Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγ. Μάξιμος ὁμολ.

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΒΑΣΗ καὶ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ

Ἡ ἐπικαιρότητα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

(Κήρυγμα στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἰωαννίνων,
τήν 21η Ἰανουαρίου 2020, ἀπομαγνητοφωνημένο)

.                   Κατ’ ἀρχάς θά ἤθελα νά εὐχαριστήσω θερμά τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ἰωαννίνων καί ἀγαπητό ἐν Χριστῷ ἀδελφό κ. Μάξιμο γιά τήν διακονία τοῦ λόγου πού μοῦ ἀνέθεσε καί μάλιστα τήν σημερινή ἡμέρα πού ἑορτάζει ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, τό ὄνομα τοῦ ὁποίου φέρει ὁ Μητροπολίτης καί ἀγαπητός ἐν Χριστῷ ἀδελφός.
.                   Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα Ἰωαννίνων καί ἀγαπητέ ἀδελφέ Μάξιμε, σεπτή τῶν Ἱεραρχῶν χορεία, Ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, Χριστοῦ διακονία, Ἐντιμότατοι ἄρχοντες καί ἐκλεκτοί Χριστιανοί,
.                   Εἶναι γνωστόν σέ ὅλους σας ὅτι ἀπό τότε πού ἦλθε ἐδῶ στά Γιάννενα ὁ Μητροπολίτης σας, πού φέρει τό ὄνομα τοῦ ἁγίου Μαξίμου, γίνονται διάφορες ὁμιλίες γιά τόν μεγάλο αὐτόν διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἅγιος Μαξιμος ἔζησε τόν 7ο αἰώνα μ. Χ., σέ ἕναν αἰώνα πάρα πολύ δύσκολο ἀπό πολλές πλευρές, καί ἐκεῖνος ἀναδείχθηκε κορυφαῖος διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας μας καί μέγας θεολόγος, ὑψιπέτης τῆς θεολογίας ἀετός.
.                   Εἶναι ἕνας θεολόγος ὁ ὁποῖος ἐξέφραζε ὅλη τήν θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τήν ἐποχή του, καί τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων τοῦ 4ου αἰῶνος καί τῶν μεταγενεστέρων Πατέρων. Εἶναι ἐκεῖνος πού ἐξέφραζε τήν θεολογία τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, εἶχε δηλαδή σοβαρές θεολογικές βάσεις πάνω στίς ὁποῖες στηρίχθηκε.
.                   Ἀλλά ἐκεῖνο πού μπορεῖ νά πῆ κανείς εἶναι ὅτι ἐκεῖνος ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στήν Ἐκκλησία καί οἱ μετέπειτα ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τόν ἀκολούθησαν πιστά, ὅπως ἔχουμε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό τόν 8ο αἰώνα, ὁ ὁποῖος στό βιβλίο του «Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως» οὐσιαστικά ἀκολουθεῖ τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, καί τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή. Καί ἄλλοι μεταγενέστεροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὁ ὁποῖος στόν διάλογο πού εἶχε μέ τόν σχολαστικό Βαρλαάμ, τόν 14ο αἰώνα, στηρίχθηκε στά ἔργα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καί στά ἔργα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, γιά νά παρουσιάση τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ὅταν διαβάση κανείς τά κείμενα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, βλέπει ἀκριβῶς ὅλο τό πανόραμα τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας.
.                   Γι’ αὐτό θεωρῶ καί τόν ἑαυτό μου εὐτυχῆ, γιατί ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς φοιτητικῆς μου ζωῆς καί τῆς ἱερατικῆς μου διακονίας ἀσχολήθηκα μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή. Καί ἔτσι μπορεῖ κανείς νά πῆ ὅτι δέν μπορεῖ νά ζήση καί νά ἀποκτήση ὀρθόδοξη θεολογία, ἐάν δέν γνωρίζη τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
.                   Ἀπό ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα θά μποροῦσα σήμερα νά τονίσω ἀπό τήν διδασκαλία καί τό ἔργο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, εἶναι νά ἐπικεντρώσω τήν προσοχή σας σέ δύο ἰδιαίτερα σημεῖα.

1.Ἡ πατερική βάση τῆς θεολογίας του

.                   Τό πρῶτο σημεῖο εἶναι ἡ βάση τῆς θεολογίας του πού εἶναι πατερική. Χαρακτηρίζεται Ὁμολογητής. Ἀλλά τί ὁμολόγησε; Ὁμολόγησε τήν ὀρθόδοξη πίστη καί τήν ὀρθόδοξη παράδοση, ἦταν, δηλαδή, ἕνας μεγάλος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας.
.                   Καί ποῦ στηρίχθηκε γιά νά παρουσιάση ὅλη αὐτήν τήν ὀρθόδοξη θεολογία; Ὅπως εἶπα καί πρίν στηρίχθηκε στούς προγενέστερους Πατέρες του καί τό ὁμολογεῖ μέ μία μεγάλη ταπείνωση. Θά γράψη ὅτι δέν λέει τίποτα δικό του, ἀλλά λέει αὐτό πού παρέλαβε ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες πρό αὐτοῦ. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ἐμόν οὐδέν ἐρῶ παντελῶς», δηλαδή δικό μου δέν θά πῶ τίποτα παντελῶς «ὅ παρά τῶν Πατέρων ἐδιδάχθην, φημί», λέγω αὐτά τά ὁποῖα διδάχθηκα ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες. Καί προσθέτει: «Μηδέν παραμείβων», τίποτα ἀπολύτως δέν παρακάμπτω, «τῆς αὐτῶν ἐπί τούτοις διδασκαλίας».
.                   Εἶναι ἐκπληκτικός αὐτός ὁ λόγος. Τό μέγεθος τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ βρίσκεται ἀκριβῶς σ’ αὐτό τό χωρίο: «Ἐμόν οὐδέν ἐρῶ παντελῶς» καί στήν συνέχεια λέγει «μηδέν παραμείβων», δέν λέγω τίποτα περισσότερο οὔτε παρακάμπτω αὐτά τά ὁποῖα παρέλαβα ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.
.                   Ὅταν δῆ κανείς τό ὅλο ἔργο τοῦ ἁγίου Μαξίμου, ὅταν διαβάση τόν βίο καί τήν πολιτεία του, τότε τό καταλαβαίνει αὐτό. Ἔζησε σέ μία περίοδο πάρα πολύ δύσκολη. Διότι εἶχε προηγηθῆ ἡ Δ´ Οἰκουμενική Σύνοδος πού καθόρισε τό Χριστολογικό δόγμα, ὅτι στόν Χριστό ἑνώθηκαν ὑποστατικῶς οἱ δύο φύσεις, ἡ θεία καί ἡ ἀνθρωπίνη, ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως. Ἀκολούθησε ἡ Ε´ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ ὁποία καθόρισε πιό λεπτομερειακά αὐτό τό δόγμα τῆς Χαλκηδόνος.
.                   Ὅμως μετά ἀπό τήν Δ´ Οἰκουμενική Σύνοδο ἕνα μεγάλο τμῆμα τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ πού βρισκόταν πρός ἀνατολάς τῆς Αὐτοκρατορίας δέν δέχτηκαν τήν Δ´ Οἰκουμενική Σύνοδο καί εἶναι οἱ λεγόμενοι Ἀντιχαλκηδόνιοι ἤ Μονοφυσίτες. Αὐτοί πίστευαν ὅτι ὁ Χριστός ἔχει μόνο μία φύση, τήν θεία φύση, ἀφοῦ ἀπορροφήθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν θεία φύση.
.                   Τότε ἀναπτύχθηκε μία ἰδιαίτερη πολιτική ἐκ μέρους τοῦ Αὐτοκράτορος Ἡρακλείου καί εἶχε βέβαια καί ἐκκλησιαστική ἀποδοχή, γιά νά βρεθῆ ἕνας τρόπος νά ἑνώσουν τούς Χριστιανούς γιά τό καλό τῆς Αὐτοκρατορίας, δηλαδή να ἑνώσουν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δέχονταν τήν Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος καί ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δέν δέχονταν αὐτήν τήν Σύνοδο καί πού εἶναι οἱ μονοφυσίτες. Τότε βρῆκαν τήν λέξη «μία θέληση», ὅτι ὁ Χριστός ἔχει δύο φύσεις, εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ἀλλά ἔχει μία θέληση. Ἔτσι οἱ Ὀρθόξοξοι μαζί μέ τίς δύο φύσεις θά ἔπρεπε νά δεχθοῦν καί μία θέληση στόν Χριστό καί οἱ Μονοφυσίτες θά ἔπρεπε νά δεχθοῦν μαζί μέ τήν μία θέληση καί τίς δύο φύσεις στόν Χριστό.
.                   Ὁ ἅγιος Μάξιμος κατάλαβε τήν ἀλλοίωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως στό Χριστολογικό δόγμα καί ἄρχισε ἕναν μεγάλο ἀγώνα νά ἀναπτύξη τήν διδασκαλία ὅτι ὁ Χριστός, βεβαίως ἔχει δύο φύσεις, ὅπως τό ἀποφάσισε ἡ Δ´ Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος, καί ἀκριβῶς ἐπειδή ἔχει δύο φύσεις, ἔχει καί δύο θελήσεις. Διότι ἡ θέληση εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως. Ἡ θέληση δέν συνδέεται μέ τό πρόσωπο. Τό πρόσωπο στόν Χριστό εἶναι ἕνα, καί ἔχει δύο φύσεις καί δύο θελήσεις.
.                   Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Θεός Λόγος προσέλαβε καί ἕνωσε ὑποστατικά τήν θεία μέ τήν ἀνθρώπινη φύση καί γι’ αὐτό ὁ Χριστός ἔχει δύο φύσεις καί δύο θελήσεις, οἱ ὁποῖες δέν ἀντιμάχονται μεταξύ τους. Καί, βεβαίως, μέ αὐτήν τήν διδασκαλία του ὁ ἅγιος Μάξιμος ἀντιστάθηκε στήν προσπάθεια νά ἀναμειχθῆ ἡ πολιτική μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί νά χρησιμοποιήση τό δόγμα χάριν τῆς πολιτικῆς διπλωματίας.
.                   Αὐτό εἶναι πάρα πολύ σημαντικό, ἀφοῦ ἡ θεολογία τοῦ ἁγίου Μάξιμου τοῦ Ὁμολογητοῦ λέει πολλά στήν ἐποχή μας. Γιατί σήμερα πολλοί μιλοῦν γιά τήν θέληση τοῦ προσώπου, μιλοῦν γιά τήν ἐλευθερία τοῦ προσώπου, ἐνῶ ὁ ἅγιος Μάξιμος καί ἡ ϛ´ Οἰκουμενική Σύνοδος λένε ὅτι ἡ θέληση δέν εἶναι τοῦ προσώπου, ἀλλά εἶναι τῆς φύσεως. Γι’ αὐτό ὁ Χριστός ἐνῶ ἔχει ἕνα πρόσωπο, δέν ἔχει μία θέληση, ἀλλά ἔχει δύο θελήσεις, ἐπειδή ἔχει δύο φύσεις. Ἐάν θεωρήση κανείς ὅτι ἡ θέληση συνδέεται μέ τό πρόσωπο καί ὄχι μέ τήν φύση, τότε τά Τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος θά ἔχουν τρεῖς θελήσεις, ὁπότε διαλύεται ὁλόκληρο τό Τριαδικό Δόγμα μέ φοβερές συνέπειες γιά τήν Ὀρθόδοξη θεολογία καί Ἐκκλησία.
.                   Ἑπομένως, αὐτό τό σημεῖο τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Μαξίμου εἶναι πάρα πολύ ἐνδιαφέρον, καί μάλιστα ὁ ἅγιος λέγει ὅτι ἐγώ στήν θεολογία μου δέν λέω τίποτα δικό μου, «ἐμόν οὐδέν ἐρῶ παντελῶς, ὅ παρά τῶν Πατέρων ἐδιδάχθην φημί».
.                   Αὐτό ἔχει μεγάλη σημασία γιά τήν ἐποχή μας, γιατί σήμερα ὑπάρχουν μερικοί ὀρθόδοξοι θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπηρεασμένοι ἀπό ἄλλες θεολογίες, προσπαθοῦν νά ξεπεράσουν καί νά ὑπερβοῦν τήν πατερική παράδοση καί τήν πατερική θεολογία. Ἔτσι, βλέπουμε καί στόν δικό μας ὀρθόδοξο χῶρο ἀνθρώπους καί θεολόγους, οἱ ὁποῖοι διαποτίζονται ἀφ’ ἑνός μέν ἀπό τήν λεγόμενη σχολαστική θεολογία, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀπό τόν λεγόμενο γερμανικό ἰδεαλισμό τοῦ 18ου – 19ου αἰῶνος καί στήν συνέχεια ἀκόμη καί ἀπό τήν ρωσική θεολογία τοῦ 19ου αἰῶνος, πού κινοῦνται πέρα ἀπό τήν πατερική παράδοση, καί εἶναι ὑπέρβαση τῆς πατερικῆς παραδόσεως, φυσικά καί τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, καί συνδέουν τήν θέληση μέ τό πρόσωπο καί ὄχι μέ τήν φύση. Αὐτό ἀντιβαίνει ὄχι μόνον στήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἀλλά καί στήν ἀπόφαση τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία καταδικάζει τά λεγόμενα «ὑποστατικά θελήματα».

2.Τό ἐκκλησιαστικό του φρόνημα

.                   Τό δεύτερο σημεῖο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, πού ἔχει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιά τήν ἐποχή μας, εἶναι ὅτι ὅλον αὐτόν τόν ἀγώνα τόν ὁποῖο ἔκανε, δέν τόν ἔκανε μέ ἐγωϊσμό, μέ ὑπερηφάνεια, μέ ἀτομισμό γιά νά παρουσιάση τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό, ἀλλά μέσα στά ἐκκλησιαστικά πλαίσια. Ἔστειλε γράμματα σέ διάφορα πρόσωπα στήν Κωνσταντινούπολη, τήν Χρυσούπολη, τήν Κύζικο, τήν Κρήτη, τήν Κύπρο, τήν Ἀλεξάνδρεια, τήν Βόρεια Ἀφρική, τήν Σικελία καί ἀλλοῦ, γιά νά τούς ἐνημερώση γιά τίς συνέπειες τοῦ μονοθελητισμοῦ, ὅτι αὐτή ἡ ἄποψη εἶναι παράβαση ὅλης τῆς πατερικῆς παραδόσεως καί ἀλλοίωση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ.
.                   Ἔπειτα, δέν ἐργάσθηκε ἔξω ἀπό τά Συνοδικά Ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας μας. Βλέπουμε τόν ἅγιο Μάξιμο, αὐτόν τόν μεγάλο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας, νά ἔχη μία εὐγένεια ἐσωτερική, νά ἔχη ἕνα ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί μάλιστα θαυμαστό. Γι’ αὐτό ὅ,τι κάνει, τό κάνει οὐσιαστικά εὑρισκόμενος μέσα στόν πνευματικό ὀργανισμό τῆς Ἐκκλησίας καί προσπαθεῖ νά δραστηριοποιήση τό λεγόμενο συνοδικό σύστημά της. Γιατί ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται συνοδικῶς καί ἱεραρχικῶς. Δέν διοικεῖται μόνο συνοδικῶς χωρίς τήν ἱεραρχικότητα, οὔτε λειτουργεῖ ἱεραρχικῶς χωρίς τήν συνοδικότητα.
.                   Ὁπότε, βλέπουμε τόν ἅγιο Μάξιμο νά πηγαίνη στά Ἱεροσόλυμα, ἐκεῖ ὅπου μόλις εἶχε ἐκλεγῆ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, ὁ ὁποῖος ἦταν συμμοναστής του, συζητοῦν τό θέμα αὐτό, καί ἐκεῖνος ἔχει τίς ἴδιες ἀπόψεις καί, κατά πληροφορίες, κάνουν Σύνοδο στήν Κύπρο τό 634 μ.Χ. καί καταδικάζουν τόν Μονοθελητισμό. Στήν συνέχεια βλέπουμε τόν ἅγιο Μάξιμο νά πηγαίνη στήν Καρχηδόνα καί ἐκεῖ νά κινητοποιῆ τούς Ἐπισκόπους καί ὅταν βρέθηκε ἐκεῖ τό 645 μ.Χ. ὁ πρώην Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Πύρρος, πού εἶχε ἀποδεχθῆ τόν μονοθελητισμό, ἔκανε θεολογικό διάλογο μαζί του καί ἐξαναγκάστηκε ὁ Πατριάρχης νά δεχθῆ τίς ἀπόψεις του.
.                   Ἔπειτα ὁ ἅγιος Μάξιμος ἀνεβαίνει στήν Ρώμη καί ἐνημερώνει τόν τότε ὀρθόδοξο πάπα Μαρτῖνο, ὁ ὁποῖος συγκάλεσε Σύνοδο τό 649 μ.Χ. στό Λατερανό καί κατεδίκασε τόν Μονοθελητισμό. Καί, βέβαια, ἀργότερα ἡ ϛ´ Οἰκουμενική Σύνοδος (τό 686 μ.Χ.) ἀπεδέχθη πλήρως τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου. Βλέπουμε, λοιπόν, ἕναν ἅγιο ταπεινό, ἕναν μέγα φωστήρα τῆς Ἐκκλησίας, μέγα ὁμολογητή τῆς πίστεως, ὁ ὁποῖος αὐτό πού λέει, τό λέει ἐντός τῆς Ἐκκλησίας καί τό λέει ἐντός τοῦ συνοδικοῦ συστήματος καί προσπαθεῖ νά ἐνεργοποιήση τήν λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ συστήματος. Καί εἶναι πολύ χαρακτηριστικό ὅτι στήν Σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ τό 649 μ.Χ, ὅπου κατεδικάσθηκε ὁ Μονοθελητισμός, ἐνῶ πρωταγωνιστής ἦταν ὁ ἅγιος Μάξιμος, ὅμως δέν φαίνεται ὁ πρωταγωνιστικός του ρόλος. Στά Πρακτικά αὐτῆς τῆς Συνόδου, μόνο στήν δεύτερη συνεδρίαση, ἐκεῖ πού ὑπογράφουν οἱ Ἐπίσκοποι, κάπου φαίνεται καί ἡ ὑπογραφή «Μάξιμος ὁ μοναχός», ἐνῶ αὐτός καθόρισε ὅλη τήν θεολογία τῆς Συνόδου αὐτῆς.
.                   Τί σημαίνει αὐτό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί; Σημαίνει ὅτι πρέπει οἱ πάντες, καί οἱ Ἐπίσκοποι, καί οἱ ἄλλοι Κληρικοί, καί οἱ μοναχοί καί οἱ θεολόγοι, καί ὅλοι νά δεχόμαστε τόν συνοδικό θεσμό της Ἐκκλησίας, νά δεχόμαστε τό συνοδικό σύστημα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράζεται μάλιστα ἱεραρχικῶς. Κανείς δέν εἶναι πάνω ἀπό τήν Ἐκκλησία, κανείς δέν εἶναι πάνω ἀπό τήν Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι ὁ Χριστός. Τά πάντα πρέπει νά γίνονται μέσα στό συνοδικό σύστημα καί στό συνοδικό πολίτευμα, ὅπως ἀκριβῶς γίνεται στήν θεία Λειτουργία.
.                   Συλλειτουργήσαμε σήμερα καί ἦταν πρῶτος λειτουργός ὁ οἰκεῖος Ἱεράρχης, ἐμεῖς συλλειτουργήσαμε μαζί του, ἀλλά ἐκεῖνος ἦταν ὁ κατ’ ἐξοχήν λειτουργός, ἀφοῦ κατά τόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης αὐτός ἔχει «τήν τάξιν τοῦ Χριστοῦ», καί «τόν τύπον τοῦ Χριστοῦ» καί τόν «Χριστόν τυποῖ», ἐπίσης ἦταν οἱ ἱερεῖς, οἱ διάκονοι, οἱ ψάλτες, ὁ λαός. Αὐτό σημαίνει συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας. Καί αὐτό πού γίνεται μέσα σέ κάθε θεία Λειτουργία, αὐτό πρέπει νά ἐπεκτείνεται καί στόν διοικητικό ὀργανισμό τῆς Ἐκκλησίας μας.
Σήμερα, δυστυχῶς, πάσχει αὐτό τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπό ἀνθρώπους πού εἶναι καί Κληρικοί καί Ἐπίσκοποι, ἰδίως ἀπό ἀνθρώπους πού παρουσιάζονται ὡς ὁμολογητές τῆς πίστεως, ἀλλά ἀρνοῦνται στήν πράξη τό συνοδικό καί ἱεραρχικό σύστημα, τόν συνοδικό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε αὐτή ἡ ὁμολογία πού δίνουν δέν εἶναι ὁμολογία σωτήριος.
.                   Σ’ αὐτήν, λοιπόν, τήν προοπτική, ἀγαπητοί ἀδελφοί, πρέπει νά γίνη κατανοητή ἡ προσωπικότητα καί τό ἔργο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, δηλαδή στά δύο αὐτά σημεῖα στά ὁποῖα προσπάθησα νά περιορίσω τόν λόγο μου, ὅτι, δηλαδή, ἡ βάση τῆς θεολογίας του εἶναι ἡ θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καί ὅτι ἐνήργησε μέσα στό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ θεολογία εἶναι ἡ φωνή τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπό τήν Ἐκκλησία, καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ χῶρος τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, μέ ἄλλα λόγια ἡ θεολογία ἐκκλησιάζεται καί ἡ Ἐκκλησία θεολογεῖ. Αὐτή εἶναι ἡ βάση τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας.  […]

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , ,

Σχολιάστε

«ΑΔΙΑΝΟΗΤΗ ΜΙΑ “ΗΘΙΚΗ” ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ»

 

 

 

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ: ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ καὶ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΚΙΝΗΣΗ πρὸς τὸν ΘΕΟ καὶ «ΑΠΟΥΣΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ»

ἀπόσπασμα
τῆς Εἰσαγωγῆς στὴ «Μυσταγωγία»
τοῦ Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ

τοῦ πρωτ. Δημ. Στανιλοάε (†)
ἐκδ. «Ἀποστολ. Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος»,
ἔκδ. γ´, Ἀθῆναι 1997, σελ. 78-86

.               […] Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνο εἰκόνα τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ἐκκλησίας· καὶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία σὰν ἐντατικὴ κίνηση πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ἡ πιὸ ἔντονη μορφὴ τῆς ἑνότητας καὶ τοῦ ἐνοποιοῦ δυναμισμοῦ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἄνθρωπου.
Κατὰ συνέπειαν, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος συμμετέχουν στὴν Ἐκκλησία, ὅταν τείνουν νὰ ἐπιστρέψουν στὴν κατάσταση τοῦ ἀληθινοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου. Ἀκόμα, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι πραγματικότητα παράλληλη πρὸς τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ εἶναι μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, συμβάλλοντας στὴν ἕνωση καὶ τὴν ἰσχυροποίηση τῆς κίνησής τους πρὸς τὸ Θεό. Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ παρὰ μέσα στὸν κόσμο καὶ στὸν ἄνθρωπο, καὶ ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν μποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν παρὰ μόνο σὰν Ἐκκλησία. Ἰδιαίτερα ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ παρὰ μέσα στὸν κόσμο καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ ταυτόχρονα μ’ αὐτά, καὶ ὁ κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ παρὰ στὸν ἄνθρωπο καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ ταυτόχρονα μ’ αὐτά.
.               Ἀλλὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅτι ὥσπου ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀποτελέσουν μέρος τῆς Ἐκκλησίας μὲ τρόπο συνειδητό, δὲν ἔχουν συνείδηση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρα τους, ποὺ πραγματοποιεῖται ἀτελῶς οὔτε τῆς συμμετοχῆς τους στὴν πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας
.               Μ’ ἕνα τέτοιο δυναμικὸ χαρακτῆρα δὲν μποροῦμε νὰ διακρίνωμε τὴν Ἐκκλησία σὰν οἰκοδόμημα, κοινότητα καὶ Λειτουργία. Γιατί ἡ Λειτουργία δὲν εἶναι παρὰ ἡ κίνηση ἀνόδου τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τῆς τελειοποίησης τῆς ἑνότητάς της μέσα σ’ Αὐτόν. Κατὰ συνέπειαν, ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ νοηθῆ χωρὶς τὴ Λειτουργία, ποὺ εἶναι ἡ πραγματοποίηση τῆς κίνησης τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἡ Λειτουργία, χωρὶς τὴν Ἐκκλησία, σὰν πνευματικὸ καὶ ὁρατὸ χῶρο ποὺ στὴν ἔκτασή του τελεῖται ἡ Λειτουργία καὶ σὰν κοινοτικὴ προϋπόθεση τῆς Λειτουργίας. Σὰν τέτοια, ἡ Ἐκκλησία περιέχεται στὴ Λειτουργία καὶ ἡ Λειτουργία στὴν Ἐκκλησία. Δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε μιὰ λειτουργικὴ κίνηση, παρὰ σ’ ἕνα χῶρο προσανατολισμένο πρὸς τὸ ὑπερβατικὸ θεῖο ὕψος καὶ σὰν κίνηση μιᾶς κοινοτικῆς προϋπόθεσης προσανατολισμένης σ’ αὐτἠ τὴν κατεύθυνση· καὶ δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε ἕνα τέτοιο χῶρο καὶ μιὰ τέτοια κοινοτικὴ προϋπόθεση στὸ πλαίσιό τους, στερημένα ἀπὸ τὴν κίνηση ποὺ περιέχεται σ’αὐτά
.               Ὅμως, ἂν ἡ Λειτουργία εἶναι ἡ πραγματοποιημένη κίνηση τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸ Θεὸ καὶ ἂν αὐτὴ ἡ κίνηση εἶναι ἐπίσης γνώρισμα τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, θὰ ἔπρεπε ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ἐπίσης νὰ εἶναι εἰκόνα μιᾶς λειτουργίας τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου
.               Ἀλλὰ ὁ ἅγιος Μάξιμος, μιλῶντας γιὰ τὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, δὲν τὴν παρουσιάζει πιὰ κατ’ εὐθεῖαν αὐτὴ σὰν εἰκόνα (ἢ σὰν πρότυπο) μιᾶς κοσμικῆς καὶ ἀνθρωπολογικῆς λειτουργίας. Ὁ δισταγμὸς αὐτὸς τοῦ ἁγίου Μαξίμου νὰ θεωρήση τὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας σὰν εἰκόνα (ἢ πρότυπο) μιᾶς κοσμικῆς καὶ ἀνθρωπολογικῆς λειτουργίας, μᾶς φανερώνει σ’ αὐτὸν μιὰ σκέψη πιὸ διαλεκτικὴ σ’ αὐτὸ τὸ θέμα.
.               Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, ἂν ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορῆ νὰ ὑπάρχη χωρὶς τὴ Λειτουργία, θὰ ἔπρεπε ἡ Λειτουργία ποὺ γίνεται στὴν Ἐκκλησία ν’ ἀποτελῆ εἰκόνα (ἢ πρότυπο) μιᾶς λειτουργίας, ποὺ πραγματοποιεῖται μέσα στὸν κόσμο καὶ μέσα στὸν ἄνθρωπο, ὅπως ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιὰ εἰκόνα (ἢ ἕνα πρότυπο) τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας δὲ θὰ ἦταν παρὰ ἕνας δυναμικὸς τύπος τῆς Λειτουργίας τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ λειτουργία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου μιὰ συμμετοχή, κατὰ κάποιο τρόπο, στὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ στὴ Λειτουργία κατὰ κυριολεξία.
.               Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, μὲ δεδομένα, πρῶτον, ὅτι ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πραγμάτωση τῆς ἐκκλησίας ἢ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου σὰν Ἐκκλησίας, ἀλλὰ δεύτερον ὅτι ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας δὲν ἐπιτυγχάνεται ἡ πλήρης πραγμάτωση σὰν Ἐκκλησίας τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν δηλωμένο μέρος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Μάξιμος ἀποφεύγει νὰ δηλώση ὅτι μέσα στὸν κόσμο ἤ μέσα στὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν δηλωμένα μέρη τῆς Ἐκκλησίας, τελεῖται Λειτουργία.
.               Ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐκκλησίες, σύμφωνα μὲ τὸ πρότυπο τῆς Ἐκκλησίας, ἔχοντας μιὰ διάταξη τῶν μερῶν τους ποὺ μοιάζει μὲ τὴν Ἐκκλησία, διάταξη ποὺ τὰ διεγείρει νὰ ἀνέβουν πρὸς τὸν Θεό, ὅπως πρὸς ἕνα βωμό. Ὁ Θεὸς κρατεῖ αὐτὲς τὶς ἐκκλησίες (τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο) σὲ ἑνότητα καὶ μέσα σ’ ἐκείνη τὴ διάταξη τῶν μερῶν πού, δοσμένη σ’ αὐτὲς μὲ τὴ δημιουργία, τοὺς δίνει πάντοτε τὴ δυνατότητα καὶ τὶς ὑποκινεῖ στὸ ἀνέβασμά τους. Ἀκόμα πιὸ πολύ, αὐτὲς οἱ ἐκκλησίες προσφέρουν μιὰ βάση γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς Ἐκκλησίας στὸ καθεαυτοῦ νόημά της. Ἔτσι ὁ Θεός, μὲ τὴν ἰδιότητά τους τῆς ἐκκλησίας, τὶς κρατεῖ καὶ σὰν χῶρο τῆς Λειτουργίας καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ καθεαυτοῦ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ τὶς χρησιμοποιήση σὰν ἕνα τέτοιο χῶρο.
.               Ὅμως ἡ κίνηση πρὸς τὸν Θεὸ ἢ ἡ καθεαυτοῦ Λειτουργία δὲν πραγματοποιεῖται στὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, ὅσο μένουν ἔξω ἀπὸ τὴν καθεαυτοῦ Ἐκκλησία. Γιὰ τοῦτο ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος, ἐπειδὴ ἔμειναν μέσα στὸν ἑαυτό τους, δὲν πραγματοποιοῦν μὲ πληρότητα τὸ χαρακτῆρα τους τῆς ἐκκλησίας. Δὲν ξεπέφτουν, οὐσιαστικά, ἀπὸ αὐτὸ τὸ χαρακτήρα· διατηροῦν ἀκόμα καὶ τὴ φυσική τους κίνηση, ἐμφυτευμένη καὶ ὑποστηριγμένη σ’ αὐτοὺς ἀπὸ τὸ Θεό, γιὰ νὰ ὑψώνωνται στὸ Θεό, καὶ ἡ ὁποία γενικὰ πραγματοποιεῖται πάντα σὲ σκοπούς, ποὺ θεωροῦνται σὰν καταστάσεις πιὸ ὑψηλές. Κι ὅμως, αὐτὴ ἡ κίνηση δὲν προχωρεῖ πάντα ἐνσυνείδητα πρὸς τὸν Θεό, ποὺ ξεπερνᾶ ὅλους τοὺς σκοποὺς ποὺ ὑπάρχουν στὸν κόσμο. Ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν ρητὰ καὶ συνειδητὰ μέρος τῆς Ἐκκλησίας, προορίζονται γιὰ μιὰ Λειτουργία ποὺ δὲν πραγματοποιεῖται ἀκόμα, ἀλλὰ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀρχίση νὰ πραγματοποιῆται κάθε στιγμή· γιὰ μεγαλύτερη ἀκρίβεια, ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας τοὺς περιμένει κάθε στιγμὴ νὰ μποῦν στὴν κίνησή της, μέσα στὴν ὁποία ἡ κίνησή τους θὰ μποροῦσε νὰ δεχθῆ ἕνα καθορισμὸ τῆς κατεύθυνσής της.
.               Ὡστόσο, ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ τὴ φυσικὴ κίνηση τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὴ λειτουργική της κίνηση κι ἔτσι ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄνθρωποι προσφέρουν τὴ συμβολή τους στὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος ποὺ προσκομίζονται στὸν Θεὸ κατὰ τὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ δύναμη τοῦ ὕμνου τῶν πιστῶν, αὐξάνουν στὸν κόσμο, ἀπὸ τὴ συμβολὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων
.               Ἔπειτα, ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν μέρος τῆς Ἐκκλησίας μὲ σαφῆ τρόπο καὶ δὲν βρίσκονται ἀκόμα ἀπ’ εὐθείας μέσα στὴν κίνηση τῆς Λειτουργίας τῆς ἐκκλησίας, διατηροῦν κι ἔτσι ἀκόμα τὸ χαρακτῆρα τῆς ἐκκλησίας. Ἂν στεροῦνταν καθ’ ὁλοκληρία τὸ χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν θὰ εἶχαν πιὰ τὴν φυσικὴ ἑνότητα καὶ γενικὰ τὴν κίνηση πρὸς κάτι ὅλο καὶ πιὸ ὑψηλό, ἑνότητα καὶ κίνηση ποὺ μέσα σ’ αὐτὲς ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς σὰν Δημιουργὸς καὶ Θεία Πρόνοια παρουσιάζεται καὶ ἐνεργεῖ. Ἀλλὰ αὐτὰ δὲν εἶναι ἡ τέλεια πραγματωμένη Ἐκκλησία, γιατί δὲν πραγματώνεται ἀκόμα σ’ αὐτὰ ἡ Λειτουργία καὶ δὲν ἐμπλέκονται ἀκόμα στὴ λειτουργικὴ κίνηση τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Μάξιμο δὲν εἶναι μόνο ἢ καθεαυτοῦ Λειτουργία, ἀλλὰ ὅλη ἡ κίνηση τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴ σκέψη τους καὶ τὴν ἐνεργητικότητὰ τους πρὸς τὸν Θεό.
.               Ἀποτελοῦν ἐκκλησία, ἔστω κι ἂν μένουν στὶς πύλες τῆς Ἐκκλησίας τῆς τέλεια πραγματωμένης, ποὺ μέσα σ’ αὐτὴν τελεῖται ἡ Λειτουργία. Ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄνθρωποι, ὑπάρχει ἐκκλησία, γιατί αὐτὰ τὰ δύο εἶναι ἡ Ἐκκλησία δυνάμει, ὅμως δὲν ἔχουν ἀνακαλύψει ἀκόμα τὸν ἐκκλησιαστικό τους χαρακτῆρα καὶ κατὰ συνέπεια δὲν τὸν ἔχουν πραγματώσει μὲ πλήρη προσήλωση στὸν Θεό, σύμφωνα μὲ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ ἡ φύση τους. Εἶναι ἀκόμα ἔξω ἀπὸ τὴν καθεαυτοῦ Ἐκκλησία, εἶναι ὅμως ταυτόχρονα δυνάμει μέσα στὴν Ἐκκλησία, εἶναι μιὰ ἐκκλησία ποὺ δὲν ἀνακαλύφθηκε καὶ δὲν πραγματώθηκε. Ἡ ἐκκλησία εἶναι μέσα στοὺς ἀνθρώπους, γιατί ὁ Θεὸς παραμένει σὲ σύνδεσμο μαζί τους, ὅπως παραμένει καὶ μέσα στὸ μεταξὺ τοὺς σύνδεσμο. Μ’ αὐτὴ τους τὴν ἰδιότητα, βρίσκονται στὶς πύλες τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἀνακαλύφθηκε καὶ πραγματώθηκε γιὰ ἄλλους καὶ στὶς πύλες τῆς ἐκκλησίας ποὺ γι’ αὐτοὺς δὲν ἀνακαλύφθηκε καὶ δὲν πραγματώθηκε ἀκόμα, ποὺ περιμένει ὅμως νὰ ἀνακαλυφθῆ καὶ νὰ πραγματωθῆ· καὶ σ’ αὐτὴ τὴν κατεύθυνση ἡ Ἐκκλησία διεγείρει τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ἐκκλησία ποὺ πρέπει νὰ ἀνακαλύψουν καὶ νὰ πραγματώσουν, εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴν Ἐκκλησία ποὺ μερικοὶ ἔχουν ἀνακαλύψει καὶ πραγματώσει. Δὲν μποροῦν ν’ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὶς πύλες αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἀνακαλύφθηκε γιὰ μερικούς, οὔτε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ποὺ παρέμεινε γι’ αὐτοὺς καὶ μέσα σ’ αὐτοὺς ἀνανακάλυπτη.
.               Βρίσκονται, γιὰ τοῦτο, ἀπὸ τὴ μιὰ, σὲ σχέση θετική, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, σὲ σχέση ἀρνητικὴ μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ ζωή τους δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθῆ ἔξω ἀπὸ αὐτὴ τὴ σχέση καὶ δὲν μποροῦν νὰ ρυθμίσουν τὴ ζωή τους χωρὶς αὐτὴ τὴ σχέση. Ἀκόμα κι ὅταν τονίζουν, συνειδητά, τὴν ἀρνητική τους σχέση ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία, ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν μποροῦν νὰ βγοῦν ἀπ’ αὐτὴ τὴ σχέση. Ὁ σημερινὸς κόσμος, ποὺ δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν ἀσχολεῖται πιὰ μὲ τὴν Ἐκκλησία, οὔτε κἄν μὲ τρόπο ἀρνητικό, εἶναι ὡστόσο τρομαγμένος ἀπὸ τὸ κενό, ποὺ ἄφησε ἡ Ἐκκλησία μέσα στὴν ὕπαρξη τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴν ἀπουσία της ἀπὸ τὶς ἀσχολίες τους, κι αὐτὸς ὁ κόσμος ζητεῖ νὰ διαπεράση αὐτὸ τὸ κενό, γιὰ νὰ φτάση σὲ μιὰ κίνηση προικισμένη μὲ κάποιο νόημα, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία. Μ’ αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι μέσα στὸν κόσμο καὶ στὸν ἄνθρωπο παραμένει μολαταῦτα ἡ ἐκκλησία ποὺ δὲν ἀνακαλύφθηκε καὶ δὲν πραγματώθηκε ἢ ἡ ἐκκλησία ποὺ εἶναι «κεκαλυμμένη», ἀλλὰ ποὺ γίνεται αἰσθητὴ σὰν μιὰ «ἀποῦσα παρουσία».
.               Αὐτοὶ ποὺ δὲν ἀνακάλυψαν μέσα τους τὴν ἐκκλησία, δὲν τὴν ἀνακάλυψαν, γιατί δὲν συμμετέχουν ἀκόμα στὴ Λειτουργία, ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς πραγματωμένης Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ὅσο παραμένουν στὶς πύλες τῆς Ἐκκλησίας, μὲ θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ στάση, παραμένουν καὶ σὲ μιὰ θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ σχέση μὲ τὴ Λειτουργία της. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸν ὁ ἅγιος Μάξιμος, μέσα στὴν καθολικὴ καὶ ἐσχατολογικὴ σημασιολόγηση ποὺ δίνει στὴ Λειτουργία, τοὺς θέτει κι αὐτοὺς σὲ σχέση μὲ τὴ Λειτουργία· δείχνει δηλαδὴ ὅτι καὶ ὁ δικός τους προορισμὸς καθορίζεται σὲ σχέση πρὸς τὴ Λειτουργία. Ἀφοῦ ἡ ἐπίγεια ζωὴ εἶναι τόσο σκληρή, θὰ μποροῦσε νὰ φανῆ ὅτι ἡ Λειτουργία εἶναι θέμα τῆς Ἐκκλησίας μόνο καὶ ὅτι, κατὰ συνέπειαν, ὅσοι δὲν ἀποτελοῦν μέρος τῆς Ἐκκλησίας μὲ σαφῆ τρόπο, δὲν βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴν ἀκτινοβολία τῆς Λειτουργίας. Ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου θὰ δείξη ὅτι ὅλοι, ὅσοι δὲν ἔλαβαν μέρος στὴ Λειτουργία, δὲ θὰ λάβουν μέρος οὔτε στὰ ἀγαθὰ τῆς αἰώνιας Λειτουργίας, κι αὐτὴ ἡ καταδίκη ποὺ θὰ ὑποστοῦν συμβολίζεται μὲ πράξεις ποὺ πραγματοποιοῦνται κατὰ τὴν τέλεση τῆς Λειτουργίας τῆς ἐπίγειας Ἐκκλησίας. Κατὰ συνέπειαν, ἡ ἐπίγεια Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται καὶ σ’ αὐτούς, μὲ τὴν ἐπίκληση καὶ τὴν ἀγγελία τῆς καθολικῆς κρίσης, ἔτσι ὅπως κι αὐτοὶ ἀναφέρονται σ’ αὐτὴν ἔστω καὶ μὲ τὴν ἄρνησή τους νὰ συμμετάσχουν σ’ αὐτήν. Ἡ ἐπίγεια καὶ αἰώνια ζωή τους δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθῆ χωρὶς αὐτὴ τὴν ἀρνητικὴ ἀναφορὰ στὴ Λειτουργία. Τόσο αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ὅσο καὶ ἡ ἴδια ἡ Λειτουργία, δείχνουν συνεπῶς ὅτι καὶ αὐτοὶ προορίζονται γιὰ τὴ Λειτουργία καὶ ὅτι ἔξω ἀπὸ τὴ Λειτουργία ὁ προορισμός τους δὲν ὁλοκληρώνεται ὅπως πρέπει. Ἡ Λειτουργία εἶναι γι’ αὐτοὺς μιὰ «ἀποῦσα παρουσία» καὶ καθορίζει τὸν προορισμὸ ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας· τὸν προορισμὸ μερικῶν μὲ ἀρνητικὸ τρόπο, ἄλλων μὲ θετικὸ τρόπο, γιατί ἔξω ἀπὸ τὴ Λειτουργία δὲν μπορεῖ νὰ ἐκπληρωθῆ θετικὰ ὁ προορισμὸς τῆς ἀνθρωπότητας. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὁλόκληρος ὁ κόσμος προορίζεται νὰ ἀποτελῆ μιὰ Λειτουργία κι αὐτοὶ ποὺ ἢ δὲn θέλουν νὰ ὑψωθοῦν σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ἢ ξεπέφτουν ἀπὸ αὐτή, μένουν ἔξω ἀπὸ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ προορισμοῦ τους. Χωρὶς ἀμφιβολία, ὅπως εἴπαμε, δὲν πρόκειται μόνο γιὰ τὴ Λειτουργία, ποὺ πραγματοποιεῖται σὰν ἱερὴ ἀκολουθία μέσα στὸ κτίριο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ γιὰ τὸ γενικὸ ἀνέβασμα πρὸς τὸν Θεὸ πρὸς μιὰ ἕνωση πάντα πιὸ μεγάλη μέσα σ’ Αὐτόν, γιὰ τὴν ὁποία προορίζεται ὅλος ὁ κόσμος. Ἀλλὰ μποροῦμε καὶ μὲ ἄλλο τρόπο νὰ παρουσιάσωμε ἀνάγλυφο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶναι δεμένος κατὰ κάποιο τρόπο μὲ τὴ Λειτουργία, ἀκόμα κι ἂν δὲ συμμετέχη ὡλοκληρωμένα σ’ αὐτήν.
.               Μὲ τὸ ἴδιο τὸ γεγονός, ὅτι ὁδηγεῖ ὅλη τὴν κοινότητα σὲ μιὰ τέλεια ἕνωση μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ὑπεράνω τοῦ κόσμου, ἡ Λειτουργία ἀποκαλύπτει τὸ ἐσχατολογικὸ νόημα τῆς ἱστορίας ὅλου τοῦ κόσμου καὶ διατηρεῖ τὴν τάση τῆς ἱστορίας πρὸς τὸ τέλος της μέσα στὸν Θεό. Καὶ στοὺς πιστοὺς διατηρεῖ τὴ συνείδηση αὐτῆς τῆς τάσης.
.               Κατὰ συνέπειαν, ἀπὸ τὸ ἴδιο αὐτὸ γεγονὸς ἡ Λειτουργία ἀποκτᾶ ἀξιόλογο νόημα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἀποκαλύπτει ἕνα ἀνάλογο νόημα τῆς ἱστορίας, παρουσιάζοντάς την σὰν κίνηση πρὸς τὸ Θεὸ ποὺ μοιάζει μὲ τὴ Λειτουργία, ἔστω κι ἂν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ συμμετέχουν στὴν ἱστορία, δὲν ἔχουν συνείδηση αὐτοΰ τοῦ γεγονότος καὶ δὲ διανύουν τὸ δρόμο τους πρὸς τὸ Τέλος σὰν δρόμο πρὸς τὸ Θεό, ἑπομένως σὰν ἕνα δρόμο καθαυτὸ λειτουργικό. Μ’ ἄλλα λόγια, ὅλη ἡ ἱστορία συμμετέχει στὸ δρόμο πρὸς τὸ Τέλος καὶ ἡ κίνηση πάνω σ’ αὐτὸ τὸ δρόμο ἐμφυτεύθηκε σ’ ὅλους καὶ ἐνισχύεται ἀπὀ τὸ Θεό. Κι αὐτη ἡ κίνηση προορίζεται νὰ ὁδήγηση στὸν Θεό. Στὴν πραγματικότητα ὅμως, δὲν βαδίζουν ὅλοι πάνω σ’ αὐτὸ τὸ δρόμο πρὸς τὸν Θεό, ἀφοῦ δὲν θέλουν νὰ βαδίσουν πρὸς Αὐτόν. Ὅλοι, ὅμως, πρέπει νὰ κάνουν τὸ δρόμο πρὸς τὸ Τέλος, γιατί πρέπει νὰ τὸν κάνη ὅλος ὁ κόσμος. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὅλοι συμμετέχουν στὴν πραγματοποίηση τῆς λειτουργικῆς κίνησης πρὸς τὸν Θεό, ποὺ βρίσκεται στὸ τέλος τοῦ δρόμου. Ἀλλὰ δὲν βρίσκουν ὅλοι τὸν Θεὸ στὸ τέλος τοῦ δρόμου, γιατὶ δὲν ἐπῆραν ὅλοι μέρος σ’αὐτό τὸ δρόμο μὲ τὴ συνείδηση ὅτι ὁδηγεῖ στὸ Θεό, καὶ δὲν εἶναι ἔτσι προετοιμασμένοι γιὰ τὴ συνάντησή τους μὲ τὸν Θεό. Ὅλοι ἀναλίσκουν τὴ ζωή τους μὲ τὴν ἔμφυτη στὴ ζωὴ αὐτὴ κίνηση, δὲν ἔχουν ὅμως χρησιμοποιήσει αὐτὴ τὴν κινητήρια δύναμη, γιὰ νὰ ὑψωθοῦν στὸν Θεό.

 

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΕΓΙΝΕ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ;

π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ

CUR DEUS HOMO?
Τὸ κίνητρο τῆς ἐνανθρωπήσεως,
στὸ «Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας»
ἔκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθῆναι 1973,
σελ. 36-38, μετάφρ. Σταμ. Χατζησταματίου

.       Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς (580-662) φαίνεται ὁ μόνος Πατὴρ ποὺ ἐνδιαφέρθηκε ἄμεσα γιὰ τὸ πρόβλημα [σ: τοῦ κινήτρου τῆς ἐνανθρωπήσεως], ἂν καὶ δὲν τὸ τοποθετῆ ὅπως οἱ μετέπειτα θεολόγοι τῆς Δύσεως. Διεκήρυξε ὅτι ἡ Ἐνσάρκωσις πρέπει νὰ θεωρηθῆ σὰν ἀπόλυτος καὶ πρωταρχικὸς σκοπὸς τοῦ Θεοῦ στὴν πρᾶξι τῆς Δημιουργίας. Ἡ φύσις τῆς Ἐνανθρωπήσεως, τῆς ἑνώσεως δηλ. τῆς θείας μεγαλωσύνης μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνα ἀνεξιχνίαστο μυστήριο, ἀλλὰ τουλάχιστο μποροῦμε νὰ συλλάβουμε ὅτι ὁ λόγος καὶ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ τοῦ ὑπερτάτου μυστηρίου ἦταν, κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο, αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Ἐνσάρκωσις, καὶ μαζὶ μ᾽ αὐτὴν ἡ δική μας ἐνσωμάτωσις στὸ Σῶμα τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος. Ἡ φρασεολογία τοῦ ἁγ. Μαξίμου εἶναι σαφὴς καὶ καθαρή. Ἡ «ξ´ ἐρώτησις πρὸς Θαλάσσιον» εἶναι ἕνα σχόλιο στὸ χωρίο Α´ Πέτρου 1, 19-20: «ὡς ἀμνοῦ ἀμώμου καὶ ἀσπίλου Χριστοῦ, προεγνωσμένου μὲν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου». Ἀκολουθεῖ ἡ ἐρώτησις, κι ὁ ἅγ. Μάξιμος, πρῶτα συνοψίζει τὴν ἀληθινὴ διδασκαλία περὶ τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ, καὶ συνεχίζει: «τοῦτό ἐστι τὸ μακάριον, δι᾽ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν, τέλος. Τοῦτό ἐστι ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπός, ὃν ὁρίζοντες εἶναί φαμεν, προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μὲν πάντα, αὐτὸ δὲ οὐδενὸς ἕνεκα. Πρὸς τοῦτο τὸ τέλος ἀφορῶν, τὰς τῶν ὄντων ὁ Θεὸς παρήγαγεν οὐσίας. Τοῦτο κυρίως ἐστὶ τὸ τῆς προνοίας καὶ τῶν προνοουμένων, πέρας. Καθ᾽ ὃ εἰς τὸν Θεόν, ἡ τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ πεποιημένων ἐστὶν ἀνακεφαλαίωσις. Τοῦτό ἐστι τὸ πάντας συγγράφον τοὺς αἰῶνας, καὶ τὴν ὑπεράπειρον καὶ ἀπειράκις ἀπείρως προϋπάρχουσαν τῶν αἰώνων μεγάλην τοῦ Θεοῦ βουλὴν ἐκφαῖνον μυστήριον. Ἧς γέγονεν ἄγγελος αὐτὸς ὁ κατ᾽ οὐσίαν τοῦ Θεοῦ λόγος γενόμενος ἄνθρωπος. Καὶ αὐτόν, εἰ θέμις εἰπεῖν, τὸν ἐνδότατον πυθμένα τῆς Πατρικῆς ἀγαθότητος φανερὸν καταστήσας, καὶ τὸ τέλος ἐν αὐτῷ δείξας, δι᾽ ὃ τὴν πρὸς τὸ εἶναι σαφῶς ἀρχὴν ἔλαβον τὰ πεποιημένα. Διὰ γὰρ τὸν Χριστόν, ἤγουν τὸ κατὰ Χριστὸν μυστήριον, πάντες οἱ αἰῶνες, καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς τοῖς αἰῶσιν, ἐν Χριστῷ τὴν ἀρχὴν τοῦ εἶναι καὶ τὸ τέλος εἰλήφασιν. Ἕνωσις γὰρ προϋπενοήθη τῶν αἰώνων, ὅρου καὶ ἀοριστίας, καὶ μέτρου καὶ ἀμετρίας, καὶ πέρατος καὶ ἀπειρίας, καὶ κτίστου καὶ κτίσεως, καὶ στάσεως καὶ κινήσεως. Ἥτις ἐν Χριστῷ ἐπ᾽ ἐσχάτων τῶν χρόνων φανερωθέντι γέγονε». Πρέπει νὰ γίνῃ προσεκτικὴ διάκρισις μεταξὺ τῆς ἀϊδιότητος τοῦ Λόγου εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τῆς «οἰκονομίας» τῆς Ἐνανθρωπήσεώς Του. Ἡ «πρόγνωσις» ἔχει ἀκριβῶς σχέσι μὲ τὴν Ἐνσάρκωσι: «προεγνώσθη οὖν ὁ Χριστός, οὐχ ὅπερ ἦν κατὰ φύσιν δὲ ἑαυτόν, ἀλλ᾽ ὅπερ ἐφάνη κατ᾽ οἰκονομίαν δι᾽ ἡμᾶς γενόμενος ὕστερον» (ΡG 90,621, 624). Ὁ «ἀπόλυτος προορισμὸς» τοῦ Χριστοῦ δηλώνεται μὲ μεγάλη σαφήνεια. Αὐτὴ ἡ πεποίθησις βρίσκεται σὲ μεγάλη συμφωνία μὲ τὴ γενικὴ πορεία τοῦ θεολογικοῦ συστήματος τοῦ ἁγ. Μαξίμου· καταπιάνεται, μάλιστα, μὲ τὸ πρόβλημα σὲ πολλὲς περιπτώσεις στὶς ἀπαντήσεις πρὸς Θαλάσσιον καὶ στὸ «Περὶ διαφόρων ἀποριῶν». Λόγου χάριν μὲ ἀφορμὴ τὸ χωρίο Ἐφεσίους α´ 9 γράφει ὁ ἅγ. Μάξιμος: «ἔδειξε καὶ ἡμᾶς ἐπὶ τούτου γεγενῆσθαι, καὶ ὑπὸ τῶν αἰώνων περὶ ἡμᾶς παντ᾽ ἀγαθοῦ Θεοῦ σκοπὸν» κτλ. (Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, ΡG 91, 1097). Ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴν καταβολὴ ὁ ἄνθρωπος προγεύεται στὸν ἑαυτό του «θείου τοῦ σκοποῦ τὸ μέγα μυστήριον», τὴν ἔσχατη τελείωσι τῶν πάντων ἐν τῷ Θεῷ (Περὶ διαφόρων ἀποριῶν στ. 1305 ἑξ.). Ὅλη ἡ ἱστορία τῆς Θείας Προγνώσεως διαιρεῖται κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο σὲ δύο μεγάλες περιόδους: ἡ πρώτη κορυφώνεται στὴν Ἐνσάρκωσι τοῦ Λόγου, εἶναι ἡ ἱστορία τῆς Θείας συγκαταβάσεως («ἐπὶ τῷ ἀνθρωπισθῆναι»). Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης ἀνυψώσεως στὴ δόξα τῆς Θεώσεως, μία προέκτασις, θὰ λέγαμε, τῆς Ἐνσαρκώσεως σ᾽ ὁλόκληρη τὴν Δημιουργία. «Διέλωμεν οὖν τῇ ἐπινοίᾳ τοὺς αἰῶνας, καὶ ἀφορίσωμεν, τοὺς μέν, τῷ μυστηρίῳ τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, τοὺς δὲ τῇ χάριτι τῆς ἀνθρωπίνης θεώσεως… καὶ συντόμως εἰπεῖν τῶν αἰώνων οἱ μὲν τῆς τοῦ Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους εἰσὶ καταβάσεως, οἱ δὲ τῆς ἀνθρώπων πρὸς Θεὸν ὑπάρχουσιν ἀναβάσεως. Ἢ μᾶλλον, ἐπειδὴ καὶ ἀρχή, καὶ μεσότης, καὶ τέλος πάντων ἐστὶ τῶν αἰώνων, τῶν δὲ παρελθόντων καὶ ὄντων, καὶ ἐσομένων, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς (Πρὸς Θαλάσσιον περὶ διαφόρων ἀπόρων τῆς θείας γραφῆς 22, ΡG 90, 317· πρβλ. Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, ΡG 91,1308 ἐξ.). Ἡ ἐσχάτη τελείωσις, στὰ μάτια τοῦ ἁγ. Μαξίμου, συνδέεται μὲ τὴν ἀρχικὴ δημιουργικὴ βουλὴ καὶ τὸν σκοπὸ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὅλη του ἡ θεώρησις εἶναι αὐστηρὰ «Θεοκεντρική», ἀλλὰ καὶ «Χριστοκεντρικὴ» ταὐτόχρονα. Τοῦτο ὅμως μὲ κανένα τρόπο δὲν συσκοτίζει τὴ θλιβερὴ πραγματικότητα τῆς ἁμαρτίας, τὴν ἔσχατη ἀθλιότητα τῆς ἁμαρτωλῆς ὑπάρξεως. Τὴ μεγάλη ἔμφασι τοποθετεῖ ὁ ἅγ. Μάξιμος ἐπὶ τῆς μεταστροφῆς καὶ τῆς καθάρσεως τῆς ἀνθρωπίνης βουλήσεως, στὸν πόλεμο κατὰ τῶν παθῶν καὶ τοῦ κακοῦ. Ἀλλὰ βλέπει αὐτὴ τὴν τραγωδία τῆς Πτώσεως καὶ τῆς ἀποστασίας τοῦ κτίσματος μέσα στὴν εὐρύτερη προοπτική του ἀρχικοῦ σχεδίου τῆς Δημιουργίας.

, , , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ Ἕνας πολυγραφότατος θεολόγος καὶ ἕνας φλογερὸς πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
 Ἕνας πολυγραφότατος θεολόγος
καὶ ἕνας φλογερὸς πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας

Γράφει ὁ Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικός

Agios_Maximos_Omologhths.             Ἀνάμεσα στοὺς διαπρεπέστερους θεολόγους καὶ μαχητικότερους ἀγωνιστὲς τῆς ἀμωμήτου ὀρθοδόξου πίστεως ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος ἀναδείχθηκε «οὐρανόφωτος φωστὴρ τῆς Ἐκκλησίας» καὶ «πανάριστος μυστογράφος τῶν ἀρρήτων», «κρουνὸς σοφίας» καὶ «διδάσκαλος τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς σεμνότητος», «θεόπνευστο ἐγκαλλώπισμα τῶν μοναζόντων» καὶ «στεῤῥὸς ὑπέρμαχος τῆς ἀληθείας», ὅπως τόσα εὔστοχα ὑμνεῖται καὶ γεραίρεται μέσα ἀπὸ τὴν Ἱερά του Ἀκολουθία.
.           Ὁ τῆς «Τριάδος ἐραστὴς» καὶ «ἔνθεος μύστης» ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς γεννήθηκε τὸ 580 στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἦταν γόνος ἐπιφανοῦς ἀρχοντικῆς οἰκογένειας τῆς Βασιλεύουσας. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του τὸν βάπτισαν χριστιανὸ καὶ φρόντισαν νὰ ἀποκτήσει ἐπιμελημένη καὶ ἀνώτερη παιδεία. Ἐνδεικτικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι σύμφωνα μὲ τὸν βιογράφο του ἔλαβε τὴν «ἐγκύκλιον παίδευσιν» καὶ μάλιστα ἡ ἐκπαίδευσή του διήρκησε ἀπὸ τὸ ἕκτο ἢ ἕβδομο ἔτος τῆς ἡλικίας του μέχρι τὸ εἰκοστὸ πρῶτο, γεγονὸς ποὺ τὸν κατέστησε εὐρυμαθῆ καὶ ἄνδρα ἐξαιρετικῆς διανοίας. Ἐπιδόθηκε μὲ ἰδιαίτερη ἀγάπη στὴ φιλοσοφία καὶ τὴ ρητορικὴ καὶ ἀναδείχθηκε σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα μεγάλο πνευματικὸ ἀνάστημα ποὺ διακρινόταν γιὰ τὴν εὐφυΐα, τὸν ὑψηλὸ φιλοσοφικὸ στοχασμό, τὴ ρητορικὴ δεινότητα καὶ τὴν πολυμάθειά του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Ἡράκλειος ἀνῆλθε στὸν θρόνο τὸ 610, ἐκτιμώντας τὰ σπάνια χαρίσματά του, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐνάρετη πολιτεία του, τὸν προσέλαβε σὲ νεαρὴ ἡλικία στὰ αὐτοκρατορικὰ ἀνάκτορα καὶ τὸν τίμησε μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ «πρωτοασηκρήτου», ἦταν δηλαδὴ ὁ ἐπὶ τῶν ἀπορρήτων ἀρχιγραμματέας τοῦ αὐτοκράτορος. Ὅμως στὴ θέση αὐτὴ ὁ θεοφόρος Μάξιμος ἔμεινε μόνο τρία χρόνια, διότι ἀφ᾽ ἑνὸς ἡ κοσμικὴ ζωὴ τῶν ἀνακτόρων δὲν τὸν ἀνέπαυε, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ἡ ἀνάμειξη τοῦ αὐτοκράτορος σὲ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ διατάγματα ποὺ ἐναντιώνονταν στὴν πίστη τῶν Ὀρθοδόξων, ἔθετε σὲ σοβαρὸ κίνδυνο τὴν πορεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
.             Ἔτσι τὸ 613 παραιτήθηκε τοῦ ἀξιώματός του καὶ ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει τὶς μάταιες τιμὲς τοῦ κόσμου καὶ νὰ ἀποσυρθεῖ στὸ ἀπομονωμένο μοναστήρι τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στὴ Χρυσούπολη ποὺ βρισκόταν ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἐπιδόθηκε μὲ τέτοιο ζῆλο στὴν ἄσκηση, τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε ἀπέκτησε σύντομα τὸν σεβασμὸ ὅλων τῶν μοναζόντων. Μάλιστα ὁ βιογράφος του ἀναφέρει ὅτι στεκόταν ὄρθιος ὅλη τὴ νύχτα γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ χαρακτηρίστηκε ὡς «εὐλαβέστατος μοναχός». Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τονιστεῖ ὅτι ἡ ἀπόλυτη ἀφοσίωσή του στὴν ἄσκηση σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ὁλοένα καὶ αὐξανόμενη πνευματική του προκοπή, τὴν ἀξιομνημόνευτη ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν ἀπαράμιλλη ἀρετή του τὸν κατέστησαν τόσο ἀγαπητὸ καὶ σεβαστὸ στοὺς συμμοναστές του, ὥστε τὸν ἐξέλεξαν ἡγούμενο τῆς μονῆς, παρόλο ποὺ ὡς γεγονὸς δὲν ἐπιβεβαιώνεται ἐπαρκῶς ἀπὸ τοὺς μελετητές.
.               Ὅμως οἱ ἀλλεπάλληλες ἐπιδρομὲς τῶν Περσῶν τὸν ἀνάγκασαν τὸ 624 νὰ μεταβεῖ στὴν Κύζικο καὶ νὰ διαμείνει ἐπὶ δύο ἔτη στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἐκεῖ εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ συναναστραφεῖ μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ἰωάννη, ἐνῶ ἄρχισε νὰ συντάσσει τὰ πρῶτα του ἔργα ποὺ ἦταν ἀσκητικὰ συγγράμματα γιὰ τὸν ἀγώνα ἐναντίον τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς. Οἱ συνεχιζόμενες ὅμως ἐπιδρομὲς τῶν Ἀβάρων καὶ τῶν Περσῶν, οἱ ὁποῖοι τὸ 626 ἔφθασαν στὰ τείχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπὸ κοινοῦ τους ἐπίθεση, ποὺ ἀποκρούσθηκε ὅμως χάρη στὴ θαυματουργικὴ ἐπέμβαση τῆς Θεοτόκου, τὸν ἀνάγκασαν νὰ μεταβεῖ στὴν Κρήτη. Ἐκεῖ διέμεινε ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα, ἀγωνιζόμενος ἐναντίον τῶν μονοφυσιτῶν θεολόγων. Κατόπιν μετέβη στὴν Κύπρο καὶ τὸ 632 ἔφθασε στὴ βόρεια Ἀφρικὴ καὶ συγκεκριμένα στὴν Καρχηδόνα. Ἐκεῖ γνώρισε τὸν μοναχὸ Σωφρόνιο, τὸν καὶ μετέπειτα Πατριάρχη Ἱεροσολύμων, ὁ ὁποῖος ἐγκαταβίωνε μαζὶ μὲ ἄλλους μοναχοὺς ποὺ εἶχαν ἔρθει πρόσφυγες ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη στὴ Μονὴ Εὐκρατᾶ. Οἱ δύο ἄνδρες συνδέθηκαν μεταξύ τους πνευματικὰ καὶ ἀνέλαβαν ἀπὸ κοινοῦ τὸν σθεναρὸ ἀγώνα ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοθελητισμοῦ, ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε τὴν τελευταία ἔκφραση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ. Οἱ ὑποστηρικτὲς τοῦ Μονοθελητισμοῦ ἰσχυρίζονταν ὅτι στὸν Χριστὸ δὲν ὑπάρχουν δύο θελήσεις, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη, ἀλλὰ μόνο ἡ θεία, ἡ ὁποία καὶ ἀπορρόφησε τελείως τὴν ἀνθρώπινη. Ὅμως ὁ θεοφόρος Μάξιμος κατὰ τὴ διάρκεια τῆς παραμονῆς του στὴν Καρχηδόνα κατέδειξε ὅτι ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ ἀνθρωπίνως ὅ,τι εἶναι θεϊκὸ μὲ τὰ θαύματά Του καὶ θεοπρεπῶς ὅ,τι εἶναι ἀνθρώπινο κατὰ τὸ ζωοποιὸν Πάθος Του. Ἀλλὰ καὶ ὁ Σωφρόνιος ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκλογή του στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῶν Ἱεροσολύμων δημοσίευσε μία ἐγκύκλιο ἐπιστολή, στὴν ὁποία προσδιόριζε ὅτι ἐνῶ ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει ἡ κάθε μία τὴ δική της ἐνέργεια καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνα, οἱ φύσεις καὶ οἱ ἐνέργειές Του εἶναι δύο.
Maximos_Omologhths_2.             Ὅμως ὁ ἀγώνας καὶ ἡ ἀντίσταση ἐναντίον τοῦ Μονοθελητισμοῦ συνεχίστηκε καὶ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Πατριάρχου Σωφρονίου τὸ 638 καὶ μάλιστα μὲ μεγαλύτερη ἔνταση μετὰ ἀπὸ τὴν ἔκδοση τῆς «Ἔκθεσης», δηλαδὴ τοῦ διατάγματος ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἡράκλειο ποὺ ἦταν ὑποστηρικτὴς τοῦ Μονοθελητισμοῦ. Σύμφωνα μ’ αὐτὸ τὸ διάταγμα ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία τῶν μονοθελητιστῶν ἐπιβαλλόταν πλέον ἐπισήμως μετὰ τὴ σύγκληση ἐνδημούσης Συνόδου στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Πύρρο, ὁ ὁποῖος εἶχε συντάξει τὸ διάταγμα μὲ ἀπώτερο σκοπὸ τὴν ἕνωση τῶν μονοφυσιτικῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς μὲ τὴ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία. Ὅταν ὅμως ὁ Πατριάρχης Πύρρος ἐκθρονίστηκε, κατέφυγε τὸ 641 στὴν Καρχηδόνα, ὅπου συναντήθηκε μὲ τὸν Μάξιμο. Ἐκεῖ τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ συζητήσει δημόσια μὲ τὸν θεορρήμονα πατέρα καὶ φλογερὸ πρόμαχο τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἔντονου διαλόγου ὁ σοφὸς καὶ θεηγόρος Μάξιμος κατέδειξε ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἀπεριόριστη ἀγάπη γιὰ τὸ δημιούργημά Του, προσέλαβε πλήρως τὴν ἀνθρώπινη φύση, χωρὶς ὅμως νὰ ἀλλοιωθεῖ ἡ ἐλευθερία της. Ἔτσι ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία ἑνώθηκε μὲ τὸν Θεὸ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἀναπτύσσοντας ὁ Μάξιμος μὲ τόση εὐστοχία καὶ πειστικότητα τὴν ἐπιχειρηματολογία του, ὑποχρέωσε τὸν Πύρρο νὰ πεισθεῖ γιὰ τὸ ἐσφαλμένο τῶν θέσεών του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἐκθρονισθεὶς Πατριάρχης μετέβη στὴ Ρώμη γιὰ νὰ ἀποκηρύξει τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ Μονοθελητισμοῦ καὶ νὰ ζητήσει μετάνοια ἀπὸ τὸν Πάπα Μαρτίνο Α´. Ὅμως ἐνστερνίστηκε καὶ πάλι τὶς μονοθελητικές του ἀπόψεις καὶ ἀφορίσθηκε ἀπὸ τὸν Πάπα Θεόδωρο, ἐνῶ τὸ 654 ἐπανεξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ τέσσερις μῆνες ἀπεβίωσε.
.             Βλέποντας ὁ θεηγόρος Μάξιμος ὅτι ἡ φοβερὴ αἵρεση ἐξαπλώνεται ὁλοένα καὶ περισσότερο στὴν Ἀνατολή, ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ στὴ Ρώμη τὸ 646 καὶ νὰ συνεχίσει ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ἀγώνα του ἐναντίον τῆς κακοδοξίας. Ἄλλωστε ἡ Αἴγυπτος εἶχε καταληφθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἄραβες καὶ πλῆθος Ἑλλήνων κατέφευγε στὴν Ἰταλία. Στὸ μεταξὺ ὁ αὐτοκράτορας Κώνστας Β´ (641-668) κοινοποίησε τὸ 648 τὸν «Τύπο», δηλαδὴ ἕνα διάταγμα, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἀπαγόρευε στοὺς χριστιανοὺς νὰ συζητοῦν γιὰ δύο φύσεις καὶ δύο θελήσεις στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Τὸ γεγονὸς μάλιστα αὐτὸ ὁδήγησε καὶ στὴ δίωξη τῶν Ὀρθοδόξων. Γι’ αὐτὸ καὶ κατὰ τὴν προτροπὴ καὶ σύσταση τοῦ Μαξίμου ὁ νεοεκλεγεὶς Πάπας Μαρτίνος Α´ συγκάλεσε Σύνοδο στὴ Ρώμη τὸ 649, ἡ ὁποία ἔμεινε γνωστὴ ὡς Σύνοδος τοῦ Λατερανοῦ. Ἡ συγκληθεῖσα αὐτὴ Σύνοδος καταδίκασε τὸν Μονοθελητισμὸ καὶ ἀπέρριψε τὸν «Τύπο», τὸ αὐτοκρατορικὸ αὐτὸ διάταγμα τοῦ 648. Μάλιστα ἡ συμμετοχὴ τοῦ Ἁγίου Μαξίμου ὑπῆρξε ἀποφασιστική, ἀφοῦ ὅλοι θαύμασαν τὴ μαχητικότητα καὶ τὴν πειστική του ἐπιχειρηματολογία ποὺ ἀποστόμωσε ὅλους τοὺς διῶκτες τῆς Ὀρθοδοξίας. Παράλληλα συνέγραψε πολλὰ συγγράμματα ποὺ ἐναντιώνονταν στὴ θρησκευτικὴ πολιτικὴ τοῦ αὐτοκράτορος Κώνσταντος Β´.

.             Ἡ μαχητική του ὅμως αὐτὴ δράση ἐξόργισε τὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος διέταξε τὴν προσαγωγή του στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ τὴν κατηγορία τῆς ἀπείθειας σὲ αὐτοκρατορικὸ πρόσταγμα, τῆς συνωμοσίας καὶ τῆς συμμετοχῆς σὲ στάση, ἐνῶ ἔστειλε στὴ Ρώμη στράτευμα γιὰ νὰ συλλάβει τὸν ἀνάπηρο Πάπα Μαρτίνο Α´. Ἔτσι τὸ 653 συνελήφθη ὁ Πάπας καὶ ὁδηγήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου φυλακίσθηκε μαζὶ μὲ κοινοὺς ἐγκληματίες καὶ ἐκτέθηκε στὸ κρύο καὶ τὴν πείνα. Τὸ 654 δικάστηκε καὶ τὸ 655 ἐξορίσθηκε στὴ Χερσώνα τῆς Κριμαίας, ὅπου ἀπεβίωσε ἐξαθλιωμένος. Στὸ μεταξὺ ὁ Ἅγιος Μάξιμος εἶχε ἤδη συλληφθεῖ ἀπὸ τὸν ἔξαρχο τῆς Ἰταλίας Θεοδόσιο κατ’ ἐντολὴν τοῦ αὐτοκράτορος Κώνσταντος καὶ ὁδηγήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη μαζὶ μὲ τοὺς τέσσερις μαθητές του, τὸν πιστὸ μαθητή του, τὸν Ἀναστάσιο, ἕναν ἄλλο Ἀναστάσιο ποὺ ἦταν ἀποκρισάριος τοῦ Πάπα, τὸν Θεόδωρο καὶ τὸν Εὐπρέπιο. Κατόπιν τοὺς ἔκλεισαν στὴ φυλακὴ μερικοὺς μῆνες καὶ τὸν Μάιο τοῦ 655 δικάστηκε ὁ Μάξιμος ὡς ἐχθρὸς καὶ ἐγκληματίας τοῦ κράτους μὲ τὴν κατηγορία τῆς πολιτικῆς συνωμοσίας, ἀφοῦ ἀντιτάχθηκε στὴν αὐτοκρατορικὴ ἐξουσία καὶ συνέβαλε στὴν κατάκτηση τῆς Αἰγύπτου ἀπὸ τοὺς Ἄραβες, ἐνῶ μὲ τὴ διδασκαλία του ἔσπειρε τὴ διχόνοια μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ὁ σοφὸς καὶ μακάριος ὅμως Μάξιμος ἀπάντησε μὲ παρρησία καὶ μὲ ἀνδρεῖο φρόνημα στὶς συκοφαντίες καὶ τὶς βασανιστικὲς ἀνακρίσεις καὶ δήλωσε ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ διακόψει τὴν κοινωνία μὲ ὅλους τοὺς πατριάρχες, ἀκόμη καὶ νὰ θανατωθεῖ, παρὰ νὰ προδώσει τὴν πίστη του. Γι’ αὐτὸ καὶ δήλωσε μὲ ἀπόλυτη ἠρεμία ὅτι δὲν τὸν ἀπασχολεῖ, ἐὰν οἱ Ρωμαῖοι καὶ οἱ Ἕλληνες εἶναι ἑνωμένοι ἢ διαιρεμένοι, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ τὸν ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ μείνει προσηλωμένος στὴν ὀρθὴ πίστη. Ἄλλωστε, ὅπως τόνισε, ὁ ὁρισμὸς τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἔργο τῶν ἱερέων καὶ ὄχι τῶν αὐτοκρατόρων, ἀφοῦ αὐτὸς ποὺ τελεῖ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἱερουργεῖ στὸ Θυσιαστήριο, εἶναι ὁ ἱερέας καὶ ὄχι ὁ αὐτοκράτορας τῶν χριστιανῶν.
.         Ἡ σταθερή του ὅμως ἄρνηση νὰ δεχθεῖ τὴν ἀνάμειξη τοῦ αὐτοκράτορος σὲ θέματα πίστεως καὶ ἡ ἀκλόνητη προσήλωσή του στὶς ἀρχὲς τῆς ἀμωμήτου πίστεως τῶν Ὀρθοδόξων ἐξόργισαν τὸν αὐτοκράτορα Κώνστα Β´, ὁ ὁποῖος τὸν καταδίκασε σὲ ἐξορία σ’ ἕνα φρούριο στὴ Βιζύη τῆς Θράκης. Μετὰ ἀπὸ ἕνα χρόνο, τὸ 656, ἐστάλη ἕνα ἐπισκοπικὸ δικαστήριο ἀπὸ τὸν νέο αἱρετικὸ Πατριάρχη Πέτρο, ἀλλὰ ὁ Ἅγιος παρὰ τὶς προσπάθειες τῶν ἀρχόντων γιὰ συμβιβαστικὴ λύση, κάλεσε τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν Πατριάρχη σὲ μετάνοια μὲ τὴν προτροπὴ νὰ ἐπιστρέψουν στὴν ἀληθινὴ πίστη. Ἡ ἐπιμονὴ ὅμως τοῦ Μαξίμου στὶς θέσεις του τὸν ὁδήγησε σὲ ἐξορία στὴν Πέρβερη, ὅπου ἔμεινε ἔξι χρόνια καὶ ὅπου βρισκόταν ἐξόριστος ὁ ἕνας Ἀναστάσιος. Τὸ 662 ὁδηγήθηκε καὶ πάλι ὁ Μάξιμος μὲ τοὺς μαθητές του στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐπρόκειτο καὶ πάλι νὰ δικασθοῦν ἐνώπιον τοῦ αἱρετικοῦ Πατριάρχου καὶ τῶν ἄλλων αἱρετικῶν ἀρχόντων. Ὅμως ὁ Μάξιμος παρὰ τὶς ἐπίμονες πιέσεις καὶ τὶς σκληρὲς ἀπειλές, ἔμεινε σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος στὸ πηδάλιο τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ὅπως καὶ οἱ τέσσερις μαθητές του. Μάλιστα τόνισε ὅτι σύμφωνα μὲ τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ὀρθὴ καὶ σωτήρια ὁμολογία τῆς πίστεως, ἐνῶ στὴν ἀπειλὴ ὅτι θὰ θανατωθεῖ, δήλωσε μὲ ξεχωριστὴ παρρησία ὅτι θὰ ἀποτελέσει δόξα στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ὁτιδήποτε καὶ ἐὰν ὑποστεῖ.
.           Ἡ ἀκλόνητη πίστη τοῦ Ἁγίου Μαξίμου καὶ τῶν συνακολούθων του ἐξαγρίωσε ὅμως σὲ τέτοιο βαθμὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο, ὥστε ὁ διοικητὴς διέταξε νὰ μαστιγωθοῦν ἀνελέητα, ἐνῶ ἀπέκοψαν τὴ γλώσσα καὶ τὴ δεξιὰ χείρα τοῦ θεοφόρου Μαξίμου, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ὁμιλεῖ καὶ νὰ γράφει ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοθελητισμοῦ. Κατόπιν τοὺς διαπόμπευσαν καὶ τοὺς ἐξόρισαν στὴ Λαζικὴ τοῦ Πόντου, κλείνοντάς τους σὲ φυλακή, ἀλλὰ τὸν καθένα ξεχωριστά. Τὸν Μάξιμο τὸν φυλάκισαν στὸ φρούριο Σχίμαρις ποὺ βρίσκεται στὴν Ἀλανία τοῦ Καυκάσου (σημερινὴ δυτικὴ Γεωργία), ὅπου τὸ ἀκρωτηριασμένο του σῶμα ἄντεξε μὲ θαυματουργικὸ τρόπο τρία χρόνια, ἀφοῦ καὶ χωρὶς γλώσσα μποροῦσε νὰ ὁμιλεῖ. Μετὰ ὅμως ἀπὸ ὀλιγοήμερη ἀσθένεια παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν δικαιοκρίτη Θεό, σὲ ἡλικία ὀγδόντα δύο ἐτῶν. Ἐκοιμήθη στὶς 13 Αὐγούστου τοῦ 662, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν του λειψάνων, ἀφοῦ ἡ μνήμη του ὁρίσθηκε νὰ τιμᾶται στὶς 21 Ἰανουαρίου γιὰ νὰ συνεορτάζει κατὰ τὸν μήνα Ἰανουάριο μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς μεγάλους διδασκάλους, ὁμολογητὲς καὶ ἀσκητὲς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Ἡ μνήμη του μετὰ τῶν τεσσάρων μαθητῶν του, τοῦ Ἀναστασίου, τοῦ ἑτέρου Ἀναστασίου, τοῦ Θεοδώρου καὶ τοῦ Εὐπρεπίου, μαζὶ καὶ μὲ τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου Πάπα Ρώμης τιμᾶται ἐπίσης στὶς 20 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα μὲ παλαιὰ γεωργιανὴ παράδοση ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ διατηρήθηκε μέχρι σήμερα κάτω ἀπὸ τὸ Ἅγιο Βῆμα τοῦ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου ναοῦ στὸ Τσαγκέρι τῆς Γεωργίας. Ὁ ναὸς αὐτὸς ἔχει ἀνεγερθεῖ πάνω στὰ ἐρείπια παλαιοτέρου ναοῦ ποὺ ἦταν ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο Ἀρσένιο καὶ εἶχε λειτουργήσει ὡς μονή, ὅπου καὶ εἶχε ἐνταφιασθεῖ τὸ τίμιο λείψανό του μετὰ τὴν κοίμησή του. Μάλιστα ἀπὸ τὸν τάφο του ἔβγαινε φῶς κάθε νύχτα καὶ φώτιζε τὴν περιοχή, γεγονὸς ποὺ πιστοποιοῦσε τὴν ἁγιότητά του. Τὸ 2010 κατὰ τὴ διάρκεια ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν στὸν ναὸ βρέθηκαν τὰ ὀστᾶ τριῶν ἀτόμων στὸ πρῶτο ἐπίπεδο καὶ ἑνὸς ἀτόμου στὸ δεύτερο ἐπίπεδο. Σύμφωνα μὲ τὶς ἀνθρωπολογικὲς ἔρευνες στὴ Γεωργία, τὴ Γαλλία καὶ τὴ Ρωσία τὰ ὀστᾶ τοῦ πρώτου ἐπιπέδου ἀνήκουν στὸν Ἅγιο Μάξιμο καὶ σὲ δύο μαθητές του, ἀφοῦ σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς σκελετοὺς ἔλειπε τὸ δεξιὸ χέρι, ἐνῶ στὸ λαιμὸ ὑπῆρχε σοβαρὸ κτύπημα ποὺ προῆλθε πιθανότατα ἀπὸ τὴν ἐκρίζωση τῆς γλώσσας, ἡ δὲ ἡλικία ὑπολογίζεται στὸ 83ο ἔτος. Τὸ ἀκρωτηριασμένο δεξιὸ χέρι τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ θεωρεῖται τὸ μόνο γνωστὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου στὴν Ὀρθοδοξία καὶ φυλάσσεται ἀπὸ τὸν 12ο αἰώνα ὡς πολύτιμος πνευματικὸς θησαυρὸς στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Παύλου τοῦ Ἁγίου Ὅρους.

Ἡ δεξιά χείρα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ.

Ἡ δεξιά χείρα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ.

.         Ὁ «οὐρανόφωτος φωστὴρ τῆς Ἐκκλησίας», Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, τιμᾶται ἰδιαίτερα στὴν Ἱερὰ Νῆσο Πάτμο, ἀφοῦ δύο ἱεροὶ ναοὶ τοῦ νησιοῦ τῆς Ἀποκάλυψης εἶναι ἀφιερωμένοι στὸ ὄνομά του.Ὁ ἕνας ναὸς βρίσκεται στὸ Κάθισμα τῆς Ἄσπρης καὶ ὑπάγεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου. […] Ὁ ἄλλος ναὸς τοῦ Ἁγίου βρίσκεται στὸν προαύλιο χῶρο τοῦ ξενοδοχείου Porto Scoutari […] Ναὸς ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ ὑπάρχει ἐπίσης καὶ στὴ Λακωνία, καὶ υγκεκριμένα στὸ χωριὸ Κορογονιάνικα Μάνης. Στὴ Μακεδονία ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς τιμᾶται στὸ καθολικό της Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Σοχοῦ Θεσσαλονίκης, τὸ ὁποῖο εἶναι ἐγκαινιασμένο καὶ ἐπ’ ὀνόματί του. Πρὸς τιμὴν του εἶναι ἐπίσης ἀφιερωμένο καὶ παρεκκλήσιο στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ ἐν Ὀλύμπῳ στὴν περιοχὴ τοῦ Λιτόχωρου Πιερίας, ἐνῶ πανηγυρικὸς ἑορτασμὸς τῆς μνήμης τοῦ τελεῖται κατ’ ἔτος στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίας Ἄννης στὸ χωριὸ Βόθωνας Σαντορίνης. Τὸ 2011 ἐκδόθηκε μὲ δαπάνη καὶ πρόνοια τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Μαξίμου Ματθαίου, ἡ Ἱερὰ Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου, τὴν ὁποία συμπλήρωσε ὁ ἀοίδιμος Ὑμνογράφος τῆς Μεγάλης του Χριστοῦ Ἐκκλησίας, Μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, προκειμένου νὰ ἑορτάζεται πανηγυρικὰ ἡ μνήμη του. Ἀκολουθία πρὸς τιμήν του ἔχει ποιήσει καὶ ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Νικόδημος Ἀεράκης, Ἱεροκῆρυξ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Αἰγίνης, ἐνῶ ἡ Μοναχὴ Ἰσιδώρα Ἁγιεροθεΐτισσα ἔχει ποιήσει Παρακλητικὸ Κανόνα πρὸς τιμὴν τοῦ φλογεροῦ αὐτοῦ ὁμολογητοῦ τῆς πίστεως.

.         Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ὑπῆρξε πολυγραφότατος συγγραφέας, ἀφοῦ ἦταν ἀναμφισβήτητα ὁ διαπρεπέστερος θεολόγος τοῦ 7ου αἰώνα. Τὰ πολυάριθμα συγγράμματά του διακρίνονται σὲ ἑρμηνευτικά, δογματικὰ καὶ ἀντιρρητικά, λειτουργιολογικά, ἀσκητικὰ καὶ μυστικά, καὶ ἐπιστολές. Ἄλλωστε ὁ θεηγόρος καὶ παμμέγιστος αὐτὸς ὁμολογητὴς ἀγωνίσθηκε θεοπρεπῶς γιὰ τὴν ὑπεράσπιση καὶ ἑδραίωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ συνέβαλε τὰ μέγιστα γιὰ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξη τῆς θεολογικῆς σκέψεως. Μ’αὐτὸ τὸν τρόπο ἀναδείχθηκε στύλος καὶ ἑδραίωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ φλογερὸς πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ὁλοθερμὴ εὐχὴ ὅλων μας εἶναι ὁ πάνσοφος καὶ θεοφόρος αὐτὸς πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας, «ὁ τῆς σοφίας κρουνός, ὁ πελαγίζων θεοβρύτως τοῖς πέρασιν, ὡς ὕδωρ ἀθανασίας, καὶ γλυκασμὸν νοητὸν» νὰ μᾶς στερεώνει στὴν πίστη, νὰ μᾶς καθοδηγεῖ στὴν ἀλήθεια, νὰ μᾶς προφυλάσσει ἀπὸ αἱρέσεις καὶ πλάνες καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύει στὸν ἀγώνα κατὰ τῶν παθῶν, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε καὶ ἐμεῖς τῶν οὐρανίων ἐκείνων ἀγαθῶν ποὺ εὐφραίνεται ὁ θεηγόρος ἀσκητὴς καὶ ἔνδοξος ὁμολογητὴς Ἅγιος Μάξιμος μέσα στὴν ἄπειρη δόξα τοῦ Θεοῦ.

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικός

Βιβλιογραφία

  • Ἀκολουθία τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου Πατρὸς ἠμῶν Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ἔκδοσις Ἀρχιμανδρίτου Μαξίμου Ματθαίου, Ἐν Ἀθήναις 2011.
  • Βασιλοπούλου Χαραλάμπους Δ., Ἀρχιμανδρίτου, Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Ἐκδόσεις «Ὀρθοδόξου Τύπου», Ἀθῆναι 2000.
  • Γούναρη Γεωργίου Κων., Ἀπὸ τὴν Πολιτεία τῶν Ἁγίων, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γρεβενῶν, 2009.
  • Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, Νέα Σκήτη Ἁγίου Ὅρους, 2010.

 

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.gr

, ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – ἡ ἀμφισβήτηση τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ τῶν μεταγενεστέρων ἁγίων συνιστᾶ ἀσέβεια καὶ ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ καταλήγει στὴν ἀθεΐα, γιατί συνιστᾶ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ τῶν Πατέρων ἡμῶν».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Ε´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

δ. Ἡ νηπτικὴ-ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες

.        Τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ πατερικὰ κείμενα. Δὲν ὑπάρχει Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶχε ἐμπειρίες πνευματικῆς ζωῆς, καὶ δὲν ἀναφέρεται στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση.
.        Δὲν πρόκειται γιὰ ἐπηρεασμὸ ἀπὸ τὴν πλατωνικὴ καὶ νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἔκφραση τῆς ἐμπειρίας τους, μέσα ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἐποχῆς τους.
.        Ἄλλωστε, ὅπως προαναφέρθηκε, ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικός, στὸ σημεῖο αὐτὸ κατέγραψε τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση τὴν ὁποία βρῆκε στοὺς μοναχοὺς τῆς Παλαιστίνης.
.        Ἔτσι, εἶναι βλάσφημο νὰ θεωρήση κανεὶς τοὺς Πατέρας σὰν ἀνώριμους πνευματικά, ὥστε νὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ τὴν νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία. Καὶ ἂν ἀκόμη ἐπηρεάσθηκαν ἐξωτερικά, φραστικά, στὴν πραγματικότητα μὲ τὶς λέξεις ποὺ προσέλαβαν, διετύπωσαν τὴν ὅλη ἡσυχαστικὴ-νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρεται πολλὲς φορὲς στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Προηγουμένως ἀναφέρθηκαν μερικὰ χωρία του, στὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση εἶναι ὁ ἀπαραίτητος τρόπος ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ἐνυπάρχει ὁ κίνδυνος τῆς αἱρέσεως.
.        Ἐδῶ πρέπει νὰ ἀναφερθῆ ὁ λόγος του περὶ τῆς ἱερωσύνης, ποὺ δικαιολογεῖ γιατί, ὅταν τοῦ ἐτέθη τὸ θέμα τῆς ἱερωσύνης, τὴν ἀπέφυγε καὶ ἔφυγε γιὰ τὸν Πόντο. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λέει ὅτι ἦλθε μέσα του «ἔρως τοῦ καλοῦ τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἀναχωρήσεως· ἧς ἐραστὴς γενόμενος ἐξ ἀρχῆς».
.        Στὴν συνέχεια κάνει λόγο γιὰ τὸ ὅτι ἐπεδίωκε τὴν κάθαρση καὶ τὴν ἔλλαμψη, ἐπειδὴ τὸ ἔργο τῆς ἱερωσύνης εἶναι μεγάλο, γιατί «καθαρῶ μόνον ἀπτέον τοῦ καθαροῦ καὶ ὠσαύτως ἔχοντος», καὶ πρέπει νὰ λαμπρύνη τὸν λόγο «τῷ φωτὶ τῆς γνώσεως», ἀλλὰ καὶ τὸν νοῦν καὶ τὴν ἀκοή.
.        Εἶναι ἐπικίνδυνο νὰ θεολογήση κανείς, ἂν δὲν καθαρισθοῦν τὰ τρία αὐτὰ «ἢ οὐκ ἐνελάμφθη νοῦς, ἢ λόγος ἠσθένησεν, ἢ οὐκ ἐχώρησεν ἀκοὴ μὴ κεκαθαρμένη». Τὸ καταπληκτικότερο δὲ ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀναφέρεται στὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν θεοπτία, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γνωρίσματα ὄχι μόνον τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλὰ καὶ τῆς διακονίας τῆς ἱερωσύνης, κάνει εὐρύτατα λόγο γιὰ τὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή, τὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ τὴν χαρακτηρίζει ὡς θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸν ἱερέα τὸν θέλει θεραπευτή, ἡ θεραπεία γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία διὰ τῶν Μυστηρίων καὶ τῆς ἀσκήσεως, καὶ τὸ ὅλο ἔργο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως ἀπέβλεπε στὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅταν κάνη λόγο γιὰ θεραπεία, τὴν ἐντοπίζει στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, τὴν καρδιά. «Ἡμῖν δὲ περὶ τὸν κρυπτὸν τῆς καρδίας ἄνθρωπον ἡ πᾶσα θεραπεία τε καὶ σπουδή, καὶ πρὸς τὸν ἔνδοθεν ἡμῖν ἀντιπολεμοῦντα καὶ ἀντιπαλαίοντα ἡ μάχη, ὃς ἡμῖν αὐτοῖς ὅπλοις καθ’ ἡμῶν χρώμενος, τὸ δεινότατον, τῷ τῆς ἁμαρτίας θανάτῳ δίδωσι».
.         Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης προσδιορίζοντας τὴν ἀρετὴ παρουσιάζει ὡς τύπο τελείου ἀνθρώπου τὸν Προφήτη Μωϋσῆ. Ἔτσι, στὸ ἔργο του «Εἰς τὸν βίον τοῦ Μωϋσέως» κάνει λόγο γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν θεογνωσία. Προσαρμόζει πλήρως στν πνευματικ κατάσταση τονθρώπου ατ πογινε στν Παλαι Διαθήκη, κατ τν μφάνιση το Θεο στρος Σινᾶ. Δηλαδή, ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐντολὴ στὸν Μωϋσῆ νὰ καθαρισθῆ ὁ λαὸς ἀπὸ κάθε ρύπο, νὰ ἀπομακρυνθοῦν καὶ αὐτὰ τὰ ἄλογα ζῶα ἀπὸ τὸ ὄρος καὶ νὰ ἀνέλθη ἐπάνω σὲ αὐτὸ μόνον ἐκεῖνος. Πρόκειται γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπομάκρυνση ἀκόμη καὶ τῶν δερματίνων χιτώνων, ποὺ εἶναι ἡ θνητότητα καὶ φθαρτότητα.
.        Κάνοντας λόγο γιὰ τὴν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ γράφει: «ὁδὸς δὲ αὐτῷ πρὸς τὴν τοιαύτην γνῶσιν ἡ καθαρότης γίνεται, οὐ τοῦ σώματος μόνον περιρραντηρίοις τισὶν ἀφαγνισθέντος, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐνδυμάτων πάσης κηλίδος ἀποκλυσθέντων τῷ ὕδατι».
.        Ἡ καθαρότητα ἀναφέρεται στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. «Τοῦτο δέ ἐστι τὸ διὰ πάντων καθαρεῦσαι δεῖ τὸν μέλλοντα προσβαίνειν τῇ τῶν νοητῶν θεωρία, ὡς καὶ ψυχὴ καὶ σώματι καθαρὸν εἶναι καὶ ἀκηλίδωτον τὸν ἐν ἑκατέρῳ ρύπον καταλλήλως ἀποκλυσάμενον, ὡς ἂν καθαροὶ καὶ τῷ τὸ κρυπτὸν ὀρῶντι φανείημεν…». Ἐξηγεῖ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ἀνέλθη στὴν θεωρία πρέπει προηγουμένως νὰ καθάρη τὸν τρόπο ἀπὸ κάθε αἰσθητικὴ καὶ ἄλογη τάση καὶ νὰ πλύνη ἀπὸ τὸν νοῦ του κάθε γνώμη ποὺ τοῦ δημιουργήθηκε ἀπὸ κάθε προκατάληψη καὶ νὰ χωρισθῆ ἀπὸ τὴν σύνοικό του αἴσθηση καὶ ἀφοῦ γίνη καθαρὸς ἀπὸ αὐτήν, τότε νὰ τολμήση νὰ ἀνέβη στὸ ὄρος τῆς θεοπτίας, ὅπως ἔκανε ὁ Μωϋσῆς.
.        Συνεχίζοντας αὐτὴν τὴν ἑρμηνεία λέγει ὅτι «ὁ κεκαθαρμένος νοῦς καὶ ὀξὺς τὴν ἀκοὴν τῆς καρδίας», ἀφοῦ ἀκούση τὸν ἦχο τῆς θείας δυνάμεως ἀπὸ τὴν θεωρία τῶν ὄντων, εἰσέρχεται στὴν ἀχειροποίητη σκηνή, ἀποκτᾶ τὴν θεία γνώση, τὴν ὁποία στὴν συνέχεια δείχνει σὲ ἐκείνους ποὺ βρίσκονται κάτω «διὰ τῆς ὑλικῆς μιμήσεως», δηλαδὴ διὰ τῆς χειροποιήτου σκηνῆς.
.        Σαφέστατα ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ τὴν θεοπτία τῶν ἀρρήτων ρημάτων, ὕστερα ἀπὸ τὴν κάθαρση καὶ τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν διατύπωση αὐτῶν τῶν ἀρρήτων ρημάτων μὲ κτιστὰ ρήματα, νοήματα καὶ εἰκονίσματα.
.        Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ὁ μεγάλος αὐτὸς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔπαιξε καθοριστικὸ ρόλο στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἶπε ἕναν σημαντικὸ λόγο: «δαιμόνων θεολογία δίχα πράξεως γνσις». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ θεολογία εἶναι καρπὸς τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ καὶ τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτό του στοὺς θεουμένους, σὲ αὐτοὺς ποὺ πέρασαν μέσα ἀπὸ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Κατὰ συνέπειαν μία θεολογία ποὺ δὲν εἶναι καρπὸς καὶ ἀπαύγασμα τῆς πράξεως, τῆς πρακτικῆς ζωῆς ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη εἶναι θεολογία τῆς φαντασίας, ποὺ ὁπωσδήποτε εἶναι δαιμονική.
.        Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ὁ ἅγιος Μάξιμος, ἑρμηνεύοντας τὰ συγγράμματα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, κάνει λόγο γιὰ τὶς τρεῖς διαβαθμίσεις τῶν πιστῶν, ἤτοι τὶς τρεῖς κατηγορίες τῶν σωζομένων.
.        Πρόκειται γιὰ τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ τὴν ὁποία συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ κείμενά του, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὴν προσωπικὴ προσοικείωση τῆς σωτηρίας καὶ τὴν χωρίζει σὲ τρία μέρη, ἤτοι τὴν «πρακτικὴ φιλοσοφία» ἡ πράξη, τὴν «φυσικὴν θεωρίαν» ἢ ἁπλῶς θεωρία, καὶ τὴν «μυστικὴν θεολογίαν» ἢ ἁπλῶς θεολογία.
.        Ἡ πρακτικὴ φιλοσοφία, ποὺ ἔχει ἀρνητικὴ καὶ θετικὴ πλευρά, ἀφοῦ καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὸν κοσμεῖ μὲ τὶς ἀρετές, ἡ φυσικὴ θεωρία, ποὺ φωτίζει τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀληθινὴ γνώση, καὶ ἡ μυστικὴ θεολογία στεφανώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ὕψιστη ἐμπειρία, τὴν ὁποία ἀποκαλεῖ ἔκσταση.
.        Ἔτσι, ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἀναφέρεται στὶς τρεῖς βαθμίδες τοῦ χριστιανικοῦ ἀσκητικοῦ βίου, δηλαδή, τοῦ πρακτικοῦ, τοῦ θεωρητικοῦ καὶ τοῦ μυστικοῦ-θεολογικοῦ. Ἐπίσης, τοὺς σωζομένους Χριστιανοὺς στὶς τρεῖς διαιρέσεις τους, ἄλλοτε τοὺς ἀναφέρει ὡς πιστούς, ἐναρέτους καὶ γνωστικούς, καὶ ἄλλοτε ὡς δούλους, μισθωτοὺς καὶ υἱούς.
.        Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ Πατέρας τοῦ ἀκτίστου φωτός, ὁ ὁποῖος φωτιζόταν ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς οὐράνιας Βασιλείας, τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἀναφαίρεται συχνὰ στὰ ἔργα του γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν κάθαρση, στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Μάλιστα ἕνα κείμενό του, στὸ ὁποῖο παρουσιάζει συνοπτικὰ τὴν ὅλη θεολογία του, τὸ ἐπιγράφει «κεφάλαια πρακτικὰ καὶ θεολογικά», ἀφοῦ ἡ πράξη εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἡ θεολογία ἀναφέρεται στὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου φωτός.
.        Σὲ ἕνα χαρακτηριστικὸ χωρίο του λέγει ὅτι ἡ πίστη, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν προξενεῖ τοὺς μισθοὺς «κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς καθάρσεως». «Καθόσον γὰρ καθαιρόμεθα κατὰ τοσοῦτον εἰς ἀγάπην Θεοῦ ἀπὸ τοῦ φοβεῖσθαι ἀναγόμεθα» καὶ ἔτσι ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, «κατὰ προκοπὴν» μεταβαίνουμε στὸ νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Θεό.
.        Τότε, ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Πατήρ μας ἀγαπᾶ «προοδοποιοῦντος τοῦ Πνεύματος δηλαδὴ καὶ τὴν οἰκίαν προευτρεπίζοντος», ὁπότε «ὡς ἐν μιᾷ συνόδῳ τῶν ὑποστάσεων μόνην γίνεσθαι ἡμᾶς Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος».
.           Σὲ μία ἄλλη ὁμιλία στοὺς μοναχούς του ἐκφράζει τὴν χαρά του, ἐπειδὴ βλέπει τὴν προκοπὴ στὸν βίο τους «ἐπὶ τὸ κρεῖττον ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ, ἐν φόβῳ Θεοῦ, ἐν εὐλαβείᾳ, ἐν κατανύξει, καὶ δάκρυσι, δι’ ὧν ὁ ἔσω καθαίρεται ἄνθρωπος καὶ πληροῦται φωτὸς θείου καὶ ὅλος Πνεύματος Ἁγίου γίνεται καὶ συντετριμμένῳ ψυχῆς καὶ καταβεβλημένῳ φρονήματι, καὶ ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ γίνεται εἰς εὐλογίαν ὑμῶν καὶ προσθήκην ἀνωλέθρου καὶ μακαρίας ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν».
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ μεγάλο αὐτὸ ἀστέρι τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν θεολογία του ἀνέδειξε ὅλη τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν θεογνωσία.
.        Αὐτὸ φαίνεται στὸ ἔργο τοῦ «ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», στὸ ὁποῖο συνέτριψε ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισμοῦ, τὸν ὁποῖο ἐπρέσβευε ὁ Βαρλαάμ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ὅλων τῶν διὰ μέσου τῶν αἰώνων βαρλααμιτῶν, ποὺ θέλουν νὰ ἀνατρέψουν τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ τὴν θεολογία καὶ τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Τὸ ἐκπληκτικὸ δὲ εἶναι ὅτι ὅταν ἔγινε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης πέρασε ὅλη αὐτὴν τὴν ἱερὰ ἡσυχαστικὴ παράδοση στὶς ὁμιλίες του ποὺ ἐξεφώνησε στὸ ποίμνιό του.
.        Ὑπάρχει πλούσιο ὑλικὸ πάνω στὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐξέθεσα σὲ ἄλλα κείμενά μου καὶ παρέλκει ἡ καταγραφή του ἐδῶ. Καὶ τὸ σπουδαιότερο εἶναι ὅτι ἡ ἡσυχαστικὴ καὶ θεοπτικὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ κατοχυρώθηκε ἀπὸ τὶς Συνόδους ποὺ ἔγιναν στὴν ἐποχή του, κυρίως τὴν Σύνοδο τοῦ 1351, ποὺ ἐκλαμβάνεται καὶ θεωρεῖται ὡς ἡ Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.

.           Γίνεται φανερὸ ὅτι ὅλοι οἱ ἀνωτέρω μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ πολλοὶ ἄλλοι, κάνουν λόγο γιὰ τὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, γιὰ τὴν ἱερὰ ἡσυχία ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση τοῦ ὀρθοδόξως θεολογεῖν, γι’ αὐτὸ καὶ ὑβρίζονται μὲ τὶς ἀπόψεις τῶν στοχαζομένων καὶ προτεσταντιζόντων θεολόγων ὅτι δῆθεν ἐπηρεάσθηκαν ἀπὸ νεοπλατωνικὲς θεωρίες καὶ ἀλλοίωσαν τὴν προγενέστερή τους παράδοση. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ Πατέρες αἰσθάνονταν ὅτι εἶναι διάδοχοι τῶν ἁγίων Πατέρων στὸ φρόνημα καὶ τὴν ζωή.
.        Βεβαίως, φαίνεται μία ἐξωτερικὴ ὁμοιότητα στὴν ὁρολογία μεταξὺ τῶν Πατέρων καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν, ἀλλὰ ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξύ τους. Στὴν διδασκαλία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γίνεται λόγος γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ δὲν ἔχει ἔρωτα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ ὁ ἔρωτας εἶναι ἡ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν ἀπὸ ὅπου ἐξέπεσε, ἐνῶ στοὺς Πατέρας γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.
.              Στὴν θεωρία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γίνεται διάκριση μεταξὺ φύσει ἀθανάτου ψυχῆς καὶ φύσει θνητοῦ σώματος, ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἀνῆκε προηγουμένως στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν καὶ ἐξέπεσε ἀπὸ αὐτόν, ὁπότε περικλείσθηκε στὸ σῶμα γιὰ νὰ τιμωρηθῆ. Εὑρισκομένη δὲ στὸ σῶμα ἀναζητᾶ νὰ ἐλευθερωθῆ καὶ ἐπανέλθη στὸν κόσμο τῶν ἰδεῶν.
.        Ἔτσι, κατὰ τοὺς πλατωνικοὺς καὶ νεοπλατωνικούς, ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἀπαλλαγή της ἀπὸ τὸ σῶμα, ὁ φωτισμὸς τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, τῶν ἰδεῶν καὶ ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἔκσταση καὶ ἡ ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὸ σῶμα.
.        Ἡ νεοπλατωνικὴ αὐτὴ ἄποψη δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ψυχὴ εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δημιουργήθηκε ἐξ οὐκ ὄντων, ἀμέσως μὲ τὴν δημιουργία τοῦ σώματος· τὸ σῶμα δὲν εἶναι φυλακὴ τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ τὸ θετικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ· ὁ φωτισμὸς εἶναι ἡ νοερὰ καρδιακὴ προσευχή, μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ γίνεται μέσα στὴν καρδιά, δηλαδὴ στὸ σῶμα· ἡ ἔκσταση δὲν εἶναι ἡ ἔξοδος τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ ἡ ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὸ σαρκικὸ φρόνημα, καὶ ἡ θέωση δὲν εἶναι ἡ ἐπαναφορὰ τῆς ψυχῆς στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἡ θεοπτία.
.        Στὴν ἐμπειρία τῶν νεοπλατωνικῶν δὲν συμμετέχει τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου στὴν πορεία τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν Θεό. Γίνεται καὶ ἐκεῖ λόγος γιὰ ἐμπειρία φωτός, ἀλλὰ εἶναι φῶς παρυφιστάμενο, ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἔχει χῶρο καὶ χρῶμα καὶ τελικὰ εἶναι φῶς διαβολικό. Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως, ἡ ἔλλαμψη καὶ ἡ θεοπτία εἶναι ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, εἶναι μέθεξη καὶ σύγκραση μὲ τὸ θεῖο Φῶς, καὶ μεταμορφώνεται ὄχι μόνον ἡ ψυχή, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.
.        Ἔπειτα, ἡ ἐμπειρία τῶν στωϊκῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν συνδέεται μὲ τὴν ἔκσταση, ὡς ἔξοδο τοῦ νοῦ «ἀπὸ τὸν χρόνο, τὰ διαστήματα, τὴν ἀλληλοδιαδοχικὴ σκέψη». Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἐμπειρία αὐτὴ εἶναι δαιμονική, ὅπως λέγει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Δηλαδή, ἡ προσπάθεια τῶν νεοπλατωνικῶν εἶναι νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, ἀπὸ τὰ κτιστὰ καὶ ἀπὸ τὰ μεταβλητά, ἐνῶ κατὰ τὴν θεολογία τῶν Πατέρων στὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως μετέχει ὅλος ὁ ἄνθρωπος.
.        Ἔτσι, ὅταν στὸν Εὐάγριο τὸν Ποντικὸ γίνεται λόγος γιὰ ἀνίδεο καὶ ἀφάνταστο νοῦ, κατὰ τὴν προσευχή, δὲν ἐννοεῖται ἡ ἀφαιρετικὴ θεολογία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀναιρεῖται ἡ θεωρία τῶν πλατωνικῶν καὶ νεοπλατωνικῶν γιὰ τὸν λεγόμενο κόσμο τῶν ἰδεῶν καὶ τὴν ἐπάνοδο τῆς ψυχῆς σὲ αὐτὸν καὶ τὴν γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων.
.        Καὶ ὅταν στὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο γίνεται λόγος γιὰ ἐπάνοδο τοῦ νοῦ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν διάχυσή του στὸν κόσμο τῶν αἰσθητῶν, πράγμα ποὺ ἀναπτύχθηκε θεολογικὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, ἔγινε γιὰ νὰ ἀναιρεθοῦν οἱ θεωρίες τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γιὰ τὸ φύσει θνητὸ σῶμα, ὡς φυλακὴ τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς, καὶ νὰ δείξουν ὅτι τὸ σῶμα εἶναι θετικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ ποὺ καὶ αὐτὸ θεώνεται μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ θὰ ἀναστηθῆ κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
.        Ἑπομένως, εἶναι ἄδικο, ἀντιεπιστημονικὸ καὶ ἀνορθόδοξο νὰ ταυτίζεται ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ ἀνίδεου καὶ ἀφάνταστου νοῦ, καὶ περὶ τῆς ἐπανόδου του στὴν καρδιά, μὲ τὶς θεωρίες τῶν πλατωνικῶν καὶ νεοπλατωνικῶν, ἀφοῦ μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων ἀναιροῦνται αὐτὲς οἱ ἀπόψεις. Φαίνεται καθαρὰ ὅτι οἱ Πατέρες καὶ οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποίησαν μία τέτοια ὁρολογία γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν μὲ ἐπιτυχία τὶς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν.
.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀναπτύσσοντας τὴν ἡσυχαστικὴ καὶ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀντιμετωπίζοντας τὴν σχολαστικὴ νοοτροπία τοῦ Βαρλαάμ, λέγει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία-φιλοσοφία εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴν πνευματικὴ γνώση, μάλιστα δὲ ἰσχυρίζεται ὅτι ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη σοφία καὶ γνώση, τὴν θύραθεν σοφία, προῆλθαν ὅλες οἱ αἱρέσεις. «Κἂν ἐξετάςῃς, ἴδοις ἂν πάσας ἢ πλείστας τῶν δεινῶν αἱρέσεων ἐντεῦθεν λαβούσας τὰς ἀρχάς». Οἱ αἱρετικοὶ χρησιμοποιοῦσαν τὶς ἀρχὲς τῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ ἅγιοι Πατέρες θεολογοῦσαν ἀπὸ τὴν κατὰ Θεὸν ἐμπειρία τους, δηλαδὴ ἐνεδυναμώθηκαν ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἔβλεπαν τὸν Θεό, καὶ ὄχι κτίσματα καὶ δαιμονικὲς φαντασίες.
.        Βέβαια, οἱ Πατέρες γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν ἐμπειρία τους χρησιμοποίησαν τὴν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους, ἀλλὰ προσέδωσαν σὲ αὐτὴν ἄλλη ἔννοια καὶ σημασία. Γι’ αὐτὸ γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Κἄν τις τῶν Πατέρων τὰ αὐτὰ τοῖς ἔξω φθέγγηται, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ρημάτων μόνον· ἐπὶ δὲ τῶν νοημάτων, πολὺ τὸ μεταξύ· νοῦν γὰρ οὗτοι, κατὰ τὸν Παῦλον, ἔχουσι Χριστοῦ, ἐκεῖνοι δέ, εἰ μή τι καὶ χεῖρον, ἐξ ἀνθρωπίνης διανοίας φθέγγονται». Καὶ ὑπενθυμίζει τὸν λόγο τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου (Ἡσ. κεφ. 55, 9): «καθόσον δὲ ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς, κατὰ τοσοῦτον ἀπέχει ἡ διάνοιά μου ἀπὸ τῶν διανοιῶν ὑμῶν».
.        Στὸ χωρίο αὐτὸ φαίνεται ὅτι, ὅταν βλέπουμε ἴδια ὁρολογία στοὺς Πατέρες καὶ τοὺς φιλοσόφους, δὲν πρέπει νὰ νομίζουμε ὅτι λένε τὰ ἴδια πράγματα, ἀλλὰ τὸ κοινὸ φαίνεται μόνον στὸ ρῆμα, τὴν λέξη, ἐνῶ τὸ νόημα εἶναι πολὺ διαφορετικό. Καὶ αὐτὸ εἶναι φυσικό, γιατί οἱ Πατέρες ἔχουν νοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ὁμιλοῦν στὴν καλύτερη περίπτωση ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη διάνοιά τους, στὴν χειρότερη δὲ περίπτωση («εἰ μή τι καὶ χεῖρον») ὁμιλοῦν ἀπὸ τὴν σατανικὴ-δαιμονικὴ ἐνέργεια. Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶναι καταπέλτης ἐναντίον ἐκείνων ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι δῆθεν οἱ Πατέρες ἀλλοίωσαν «τὴν ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία», καὶ ὅτι δῆθεν ἐκφράζουν τὴν νεοπλατωνικὴ παράδοση.
.        Ὅποιος μεταδίδει τέτοιες ἀνόητες θεωρίες ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν γνωρίζει τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων, ἀλλὰ ἔχει μία ἐξωτερικὴ ἐπιφανειακὴ γνώση ἢ τοὺς παρερμηνεύει ἐνσυνειδήτως καὶ κατὰ τρόπο προτεσταντικό, ὁπότε καὶ βλασφημεῖ ὄχι μόνο τοὺς Πατέρας, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία ποὺ υἱοθέτησε τὴν διδασκαλία τοὺς συνοδικῶς καὶ λατρευτικῶς.
.        Ἐδῶ πρέπει νὰ προστεθῆ καὶ ἕνας ἄλλος σημαντικὸς λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος στὰ τρία εἴδη τῆς ἀθεΐας, στὸ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ συγκαταλέγει τοὺς θεολόγους ἐκείνους ποὺ ἀρνοῦνται ἢ ὑποτιμοῦν τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ γράφει: «τοῦτ᾽ ἐστιν ἀληθὴς εὐσέβεια, τὸ μὴ πρὸς τοὺς θεοφόρους Πατέρας ἀμφισβητεῖν».
.        Ὑπενθυμίζει τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τὸν ὁποῖο ἀποκαλεῖ μέγα, καὶ τὶς διδασκαλίες τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ ἐπισημαίνει: «καὶ γὰρ τῶν προειρημένων ἁγίων αἱ θεολογίαι ὅρός ἐστι θεοσεβείας ἀληθοῦς καὶ χάραξ, ὥσπερ ἑκάστη τὸν οἰονεὶ φραγμὸν καὶ τὸ περιτείχημα τῆς εὐσεβείας, κἂν περιέλῃ τις μίαν γοῦν αὐτόν, ἐκεῖθεν ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμὸς εἰσρυήσεται πολύς».
.        Στὸ κείμενο αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀληθινὴ εὐσέβεια-θεοσέβεια, ἡ ὁποία συντονίζεται ἀπόλυτα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, τῶν ὁποίων οἱ θεολογίες εἶναι ὅρος ἀληθινῆς θεοσεβείας καὶ χάρακας καὶ φραγμός.Ἐπίσης, λέγεται ὅτι, ὅταν κάποιος ἀφαιρέση μία διδασκαλία τῶν Πατέρων, τότε εἰσέρχεται «ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμός». πομένως, ἡ μφισβήτηση τς διδασκαλίας τοῦ γίου Διονυσίου τοῦ ρεοπαγίτου κα τν μεταγενεστέρων γίων συνιστᾶ σέβεια καὶ πόκλιση π τν ρθόδοξη Παράδοση κα καταλήγει στν θεΐα, γιατί συνιστρνηση το Θεο τν Πατέρων μν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

, , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ Ι. ΛΕΙΨ. ΟΣ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ

 Ἀνακομιδὴ ἱερῶν λεψάνων ὁσ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ

.     Ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανῆ οἰκογένεια καὶ γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ ἔτος 580 μ.Χ. Ἔλαβε τὴν συνήθη ἐγκυκλοπαιδικὴ μόρφωση καὶ ἐπιδόθηκε ἰδιαίτερα στὴν σπουδὴ τῆς φιλοσοφίας. Ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος Ἡρακλείου (610 – 641 μ.Χ.) προσελήφθη ὡς ἀρχιγραμματεὺς αὐτοῦ. Παρέμεινε στὴν θέση αὐτὴ γιὰ λίγα μόνο χρόνια, ἀλλὰ διατήρησε τὶς σχέσεις του καὶ ἀλληλογραφία μὲ πρόσωπα τοῦ δημοσίου βίου. 
Ἀφοῦ παρῃτήθη, τὸ 614 μ.Χ., ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχιγραμματέως, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἀκολούθησε τὸν μοναχικὸ βίο. Ἀσκήτεψε σὲ μονὴ τῆς Χρυσουπόλεως, ποὺ βρισκόταν ἔναντι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ διετέλεσε ἡγούμενος αὐτῆς. Ἐκεῖ ἀπέκτησε ὡς μαθητὴ τὸν Ἀναστάσιο, ὁ ὁποῖος τὸν ἀκολούθησε σὲ ὅλη του τὴν ζωή.
 Σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Μαξίμου ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ συμμόρφωση τοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν Θεία διδασκαλία ἀποτελοῦν βάση στερεά, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ οἰκοδομηθεῖ ἡ πνευματικὴ ἀνύψωση τοῦ νοῦ. Πρῶτο βῆμα γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἡ ἀπόδυση ἀπὸ τὸν νοῦ ὅλων τῶν παθῶν ποὺ τὸν ἐνοχλοῦν, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν βάση καὶ τὴν ἀφορμή τους στὸ σῶμα. Καλεῖται δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν ἀκολουθήσει τὴν κίνηση τῶν αἰσθητῶν, νὰ μὴν γίνει δοῦλος τῶν φυσικῶν του ὁρμῶν καὶ παθῶν, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσει τὰ ὑπὲρ φύσιν. Τὰ ἀποτελέσματα παρουσιάζονται ἀνάλογα πρὸς τὴν ἐκλογή. Ἐκεῖνος ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν κίνηση τῶν αἰσθητῶν ὑφίσταται καὶ τὴν φυσικὴ φθορὰ αὐτῶν καὶ συναλλοιώνεται μὲ αὐτά, ἐνῶ ὁ ἀναστὰς «τῆς ἐμπαθοῦς περὶ τὰ φαινόμενα διαθέσεως, τὴν τῶν φαινομένων ἔθυσε κίνησιν καὶ τὴν πρακτικὴν κατορθώσας ἔφαγεν ἀρετήν». 
Ἡ πράξη τῆς ἀρετῆς εἶναι ἔργο τῆς ἀνθρωπίνης καὶ τῆς θείας δυνάμεως. Κανένα χάρισμα δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος μόνο μὲ τὴν φυσική του δύναμη. Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Ἁγίου Μαξίμου στὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι φανερὴ σὲ ὅλη του τὴν διδασκαλία, διότι φοβᾶται μήπως ὁ ἄνθρωπος περιπέσει στὸ πάθος τῆς ὑπερηφάνειας. Ὁ Θεός, παρατηρεῖ, ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο δύναμη, γιὰ νὰ πράττει τὶς ἀρετές.

.      Ἔτσι, λοιπόν, ἀσκήτευε ὁ μακάριος Ὁμολογητής. Ἀλλὰ ἡ περσικὴ ἀπειλή, ποὺ εἶχε δημιουργήσει γιὰ τὴν Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία κρίσιμη κατάσταση, ἔσπασε τὴν ἡσυχία του καὶ τὸν ἀγώνα του γιὰ τὴν κατάκτηση τῶν ἀρετῶν ἀπὸ τὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του. Γιὰ πολλὰ χρόνια οἱ Πέρσες ἐμφανίζονταν στὴν ἀκτὴ ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται δέ, ὅτι κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς εἰσβολῆς τους στὴν Χρυσούπολη, τὸ 624 μ.Χ., ὁ Ἅγιος Μάξιμος ἀναγκάστηκε νὰ ἀποσυρθεῖ μὲ τοὺς μαθητές του νοτιότερα, στὴν Κύζικο. Ἐκεῖ διέμεινε γιὰ δύο περίπου χρόνια στὴν μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ συναναστρεφόταν μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ἰωάννη μετὰ τοῦ ὁποίου ἀντήλλαξε ἀργότερα ἐπιστολές. Ἴσως νὰ εἶχε ἀρχίσει νωρίτερα τὴν συγγραφική του δράση, ἀλλὰ ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἐπιδίδεται ἐντατικὰ στὸ ἔργο τῆς συγγραφῆς.
 Λόγῳ συνεχίσεως τῶν Περσικῶν καταδρομῶν ὁ Ἅγιος ὑποχρεώνεται νὰ φύγει, τὸ 626 μ.Χ., καὶ ἀπὸ τὴν Κύζικο. Ἔρχεται γιὰ λίγο στὴν Κρήτη καὶ ἐν συνεχείᾳ μεταβαίνει στὴν Ἀφρική. Θεωρεῖται δὲ πιθανὸ νὰ πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Κύπρο. Στὴν Καρχηδόνα ἐμφανίζεται τὴν Πεντηκοστὴ τοῦ ἔτους 632 μ.Χ., ἀλλὰ εἶχε φθάσει ἐκεῖ νωρίτερα. Κατὰ τὰ χρόνια αὐτὰ συγγράφει δύο ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ἔργα του, τὸ «Πρὸς Θαλάσσιον» καὶ «Περὶ Ἀποριῶν».
 Ἐγκατεβίωσε στὴν μονὴ Εὐκρατᾶ τῆς Καρχηδόνας, ὅπου ἦταν ἐγκατεστημένος καὶ ἄλλος φυγάς, ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη, ὁ Σωφρόνιος. Ἐκεῖ ἔμαθε τὶς ἐνέργειες τοῦ νέου Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Κύρου, οἱ ὁποῖες ἀπέληξαν τὸ 633 μ.Χ. στὴν ἑνωτικὴ συμφωνία ποὺ διαμόρφωσε τὴν αἵρεση τοῦ Μονοενεργητισμοῦ. Ὁ Σωφρόνιος ἐτάχθη ἀμέσως ἐναντίον τῆς νέας αὐτῆς μορφῆς τῆς χριστολογικῆς αἱρέσεως. Στὴν θέση του αὐτὴ τὸν ἀκολούθησε ὁ Ἅγιος Μάξιμος. Ἔτσι συμμετεῖχε στὴν σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ, ἡ ὁποία συνεκλήθη τὸ ἔτος 649 μ.Χ. ἐπὶ Πάπα Ρώμης Μαρτίνου Α´, ὅπου κατεδικάσθη ὁ Μονοθελητισμὸς καὶ ἀνεθεματίσθησαν ἐκεῖνοι ποὺ ἀνοήτως δογμάτιζαν ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει μία μόνο θέληση, τὴν θεία, εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς ἔχει δυὸ θελήσεις, τὴν θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη, ὡς Θεάνθρωπος. Στὴν ἴδια Σύνοδο ἀποδοκιμάσθηκε διάταγμα τοῦ τότε αὐτοκράτορα Κώνσταντος, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρεπόταν ἡ συζήτηση περὶ Μονοθελητισμοῦ.
Ὁ αὐτοκράτορας Κώνστας (641 – 668 μ.Χ.) ὀργίσθηκε γι’ αὐτό. Ὁ Ἅγιος συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἔξαρχο καὶ βασιλικὸ ἐπίτροπο τῆς Ἰταλίας Θεοδόσιο καὶ ὁδηγήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη μαζὶ μὲ τοὺς δύο φίλους του Ἀναστασίους. Ὁ αὐτοκράτορας ἐξόρισε τὸν Ἅγιο Μάξιμο, τὸ 655 μ.Χ. στὴ Βιζύη, μέσα στὸ Ρήγιο καὶ ἐν συνεχείᾳ στὴν πόλη Πέρβερα. Μετὰ ἀπὸ ἕξι χρόνια ἀνεκλήθη καὶ πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπως καὶ οἱ συμμοναστές του, γιὰ μία τρίτη προσπάθεια προσεταιρισμοῦ του. Ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε. Ἀνεθεματίσθη, ἐκακοποιήθη καὶ διεπομπεύθη. Ἡ κακοποίηση τοῦ Ἁγίου ἔδωσε ἀφορμὴ γιὰ τὴν διαμόρφωση παραδόσεως περὶ ἀποκοπῆς τῆς γλώσσας καὶ τῆς δεξιᾶς χειρὸς αὐτοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ἐξωρίσθη στὴν Λαζικὴ τοῦ Πόντου, στὸ φρούριο Σχίμαρις, ὅπου καὶ ἐκοιμήθη ὁσίως στὶς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 662 μ.Χ.
 Τὸ τίμιο λείψανό του ἐνεταφιάσθη στὴν μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, στὴν χώρα τῶν Λαζῶν. Ἀπὸ τὸν τάφο του ἔβγαινε φῶς κάθε νύχτα καὶ φώτιζε τὴν περιοχή, γεγονὸς ποὺ πιστοποιοῦσε τὴν ἁγιότητά του.
 Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται τὴν 21η Ἰανουαρίου.

Σχολιάστε