν πῶς τελικὰ ἐκπληρώθηκε ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἁγίου.

ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1866: Ὅταν στὰ 1866, ξεκίνησε ἡ γνωστὴ ἐπανάσταση στὴν Κρήτη, ὁ Γεώργιος βοηθοῦσε τὸν ἀγώνα ὡς ἀγγελιαφόρος μεταφέροντας ἐπιστολὲς ἀπὸ τὸν ἕναν ὁπλαρχηγὸ στὸν ἄλλο, ἢ ὅπως ἀλλιῶς μποροῦσε. Τὴν Κυριακὴ 5η Φεβρουαρίου τοῦ 1867, βρέθηκε στὸ χωριὸ Φουρνὲ τῆς ἐπαρχίας Κυδωνίας, μαζὶ μὲ πολλοὺς ἐπαναστάτες, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐπροδόθηκαν ἀπὸ ἕναν “Χριστιανό”, στὸν Τοῦρκο πασά. Ὁ τελευταῖος ἔστειλε πολυάριθμο στρατό, ποὺ περιέζωσε τὸ χωριὸ καὶ συνέλαβε πολλούς, ὁδηγώντας τους στὸ στρατόπεδό του. Μάλιστα, δύο ἐπαναστάτες ἀπ’ τὸ Φουρνὲ τοὺς βασάνιζαν ἀνηλεῶς, γιὰ νὰ μαρτυρήσουν ἀπὸ ποιὸ χωριὸ καταγόταν ὁ καθένας. Ἔπειτα, φυλάκισε τοὺς κατοίκους τῶν ὀρεινῶν χωριῶν, ἐνῶ τοὺς ὑπόλοιπους τοὺς ἔστειλε στὰ Χανιὰ στὸ Μουσταφὰ πασά, ὁ ὁποῖος παρακληθεὶς ἀπὸ τὸν φίλο του Ἰωάννη Τσαπάκη ἢ Γιάννακα, ἀπέστειλε ἐπιστολὴ στὸν πασά, ποὺ τοὺς συνέλαβε, γιὰ νὰ ἀπολύσει ὅσους κρατοῦσε. Αὐτὸς ὅμως ὁ αἱμοβόρος, διέταξε τὸν σκοπὸ τοῦ στρατοπέδου του νὰ κρατήσει τὸν ἀγγελιοφόρο τοῦ Μουσταφᾶ μὲ διάφορες δικαιολογίες, μέχρι νὰ ἐκτελέσει τὴν ἀπάνθρωπη ἀπόφασή του, καθὼς τὴν νύχτα τῆς Κυριακῆς πρὸς τὴν Δευτέρα τοὺς κατέσφαξε ὅλους! Καὶ δὲν τοὺς σκότωνε ἁπλῶς, ἀλλὰ κατέκοβε πρῶτα τὰ αὐτιά, τὴν μύτη, τὴ γλῶσσα, τὰ χέρια, τὰ πόδια, τὰ ἀπόκρυφα μέλη, ἐξώρυσσε τὰ μάτια καὶ τελευταία ἔκοβε καὶ τὴν κεφαλή! Αὐτὸ τὸ τέλος ἔλαβαν ὅλοι ἀδιακρίτως οἱ γενναῖοι ἐκεῖνοι ἀγωνιστὲς τῆς Κρήτης.

ΟΙ ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΕΞΩΜΟΤΗ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ: Κάποιος Μουλατζίμπαχρης, ἀξιωματικὸς ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἁλικιανοῦ, ποὺ γνώριζε ἀπὸ παιδὶ τὸν Γεώργιο, πλησίασε καὶ τοῦ λέει: “Ἔλα μωρὲ Γιωργάκη, νὰ κάμεις μία δουλειὰ ποὺ θὰ σοῦ πῶ, γιὰ νὰ γλυτώσεις τὴ ζωή σου, ἐὰν θέλεις, διότι σὲ γνωρίζω ἀπὸ μικρὸ παιδί, καὶ σὲ λυποῦμαι νὰ ἀποθάνεις”. Τότε ὁ Γεώργιος τὸν ρώτησε: “τί δουλειὰ εἶναι αὐτή, Μπαχρὴ Ἀγά”; Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίθηκε: “Νὰ γίνεις Τοῦρκος. Ἔτσι θὰ σωθεῖς”! Ὁ Γεώργιος γέλασε καὶ τοῦ λέει: “Δὲν ἀλλάζω τὴν Πίστη μου, ὄχι μόνο ἄν μου χαρίσετε τὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸν κόσμο”. Τότε ὁ Ἀγὰς πρόσθεσε: “Ἐγὼ ἤθελα νὰ σοῦ κάμω αὐτὸ τὸ καλό, διότι, ὅταν ἤμουν μικρὸς ἀκόμη θυμοῦμαι ὅτι ἔσπασε τὸ πόδι του ὁ ἀδελφός μου Ἀρὶφ καὶ τοῦ τὸ θεράπευσε ὁ πατέρας σου. Ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν δέχεσαι τὴ συμβουλή μου, μ’ ἄλλον τρόπο δὲν μπορῶ νὰ σὲ σώσω κι ἂς εἶναι ἡ ἁμαρτία τοῦ θανάτου σου δική σου. Ὅμως, δὲν λυπᾶσαι τουλάχιστον τοὺς γονεῖς σου ἢ τὴν ἀδελφή σου καὶ τὸν τυφλὸ ἀδελφό σου, ποὺ θὰ μείνουν ἀπροστάτευτοι; Ὁ πατέρας σου εἶναι γέρος κι ἅμα ἐσὺ πεθάνεις μὲ τέτοιο σκληρὸ θάνατο, ὁπωσδήποτε θὰ πεθάνει κι αὐτὸς ἀπ’ τὴ λύπη του”. Ὅμως, ὁ εὐλογημένος Γεώργιος ἔκλεισε τὸ διάλογο ὡς ἑξῆς: “Ἂν εἶναι καλὸ αὐτὸ ποὺ θέλεις νὰ μοῦ κάμεις, ἔχε το γιὰ τὸν ἑαυτό σου, κι ἐγὼ Τοῦρκος δὲν γίνομαι. Χριστιανὸς γεννήθηκα, χριστιανὸς εἶμαι καὶ χριστιανὸς θὰ ἀποθάνω! Μάθε δὲ ὅτι πρὸ πολλοῦ ἐπεθύμησα τὸ Μαρτύριο καὶ ζήτησα ἀπ’ τὸν Χριστό μου νὰ μὲ ἀξιώσει νὰ ἀπολαύσω τὸ Ματύριο. Καὶ τώρα -ἂς εἶναι δοξασμένος- ποὺ μὲ ἀξίωσε, νὰ φανῶ τόσο ἄφρων, νὰ καταφρονήσω τὴ θεία δωρεά; Μάθε μάλιστα πὼς ἐσὺ ἔπρεπε νὰ γίνεις Χριστιανὸς ποὺ εἶσαι γεννημένος ἀπὸ μητέρα Χριστιανὴ καὶ γνωρίζεις ἀπ’ αὐτὴν πολὺ καλὰ τὰ τῆς ἁγίας μας Πίστεως. Γιὰ τοὺς γονεῖς, τὸν ἀδελφὸ καὶ τὴν ἀδελφή μου μὴ σὲ μέλει, διότι ἴσα-ἴσα, ἅμα πεθάνω γιὰ τὸν Χριστό, θὰ εὕρω παρρησία πρὸς Αὐτὸν καὶ τότε θὰ τοὺς προστατεύω περισσότερο καὶ καλύτερα”! Τότε τὸν παρέλαβε κατ’ ἰδίαν ἕνας Χριστιανὸς ἀξιωματικός, ὀνομαζόμενος Χατζηεμμανουὴλ Φουγλανάκης καὶ τοῦ λέει: “Βρὲ Γιωργάκη, κάνε αὐτὸ ποὺ σοῦ λέει ὁ Μπαχρὴ Ἀγάς, ἔστω γιὰ νὰ τὸν ξεγελάσεις, νὰ γλυτώσεις τὴ ζωή σου καὶ ὅταν ἐπιστρέψεις στὸ σπίτι σου, πάλι Χριστιανὸς εἶσαι καὶ ὁ Θεὸς σὲ συγχωρεῖ, διότι βλέπει τὴν ἀνάγκη”. Τότε τοῦ λέει καὶ ὁ Γεώργιος: “Δὲν φοβᾶσαι τὸν Θεὸ Καπετὰν Μανώλη, νὰ μοῦ λὲς αὐτὰ τὰ λόγια; Ἂν καὶ δὲν τὰ λὲς ἀπὸ κακία ἀλλὰ ἀπὸ πλάνη, δὲν ξέρεις τί λέει τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ αὐτὲς τὶς περιστάσεις; Ἄκουσε τί λέει ὁ Χριστός: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς. Ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς». Λοιπόν, ἐὰν πράξω, ὅπως μοῦ λέγεις, πρέπει ὕστερα νὰ χύσω τὸ αἷμα μου γιὰ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ ἀποπλύνω τὴν ἄρνηση καὶ μάλιστα ἐὰν πράξω αὐτὸ τώρα, θὰ ὀργισθεῖ ὁ Χριστὸς καὶ θὰ μὲ καταδικάσει ὡς καταφρονητὴ τῆς μεγάλης Χάριτός του, τὴν ὁποία μοῦ ἔδωσε καθὼς τοῦ ζήτησα. Λοιπὸν ἂς μὴν ἔχει ἐλπίδα ὁ Μπαχρὴς ὅτι θὰ γίνει τὸ θέλημά του”.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Μετὰ ἀπ᾽ αὐτά, οἱ στρατιῶτες ὁδήγησαν τὸν Ἅγιο στὸν Ἀγά, ὁ ὁποῖος τὸν ρώτησε τί ἀποφάσισε. Ὁ Γεώργιος ἀπάντησε μὲ χαρὰ καὶ θάρρος: “Ὅ,τι σοῦ εἶπα καὶ πρίν, αὐτὸ σοῦ λέω καὶ τώρα καὶ αὐτὸ θὰ λέω καὶ μέχρι τελευταίας μου ἀναπνοῆς. Χριστιανὸς γεννήθηκα, Χριστιανὸς εἶμαι καὶ Χριστιανὸς θέλω νὰ ἀποθάνω. Δὲν ἀρνοῦμαι τὸν Χριστό μου, δὲν γίνομαι Τοῦρκος, δὲν ἀφήνω τὴν ὑπέρλαμπρη Πίστη μου, γιὰ νὰ πιστεύσω στὴν ζωώδη καὶ σκοτεινὴ δική σας σατανικὴ πλάνη”. Ὁ Μπαχρὴ Ἀγάς, ἀπελπισμένος, παρέδωσε τὸν Ἅγιο στοὺς δημίους, οἱ ὁποῖοι τὸν παρακινοῦσαν νὰ πιεῖ μία φιάλη ρούμι, ἴσως γιὰ νὰ μὴν ὑποφέρει, ἀλλὰ αὐτὸς γέλασε καὶ τοὺς εἶπε: “σᾶς εὐχαριστῶ, δὲν θέλω ρούμι νὰ πιῶ, διότι ἔχω νὰ βαδίσω μεγάλο δρόμο καὶ πρέπει νὰ ἔχω σώας τὰς φρένας μου”. Τότε ἄρχισαν νὰ τὸν κακοποιοῦν μαζὶ μὲ ἄλλους αἰχμαλώτους. Κι ὅπως τὸν βασάνιζαν, οἱ ἄλλοι Χριστιανοὶ ἔκλαιγαν καὶ θρηνοῦσαν, ὁ ἕνας τὴ ζωή του, ὁ ἄλλος τὴν γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά του, αὐτὸς ὁ εὐλογημένος στεκόταν σὰν πέτρα καὶ ὄχι μόνο δὲν ἐφώναζε ἀλλὰ οὔτε καθόλου στέναζε ἢ δάκρυζε. Ἀντιθέτως, τὸ γενναῖο κρητικόπουλο, ἔχαιρε σὰν νὰ στεκόταν γαμπρὸς στὴν ὥρα τῆς στέψης καὶ δόξαζε τὸν Θεὸ καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε, διότι τὸν ἀξίωσε νὰ φθάσει σ’ αὐτὴ τὴν ὥρα καὶ νὰ πάθει γιὰ τὴν ἀγάπη του. Εὐχαριστοῦσε καὶ τοὺς δημίους γιατί μὲ τὸ μαρτύριο τοῦ προξενοῦσαν μεγάλη δόξα καὶ χαρά, μ’ αὐτοὺς τοὺς λίγους πόνους. Τοὺς παρακαλοῦσε μάλιστα νὰ τοῦ αὐξήσουν τὴν βάσανο διότι ἔλεγε, “ὅσο πιὸ πολὺ ὑποφέρει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τόσο περισσότερη τιμὴ θὰ λάβει ἀπὸ τὸν Θεό”. Ἀφοῦ πρῶτα τοῦ ἔκοψαν κι αὐτοῦ ὅλα του τὰ μέλη, τέλος τοῦ ἔκοψαν καὶ τὴν τιμία του κεφαλή, καὶ ἔτσι ἔλαβε ὁ ἀνδρεῖος Γεώργιος, τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Ἦταν ἡ 7η Φεβρουαρίου τοῦ 1867. Τὸ τίμιο καὶ ἱερὸ λείψανό του, τὸ ἔριξαν οἱ Ἀγαρηνοὶ μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα λείψανα τῶν φονευθέντων Χριστιανῶν, ὅλα μαζί, σὲ τόπο ἄγνωστο, μέχρι σήμερα.

ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ: Τὸ μαρτύριο τοῦ Γεωργίου καὶ τοὺς διαλόγους ποὺ προηγήθηκαν τὰ διηγήθηκαν αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι ἀξιόπιστοι μάρτυρες. Αὐτὰ κατορθώνει ἡ δυνατὴ πίστη. Οἱ πιστοὶ ἅγιοι τοῦ Κυρίου Μάρτυρες θυσιάζουν ἀκόμη καὶ αὐτὴ τὴ ζωή τους, ὑπὲρ τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας τοῦ ἀγαπημένου Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀξίζει νὰ προσθέσουμε, πὼς οἱ Μάρτυρες τοῦ Κυρίου, μάλιστα οἱ Νεομάρτυρες, εἶναι οἱ πλησιέστεροι σ’ ἐμᾶς, μεταξὺ ὅλων τῶν Ἁγίων. Στὴν συγκεκριμένη περίπτωση τοῦ ἁγίου Γεωργίου, χαίρουν μαζὶ μὲ τὴν Μεγαλόνησο καὶ ἡ Φολέγανδρος καὶ ἡ Σίκινος καθὼς ὑπάρχουν ἀπόγονοι τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος ποὺ φέρουν καὶ τὸ ἴδιο ἐπώνυμο.

Εἴθε οἱ βίοι τῶν Ἁγίων Μαρτύρων νὰ φαιδρύνουν τὴν ψυχή μας καὶ νὰ φωτίζουν μὲ τὸ παράδειγμά τους τὶς δύσκολες ἀτραποὺς τῆς ζωῆς μας γιατί: «Ζήτησε νὰ εὕρης τὸν ἑαυτόν σου μέσα εἰς τοὺς βίους τῶν Ἁγίων. Θὰ τὸν εὕρεις ὁπωσδήποτε μέσα εἰς αὐτούς. Ἀκόμη θὰ εὕρης ἐκεῖ καὶ τὰ “φάρμακα”, μὲ τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖς νὰ τὸν θεραπεύσης ἀπὸ ὅλας τὰς πνευματικὰς ἀρρωστίας καὶ νὰ τὸν κάνης ὑγιῆ διὰ παντός. Ὑγιῆ καὶ εἰς τοὺς δύο κόσμους, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴν ἠμπορέσει νὰ σὲ βλάψη κανένας θάνατος. Θὰ εὕρης ἀκόμη μέσα εἰς τοὺς βίους τῶν Ἁγίων ὅλα ὅσα χρειάζονται εἰς σέ, ὦ ἄνθρωπε, ποὺ εἶσαι μία ἀθάνατος ὕπαρξις, μία αἰωνία ὕπαρξις, μία θεανθρωπίνη ὕπαρξις, ἄνθρωπε! Ἄνθρωπε! Ἄνθρωπε!” [Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος», ἐκδ. «Ἀστήρ», δ´ ἔκδ., Ἀθῆναι 1981, σελ. 97].

,

Σχολιάστε