Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγ. Κύριλλος Ἱεροσολύμων

«ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΣΑΙ ΟΤΙ ΕΙΣΑΙ ΠΡΟΒΑΤΟΝ» (Ἅγ. Κύριλλος Ἱεροσολύμων)

Ὁμιλία τοῦ Ἁγ. Κυρίλλου Ἀρχιεπισκόπου Ἱεροσολύμων

«Εἰς τὴν Δευτέραν Παρουσίαν τοῦ Κυρίου»
(
«Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς,
οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος»
)
Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,

Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος,


σελ. 473 καὶ ἑξῆς.

.           Διακηρύττουμε παρουσίαν Χριστοῦ, ὄχι μόνον μίαν ἀλλὰ καὶ δευτέραν, πολὺ καλλιτέραν τῆς προηγουμένης. Διότι ἡ πρώτη ἀποτελοῦσε ἐπίδειξιν ὑπομονῆς, ἐνῶ ἡ ἐρχομένη φέρει τὸ στέμμα τῆς θείας Βασιλείας. Πράγματι στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν τὰ πάντα, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι διπλά. Διπλὴ γέννησις, μία ἀπὸ τὸν Θεὸν προαιωνίως καὶ μία ἀπὸ τὴν Παρθένον στοὺς ἐσχάτους καιρούς. Δύο κάθοδοι. Μία ἡ ἀφανής, καὶ δευτέρα ἔνδοξος καὶ ἐπιφανής, ἡ μέλλουσα. Κατὰ τὴν πρώτην παρουσίαν ἐσπαργανώθη στὴν φάτνην, στὴν δευτέραν ἐνδύεται φῶς ὡς ἱμάτιον. Στὴν πρώτην «ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας», στὴν δευτέραν θὰ ἔλθη δοξαζόμενος, δορυφορούμενος ἀπὸ στρατιὲς ἀγγέλων. Δὲν μένουμε λοιπὸν στὴν πρώτην μόνον παρουσίαν, ἀλλὰ προσδοκοῦμε καὶ τὴν δευτέραν. Καὶ εἴπαμε μὲν στὴν πρώτην «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου», ἀλλὰ καὶ στὴν δευτέρα θὰ εἰποῦμε πάλι τὸ ἴδιον, ὅταν συναντήσωμε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους τὸν Δεσπότην, καὶ προσκυνώντας αὐτὸν θὰ εἰποῦμε: «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». ρχεται Σωτρ χι γι ν δικασθ πάλιν, λλ γι ν δικάση τος δικαστάς του. Αὐτὸς ποὺ προηγουμένως, ὅταν ἐκρίνετο, ἐσιωποῦσε, λέγει ὕστερα στοὺς παρανόμους, ὑπενθυμίζοντας ὅσα ἐτόλμησαν κατὰ τὴν σταύρωση: «Ταῦτα ἐποίησας καὶ ἐσίγησα». Τότε ἦλθε γιὰ νὰ ἐκπληρώση τὴν Θείαν Οἰκονομίαν, καὶ ἐδίδασκε τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν πειθώ. Τώρα μως θ ναγκασθον ν τν ναγνωρίσουν ς Βασιλέα τους, στω κα χωρς ν τ θέλουν. Περὶ τῶν δύο τούτων παρουσιῶν ὁ προφήτης Μαλαχίας λέγει: «καὶ ἐξαίφνης θὰ ἔλθη εἰς τὸν ναὸν αὐτοῦ ὁ Κύριος, ὃν ὑμεῖς ζητεῖτε». Ἰδοὺ ἡ μία παρουσία. Καὶ πάλι περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας λέγει: «Καὶ ὁ ἄγγελος τῆς διαθήκης ὃν ὑμεῖς θέλετε. Ἰδοὺ ἔρχεται Κύριος Παντοκράτωρ, καὶ τίς ὑπομενεῖ ἡμέραν εἰσόδου αὐτοῦ;». Καὶ ἀμέσως στὴν συνέχεια λέγει ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρ: «καὶ προσάξω πρὸς ὑμᾶς ἐν κρίσει, καὶ ἔσομαι μάρτυς ταχὺς ἐπὶ τοὺς μάγους καὶ ἐπὶ τὰς μοιχαλίδας καὶ ἐπὶ τοὺς ὀμνύοντας τῷ ὀνόματί μου ἐπὶ ψεύδει», καὶ τὰ λοιπά. Γι’ αὐτὸ ὁ Παῦλος θέλοντας νὰ μᾶς ἀσφαλίση ἐκ τῶν προτέρων λέγει: «εἴ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσὸν καὶ ἄργυρον καὶ λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται». Ἤδη καὶ ὁ Παῦλος ἔχει ἐπισημάνει τὶς δύο αὐτὲς παρουσίες, ὅταν γράφη πρὸς τὸν Τίτον καὶ λέγει: ἐπεφάνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις, παιδεύουσα ἡμᾶς ἴνα, ἀρνησάμενοι τὴν ἀσέβειαν καὶ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας, σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Βλέπεις πῶς ἀνέφερε μὲν τὴν πρώτην, γιὰ τὴν ὁποίαν εὐχαριστεῖ, καὶ τὴν δευτέραν, τὴν ὁποίαν προσδοκοῦμε; Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ πίστις μας, ὅσον ἀφορᾶ στὸ γεγονὸς αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναγγέλλουμε τώρα, μᾶς παρεδόθη ἔτσι, νὰ πιστεύωμε δηλαδὴ στὸν «ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθίσαντα ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρὸς καὶ ἐρχόμενον ἐν δόξῃ, κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος».
.           Ἔρχεται λοιπὸν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, ἔρχεται δὲ στὴν συντέλειαν τοῦ κόσμου τούτου ἐνδόξως, κατὰ τὴν ἐσχάτην ἡμέρα. Διότι θὰ γίνη συντέλεια τοῦ κόσμου τούτου, καὶ ὁ κτιστὸς αὐτὸς κόσμος θὰ ἀνακαινισθῆ πάλι. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ἐπεκράτησε σὲ ὅλην τὴν γῆν ἡ διαφθορὰ καὶ ἡ κλοπὴ καὶ ἡ μοιχεία καὶ κάθε εἶδος ἁμαρτίας, καὶ συμβαίνουν σὲ ὅλον τὸν κόσμον αἱμομιξίες, γιὰ νὰ μὴ μείνη τὸ θαυμαστὸν αὐτὸ κατοικητήριον πλῆρες ἀνομίας, ὁ κόσμος αὐτὸς μέλλει νὰ παρέλθη, γιὰ νὰ ἀναδειχθῆ ὁ καλλίτερος. Θέλεις νὰ λάβης τὴν ἀπόδειξιν ἀπὸ τὰ ρητὰ τῆς Γραφῆς; Ἄκου τὸν Ἠσαΐα ποὺ λέγει: «καὶ εἱληθήσεται ὡς βιβλίον ὁ οὐρανός, καὶ τὰ ἄστρα πεσεῖται ὡς φύλλα ἐξ ἀμπέλου, καὶ ὡς πίπτει φύλλα ἀπὸ συκῆς». Καὶ τὸ Εὐαγγέλιον λέγει: «ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται, καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, καὶ οἱ ἀστέρες πεσοῦνται ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ». Ἂς μὴ λυπούμεθα σὰν νὰ πεθαίναμε μόνον ἐμεῖς. Καὶ οἱ ἀστέρες θὰ ἀποθάνουν, ἀλλὰ θὰ ξαναγίνουν πάλιν ὅπως εἶναι τώρα. Καὶ θὰ περιτυλίξη ὁ Κύριος τοὺς οὐρανοὺς ὄχι γιὰ νὰ τοὺς καταστρέψη, ἀλλὰ γιὰ νὰ τοὺς ἀνανεώση, νὰ τοὺς κάμη καλλιτέρους. Ἄκου τὸν Προφήτην Δαβὶδ ποὺ λέγει: «κατ’ ἀρχὰς Σύ, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί. Αὐτοὶ ἀπολοῦνται, Σὺ δὲ διαμένεις». Ἀλλὰ θὰ εἰπῆ κάποιος. Κοίτα, τὸ λέγει σαφῶς ὅτι ἀπολοῦνται, θὰ καταστραφοῦν. Ἄκου πῶς ἐννοεῖ τὸ «ἀπολοῦνται», τὸ λέγει ἐν συνεχείᾳ: «καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον (σὰν ἐπανωφόρι δηλαδὴ) ἑλίξεις αὐτούς, καὶ ἀλλαγήσονται». Ὅπως λέγεται ὅτι ὁ δίκαιος ἀπέθανε, σύμφωνα μὲ τὸ γραφικόν. «Ἴδετε ὡς ὁ δίκαιος ἀπώλετο, καὶ οὐδεὶς ἐκδέχεται τῇ καρδίᾳ», καὶ αὐτὸ ἐπειδὴ προσδοκοῦμε τὴν Ἀνάσταση. Κατ’ ἀνάλογον τρόπο προσδοκοῦμε καὶ ἀνάσταση τῶν οὐρανῶν. «Ὁ ἥλιος μεταστραφήσεται εἰς σκότος, καὶ ἡ σελήνη εἰς αἷμα». Ἂς διδαχθοῦν αὐτοὶ ποὺ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴν αἵρεση τῶν Μανιχαίων, καὶ ἂς μὴ θεοποιοῦν πλέον τὰ φωτεινὰ σώματα τοῦ οὐρανοῦ, οὔτε νὰ θεωροῦν δυσσεβῶς ὅτι ὁ ἥλιος αὐτὸς ποὺ μέλλει νὰ σκοτισθῆ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ πάλιν ἄκου τὸν Κύριο ποὺ λέγει: «ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσιν». Τὰ κτίσματα δηλαδὴ δὲν εἶναι ἰσότιμα μὲ τοὺς λόγους τοῦ Δεσπότου…
.            Ἀναμένουμε λοιπὸν ὄντως καὶ προσδοκοῦμε τὸν Κύριον ἐρχόμενον ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, ἐπάνω σὲ νεφέλες. Θ χήσουν τότε σάλπιγγες γγελικές. Πρτοι θ ναστηθον σοι π τος νεκρος χουν κοινωνίαν μ τν Χριστόν. πειτα ρπάζονται σ νεφέλες σοι ελαβες θ ζον τότε, λαμβάνοντας ὡς ἔπαθλο τὴν τιμὴν αὐτὴν ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, ἐπειδὴ καὶ ἠγωνίσθησαν ὑπεράνθρωπα, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. «Ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον. Ἔπειτα ἠμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι, ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις, εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα».
.           Τὴν ἐγνώριζεν αὐτὴν τὴν Παρουσίαν τοῦ Κυρίου ὁ Ἐκκλησιαστής, ὅταν ἔλεγε: «εὐφραίνου, νεανίσκε, ἐν νεότητί σου». Καὶ τί θὰ γίνη ὅταν ἔλθη ὁ Κύριος; «Ἀνθήσει τὸ ἀμύγδαλον καὶ παχυνθήσεται ἡ ἀκρίς, καὶ διασκεδασθήσεται ἡ κάππαρις». Ὅπως μάλιστα λέγουν οἱ ἐρμηνευταί, ἡ ἀνθισμένη ἀμυγδαλιὰ σημαίνει ὅτι ὁ χειμὼν παρῆλθε. Μετὰ δὲ τὸν χειμώνα μέλλουν νὰ ἀνθήσουν τὰ σώματά μας, νὰ γίνουν ἄνθη ἐπουράνια. Καὶ θὰ παχυνθῆ ἡ ἀκρίς, ἡ πτερωτὴ ψυχή, περιβαλλομένη τὸ σῶμα της. «Καὶ διασκεδασθήσεται ἡ κάππαρις», θὰ διασκορπισθοῦν δηλαδὴ οἱ ἀκανθώδεις παράνομοι.
.           Βλέπεις ὅτι ὅλοι προλέγουν τὴν Παρουσίαν τοῦ Κυρίου; Βλέπεις ὅτι γνωρίζουν τὴν φωνὴν τοῦ σπουργίτη; Ποίαν φωνήν; Ἂς ἰδοῦμε: «Ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ». Ἀρχάγγελος ἀπευθύνεται σὲ ὅλους καὶ λέγει: «ἐγείρεσθε εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου», καὶ θὰ εἶναι φοβερὰ ἡ κάθοδος τοῦ Δεσπότου. Καὶ σύμφωνα μὲ τὴν Γραφὴν ποὺ ἔχουμε ἀναγνώσει, «ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ, ποταμοῦ πυρὸς ἕλκοντος», ὁ ὁποῖος δοκιμάζει τοὺς ἀνθρώπους. Ὅποιος ἔχει ἔργα χρυσά, γίνεται λαμπρότερος. Ὅποιος ἔχει ἔργα σαθρά, τὰ ὁποῖα δὲν ἀντέχουν στὴν δοκιμήν, ἀφανίζονται ἀπὸ τὸ πῦρ. Καὶ ὁ Πατὴρ «καθέζεται, ἔχων τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών, καὶ τὴν τρίχα τῆς κεφαλῆς ὡς ἔριον καθαρόν». Βεβαίως ἐδῶ ὁμιλεῖ ἀνθρωπίνως. Τί ἐννοεῖ δηλαδή; Ὅτι εἶναι Βασιλεὺς ἐκείνων ποὺ δὲν ἐμολύνθησαν ἀπὸ ἁμαρτίες. Διότι λέγει «λευκανῶ τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν ὡς χιόνα καὶ ὡσεὶ ἔριον», ποὺ συμβολίζουν ἐδῶ τὴν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν ἢ καὶ τὴν ἀναμαρτησίαν. Ἔρχεται δὲ ὁ Κύριος ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ἐπάνω σὲ νεφέλες, ἀφοῦ μὲ νεφέλες ἀνέβη ἐκεῖ.
.           Ἀλλὰ ποον θ εναι τ σημεον τς Παρουσίας ατο, στε ν μν τολμήση κάποια ναντία δύναμις ν τ μιμηθ; «Κα τότε», λέγει, «φανήσεται τ σημεον το Υο το νθρώπου ν τ ορανῷ». Κα τ ληθς κα διακριτικν σημεον το Χριστο εναι σταυρός. Τ φωτοειδς σημεον το σταυρο προηγεται το Βασιλέως, ναγγέλλοντας ατν ποος εχε τότε σταυρωθε, στε ν τν δον ο ουδαοι, οἱ ὁποῖοι τότε τὸν εἶχαν κεντήσει στὴν πλευρὰν καὶ εἶχαν συνωμοτήσει ἐναντίον του. Νὰ θρηνήσουν πικρῶς κάθε φυλὴ χωριστά, καὶ νὰ εἰποῦν: Αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐραπίσθη, αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον περιέβαλλαν μὲ δεσμά, αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἐξηυτέλισαν, ἀφοῦ πρῶτα τὸν ἐσταύρωσαν. Καὶ θὰ εἰποῦν τότε: Ποῦ νὰ πᾶμε γιὰ νὰ ἀποφύγωμε τὴν ὀργήν σου; Ἀλλὰ ἀπὸ πουθενὰ δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ ξεφύγουν, ἀφοῦ θὰ τοὺς ἔχουν περικυκλώσει οἱ στρατιὲς τῶν ἀγγέλων. Φόβητρον θὰ εἶναι τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ γιὰ τοὺς ἐχθρούς του, καὶ χαρὰ γιὰ τοὺς φίλους του, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν σ’ αὐτὸν ἢ τὸν ἐκήρυξαν ἢ ἔπαθαν γι’ αὐτόν. Ποῖος ἄραγε θὰ εἶναι μακάριος νὰ εὑρεθῆ τότε φίλος τοῦ Χριστοῦ; Δὲν καταφρονεῖ τοὺς δούλους τοὺς ἰδικούς του ὁ τόσον ἔνδοξος Βασιλεύς, αὐτὸς ποὺ περιστοιχίζεται ἀπὸ ἀγγέλους, ὁ σύνθρονος μὲ τὸν Πατέρα. Καὶ γιὰ νὰ μὴν ἀναμιχθοῦν οἱ ἐκλεκτοὶ μὲ τοὺς ἐχθρούς, «ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ μετὰ σάλπιγγος μεγάλης, καὶ ἐπισυνάξει τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων». Ἀφοῦ δὲν κατεφρόνησε τὸν Λώτ, ποῦ ἦταν ἕνας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταφρονήση τοὺς πολλοὺς δικαίους; «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου», θὰ εἰπῆ πρὸς ἐκείνους ποὺ θὰ ἐπιβαίνουν σὲ νεφελώδη ἅρματα, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν συναχθῆ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους.
.            Ἀλλὰ θὰ εἰπῆ κάποιος ἀπὸ τοὺς παρόντες. Εἶμαι πτωχός, ἢ θὰ συμβῆ τότε νὰ εὑρεθῶ ἀσθενὴς στὸ κρεββάτι, ἢ εἶμαι γυναίκα καὶ θὰ εὐρίσκωμαι ἐκείνην τὴν ὥρα στὸν μύλο. Μήπως θὰ περιφρονηθοῦμε; Ἔχε θάρρος, ἄνθρωπέ μου. Ὁ Κριτὴς εἶναι ἀπροσωπόληπτος. «Οὐ κατὰ τὴν δόξαν κρινεῖ, οὐδὲ κατὰ τὴν λαλιὰν ἐλέγξει». Δὲν προτιμᾶ τοὺς λογίους ἀπὸ τοὺς ἀπαιδεύτους, οὔτε τοὺς πλουσίους ἀπὸ τοὺς πτωχούς. Καὶ στὸν ἀγρὸν ἂν εἶσαι, θὰ σὲ παραλάβουν οἱ ἄγγελοι. Μὴ νομίσης ὅτι θὰ πάρη τοὺς γαιοκτήμονες καὶ ἐσὲ ποὺ εἶσαι γεωργὸς θὰ σὲ ἀφήση. Καὶ ἂν εἶσαι δοῦλος ἢ πτωχός, μὴν ἀγωνιᾶς. Αὐτὸς ποὺ ἔλαβε μορφὴν δούλου δὲν καταφρονεῖ τοὺς δούλους. Καὶ ἂν εἶσαι στὸ κρεββάτι ἀσθενής, ἔχει γραφή: «Τότε δύο ἔσονται ἐπὶ κλίνης μιᾶς, εἷς παραλαμβάνεται, καὶ εἷς ἀφίεται». Καὶ ἂν κατ’ ἀνάγκην εὑρεθῆς νὰ ἐργάζεσαι στὸν μύλον, ἄνδρας ἢ γυναῖκα, καὶ ἂν φορῆς χειροπέδες, δὲν θὰ σὲ παραβλέψη αὐτὸς ποὺ ἠλευθέρωσε τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸν ὁδήγησε ἀπὸ τὴν δουλεία καὶ τὴν φυλακὴ στὴν βασιλείαν. Θὰ λυτρώση καὶ σὲ ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ θὰ σοῦ χαρίση τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν. Μόνον νὰ ἔχης θάρρος, μόνον νὰ ἐργασθῆς πνευματικῶς, μόνον νὰ ἀγωνισθῆς προθύμως. Ἐπειδὴ τίποτε δὲν πάει χαμένο. Κάθε σου προσευχὴ καὶ ψαλμωδία ἔχει καταγραφεῖ. Κάθε σου ἐλεημοσύνη ἔχει καταγραφεῖ, κάθε νηστεία ἔχει καταγραφεῖ, κάθε γάμος ποὺ διεφυλάχθη καλῶς ἔχει καταγραφεῖ. Ἔχει καταγραφεῖ καὶ ἡ ἐγκράτεια ποὺ ἔγινε γιὰ τὸν Θεόν. Τὰ πρωτεῖα δὲ τῶν στεφάνων μεταξὺ ὅλων τῶν καταγεγραμμένων τὰ ἔχει ἡ παρθενία καὶ ἡ ἁγνότης. Καὶ μέλλεις νὰ λάμπης ὡς ἄγγελος. Ἀλλὰ ὅπως ἤκουσες εὐχαρίστως τὰ καλά, ἄκου τώρα μὲ ψυχραιμία καὶ τὰ ἀντίθετα. Ἔχει καταγραφεῖ κάθε σου πλεονεξία, ἔχει καταγραφεῖ κάθε σου πορνεία, ἔχει καταγραφεῖ κάθε σου ἐπιορκία καὶ βλασφημία καὶ μαγεία καὶ κλοπὴ καὶ φόνος. Ὅλα αὐτὰ λοιπὸν εἶναι καταγεγραμμένα, ὅσα ἔχεις πράξει μετὰ τὸ βάπτισμα. Διότι αὐτὰ ποὺ εἶχες κάμει προηγουμένως ἐξαλείφονται.
.           «Ὅταν δὲ ἔλθη», λέγει, «ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ, καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ’ αὐτοῦ». Βλέπε, ἄνθρωπε, ἐνώπιον πόσων θὰ ἐμφανισθῆς στὸ κριτήριον. Θὰ εἶναι τότε παρὸν ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων. Ἀναλογίσου λοιπὸν πόση εἶναι ἡ φυλὴ τῶν Ρωμαίων, ἀναλογίσου πόσοι εἶναι οἱ ἄλλοι, οἱ βάρβαροι οἱ ὁποῖοι ζοῦν τώρα καὶ πόσοι ἔχουν ταφεῖ τὰ τελευταῖα ἑκατὸ χρόνια. Πόσοι ἐτάφησαν μέσα σὲ χίλια χρόνια. Ἀναλογίσου πόσοι εἶναι ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ μέχρι σήμερα. Μεγάλο πλῆθος βέβαια, ἀλλὰ καὶ πάλι μικρὸν εἶναι, διότι οἱ ἄγγελοι εἶναι περισσότεροι. Ἐκεῖνοι εἶναι τὰ ἐνενήντα ἐννέα πρόβατα, ἡ δὲ ἀνθρωπότης μόνον τὸ ἕνα. Διότι ἀνάλογα μὲ τὸ μέγεθος ὅλων τῶν τόπων πρέπει νὰ ὑπολογίζωμε καὶ τὸ πλῆθος τῶν κατοίκων τους. Ἡ κατοικουμένη γῆ, εὑρισκομένη κατὰ κάποιον τρόπον στὸ κέντρον τοῦ ἑνὸς οὐρανοῦ, ἔχει τόσον μεγάλο πλῆθος. Ὁ οὐρανὸς ποὺ τὴν περιβάλλει πόσον πλῆθος ἔχει; Καὶ οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν δὲν εἶναι αὐτονόητον ὅτι κατοικοῦνται ἀπὸ πλῆθος ἀναρίθμητον; Πράγματι ἔχει γραφή: «χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεσαν αὐτῷ». Ὄχι ὅτι εἶναι τόσο μόνο τὸ πλῆθος, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Προφήτης δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐκφράση μεγαλύτερον ἀριθμόν. Παρευρίσκεται λοιπὸν τότε στὸ κριτήριον ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ τῶν ἁπάντων, μαζί του θὰ κάθηται ὁ Ἰησοῦς Χριστός, θὰ εἶναι δὲ παρὸν καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀγγελικὴ σάλπιγγα θὰ προσκαλέση ὅλους ἐμᾶς, οἱ ὁποῖοι θὰ φοροῦμε ὡς ἔνδυμα τὰ ἔργα μας. Ἄραγε δὲν ὀφείλουμε νὰ ἀγωνιοῦμε ἀπὸ τώρα; Καὶ μὴ νομίσης, ἄνθρωπε, ὅτι εἶναι μικρὰ καταδίκη τὸ νὰ κατακριθῆς ἐνώπιον τόσου πλήθους. Μήπως δὲν προτιμοῦμε πολλὲς φορὲς νὰ ἀποθάνωμε παρὰ νὰ κατηγορηθοῦμε ἀπὸ φίλους;
.           ς χωμε τν γωνίαν, λοιπόν, δελφοί, μ μς καταδικάση Θεός, ὁ ὁποῖος, ἂν πρόκειται νὰ μᾶς καταδικάση, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ ἐξέτασιν ἢ ἔλεγχο. Μὴν εἰπῆς ὅτι ἦταν νύκτα, ὅταν ἐπόρνευσα ἢ ἔκανα μαγεῖες ἢ ἔπραξα κάτι ἄλλο, καὶ δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος ἐκεῖ. π τν συνείδησή σου κρίνεσαι. Σ ναγκάζει ν επς τν λήθεια τ φοβερν πρόσωπον το Κριτο, μλλον, κα ν δν τν επς, σ λέγχει. Διότι θ ναστηθς φορώντας τς μαρτίες σου τς ρετές σου. Τί λέγει λοιπὸν ὁ Κριτὴς περὶ τῆς ἐνδυμασίας ἢ μὴ τῶν ἔργων σου; «Καὶ συνάξουσιν ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη». Διότι πρέπει τὰ πάντα νὰ κλίνουν γόνυ ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια. «Καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων». Πῶς διαχωρίζει ὁ ποιμήν; Μήπως ἐρευνᾶ κάποιο βιβλίον, νὰ μάθη ποῖον εἶναι πρόβατον, καὶ ποῖον ἐρίφιον; Ἢ τ διακρίνει π τν μφάνιση; Δὲν φανερώνει τὸ μαλλὶ τὸ πρόβατον, τὸ δὲ σκληρὸν καὶ τριχωτὸν τὸ ἐρίφιον; Ἔτσι, ἐὰν μὲν καθαρισθῆς τώρα ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες σου, ἔχεις στὸ ἑξῆς τὶς πράξεις σου ὡς ἔριον καθαρόν, καὶ ἡ στολή σου μένει ἀμόλυντος. π τν νδυμασίαν ναγνωρίζεσαι τι εσαι πρόβατον, ἐὰν ὅμως εὑρεθῆς τριχωτός, ὅπως ὁ Ἠσαῦ, ποὺ ἦταν δασύτριχος καὶ ἐλαφρόμυαλος, καὶ ὁ ὁποῖος ἔχασε τὰ πρωτοτόκια γιὰ τὸ φαγητὸ καὶ ἐπώλησε τὸ ἀξίωμά του, θὰ ταχθῆς μὲ τὴν ἀριστερὰν μερίδα. Μὴ γένοιτο ὅμως κάποιος ἀπὸ τοὺς παρόντες νὰ ἀποβληθῆ ἀπὸ τὴν χάριν, οὔτε ἐξ αἰτίας τῶν φαύλων πράξεών του νὰ εὑρεθῆ στὰ ἀριστερὰ τάγματα τῶν ἁμαρτωλῶν.
.           Εἶναι ἀληθῶς φοβερὰ ἡ κρίσις, καὶ προξενοῦν φόβον αὐτὰ ποὺ προαναγγέλλονται. Εὑρίσκεται ἐνώπιόν μας ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἔχει ἑτοιμασθῆ καὶ τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον. Πῶς, λοιπόν, θὰ εἰπῆ κάποιος, θὰ ἀποφύγωμε τὸ πῦρ; Καὶ πῶς θὰ εἰσέλθωμε στὴν Βασιλείαν; «Ἐπείνασα», λέγει, «καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν». Ἰδοὺ ὁ τρόπος. Δὲν χρειάζεται ἀλληγορία ἐδῶ, ἀλλὰ νὰ ἐκτελέσωμε τὰ λεγόμενα. «Ἐπείνασα καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν. Ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με. Γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με. Ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με». Ἐὰν τὰ πράξης αὐτά, θὰ συμβασιλεύσης. Ἐὰν ὅμως δὲν τὰ πράξης θὰ κατακριθῆς. Ἄρχισε λοιπὸν ἀπὸ τώρα νὰ τὰ ἐργάζεσαι αὐτά, καὶ ἐπίμενε στὴν πίστη, γιὰ νὰ μὴν ἀποκλεισθῆς ἔξω, ἀναβάλλοντας νὰ ἀγοράσης τὸ ἔλαιον σὰν τὶς μωρὲς παρθένους. Μὴν ξεθαρρευθῆς, ἐπειδὴ ἁπλῶς κρατεῖς τὴν λαμπάδα, ἀλλὰ διατήρησέ την ἀναμμένην. Ἂς λάμψη τὸ φῶς τῶν καλῶν ἔργων σου ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, καὶ μὴ βλασφημεῖται ἐξ αἰτίας σου ὁ Χριστός. Φόρεσε ἔνδυμα ἀφθαρσίας, διαπρέποντας στὰ καλὰ ἔργα, καὶ ὅποιαν ὑπόθεσιν ἀναλάβης κατ’ οἰκονομίαν ἀπὸ τὸν Θεόν, γιὰ νὰ τὴν διαχειρισθῆς, νὰ τὴν διαχειρισθῆς μὲ τρόπον χρήσιμο. Σοῦ ἐνεπιστεύθη χρήματα; Διαχειρίσου τα καλά. Σοῦ ἐνεπιστεύθη λόγον διδασκαλίας; Καθοδήγησε καλῶς τὶς ψυχὲς τῶν ἀκροατῶν σου. Ἠμπορεῖς νὰ προΐστασαι; Κάμε το αὐτὸ μὲ ζῆλον. Ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι καλῆς διαχειρίσεως, μόνο νὰ μὴ καταδικασθῆ κάποιος ἀπὸ ἐμᾶς καὶ νὰ μὴν ἀποβληθῆ, ἀλλὰ μὲ παρρησία νὰ συναντήσωμε τὸν αἰώνιον Βασιλέα Χριστόν, ὁ ὁποῖος βασιλεύει αἰωνίως. Πράγματι, αὐτὸς ποὺ θὰ κρίνη ζῶντες καὶ νεκροὺς θὰ βασιλεύη αἰωνίως, ἀφοῦ ἀπέθανε πρὸς χάριν ζώντων καὶ νεκρῶν, ὅπως λέγει καὶ ὁ Παῦλος. Καὶ ἂν κάποτε ἀκούσης κάποιον νὰ λέγη ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ ἔχει τέλος, μίσησε τὴν αἵρεση. Εἶναι ἄλλη μία κεφαλὴ τοῦ δράκοντος, ποὺ ἐνεφανίσθη τώρα τελευταία στὴν Γαλατίαν…
.             Ἂν καὶ ἔχω πάρα πολλὲς μαρτυρίες ἀπὸ τὶς Θεῖες Γραφὲς περὶ τῆς ἀτελευτήτου στοὺς αἰῶνες Βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, θὰ ἀρκεσθῶ σ’ αὐτά, ἐπειδὴ εἴπαμε πολλὰ σήμερα. Σὺ δὲ ὁ ἀκροατὴς νὰ προσκυνῆς μόνον ἐκεῖνον ὡς Βασιλέα, ἀποφεύγοντας κάθε αἱρετικὴν πλάνην. Καὶ ἂν ἐπιτρέψη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, θὰ εἰποῦμε μὲ τὸν καιρὸ καὶ τὰ ὑπόλοιπα τῆς πίστεώς μας.
.            Εἴθε ὁ Θεὸς τῶν ὅλων νὰ σᾶς διαφυλάξη ὅλους, ὥστε νὰ διατηρῆτε στὴν μνήμην σας τὰ σημεῖα τῆς συντελείας τοῦ κόσμου, καὶ νὰ μείνετε ἀκατανίκητοι ἀπὸ τὸν Ἀντίχριστον. Ἔμαθες τὰ σημεῖα τοῦ πλάνου ποὺ πρόκειται νὰ ἔλθη. Ἔλαβες τὶς ἀποδείξεις τοῦ ἀληθινοῦ Χριστοῦ, τοῦ κατερχομένου φανερῶς ἀπὸ τοὺς οὐρανούς. Τὸν μὲν ἕνα, τὸν ψευδῆ, ἀπόφευγέ τον. Τὸν δὲ ἄλλον τὸν ἀληθινόν, προσδόκα τον. Ἔμαθες τὸν τρόπον πῶς στὴν Κρίσιν θὰ καταταγῆς ἐκ δεξιῶν του. Τήρησε αὐτὰ ποὺ σοῦ ἐνεπιστεύθη ὡς παρακαταθήκην ὁ Χριστός, διαπρέποντας σὲ ἔργα ἀγαθά, ὥστε νὰ παρουσιασθῆς μὲ παρρησίαν ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, καὶ νὰ κληρονομήσεις τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, δι’ οὗ καὶ μεθ’ οὗ ἡ δόξα τῷ Θεῶ σὺν ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.

Ἐπιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλᾶς.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμένου: orp.gr

, , ,

Σχολιάστε