Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγιοι Ἀπόστολοι

Η ΔΩΔΕΚΑΡΙΘΜΟΣ ΦΑΛΑΓΞ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων

Η ΔΩΔΕΚΑΡΙΘΜΟΣ ΦΑΛΑΓΞ
Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»
ἀρ. τ. 2047, 15.06.2012

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Οἱ δώδεκα µαθητὲς τοῦ Κυρίου εἶναι οἱ στενοὶ ἄµεσοι συνεργάτες, οἱ συνεχιστὲς τοῦ σωτηρίου ἔργου του.
.         Ἁπλή, λιτὴ καὶ ἀπέριττη εἶναι ἡ περιγραφὴ τῆς κλήσεώς τους. Ἄλλους τοὺς βρίσκει στὴν λίµνη τῆς Γενησαρὲτ νὰ ψαρεύουν ἢ νὰ διορθώνουν τὰ δίχτυα τους, ὅπως τὰ ἀδέλφια Πέτρο, Ἀνδρέα καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Ζεβεδαίου, Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη. Ἄλλον, ὅπως τὸν Ματθαῖο, στὸ τελωνεῖο. Ἄλλον µὲ τὸν φίλο του, ὅπως τὸν Ναθαναὴλ κλπ. (Ματθ. δ´ 18-22, θ´ 9, Ἰω. α´ 44-52).
.           Αὐτοὶ οἱ δώδεκα θὰ εἶναι µαζί του κατὰ τὴν διάρκεια τῆς δηµοσίας δράσεώς του. Αὐτοὶ θὰ εἶναι οἱ µόνιµοι καὶ σταθεροὶ συνοδοί του. «Ἐποίησε δώδεκα, ἵνα ὦσι µετ᾽ αὐτοῦ καὶ ἵνα ἀποστέλλη αὐτοὺς κηρύσσειν» (Μάρκ. γ´ 14). Αὐτοὶ θὰ µείνουν κοντά του καὶ στὶς δοκιµασίες, ἕτοιµοι νὰ πεθάνουν µαζὶ µὲ τὸν Διδάσκαλό τους. «Ύµεῖς ἐστε οἱ διαµεµενηκότες µετ᾽ ἐµοῦ ἐν τοῖς πειρασµοῖς µου» (Λουκ. κβ´ 28).
.           Ἡ πρωτοβουλία γιὰ τὴν ἐκλογή τους ἀνήκει ἀποκλειστικὰ καὶ µόνο στὸν Κύριο (Ἰω. ιε´ 16) . Ὕστερα ἀπὸ ὁλονύκτια προσευχή, ὅταν ἔγινε ἡµέρα, φώναξε κοντά του ὅλους ὅσοι ἀποτελοῦσαν τὸν εὐρὺ κύκλο τῶν µαθητῶν του καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐξέλεξε δώδεκα, τοὺς ὁποίους καὶ ὀνόµασε Ἀποστόλους (Λουκ. ϛ´ 12-13). Ἐὰν προσέξουµε τὴν ζωή τους, µποροῦµε νὰ διακρίνουµε µερικὰ ἀπὸ τὰ βασικὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσµατά τους.
.           Εἶχαν οἱ Ἀπόστολοι ψυχὲς ἁγνές, ἁπλές, ἄδολες. Ὅταν ὁ Ναθαναὴλ ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸν φίλο του τὸν Φίλιππο στὸν Χριστό, τὴν ὥρα ποὺ Τὸν πλησιάζουν, ὁµιλεῖ ὁ Κύριος γι᾽ αὐτὸν σὰν νὰ τὸν γνωρίζει ἀπὸ καιρό, ἐνῶ γιὰ πρώτη φόρα ἔβλεπε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, καὶ λέει: «Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι» (Ἰω. α´ 48). Ἀληθινὸς Ἰσραηλίτης ὁ Ναθαναήλ, ὄχι µόνο ἐξ αἰτίας τῆς καταγωγῆς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν εἰλικρίνεια καὶ εὐθύτητά του. Εἶναι ἄνθρωπος χωρὶς ὑστεροβουλία καὶ ἰδιοτέλεια, ἄνθρωπος στὸν ὁποῖο µπορεῖ κανεὶς νὰ ἔχει πλήρη ἐµπιστοσύνη.
.           Τέτοιοι ἁγνοί, ἁπλοὶ καὶ ἄδολοι ἦταν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι. Γι᾽ αὐτὸ τοὺς διάλεξε ὁ Κύριος καὶ ἔτσι ἔγιναν δοχεῖα τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ ἀκλόνητα θεµέλια τῆς Ἐκκλησίας.
.           Τὸ ἄλλο βασικὸ γνώρισµα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας καὶ τῆς αὐταπαρνήσεως.
.           Στὸ τελικὸ κάλεσµα τοῦ Κυρίου νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν, οἱ ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Ἀνδρέας χωρὶς καµία χρονοτριβή, «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Κάτι ἀνάλογο γίνεται καὶ µε τοὺς ἀδελφοὺς Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη: «Εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Ματθ. δ´ 20, 22). Ἐργασία, δίχτυα, γονεῖς, τὰ πάντα ἀφήνουν πίσω τους καὶ ἀφοσιώνονται στὸ ἱερὸ ἔργο τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου.
.           Αὐτὸ τὸ πνεῦµα τῆς θυσίας τοὺς ἀναγνώρισε ὁ Κύριος καὶ τοὺς ὑποσχέθηκε ὅτι πλούσια θὰ τοὺς ἀνταµείψει. Τοὺς βεβαίωσε ὅτι καὶ ἐκεῖνοι ἀλλὰ καὶ καθένας ποὺ θὰ ἀφήσει σπίτι, ἀδέλφια, γονεῖς, οἰκογένεια καὶ περιουσία γιὰ χάρη του καὶ γιὰ νὰ ὑπακούσει στὸ Εὐαγγέλιό του, θὰ πάρει ἑκατονταπλάσια σ᾽ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσµο καὶ αἰώνια ζωὴ στὴν Βασιλεία του (Μάρκ. ι´ 29-30).῍`
.           Ἕνα ἀκόµη χαρακτηριστικὸ τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων εἶναι ὅτι µελετοῦσαν τὸν Νόµο καὶ τοὺς Προφῆτες πρὶν ὁ Κύριος τοὺς καλέσει κοντά του.
.           Ὁ Φίλιππος, ὅταν καλεῖ τὸν φίλο του Ναθαναήλ, τοῦ θυµίζει τὰ ὅσα µελετοῦσαν στὸν Νόµο καὶ τοὺς Προφῆτες: «Ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ  νόµῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαµεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ»· βρήκαµε αὐτὸν τὸν Ὁποῖο προσδοκούσαµε νὰ ἔρθει, αὐτὸν τὸν Ὁποῖο ἀναζητούσαµε καὶ γιὰ τὸν Ὁποῖο µᾶς πληροφοροῦσαν οἱ Ἱερὲς Γραφὲς (Ἰω. α´ 46). Παρὰ τοὺς ἀρχικούς του δισταγµοὺς καὶ τὶς δικαιολογηµένες ἐπιφυλάξεις του ὁ Ναθαναὴλ ἀνταποκρίνεται στὴν πρόσκληση τοῦ φίλου του καὶ ἀκολουθεῖ τὸν Χριστό.
.           Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἦταν πράγµατι ἄνθρωποι µὲ ψυχὲς ἄδολες, ἁπλὲς καὶ ἁγνές, ἄνθρωποι µὲ αὐταπάρνηση καὶ πνεῦμα θυσίας, ἄνθρωποι ποὺ µελετοῦσαν τοὺς Προφῆτες καὶ τὸν Νόµο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ εἶναι ὑποδείγµατα γιὰ ὅλους µας.
.           Νὰ ἐµπνευσθοῦµε ἀπὸ τὸ ἅγιο παραδειγµά τους. Νὰ γίνουµε καὶ ἐµεῖς ἄνθρωποι ἁγνοὶ καὶ ἄδολοι. Νὰ ἔχουµε πνεῦμα θυσίας καὶ ἀναµφιβόλως νὰ µελετᾶµε πολὺ καὶ µὲ προσοχὴ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Οἱ Ἀπόστολοι ἔφυγαν κάποτε ἀπὸ τὸν κόσµο αὐτό. Τὸ ἔργο τους ὅµως, ἔργο µαρτυρίας καὶ κηρύγµατος τοῦ Εὐαγγελίου, συνεχίζεται. Συνεχίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς ποιµένες της, ἀπὸ τοὺς πιστούς της, ἀπὸ µᾶς, ἀπὸ τὸν καθένα µας. Αὐτὸ εἶναι ἡ µεγάλη εὐθύνη καὶ ἀποστολὴ ὅλων µας στὸν ἀποστατηµένο κόσµο τοῦ καιροῦ µας.

Σχολιάστε

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ

Tὸ νόημα τς πακος  

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 111-115

 «οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν
ἠκολούθησαν αὐτῷ». 

(Ματθ. δ´ 22)

.         Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο βλέπουμε τὴν κλῆσι τῶν τεσσάρων μαθητῶν στὸ Ἀποστολικὸ ἀξίωμα. Οὐσιαστικὰ πρόκειται γιὰ τὴν δεύτερη κλῆσι. Ἡ πρώτη κλῆσι ἢ μᾶλλον συνάντησι περιγράφεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη. Οἱ τέσσερις μαθηταὶ Πέτρος, Ἀνδρέας, Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης στὴν κλῆσι τοῦ Χριστοῦ, νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν, ὑπήκουσαν ἀμέσως. Ἀφοῦ ἐγκατέλειψαν τὰ πάντα ἔγιναν μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ τὴν ἀποταγὴ ἦρθε ἡ ὑποταγή. Τὸ θέμα τῆς ὑπακοῆς ποὺ μᾶς δίνουν τὴν ἀφορμὴ νὰ θίξουμε σήμερα οἱ τέσσερεις μαθηταὶ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σύγχρονα προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ συγχρόνως ἀπὸ τὰ πιὸ οὐσιαστικὰ καὶ λεπτὰ θέματα τῆς ὀρθοδόξου πνευματικῆς ζωῆς.

Ἡ ὑπακοὴ σημεῖο ἀντιλεγόμενο

.        Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ ἀκατανόητες ἀλήθειες τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο εἶναι ἡ διδασκαλία περὶ τῆς ὑπακοῆς. Ὁ Κύριος τὴν θέτει σὰν ἀπαραίτητο ὅρο σωτηρίας καὶ τελειότητος. Δι’ αὐτῆς ἐπιτυγχάνεται ἡ οὐσιαστικὴ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό.
.        Ὁ σύγχρονος ὅμως ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβη τὴν ἀξία της. Τὴν θεωρεῖ καταστρεπτικὴ γιὰ τὴν προσωπικότητα. Αὐτὸ συμβαίνει, γιατί ἔχει θεοποιήσει τὴν λογικὴ καὶ νομίζει πὼς ἔχει μεγάλη ἀξία. Ὅταν κανεὶς ζῆ τὴν λογοκρατία καὶ τὴν ἀτομοκρατία, τότε εἶναι ἐντελῶς ἀνήμπορος νὰ κατανοήση τὴν μεγάλη ἀξία τῆς ὑπακοῆς.
.       Μελετώντας τὴν σύγχρονη ζωὴ μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε ἄνετα ὅτι συνέβη στὴν ἐποχή μας μιὰ τρομερὴ ἀλλαγή, ποὺ ἐπηρεάζει ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Σήμερα ὑφίσταται μία μεγάλη κρίσι πατρότητος. Ἀμφισβητεῖται κάθε αὐθεντία, ἀφοῦ ἔχει ὑψωθῆ σὰν αὐθεντία τὸ ἴδιο τὸ ἐγώ. Ἐπεκτεινομένη αὐτὴ ἡ νοοτροπία καὶ στὴν θρησκευτικὴ ζωὴ ἐξαφανίζει κάθε κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Ἡ ἀμφισβήτησι τῆς πατρότητος φθάνει μέχρι καὶ τὴν πατροκτονία. Αὐτὸ τὸ φαινόμενο κατὰ φυσικὸ τρόπο δημιουργεῖ μιὰ νευρωτικὴ κατάστασι, μιὰ σχιζοφρένεια.
.       Νὰ γιατί, ὅταν διαβάσει ἕνας σύγχρονος ἄνθρωπος τὴν περίπτωσι τῆς κλήσεως τῶν τεσσάρων μαθητῶν καὶ τὴν ἀπάρνησι τῶν πάντων, γιὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Χριστό, τοῦ φαίνεται ἀκατανόητο. Νὰ γιατί ἡ Ὀρθοδοξία αἰσθάνεται σήμερα μεγάλη δυσκολία νὰ ἀποκαλύψη τὸν ἑαυτό της στοὺς ἐκκοσμικευμένους σύγχρονους ἀνθρώπους, διότι δὲν εἶναι συνηθισμένοι νὰ ἀκοῦνε, πολὺ περισσότερο δὲν εἶναι συνηθισμένοι νὰ ἐφαρμόζουν τὸν λόγο τοῦ ἄλλου. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλοὶ σύγχρονοι νέοι εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀρνηθοῦν τὰ πάντα, ὄχι ὅμως γιὰ νὰ ἀκολουθήσουν καὶ νὰ ὑπακούσουν στὸν Χριστό, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπακούσουν στὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ ἱκανοποιήσουν ὅλα τὰ θελήματά τους.

Ἡ ἀξία τῆς ὑπακοῆς

.       Ἡ ὑπακοὴ εἶναι ἀπαραίτητο στοιχεῖο τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους. Πρῶτα-πρῶτα ἡ ὑπακοὴ ζωοποιεῖ τὸν ἄνθρωπο. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔχουν ἐξηγήσει αὐτὴν τὴν μεγάλη ἀξία τῆς ὑπακοῆς. Ὅπως μὲ τὴν παρακοὴ τοῦ Ἀδὰμ ἡ ψυχὴ διαιρέθηκε καὶ πέθανε, ἔτσι μὲ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἑνοποιεῖται καὶ ζωοποιεῖται. Ὁ Κύριος εἶπε: «τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν πνεῦμά ἐστι καὶ ζωὴ ἐστὶ» (Ἰωάν. ϛ´ 6). Ἔτσι «παρακοὴ θάνατος, ὑπακοὴ ζωή». Ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴν παρακοὴ ἔφερε τὸν θάνατο καὶ σ’ ὅλη τὴν φύσι. Καὶ ὁ δεύτερος Ἀδὰμ (ὁ Χριστὸς) μὲ τὴν ὑπακοὴ στὸν Πατέρα Τοῦ γέμισε τὸν κόσμο μὲ ζωή.
.       Ἔπειτα μὲ τὴν ὑπακοὴ ἀναπτύσσεται ἡ ἀληθινὴ κοινωνικότης. Μὲ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ δεχόμαστε τὴν ζωὴ μέσα μας. Ὁ Χριστιανὸς ἀρχίζει τὴν πνευματική του ζωὴ μὲ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δι’ αὐτοῦ μεταμορφώνεται, παύει νὰ ζεῖ σὰν ἄτομο καὶ γίνεται πρόσωπο, ὁπότε φλέγεται ἀπὸ ἀγάπη γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Ἔτσι φθάνει στὸ σημεῖο νὰ ζῆ σὰν πρόσωπο, νὰ αἰσθάνεται στενὴ σχέσι μὲ τὰ ἄλλα πρόσωπα καὶ νὰ βιώνει τὴν καθολικὴ εὐθύνη. Εἰσέρχεται μὲ ἀγάπη καὶ ἀπὸ ἀγάπη στὴν ὑπόστασι τοῦ ἄλλου καὶ προσφέρει μὲ τρόπο μυστικὸ καὶ ἀποτελεσματικὸ τὴν σωτηρία.
.        Ἡ ὑπακοὴ μᾶς δίδει λοιπὸν τὴν δυνατότητα νὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἐμπειρία τῆς ἀλληλοπεριχωρήσεως τῶν προσώπων καὶ νὰ ἀποκτήσουμε τὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς.
.       Τέλος ἡ ὑπακοὴ μᾶς καθαρίζει ἀπὸ τὰ πάθη ποὺ μαστίζουν τὴν ψυχή μας. Εἶναι παρατηρημένο ὅτι ὅποιος κάνει ὑπακοὴ ἔχει λιγότερα πάθη, ἀφοῦ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν ἐγωκεντρικότητα.

Ἔκταση ὑπακοῆς

.       Μιλώντας ὅμως γιὰ ὑπακοὴ δὲν ἐννοοῦμε μιὰ ἀφηρημένη κατάστασι, ἀλλὰ μιὰ συγκεκριμένη. Δὲν ἐννοοῦμε μιὰ παθητικὴ ἀκινησία, ἀλλὰ μιὰ διαρκῆ θετικὴ κίνησι. Ἡ παθητικὴ καὶ ἀφηρημένη κατάσταση δημιουργεῖ περισσότερα προβλήματα. Ἔτσι ὅταν λέμε ὑπακοὴ ἐννοοῦμε πρωτίστως τὴν τήρησι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἡ πνευματικὴ ζωή, ἡ θεολογία, ἔξω ἀπὸ τὴν τήρησι τῶν ἐντολῶν εἶναι μία δαιμονικὴ κατάστασι. Ἐπειδὴ ὅμως ἐμεῖς, ὡς ἀκάθαρτοι καὶ ἐμπαθεῖς, δὲν μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ πρέπει νὰ ἐφαρμόσουμε σὲ κάθε δεδομένη περίστασι, γι’ αὐτὸ χρειάζεται ὑπακοὴ στὸν πνευματικὸ πατέρα. Διότι ὁ λόγος τοῦ πνευματικοῦ πατρός, ὅταν δὲν ἀντιβαίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ περίληψι τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ.
.       Ἡ ὑπακοὴ ὅμως στὸν πνευματικὸ πατέρα δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ πράγμα. Ἔχει πολλὲς πλευρὲς καὶ προεκτάσεις. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ὑπακοὴ στὸν πνευματικό μας πατέρα, ἀλλὰ συγχρόνως ὑπακοὴ στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, στὸν Ἐπίσκοπο καὶ στὴν κανονικὴ δομὴ τῆς Ἐκκλησίας. Παράδοσι εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἁγιάζει τοὺς ἀνθρώπους, χειροτονεῖ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ φωτίζει τοὺς Πατέρας νὰ θεσπίζουν κανόνας γιὰ τὴν καλὴ λειτουργία τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει στενὴ σχέσι μεταξὺ τῶν ἁγίων, τοῦ Ἐπισκόπου καὶ τοῦ θυσιαστηρίου. Καὶ δὲν νοεῖται ἕνα ἀπὸ αὐτὰ χωρὶς τὴν ὕπαρξι τῶν ἄλλων.
.       Ἔτσι ἡ ὑπακοὴ σὲ ἕνα, ἔστω θεούμενο, πνευματικὸ πατέρα δὲν εἶναι ἀληθινή, ὅταν παραθεωρῆται ὅλη ἡ ἐκκλησιαστικὴ δομή. Καὶ ὁ θεούμενος πνευματικὸς πατέρας δὲν συνιστᾶ αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ὑπακοῆς, γιατί γνωρίζει καλὰ ὅτι ἡ Πνευματολογία δὲν καταργεῖ τὴν Ἐκκλησιολογία. Τὸ θέμα εἶναι μεγάλο καὶ δὲν ἔχουμε χῶρο νὰ τὸ ἀναπτύξουμε ἐπαρκῶς. Μόνον τοῦτο πρέπει νὰ ποῦμε: ὅτι ὅταν ἡ πνευματικότητα ἀποσπᾶται ἀπὸ τὴν ἐκκλησιολογία, ὅταν ἕνας πνευματικὸς ἐνεργεῖ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ὅλη ἐκκλησιαστικὴ δομή, ἔστω χάριν τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχη σοβαρὸς λόγος, τότε μᾶλλον ὑποθάλπτεται μία ἀτομικὴ εὐσέβεια, ποὺ δὲν καταλήγει στὴν σωτηρία, γιατί δὲν ἀναφέρεται στὸ καθολικὸ ἦθος.
.       Σήμερα γίνεται διαρκῶς λόγος γιὰ τὴν ὡριμότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ πολλοὺς διατυπώνεται ἡ ἄποψι ὅτι ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς γνώσεις ἔχει φτάσει σὲ ὑψηλὰ ἐπίπεδα τελειότητος καὶ ὡριμότητος. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρέπει νὰ τονίζη τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστὸ εἶναι ἀνώριμος. Ἡ πνευματικὴ ὡριμότης, δηλ. ἡ διαρκὴς τελειότης, γίνεται ὄχι μὲ τὶς γνώσεις, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία ὑπακοὴ εἶναι ἕνας ἑκούσιος θάνατος. Μέσα ἀπὸ τὸν θάνατο ξεπηγάζει ἡ ἀνάστασι καὶ ἡ ζωή. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ μᾶς διδάσκουν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι. Σ’ αὐτὸ μᾶς προτρέπουν ὅλοι οἱ ἅγιοι. Ἡ ὑπακοὴ θὰ μᾶς ἑνοποιήση καὶ ζωοποιήση.

, , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΚΛΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ «Ἂς ἀφήσουµε καὶ µεῖς τὰ δικά μας δίκτυα» (Ἀποστολ.ἀνάγν. Κυρ. 17.06.12)

ΟΙ ΚΛΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β´ ΜΑΤΘ. (17.06.2012)
[Ματθ. δ´ 18-23] 

«Ἠκολούθησαν αὐτῷ».

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»
ἀρ. τ. 4258, Ἰούνιος 2012
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ» 

.           Ὅταν ὁ Κύριος ἐπλησίασε τὰ δύο ἀδέλφια, τὸν Σίµωνα καὶ τὸν Ἀνδρέα, καὶ τοὺς ἀπηύθυνε τὴν πρόσκληση: «Δεῦτε ὀπίσω µου καὶ ποιήσω ὑµᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων», αὐτοὶ «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Τὰ ἄφησαν ὅλα καὶ Τὸν ἀκολούθησαν. καὶ Τὸν ἀκολούθησαν -κι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀξιοθαύµαστο- µολονότι δὲν εἶχαν δεῖ ἀκόµα, παρὰ ἐλάχιστα, σηµεῖα καὶ θαύµατα οὔτε εἶχαν ἀκούσει τὶς διδασκαλίες Του. Καὶ ὅµως πίστεψαν τόσο βαθιὰ στὴν ὑπόσχεσή Του, ὅτι θὰ τοὺς κάνη «ἁλιεῖς ἀνθρώπων», ὥστε ὅλα τὰ ἄλλα τὰ θεώρησαν ἀσήµαντα µπροστὰ στὸ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν.

Α) Σὲ κάθε ἐποχή.

.          Σὲ κάθε ἐποχή, ἀλλὰ καὶ σήµερα ὁ Κύριος καλεῖ μερικοὺς νέους νὰ γίνουν οἱ κήρυκες τοῦ νόµου Του, οἱ ἀφιερωµένοι ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου Του. Δὲν καλεῖ ὅλους. Ἀπευθύνεται στοὺς λίγους. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτούς, λίγοι ἀκοῦνε τὴν θεία πρόσκληση καὶ κατατάσσονται στὸν πνευµατικό Του στρατό. Ἄλλοι με διάφορες δικαιολογίες ἀποφεύγουν τὸ δρόµο τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ τῆς θυσίας, με πρόχειρες καὶ ἀστήρικτες δικαιολογίες. Ἄλλοι ὑποστηρίζουν πὼς δὲν εἶναι πλασµένοι γιὰ μιὰ τέτοια θεία κλήση. Ἄλλοι δὲν ἔχουν τὴν δύναµη νὰ σπάσουν τὶς ἁλυσίδες ποὺ τοὺς δένουν με τὰ ὑλικὰ καὶ τὰ ἀνθρώπινα δεσµά. Καὶ μένουν ἔτσι στὶς ἡµέρες μας κενὲς πολλὲς ἐπάλξεις. Χωριὰ χωρὶς ἱερεῖς. Λαὸς χωρὶς θρησκευτικὴ ποίµανση. Νέοι χωρὶς καθοδήγηση. Πότε θὰ ἔρθη ἡ στιγµὴ ποὺ περισσότεροι νέοι θὰ ἀκολουθήσουν τὸ παράδειγµα τῶν δύο ἀδελφῶν; ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν τὸν δρόµο γιὰ τὴν πνευµατικὴ ἀναγέννηση τοῦ λαοῦ µας, ποὺ θὰ δοθοῦν στὸ ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς, ποὺ θὰ σταθοῦν στοὺς ἄµβωνες νὰ κηρύξουν ἢ στὰ θυσιαστήρια γιὰ νὰ ἐπικαλεσθοῦν τὴν θεία Χάρη καὶ νὰ ἁγιάσουν τὸν λαὸ …

Β) Στὴν ζωὴ τοῦ Πνεύµατος.

.            Ὅµως ὁ Κύριος ἀπευθύνεται σὲ ὅλους καὶ τοὺς καλεῖ στὴν ζωὴ τοῦ Πνεύµατος. Στὴν ζωὴ τὴν µυστηριακή, στὴν ζωὴ τῆς πίστεως, στὸν δρόµο τῆς ἀγάπης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς τιµιότητος. Σὲ μιὰ ζωὴ φωτεινή, καθαρή, στὸ σπίτι, στὴν δουλειά, στὴν κοινωνία. Σ᾽ αὐτὴ ὅµως τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, τὴν οὐράνια κλήση πρὸς τὸν καθένα µας, βρίσκουµε ἕνα πλῆθος ἀπὸ δικαιολογίες. Δικαιολογίες ποὺ στηρίζονται στὶς ἀδυναµίες µας, στοὺς γύρω µας, στὴν ἐποχή µας. Ἄλλοι λένε: Δὲν µπορῶ νὰ ζήσω μιὰ ζωὴ ἀνώτερη. Εἶµαι ἐκ φύσεως ὀξύθυµος, ἐπιπόλαιος. Ἄλλοι πάλι δικαιολογοῦνται ποὺ δὲν ἐξοµολογοῦνται, δὲν νηστεύουν, δὲν ἐκκλησιάζονται, δὲν κοινωνοῦν, δὲν προσεύχονται, δὲν διαβάζουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, γιατί δὲν ἔχουν χρόνο! Γιατί οἱ ἀπασχολήσεις τους εἶναι πάρα πολλές. Ἄλλοι πάλι ρίχνουν τὸ βάρος στὴν ἐποχὴ ποὺ ζοῦν, στοὺς φίλους καὶ γνωστοὺς πoὺ θὰ τοὺς κοροϊδέψουν, στοὺς συγγενεῖς καὶ τὸ περιβάλλον ποὺ δὲν συµφωνοῦν µ᾽ αὐτὰ …
.          Εὔκολο εἶναι νὰ βρίσκη ὁ ἄνθρωπος πολλές, πάρα πολλὲς δικαιολογίες γιὰ νὰ ἡσυχάζη τὴν συνείδησή του, ἐνῶ συνεχίζει τὸν εὔκολο δρόµο τῆς ἁµαρτωλῆς ζωῆς. Μὰ μεγάλος λογίζεται ἐκεῖνος ποὺ παραµερίζοντας κάθε δικαιολογία κάνει κάτι παρόµοιο με αὐτὸ ποὺ ἔκαναν οι µαθητές. Σπάζοντας κάθε δίκτυ ποὺ τὸν δένει με τὸν κατώτερο ἑαυτό του, με τὴν ἁµαρτία καὶ τοὺς συµβιβασµούς, ἀκολουθεῖ τὸν ἀνηφορικὸ δρόµο ποὺ πρῶτος ὁ Κύριος βάδισε.
.           Οἱ πρῶτοι µαθητὲς «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Ἂς ἀφήσουµε καὶ µεῖς τὰ δικά μας δίκτυα ποὺ μᾶς δένουν με τὴν ὕλη, τὸ χρῆµα, τὶς ἀµαρτωλὲς ἀπολαύσεις καὶ ἂς Τὸν ἀκολουθήσουµε. Στὸν δρόµο Του θὰ συναντήσουµε τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία, τὴν εὐτυχία ποὺ χαρίζει ὁ ἀγώνας τῆς ἀρετῆς.

, ,

Σχολιάστε

ΚΥΡ. Β´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ: «Οἱ δέ εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ»

«Οἱ δέ εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ»

Τοῦ πρωτ. π. Γ. Δορμπαράκη

.           Στήν περίοδο τῆς κλήσης τῶν πρώτων μαθητῶν τοῦ Κυρίου μᾶς μεταφέρει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς Β´ Ματθαίου. Ὁ Κύριος περιδιαβαίνοντας τά παράλια τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας καλεῖ τόν ᾽Ανδρέα καί τόν ἀδελφό του Σίμωνα Πέτρο, καί λίγο ἀργότερα τόν Ἰάκωβο καί τόν ἀδελφό του Ἰωάννη, πού ἦταν ὅλοι ψαράδες, νά Τόν ἀκολουθήσουν, ὥστε νά γίνουν ἁλιεῖς τῶν ἀνθρώπων. «Δεῦτε ὀπίσω μου, καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Κι ἐκεῖνοι «εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν Αὐτῷ».
.           Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ Σίμων Πέτρος, ὁ ᾽Ιάκωβος καί ὁ Ἰωάννης,  ἀκολούθησαν τόν Χριστό ὄχι διότι ἐκεῖνοι Τόν διάλεξαν, μέσα στά πλαίσια ἴσως μιᾶς μεταφυσικῆς ἀναζήτησής τους, ὥστε νά ἔχουν τήν καύχηση τῆς δικῆς τους πρωτοβουλίας, ἀλλά διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τούς διάλεξε καί τούς κάλεσε, ὅπως σέ ἄλλη περίπτωση τούς τό σημείωσε: «οὐχ ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ᾽ ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς». Κι αὐτό σημαίνει πολύ περισσότερο ὅτι κανείς ἀπό μόνος του δέν ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, κανείς ἀπό μόνος του δηλαδή δέν γίνεται χριστιανός, ἄν δέν δεχθεῖ τήν κλήση ἀπό τόν Θεό, συνεπῶς ἄν δέν μπεῖ στόν ῾ζυγό᾽ τῆς ὑπακοῆς σ᾽ Ἐκεῖνον. “Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν”. Κι ἐννοοῦμε κλήση, ἡ ὁποία θά μιλήσει στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι θά κρούσει ἁπλῶς τά τύμπανα τῶν αὐτιῶν του. ῾Πολλοί γάρ οἱ κλητοί, ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί᾽. Μέ ἄλλα λόγια μιλᾶμε γιά μία κλήση, ἡ ὁποία συναντᾶ τόν ἄνθρωπο σέ κατάσταση ἑτοιμότητας πρός ἀνταπόκριση, σέ κατάσταση δηλαδή ὡριμότητας γιά σχέση μέ τόν Θεό.
.           Πολύ συχνά, ἰδίως στό εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννη, ἡ κατάσταση αὐτή χαρακτηρίζεται ὡς ῾ὥρα᾽, πού προσδιορίζεται ἐπακριβῶς: εἶναι ἡ ὥρα τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος κατέληγε σχεδόν πάντα τόν ὅποιο λόγο Του πρός τούς ἀνθρώπους μέ τήν ἐπισήμανση: «ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω». ῏Ωτα βεβαίως πνευματικά καί ὄχι σωματικά. Εἶναι εὐνόητο λοιπόν ὅτι οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὁ Ἀνδρέας καί ὁ Σίμων Πέτρος, ἦταν ἕτοιμοι νά κληθοῦν, διότι εἶχαν ἑτοιμαστεῖ γι᾽ αὐτό καί ἀπό τή δική τους τή διάθεση ἀναζήτησης καί ἀπό τόν μέχρι τότε δάσκαλό τους μέγα ᾽Ιωάννη Πρόδρομο, ὁ ὁποῖος εἶχε ὡς ἔργο τήν κλήση πρός μετάνοια τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἀναγγελία τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Μεσσία.
.           Ποιό τό χαρακηριστικό τῆς ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ; Πῶς διακρίνει κανείς τή γνησιότητα τῆς κλήσης Του; Ὁ Κύριος ἀπαντᾶ: «ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Ἡ ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ δηλαδή ὁδηγεῖ ἀμέσως στό ἄνοιγμα πρός τόν συνάνθρωπο καί σέ ἱεραποστολική δράση. Δέν μπορεῖ εἰδικά ἕνας ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ νά εἶναι καί νά παραμένει ἀπόστολος, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀπέκτησε ἕνα ἀξίωμα πρός προσωπική ἀπόλαυσή του. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει μία κοσμικοῦ τύπου κατανόηση τοῦ ἀξιώματος, πού ὁ Κύριος τό ἤλεγξε μέ ἰδιαίτερη βδελυγμία. «Οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν. Οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν». Ὁ Κύριος καλεῖ τόν ἄνθρωπο νά Τόν ἀκολουθήσει, γιά νά ἀγκαλιάσει καί νά διακονήσει τόν συνάνθρωπό του μέ σκοπό τή σωτηρία του, πού σημαίνει ὅτι ὁ ἀπόστολος γίνεται συνεργός τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό συμβαίνει ὄχι μόνο στούς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά σέ ὅλους τούς πιστούς Του, ἀνεξάρτητα ἀπό τό διακόνημα πού μπορεῖ νά ἔχουν ἀναλάβει: εἶναι μαθητές, ἀκολουθοῦν τόν Χριστό, στό βαθμό πού ἀγαποῦν μέ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς τους τόν ὅποιο συνάνθρωπό τους, ἀκόμη καί τόν ἐχθρό τους. Διότι «ὁ ἀγαπῶν τόν Θεόν και μισῶν τόν πλησίον ψεύστής ἐστι».
.           Κατανοεῖ κανείς ὅτι μία τέτοια κατάσταση ἔχει τόν χαρακτήρα τῆς θυσίας. Διότι συνήθως οἱ ἄνθρωποι, μπροστά στήν ἀγάπη τοῦ χριστιανοῦ – συνέχεια τῆς ἀγάπης του πρός τόν Θεό – πού ἐκφράζεται πρωτίστως μέ τή συμπεριφορά του καί δευτερευόντως μέ τά λόγια του, ἀντιδροῦν καί ἐναντιώνονται, συχνά δέ τούς ὁδηγοῦν καί στό μαρτύριο. Ὁ Κύριος δέν ὑποσχέθηκε στούς ἀκολούθους Του δάφνες καί ροδοπέταλα. Τούς εἶπε ὅτι θά ὑποστοῦν βάσανα καί διωγμούς, ἀλλά μέ τόν τρόπο αὐτό θά παραμένουν ἑνωμένοι μέ ᾽Εκεῖνον καί θά βοηθοῦν οὐσιαστικά τούς ἀνθρώπους – ὅ,τι συνέβη δηλαδή καί στόν ῎Ιδιο: «ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ». «Ἰδού ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων». «Ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἕξετε». Καί κυρίως: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι». Γι᾽ αὐτό καί ἡ χριστιανική πίστη δέν εἶναι πρός λαϊκή κατανάλωση καί δέν μπορεῖ ποτέ νά γίνει τοῦ “συρμοῦ”. ᾽Απαιτεῖ γενναιότητα καί πραγματική ἀγάπη πρός τόν Χριστό, κάτι πού ἐξηγεῖ καί τή συρρίκνωσή της σέ στατιστικά στοιχεῖα παγκοσμίως.

.           Ποιές οἱ προϋποθέσεις αὐτῆς τῆς ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ; Στήν κλήση τῶν πρώτων μαθητῶν παίρνουμε ἐπίσης τήν ἀπάντηση:

(α) «ἀφέντες τά δίκτυα». Μπορεῖ καί ἀκολουθεῖ κανείς τόν Χριστό, ὅταν προβεῖ σέ ἀποταγή ὁποιουδήποτε στοιχείου τόν δένει μέ τόν κόσμο, ἔστω κι ἄν αὐτό θεωρεῖται, κοσμικά, καλό. Τό ζητούμενο δηλαδή πάντοτε γιά τόν Χριστιανό δέν εἶναι ἄλλο ἀπό αὐτό πού συνιστᾶ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. ῎Αν τό θέλημα ᾽Εκείνου περνᾶ μέσα ἀπό τό “ἄφημα” ἀκόμα καί τῆς δουλειᾶς του, τῶν πάντων καλύτερα – «ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι», θά ποῦν ἀλλοῦ οἱ ἀπόστολοι στόν Χριστό – τότε αὐτή εἶναι ἡ προτεραιότητα τοῦ πιστοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, ἄν κάτι μέ ῾δένει᾽ παθολογικά μέ τόν κόσμο, ὅσο κι ἄν θεωρεῖται κοντινό καί ἀπαραίτητο σέ μένα, πρέπει νά εἶμαι ἕτοιμος νά τό ἀφήσω. Κι αὐτή ἡ ἀποταγή πού γίνεται πρός χάρη τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ καί τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Αρκεῖ βεβαίως νά ἔχω τή διάκριση νά καταλαβαίνω κάθε φορά ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

.           (β) «εὐθέως», δηλαδή χωρίς ἀναβολή, ἀμέσως. Ὅταν μέ καλεῖ ὁ Θεός, ὅταν γνωρίζω τό ἅγιο θέλημά Του, ἀλλά ἀναβάλλω τήν ἀνταπόκρισή μου καί τήν ἐφαρμογή αὐτοῦ τοῦ θελήματος στή ζωή μου, ἀπό κεῖ καί πέρα ἀρχίζει ἡ εὐθύνη τῆς ἐναντίωσής μου στόν Θεό. Γίνομαι, κατά κάποιο τρόπο, θεομάχος, συνεπῶς θέτω ἐμπόδιο στήν αἴσθηση τῆς χάρης Του στήν ὕπαρξή μου. Καί συνήθως συμβαίνει τό ἑξῆς: διαρκῶς καί μεταθέτω τήν ἀπόφαση ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ γιά…ἀργότερα, ἄρα δέν Τόν ἀκολουθῶ ποτέ. ῞Ενα παλιό γνωμικό ἐπισημαίνει: “Ἡ ἀναβολή ὁδηγεῖ στή χώρα τοῦ ποτέ”. Ἡ κατάσταση αὐτή συνιστᾶ ἕνα ἐκ δεξιῶν λεγόμενο ὅπλο τοῦ διαβόλου. Δέν πολεμᾶ ὁ πονηρός κατευθεῖαν τόν πιστό, μέ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μέ ἀποδοχή τοῦ θελήματός Του, ἀλλά γιά ἀργότερα.

 .             ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή, ἡ χριστιανική ζωή ἔχει τό στοιχεῖο τῆς ἀποφασιστικότητας. ῎Ανθρωπος πού ἔχει πειστεῖ γιά τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καί γιά τή σωτηρία πού προσφέρει ὡς ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό, δέν μπορεῖ νά ἀναβάλλει. ᾽Εκτός ἀπό τούς ἀποστόλους πού ἀνταποκρίθηκαν ἄμεσα, βλέπουμε τήν ἀμεσότητα ἀνταπόκρισης σέ ὅλους τούς ἁγίους, οἱ ὁποῖοι καί γι᾽ αὐτό ἅγιασαν. ᾽Εν προκειμένῳ ἄς θυμηθοῦμε καί τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος, μετά τή θαυμαστή συνάντησή του μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, τήν ὥρα πού δίωκε τούς χριστιανούς στόν δρόμο τῆς Δαμασκοῦ, ἀμέσως ἀλλάζει ζωή, καί τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, ἡ ὁποία μόλις καί αὐτή συνειδητοποιεῖ τήν κατάντια τῆς ζωῆς της καί ποῦ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια, ἀμέσως φεύγει γιά τήν ἔρημο, χωρίς ποτέ νά ἐπιστρέψει στόν κόσμο.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ [Γ´] (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου)

Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ [Γ´]
Tοῦ Μητροπoλίτου  Ναυπάκτου Ἱεροθέου
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο:“Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές”, Κεφ. Α7, 
Ἐκδόσεις Ἱ. Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου)

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/06/οἱ-θεολογικὲς-άλήθειες-τῆς-μεταμορφ/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/06/οἱ-θεολογικὲς-ἀλήθειες-τῆς-μεταμ-β´/

Θ´ Ἡ φανέρωση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ

.       Ὅπως τὴν στιγμὴ τῆς Βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει ἐμφάνιση καὶ ἀποκάλυψη τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔτσι καὶ τὴν στιγμὴ τῆς Μεταμορφώσεώς Του πάνω στὸ Θαβὼρ ἀποκαλύπτεται ὁ Τριαδικὸς Θεός. Τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ ἐνηνθρώπησε, ἔλαμψε ἐνώπιον τῶν Μαθητῶν καὶ φανέρωσε τὴν δόξα τῆς θεότητός Του. Ὁ Πατὴρ ἐπιβεβαίωσε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός Του ὁ ἀγαπητός, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἦταν ἡ νεφέλη φωτεινὴ ποὺ ἐπισκίασε τοὺς Μαθητάς.
.       Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι φῶς, ἀφοῦ τὸ φῶς εἶναι ἡ λάμψη τῆς θεότητος, ἡ ὅραση τῆς Χάριτος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Στὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας ψάλλεται: “φῶς ὁ Πατήρ, φῶς ὁ Λόγος, φῶς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα”. Τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔλαμψε ὡς ὁ ἥλιος, ἡ φωνὴ τοῦ Πατρὸς ἦταν πολὺ δυνατὴ θεωρία φωτός, γι᾽ αὐτό, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τότε ἀκριβῶς δὲν μπόρεσαν νὰ ἀντέξουν οἱ Μαθητὲς καὶ ἔπεσαν στὴν γῆ, καὶ ἡ νεφέλη, ποὺ ἦταν ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἦταν φωτεινή. Ὅλα ἐκφράζουν τὴν δόξα τῆς θεότητος.
.       Στὸν μεγαλύτερο βαθμὸ θεοπτίας ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Πατρός: “οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα” (Ματθ. ιζ´ 5). Ὅταν ἀναλύσαμε τὴν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, εἴδαμε ἐκεῖ τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἐπιβεβαίωση τοῦ Πατρός. Ἐδῶ πρέπει νὰ παραθέσουμε τὴν ἄποψη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ὅτι ὁ Πατὴρ δείχνει τὴν μεγάλη Του ἀγάπη πρὸς τὸν κατὰ φύσιν Υἱό Του, τὸν μονογενῆ. Ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς εἶναι τριπλῆ, πρῶτον, ἐπειδὴ εἶναι Υἱὸς καὶ κάθε πατέρας ἀγαπᾶ τὸ παιδί του, δεύτερον, γιατί εἶναι ἀγαπητὸς καὶ τρίτον, γιατί εὐδόκησε σὲ αὐτόν.
.       Ἡ φωνὴ τοῦ Πατρὸς δείχνει ἀκόμη καὶ ὅτι στὸ ὄρος Θαβὼρ ὑπάρχει καὶ ὅραση καὶ ἀκοή. Στὴν πραγματικότητα, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος, κατὰ τὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀποκάλυψή Του, ὅλες οἱ αἰσθήσεις τοῦ ἀνθρώπου γίνονται μία αἴσθηση, ἑνοποιοῦνται. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ ὅραση εἶναι ἀκοή, καὶ ἡ ἀκοὴ εἶναι ὅραση, καὶ ἡ ὅραση καὶ ἀκοὴ εἶναι γεύση καὶ αἴσθηση κλπ. Τὴν ὥρα τῆς θεοπτίας ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι διεσπασμένος, ἀφοῦ ἡ διάσπαση εἶναι χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Ὅμως, ὅταν ὁ ἄνθρωπος φθάση στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ, βλέπει τὸν Θεὸ διὰ τῆς θεώσεώς του.
.       Κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν ἁγιορείτη συνήθως ἡ ὅραση εἶναι ἀξιοπιστοτέρα τῆς ἀκοῆς. Πρῶτα ἀκούει κανεὶς κάτι καὶ στὴν συνέχεια προχωρεῖ καὶ στὴν ὅρασή του. Ἐδῶ, ὅμως, συνέβη τὸ ἀντίθετο. Οἱ Μαθητὲς εἶδαν τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν συνέχεια ἀκολούθησε καὶ ἡ ἐπιβεβαίωση διὰ τῆς ἀκοῆς.
.       Ἐξηγώντας ὁ ἅγιος Νικόδημος αὐτὸ τὸ γεγονός, λέγει ὅτι ἐδῶ φαίνεται ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης. Συνήθως στὴν Παλαιὰ Διαθήκη περισσότερο ἐνεργοῦσαν τὰ ἐνεργούμενα διὰ τῆς ἀκοῆς, ἀφοῦ οἱ Προφῆτες φανέρωναν τὰ μέλλοντα διὰ τῆς προρρήσεως καὶ τῶν προφητειῶν. Καὶ συνήθως πρῶτα ἄκουγαν γιὰ τὸν Θεὸ καὶ στὴν συνέχεια ἔβλεπαν, ὅπως ἄλλωστε ὁμολογεῖ ὁ δίκαιος Ἰώβ: “Ἀκοὴν μὲν ὠτὸς ἤκουόν σου τὸ πρότερον, νυνὶ δὲ ὁ ὀφθαλμός μου ἑώρακέ Σε” (Ἰώβ, ΜΒ´  5). Στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅμως, γίνεται τὸ ἀντίθετο. Συνήθως προηγεῖται ἡ ὅραση καὶ ἀκολουθεῖ ἡ ἀκοή. Καὶ αὐτὸ εἶναι φυσικό, γιατί στὴν Παλαιὰ Διαθήκη κηρυττόταν ἡ ἔλευση τοῦ Μεσσίου, ὅταν ὅμως ἦλθε ὁ σαρκωθεὶς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τότε προηγεῖται ἡ ὅραση, ἀφοῦ τὸν ἔβλεπαν καὶ ἀκολουθοῦσε ἡ ἐπιβεβαίωση.
.       Αὐτὸ συμβαίνει στὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ πνευματικὴ ζωή. Ὅταν βρισκόμαστε στὸ στάδιο τῆς καθάρσεως, ποὺ οὐσιαστικὰ ὑπενθυμίζει τὸν τρόπο ζωῆς ποὺ συνιστᾶ ὁ νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀκοῦμε γιὰ τὸν Θεό. Ὅταν φθάνουμε ὅμως στὸν φωτισμὸ τοῦ νοὸς καὶ τὴν θέωση, μὲ τὴν μυστηριακὴ ζωὴ καὶ τὴν μέθεξη τῆς φωτιστικῆς καὶ θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, τότε βλέπουμε τὸν Θεό.
.       Ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ λέγωνται συγκαταβατικὰ καὶ μέσα στὰ πλαίσια ὅτι, ὅταν ὁ θεούμενος φθάνη στὴν θέωση, τότε ἑνοποιοῦνται ὅλες οἱ ψυχοσωματικὲς δυνάμεις.
.       Ἡ φωνὴ τοῦ Πατρὸς ἐξέρχεται μέσα ἀπὸ τὴν φωτεινὴ νεφέλη, πράγμα τὸ ὁποῖο δείχνει τὸ ὁμοούσιο τοῦ Πατρὸς μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ βεβαίως τὸ ὁμοούσιο τῶν τριῶν θείων ὑποστάσεων. Ἡ ἐμφάνιση τῆς φωτεινῆς νεφέλης συνδέεται ἀκόμη καὶ μὲ τὴν ἀποκαλυπτικὴ ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Αὐτὸς ποὺ καθοδηγοῦσε τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη.
.       Στὸ βιβλίο τῆς Ἐξόδου λέγεται ὅτι ὁ Θεὸς ὁδηγοῦσε τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαὸ στὴν πορεία του ἀπὸ τὴν γῆ τῆς Αἰγύπτου στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, φωτίζοντάς τον τὴν νύκτα μὲ τὸ πῦρ καὶ σκεπάζοντάς τους τὴν ἡμέρα μὲ τὴν νεφέλη, “ὁ δὲ Θεὸς ἡγεῖτο αὐτῶν ἡμέρας μὲν ἐν στύλῳ νεφέλης, δεῖξαι αὐτοῖς τὴν ὁδόν, τὴν δὲ νύκτα, ἐν στύλῳ πυρὸς” (Ἐξ. ΙΓ´ 21).
.       Ἐπάνω στὸ Θαβὼρ ἔχουμε καὶ τὸ φῶς καὶ τὴν νεφέλη. Φῶς εἶναι ὁ Χριστός, ἀφοῦ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του ὡς ὁ ἥλιος, καὶ νεφέλη εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Μὲ αὐτὴν τὴν ἀλήθεια δὲν πρέπει κανεὶς νὰ ἐννοήση ὅτι ἄλλο εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Υἱοῦ καὶ ἄλλο τὸ ἔργο τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ὅτι ἡ οἰκονομία τοῦ Υἱοῦ γίνεται ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν οἰκονομία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἄλλωστε, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ δημιουργία καὶ ἡ ἀναδημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου εἶναι κοινὴ ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
.       Πάντως, ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ εἶναι ὅτι στ Θαβρ χουμε μφάνιση κα ποκάλυψη το Τριαδικο Θεο. κκλησιαστικ κα πνευματικ ζω εναι μέθεξη τς κτίστου Χάριτος το Θεο στν νθρώπινη φύση το Λόγου. Ὅταν κοινωνοῦμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων, κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ καὶ μετέχουμε τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

 Ι´ Ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας στὸ Θαβὼρ

.       Στὸ ὄρος Θαβὼρ ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ὑπάρχουν πέντε πρόσωπα. Πλησίον τοῦ Χριστοῦ εἶναι δύο ἐξέχοντα πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ Προφήτης Μωϋσῆς καὶ ὁ Προφήτης Ἠλίας, καθὼς καὶ οἱ τρεῖς Μαθητές, ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης. Οἱ πρῶτοι εἶναι ἐκπρόσωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καὶ συγκεκριμένα τοῦ Νόμου (Μωϋσῆς) καὶ τῶν Προφητῶν (Ἠλίας), καὶ οἱ Ἀπόστολοι εἶναι ἐκπρόσωποι τῆς Καινῆς Διαθήκης.
.       Οἱ Μαθητὲς γνώριζαν ὅτι τὰ ἐμφανισθέντα πρόσωπα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἦταν ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας ἀπὸ δύο κυρίως αἴτια.
.       Πρῶτον, ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Δηλαδὴ ἀναγνώρισαν τοὺς θεόπτες ἄνδρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐπειδὴ βρίσκονταν μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ. Ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει ὅλα τὰ μέλλοντα, πολὺ περισσότερο ἀποκαλύπτει τὰ παρόντα καὶ ἐνεστῶτα.
.       Δεύτερον, γνωρίστηκαν ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους οἱ θεόπτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀπὸ τὴν συζήτηση ποὺ εἶχαν μὲ τὸν Χριστό. Ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς γράφει: “καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας, μετ᾽ αὐτοῦ συλλαλοῦντες” (Ματθ. ιζ´ 3). Χαρακτηριστικὸς εἶναι ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος μᾶς παρουσιάζει καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς συζητήσεως: “Καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο συνελάλουν αὐτῷ, οἵτινες ἦσαν Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας, οἳ ὀφθέντες ἐν δόξῃ ἔλεγον περὶ τὴν ἔξοδον αὐτοῦ ἣν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλὴμ” (Λουκ. θ´ 30-31). Οἱ ἀποκαλυφθέντες, ἐκείνη τὴν ὥρα, ἄνδρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μιλοῦσαν γιὰ τὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ. Δεδομένου ὅτι Μεταμόρφωση το Χριστο γινε κατ τν διάρκεια τς προσευχς, ἀφοῦ λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς “καὶ ἐγένετο ἐν τῷ προσεύχεσθαι αὐτὸν τὸ εἶδος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἕτερον…” (Λουκ. θ´ 29), καὶ ὅτι ἡ συνομιλία τῶν δύο ἀνδρῶν μὲ τὸν Χριστὸ ἀναφερόταν στὸ Πάθος, ἐξάγεται ὅτι τ γεγονς ατ συνδέεται στεν μ τν προσευχ το Κυρίου στν Γεθσημαν, ὅταν ζητοῦσε νὰ ἀποφύγη τὸ πικρὸ ποτήριο τοῦ θανάτου.
.       Ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος λέγει ὅτι οἱ Μαθητὲς κατάλαβαν τοὺς Προφήτας αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ θὰ ἔλεγαν στὸν Χριστό, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἦταν σχετικοὶ μὲ ἐκεῖνα ποὺ προεφήτευσαν, ὅσο ζοῦσαν. Ἴσως ὁ Μωϋσῆς θὰ ἔλεγε: “Σὺ εἶ, οὗ προετύπωσα τὸ πάθος ἐγώ, σφάξας τὸν ἀμνὸν καὶ τὸ πάσχα τελέσας”. Καὶ ὁ Ἠλίας θὰ ἔλεγε: “Σὺ εἶ, οὗ τὴν ἀνάστασιν προετύπωσα ἐν τῷ τῆς χήρας υἱῷ”. Ὁ Μωϋσῆς μιλοῦσε γιὰ τὴν προτύπωση τοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ, τοῦ χριστιανικοῦ πάσχα, ἐνῶ ὁ Ἠλίας γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

ΙΑ´ Γιατί ἐμφανίσθηκαν οἱ δύο αὐτοὶ Προφῆτες 

.       Εἶναι γνωστὸν ἀπὸ τὴν πατερικὴ παράδοση ὅτι τῆς θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ μετέχουν ὅσοι βρίσκονται σὲ κατάσταση θεοπτίας, γιατί ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ σὲ ἀκαθάρτους ἀνθρώπους εἶναι κόλαση καὶ καταδίκη. Ἔτσι, καὶ κατὰ τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ, ἐμφανίζεται ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, ὄχι μόνο γιατί εἶναι ἐκπρόσωποι τοῦ νόμου καὶ τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ γιατί καὶ οἱ δύο ὑπῆρξαν θεόπτες κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς τους.
.       Στὸ ὄρος Σινᾶ ὁ Μωϋσῆς εἶδε τὴν δόξα τοῦ ἀσάρκου Λόγου, ὁ ὁποῖος τοῦ παρέδωσε τὸν Νόμο, τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ αὐτὸ εἶδε τὴν ἄλλη καταπληκτικὴ θεωρία ποὺ δήλωνε τὴν σάρκωση τοῦ Λόγου, δηλαδὴ τὴν θεωρία τῆς καταφλεγομένης καὶ μὴ κατακαιομένης βάτου. Ἄλλοτε σὲ μία δύσκολη στιγμὴ τῆς ζωῆς του ὁ Μωϋσῆς ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἀποκαλυφθῆ καὶ νὰ φανερώση τὸν Ἑαυτό Του. Καὶ ὅταν ὁ Θεὸς τοῦ ἀνήγγειλε ὅτι θὰ ἀποκαλυφθῆ, τοῦ εἶπε νὰ εἰσέλθη σὲ ἕνα βράχο (πέτρα), καὶ καθὼς πέρασε ἔκρυψε τὴν ὀπὴ τοῦ βράχου, γιὰ νὰ μὴ δῆ τὸ πρόσωπό Του, ἀλλὰ τὰ ὀπίσθια. (Ἐξ. ΛΓ´ 12-23). Καὶ αὐτὴ ἡ ἀποκάλυψη δηλώνει τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
.       Ἀλλὰ καὶ ὁ Προφήτης Ἠλίας ἀξιώθηκε νὰ δῆ τὸν ἄσαρκο Λόγο, μὲ τὴν μορφὴ τῆς λεπτῆς αὔρας. Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔγινε μὲ τὴν μορφὴ τοῦ ἀέρος, τοῦ σεισμοῦ καὶ τοῦ πυρός, ἀλλὰ μὲ τὴν λεπτὴ φωνὴ αὔρας. “Καὶ μετὰ τὸ πῦρ φωνὴ αὔρας λεπτῆς, κἀκεῖ Κύριος”. Ὅταν ἄκουσε ὁ Προφήτης Ἠλίας τὴν φωνὴ τῆς λεπτῆς αὔρας, κάλυψε τὸ πρόσωπό του μὲ τὴν μηλωτή, καὶ ἀφοῦ βγῆκε ἀπὸ τὸ σπήλαιο, στάθηκε κάτω ἀπὸ αὐτὸ (Γ´ Βασ. ΙΘ´ 11-13). Καὶ ἡ θεοπτία αὐτὴ εἶχε σχέση μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, γιατί μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του ὁ Θεὸς παρουσίασε τὴν ἀγάπη καὶ τὴν φιλανθρωπία Του.
.       Ὑπάρχει ὅμως τεράστια διαφορὰ μεταξὺ τῆς θεοπτίας ποὺ εἶχαν οἱ δύο Προφῆτες κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς τους, ἀπὸ τὴν θεοπτία ποὺ εἶχαν στὸ ὄρος Θαβώρ. Τότε ἦταν θεωρία τοῦ ἀσάρκου Λόγου, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐκρύβησαν στὴν πέτρα καὶ τὸ σπήλαιο, ἐνῶ τώρα βλέπουν τὸν ἐνσαρκωμένο Λόγο. Τότε τὸ Σινᾶ καιγόταν ἕως τὸν οὐρανό, ὑπῆρχε δὲ σκοτάδι, γνόφος καὶ θύελλα, καὶ μεγάλη φωνὴ (Δευτ. Δ´ 11), ποὺ ἐκφράζουν τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἐνῶ στὸ Θαβὼρ ὅλα ἦταν λαμπρὰ καὶ φωτεινά, ἐξαστράπτοντα ἀπὸ τὸ ἀπρόσιτο φῶς τῆς θεότητος, δεῖγμα ὅτι ἦταν ἀνώτερο τὸ φῶς ἀπὸ τὸν νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
.       Ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος παρουσιάζει πολὺ ἐκφραστικὰ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ἐμφανίστηκαν οἱ θεόπτες ἄνδρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Πρῶτον, γι ν ποδειχθ τι Χριστς εναι Κύριος το Νόμου κα τν Προφητν. Δεύτερον, γι ν φαν τι κυριεύει ζώντων κα νεκρν, ἀφοῦ ὁ Μωϋσῆς ἦταν νομοθέτης καὶ πέθανε, ἐνῶ ὁ Ἠλίας ἦταν Προφήτης καὶ ἀκόμη ζοῦσε, ἀφοῦ ἡρπάγη μὲ ἅρμα στὸν οὐρανό. Τρίτον, γι ν φαν καλ τι Χριστς χι μόνο δν ταν ντίθετος μ τν νόμο, λλ οτε ντίθεος, διαφορετικ ο μεγάλοι ατο θεόπτες νδρες δν θ μιλοσαν μαζί Του. Τέταρτον, γι ν λύση τν ποψία μερικν τι Ατς εναι λίας πο περίμεναν κάποιος λλος Προφήτης. Καὶ πέμπτον, γι ν διδάξη τος Μαθητάς Του ν μιμηθον τος μεγάλους ατος νδρας, δηλαδὴ νὰ εἶναι πραεῖς, ὅπως ὁ Μωϋσῆς, καὶ ζηλωτές, ἄκαμπτοι καὶ νὰ κινδυνεύουν, ὅταν χρειασθῆ γιὰ τὴν ἀλήθεια, ὅπως ὁ Προφήτης Ἠλίας.
.       Οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας στέκονταν μὲ εὐλάβεια καὶ σεβασμὸ πλησίον τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἱερὸς Κοσμᾶς ὁ Μελωδὸς στὸν Κανόνα τῆς Ἑορτῆς γράφει: “ἱεροπρεπῶς ἑστῶτες Μωϋσῆς τε καὶ Ἠλίας ἐν ὄρει Θαβώρ, τῆς θείας χαρακτήρα τρανῶς ὑποστάσεως βλέποντες Χριστὸν ἐν Πατρῴα ἐξαστράψαντα δόξῃ ἀνέμελπον…”. Οἱ Προφῆτες ἔβλεπαν στὸ ὄρος Θαβὼρ τὸν σεσαρκωμένο Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ μέσα στὴν θεωρία γνώρισαν ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶχε τὸν χαρακτήρα τῆς ὑποστάσεως τοῦ Πατρός, δηλαδὴ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ Πατρός. Γι᾽ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ στέκονταν ἱεροπρεπῶς καὶ δουλικῶς.
.       Κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, ὁ Μωϋσῆς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη στεκόταν ὡς ἀρχιερεὺς μεταξύ του Ὢρ καὶ τοῦ Ἀαρών, γιὰ νὰ νικήση ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός, καὶ ὁ Ἠλίας ὡς ἀρχιερεὺς τοῦ Θεοῦ θανάτωσε τοὺς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ καὶ ὁλοκαύτωσε τὴν θυσία. Αὐτοί, λοιπόν, οἱ δύο ἀρχιερεῖς τοῦ Θεοῦ στέκονται τώρα στὸ Θαβὼρ ὡς ἱερεῖς καὶ δοῦλοι, ἔχοντες στὸ μέσον τὸν Μέγα ἀρχιερέα Χριστό, ποὺ ἑτοιμάζεται γιὰ τὴν μεγάλη θυσία.
.       Αὐτὸ τὸ “ἱεροπρεπῶς” καὶ “δουλικῶς” ὑπενθυμίζει καὶ τὴν μεγάλη διαφορὰ ποὺ ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Προφητῶν. Ὁ Χριστὸς ποιεῖ τὴν θέωση, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ἀφοῦ εἶναι κατὰ φύσιν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ θεοποιεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῶ οἱ Προφῆτες πάσχουν στὴν θέωση, δηλαδὴ γίνονται κατὰ χάριν καὶ κατὰ μέθεξιν θεοί. Μὲ ἄλλα λόγια ὁ Χριστὸς εἶναι αὐτόφωτος ἥλιος, ἐνῶ αὐτοὶ ἑτερόφωτα ἀστέρια.
.       Πρέπει νὰ σημειώσουμε καὶ μία ἄλλη λεπτομέρεια, ποὺ ὅμως δείχνει κάτι βαθύτερο καὶ οὐσιαστικότερο. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἀναφέρει ὅτι “ἐν τῷ γενέσθαι τὴν φωνὴν (τοῦ πατρός, Οὗτός ἐστιν…) εὑρέθη ὁ Ἰησοῦς μόνος” (Λουκ. θ´36). Δηλαδή, μὲ τὴν ἀκοὴ τῆς φωνῆς ἐξαφανίσθηκαν οἱ δύο Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ παρέμεινε μόνος ὁ Χριστός. Κατὰ τὸν ἱερὸ Θεοφύλακτο, αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ μὴ νομίση κανεὶς ὅτι ἡ φωνὴ αὐτὴ ἔγινε γιὰ τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὸν Χριστό. Δὲν ἔπρεπε νὰ γίνη καμμιὰ σύγχυση μεταξὺ αὐτῶν τῶν προσώπων. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ κέντρο τῶν οὐρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ (Κυρ. Β´ Ματθ.)

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Ματθ. δ΄ 18-23)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, περιπατῶν ὁ Ἰησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς· καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.
Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνικὴ:
Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, ὅταν περπατοῦσε κοντὰ εἰς τὴν λίμνην τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δύο ἀδελφούς, τὸν Σίμωνα, ὁ ὁποῖος ἐλέγετο Πέτρος, καὶ τὸν Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφόν του, νὰ ρίχνουν δίχτυ εἰς τὴν λίμνην, διότι ἦσαν ψαράδες. Καὶ τοὺς λέγει, «Ἐλᾶτε, ἀκολουθῆστε με, καὶ θὰ σᾶς κάνω ψαράδες ἀνθρώπων». Αὐτοὶ ἐγκατέλειψαν ἀμέσως τὰ δίχτυα καὶ τὸν ἀκολούθησαν. Καὶ ὅταν ἐπροχώρησε ἀπὸ ἐκεῖ, εἶδε ἄλλους δύο ἀδελφούς, τὸν Ἰάκωβον, τὸν υἱὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τὸν Ἰωάννην τὸν ἀδελφόν του, μέσα σὲ πλοιάριον μαζὶ μὲ τὸν Ζεβεδαῖον, τὸν πατέρα τους, νὰ ἐπισκευάζουν τὰ δίχτυα τους καὶ τοὺς ἐκάλεσε. Αὐτοὶ ἀμέσως ἄφησαν τὸ πλοιάριον καὶ τὸν πατέρα τους καὶ τὸν ἀκολούθησαν.
Ὁ Ἰησοῦς ἐγύριζε ὁλόκληρη τὴν Γαλιλαίαν καὶ ἐδίδασκε εἰς τὰς συναγωγάς των καὶ ἐκήρυττε τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ ἐθεράπευε κάθε ἀσθένειαν καὶ κάθε ἀδυναμίαν εἰς τὸν λαόν.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ
«Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων»

 .     Τὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο μᾶς μεταφέρει στὴν ἀκροθαλασσιὰ τῆς Γαλιλαίας. Ἔριχναν τὰ δίχτυα τους ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἀνδρέας, καὶ λίγο πιὸ πέρα ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης. Τότε τοὺς πλησίασε ὁ Κύριος Ἰησοῦς καὶ τοὺς κάλεσε νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν, ὥστε στὸ ἑξῆς νὰ ἁπλώνουν δίχτυα πνευματικὰ καὶ νὰ ἁλιεύουν ψυχὲς γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν: «Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων», τοὺς εἶπε. Ἀκολουθῆστε με καὶ θὰ σᾶς κάνω ἁλιεῖς ἀνθρώπων.
.     «Ἁλιεῖς ἀνθρώπων»! Αὐτὸς ὁ παραβολικὸς λόγος τοῦ Κυρίου μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ νὰ δοῦμε ποιὸ εἶναι αὐτὸ τὸ ἔργο τῆς ἁλιείας ἀνθρώπων καὶ τί σχέση μπορεῖ νὰ ἔχει μὲ τὴν δική μας ζωή.

1. ΕΡΓΟ ΥΨΗΛΟ

.     «Ἁλιεία ἀνθρώπων» ὁ Κύριος ὀνόμασε τὸ ἔργο τοῦ κηρύγματος καὶ τῆς ἱεραποστολῆς, ποὺ ὁ Ἴδιος ἀνέθεσε στοὺς ἁγίους Ἀποστόλους πρῶτα κι ἔπειτα σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία. Μετὰ τὴν Ἀνάστασή του ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἄφησε ὡς ἱερὴ παρακαταθήκη στοὺς μαθητές του τὴν ἐντολὴ νὰ μεταδώσουν τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου σὲ ὅλο τὸν κόσμο: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη», τοὺς εἶπε. Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ κάλεσε τοὺς μαθητές του νὰ ρίχνουν σὰν ἄλλοι ψαράδες τὰ δίχτυα τοῦ θείου λόγου καὶ νὰ ἑλκύουν τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων στὴν ἀληθινὴ ζωὴ.
.     Αὐτὸ τὸ ἔργο τῆς ἁλιείας τῶν ψυχῶν ποὺ ἄρχισαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, τὸ συνέχισαν οἱ διάδοχοί τους, οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν κύρια εὐθύνη στὸ ἔργο αὐτό. Αὐτοί, μὲ τὸ νὰ κηρύττουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, νὰ συμβουλεύουν καὶ νὰ καθοδηγοῦν τοὺς ἀνθρώπους, κυρίως ὅμως μὲ τὴν τέλεση τῶν ἱερῶν Μυστηρίων, βοηθοῦν ὥστε ὅλο καὶ περισσότερες ψυχὲς νὰ ἀπεγκλωβίζονται ἀπὸ τὰ δίχτυα τοῦ κόσμου καὶ νὰ ἀσφαλίζονται στὴν σαγήνη τῆς Ἐκκλησίας.
.     Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι καὶ ἡ ἁποστολὴ τοῦ ἱερέως, ὅπως μᾶς τὴν περιγράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «πτερῶσαι ψυχήν, ἁρπάσαι κόσμου καὶ δοῦναι Θεῷ»· δηλαδή, νὰ δώσει φτερὰ στὴν ψυχή, νὰ τὴν ἁρπάξει ἀπὸ τὰ νύχια τοῦ διεφθαρμένου κόσμου καὶ νὰ τὴν προσφέρει στὸν Θεό. Ὑπάρχει σπουδαιότερη προσφορὰ ἀπὸ αὐτή; Ἀκόμη καὶ μία ψυχὴ νὰ σωθεῖ, τὸ ἔργο αὐτὸ δὲν παύει νὰ εἶναι μεγαλειῶδες. Διότι ὅπως μᾶς βεβαίωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, τίποτε στὸν κόσμου δὲν ἀξίζει ὅσο μία ψυχή (Μάρκ. η´ 36)!
.     Πῶς ὅμως μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ βοηθήσουμε σὲ αὐτὸ τὸ μεγάλο καὶ ὑψηλὸ ἔργο, τὸ ὁποῖο κατ’ ἐξοχὴν ἐπιτελεῖται ἀπὸ τοὺς κληρικούς;

2. ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΧΡΕΟΣ

.     Πρωτίστως αὐτὸ ποὺ μποροῦμε ὅλοι νὰ κάνουμε εἶναι νὰ προσευχόμαστε στὸν ἅγιο Θεὸ νὰ ἀναδεικνύει πρόσωπα κατάλληλα καὶ ἄξια γιὰ νὰ ἀναλάβουν μία τόσο ὑπεύθυνη καὶ μεγάλη ἀποστολή. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς προτρέπει: «Δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ» (Ματθ. θ´ 38)· δηλαδή, προσευχηθεῖτε θερμὰ στὸν Κύριο, ὥστε νὰ βγάλει καὶ νὰ ἀποστείλει ἐργάτες στὸν θερισμό του.
.    Ἔπειτα ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς μπορεῖ νὰ συμπαρίσταται στὸ ἔργο τῶν ἱερέων μὲ διαφόρους τρόπους: εἴτε στὴν διακονία τοῦ ἱεροῦ ναοῦ, εἴτε στὸ ἔργο τῆς κατηχήσεως, τῆς φιλανθρωπίας ἢ σὲ κάποια ἄλλη εὐκαιρία ποὺ παρουσιάζεται, ἂς εἴμαστε πρόθυμοι νὰ συνδράμουμε τὸ ἔργο τῆς ἁλιείας ψυχῶν καὶ μὲ τὶς δικές μας πτωχὲς δυνάμεις.
.    Κανεὶς δὲν εἶναι ἄξιος νὰ ἀναλάβει ἀπὸ μόνος του ἕνα τέτοιο ἔργο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος δὲν εἶπε «ἐλᾶτε νὰ γίνετε ἁλιεῖς ἀνθρώπων», ἀλλὰ τί εἶπε; «Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Θὰ σᾶς κάνω ἐγὼ ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Πράγματι, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτὴ ποὺ μετέβαλε τοὺς ἀγραμμάτους ψαράδες σὲ πανσόφους Ἀποστόλους καὶ κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτὴ ποὺ μπορεῖ νὰ ἐμπνεύσει καὶ ἄλλους, ὥστε νὰ γίνουν «ἁλιεῖς ψυχῶν».
.     Ἐμεῖς τὸ μόνο ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ἀπαντήσουμε πρόθυμα στὴν πρόσκληση τοῦ Κυρίου «δεῦτε ὀπίσω μου…» καὶ νὰ παρακαλοῦμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς δίνει τὴν χάρη του, ὥστε νὰ ἀξιοποιοῦμε κάθε εὐκαιρία ποὺ μᾶς παρουσιάζεται, προκειμένου νὰ ἑλκύσουμε ψυχὲς κοντά του: εἴτε προσφέροντας ἕνα ὀρθόδοξο ἔντυπο, εἴτε παρακινώντας γιὰ τὴν ἱερὰ Ἐξομολόγηση, εἴτε μὲ ἕνα λόγο οἰκοδομῆς καὶ στηριγμοῦ, ποὺ τόσο πολὺ ἔχει ἀνάγκη κάθε ἀνθρώπινη ψυχή.

 .       Στὶς μέρες μας εἶναι φανερὸ ὅτι τὸ κακὸ ἔχει πληθυνθεῖ. Ἁπλώνει τὰ δίχτυα του ὁ κόσμος τῆς ἁμαρτίας καὶ παγιδεύει πολλούς. Ἔχει ἀνάγκη λοιπὸν ἡ ἐποχή μας ἀπὸ «ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θὰ ἁπλώσουν τὸ δίχτυ τοῦ θείου λόγου. Τὸ δίχτυ ποὺ δὲν συλλαμβάνει ἀλλὰ ἀπελευθερώνει. Ὁδηγεῖ τὶς ψυχὲς στὴν ἀληθινὴ ζωὴ καὶ σωτηρία, στὴν σαγήνη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2025, 15.06.2011

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΕΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

.        Ἡ εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς, κατὰ τὴν Βυζαντινή, τὴν Ὀρθόδοξη τεχνοτροπία, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας. Παρουσιάζει κατ’ ἀρχὴν τὸ ὑπερῶο, ὅπου ἔμεναν οἱ Ἀπόστολοι μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι παρουσιάζονται καθισμένοι ἡμικυκλικά. Τὸ ἡμικύκλιο θέλει νὰ δείξει ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀνοιχτή. Θέλει καὶ περιμένει ὅλους νὰ ἔλθουν στοὺς κόλπους της! Ἐπιδιώκει νὰ μεταμορφώσει ἐν Χριστῷ τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα! Στὴν κορυφὴ τοῦ ἡμικυκλίου, ἀνάμεσα στοὺς Ἀποστόλους Πέτρο καὶ Παῦλο, ὑπάρχει μία θέση κενή. Εἶναι ἡ θέση τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἀοράτως βρίσκεται πάντοτε μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἡ παρουσία ἄλλωστε τοῦ Παύλου, ὁ ὁποῖος, ὅπως εἶναι γνωστό, δὲν βρισκόταν στὸ ὑπερῶο μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἀφοῦ τότε δὲν ἦταν κὰν Χριστιανός, θέλει νὰ δείξει ὅτι κκλησία ζε τν λεγόμενο λειτουργικ χρόνο, να διαρκς παρόν, καὶ ὅπως ὁ Θεός, εἶναι ξένη πρὸς σχήματα τοῦ εἴδους χθὲς – σήμερα – αὔριο. Ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι παρουσιάζονται ἤρεμοι, μὲ γλυκειὰ ἔκφραση καὶ στοχαστικὸ βλέμμα. Ἡ ἠρεμία τους καὶ ἡ γλυκύτητα αὐτὴ μαρτυρεῖ τὴν παρουσία τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι πρώτη φορ μφανίζονται μ φωτοστέφανο, τ ποο δείχνει τι δέχθηκαν δη τν λλαμψη κα τν φωτισμ το γίου Πνεύματος. Πάνω στὸ φωτοστέφανο διακρίνονται οἱ πύρινες γλῶσσες τοῦ Παρακλήτου. Στὰ χέρια τους κρατοῦν εἰλητάρια, ποὺ εἶναι σύμβολα τοῦ χαρίσματος τῆς διδασκαλίας ποὺ ἔλαβαν ἀπὸ τὸ Θεῖο Πνεῦμα. Στὸ πάνω μέρος τῆς εἰκόνας εἰκονίζεται ὁ οὐρανὸς μὲ τὴν μορφὴ ἑνὸς τμήματος κύκλου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐκπέμπονται δώδεκα ἀκτίνες φωτός, ποὺ κατεβαίνουν στοὺς Ἀποστόλους. Κάτω ἀπὸ τὸ κάθισμα ποὺ κάθονται οἱ Ἀπόστολοι, μέσα σὲ ἡμικύκλιο, σὲ σκοτεινὸ φόντο, εἰκονίζεται ἕνας γέροντας μὲ στέμμα στὸ κεφάλι. Συμβολίζει τὸν κόσμο, ὁ ὁποῖος γέρασε μέσα στὴν ἁμαρτία, μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Τὸ σκοτεινὸ φόντο συμβολίζει τὸ πηχτὸ σκοτάδι ποὺ ἐπικρατεῖ μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Τὸ στέμμα, τὴν ἁμαρτία ποὺ βασίλευε στὸν κόσμο.

ΠΗΓΗ:  Μητροπολίτου Προικοννήσου Ἰωσὴφ, «Ὀσμὴ ζωῆς», ἔκδ. Ἄθως

, ,

Σχολιάστε