Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγ. Νεκτάριος

Ο AΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ καὶ Ο ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (Δ. Νατσιός) «Τὸ πιὸ φρικτὸ ναυάγιο θὰ ἦταν νὰ σωθεῖτε»!!!

γιος Νεκτάριος κα Παλος Μελς

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός

.           Συνηθίζω, ὅταν ἀναζητῶ βιογραφικὰ στοιχεῖα καὶ πληροφορίες γιὰ κάποιον ἐπιφανῆ τοῦ Γένους μας, νὰ προσφεύγω στὸ παλιὸ καὶ λαμπρὸ ἐγκυκλοπαιδικὸ λεξικὸ τοῦ «ΗΛΙΟΥ».  (Τοῦ “ἡλίου” καὶ ὄχι Ἡλιοῦ, γιὰ νὰ μὴν ἔχουμε παρεξηγήσεις). Τώρα μὲ τὰ κινητὰ διαδίκτυα, μοναδικὴ σχεδὸν πηγὴ πληροφοριῶν εἶναι ὁ ἱστότοπος μὲ τὸ περίεργο ὄνομα «ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ», ὁ ὁποῖος συνοδεύεται μὲ ἀρκετὰ νεοταξικὰ καρυκεύματα.
.           Παρένθεση. Τὸ διαδίκτυο μὲ τὴν τεράστια ἀποθήκευση πληροφοριῶν δημιουργεῖ στὸ χρήστη του, ἰδίως στὶς νεότερες ἡλικίες, τὴν ὀλέθρια ψευδαίσθηση ὅτι ὁ ἴδιος κατέχει καὶ ἔχει κατακτήσει αὐτὲς τὶς γνώσεις. Τὸ θεωρεῖ, τρόπον τινά, ὡς προέκταση, ἐξάρτημα τῆς μνήμης του. Γι’ αὐτὸ ἡ μελέτη θεωρεῖται πιὰ χάσιμο χρόνου, γίνεται ἀντικείμενο χλεύης, πράγμα καταστρεπτικότατο γιὰ τὴν γλῶσσα καὶ τὴν σκέψη. Θύματα αὐτῆς τῆς ἀπώλειας εἶναι καὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἐκπαιδευτικοί. Κάποτε λέγαμε «ἔχει μεταδοτικότητα», ὅταν θέλαμε νὰ ἐπαινέσουμε τὸ δάσκαλο. Ἡ μεταδοτικότητα εἶναι «τέχνη τεχνῶν» ποὺ τὰ θεμέλιά της «τρέφονται» ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς μαθητὲς «οὐδὲν οὕτω πρὸς διδασκαλίαν ἐπαγωγὸν ὡς τὸ φιλεῖν καὶ φιλεῖσθαι» κατὰ τὸν Ἅγιο Χρυσόστομο – καὶ βέβαια, τὴν βαθιὰ γνώση τοῦ ἀντικειμένου, ἀποκύημα πολλῆς μελέτης. Σήμερα λέμε πὼς εἶναι ἐπικοινωνιακός. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ μετάδοσης καὶ ἐπικοινωνίας εἶναι τεράστια. Μετάδοση σημαίνει παιδεία. Ἐπικοινωνία σημαίνει ἐντυπωσιοθηρία, ἀμάθεια.
.           Προσέφυγα, λοιπόν, στὸ λεξικὸ τοῦ «ΗΛΙΟΥ» ἀναζητώντας τὸ γενεαλογικὸ δέντρο τοῦ Παύλου Μελᾶ. Διαβάζω στὸ λῆμμα «Μελᾶς» σὲ τοῦτα τὰ κομψὰ ἑλληνικά: «Μεγάλη ἀρχοντικὴ οἰκογένεια τῶν Ἰωαννίνων, τῆς ὁποίας πλεῖστα μέλη διεκρίθηααν εἰς τὰ γράμματα καὶ τὰς ἐπιστήμας, εἰς τὸν στρατόν, τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν διπλωματίαν, σημαντικὰς δὲ ἐθνικὰς ὑπηρεσίας παρέσχον εἰς τὴν πατρίδα πολὺ πρὸ τῆς ἐκρήξεως τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, κατ’ αὐτόν, καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κράτους».
.           Ἀρχοντικὴ οἰκογένεια, ὄχι γιατί εἶχε μεγάλη οἰκονομικὴ ἐπιφάνεια, ἀλλὰ διότι τὰ μέλη της «παρέσχον σημαντικὰς ἐθνικὰς ὑπηρεσίας». Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ οἱ παλιὲς ἀρχοντικὲς οἰκογένειες, ἁμιλλῶντο ποιὰ θὰ εὐεργετήσει περισσότερο τὴν πατρίδα. Τῷ καιρῷ ἐτούτῳ οἱ ἀρχοντοχωριάτες, οἱ νεόπλουτοι σαλταδόροι καὶ δανειοσυντήρητοι διαγωνίζονται γιὰ τὸ ποιὸς θὰ προξενήσει μεγαλύτερη ζημιὰ στὴν πατρίδα. Οἱ Μελάδες καὶ ὅλες οἱ οἰκογένειες τῶν ἐθνικῶν εὐεργετῶν ἦταν ἀρχοντάνθρωποι, ἔτσι ὀνομάζει ὁ λαός μας τοὺς γενναιόδωρους, τοὺς φιλότιμους. Ἀρχονταρίκι ὀνομάζεται στὰ μοναστήρια ἡ αἴθουσα ὑποδοχῆς καὶ φιλοξενίας τῶν προσκυνητῶν, γιατί καὶ ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς θέλει ἀρχοντάνθρωπους καὶ ὄχι μίζερα, οἰκτρόβια καὶ ἀξιολύπητα ἀνθρωπάρια. (“Ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε ταπείνωση – ἀγάπη – ἀρχοντιὰ χρειάζεται”, ἔλεγε καὶ ξανάλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης). Ὁ Παῦλος Μελᾶς ὀνομάστηκε Παῦλος, καὶ ὄχι Γεώργιος, ὅπως ἔλεγαν τὸν παππού του, πρὸς τιμὴν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ παπποῦ του, Παύλου, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε στὰ τάγματα τῶν Σουλιωτῶν ὑπὸ τὸν Μάρκο Μπότσαρη καὶ «ἔπεσε» ἡρωικῶς μαχόμενος κατὰ τὴν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου.  Μὲ τέτοιο ὄνομα πῶς νὰ μὴν ἔχει ἡρωικό, λεβέντικο θάνατο ὁ ἀετὸς τῆς Μακεδονίας μας;  Ἂν πιάσουμε κάποια τωρινὴ «ἀρχοντικὴ» οἰκογένεια καὶ σκαλίσουμε τὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία της, τί βρίσκουμε; Ἰδιοκτησίες καναλιῶν, δημόσια ἔργα, ἀπατεωνιές, τζιτζιφιόγκους καὶ ποὺ πολιτεύονται, κατάληψη πανεπιστημιακῶν θέσεων ἀναξιοκρατικῷ τῷ τρόπῳ, ἡμιμάθεια κρανιοκενής, θαλασσοδάνεια, καταθέσεις, ζωὴ χλιδάτη, βίλες, κότερα, ἰδιοτελεῖς ἔρωτες  καὶ … ξενέρωτες.
.             Πατέρας τοῦ Παύλου Μελᾶ ἦταν ὁ Μιχαὴλ (Μίκης) Μελᾶς, ἄνθρωπος καλλιεργημένος, μὲ φιλοπατρία, ποὺ διετέλεσε ἀπὸ τὸ 1891 ὣς τὸ 1894 καὶ δήμαρχος Ἀθηνῶν. (Ἀδελφός του ἦταν ὁ περίφημος Λέων Μελᾶς ποὺ ἔγραψε τὸν «Γεροστάθη», βιβλίο ποὺ γαλούχησε γενιὲς Ἑλληνοπαίδων, οἱ ὁποῖες ἀργότερα ἀπελευθέρωναν πατρίδες σκλαβωμένες. Τώρα ποὺ ἀφήσαμε ἐκεῖνα τὰ «σκοταδιστικὰ» κείμενα καὶ διδάσκουμε προοδευτικὲς μαγαρισιὲς γεμίσαμε συλλογικότητες…. κουκουλοφλώρων. Ἂν κάποτε ἡ παιδεία μας ἐπανέλθει, ὁ «Γεροστάθης» θὰ μποροῦσε, μὲ μία «λελογισμένη ἐπεξεργασία» κυρίως στὴ γλῶσσα, νὰ εἰσαχθεῖ στὰ σχολεῖα).
.           Ἦταν γύρω στὸ 1890 ποὺ ὁ κατασυκοφαντημένος στὴν Αἴγυπτο, Ἅγιος Νεκτάριος, ἔρχεται στὴν Ἀθήνα. Ζητᾶ θέση, ὄχι ἀρχιερέως, ἀλλὰ ἁπλοῦ ἱεροκήρυκος χωρὶς μισθό.  Συναντοῦσε –ποιός;-  πόρτες κλειστὲς καὶ ὑποσχέσεις. Ντρεπόταν ὁ ἅγιος, τὸν συντηροῦσε μία ἁπλὴ γριούλα.  “Ἀδερφέ μου”, γράφει στὸν ἀδερφό του Χαράλαμπο στὴ Χίο, “ἀναγκάζομαι μετὰ πόνου καὶ δακρύων νὰ σὲ ἐνοχλήσω εὑρισκόμενος ἐν Ἀθήναις, ἐν ἡμέραις χαλεπαῖς, περιφρονημένος καὶ ἐμπαιζόμενος παρὰ τῶν ἰσχυρῶν…». (Καὶ μὲς στοὺς ἰσχυροὺς ἦταν καὶ ἡ τότε ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία). Καταφεύγει στὸν Ὑπουργὸ -μετὰ ἀπὸ εἴκοσι ἀπόπειρες- Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Παιδείας.  Τοῦ ἀρνήθηκε τὴ θέση ἱεροκήρυκος, διότι “ἐτύγχανε ἀλλοδαπός” καὶ “ἐστερεῖτο τῆς ἑλληνικῆς ὑπηκοότητος”.  “Απόμεινε πελιδνός” διαβάζουμε στὸ βιβλίο «Ὁ ἅγιος τοῦ αἰώνα μας» τοῦ μακαριστοῦ Σώτου Χονδρόπουλου.
.           Κατεβαίνοντας τὶς σκάλες τοῦ ὑπουργείου ὁ ἅγιος ἱεράρχης, μὲ μάτια βουρκωμένα, συναντᾶ ἕναν ὀνομαστὸ ἄρχοντα. Ἦταν ὁ Μιχαὴλ Μελᾶς, ὁ πατέρας τοῦ Παύλου. Ὁ Μελᾶς βλέπει τὴν σεβάσμια μορφὴ τοῦ Ἁγίου, ἀντιλαμβάνεται τὴν λύπη του. Μαθαίνει τί συνέβη καὶ τοῦ ζητᾶ νὰ τὸν ἀκολουθήσει στὸν Ὑπουργό.  Και σὲ λίγο ὁ ὑπουργὸς ὑπέγραφε τὸν διορισμὸ τοῦ Ἁγίου ὡς ἱεροκήρυκος στὸ νομὸ Εὐβοίας.  «Ἅγιο ρουσφέτι», ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ φράση ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ σὲ λίγα χρόνια ὁ γιός του ἔγραψε τὸν πρόλογο στὸ ἀθάνατο βιβλίο «Μαρτύρων καὶ Ἡρώων αἷμα» γιὰ τὴ λευτεριὰ τῆς Μακεδονίας μας.
.           Ὡραία σκηνή. Μεγαλοπρεπής, νὰ κουβεντιάζουν ὁ Ἅγιος Νεκτάριος καὶ ὁ Μιχαὴλ Μελᾶς. Τὸ Γένος καὶ ἡ Ἐκκλησία του. Μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου καὶ τὸ αἷμα τοῦ Παύλου Μελᾶ σώθηκε ἡ Μακεδονία.  Στὰ σκαλιὰ τοῦ ὑπουργείου ἡ Πατρίδα, οἱ πραγματικοὶ ἄρχοντές του καὶ μέσα οἱ ἀναθυμιάσεις, ὁ τρωγλοδύτης πολιτικάντης νὰ μηχανορραφεῖ.
.     Θὰ περάσει ἀπὸ τὴν Βουλὴ ἡ προδοτικὴ συμφωνία, διατείνεται ὁ ἀγραβάτωτος μείραξ.  Μιλᾶ γιὰ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία. Ἀστεῖα πράγματα. Εἶναι ἐθνοπροδοτικὴ ἀντιπροσωπεία. Στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλῶσσα θὰ τὴν ὀνομάζαμε “ληστρικὴ σύνοδο”. Ψέλλισε κάτι στίχους τοῦ Μπρέχτ. Ἔχουμε καλύτερους ποιητές.  Θὰ πρότεινα στίχους τοῦ Κ. Οὐράνη ἀπὸ τὸ ποίημα «πάψετε πιά».
«Πάψετε πιὰ νὰ ἐκπέμπετε τὸ σῆμα τοῦ κινδύνου
τοὺς λόγους τῆς ὑστερικῆς σειρήνας σταματῆστε
καὶ ἀφῆστε τὸ πηδάλιο στῆς τρικυμίας τὰ χέρια
τὸ πιὸ φρικτὸ ναυάγιο θὰ ἦταν νὰ σωθεῖτε».

Διαφημίσεις

, ,

Σχολιάστε

ΠΩΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ; (Ἁγ. Νεκταρίου Πενταπόλεως)

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Μοναχοῦ Γερασίμου, Μικραγιαννανίτου,
Ἀκολουθίαι καὶ Βίος
τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Νεκταρίου
Ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοῦ Θαυματουργοῦ,
μετὰ Παρακλητικοῦ Κανόνος, Χαιρετισμῶν καὶ Ἐγκωμίων,
ἐπιμελείᾳ Ἀρχιμ. Συμεὼν Κούτσα (νῦν Μητροπολίτου Ν. Σμύρνης),
ἔκδ. Ἱ. Μ. Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης, ἐν Ἀθήναις, χ.χ., σελ. 57.

ἠλ. στοιχ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

.                Ὁ θεῖος Νεκτάριος ἀνεδείχθη ἀληθῶς ἄγγελος ἐν σώματι. Συνεχέσι γὰρ προσευχαῖς καὶ συντόνοις ἱεραῖς μελέταις ἐσχόλαζε. Καὶ ἐκάθηρε καὶ καθήγνισε τελείως ἑαυτὸν ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος καὶ πάσης ὑλικῆς κατὰ νοῦν ἐμφάσεως, γενόμενος ταμεῖον τῶν δωρεῶν καὶ χαρισμάτων τοῦ Παρακλήτου καὶ πλήρης θείων ἐλλάμψεων. Καὶ ἦν τοῖς πᾶσιν ὑπὲρ ἄγαν ποθητὸς καὶ αἰδέσιμος, ἕλκων πρὸς ἑαυτὸν πάντας ὡς μαγνῆτις τὸν σίδηρον. Οὕτω διήγαγε τὴν μακαρίαν ζωὴν ὁ θεῖος οὗτος Πατήρ, ἀναζωγραφήσας ἐν ἑαυτῷ τῶν πάλαι Ἁγίων τὰς ἀρετὰς καὶ χάριτας ἐν τοῖς δεινοῖς καὶ χαλεποῖς τούτοις καιροῖς. Ἀσθενήσας δὲ μικρόν, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τῇ θ´ Νοεμβρίου μηνός, ἐν ἔτει 1920, ἐν τῷ ἐν Ἀθήναις νοσηλευτηρίῳ, φέροντι τὴν κλῆσιν «Ἀρεταίειον», τὸ δὲ ἱερὸν αὐτοῦ σκῆνος μετηνέχθη ἐν Αἰγίνῃ καὶ ἐτάφη ἐν τῇ ἱερᾷ αὐτοῦ Μονῇ. Ὁ θεῖος Νεκτάριος, πρὸς τοῖς ἄλλοις ἐκ Θεοῦ χαρίσμασιν, εἴληφε καὶ τὸ δαψιλῶς θαυματουργεῖν ἐν εὐκαιρίαις καὶ θλίψεσι, τοῖς προσερχομένοις αὐτῷ. Πάμπολλὰ δέ ἐστι τὰ θαύματα, ἅτινα ἐνήργησε καὶ ἐνεργεῖ τοῖς ἐγγὺς καὶ τοῖς μακράν, ἀσθενοῦντας θεραπεύων, δαίμονας διώκων, τοὺς ἐν κινδύνοις διασώζων, πολλοῖς δὲ καὶ φαινόμενος ὄψεσιν ἁγίαις καὶ πᾶσι παρέχων τὰ πρὸς σωτηρίαν αἰτήματα, ὡς ἡ δέλτος τῆς κατ’ αὐτὸν ὁσίας ζωῆς διεξοδικῶς ἱστορεῖ.

«Πῶς ἀκολουθῶμεν τῷ Σωτῆρι Χριστῷ»
Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως,
Περὶ ἐπιμελείας ψυχῆς ἕνδεκα ὁμιλίαι,
ἔκδ. Δ´, Ἀθῆναι 1999, ἐκδ. «Ἀποστολικὴ Διακονία»,
σελ. 33-34

«Ἀποβαίνομεν ἄρα ἐλεύθεροι, ἐνωτιζόμενοι τοῦ κηρύγματος τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, μένοντες ἐν αὐτῷ, αἴροντες τὸν σταυρὸν ἐπ᾽ ὦμον, καὶ ἀκολουθοῦντες αὐτῷ. Ἀπαρνούμεθα δὲ ἑαυτούς, ἀποτασσόμενοι τῷ νόμῳ τῆς σαρκὸς σὺν ταῖς πάθεσι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις, καὶ αἴρομεν τὸν σταυρόν, ὑπομένοντες ὑπὲρ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ πᾶσαν κακοπάθειαν. Κατάπαυσις δηλονότι τοῦ θελήματος τῆς σαρκός, ἐνέργεια τοῦ θελήματος τοῦ πνεύματος καὶ ὑποταγὴ τοῦ ἐλάσσονος τῷ κρείττονι, εἶνε ὁ τρόπος τοῦ νὰ διαμείνωμεν ἐλεύθεροι. Ἀνάγκη ἄρα ἀναπόδραστος νὰ ἀκολουθήσωμεν τῷ Κυρίῳ, διότι ἐὰν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐλευθερώσῃ ἡμᾶς, ὄντως ἐλεύθεροι ἐσόμεθα. Ναί, ἀληθῶς μόνος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δύναται νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ, διότι οὗτός ἐστιν ἡ ἐλευθερία. “Ὁ δὲ Κύριος τὸ πνεῦμά ἐστιν. Οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία”, λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (B´ Κορ. γ´ 17).
Τῷ Σωτῆρι Χριστῷ ἀκολουθοῦμεν, ἐὰν φυλάττωμεν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ καὶ ἀγαπῶμεν αὐτόν. Διότι αὐτὸς ὁ Σωτὴρ γνωρίζει ἡμῖν τοῦτο, λέγων “Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε” (Ἰω. ιδ´ 15) καὶ αὖθις “ἐάν τις ἀγαπᾷ με τὸν λόγον μου τηρήσει …ὁ μὴ ἀγαπῶν με τοὺς λόγους μου οὐ τηρεῖ” (Ἰω. ιδ΄ 23,24).
Κατὰ ταῦτα τῷ Χριστῷ ἀκολουθοῦμεν συνταυτίζοντες τὴν θέλησιν ἡμῶν πρὸς τὴν θέλησιν Αὐτοῦ, οὕτως ὥστε ἐνεργοῦντες, νὰ ἐνεργῆται ἐν ἡμῖν οὐχὶ τὸ θέλημα τὸ ἡμέτερον, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, νὰ ζῶμεν δὲ οὐχὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ νὰ ζῇ ἐν ἡμῖν ὁ Χριστός, ὡς περὶ ἑαυτοῦ λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος “ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς” (Γαλ. β´ 20)»

 

 

 

Σχολιάστε

«Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΕΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΤΟΝ ΟΡΚΟ ΕΝΩΠΙΟΝ ΑΡΧΩΝ» (Ἅγ. Νεκτάριος Πενταπόλεως)

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὀρθόδοξος Ἱερὰ Κατήχησις»,
τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Μητροπολίτου 
Πενταπόλεως,
τοῦ θαυματουργοῦ.

Ἐκδόσεις Ῥηγοπούλου, Θεσσαλονίκη,
σελίδες 126, 127

Ὁλόκληρο αὐτὸ τὸ βιβλίο, φέρει καὶ τὴν ἔγκριση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,
 εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητα τεκμηριωμένο μέσῳ χωρίων τῆς θεοπνεύστου Ἁγίας Γραφῆς.
 Τὸ κείμενο ἀναπτύσσεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο, μὲ μορφὴ ἐρωταποκρίσεων.

Πῶς συμπληροῖ τὴν περὶ ὅρκου ἐντολὴν τοῦ παλαιοῦ Νόμου;
– Διὰ τῶν ἑξῆς ῥημάτων. «Πάλιν ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις: οὐκ ἐπιορκήσεις, ἀποδώσεις δὲ τῷ Κυρίῳ τοὺς ὅρκους σου. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως. Μήτε ἐν τῷ Οὐρανῷ, ὅτι θρόνος ἐστὶ τοῦ Θεοῦ. Μήτε ἐν τῇ γῇ, ὅτι ὑποπόδιόν ἐστι τῶν ποδῶν αὐτοῦ. Μήτε εἰς Ἱεροσόλυμα, ὅτι πόλις ἐστὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως. Μήτε ἐν τῇ κεφαλῇ σου ὀμόσῃς, ὅτι οὐ δύνασαι μίαν τρίχα λευκὴν ἢ μέλαιναν ποιῆσαι. Ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν Ναὶ ναί, Οὐ οὐ. Τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν».
Τί ἐπιζητεῖ διὰ τῶν εἰρημένων ὁ Σωτήρ;
– Τὴν ἠθικὴν τελειότητα τῶν ὀπαδῶν ἑαυτοῦ. Διότι ὁ ὅρκος ὢν ἐπιμαρτύρησις τῶν λεγομένων ὑποθέτει ἠθικὴν ἀτέλειαν εἰς ψεῦδος ὑπολισθαίνουσαν, ἣν ἡ τοῦ Χριστιανισμοῦ τελειότης οὐδ᾿ ὅλως ἀνέχεται. Διὸ διατάσσει νὰ ἀποβῶσι τοσοῦτον ἀξιόπιστοι, ὥστε οὐδ᾿ ἑνὸς νὰ ἐπιδέωνται ὅρκου πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἀληθείας τῶν ὑπ᾿ αὐτῶν λεγομένων. Νὰ ἦναι δὲ ἱκανὸν πρὸς πίστωσιν καὶ βεβαίωσιν τὸ ναί, ναί, καὶ τὸ οὐ, οὐ. Ἤτοι πράγματι καὶ ἀληθείᾳ ναί, ἔχει οὕτως, ἢ πράγματι καὶ ἀληθείᾳ οὐ, οὐκ ἔχει οὕτως. Τοῦτό ἐστι χριστιανικὴ τελειότης. Διὸ ὁ Χριστιανὸς ὀφείλει νὰ ἀποβῇ ἀξιόπιστος, ὅπως πιστεύηται λέγων ναὶ ἢ οὐ, καὶ δὲν ἐπιδέηται ἐπιμαρτυρίας πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἀληθείας τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ λεγομένων.
Ἀλλ᾿ ἐὰν οἱ τὴν ἀλήθειαν ἐπιζητοῦντες ἀπιστοῦσι τοῖς ὑπ᾿ αὐτοῦ λεγομένοις;
– Τοῦτο οὐδ᾿ ὅλως ἐπιτρέπει αὐτῷ τὴν ἀθέτησιν τῆς ἐντολῆς, οὗτος, ὀφείλει νὰ ἐμμένῃ ἐν τῇ διαβεβαιώσει τῆς ἀληθείας διὰ τοῦ ναί, καὶ οὐ.
Ἀπαγορεύει ὁ Σωτὴρ καὶ τὸν ὑπὸ τῶν ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν ἀπαιτούμενον ὅρκον;
Ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος εἰρημένων δὲν ἐξακριβοῦται τὸ τοιοῦτον. Ἐκ τοῦ σκοποῦ ὅμως δι᾿ ὃν ἐρρήθησαν μᾶλλον καταφαίνεται, ὅτι ὁ Σωτὴρ ἀπηγόρευσε τὸν ὅρκον τὸν πρὸς ἀλλήλους καὶ οὐχὶ τὸν ὅρκον τὸν διδόμενον ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενον πρὸς πίστωσιν τῆς ἀληθείας καὶ διαβεβαίωσιν τῶν ἀρχῶν. Διότι καὶ αὐτὸς ὁ Σωτὴρ ἐξορκισθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀρχιερέως νὰ μαρτυρήσῃ εἰ αὐτός ἐστιν ὁ Χριστός, ἐδέχθη τὸν ὅρκον, καὶ ὡμολόγησεν ὅτι αὐτός ἐστιν (Ματθ. κϛ´ 63). Ἐπίσης καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφων πρὸς Ῥωμαίους ἐπικαλεῖται μάρτυρα τὸν Θεὸν πρὸς πίστωσιν τῶν λόγων αὐτοῦ, ὅτι μνείαν ποιεῖται πάντοτε αὐτῶν ἐπὶ τῶν προσευχῶν αὐτοῦ (Ρωμ. α´ 9). Ὡσαύτως καὶ πρὸς τοὺς Κορινθίους γράφων μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλεῖται πρὸς πίστωσιν τῶν λόγων του ὅτι φείδεται αὐτῶν (Β´ Κορινθ. α´ 23). Καὶ ὁ ἄγγελος τῆς Ἀποκαλύψεως ὤμοσεν ἐν τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ὃς ἔκτισε τὸν Οὐρανὸν καὶ τὰ ἐν αὐτῷ καὶ τὴν Γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ, καὶ τὴν θάλασσαν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ. (Ἀποκάλ. Ι´ 6).
Πόθεν ἄλλοθεν δύναται νὰ ἐξαχθῇ ὅτι ὁ Σωτὴρ δὲν ἀπηγόρευσεν ἀπολύτως τὸν ὅρκον;
– Ἐκ τῶν ἑξῆς. α´) ἐκ τῆς ἐντολῆς, ἣν λαμβάνει οὐχὶ ἀμέσως ἐκ τοῦ δεκαλόγου, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ Λευϊτικοῦ (ιθ´ 12). Ἐκεῖ δὲ ἀπαγορεύεται τὸ ὀμνύειν τῷ ὀνόματι τοῦ Θεοῦ ἐπ᾿ ἀδίκῳ, καὶ βεβηλοῦν τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ἕνεκεν ἀθετήσεως τοῦ ὅρκου δοθέντος πρὸς τὸν πλησίον (ἰδὲ Ἀριθ. λ´ 3 ἰδὲ καὶ Δευτερονόμ. κγ´ 23) καὶ περὶ παντὸς πράγματος. Τοῦτο ὁ Σωτὴρ ὀνομάζει ἐπιορκίαν. Ἐκ τούτου δηλοῦται, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς πρὸς ἀλλήλους ἀμοιβαίας πίστεως καὶ ἐμπιστοσύνης. β´) Ἐκ τοῦ ὅτι δὲν φαίνεται ὅτι ὁ Σωτὴρ ἀπολύτως ἀπηγόρευσε τὸ λαμβάνειν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ εἰς βεβαίωσιν τῆς ἀληθείας ἐν τῷ δέοντι χρόνῳ. Τοὐναντίον φαίνεται, ὅτι τοῦτο ἐπέτρεψε διὰ τοῦ ἰδίου παραδείγματος, ὅπερ ἠκολούθησαν καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ Σωτὴρ προὐτίθετο νὰ ἀπαγορεύσῃ ἀπολύτως τὸν ὅρκον, τόν τε ἐπὶ ματαίῳ λαμβανόμενον καὶ τὸν ἐπὶ δικαίῳ, πάντως θὰ συνεπλήρου τὴν ἐντολὴν δι᾿ ἑτέρας σαφοῦς ἀπαγορεύσεως, τοιαύτη δὲ σαφὴς ἀπαγόρευσις δὲν ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Κυρίου. Ῥητέον δὲ καὶ τόδε, ὅτι ὁ Σωτὴρ ἐνταῦθα ἐξ ἠθικῶν καὶ οὐχὶ δογματικῶν ὁρμᾶται ἀρχῶν. Ὥστε ὁ ὅρκος ἐπὶ δικαίῳ ἐνώπιον ἀρχῶν ἐπιτρέπεται».

ΠΗΓΗ: aganargyroi.gr (ἀπὸ http://users.uoa.gr)

 

,

Σχολιάστε

ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ANAKHΡΥΞΗ ΤΟΥ ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

Σχολιάστε

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ Ο ΕΝ ΑΙΓΙΝῌ

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ Ο ΕΝ ΑΙΓΙΝῌ
(9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.             «Ὁ ἅγιος γεννήθηκε στὴ Σηλυβρία τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης τὴν 1η Ὀκτωβρίου 1846. Τὸ ὄνομα ποὺ τοῦ δόθηκε στὴ βάπτισή του ἦταν Ἀναστάσιος. Τελείωσε τὸ Δημοτικὸ καὶ τὶς τρεῖς πρῶτες τάξεις τοῦ Γυμνασίου (ἑλληνικὸ σχολεῖο) στὴ γενέτειρά του. Δεκατεσσάρων ἐτῶν πηγαίνει στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐργάζεται σὲ καπνοπωλεῖο, ἐνῶ παράλληλα παρακολουθεῖ μαθήματα στὴ Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή. Διορίζεται λίγο ἀργότερα δάσκαλος καὶ παιδονόμος στὸ σχολεῖο τοῦ Μετοχίου τοῦ Παναγίου Τάφου. Τὸ 1866 μεταβαίνει στὴ Χίο, ὅπου μετὰ δεκαετία κείρεται μοναχὸς στὴν Ἱερὰ Νέα Μονή, μὲ τὸ ὄνομα Λάζαρος, ἀφοῦ χρημάτισε γιὰ ἀρκετὰ χρόνια δάσκαλος στὸ χωριὸ Λιθί. Τὸ 1877 χειροτονεῖται διάκονος παίρνοντας τὸ ὄνομα Νεκτάριος. Ἔρχεται στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ συμπληρώσει τὶς γυμνασιακές του σπουδές, ἐνῶ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Σωφρονίου, ἐγγράφεται στὴ συνέχεια στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Τὸ 1885 παίρνει τὸ πτυχίο του καὶ μετὰ λίγους μῆνες χειροτονεῖται πρεσβύτερος. Ὁ Πατριάρχης, ἐκτιμώντας τὰ προσόντα του, τὸν χειροτονεῖ τὸ 1889 ἐπίσκοπο – μητροπολίτη Πενταπόλεως, θέση ποὺ ἀξιοποίησε γιὰ νὰ ἐπιτελέσει ἕνα τεράστιο πνευματικὸ καὶ κοινωνικὸ ἔργο. Ὁ φθόνος ὅμως ποὺ προκαλεῖ τὸ ἔργο του φέρνει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπομάκρυνσή του (1890). Ἔρχεται στὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἀναλαμβάνει τὴ θέση ἱεροκήρυκα στὴν Εὔβοια πρῶτα (1891) καὶ στὴ Φθιώτιδα ἔπειτα (1893). Τὸ 1894 ἀναλαμβάνει τὴ διεύθυνση τῆς Ριζαρείου Σχολῆς, θέση ποὺ θὰ κρατήσει μέχρι τὸ 1908, ὅποτε καὶ θὰ παραιτηθεῖ γιὰ λόγους ὑγείας. Στὸ μεταξύ, ἀπὸ τὸ 1904 ἤδη ἔχει ἱδρύσει τὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν Αἴγινα. Ἐκεῖ ἐγκαταβιώνει μετὰ τὴ Ριζάρειο καὶ ἐκεῖ ἀναδεικνύεται ἰδιαιτέρως ἡ ὁσιακή του προσωπικότητα. Ἀρρωσταίνει μετὰ ἀπὸ ὁρισμένα χρόνια βαριά, ὀπότε καὶ ἀποβιώνει στὸ Ἀρεταίειο νοσοκομεῖο τὴν 8η Νοεμβρίου 1920, μετὰ ἀπὸ δίμηνη ἐκεῖ νοσηλεία. Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1921 ἄνοιξαν τὸν τάφο του μὲ σκοπὸ τὴν οἰκοδόμηση μαρμάρινου μνημείου. Τὸ σκήνωμά του βρέθηκε ἀνέπαφο, ἐνῶ ἡ εὐωδία ποὺ σκορποῦσε ἦταν ὑπέροχη. Τὸ ἴδιο ἐπανελήφθη καὶ μετὰ τρία χρόνια, καθὼς καὶ τὸ 1927. Καὶ τὶς δύο αὐτὲς φορὲς τὸ σκήνωμα ἦταν ἀνέπαφο καὶ ἡ εὐωδία ἡ ἴδια. Τὸ 1953 ἔγινε καὶ πάλι ἀνακομιδή. Τὴ φορὰ αὐτή, γιὰ λόγους ποὺ γνωρίζει ὁ Θεός, τὸ σκήνωμά του βρέθηκε διαλυμένο. Μὲ πατριαρχικὴ πράξη τῆς 20ῆς Ἀπριλίου τοῦ 1961 ἡ Ἐκκλησία μας διεκήρυξε ἐπίσημα τὴν ἁγιότητά του. Τὸ συγγραφικό του ἔργο εἶναι πολὺ μεγάλο καὶ ἀξιόλογο, ἐνῶ τὰ θαύματά του εἶναι ἀμέτρητα».

.             Ὁ ἅγιος Νεκτάριος θεωρεῖται ἀπὸ ὅλους τοὺς πιστούς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀγαπητοὺς ἁγίους της. Ὄχι μόνον διότι ὁ Θεὸς ἐπιτελεῖ μέσῳ αὐτοῦ καθημερινῶς πάμπολλα θαύματα – «ἀναβλύζει γὰρ ἰάσεις παντοδαπὰς» καὶ «ἰάσεις δαψιλεῖς καθ’  ἑκάστην ἡμέραν πηγάζει θαυμαστῶς θεϊκῇ χορηγίᾳ» (πλούσιες ἰάσεις καθημερινὰ πηγάζει [ἡ κάρα του] θαυμαστῶς μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ), κατὰ τὸν γνωστὸ μακαριστὸ γέροντα ὑμνογράφο Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη – ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἕνας ἅγιος τῆς ἐποχῆς μας, «ὁ ἅγιος τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα», καὶ μάλιστα  ὄχι μικρότερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους μεγάλους ἁγίους ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔζησαν τὰ παλαιότερα χρόνια. Κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι μὲ τὸν ἅγιο Νεκτάριο ἀφ᾽ ἑνὸς νιώθουμε πλούσια τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, μέσῳ κυρίως τῶν ἁγίων λειψάνων του, ποὺ κατανοοῦνται ὡς «ἰαμάτων κρήνη» καὶ «νέμοντα ὀσμὴν οὐρανίαν πᾶσι καὶ θείαν εὐωδίαν» (προσφέρουν οὐράνια ὀσμὴ καὶ θεία εὐωδία σὲ ὅλους), ἀφ᾽ ἑτέρου παίρνουμε ἀπάντηση  στὸ εὔλογο ἐρώτημα ποὺ τίθεται «γιατί δὲν ἔχουμε μεγάλους ἁγίους σήμερα;» Ὁ γέρων ὑμνογράφος λοιπὸν ἐπισημαίνει αὐτὸ τὸ ἰσοστάσιο τοῦ ἁγίου Νεκταρίου μὲ τοὺς προγενέστερους μεγάλους ἁγίους, δίνοντας μάλιστα καὶ τὴν ἐξήγηση: ὁ Νεκτάριος προσπάθησε νὰ ἀκολουθήσει τὰ ἴχνη τῶν παλαιῶν ἁγίων, μὲ τὴν καθαρότητα τῆς ζωῆς του, δηλαδὴ στὴν πραγματικότητα νὰ ζήσει σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. «Φωτὶ τῶν ἔργων σου, εὐαγγελίου τὸ φῶς ἐκφαίνεις, πάτερ, θαυμαστῶς πᾶσι τοῖς πέρασι» (Μὲ τὸ φῶς τῶν ἔργων σου φανερώνεις τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, πάτερ, σὲ ὅλον τὸν κόσμο κατὰ θαυμαστὸ τρόπο). «Κατ’  ἴχνος, Νεκτάριε, ἀκολουθήσας, ζωῆς καθαρότητι, τοῖς πάλαι ὅσιε, ἀρχιερεῦσι Χριστοῦ, ἴσος εὐκλείας τῆς αὐτῶν, ὤφθης καὶ μέτοχος» (Ἀκολούθησες, Νεκτάριε, τὰ ἴχνη τῶν παλαιῶν ἀρχιερέων τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν καθαρότητα τῆς ζωῆς σου, καὶ φάνηκες ἴσος μὲ αὐτοὺς καὶ μέτοχος τῆς δόξας τους).
.             Ὁ ἐμπνευσμένος ὑμνογράφος πέρα ἀπὸ τὴ γενικὴ ἀναφορὰ ποὺ κάνει γιὰ τὴν ἀκολουθία τῶν παλαιῶν Πατέρων ἀπὸ τὸν ἅγιο Νεκτάριο, ἑστιάζει τὴν προσοχή μας στὸν ἅγιο Διονύσιο. Κυρίως αὐτὸν ἀκολούθησε μὲ ἄμεμπτο τρόπο ὁ σήμερα ἑορταζόμενος ἅγιος, διότι καὶ ἐκεῖνος τὴν Αἴγινα εἶχε ὡς τόπο τῶν πνευματικῶν του ἀγώνων, ἀφοῦ ὑπῆρξεν ὁ ἐπίσκοπός της. Γι’  αὐτὸ καὶ μετέχουν, σημειώνει, καὶ οἱ δύο ἅγιοι, ὁ παλαιότερος καὶ ὁ νεώτερος, στὴν ἴδια δόξα τοῦ Θεοῦ, ἱκετεύοντας ἀσφαλῶς γιὰ ὅλους, κατ᾽ ἐξοχὴν ὅμως γιὰ τὴ νῆσο τους. «Ἠκολούθησας ἀμέμπτως, τοῖς χρηστοῖς, Πάτερ, τρόποις σου, τῷ Διονυσίῳ, τῷ Αἰγίνης θείῳ ποιμάντορι, μεθ’ οὗ τῆς ἄνω μετέχων δόξης, ἅγιε, ταύτην σώζεσθαι ἀεὶ τὴν νῆσον ἱκέτευε». (Ἀκολούθησες καθαρὰ μὲ τοὺς ἐνάρετους τρόπους σου, ἅγιε, τὸν Διονύσιο, τὸν θεῖο ποιμένα τῆς Αἴγινας, μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο μετέχοντας στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἅγιε, ἱκέτευε νὰ σώζεται ἡ νῆσος πάντοτε). Μπορεῖ ἡ νῆσος Ζάκυνθος νὰ καυχᾶται, διότι κατέχει τὸ ἅγιο σκήνωμα τοῦ θείου Διονυσίου, ἀλλὰ καὶ ἡ νῆσος Αἴγινα δέχεται πάντοτε τὶς εὐεργετικὲς ἀκτίνες τῶν πρεσβειῶν του στὸν Θεό, ποὺ πολλαπλασιάζονται καὶ μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου Νεκταρίου.
.             Ὅλοι μας προστρέχουμε συχνὰ-πυκνὰ στὸν ἅγιο Νεκτάριο, ἰδίως ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς του, διότι ἡ καρδιά του πλατυμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀγάπη καὶ πρὸς ἐμᾶς. Καὶ ἰδίως προστρέχουμε ὅσοι ταλαιπωρούμαστε ἀπὸ κάποιο πρόβλημα, ψυχικὸ ἢ σωματικό. Εἶναι τόσες πολλὲς οἱ θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις του, ὥστε δὲν ὑπάρχει, θὰ ἔλεγε κανείς, ἄνθρωπος ποὺ μὲ πίστη τὸν ἐπικαλεῖται, καὶ δὲν εἰσπράττει τὸ θετικὸ ἀποτέλεσμα. Εἶναι χαρακτηριστικά, ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ τὰ λόγια του γέροντος π. Ἀνανία Κουστένη, ὁ ὁποῖος θέλοντας νὰ τονίσει ἀκριβῶς τὴ θαυματουργία τοῦ ἁγίου Νεκταρίου σημειώνει μὲ χαριτωμένο τρόπο ὅτι μετὰ καὶ τὴ φανέρωση ἀπὸ τὸν Χριστὸ τοῦ ἄλλου μεγάλου θαυματουργοῦ ἁγίου τῆς ἐποχῆς μας, ἀκόμη πιὸ σύγχρονου καὶ ἀπὸ τὸν ἅγιο Νεκτάριο, τοῦ ἁγίου Λουκᾶ τοῦ ἰατροῦ, τοῦ Ρώσου, ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἔχει κάποιον νὰ τὸν ξεκουράσει. «Στέλνει ὁ ἅγιος Νεκτάριος τὸν ἅγιο Λουκᾶ στὴ θέση του πολλὲς φορές,  γιατί ἔχει κουραστεῖ ὁ ἴδιος  νὰ ἐπεμβαίνει στὶς τόσες ἐπικλήσεις τῶν κουρασμένων καὶ ἀσθενῶν χριστιανῶν μας».

.             Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ πράγματι εὐχαριστεῖ τὸν ἅγιο Νεκτάριο εἶναι ὄχι μόνον ἡ ἐπίκλησή του γιὰ τὶς ἰάσεις ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ δίνει, ἀλλὰ κυρίως ἡ ἐπίκλησή του νὰ πρεσβεύει ὑπὲρ ἡμῶν, προκειμένου νὰ ἀκολουθοῦμε τὸν τρόπο τῆς ζωῆς του. Διότι αὐτὸ συνιστᾶ πάντοτε τὴν σωστὴ ἑορτὴ ἑνὸς ἁγίου: νὰ τὸν μιμούμαστε. Ὅπως τὸ λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «τιμὴ μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος», συνεπῶς «τιμὴ ἁγίου, μίμησις ἁγίου». Κι ἕνας ὕμνος ἔρχεται νὰ μᾶς ὑπενθυμίσει ποιὸ ἦταν τὸ «μυστικό» τῆς ἁγιότητας τοῦ ἁγίου Νεκταρίου. «Πατέρων ἰσότιμος τῶν πάλαι ἐχρημάτισας, τούτων μιμησάμενος τὸν τρόπον, τὸν θεῖον ζῆλον καὶ τὰς λοιπὰς ἀρετάς, ταπεινοφροσύνῃ ἀληθεῖ καὶ ἀπλάστοις ἤθεσι, διαπρέψας Νεκτάριε». (Ἔγινες ἰσότιμος τῶν παλαιῶν Πατέρων, διότι μιμήθηκες τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τους, τὸν θεϊκὸ ζῆλο τους καὶ τὶς ὑπόλοιπες ἀρετές τους, Νεκτάριε, καὶ διέπρεψες στὴν ἀληθινὴ ταπεινοφροσύνη καὶ στὰ ἁπλὰ καὶ ἀπονήρευτα ἤθη). Ἂν ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἔφτασε σὲ τόσο μεγάλο ὕψος ἁγιότητας, τὸ κατόρθωσε  ὄχι διότι ὑπῆρξε σπουδαῖος ἱεροκήρυκας, σπουδαῖος δάσκαλος, σοφὸς συγγραφέας, ἀλλὰ διότι ὑπῆρξε ταπεινός. Ἡ ὁδὸς τῆς ταπεινοφροσύνης ἦταν γι’ αὐτὸν ἡ ὁδὸς ποὺ τὸν ἔφτασε πολὺ γρήγορα στὴ δόξα τοῦ Οὐρανοῦ, ἡ ὁδὸς τῆς ταπεινοφροσύνης εἶναι πάντοτε αὐτή, μαζὶ μὲ τὴν ἀπονήρευτη διάθεση, ποὺ ἀνοίγει τὶς πύλες τοῦ Οὐρανοῦ καὶ γιὰ κάθε χριστιανό.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, ,

Σχολιάστε

Ο «ΙΔΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΨΥΧΟΣ ΙΕΡΑΡΧΗΣ» ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ “ΔΙΑΒΑΖΕΙ” …ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟ

 Ἀπόσπασμα τοῦ λόγου τοῦ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ

Πρὸς τὸν χειροτονηθέντα Μητροπολίτη Αὐστρίας Ἀρσένιο
κατὰ τὴν σημερινὴ Πατριαρχικὴ Θ. Λειτουργία στὸ Φανάρι ἐπὶ τῇ θρονικῇ ἑορτῇ (30.11.2011):

.          «… Μὴ λησμονῇς ὅτι ἔχεις καθῆκον νὰ δεικνύῃς ἀγάπην οὐ μόνον πρὸς τὸ ποίμνιόν σου, ἀλλὰ καὶ πρὸς πάντα ἄνθρωπον καλῆς θελήσεως καὶ μάλιστα πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους ἀδελφοὺς ἡμῶν. Ἐνθυμοῦ καὶ αὖθις τοὺς κάτωθι λόγους τοῦ γίου Νεκταρίου Πενταπόλεως κ τς «Ποιμαντικς» του: “Α δογματικα διαφορα ς ναγόμεναι πρς μόνον τ κεφάλαιον τς πίστεως φίενται λεύθερον κα πρόσβλητον τ τς γάπης κεφάλαιον· τ δόγμα δν καταπολεμε τν γάπην, δ γάπη χαρίζεται τ δόγματι, διότι “πάντα στέγει, πάντα πομένει”· χριστιανικ γάπη στν ναλλοίωτος, δι’ οδ’ τν τεροδόξων χωλαίνουσα πίστις δύναται ν λλοιώσ τ πρς ατος τς γάπης συναίσθημα. Δι τς γάπης στ λίαν πιθανν ν λκύσ πρς αυτν κα τν ξ σφαλμένης περιωπς κρίνουσαν δογματικόν τι ζήτημα τερόδοξον κκλησίαν. γάπη οδέποτε χάριν δογματικς τινος διαφορς πρέπον ν θυσιάζηται. Παράδειγμα στω πόστολος τν θνν, στις ξ γάπης κα πρς ατος τος σταυρωτς το Χριστο ηχετο νάθεμα εναι ατν. μ γαπν τος τεροδόξους πίσκοπος, μ κα πρ ατν ργαζόμενος, π ψευδος κινεται ζήλου κα στερημένος στν γάπης· διότι που γάπη, κε κα λήθεια κα τ φς, δ ψευδς ζλος κα πεπλανημένη δόξα ξελέγχονται π το φωτς κα τς γάπης κα ποκρούονται. Τ τς πίστεως ζητήματα οδ’ λως δέον στ ν μεισι τ τς γάπης συναίσθημα. Ο διδάσκαλοι το μίσους εσ μαθητα το πονηρο, διότι κ τς ατς πηγς δν ξέρχεται γλυκ κα πικρόν. διδάσκαλος τς γάπης, οός στιν πίσκοπος, δν δύναται ν μ γαπ, δυνατε δ λως ν μισ, διότι τ πλήρωμα τς γάπης κδιώκει τ μσος”.
.          Ὁ ἴδιος χριστόψυχος Ἱεράρχης μᾶς δίδει τὴν περιγραφὴν τοῦ μὴ κατ’ ἐπίγνωσιν ζηλωτοῦ καὶ τῶν ἄκρων τὰ ὁποῖα δέον νὰ ἀποφεύγῃ ὁ Ἐπίσκοπος κατὰ τὴν ποιμαντικήν του διακονίαν: “ μ κατ’ πίγνωσιν ζηλωτς κέκτηται μν ζλον, λλ’ ο κατ’ πίγνωσιν, πλανται ν τας σκέψεσι κα νεργείαις ατο κα ργαζόμενος δθεν πρ τς δόξης το Θεο παραβαίνει τν νόμον τς πρς τν πλησίον γάπης. μ κατ’ πίγνωσιν ζηλωτς διαπράττει τ κακόν, πως πέλθ τ π’ ατο νοούμενον γαθόν. ζλος το μ κατ’ πίγνωσιν ζηλωτο εναι πρ διαφθερον, πρ καταναλίσκον· καταστροφ προπορεύεται ατο κα ρήμωσις πεται ατ. μ κατ’ πίγνωσιν ζηλωτς εχεται τ Θε ν ρίψ πρ ξ ορανο κα ν κατακαύσ πάντας τος μ δεχομένους τς ρχς κα πεποιθήσεις ατο. Τν μ κατ’ πίγνωσιν ζηλωτν χαρακτηρίζει μσος πρς τος τεροθρήσκους τεροδόξους, φθόνος κα πίμονος θυμός, μπαθς ντίστασις πρς τ ληθς πνεμα το θείου νόμου, παράλογος πιμον ν τ περασπίσει τν δίων φρονημάτων, παράφορος ζλος πρς κατίσχυσιν ν πσιν, φιλοδοξία, φιλονικία, ρις κα τ φιλοτάραχον. μ κατ’ πίγνωσιν ζηλωτς εναι νθρωπος λέθριος” (Νεκταρίου Πενταπόλεως, Τὸ γνῶθι σαυτόν). Τὰς νουθεσίας ταύτας ἔχε ὑπ’ ὄψιν σου, ὁσάκις συναναστρέφεσαι καὶ συνδιαλέγεσαι μετὰ τῶν ἑτεροδόξων ἀδελφῶν ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι λίαν ἀγαθὴν διάθεσιν ἐπιδεικνύουν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν, εἰς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐντολῆς τῆς ἀγάπης πρὸς πάντας, διὰ νὰ καταστήσωμεν πρὸς πάντας σαφὲς ὅτι εἴμεθα μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ».

 ΠΗΓΗ: fanarion.blogspot.com

 Ὀξυδερκέστατες ἐπισηµάνσεις
τοῦ «
ἰδίου χριστοψύχου Ἱεράρχου»
ἁγίου Νεκταρίου,

ὅπως τὶς διατύπωσε στὸ ἐπιστηµονικότατο δίτοµο ἔργο του «Μελέτη ἱστορικὴ περὶ τῶν αἰτίων τοῦ Σχίσµατος», ὁ πρῶτος τόµος τοῦ ὁποίου ἐκδόθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ ἔτος 1911. (Βλ. σχετ. Καταχωρήσεις «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»: https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/11/09/ἅγ-νεκτάριος-πῶς-ὁ-πάπας-ἐξεθεμελίω/,  https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/09/23/ἁγ-νεκταρίου-περὶ-πρωτείου/,  https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/10/01/ἁγ-νεκταρίου-περὶ-πρωτείου-2/)
.           Σ᾽ αὐτὸ τὸ σπουδαιότατο ἔργο  
«Ὁ ἴδιος χριστόψυχος Ἱεράρχης»  ἀνατέµνει εἰς βάθος τὸ τραγικὸ σχίσµα µεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως. Ἕνα σχίσµα ποὺ συντάραξε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πρὶν ἀπὸ µία χιλιετία καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀποτελεῖ τὸ φοβερότερο σκάνδαλο τῆς ἱστορίας τοῦ χριστιανισµοῦ µέχρι σήµερα. Μὲ ἐκπληκτικὴ εὐθυκρισία, ἀκλόνητη ἐπιχειρηµατολογία καὶ ἀδιάσειστα ἱστορικὰ στοιχεῖα ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἀποδεικνύει ὅτι ἠ µόνη οὐσιαστικὴ αἰτία τοῦ Σχίσµατος ὑπῆρξαν οἱ θρασύτατες ἀξιώσεις τῶν παπῶν γιὰ ἀπόλυτη κυριαρχικὴ ἐξουσία πάνω στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

.          «Ὁ ἴδιος χριστόψυχος Ἱεράρχης» ἅγιος Νεκτάριος δὲν γνωρίζει  γλῶσσα διπλωµατίας. Ἀπαντώντας εὐθέως στὸ ἐρώτηµα λέει ὅτι, ἐφ᾽ ὅσον οἱ δύο πλευρὲς παραµένουν πιστὲς στὶς ἀρχές τους, «ἡ ἕνωσις εἶναι ἀδύνατος»! Γιὰ νὰ πραγµατοποιηθεῖ ἕνωση εἶναι ἀπαραίτητο κάποια ἀπὸ τὶς δύο νὰ ἀρνηθεῖ τὶς βασικὲς ἀρχές της: ἡ µὲν παπικὴ τὸ Πρωτεῖο ἐξουσίας τοῦ πάπα, ἡ δὲ Ὀρθόδοξη τὶς Οἰκουµενικὲς Συνόδους. Αὐτὸ ὅµως σηµαίνει ὅτι κάποια ἀπὸ τὶς δύο πρέπει νὰ ἀρνηθεῖ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό της.

.       Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο, τονίζει, εἶναι χωρὶς σηµασία οἱ παραχωρήσεις ποὺ κάνει ἡ κάθε πλευρὰ στὴν ἄλλη. (…).        Πηγὴ ὅλων τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Παπισµοῦ θεωρεῖ ὁ Ἅγιος τὶς κυριαρχικὲς ἀξιώσεις τῶν παπῶν, οἱ ὁποῖες «χεῖρον πάσης αἱρέσεως ἔβλαψαν τὴν Ἐκκλησίαν»! (…)
.       «Ὁ ἴδιος χριστόψυχος Ἱεράρχης» ἅγιος Νεκτάριος συνέλαβε τὸ πρόβληµα τοῦ Παπισµοῦ στὴν οὐσία του. Εἶχε ἤδη διαπιστώσει τὸ ἀποκορύφωµα τῆς παπικῆς ἐκτροπῆς στὴν Α´ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ τὸ ἔτος 1870. Γι᾽ αὐτὸ καὶ µὲ τὴν µελέτη του ἀνατρέπει πλήρως καὶ ἐκ βάθρων αὐτὸ ποὺ ἡ Σύνοδος ἔφθασε νὰ καθιερώσει γιὰ πρώτη φόρα ὡς δόγµα πίστεως: τὸ παπικὸ δηλαδὴ Πρωτεῖο καὶ Ἀλάθητο.
.         Τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου εἶναι αὐστηρά, ἀλλὰ δὲν γράφει µὲ ἐµπάθεια. Γράφει µὲ πόνο καὶ ἀγάπη. Δὲν ψάχνει νὰ ἀνακαλύψει πλαγίους δρόµους ἢ ἀπατηλὰ µοντέλα ἑνότητας. Ἡ θέση του κρυστάλλινη σὰν τὴν ζωὴ του εἶναι σαφέστατη, ἀκριβὴς καὶ ἀπόλυτη: Κάτω ἀπὸ τὶς γνωστὲς καὶ ἀµετακίνητες θέσεις τῶν δύο πλευρῶν «ἡ ἕνωσις εἶναι ἀδύνατος»! (βλ. περισσότεραhttps://christianvivliografia.wordpress.com/2011/03/15/«ἡ-ἕνωσις-εἶναι-ἀδύνατος»/)

Λέγει ἀλλοῦ
«ὁ ἴδιος χριστόψυχος Ἱεράρχης»:

 .     Ατς περβολικς τύφος το Πάπα, ατ μοναρχομανία του γέννησε τόσας αρέσεις. Πο χρυσ παραγγελία πο μς φησε Κύριος, «μάθετε π’ μο τι πρός εμι κα ταπεινς τ καρδί, κα ερήσετε νάπαυσιν τας ψυχας μν»; Πο μακαρισμς «μακάριοι ο πτωχο τ πνεύματι», δηλαδ ο ταπεινο ; Πο τόσα κα τόσα παραδείγματα χρυσ κα λαμπρά τς ταπεινοφροσύνης ;
 περηφάνεια εναι ρνησις τς ζως το Χριστο, μίμησις το διαβόλου. ταπεινοφροσύνη εναι γεννήτρια τροφς πασν των ρετν, μίμησις τς ζως το Χριστο. παπικ κκλησία εναι νόθος ργανισμός. Σ ναν θνητν κα μαρτωλν νθρωπον συγκεντρώθηκε πόλυτη ξουσία κα τ λάθητο. παπικ κκλησία δν εναι Χριστοκεντρικ λλ Παποκεντρική. Πάπας πέκυψε στν τρίτο κα τελευταο πειρασμ το Κυρίου στν ρημο. (βλ. περισσότεραhttps://christianvivliografia.wordpress.com/2010/11/09/ἅγ-νεκτάριος-πῶς-ὁ-πάπας-ἐξεθεμελίω/)

Καὶ ἀλλοῦ
«ὁ ἴδιος χριστόψυχος Ἱεράρχης»:

.       Ἐν τούτῳ δὲ κεῖται ὁ λόγος τοῦ σχίσματος, ὅστις ἀληθῶς εἶναι μέγιστος, διότι ἀνατρέπει τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ ὁ σπουδαιότατος δογματικὸς λόγος, διότι εἶναι ἄρνησις τῶν ἀρχῶν τοῦ Εὐαγγελίου. (βλ. περισσότερα: https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/09/23/ἁγ-νεκταρίου-περὶ-πρωτείου/)

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν μελέτη
τοῦ
Μητροπ. πρώην Ζαχουμίου καὶ Ἐρζεγοβίνης κ. Ἀθανασίου Γιέβτιτς

«  γιος Νεκτάριος ναντι τς παπικς κκλησίας»

.         Εἶναι χαρακτηριστικὸ πὼς στὸν ἅγιό μας δὲν κυριαρχεῖ οὔτε ζῆλος οὔτε ἀδιαφορία. Καὶ στν ποχή μας, σήμερα, πρέπει ν προσέξουμε πολ στ σημεο ατ ν μ καλλιεργεται μία ποψη: τι μόνον ο ζηλωτς εναι κακο κα δν χουν γάπη. Διότι κα ο λλοι, ο λεγόμενοι Οκουμενιστές, δν χουν ληθιν γάπη μ τ ν μιλνε γι γάπη χωρς τν γάπη τς ληθείας. πόλωση ατ δν εναι καλή.
.     γιος Νεκτάριος τονίζει τι γάπη εναι τ πν. Δν φτανε τ δόγματα. Ἐὰν νας μισε τν αρετικό, φταίει περισσότερο τ πνεμα του, τοποθέτησή του. Ὁ ἅγιος, χωρὶς νὰ καταργεῖ τὴν ἀγάπη, θεωρεῖ τὴν παπικὴ ἐκκλησιολογία σὰν ἕνα εἶδος φιλοσοφικοῦ θεσμοῦ, μία φιλοσοφικὴ θεωρία ποὺ παραδέχεται τὸν Θεὸν ὡς Δημιουργό του κόσμου, ἀλλὰ ὄχι καὶ σὰν Προνοητὴ αὐτοῦ. Ἡ παπικὴ Ἐκκλησία θέτει σὲ δεύτερη μοίρα τὸν ἴδιο τὸν Χριστόν. Αὐτὸ τὸ ἔχει τονίσει καὶ ὁλόκληρη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέσα ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλὰ ἔχει τονιστεῖ καὶ στὴ Σερβικὴ Θεολογία, στὸν π. Ἰουστίνο Πόποβιτς. πάπας κτοπίζει τν κκλησία ς Σμα Χριστο κα Κοινωνία το γίου Πνεύματος, κα ρχεται ατς ν κυριαρχήσει, ν Χριστς βρίσκεται κάπου πίσω κα τ γιον Πνεμα δν χει τν κεντρικ θεοπρεπ θέση Του. Ὁ Φλωρόφσκυ ἔλεγε ὅτι πράγματι χωλαίνει ἡ ἐκκλησιολογία τῆς Ρώμης, μὰ περισσότερο ἡ Χριστολογία τους. Τό ᾽χει γράψει καὶ ἡ μηδαμινότητά μου ὅτι δὲν ἔχει Χριστοκεντρισμὸ ἡ ρωμαϊκὴ θεολογία, ἔχει περισσότερο Χριστομονισμό, χωλαίνει στὴ Χριστολογία. Καὶ ὁ ἅγιος Νεκτάριος, χωρὶς νὰ τὸ λέει ἐπὶ λέξει, τὸ ἐννοεῖ, πὼς τ ν πωθεται Χριστς κα ν γίνεται πάπας ντικαταστάτης του εναι ρνηση το Χριστο ς παρχς κα Κεφαλς κα κρογωνιαίου Λίθου τς κκλησίας, ς Πρωτοτόκου ν πολλος δελφος. […]
.        Τὰ κείμενα τοῦ ἁγίου εἶναι λίαν σημαντικά. Δὲν εἶναι γραμμένα μὲ μίσος, ἀλλὰ ἀποτελοῦν ἔκφραση τῆς ἴδιας ἀγάπης καὶ μέριμνας τοῦ «ἰδίου χριστοψύχου Ἱεράρχου» ἁγίου Νεκταρίου καὶ προῆλθαν ἀπὸ μία σπουδαία μελέτη, ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπο ποὺ ἤθελε πραγματικὰ τὸ διάλογο: «Διὰ τοῦ δόγματος τοῦ ἀλαθήτου ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία ἀπώλεσε τὴν πνευματική της ἐλευθερία, τὸν στολισμόν της, ἐκλονίσθη ἐκ βάθρων, ἐστερήθη τοῦ πλούτου τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἀπὸ πνεύματος καὶ ψυχῆς κατέστη ἄναυδον σῶμα […] Ἀπὸ καρδίας θλιβόμεθα γιὰ τὴν γενομένην ἀδικίαν τὴ Ἐκκλησία καὶ ἐκ τῶν μυχίων […] εὐχόμεθα νὰ φωτίση τὸ νοῦν καὶ τὴν καρδίαν τοῦ Μακαριωτάτου Ποντίφηκος τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὅπως ἀποδόση τιμὴ τὴ Ἁγία Καθολικὴ Ἐκκλησία, ὅ,τι παρ’ αὐτῆς ἀφήρεσεν ὡς μὴ ὤφειλεν».
.          Εἶναι μεγάλος ὁ πόνος τοῦ «ἰδίου χριστοψύχου Ἱεράρχου» ἁγίου μας γιὰ τὴν πτώση καὶ μὴ μετάνοια τῆς Ρώμης. Λέει στὸ βιβλίο του: «…ὅπως ἔχουν στὴν πρώτη σειρὰ τὸ πρωτεῖο, τὴν ἐξουσία τοῦ Πέτρου, μακάρι ν εχαν κα στν πρώτη σειρ τὴν μετάνοια το Πέτρου γι ν εναι λόκληρο τ Εαγγέλιο, ν εναι πράγματι εαγγελικ κκλησία». (ΠΗΓΗ: egolpion.com)

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΕΝΤΑΦΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

Ἡ κοίμηση καὶ ὁ ἐνταφιασμὸς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου

 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Σώτου Χονδρόπουλου:
Ὁ Ἅγιος του αἰώνα μας – ὁ Ὅσιος Νεκτάριος Κεφαλὰς
– Ἀφηγηματικὴ Βιογραφία.
Ἔκδ. Ἱ. Κοινοβ. Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης. B´ Ἔκδ. Σελ. 269-274

.        Στὸ ἀπόμακρο γιὰ κεῖνο τὸν καιρὸ νοσοκομεῖο τῆς Ἀθήνας, τὸ Ἀρεταίειο, ἡ γραμματεία ἔπαιρνε ἀπ’ ἔξω ἐντολὴ καὶ ἔδινε μέσα ἐντολὴ νὰ κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στὸν μικρὸ παθολογικὸ θάλαμο, γιὰ ἕναν γέροντα καλόγερο ἀπὸ τὴν Αἴγινα.

.        Τὸν ἔφεραν κάποιο μεσημέρι δύο καλόγριες κι ἕνας μέτριος στὸ ἀνάστημα σαραντάρης, ποὺ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ μπῆκαν ἀνησυχοῦσε καὶ κρυφόκλαιγε. Ἔκαναν τὶς διατυπώσεις τῆς εἰσόδου καὶ παραμονῆς του στὸ θεραπευτήριο καὶ ἡ μία ἀπὸ τὶς δύο καλόγριες ἔφυγε.
.        Στὸν θάλαμο ποὺ τὸν τοποθέτησαν ἦταν ἄλλα τέσσερα κρεββάτια, ὡστόσο μόνο τὰ δύο ἦταν πιασμένα. Στὸ διπλανὸ τοῦ γέροντα τῆς Αἴγινας ἀναπαυόταν ἕνας ἄντρας περίπου σαραντάρης ποὺ ἔπασχε ἀπὸ παράλυση τῶν κάτω ἄκρων.
.        Ἦταν ἐπαρχιώτης οἰκογενειάρχης, εἶχε πέσει σ’ ἕνα γκρεμὸ ἀπὸ τὸ ζῶο του, χτύπησε κι ἀπὸ τότε τὸν ἔσερναν μὲ τὰ φορεῖα. Στὸ παρακάτω, ἔμενε κάποιος γέροντας συνταξιοῦχος δάσκαλος, μὲ οὐρολογικὴ κι αὐτὸς πάθηση.
.        «Τί νομίζεις γερόντισσα Εὐφημία, ἔκανε κάπου στὸν προθάλαμο σιγανασαίνοντας καὶ σκουπίζοντας τὰ δάκρυά του ὁ ἄντρας, θὰ κάνει τὴν ἐγχείρηση, θ’ ἀντέξει στὸ μαχαίρι;»
.        Ἐκείνη ἀπόμεινε συλλογισμένη.
.        «Τί θ’ ἀπογίνουμε δίχως τὴν εὐλογημένη του καθοδήγηση, πῶς θὰ ζήσουμε χωρὶς τὴν προσευχή του;», συνέχισε ὁ ἄντρας.
.        «Ἐλπίζω, κύριε Σακκόπουλε, ἀποκρίθηκε τέλος ἡ καλόγρια μισοταραγμένη. Ὁ καλὸς Θεὸς θὰ λυπηθεῖ τὴν ἀδελφότητα, δὲν θὰ ἐπιτρέψει ν’ ἀπομείνουμε εἴκοσι ὀκτὼ ψυχὲς ὀρφανές.»
.        «Ὦ ἀδελφὴ Εὐφημία, σ’ αὐτὸν ὀφείλω τὰ πάντα. Καὶ κυρίως τὸν θησαυρὸ τῆς ψυχῆς μου. Αὐτὸς μὲ εἰσήγαγε εἰς τὸ εὖρος, τὸ ὕψος καὶ τὸ κάλλος ποὺ ἔχει ὁ Κύριος. Ἀπὸ νωρὶς ἔχασα τὴν μητέρα μου καὶ τὸ ξεπέρασα, πρόπερσι ἀναπαύθηκε κι ὁ πατέρας μου, ἄνθρωπος ὅλο αὐταπάρνηση κι εὐγένεια καὶ τὸ κατάπια. Ἂν μᾶς ἐγκαταλείψει κι ὁ ἅγιος γέροντας, ὁ πνευματικὸς πατέρας καὶ ὁδηγὸς καὶ μεσίτης εἰς τὸν Θεόν, θὰ καταντήσω δυστυχής, θὰ παραμείνω δεντρὶ στὴν ἔρημο…»
.        Ἡ καλόγρια τὸν ἀνακοίταξε μὲ κάποια στοργὴ καὶ κούνησε τὸ κεφάλι.
.        Πέρασε ὁ πρῶτος μήνας, πέρασε κι ὁ δεύτερος.
.        Δὲν πρόλαβε νὰ κάνει ἐγχείρηση, δὲν πρόλαβε νὰ περάσει ἀπὸ μαχαίρι.
.        Ἡ Ἀθήνα συγκλονιζόταν ἀπὸ ἰαχὲς καὶ ἀλλαλαγμοὺς γιὰ τὴν ἐκλογικὴ ἥττα τοῦ Βενιζέλου, γιὰ τὶς ἀλλαγὲς στὴν Κυβέρνηση, γιὰ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ ἐξόριστου Βασιλιᾶ Κωνσταντίνου, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κύκλοι συζητοῦσαν, σχολίαζαν τὴν ἔκπτωση τοῦ Μελετίου καὶ τὴν ἐπανενθρόνιση τοῦ Θεοκλήτου, ὅταν ὁ χλωμὸς ἀσκητικὸς ἐκεῖνος γέροντας, ὁ καλόγερος τῆς Αἴγινας, ἔβλεπε ξαφνικὰ καταμπροστά του ἀνοιγμένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἀγγέλους κατὰ χιλιάδες νὰ τὸν ὑποδέχονται.
.        Στάθηκε λίγο προτοῦ ξεψυχήσει κι ἀφουγκράστηκε. Ἀπὸ ψηλὰ κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ὁλόγλυκια φωνὴ σὲ ξένη χώρα τὸν καλοῦσε. «Εἴσελθε τέκνον, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου. Σὲ ἀναμένει ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος.»
.        «Εἰς ἐμέ, εἰς ἐμὲ τὸ λέγεις Κύριε;», πρόλαβαν νὰ ψιθυρίσουν γιὰ στερνὴ φορὰ τὰ χείλη του.
.        Κι ἀνοίγοντας τὸ στόμα νὰ πάρει ἀνασεμιά, εἶδε πὼς μεταφέρεται. Παρέδωσε τὴν ἅγια του ὑπομονετικὴ ψυχὴ στὸν ἀγαπημένο του Ἀφέντη. Στὸν Ἀφέντη τῶν οὐρανίων, τῶν ἐπιγείων καὶ καταχθονίων.
.        Ἡ γερόντισσα Εὐφημία ἀναστατώθηκε.
.      «Σεβασμιώτατε, Σεβασμιώτατε, ἀνέκραξε μὲ λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, ποῦ εἶναι ὁ κύριος Σακκόπουλος;… Τὸ τηλέφωνο παρακαλῶ, τὸ τηλέφωνο…
.        Ἦρθε μία σαβανώτρα ἀπὸ τὸ προσωπικό του νοσοκομείου νὰ βοηθήσει τὴ γερόντισσα. Τὸ νεκρὸ σῶμα, μοσκομύριζε… Θεὲ καὶ Κύριε ! … Κάτι πῆγε νὰ πεῖ ἡ γερόντισσα δὲν τὸ μπόρεσε. Γιὰ μιὰ στιγμὴ ἔβγαλαν τὴ μάλλινη φανέλλα καὶ τὴν πέταξαν πρόχειρα στὸ διπλανὸ κρεββάτι. Κι ὥσπου νὰ προχωρήσουν νὰ τελειώσουν μὲ τὰ σάβανα, ὁ διπλανὸς ἄρρωστος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔπασχε ἀπὸ παράλυση τῶν κάτω ἄκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε ὄρθιος, ἀμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στὰ πόδια του κι ἔκανε τὸ σταυρό του.
.        «Σηκώθηκα, περπατάω! ἀνέκραξε δυνατά, Θεέ μου, ἔγινα καλά! Τί ἔχει αὐτὴ ἡ φανέλλα;»
.        Γιὰ δές, ἦταν στ’ ἀλήθεια ὄρθιος, περπατοῦσε !
.        Δὲν καλοκατάλαβαν, ἀπόμειναν νὰ χάσκουν. Τὸ νεκρὸ σῶμα μοσκομύριζε… Ἡ γερόντισσα πῆρε τὴ φανέλλα, τὴν ἔβαλε ἕνα κουβάρι στὸ ράσο της. Τὰ χέρια της ἔτρεμαν.
.        Ἀπόρησαν oι γιατροί, ἀπόρησε καὶ τὸ προσωπικὸ τοῦ νοσοκομείου, ὅταν ἔμαθαν πὼς ὁ φτωχὸς ρασοφόρος ἀπὸ τὴν Αἴγινα, ἦταν ἄλλοτε γενικὸς διευθυντὴς στὴ Ριζάρειο καὶ ἦταν λέει… Δεσπότης!
.        Μία νύχτα θρήνου πέρασε ἡ γερόντισσα Εὐφημία.
.        Ἀργὰ τὸ πρωὶ ἔφθασε ἕνας φίλος Ἀρχιμανδρίτης, ἱεροκήρυκας, ὁ Παντελεήμων Φωστίνης καὶ λίγο πιὸ ἔπειτα ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Ἄγγελος Νησιώτης, διαλεκτὸς μαθητής του στὴ Ριζάρειο καὶ δημιουργὸς ἀργότερα κατηχητικῶν σχολείων. Ἔφθασε σωστὸ ἀνθρώπινο ράκος κι ὁ Κωστὴς Σακκόπουλος. Παράγγειλαν τὸ φέρετρο, παράγγειλαν τὴ νεκροφόρα καὶ λίγo ἀργότερα ξεκίνησαν γιὰ τὸν Πειραιά.
.        Τὸ βαποράκι τῆς γραμμῆς, ἡ «Πτερωτή», θὰ σήκωνε ἄγκυρα γιὰ τὴν Αἴγινα ἀκριβῶς στὶς δύο τὸ μεσημέρι. Ἡ νεκροφόρα μὲ λογῆς – λογῆς διατυπώσεις, ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνουν, ἔφθασε ἐμπρὸς στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸν Πειραιά, λίγo μετὰ τὶς δώδεκα. Ὁ Ναὸς βρέθηκε κλειστός, ὅλοι oι ἁρμόδιοι κι ὁ νεωκόρος, ἔλειπαν γιὰ μεσημεριάτικη διακοπή.
.        Αὐθόρμητα μαζεύτηκε ὁλόγυρα στὸ πεζοδρόμιο κόσμος. Ἀπὸ λαλιὰ σὲ λαλιά, ἀκούστηκε, μαθεύτηκε στὴν ἐργατικὴ πόλη, ἡ Κοίμηση τοῦ γέροντα τῆς Ριζαρείου. Κι ἕνας λαὸς περικύκλωσε τὸ φέρετρο.
.        Καθὼς τὸ ἔφεραν σιμὰ στὰ σκαλοπάτια τοῦ Ναοῦ γιὰ νὰ πάρουν τουλάχιστον μία φωτογραφία στὴν πόλη καὶ στὸ χῶρο ποὺ τόσο εἶχε κηρύξει κι ἀγαπήσει, κι ἄνοιξαν τὸ καπάκι, μούδιασαν, τά ᾽χασαν… Παρατήρησαν κάτι τὸ ἀσυνήθιστο, τὸ καταπληκτικό. Ἀπὸ τὴν ἤρεμη καὶ γαλήνια μορφὴ ἔσταζε κάτι σὰν ἱδρώτας ποὺ μοσκομύριζε… Θεὲ καὶ Κύριε !
.        Ὁ Κώστας ὁ Σακκόπουλος σαστισμένος ἔτρεξε κι ἀγόρασε ἀπὸ τὸ περίπτερο ἕνα πακέτο μπαμπάκι καὶ σκούπισε σιγὰ – σιγὰ καὶ ἁπαλὰ ἀπὸ τὸ πρόσωπο τὸν μοσκομύριστο ἱδρώτα. Μερικοὶ τότε ἔπεσαν ἐπάνω του, τοῦ ἅρπαξαν τὶς τοῦφες τὸ μπαμπάκι, τὸ ἔφερναν εὐλαβικὰ στὸ μέτωπό τους, ἄλλοι τὸ ἔκρυβαν στὶς τσέπες τους, ἄλλοι τὸ παράχωναν στὸ στῆθος.
.        «Δὲν ἔχει βάρος, δὲν ἔχει βάρος, εἶναι ἐλαφρὺς σὰν πούπουλο», φώναξαν καὶ oἱ ἄνδρες ποὺ σήκωναν τὸ φέρετρο, ἕτοιμοι νὰ τὸ ξαναφέρουν στὴ νεκροφόρα.
.        Τὸ βαποράκι τῆς γραμμῆς ἡ «Πτερωτὴ» ἔφθασε στὶς τέσσερις παρὰ κάτι, ἀπόγευμα στὴν Αἴγινα μὲ τὴ σημαία «μετζάστρα» (μεσίστια) στὸ πλωριὸ κατάρτι.
.        Προτοῦ ἀράξει στὸ μῶλο, ὁ καπετάνιος σφύριξε τρεῖς φορὲς πένθιμα καὶ συνθηματικά. Στὰ γαλανὰ νερὰ τοῦ Σαρωνικοῦ ταξίδευε τὸ Ἱερὸ Λείψανο ἑνὸς ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ. Ἑνὸς Κληρικοῦ ποὺ δὲν καυχήθηκε ποτὲ γιὰ κάτι δικό του. Ἑνὸς Ἱερομόναχου ποὺ εὐαρέστησε τὸν Ἅγιο Θρόνο μὲ τὴν ὑπακοή, τὸ ταπεινὸ φρόνημα, τὴν ὑπομονή, τὴν πίστη, τὴν ἀγάπη.
.        Ἀμέτρητος λαὸς πλημμύρισε κάτω τὴν παραλία. Ὅλος σχεδὸν ὁ Κλῆρος, ὅλοι oι Ἱερομόναχοι, ὅλες oι καλόγριες ἀπὸ τὰ ντόπια Μοναστήρια. Οἱ γυναῖκες ἔκλαιγαν σιωπηλά, μερικὲς στέναζαν, μερικὲς μοιρολογοῦσαν. «Παππούλη μας, προστάτη τῆς φτωχολογιᾶς, τί θ’ ἀπογίνουμε τώρα ποὺ μᾶς ἄφησες ὀρφανὲς καὶ μόνες;»
.        Διακόσιοι τόσοι ἄντρες τσακώθηκαν ποιὸς θὰ σηκώσει τὸ φέρετρο. Ἦταν oι φίλοι του, oἱ ψαράδες τοῦ γιαλοῦ, οἱ σφουγγαράδες ποὺ ταξίδευαν καὶ βουτοῦσαν πέρα στὴν Τζιμπεράλτα καὶ στὸ Τούνεζι κι ἔφερναν σφουγγάρια τῆς εὐλογίας μὲ χαραγμένο στὴ μέση τὸν Τίμιο Σταυρό, ἐργάτες ποὺ δούλεψαν στὴ Μονὴ κι ἔφαγαν ψωμὶ ἀπὸ τὰ χέρια του, oἰκοδόμοι, ἀγρότες, ἀμπελουργοί, ἐπαγγελματίες καὶ πλανόδιοι.
.        Ὁ δήμαρχος μὲ τὸν ἀστυνόμο γιὰ νὰ τοὺς φέρουν σὲ λογαριασμό, τοὺς χώρισαν σὲ τετράδες καὶ ὑπολόγισαν τὸ δρόμο κάπου δύο ὧρες καὶ κάτι, ὤσαμε τὸ Μοναστήρι. Σὲ λίγο τὰ πάντα τακτοποιήθηκαν καὶ ἡ πομπὴ ξεκίνησε.
.        Ἦταν κάτι τὸ ριγηλὸ καὶ συγκινητικό. Ποτὲ ἡ Αἴγινα δὲ θυμόταν ἕνα τέτοιο ξόδι. Αὐθόρμητα ἡ λαϊκὴ ψυχὴ ἀγκάλιασε τὸ Λείψανο – Θησαυρὸ τοῦ διαλεκτοῦ παιδιοῦ της καὶ τὸ ἔφερνε μὲ σφιχτὴ ἀνασεμιὰ στὴ θέση Ξάντος. Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε τὴν πόλη καὶ τὴν παραλία. Οἱ καμπάνες στοὺς Ναοὺς σιγοχτυποῦσαν ὅπως τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Θυμίαμα καιγόταν σ’ ὅλες τὶς πόρτες καὶ δροσερὰ λουλούδια ἔπεφταν ἀπὸ γριὲς καὶ νιὲς καὶ δροσερὲς παρθένες. Ἕνα πλῆθος νέοι ρασοφόροι Ριζαρεῖτες ἀκολουθοῦσαν σιωπηλοί.
.        «Δὲν ἔχει βάρος, δὲν ἔχει βάρος, εἶναι ἐλαφρὺς σὰν πούπουλο», φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὰ σταυροδρόμια καὶ τὶς λαγκαδιές, καθὼς σήκωναν τὸ φέρετρο κι ἑτοιμάζονταν ν’ ἀλλάξουν βάρδια.
.        Τὸ Μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ἀτελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογῆς ἄνθρωποι, γνωστοί, ἄγνωστοι, καταλαχάρηδες τοῦ βουνοῦ, τοῦ λόγγου, τῆς ἀκρογιαλιᾶς. Ὅλοι τους εἶχαν διάθεση νὰ παρασταθοῦν, νὰ προσευχηθοῦν, νὰ ξενυχτήσουν, νὰ κλάψουν.
.        Σ’ ὅλο τοῦτο τὸ πλῆθος καὶ στὶς καλόγριες τῆς ἀδελφότητας ποὺ ἔκλαιγαν σὰν μικρὲς νεαρὲς κοπέλες, ξεχώριζε ἡ φυσιογνωμία τῆς Ἡγουμένης, τῆς Ὁσίας Ξένης, τῆς τυφλῆς. Στάθηκε κάποια στιγμὴ καταμπροστὰ στὸ φέρετρο, πάνω στὴ γαλήνια κι εὐγενικὴ μορφή, ποὺ θαρροῦσες ὅτι λαφροκοιμόταν, τὴ μορφὴ τοῦ πνευματικοῦ πατέρα καὶ ὁδηγοῦ, τοῦ εὐεργέτη καὶ προστάτη της καὶ μὴ μπορώντας μὲ τὰ τυφλὰ μάτια νὰ δεῖ, νὰ προσέξει τὸν ἱδρώτα – Μύρο ποὺ κυλοῦσε ἀπὸ τὸ μέτωπο, τὸ ἔνιωσε σὰν ὄσφρηση, σὰν εὐωδιὰ καὶ μένοντας ἀκίνητη καὶ κάνοντας τρεῖς φορὲς τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, εἶπε: «Ὁ πατέρας μας δὲν πέθανε. Ζεῖ, μᾶς βλέπει καὶ προσεύχεται ἀπόψε γιά μας. Τὸ Μοναστήρι μας θὰ προκόψει, δὲν θὰ τὸ ἀφήσει ὁ Κύριος. Ὅταν ζοῦσε καὶ τὸν ἀπολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο καὶ ὁδηγό, αὐτὸ πάντα μᾶς ἔλεγε. Αὐτὴ τὴν Προφητεία: Ἀπὸ ἐδῶ, μᾶς ἔλεγε, κόρες μου, ἀπ’ αὐτὲς τὶς ἐρημιές, σὲ μερικὰ χρόνια θὰ διαβαίνουν ἅμαξες, θὰ περνᾶ πλῆθος ὁ κόσμος μὲ ἀφιερώματα, χρυσάφια καὶ λαμπάδες. Καὶ ἐμεῖς οἱ ἄπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ὁ Σεβασμιώτατος, ἀναρωτιόμασταν μὲ ἀνησυχία. Ἀδελφές μου, μὴ κλαῖτε, ἀδέλφια μου μὴ θρηνεῖτε. Ἡ Αἴγινα καὶ ἡ Ἑλλάδα ἀπέκτησε ἕναν Ὅσιο, ἕνα σημερινὸ ἱκέτη ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἐσταυρωμένο».
.        Τὰ λόγια της σκέπαζαν τοὺς κρυφοὺς λυγμούς της ἀπὸ μία Θεϊκὴ Δύναμη καὶ Χάρη. Τὰ λόγια της ἔπεσαν στὸ πλῆθος μὲ τέτοια ἁρμονία ποὺ γλύκαναν εὐθὺς ὅλες τὶς καρδιὲς καὶ γιὰ κάμποσο χρονικὸ διάστημα τῆς νύχτας, ἀπόδιωξαν τὶς μελαγχολικὲς σκέψεις τοῦ θανάτου.
.        Τρεῖς μέρες καὶ τρεῖς νύχτες κράτησε τὸ λαϊκὸ τοῦτο προσκύνημα. Καὶ τὸ Λείψανο ἀδιάκοπα ἔσταζε ἱδρώτα-Μύρο καὶ σκορποῦσε ὁλοτρόγυρα Εὐωδία! Μία ἀπὸ τὶς τρόφιμες τῆς ἀδελφότητας ἀνησύχησε. «Θὰ πρέπει νὰ ἐπισπεύσουμε τὸν ἐνταφιασμό, πέταξε μὲ σπουδὴ στὴν Ὁσία Ξένη. Δὲν μπορεῖ, γερόντισσά μου, σῶμα εἶναι, θὰ βρωμίσει». Τὸ βράδυ ποὺ κοιμήθηκε, εἶδε ὁλοζώντανο σιμά της τὸν γέροντα ντυμένο στὰ ἀρχιερατικά του ἄμφια.

.        «Σεβασμιώτατε», ἀνέκραξε. Καὶ γονάτισε νὰ τοῦ ἀσπασθεῖ τὸ χέρι.
.        «Βρωμᾶ παιδί μου, τὸ χέρι μου;», τὴ ρώτησε ἐπιτιμητικά.
.        «Μοσκομυρίζει Σεβασμιώτατε», ψιθύρισε.
.        «Τί μυρίζει;»
.        «Λιβάνι καὶ ἀλόη.»
.         «Τότε μὴ φοβεῖσαι καὶ διὰ τὸ Λείψανον.»
.        Ξύπνησε καταφοβισμένη. Ἔτρεξε στὸ φέρετρο, ἀσπάσθηκε τρεῖς φορὲς τὰ κρινοδάχτυλα τῶν χεριῶν. Καὶ ξαναπρόσεξε ποὺ ἔτρεχε συνέχεια στὴ μορφὴ ἱδρώτας – Μύρο.
.        Φυσικὰ φρόντισαν καὶ γιὰ τὸν ἐνταφιασμό. Θὰ τὸν τοποθετοῦσαν ἐκεῖ πλάγια στὸ Ναό, χαμηλὰ στὸ πεῦκο. Στὸ καταπράσινο καὶ φουντωτὸ βελονόφυλλο δεντρὶ ποὺ τόσο αὐτὸς καμάρωνε κι ἀγαποῦσε. Ἐκεῖ, ποὺ κάποτε ἡ πρώτη ἐκείνη γερόντισσα κάτοικος, σὰν ἔσκαβε γιὰ νὰ τὸ φυτέψει, τοσοδούλι καὶ μικράκι, ἄκουσε τὴν παράδοξη φωνή: «Ἄφησε τόπο γιὰ ἕνα τάφο». Ναί, τώρα ὅλα ξεκαθάριζαν. Ὁ καλὸς Θεὸς εἶχε προδιαλέξει τόπο γιὰ τὸ σκήνωμα τοῦ διαλεκτοῦ παιδιοῦ Του.
.        Προτοῦ σκεπάσουν τὸ φέρετρο γιὰ τὸν ἐνταφιασμό, ὅλες σχεδὸν oι μαθήτριες καὶ ὑποτακτικὲς ἔφεραν κι ἔριξαν λεμονανθοὺς ἀπὸ τὶς λεμονίτσες ποὺ εἶχε φυτέψει ὁ ἴδιος ὁ γέροντας μὲ τὸ χέρι του, σὲ διάφορες πρασιὲς ὁλόγυρα ἀπὸ τὸ Ναὸ καὶ παράπλευρα ἔξω.

 ΠΗΓΗ: blogs.sch.gr/kantonopou

,

Σχολιάστε