Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγ. Εἰκόνες

Ὄχι στὴν ἀποκαθήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων

βλ. σχετ.: «ΟΙ ΑΞΙΕΣ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ ΝΑ ΠΑΜΕ ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΡΙΑ ΚΙΛΑ. ΘΕΛΕΙ ΑΙΜΑ, ΘΕΛΕΙ ΘΥΣΙΑ ΚΑΙ ΑΓΩΝΑ». (Ἀρχιεπ. Ἱερώνυμος)

   .           Κατηγορηματικὰ ἀντίθετος μὲ κάθε σκέψη γιὰ ἀποκαθήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἀπὸ τὶς σχολικὲς αἴθουσες εἶ­ναι ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμος.
.           Συμμετέχοντας στὴν ἑορτὴ τοῦ πολιούχου τοῦ Ἄργους ἁγίου Πέτρου ἐπισκόπου Ἄργους τὴν Κυριακὴ 3 Μαΐου 2015 μίλησε καὶ εἶπε μεταξὺ τῶν ἄλ­λων καὶ τὰ ἑξῆς ἰδιαιτέρως ἐπίκαιρα καὶ ἀξιοπρόσεκτα: «Ποῦ βρισκόμαστε, ὅταν ὑπάρχει σήμερα σκέψη νὰ κατεβεῖ ἀπὸ τὸ σχολεῖο ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ δῆθεν γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, γιατὶ οἱ μουσουλμάνοι καὶ οἱ ἄλ­λοι ὑποχρεώνονται νὰ βλέπουν τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ τὴν Παναγία μας;».
.           Καὶ σὲ ἄλλη στιγμὴ εἶπε ὅτι θυμόταν ἀπὸ τὰ μαθητικὰ χρόνια του τὶς ζωγραφιὲς τῶν ἡρώων τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 ποὺ κοσμοῦσαν τὶς σχολικὲς αἴθουσες. «Βλέπαμε τὸν Παπαφλέσσα, τὸν Καραϊσκάκη καὶ τὸν Κολοκοτρώνη καὶ συλλογιζόμασταν ὅλα τὰ παιδιὰ ποιοὶ ἦταν αὐτοί. Καὶ ὕστερα ἤρθαμε ἐμεῖς οἱ νεότεροι, οἱ μοντέρνοι, οἱ προοδευτικοὶ καὶ τί εἴπαμε; Στὰ σκουπίδια αὐτά, δὲν μᾶς χρειάζονται, στὶς ἀποθῆκες, κάψτε τα!… Δὲν εἶναι ντροπὴ σὲ αὐτὸν τὸν ἡρωικὸ τόπο, ὅπως εἶναι καὶ τὸ Ἄργος, ποὺ αὐτοὶ οἱ ­ἄνθρωποι ­ἔδωσαν τὰ πάντα καὶ ἔγιναν τὸ ­πρότυπο γιὰ πολλούς, νὰ ντρεπόμαστε νὰ τοὺς βάλουμε στὸν τοῖχο τοῦ σχολείου ἢ στὸ γραφεῖο μας; Τότε τί περιμένουμε; Πῶς μποροῦμε νὰ ἔχουμε ἀντισώματα στὶς δυσκολίες μας;» ­(«Δημοκρατία» 4-5-2015).
.           Ξεκάθαρα λόγια, ὑπεύθυνα, πατρικά. Λό­­­για Ἕλληνος Ὀρθοδόξου Ποιμενάρχου, ποὺ πονεῖ ὡς πατέρας γιὰ τὸ πνευματικὸ ξε­­στράτισμα πολλῶν σημερινῶν Ἑλλήνων. Μα­κάρι ἡ φωνή του νὰ μᾶς ξυπνήσει γιὰ νὰ προλάβει καὶ νὰ σωθεῖ τὸ ἑλληνορθόδοξο Γένος μας ἀπὸ τὴν καταστροφή.

 

ΠΗΓΗ: osotir.org

,

Σχολιάστε

«ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΤΕΒΟΥΝ ΠΟΤΕ»

Ο εκόνες δν θ κατέβουν ποτ

 Ἀπάντηση τοῦ πρωθυπουργοῦ σὲ στελέχη τοῦ ΣΥΡΙΖΑ
καὶ σὲ ὅσους λένε «νὰ κατεβάσουμε τὶς εἰκόνες»

.              Ὁ κ. Σαμαρᾶς ἐπισκέφθηκε τὸ Δημαρχεῖο στοὺς Φιλιάτες ὅπου τοῦ ἐπιφυλάχθηκε θερμὴ ὑποδοχὴ ἀπὸ τὸν «γαλάζιο» δήμαρχο τῆς πόλης. Ὅταν μάλιστα βρέθηκε στὸ γραφεῖο τοῦ δημάρχου Σπύρου Παππᾶ καὶ ἀντίκρισε μία εἰκόνα τῆς Παναγίας στὴ βιβλιοθήκη του, εἶπε: «Ὑπάρχουν ὁρισμένοι ποὺ λένε νὰ κατεβάσουμε τὶς εἰκόνες στοὺς δημόσιους χώρους.  Ἀπὸ τὴ βουλὴ καὶ τὰ ὑπουργεῖα, μέχρι τὰ  δημαρχεῖα καὶ τὰ σχολεῖα, αὐτὲς οἱ εἰκόνες δὲν θὰ κατέβουν ποτέ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ ξεκάθαρη ἀπάντηση σὲ ἐκεῖνον ποὺ τόλμησε νὰ μοῦ πεῖ νὰ κατεβάσουμε τὶς εἰκόνες, ξέρω ποῦ ἀνήκει, ξέρω ποιὸ πρόγραμμα τὸ λέει αὐτὸ καὶ δὲν θὰ γίνει πότε».

 ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ ξεκάθαρη ἀπάντηση ὅτι οἱ Ἐκλογὲς… κάνουν καλό!

ΠΗΓΗ: protothema.gr/Σπύρος Γκουτζάνης, 12.01.15

,

Σχολιάστε

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ (Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας) «Ἀντὶ νὰ ζητοῦµε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀνανεωθεῖ καὶ νὰ ἐκσυγχρονισθεῖ, ἂς ζητοῦµε ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς µας νὰ ἐνσωµατωθοῦµε στὴν πάντα νέα καὶ ἀνακαινιστικὴ Χάρη».

Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας
Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2084, 01.03.14

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.             Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ θεόσοφοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας µας ὅρισαν νὰ ἑορτάζεται ὡς Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ Κυριακὴ ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποία «ἀνάµνησιν ποιούµεθα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων», ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα τὸ 843 µ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ αὐτοκρατόρων Μιχαὴλ καὶ τῆς µητρός του Θεοδώρας.
.             Ἡ εἰκονοµαχία, ποὺ εἶχε προηγηθεῖ καὶ εἶχε ταλανίσει τὴν Ἐκκλησία περισσότερο ἀπὸ ἕνα αἰώνα, δὲν προερχόταν ἁπλῶς ἀπὸ τὸ θηριῶδες µένος ὁρισµένων αὐτοκρατόρων ἔναντι τῶν ἁγίων εἰκόνων ἦταν παραλλήλως ἀποκύηµα ἐπιδράσεων, ἀφ᾽ ἑνὸς µὲν ἀπὸ ἐξωχριστιανικὰ θρησκεύµατα, ὅπως ὁ Ἰουδαϊσµὸς καὶ ὁ Ἰσλαµισµός, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ἀπὸ παλαιὲς αἱρέσεις, κυρίως τοῦ Μανιχαϊσµοῦ καὶ τοῦ ἀκραίου Μονοφυσιτισµοῦ. Καὶ ὁ µὲν Ἰουδαϊσµὸς (ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐξ ἄλλου ἄντλησε τὴν σχετικὴ ἐντολὴ καὶ ὁ Ἰσλαµισµὸς) ἀπαγόρευε τὴν χρήση εἰκονικῶν παραστάσεων, διότι καραδοκοῦσε ὁ κίνδυνος τῆς εἰδωλολατρίας γιὰ τοὺς Ἑβραίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ δὲ Μανιχαϊσµὸς καὶ ὁ ἀκραῖος Μονοφυσιτισµὸς ἀπαγόρευαν τὴν χρήση εἰκόνων γιὰ λόγους ὑποστηρίξεως τῶν κακοδοξιῶν τους. Συγκεκριµένα, οἱ Μανιχαῖοι θεωροῦσαν τὴν ὕλη κακή, ἐνῶ οἱ Μονοφυσίτες ὑπερτόνιζαν τὴν θεϊκὴ φύση τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία, κατ᾽ αὐτούς, ἀπορρόφησε τὴν ἀνθρώπινη φύση Του, καὶ ὡς ἐκ τούτου θεωροῦσαν λάθος τὸ νὰ εἰκονίζεται ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἡ θεότης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφεῖ καὶ νὰ εἰκονισθεῖ.
.             Οἱ ἅγιοι Πατέρες ποὺ συνῆλθαν στὴν Νίκαια τὸ 787 µ.χ. καὶ συνεκρότησαν τὴν Ζ´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο διεῖδαν τὶς σαθρὲς αὐτὲς ἐπιδράσεις καὶ ἀντιλήφθηκαν ὅτι τυχὸν ἐπικράτηση τῶν εἰκονοµαχικῶν θέσεων θὰ σήµαινε ἀνασύσταση τῶν παλαιῶν ἐκείνων αἱρέσεων -σὲ νέα τώρα ἔκδοση- καὶ ἄρα ἄρνηση τοῦ ὅλου ἔργου τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐπετέλεσε ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ µὲ τὴν ἐνανθρώπησή του.
.             Τὸ πράγµα δὲν ἦταν καθόλου ἁπλό. Γι᾽ αὐτὸ οἱ θεοφόροι Πατέρες αὐτὸ ποὺ  ἔκαναν στὴν ἱστορικὴ ἐκείνη Σύνοδο τῆς Νικαίας ἦταν νὰ καταφύγουν στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ διακριβώσουν τὴν θέση της στὸ ζήτηµα τῶν εἰκόνων. Καὶ βέβαια οἱ µαρτυρίες Πατέρων καὶ Ἁγίων, ἀπὸ τὴν πρώτη ἀκόµη ἀποστολικὴ ἐποχή, ἦταν πλῆθος γιὰ τὴν χρήση καὶ τὴν σωστὴ παραδοχὴ τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Οἱ µαρτυρίες αὐτὲς ὑπῆρξαν καθοριστικὲς γιὰ τὴν ἀπόφαση τῆς ἱερᾶς Συνόδου.
.             Παραλλήλως ὅµως ἡ Ζ´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδος ἐξῆρε πρεπόντως τὴν σηµασία καὶ τὴν ἀξία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ἀξία ἀπόλυτη, ἀφοῦ ἔτσι µόνο θὰ µποροῦσε νὰ διαφυλαχθεῖ σώα καὶ ἀκέραιη καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀναδειχθεῖ καὶ νὰ κρατυνθεῖ ἡ σώζουσα ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὑπῆρξαν ἀσυµβίβαστοι στὸ σηµεῖο αὐτό. «Τῇ παραδόσει τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐξηκολουθήσαµεν», τονίζουν, «καὶ οὔτε ὕφεσιν οὔτε πλεονασµὸν ἐποιησάµεθα (=οὔτε ἀφαιρέσαµε οὔτε προσθέσαµε τίποτε), ἀλλ᾽ ἀποστολικῶς διδαχθέντες, κρατοῦµεν τὰς παραδόσεις ἃς παρελάβοµεν, πάντα ἀποδεχόµενοι καί ἀσπαζόµενοι, ὅσαπερ ἡ ἁγία καθολικὴ Ἐκκλησία ἀρχῆθεν τῶν χρόνων ἀγράφως καὶ ἐγγράφως παρέλαβεν ἐξ ὧν εἰσι καὶ αἱ ὑποτυπώσεις τῶν εἰκονικῶν ἀναζωγραφήσεων (=µέρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτῆς Παραδόσεως εἶναι καὶ οἱ ζωγραφικὲς ἀναπαραστάσεις σὲ εἰκόνες)… Ἡµεῖς τοιγαροῦν πατρῴοις νόµοις ἑπόµενοι, παρὰ τοῦ ἑνὸς Πνεύµατος λαβόντες χάριν ἀκαινοτοµήτως καὶ ἀµειώτως πάντα τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐφυλάξαµεν» (=Ἐµεῖς λοιπόν, ἀκολουθώντας τοὺς νόµους τῶν Πατέρων, µὲ τὴν χάρη τοῦ ἑνὸς Ἁγίου Πνεύµατος, ὅλα τὰ τῆς Ἐκκλησίας τὰ διαφυλάξαµε χωρὶς ἀλλαγὴ ἢ ἀφαίρεση).
.             «Παρὰ τοῦ ἑνὸς Πνεύµατος λαβόντες χάριν». Ἐδῶ βρίσκεται τὸ κλειδὶ τοῦ ὅλου θέµατος. Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας µας δὲν εἶναι µία ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες παραδόσεις, ποὺ µὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ὑφίστανται φθορά, ἀλλοίωση καὶ γι᾽ αὐτὸ τελικὰ ἀντικατάσταση ἀπὸ ἄλλες νεώτερες καὶ ἀρτιότερες πρακτικές. Ὄχι. Ἡ Ἱερὰ Παράδοση νοεῖται ὡς ἡ διαρκὴς παρουσία µέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, τὸ Ὁποῖο ζωοποιεῖ καὶ ἀνακαινίζει µἐ τὴν πνοή Του ὅσους βρίσκονται µέσα στοὺς κόλπους της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ποτὲ δὲν γηράσκει ἡ ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἐκσυγχρονισµούς, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ποὺ  ἀναγεννᾶ καὶ ἀνακαινίζει τὸν κόσµο. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ζητοῦµε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀνανεωθεῖ καὶ νὰ ἐκσυγχρονισθεῖ, ἂς ζητοῦµε ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς µας νὰ ἐνσωµατωθοῦµε στὴν πάντα νέα καὶ ἀνακαινιστικὴ Χάρη, ὅπως αὐτὴ ἀποθησαυρίζεται µέσα στὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας µας.
.             Ἔτσι θὰ µποροῦµε νὰ εἴµαστε πάντα νέοι, θαλεροί, µἐ φρεσκάδα µόνιµη µέσα µας. Ὅσο περισσότερο ἀναβαπτιζόµαστε μὲς στὰ ζωήρρυτα νάµατα τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεώς µας, τόσο καὶ ἡ ζωή µας θὰ γίνεται πιὸ φωτεινή, κρυστάλλινη. Καὶ µὄνο τότε θὰ κατορθώνουµε, µὲ λόγο καὶ ζωή, νὰ πείθουµε γιὰ τὴν σώζουσα ἀλήθεια τὸν κόσµο γύρω µας, ποὺ  ἐν πολλοῖς πάσχει φοβερὰ καὶ γηράσκει διαρκῶς µέσα στὴν φθορὰ καὶ τὴν ἀποσύνθεση τῆς ἁµαρτίας.

, ,

Σχολιάστε

ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΙΚΟΝΑ (Δ. Νατσιός)

Παιδ κα βυζαντιν εκόνα

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιὸς
Δάσκαλος-Κιλκὶς

.                 Τὸ ἔχουμε τονίσει ἐπανειλημμένως ὅτι ἀπὸ τὰ σχολικὰ ἐγχειρίδια, τὰ βιβλία Γλώσσας, τὰ Ἀναγνωστικὰ τοῦ Δημοτικοῦ -ὅπως τὰ ὀνομάζαμε παλαιότερα-εἶναι τὰ κρισιμότερα καὶ ἀπὸ πλευρᾶς συγγραφῆς, τὰ δυσκολότερα. (Μία διευκρίνηση. Τὰ βιβλία Γλώσσας, ὀνομάζονταν Ἀναγνωστικά, ὄχι μόνο γιατί μέσῳ τῶν βιβλίων αὐτῶν μάθαινε ὁ μαθητὴς ἀνάγνωση, νὰ συλλαβίζει, νὰ διαβάζει. Αὐτὸ τελειώνει στὴν Α´ Δημοτικοῦ. Μὲ τὰ παλιά, ὡραῖα Ἀναγνωστικά, γινόταν ἀνάγνωση τοῦ πολιτισμοῦ μας. Ξεφυλλίζοντάς τα ὁ μαθητὴς περιδιάβαινε καὶ οἰκειωνόταν τά, καθ’ ἡμᾶς, τιμαλφῆ. Τὰ βιβλία περιεῖχαν γνώσεις ἱστορικές, γεωγραφικές, λαογραφικές. Τὰ μυρίπνοα ἄνθη τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀρωμάτιζαν τὰ «φυλλώματά» τους. Γι’ αὐτὸ καὶ συγγραφ τος νατίθετο σ τρανος κα σπουδαίους λογοτέχνες κα πιστήμονες κα χι, ς εθισται σήμερα, σ σκύβαλα κα περιτρίμματα τς θνοαποδόμησης). Τὰ βιβλία, λοιπόν, Γλώσσας, ἀλλὰ καὶ ὁ δάσκαλος ἀποτελοῦν γιὰ τὸν μικρὸ μαθητὴ ἐνσάρκωση τῆς κοινωνίας, στὴν ὁποία τὸ σχολεῖο τὸν ὁδηγεῖ. Στ βιβλία ντικατοπτρίζεται τ ποιν τς κοινωνίας στν ποία καλεται μικρς μαθητς ν νηλικιωθε κα ν προκόψει. Ἔχουμε ἀναφερθεῖ πολλὲς φορὲς στὰ ἀνούσια καὶ ἐπικίνδυνα κείμενα ποὺ περιέχουν τὰ βιβλία Γλώσσας. Τὰ βιβλία ὅμως ἔχουν καὶ εἰκαστικὴ διάσταση. Καὶ μέσῳ τῆς εἰκόνας περνοῦν μηνύματα, κάποτε δραστικότερα ἀπὸ τὸν λόγο. (Ἡ λέξη εἰκόνα προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα εἴκω, ποὺ σημαίνει ὁμοιάζω, ἐξ οὗ καὶ ὁ σύγχρονος ὅρος «εἰκαστικὲς τέχνες»).
.                 Πρὶν ὅμως ἀκροθίξουμε τὸ περιεχόμενο τῶν βιβλίων, μία ἀναφορὰ στὸν εἰκαστικὸ καλλωπισμὸ τῶν τάξεων. Θυμᾶμαι πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια, ὑπηρετοῦσα στὸ σχολεῖο τῶν Ἄνω Σουρμένων, χωριὸ σκαρφαλωμένο στοὺς πρόποδες τοῦ καταπράσινου καὶ πανέμορφου ὅρους Μπέλλες, στὰ σύνορα μὲ τὰ Σκόπια. Συνηθίζω νὰ ἔχω ἀναρτημένα, στοὺς τοίχους τῆς αἴθουσας, κάδρα τῶν ἡρώων τῆς ἱστορίας μας, καθὼς καὶ λίγες εἰκόνες, βυζαντινὲς ἁγιογραφίες. Ἐπισκέπτεται τὸ διθέσιο σχολεῖο -ἔκλεισε πιὰ- σχολικὸς σύμβουλος, «προοδευτικῆς» κοπῆς. (Ἦταν τὰ χρόνια τῆς σοσιαληστρικῆς λαίλαπας καὶ φαυλοπραξίας). Μοῦ ζήτησε νὰ κατεβάσω τὶς εἰκόνες καὶ τὰ κάδρα τῶν ἡρώων, διότι δὲν δημιουργοῦν «παιδαγωγικὴ ἀτμόσφαιρα», τρομάζουν τὰ παιδιὰ καὶ νὰ ἀναρτήσω τοπία, ζῶα καὶ λοιπὲς χαζοχαρούμενες παραστάσεις.
.                 Πρῶτον, τοῦ ἀπάντησα, ἡ αἴθουσα δὲν εἶναι προέκταση τοῦ παιδικοῦ δωματίου, πρέπει ὁ χῶρος νὰ ἀναδίδει σοβαρότητα. Δεύτερον, ἂν στρέψουν τὸ βλέμμα τους τὰ παιδιὰ ἀριστερὰ ἀντικρίζουν τὸ Μπέλλες καί, ἂν κοιτάξουν δεξιά, τὴν ὡραιότατη λίμνη Δοϊράνη. Τί δουλειὰ ἔχουν τὰ τοπία, ὅταν ἔχεις, ζωντανὸ μπροστὰ στὰ μάτια σου τὸν… τόπο. Τρίτον, οἱ ἥρωες, οἱ ἀνέσπερες μορφές τους, δὲν «κατεβαίνουν», γιατί αὐτοὶ μᾶς ἐλευθέρωσαν, τὰ παιδιὰ τοὺς συνήθισαν, ἔγιναν «φίλοι» τους. Δὲν κατάλαβε, σηκώθηκε καὶ ἔφυγε. Δν μπορ ν καταλάβω, γιατί μία φωτογραφία μ γατάκια πο παίζουν, εναι παιδαγωγικς τελεσφερότερη π τν παράσταση, γι παράδειγμα, τς ξόδου το Μεσολογγίου. Ἀντίθετα ἡ δεύτερη διδάσκει μία πολὺ ὑψηλὴ ἔννοια, τὴν θυσία, ἐνῶ ἡ πρώτη εἶναι ἕνα ρηχὸ «μπακλαβούργημα», ποὺ θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Κόντογλου. Δὲν θυμᾶμαι ποῦ τὸ ἐντόπισα, ἀλλὰ σημείωσα ἕνα σπουδαῖο κείμενο τοῦ Παλαμᾶ, γι’ αὐτὴν τὴν ὑποτίμηση οὐσιαστικά τοῦ μαθητῆ, τοῦ παιδιοῦ.
.                 «Ἔχω γιὰ τοῦ παιδιοῦ τὸν νοῦ μία ἰδέα κάπως διαφορετικὴ ἀπὸ ἄλλους. Πιστεύω πὼς τὸ μυαλό του μπορεῖ νὰ χωνέψει τροφὴ πιὸ λεπτὴ καὶ πιὸ βαθιὰ ἀπ’ ὅση συνηθίζουμε νὰ τοῦ προσφέρουμε. Μέσα στὸν μικρόκοσμο τῆς ψυχῆς του γίνονται πράγματα πιὸ πολλὰ κι ἀπ’ ὅσα φαντάζονται τοῦ κόσμου οἱ ψυχολόγοι. Οἱ πιὸ μεγάλοι ἄνθρωποι μοῦ φαίνεται πὼς εἶν’ ἐκεῖνοι ποὺ ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τους γρικούσανε κουβέντες καὶ ἀναστρεφότανε μὲ ἰδέες πιὸ ψηλὲς ἀπὸ τὸ παιδακίσιο μπόι τους». (Σοφὲς κουβέντες. Γιατί γιὰ παράδειγμα, νὰ μὴν ὑπάρχουν στὰ βιβλία Γλώσσας ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ ἐξαίσια ἔργα τοῦ Πλούταρχου, τοῦ Μεγ. Βασιλείου -σὲ στρωτὴ νεοελληνική- τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ βρίσκεις ἀνοητολογήματα τοῦ τύπου «ἡ Φρικαντέλα ἡ μάγισσα»;).
.                 Εἶναι γνωστὸ πὼς τὰ τελευταῖα χρόνια τὰ γνωστά, σκοτεινὰ κέντρα τῶν Χριστομάχων, χρησιμοποιώντας τὸ ἐπιχείρημα τοῦ λεγόμενου οὐδετερόθρησκου σχολείου, βάλθηκαν νὰ ἀποκαθηλώσουν ἀπὸ τὶς σχολικὲς τάξεις τὶς εἰκόνες. Στὰ σχολικὰ βιβλία Γλώσσας, οἱ σύγχρονοι αὐτοὶ Εἰκονομάχοι σχεδὸν πέτυχαν τὸν ἐξοβελισμὸ τῆς ὀρθόδοξης ἁγιογραφίας. Μετὰ βίας σ’ ὅλα τὰ βιβλία Γλώσσας τοῦ Δημοτικοῦ θὰ συναντήσεις 5-6 εἰκόνες. (Ἀκόμη καὶ στὶς ἑορταστικὲς ἑνότητες -Χριστούγεννα, Πάσχα- παρελαύνουν οἱ φραγκοζωγραφιές, κάρτες, αὐγὰ καὶ χιονάνθρωποι ἐνῶ δὲν θὰ βρεῖς, γιὰ παράδειγμα, εἰκόνα τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ στὸ κεφάλαιο γιὰ τὰ Χριστούγεννα τῆς Ε´ Δημοτικοῦ). Κατ’ αὐτοὺς τὸ λιτό, «ἀνεξίκακον καὶ ἀθεάτριστον» τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας δὲν συνάδει μὲ τὴν παιδικὴ ἡλικία. Εἶναι ὅμως ἔτσι τὰ πράγματα; Χρησιμοποιώντας τὴν ἐξαίρετη ἔκδοση τῆς Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέας, «τί ξέρεις ἐσὺ γιὰ τὶς εἰκόνες» σημειώνουμε τὰ ἑξῆς:
.                 Ἂν βάλουμε τὸ παιδὶ νὰ ζωγραφίσει π.χ. ἕνα δέντρο, ἐκεῖνο θὰ ἀκολουθήσει φυσικότατα τὴ βυζαντινὴ ζωγραφική. Θὰ ζωγραφίσει τὸ δέντρο μὲ κάθε του φύλλο χωριστά, εὐδιάκριτα, τὸν κάθε καρπὸ ὁλόκληρο, συγκεκριμένο. Διότι τὸ παιδὶ ἔχει ἔμφυτη τὴν αἴσθηση τῆς ἑνότητας, ἐνῶ ἡ δυτικὴ τέχνη, ποὺ ἔχει ὡς κύριο χαρακτηριστικό της τὴν ἀποσπασματικότητα, τοῦ δημιουργεῖ διλήμματα. Τὸ παιδὶ δηλαδὴ δὲν μπορεῖ νὰ δημιουργήσει κάτι μισό, π.χ. ἕνα σπίτι ἢ ἕνα βουνὸ μισὸ καὶ τὸ ἄλλο μισὸ νὰ χάνεται μέσα στὴ σκιά. Στὸ παιδικὸ σχέδιο, ὅπως καὶ τὸ βυζαντινό, ὅλα φαίνονται, ὅλα παρατίθενται. Ὅλα τὰ φύλλα εἶναι πάνω στὰ δέντρα, τίποτε δὲν εἶναι πεσμένο κάτω.
.                 Ἐπίσης τὸ παιδὶ δὲν δεσμεύεται ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς ὀπτικῆς καὶ τῆς προοπτικῆς. Ἂν τοῦ πεῖς νὰ ζωγραφίσει τὴν οἰκογένειά του, θὰ ζωγραφίσει μεγαλύτερο τὸν πατέρα, λίγο μικρότερη τὴ μητέρα καὶ τὰ παιδιὰ ἀκόμη μικρότερα. Θὰ ζωγραφίσει δηλαδὴ ἀξιολογικά, ὅπως κάνει καὶ ἡ βυζαντινὴ τέχνη. Ἔχουμε δεῖ εἰκόνες στὶς ὁποῖες τὸ πρόσωπο ποὺ κυριαρχεῖ, ζωγραφίζεται μεγαλύτερο. (Ἡ Θεοτόκος στὴν εἰκόνα τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ, ὁ Παῦλος καὶ ὁ Πέτρος στὴν εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς). Ζωγραφίζονται μεγαλύτεροι ἀξιολογικά, σύμφωνα μὲ τὴν πνευματικὴ προοπτική. Ἀπ’ αὐτὰ γίνεται κατανοητὸ ὅτι στὸ παιδὶ ἡ βυζαντινὴ ζωγραφικὴ ταιριάζει περισσότερο, διότι δὲν τὸ βάζει σὲ διλήμματα σκιοπλαστικά, ἀνταγωνισμοὺς στὸ θέμα ὅλου καὶ μέρους, στὸ προοπτικὸ βάθος καὶ τὸ βοηθᾶ νὰ ἐκφράσει αὐτὸ ποὺ ἔχει μέσα του.
.                 Ἕνα ἄλλο σημεῖο ταυτίσεως παιδικοῦ σχεδίου καὶ βυζαντινοῦ, εἶναι ἡ θέα τῶν ἀθεάτων. Ἡ βυζαντινὴ εἰκόνα ἱστορεῖ, ὄχι μόνο τὰ θεατά, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀθέατα ἀκόμη, πράγμα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνει ἡ δυτικὴ φαινομενοκρατικὴ τέχνη. Π.χ. στὴν εἰκόνα τῆς ἰάσεως τοῦ Παραλυτικοῦ τοῦ Εὐαγγελίου, εἰκονίζονται ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι ὅσα διαδραματίζονται μέσα στὸ σπίτι τοῦ ὁποίου οἱ ἄνθρωποι, ποὺ μετέφεραν τὸν Παραλυτικό, διέρρηξαν τὴ στέγη. Ἐπειδὴ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ παρουσιαστοῦν καταλεπτῶς τὰ γεγονότα, ἂν ζωγραφίζονταν μέσα στὸ σπίτι καὶ θὰ παρέμεναν ἀθέατα, ἡ βυζαντινὴ τέχνη βρίσκει αὐτὴ τὴ λύση, τὰ παρουσιάζει σὰν νὰ διαδραματίζονται ἔξω. Ἢ σὰν νὰ γίνονται διάφανοι οἱ τοῖχοι καὶ νὰ ἀποκαλύπτονται ὅλα. Τὸ ἴδιο κάνει καὶ τὸ παιδὶ στὴ ζωγραφική του. Ἡ θέα τῶν ἀθεάτων εἶναι πολὺ φυσικὴ γιὰ τὸ παιδί, γιατί μέσα του ἔχει μία ὁλοκληρωμένη θεώρηση τοῦ κόσμου, ποὺ δὲν δεσμεύεται ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς προοπτικῆς. Ἔτσι, ἂν τὸ βάλεις νὰ ζωγραφίσει τὸ σπίτι του, τὸ ζωγραφίζει σὰν διάφανο. Οἱ ἄνθρωποι, τὰ ἔπιπλα, τὰ λουλούδια, εἶναι θεατά. Οἱ τοῖχοι δὲν ἐμποδίζουν τὴ θέα καὶ τῆς πιὸ μικρῆς λεπτομέρειας. Ἢ ἂν τοῦ πεῖς νὰ ζωγραφίσει τὴ θάλασσα, θὰ τὴ ζωγραφίσει ἔτσι ὥστε τὰ ψάρια ὅλα νὰ εἶναι ὁρατά, ὅπως τὸ κάνει καὶ ἡ βυζαντινὴ τέχνη, στὴν εἰκόνα τῆς Βάπτισης.
.                 Εἶναι φανερὸ λοιπὸν ὅτι τέχνη ατ εναι πολ οκεία στ παιδί, δν το δημιουργε διλήμματα, δν τ κοντράρει κα τ ριμάζει μ τ μυστικ μηνύματα πο το μπνέει ασθητική της: τι δηλαδ λη κτίση εναι δρο το Δημιουργο. λα εναι καμωμένα «καλ λίαν». Ὅλα εἶναι συμφιλιωμένα μεταξύ τους, καὶ τὸ ὅλο καὶ τὸ ἐπὶ μέρους, ἡ ἠρεμία, ἡ εἰρήνη καὶ ἡ ἁρμονία ξεχύνονται ἀπὸ τὴ συνύπαρξή τους. Καὶ ἔτσι τὸ δοξολογικὸ βίωμα κτίζεται μυστικὰ καὶ ὑπαρξιακὰ στὴν παιδικὴ ψυχή.
.                 Καί, συνοψίζοντας, τ παιδι ντικρίζουν τς ξίες σαρκωμένες σ πρόσωπα. τσι μαθαίνει κα χι μ τς ερόπλαστες δεολογίες κα τιποτολογίες

, , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΧΙΟΥ ΜΑΡΚΟΣ: «ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Για­τί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὅ­ρι­σε ὡς ἑ­ορ­τα­σμό πού ὑ­πο­στα­σιά­ζει τήν ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α καί πί­στη τό γε­γο­νός τῆς δι­α­κη­ρύ­ξε­ως γιά τήν ἀ­να­στή­λω­ση καί τι­μη­τι­κή προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων;»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν Μάρκου
24ῃ Μαρτίου 2013

 «Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, Κυ­ρια­κῇ πρώ­τῃ τῶν Νη­στει­ῶν,
ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀναστηλώσεως
τῶν ἁ­γί­ων καί σε­πτῶν εἰ­κό­νων,
γε­νο­μέ­νης πα­ρά τῶν ἀ­ει­μνή­στων
Αὐ­το­κρα­τό­ρων Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως
Μι­χα­ήλ καί τῆς μη­τρός αὐ­τοῦ Θε­ο­δώ­ρας,
ἐ­πί Πα­τρι­αρ­χεί­ας τοῦ ἁ­γί­ου καί ὁ­μο­λο­γη­τοῦ Με­θο­δί­ου»

.            Μέ τούς λό­γους αὐ­τούς ὁ ἱ­ε­ρός Συ­να­ξα­ρι­στής, πη­γή γρα­πτή, ἄ­με­σος τῆς φι­λο­λο­γι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας τῶν Βυ­ζαν­τι­νῶν χρό­νων, ὁ­ρί­ζει, προσ­δι­ο­ρί­ζει καί κα­θο­ρί­ζει τό ἱστορικό πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ση­με­ρι­νοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ. Σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με τό «πα­τρο­πα­ρά­δο­τον σέ­βας», σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με τήν «Μη­τέ­ρα εὐ­σέ­βειαν».
.            Γεν­νᾶ­ται, ὅ­μως, εὔ­λο­γο τό ἐ­ρώ­τη­μα: Για­τί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ὁ ἀ­κλό­νη­τος στῦ­λος καί τό ἀ­πε­ρί­σει­στο ἑ­δραί­ω­μα τῆς ἀ­λη­θεί­ας, ὅ­ρι­σε ὡς ἑ­ορ­τα­σμό πού ὑ­πο­στα­σιά­ζει τήν ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α καί πί­στη τό γε­γο­νός τῆς δι­α­κη­ρύ­ξε­ως γιά τήν ἀ­να­στή­λω­ση καί τι­μη­τι­κή προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων, τόσο ἀ­πό τήν ἐν Νικαίᾳ ἁ­γί­α Ζ´ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο, πού ἡ καταληκτήρια συνεδρία της ἔ­λα­βε χώ­ρα στή Βα­σι­λεύ­ου­σα, τήν «τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πό­λιν», τό πα­λά­τιον τῆς Μα­γναύ­ρας τό 787 καί «εἰ­ρή­νευ­σεν ἡ τοῦ Θε­οῦ Ἐκ­κλη­σί­α, εἰ καί ὁ ἐ­χθρός τά ἑ­αυ­τοῦ ζι­ζά­νια ἐν τοῖς ἰ­δί­οις ἐρ­γά­ταις σπεί­ρειν οὐ παύ­ε­ται», ὅσο καί ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λεως τοῦ 843 ;
.            Για­τί δέν ἐ­πε­λέ­γη ἡ ἑ­ορ­τή τῶν Χρι­στου­γέν­νων, ἡ μη­τρό­πο­λη αὐτή τῶν ἑ­ορ­τῶν;
.            Για­τί δέν προ­ε­κρί­θη ἡ λαμ­προ­φό­ρος Ἀ­νά­στα­ση, «ἑ­ορ­τῶν ἑ­ορ­τή καί πα­νή­γυ­ρις πα­νη­γύ­ρε­ων»;
.            Για­τί δέν ὁ­ρί­σθη ἡ ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή Πεν­τη­κο­στή;
.            Ἡ ἀ­πάν­τη­ση δί­δε­ται ἀ­πό τήν βα­θύ­τε­ρη ὀν­το­λο­γι­κή ἑρ­μη­νεί­α τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ ὅ­ρου «ἀ­να­στή­λω­ση τῶν εἰ­κό­νων», πού πέ­ραν καί πά­νω ἀ­πό ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ἱ­στο­ρι­κό γε­γο­νός τοῦ «νῦν» τῆς τε­λέ­σε­ώς του, συ­νι­στᾶ ἕ­να αἰ­ώ­νιο θε­όσ­δο­το χά­ρι­σμα στό «ἀ­εί» τῆς ἐπενεργείας του.
.            Μέ τήν παν­σο­φί­α, τήν παν­το­δυ­να­μί­α καί τήν πα­να­γα­θό­τη­τα ἡ Τρι­σή­λιος Θε­ό­τη­ς ἐ­ποί­η­σε «πάν­τα ὁ­ρα­τά­ τε καί ἀ­ό­ρα­τα». Μέ­σος τοῦ φυ­σι­κοῦ καί πνευ­μα­τι­κοῦ κό­σμου ἐ­δη­μι­ουρ­γή­θη ὁ ἄν­θρω­πος, ἡ κα­τα­κλείς καί κο­ρω­νίς τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας. Τήν ὑ­πέ­ρο­χη ἐν τῷ κό­σμῳ θέ­ση του ἐμ­φαί­νει ἰ­διαιτέρως ὁ δι­α­φέ­ρων τρό­πος, κατά τόν ὁποῖο ἐ­δη­μι­ουρ­γή­θη.
.            Μέ θαυμασμό ὁ Ἱερός Χρυ­σό­στομος θά ἀναφωνήσει ὅτι: «ἀπό ὁλόκληρη τή δημιουργία ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό πολυτιμότερο δημιούργημα (τῆς κτί­σεως γάρ ἁπάσης τιμιώτερον ὁ ἄνθρωπος, Ε.Π.Ε. 14, 32)» καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θά τόν περιγράψει «οἷόν τινα κόσμον δεύτερον, ἐν μικρῷ μέγαν (Ε.Π.Ε. 5,52-54)».
.            Ὁ Θε­ός, κατά τή χριστιανική κοσμογονία, δι­α­βου­λεύ­ε­ται πρός τόν Ἑ­αυ­τόν Του γιά τήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. «Καί εἶ­πεν ὁ Θε­ός : ποι­ή­σω­μεν ἄν­θρω­πον κατ᾿ εἰ­κό­να ἡ­με­τέ­ραν καί καθ᾿ ὁ­μοί­ω­σιν».
.            Ἡ ἔν­νοι­α τοῦ «κατ᾿ εἰ­κό­να» (i­m­a­go D­ei) ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν «ἔ­σω ἄν­θρω­πον», δι­ό­τι ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἀ­σχη­μά­τι­στος, ἄ­φθαρ­τος καί ἀ­σώ­μα­τος. Αὐ­τό συ­νί­στα­ται στή λο­γι­κό­τη­τα, μέ τήν ὁ­ποί­α ὁ Δη­μι­ουρ­γός ἐ­προί­κη­σε τήν πνευ­μα­τι­κή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που καί στό ἀ­πα­ραί­τη­το συμ­πλή­ρω­μά της, τό αὐ­τε­ξού­σιον, μέ τό ὁ­ποῖο ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­νά­γε­ται  σέ προ­σω­πι­κό­τη­τα ἠ­θι­κή, ἐ­πι­δε­κτι­κή πά­σης προ­ό­δου καί δυ­να­μέ­νη νά κα­τα­στεῖ «κοι­νω­νός θεί­ας φύ­σε­ως».
.            Τό «καθ᾿ ὁ­μοί­ω­σιν», κατά τούς Ἁ­γί­ους καί Θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες, εἶ­ναι ὁ τε­λι­κός ὑ­παρ­κτι­κός στό­χος τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­θί­στα­ται ἐ­φι­κτός διά τῆς προ­σοι­κει­ώ­σεως τῆς ἁ­γι­ό­τη­τος, ὄ­χι βί­ᾳ καί ἀ­νάγ­κῃ ἀλ­λά αὐ­το­προ­αι­ρέ­τως καί ἐ­λευ­θέ­ρως.
.            Με­τά τήν πτώ­ση, «πα­ρα­κού­σας ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ, τοῦ κτί­σαν­τος αὐ­τόν καί τῇ ἀ­πά­τῃ τοῦ ὄ­φε­ως ὑ­πα­χθείς, νε­κρω­θείς τοῖς οἰ­κεί­οις αὐ­τοῦ πα­ρα­πτώ­μα­σιν», ἀ­πώ­λε­σε τήν χά­ρη πού τόν δι­α­κρα­τοῦ­σε στήν προπτωτική κατάσταση μέ τήν δυ­να­τό­τη­τα τῆς ἀ­να­μαρ­τη­σί­ας (p­o­s­se n­on p­e­c­c­a­ri) καί τῆς ἀ­θα­να­σί­ας (p­o­s­se n­on m­o­ri).
.            Μέ τόν δικό του ξεχωριστό τρόπο περιγράφει τό δράμα τῆς πτώσεως ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὁ Παλαμᾶς: «χάσαμε τό Θεῖο κάλλος, στερηθήκαμε τήν θεία μορφή, καταστρέψαμε τήν ὁμοιότητά μας πρός τό Θεῖο φῶς· φορέσαμε τήν ὁμίχλη ὡς ἰμάτιο, ἀλοίμονο, καί ὡς ἐπανωφόρι ντυθήκαμε τό σκοτάδι (Ε.Π.Ε. 1, 196)». Δι­ε­τή­ρη­σε, ὅ­μως, τό «κατ᾿ εἰ­κό­να» ἀ­μαυ­ρω­μέ­νο καί τραυ­μα­τι­σμέ­νο, ἀλ­λά ὄ­χι νε­κρό καί ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα ἀ­χρει­ω­μέ­νο. «Εἰ­κών εἰ­μί τῆς ἀρ­ρή­του δό­ξης σου εἰ καί στίγ­μα­τα φέ­ρω πται­σμά­των».
.            Ἐ­πει­δή ὁ Δη­μι­ουρ­γός, «Θε­ός ἐ­λέ­ους, οἰ­κτιρ­μῶν καί φι­λαν­θρω­πί­ας ὑ­πάρ­χει», «οὐκ ἀ­πε­στρά­φη τό πλά­σμα Του εἰς τέ­λος, ὅ ἐ­ποί­η­σεν ὁ ἀγαθός, οὐ­δέ ἐ­πε­λά­θετο ἔρ­γου χει­ρῶν Του» ἀλλά ἀντίθετα πρός τό «ἀεί κινοῦν ἀκίνητον» τοῦ Ἀριστοτέλους, «ἐ­πί τῆς γῆς ὤ­φθη, μορ­φήν δού­λου λα­βών, σύμ­μορ­φος γε­νό­με­νος τῷ σώ­μα­τι τῆς τα­πει­νώ­σε­ως ἡ­μῶν, ἵνα ἡμᾶς συμ­μόρ­φους ποι­ή­σῃ τῆς εἰ­κό­νος τῆς δό­ξης Αὐ­τοῦ». Ἐκ τῆς ὑ­πο­στα­τι­κῆς ἑ­νώ­σε­ως τῆς θεί­ας καί ἀν­θρω­πί­νης φύ­σε­ως στό ἑ­νια­ῖο πρό­σω­πο τοῦ Λό­γου, ἡ «κατ᾿ εἰ­κό­να Θεοῦ πλα­σθεῖ­σα ἡ­μῖν ὡ­ραι­ό­της» ἐ­ξυ­ψώ­θη ὅ­σον πο­τέ ἄλ­λο­τε καί κα­τέ­στη «κοι­νω­νός θεί­ας φύ­σε­ως». Αὐ­τή ἡ ἀ­να­στή­λω­ση τοῦ πε­πτω­κό­τος ἀν­θρώ­που συ­νι­στᾶ τήν οὐ­σί­α τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ως. «Ὅ­θεν, ὁ τοῦ Θε­οῦ Λό­γος, δι᾿ ἑ­αυ­τοῦ πα­ρε­γέ­νε­το, ἵν᾿ ὡς εἰ­κών ὤν τοῦ Πα­τρός τόν κατ᾿ εἰ­κό­να ἄν­θρω­πον ἀ­να­κτί­σαι δυ­νη­θῇ» (Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σιος).Οἱ διαστάσεις τοῦ μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ παλιγγενεσίας τοῦ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασθέντος ἀνθρώπου, ψηλαφίζουν τό δυσθεώρητο μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ κατά τόν Ἅγιον Ἰωάννην τόν Δαμασκηνό, γιά τήν ἀναγωγή τοῦ ἀνθρώπου εἰς τό ἀρχαῖο κάλλος ὁ τέλειος Θεός γίνεται τέλειος ἄνθρωπος καί πραγματώνει τό πιό καινούργιο ἀπό ὅλα τά καινούργια, τό μόνο καινούργιο ὑπό τόν ἥλιον, μέ τό ὁποῖο ἐμφανίζεται ἡ ἄπειρη δύναμη τοῦ Θεοῦ (Ἔκδοσις Ἀκριβής, Γ΄, 1)». Ἀ­πό αὐ­τό κα­θί­στα­ται σα­φές για­τί οἱ Πα­τέ­ρες, στίς εἰ­κο­νο­κλα­στι­κές πλά­νες, εἶ­δαν ἀ­κρι­βῶς μί­α ἀ­κύ­ρω­ση τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τῆς Σω­τη­ρί­ας, κα­θώς ἡ μή δυ­να­τό­της ἐ­ξει­κο­νί­σε­ως τοῦ ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τος Υἱ­οῦ καί Λό­γου τοῦ Θε­οῦ κα­θι­στοῦ­σε τό Μυ­στή­ριο τῆς Πα­λι­γεν­νε­σί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που δο­κη­τι­κή φε­νά­κη.
.            Ἀντιθέτως πρός τή δοκητική θεώρηση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Οἰκονομίας στήν ὁποία ὁδη­γοῦν­ται ἀναποφεύκτως οἱ εἰκονοκλάστες ὅλων τῶν ἐποχῶν, ὑπάρχει ὁ ἱστορικός ρεαλισμός τῶν γεγονότων, ὅπως ἐκφράζεται διά τῆς γραφίδος ἑνός κορυφαίου πρό­μα­χου καί ἐκκλησιαστικοῦ πατρός, τῆς πατροπαράδοτης εὐσέβειας, τοῦ Ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ πού μετ’ ἐμφάσεως τονίζει: «Δέν προσκυνῶ τήν κτίση στή θέση τοῦ Κτίστη, ἀλλά προσκυνῶ τόν Κτίστη πού κτίστηκε κατά τήν ἀν­θρώ­πινη φύση καί κατέβηκε στήν κτίση χωρίς νά μει­ω­θεῖ καί νά ἀλλοιωθεῖ γιά νά δοξάσει τή δική μου φύση καί νά μέ κάνει κοινωνό τῆς Θείας φύσης (…). Γι’ αὐτό μέ πεποίθηση εἰκονίζω τόν ἀόρατο Θεό, ὄχι ὡς ἀόρατο, ἀλλ’ ὡς ὁρατό καθώς ἔγινε γιά μᾶς προσλαμβάνοντας ἀν­θρώ­πινη φύση. {Οὐ τήν ἀόρατον εἰκονίζω θεότητα, ἀλλ’ εἰ­κο­νίζω Θεοῦ τήν ὁραθεῖσαν σάρκα} (Πρός τούς δι­α­βάλ­λον­τας τάς ἁγίας Εἰκόνας, Λόγος Γ΄, 6)».
.            Γιά αὐτό ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α εἶ­ναι μί­α πο­ρεί­α «ἐν και­νό­τη­τι ζω­ῆς». Ὁ πι­στός ἔ­χει τήν δυ­να­τό­τη­τα μιᾶς μο­να­δι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας τοῦ ζῶν­τος καί προ­σω­πι­κοῦ Θε­οῦ. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, κα­τευ­θυ­νο­μέ­νη ὑ­πό τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, συ­νε­χί­ζει καί ἀ­να­νε­ώ­νει τό σω­τή­ριο καί ἀ­πο­λυ­τρω­τι­κό ἔρ­γο τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ, πού μᾶς βο­η­θεῖ νά φθά­σου­με στή μέ­θε­ξη τῆς μυ­στη­ρια­κῆς ζω­ῆς τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρέ­πει νά «μορ­φω­θῇ ἐν ἡ­μῖν». Μέ τή μέ­θε­ξη αὐ­τή ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται ἡ εἴ­σο­δος καί ἡ ὀρ­γα­νι­κή ἔν­τα­ξη στήν ἐ­σχα­το­λο­γι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ κό­σμου, ὁ ὁ­ποῖ­ος και­νο­ποι­εῖ­ται.
.            Σ᾿ αὐ­τή τήν «νέ­αν κτί­σιν» ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται τό «κατ᾿ εἰ­κό­να» μέ τήν ἐ­πι­τυ­χῆ πο­ρεί­α πρός τό «καθ᾿ ὁ­μοί­ω­σιν», ἐ­κλαμ­πρύ­νε­ται τό πρό­σω­πο, πού κλεί­νει μέ­σα του τήν ἔν­νοι­α τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ἕ­να νέ­ο καλ­λι­τέ­χνη­μα θεί­ου κάλ­λους καί ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται τά δη­μι­ουρ­γι­κά χα­ρί­σμα­τα. Ἡ ἀ­νά­στα­ση τοῦ πε­πτω­κό­τος ἀν­θρώ­που, ἡ ἀ­να­στή­λω­ση τῆς ἐν τῷ προ­σώ­πῳ τοῦ ἀν­θρώ­που εἰ­κό­νος τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι ἡ ἐκ νέ­ου ἔν­τα­ξή του στή θεί­α ζω­ή. Σ᾿ αὐ­τή τήν κα­τά­στα­ση τῆς ἀ­θά­να­της ζω­ῆς προ­ο­δεύ­ει ἡ βού­λη­ση, θε­ώ­νε­ται τό πρό­σω­πο, ἀ­φοῦ ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται στό φῶς τοῦ θεί­ου κάλ­λους.
.            Ἡ Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α εἶ­ναι ἡ ἐ­νερ­γο­ποί­η­ση τοῦ νέ­ου αἰ­ῶ­νος μέ­σα στά το­πι­κά καί χρο­νι­κά πλαί­σια τοῦ πα­λαι­οῦ, ἡ δι­α­κή­ρυ­ξη τοῦ ἐρ­χο­μέ­νου αἰ­ῶ­νος μέ­σα στόν νῦν αἰ­ῶ­να. Μέ­σα στή Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος Πι­στός κα­ταλ­λάσ­σε­ται μέ τόν ἑ­αυ­τό του «ἐν εἰ­ρή­νῃ τοῦ Κυ­ρί­ου δε­η­θῶ­μεν», κα­ταλ­λάσ­σε­ται μέ τόν Θε­ό «ὑ­πέρ τῆς ἄ­νω­θεν εἰ­ρή­νης», καί κα­ταλ­λάσ­σε­ται μέ τούς ἀ­δελ­φούς του «ὑ­πέρ τῆς εἰ­ρή­νης τοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου».
.            Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἔ­χει δι­ά­στα­ση εὐ­χα­ρι­στια­κή. Τό δεύ­τε­ρο συν­θε­τι­κό τῆς λέ­ξε­ως, ἡ λέ­ξη «δό­ξα» πέ­ρα τῆς ὑ­πο­κει­με­νι­κῆς ἀν­τι­λή­ψε­ως πε­ρί ἑ­νός δε­δο­μέ­νου ἀν­τι­κει­μέ­νου, ἔ­χει καί λα­τρευ­τι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα. Ἡ σλα­βι­κή με­τά­φρα­ση τῆς λέ­ξε­ως διά τοῦ ὅ­ρου “P­r­a­v­o­s­l­a­v­i­je” ση­μαί­νει κατ᾿ ἐ­ξο­χή τήν «ὀρ­θή δο­ξο­λο­γί­α». Με­τα­ξύ «ὀρ­θῆς γνώ­μης» καί «ὀρ­θῆς δο­ξο­λο­γί­ας» δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρά, ὅ­ταν ὡς «γνώ­μη» νο­εῖ­ται ἡ ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ ἀπο­κε­κα­λυμ­μέ­νη γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἀ­ναγ­καί­ως συ­ναρ­πα­γή, ἡ σώ­ζου­σα συ­ναρ­πα­γή ἀ­πό τό Ὑπερ­βα­τι­κό, ἡ αὐ­θεν­τι­κή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που, τό γε­γο­νός τῆς σω­τη­ρί­ας του.
.            Ἔ­τσι ὁ λει­τουρ­γι­κός χα­ρα­κτή­ρας τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας δέν εἶ­ναι ἕ­να ἁ­πλό «συμ­βε­βη­κός». Εἶ­ναι ἡ ἀ­να­γω­γή τοῦ ἀν­θρώ­που πρός τήν κα­τα­ξί­ω­σή του, στό χῶ­ρο τῆς προσ­εγ­γί­σε­ως τοῦ Θε­οῦ. Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη λει­τουρ­γί­α εἶ­ναι δια­ρκής ὑ­πέρ­βα­ση τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που, ἀ­κα­τά­παυ­στη ἀ­να­στη­λω­τι­κή κί­νη­ση τῆς εἰ­κό­νος πρός τό ἀρ­χέ­τυ­πον, «ἄ­νω σχῶ­μεν τόν νοῦν καί τάς καρ­δί­ας» (Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος). Στό­χος αὐ­τῆς τῆς κι­νή­σε­ως ἡ πρό­σβα­ση στό ἐ­σχα­το­λο­γι­κό τέ­λος τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη ἄ­σκη­ση, πού καλ­λι­ερ­γεῖ­ται στό ὅ­λον τῆς λει­τουρ­γι­κῆς ζω­ῆς εἶ­ναι ἡ ὑ­πέρ­βα­σις κά­θε ἁ­μαρ­τω­λῆς ἐν­δο­κο­σμι­κῆς ἀ­νέ­σε­ως πού ἀλ­λο­τρι­ώ­νει τόν ἄν­θρω­πο ἀπό τήν οὐ­σί­α του. Ὁ ὀρ­θό­δο­ξος ἄν­θρω­πος ἐ­πι­τε­λεῖ τήν οὐ­σί­α του, τήν ὕ­παρ­ξή του, μέ τόν ἀ­γῶ­να του γιά τή σω­τη­ρί­α τοῦ κό­σμου.
.            Ὁ ἄν­θρω­πος μέ τό ὀρ­θό­δο­ξο ἦ­θος, ὁ ἅ­γιος, δέν συμ­πί­πτει μέ τόν θρη­σκει­ο­φαι­νο­με­νο­λο­γι­κό τύ­πο τοῦ – καί ἐ­κτός Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­κμά­ζον­τος – θρη­σκεύον­τος ἀν­θρώ­που (h­o­mo r­e­l­i­g­i­o­us). Ἡ ὀρ­θο­δο­ξί­α εἶ­ναι ἡ κοι­νω­νί­α τοῦ Θε­οῦ, ἡ αὐ­θεν­τι­κό­της, ἡ ἁ­γι­ό­της, ἡ κα­θο­λι­κό­της τοῦ ἀν­θρώ­που.
.            Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α λοι­πόν δέν εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο, μέ τό ὁ­ποῖ­ο ἡ γῆ κα­το­πτεύ­ει ἕ­να τμῆ­μα τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ, ἀλ­λά εἶ­ναι ἡ μυ­στι­κή κλί­μαξ τῶν ἀγ­γέ­λων, πού κα­τα­βαί­νουν ἐκ τοῦ «ἀ­νε­ῳ­γό­τος» οὐ­ρα­νοῦ καί ἀ­να­βαί­νουν σ᾿ αὐ­τόν. Εἶ­ναι, κα­τά τό Μέ­γα Φώ­τιο, τό θαυ­μά­σιο ἐ­κεῖ­νο πορ­θμεῖ­ο πού συ­νε­νώ­νει τά οὐ­ρά­νια μέ τά ἐ­πί­γεια ἀ­κρο­γιά­λια. Τό πορ­θμεῖ­ο αὐ­τό ἔρ­χε­ται ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί «δι­α­πορ­θμεύ­ει ἡ­μῖν τήν ἐ­κεῖ­θεν ἀ­γα­θο­ει­δῆ καί θεί­αν εὐ­μέ­νειαν», γιά νά ἀ­κο­λου­θεῖ στή συ­νέ­χεια πα­λιν­δρο­μι­κή, μυ­στα­γω­γι­κή καί ἀ­να­γω­γι­κή πο­ρεί­α, ἀ­νά­γον­τας, ἀ­νυ­ψώ­νον­τας καί ἀναστηλώνοντας τήν πε­πτω­κυῖ­α εἰ­κό­να τῆς ἀρ­ρή­του δό­ξης ἐκ τῆς γῆς στόν οὐ­ρα­νό.
.            Ἡ ἀ­νύ­ψω­ση αὐ­τή συν­τε­λεῖ στό νά γευ­ό­με­θα τίς δω­ρε­ές τῆς ἀ­κτί­στου καί θε­ο­ποι­οῦ χά­ρι­τος, νά με­τέ­χου­με τῶν ἀ­κτί­στων καί με­θε­κτῶν θεί­ων ἐ­νερ­γει­ῶν καί νά κα­το­πτεύ­ου­με τό θα­βώ­ρει­ο φῶς «τό μό­νον τῆς κε­κα­θαρ­μέ­νης καρ­δί­ας ἐ­πί­χα­ρι καί πα­νί­ε­ρον θέ­α­μα». Σ’ αὐ­τή τή συ­νε­χῆ δι­α­λε­κτι­κή σχέ­ση οὐ­ρα­νοῦ καί γῆς, σ’ αὐ­τή τήν ἀ­δι­ά­κο­πη πα­λίν­δρο­μη κί­νη­ση, ἐκ τῶν ἄ­νω πρός τά κά­τω καί τήν ἀναστηλωτική ἐκ τῶν κά­τω πρός τά ἄ­νω, βρί­σκε­ται ἡ πεμ­πτου­σί­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.

ΠΗΓΗ: imchiou.gr

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΝΕΟΣ (Ὁδηγήθηκε στὸ μαρτύριο λόγῳ τῆς ἐπιμονῆς του στὴν ὀρθόδοξη πίστη)

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΝΕΟΣ

 Τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.          «Ὁ ὅσιος Στέφανος γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 715 μ.Χ., ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, τὸν Ἰωάννη καὶ τὴν Ἄννα. Ἀσκήθηκε ἀπὸ τὴν νεότητά του στὴν μονὴ τοῦ ἁγίου Αὐξεντίου, ποὺ ἦταν στὴν Βιθυνία. Ἡ μονὴ βρισκόταν σὲ ὑψηλὸ τόπο, ποὺ ὀνομαζόταν Βουνὸ τοῦ ἁγίου Αὐξεντίου. Ἔγινε ἡγούμενος τῶν μοναχῶν ἐκεῖ. Ἡ φήμη τῶν πνευματικῶν του ἀγώνων ἀκούστηκε παντοῦ καὶ ἡ εὐωδία τῶν ἀρετῶν του ὁδήγησε πολλοὺς σ’  αὐτόν. Ἀπέθανε μὲ μαρτυρικὸ θάνατο λόγῳ τῆς προσκύνησης τῶν ἁγίων εἰκόνων, ἐπὶ Κωνσταντίνου τοῦ καλουμένου Κοπρωνύμου. Πρὸ τοῦ μαρτυρικοῦ τέλους του, ὁ Κοπρώνυμος τὸν κατεδίκασε ἐπὶ ἕνδεκα μῆνες σὲ δεσμὰ καὶ φυλακές. Ἔπειτα διέταξε καὶ τὸν ἔσυραν κατὰ γῆς καὶ τὸν λιθοβόλησαν σὰν τὸν πρωτομάρτυρα Στέφανο, ἐξ οὗ καὶ ἐπονομάστηκε νέος Στέφανος. Τὸν κτύπησαν στὴ συνέχεια μὲ ξύλο στὰ μηνίγγια καὶ ἀφοῦ τοῦ συνέτριψαν τὸ κεφάλι, ἄφησε τὸ πνεῦμα του τὸ 767 μ.Χ.».
.          Ὁ ἅγιος Ἰωσήφ, ὁ ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν τονίσει ἀφ᾽ ἑνὸς τὸ διπλὸ στεφάνι ποὺ ἔλαβε ὁ Στέφανος ἀπὸ τὸν ἀγωνοθέτη Κύριο: τῆς μοναχικῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς μαρτυρικῆς ἀθλήσεως («διπλοὺς τοὺς στεφάνους ἔλαβες ἀσκήσεως καὶ ἀθλήσεως, Πάτερ» ), ἀφ᾽ ἑτέρου τὸ παρόμοιο τέλος ποὺ εἶχε μὲ τὸν ὁμώνυμό του πρωτομάρτυρα Στέφανο, δηλαδὴ τὸ τέλος διὰ λιθοβολισμοῦ καὶ κτυπημάτων («λαὸς ὁ παράνομος…λίθοις σε ὡς τὸν πρώταθλον ἀφειδῶς ἔβαλε καὶ τὴν κάραν, πάτερ, τὴν ἁγίαν σου συνέτριψε», δηλαδή: ὁ παράνομος λαὸς σὲ κτύπησε μὲ λίθους σκληρὰ σὰν τὸν πρώταθλο Στέφανο, καὶ τὴν κάρα σου, πάτερ, τὴν ἁγία τὴν συνέτριψε).  Κατὰ πάγια μάλιστα τακτικὴ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, κάτι ποὺ ἀκολουθεῖ καὶ ὁ ἅγιος Ἰωσήφ, τὰ δύο στεφάνια, τῆς ἄσκησης καὶ τοῦ μαρτυρίου,  συνδέονται ἀρρήκτως μεταξύ τους μὲ τὴ σχέση αἰτίου καὶ αἰτιατοῦ: ἡ ἀσκητική του ἄθληση ὁδήγησε καὶ στὸ μαρτύριο, σὰν νὰ ἦταν τὸ μαρτύριο τὸ ἐπιστέγασμα τῶν ἀσκητικῶν του καμάτων. «Μαρτυρικαῖς ἔστεψε τιμαῖς τοὺς ἀσκητικούς σου ἀληθῶς καμάτους, ὅσιε Στέφανε, ὁ ἀγωνοθέτης μόνος Θεὸς ἠμῶν». (Ὁ ἀγωνοθέτης μόνος Θεός μας, ὁ Χριστός, ὅσιε Στέφανε, στεφάνωσε μὲ μαρτυρικὲς τιμὲς τοὺς ἀσκητικούς σου πράγματι κόπους). Κι εἶναι ἀλήθεια: πλὴν ἐξαιρέσεων, τὸ μαρτύριο τοῦ αἵματος μπορεῖ νὰ τὸ περάσει μόνον ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀθληθεῖ στὸ μαρτύριο τῆς συνειδήσεως, κάτι ποὺ κατ᾽ ἐξοχὴν φανερώνεται μὲ τοὺς ἀσκητικοὺς καμάτους.
.          Ὁ ὅσιος Στέφανος ὁδηγήθηκε στὸ μαρτύριο λόγῳ τῆς ἐπιμονῆς του στὴν ὀρθόδοξη πίστη, ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη (8ος μ.Χ. αἰώνας) ἀποδεικνυόταν μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῶν εἰκόνων («μαρτυρήσας ὡς αὐτοῦ εἰκόνα σεβαζόμενος πάντων τε τῶν ἁγίων»). Ἦταν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ κατ᾽ ἐξοχὴν μὲ τὴν πράξη τῆς ζωῆς του συνέβαλε στὴ στερέωση τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος – μὴ ξεχνᾶμε ὅτι ἡ εἰκονομαχία ἦταν στὴν πραγματικότητα χριστολογικὴ αἵρεση, δηλαδὴ ἀμφισβητοῦσε τὴν ἀληθινὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου – γι’  αὐτὸ καὶ εἶχε καὶ ὁ ἴδιος εἰκόνες: τοῦ Κυρίου, τῆς Παναγίας, τῶν ἄλλων ἁγίων, τὶς ὁποῖες σεβόταν, ἀσπαζόταν, προσκυνοῦσε, ἀπονέμοντας βεβαίως τιμητικὴ προσκύνηση σ’ αὐτές. Ἕνας ὕμνος μάλιστα τοῦ ὑμνογράφου μᾶς ἀποδίδει «ζωγραφικὰ» τὴ στάση τοῦ ὁσίου ἀπέναντι στὶς εἰκόνες. Ὁ ὅσιος γονατιστὸς προφανῶς μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας Μητέρας τοῦ Κυρίου μας, τὸν Ὁποῖο βαστάζει στὴν ἀγκαλιά της, κατασπάζεται ἔνδακρυς Ἐκείνη καὶ τὸν Υἱό Της, προσευχόμενος νὰ δώσουν λύση στὸ πρόβλημα ποὺ ταλάνιζε τὴν Ἐκκλησία καὶ νιώθοντας αἰσθητὰ τὴ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία τὸν ἐνδυνάμωνε νὰ βδελυχθεῖ τὸ δυσσεβὲς δόγμα τοῦ δυσσεβοῦς βασιλιᾶ, συνεπῶς καὶ νὰ δώσει καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωὴ ὑπὲρ τῆς ἀληθοῦς πίστεως. «Σεπτὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Τοῦτον τεκούσης ἀσπαζόμενος, μάκαρ, βασιλέως δυσσεβοῦς τὸ δόγμα τὸ δυσσεβὲς ἐβδελύξω, σθένει Θείου Πνεύματος».
.          Ἡ περιγραφὴ τοῦ ὑμνογράφου ἐν προκειμένῳ γίνεται σημεῖο προσανατολισμοῦ. Στὸ κάθε πρόβλημα, δικό μας ἢ τῶν ἄλλων, ἡ προσευχητικὴ στάση μας μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Παναγίας μας εἶναι τὸ κατ᾽ ἐξοχὴν ὅπλο μας. Ἡ προσευχὴ αὐτή, ἐνδυναμούμενη καὶ ἀπὸ κάποια προσπάθεια ἐφαρμογῆς τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου μας, μᾶς ὁδηγεῖ στὴ διέξοδο τῶν προβλημάτων μας. Κι ἡ σπουδαιότερη διέξοδος τὶς περισσότερες φορὲς εἶναι ἡ ἀπὸ τὸν Κύριο προσφορὰ τῆς χάρης τῆς ὑπομονῆς, ὥστε νὰ ἀντέχουμε τὰ προβλήματα.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΜΗ ΞΑΝΑΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΙΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ» (τῆς Παναγίας τῆς Βρεφοκρατούσας)

.           Ὑπῆρχε κάποιος ἀσκητής, ἀφηγεῖται ὁ Ἀββὰς Αἰλιώτης, ἔγκλειστος ποὺ δοκιμαζόταν χρόνια πολλὰ ἀπὸ τὸ δαιμόνιο τῆς πορνείας. Κάποτε ὁ Γέροντας εἶπε στὸν διάβολο: «Γιατί μὲ πολεμᾶς μὲ τόσο μίσος; Φύγε ἀπὸ δῶ, ἄφησέ με ἥσυχο, γέρασες πιὰ μαζί μου».

.           Τότε τὸ δαιμόνιο τοῦ εἶπε: «Ὁρκίσου μου ὅτι δὲν θὰ πεῖς πουθενὰ αὐτὸ ποὺ θὰ σοῦ πῶ καὶ δὲν θὰ σὲ ξαναπολεμήσω». Ὁ Γέροντας ὁρκίστηκε.

.           Τότε ὁ δαίμονας τοῦ λέει: «Μὴ ξαναπροσκυνήσεις αὐτὴ τὴν εἰκόνα, -καὶ ἔδειχνε μὲ τὸ χέρι του τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βρεφοκρατούσας- καὶ δὲν θὰ σὲ πολεμήσω ποτὲ πιά, σ’ ὅλη σου τὴν ζωή».

.           Τὴν ἑπομένη ἡμέρα ὁ ἀσκητὴς κάλεσε τὸν Ἀββᾶ Θεόδωρο τὸν Αἰλιώτη καὶ τοῦ εἶπε τί ἔγινε.

.           Τότε ὁ Ἀββὰς τοῦ εἶπε: «Καλὰ ἔκανες ποὺ ἦλθες καὶ ἐξομολογήθηκες. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι γιὰ σένα εἶναι προτιμότερο νὰ κάνεις τὸν γύρο ὅλων τῶν πορνείων τῆς πόλεως καὶ νὰ μὴ ἀφήσεις οὔτε ἕνα ποὺ νὰ μὴν μπεῖς, παρὰ νὰ ἀρνηθεῖς νὰ προσκυνᾶς τὸν Κύριο καὶ Θεό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία Μητέρα Του».

,

Σχολιάστε

ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Ζ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ («Ἐνῶ φαινόταν “λογικὴ” ἡ πολεμικὴ κατὰ τῶν εἰκόνων: νὰ μὴν ξεπέσουμε σὲ εἰδωλολατρία, στὴν οὐσία ἦταν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ».)

ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Ζ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.           «Ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ ἑβδόμη Σύνοδος ἔγινε στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας (787 μ.Χ.), γιὰ δεύτερη φορὰ (ἡ πρώτη ἔγινε τὸ 325 μ.Χ. ὅταν συνῆλθαν οἱ Πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου), ἐπὶ Κωνσταντίνου βασιλέως καὶ τῆς μητέρας τοῦ Εἰρήνης, καὶ ἐπὶ Ἀδριανοῦ πάπα Ρώμης, Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως, Πολιτιανοῦ Ἀλεξανδρείας, Θεοδωρήτου Ἀντιοχείας καὶ Ἠλία Ἱεροσολύμων. Οἱ πατέρες ποὺ συναθροίστηκαν τότε ἦταν τριακόσιοι ἑξήντα πέντε. Αὐτοὶ ὅλοι συνῆλθαν  κατὰ τῶν εἰκονομάχων καὶ ἀναθεμάτισαν ἐγγράφως κάθε αἵρεση, ὅπως καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν αἱρέσεων, ἔπειτα καὶ ὅλους τοὺς εἰκονομάχους. Ἐγγράφως ἐξέθεσαν καὶ κατέγραψαν ὅτι ὅποιος δὲν προσκυνᾶ τὶς ἅγιες εἰκόνες εἶναι ξένος πρὸς τὴν πίστη τῶν ὀρθοδόξων, ὅτι ἡ τιμὴ τῆς εἰκόνας διαβαίνει πρὸς τὸ πρωτότυπο καὶ ὅτι αὐτὸς ποὺ προσκυνᾶ καὶ τιμᾶ τὴν εἰκόνα προσκυνᾶ σ’ αὐτὴν τὴν ὑπόσταση τοῦ εἰκονιζομένου. Κι ἀφοῦ διέταξαν τὰ πράγματα μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἰσχυροποίησαν τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ὁ καθένας ἀπῆλθε στὴ δική του ἐπισκοπή».
.           Θὰ πρέπει κατ᾽ ἀρχὰς νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἀποτελοῦν τὸ ἀνώτερο καὶ σπουδαιότερο ὄργανο ποὺ διαθέτει ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, προκειμένου νὰ ἐκφράζει καὶ νὰ διατυπώνει  τὴν πίστη καὶ τὴ ζωή της, νὰ καταδικάζει κάθε προσπάθεια ἀλλοίωσης τῆς πίστης καὶ τῆς ζωῆς αὐτῆς, δηλαδὴ τὴν αἵρεση, ὅπως βεβαίως καὶ νὰ καθορίζει τὰ πρακτικὰ πλαίσια πορείας της. Ἡ ἔκφραση τῆς πίστεως, ὅταν βεβαίως δίνεται ἡ ἀφορμὴ μὲ τὴν ἐμφάνιση μιᾶς αἵρεσης, ὁπότε τότε διακυβεύεται ἡ πίστη – κάτι ποὺ ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ οἰκουμενικὴ σύνοδος, μολονότι θεσμικὰ κατοχυρωμένη,  συνιστᾶ ἔκτακτο καὶ χαρισματικὸ γεγονὸς –  γίνεται μὲ τοὺς ὅρους ἢ τὰ δόγματα, ἐνῶ  ὁ καθορισμὸς τῶν πρακτικῶν πλαισίων ζωῆς γίνεται μὲ τοὺς κανόνες. Μὲ ἁπλὰ λόγια μία οἰκουμενικὴ  σύνοδος συνιστᾶ τὸ στόμα τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἀποφάσεις της εἶναι ἀπολύτως ὑποχρεωτικὲς γιὰ κάθε μέλος αὐτῆς, ποὺ σημαίνει ὅτι μὲ τὴν ὑπακοὴ τοῦ μέλους  διακρατεῖται ζωντανὴ ἡ κοινωνία του μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἄρα περαιτέρω διακρατεῖται ζωντανὴ ἡ κοινωνία μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους Του. Διότι βεβαίως ὁ ἀγώνας τῶν Πατέρων ποὺ συγκροτοῦν τὴν οἰκουμενικὴ σύνοδο εἶναι πῶς νὰ παρουσιάσουν ὅ,τι ἡ Ἐκκλησία ζεῖ: τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Πνεῦμα Του. Ἐκεῖ μάλιστα ποὺ ὁ πιστὸς λαὸς διαγιγνώσκει ὅτι ἡ Σύνοδος δὲν ἐξέφρασε ὅ,τι οἱ ἀπόστολοι κήρυξαν, ἐκεῖ διαμαρτύρεται καὶ ἀρνεῖται τὴν ὑπακοή, καὶ μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ ὁ πιστὸς λαὸς θεωρεῖται τελικῶς ὡς ὁ φύλακας τῆς ὀρθόδοξης πίστης.
.           Ὁ ὑμνογράφος  καταγράφει τὴν παραπάνω ἀλήθεια καὶ γιὰ τοὺς Πατέρες τῆς ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. «Ἀποστολικῶν παραδόσεων ἀκριβεῖς φύλακες γεγόνατε Ἅγιοι Πατέρες». Ὁ ἀγώνας τους ἦταν πῶς νὰ μείνουν στὴν ἀκρίβεια τῆς παράδοσης τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν πρὸ αὐτῶν Πατέρων. Καὶ γι’  αὐτό, τὸ πρῶτο ποὺ ἔκαναν στὴ σύνοδο ἦταν νὰ καταδικάσουν πρῶτα καὶ αὐτοὶ τὸν Ἄρειο, τὸν Μακεδόνιο, τὸν Νεστόριο, τὸν Εὐτυχῆ καὶ τοὺς ἄλλους προγενέστερους αἱρεσιάρχες. «Τῆς γὰρ ἁγίας Τριάδος τὸ ὁμοούσιον ὀρθοδόξως δογματίσαντες, Ἀρείου τὸ βλάσφημον συνοδικῶς κατεβάλετε. Μεθ’  ὃν καὶ Μακεδόνιον Πνευματομάχον ἀπελέγξαντες, κατεκρίνατε Νεστόριον, Εὐτυχέα καὶ Διόσκορον, Σαβέλλιόν τε καὶ Σεβῆρον, τὸν Ἀκέφαλον». Πόσο ἄμεσα φαίνεται τοῦτο ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁρισμένοι ὕμνοι εἶναι ἀκριβεῖς ἐπαναλήψεις τῆς ἀκολουθίας τῶν Πατέρων τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου! Νομίζει κανεὶς σὲ πρῶτο ἄκουσμα ὅτι ἔγινε κάποιο λάθος: «Ὅλην συγκροτήσαντες τὴν τῆς ψυχῆς ἐπιστήμην, καὶ τῷ θείῳ Πνεύματι συνδιασκεψάμενοι, τὸ οὐράνιον καὶ σεπτὸν Σύμβολον οἱ σεπτοὶ Πατέρες θεογράφως διεχάραξαν». Κι ὅμως! Εἶναι τέτοια ἡ πεποίθηση ὅτι οἱ τῆς Ζ΄ Συνόδου Πατέρες βρίσκονται στὴν ἴδια πορεία μὲ τοὺς τῆς Α´ Συνόδου, ὥστε σὰν νὰ «σβήνεται» τὸ παρὸν καὶ νὰ ἀκούγεται τὸ παρελθὸν ὡς παρόν. Ἡ ταυτότητα τῆς πίστεως ὅλων τῶν Πατέρων στὸ ἀπόγειό τους.
.           Ποιά ἡ αἵρεση τὴν ὁποία κατεδίκασε ἡ Ζ΄  Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ ἡ ὁποία συνόψιζε τὶς προγενέστερες αἱρέσεις; Ἡ εἰκονομαχία, ἡ ἐναντίωση στὶς εἰκόνες, ἡ ἄρνηση δηλαδὴ τῆς δυνατότητας ἐξεικονισμοῦ τοῦ Χριστοῦ. Διότι ἡ ἄρνηση αὐτὴ σήμαινε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν πραγματικὸς καὶ ἀληθινὸς ἄνθρωπος, φάνηκε ὡς ἄνθρωπος, συνεπῶς ἡ εἰκονομαχία συνέχιζε καὶ διαιώνιζε μὲ ἄλλον τρόπο τὸν μονοφυσιτισμό, ἢ ἀπὸ ἄλλη ὄψη τὸν νεστοριανιασμό. Στὸ βάθος της δηλαδὴ ἡ εἰκονομαχία συνιστοῦσε χριστολογικὴ αἵρεση. Ἔτσι ν φαινόταν «λογικ» πολεμικ κατ τν εκόνων: ν μν ξεπέσουμε σ εδωλολατρία, στν οσία ταν ρνηση το Χριστο, πο σημαίνει τι ἡ ποδοχ τν εκόνων το Χριστοῦ ποτελοσε τ πι κραυγαλέο κήρυγμα πίστεως στν νανθρώπησή Του. «Διὰ τοῦτο τὴν ἀληθινὴν πίστιν κρατοῦσα ἡ Ἐκκλησία, ἀσπάζεται τὴν εἰκόνα τῆς Χριστοῦ ἐνανθρωπήσεως». Καὶ βεβαίως ἐννοεῖται ὅτι ὁ ἐξεικονισμὸς τοῦ Χριστοῦ ἀναφερόταν στὸ περιγραπτὸ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς Του καὶ ὄχι τῆς θεϊκῆς. Τὸ θεῖο πράγματι δὲν ἐξεικονίζεται, γι’  αὐτὸ καὶ ὅποια προσπάθεια ζωγραφικῆς ἀποδόσεως τῆς ἁγίας Τριάδος δὲν βρίσκεται μέσα σὲ ὀρθόδοξα πλαίσια. Ἡ ἁγία Σύνοδος μάλιστα μνημόνευε καὶ τὸν λόγο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τὸν ὁποία χρησιμοποίησε καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ θεολόγος τῶν εἰκόνων, ὅτι «ἡ τιμὴ τῆς εἰκόνος ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει», γιὰ νὰ τονίσει δηλαδὴ ὅτι δὲν τιμᾶται τὸ ξύλο ἢ τὸ χρῶμα τῆς εἰκόνας, ἀλλὰ τὸ πρόσωπο στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται. Κι ἐννοεῖται τέλος ὅτι οἱ εἰκόνες τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων γίνονταν ἀποδεκτές, διότι οἱ ἅγιοι εἶναι οἱ κατ᾽ ἐξοχὴν φίλοι τοῦ Χριστοῦ, συνεπῶς τιμώντας αὐτοὺς τὸν Χριστὸ τελικῶς τιμᾶμε.

 ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, , ,

Σχολιάστε

«ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ» (πρόκληση τῆς «κ. Συνωστισμοῦ»)

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἐκτὸς ἀπὸ ἔλλειψη ἐνημερώσεως γιὰ τὰ εὐρωπαϊκὰ δεδομένα διαπιστώνεται καὶ κραυγαλέα ἄγνοια τῆς ἱστορίας ἀπὸ τοὺς προφέσορες τῆς ἀλλοτριώσεως. Μὲ τί συνδυάστηκε ἆραγε ἡ σταλινικὴ εἰκονομαχία-χριστομαχία-ἐκκλησιομαχία; Μήπως μὲ τὴν ἐξολόθρευση τῶν ἀνθρώπων-εἰκόνων τοῦ Θεοῦ, μήπως μὲ τὸ μακέλεμα ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων ἐν ὀνόματι τῆς δαιμονικῆς ἰδεοληψίας, ποὺ γενετικῶς τροποποιημένη ἀποκρυπτογραφεῖται στὴν ἀξιοθρήνητη συνέντευξη τῆς κ. Συνωστισμοῦ;

  .         Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ καθαιρεθεῖ, νὰ «κατέβει» εἶναι ἡ καρικατούρα τῆς ἰδεολογικῆς παρακμῆς, ἡ μουτσούνα τῆς μεταπρατικῆς προπαγάνδας τῶν ψευδομεσσιῶν ἀλλὰ κυρίως ἡ Μάσκα τῆς Ἐργολαβίας. 

Σχολιάστε

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Ἡ ἑρμηνεία τῆς εἰκόνος τῆς Ἀναστάσεως

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Χρήστου Γ. Γκότση 
«Ὁ Μυστικὸς Κόσμος τῶν Βυζαντινῶν Εἰκόνων»
 (Ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας) 

.         Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει δύο τύπους: Ὁ ἕνας εἶναι ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη, ὁ δεύτερος εἰκονογραφικὸς τύπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ εἰκονίζει ἄλλοτε τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη στὸ κενὸ Μνημεῖο καὶ ἄλλοτε τὸν ἄγγελο ποὺ «ἐπὶ τὸν λίθο καθήμενος» ἐμφανίστηκε στὶς Μυροφόρες. Ἀργότερα ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ τύπου αὐτοῦ πλουτίστηκε μὲ τὶς σκηνὲς τῆς ἐμφάνισης τοῦ Χριστοῦ στὴ Μαρία Μαγδαληνὴ (τὸ «Μή μου ἅπτου») καὶ στὶς δύο Μαρίες (τὸ «Χαῖρε τῶν Μυροφόρων»).
.       Ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκη γράφει σχετικά: «Οἱ δύο αὐτὲς συνθέσεις χρησιμοποιοῦνται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς εἰκόνες τῆς Ἀναστάσεως. Στὴν παραδοσιακὴ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἡ πραγματικὴ στιγμὴ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἀπεικονίστηκε. Τόσο τὰ Εὐαγγέλια, ὅσο καὶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, σιγοῦν γιὰ τὴ στιγμὴ αὐτὴ καὶ δὲ λένε πῶς ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, πράγμα ποὺ δὲν κάνουν γιὰ τὴν Ἔγερση τοῦ Λαζάρου. Οὔτε ἡ εἰκόνα δείχνει αὐτό. Ἡ σιγὴ αὐτὴ ἐκφράζει καθαρὰ τὴ διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο γεγονότων. Ἡ Ἔγερση τοῦ Λαζάρου ἦταν ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖο μποροῦσαν ὅλοι νὰ κατανοήσουν, ἐνῶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπρόσιτη σὲ ὁποιαδήποτε ἀντίληψη… Ὁ ἀνεξιχνίαστος χαρακτήρας τοῦ γεγονότος αὐτοῦ γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ συνεπῶς τὸ ἀδύνατο τῆς ἀπεικόνισής του εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἀπουσιάζουν εἰκόνες αὐτῆς ταύτης τῆς Ἀναστάσεως. Γι᾿ αὐτὸ στὴν Ὀρθόδοξη εἰκονογραφία ὑπάρχουν δύο εἰκόνες, ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὴ σημασία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ καὶ ποὺ συμπληρώνουν ἡ μία τὴν ἄλλη. Ἡ μία εἶναι συμβολικὴ παράσταση. Ἀπεικονίζει τὴ στιγμὴ ποὺ προηγήθηκε τῆς θεόσωμης Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ – τὴν Κάθοδο στὸν Ἅδη, ἡ ἄλλη τὴ στιγμὴ ποὺ ἀκολούθησε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἱστορικὴ ἐπίσκεψη τῶν Μυροφόρων στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ».
.        Τὰ παραπάνω συμφωνοῦν καὶ μὲ τὰ ἀναστάσιμα τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ὑπογραμμίζουν τὸ ἀνεξιχνίαστο μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὸ παραλληλίζουν μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ τὴν ἐμφάνισή του στοὺς μαθητὲς μετὰ τὴν Ἀνάσταση («Προῆλθες ἐκ τοῦ μνήματος, καθὼς ἐτέχθης ἐκ τῆς Θεοτόκου». «Ὥσπερ ἐξῆλθες ἐσφραγισμένου τοῦ τάφου, οὕτως εἰσῆλθες καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων πρὸς τοὺς μαθητάς σου»).
.      Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς παραπάνω δύο τύπους τῆς Ἀναστάσεως, συναντᾶμε στοὺς ναούς μας κι ἄλλο τύπο: αὐτὸν ποὺ δείχνει τὸ Χριστὸ γυμνό, μ᾿ ἕνα μανδύα ριγμένο, πάνω του νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸν Τάφο κρατώντας κόκκινη σημαία. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθόδοξη, ἀλλὰ δυτική. Ἐπικράτησε στὴν Ἀνατολή, ὅταν ἡ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἀποκόπηκε ἀπὸ τὶς ρίζες της, τὴ βυζαντινὴ παράδοση, λόγω τῆς ἐπικράτησης τῆς ζωγραφικῆς της Ἀναγέννησης. Ὑποστηρίχθηκε πῶς «ἡ μεγάλη προτίμηση γιὰ τὴν δυτικότροπη ἀπόδοση τῆς Ἀναστάσεως ὀφείλεται, μεταξὺ τῶν ἄλλων, καὶ στὴν ἐπίδραση τῶν προσκυνητῶν τῶν Ἁγίων Τόπων, γιατί πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Παναγίου Τάφου βρισκόταν παρόμοια (δυτικότροπη) εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, πού, ἀντιγραφόμενη στὰ διάφορα ἐνθύμια τῶν προσκυνητῶν, ἔγινε ὑπόδειγμα γιὰ πολλοὺς ζωγράφους. Ὥστε μποροῦμε νὰ ποῦμε πώς, ὁ συγκεκριμένος εἰκονογραφικὸς τύπος, διαδόθηκε τόσο ἀπὸ τὴ δυτικὴ τέχνη, ὅσο καὶ ἀπ᾿ τοὺς Ἁγίους Τόπους» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης… σ. 357).
.         Παρακάτω θὰ παρουσιάσουμε καὶ θὰ ἀναλύσουμε τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ λέγεται καὶ «Ἡ εἰς ᾍδου Κάθοδος, γιατὶ εἶναι ἡ γνήσια εἰκὼν τῆς Ἀναστάσεως, ἣν παρέδωσαν ἡμῖν οἱ παλαιοὶ ἁγιογράφοι, σύμφωνος μὲ τὴν ὑμνωδίαν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐκφράζει δὲ διὰ τῆς ζωγραφικῆς ὅσα ἱερὰ καὶ συμβολικὰ νοήματα ἐκφράζει ἴδια τὸ πασίγνωστον καὶ ὑπὸ πάντων ψαλλόμενον, ἀπὸ παίδων ἕως γερόντων, τροπάριον, «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτω θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος» (Φ. Κόντογλου).

Περιγραφὴ τῆς εἰκόνας

.       Στὴ βάση τῆς εἰκόνας ἀνάμεσα σὲ ἀπότομους βράχους, ἀνοίγεται μία σκοτεινὴ ἄβυσσος. Διακρίνουμε τὶς μαρμάρινες σαρκοφάγους, τὶς πύλες τῆς κολάσεως μὲ τὶς σκόρπιες κλειδαριές, καρφιὰ καὶ κλεῖθρα, καθὼς καὶ τὶς μορφὲς τοῦ σατανᾶ καὶ τοῦ Ἅδη μὲ τὰ φοβισμένα πρόσωπα καὶ τὰ γυάλινα μάτια. Εἶναι τὰ «κατώτατα τῆς γῆς», «τὰ ταμεῖα τοῦ ᾍδου», ὅπου κατέβηκε ὁ Κύριος γιὰ νὰ κηρύξει τὴ σωτηρία «τοῖς ἀπ᾿ αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι». Πάνω ἀπὸ τὸ σπήλαιο, στὸ κέντρο τῆς εἰκόνας, προβάλλει ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου, ὁ Χριστός. Ὁ φωτοστέφανος τῆς κεφαλῆς του, τὰ χρυσοκόκκινα ἱμάτιά του ποὺ ἀκτινοβολοῦν, καὶ ἡ θριαμβευτικὴ ὄψη τοῦ προσώπου τοῦ ἐναρμονίζονται πλήρως μὲ τὸ δίστιχο τῆς πασχαλινῆς ἀκολουθίας: Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πάλην ᾍδου μόνος, Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκύλα (=λάφυρα). Ὁ Χριστὸς ἐπιστρέφει τροπαιοῦχος ἀπὸ τὴ μάχη του μὲ τὸν ἅδη κρατώντας τὰ πρῶτα λάφυρα τῆς νίκης. Εἶναι ὁ Ἀδὰμ ποὺ τὸν κρατάει ἀπὸ τὸ χέρι, ἐνῶ ἐκεῖνος γονατιστὸς τὸν κοιτάζει εὐχαριστιακά. Πίσω του ἡ Εὔα μὲ κατακόκκινο μαφόριο καὶ κοντά της οἱ δίκαιοι, ποὺ περίμεναν μὲ πίστη τὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ. Ἀνάμεσά τους ὁ Ἄβελ ποὺ πρῶτος γεύτηκε τὸν θάνατο. Στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ εἰκονίζονται οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Δαβίδ, Σολομών, Μωυσῆς, Πρόδρομος κ.α. Ὅλοι αὐτοὶ ἀναγνώρισαν τὸ Λυτρωτὴ ὅταν κατέβηκε στὸν ἅδη καὶ προετοίμασαν τὸ κήρυγμά του, ὥστε νὰ βρεῖ ἀνταπόκριση στὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων. Σὲ μερικὲς εἰκόνες ἡ παράσταση τοῦ τροπαιούχου Κυρίου εἶναι πιὸ ἐκφραστική, γιατὶ σ᾿ αὐτὲς ὁ Κύριος κρατάει στὸ χέρι τοῦ τὸ ζωηφόρο Σταυρό, τῆς εὐσεβείας τὸ «ἀήττητον τρόπαιον», μὲ τὸν ὁποῖο καταργήθηκε ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος τοῦ θανάτου.
.        Ἀλλοῦ ἔχουμε στὸ ἐπάνω μέρος τῆς εἰκόνας δύο ἀγγέλους ποὺ κρατοῦν στὰ χέρια τοὺς τὰ σύμβολα τοῦ Πάθους καὶ στὸ σπήλαιο τὸ θάνατο νὰ παριστάνεται μὲ γέροντα ἁλυσοδεμένο. Εἶναι δεμένος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους μὲ τὰ ἴδια δεσμά, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχε δέσμιο καὶ ὑποχείριο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.
.          Τὴν παράσταση κλείνουν δύο γκρίζοι βράχοι μὲ ἐπίπεδους ἐξῶστες καὶ οἱ ἐπιγραφές: «Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ» καὶ «ΙΣ ΧΣ».

.       Ὡραῖα παρατηρήθηκε, πὼς «ἡ σύνθεση τῆς εἰκόνας εἶναι βαθιὰ μελετημένη, ἀκόμα καὶ στὶς μικρότερες λεπτομέρειές της. Ὅλα, ἀπὸ τὸ σχῆμα τῶν βράχων στὸ δεύτερο ἐπίπεδο ὡς καὶ τὶς ἀναλογίες τῶν χρωμάτων, περιέχουν ἕνα βαθύτερο νόημα καὶ ὑπακούουν σ᾿ ἕνα γενικὸ σχέδιο. Ἡ εἰκαστικὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἀπόκρυφου κειμένου ἀποκτᾶ συμβολικὸ χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, ὅμως, δὲν χάνεται ἡ σχέση μὲ τὰ συγκεκριμένα ἐπεισόδια τοῦ κειμένου» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης…, σ. 327).

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.com (ἀπὸ enoriaka.gr  καὶ oodegr.com)

,

Σχολιάστε