Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγ. Γεώργιος Τροπαιοφόρος

ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Η´] «Ὁ πραγματικὸς Χριστιανός, προσπαθώντας νὰ τηρήσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, θὰ κοπιάζει καὶ θὰ γίνει μάρτυρας συνειδήσεως, προκειμένου τὰ συναισθήματα τῆς καρδιᾶς του, οἱ σκέψεις του, ὁ νοῦς του, ἡ θέλησή του κι ὅλη ἡ ὕπαρξή του νὰ χριστοποιηθεῖ».

Μοναχοῦ Ἀρσενίου Βατοπαιδινοῦ
Εἰς τὸν Βίον
τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου [Η´]

Μέρος Α´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Α´] «Καὶ σήμερα ποὺ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει δημοκρατία, οἱ πραγματικὰ εὐσεβεῖς μυστηριωδῶς μισοῦνται καὶ διώκονται»

Μέρος Β´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Β´] «Μία ἀσεβέστατη πρὸς τοὺς θεοὺς θρησκεία, ἡ λεγομένη τῶν Χριστιανῶν, μὲ τὴν παρουσία της σαλεύει τὴν εἰρήνη στὴν κραταιὰ αὐτοκρατορία μας καὶ σέβεται κάποιον Ἰησοῦ, ποὺ κατακρίθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους σὲ σταυρικὸ θάνατο»

 Μέρος Γ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Γ´] «Ἐκεῖ ποὺ οἱ αὐτοκράτορες νόμιζαν ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς θὰ χαθεῖ, χιλιάδες καὶ μυριάδες πιστοὶ ξεφύτρωναν, ἀπὸ τὴν ἔμπρακτη ὁμολογία τῶν μαρτύρων καὶ τὰ θαυμαστὰ γεγονότα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴν μαρτυρία τους».

 Μέρος Δ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Δ´] «Ἂς ξεχάσουμε τὶς πλάνες τῶν εἰδώλων. Ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου εἶναι ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς ἀνάμεσά μας»

Μέρος Ε´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Ε´]

Μέρος ϛ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [ϛ´]

Μέρος Ζ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Ζ´] «Τί παραλογισμός, τί τύφλωση, τί παράνοια εἶναι αὐτή, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖτε νὰ δεχθεῖτε τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία;»

.           Πολλοὶ ἀπὸ τὴν Σύγκλητο ἄλλαξαν γνώμη. Ἡ γυναίκα τοῦ Διοκλητιανοῦ Ἀλεξάνδρα, ἔλεγχε τὸν σύζυγό της πλέον φανερά. Ὁ βασιλιὰς κατέπεσε ψυχικά, πῆρε τὸν Μαξιμιανὸ καὶ τὸν Μαγνέντιο, βγῆκαν ἔξω καὶ τοὺς εἶπε: «Τί θὰ κάνουμε φίλοι μου; Νά, ὅλοι, ἀκόμα καὶ ἡ βασίλισσα πιστεύουν αὐτὸν τὸν μάγο κι ἐγὼ δὲν ξέρω μὲ ποιὰ τιμωρία –μὰ τοὺς θεούς– νὰ τὸν ἐξοντώσω». Ὁ Μαγνέντιος, πιὸ ἔξυπνος ἀπὸ τὸν Μαξιμιανό, εἶπε: «Ἐὰν συνεχίσουμε μὲ τιμωρίες, θὰ εἶναι ἀνώφελο γιά μᾶς καὶ θὰ γεμίσουμε λύπη. Ἔχω πειστεῖ ὅτι ὁποιαδήποτε τιμωρία μὲ βάσανα θὰ προκαλέσει τὸν κόσμο νὰ πιστέψουν ὅλοι στὸν Σταυρωμένο. Καλύτερα νὰ ὁδηγηθεῖ ἀμέσως σὲ θάνατο». Ὁ Μαξιμιανὸς εἶπε: «Πιὸ ἀμείλικτο, αὐστηρὸ καὶ φοβερὸ ἄνδρα στὴν ζωή μου δὲν γνώρισα. Κοίταξε, ἀπάτησε ἀκόμα καὶ τὴν βασίλισσα μὲ τὶς μαγεῖες του, συντάραξε τὴν βασιλεία σου, ἄλλαξε τὴν γνώμη τῆς Συγκλήτου, βάσανα καὶ τιμωρίες ἐξωτερικὲς δὲν τὸν ἀγγίζουν· φόβος τὸν νοῦ του δὲν ταράζει, ὁ θάνατος δὲν συγκλονίζει τὴν ψυχή του, τὰ ἀγαθὰ καὶ οἱ δόξες δὲν τὸν κολακεύουν. Ἐὰν μοῦ ἀκοῦς, μὲ ξίφος κόψε τὸ κεφάλι του, ταυτόχρονα καὶ τὴν ἀναίδειά του».
.           Συμφώνησαν οἱ σύμβουλοι στὰ λεχθέντα καὶ ὁ Διοκλητιανὸς εἶπε νὰ φέρουν τὸν Μάρτυρα. «Ἰδού, γεμάτε ἀπὸ κάθε κακία, πανάθλιε, μὲ τὴν ὀλέθρια ἀναισθησία σου, ἔχασες τὶς ὑπεσχημένες ἀπὸ μένα δωρεές· μὲ τὶς μαγεῖες σου ξεπέρασες ὅλες τὶς τιμωρίες καὶ ὄχι μόνο τράβηξες πλῆθος κόσμου ἀπὸ τὴν ἐξουσία μου, ἀλλὰ κι αὐτὴν τὴν βασίλισσα πλάνεψες καὶ κατέστρεψες τοὺς θεούς μας. Ποιῶν λοιπὸν ἀμοιβῶν εἶσαι ἄξιος; Θὰ σὲ ἀνταμείψουμε μὲ θάνατο γιὰ ὅσα τόλμησες νὰ κάνεις ἐναντίον μας. Κανένας ἄλλος δὲν μᾶς ταλαιπώρησε τόσο ἐπὶ τῆς γῆς». Καὶ διέταξε: «Ὁ Γεώργιος, ὁ μύστης τοῦ Γαλιλαίου, ποὺ ἀθέτησε τοὺς θεοὺς καὶ ἀπάτησε μὲ δόλο τὴν βασίλισσα, νὰ ἀποτμηθεῖ τὸ κεφάλι μαζὶ μὲ αὐτήν».
.           Ἀμέσως οἱ στρατιῶτες τοὺς ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Αὐτοὶ πρόθυμα ἀκολουθοῦσαν καὶ προσεύχονταν σ’ ὅλο τὸν δρόμο. Ἡ βασίλισσα πρόσεχε στὸν οὐρανὸ καὶ τὰ χείλη της διαρκῶς κινοῦνταν φανερὰ σὲ προσευχή. Καὶ ὁ Κύριος τὴν ἄκουσε, δέχθηκε τὴν ἀγάπη, τὸν πόθο της, τὴν καταφρόνηση τῶν γηίνων, τὴν ἀποκοπὴ διὰ ξίφους τῆς κεφαλῆς της καὶ ἐνῶ κάπου κάθησε γιὰ λίγο, ὁ Χριστὸς πῆρε κοντά του –πρὶν τὴν ἀποτομὴ τῆς κεφαλής– τὴν μακαρία ψυχή της.
.           Ὅταν ἔφθασε καὶ ὁ Γεώργιος στὸν τόπο τῆς ἀποτομῆς, ζήτησε λίγο χρόνο καὶ μὲ στεναγμὸ ἀπὸ τὴν καρδιά του, προσευχήθηκε: «Ἐσύ, Κύριε ὁ Θεός μου, ποὺ ὑπάρχεις πρὸ τῶν αἰώνων καὶ στὸν ὁποῖο ἐγὼ ἀπὸ τὴν νεότητά μου κατέφυγα καὶ μοῦ ἔδωσες τὴν δύναμη νὰ ἀγωνιστῶ μέχρι τέλους στὸ μαρτύριό μου, ἄκουσέ με παρακαλῶ καὶ δέξαι μὲ εἰρήνη τὴν ψυχή μου· σῶσε με ἀπὸ τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας ποὺ κατοικοῦν στὸν ἀέρα καὶ συναρίθμησέ με σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν τὸ ὄνομά σου. Συγχώρεσε τοὺς διῶκτες γιὰ ὅσα κακὰ διέπραξαν εἰς βάρος μας καὶ φώτισε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδιᾶς τους, ὥστε νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθειά σου καὶ νὰ καταξιωθοῦν τῆς ἐπουράνιας ζωῆς καὶ τῆς αἰώνιας βασιλείας σου, δοξάζοντας τὴν ἀγαθότητα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τοὺς αἰῶνας, ἀμήν».
.           Ἔτσι προσευχήθηκε καὶ προτείνοντας μὲ εὐχαρίστηση τὸν αὐχένα, ἔκοψαν τὴν ἁγία του κεφαλή, ἡμέρα Παρασκευὴ καὶ ὥρα ἑβδόμη, τὴν 23η τοῦ Ἀπριλίου μηνός. Τὸ ἅγιο Λείψανό του ἀπὸ τὴν Νικομήδεια ἀνεκομίσθη στὴν Διόσπολη τῆς Παλαιστίνης, στὴν πατρίδα τῆς μητέρας του.
.           Ἡ ἔντονη παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, προβληματίζει τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο σχετικὰ μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ θαυμάσια ποὺ συνόδευαν τὸ μαρτύριό του καὶ ἰδιαίτερα γιατί σήμερα δὲν βλέπει κανεὶς τόσο ἔντονα ὑπερφυσικὰ γεγονότα.
.           Ὅποιος μελετᾶ συνεχῶς τὸ Εὐαγγέλιο προσευχόμενος καὶ γνωρίζει ἀληθινὰ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ στὴν γῆ, ἐμβαθύνοντας στὸν βίο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, θὰ θυμηθεῖ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ποὺ εἶπε ὅτι «ὅποιος πιστεύει σ’ ἐμένα, θὰ κάνει ἀκόμη μεγαλύτερα θαύματα ἀπὸ μένα». Πραγματικά, πόσες φορὲς ὁ Κύριος ἔδειξε τὴν θαυμάσια δύναμή Του! Κατ’ ἀρχὰς αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ σύμπαν, ὅλη ἡ κτίση καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος εἶναι σὰν δημιουργία ἕνα θαῦμα. Στὴν συνέχεια, ὅταν ὁ Κύριος περπατοῦσε ἀνάμεσά μας, ἐκτὸς ἀπὸ ἄλλα θαύματα, ἀνέστησε τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου, τὸν γιὸ τῆς χήρας στὴν Ναΐν, τὸν τετραήμερο Λάζαρο. Ἀνέστη στὸ τέλος καὶ ὁ Ἴδιος, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε πεῖ: «Ἐγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν. Οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ’ ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτὴν καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτὴν» (Ἰω. ι´ 17-18).
.           Ποιός ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μιλήσει μὲ τέτοια ἐξουσία ἐναντίον τοῦ θανάτου; Μόνον ὁ Χριστὸς μποροῦσε νὰ πεῖ ὡς πραγματικὸς Θεὸς ὅτι «ἔχω ἐξουσία καὶ νὰ πεθάνω καὶ νὰ ἀναστηθῶ», δείχνοντας ἔμπρακτα σὲ μᾶς ὅτι μὲ τὴν θυσία τῆς ἀγάπης καὶ τῆς δικαιοσύνης ὡς Θεὸς –παρόλο ποὺ ἦταν καὶ ἀνθρωπος– χάρισε οὐσιαστικὰ τὴν νίκη κατὰ τῆς κακίας, κατὰ τοῦ ἰδίου τοῦ θανάτου.
.           Στὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴν ἐναγώνια προσευχή του στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ἔγινε ὁ ἱδρώτας Του σὰν θρόμβοι αἵματος. «Πατέρα –ἔλεγε– ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθη ἀπὸ μένα τὸ ποτήριο αὐτὸ (τοῦ ἀτιμωτικοῦ θανάτου)· πλὴν ὄχι ὅπως θέλω ἐγώ, ἀλλὰ ὅπως θέλεις Ἐσύ». Στὴν τέλεια αὐτὴ αὐταπάρνηση καλεῖ καὶ κάθε πιστό, διότι ὅλοι πρέπει νὰ ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὴν τελειότητα.
.           «Καὶ ὤφθη Ἄγγελος Κυρίου ἐνισχύων Αὐτόν». Καὶ στὸν μιμητὴ τῆς ζωῆς Του, τὸν Ἅγιο Γεώργιο, βλέπουμε νὰ ἐμφανίζεται Ἄγγελος, νὰ τοῦ χαρίζει τὴν ὑγεία, νὰ τὸν ἐνισχύει. Στὸ Βάπτισμα, στὴν Μεταμόρφωση, τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων πρὶν τὴν Σταύρωση, ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ Πατέρα· ἀλλὰ καὶ στὸν Ἅγιο Γεώργιο τὴν ὥρα ποὺ κινδύνευε, μέσα στοὺς ἀφόρητους πόνους, ἡ φωνὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, τοῦ ἔδινε κουράγιο. Καὶ πολλάκις, ὅπως συνέβαινε στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς παρουσιαζόταν καὶ συνομιλοῦσε μαζί τους· αὐτὸ συνέβη καὶ στὸν Ἅγιο Γεώργιο. Ὑπῆρξε πραγματικὰ «σκεῦος ἐκλογῆς» τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου γιὰ νὰ δοξαστεῖ τὸ ὄνομα καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ στὴν γῆ.
.           Ἡ τόσο εὐγενικὴ διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ ἦταν δύσκολο νὰ ἐννοηθεῖ ἀπὸ ἕναν κόσμο ἀγροῖκο, ποὺ ζοῦσε μέσα στοὺς κινδύνους καὶ τοὺς συνεχεῖς πολέμους, ἀπὸ ἕναν κόσμο χωρὶς καμμιὰ παιδεία καὶ ποὺ ταυτόχρονα εἶχε θεοποιήσει τὴν ἡδονὴ τῶν παθῶν, τὸν πόλεμο, τὴν ἴδια τὴν κτίση.
.           Μέσα ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία, ποὺ στὴν πραγματικότητα λατρευόταν ὁ διάβολος, εἶχε ἀναπτυχθεῖ πάρα πολὺ ἡ μαντεία καὶ ἡ μαγεία. Οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων ἐνεργοῦσαν μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ σατανᾶ διάφορα φανταστικὰ γεγονότα, ποὺ ὅμως δὲν ἦταν συνειθισμένα, γι’ αὐτὸ καθηλωνόταν γενικότερα ὁ κόσμος. Προκειμένου ἕνας τέτοιος κόσμος νὰ δεχθεῖ μία τόσο ὑψηλὴ διδασκαλία, ὁ πανάγαθος Θεὸς συγκατέβαινε καὶ γι’ αὐτὸ ἐπιτελοῦσε τόσο μεγάλα θαυμάσια, ὥστε νὰ γίνεται κατανοητὴ ἡ ἀπάτη, νὰ φαίνεται ἡ πραγματικὴ δύναμή Του ἔναντι τῆς φανταστικῆς του ἐχθροῦ, νὰ διδάσκεται ἔμπρακτα ἡ ἀνεξικακία καὶ ἡ ἀγάπη.
.           Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, διαχρονικά, εἶναι πάρα πολὺ ὑψηλή. Θέτει ἀξίες καὶ ἠθικὲς ἀρχὲς δυσθεώρητες γιὰ τοὺς πολλοὺς καὶ ὁ πανάγαθος Θεὸς προκειμένου νὰ βοηθήσει τὴν ἀνθρωπότητα, ἐνίσχυσε ψυχὲς εὐγενικὲς καὶ καθαρὲς σὰν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὥστε μὲ τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ φθάσουν σὲ μεγάλη τελειότητα καὶ νὰ ἐφαρμόσουν τὶς ἐντολὲς τοῦ εὐαγγελίου. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ὕψος αὐτὸ τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἐχθροὺς καὶ ὅλο τὸν κόσμο, ἀπὸ τὴν πονηρία τῶν ἀνθρώπων θεωρεῖται ἀνοησία –ἂν καὶ στὴν πραγματικότητα συμβαίνει τελείως τὸ ἀντίθετο, διότι εἶναι σοφία ποὺ πάνω σ’ αὐτὴν ἔγκειται ἡ τελειότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως– γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος, ἐπειδὴ δύσκολα ἄγγιζε τὸν κόσμο μόνο ἡ διδασκαλία Του, ἐνεργοῦσε τὰ τεράστια θαύματα, ὥστε νὰ συγκινεῖται τὸ πλῆθος, νὰ πιστέψουν καὶ νὰ ἀλλάξουν τελείως τὰ ἤθη.
.           Ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ἡ σαρκικὴ ζωή, εἶναι μέχρι σήμερα θεότητες καὶ ὁ κόσμος εὐκολώτερα ὑποτάσσει τὴν ἀνώτερη ψυχὴ στὰ κατώτερα ἔνστικτα. Παλαιότερα ποὺ εἶχε ἐπικρατήσει ἡ ἀνοησία, ὥστε τὰ ἔνστικτα νὰ τὰ θεοποιήσει κιόλας, δὲν τολμοῦσε κανεὶς νὰ φύγει ἀπὸ τὸ κατεστημένο. Αὐτὸ ἦταν καὶ συνεχίζει νὰ εἶναι τὸ ἔργο τῶν δαιμόνων στὴν γῆ μέσα ἀπὸ ψεύτικες φιλοσοφίες ἀλλὰ καὶ ἀνατολίτικες δοξασίες, ποὺ δυστυχῶς καὶ σήμερα μετὰ ἀπὸ 2000 χρόνια ἀπατοῦν πολλοὺς ἀνθρώπους. Τότε ἔπρεπε νὰ χυθεῖ αἷμα πολύ, ἀπὸ ἁγνὲς καὶ πιστὲς στὸν Θεὸ ὑπάρξεις, γιὰ νὰ τοποθετηθοῦν νέες ἀρχές, πράγμα ποὺ κράτησε πάνω ἀπὸ 300 χρόνια καὶ στοίχισε σὲ μυριάδες ἀνθρώπων τὸν πρόσκαιρο θάνατο. Σήμερα ὅμως ὅλοι αὐτοὶ τιμῶνται σὰν Ἅγιοι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, διότι πρωτοστάτησαν καὶ πέτυχαν τὸν ἀληθινὸ στόχο καὶ σκοπὸ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ποὺ εἶναι ἡ θέωση καὶ ταυτόχρονα ἁγίασαν μὲ τὴν μαρτυρία τους τὴν κτίση, ἔλαβαν δύναμη κατὰ τῶν δαιμόνων καὶ προώθησαν στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ.
.           Σήμερα, ἡ νοησιαρχία συνδεδεμένη μὲ τὴν ὑπερηφάνεια δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαλείψει τὸν σπόρο τῆς Ἀλήθειας ποὺ ὑπάρχει μέσα στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἰδιαίτερα, δὲν μπορεῖ, ὅπου ἡ Ἐκκλησία καλλιεργεῖ αὐτὸν τὸν σπόρο καὶ οἱ ἀξίες ὅσο καὶ νὰ μὴν ἐφαρμόζονται, ἀναγνωρίζονται. Στὴν ἐποχή μας, τὸ μαρτύριο σπάνια εἶναι σωματικό, ἀλλὰ ὁ πραγματικὸς Χριστιανός, προσπαθώντας νὰ τηρήσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, θὰ κοπιάζει καὶ θὰ γίνει μάρτυρας συνειδήσεως, προκειμένου τὰ συναισθήματα τῆς καρδιᾶς του, οἱ σκέψεις του, ὁ νοῦς του, ἡ θέλησή του κι ὅλη ἡ ὕπαρξή του νὰ χριστοποιηθεῖ.
.           Στὴν προσπάθεια αὐτή, μαζὶ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἀνάγνωση, χρειάζεται συμπαράσταση πνευματικῶν Πατέρων ποὺ ἐβίωσαν αὐτὴ τὴν πραγματικότητα ἀπλανῶς.
.           Σήμερα αὐτοὶ σπανίζουν καὶ μυστηριωδῶς ὅσοι ἐμφανίζονται πάντως διώκονται. Ὅμως τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ δὲν σταματάει κι ὅσοι εἰλικρινὰ ποθοῦν τὸν Θεό, καὶ ἀνθρώπους θὰ βροῦν καὶ πολὺ περισσότερο Ἐκεῖνον τὸν Ἴδιο.
.           Οἱ Ἅγιοι ὅμως Μάρτυρες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἐφάρμοζαν διαφορετικὴ διδασκαλία ἀπὸ αὐτὴν τῶν συγχρόνων ἁγίων Πατέρων. Προκειμένου νὰ ὑπομείνουν τὶς θλίψεις τοῦ μαρτυρίου, βίωναν αὐτὰ ποὺ οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας μέχρι σήμερα διδάσκουν. Ὁ Γέροντας Πορφύριος σὲ μία διδασκαλία του λέει: «Ἡ τέλεια ὑπακοὴ στὸν Θεό, ἔστω κι ἂν ὁρισμένα πράγματα φαίνονται δύσκολα καὶ παράλογα, ἡ τέλεια ἐμπιστοσύνη στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, αὐτὴ εἶναι ἡ ἁγία ταπείνωση. Αὐτὴ μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο, τὸν καθιστᾶ θεάνθρωπο». Τί ἄλλο βίωσε ὁ Ἅγιος Γεώργιος; Μπροστὰ στὰ πιὸ δύσκολα καὶ παράλογα μαρτύρια καὶ τὶς θλίψεις, εἶχε μάθει νὰ ἀφήνει τὸν ἑαυτό του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, σὰν στὸν ἴδιο τὸν πατέρα του. Αὐτὸ δείχνει ὅτι γνώριζε νὰ προσεύχεται ἀδιάλειπτα, ὅπως ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» καὶ ταυτόχρονα προσευχόμενος ἔβρισκε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ τὸν ἐνίσχυε σ’ ὅλες τὶς θλίψεις καὶ τὶς ἀνάγκες του καὶ ἡ καρδιά του ἦταν γεμάτη εὐγνωμοσύνη καὶ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό, σύμφωνα μὲ τὸ «ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε». Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς νὰ τί λέει σὲ μία διδασκαλία του: «Ὁ Κύριος νουθετεῖ μὲ τὸ ἔλεός Του τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ δέχεται μὲ εὐγνωμοσύνη τὶς θλίψεις. Ποτέ, σ’ ὅλη μου τὴν ζωή, οὔτε μία φορὰ δὲν γόγγυσα γιὰ τὶς θλίψεις, ἀλλὰ τὰ δεχόμουν ὅλα σὰν φάρμακο ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος μοῦ ἔδωσε νὰ ὑπομένω ἐλαφρὰ τὸν ἀγαθὸ ζυγό Του». Ὁ ἴδιος λέει ὅτι πολλὲς θλίψεις μᾶς περικυκλώνουν καὶ φαίνονται ἀφόρητες στοὺς ἀνθρώπους, γιατί δὲν ἀφήνουν οἱ ἄνθρωποι τὴν γνώμη τους καὶ τὴν θέλησή τους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὥστε ὅ,τι συμβαίνει νὰ τὸ ἀποδέχονται σὰν φάρμακο ἀπὸ τὴν Θεία Πρόνοιά Του.
.           Νὰ γιατί χρειάζεται ἡ συμπαράσταση πνευματικοῦ ἀνθρώπου στὸν ἀγωνιζόμενο. Ὅταν ἡ ψυχὴ βάλλεται ἀπὸ κάθε εἴδους θλίψεις, ὁ ἴδιος ὁ πάσχων ἔχει τὴν αἴσθηση –ποὺ δὲν εἶναι ἀλήθεια– ὅτι ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Δύο πράγματα μποροῦν νὰ τὸν ἐπαναφέρουν: Κατ’ ἀρχὰς ἡ πίστη πρὸς τὸν Θεό, ἀλλὰ ἡ παρουσία, ἡ συμβουλὴ καὶ ἡ παρηγορία τοῦ λόγου ἑνὸς πνευματικοῦ Γέροντα ἢ ἐὰν ὁ ἀγωνιζόμενος εἶναι ἔμπειρος, ἀνακαλεῖ τὴν εἰρήνη καὶ ἐν προσευχῇ μετανοίας –κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἀγωνιζόμενος πρέπει νὰ θεωρεῖ ὅτι πάσχει γιὰ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν τοὺ– προσεύχεται μὲ πόνο καὶ βάθος ταπεινώσεως, ποὺ προκαλεῖ ἡ ἀποδοχὴ ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι αἴτιος τῆς θλίψεως, ἔστω κι ἂν δὲν φαίνεται ὅτι φταίει στὴν συγκεκριμένη περίπτωση, σίγουρα ὅμως ξέρει ὅτι σὲ ἄλλα φταίει καὶ μὲ ἄλλους τρόπους μᾶς παιδεύει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Συνήθως στοὺς ἀρχαρίους πνευματικά, εἶναι πιὸ ἔντονη ἡ ἀνάγκη παρουσίας τοῦ Γέροντα, ἐνῶ στοὺς ἐμπειροτέρους πιὸ λίγο, ἀλλὰ σ’ ὅλους τους ἀνθρώπους ἡ πνευματικὴ ἀναφορά, εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαία.

ΠΗΓΗ: vatopaidi.wordpress.com

, , ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Ζ´] «Τί παραλογισμός, τί τύφλωση, τί παράνοια εἶναι αὐτή, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖτε νὰ δεχθεῖτε τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία;»

Μοναχοῦ Ἀρσενίου Βατοπαιδινοῦ
Εἰς τὸν Βίον
τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου [Ζ´]

Μέρος Α´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Α´] «Καὶ σήμερα ποὺ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει δημοκρατία, οἱ πραγματικὰ εὐσεβεῖς μυστηριωδῶς μισοῦνται καὶ διώκονται»

Μέρος Β´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Β´] «Μία ἀσεβέστατη πρὸς τοὺς θεοὺς θρησκεία, ἡ λεγομένη τῶν Χριστιανῶν, μὲ τὴν παρουσία της σαλεύει τὴν εἰρήνη στὴν κραταιὰ αὐτοκρατορία μας καὶ σέβεται κάποιον Ἰησοῦ, ποὺ κατακρίθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους σὲ σταυρικὸ θάνατο»

 Μέρος Γ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Γ´] «Ἐκεῖ ποὺ οἱ αὐτοκράτορες νόμιζαν ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς θὰ χαθεῖ, χιλιάδες καὶ μυριάδες πιστοὶ ξεφύτρωναν, ἀπὸ τὴν ἔμπρακτη ὁμολογία τῶν μαρτύρων καὶ τὰ θαυμαστὰ γεγονότα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴν μαρτυρία τους».

 Μέρος Δ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Δ´] «Ἂς ξεχάσουμε τὶς πλάνες τῶν εἰδώλων. Ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου εἶναι ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς ἀνάμεσά μας»

Μέρος Ε´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Ε´]

Μέρος ϛ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [ϛ´]

.             Ἔμαθε καὶ πάλι ὁ βασιλιὰς ὅτι ὁ Γεώργιος στὴν φυλακὴ εἶναι τελείως ὑγιὴς καὶ χαρούμενος καὶ ἔμεινε ἄναυδος γεμάτος ταραχὴ καὶ σύγχυση. Αἰσθανόταν ὅτι τὰ γεγονότα ἦταν ἡ συμφορά του καὶ δὲν γνώριζε μὲ ποιὸ τρόπο ἢ τιμωρία θὰ μποροῦσε ἐπιτέλους νὰ τὸν ἐξοντώσει, ἐφ᾽ ὅσον τὰ συμβάντα ξεπερνοῦσαν τὰ ἀνθρώπινα. Ἀγωνία, φόβος καὶ θυμὸς τὸν κατέλαβαν. Ἔνιωθε τὴν παρουσία τοῦ Μάρτυρα νὰ γίνεται δήμιος της ζωῆς του. Βρίζοντας, ἔδωσε διαταγὴ νὰ τὸν φέρουν καὶ πάλι μπροστά του.
.             Ἡ διαταγὴ ἐκτελέστηκε καὶ ὁ Γεώργιος ὁδηγεῖται δέσμιος μπροστὰ στὸν αὐτοκράτορα, ἀλλὰ γιὰ ὅποιον πρόσεχε τὴν ψυχική του κατάσταση καταλάβαινε ὅτι ὑπῆρχε κάτι ἀκατανόητο σὲ σχέση μὲ τὰ γεγονότα. Πήγαινε πάλι σὲ κριτήριο, σὲ ὕβρεις, σὲ τιμωρίες καὶ θάνατο, ἀλλὰ ὅμως καμμιὰ ταραχὴ ἢ ἀνησυχία διακρινόταν στὰ μάτια του. Χαμογελοῦσε σὰν νὰ γνώριζε τί θὰ συμβεῖ. Φαινόταν νὰ πηγαίνει σὲ γιορτὴ καὶ χαρὰ παρὰ σὲ κριτήριο ποὺ θὰ ἔβγαζε σίγουρα ἀπόφαση θανάτου. Καὶ ἀκολούθησε ὁ ἑξῆς διάλογος:
.            Ὁ βασιλιάς: «Μέχρι πότε θὰ ὑπερηφανεύεσαι γιὰ τὶς ραδιουργίες σου καὶ δὲν ἀλλάζεις γνώμη»;
.             Καὶ ὁ Ἅγιος: «Ἕως ὅτου ὑπάρχει ἡ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ψυχὴ στὸ σῶμα μου, δὲν θὰ σταματήσω νὰ ἐλέγχω τὴν ἀσέβειά σου. Μὴν ἀναβάλλεις, κάνε γρήγορα, γιατί δὲν θὰ ἔχεις μικρὸ ἀγώνα. Ἀγωνίζεσαι μὲ μένα ποὺ ἀγαπῶ τὸν Θεὸ καὶ ὁ ἀγώνας αὐτὸς εἶναι κατὰ τοῦ κεφαλιοῦ σου καὶ τῶν κατάπτυστων θεῶν σου».
.             Αὐτὰ τὰ λόγια, προκάλεσαν ἔκρηξη θυμοῦ στὸν τύραννο καὶ ἀπάντησε: «Λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ βγάλω τὴν ψυχή σου ἀπὸ τὸ σῶμα σου γρήγορα, γιὰ νὰ ἀπαλλαγῶ μεμιᾶς ἀπὸ τὸν ἀγώνα ἐναντίον σου καὶ νὰ ἔχω ἐπιτέλους καὶ γαλήνια ζωή»; Καὶ ἡ διαταγὴ ἦταν νὰ διχοτομηθεῖ μὲ πριόνι.
.             Οἱ δήμιοι μὲ λύσσα ἔφεραν σανίδες καὶ μὲ δύναμη τὸν πίεσαν γιὰ νὰ τοῦ κόψουν τὸ κεφάλι, ἀλλὰ ὁ ἡγεμόνας Δαδιανὸς σηκώθηκε ἀπὸ τὴν καθέδρα καὶ εἶπε: «Παρακαλῶ, ἀθάνατε καὶ μέγιστε βασιλεῦ, δὲν πρέπει νὰ πεθάνει τόσο σύντομα ὁ δυσσεβῆς αὐτὸς ἐδῶ. Καλύτερα νὰ τὸν λύσουν καὶ νὰ τὸν πετάξουν σὲ καζάνι μὲ λιωμένο μολύβι· νὰ συνεχίζει ὅμως ἀπὸ κάτω νὰ καίει ἡ φλόγα μέχρι νὰ λιώσουν κι αὐτὰ τὰ κόκκαλά του». Δέχθηκε ὁ βασιλιὰς τὸ αἴτημά του καὶ ἀφοῦ τὸν ἔλυσαν, ἑτοίμασαν τὴν τιμωρία.
.             Ὅταν τὸ μολύβι ἔβραζε σὰν ὑγρό, τὸν ἔδεσαν οἱ δήμιοι μὲ χειροπέδες καὶ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν πετάξουν στὸ καζάνι μὲ τὸ μολύβι. Ἐμποδίζονταν ὅμως ἀπὸ τὴν δυνατὴ φλόγα. Ὁ Μάρτυρας μόλις τοὺς εἶδε νὰ ἀποροῦν καὶ νὰ δυσκολεύονται εἶπε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Ἐσὺ ποὺ δημιούργησες τὸν σύμπαντα κόσμο καὶ φύλαξες ἀκατάφλεκτους στὸ καμίνι τοὺς ὁσίους Παῖδες, κι ἔμενα ἂν καὶ ἀνάξιο φύλαξέ με ἀβλαβῆ».
.             Οἱ χειροπέδες ἔπεσαν, ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ πήδησε μόνος μέσα στὸ καζάνι μὲ θάρρος, ὅπως πέφτει κανεὶς σὲ νερὸ κατὰ τὴν ὥρα τοῦ καύσωνα. Γιὰ τὴν πίστη του αὐτή, ἄνεση παρὰ τιμωρία ἔγινε γι’ αὐτὸν τὸ μαρτύριο, γιατί ὁ Κύριος ἔδειχνε ποιὰ εἶναι ἡ πραγματικὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ Του στὰ μέλη αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀθλητῆ τῆς εὐσεβείας. Ὁ Γεώργιος δοξολογοῦσε μέσα στὶς φλόγες τὸν Κύριο. Ὅσοι ὅμως ἦταν κοντὰ στὴν φωτιά, ἔπαθαν σοβαρὰ ἐγκαύματα ἀπὸ τὸ μολύβι ποὺ τινάχθηκε. Καὶ πάλι ἔκσταση καὶ φόβος στοὺς γύρω, ἐνῶ ταυτόχρονα δυνατὴ βροχὴ ἔσβηνε τὴν φωτιὰ καὶ ἔκανε τοὺς πάντες νὰ φύγουν.
.             Μόνος ἔμεινε καὶ πάλι ἐλεύθερος γυρνώντας στοὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες τῆς πόλεως. Περισσότερο μὲ τὴν παρουσία του καὶ λιγότερο μὲ τὰ λόγια του, ἔπειθε τοὺς πάντες –παρόλους τοὺς διωγμούς– νὰ γίνονται Χριστιανοί. Τὰ θαύματα ποὺ γίνονταν ἀνάμεσα στὸ πλῆθος ποὺ τὸν προσήγγιζε ἦσαν πολλὰ καὶ ἐκπληρωνόταν σ’ αὐτὸν τὸ ρητὸ τῆς Σοφίας: «Ἡ Σοφία στὶς διεξόδους τῶν δρόμων ὑμνεῖται καὶ στὶς πλατεῖες ὁ σοφὸς μὲ παρρησία συμπεριφέρεται».
.             Ἔτσι, τὸ μαρτύριο τοῦ Διοκλητιανοῦ συνεχιζόταν καὶ διέταξε καὶ πάλι νὰ τὸν συλλάβουν. Αὐτὸς ὁ «ἀθάνατος» καὶ «ἀήττητος», ὅπως τοῦ ἄρεσε νὰ τὸν ἀποκαλοῦν, πολεμοῦσε νὰ θανατώσει κάποιον ποὺ πέρασε τόσες πολλὲς φορὲς μέσα ἀπὸ τὸν θάνατο, χωρὶς νὰ πάθει τίποτε καὶ ταυτόχρονα τὸ ὅτι πολεμάει μὲ κάποια ξένη ὑπερφυσικὴ δύναμη ποὺ συμμαχοῦσε μὲ τὸν Γεώργιο, τὸν εἶχε καταβάλει τελείως. Οἱ καθημερινὲς ὑποθέσεις τῆς δημόσιας διοίκησης ἦταν πολλὲς καὶ ἡ θλίψη ὅτι νικιέται συνεχῶς ἀπὸ ἕνα νεαρὸ τελείως ἄοπλο, αὐτὸς ὁ «ἀήττητος», σούβλιζαν ἐσωτερικὰ τὴν ὕπαρξή του.
.             Ὅταν ὁ Γεώργιος βρέθηκε καὶ πάλι δεμένος μπροστά του, τὸ βλέμμα τοῦ Διοκλητιανοῦ ἦταν τελείως ἀνήσυχο, ταραγμένο καὶ σκοτεινό, ἀβυσσαλέο ἀπὸ ὀργή, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ κορέσει τὸ μίσος ποὺ κατοικοῦσε στὴν ψυχή του. «Ὅπως φαίνεται –τοῦ εἶπε– ἐπειδὴ ἀσχολοῦμαι πολὺ μὲ τὶς δημόσιες ὑποθέσεις, ἐσὺ νόμισες, ὅτι ἐπιμελούμενος ἄλλα πράγματα, δὲν ἔχω τὴν δυνατότητα νὰ σὲ ἐξαφανίσω ἀπὸ τὴν γῆ. Περιέρχεσαι λοιπὸν καὶ μᾶς διασύρεις καὶ πείθεις τοὺς ἀφελεῖς νὰ ἀφήσουν τὴν πίστη τῶν ἀθανάτων θεῶν καὶ νὰ πιστέψουν σ’ ἕναν Σταυρωμένο· ἐγὼ ὅμως θὰ περιποιηθῶ ἀμέσως τὴν αὐθάδειά σου». Διέταξε νὰ τὸν ρίξουν κάτω, νὰ τοποθετήσουν κάρβουνα στὸ κεφάλι του, μετὰ νὰ τὸν κρεμάσουν σὲ ξύλο καὶ νὰ ξύνουν μὲ σιδερένια νύχια τὸ σῶμα του. Καὶ ἐνῶ ἤδη φαίνονταν τὰ σπλάγχνα καὶ τὰ κόκκαλα τοῦ σώματός του, διέταξε μὲ δαδιὰ ἀναμμένα νὰ κάψουν τὸ σῶμα του. Κι ἐνῶ τὰ βασανιστήρια κρατοῦσαν γιὰ πολλὴ ὥρα, ὁ νοῦς τοῦ Μάρτυρα βρισκόταν μὲ προσευχὴ μέσα στὴν καρδιά του καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο τὸν ἀνακούφιζε, ὥστε οὔτε ἀναστεναγμὸς δὲν ἀκουγόταν. Σὲ κάποια στιγμὴ θεωρήθηκε καὶ πάλι ἀπὸ ὅλους νεκρός. Δόθηκε διαταγὴ νὰ βάλουν ὅ,τι ἀπέμεινε σὲ ἕνα κοφίνι καὶ νὰ τὸν πετάξουν στὸ βουνὸ ποὺ λεγόταν «Ἥλικας», ὥστε νὰ μὴ βροῦν τίποτε ἀπὸ τὸ λείψανό του οἱ Χριστιανοί.
.             Αὐτὸ ἔγινε· καὶ καθὼς οἱ στρατιῶτες γυρνοῦσαν ἀπὸ τὸ ὄρος, ἔγινε σεισμὸς καὶ βροχή. Πλύθηκαν καὶ θεραπεύθηκαν οἱ πληγὲς τοῦ Μάρτυρα κι ἀκούστηκε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ποὺ ἔλεγε: «Νὰ εἶσαι ἀνδρεῖος, Γεώργιε, Ἐγὼ εἶμαι μαζί σου». Σὰν ἀπὸ ὕπνο ξύπνησε ὑγιέστατος καὶ μὲ ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός του ἄρτια· εὐχαρίστησε θερμὰ τὸν Χριστὸ καὶ μὲ θάρρος καὶ σπουδὴ κατέβηκε στὴν πόλη κι ἔφθασε στὰ ἀνάκτορα. Οἱ στρατιῶτες, ποὺ τὸν εἶχαν μεταφέρει, τὸν γνώρισαν. Ἔκθαμβοι διηγοῦνταν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο τὰ γεγονότα καὶ πίστευαν ὅλο καὶ περισσότεροι. Ὁ Διοκλητιανός, γιὰ νὰ σταματήσει τὰ γεγονότα, διέταξε ἀμέσως νὰ θανατωθοῦν ἔξω στὸ βουνό, ὅσοι κατ’ ἐκείνη τὴν ὥρα πίστεψαν, πράγμα ποὺ ἔγινε καὶ ἀναδείχθηκαν μάρτυρες.
.             Ὁ Γεώργιος καὶ πάλι συλλαμβάνεται. Ὁ Μαγνέντιος εἶπε στὸν βασιλιά: «Εἶναι πολὺ πείσμονες οἱ Χριστιανοί. Προσπάθησε καλύτερα, μὲ ἠπιότητα, κολακεῖες καὶ δῶρα νὰ τὸν πάρεις μὲ τὸ μέρος σου». Ὁ Γεώργιος μυστικὰ προσευχόταν. Ὁ βασιλιὰς ἄλλαξε τακτική: «Μὰ τὸν βασιλιὰ ἥλιο, τοῦ εἶπε, καὶ ὅλους τοὺς θεούς, ἐὰν πεισθεῖς σὲ μένα καὶ θυσιάσεις στοὺς θεούς, θὰ σὲ δοξάσω ὑπέρμετρα σ’ ὅλη τὴν γῆ, θὰ σὲ κάνω συμβασιλέα, γιατί σ’ ἔχω ἐκτιμήσει βαθύτατα καὶ δὲν θέλω νὰ χαθεῖς».
.             «Ἐὰν εἶχα σκοπὸ νὰ ὑποχωρήσω σ’ αὐτὲς τὶς μάταιες ὑποσχέσεις σου, δὲν θὰ ἔδινα τὸν ἑαυτό μου σὲ μύριους θανάτους. Τώρα μετὰ ἀπὸ τόσα βάσανα καὶ τιμωρίες ποὺ ἔπαθα μπροστὰ σ’ ὅλη τὴν Σύγκλητο, νομίζεις ἀνόητα ὅτι θ’ ἀφήσω τὴν πίστη μου; Καὶ γιατί ἔχω ὑποστεῖ τέτοια ἀτιμία, ἂν εἶχα σκοπὸ νὰ πεισθῶ στὶς κολακεῖες σου;».
.             «Ἐπειδὴ τώρα σοῦ συμπεριφέρομαι σὰν πατέρας, ὅπως βλέπεις, ἂς εἶσαι χαριστικὸς πρὸς ἐμένα, σὰν στὸν πατέρα σου, καὶ ξέχασέ τα ὅλα. Ὁρκίζομαι στοὺς θεοὺς ὅτι μὲ μεγάλα ἀξιώματα, δόξα καὶ πλούτη θὰ σὲ τιμήσω· μόνο θυσίασε στοὺς θεούς».
.             «Ἐπειδὴ βασιλεῦ, βλέπω τὴν τόσο καλή σου γιὰ μένα διάθεση, θὰ κάνω κι ἐγὼ ὅτι ἐπιθυμεῖς. Θὰ ἦταν ἀγνωμοσύνη νὰ ἀθετήσω τέτοια φιλία· ἂς πᾶμε γρήγορα στοὺς θεούς».
.             Ὁ βασιλιὰς τινάχθηκε ἀγαλλόμενος, ἀγκάλιασε τὸν Γεώργιο καὶ μὲ πασίχαρη φωνὴ εἶπε δυνατά: «Ἂς εὐφρανθοῦν οἱ θεοί· ἀγαλλιᾶσθε ἄνθρωποι· δέξου Ἀπόλλον αὐτὸν ποὺ σὲ παρόργισε τόσο πολύ, τώρα δὲ μετανόησε γνήσια καὶ ἐπιστρέφει σὲ σένα». Αὐτὰ εἶπε καὶ ἔδωσε διαταγὲς νὰ μαζευτεῖ στὸ ἱερὸ ὅλη ἡ Σύγκλητος, τὰ πιὸ τιμημένα στρατεύματα καὶ οἱ κήρυκες νὰ γυρίζουν στοὺς δρόμους φωνάζοντας σ’ ὅλη τὴν πόλη ὅτι: «Ὁ τοῦ Γαλιλαίου πρώην πιστὸς Γεώργιος, πηγαίνει στὸν μεγάλο Ἀπόλλωνα νὰ θυσιάσει».
.             Οἱ Χριστιανοὶ γεύθηκαν ἀπερίγραπτη θλίψη καὶ πένθος, οἱ εἰδωλολάτρες γέμισαν ἀπὸ χαρά. Βγῆκαν παράφορα στοὺς δρόμους καὶ φώναζαν: «Ὁ Ἀπόλλων νίκησε! Βασίλευε στοὺς αἰῶνες αὐτοκράτορ, Διοκλητιανέ! Ζήτω ἡ αὐτοκρατορία τῶν Ρωμαίων! Μεγάλοι οἱ θεοὶ τοῦ βασιλιᾶ!».
.             Μπῆκαν μέσα στὸν ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνα. Ἔγινε σχεδὸν νεκρικὴ σιγὴ καὶ ὁ Γεώργιος προχώρησε μόνος μπροστά, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἀπόλλωνα. Τὰ πλήθη παρατηροῦσαν μὲ κομμένη τὴν ἀναπνοὴ καὶ ὁ Γεώργιος εἶπε στὸ ἄγαλμα κοιτώντας σταθερὰ πρὸς αὐτό: «Ἐσὺ εἶσαι Θεὸς καὶ ἐσένα πρέπει νὰ σέβονται οἱ ἄνθρωποι»; Καὶ ἀμέσως τὸ δαιμόνιο ποὺ κρυβόταν πίσω ἀπὸ τὸ ἄγαλμα, καιγόμενο ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶπε: «Δὲν εἶμαι ἐγὼ Θεὸς καὶ κανένας δικός μου. Ἕνας εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Υἱός Του εἶναι ὁ Χριστός, διὰ τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα. Ἐμεῖς ἤμαστε πρὶν ἄγγελοί του καὶ τώρα σὰν ἀποστάτες γίναμε δαίμονες καὶ κοροϊδεύουμε τοὺς ἀνθρώπους νὰ μᾶς λατρεύουν σὰν θεούς». Τὰ πλήθη ἔμειναν ἔκθαμβα καὶ ὁ Μάρτυρας εἶπε: «Καὶ ἐφ᾽ ὅσον δὲν εἶστε θεοί, γιατί σφετερίζεστε τιμὴ ποὺ δὲν σᾶς ἀνήκει καὶ κοροϊδεύετε τοὺς ἀνθρώπους νὰ σᾶς θεωροῦν θεούς; Καὶ πῶς τολμᾶτε τώρα νὰ μένετε ἐδῶ, ἐφ᾽ ὅσον μπροστά σας στέκομαι ἐγώ, ποὺ ἔχω ὀνομαστεῖ δοῦλος Θεοῦ καὶ μέσα μου κατοικεῖ ὁ Χριστός, ὁ τῶν ὅλων Θεός»;
.             Ταραχὴ μεγάλη καὶ φοβισμένες δαιμονικὲς φωνὲς ἀκούστηκαν καὶ σὰν καπνὸς ἔφευγαν ἀπὸ τὸν ναό. Μετὰ ὁ Γεώργιος σταύρωσε τὰ ἀγάλματα, ποὺ ἔπεσαν πάραυτα καὶ συντρίφθηκαν. Ὁ βασιλιὰς ἔμεινε ἐμβρόντητος. Οἱ ἱερεῖς ὅμως τῶν εἰδώλων ἅρπαξαν σὰν λύκοι τὸν Μάρτυρα: «Σκότωσέ τον, βασιλιά, σκότωσε τὸν μάγο· καθόλου μὴν τὸν λυπᾶσαι, γιατί μὲ τὶς μαγεῖες του ἐξαπάτησε τόσο κόσμο καὶ τώρα σύντριψε καὶ τοὺς θεούς». Καὶ ὁ βασιλιὰς ἀπὸ τὴν ντροπὴ καὶ τὰ γεγονότα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς φωνὲς τῶν ἱερέων, ἔγινε ἔξαλλος: «Βρωμερὸ κεφάλι καὶ ἀπὸ κάθε ραδιουργία γεμάτο –εἶπε– δὲν συμφώνησες νὰ θυσιάσεις στὸν μεγάλο θεὸ Ἀπόλλωνα»; Καὶ ὁ Ἅγιος εἶπε: «Τέτοιους θεούς, ποὺ μὲ ἕνα λόγο συντρίβονται στὸ ἔδαφος, δὲν ντρέπεσαι νὰ τοὺς ὀνομάζεις θεούς; Δὲν καταλαβαίνεις ὅτι θυσίασα τοὺς θεούς σου στὸν ἐπουράνιο Θεό μου; Γιατί δὲν πείθεσαι τουλάχιστον στὸν θεό σας, ποὺ μαρτύρησε ὅτι εἶναι δαίμονες, ἀποστάτες ποὺ σᾶς ἐξαπατοῦν, γιὰ νὰ γίνεις φίλος Θεοῦ; Τί παραλογισμός, τί τύφλωση, τί παράνοια εἶναι αὐτή, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖτε νὰ δεχθεῖτε τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία; Ἂν σοῦ ἔχουν μείνει ἀκόμα τίποτε ξόανα, δεῖξέ μου πόσα καὶ ποῦ εἶναι καὶ μὴν ἔχεις φροντίδα· θὰ τὸ φροντίσω ἐγώ».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Η´] «Ὁ πραγματικὸς Χριστιανός, προσπαθώντας νὰ τηρήσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, θὰ κοπιάζει καὶ θὰ γίνει μάρτυρας συνειδήσεως, προκειμένου τὰ συναισθήματα τῆς καρδιᾶς του, οἱ σκέψεις του, ὁ νοῦς του, ἡ θέλησή του κι ὅλη ἡ ὕπαρξή του νὰ χριστοποιηθεῖ».

, , ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [ϛ´]

Μοναχοῦ Ἀρσενίου Βατοπαιδινοῦ
Εἰς τὸν Βίον
τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου [ϛ´]

Μέρος Α´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Α´] «Καὶ σήμερα ποὺ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει δημοκρατία, οἱ πραγματικὰ εὐσεβεῖς μυστηριωδῶς μισοῦνται καὶ διώκονται»

Μέρος Β´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Β´] «Μία ἀσεβέστατη πρὸς τοὺς θεοὺς θρησκεία, ἡ λεγομένη τῶν Χριστιανῶν, μὲ τὴν παρουσία της σαλεύει τὴν εἰρήνη στὴν κραταιὰ αὐτοκρατορία μας καὶ σέβεται κάποιον Ἰησοῦ, ποὺ κατακρίθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους σὲ σταυρικὸ θάνατο»

 Μέρος Γ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Γ´] «Ἐκεῖ ποὺ οἱ αὐτοκράτορες νόμιζαν ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς θὰ χαθεῖ, χιλιάδες καὶ μυριάδες πιστοὶ ξεφύτρωναν, ἀπὸ τὴν ἔμπρακτη ὁμολογία τῶν μαρτύρων καὶ τὰ θαυμαστὰ γεγονότα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴν μαρτυρία τους».

 Μέρος Δ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Δ´] «Ἂς ξεχάσουμε τὶς πλάνες τῶν εἰδώλων. Ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου εἶναι ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς ἀνάμεσά μας»

Μέρος Ε´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Ε´]

.                 Ὁ Γλυκέριος δάκρυσε καὶ ἀμέσως ζήτησε μὲ προσευχὴ τὴν δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ἐπικαλούμενος τὶς προσευχὲς τοῦ Γεώργιου κι ἄκουσε φωνὴ ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Ἔλα, Γλυκέριε, κοντά μου μὲ χαρά· μοῦ εἶσαι ἀγαπητὸς καὶ χρήσιμος». Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μαρτύρησε.
.                 Τὰ θαυμαστὰ γεγονότα συνέχιζαν νὰ συμβαίνουν στὴν φυλακὴ συνεχῶς, ὥστε νὰ πληθαίνουν οἱ πιστοί. Ὁ Διοκλητιανός, ποὺ πίστευε ὅτι μὲ τὸν διωγμὸ θὰ ἐξαφανίσει τοὺς πιστοὺς καὶ τὴν Ἐκκλησία, βλέποντας ἀντίθετα ἀποτελέσματα μὲ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ Γεωργίου, ἔπεσε σὲ μελαγχολία καὶ γεμάτος μανία διέταξε νὰ πυρωθεῖ ἕνα χάλκινο κρεβάτι καὶ νὰ ἁπλώσουν δέσμιο τὸν Γεώργιο πάνω σ’ αὐτό. Κι ἐνῶ ἤδη ἄρχισαν νὰ δαπανῶνται οἱ σάρκες του, ὁ Γεώργιος ἔχοντας τὴν πείρα τῆς ἀπερίγραπτης προστασίας τοῦ Κυρίου, ζητοῦσε μὲ προσευχὴ τὴν ἀνίκητή του Χριστοῦ συμμαχία, ποὺ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν θλίψεών του ἔσπευσε καὶ γέμισε τὴν καρδιά του μὲ παρηγοριά, τὴν φωτιὰ τὴν ἔκανε δροσιά, τὶς ἁλυσίδες τὶς ἔσπασε καὶ τὸν Γεώργιο τὸν παρέστησε τελείως ὑγιῆ.
.             Τέτοια ἀπερίγραπτα σὲ μεγαλοσύνη γεγονότα, διαβάζουμε στοὺς βίους τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπως τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Παύλου κ.ἄ. Θαυμάζει ὅμως κανεὶς τὴν πόρωση καὶ τὸν σκοτισμὸ τοῦ ἡγεμόνα. Καὶ μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου στὸ Εὐαγγέλιο, ὅταν ὁ πλούσιος μέσα ἀπὸ τὶς τιμωρίες παρακαλοῦσε νὰ στείλει ὁ Θεὸς τὸν Λάζαρο στοὺς ζωντανοὺς συγγενεῖς του, ὁ Πατριάρχης Ἀβραὰμ τοῦ εἶπε: «Ἔχουν τὸν Μωυσῆ καὶ τοὺς Προφῆτες· ἂν δὲν ἀκούσουν σ’ αὐτούς, οὔτε καὶ νεκρὸ ἂν δοῦν ἀναστημένο θὰ πιστέψουν».
.             Ὁ Διοκλητιανὸς θεώρησε μαγεία τὸ γεγονὸς καὶ ὁ Μαξιμιανὸς ζήτησε νὰ ποτίσουν τὸν Γεώργιο, λιωμένο σὲ μεγάλη θερμοκρασία μολύβι «γιὰ νὰ δοῦμε –εἶπε– ἂν μπορεῖ νὰ νικήσει τὴν ἐσωτερικὴ φλόγα, ὅπως νίκησε τὴν ἔξω». Ὅμως καὶ πάλι τίποτε δὲν συνέβη στὸν Γεώργιο καὶ ἡ ἀπορία μὲ τὸν θυμό, κατέκαιγαν τοὺς ἡγεμόνες.
.             Τοῦ ἔδεσαν μία πέτρα στὸν λαιμό, τὸν κρέμασαν ἀνάποδα σὲ ξύλο, ἄναψαν φωτιὰ καὶ τὸν κάπνιζαν μέχρι τὸ βράδυ ποὺ τὸν ἔκλεισαν πάλι στὴν φυλακή.
.             Τὴν ἑπομένη, τὸν ἔρριξαν σὲ ἕνα φοβερὸ χαλκούργημα, ὅπου κυριολεκτικὰ κατακόπηκε τὸ σῶμα του ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν σπαθιῶν καὶ μαχαιριῶν ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ. Σ’ αὐτὴ τὴν φρικτὴ κατάσταση ἔθεσαν σὲ λεκάνη πλέον τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου καὶ τὸν ἔκλεισαν πάλι στὴν φυλακή. Τὴν νύκτα ὅμως αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ σαρκωθεὶς Χριστός, μέσα σὲ φῶς οὐράνιας δόξας, στάθηκε δίπλα του καὶ τοῦ εἶπε: «Ἔχε θάρρος Γεώργιε! Δὲν ἔφθασε ὁ καιρὸς τῆς μεταστάσεώς σου. Πρέπει νὰ ἀνταγωνιστεῖς ἀκόμη τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς, μέχρι νὰ καταβάλεις τὴν ἀσέβειά τους. Καὶ πολλὰ πλήθη πιστῶν θὰ μοῦ προσφέρεις· καὶ μετὰ θὰ σὲ πάρω κοντά μου· θὰ σὲ ἐνδύσω μὲ τὴν στολὴ τῆς ἀφθαρσίας καὶ θὰ κατακοσμήσω τὸ κεφάλι σου μὲ ὁλόφωτο δοξασμένο στεφάνι τῆς δικῆς μου βασιλείας».
.             Ἡ παράδοξη αὐτὴ παρουσία τοῦ Κυρίου, τοῦ χάρισε αὐτομάτως πλήρη ὑγεία, τοῦ ἔδωσε εὐεξία καὶ χαρὰ ὑπερβάλλουσα, εἶδε φανερὰ μπροστά του μέσα στὸ γλυκύτατο φῶς σὰν ἀστραπή, τὸν Κύριο καὶ ἄκουσε τὰ γεμάτα γλυκύτητα λόγια Του, ἔγινε κοινωνὸς τῆς δόξας ποὺ τοῦ ὑποσχέθηκε, προσέπεσε στὰ πόδια Του εὐχαριστώντας μὲ δάκρυα τὴν τόση πολλὴ πατρικὴ προστασία Του. Ὁ Κύριος ὅμως γεμάτος ἀγάπη τὸν ἀνασήκωσε, τὸν εὐλόγησε μὲ τὸ δεξί Του χέρι καὶ τοῦ εἶπε: «Ἔχε ἀνδρεία Γεώργιε· νίκησε μέχρι τέλους τὴν μανία τῶν βασιλέων». Αὐτὰ εἶπε καὶ ἐξαφανίστηκε. Ὁ μάρτυς ὅμως μέσα στὴν φυλακή, ἦταν ὅλος μέσα στὸ φῶς καὶ στὴν χαρὰ καὶ ἡ ἀγαλλίαση ποὺ τοῦ ἄφησε ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ἦταν ἀνέκφραστη.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Ζ´] «Τί παραλογισμός, τί τύφλωση, τί παράνοια εἶναι αὐτή, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖτε νὰ δεχθεῖτε τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία;»

, , ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Ε´]

Μοναχοῦ Ἀρσενίου Βατοπαιδινοῦ
Εἰς τὸν Βίον
τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου [Ε´]

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/27/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-3/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/01/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-4/

.          Ἔβλεπε κανεὶς τὴν προθυμία τοῦ μάρτυρα, διέκρινε τὸν θεϊκό του ζῆλο, ἀλλὰ ἀδυνατοῦσε πρὸς στιγμὴν νὰ περπατήσει ἀπὸ τοὺς πόνους. Τότε μὲ ρόπαλα τὸν κτυποῦσαν νὰ περπατήσει· δάκρυα ξεπήδησαν ἀπὸ τὰ μάτια του. «Τρέχε Γεώργιε», εἶπε καὶ ταυτόχρονα ψέλλισε: «Κύριε, Κύριε σῶσε με στὴν θλίψη μου. Ἐσὺ εἶσαι ἡ καταφυγή μου, γιὰ τὸ ὄνομά σου πάσχω. Γνωρίζεις τὴν προθυμία τῆς ψυχῆς μου καὶ τοῦ σώματός μου τὴν ἀδυναμία. Μὴ μὲ ἐγκαταλείπεις, νὰ μὴν ποῦν οἱ ἄθεοι αὐτοί, ποῦ εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου; Νὰ μὴν πεῖ ὁ διάβολος ὅτι ἔγινε ἰσχυρότερος ἀπὸ Σένα». Καὶ πάλι ἀπάντηση μὲ φωνὴ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴν ψυχή του: «Θάρρος Γεώργιε, μαζί σου εἶμαι». Ἄκουσε τὴν φωνὴ αὐτὴ καὶ ταυτόχρονα πῆρε πνευματικὴ δύναμη, ὥστε νὰ περπατήσει μέχρι τὴν φυλακὴ μὲ τὰ φοβερὰ αὐτὰ ὑποδήματα.
.          Καὶ πάλι τὸ πρωΐ στὸ δικαστικὸ βῆμα ὁ βασιλιὰς τοῦ εἶπε: «Μὲ πολὺ θράσος ὑπομένεις τὰ βάσανα· μέχρι πότε θὰ ἀντέξεις;». Καὶ ὁ Γεώργιος τοῦ εἶπε: «Ἐγὼ βέβαια, δέχομαι ἀντιλήψεις τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ μου καὶ κάνω ὑπομονὴ μὲ τὴν δύναμή του, ἔτσι ποὺ τὰ βασανιστήριά σου νὰ τὰ θεωρῶ παιχνίδια μικρῶν παιδιῶν. Ἐσὺ ὅμως εἶσαι πνευματικὰ τυφλὸς καὶ παιχνίδι στὰ χέρια τῶν δαιμόνων· ποιὰ εἶναι ἡ ἐλπίδα σου νὰ λατρεύεις ἀναίσθητα καὶ κωφὰ ξόανα γιὰ θεούς; Καλύτερα νὰ ντρέπεσαι νὰ ὀνομάζεις θεοὺς αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν μὲ πορνεῖες καὶ φόνους καὶ τώρα βρίσκονται στὴν ἄσβεστη φωτιά, ποὺ περιμένει κι ὅσους τοὺς σέβονται».
.          Πάλι ντροπή, ἔκπληξη καὶ θυμὸς ἀκολούθησαν τὰ λόγια του μάρτυρος καὶ διαταγὲς νὰ τὸν μαστιγώνουν μὲ νεῦρα βοδιῶν καὶ νύχια σιδερένια νὰ ξεσχίζουν τὶς σάρκες του. Ἀλλὰ αὐτὸς ἦταν ἔμπλεως θείας Χάριτος καὶ φαινόταν σὰν νὰ ἔπασχε κάποιος ἄλλος. .          Ὁ Μαγνέντιος ὑποκρινόμενος φιλανθρωπία, ζήτησε νὰ κατεβάσουν τὸν Γεώργιο ἀπὸ τὸ ξύλο τοῦ μαρτυρίου, τὸ ὁποῖο ἀφοῦ ἔγινε, τοῦ εἶπε: «Ἐὰν θέλεις, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία σου νὰ γίνουμε Χριστιανοί, δεῖξε μας ἕνα θαῦμα. Βλέπεις ἐκείνους τοὺς τάφους; Ἀνάστησε ἕναν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ θὰ πιστέψουμε στὸν Θεό σου».
.          Ὁ Γεώργιος τοῦ εἶπε: «Στὸν Θεό μου, ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα “ἐκ τοῦ μὴ ὄντος”, εἶναι εὔκολο νὰ ἀναστήσει καὶ τὸν νεκρό, ἀλλὰ τὸ σκοτάδι τῆς ἀσεβείας σᾶς σκεπάζει καὶ εἶστε μεθυσμένοι ἀπὸ τὴν ἀπάτη τοῦ ἐχθροῦ. Κι αὐτὸ τὸ θαῦμα θὰ γίνει, καὶ πάλι ἄπιστοι θὰ μείνετε. Ἀλλ’ ἐγὼ γιὰ τὸν κόσμο ποὺ εἶναι γύρω μας, θὰ παρακαλέσω τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, νὰ κάνει αὐτὸ τὸ θαῦμα μπροστὰ στὰ μάτια σας». Γονάτισε κι ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς προσευχήθηκε: «Χριστὲ Βασιλεῦ, ποὺ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ἀνέχθηκες Σταυρὸ καὶ ὑπέμεινες ἐπονείδιστο θάνατο· Ἐσὺ ποὺ θέλεις ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦν καὶ νὰ ἔλθουν σὲ ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειάς Σου· Ἐσὺ ποὺ μὲ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους Σου ἐμεγάλυνες τὴν παρουσία Σου μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἐργάστηκες δι’ αὐτῶν, γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν πεπλανημένων λαῶν· Αὐτὸς καὶ τώρα ἄκουσε τὴν προσευχή μου καὶ ἀνάστησε ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς νεκρούς, γιὰ τὴν δόξα τοῦ προσκυνητοῦ Σου Ὀνόματος καὶ τοῦ συνανάρχου Σου Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
.          Τελείωσε τὴν προσευχή του καὶ ἰσχυρὸς σεισμὸς ἔγινε· σωρὸς ἀπὸ χώματα μετακινήθηκε καὶ ἐμφανίστηκε κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν πεθάνει ἀπὸ παλιά. Τὸ πλῆθος ἔμεινε ἄναυδο! Ὁ νεκρός, ζωντανὸς πλέον, διέσχισε τὸ πλῆθος καὶ ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Μάρτυρος λέγοντας: «Σὲ παρακαλῶ, δοῦλε τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ, δῶσε μου τὴν ἐν Χριστῷ σφραγίδα (δηλ. τὸ Βάπτισμα)». Κι ὁ Γεώργιος τοῦ εἶπε: «Ἐὰν πιστεύεις στὸν Θεὸ ποὺ σοῦ ξανάδωσε τὴν ζωή, θὰ σωθεῖς». Κι αὐτός: «Πιστεύω –εἶπε– στὸν Χριστό, τὸν μεγάλο Θεό· Αὐτὸν ποὺ μόλις μὲ τὴν προσευχή σου ἀπὸ τοὺς νεκροὺς μὲ ἀνέστησε». Ἀλλ’ ὁ βασιλιὰς καὶ οἱ γύρω ἀπὸ αὐτόν, γεμάτοι ἔκπληξη, γρήγορα ρωτοῦσαν: «Πές μας τὸ ὄνομά σου· μὲ ποιό τρόπο ἔζησες καὶ πότε;». Κι αὐτός: «Τὸ ὄνομά μου εἶναι Τωβίδ, ἱερέας δὲ τῶν ψεύτικων θεῶν ἤμουν καὶ πέθανα πρὶν τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ παραπέμφθηκα στοὺς τόπους τῆς αἰώνιας κολάσεως μὲ τοὺς ὁμοίως ὑποδουλωμένους στὴν πλάνη μου». Κι ὁ Γεώργιος: «Σὲ σένα μιλῶ, ποὺ ἐπανῆλθες παράδοξα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴν ζωή. Πήγαινε σὲ ἕναν ποταμό, κατάδυσε τὸν ἑαυτό σου τρεῖς φορὲς μέσα στὰ νερά, στὸ Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθαρίσου στὸ θεῖο αὐτὸ λουτρὸ καὶ πήγαινε χαρούμενος στὸν παράδεισο μὲ ὅποιον τρόπο γνωρίζει ὁ Κύριος». Ἦταν φυσικό, μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονός, νὰ πιστέψουν πλῆθος κόσμου καὶ στρατιωτῶν στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, θαυμάζοντας τὴν δύναμή Του.
.          Ὁ σκληροτράχηλος ὅμως καὶ ἀλαζόνας Διοκλητιανός, βλέποντας τί ἔγινε, γεμάτος ἀπὸ ἀκάθεκτη μανία εἶπε: «Μὰ τοὺς Θεούς, ὁ Γεώργιος εἶναι μάγος καὶ παρουσίασε σὲ σχῆμα ἀνθρώπου κάποιο πνεῦμα γιὰ νὰ ἐξαπατήσει τοὺς ἀφελεῖς». Κοιτώντας αὐτὸν καὶ τοὺς περὶ αὐτόν, λυπημένος ὁ Γεώργιος εἶπε: «Ἀλλοίμονο στὴν ἀφροσύνη καὶ τὴν ἀνοησία σας· μὲ τόση πείρα γευθήκατε καὶ εἴδατε τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ μου καὶ ἀκόμα τολμᾶτε νὰ βλαστημᾶτε; Φαντασία θεωρεῖτε αὐτὸ τὸ τεράστιο γεγονὸς τῆς δυνάμεώς Του; Ἂς μὴν ἀπατᾶσθε· οἱ πονηρὲς φαντασίες δὲν ἀντέχουν οὔτε τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ!».
.          Ὁ βασιλιὰς ἔστειλε σιδηροδέσμιο τὸν Γεώργιο πάλι στὴν φυλακὴ κι αὐτὸς γεμάτος ντροπὴ πῆγε στὸ παλάτι.
.          Τὸ ὑπερφυὲς ὅμως γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως τοῦ νεκροῦ, διαφημίστηκε σὲ κάθε πόλη καὶ χώρα, ὥστε σὰν ποτάμια ὁ κόσμος ἔτρεχε στὴν φυλακή, ἔδιναν χρήματα καὶ δῶρα στοὺς δεσμοφύλακες γιὰ νὰ δοῦν τὸν Γεώργιο καὶ ν’ ἀκούσουν τὴν διδασκαλία του. Ταυτόχρονα πολλοὶ ἄρρωστοι γίνονταν ὑγιεῖς –ὅπως τὴν ἐποχὴ τῶν Ἀποστόλων– πράγμα ποὺ χαροποιοῦσε τὸ πλῆθος καὶ πίστευαν· καὶ ἡ πίστη στὸν Χριστὸ ἐξαπλωνόταν.
.          Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη οἱ ἀγρότες χρησιμοποιοῦσαν τὰ βόδια γιὰ τὸ ὄργωμα καὶ τὶς μεταφορές. Ἕνας ἀγρότης μὲ τὸ ὄνομα Γλυκέριος, ἔφθασε πονεμένος στὴν φυλακή, διότι ψόφησε τὸ βόδι του καὶ παρακαλοῦσε τὸν Γεώργιο λέγοντας: «Κύριε τὸ βόδι αὐτό, μοῦ ἦταν τόσο χρήσιμο· ζοῦσα ἀπ’ αὐτὸ καὶ πρὶν ἀπὸ λίγο ξεψύχησε». «Ἐὰν πιστεύεις στὸν Θεό μου, θὰ ἀναστηθεῖ τὸ ζῶο σου», τοῦ εἶπε ὁ Γεώργιος καὶ βεβαιώνοντας ὁ Γλυκέριος ὅτι πιστεύει, ὁ Γεώργιος τοῦ εἶπε: «Πήγαινε καὶ θὰ τὸ βρεῖς ὑγιές». Πράγματι, ἔτσι συνέβη! Ὅμως, ἐνῶ ὁ Γλυκέριος ἔγινε ἀπόστολος τοῦ γεγονότος, ἀμέσως τὸν συνέλαβαν οἱ στρατιῶτες καὶ τὸν παρέστησαν στὸν βασιλιά, ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ τὸν κατακόψουν μεληδόν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [ϛ´] 

, , ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Δ´] «Ἂς ξεχάσουμε τὶς πλάνες τῶν εἰδώλων. Ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου εἶναι ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς ἀνάμεσά μας»

Μοναχοῦ Ἀρσενίου Βατοπαιδινοῦ
Εἰς τὸν Βίον
τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου [Γ´]

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/27/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-3/

.          Ἦταν τόσο μεγάλη καὶ ἔνδοξη ἡ παρουσία τοῦ οὐράνιου συμπαραστάτη, ποὺ γέμισε τὴν ψυχή του μὲ οὐράνια χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Τὸν θεῖο ἔρωτα ποὺ μυστικὰ ζοῦσε μέσα στὴν ψυχή του, ὄχι μόνο ἐπιβεβαίωσε ἡ οὐράνια αὐτὴ παρουσία, ἀλλὰ πολλαπλασίασε ἀπείρως κατὰ τὴν πίστη καὶ τοὺς ἀγῶνες του. Αὐτὲς οἱ παρουσίες, καθὼς καὶ κάθε παράκληση τῆς θείας Χάριτος δὲν ξεχνιοῦνται ποτέ, ὥστε νὰ μπορεῖ ὁ ἀγωνιστὴς τῆς εὐσεβείας νὰ τὶς φέρνει στὴν μνήμη του καὶ νὰ ἐνδυναμώνει τὴν ψυχή του μὲ τὴν πίστη, τὶς ὧρες ποὺ ὁ Κύριος ἐπιθυμεῖ νὰ δοθεῖ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν καὶ ἡ δική τους προσωπικὴ κατάθεση στὴν προθυμία τῆς ἀγάπης καὶ τῆς θυσίας.
.          Μὲ ἄνεση, μόνος καὶ πάλι, ξεκίνησε γιὰ τὸ ἑπόμενο ἀγώνισμα. Ἡ ψυχή του ἦταν ἤδη στὸν οὐρανό, ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς συνανθρώπους του μεγάλη καὶ ὁ πόθος νὰ δώσει καὶ πάλι τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στοὺς συνανθρώπους του, τὸν ἔκαναν νὰ φύγει ἀμέσως γιὰ τὰ βασίλεια, ὅπου ἔμαθε ὅτι ὁ αὐτοκράτορας θυσίαζε στὸν ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνα, περικυκλωμένος ἀπὸ τὸ συνωστισμένο πλῆθος.
.          Φλεγόμενος ἀπὸ τὸν πόθο νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἔσπρωχνε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τὸ πλῆθος γιὰ νὰ φθάσει γρήγορα μπροστὰ στὸν βωμὸ ποὺ ἦταν ὁ αὐτοκράτορας. Ἔκπληξη καὶ ταραχή, ὄχι λίγη, προκάλεσε ἡ παρουσία του. Ἡ τελετὴ σταμάτησε, ἀνησυχία μὲ ἀπορία δημιουργήθηκε καὶ ὁ Γεώργιος σὰν νὰ παράβλεπε τὸν αὐτοκράτορα, εἶπε πρὸς τὸ πλῆθος: «Γιατί φίλοι θυσιάζετε τὶς ψυχές σας στοὺς δαίμονες; Μέχρι πότε θὰ βρίσκεστε στὸ σκοτάδι τῆς ἀθεΐας, ἑκουσίως θὰ κλείνετε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς σας καὶ δὲν θέλετε νὰ κοιτάζετε στὸ φῶς τὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης Χριστό; Ἐλᾶτε κοντά Του, νικῆστε τὸν θάνατο, ἀτενίστε στὸ ἄχρονο φῶς, γίνετε παιδιὰ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἡμέρας. Δαίμονες σκοτεινοὶ εἶναι τὰ σεβάσματά σας καὶ στὴν αἰώνια φωτιὰ θὰ σᾶς στείλουν. Θεὸς ἀληθινὸς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Θεός μου, ὁ ὁποῖος θὰ συνδοξάσει καὶ θὰ χαρίσει αἰώνια ζωή, σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸν πιστεύουν». Στὴν συνέχεια στράφηκε πρὸς τὸν βασιλιὰ καὶ τοῦ εἶπε: «Πρόσεξέ με καλὰ βασιλιὰ καὶ ταυτόχρονα πίστεψε στὸν Θεό μου, ποὺ μὲ ἔσωσε ἀπὸ τὸ μηχάνημά σου ποὺ κατασκεύασες γιὰ νὰ μὲ θανατώσεις».
.          Ἡ δόξα τοῦ προσώπου τοῦ Γεωργίου ποὺ ἔλαμπε ἀπὸ τὸ θεϊκὸ φῶς, ἡ ἐπίγνωση τοῦ φρικτοῦ μαρτυρίου ποὺ ὁ ἴδιος ὁ βασιλιὰς παρακολούθησε, δὲν τὸν ἄφηναν νὰ πιστέψει ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Γεώργιος. «Ποιός εἶσαι ἄνθρωπε»; εἶπε σὰν ναρκωμένος. «Ποιός εἶσαι ποὺ τόλμησες νὰ προκαλέσεις τόση ταραχὴ τὴν ὥρα τῆς θυσίας»; Καὶ ὁ Γεώργιος εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Γεώργιος ποὺ σᾶς ἔχω ἤδη μιλήσει γιὰ τὴν ἀληθινὴ πίστη, ἀλλὰ κι αὐτὴ τὴν στιγμή, βεβαιώνω τὴν δύναμη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ μου μὲ τὴν ζωντανὴ παρουσία μου. Ὁ Θεός μου σώζει αὐτοὺς ποὺ τὸν πιστεύουν, ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀνόμων ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸν ἴδιο τὸν θάνατο καὶ ἀπὸ κάθε θάνατο».
.          Ὁ βασιλιὰς τὸν πρόσεχε καλύτερα καὶ ἔλεγε: «Μήπως εἶναι τὸ φάντασμά του καὶ μᾶς κοροϊδεύει»; Κι ὁ Μαγνέντιος ἔλεγε: «Ὄχι κάποιος ἄλλος θὰ εἶναι ποὺ τοῦ μοιάζει». Πῶς μποροῦσαν νὰ πιστέψουν ὅτι ὁ Γεώργιος μετὰ ἀπὸ τέτοιο φρικιαστικὸ θάνατο ἦταν ζωντανὸς καὶ ὑγιὴς μπροστά τους σὲ διάστημα λίγων ὡρῶν, καὶ ἐνῶ αὐτοὶ θυσίαζαν γιὰ νὰ γιορτάσουν τὴν νίκη τους; Ὁ Γεώργιος διέκοψε καὶ πάλι τὴν ἀπορία τους καὶ εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Γεώργιος, ὁ δοῦλος καὶ φίλος τοῦ Χριστοῦ μου. Μὴν ἀμφιβάλλετε μεταξὺ σας γιὰ μένα· καλύτερα πιστέψτε χωρὶς ἐνδοιασμούς, γιατί εἶναι παντοδύναμος καὶ τοὺς νεκροὺς ἀκόμη ζωοποιεῖ καὶ τοὺς χαρίζει τὴν ἀνάσταση».
.          Οἱ ἡγεμόνες ἔμειναν ἐμβρόντητοι. Οἱ στρατηλάτες τους ὅμως Ἀνατόλιος καὶ Πρωτολέων ποὺ εἶχαν παρακολουθήσει τὰ γενόμενα μὲ πολὺ πλῆθος κόσμου, ἔλεγαν μεταξύ τους ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Γεώργιος καὶ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἀληθινὸς Θεός. Αὐτὴ ἡ ὁμολογία τους ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ διατάξει ὁ βασιλιὰς νὰ ἀποκεφαλιστοῦν, μὲ ὅσους πίστεψαν, ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, πράγμα ποὺ ἔγινε.
.          Ὅμως καὶ ἡ γυναίκα τοῦ βασιλιᾶ, ἡ αὐτοκράτειρα Ἀλεξάνδρα, ποὺ εἶχε παρακολουθήσει τὰ γεγονότα, εἶπε πρὸς τὸν βασιλιά: «Κι ἐγὼ πιστεύω τὸν Χριστὸ σὰν Θεό, ὅπως ὁ Γεώργιος μᾶς εἶπε». Κι ὁ Μαγνέντιος τῆς εἶπε: «Γιατί καταφρονεῖς τοὺς θεοὺς γιὰ χάρη ἑνὸς σταυρωμένου ἀνθρώπου»; Βέβαια ἦταν γνωστὸ σ’ αὐτοὺς καὶ οἱ ἴδιοι τὸ ἐφάρμοζαν, νὰ σκοτώνουν δηλαδή, μεταξὺ τῶν ἄλλων, τοὺς κακούργους μὲ σταυρικὸ θάνατο. Ἡ Ἀλεξάνδρα τοῦ εἶπε: «Ἀνώτερα πράγματα μᾶς ἔδειξε ὁ Γεώργιος γιὰ τὸν Ἐσταυρωμένο· οἱ θεοί σας εἶναι ἄξιοι κάθε καταφρονήσεως».
.          Πολλὲς συγχρόνως συγκλητικὲς γυναῖκες πίστεψαν, βλέποντας τὴν πνευματικὴ δόξα τοῦ Γεωργίου καὶ τὸ θάρρος τῆς βασίλισσάς τους. Τότε ὁ βασιλιὰς διέταξε ἀμέσως νὰ ρίξουν τὸν Γεώργιο μέσα σὲ λάκκο μὲ σβησμένο ἀσβέστη, ὥστε ἀφοῦ μείνει τρεῖς μέρες ἐκεῖ, νὰ μὴ βρεθοῦν οὔτε τὰ ὀστᾶ του.
.          Ἔγινε ὅπως διέταξε, καὶ οἱ φύλακες φρουροῦσαν τὸν λάκκο. Πέρασαν τρεῖς μέρες καὶ ὁ βασιλιὰς διατάζει νὰ πετάξουν ὅτι ἀπέμεινε ἀπὸ τὰ ὀστᾶ του γιὰ νὰ μὴν τὰ προσκυνοῦν οἱ Χριστιανοί. Πλῆθος ὅμως κόσμου περικύκλωσε τὸν λάκκο περιμένοντας μὲ ἀγωνία νὰ δοῦν τί ἀπέγινε ὁ Γεώργιος. Τὸν εἶχαν δεῖ τόσες φορὲς νὰ νικάει τὸν θάνατο, ποὺ μέσα τους πίστευαν ὅτι πάλι ζωντανὸ θὰ τὸν δοῦν. Κι ἔτσι ἔγινε! Ὁ Γεώργιος ἦταν τελείως ὑγιὴς καὶ δοξασμένος, ποὺ προκάλεσε τὰ πλήθη σὲ ζητοκραυγές, σὰν νὰ παρακολουθοῦσαν πλέον ἕναν τιτάνιο ἀγώνα μεταξὺ ζωῆς καὶ θανάτου, Χριστοῦ καὶ δαιμόνων, τοῦ Γεωργίου καὶ τοῦ βασιλιᾶ ὡς ἐκπροσώπων τους.
.          Ἡ φήμη διαδόθηκε γρήγορα. Ἡ βασίλισσα, γεμάτη ἀπὸ θεϊκὸ ἔρωτα, κατέφθασε στὸν τόπο καὶ κήρυττε ἄφοβα τὸν Χριστὸ σὰν ἀληθινὸ Θεό. Καὶ ἀπὸ τὸν λαό, ὅλο καὶ περισσότεροι πίστευαν.
.          Ὁ βασιλιὰς ζήτησε νὰ τοῦ φέρουν τὸν Ἅγιο καὶ τοῦ εἶπε: «Εἶμαι σὲ ἀπορία, ποιός ἐπιτέλους σὲ κρατάει ζωντανό;». «Γνωρίζω –εἶπε ὁ Γεωργιος– ὅτι ἂν σᾶς πῶ τὴν ἀλήθεια δὲν θὰ πιστέψετε. Ἡ Θεία Γραφὴ λέει γιὰ σᾶς ὅτι ἡ σοφία σὲ κακότεχνη ψυχὴ δὲν εἰσέρχεται. Γι’ αὐτοὺς ὅμως ποὺ εἶναι γύρω ἀπο σᾶς καὶ πιστεύουν, θὰ πῶ ὅτι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, μὲ φυλάει ἀπὸ κάθε βάσανο, ὅπως φυλάει καὶ κάθε πιστό. Νὰ λοιπόν, σᾶς τὸ ξαναλέω!».
.          Ἀποροῦσε ὁ βασιλιὰς μὲ ποιὸ φρικτὸ θάνατο, θὰ μποροῦσε νὰ νικήσει ἐπιτέλους τὸν «ἀθάνατο» αὐτὸ νεαρό, ποὺ τὸν εἶχε ρεζιλέψει τόσες φορές. Ξεπήδησε τότε ἕνας μάγος ποὺ λεγόταν Ἀθανάσιος καὶ εἶπε στὸν βασιλιά, προκειμένου νὰ ἀποσπάσει τὴν εὔνοιά του: «Διάταξε βασιλιᾶ, νὰ τὸν ποτίσω ἕνα δηλητηριῶδες ποτὸ ποὺ μόλις τὸ πιεῖ, θὰ κοποῦν τὰ σπλάγχα του καὶ μὲ φρικτοὺς πόνους θὰ πεθάνει μπροστά μας». «Κάνε γρήγορα –τοῦ λέγει ὁ βασιλιάς– διότι μὲ ἔχει ταλαιπωρήσει μὲ τὰ περίεργα ποὺ κάνει. Καὶ γιὰ νὰ βεβαιωθοῦμε γιὰ τὴν ἐνέργεια τοῦ δηλητηρίου ποὺ λές, νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν φυλακὴ ἕνας κακοῦργος καὶ νὰ πιεῖ ἀμέσως ἀπὸ αὐτό, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦμε μήπως κι ἐσὺ κάνεις κάτι ὑπὲρ τοῦ Γεωργίου». Πότισαν τὸν κακοῦργο καὶ σχεδὸν ἀμέσως ἔπεσε σπαράζοντας στὴν γῆ, ἄφριζε καὶ ἔβγαζε αἷμα ἀπὸ τὸ στόμα, μέχρι ποὺ πέθανε ἐλεεινὰ μέσα σὲ ἀφόρητους πόνους.
.          Χάρηκε ὁ Διοκλητιανὸς καὶ εἶπε στὸν Γεώργιο: «Ἔφθασε ὁ καιρὸς τοῦ θανάτου σου ἄθλιε. Τώρα θὰ ἐλεγχθοῦν οἱ προηγούμενες μαγεῖες σου». Διατάζει τὸν Ἀθανάσιο νὰ δώσει στὸν Γεώργιο τὸ φάρμακο. Ὅλοι κοίταζαν μὲ φόβο καὶ λύπη πρὸς τὸν μάρτυρα. Αὐτὸς ὅμως ἅρπαξε κυριολεκτικὰ τὸ δηλητήριο, τὸ σταύρωσε μὲ πίστη καὶ θάρρος καὶ εἶπε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐσὺ ποὺ εἶπες σ’ αὐτοὺς ποὺ Σὲ πιστεύουν, ὅτι κι ἂν ἀκόμα πιοῦν κάτι θανατηφόρο δὲν θὰ τοὺς βλάψει, δεῖξε καὶ τώρα τὴν δύναμή σου». Ἤπιε ὅλο τὸ δηλητήριο ὅπως κάποιος πολὺ διψασμένος πίνει νερὸ καὶ ἐνῶ περίμεναν ὅλοι νὰ πάθει ὅ,τι καὶ ὁ κακοῦργος, ὁ Γεώργιος εἶπε: «Μάταια κουράζεσαι βασιλιά! Μάθε ὅτι οὔτε δηλητήρια, οὔτε φωτιὰ καὶ θηρία, οὔτε τροχοὶ καὶ μαστίγια, οὔτε ὁποιοδήποτε ἄλλο μαρτύριο ἐπινοήσεις, θὰ μὲ χωρίσει ἀπὸ τὸν Χριστό μου».
.          Ὁ Ἀθανάσιος καὶ πολὺ πλῆθος κόσμου, βλέποντας τὸν κακοῦργο νεκρὸ καὶ τὸν Γεώργιο ὑγιέστατο νὰ μιλάει μὲ τέτοια ἀφοβία στὸν βασιλιά, εἶπαν: «Ἀλήθεια, τί ἄλλο εἶναι αὐτό, παρὰ παρουσία τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔσωσε τὸν Γεώργιο. Ἂς ξεχάσουμε τὶς πλάνες τῶν εἰδώλων. Ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου εἶναι ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς ἀνάμεσά μας».
.          Ὁ θυμὸς τοῦ βασιλιᾶ ξεπέρασε κάθε ὅριο. Διατάζει πάραυτα τὸν θάνατο τοῦ Ἀθανασίου καὶ ὅσων τόλμησαν νὰ ποῦν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς καὶ γυρνώντας μανιασμένος λέει στὸν Γεώργιο: «Ἐγὼ θὰ διαλύσω τὰ σοφίσματα καὶ τὶς μαγεῖες σου». Διέταξε τότε νὰ φέρουν σιδερένια παπούτσια γεμάτα καρφιά, τὰ ἔκαψαν ἰσχυρὰ στὴν φωτιά, τὰ φόρεσαν μὲ μανία στὰ πόδια τοῦ Γεωργίου, κρατώντας τα μὲ λαβίδες καὶ τὸν ἔστειλε νὰ κλειστεῖ στὴν φυλακή.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Γ´] «Ἐκεῖ ποὺ οἱ αὐτοκράτορες νόμιζαν ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς θὰ χαθεῖ, χιλιάδες καὶ μυριάδες πιστοὶ ξεφύτρωναν, ἀπὸ τὴν ἔμπρακτη ὁμολογία τῶν μαρτύρων καὶ τὰ θαυμαστὰ γεγονότα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴν μαρτυρία τους».

Μοναχοῦ Ἀρσενίου Βατοπαιδινοῦ
Εἰς τὸν Βίον
τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου [Γ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/23/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/24/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-2/

.          Ὅμως μετὰ τὸν διασυρμό, τὸ μαστίγωμα καὶ τὶς τόσες ἄλλες δυσκολίες, τὴν ὥρα τῆς Σταυρώσεώς Του, ὅταν παρέδωσε τὸ Πνεῦμά Του, σαλεύθηκε ἡ γῆ, ὁ ἥλιος ἔχασε τὸ φῶς του, οἱ δίκαιοι νεκροὶ ἀναστήθηκαν καὶ μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες νικήθηκε μέχρι τέλους ὁ θάνατος. Ὁ Ἰησοῦς ὁ Θεὸς ἀναστήθηκε, τὸ μαρτυροῦσε ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ κατοικοῦσε πλούσια στὴν καθαρή του καρδιά. Θεουργικὸς ἔρωτας προσέθετε πάνω στὴν ἀνδρεία του ψυχὴ τὴν δύναμη ποὺ χρειαζόταν νὰ ὁμολογήση καὶ ἐκεῖνος γιὰ τὸν σαρκωθέντα Ἰησοῦ, νὰ μιμηθεῖ τὸ πάθος Του, νὰ βρεθεῖ κοντὰ στὸν ἀγαπημένο, ποὺ πρῶτος ἔπαθε γι’ αὐτόν, γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τὸν παρότρυνε «μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ σκοτώνουν τὸ σῶμα, δὲν μποροῦν ὅμως νὰ σκοτώσουν τὴν ψυχὴ» καὶ ὅποιος «μέσα στὴν δική μου Χάρη μὲ ὁμολογήσει ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἄνθρωπο μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω κι ἐγὼ μέσα στὴν ἴδια ὕπαρξή του, μπροστὰ στὸν Οὐράνιο Πατέρα μου».
.          Παρουσία φωτὸς ἀρρήτου, ἔρωτας γλυκύτατος, ἔπαψαν οἱ αἰσθήσεις οἱ γήϊνες, ἡ πρόσκληση ἦταν βεβαία. Ὁ Ἰησοῦς σὰν φίλος καὶ ἀγαπητός, καλοῦσε τὸν Γεώργιο κοντά Του· πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἀρνηθεῖ τέτοια πρόσκληση; Δάκρυα χαρᾶς, αἴσθηση μεγάλης ταπεινώσεως, πρόσκληση σ’ αὐτὸν τὸν θνητὸ Γεώργιο ἀπὸ τὸν οὐράνιο Φίλο στὸ ἀξίωμα τῆς ἀθανασίας, στὸ χάρισμα τῆς υἱοθεσίας, συγκληρονόμος Χριστοῦ.
.          Πῆρε ἀμέσως τὴν ἀπόφαση, χάρισε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς πτωχούς, ἐλευθέρωσε τοὺς δούλους του. Ὁ πιὸ πιστὸς ἀπ’ αὐτούς, ποὺ ἦταν καὶ Χριστιανός, πληροφορήθηκε τί ἔμελλε νὰ κάνει ὁ κύριός του καὶ δὲν τὸν ἐγκατέλειψε, ἔμεινε κοντά του. Ἀπὸ αὐτὸν γνωρίζουμε τὸ μαρτύριό του.
.          Ἡ ὑπερηφάνεια –ὁ θεὸς τοῦ Διοκλητιανοῦ– μεγάλωνε, ἡ σύγχυση καὶ ἡ ταραχὴ στὸν λαὸ ἐπίσης. Ἡ ἀπόφαση νὰ μὴ μείνει κανένας Χριστιανὸς στὴν γῆ, ἔκανε τὸν Διοκλητιανὸ νὰ καλέσει μεγάλο ἀνοικτὸ συνέδριο μὲ πολλοὺς ἡγεμόνες, διοικητὲς καὶ στρατηλάτες –παρουσία καὶ τοῦ λαοὺ– καὶ νὰ ἀνακοινώσει ἀλαζονικὰ ὅτι θὰ γίνουν μεγάλες θυσίες στοὺς θεούς, ὅτι θὰ ἀφανιστεῖ ἀπὸ τὴν γῆ κάθε Χριστιανός. Ἐκεῖ βρισκόταν καὶ ὁ Γεώργιος, γιατί σὲ λίγο θὰ ἔπρεπε νὰ λάβει τὸ ἀξίωμα τοῦ στρατηλάτη.
.          Μπροστὰ στὰ πρόθυρα τῶν βασιλικῶν ἀνακτόρων πολλὰ βασανιστήρια ὄργανα καὶ μηχανήματα ἐκτέθηκαν καὶ δημιουργοῦσαν κατάπληξη στὸ νὰ τὰ βλέπει κανείς. Ὁ Γεώργιος κοντοστάθηκε, τὰ κοίταξε: «Αὐτὰ ἦταν λοιπὸν τὰ φόβητρα· πανάγαθε Χριστὲ Ἰησοῦ μου, βοήθησέ με» ψιθύρισε καὶ πάλι μὲ πίστη ἀτένισε στὸν Γολγοθά, στὸν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ. Δὲν ἦταν ἄπειρη ἡ ψυχή του ἀπὸ μάχες καὶ θανάτους, ἀφοῦ ἦταν ἀξιωματοῦχος τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατοῦ, ἐδῶ ὅμως ἀνοιγόταν στάδιο ἀγώνα κατὰ τοῦ θανάτου, μὲ θεωροὺς βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνες, τὴν ἀφρόκρεμα τῆς πόλης, τοὺς συστρατιῶτες του, τοὺς γνωστούς, τοὺς φίλους, μὲ θεωροὺς τοὺς οὐράνιους ἀγγέλους, τοὺς Ἁγίους, αὐτοὺς τοὺς ἴδιους τοὺς γονεῖς του, ποὺ προσεύχονταν γι’ αὐτὸν στὸν οὐράνιο Κύριο· θὰ ἦταν ἐπίσης καὶ ἡ παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου καὶ τῆς πανάχραντης Μητέρας Του.
.          Στὸ στάδιο εἶχε νὰ ἀγωνιστεῖ μὲ δύο ἐχθρούς. Τὰ παμπόνηρα πνεύματα τῆς πονηρίας ποὺ λυσσαλέα ἐπιζητοῦσαν τιμὲς θεῶν ἢ τέλος πάντων νὰ καταστρέψουν τὴν ψυχή του χωρίζοντάς την ἀπὸ τὸν Χριστό, καὶ μὲ τὸν ἀξιολύπητο ἐκεῖνο καὶ δυστυχῆ αὐτοκράτορα καὶ τοὺς ἡγεμόνες, ποὺ ἦταν αἰχμάλωτοι τῶν δαιμόνων. Ὄντως ψυχὲς γιὰ λύπηση!
.          Ἡ πολιτικὴ τοῦ αὐτοκράτορα εἶχε πετύχει. Οἱ Χριστιανοὶ ἦταν ἤδη ταλαιπωρημένοι. Ἐκεῖνος διασκέδαζε μὲ ἑορτὲς καὶ λατρεῖες τῶν θεῶν του, τὴν στιγμὴ ποὺ αὐτοὶ ἔκλαιγαν τοὺς νεκρούς τους καὶ ἀνέμεναν μὲ πόνο τὴν αὐριανὴ σύλληψή τους, χωρὶς νὰ ἔχουν κανένα ἀκόμα μεγάλο παράδειγμα ἀνδρείας καὶ ὁμολογίας, ὅπως ἄκουγαν πὼς συνέβαινε σὲ ἄλλες περιοχὲς ἢ λίγο πιὸ πρὶν μὲ ἄλλους μεγάλους μάρτυρες. Ἡ παρουσία τῶν μεγάλων μαρτύρων ἦταν ὑπέρτατο στήριγμα σ’ αὐτούς, γιατί ἐκτὸς ἀπὸ τὸ κουράγιο ποὺ ἔπαιρναν ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀνδρεία τους, ὁ Θεὸς συνόδευε τὴν μαρτυρία τους μὲ πολὺ θαυμαστὰ γεγονότα, ποὺ τοὺς μὲν βασιλεῖς ἐξέπλητταν, στοὺς Χριστιανοὺς ἐπιβεβαίωναν τὴν πίστη τους καὶ τοὺς ἐνθάρρυναν.
.          Πολλοὶ εἰδωλολάτρες ποὺ ἦταν καλόψυχοι πίστευαν στὸν Χριστὸ καὶ ἡ φήμη τῶν γεγονότων ἔφτανε μέχρι τὶς πιὸ ἀπομακρυσμένες πόλεις, ἀκόμη καὶ στὴν Ρώμη, ἔτσι ὥστε κε πο ο ατοκράτορες νόμιζαν τι Χριστιανισμς θ χαθε, χιλιάδες κα μυριάδες πιστο ξεφύτρωναν, π τν μπρακτη μολογία τν μαρτύρων κα τ θαυμαστ γεγονότα τς παρουσίας το Θεο στν μαρτυρία τους.
.          Στὸ συνέδριο οἱ πάντες συναινοῦσαν μὲ τὶς ἀπόψεις τοῦ βασιλιᾶ, λέγοντες: «Ἐμεῖς μέγιστε καὶ ἀήττητε βασιλιά, ἀναγνωρίζοντας πόσο μᾶς προστατεύεις καὶ μᾶς προνοεῖς, ἀποδεχόμαστε μὲ χαρὰ νὰ τιμήσουμε τοὺς θεούς μας μαζί σου. Συμφωνοῦμε ἐπίσης νὰ καταστρέφεται μὲ βάσανα ὅποιος ὀνομάζει τὸν ἑαυτὸ τοῦ Χριστιανό». Ἔτσι ἔλεγαν γιατί ἀπολάμβαναν τῆς τιμῆς, τῆς δόξας καὶ τῆς εὐπορίας, ποὺ ὁ Διοκλητιανὸς τοὺς χάριζε.
.          Ὁ Γεώργιος, μέχρι στιγμῆς, δὲν εἶχε πεῖ τίποτα. Ἔκρινε ὅμως ὅτι ἦταν ἡ καταλληλότερη στιγμὴ νὰ δώσει τὴν μάχη του. Κατ’ ἄνθρωπον φαινόταν τελείως μόνος· μέσα του ὅμως ὁ θεουργικὸς ἔρωτας μαρτυροῦσε ὅτι ὁ Κύριος ἦταν μαζί του. Εἶχε ἐξ ἄλλου ἐμπειρία μεγάλη στὴν ζωή του ἀπὸ τὴν προστασία ποὺ τοῦ παρεῖχε ὁ Κύριος, ὅταν σ’ ὅλες τὶς μάχες αὐτὸς ἔβγαινε νικητὴς καὶ σ’ ὅλες τὶς δύσκολες στιγμές, μὲ θαυμαστὸ τρόπο τὸν ἔσωζε ὁ Κύριος.
.          Ζήτησε τὸν λόγο ἀπὸ τὸν βασιλιά, προχώρησε μὲ παρρησία στὸ βῆμα. Ὅλων τὰ μάτια στράφηκαν πάνω του. Τί θὰ ἔλεγε ὁ νεαρὸς αὐτὸς κόμης μὲ τὸ ἀνδρεῖο καὶ εὐγενικὸ παράστημα μπροστὰ στὸν φοβερὸ αὐτοκράτορα, ποὺ μὲ ἕνα νεῦμα του καὶ μόνο μποροῦσε νὰ τοῦ ἀφαιρέσει τὴν ζωή, μπροστὰ σ’ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἦταν ἕτοιμοι νὰ κατασπαράξουν ὅποιον τοῦ ἀντιμιλοῦσε, μπροστὰ στοὺς τόσους ἡγεμόνες καὶ στρατηλάτες ποὺ τὸν ἔτρεμαν, μπροστὰ στὰ φοβισμένα μάτια τοῦ κόσμου;
.          «Μεγαλειότατε, δὲν θὰ σᾶς κουράσω! Παρακολουθῶ τὸν πόλεμο κατὰ τῶν Χριστιανῶν· τὸν θεωρῶ τελείως ἀνίερο. Ἡ εἰρήνη καὶ ἡ δικαιοσύνη ἀνάμεσα στὸν λαό, πρέπει νὰ ἐκπορεύεται ἀπὸ σᾶς ποὺ εἶστε οἱ κυβερνῆτές του. Ἐσεῖς ὅμως ἐναντίον δικαίων καὶ ἁγίων ἀνθρώπων κηρύξατε πόλεμο, γιατί πιστεύουν σ’ Αὐτὸν ποὺ δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ, χωρὶς νὰ ἔχουν πράξει κανένα κακό, ἀφοῦ οἱ ἐντολές Του εἶναι μόνο ἀρετές, μόνο ἀγάπη. Μεγαλειότατε, δὲν ἀνέχομαι νὰ μὴ λατρεύεται ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, νὰ πορεύεστε μέσα στὸ σκοτάδι, νὰ λατρεύετε ἀναίσθητα εἴδωλα καὶ δαίμονες γιὰ θεούς. Ἀκοῦστε με! Ἀφῆστε τὸ σκοτάδι! Ἐλᾶτε στὸ θεϊκὸ φῶς ποὺ εἶναι ἡ ἐπίγνωση Ἰησοῦ τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀξιωθεῖτε αἰώνια δόξα! Ἡ δόξα ποὺ ἔχετε τώρα, εἶναι πρόσκαιρη καὶ ματαία· σὰν χορτάρι θὰ μαραθεῖ κι εἶναι γιὰ μένα καλύτερο νὰ μὲ παραδώσετε σὲ μύριους θανάτους παρὰ νὰ ἀκούω τὶς βλασφημίες σας».
.          Ὁ βασιλιὰς ταράχθηκε, κοκκίνισε, θύμωσε, δὲν μποροῦσε νὰ μιλήσει. Ἔκανε νεῦμα στὸν ἡγεμόνα Μαγνέντιο νὰ μιλήσει, κι’ αὐτὸς εἶπε:

– Ποιό εἶναι τὸ ὄνομά σου, ποιός εἶσαι ποὺ μὲ τόσο θράσος ἀνέβηκες σ’ αὐτὸ τὸ φοβερὸ βῆμα γιὰ νὰ μιλήσεις ἔτσι μπροστὰ σ’ ὅλους μας;
– Τὸ πιὸ τίμιο ὄνομα ποὺ μοῦ προκαλεῖ χαρὰ καὶ δόξα εἶναι τὸ Χριστιανός. Τὸ ἀπὸ τὴν γέννησή μου Γεώργιος, ὅπως ὁ Θεός μου θέλησε.
– Καὶ γιὰ ποιά αἰτία παρουσιάστηκες σήμερα ἐδῶ στὸ μέγα τοῦτο κριτήριο;
– Ἡ ἀλήθεια μὲ παρότρυνε.
– Καὶ τί εἶναι ἀλήθεια;
– Ἡ ἀλήθεια εἶναι Χριστὸς ὁ Θεὸς ποὺ ἐσεῖς καταδιώκετε. Αὐτὸς ὅμως εἶναι Θεὸς ἀληθινὸς καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς ἀπὸ Αὐτὸν ἔχουν τὴν ἐξουσία, ἐνῶ τ σεβάσματά σας ξίζουν μόνο μπαιγμό, γιατί εναι μύθοι κα φεύρεση διαβολική, πο στέλνουν στν καταστροφ ατος πο σχολονται μ τν λατρεία τους.
.          Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀπάντηση, σύγχυση καὶ θόρυβος μεγάλος ἔγινε στὸ πλῆθος καὶ ὁ αὐτοκράτορας πρόσταξε τοὺς φύλακες νὰ κρατήσουν τὴν τάξη. Ἐπικράτησε σιγή. Ὁ Μαγνέντιος δὲν περίμενε τέτοιο θάρρος. Ὁ Διοκλητιανὸς παρακολουθοῦσε τὴν νεότητά του, τὴν συμμετρία τῶν μελῶν του, τὴν ὡραιότητα τοῦ προσώπου του, τὸ γεμάτο ἀνδρεία νεανικὸ παράστημά του, τὴν παρρησία του ποὺ δὲν ἔκρυβε κανένα φόβο καὶ σάστισε θαυμάζοντας. Μετὰ ὅμως μὲ ὑποκριτικὴ ἠρεμία εἶπε:
– Γεώργιε, ἐγὼ γνωρίζω γιὰ σένα ὅτι εἶσαι εὐγενής, ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια, μὲ συνετὴ σκέψη καὶ ἀνδρεία κοσμημένος, μὲ πολλὰ ἐπίσης ἀξιώματα ποὺ σοῦ χαρίστηκαν ἀπὸ τὴν βασιλεία μου, τὰ ὁποῖα πιστεύω ὅτι τὰ ἔλαβες ἀπὸ τὴν πρόνοια τῶν μεγάλων θεῶν. Μὴν εἶσαι ἀγνώμων καὶ ἀχάριστος πρὸς τοὺς εὐεργέτες. Προτιμῶ νὰ σοῦ μιλῶ πατρικὰ καὶ νὰ σοῦ παρουσιάσω πόσες ἀκόμα τιμὲς καὶ δόξες θὰ πάρεις, ἂν ἀφήσεις τὴν ἀνώφελη αὐτὴ πίστη καὶ θυσιάσεις στοὺς θεούς, παρὰ νὰ σοῦ ἐκθέσω πόσα βασανιστήρια καὶ ποιὰ ὀξύτατα βάσανα σὲ περιμένουν, ποὺ προκαλοῦν φρίκη μόνο στὸ ἄκουσμά τους.
– Οἱ τιμές σου βασιλιὰ καὶ οἱ ἀτιμίες δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν. Θὰ ἐξαφανιστοῦν κι αὐτὲς ὡς φθαρτές, ἀφοῦ κι ἐσὺ φθαρτὸς εἶσαι, κι ἐσὺ ποὺ αὐτὴ τὴν στιγμὴ φαίνεται ὅτι ὑποτάσσεις τὰ πάντα, μετὰ ἀπὸ λίγο δὲν θὰ ὑπάρχεις κι οὔτε ἴχνος ἀπὸ τὴν τωρινὴ εὐτυχία σου δὲν θὰ φαίνεται στὴν ζωὴ αὐτή. Γι’ αὐτὸ καλύτερα νὰ πιστέψεις στὸν ἀληθινὸ καὶ αἰώνιο Θεό μου, γιὰ νὰ σοῦ χαρίσει τὴν ἐπουράνια βασιλεία Του. Καὶ μὴν πιστεύεις ὅτι θὰ μὲ πείσεις νὰ θυσιάσω στοὺς δαίμονες, οὔτε νὰ ἀφήσω τὸ φῶς γιὰ χάρη τοῦ σκοταδιοῦ, γιατί ἡ σύνεση διδάσκει ἀπὸ τὸν θάνατο πρὸς τὴν ζωὴ νὰ ἐπιστρέφουμε.

.         Κι ὁ βασιλιὰς εἶπε:

– Κι ἔτσι ἁπλὰ καταστρέφεις τὴν νεότητά σου καὶ ἀφήνεις τὴν γλυκιὰ ζωὴ καὶ προτιμᾶς τὴν ἀπώλειά σου καὶ τὸν θάνατο;
– Δὲν εἶναι βασιλιὰ ὁ θάνατος αὐτὸς ἐδῶ ἀπώλεια, ἀλλὰ χαρά, γλυκύτητα, καὶ ἀγαλλίαση. Μ’ αὐτὰ ποὺ ἐσὺ νομίζεις θλιβερά, ἐμεῖς θὰ ἀπολαύσουμε τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ μακαριότητα κι ὅσα δὲν μπορεῖς νὰ φανταστεῖς ἀγαθά, ποὺ μᾶς ἑτοίμασε ὁ Θεός.

.          Ὁ βασιλιὰς ἐξοργίστηκε καὶ κοιτώντας τον θυμωμένος, φώναξε:

– Ἐγὼ θέλοντας νὰ σὲ σώσω καὶ νὰ σοῦ δώσω πολλὰ ἀγαθά, ἀνέχθηκα τὴν ἀναίδειά σου. Ἐσὺ ὅμως δὲν ὑπολογίζεις ὅσα σοῦ προσέφερα καὶ ὀνειροπολεῖς, ἀπὸ τὰ βάσανα ποὺ θὰ σοῦ δώσω, ὅτι θὰ κερδίσεις αἰώνια ἀγαθά. Πάρε λοιπὸν αὐτὰ ποὺ θέλεις καὶ νὰ δοῦμε ποιὰ εἶναι ἡ ἐλπίδα σου.
.          Καὶ ἀμέσως διέταξε τοὺς πιὸ ἰσχυροὺς φρουροὺς νὰ τὸν κτυπήσουν μὲ μαστίγια, ἀπὸ βοδινὰ νεῦρα κατασκευασμένα. Ὁ Γεώργιος πολλὴ ὥρα ὑπέμεινε, χωρὶς νὰ στενάξει καὶ ὁ βασιλιὰς διέταξε νὰ τὸν κρεμάσουν ἀπὸ ἕνα ξύλο καὶ νὰ τὸν κτυπήσουν μὲ δόρυ στὴν κοιλιά, γιὰ νὰ χυθοῦν ἔξω τὰ σπλάγχνα του. Ὅμως τὸ σιδερένιο δόρυ, κατὰ τὸ κτύπημα, στράβωσε σὰν νὰ ἦταν μολυβένιο κι ὁ μάρτυς εἶπε:

– Σ’ εὐχαριστῶ Χριστέ μου, γιατί τὸ σπαθὶ τοῦ ὑπηρέτη τοῦ διαβόλου ἀπέστρεψες ἀπὸ μένα καὶ τὴν ὑπερηφάνειά του κατέστρεψες.
.          Μετὰ ἀπὸ τόσα κτυπήματα ποὺ μὲ ἀνδρεία καὶ πραότητα ὑπέμεινε ὁ Γεώργιος, μετὰ ἀπὸ τὴν θαυμαστὴ διάσωσή του ἀπὸ τὸν θάνατο, ἀντὶ νὰ ταπεινωθεῖ ἡ ἀλαζονεία τοῦ ὑπερήφανου, θύμωσε πιὸ πολὺ καὶ μὲ μανία διέταξε νὰ τὸν ξέουν μὲ νύχια σιδερένια. Κατόπιν τὸν ἔστειλε στὴν φυλακή, τὰ πόδια του τὰ ἔβαλαν στὸ τιμωρητικὸ ξύλο καὶ πάνω στὸ στῆθος του ἔβαλαν μὲ σχοινιὰ μία τεράστια πέτρα, προκειμένου νὰ συντριφθεῖ τὸ σῶμα του. Τὴν ὥρα ποὺ οἱ ἰσχυροὶ ἄνδρες ἔβαζαν στὸ στῆθός του τὸν ὀγκόλιθο, ἐκεῖνος εὐχαριστοῦσε τὸν Θεὸ καὶ ἐπέζησε, παρόλο ποὺ ὁ βασιλιὰς νόμιζε ὅτι θὰ εἶχε πεθάνει.
.          Μόνο καρδιά, ψυχὴ καὶ σῶμα γεμᾶτα ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα μποροῦσαν νὰ ἀντέξουν σ’ αὐτὲς τὶς φρικαλεότητες. Ὁ Γεώργιος ἔχοντας μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ τὸν θεουργικὸ ἔρωτα τοῦ Ἰησοῦ, ἀναπολοῦσε τὰ οὐράνια ἀγαθά, τὴν συναυλία μὲ τοὺς Ἁγίους, βίωνε πολὺ ἔντονα τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν ὁποία περνοῦσε μέσα ἀπ’ αὐτὲς τὶς θλίψεις, ἐνίωθε τὴν παρουσία τοῦ Ἰησοῦ νὰ ἐλαφρύνει τὸν σταυρό του. Ἀγαπημένε Γεώργιε ἔλεγε· «Ὁ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστι».
.          Τὴν ἑπομένη, ἔμαθε ὁ Διοκλητιανὸς ἀπὸ τοὺς φρουρούς, ὅτι ὁ Γεώργιος παρ’ ἐλπίδα ζεῖ. Αὐτὸ τοῦ προξένησε ἔκπληξη, ἀλλὰ αἰχμάλωτος ἀπὸ τὰ πάθη του, δὲν μποροῦσε νὰ ἐννοήσει ὅτι ὑπερφυσικὴ ἦταν πάντως ἡ σωτηρία του. Προστάζει μὲ μανία νὰ κατασκευαστεῖ ἕνας μεγάλος τροχός, μὲ τὸν ἄξονά του νὰ ἀνεβοκατεβαίνει πάνω σὲ δύο στύλους καὶ ἀνάμεσα στοὺς στύλους κάτω ἀπὸ τὸν τροχό, νὰ τοποθετηθεῖ δοκάρι ξύλινο, πάνω στὸ ὁποῖο θὰ ἔπρεπε νὰ φυτευθοῦν καρφιὰ ὀξύτατα, διάφορα σπαθιὰ καὶ μαχαίρια, ὥστε ὅταν ὁ τροχὸς θὰ γύριζε κατεβαίνοντας σιγὰ-σιγά, νὰ κατέκοβε τὸ σῶμα τοῦ Γεωργίου ἕως θανάτου.
.          Ὅταν τὸν ἔφεραν στὸν τόπο ποὺ ἦταν ὁ τροχὸς καὶ εἶδε μὲ τί διαβολικὴ τέχνη ἦταν κατασκευασμένος, θυμήθηκε καὶ πάλι τὸν ἐσταυρωμένο ἀνάμεσα στοὺς δύο ληστὲς Ἰησοῦ, ἔδωσε κουράγιο στὸν ἑαυτό του καὶ ψιθύρισε: «Ἐσύ, ποὺ ἂν καὶ ἀθάνατος γεύτηκες γιὰ τὴν σωτηρία μας θάνατο, δῶσε μου αὐτὴ τὴν ὥρα νὰ φυλάξω τὴν πίστη καὶ τὴν ὁμολογία μου. Φύλαξε τὴν ψυχή μου ἀπὸ τὶς τέχνες τοῦ ἐχθροῦ», καὶ παραδόθηκε ὅλος στὴν φλόγα τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ θείου πόθου νὰ πάθει γι’ Αὐτὸν ποὺ γιὰ μᾶς ἔπαθε.
.          Οἱ δήμιοι σὰν θηρία τὸν ἅρπαξαν ἀμέσως στὸ νεῦμα τοῦ τυράννου, ἄρχισαν νὰ δένουν καὶ νὰ καρφώνουν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια του στὸν τροχό, νὰ σφίγγουν πάνω σ’ αὐτὸν μὲ σιδερένια δεσίματα τὸ σῶμα του καὶ νὰ περιστρέφουν καὶ κατεβάζουν σιγά-σιγὰ τὸν τροχό. Ἔτριζε ὁ τροχὸς καὶ τὰ κοφτερὰ ξίφη ἄρχισαν νὰ τεμαχίζουν σιγά-σιγὰ τὸ σῶμα του. Οἱ σάρκες διαλύονταν, τὰ ὀστᾶ συντρίβονταν, ποτάμια τὸ αἷμα καὶ οἱ παρόντες ἔστρεφαν ἀλλοῦ τὸ πρόσωπό τους, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ βλέπουν τὸ θέαμα. Ὁ Γεώργιος οὔτε κὰν βογγοῦσε. Ἡ παρουσία τῆς Χάριτος, μετέβαλλε τοὺς πόνους σὲ χαρὰ καὶ ὁ θάνατος, ποὺ φυσιολογικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε ἤδη ἔρθει, δὲν ἔφθανε, γιατί ἐκεῖ ἦταν Ἐκεῖνος ποὺ εἶπε· «Ἐγώ εἰμι ἡ Ζωή· ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται». Ἀλλὰ ὁ Διοκλητιανὸς νόμιζε καὶ πάλι ὅτι ὁ Γεώργιος πέθανε καὶ μὲ κομπασμὸ εἶπε στοὺς παρισταμένους: «Βλέπετε ὅλοι σας, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος θεός, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἀπόλλωνα, τὸν Ποσειδώνα καὶ τοὺς ἄλλους θεούς. Ποῦ εἶναι τώρα ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου; Γιατί δὲν φάνηκε νὰ τὸν σώσει ἀπὸ τὰ βάσανα ποῦ τοῦ κάναμε;». Διέταξε λοιπὸν νὰ παραμείνει στὸν τροχὸ ὁ Γεώργιος ἔτσι πεθαμένος, πρὸς ἐξουδένωση τοῦ Χριστοῦ καὶ φόβητρο τοῦ κόσμου κι αὐτὸς πῆγε στὰ βασίλεια.
.          Κατὰ τὶς μία ἡ ὥρα τὸ μεσημέρι, σκοτείνιασε ὁ ἥλιος ἀπὸ βαριὰ σύννεφα, ἀστραπὲς καὶ βροντὲς ἔσειαν τὸν ἀέρα καὶ φωνὴ ἀκούστηκε ποὺ ἔλεγε: «Μεῖνε ἀνδρεῖος Γεώργιε! Νὰ εἶσαι ἀδίστακτος στὴν πίστη σου καὶ πολλοὶ ἐξ αἰτίας σου θὰ πιστέψουν σὲ μένα».
.          Οἱ στρατιῶτες τῆς φρουρᾶς φοβήθηκαν καὶ τό ᾽βαλαν στὰ πόδια. Ἄγγελος ὅμως Κυρίου ἐμφανίστηκε μπροστὰ στὸν Γεώργιο, τὸν ἔλυσε, τὸν ἀποκατέστησε τελείως ὑγιῆ καὶ τοῦ εἶπε: «Νὰ χαίρεσαι ἐν Κυρίῳ πραγματικὰ Γεώργιε. Εἶσαι ἀληθινὰ εὐτυχής, γιατί ἔδωσες τὸν ἑαυτό σου σὲ θάνατο γιὰ Ἐκεῖνον ποὺ γιὰ σένα πρῶτος λογίστηκε στοὺς νεκρούς. Πάρε δύναμη ἀπὸ τὴν δύναμή Του, νίκησε κατὰ κράτος τὴν ἀσέβεια καὶ μὲ στεφάνι δόξας οὐρανίου φωτός, θὰ κατακοσμηθεῖς ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τῆς δόξης Χριστό».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/01/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-4/

, ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Β´] «Μία ἀσεβέστατη πρὸς τοὺς θεοὺς θρησκεία, ἡ λεγομένη τῶν Χριστιανῶν, μὲ τὴν παρουσία της σαλεύει τὴν εἰρήνη στὴν κραταιὰ αὐτοκρατορία μας καὶ σέβεται κάποιον Ἰησοῦ, ποὺ κατακρίθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους σὲ σταυρικὸ θάνατο»

Μοναχοῦ Ἀρσενίου Βατοπαιδινοῦ
Εἰς τὸν Βίον
τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου [Β´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/23/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-1/

.         Ὁ Διοκλητιανὸς ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς μεθυσμένους ἀπὸ τὴν αὐτοθέωσή τους αὐτοκράτορες, ὁ ὁποῖος λάτρευε ἀντὶ τοῦ Δημιουργοῦ, τὰ πονηρὰ σκοτεινὰ κτίσματά Του, ποὺ ἔπαιζαν θεατρινίστικα τὸν ρόλο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Διοκλητιανὸς ἦταν στὴν ἐξουσία, ὅταν πάνω σ’ αὐτὴ τὴν γῆ ἔλαμψε μοναδικά, γιὰ νὰ συνεχίσει πλέον νὰ λάμπει αἰώνια, ὁ μεγαλομάρτυς Γεώργιος.
.         Γιὰ τοὺς γονεῖς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου γνωρίζουμε ἀπὸ τὸν βιογράφο τοῦ μαρτυρίου του –ποὺ ἦταν πιστὸς ἀκόλουθός του– ὅτι καταγόταν ἀπὸ γενεὰ Χριστιανῶν προγόνων καὶ ὅτι καὶ οἱ δύο ὑπῆρχαν τόσο ἐνάρετοι, ὥστε σήμερα νὰ τιμῶνται ὡς Ἅγιοι. Ὁ μὲν πατέρας του Γερόντιος μαρτύρησε ἐνῶ ἦταν στρατηλάτης στὸ ἀξίωμα, ἡ δὲ μητέρα του ζώντας ὀσιακά, μεγάλωσε τὸ μονάκριβο ὀρφανό της καὶ πέθανε εἰρηνικὰ πρὶν γνωρίσει τὴν μελλοντικὴ οὐράνια δόξα του.
.         Ἡ Καππαδοκία ἦταν ἡ πατρίδα τους καὶ ἀπὸ τέτοιους γονεῖς ἦταν τελείως φυσικὸ νὰ προβάλει ὁ συγκεκριμένος υἱός, ὁ Γεώργιος, ποὺ ἔγινε στὴν συνέχεια ἡ παρηγοριὰ κάθε Χριστιανοῦ, ὅπως ὁ ποιητὴς ἀναφέρει στὸ ἀπολυτίκιό του: «Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτὴς καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής· ἀσθενούνων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, τροπαιοφόρε μεγαλομάρτυς Γεώργιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἠμῶν».
.         Νέος στὴν ἡλικία, γεννημένος μέσα στὸ φῶς τῆς προσευχῆς τῶν γονέων του, ἀναθρεμμένος μὲ τὶς ἀρετὲς ποὺ ἐκεῖνο τὸ φῶς μεταδίδει στοὺς λάτρες του, γεμάτος ἀπὸ σύνεση, σωφροσύνη καὶ σοφία, πρόσθεσε, μὲ τὴν αὔξηση τῆς ἡλικίας του, στὴν σεμνότητά του, τὴν δικαιοσύνη καὶ σὰν ἰδιαίτερο τελείως δικό του χαρακτηριστικό, μία ἀξεπέραστη ἀνδρεία, ποὺ πήγαζε ἀπὸ τὴν μεγάλη πίστη του πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν πρόνοιά Του, πίστη ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὴν πλούσια θεωρία τοῦ φωτὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ κατοικοῦσε μέσα του.
.         Αὐτὸ τὸ φῶς διηύθυνε τὶς αἰσθήσεις του, τὶς σκέψεις του, τὰ λόγια του. Αὐτὸ τὸ φῶς τὸν δίδασκε γνώση ὄχι μόνο στὰ ὑπεραισθητά, ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὰ ἀκόμη τὰ γήϊνα, ὥστε νὰ ξεχωρίζει ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς καὶ πολὺ σύντομα νὰ τοῦ δοθοῦν ἀξιώματα πολιτικοῦ καὶ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ.
.         Δὲν ξεπερνοῦσε τὰ 22 χρόνια της ζωῆς του κι ἐνῶ τὸν περίμεναν μεγαλύτερα ἀξιώματα, μιὰ ποὺ ἐκτὸς τῶν ἀρετῶν του, τῆς φυσικῆς ὀμορφιᾶς καὶ σωματικῆς δυνάμεώς του εἶχε κληρονομήσει καὶ γήϊνα πλούτη ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, ξαφνικὰ τὰ μοίρασε ὅλα στοὺς φτωχοὺς καὶ πῆρε τὴν μεγάλη ἀπόφαση –σὰν μυθικὸς ἥρωας ποὺ ὅμως ἦταν κατὰ πάντα συνάνθρωπός μας– γυμνὸς ἀπὸ τὰ γήϊνα –πράξη αὐτοθυσίας ποὺ ὁ κάθε ἐχέφρων ἀντιλαμβάνεται τὸ μέγεθος της– νὰ περπατήσει τὸν δρόμο ποὺ πρῶτος περπάτησε ὁ Θεὸς στὴν γῆ γιὰ μᾶς· κι αὐτὸ δὲν ἔγινε καθόλου ἄκαιρα.
.         Ὁ Διοκλητιανὸς –διὰ τοῦ Μαξιμιανοῦ τοῦ γαμβροῦ του– εἶχε πετύχει μεγάλες νίκες κατὰ τῶν Περσῶν. Ὁ Μαξιμιανὸς εἶχε τότε τὴν ἕδρα του στὴν Νικομήδεια, κι ἀφοῦ κατ’ ἀρχὰς εἶχε πολλάκις νικηθεῖ ἀπὸ τοὺς Πέρσες, ποὺ κατέστρεφαν τὴν περιοχή του, τὴν Παλαιστίνη, τὴν Ἀρμενία καὶ τὴν Καππαδοκία, κάλεσε τὸν Διοκλητιανό, ποὺ μὲ τὴν σημαντικότερη στρατειά του κατέφθασε ἀπὸ τὴν Ρώμη μὲ τὴν γυναίκα του Ἀλεξάνδρα –ἡ ὁποία ἤθελε νὰ δεῖ τὴν κόρη της ποὺ εἶχε παντρευτεῖ τὸν Μαξιμιανὸ– ἔχοντας μαζί τους, τοὺς πιὸ στενοὺς συγγενεῖς τους, Μαγνέντιο, Θέογνι καὶ Δαδιανό, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τοπάρχες τῆς Λιβύης, τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Συρίας, ἐνίσχυσε τὸν Μαξιμιανὸ μὲ τὴν στρατειά του, ὁ ὁποῖος τελικὰ πέτυχε ὁλοκληρωτικὲς νίκες κατὰ τῶν Περσῶν καὶ γύρισε πίσω στὴν Νικομήδεια, ὅπου συναθροίστηκαν ὅλοι οἱ συγγενεῖς, βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνες.
.         Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐπιτυχία, θέλησαν, μὲ μεγάλες πανηγύρεις, νὰ κάνουν θυσίες στοὺς θεοὺς καὶ μάλιστα στὸν Ἀπόλλωνα, ποὺ λατρευόταν ἰδιαίτερα σ’ ἐκεῖνα τὰ μέρη. Τότε θυμήθηκαν ὅτι ὑπῆρχαν κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία τους ἄνθρωποι, οἱ Χριστιανοί, ποὺ δὲν λάτρευαν τοὺς θεούς τους. Αὐτὸ τοὺς πίκρανε ἀφάνταστα καὶ ἀποφάσισαν ὅτι ὅλοι αὐτοὶ ἢ ἔπρεπε νὰ λατρεύουν τοὺς θεούς τους ἢ νὰ πεθάνουν. Οἱ θεοί τους εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν ἐνδιαφέρονταν γιὰ τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὴν δόξα τους.
.         Μαζεύτηκαν λοιπὸν ὅλοι οἱ ἡγεμόνες, μὲ πρόεδρο καὶ πρῶτο τὸν αὐτοκράτορα καὶ ἀποφάσισαν νὰ στείλουν παντοῦ αὐτοκρατορικὰ διατάγματα, ποὺ ἔλεγαν περίπου τὰ ἑξῆς: «Ὁ Διοκλητιανός, ὁ μέγιστος ἀεισέβαστος αἰώνιος βασιλιάς, στοὺς στρατηγοὺς καὶ ἡγεμόνες καὶ προϊσταμένους ποὺ ἡγεμονεύουν στὶς χῶρες καὶ ἐπαρχίες τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, χαίρετε! Ἐπειδὴ ἀκούσαμε ὅτι μία ἀσεβέστατη πρὸς τοὺς θεοὺς θρησκεία, ἡ λεγομένη τῶν Χριστιανῶν, μὲ τὴν παρουσία της σαλεύει τὴν εἰρήνη στὴν κραταιὰ αὐτοκρατορία μας καὶ σέβεται κάποιον Ἰησοῦ, ποὺ κατακρίθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους σὲ σταυρικὸ θάνατο, βλασφημοῦν δὲ καὶ εἰρωνεύονται τὸν μέγα θεὸ Ἀπόλλωνα, τὸν Ἑρμῆ καὶ τὸν Διόνυσο, τὸν Ἡρακλῆ καὶ τὸν Δία, οἱ ὁποῖοι χαρίζουν εἰρήνη στὴν αὐτοκρατορία, γι’ αὐτὸ διατάζουμε νὰ συλλαμβάνονται καὶ νὰ τιμωροῦνται αὐστηρότατα, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ὥστε νὰ ἀρνοῦνται τὴν θρησκεία τους. Ἂν μὲ τὶς ἀπειλὲς καὶ τὶς τιμωρίες ἀλλάξουν ἄποψη, νὰ τοὺς δίνονται σοβαρὲς δωρεές, σὲ διαφορετικὴ ὅμως περίπτωση –μετὰ ἀπὸ πολλὰ βάσανα καὶ τιμωρίες– νὰ ἀποκεφαλίζονται μὲ ξίφος. Ἐὰν δὲν ἐφαρμόσετε μὲ ἀκρίβεια τὰ προστασσόμενα, θὰ ὑποστεῖτε τὶς ἴδιες τιμωρίες. Σπουδάστε νὰ ἐκτελέσετε τὶς διαταγές μας!».
.         Τὰ διατάγματα στάληκαν σὲ κάθε χώρα, σὲ κάθε πόλη. Ἑτοιμάστηκαν βασανιστήρια ὄργανα καὶ δόθηκε ἡ εὐκαιρία σ’ ὅσους ἔτρεφαν ἔχθρα καὶ μίσος κατὰ τῶν Χριστιανῶν νὰ ἐκπληρώσουν τὴν ἐπιθυμία τοὺς αὐτή, προδίδοντας τοὺς πιστοὺς στοὺς ἄρχοντες. Καὶ ἄλλοι μὲν ἀπὸ τοὺς πιστοὺς προετοιμασμένοι μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀρετή, ἀγωνίζονταν περνώντας ἀπὸ φρικαλέα βασανιστήρια καὶ νικοῦσαν, «μάρτυρες γενόμενοι τῆς ἀληθείας» καὶ σὰν ἄλλα νοητὰ ἀστέρια καὶ ἥλιοι λάμπουν μέχρι σήμερα στὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλοι ὅμως δυστυχῶς δὲν ἄντεχαν μέχρι τὸ τέλος καὶ ἔχαναν τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
.        Ἀνάμεσα στὸν πόνο καὶ στὸν θόρυβο τῶν ἡμερῶν, περιερχόταν ὁ εἰκοσιδυάχρονος Γεώργιος παρακολουθώντας τὰ δρώμενα. Ἦταν ἤδη τιμημένος μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ Κόμη καὶ τοῦ εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Διοκλητιανὸς καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Στρατηλάτη. Σεμνός, ἀνδρεῖος καὶ δυνατὸς στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, ἀναλογιζόταν προσευχόμενος τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ, πῶς τὸν πρόδωσε ὁ μαθητής Του, τὸν συνέλαβαν, πῶς τὸν ὁδήγησαν οἱ συνάνθρωποί του στὸ πραιτώριο, πῶς τὸν ἐνέπαιζαν, πῶς τὸν κορόϊδευαν, πῶς τὸν ράπιζαν καὶ τὸν ὁδήγησαν οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες μπροστὰ στὸν Πιλάτο νὰ ἀπολογηθεῖ, πῶς ὑπέμεινε τὴν συκοφαντικὴ ἐπίθεση τῶν Ἰουδαίων ἀρχιερέων ποὺ σούβλιζε τὴν καρδιὰ μέχρι τὰ τρίσβαθα τῆς ψυχῆς· «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου», εἶχε πεῖ ὁ Κύριος ποὺ προγνώριζε ὅτι θὰ συμβοῦν ὅλα αὐτά.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/27/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-3/

, , ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Α´] «Καὶ σήμερα ποὺ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει δημοκρατία, οἱ πραγματικὰ εὐσεβεῖς μυστηριωδῶς μισοῦνται καὶ διώκονται»

Μοναχοῦ Ἀρσενίου Βατοπαιδινοῦ
Εἰς τὸν Βίον
τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου [Α´]

.         Ἀπὸ κάθε πιστὸ ὁ Ἅγιος Γεώργιος καὶ ὁ Ἅγιος Δημήτριος θεωροῦνται στύλοι τῆς Ἐκκλησίας πάνω στὴν ὑπερφυῆ μαρτυρία τῶν ὁποίων στηρίχθηκαν οἱ πρῶτοι Χριστιανοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ὁποῖοι μέχρι σήμερα δὲν ἔπαψαν νὰ προστατεύουν τοὺς εὐσεβεῖς καὶ κάθε ἐπικαλούμενο τὸ ὄνομά τους.
.         Πρὶν τὸ ἔτος 313 μ.Χ., κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀναγνώρισε καὶ προστάτεψε τοὺς Χριστιανούς, ἡ θεία διδασκαλία τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ ἐδιώκετο· καὶ εἶναι πράγμα παράδοξο, διότι ὄχι μόνο τότε, ἀλλὰ κα σήμερα πο φαίνεται τι πάρχει δημοκρατία, ο πραγματικ εσεβες μυστηριωδς μισονται κα διώκονται.
.         Ποιά διδασκαλία ἢ ποιά φιλοσοφία ὑπῆρξε τόσο σαφής, ὥστε νὰ ἐντέλλεται νὰ ἀγαπᾶμε ὄχι μόνο ὅσους μᾶς ἀγαποῦν, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τοὺς ἐχθρούς; Κι ἂν ἀγαπᾶμε τοὺς ἐχθρούς, πόσο μᾶλλον τοὺς φίλους; Ἡ διδασκαλία αὐτὴ ἐφαρμοσμένη ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο, τοῦ δίνει τὴν αἴσθηση ὅτι εἶναι παγκόσμιος, ἀφοῦ ἀγαπᾶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
.         Πόσο ἀκίνδυνους ἔχει καταστήσει τοὺς πραγματικοὺς Χριστιανοὺς αὐτὴ ἡ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ, ἐφ᾽ ὅσον ὁ ἐπ’ ἀληθείᾳ τηρητὴς τῶν ἐντολῶν Του, εἶναι ὑποχρεωμένος, ἀγαπώντας τοὺς ἐχθρούς, νὰ ἀγαπᾶ τοὺς πάντες; Κι μως ατο ο τόσο κίνδυνοι νθρωποι το Θεο, πο στν πραγματικότητα εναι εεργέτες τν λαν ς φίλοι Θεο, διώχθηκαν σν ν ταν ο πι πικίνδυνοι ληστές, σν ν ταν παρουσία τους, καταστροφ το κόσμου. Κι ατο σν κακα ρνι πορεύονταν στν θυσία.

.         Τὸ μυστήριο αὐτὸ τὸ ἔζησε πρῶτος ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου, ποὺ ἀπὸ ἄπειρη εὐσπλαγχνία ἔγινε ἄνθρωπος, χωρὶς νὰ χωριστεῖ τὴν θεότητά Του –τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἀνθρωπος– ὁ Ὁποῖος ὄχι μόνο ἦταν ἀκίνδυνος, ἀλλὰ λόγῳ τῆς δυνάμεώς Του ὡς Δημιουργὸς καὶ ἀπόλυτη Ἀγάπη, ὑπῆρξε μόνο εὐεργέτης! Ποιό ἀληθινὰ εἶναι τὸ μυστήριο αὐτὸ ποὺ ἐκδηλώνεται σὰν ἄσπονδο μίσος ἕως μυρίων θανάτων, ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν μέσα τους τὴν ἄφατη ἀγάπη γιὰ ὅλους τους ἀνθρώπους;
.         «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσι τὰ καλὰ ὑμῶν ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ἡμῶν τὸν ἐν τοῖς Οὐρανοῖς». Τὸ ἀπρόσιτο φῶς ποὺ κατοικοῦσε στὴν καρδιὰ καὶ στὸ σῶμα τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ, ἔλαμψε παντοδύναμα καὶ παντοκρατορικά, ὄχι μόνο ὅταν δημιούργησε τὸν κόσμο, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο ὅταν συγχώρεσε τοὺς σταυρωτές Του. Κατὰ τὴν δυσκολότερη στιγμὴ τῆς γήϊνης ὑπάρξεώς Του, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσει μόνο τὴν δικαιοσύνη Του, Ἐκεῖνος εἶπε: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους· δὲν γνωρίζουν τί κάνουν». Ἀπὸ αὐτὴ τὴν διάθεσή του νὰ πάθει ἑκουσίως, προέκυψε ὅτι ἔχει τὴν θεϊκὴ δύναμη ἀγκαλιάζοντας τοὺς σταυρωτές Του, στὴν οὐσία, νὰ ἀγκαλιάσει ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἐφ᾽ ὅσον συγχωρῶ σημαίνει ὅτι βρίσκομαι στὸν ἴδιο χῶρο μαζὶ μὲ ὅλους ὅσους συν-χωρῶ. Καὶ ἐπειδὴ ἡ συγχώρηση εἶναι καρδιακὸ συναίσθημα, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, εἶχε μέσα στὴν καρδιά Του –ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου πηγάζει τὸ θεϊκὸ φῶς Του– ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
.         Ἄραγε, αὐτὴ ἡ δυσκατόρθωτη γιὰ τοὺς κοινοὺς θνητοὺς πράξη, ἀφοροῦσε μόνο τὸν παντοδύναμο Ἰησοῦ καὶ μόνο Αὐτὸς κατόρθωσε νὰ ἀγαπήσει ἕως θανάτου τοὺς ἐχθρούς Του; Εἶναι σαφὲς πὼς ὄχι, διότι ἀναφέρεται ὅτι «ὅσοι ἔλαβον Αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα Αὐτοῦ». Ὅλα τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι υἱοὶ φωτὸς καὶ διὰ τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ φωτός, κατορθώνουν τὰ ἴδια ἔργα ποὺ ἐργάστηκε ὁ Πατέρας τους στὴν γῆ.
.         Ὁ Ἅγιος μεγαλομάρτυς Γεώργιος ἔζησε 300 περίπου χρόνια μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὴν γῆ. Λίγο πρν παύσουν ο διωγμο τν Χριστιανν, βίωσε τ βυσσαλέο μίσος, πο εναι ποκύημα τς παραλόγου περηφανείας, γι ν φανε γι μία κόμη φορ στν γ τι ο νθρωποι, ν θέλουν, μπορον ν πιλέγουν ο διοι τν πανάληψη τς πιλογς το πρώτου δάμ, ταν περήφανα θέλησε ν γίνει Θες νευ το δημιουργο Θεο, ὅταν ἀντὶ νὰ δεχθεῖ μὲ εὐγνωμοσύνη τὶς ἀκτίνες τοῦ θεϊκοῦ φωτός, θεώρησε ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ ἴδιος «φῶς» πράγμα ποὺ εἶναι ἴδιο μόνο τοῦ Δημιουργοῦ.
.         Δὲν ἦταν ὅμως πρῶτος ὁ ἄνθρωπος ποὺ συνέλαβε τὴν παράλογη σκέψη ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπάρχει σὰν Θεὸς ἄνευ τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ. Πιὸ πρίν, μέρος τῶν νοερῶν Οὐσιῶν ποὺ μετεῖχαν –κατὰ χάριν καὶ δωρεάν– στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ, ἀκολούθησαν μὲ τὴν θέλησή τους τὴν παράλογη σκέψη καὶ ὁρμὴ νὰ ἀντικαταστήσουν τὸν Θεό. Εἶδαν τὸ κάλλος καὶ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ φωτός, μὲ τὸ ὁποῖο ἦσαν στολισμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀντὶ νὰ θαυμάσουν τὸν δωρεοδότη Θεό, θαύμασαν τὸν ἑαυτό τους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀπομακρυνθεῖ λυπημένο τὸ Ἅγιο ἐκεῖνο καὶ γλυκύτατο φῶς. Καὶ στὶς νοερὲς αὐτὲς καὶ λογικὲς δυνάμεις, ποὺ ἀπὸ φῶς ἔγιναν σκότος, νὰ ἔχει μείνει ἄκρατη ἡ ἐπιθυμία νὰ δοξάζονται σὰν Θεοί, στὴν θέση τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ δέρνουν ἀλύπητα ὅλη τὴν οἰκουμένη μέχρι σήμερα, δημιουργώντας πλῆθος φανταστικῶν θεῶν ἀλλὰ καὶ φιλοσοφικῶν ἰδεῶν, πίσω ἀπὸ τὰ ὁποία κρύβονται, προκειμένου νὰ ἐκπληρώνουν –ἔστω καὶ γιὰ λίγο– ἀπατώντας τοὺς λαούς, τὸ ἄκρατο πάθος τους νὰ λατρεύονται σὰν Θεοί. περήφανη πιθυμία τν φιλοδόξων νθρώπων ταυτίζεται μ τν περήφανη διάθεση τν πονηρν πνευμάτων ν δοξάζονται. νεκπλήρωτη ατ πιθυμία ξεσπάει σν μίσος κα χθρα ναντίον σων δν ποδίδουν σ’ ατος τν δόξα πο πιθυμον. Πιὸ ἰσχυρὸ γίνεται τὸ μίσος καὶ ἡ ἔχθρα, ὅταν παρουσιάζεται κάποια σημαντικὴ προσωπικότητα ποὺ τιμᾶται ἀντ’ αὐτῶν λόγῳ τῆς ἠθικῆς της ἀξίας ἀλλὰ καὶ τῆς σημαντικότητάς της, πράγμα ποὺ συνέβη στὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ὅταν ἀκόμα καὶ ὁ Πιλάτος γνώριζε ὅτι πάντως «διὰ φθόνον παρέδωκαν Αὐτόν».
.         Αὐτὴ ἦταν ἡ στάση καὶ ἡ θέση τῶν περισσοτέρων Ρωμαίων αὐτοκρατόρων, καὶ ὄχι μόνο. Μεθυσμένοι ἀπὸ τὴν γήϊνη ἐξουσία καὶ δόξα, ἀπατήθηκαν, θεώρησαν τοὺς ἑαυτούς τους θεούς, ξεχνώντας ὅτι καὶ αὐτοὶ ἦσαν θνητοὶ ὀλιγοχρόνιοι ἄνθρωποι. Λάτρευαν δὲ σὰν θεούς, ὄχι τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ μόνο δημιουργό, ὁ ὁποῖος προκειμένου νὰ σώσει τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ αὐτὴ τὴν μέγιστη ἐπιθανάτια ἀπάτη, ἔγινε καὶ ἄνθρωπος, ἀλλὰ λάτρευαν τὶς πονηρὲς καὶ ταλαιπωρημένες αὐτὲς νοερὲς οὐσίες καὶ δυνάμεις, οἱ ὁποῖες γκρεμισμένες μαζὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ταλαίπωρη αὐτὴ γῆ, ἐπιθυμοῦν ἄκρατα νὰ λατρεύονται σὰν θεοί. Ἀπὸ ὅσους ὅμως γνώρισαν τὸν ἀληθινὸ Θεό, ὄχι μόνο δὲν λατρεύονται, ἀλλὰ καὶ ἐμπαίζονται καὶ ἔτσι ἐξηγεῖται –ἀπὸ μέρους– γιατί τόσο μίσος ἐναντίον τῶν υἱῶν τοῦ φωτός.
.         Οἱ Ἅγιοι μαρτυροῦν τὴν Ἀλήθεια μὲ τὰ ἔργα, τὰ λόγια, τὴν παρουσία, τὴν ἀγάπη τους. Ἀναγνωρίζουν καὶ λατρεύουν ταπεινὰ καὶ εὐγνωμόνως τὸν Δημιουργό τους, πράγμα ποὺ δὲν δέχονται οὔτε οἱ πονηροὶ δαίμονες, οὔτε ὅσοι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους παραμένουν ἀμετανόητοι στὴ μοναξιὰ τῆς αὐτοθεώσεώς τους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/24/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-2/

ΠΗΓΗ: VatopaidiFriend 2011

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ

.          Ὁ Ἅγιος Γεώργιος γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 280 – 285 μ.Χ., πιθανότατα στὴν περιοχὴ τῆς Ἀρμενίας, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ. Ἐκεῖ, σὲ ἕνα μοναστήρι τῆς περιοχῆς, ὁ Ἅγιος δέχθηκε τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ ἔγινε μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου ὀνομαζόταν Γερόντιος, ἦταν Συγκλητικὸς – στρατηλάτης στὸ ἀξίωμα – καὶ καταγόταν ἀπὸ πλούσια καὶ ἐπίσημη γενιὰ τῆς Καππαδοκίας. Σὲ παλαιὸ χειρόγραφο ἀναφέρεται ὅτι γεννήθηκε στὴ Σεβαστούπολη τῆς Μικρᾶς Ἀρμενίας καὶ ὅτι ἀρχικὰ ἦταν εἰδωλολάτρης, ἐνῷ ἀργότερα ἔγινε Χριστιανός. Ἡ σύζυγός του ὀνομαζόταν Πολυχρονία, ἦταν Χριστιανὴ καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ γνωστὴ Λύδδα (Διόσπολη) τῆς Παλαιστίνης. Ὅπως ἀναφέρουν οἱ πηγές, ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἁγίου, ὅταν ἐκεῖνος ἦταν σὲ μικρὴ ἡλικία, μετοίκησε στὴ Λύδδα, λόγω τοῦ θανάτου τοῦ πατρός του.
.        Σὲ νεαρὴ ἡλικία ὁ Γεώργιος κατατάχθηκε στὸ Ρωμαϊκὸ στρατό. Διακρίθηκε γιὰ τὴν τόλμη καὶ τὸν ἡρωισμό του καὶ ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ Τριβούνου. Λίγο ἀργότερα ὁ Διοκλητιανὸς τὸν ἔκανε Δούκα (διοικητή) μὲ τὸν τίτλο τοῦ Κόμητος στὸ τάγμα τῶν Ἀνικιώρων τῆς αὐτοκρατορικῆς φρουρᾶς, «πολλάκις πρότερον μεγαλοπρεπῶς διαπρέψας τοῦ τῶν σχολῶν μετὰ ταῦτα πρώτου τάγματος κόμης κατἐκλογὴν προεβλήθη».
.         Στὶς ἀρχὲς τοῦ 303 μ.Χ. ὁ Ἅγιος συλλαμβάνεται καὶ ἀκολουθεῖ τὸ μαρτύριο. Ἡ πίστη τοῦ Ἁγίου γίνεται ἀφορμὴ νὰ βαπτισθοῦν Χριστιανοὶ οἱ στρατιωτικοὶ Ἀνατόλιος καὶ Πρωτολέων, Βίκτωρ καὶ Ἀκίνδυνος, Ζωτικὸς καὶ Ζήνωνας, Χριστόφορος καὶ Σεβηριανός, Θεωνᾶς, Καισάριος καὶ Ἀντώνιος, τῶν ὁποίων τὴ μνήμη ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία στὶς 20 Ἀπριλίου καὶ ἡ βασίλισσα Ἀλεξάνδρα, σύζυγος τοῦ Διοκλητιανοῦ, μαζὶ μὲ τοὺς δούλους της Ἀπολλώ, Ἰσαάκιο καὶ Κοδράτο, τῶν ὁποίων ἡ μνήμη τιμᾶται στὶς 21 Ἀπριλίου.
.       Ὁ Ἅγιος μαρτύρησε, «πετμήθη τὴν κεφαλήν», μετὰ ἀπὸ πλῆθος βασανιστηρίων, τὴν Παρασκευὴ 23 Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 303 μ.Χ. Κατὰ δὲ τὸν ὑπολογισμὸ τοῦ ἱστορικοῦ Εὐσεβίου καὶ σύμφωνα μὲ τὸ Μακεδονικὸ ἡμερολόγιο, ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἀντιστοιχοῦσε στὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου, τοῦ Πάσχα. Κρυφὰ σήκωσαν οἱ Χριστιανοὶ τὸ πάντιμο λείψανό του καὶ τὸ ἔθαψαν μαζὶ μὲ αὐτὸ τῆς Ἁγίας μητρός του, ἡ ὁποία μαρτύρησε τὴν ἴδια ἢ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα. Ὁ πιστὸς ὑπηρέτης τοῦ Ἁγίου, Πασικράτης, ἐκτελώντας τὴν ἐπιθυμία τοῦ Ἁγίου, παρέλαβε τὸ Ἅγιο λείψανο τοῦ Μάρτυρα μαζὶ μὲ αὐτὸ τῆς μητέρας του καὶ τὸ μετέφερε στὴ Λύδδα τῆς Παλαιστίνης. Ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπως βεβαιώνουν οἱ πηγές, οἱ Σταυροφόροι πῆραν τὰ ἱερὰ λείψανα τῆς Ἁγίας Πολυχρονίας καὶ τὰ μετέφεραν στὴ Δύση.
.         Μετὰ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Ἁγίου, μαρτύρησαν καὶ οἱ συνδέσμιοί του Εὐσέβιος, Νέων, Λεόντιος, Λογγίνος καὶ ἄλλοι τέσσερις μαζί. Τὴν μνήμη τους τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία στίς 24 Ἀπριλίου.
.         Βλέπουμε ὅτι μὲ κέντρο τὴν ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου, δημιουργεῖται μέσα στὸν τελετουργικὸ χρόνο τῆς Ἐκκλησίας, ἕνας ἑορτολογικὸς κύκλος, ὁ ὁποῖος καλλιεργεῖται περισσότερο ἀπὸ τὰ Τυπικὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ξεκινᾶ στὶς 20 Ἀπριλίου καὶ τελειώνει στὶς 24 τοῦ αὐτοῦ μηνός. Ὁ ἑορτολογικὸς αὐτὸς κύκλος δείχνει τὴν περίοπτη θέση τοῦ Μεγαλομάρτυρος στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
.          Ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου ἐπεξετάθη ἐντὸς ὀλίγου χρόνου σὲ ὅλη τὴν Ἀνατολή. Ἔτσι στὴ Συρία ἤδη ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. ὑπῆρξαν ναοὶ ἀφιερωμένοι στὴ μνήμη του, ἐνῷ στὴν Αἴγυπτο ὑπῆρχαν περὶ τοὺς 40 ναοὺς καὶ 3 Μονὲς στὸ ὄνομά του. Στὶς λοιπὲς ἀνατολικὲς περιοχὲς ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου εἶχε λάβει τεράστιες διαστάσεις ἀπὸ ἀρχαιοτάτους χρόνους. Στὴν Ἁγιοτόκο καὶ μαρτυρικὴ Καππαδοκία βρίσκονται πολλοὶ ναοὶ ἀφιερωμένοι στὸν Μεγαλομάρτυρα, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλους Ἁγίους, μὲ ἐξαίρετες τοιχογραφίες τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου, καθὼς καὶ τῆς μητρός του Ἁγίας Πολυχρονίας. Καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη ὅμως πολλοὶ καὶ ὀνομαστοὶ ναοὶ ἦταν ἀφιερωμένοι στὸν Μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Γεώργιο.
Ἡ τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο Γεώργιο στὴν περιοχὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καλλιεργήθηκε ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸν Ὅσιο Θεόδωρο τὸν Συκεώτη. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ στὶς 22 Ἀπριλίου, ἑορταζόταν στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ ἱερὰ Σύναξη στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου «ἐν τῷ Δευτέρῳ». Αὐτὸ ἀκριβῶς καταδεικνύει τὴν σχέση μεταξὺ τῶν δύο Ἁγίων.

πολυτίκιον. Ἦχος δ´.

Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής,
καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής,
ἀσθενούντων ἰατρός,
βασιλέων ὑπέρμαχος,
Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε,
πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ,
σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον. Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.


Τῶν Μαρτύρων τὸ κλέος,
καὶ λαμπρὸν ἀκροθίνιον,
τῶν καινῶν τροπαίων τὴν στήλην,
καὶ ὁπλίτην περίδοξον,
τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις ἱεροῖς,
Γεώργιον τὸν μέγαν Ἀθλητήν·
σελαγίζει γὰρ τοῖς θαύμασιν πᾶσαν γῆν,
καὶ σώζει τοὺς κραυγάζοντας·
δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ,
δόξα τῷ σὲ μεγαλύναντι,
δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, ξένα θαυμάσια. 

Κοντάκιον. Ἦχος δ´. ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Γεωργηθεὶς ὑπὸ Θεοῦ ἀνεδείχθης,
τῆς εὐσεβείας γεωργὸς τιμιώτατος,
τῶν ἀρετῶν τὰ δράγματα συλλέξας σεαυτῷ·
σπείρας γὰρ ἐν δάκρυσιν,
εὐφροσύνῃ θερίζεις·
ἀθλήσας δὲ δι’ αἵματος,
τὸν Χριστὸν ἐκομίσω·
καὶ ταῖς πρεσβείαις Ἅγιε ταῖς σαῖς,
πᾶσι παρέχεις, πταισμάτων συγχώρησιν. 

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ´. Τῇ περμάχῳ.

Ὡς τῶν Μαρτύρων ταξιάρχην καὶ ἀκραίμονα
Καὶ Ἐκκλησίας ἀκατάσειστον θεμέλιον
Μακαρίζομέν σε πόθῳ Τροπαιοφόρε.
Ἀλλ᾽ ὡς μέγας ἀρωγὸς ἡμῶν καὶ πρόβολος
Ἐν παντὶ ἀντιλαβοῦ καὶ ὑπεράσπισον
Τῶν βοώντων σοι, χαίροις Μάρτυς Γεώργιε. 

Μεγαλυνάριον.

Μέγας ἐν ἀθλήσει ἀναδειχθείς,
ὡς τροπαιοφόρος,
καὶ ἐν θαύμασιν εὐκλεής,
μέγας ἀντιλήπτωρ,
τῆς Ἐκκλησίας ὤφθης,
 Γεώργιε παμμάκαρ,
Μαρτύρων καύχημα.

ΠΗΓΗ: http://ieronproskynymagnekt.blogspot.com/

,

Σχολιάστε