Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγ. Μάξιμος ὁμολ.

Η ΔΥΑΔΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΟΔΥΝΗΣ ΚΑΙ ΗΔΟΝΗΣ

Ἡ δυαδικὴ σχέση ἡδονῆς καὶ ὀδύνης
τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Διάβασα ἕνα σημαντικὸ βιβλίο ποὺ ἐπιγράφεται «Πόνος, ἕνα δῶρο ποὺ κανένας δὲν θέλει» καὶ τὸ ὁποῖο παρουσιάζει τὴν ἀξία τοῦ πόνου γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Συγγραφέας τοῦ βιβλίου αὐτοῦ εἶναι ὁ Paul Brand ποὺ ἦταν γιατρός, γεννήθηκε στὴν Ἰνδία τὸ 1914 ἀπὸ γονεῖς ἱεραποστόλους, σπούδασε στὴν Ἀγγλία καὶ ἐργάσθηκε ὡς γιατρὸς στὴν Ἰνδία μεταξὺ τῶν λεπρῶν. Ἦταν «πρωτοπόρος στὴν θεραπεία τῆς λέπρας στὴν Ἰνδία» καὶ «ἀπέδειξε ὅτι ἡ ἔλλειψη αἴσθησης τοῦ πόνου ἦταν αὐτὴ ποὺ προκαλοῦσε τὶς χαρακτηριστικὲς παραμορφώσεις τῆς λέπρας. Ἀργότερα στὶς ΗΠΑ ἐπιβεβαίωσε τὰ εὑρήματά του στὸν διαβήτη καὶ σὲ ἄλλα νοσήματα. Αὐτὴ ἡ σημαντικὴ ἀνακάλυψη τὸν ὁδήγησε στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ πόνος ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ κατασιγάζεται, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀποτελεσματικοὺς τρόπους ἐπικοινωνίας τοῦ σώματος».
Ἕνα ἀπὸ τὰ κεφάλαια τοῦ βιβλίου του φέρει τὸν τίτλο «ἡδονὴ καὶ πόνος» καὶ καταγράφει πολλὲς ἐνδιαφέρουσες σκέψεις του γιὰ τὸ δίδυμο μεταξὺ ἡδονῆς καὶ πόνου.
Στὴν ἀρχὴ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ ἀναφέρεται στὴν γνώμη ποὺ διετύπωσε ὁ Τζέρεμυ Μπένταμ, ποὺ ἦταν ὁ ἱδρυτὴς τοῦ University College τοῦ Λονδίνου: «Ἡ φύση ἔχει βάλει τὸ ἀνθρώπινο γένος κάτω ἀπὸ δυὸ ἰσόβιους ἀφέντες, τὸν πόνο καὶ τὴν ἡδονή. Αὐτὸ μόνο μᾶς δείχνουν τί θὰ ἔπρεπε νὰ κάνουμε, ἀλλὰ καὶ καθορίζουν τί τελικὰ κάνουμε». Καὶ μετὰ σημειώνει: «Ἔχω διατυπώσει τὴν ἐπίκρισή μου γιὰ τὴν σύγχρονη κοινωνία, ὅτι παρερμηνεύει τὸν πόνο καὶ ὅτι τὸν καταπνίγει ἀντὶ νὰ ἀφουγκράζεται τὸ μήνυμά του. Ἀναρωτιέμαι μήπως ἔχουμε παρερμηνεύσει καὶ τὴν ἡδονή».
Ἀναλύοντας τὸ θέμα αὐτὸ ὁ Brand γράφει: «Ἀπὸ ἰατρικὸ ἔνστικτο, ὅταν ἀναλύω μιὰ αἴσθηση, ἔχω τὴν τάση νὰ σκέφτομαι πρῶτα ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τὸ σώματος. Ὁ Φρόϋντ πρόβαλε τὴν “ἀρχὴ τῆς ἡδονῆς” ὡς κύριο κίνητρο τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς. Ὁ ἀνατόμος βλέπει ὅτι τὸ σῶμα δίνει περισσσότερο ἔμφαση στὸν πόνο. Κάθε τετραγωνικὴ ἴντσα δέρματος περιέχει χιλιάδες νεῦρα γιὰ τὸν πόνο, τὸ κρύο, τὴν ζέστη καὶ τὴν ἁφή, ἀλλὰ οὔτε ἕνα κύτταρο ἡδονῆς. Ἡ φύση δὲν εἶναι τόσο σπάταλη. Ἡ ἡδονὴ προκύπτει ὡς ἕνα παραπροϊόν, ὡς μιὰ ἀμοιβαία προσπάθεια πολλῶν διαφορετικῶν κυττάρων ποὺ συνεργάζονται σ’ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζω “ἐκστατικὴ κοινωνία”».
Τελικά, ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ ἡδονὴ καὶ ὁ πόνος-ὀδύνη εἶναι δίδυμα ἀδέλφια, ἀλλὰ ἀνόμοια μεταξύ τους, καὶ λαμβάνουν χώρα μέσα στὸν νοῦ μας καὶ ἐν μέρει ἐξαρτᾶται ἀπὸ «τὶς ἀναφορὲς τῶν αἰσθητηρίων ὀργάνων».
Παραθέτει ἕναν ὁρισμὸ ἀπὸ τὸ λεξικὸ τῆς Ὀξφόρδης σχετικὰ μὲ τὸν πόνο καὶ τὴν ἡδονή, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἡδονὴ «προκαλεῖται ἀπὸ τὴν ἀπόλαυση ἢ τὴν προσδοκία ἑνὸς πράγματος ποὺ αἰσθανόμαστε ἢ θεωροῦμε ὡς καλὸ ἢ ἐπιθυμητό… τὸ ἀντίθετο τοῦ πόνου». Ὁ ἴδιος ὑποστηρίζει ὅτι γιὰ μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς του ταξινομοῦσε «τὴν ἡδονὴ ὡς ἀντίθεση τοῦ πόνου», σύμφωνα μὲ τὸ λεξικὸ τῆς Ὀξφόρδης, ἀλλὰ μὲ τὴν μετέπειτα ἔρευνά του κατέληξε στὸ συμπέρασμα ὅτι περισσότερο ἡ ἀλήθεια γιὰ τὴν σχέση μεταξὺ τῆς ἡδονῆς καὶ τοῦ πόνου ἐκφράζεται ἀπὸ τὸν ζωγράφο τῆς Ἀναγέννησης Λεονάρδο ντὰ Βίντσι ποὺ εἶδε τὰ πράγματα διαφορετικά.
Πράγματι, ὁ διάσημος αὐτὸς ζωγράφος στὰ σημειωματάριά του σχεδίασε «μιὰ μοναδικὴ ἀνδρικὴ σιλουέτα σχισμένη στὰ δύο, περίπου στὸ ὕψος τῆς κοιλιᾶς: δυὸ κορμιά, δυὸ γενειοφόρα κεφάλια, καὶ τέσσερα μπράτσα, σὰν Σιαμαῖα δίδυμα ἑνωμένα στὴν μέση». Τιτλοφόρησε τὸ σκίτσο αὐτὸ «ἀλληγορία τῆς Ἡδονῆς καὶ τοῦ Πόνου» καὶ σχολίαζε: «Ἡ Ἡδονὴ καὶ ὁ Πόνος παρίστανται σὰν δίδυμοι, σὰν νὰ εἶναι ἑνωμένοι μαζί, διότι ποτὲ δὲν ὑπάρχει ἡ μία αἴσθηση χωρὶς τὴν ἄλλη… Ἔχουν στραμμένες τὶς πλάτες ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλη, διότι εἶναι ἀντίθετες μεταξύ τους. Φαίνεται νὰ φυτρώνουν ἀπὸ τὸν ἴδιο κορμὸ διότι ἔχουν μιὰ καὶ τὴν ἴδια ρίζα, διότι ἡ ρίζα τῆς ἡδονῆς εἶναι κόπος καὶ πόνος, καὶ τὸ θεμέλιο τοῦ πόνου εἶναι μάταιες καὶ λάγνες ἡδονές».
Ἔτσι, ἡ ἡδονὴ καὶ ὁ πόνος ἔχουν τὴν ἴδια ρίζα καὶ ἐναλλάσσονται στὴν ζωή μας. Ὁ Paul Brand χρησιμοποιεῖ διάφορα παραδείγματα γιὰ νὰ δείξη αὐτὴν τὴν δυαδικὴ σχέση μεταξὺ ἡδονῆς καὶ ὀδύνης-πόνου ἀπὸ τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, μὲ τὸ τί συμβαίνει μὲ τὴν κατανάλωση τῆς ραφιναρισμένης ζάχαρης ποὺ δὲν ὑπάρχει στὴν φύση καὶ εἶναι ἕνα βιομηχανικὸ προϊὸν ἐπεξεργασμένο σὲ συμπεπυκνωμένη μορφὴ καὶ τὸ ὁποῖο ἀνοίγει «ἕνα “κουτὶ” τῆς πανδώρας γεμάτο ἰατρικὰ προβλήματα».
Τὸ ἴδιο παρατηρεῖται στὴν κοινωνία, ἀφοῦ ἡ ποικιλότροπη ἀπόλαυση δημιουργεῖ προβλήματα στὸ σῶμα. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ κάθονται «ξαπλωμένοι σὲ μαλακὲς πολυθρόνες καὶ παρακολουθοῦν μιὰ ταινία», ἀλλὰ αὐτὲς οἱ ψεύτικες περιπέτειες δὲν ἱκανοποιοῦν, ἀφοῦ δημιουργοῦν παρενέργειες ποὺ τὶς παρατηροῦν οἱ γιατροί, ὅπως «ἱδρωμένες παλάμες, ταχυκαρδία, μυϊκὴ ὑπερένταση, ἔξαρση τῆς ἀδρεναλίνης».
Αὐτὸ φαίνεται ἀκόμη καὶ στὴν λήψη τῶν ναρκωτικῶν. Ὁ Paul Brand γράφει: «Ἡ κατάχρηση ναρκωτικῶν δείχνει τὸ λογικὸ συμπέρασμα μιᾶς στρεβλωμένης αἴσθησης ἡδονῆς, διότι οἱ ἑξαρτησιογόνες οὐσίες ἔχουν ἄμεση πρόσβαση στὴν ἕδρα τῆς ἡδονῆς στὸν ἐγκέφαλο. Δὲν εἶναι καθόλου ἐκπληκτικὸ ὅτι ἡ βραχυχρόνια ἀπόλαυση ποὺ προέρχεται ἀπὸ μιὰ τέτοια ἄμεση πρόσβαση δημιουργεῖ μακροχρόνια δυστυχία». Ἀναφέρει δὲ τὴν γνώμη τοῦ συγγραφέα Ντὰν Γουέϊκφιλντ, ὁ ὁποῖος ἔλεγε:
«Χρησιμοποίησα διάφορες οὐσίες, ὅπως νομίζω ὅτι ἔκαναν καὶ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, ὄχι κατ᾽ἀρχὴν καὶ συστηματικὰ γιὰ νὰ “φτιαχτῶ” ἢ γιὰ νὰ δείξω κάτι, ἀλλὰ γιὰ νὰ σβήσω τὸν πόνο μ’ αὐτὸν τὸν χημικό, συνθετικὸ τρόπο, στὴν πράξη τελικὰ αὐξάνουν τὸ κενὸ ποὺ προσπαθοῦν νὰ γεμίσουν, κι ἔτσι πάντα χρειάζεται ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ποτὸ καὶ ναρκωτικὰ στὴν ἀτελείωτη ἀναζήτηση, γιὰ νὰ γεμίσουμε τὴν τρύπα ποὺ ὅλο καὶ μεγαλώνει ὅσο ἐμεῖς προσπαθοῦμε νὰ τὴν ἐξαλείψουμε».
Αὐτὴ ἡ δυαδικὴ σχέση μεταξὺ ἡδονῆς καὶ ὀδύνης εἶναι γνώριμη στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι ἡ βάση τῆς ὀρθοδόξου ἀσκητικῆς. Αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸ συναντήσουμε σὲ ὅλους τους Πατέρες, ἰδιαιτέρως ὅμως ἐδῶ θὰ ὑπογραμμίσω τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἑνὸς ἁγίου τοῦ 7ου αἰῶνος ποὺ ἔπαιξε μεγάλο ρόλο στὰ πράγματα τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐποχές.
Ὁ ἅγιος Μάξιμος στὰ «διάφορα κεφάλαια περὶ θεολογίας, οἰκονομίας, ἀρετῆς καὶ κακίας», μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἀναφέρεται καὶ στὴν δυαδικὴ σχέση μεταξὺ ἡδονῆς καὶ ὀδύνης. Θὰ γίνη στὴν συνέχεια μιὰ μικρὴ ἀναφορά, γιὰ νὰ δοῦμε πῶς οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πολὺ σύγχρονοι καὶ ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό, γιατί ἀγγίζουν τὰ διαχρονικὰ ὑπαρξιακὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου.
Κατ’ ἀρχὰς κάνει λόγο γιὰ τὸ ὅτι ὁ Θεός, ὅταν δημιούργησε τὴν ἀνθρώπινη φύση «δὲν ἔθεσε μέσα της οὔτε ἡδονή, οὔτε ὀδύνη τῆς αἰσθήσεως, ἀλλὰ κάποια νοερὴ δύναμη πρὸς ἡδονή, μὲ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ Τὸν ἀπολαύση μὲ τρόπο ἀνέκφραστο». Πρόκειται γιὰ «τὴν φυσικὴ ἐπιθυμία τοῦ νοῦ πρὸς τὸν Θεό». Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀκολούθησε τὴν φυσικὴ αὐτὴ κίνηση τοῦ νοῦ πρὸς τὸν Θεό, ἀλλὰ τὴν ἀντίθετη φορά, δηλαδὴ αὐτὴν τὴν φυσικὴ κίνηση τοῦ νοῦ πρὸς τὸν Θεὸ τὴν ἔδωσε στὴν αἴσθηση καὶ ἀπέκτησε τὴν πρώτη κίνηση, ἤτοι «τὴν ὀδύνη ποὺ ἐνεργεῖ πάνω του παρὰ φύση μέσῳ τῆς αἰσθήσεως». Τότε ὁ Θεός, ποὺ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν σωτηρία μας, «τοποθέτησε δίπλα της τὴν ὀδύνη σὰν τιμωρητικὴ δύναμη», δηλαδὴ ρίζωσε «μέσα στὴν φύση τοῦ σώματος ὁ νόμος τοῦ θανάτου, γιὰ νὰ περιορίζη τὴν ἐπιθυμία τῆς παραφροσύνης τοῦ νοῦ ἀπὸ τὸ νὰ κινεῖται παρὰ φύση πρὸς τὰ αἰσθητὰ πράγματα».
Ἔτσι «ἡ ἡδονὴ καὶ ἡ ὀδύνη δὲν δημιουργήθηκαν μαζὶ μὲ τὴν φύση τῆς σάρκας, ἀλλὰ ἡ παράβαση τῆς θείας ἐντολῆς ἐπινόησε τὴν ἡδονὴ γιὰ νὰ διαφθείρη τὴν προαίρεση (ἐλευθερία), ἐνῶ ἐπέβαλε τὴν ὀδύνη σὰν καταδίκη πρὸς διάλυση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἔτσι ὥστε ἡ μὲν ἡδονὴ νὰ προκαλέση ἑκούσιο θάνατο τῆς ψυχῆς τὴν ἁμαρτία, ἡ δὲ ὀδύνη μὲ τὴν διάλυση νὰ προξενήσει τὴν ἀποσύνθεση τῆς σάρκας».
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μετὰ τὴν «παράλογη ἡδονὴ ἀκολούθησε ἡ κατὰ λόγον ὀδύνη μὲ πολλὰ παθήματα, στὰ ὁποῖα καὶ ἀπὸ τὰ ὁποία ὑπάρχει ὁ θάνατος γιὰ νὰ ἀφαιρέση τὴν παρὰ φύση ἡδονή». Ἔτσι, «ἡ ἐπινόηση τῶν ἑκουσίων πόνων (ποὺ εἶναι ἡ ἄσκηση) καὶ «ἡ ἐπιφορὰ τῶν ἀκουσίων (ποὺ εἶναι ἡ ἀρρώστια, ὁ θάνατος), ἀφαιροῦν τὴν ἡδονὴ καὶ καταργοῦν τὴν ἐνεργητικὴ κίνησή της», χωρὶς ὅμως νὰ ἐξαφανίζουν «τὴν δύναμη ποὺ βρίσκεται σὰν νόμος μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ποὺ δημιουργεῖ τὴν ἡδονή». Σὲ κάθε δὲ ἡδονὴ ποὺ εἶναι «παρὰ φύση», ἀκολουθεῖ «ὁ φυσικὸς πόνος».
Αὐτὸ τὸ βλέπουμε στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο γεννᾶται ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ προηγεῖται ἡ ἡδονὴ καὶ ἀκολουθεῖ ἡ ὀδύνη. «Μετὰ τὴν παράβαση ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶχαν τὴν ἡδονὴ νὰ προηγεῖται φυσικῶς ἀπὸ τὴν γέννησή τους, καὶ ἀπολύτως κανεὶς δὲν ὑπῆρχε φυσικῶς ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ μὲ ἡδονὴ γέννηση ὅλοι, σὰν νὰ κατέβαλλαν φυσικὸ χρέος, ὑπέφεραν τοὺς πόνους καὶ τὸν θάνατο ἐξ αἰτίας της». «Ὁ ἄνθρωπος, καθὼς εἶχε τὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς του ἀπὸ τὴν φθορὰ μὲ τὴν ἡδονὴ καὶ τελείωνε τὴν ζωή του στὴν φθορὰ μὲ τὸν θάνατο, σπαραζόταν μὲ ἐλεεινὸ τρόπο πάσχοντας ἀπὸ τὴν ἀδικότατη ἡδονὴ καὶ τοὺς ἐξ αἰτίας της δικαιότατους πόνους». «Ὅλοι ὅσοι προέρχονται ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ κατὰ σάρκα, ἕνεκα τῆς ἀπὸ ἡδονὴ ἄδικης ἀρχῆς, δικαίως ὑπομένουν μαζί του τὸ τέλος τοῦ θανάτου μέσω τοῦ πόνου». «Μετὰ τὴν παράβαση τοῦ Ἀδάμ, ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει ἀρχὴ τῆς γενέσεώς της τὴν μὲ ἡδονὴ σύλληψη καὶ γέννηση μέσῳ σπορᾶς ἀπὸ πατέρα, καὶ τέλος τῆς τὸν θάνατο μὲ ὀδύνη καὶ φθορά».
Ὁ ἄνθρωπος δὲν μποροῦσε νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὴν σχέση μεταξὺ ἡδονῆς καὶ ὀδύνης καὶ ὑπέφερε πολύ. Αὐτὴν τὴν θεραπεία τὴν ἔκανε ὁ Χριστὸς μὲ τὸν τρόπο τῆς γεννήσεώς Του, κατὰ ἄνθρωπον, καὶ τοῦ θανάτου Του. Ὁ Χριστὸς «καταδέχθηκε γέννηση ποὺ δὲν εἶχε τὴν ἀρχή της, στὴν ἡδονὴ (ἄνευ σπορᾶς καὶ παρεμβάσεως σαρκικοῦ πατρὸς) γιὰ νὰ ἐλευθερώση τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ τὴν γέννηση ποὺ προῆλθε ἀπὸ καταδίκη». «Τὴν ὀδύνη πάλι ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν ἡδονὴ καὶ ἀποτελεῖ τὸ τέλος τῆς φύσεως, τὴν ἀναδέχθηκε θεληματικὰ ἀπὸ φιλανθρωπία, μὲ σκοπό, πάσχοντας ἀδίκως, ν’ ἀφανίση τὴν ἀπὸ ἄδικη ἡδονὴ ἀρχὴ τῆς γενέσεως ποὺ κυριαρχεῖ στὴν ἀνθρώπινη φύση». Μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἄλλαξαν ὅλα τὰ δεδομένα, «γιατί ὅπως ἡ ἡδονικὴ ζωὴ τοῦ Ἀδὰμ ἔγινε μητέρα θανάτου καὶ φθορᾶς, ἔτσι καὶ ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου ὑπὲρ τοῦ Ἀδάμ, μὲ τὸ νὰ εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ἡδονὴ τοῦ Ἀδάμ, γεννᾶ τὴν αἰώνια ζωή».
Πάντως, ἐμεῖς μὲ τὴν γέννησή μας ἔχουμε τὸ παθητὸ καὶ τὸ θνητὸ τῆς φύσεως καὶ γι’ αὐτὸ στὴν φύση μας συνδέεται ἡ ἡδονὴ μὲ τὴν ὀδύνη. «Γιατί εἶναι φανερὸ ὅτι στὴν παθητότητα τῆς φύσεως ὑπάρχει ἡ δύναμη τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς ὀδύνης. Ὅταν δηλαδὴ ἐπιτείνεται ἡ φυσικὴ τιμωρία μὲ τὴν ὀδύνη, τότε φροντίζομε νὰ παρηγοροῦμε κάπως τὴν φύση μὲ τὴν ἡδονή. Γιατί θέλοντας νὰ ἀποφύγουμε τὴν αἴσθηση τῆς ὀδύνης, καταφεύγουμε στὴν ἡδονή, ἐπιχειρώντας νὰ παρηγορήσομε τὴν φύση ποὺ ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὴν κάκωση τῆς ὀδύνης». Αὐτὸ φαίνεται μὲ τὸ παράδειγμα μιᾶς πληγῆς. Ὁ πόνος τῆς πληγῆς μᾶς παρακινεῖ νὰ τὴν ξύσουμε, πράγμα ποὺ μᾶς εὐχαριστεῖ, ἀλλὰ αὐξάνει τὴν ὀδύνη. Ἀκόμη φαίνεται μὲ τὰ ποτὰ ἢ τὰ ναρκωτικά. Πίνουμε γιὰ νὰ ἁπαλύνουμε τὴν ὀδύνη, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ νέα ἡδονὴ προκαλεῖ νέα ὀδύνη. «Φροντίζοντας ὅμως ν’ ἀμβλύνομε μὲ τὴν ἡδονὴ τὰ κινήματα τῆς ὀδύνης, ἁπλῶς κάνομε τὸ χρέος μας μεγαλύτερο, μὴ μπορώντας νὰ ἔχομε τὴν ἡδονὴ ἐλεύθερη ἀπὸ ὀδύνη καὶ πόνους».
Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε χωρὶς ἡδονὴ καὶ ἀνέλαβε θεληματικὰ τὴν ὀδύνη γιὰ νὰ τὴν νικήση, ἔτσι ἔδωσε τὴν δύναμη στοὺς ἀνθρώπους νὰ νικήσουν καὶ τὴν ἡδονὴ καὶ τὴν ὀδύνη. Αὐτὸ τὸ βλέπουμε στοὺς ἁγίους ποὺ συνδέονται μὲ τὸν Χριστό. «Αὐτοὶ δὲν ἔχουν πιὰ τὴν ἡδονὴ τῆς γεννήσεως ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὸν Ἀδάμ, ἀλλὰ μόνον τὴν ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀδὰμ ὀδύνη, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ σ’ αὐτοὺς τὸν θάνατο, ὄχι σὰν χρέος λόγῳ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ κατὰ τῆς ἁμαρτίας, κατ’ οἰκονομίαν λόγῳ τῆς καταστάσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἐπειδὴ ὅταν ὁ θάνατος δὲν ἔχη μητέρα τὴν ἡδονὴ -τῆς ὁποίας καὶ γίνεται τιμωρὸς- γίνεται πατέρας βεβαίως τῆς αἰώνιας ζωῆς. Γιατί ὅπως ἡ ἡδονικὴ ζωὴ τοῦ Ἀδὰμ ἔγινε μητέρα θανάτου καὶ φθορᾶς, ἔτσι καὶ ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου ὑπὲρ τοῦ Ἀδάμ, μὲ τὸ νὰ εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ἡδονὴ τοῦ Ἀδάμ, γεννᾶ τὴν αἰώνια ζωή».
Πάντως, μετὰ τὴν πτώση τοῦ ὁ ἄνθρωπος κινεῖται μέσα ἀπὸ αὐτὲς τὶς δύο πραγματικότητες, τὴν ἡδονὴ καὶ τὴν ὀδύνη. Ἡ ἡδονὴ προκαλεῖ τὴν ἁμαρτία, τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ στὴν συνέχεια δημιουργοῦνται τύψεις, ἐνοχικὲς καταστάσεις, μερικὲς φορὲς καὶ σωματικὲς ἀσθένειες. νθρωπος στν συνέχεια, προκειμένου ν ξεφύγη π τν δύνη-πόνο, γεύεται πάλι τν δονή, λλ ατ νέα δον δημιουργε νέον φόρητο πόνο, ποὺ γι ν ντιμετωπισθ δηγεται σ μι νέα δον κα συνεχίζεται ατ κατάσταση δημιουργώντας ναν φαλο κύκλο. Χριστς μ τν νανθρώπησή Του μς δωσε τν δυνατότητα ν παλλαγομε π ατν τν φαλο κύκλο τς δονς-πόνου. Προσέλαβε τὸ θνητὸ καὶ παθητὸ σῶμα, χωρὶς ἁμαρτία-ἡδονή, γιὰ νὰ θεραπεύση καὶ τὴν ἡδονὴ καὶ τὸν πόνο.

Αὐτὴν τὴν ὑπέρβαση τῆς δυαδικῆς σχέσης μεταξὺ ἡδονῆς καὶ ὀδύνης συνιστᾶ ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἀπαγορευτικὴ στέρηση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὰ σιαμαῖα αὐτὰ δίδυμα ἀδέλφια. Κατὰ τὴν πατερικὴ παράδοση, ὅπως τὴν ἐκφράζει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς εἶναι ἡ ὑπέρβαση τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς ὀδύνης. Σὲ ἕνα χωρίο του γράφει ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἐλευθέρωσε τὴν σάρκα του ἀπὸ τὴν ἡδονὴ καὶ τὴν ὀδύνη κατόρθωσε τὴν πρακτικὴ ἀρετή, ἐκεῖνος ποὺ ἐξαφάνισε ἀπὸ τὴν ψυχή του τὴν λήθη καὶ τὴν ἄγνοια πέρασε εὐπρεπῶς στὴν φυσικὴ θεωρία καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἐλευθέρωσε τὸν νοῦ του ἀπὸ τοὺς πολλοὺς τύπους, δηλαδὴ τὶς εἰκόνες καὶ τὶς φαντασίες, ἀπέκτησε τὴν θεολογικὴ μυσταγωγία.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία ἔχουμε τὴν δυνατότητα μὲ τὴν θεολογία, τὰ μυστήρια καὶ τὴν ἄσκηση νὰ διασπάσουμε τὴν σχέση μεταξὺ τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς ὀδύνης, νὰ θεραπεύσουμε τὴν ἡδονὴ καὶ νὰ ὑπομένουμε τὶς δοκιμασίες, τὸν πόνο, τὶς ἀρρώστιες καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου, ἀλλὰ καὶ νὰ φθάσουμε σὲ ὑψηλὲς πνευματικὲς καταστάσεις ποὺ ἐλευθερώνουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ ὅλες τὶς δεσμεύσεις καὶ τὸν καθιστοῦν ἐλεύθερο.
Ἑρμηνεύοντας ὁ ἅγιος Μάξιμος τὴν προσευχὴ «Πάτερ ἠμῶν» καὶ μάλιστα τὸ αἴτημα «καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἠμᾶς εἰς πειρασμὸν», λέγει ὅτι ὑπάρχουν δύο εἴδη πειρασμῶν, ὁ ἐνήδονος καὶ ὁ ἐπώδυνος, δηλαδὴ ὁ ἡδονικὸς καὶ ὁ ὀδυνηρός. Ὁ πρῶτος πειρασμός, δηλαδὴ ὁ ἡδονικός, γίνεται μὲ τὴν προαίρεσή μας, τὴν ἐλευθερία μας, δηλαδὴ εἶναι ἑκούσιος, ἀφοῦ ἐμεῖς θέλουμε νὰ τὸν ἀπολαύσουμε, ἐνῶ ὁ ἄλλος πειρασμός, ὁ ὀδυνηρός, ποὺ συνδέεται μὲ τὶς ἀρρώστιες, τὸν θάνατο, εἶναι ἀκούσιος, ἀφοῦ ἐμεῖς δὲν τὸν θέλουμε, ἀλλὰ ἔρχεται στὴν ζωή μας. Ὁ ἡδονικὸς πειρασμὸς γεννᾶ τὴν ἁμαρτία, ἐνῶ ὁ ὀδυνηρός, ὅταν τὸν ὑπομένουμε μὲ καρτερία, μᾶς θεραπεύει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.
Νὰ καταλήξω ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἄρχισα, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν τίτλο τοῦ βιβλίου τοῦ Paul Brand «Πόνος, ἕνα δῶρο ποὺ κανένας δὲν θέλει». Ὁ πόνος ὁ σωματικός, ὁ ψυχικὸς καὶ ὁ ὑπαρξιακός, εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ στὴν μεταπτωτικὴ κατάσταση στὴν ὁποία βρισκόμαστε, εἶναι συνδεμένος μὲ τοὺς λεγόμενους δερμάτινους χιτῶνες ποὺ λειτουργοῦν μὲ τὸν διφυῆ χαρακτήρα, δηλαδὴ εἶναι μιὰ κατάσταση μετὰ τὴν πτώση, ἀλλὰ εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ μπορεῖ μὲ τὴν δική Του βοήθεια νὰ τὸν ὑπερβοῦμε. Κάθε πόνος δίδει τὴν δυνατότητα τῆς ἀναγέννησης. Ὅπως ἡ γυναίκα πονᾶ κατὰ τὴν γέννα, ἀλλὰ αὐτὸ καταλήγει στὴν γέννηση μιᾶς νέας ζωῆς, ἔτσι καὶ κάθε πόνος ὁδηγεῖ σὲ μιὰ γέννηση, ἂν μποροῦμε νὰ τὸν ἀξιοποιήσουμε σωστά.
Ἔτσι πρέπει νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ κλασσικὸ χωρίο τοῦ Ντοστογιέφσκι «πονῶ, ἄρα ὑπάρχω», ποὺ μπορεῖ νὰ συνδυασθῆ μὲ τὸ χωρίο τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου «ἀγαπῶ, ἄρα ὑπάρχω», ποὺ καὶ τὰ δύο ἀντιπαρατίθενται στὸ χωρίο τοῦ Ντὲ Κὰρτ «σκέπτομαι, ἄρα ὑπάρχω». Ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου δὲν ταυτίζεται ἀπόλυτα μὲ τὴν λογική, ἀλλὰ ἐκφράζεται ἀπὸ τὴν ὑπέρβαση τοῦ πόνου καὶ τὴν βίωση τῆς ἀγάπης. Ἡ στάση ποὺ λαμβάνουμε στὰ τρία αὐτὰ ἀποφθέγματα δείχνει τὸ ἐπίπεδο τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τοῦ τρόπου ζωῆς ποὺ μᾶς διακατέχει.–

ΠΗΓΗ: περ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»
Ἱ. Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου, τ. 172, Νοέμβρ. 2010

, , ,

Σχολιάστε