Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγιοι Ἀπόστολοι

ΕΜΠΕΙΡΙΑ, ΕΚΦΡΑΣΗ, ΚΛΗΣΗ τῶν ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, ἀλλὰ ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ» (Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἡ ἐμπειρία καί ἡ ἔκφραση τῶν Ἀποστόλων

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου

.                 Λένε μερικοί ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἦταν ἀγράμματοι ψαράδες. Βεβαίως ἦταν ψαράδες, ἀλλά δέν ἦταν ἐντελῶς ἀγράμματοι μέ τήν σημερινή ἔννοια τοῦ ὅρου. Εἶχαν κάποιες γνώσεις. Στήν Γαλιλαία πού μεγάλωσαν ἐπικρατοῦσε ἡ ἑλληνική παιδεία, ἡ ἑλληνική παράδοση καί εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι γνώρισαν τήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἔχουμε τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη πού ἔγραφε τέλεια ἑλληνικά, δηλαδή ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου εἶναι ἡ πιό σωστή γλῶσσα ἀπό πλευρᾶς ἑλληνικῆς. Ἔχουμε τόν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τίς καθολικές ἐπιστολές στήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἑπομένως, δέν ἦταν ἁπλῶς ἀγράμματοι ψαράδες.
.                 Φυσικά ἦταν Γαλιλαῖοι, εἶχαν ἑβραϊκή καταγωγή, ἀλλά ἤξεραν τήν ἀραμαϊκή γλῶσσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γνώριζαν ὅμως καί τήν ἑλληνική γλῶσσα καί ἄρα δέν μπορεῖ νά τούς πῆ κανείς ἐντελῶς ἀγράμματους. Μάλιστα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος φαίνεται ὅτι γνώριζε καί τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία διότι, ὅταν πῆγε στόν Ἄρειο Πάγο καί μίλησε, ἀνέφερε μερικούς ἀρχαίους φιλοσόφους, Ἕλληνες συγγραφεῖς. Ὅμως, γιά ἄλλα πράγματα μιλοῦσαν οἱ φιλόσοφοι καί γιά ἄλλα μιλοῦσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Ἔχουμε τόν Ἅγιο Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν ἐκ τῶν Δώδεκα, ἦταν ἐκ τῶν ἑβδομήκοντα, πού γράφει πάρα πολύ ὡραῖα ἑλληνικά καί τό τρίτο Εὐαγγέλιο, ἀλλά καί τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἔχει στό Εὐαγγέλιό του μία θεολογία, ἡ ὁποία εἶναι πολύ ὑψηλή.
.                 Θέλω νά πῶ ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν τήν ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, εἶχαν φθάσει στήν θέωση. Ξέρουμε ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως εἶπα χθές, ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί «ἤκουσε ἄρρητα ρήματα». Τί θά πῆ ἄρρητα ρήματα; Εἶδε καί ἄκουσε πνευματικές καταστάσεις πού δέν συνδέονται μέ αὐτήν τήν ζωή. Ἡ ἐμπειρία τήν ὁποία εἶχε ἦταν «ὑπέρ αἴσθησιν, ὑπέρ νόησιν, ὑπέρ ὅρασιν», ἀλλά στήν συνέχεια, ὅταν καθένας ἐκφράζη τήν ἐμπειρία αὐτή, χρησιμοποιεῖ τίς δικές του γλωσσικές ἱκανότητες καί τά λόγια τά ὁποῖα ὁ ἴδιος γνωρίζει. Ἔτσι βλέπουμε τήν διαφορά μεταξύ τῶν Εὐαγγελιστῶν καί τῶν Ἀποστόλων ὡς πρός τήν γλῶσσα, ὄχι ὡς πρός τήν ἐμπειρία. Ἡ ἐμπειρία εἶναι ἴδια, καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Προφητῶν καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Πατέρων.
.                 Εἶναι χαρακτηριστικό αὐτό πού λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «τοῦτο τελειότης ἐστί σωτήριος ἔν τε γνώσει καί δόγμασι, τό ταὐτά φρονεῖν προφήταις, ἀποστόλοις, πατράσι, πᾶσιν ἁπλῶς, δι’ ὧν τό ἅγιον Πνεῦμα μαρτυρεῖται λαλῆσαν περί τε Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων αὐτοῦ». Δηλαδή, ἡ σωτήρια τελειότητα εἶναι νά φρονοῦμε καί νά πιστεύουμε τά ἴδια τά ὁποῖα πίστευαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, στούς ὁποίους τά ἀπεκάλυψε τό Ἅγιον Πνεῦμα γιά τόν Θεό καί τά κτίσματά Του.
.                 Δέν εἶναι ἄλλο ἡ προφητική παράδοση, ἄλλο ἡ ἀποστολική παράδοση, ἄλλο ἡ πατερική παράδοση, ἀλλά εἶναι ἡ ἴδια ἐμπειρία καί θεολογία. Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη ἔβλεπαν τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Γιαχβέ, πού σημαίνει ὁ Ὤν, ὁ Ὑπάρχων. Ὅλες οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἐμφανίσεις τοῦ Ἀσάρκου Λόγου. Στήν συνέχεια, στήν Καινή Διαθήκη ὁ Ἄσαρκος Λόγος προσλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ἑνώνει μέ τήν θεία φύση ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως καί ἔτσι ἔχουμε τώρα τόν Σεσαρκωμένο Λόγο. Ὅπως ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία μας, αὐτό πού ἔχει συνθέσει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τοῦ βαρέος ἤχου, «πρότερον μέν ἄσαρκον, ὕστερον δέ δι’ ἡμᾶς σεσαρκωμένον». Αὐτή εἶναι ἡ μόνη διαφορά.
.                 Βεβαίως, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν» (Α´ Κορ. β´, 8), καί ἐδῶ εἶναι τό μεγάλο μυστήριο, γιατί ὁ Κύριος τῆς δόξης εἶναι ὁ Γιαχβέ, εἶναι ὁ Ἄσαρκος Λόγος. Λέει «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν πάντοτε ἑνωμένη μέ τήν θεία φύση καί ὅταν ἐνεργοῦσε ἡ θεία φύση ἤ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐνεργοῦσε κάθε μία «μετά τῆς θατέρου κοινωνίας», δηλαδή μετά τῆς κοινωνίας τῆς ἄλλης φύσεως, γιατί οἱ δύο φύσεις ποτέ δέν χωρίστηκαν. Ὁπότε, ὅταν λέη «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», φυσικά δέν σταυρώθηκε ὁ Κύριος τῆς δόξης, ἀλλά σταυρώθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά ἀκολουθοῦσε καί στήν περίπτωση αὐτή ἡ θεία φύση. Συγχρόνως, λέγεται αὐτό σύμφωνα μέ τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων.
.                 Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὅλη αὐτήν τήν ἐμπειρία πού εἶχαν τήν ἐξέφρασαν μέ τά χαρίσματα τά ὁποῖα εἶχε ὁ καθένας καί ἔτσι βλέπουμε μία μικρή διαφορά στήν ἔκφραση. Ἄλλο εἶναι τό τί βίωσαν καί τό τί ἀπεκάλυψε σ’ αὐτούς ὁ Θεός καί ἄλλο εἶναι τό πῶς τό ἐξέφρασαν. Καί βλέπουμε ἀργότερα τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι λένε τά ἴδια, ἀλλά ἐκεῖνοι εἶχαν νά ἀντιμετωπίσουν κάποιες αἱρέσεις στήν ἐποχή τους, οἱ ὁποῖοι αἱρετικοί τῶν πρώτων αἰώνων, δηλαδή τοῦ 3ου , 4ου αἰώνα χρησιμοποιοῦσαν τήν ἑλληνική φιλοσοφία.

Αἱρετικοί θεολόγοι καί Πατέρες

.                 Ἦταν μερικοί θεολόγοι, ὅπως ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, ὁ Λουκιανός, ἀργότερα ὁ Ἄρειος, ὁ Εὐνόμιος, ὁ Νεστόριος ὅλοι αὐτοί, μετέπειτα οἱ μονοφυσίτες. Ποιά εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ αὐτῶν καί τῶν Πατέρων; Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι αὐτοί φιλοσοφοῦσαν ἐπί τῇ βάσει κυρίως τοῦ Ἀριστοτέλους. Ὁ Ἀριστοτέλης ἦταν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶχε διαδοθῆ στόν ἑλληνικό κόσμο καί τούς ἄρεσε περισσότερο ὁ Ἀριστοτέλης. Προηγουμένως ἦταν ὁ Πλάτων καί μερικοί πλατώνιζαν, ἀλλά στούς αἱρετικούς ἄρεσε κυρίως ὁ Ἀριστοτέλης καί προσπαθοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τοῦ Ἀριστοτέλους νά ἑρμηνεύσουν τά ὅσα εἶπε ὁ Χριστός καί τό Εὐαγγέλιο καί ἔπεσαν σέ λάθη.
.                 Γιά παράδειγμα, κατά τόν Ἀριστοτέλη «κάθε τί πού προέρχεται ἀπό τήν φύση εἶναι ἐξ ἀνάγκης», δηλαδή τό φυσικό εἶναι καί ἀναγκαστικό. Οἱ πρῶτοι αὐτοί αἱρετικοί, ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, γιά παράδειγμα, πού ἔζησαν στήν Μέση Ἀνατολή, στήν Συρία, εἶπαν ὅτι ἐφ’ ὅσον «πᾶν ἐκ φύσεως», ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, εἶναι κατ’ ἀνάγκην, ἄρα ὁ Λόγος δέν γεννήθηκε ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, γιατί ἄν ἐγεννᾶτο ἀπό τήν οὐσία ἤ ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, θά ἦταν ἐξ ἀνάγκης Υἱός, ἑπομένως ἀβούλητος ἀπό τόν Πατέρα. Καί γι’ αὐτό ἔλεγαν ὅτι ὁ Υἱός γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα μέ τήν βούλησή του, δηλαδή ὁ Πατήρ θέλησε νά γεννήση τόν Υἱό, γιά νά μή θεωρηθῆ ὅτι εἶναι ἐξ ἀνάγκης Υἱός. Ἑπομένως, ὁ Υἱός εἶναι κτίσμα.
.                 Ἐκεῖ εἶναι ἡ διαφορά. Ἄλλο τό ἐκ φύσεως καί ἄλλο τό ἐκ βουλήσεως. Τό ἐκ φύσεως εἶναι ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, ἔχει τήν ἴδια φύση-οὐσία, ὑπάρχει ἀπό τότε πού ὑπάρχει ἡ φύση, ἐνῶ ὅταν λέμε ἐκ βουλήσεως σημαίνει κάποια στιγμή τό δημιούργησε καί εἶναι κτίσμα. Γι’ αὐτό ὁ Ἄρειος ἔλεγε ὅτι ὁ Λόγος «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν», διότι δημιουργήθηκε ἐκ βουλήσεως τοῦ Πατρός, ἄρα εἶναι κτίσμα.
.                 Καί ἔρχεται ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί καταρρίπτει ὅλο αὐτό τό ἐπιχείρημα. Τί εἶναι αὐτά πού λέτε; Γιά παράδειγμα, οἱ ἀκτίνες καί ἡ θερμότητα πού ἐκπορεύονται ἀπό τόν ἥλιο δέν εἶναι ἐξ ἀνάγκης, εἶναι ἐκ τῆς φύσεως, εἶναι φυσικό. Στήν ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι «πᾶν ἐκ φύσεως ἐξ ἀνάγκης». Γι’ αὐτό καί ἔλεγε ὅτι ὁ Υἱός εἶναι ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Πατρός, εἶναι ἀληθινός Θεός καί τό ἔλεγε αὐτό ἐπιχειρηματολογώντας ἀπό τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη.
.                 Ἄν πάρουμε ἀπό τήν μία μεριά τούς αἱρετικούς τῶν πρώτων αἰώνων, τόν Παῦλο Σαμοσατέα, .                 τόν Λουκιανό, τούς Λουκιανούς, καί τόν Ἄρειο πού ἀκολουθεῖ αὐτούς, θά δοῦμε ὅτι αὐτοί προσπαθοῦσαν νά μιλήσουν γιά τόν Χριστό, γιά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, γιά τό τί εἶναι ὁ Χριστός ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ Πατέρες δέν μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῆς φιλοσοφίας, ἀλλά μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων.
.                 Γι’ αὐτό, ἄν διαβάση κανείς προσεκτικά τά ὅσα γράφει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐναντίον τοῦ Ἀρείου, στούς λόγους «κατά Ἀρειανῶν», θά δῆ ὅτι ἐκεῖ συνέχεια χρησιμοποιεῖ ἐπιχειρήματα ἀπό τούς Προφήτας καί τούς Ἀποστόλους καί δέν ἀναφέρεται καθόλου σέ φιλοσόφους, δέν εἶναι καθόλου φιλόσοφος.
.                 Ἄρα ἀπό τήν μία μεριά ἔχουμε τούς ἀνθρώπους πού φιλοσοφοῦν καί χρησιμοποιοῦν τόν στοχασμό καί τήν λογική, ἐπεξεργάζονται φιλοσοφικά ὅλα τά θέματα τῆς πίστεως, ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἔχουμε τούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους οἱ ὁποῖοι μιλοῦν ἐξ ἐμπειρίας.
.                 Καί στούς Πατέρες ἔχουμε ἐμπειρία. Γιά παράδειγμα ὁ Μέγας Βασίλειος ἔχουμε σαφέστατες πληροφορίες ὅτι τήν ὥρα πού προσευχόταν ἦταν μέσα στό φῶς. Τόν εἶδε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ὁ ἀδελφός του καί μιλᾶ γιά τόν Βασίλειο τόν Μέγα ὅτι τόν εἶδε ἐν ὥρᾳ προσευχῆς καί ἦταν ὅλος μέσα στό φῶς. Ἑπομένως, οἱ Πατέρες εἶχαν ἐμπειρίες, ἀλλά καί ὅσοι δέν ἔχουν ἐμπειρίες ἀκολουθοῦν αὐτούς πού ἔχουν ἐμπειρίες. Γι’ αὐτό καί εἶναι ἀπαραίτητο γιά μᾶς τούς θεολόγους, τούς Ἐπισκόπους καί ὅλους τούς Κληρικούς, ἄν δέν ἔχουμε προσωπική πίστη ὡς ἀποκάλυψη, νά ἀκολουθοῦμε τήν πίστη τῶν θεουμένων.
.                 Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καί πολλοί Πατέρες σαφῶς τό λένε ὅτι ὑπάρχει ἡ πίστη ἐκ θεωρίας καί ὑπάρχει καί ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς. Πρῶτα ξεκινᾶμε ἀπό τήν πίστη τῆς ἀκοῆς, δηλαδή ἀκούσαμε ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τά ἔζησαν καί ἐφαρμόζουμε τόν λόγο τους, τήν ἐμπειρία τους, καί ἐμεῖς, ἄν ὁ Θεός ἐπιτρέψη, θά φθάσουμε στήν πίστη ἐκ θεωρίας.
.                 Αὐτή εἶναι καί ἡ μεθοδολογία τῆς ἐπιστήμης. Δηλαδή, εἶναι μερικοί ἐρευνητές πού μπαίνουν στά ἐρευνητικά κέντρα –στήν Ἀμερική γιά παράδειγμα– ἐρευνητές ἰατροί ἐξετάζουν καί βλέπουν μέ τό μικροσκόπιο τό ἀνθρώπινο κύτταρο, τό ὁποῖο εἶναι μία μονάδα ζωῆς, ἡ ὁποία εἶναι 1,5 χιλιοστό τοῦ χιλιοστομέτρου. Δηλαδή, ἄν πάρουμε ἕνα χιλιοστό τοῦ μέτρου καί τό διαιρέσουμε σέ χίλια κομμάτια, τό πρῶτο κύτταρο πού συλλαμβάνεται στήν κοιλία τῆς γυναίκας εἶναι τόσο, 1,5-3 χιλιοστά τοῦ χιλιοστομέτρου. Ἔχουν, λοιπόν, τήν δυνατότητα οἱ ἐπιστήμονες νά μποῦν μέσα ἀπό δυνατά μικροσκόπια νά δοῦν τί ὑπάρχει μέσα σέ αὐτό τό κύτταρο. Ὑπάρχουν τά 46 χρωματοσώματα, τό DNA, ὑπάρχουν 25.000 γονίδια στόν ἄνθρωπο καί μέσα σέ αὐτά ὑπάρχουν ἄλλες μικρότερες μονάδες. Καί τά βλέπουν ὅλα αὐτά καθαρά, ἐνῶ ἐμεῖς δέν τά βλέπουμε, γιατί δέν ἔχουμε μικροσκόπιο.
.                 Ὁπότε, ἐμεῖς ἀποδεχόμαστε τήν ἐμπειρία αὐτῶν πού τά εἶδαν καί ἔπειτα ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες πού τά διδάσκουν λένε αὐτά τά ὁποῖα ἔχουν δεῖ ἐκεῖνοι οἱ ἐρευνητές. Καί αὐτοί πού διδάσκουν, ἄν ἔχουν τήν πρόσβαση στό μικροσκόπιο, θά τά δοῦν. Πῆγα στήν Ἀμερική σέ ἕνα τέτοιο ἐρευνητικό κέντρο καί ζήτησα νά μοῦ δείξουν τό κύτταρο. Μέ ἔβαλαν μπροστά σέ ἕνα τέτοιο μικροσκόπιο καί μοῦ ἔλεγαν αὐτό εἶναι τό κανονικό κύτταρο, μέσα στό αἷμα, αὐτό εἶναι τό καρκινικό κύτταρο. Τά εἶδα καθαρά.

Νοερά καί λογική ἐνέργεια

.                 Αὐτό τό παράδειγμα χρησιμοποιοῦσε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ ὁποῖος ἦταν κορυφαῖος θεολόγος. Προσωπικά δέν βάζω κανέναν θεολόγο – δογματολόγο μπροστά στόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως, καί ὄχι μόνο γιά τόν 20ό αἰώνα, ἀλλά καί προηγουμένως. Γιατί; Διότι ἔχουμε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό τόν 8ο αίωνα, ὁ ὁποῖος κάνει τήν κορυφαία σύνθεση «Ἔκθεσις ἀκριβής ὀρθοδόξου πίστεως», πού εἶναι οὐσιαστικά οἱ ἀποφάσεις ὅλων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μέχρι τήν ἐποχή ἐκείνη. Ἔχουμε τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τόν 11ο αἰώνα, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει τήν ἡσυχαστική καί τήν ἐμπειρική θεολογία. Καί ἔχουμε τώρα τόν Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος συνδέει ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό καί ἅγιο Συμεών Νέο Θεολόγο μαζί μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ στήν δογματική. Ἐγώ τοὐλάχιστον δέν βάζω κανέναν καθηγητή πάνω ἀπό τόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως. Καί ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ἦταν μεγάλος θεολόγος, ἀλλά τόν ξεπέρασε ὁ μαθητής του, γι’ αὐτό καί ὁ Φλωρόφσκυ θεωροῦσε ὅτι ὁ Ρωμανίδης εἶναι ὁ ὀξυνούστερος τῶν μαθητῶν του.
.                 Ἔλεγε, λοιπόν, γιά τό θέμα αὐτό ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ὅτι τό ὄργανο πού βλέπει τήν δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ νοῦς, ὁ ὁποῖος φωτίζεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης, χρησιμοποιοῦσε καί τό παράδειγμα τοῦ ἀστρονόμου. Γιά νά δῆς τά μακρινά ἀστέρια, πρέπει νά ἔχης τηλεσκόπιο. Ποιό εἶναι, λοιπόν, τό τηλεσκόπιο, ποιό εἶναι τό μικροσκόπιο; Εἶναι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Τί εἶναι αὐτός ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου; Δέν εἶναι ἡ λογική. Ὁ Χριστός εἶπε: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Τό πνευματικό μικροσκόπιο καί τό πνευματικό τηλεσκόπιο εἶναι ὁ φωτισμένος νοῦς μέσα στήν καθαρή καρδιά.
.                 Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, πού κάνει τήν διάκριση μεταξύ λογικῆς ἐνεργείας καί νοερᾶς ἐνεργείας, ὅτι ὁ νοῦς, λέει, εἶναι αὐτοτελής οὐσία καί εἶναι ἀπό μόνη της ἐνεργητική, δηλαδή εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπό τήν λογική καί ἀνεξάρτητος ἀπό τίς ἄλλες ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, τήν φαντασία, τήν λογική, τήν αἴσθηση, τήν δόξα, εἶναι ἄλλη ἐνέργεια καί κινεῖται διαφορετικά. Καί, δυστυχῶς, μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ ὁ νοῦς σκοτίστηκε.
.                 Ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης τί θά πῆ, σκοτίστηκε; Ἔχουμε τό μικροσκόπιο, ἐγώ θά ἔλεγα τήν φωτογραφική μηχανή πού ἔχουμε τώρα καλύτερη γνώση, ἄν ὁ φακός πού παίρνει τήν φωτογραφία ἔχη κηλίδες, ἄν εἶναι σκονισμένος, ἄν πέση νερό, τότε ἡ σταγόνα τοῦ νεροῦ θά βγῆ στήν φωτογραφία καί ἡ φωτογραφία δέν θά εἶναι καθαρή. Ὁ νοῦς μέ τήν πτώση σκοτίστηκε, στήν συνέχεια ταυτίστηκε μέ τήν λογική, τό περιβάλλον καί τά πάθη. Ὅλοι ἔχουν νοῦ καί ὁ νοῦς ταυτίζεται μέ τήν λογική, τά πάθη καί τό περιβάλλον.
.                 Τί χρειάζεται τώρα; Χρειάζεται νά ἀρχίσουμε λίγο νά ἀποδεσμεύουμε τόν νοῦ ἀπό τά πάθη, ἀπό τό περιβάλλον καί ἀπό τήν λογική. Πῶς ἀποδεσμεύεται ὁ νοῦς; Μέ αὐτό πού ἔχουμε μάθει στήν Ἐκκλησία, μέ τήν ὑπακοή. Κάνουμε ὑπακοή καί δέν τά ἐρευνᾶμε ὅλα λογικά, καί μετά ἀρχίζει ἡ προσευχή.

Φυσικό καί γνωμικό θέλημα

.                 Ἔλεγα τό βράδυ μετά τήν ἀγρυπνία ὅτι αὐτό μαθαίνουν οἱ μοναχοί, ὅταν πηγαίνουν στό Μοναστήρι. Τό πρῶτο πού μαθαίνουν εἶναι ὅτι τό γνωμικό θέλημα πρέπει νά γίνη φυσικό θέλημα. Γιατί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό, ὁ Ἀδάμ εἶχε φυσικό θέλημα, ὁδηγεῖτο ὁλόκληρος στόν Θεό, αὐτεξουσίως. Ἡ λέξη αὐτεξουσίως σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει καμμία ἐξωτερική ἐπίδραση σέ αὐτό, αὐτό σημαίνει αὐτεξούσιο, ἔχει τήν δική του ἐξουσία, τήν ὁποία τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός καί ὁδηγεῖται ὁλόκληρος πρός τόν Θεό, καί ὁ νοῦς, ὅλη ἡ ψυχή, τά πάντα ὁδηγοῦντο ἐξ ὁλοκλήρου πρός τόν Θεό, ἀνέβαινε πρός τόν Θεό. Κάποια στιγμή μπῆκε ὁ πειρασμός.
.                 Ὁπότε ἡ Εὔα πρῶτα καί μετά ὁ Ἀδάμ προσέχουν τόν πειρασμό καί ἀντί νά πηγαίνη ὁ νοῦς στόν Θεό, αὐτό τό φυσικό θέλημα μετατρέπεται καί γίνεται γνωμικό θέλημα. Τό γνωμικό θέλημα, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, εἶναι ἡ ἐπιλογή μεταξύ δύο πραγμάτων, εἶναι τό νά ἐπιλέξω ποιό εἶναι τό σωστό, καί ἀρχίζει ἡ κρίση, ἡ ἐπεξεργασία, τό σκεπτικό. Γι’ αὐτό τό γνωμικό θέλημα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς διασκέψεως, ὑπάρχει καί ἡ ἄγνοια μεταξύ δύο πραγμάτων καί ἐπιλέγω ἕνα ἀπό αὐτά κατόπιν σκέψεως καί ἐπεξεργασίας. Αὐτό εἶναι τό γνωμικό θέλημα. Καί ἐνῶ θά ἔπρεπε τό φυσικό θέλημα νά πορεύεται πρός τόν Θεό, πηγαίνει πρός τήν κτίση, χρησιμοποιώντας τήν λογική καί γίνεται γνωμικό θέλημα, πού εἶναι ἡ πτώση.
.                 Ἐκεῖ μπαίνει τό πρόσωπο, πού λένε μερικοί. Τί εἶναι τό πρόσωπο; Εἶναι ἡ ἐπιλογή πού γίνεται μέ τήν ἐλευθερία. Ἄλλο τό αὐτεξούσιο, ἄλλο ἡ προαίρεση καί ἄλλο ἡ ἐλευθερία, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής. Αὐτεξούσιο εἶναι ὅτι οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς χωρίς ἐπηρεασμό ἀπό ἔξω, εὑρισκόμενες στήν φυσική τους κατάσταση κατευθεῖαν ὁδηγοῦνται πρός τόν Θεό. Προαίρεση εἶναι ἡ ἐπιλογή δύο πραγμάτων. Ὁπότε, ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ἐλευθερία καί ἡ προαίρεση εἶναι τό πρόσωπο, τότε αὐτό εἶναι ἡ αἰτία τῆς πτώσεως. Μετά τήν πτώση πρέπει τό γνωμικό θέλημα νά γίνη φυσικό θέλημα, νά κάνουμε ὅ,τι θέλει ὁ Θεός.

Ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων

.                 Καί ἔχουμε τώρα τούς Ἀποστόλους. Οἱ πρῶτοι ἀπό αὐτούς ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ἐπειδή ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἦταν μία περίοδος, ἰδίως μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία, τό 538 π.Χ., πού ὁ Κύρος ἔβγαλε μία διαταγή νά ἐπιστρέψουν οἱ Ἑβραῖοι πού ἦταν ὑπόδουλοι στήν Βαβυλώνα. Ἦταν μία περίοδος δύσκολη καί ἄρχισαν νά ἀναζητοῦν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Εἶχε προηγηθῆ ἡ περίοδος τῶν Πατριαρχῶν, τοῦ Μωϋσῆ, τῶν Κριτῶν μέ τούς ὁποίους ὁ Θεός διηύθυνε ἀπ’ εὐθείας ὁ Ἴδιος τόν λαό Του. Ἀκολούθησε ἡ περίοδος τῶν Βασιλέων, ἐπειδή οἱ Ἑβραῖοι ἤθελαν βασιλεῖς, ὅπως τά ἄλλα ἔθνη, καί ἄρχισε νά μειώνεται ἡ σχέση τοῦ λαοῦ μέ τόν Θεό. Ἐμφανίζονται οἱ Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι διαφυλάσσουν τήν παράδοση. Μετά τήν ἐπιστροφή ἀπό τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία σχεδόν χάνονται οἱ Προφῆτες καί ἐπικρατοῦν οἱ Ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι κάτι κρατᾶνε, ἀλλά μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία μέχρι τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχε περίοδος προσμονῆς τῆς λυτρώσεως, ἦταν περίοδος κυοφορίας, ἀνέμεναν κάτι καινούργιο καί ὁ λαός βογγοῦσε καί ἀναζητοῦσε Μεσσία.
.                 Βέβαια, στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως λέει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ μεσσίας ἦταν ἄνθρωπος, ἀφοῦ μεσσίας θά πῆ χριστός, δηλαδή κεχρισμένος, αὐτός πού χριόταν μέ λάδι. Οἱ βασιλεῖς ἦταν οἱ μεσσίες, ἦταν ἄνθρωποι πού ἐχρίοντο. Ὁ Χριστός γίνεται μεσσίας μετά τήν ἐνανθρώπηση, ὅταν ἐχρίσθη ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν θεία φύση. Στήν Παλαιά Διαθήκη ζητοῦσαν κάποιον νά ἔλθη νά τούς σώση. Ποιός θά ἦταν αὐτός; Καί ὁ λαός βογγοῦσε, ἦταν οἱ πόνοι τῆς κυοφορίας καί τοῦ τοκετοῦ. Καί ἐμφανίζεται ὁ Χριστός.
.                 Εἶναι εὔκολο νά ἀναγνωρίσης τόν Χριστό; Λέμε ἐμεῖς ὅτι Τόν ἀκολούθησαν οἱ πρῶτοι Μαθητές. Τούς εἶπε ὁ Χριστός: «Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. δ´, 19). Ἀλλά πρέπει νά εἶναι κανείς τρελός γιά νά τό κάνη αὐτό. Δηλαδή, ἐμφανίζεται κάποιος καί λέει: «ἐλᾶτε κοντά μου γιά νά ἀλλάξουμε τούς ἀνθρώπους». Ἐμεῖς θά πηγαίναμε; Θά μᾶς ἔλεγε: «ἐλᾶτε κοντά μου καί θά γυρίσουμε ὅλον τόν κόσμο». Τί θά λέγαμε; Τρελός εἶσαι; Ποιός τό κάνει αὐτό;
.                 Οἱ Ἀπόστολοι Τόν ἀκολούθησαν ἀπό ἐμπειρία πού εἶχαν, διότι ἀναζητοῦσαν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ἦταν μαθητές τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί περίμεναν. Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος κήρυττε καί ἔλεγε ὅτι ἔρχεται ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί αὐτοί περίμεναν καί εἶδαν.
.                 Κοιτάξτε τήν πρώτη ἀποκάλυψη. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ ἄλλος μαθητής, πού πρέπει νά ἦταν ὁ Ἰωάννης, ἦταν μαζί μέ τόν Γέροντά τους. Γέροντάς τους ἦταν ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ ὁποῖος τούς εἶπε: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. α´ 29 καί 36). Τί βλέπουμε ἐδῶ; Βλέπουμε ὅτι αὐτοί ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δέν ἄκουσαν κάποια στιγμή ἐντελῶς τυχαῖα «ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἐλᾶτε πίσω μου καί θά σᾶς κάνω ἁλιεῖς ἀνθρώπων», ἀλλά αὐτοί ἦταν στήν προοπτική αὐτή, ἦταν στήν κάθαρση καί στόν φωτισμό καί εἶχαν Γέροντα, ἕναν μεγάλο ἀσκητή, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Καί ἐκεῖνος τούς ὑποδεικνύει: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ». Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, νά τος ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ. Καί Τόν ἀκολούθησαν. Καί «στραφείς» λέει, ὁ Χριστός τούς εἶπε «τί ζητεῖτε»; Τοῦ ἀπάντησαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;» Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἔρχεσθε καί ἴδετε». Καί εἶδαν ποῦ μένει καί ἔμειναν κοντά Του τήν ἡμέρα ἐκείνη (Ἰω. α’, 35-40).
.                 Ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας, ἀναλύοντας αὐτό τό περιστατικό, ὅτι ἐδῶ ἔχουμε ἕνα μικρό Θαβώρ, ἀφοῦ ὑπάρχουν πολλές ἀποκαλύψεις τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ Ἰωάννης ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί ἀξιώθηκαν νά γνωρίσουν πνευματικά τόν Χριστό.
.                 Ὅταν κανείς ἔχη τήν διάθεση νά πράττη αὐτά πού θέλει ὁ Θεός, ἀκούει τόν πνευματικό του πατέρα, τόν Γέροντά του, σημαίνει ὅτι ἀποβάλλει τό γνωμικό θέλημα. Ὄχι ὅ,τι θέλω ἐγώ, ἀλλά ὅ,τι μοῦ πεῖ ὁ Γέροντας. Καί σέ κάποια στιγμή ὁ Γέροντας λέει: Νά τος, αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως τούς ἀποδεσμεύει καί πηγαίνουν στόν Χριστό. Ἄρα Τόν ἀκολουθοῦν. Τότε, ἐνῶ οἱ δύο Μαθητές ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό, ὁ Χριστός στράφηκε καί τούς εἶδε. Τό ὅτι ὁ Χριστός ἔστρεψε τό πρόσωπό Του, τούς εἶδε καί Τόν εἶδαν, σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε μία ἀκτίνα τῆς θεότητός Του. Λέμε «μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν σου ἀπό τοῦ παιδός σου». Ἡ ἀποστροφή τοῦ προσώπου εἶναι πτώση, εἶναι σκοτασμός. Τό νά δῆ κανείς τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ἐμπειρία θεώσεως. Τό νά πῆ, ὅπως λέει ἡ Γραφή, «στραφείς καί θεασάμενος αὐτούς», σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε τήν θεότητά Του. «Ἐγώ εἶμαι αὐτός πού σᾶς εἶπε ὁ Γέροντάς σας». Καί αὐτοί ἀμέσως εἶπαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;». Καί λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος: Ποῦ ἔμενε ὁ Χριστός; Ὅταν ἀργότερα Τόν ρώτησε κάποιος «Κύριε, θά σέ ἀκολουθήσω ὅπου κι ἄν ἀπέλθης», ὁ Χριστός εἶπε: «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η’, 20). Δέν εἶχε τόπο. Καί πῆγαν λέει, στόν τόπο ὅπου ἔμενε. Καί ποῦ ἔμενε; Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία. Γιατί; Διότι ὁ τόπος τοῦ Χριστοῦ, λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, εἶναι ἡ θεωρία, τό φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ τόπος Του, «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον», ὁ Θεός κατοικεῖ στό ἀπρόσιτο φῶς. Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία καί ἀμέσως μετά ἀκολούθησαν. Δέν εἶναι ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἀλλά προηγήθηκε ἡ ἐμπειρία.
.                 Πρῶτον, προσκολλήθηκαν στόν Γέροντά τους, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Ἐκεῖνος τούς ὑπέδειξε νά Τόν ἀκολουθήσουν. Τόν ἀκολουθοῦν μέ πίστη, μέ ὑπομονή, μέ διάθεση, μέ ἀγώνα. Ἐκεῖνος στρέφει τό πρόσωπό Του καί τούς δείχνει κάτι, τούς αἰχμαλωτίζει, Τόν ἀκολουθοῦν καί τούς ὁδηγεῖ στήν θεωρία. Ἔ, μετά γίνεται κανείς Μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι ὅτι τυχαῖα ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι μιά μέρα, ἀλλά μέσα ἀπό ἐμπειρία ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί εἶδαν ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔδειξε ὁ Χριστός κηρύττοντας τρία ὁλόκληρα χρόνια καί στόν Σταυρό καί στήν Γεσθημανή οἱ τρεῖς ἀπό αὐτούς.
.                 Καί μετά τήν πτώση τους, γιατί Τόν ἀρνήθηκαν ἤ κρύφτηκαν, κατά τήν διάρκεια τοῦ Πάθους Του ἔφυγαν ἀπό κοντά Του, ἀλλά τελικά παρέμειναν πάντα ἑνωμένοι. Καί ὁ Πέτρος ἔκανε αὐτό πού ἔκανε, ἀλλά μετανόησε καί παρέμεινε στόν ὅμιλο τῶν Μαθητῶν. Καί μετά ἐμφανίζεται ὁ Χριστός καί τούς ἐπιβραβεύει καί τούς συγχωρεῖ καί τούς δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα νά συγχωροῦν ἁμαρτίες.

[…]

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Δευτέρα Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή
[Β´ Ματθαίου: Ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων]
(Ματθ. δ´ 18-23)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Δ´- Κυριακοδρόμιο»,
Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 35-50.

.                 Γιατί οἱ ἄνθρωποι εἶναι πάντα τόσο βιαστικοὶ σήμερα; Γιὰ νὰ δοῦν ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα τὴν ἐπιτυχία τῶν προσπαθειῶν τους. Κι ἡ ἐπιτυχία ἔρχεται καὶ παρέρχεται, ἀφήνοντας πίσω της κάποια ἴχνη λύπης.
.                 Γιατί οἱ γιοὶ τῶν ἀνθρώπων εἶναι τόσο βιαστικοὶ σήμερα; Γιὰ νὰ δρέψουν τοὺς καρποὺς τῶν ἀγώνων τους τὸ συντομότερο δυνατό. Κι οἱ καρποὶ ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ἀφήνοντας πίσω τους τὰ ἴχνη κάποιας πικρίας.
.                 Ὅταν ἔρχεται ὁ θάνατος, οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι πεθαίνουν βλέποντας τὸν ἑαυτό τους στὸ παρελθόν. Βλέπουν τὶς ἐπιτυχίες τους ποὺ ἔχουν ξεχαστεῖ, τοὺς θερισμένους καρποὺς ποὺ ἔχουν σαπίσει. Μὲ τὸν δικό τους θάνατο, χάνονται καὶ τὰ τελευταῖα ἴχνη τῶν προσπαθειῶν καὶ τῶν καρπῶν τους. Ἐκεῖνοι ποὺ ἔρχονται μετὰ ἀπ’ αὐτούς, σπέρνουν μὲ τὴν ἴδια βιασύνη, θερίζουν τοὺς καρπούς, τοὺς τρῶνε κι ἔπειτα φεύγουν γυμνοὶ καὶ ἄδειοι ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.
.                 Οἱ ἄνθρωποι ἔτσι ἐξελίσσονται. Δὲν γίνεται τὸ ἴδιο ὅμως μὲ τὸν Θεό. Οἱ ἄνθρωποι παρατηροῦν πῶς ἀντιμετωπίζουν τὰ πράγματα οἱ ἴδιοι καὶ πῶς τ’ ἀντιμετωπίζει ὁ Θεὸς καὶ λένε: Οἱ μύλοι τοῦ Θεοῦ ἀλέθουν ἀργά, ἀλλ’ ἀλέθουν πολὺ καλά.
.                 Ὁ Θεὸς ἴσως ἀργεῖ στὴ μία γενιά, ἀλλὰ δὲν ἀργεῖ σ’ ὅλο τὸ φάσμα τῶν γενεῶν. Συχνὰ σπείρει στὴ μία γενιὰ καὶ θερίζει στὴν ἄλλη. Ἔτσι ἡ πρώτη γενιὰ (τότε ποὺ σπέρνει ὁ Θεὸς) λέει πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ἀργός. Ἡ ἄλλη γενιά, τότε ποὺ θερίζει ὁ Θεός, λέει πὼς εἶναι ταχύς. Στὶς δικές μας, τὶς ἀνθρώπινες ἐνασχολήσεις, κάθε θερισμὸς δὲν εἶναι πιὸ γρήγορος ἀπὸ τὸ ὄργωμα, τὴ σπορά, τὸ ξεχορτάριασμα καὶ τὴν ἀνιαρὴ περίοδο ἀναμονῆς τῆς ὡρίμανσης τοῦ καρποῦ; Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν εἶναι οὔτε ἀργὸς οὔτε γρήγορος. Ἔχει τὸ ρυθμό Του καὶ δὲν τὸν ἐγκαταλείπει. Τὸ μυρμήγκι βλέπει μόνο τὴ μυρμηγκοφωλιά του. Ὁ ἀγρότης ὅμως παρατηρεῖ ὅλον τὸν ἀγρό.
.                 Ἂν ὁ Χριστὸς ἐνεργοῦσε σύμφωνα μὲ τὸν τρόπο τῶν ἀνθρώπων, δὲν θὰ εἶχε διαλέξει γιὰ ἀποστόλους Του δώδεκα ψαράδες, ἀλλὰ μᾶλλον δώδεκα βασιλιάδες τῆς γῆς. Ἂν ἤθελε νά ᾽χει ἄμεση ἐπιτυχία στὸ ἔργο Του καὶ νὰ δρέψει τοὺς καρποὺς τῶν ἀγώνων Του, μὲ τὴν ἀκατανίκητη δύναμή Του θὰ εἶχε διαλέξει δώδεκα ἀπὸ τοὺς πιὸ δυνατοὺς βασιλιάδες τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ τοὺς κάνει ὀπαδοὺς καὶ ἀποστόλους Του. Σκέψου ἁπλὰ πῶς θὰ μποροῦσε ἀμέσως ὁ Χριστός, σὲ μία στιγμή, νὰ γίνει γνωστὸς σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο· πόσο γρήγορα θὰ διαδιδόταν τότε ἡ διδασκαλία Του! Πῶς θὰ ἐξαφανίζονταν τὰ εἴδωλα ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ μ’ ἕνα αὐτοκρατορικὸ διάταγμα! Πῶς θὰ μετατρέπονταν ὅλοι οἱ εἰδωλολατρικοὶ ναοὶ σὲ χριστιανικούς! Πῶς θὰ σταματοῦσαν ἀμέσως οἱ θυσίες ζώων στοὺς θεοὺς καὶ τοὺς καπνοὺς ἀπὸ τὶς θυσίες θ’ ἀντικαθιστοῦσαν τὰ θυμιάματα! Σκέψου πόσο εὔκολα ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἑνὸς Θεοῦ θὰ εἶχε ἱδρυθεῖ, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας! Ὁ Χριστός, χωρὶς νὰ χρειαζόταν νὰ ὑποφέρει καὶ νὰ πάθει, θὰ καταλάμβανε τὸν πρῶτο καὶ μοναδικὸ αὐτοκρατορικὸ θρόνο κι ἀπὸ κεῖ θὰ κυβερνοῦσε ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς γῆς, ὁλόκληρο τὸν κόσμο ἀπὸ ἀνατολὴ σὲ δύση κι ἀπὸ βορρᾶ ὣς τὸ νότο, μὲ ἀντιπροσώπους Του τοὺς δώδεκα ὑποτελεῖς βασιλιάδες. Χωρὶς νὰ χρειαστεῖ νὰ πάθει, οἱ σκληροτράχηλοι Ἰουδαῖοι θὰ ἀναγνώριζαν τὸν Χριστὸ ὡς βασιλιὰ καὶ τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία καὶ θὰ τὸν προσκυνοῦσαν.
.                 Στοχάσου τελικὰ πόσα πράγματα θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν ἀπὸ ἕναν τέτοιο ἐπίγειο βασιλιὰ καὶ μάλιστα σύντομα, μὲ τὴ δύναμη καὶ τὴν εὐφυΐα ἑνὸς μόνο ἀνθρώπου! Τ’ ἀποτελέσματα θὰ ἦταν τὰ ἴδια μὲ ὅσα εἶχαν πραγματοποιήσει ὅλες μαζὶ οἱ βασιλεῖες, πρὶν ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸ Χριστό. Θά ᾽χαν φτάσει κι αὐτὰ σ’ ἕνα τέλος, μαζὶ μὲ τοὺς ἱδρυτές τους. Ὁ κόσμος θὰ ξαναγύριζε ἐκεῖ ποὺ ἦταν καὶ πρίν. Πιὸ γραφικὰ ἀκόμα, θὰ ἦταν σὰ νά ’χε ξεριζώσει κάποιος γίγαντας μία πανύψηλη δρῦ ἀπὸ τὸ δάσος καὶ τὴν εἶχε ξαναφυτέψει σὲ μία πεδιάδα. Ὅσο διάστημα ὁ γίγαντας στεκόταν δίπλα στὸ δέντρο καὶ τὸ κρατοῦσε ὄρθιο μὲ τὸ δυνατό του χέρι, ἡ δρῦς θὰ στεκόταν ὄρθια. Μὲ τὸ ποὺ θ’ ἀπομακρυνόταν ὁ γίγαντας ὅμως, ὁ ἄνεμος ποὺ θὰ φυσοῦσε θὰ τὴν ξερίζωνε καὶ θὰ τὴν ἔριχνε κάτω. Οἱ ἄνθρωποι θὰ μαζεύονταν γύρω ἀπὸ τὴν πεσμένη δρῦ καὶ θὰ θαύμαζαν πῶς ἕνα τόσο δυνατὸ δέντρο ἔπεσε μὲ τὸ πρῶτο φύσημα τοῦ ἀνέμου, ἐνῶ οἱ ἀργοανάπτυκτες φουντουκιὲς δίπλα τους ἀντιστέκονταν στὸν ἄνεμο καὶ στέκονταν ὄρθιες. Οἱ ἄνθρωποι θὰ κουνοῦσαν τὸ κεφάλι τους καὶ θά ᾽λεγαν: «Εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ χαμηλὲς φουντουκιὲς φυτεύονται μὲ σπόρο κι ἀναπτύσσονται ἀργά, ἀλλ’ ἀντιστέκονται σθεναρὰ κι ἀντιμετωπίζουν πιὸ εὔκολα τὸν ἄνεμο ἀπὸ τὴν πανύψηλη δρῦ ποὺ τὴ μεταφύτεψε ἕνας γίγαντας κι ἔπειτα τὴν ἐγκατέλειψε. Ὅσο πιὸ βαθιὰ βρίσκονται στὸ ἔδαφος οἱ ρίζες τοῦ δέντρου, τόσο πιὸ δυνατὸ καὶ πιὸ ἀνθεκτικὸ θὰ γίνει.
.                 Πόσο σοφὸ ἦταν τὸ νὰ ξεκινήσει ἀπὸ τὰ χαμηλὰ ὁ Κύριος κι ὄχι ἀπὸ τὴν κορυφή. Πόσο σοφὸ ἦταν ν’ ἀρχίσει τὴν οἰκοδομὴ τῆς βασιλείας Του ὄχι μὲ βασιλεῖς, ἀλλὰ μὲ ψαράδες. Πόσο καλό, πόσο σωτήριο ἦταν γιά μᾶς, ποὺ ζοῦμε δύο χιλιάδες χρόνια ἀπὸ τὴ γέννησή Του, τὸ ὅτι δὲν ἀπέβλεψε στὴν τελικὴ ἐπιτυχία τοῦ ἔργου Του, οὔτε καὶ στὸ νὰ θερίσει τοὺς καρποὺς τῶν ἀγώνων Τοῦ ὅσο ζοῦσε. Δὲν ἤθελε, ὅπως ὁ γίγαντας, νὰ μεταφυτέψει μεμιᾶς τὸ τεράστιο δέντρο, ἀλλὰ σὰν ἁπλὸς ἀγρότης νὰ θάψει τὸ σπόρο τοῦ δέντρου βαθιὰ μέσα στὴ γῆ κι ἔπειτα νὰ πάει στὸ σπίτι του. Κι αὐτὸ ἔκανε. Ὁ Κύριος ἔθαψε τὸ σπόρο τοῦ Δέντρου τῆς Ζωῆς ὄχι μόνο στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τῶν ἁπλῶν Γαλιλαίων ψαράδων, ἀλλὰ καὶ στὸ βάθος τῆς ἴδιας τῆς κόλασης. Ἔπειτα συνέχισε τὴν πορεία Του. Καὶ τὸ δέντρο ἀναπτυσσόταν ἀργά, πολὺ ἀργά. Ἄνεμοι ἰσχυροὶ φύσηξαν πάνω του σὲ μία προσπάθεια νὰ τὸ ξεριζώσουν, μὰ δὲν τὸ κατόρθωσαν. Οἱ ἐχθροὶ ἔκοψαν τὸ δέντρο, τὸ ἔριξαν κάτω, μὰ οἱ ρίζες του πέταξαν πολλοὺς καινούργιους βλαστούς. Ὅσο ἐκεῖνοι τὸ πελέκιζαν, τόσο πιὸ γρήγορα ἀναπτυσσόταν. Οἱ ὀρδὲς τοῦ ἐχθροῦ ἔσκαψαν στὴ γῆ, πιὸ βαθιὰ κι ἀπὸ τὶς κατακόμβες γιὰ νὰ τὸ ξεριζώσουν. Ὅσο ὅμως ἐκεῖνοι προσπαθοῦσαν, τόσο οἱ ρίζες ἀντιστέκονταν, τόσο οἱ καινούργιοι βλαστοὶ μεγάλωναν κι ἄλλοι φύτρωναν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ πύκνωναν. Ἔτσι τὸ δέντρο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φυτεύτηκε μὲ τοῦ Θεοῦ τὸν τρόπο κι ὄχι τοῦ ἀνθρώπου, ἐξακολουθεῖ ν’ ἀνθίζει ὣς σήμερα, δύο χιλιάδες χρόνια ἀργότερα, παράγει καρποὺς γλυκοὺς γιὰ ἀνθρώπους καὶ ἀγγέλους καὶ λάμπει ἀπὸ φρεσκάδα καὶ κάλλος, σὰ νά ᾽χε φυτευτεῖ μία γενιὰ νωρίτερα.
.                 Ἂν ὁ Κύριος εἶχε ἐνεργήσει ὅπως οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ἀλήθεια πὼς θὰ τὸν εἶχαν δοξάσει πολὺ νωρίτερα οἱ ἄνθρωποι, ἐμεῖς ὅμως δὲν θὰ εἴχαμε σωθεῖ. Δὲν τὸν ἐνδιέφερε ἡ δόξα τῶν ἀνθρώπων, ὁ ἦχος τῶν ποιμενικῶν αὐλῶν, ποὺ σήμερα ἀκούγονται κι αὔριο ρίχνονται στὴ φωτιά. Ἐκεῖνο, ποὺ τὸν ἐνδιέφερε, ἦταν ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Δὲν ἦρθε στοὺς ἀνθρώπους, ὅπως κάνει κάποιος γίγαντας σὲ τσίρκο, γιὰ νὰ δείξει τὴ δύναμη καὶ τὶς ἱκανότητές του, ν’ ἀπολαύσει τὸ χειροκρότημα τῶν θεατῶν. Ἦρθε σὰν φίλος σ’ ἐμᾶς, σὰν γιατρὸς σὲ θεραπευτήριο, γιὰ νὰ μᾶς ἐπισκεφτεῖ, νὰ συνομιλήσει μὲ τὸν καθένα μας καὶ νὰ μᾶς προσφέρει συμβουλὲς καὶ θεραπεία. Εἶναι ἑπομένως πολὺ καλὸ γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, ἀπὸ τότε ποὺ ξεκίνησε ὁ κόσμος ὣς τὴ συντέλεια, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κύριος ἐνήργησε μὲ θεϊκὸ τρόπο. Διάλεξε γιὰ ἀποστόλους Του ὄχι δώδεκα τρανοὺς βασιλιάδες, μὰ δώδεκα ἄσημους ψαράδες. Στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μαθαίνουμε μὲ ποιὸ τρόπο τοὺς διάλεξε.

* * *

.                 «Περιπατῶν δὲ (ὁ Ἰησοῦς) παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς» (Ματθ. δ´ 4). Ἀπὸ ποῦ ἦρθε ὁ Ἰησοῦς στὴ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας; Αὐτὸ ὁ εὐαγγελιστής μᾶς τὸ λέει στὴν προηγούμενη εὐαγγελικὴ περικοπή. Ὅταν ἀκοῦσε πὼς φυλάκισαν τὸν Ἰωάννη τὸ Βαπτιστή, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἰουδαία καὶ πῆγε στὴ Γαλιλαία, στὴν περιφρονημένη αὐτὴ περιοχὴ τῆς Ἰσραηλιτικῆς γῆς. Προέβλεπε τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ μεγάλου στρατιώτη Του, τοῦ Προδρόμου. Ἔτσι φάνηκε σὰν νὰ ὑποχώρησε, στὴν οὐσία ὅμως πῆγε νὰ προετοιμαστεῖ γιὰ νὰ νικήσει τοὺς ἐχθρούς Του.
.                 Ὅσο διάστημα βρισκόταν στὴ Γαλιλαία τώρα, δὲν ἦταν φυσικὸ νὰ μείνει στὴ Ναζαρέτ, ὅπου εἶχε περάσει τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του; Μὰ ποιός προφήτης εἶναι ἀποδεκτὸς στὴ δική του πατρίδα; Στὴ Ναζαρὲτ βρισκόταν, ὅταν οἱ συμπατριῶτες Του θέλησαν νὰ τὸν γκρεμίσουν ἀπὸ τὸ χεῖλος κάποιου βράχου. Γιὰ ν’ ἀποφύγει ἄλλη μία φορὰ τὴν προσωρινὴ κακία τῶν ἀνθρώπων, ἐγκαταστάθηκε τελικὰ δίπλα στὴ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, στὰ ὅρια τῶν φυλῶν Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ. Ἐκεῖ ζοῦσαν οἱ πιὸ περιθωριακοὶ καὶ περιφρονημένοι ἄνθρωποι, «ἐν σκότει, ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου» (βλ. Ἡσ. θ´ 2). Σ’ αὐτὸ τὸ πυκνὸ σκοτάδι ἔμελλε νὰ θάψει τὸ σπόρο τοῦ καρποφόρου δέντρου τοῦ εὐαγγελίου Του.
.             Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης γράφει πὼς ὁ πρῶτος ποὺ κάλεσε ὁ Κύριος ἦταν ὁ Ἀνδρέας, στὴν Ἰουδαία. Ὁ Ἀνδρέας ἦταν πρὶν μαθητὴς τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ. Ὅταν ὅμως ὁ Ἰωάννης ἔδειξε τὸν Χριστὸ καὶ εἶπε πὼς Ἐκεῖνος ἦταν ἀνώτερός του, ὁ Ἀνδρέας ἄφησε τὸ δάσκαλό του καὶ ἀκολούθησε τὸν Χριστό. Ἀμέσως μετὰ ἀπ’ αὐτὸ ὁ Ἀνδρέας βρῆκε τὸν ἀδερφὸ του Σίμωνα καὶ τοῦ εἶπε: «εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν· ἔστι μεθερμηνευόμενον Χριστός· καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν» (Ἰω. α´ 42-43). Τότε ἦταν ποὺ ὁ Χριστὸς ἔδωσε στὸ Σίμωνα τὸ ὄνομα «Πέτρος», ποὺ σημαίνει τὴ σταθερὴ πέτρα τῆς πίστης.
.             Δὲν ὑπάρχει κάποια ἀντίφαση ἀνάμεσα σ’ αὐτὰ ποὺ γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἐδῶ καὶ σ’ ἐκεῖνα ποὺ ἀναφέρει ὁ Ματθαῖος στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, ὅτι ὁ Κύριος κάλεσε τὰ δύο ἀδέρφια στὴ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας; Σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη, πρῶτος ἀκολούθησε τὸν Χριστὸ ὁ Ἀνδρέας κι ἔπειτα ὁ Πέτρος. Στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου βλέπουμε πὼς ὁ Χριστὸς τοὺς βρῆκε καὶ τοὺς κάλεσε μαζί. Ἀναφέρει μάλιστα πρῶτα τὸν Πέτρο κι ἔπειτα τὸν Ἀνδρέα. Αὐτὴ δὲν εἶναι μία φανερὴ ἀντίφαση; Ὄχι, καθόλου. Ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐδῶ περιγράφονται δύο χωριστὰ γεγονότα. Τὸ ἕνα ἔλαβε χώρα στὴν Ἰουδαία, ὅταν ὁ Βαπτιστὴς ἦταν ἀκόμα ἐλεύθερος, καὶ τὸ ἄλλο στὴ Γαλιλαία, ἀργότερα, ὅταν ὁ Βαπτιστὴς εἶχε ἤδη φυλακιστεῖ κι ὁ Κύριος ζοῦσε πιὰ στὴν Καπερναούμ, στὰ παράλια τῆς θάλασσας τῆς Γαλιλαίας. Ὁ Ἰωάννης περιγράφει τὴν προηγούμενη συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἀνδρέα, ὁ Ματθαῖος τὴ μεταγενέστερη. Αὐτὸ φαίνεται καθαρὰ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ματθαῖος μιλάει γιὰ τὸν «Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον», ποὺ σημαίνει πὼς ὁ Σίμων εἶχε πάρει ἤδη τὸ ὄνομα «Πέτρος» ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἡ προηγούμενη συνάντηση, ἡ πρώτη ποὺ εἶχε ὁ Πέτρος μὲ τὸν Χριστό, ἔγινε στὴν Ἰουδαία, τότε ποὺ ὁ Ἀνδρέας τὸν ἔφερε στὸν Χριστό. Τὴν πρώτη συνάντηση τὴν περιγράφει ὁ Ἰωάννης: «Καὶ ἤγαγεν αὐτὸν (ὁ Ἀνδρέας) πρὸς τὸν Ἰησοῦν. ἐμβλέψας αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς εἶπε· σὺ εἶ Σίμων ὁ υἱὸς Ἰωνᾶ, σὺ κληθήσῃ Κηφᾶς, ὃ ἑρμηνεύεται Πέτρος» (Ἰω. α´ 43).
.             Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος τὸ γνώριζε αὐτὸ καὶ τώρα περιγράφει τὴν ἑπόμενη συνάντηση ποὺ εἶχαν τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰωνᾶ μὲ τὸν Κύριο, γι’ αὐτὸ καὶ μιλάει γιὰ «Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον». Ἀναφέρει πρῶτα τὸν Πέτρο κι ὕστερα τὸν Ἀνδρέα, ἐπειδὴ ὁ Πέτρος ἦταν πιὸ ζωηρὸς χαρακτήρας ἀπὸ τὸν ἀδερφό του κι ἔκανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μεγαλύτερη ἐντύπωση. Τὸ ὅτι ὁ Ἰωάννης κι ὁ Ματθαῖος περιγράφουν δύο περιστατικά, εἶναι πεντακάθαρο σ’ ὅποιον διαβάσει καὶ τὰ δύο εὐαγγέλια. Ἐνῶ ὁ Ματθαῖος περιγράφει τὴν ὁριστικὴ κλήση τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἀνδρέα νὰ γίνουν μαθητές, ὁ Ἰωάννης περιγράφει ἕνα ἄλλο περιστατικό, ὅταν τὰ δύο ἀδέρφια συνάντησαν τὸν Χριστό, τότε ποὺ ὁ Πρόδρομος εἶπε: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ!». Συνάγεται καθαρὰ πὼς μετὰ τὴν πρώτη αὐτὴ συνάντηση χωρίστηκαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι ἀργότερα πῆγαν στὴ Γαλιλαία, ὅπου ὁ Κύριος τοὺς συνάντησε τὴν ὥρα ποὺ ἐπιδίδονταν στὸ ἔργο τους, τοῦ ψαρᾶ.
.             «Καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Ματθ. δ´ 19-20). Ὁ Κύριος γνώριζε τὴν καρδιά τους. Οἱ ψαράδες αὐτοὶ εἶχαν μία παιδιάστικη πίστη στὸν Θεό, ὑπάκουγαν στὸ λόγο Του. Δὲν εἶχαν συνηθίσει νὰ ἐξουσιάζουν καὶ νὰ δίνουν ἐντολές, μὰ νὰ ἐργάζονται ἁπλὰ καὶ νὰ ὑπακοῦν. Ἡ ταπείνωση κι ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γέμιζε τὴν καρδιά τους. Μπορεῖ νὰ ἦταν ἁπλοϊκοὶ ψαράδες, ἀλλὰ οἱ ψυχές τους διψοῦσαν καὶ πεινοῦσαν γιὰ ἀλήθεια καὶ δικαιοσύνη. Ὁ Ἀνδρέας εἶχε ἤδη ἐγκαταλείψει μία φορὰ τὰ δίχτυά του, γιὰ ν’ ἀκολουθήσει ὡς μαθητὴς τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο. Μόλις ὁ Ἰωάννης ἔδειξε τὸν Ἰησοῦ καὶ εἶπε πὼς Ἐκεῖνος ἦταν ἀνώτερός του, ὁ Ἀνδρέας ἄφησε τὸν Ἰωάννη κι ἀκολούθησε τὸν Χριστό. Ἦταν κι οἱ δυό τους φλογερὲς ψυχές, ποὺ ἀναζητοῦσαν μὲ ἀγωνία τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ βασιλεία Του. Γι’ αὐτὸ κι ὁ Χριστὸς ἀπευθύνθηκε σ’ αὐτοὺς αὐθεντικά, μὲ ἐξουσία: «Ἀκολούθει μοι!»
.             Ἔτσι ἐνεργεῖ μὲ ὅλους μας ὁ Θεός. Δὲν θὰ μᾶς πιέσει ν’ ἀκολουθήσουμε τὸ δρόμο Του. Μᾶς ἀφήνει νὰ διαλέξουμε τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας ἢ τῆς ἀπώλειάς μας ἐλεύθερα, σύμφωνα μὲ τὴ δική μας ἀντίληψη. Ὅταν ὅμως ὁ καρδιογνώστης Θεὸς μεριμνᾶ γιὰ νὰ βάλει τὶς καρδιές μας στὸ σωστὸ δρόμο, στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας, τότε μᾶς ἕλκει σταθερὰ πρὸς αὐτὸν τὸ δρόμο. Ὅταν βλέπει πὼς ἡ καρδιά μας ἔχει στραφεῖ ὁλότελα πρὸς τὸ δρόμο τῆς κακίας καὶ τῆς ἀπώλειας, τότε μᾶς ἀφήνει ὁ Θεὸς καὶ πέφτουμε στὴ δυναστεία τοῦ σατανᾶ. Αὐτὸ ἔγινε στὴν περίπτωση τοῦ προδότη Ἰούδα. Ὅταν ἡ καρδιά του στράφηκε ἐξ ὁλοκλήρου πρὸς τὸ πονηρὸ καὶ διάλεξε ν’ ἀκολουθήσει τὸ σκοτεινὸ δρόμο τῆς ἀπώλειας, ὁ Χριστὸς δὲν προσπάθησε περισσότερο νὰ τὸν γυρίσει πίσω. Ἀντίθετα, σὰν εἶδε πὼς ὁ σατανᾶς εἶχε μπεῖ πιὰ στὸν Ἰούδα, τοῦ εἶπε: «Ὃ ποιεῖς, ποίησον τάχιον» (Ἰωάν, ιγ´ 27). Οὔτε στὴν περίπτωση τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἀνδρέα λοιπόν, οὔτε σὲ κείνην τοῦ Ἰούδα δὲν παραβίασε τὴν ἐλευθερία τῆς ἐπιλογῆς τους. Μιλάει ἁπλὰ στὶς καρδιὲς ποὺ ἔχουν ἤδη διαλέξει τὸ καλὸ ἢ τὸ κακὸ καὶ λέει ἀποφασιστικὰ στὸν Πέτρο, «ἀκολούθει μοι» καὶ στὸν Ἰούδα, «ὃ ποιεῖς, ποίησον τάχιον».
.             Ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Τί σημαίνει αὐτό; Πὼς ὅπως μέχρι τώρα πιάνετε ψάρια στὰ δίχτυά σας ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ βάθη τῆς θάλασσας, ἔτσι ἀπὸ τώρα, μαζί μου καὶ μὲ τὸ εὐαγγέλιό μου, θὰ ἁλιεύετε ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ βάθη τῆς κακίας αὐτοῦ τοῦ κόσμου.
.             Ὁ Πέτρος κι ὁ Ἀνδρέας ἄκουσαν τὴν κλήση τοῦ Χριστοῦ καὶ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτ῀ῶ. Βλέπεις πῶς οἱ καρδιὲς τῶν δύο αὐτῶν ἀνθρώπων εἶχαν ἤδη διαλέξει ν’ ἀκολουθήσουν τὸ καλό; Δὲν ρώτησαν: «Ἀπὸ ποῦ μᾶς καλεῖς; Τί θὰ τρῶμε; Ποιός θὰ φροντίσει τὶς οἰκογένειές μας;» Θαρρεῖς πὼς ἦταν σὰ νὰ περίμεναν σ’ ὅλη τους τὴ ζωὴ αὐτὴν τὴν κλήση. Ἄφησαν σὰν παιδιὰ ὅλες τὶς φροντίδες τους στὸν Κύριο, τὰ ἐγκατέλειψαν ὅλα κι ἀνταποκρίθηκαν στὴν κλήση Του.
.             «Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς, οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Ματθ. δ´ 21, 22). Καὶ πάλι ἐδῶ ἔχουμε τὴν κλήση δύο ψαράδων, ὄχι δύο βασιλιάδων. Δὲν φοροῦσαν στέμματα στὸ κεφάλι τους, στὸ στῆθος τους ὅμως εἶχαν βασιλικὲς καρδιές. Ὁ Κύριος μαζεύει μαργαριτάρια στὸ σκοτάδι. Διαλέγει τοὺς ταπεινοὺς κι ἀγράμματους, γιὰ νὰ κατατροπώσει τοὺς ἰσχυροὺς καὶ τοὺς σοφούς. Διαλέγει τοὺς φτωχούς, γιὰ νὰ ντροπιάσει τοὺς πλούσιους.
.             Ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης ἦταν πολὺ φτωχοί. Οἱ ἴδιοι ἐπισκεύαζαν τὰ δίχτυα, μαζὶ μὲ τὸν πατέρα τους. Οἱ ψυχὲς τους ὅμως ἦταν πλούσιες. Πεινοῦσαν καὶ διψοῦσαν γιὰ τὸν Θεό. Οἱ καρδιές τους εἶχαν στραφεῖ πρὸς τὸ καλό. Καὶ περίμεναν. Καὶ μόλις τοὺς κάλεσε ὁ Κύριος, ἄφησαν τὴν ἴδια στιγμὴ τὴ δουλειά τους, τὴ βάρκα, τὸν πατέρα τους καὶ τὰ δίχτυα καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ.
.               Ἡ βαθύτερη ἔννοια εἶναι ἡ ἑξῆς: ἁλιεῖς, ψαράδες, εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀναζητοῦν πνευματικὲς εὐλογίες· τὰ δίκτυα ὑποδηλώνουν τὴν ψυχή· θάλασσα εἶναι ὁ κόσμος καὶ πλοῖο τὸ σῶμα. Τὸ βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν δείχνει πὼς οἱ ψαράδες ἀναζητοῦσαν πνευματικὲς εὐλογίες, πνευματικὴ τροφή, τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἅπλωναν καὶ βύθιζαν τὴν ψυχή τους στὰ πλάτη καὶ τὰ βάθη αὐτοῦ του κόσμου, γιὰ νὰ βροῦν τὶς εὐλογίες αὐτές, ὅπου καὶ νὰ ἦταν. Καταρτίζοντας τὰ δίκτυα σημαίνει τὶς προσπάθειες ποὺ ἔκαναν γιὰ νὰ καταρτίσουν τὶς ψυχές τους. Γιὰ τοὺς δύο πρώτους, τὸ ἀφέντες τὰ δίκτυα, ἠκολούθησαν αὐτῷ, σημαίνει πὼς ἄφησαν τὴν παλιὰ κι ἁμαρτωλὴ ψυχή τους κι ἄρχισαν ν’ ἀνακαινίζονται ἀπὸ τὸ Χριστό, γιὰ ν’ ἀναγεννηθοῦν, νὰ μορφώσουν καινούργια ψυχὴ καὶ καινούργιο πνεῦμα. Σημαίνει ἐπίσης πὼς ἀπὸ τώρα δὲν θ’ ἀναζητοῦν πιὰ ν’ ἀποκτήσουν πνευματικὲς εὐλογίες μὲ τὶς δικές τους προσπάθειες καὶ δυνάμεις, ἀλλὰ μὲ τὸν Χριστό. Δὲν θὰ στηριχθοῦν στὴ δική τους δύναμη, ἀλλὰ στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ βασιστοῦν στὸ δικό τους νοῦ, ἀλλὰ στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Στοὺς ἄλλους δύο μαθητές, τὸ ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν σημαίνει πὼς ἄφησαν τ’ ἁμαρτωλὰ σώματα καὶ τὸν ἐπίγειο πατέρα τους, γιὰ ν’ ἀσχοληθοῦν μὲ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τους, νὰ βαδίσουν πρὸς συνάντηση τοῦ οὐράνιου Πατέρα τους, ὡς παιδιὰ κατ’ υἱοθεσία μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
.                 «Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» (Ματθ. δ´ 23). Μετὰ ἀπὸ τριάντα χρόνια ποὺ εἶχε περάσει στὴν ἀφάνεια, τώρα ὁ Κύριος Ἰησοῦς ξεκινάει τὴ θεϊκὴ ἀποστολή Του μὲ ζῆλο κι ἀποφασιστικότητα. Αὐτὸ ἐκφράζεται μὲ τὰ λόγια περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς. Ἀποστολὴ καὶ διακονία Του ἦταν νὰ ἐξηγήσει τὸ παλιὸ καὶ νὰ κηρύξει τὸ νέο. Νὰ ἐπιβεβαιώσει καὶ τὰ δύο μὲ θαύματα καὶ θεραπεῖες. Ὁ Νόμος εἶχε δοθεῖ ἀπὸ τὸ Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες καὶ μαρτυρήθηκε μὲ πολλὰ θαύματα, γιὰ νὰ πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι πὼς ὁ Νόμος αὐτὸς ἦταν θεϊκός. Οἱ ἑρμηνευτὲς τοῦ Νόμου ὅμως εἶχαν σκοτισμένες ψυχὲς καὶ διέστρεψαν τὸ πνεῦμα του. Ὁ παλιὸς Νόμος ἑπομένως εἶχε καταστεῖ νεκρός, ἦταν σὰ νὰ μὴν ὑπῆρξε ποτέ.

* * *

.               Τώρα ὁ πάναγνος κι ἀναμάρτητος Κύριος Ἰησοῦς ἐμφανίζεται ὡς ὁ μοναδικὸς ποὺ ἀντιλαμβάνεται καὶ μπορεῖ νὰ ἑρμηνεύσει ἀληθινὰ τὸν πρῶτο αὐτὸ Νόμο. Ἑρμηνεύει τὸ νόημά του κι ἀποκαλύπτει τὸ πνεῦμα του γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς. Εἶναι τώρα ὁ ἑρμηνευτὴς τοῦ Πνεύματος, ὅπως ἀργότερα τὸ Πνεῦμα θὰ ἐπιβεβαιώσει τὸν Ἴδιο. Δὲν ἀπορρίπτει τὸν παλιὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ἀπορρίψει, ἀφοῦ Ἐκεῖνος τὸν εἶχε δώσει; Ἀπὸ ἄποψη ὅμως πραγματικῆς πνευματικῆς καὶ προφητικῆς σημασίας, τώρα δίνει τὸ νόμο τῆς σωτηρίας, κηρύττει τὸ εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας.
.               Ὁ παλιὸς Νόμος εἶναι σὰν μία καλὴ καὶ εὔφορη γῆ. Μία γῆ ὅμως ποὺ καλύφθηκε ὁλόκληρη ἀπὸ ἀγκάθια καὶ ζιζάνια, παραμελημένη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ ἀπὸ ἀσύνετους ἑρμηνευτές. Ἔτσι τὰ μάτια ὅλων στρέφονται μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐγκαταλελειμμένη αὐτὴ γῆ. Τώρα ὁ Κύριος τὴν ὀργώνει ὁλόκληρη, σπέρνει καινούργιο σπόρο κι οἱ ἄνθρωποι τὸν παρακολουθοῦν μὲ φόβο καὶ δέος. Κι ὅπως ὁ παλιὸς Νόμος πιστοποιήθηκε μὲ πολλὰ θαύματα, ἔτσι καὶ τώρα ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ὡς Νομοθέτης, πιστοποιεῖ τὸν καινούργιο Νόμο μὲ πολλὰ θαύματα. Τ θαύματα ατ δὲν γίνονται, γι ν κάνει μία κενόδοξη κα μάταιη πίδειξη τς δύναμής Του, λλ γι ν προσφέρει ληθιν πηρεσία στος νθρώπους. Τὰ θαύματα αὐτὰ ἦταν θεραπεῖες ἀσθενειῶν τοῦ σώματος, τοῦ νοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπινων ἀδυναμιῶν. Ὁ Κύριος μᾶς ἐπισκέφτηκε ὄχι σὰν κάποιος μάγος, ἀλλὰ σὰν φίλος καὶ θεραπευτής.
.             Ὅλοι ἐμεῖς ποὺ πεινοῦμε καὶ διψοῦμε γιὰ τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη Του, ἐμεῖς ποὺ ψαρεύουμε μάταια μὲ τὴν ψυχή μας, σὰν δίχτυα, στὴ θάλασσα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἂς ἀκούσουμε τὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Μᾶς καλεῖ τώρα, ὅπως τότε τοὺς ψαράδες στὴ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας: «Ἀκολούθει μοι!» Μόλις ἀκούσουμε τὴ φωνὴ αὐτή, ἂς μὴ διστάσουμε οὔτε στιγμή. Ἂς παρατήσουμε ὅλες τὶς παλιὲς δουλειὲς καὶ τὶς παλιὲς ἀγάπες κι ἂς τὸν ἀκολουθήσουμε. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινός μας Φίλος καὶ Θεραπευτής. Ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι εἴτε ἀνόητοι εἴτε ἀπατεῶνες.
.                     Προσέξτε! Δὲν μᾶς καλεῖ ὡς βασιλιάδες ἢ ποιμένες, ὡς πλούσιους ἢ φτωχούς, ὡς σοφοὺς ἢ ἀμαθεῖς, ἀλλ’ ὡς ἄντρες καὶ γυναῖκες ἄρρωστους, ἀδύναμους. Ο ρρώστιες κι ο δυναμίες μας προέρχονται π τν μαρτία. Γι’ αὐτὸ ἂς προσκυνήσουμε τὸν Κύριο Ἰησοῦ κι ἂς κραυγάσουμε σ’ Ἐκεῖνον, ὅπως ἔκαναν τόσοι ἄρρωστοι κι ἀδύναμοι ἄνθρωποι ἐκεῖνο τὸν καιρό: «Κύριε Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό! Συγχώρεσέ με, Κύριε, συγχώρεσε τὶς ἀμέτρητες ἁμαρτίες μου. Καθάρισέ με μὲ τὴ δύναμή Σου, ζωοποίησέ με μὲ τὸν ζωοποιὸ ἄρτο Σου, εἴσελθε στὰ ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς μου ὡς καθαρὸς καὶ ζωογόνος ἀέρας σὲ σκοτεινὸ δωμάτιο. Κι ἐγὼ τότε θὰ γιατρευτῶ· θὰ γιατρευτῶ καὶ θὰ γίνω καλά, θὰ ζήσω!»
.               Εἴθε ὁ Κύριος νὰ δοξαστεῖ ἔτσι μὲ τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μας καὶ τὴν ἁγνότητα τοῦ σώματός μας, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

,

Σχολιάστε

«YΠEΓΡΑΨΑΝ ΜE ΤO ΑIΜΑ ΤΟΥΣ. Τὸ πιστεύω τῶν ἀποστόλων δὲν βγῆκε ἀπὸ μελέτες καὶ γραφεῖα!»

Τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων

Ὁμιλία τoῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου Καντιώτου

Η ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ.              Ἡ θρησκεία μας, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ μόνη ἀληθινή. Ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὁδηγεῖ στὴν αἰώνιο ζωή. Οἱ ἄπιστοι θὰ μᾶς ποῦν· Εὔκολα τὸ λέτε, ἔχετε ὅμως ἀποδείξεις; Ἡ πίστις μας ἔχει ἄπειρες ἀποδείξεις. Μία ἀπὸ αὐτὲς εἶνε οἱ ἀπόστολοι, τοὺς ὁποίους ἑορτάζουμε. Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς δείξω, ὅτι ἡ ζωή, ἡ διδαχὴ καὶ τὸ τέλος τῶν ἀποστόλων βεβαιώνουν, ὅτι ἡ θρησκεία μας εἶνε ἀληθινή.

* * *

.              Τὸ ἔργο δύσκολο, τὰ μέσα φτωχά. Ὁ Κύριος κάλεσε τοὺς ἀποστόλους σὲ ἔργο δύσκολο. Ὅπως δύσκολο εἶνε νὰ πᾷς κόντρα μὲ τὸ ῥεῦμα, νὰ ξερριζώσης ἕνα αἰωνόβιο πλατάνι, νὰ κάνῃς τὸ βουνὸ πεδιάδα, τόσο καὶ ἀκόμη πιὸ δύσκολο ἦταν τὸ ἔργο τῶν ἀποστόλων. Γιὰ τὸ ἔργο αὐτό, τὴν ἀνατροπὴ δηλαδὴ ὅλου τοῦ παλαιοῦ κόσμου, ποιά μέσα χρησιμοποίησε ὁ Χριστός; Ὑπῆρχαν βασιλεῖς, στρατηγοί, φιλόσοφοι, πλούσιοι, ἰσχυροὶ κατὰ κόσμον· διάλεξε ἀπ᾿ αὐτοὺς κανέναν γιὰ συνεργάτη του; Ὄχι. Ἂν ἔπαιρνε ἀπ᾿ αὐτούς, θὰ ἔλεγαν ὅτι μὲ τὴ δύναμί τους ἐπικράτησε. Ἀντιθέτως ἡ Ἐκκλησία εἶχε ὅλες τὶς προϋποθέσεις ἀρνητικές. Ἔτσι κανείς δὲν μπορεῖ νὰ πῇ ὅτι ἡ νίκη της ὀφείλεται σὲ ἀνθρώπινη ὑποστήριξι. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος θαυμάζει πῶς μὲ ἀδύναμα μέσα ὁ Χριστὸς τὰ βάζει μὲ τὸν κόσμο καὶ λέει· «Τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά…» (Α´ Κορ. α´27). Καὶ ἕνας ἐκκλησιαστικὸς συγγραφεύς, ὁ Βασίλειος Σελευκείας, λέει· Ὅπως θαυμάζεις ἕνα γιατρό, ποὺ μὲ τιποτένια μέσα κάνει τὸν ἄρρωστο καλά, ἔτσι εἶνε θαυμαστὸς ὁ Θεός, ποὺ μὲ τέτοια ὄργανα, ἀνθρώπους ἁπλοϊκοὺς καὶ ἀγραμμάτους, θεράπευσε τὰ τραύματα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.
.              Νέα δημιουργία. Ὅπως αὐτὸς ποὺ χτίζει σπίτι δὲ βάζει τὶς πέτρες στὴν τύχη, ἀλλὰ κάθε πέτρα ἔχει τὴ θέσι της, ἔτσι καὶ στὴν ἁγία Γραφὴ κάθε λέξι εἶνε διαλεγμένη. Ἡ ἁγία Γραφὴ λοιπόν, προκειμένου να περιγράψῃ τὴ δημιουργία τοῦ σύμπαντος, λέει στὸ 1ο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως, ὅτι ὁ Θεὸς «ἐποίησε», δημιούργησε, τὰ ὄντα (Γεν. 1,1,7,16,21,25,27,31). Τὴν ίδια ὅμως λέξι χρησιμοποιεῖ καὶ στὸ 3ο κεφάλαιο τοῦ Μάρκου, ὅταν περιγράφει τὴν κλῆσι τῶν ἀποστόλων· δὲ λέει «ἐκάλεσε», ἀλλὰ λέει «ἐποίησε»· «καὶ ἐποίησε δώδεκα, ἵνα ὦσι μετ᾿ αὐτοῦ» (Μάρκ. γ´14). Δὲν χρησιμοποιεῖ τυχαίως ἢ κατὰ λάθος τὴ λέξι αὐτή. Τὸ ἔργο ποὺ εἶχε νὰ κάνῃ τώρα ὁ Χριστὸς ἦταν μιὰ νέα δημιουργία. Καὶ πράγματι· τὸ νὰ πάρῃς ἕναν ἄνθρωπο μέσα ἀπ᾿ τὴ διαφθορὰ καὶ νὰ τὸν ὑψώσῃς στὴ ζωὴ τῆς χάριτος εἶνε μιὰ νέα δημιουργία. Εἶνε ἀνθρωποποιὸς ἡ θρησκεία μας, δημιουργεῖ ἀληθινοὺς ἀνθρώπους. Ὑπηρέται αὐτοῦ τοῦ ἔργου θὰ ἐγίνοντο οἱ ἀπόστολοι. Δὲν ἦταν ὅμως ἕτοιμοι· ἔπρεπε κι αὐτοὶ προηγουμένως νὰ καταρτισθοῦν. Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ ἔκανε σ᾿ αὐτοὺς ὁ Χριστός, τὸ νὰ τοὺς καταρτίσῃ καὶ νὰ τοὺς ἑτοιμάσῃ γιὰ τὸν εὐαγγελισμὸ τοῦ κόσμου, ἦταν κάτι δυσκολώτερο ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ ἡλίου καὶ τῶν ἀστέρων. Πνευματικοὶ ἥλιοι καὶ πνευματικοὶ ἀστέρες ἦταν αὐτοί. Λένε, ὅτι κάποιος γλύπτης εἶδε ἕνα μάρμαρο πεταμένο μέσ᾿ στὶς λάσπες. Ἐνῷ οἱ ἄλλοι τὸ περιφρονοῦσαν, αὐτὸς τὸ πῆρε, τὸ καθάρισε, ἄρχισε νὰ τὸ δουλεύῃ, καὶ μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ διάστημα μὲ τὴ σμίλη του ἔβγαλε μέσα ἀπὸ αὐτὸ ἕναν ἄγγελο. Καὶ ὁ Χριστὸς πῆρε τὰ λιθάρια τὰ πεταμένα καὶ τὰ ἔκανε τοὺς «δώδεκα θεμελίους» τῆς Ἐκκλησίας του κατὰ τὴν Ἀποκάλυψι (κα´14).
.              Γεῦσις οὐρανοῦ. Οἱ ἀπόστολοι ἀξιώθηκαν νὰ δοκιμάσουν τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ, νὰ γευθοῦν τὸν οὐρανό, καὶ αὐτὴ τὴ γεῦσι μετέδωσαν. Ὅσο ἔμειναν κοντὰ στὸν Κύριο, ῥούφηξαν σὰ σφουγγάρι τὴν ἀλήθεια του, μάζεψαν τὸ ἄρωμά του. Εἶδαν καὶ ἄκουσαν θαύματα πρωτάκουστα, διδασκαλία ἀνεπανάληπτη, ἁγιότητα ποὺ «ἐκάλυψεν οὐρανούς» (Ἀμβ. 3,3). Αὐτὰ θησαύρισαν στὴν καρδιά τους. Καὶ τὴ γλυκύτητα ποὺ δοκίμασαν δὲν τὴν κράτησαν μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ Σαμψὼν εἶδε κάποτε μέσα ἀπὸ μία σιαγόνα ψόφιου λιονταριοῦ νὰ τρέχῃ μέλι. Τὸ δοκίμασε κ᾿ ἔδωσε ἀπὸ αὐτὸ καὶ στοὺς γονεῖς του νὰ γευθοῦν (Κριτ. κεφ. 14). Ἔτσι καὶ οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, οἱ νέοι Σαμψών· βρῆκαν μέλι, καὶ εἶπαν στὸν κόσμο· «Γεύσασθε καὶ ίδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος» (Ψαλμ. ΛΓ´ 9).
.              Μόνο κίνητρο ἡ πίστις. Ἂν πιάσετε ἑκατὸ ἀνθρώπους στὸ δρόμο καὶ τοὺς ρωτήσετε, Γιατί τρέχετε; τί κυνηγᾶτε; θὰ δῆτε ὅτι ὁ καθένας ἔχει κάποιο ἐφήμερο σκοπό· ὁ ἕνας τὸ χρῆμα, ὁ ἄλλος τὴ δόξα, ὁ ἄλλος «οἶστρον ἀκολασίας» (τροπ. Κασ.). Οἱ ἀπόστολοι τί κίνητρο εἶχαν ὅταν διέτρεχαν τὸν κόσμο; Μήπως τὸ χρῆμα; Ψάξτε τὶς τσέπες τους. Κάποιος ἀνάπηρος ζήτησε ἐλεημοσύνη ἀπὸ τὸν Πέτρο, κι αὐτὸς εἶπε· «Ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι· ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου ἔγειρε καὶ περιπάτει» (Πράξ. γ´ 6). Οἱ σημερινοὶ κληρικοὶ μποροῦν νὰ ποῦν «Ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι»; Πῆγε στὴ Ῥώμη κάποιος ἐπισκέπτης παλαιότερα. Ὁ πάπας τοῦ ἔδειχνε τοὺς θησαυροὺς καὶ ἔλεγε μὲ καμάρι· ―Εἶχε τέτοια ὁ Πέτρος; ―Ὁ Πέτρος, τοῦ ἀπαντᾷ ὁ ἐπισκέπτης, δὲν εἶχε αὐτά, εἶχε ὅμως κάτι ἀνώτερο· μπορεῖς ἐσὺ νὰ ἐπαναλάβῃς τὸ λόγο του, «Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγειρε καὶ περιπάτει»;… Ποιό λοιπὸν τὸ κίνητρο τῶν ἀποστόλων; τὸ χρῆμα; Ὄχι. Μήπως ἡ δόξα; Ὁ Παῦλος λέει στὸ σημερινὸ ἀπόστολο· «Ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι» (Α΄ Κορ. δ´ 13). Τοὺς περιφρονοῦσαν, τοὺς κολλοῦσαν ρετσινιές. Μήπως κίνητρο ἦταν οἱ ἡδονές; Οὔτε νὰ φᾶνε οὔτε ν᾿ ἀναπαυθοῦν προλάβαιναν. «Ὑποπιάζω μου τὴν σάρκα καὶ δουλαγωγῶ» (ἔ.ἀ. θ´ 27), βεβαιώνει ὁ Παῦλος. Ποιό λοιπὸν ἦταν τὸ κίνητρό τους; Ἡ πίστις. Ἡ πίστις, ὅτι αὐτὸ ποὺ κηρύττουν εἶνε ἡ ἀλήθεια.
.              Ὑπέγραψαν μὲ τὸ αἷμα τους. Τὸ πιστεύω τῶν ἀποστόλων δὲ βγῆκε ἀπὸ μελέτες καὶ γραφεῖα· βγῆκε μέσα ἀπ᾿ τὸ καμίνι τῆς ζωῆς καὶ τῆς δοκιμασίας. Καὶ τέλος τὸ ὑπέγραψαν μὲ μαρτύριο, μὲ τὸ αἷμα τους. Σύμφωνα μὲ τὸ μηναῖο ὁ Πέτρος σταυρώθηκε μὲ τὸ κεφάλι κάτω καὶ ὁ Παῦλος ἀποκεφαλίσθηκε, στὴ Ῥώμη καὶ οἱ δυό. Ὁ Ἀνδρέας ἔφθασε στὸ Βυζάντιο καὶ κατέληξε στὴν Πάτρα, ὅπου σταυρώθηκε χιαστί. Ὁ Ἰάκωβος τοῦ Ζεβεδαίου φονεύθηκε στὰ Ἰεροσόλυμα ἀπ᾿ τὸ μαχαίρι τοῦ Ἡρῴδου. Ὁ Φίλιππος σταυρώθηκε στὴ Μικρὰ Ἀσία. Ὁ Βαρθολομαῖος σταυρώθηκε στὶς Ἰνδίες, ὅπου ἐπίσης μαρτύρησε καὶ ὁ Θωμᾶς πληγωμένος ἀπὸ λόγχες. Ὁ Ματθαῖος κάηκε ζωντανὸς στὴν Ἱεράπολι τῆς Συρίας. Ὁ Ἰάκωβος τοῦ Ἀλφαίου σταυρώθηκε ἀπὸ τοὺς ἀπίστους. Ὁ Θαδδαῖος ἢ Λεββαῖος ἢ Ἰούδας Ἰακώβου κρεμάστηκε στὴν πόλι Ἀραρὰτ καὶ ξεψύχησε ἀπὸ βέλη ποὺ τοῦ ἔρριξαν. Ὁ Σίμων ἢ Ναθαναὴλ σταυρώθηκε στὴν Ἀφρική. Ὁ Ματθίας μαρτύρησε στὴν Αἰθιοπία. Ὅλοι εἶχαν μαρτυρικὸ τὸ τέλος, ἐκτὸς μόνο τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ποὺ ἔγραψε στὴν Πάτμο τὴν Ἀποκάλυψι. Ὅλοι, μὲ τὴ ζωή, τὴ διδασκαλία, τὸ ἔργο καὶ τὸ μαρτύριό τους, βεβαίωσαν τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας.

* * *

.              Μὲ τί ἄνθη νὰ τοὺς στεφανώσουμε, ἀδελφοί μου; «Ποίοις πνευματικοῖς ᾄσμασι» νὰ τοὺς «ἐπαινέσωμεν»; (στιχ. ἑσπ. κθ´ Ἰουν.). Μαζὶ μὲ κάποιον διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας λέμε· Τί νὰ σᾶς ὀνομάσουμε, ἅγιοι ἀπόστολοι; μέλισσες; ὄρη; ποταμούς; καρποφόρα δένδρα; ἀετούς; σάλπιγγες; γεωργούς; λέοντας πῦρ πνέοντας; Ἄτλαντες; Ἐγὼ θὰ τοὺς παρομοιάσω μὲ δύο εἰκόνες. Ἡ μία εἶνε οἱ ψαρᾶδες, καὶ ἡ ἄλλη πρόβατα Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων», τοὺς εἶπε ὁ Κύριος (Ματθ. ι´ 16). Φανταστῆτε δώδεκα προβατάκια νὰ τὰ ῥίξουν στὶς χαράδρες τοῦ Γράμμου καὶ τοῦ Βιτσίου· οἱ λύκοι δὲ θ᾿ ἀφήσουν οὔτε κόκκαλο. Καὶ ὅμως ἐδῶ, ὄχι μόνο δὲν κατέβαλαν οἱ λύκοι τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ᾿ αὐτὰ μὲ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ἀγάπη τους μετέβαλαν τοὺς λύκους καὶ τοὺς ἔκαναν κι αὐτοὺς ἀρνιά. Καὶ πραγματοποιήθηκε ἡ προφητεία τοῦ Ἠσαΐου «Καὶ συμβοσκηθήσεται λύκος μετ᾿ ἀρνός» (Ἠσ. ΙΑ´ 6). Εἶνε δυνατὸν λύκος νὰ βόσκῃ μαζὶ μὲ ἀρνί; Αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ ἔγινε.
.              Ἂς τιμήσουμε τοὺς ἀποστόλους. Ὅταν στὸν τελευταῖο πόλεμο τ᾿ ἀεροπλάνα τοῦ Χίτλερ ἀπειλοῦσαν τὸ Λονδῖνο, ἡ Ἀγγλία σώθηκε ἀπὸ λίγους ἀεροπόρους ποὺ ἀπεμάκρυναν τοὺς Γερμανούς. Τότε ἕνας Ἄγγλος πολιτικὸς εἶπε· «Ποτέ δὲν ὠφείλοντο τόσο πολλὰ σὲ τόσο λίγους». Ἀλλ᾿ αὐτὸ ποὺ εἶπε ἐκεῖνος γιὰ τοὺς ἀεροπόρους, ἰσχύει πολὺ περισσότερο γιὰ τοὺς ἀποστόλους. Ἡ ἀνθρωπότης ὀφείλει τὸ πᾶν στοὺς δώδεκα ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας.
.              Εἴθε ἡ ἱεραποστολὴ νὰ ξανανθίσῃ, ἡ πατρίδα μας νὰ γίνῃ πάλι ἔθνος ἱεραποστολικό, καὶ νέοι Πέτροι καὶ Παῦλοι νὰ τρέξουν νὰ κηρύξουν Ἰησοῦν Χριστόν· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΔΙΑΛΕΞΕ Ο ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ. «Τίνι ἐθάρρουν;»

σύναξη τν γίων δώδεκα ποστόλων

Περιοδ. «Η ΔΡΑΣΙΣ ΜΑΣ»,
Ἰούνιος – Ἰούλιος 2009

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι προσέφεραν μὲ τὸν πιὸ βασανιστικὸ τρόπο θυσία τὴν ζωή τους ὐπὲρ Χριστοῦ καὶ οἱ διάδοχοί τους, τῶν δημοσίων σχέσεων, ποδοπατοῦν μὲ ἐλεεινὰ χειροφιλήματα στὸν Ἀρχηγὸ τῆς Τρίτης Πτώσεως καὶ μὲ ἄλλες σάχλες τὴν Ἁγία Ἀποστολικὴ Παρακαταθήκη.

.             Στὶς 30 Ἰουνίου ἡ Ἐκκλησία µας ἑορτάζει τοὺς Δώδεκα Ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ, τὴν «δωδεκάριθμον φάλαγγα» τῶν πρωταγωνιστῶν τοῦ Πνεύματος, ὅπως ἀναφέρει ἕνας ὕμνος τῆς ἑορτῆς.
.             Εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ τοὺς ἐπέλεξε ὁ Θεάνθρωπος, γιὰ νὰ ἀποτελέσουν τὸν πυρήνα τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ γίνουν οἱ συνεχιστὲς τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου Του στὸν κόσμο. Τὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα εἶναι τὸ πιὸ τιμητικὸ ἀξίωμα στὴν Ἐκκλησία. Ὑπερέχει ἀπὸ κάθε ἄλλο ἀξίωμα. Ἔφεραν δὲ εἰς πέρας τὴν τιμητικὴ ἀποστολή τους οἱ Ἀπόστολοι μὲ τὴν Χάρη καὶ βοήθεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ποὺ ἔλαβαν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.
.             Δὲν εἶχαν κατὰ κόσµον προσόντα, στὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσαν νὰ βασισθοῦν καὶ νὰ προχωρήσουν στὸ ἔργο τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ὡραία ἐρωτᾶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: «Τίνι γὰρ ἐθάρρουν;». Ποῦ μποροῦσαν νὰ στηριχθοῦν καὶ νὰ ἔχουν θάρρος γιὰ τὸ ἔργο τους; «Τῇ δεινότητι τῶν λόγων;», στὴν ρητορική τους μήπως ἱκανότητα; «Ἀλλὰ πάντων ἦσαν ἀμαθέστεροι», ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος ἱερὸς Πατήρ. Ἦσαν ἀγράμματοι ψαράδες. Ἀλλὰ μήπως μποροῦσαν νὰ βασισθοῦν, συνεχίζει ὁ Χρυσόστομος, «τῇ περιουσίᾳ τῶν χρημάτων;», στὸν πλοῦτο τους; «Ἀλλ’ οὐδὲ ράβδον, οὐδὲ ὑποδήματα εἶχον», ἦσαν δηλαδὴ πάμπτωχοι ὑλικά. «Ἀλλὰ τῇ περιφανείᾳ τοῦ γένους;», ἐπιμένει νὰ ἐρωτᾶ ὁ Ἅγιος. Μήπως κατήγοντο ἀπὸ κάποιο ξακουστὸ γένος καὶ αὐτὸ τοὺς ἔδινε «ἀέρα» καὶ θάρρος; «Ἀλλ’ εὐτελεῖς ἦσαν καὶ ἐξ εὐτελῶν», ἀπαντᾶ. Ἦσαν ἄνθρωποι ἄσημοι τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ, παιδιὰ φτωχῶν γονέων μὲ τίποτε τὸ ἐντυπωσιακὸ κατὰ κόσµον (ΕΠΕ 12,370).
.             Καὶ ὅμως αὐτοὶ οἱ ἄσημοι, οἱ ἀγράμματοι καὶ φτωχοί, μὲ τὴ χάρη καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνέτρεψαν τὸ κατεστημένο τῶν αἰώνων, φώτισαν τὴν σκοτισμένη ἀνθρωπότητα, ἄνοιξαν τὴν μετὰ Χριστὸν ἐποχὴ στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου, ἐξευγένισαν μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου τὰ ἤθη καὶ ἐξαγίασαν μὲ τὴν Χάρη τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας τοὺς ἀνθρώπους.
.             Ἡ προσφορὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστολῶν στὴν ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι θεμελιώδης. Ἔθεσαν τὰ ἰσχυρὰ καὶ ἀδιάσειστα θεμέλια, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ζεῖ ὁ κόσμος µας. Καὶ ἂν σήμερα παραπαίει ὁ κόσμος, εἶναι γιατί δὲν θέλει νὰ στηρίζεται στὰ ἀκλόνητα ἐκεῖνα θεμέλια, τὰ ὁποῖα ἔθεσαν βαθιὰ στὴν γῆ μας οἱ Ἁγιοπνευματοκίνητοι ἐκεῖνοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κήρυξαν στὴν τότε γνωστὴ οἰκουμένη τὸ Εὐαγγέλιο. Ὑπέγραψαν δὲ τὸ κήρυγμά τους μὲ τὸ αἷμα τους, μὲ τὴν ζωή τους. Σύμφωνα μὲ τὸν «Συναξαριστὴ» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι περάτωσαν τὴν ἀποστολή τους ὡς ἑξῆς:

Οἱ πρωτοκορυφαῖοι Πέτρος καὶ Παῦλος μαρτύρησαν στὴν Ρώμη , ὁ πρῶτος μὲ σταυρικὸ θάνατο, μὲ τὴν κεφαλή του πρὸς τὴν γῆ, καὶ ὁ δεύτερος μὲ ἀποκεφαλισμό.

Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος μαρτύρησε στὴν Πάτρα, σὲ σταυρὸ μὲ σχῆμα Χ.

Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος, ὁ ἀδελφός τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, θανατώθηκε, πρῶτος ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἀποστόλους, ἀπὸ τὸν Ἡρώδη τὸν Ἀγρίππα μὲ ἀποκεφαλισμὸ στὰ Ἱεροσόλυμα.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστὴς ἐξορίσθηκε στὴν Πάτμο καὶ τελικὰ πέθανε στὴν Ἔφεσο.

Ὁ ἅγιος Φίλιππος σταυρώθηκε στὴν Ἱεράπολη τῆς Συρίας.

Ὁ ἅγιος Θωμᾶς τρυπήθηκε μὲ ἀκόντια καὶ λόγχες στὴ χώρα τῶν Ἰνδῶν καὶ παρέδωσε ἐκεῖ τὴν ψυχή του.

Ὁ ἅγιος Βαρθολομαῖος σταυρώθηκε στὴν Οὐρβανούπολη τῆς Ἰνδίας.

Ὁ ἅγιος Ματθαῖος μαρτύρησε διὰ λιθοβολισμοῦ καὶ πυρὸς στὴν Ἱεράπολη τῆς Συρίας.

Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἀλφαίου περάτωσε τὸ ἀποστολικὸ ἔργο του κρεμασμένος σ’ ἕνα σταυρό.

Ὁ ἅγιος Σίμων ὁ Ζηλωτὴς καὶ Κανανίτης παρέδωσε τὸ πνεῦμα του καρφωμένος σ’ ἕνα σταυρὸ στὴν Μαυριτανία τῆς Ἀφρικῆς.

Ὁ ἅγιος Ἰούδας ὁ Θαδδαῖος θανατώθηκε μὲ τόξα στὴ Μεσοποταμία κρεμασμένος σ’ ἕνα δέντρο.

Τέλος, ὁ ἅγιος Ματθίας, ποὺ πῆρε τὴν θέση τοῦ προδότη Ἰούδα, παρέδωσε τὴν ψυχή του μὲ φρικτὰ βασανιστήρια στὴν Αἰθιοπία.

.             Αὐτοὶ ἦσαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, τὰ ἐκλεκτὰ δοχεῖα τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἱ Φωτοδότες ποὺ μὲ τὸ κήρυγμα καὶ τὴν ζωή τους ἔδωσαν ὑψηλό, οὐσιαστικὸ νόημα στὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Οἱ ἀληθινὰ πνευματικοὶ ἄνθρωποι, ποὺ ἐμπνέουν καὶ σήμερα ὅσους θέλουν νὰ ζοῦν μία ζωὴ ἀληθινὰ πνευματική.

 

 

 

Σχολιάστε

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΠΟΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΑΣ («Θεμελιώθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ διὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ παρέμεινε ἕνας ζωντανός, ἱστορικὸς σύνδεσμος μὲ τοὺς Ἀποστόλους μέσῳ τῆς χειροτονίας»)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ :
τοῦ Frank Schaeffer
«ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ 

ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ»

ἐκδ. «Μακρυγιάννης», Κοζάνη 2000,
σελ. 263-268

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.            Ὁ σύγχρονός μας π. Γεώργιος Φλορόφσκυ, ὁ μεγάλος Ὀρθόδοξος ἐρευνητὴς καὶ καθηγητὴς τῆς Ἱστορίας τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Harvard, ἔγραψε:

.            «Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ στὴν γῆ-εἶναι ἡ εἰκόνα καὶ ἡ κατοικία τῆς εὐλογημένης παρουσίας του στὸν κόσμο. . . Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία. Ὅλη ἡ κατηγορηματικὴ δύναμη καὶ τὸ ἀποκορύφωμα τῆς σ’ αὐτὸν τὸν ἀφορισμὸ βρίσκεται στὴν ταυτολογία του. Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία, διότι σωτηρία εἶναι ἡ Ἐκκλησία, διότι σωτηρία εἶναι ἠ ἀποκάλυψη τῆς ὁδοῦ γιὰ τὸν καθένα ποὺ πιστεύει στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ ἀποκάλυψη βρίσκεται μόνο στὴν Ἐκκλησία. . . Τὸ βασίλειο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑνότητα. Καὶ ἀσφαλῶς αὐτὴ ἡ ἑνότητα δὲν εἶναι ἐξωτερική, ἀλλὰ ἐσωτερική, στενή, ὀργανική. Εἶναι ἡ ἑνότητα τοῦ ζῶντος σώματος, ἡ ἑνότητα τοῦ ὀργανισμοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ μία ἑνότητα ὄχι μόνον μὲ τὴν ἔννοια ὅτι εἶναι μία καὶ μοναδικὴ εἶναι πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα μία ἑνότητα, διότι αὐτὴ καθ᾽ ἑαυτὴν ἡ ὕπαρξή της συνίσταται στὴν ἐπανένωση τῆς χωρισμένης καὶ διαιρεμένης…ἀνθρωπότητας. . . Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ ἀνθρωπότητα περνᾶ σὲ ἄλλο ἐπίπεδο, ἀρχίζει ἕναν καινούργιο τρόπο ὕπαρξης. Μία νέα ζωὴ γίνεται δυνατή, μία ζωὴ ἀληθινή, ὁλοκληρωμένη καὶ πλήρης, μία καθολικὴ ζωή, μὲ τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης. Ἀρχίζει μία καινούργια ὕπαρξη, μία νέα ἀπαρχὴ ζωῆς, καθὼς σὺ Πάτερ ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν σοί, οὕτω καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν. . . ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς καὶ ἡμεῖς ἓν ἔσμεν»[1].
.            Σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἡ σύγχυση ποὺ μᾶς περιβάλλει δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸ τί σχεδίασε ὁ Θεὸς γιὰ τὴν Ἐκκλησία του [2]. Ἡ ἀνομία τοῦ πολιτισμοῦ μας δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ μολύνει τὴν ἱστορικὴ Ἐκκλησία μὲ τὸν σχετικισμό.[3] Πράγματι ὁ ἴδιος ὁ πολιτισμὸς δὲν χρειαζόταν νὰ ὑποβαθμισθεῖ ἀπὸ τὸν ψεύτικο Χριστιανισμὸ καὶ ἀπὸ τὸν ἐκκοσμικευμένο Ἀνθρωπισμό, ποὺ ἀκολούθησε ὡς ἐπακόλουθό του, διότι ἡ αὐθεντικὴ ἱστορικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἀκόμη παροῦσα στὴ γῆ. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, ποὺ φέρει μέσα της τὸν Χριστὸ καὶ ἐναντίον τῆς ὁποίας οἱ πύλες τοῦ Ἅδου δὲν κατίσχυσαν, ἐπιζῆ μέχρι σήμερα.
.             Σύμφωνα μὲ τὸν πατέρα καὶ μάρτυρα τῆς Ἐκκλησίας, τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας, ὁ ὁποῖος ἔγραψε γύρω στὸ 110 μ. Χ. , ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ εἶναι τόπος κανονικῆς τάξεως, νότητας κα ποστολικς αθεντίας. Νὰ τί τονίζει: «Φροντίσατε νὰ τὰ κάνετε ὅλα κατὰ Θεόν, μὲ τὸν ἐπίσκοπο προκαθήμενον εἰς τύπον Θεοῦ καὶ μὲ τοὺς πρεσβυτέρους εἰς τύπον τῆς συνόδου τῶν ἀποστόλων καὶ μὲ τοὺς διακόνους, τοὺς πολὺ ἀγαπητούς μου, τοὺς ἐμπιστευμένους τὴν διακονίαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα προαιώνιος καὶ ἦταν ὁ Θεὸς Λόγος καὶ Μονογενὴς Υἱός. . . Μὴν παρασύρεσθε ἀπὸ ἄλλες ἑτερόδοξες διδασκαλίες οὔτε ἀπὸ παλαιοὺς μύθους, ποὺ εἶναι ἀνάξιοι λόγου».[4]

.             Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας διετέλεσε ἐπίσκοπος τῆς πόλης αὐτῆς, ἀφοῦ διαδέχθηκε τὸν ἅγιο Εὐόδιο, ὁ ὁποῖος εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Πέτρο. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ἔγραψε ἕναν ἀριθμὸ ἐπιστολῶν πρὸς τὶς Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὅλες δέχονταν τὴν ποστολικ αθεντία κα διαδοχ ς θεμέλιο τῆς μίας, γίας, καθολικς κα ποστολικς κκλησίας. Αὐτὲς οἱ ἀξιόλογες ἐπιστολές, γραμμένες κατὰ τὸν χρόνο τοῦ ταξιδιοῦ τοῦ ἁγίου πρὸς τὴν Ρώμη, ὅπου τὸν περίμενε ἕνα ἀπάνθρωπο μαρτύριο στὸ Κολοσσαῖο, ὑπερασπίζονται τὴν κανονικὴ τάξη καὶ τὴν πειθαρχία ἀπαραίτητη στὴν πρακτικὴ τῆς αὐθεντικῆς Χριστιανοσύνης. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος μαρτύρησε στὴν Ρώμη, ἀφοῦ πρῶτα οἱ ἐπιστολές του ἔφθασαν στὶς ἑπτὰ Ἐκκλησίες.[5]
.         Πολλὲς Ὁμολογίες ἰσχυρίζονται, ὅτι ἀποτελοῦν «Ἐκκλησίες». Ἀλλ᾽ ἐὰν ὁ ὅρος «Ἐκκλησία» διατηρεῖ κάποιο νόημα, πρέπει νὰ ρωτήσουμε τοὺς ἑαυτούς μας τί ἐννοοῦμε μ᾽ αὐτόν. Εναι «κκλησία» πλς να σύνολο νθρώπων, ο ποοι σχυρίζονται τι εναι χριστιανοί;[6] χει λέξη να στορικ νόημα, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅπως οἱ λέξεις «Γαλλία» ἢ «Μεγάλη Βρετανία» σημαίνουν πραγματικοὺς τόπους καὶ ὄχι ἁπλῶς μία ἰδέα ἢ ἕνα αἴσθημα ὅτι ὑπάρχει Γαλλία ἢ Μ. Βρεταννία πνευματικά; Ὁ πολὺ γνωστὸς συγγραφέας καὶ Ὀρθόδοξος ἱερέας Ἀντώνιος Μ. Κόνιαρης γράφει: «Τί ἐννοοῦμε, ὅταν χρησιμοποιοῦμε τὴν λέξη “Ἐκκλησία”; Πρόσεξε τὴν ἀπέραντη ποικιλία τῶν ὁμάδων, ποὺ αὐτοαποκαλοῦνται “Ἐκκλησίες”. Στὴν πραγματικότητα ὁ καθένας σήμερα μπορεῖ νὰ ἱδρύσει μία “Ἐκκλησία” γιὰ τὸν ἑαυτό του. . . Ἀλλὰ εἶναι αὐτὲς στ᾽ ἀλήθεια Ἐκκλησίες; Θεμελιώθηκαν π τν ησο Χριστ κα τος ποστόλους; Τί εδους στορικ δεσμὸ χουν ατς μ τος ποστόλους; μες ο ρθόδοξοι χριστιανο ς κκλησία ννοομε τ Σμα, μ τ ποο ησος εναι παρν στν κόσμο σήμερα. Ατή, πιστεύουμε, θεμελιώθηκε π τν Χριστ δι τν ποστόλων κα παρέμεινε νας ζωντανός, στορικς σύνδεσμος μ τος ποστόλους μέσῳ τς χειροτονίας τν κληρικν. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος χειροτονεῖ σήμερα ἕναν Ὀρθόδοξο ἱερέα, μπορεῖ νὰ ἀνιχνεύσει τὴν χειροτονία του ἱστορικὰ μέχρι τοὺς Ἀποστόλους καὶ μέσῳ αὐτῶν μέχρι τὸν Χριστό, ἀποτελεῖ ἐγγύηση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν θεμελιώθηκε ἀπὸ κάποιον ποὺ ὀνομαζόταν Joe Smith λίγους αἰῶνες πρίν, ἀλλ᾽ ἀπ᾽αὐτὸν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ (βρίσκει τὴν ὕπαρξή της πίσω, στὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ». [7]

.             Ὅσον ἀφορᾶ στὸν ὅρο «Ἐκκλησία», γιὰ νὰ ἔχει κάτι περισσότερο ἀπὸ ἕνα ὑποκειμενικὸ μήνυμα, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει κατανοητὸς ἔξω ἀπὸ τὸ πλαίσιο τῆς καλὰ τεκμηριωμένης ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς σταθερῆς της διδασκαλίας γιὰ τὸν ἑαυτό της καὶ γιὰ τὴν καταγραφὴ τῆς κοσμικῆς ἱστορίας. Ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ πάντα δίδασκε ὅτι ὅσοι ἐμφανίζονται ὡς ἐπίσκοποι ἢ ἱερεῖς, γιὰ νὰ εἶναι αὐθεντικὰ ἀποστολικοί, πρέπει νὰ μποροῦν νὰ ἀποδεικνύουν τὴν ἀδιάσπαστη ἱστορικὴ συνέχεια μὲ τὴν πρώτη ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία θεμελιώθηκε ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό.[8] Ὅπως ἔγραψε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «ἄλλο θεμέλιο δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ βάλει παρὰ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει τοποθετηθεῖ κι αὐτὸ εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς» (Α´ Κορ. γ´11).

.         Τὰ κατ᾽ ἐξοχὴν διακριτικὰ γνωρίσματα τῆς Ἱστορικῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ ἀναλλοίωτό της, ἡ ἀδιάκοπη συνέχειά της, ἡ πιστότητά της σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ κατ κανονικ τάξη ποστολική της διαδοχή.[9] Σύμφωνα μὲ τὴν Ἱερὰ Παράδοση, ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ ἡ συνέχιση τοῦ ἔργου ποὺ ἄρχισε ὁ Χριστός, δὲν εἶναι τυχαία ἀλλὰ καθορίστηκε ἐνσυνείδητα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.[10] Σύμφωνα μὲ τὴν ἁγία Γραφή, ἐμεῖς μάθαμε ὅτι «ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς στὰ μέρη τῆς Καισαρείας τοῦ Φιλίππου, ρωτοῦσε τοὺς μαθητες του λέγοντας, Ποιὸς νομίζουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι εἶμαι ἐγώ, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου; . . . Ἀποκρίθηκε ὁ Σίμων Πέτρος καὶ εἶπε: Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ! Τοῦ ἀποκρίθηκε τότε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἶπε: Μακάριος εἶσαι Σίμων, γιὲ τοῦ Ἰωνᾶ, διότι αὐτὸ δὲν σοῦ τὸ ἀποκάλυψε κανεὶς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Πατέρας μου ὁ οὐράνιος. Καὶ ἐγὼ σοῦ λέω ὅτι ἐσὺ εἶσαι ὁ Πέτρος καὶ ἐπάνω σ᾽ αὐτὴ τὴν πέτρα (τῆς ὁμολογίας σου) θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου καὶ ὁ θάνατος δὲν θὰ τὴν νικήσει. Θὰ σοῦ δώσω τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ ὁτιδήποτε ἀφήσεις ἀσυγχώρητο ἐπάνω στὴν γῆ θὰ μείνει ἀσυγχώρητο καὶ στὸν οὐρανὸ καὶ ὁτιδήποτε συγχωρήσεις ἐπάνω στὴν γῆ θὰ εἶναι συγχωρημένο καὶ στὸν οὐρανό. Τότε (ὁ Ἰησοῦς) παρήγγειλε μὲ αὐστηρότητα νὰ μὴν ποῦν σὲ κανέναν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστὸς» (Ματθ. ιϛ´13-20).

1. Γ. Φλορόφσκυ, Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις, σ. 50-53.

2. «Διότι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἡ ἀχώριατη ζωή μας, εἶναι, κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Πατρός, ὅπως καὶ οἱ ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν χειροτονηθεῖ παντοῦ στὸν κόσμο, εἶναι κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἑπομένως, πρέπει ἐσεῖς νὰ ζῆτε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ ἐπισκόπου. . . », Ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας (11Ο μ. Χ), Ἐπιστολὴ πρὸς Ἐφεσίους, 3,2, ΒΕΠ 2, 264-265.

3. «Ἡ σχέση ἀνάμεσα στὸν θρησκευτικὸ κατακερματισμὸ καὶ στὸν ἐκκοσμικευμένο ἀνθρωπισμὸ μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ. . . στὸ ὅτι ὁ κατακερματισμός, ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Προτεσταντισμό, ἀποτέλεσε τὸ κέντρο σ᾽ ἐκεῖνον τὸν μονολιθικὸ καὶ ἡγεμονικὸ θρησκευτικὸ πολιτισμό, ὅπως ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὴν Μεταρρύθμιση, καὶ ὁ ὁποῖος εἶχε προβάλει μεγαλύτερη ἀντίσταση στὴν ἐκκοσμίκευση», Steve Bruce, A House Divided, a. 27.

4. Ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Ἐπιστολὴ πρὸς Μαγνησιεῖς, 6, ΒΕΠ 2,269.

5. Ἐπειδὴ οἱ ἐπιστολές του εἶναι τόσο πρώιμες καὶ τόσο κατηγορηματικὲς στὶς ἀναφορές τους γιὰ τὴν ἀποστολικὴ αὐθεντία, τὴν Ἱερὰ Παράδοση καὶ τὴν ἱεραρχία, οἱ σχισματικοί, οἱ αἱρετικοὶ καὶ οἱ Προτεστάντες, ἰδιαίτερα δὲ οἱ Ἀναβαπτιστές, ἔχουν ἐπιχειρήσει ἀρκετὲς φορὲς νὰ ὑποτιμήσουν τὴν κανονικότητά τους. Ὅμως ἡ αὐθεντικότητα αὐτῶν τῶν ἐπιστολῶν ἐπιβεβαιώθηκε κατ᾽ ἐπανάληψιν ἀπὸ διαφόρους ἐρευνητές, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ J. Β. Lightfoot, ὁ Adolf Von Harnack καὶ ὁ Theodore Zahn. Τώρα ἡ αὐθεντικότητά τους εἶναι γενικὰ ἀποδεκτή, καί, μαζί της εἶναι, ἀποδεκτὴ καὶ ἡ πεποίθηση ὅτι τόσο νωρίς, ἀπὸ τὸ 110 μ.Χ., 60 ἢ 70 μόλις χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοϋ Χριστοῦ καὶ ἐνῶ ἦταν ζωντανὴ ἀκόμη ἡ μνήμη τῶν Ἀποστόλων, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὑπερασπίζονταν μὲ σθένος τὴν ἀποστολικὴ αὐθεντία.

6. Anthony M. Coniaris, Introducing the Orthodox Church (Minneapolis, MN, 1982).

7. Αὐτόθι, σ. 1.

8. «Μία ἀπὸ τὶς κύριες φροντίδες τῶν ἀπολογητῶν (στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, 100-300 μ. Χ. ) ἦταν νὰ δείξουν τὴν συνοχὴ τοῦ Εὐαγγελίου μὲ τὴν ἱστορία γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο. . . Ἡ προϋπόθεση. . . ἦταν ὅτι ἡ πρώτη παρακαταθήκη τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας εἶχε δοθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστὸ στοὺς ἀποστόλους καὶ ἀπὸ αὐτοὺς μὲ τὴν σειρά τους στοὺς διαδόχους τους, τοὺς Ὀρθοδόξους ἐπισκόπους καὶ διδασκάλους. . . Σ᾽ αὐτὴ τὴν πρώιμη χριστιανικὴ χρήση τῶν ὅρων, ἡ αἵρεση, δὲν ἦταν ἀπόλυτα διακεκριμένη ἀπὸ τὸ σχίσμα (Α´ Κορ. ια´18-19). Καὶ οἱ δύο ὅροι ἀναφέρονταν στὸν φατριασμό. . . Φατριασμός. . . διχοστασίες καὶ σκάνδαλα ἀντίθετα πρὸς ὅσα διδαχθήκατε (Ρῶ 16,17)», Jaroslav Pelikan, The Christian Tradition, v. 1: The Emergence of the Catholic Tradition (100-600), a. 68-69.

9. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπιπλήττει τὸν καθένα, ὁ ὁποῖος θὰ παραστρατοῦσε ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ θὰ ἀκολουθοῦσε κάποιους αὐτοανακηρυγμένους ἡγέτες. «Ὅταν γὰρ λέγη τις, ἐγὼ μὲν εἰμι Παύλου (Α´Κορ. γ´4)

10. «Τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας πραγματικὰ συνεχίζεται ἀναλλοίωτο καὶ εἶναι παντοῦ τὸ ἴδιο. . . ἀνανεώνεται σταθερὰ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. . . Στὴν Ἐκκλησία ὁ Θεὸς ἔθεσε τοὺς ἀποστόλους, τοὺς προφῆτες, τοὺς διδασκάλους καὶ ὅλα τὰ ἄλλα χαρίσματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐργάζεται τὸ Πνεῦμα. . . διότι, ὅπου ὑπάρχει ἡ κκλησία, ἐκεῖ βρίσκεται καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. . . », Ἁγίου Εἰρηναίου, Κατὰ Αἱρέσεων, The Faith of the Early Fathers, τ. Ι. (μεταφρασμένο στὰ ἀγγλικὰ ἀπὸ τὸν W. A. Jurgens). σ. 94.

, , ,

Σχολιάστε

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ (30 ΙΟΥΝΙΟΥ)

.            Ἡ ἑορτή τῆς σύναξης τῶν δώδεκα ἀποστόλων ἀποτελεῖ ἀντανάκλαση τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῶν πανευφήμων καί πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, προεκτείνει δηλαδή τήν τιμή πού ἀποδίδει ἡ ᾽Εκκλησία μας στούς μεγάλους αὐτούς ἀποστόλους: κατά τήν ὑμνολογία, στόν μέν Πέτρο τήν τιμή τοῦ  προεξάρχοντος τοῦ κύκλου τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στόν δέ Παῦλο τήν τιμή  τοῦ κοπιάσαντος ὑπέρ πάντας ἄλλους στό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου σέ ὅλα τά ἔθνη. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο μέ ὅ,τι διαπιστώνουμε στίς κεντρικές ἑορτές τῆς ᾽Εκκλησίας: μετά ἀπό ἕνα σπουδαῖο γεγονός, τήν ἑπομένη τιμᾶται τό πρωταγωνιστοῦν πρόσωπο, ὅπως π.χ. τήν ἑπομένη τῶν Χριστουγέννων ἑορτάζουμε τή σύναξη τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, τήν ἑπομένη τῶν Θεοφανείων ἑορτάζουμε τή σύναξη τοῦ ᾽Ιωάννη τοῦ Προδρόμου κ.ο.κ. ᾽Αντιστοίχως λοιπόν σήμερα: μετά τήν ἑορτή τῶν πρωτοθρόνων λεγομένων ἀποστόλων ἑορτάζουμε συνολικά ἐκείνους πού εἶχαν τήν ἴδια ἰδιότητα μέ αὐτούς, τήν ἰδιότητα καί τό χάρισμα τοῦ ἀποστόλου.
.           Ἡ σύναξη τῶν ἀποστόλων, πέραν τοῦ ὅτι δίνει τήν ἀφορμή γιά νά δεῖ κανείς τήν κατά Χριστόν βιοτή καί τό ἔργο καθενός ἀπό αὐτούς, θέτει τόν προβληματισμό τῆς ἀποστολικότητας τῆς ᾽Εκκλησίας, τί σημαίνει δηλαδή ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι ἀποστολική, ὅπως τό ὁμολογοῦμε διαρκῶς στό σύμβολο τῆς πίστεως:  πιστεύουμε ῾εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν ᾽Εκκλησίαν᾽. Ἡ ᾽Εκκλησία μας λοιπόν εἶναι ἀποστολική, διότι θεμελιώνεται ῾ἐπί τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων᾽. Βασικός θεμέλιος λίθος, βασικό ἀγκωνάρι εἶναι ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός – ὁ Ἱδρυτής καί ἡ Κεφαλή τῆς ᾽Εκκλησίας – ὑπόλοιποι θεμέλιοι λίθοι, κατά τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι οἱ ἀπόστολοί Του. ᾽Εκεῖνοι κλήθηκαν ἀπό τόν Χριστό καί ἔλαβαν τήν ἐντολή νά εἶναι οἱ μάρτυρές Του, ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, νά φανερώνουν δηλαδή τή ζωή Του καί νά συνδέουν μέσω αὐτῶν τούς ἀνθρώπους μέ τόν Χριστό καί διά τοῦ Χριστοῦ ἐν Πνεύματι ἁγίῳ μέ τόν Θεόν Πατέρα. ῾Ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς,… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καί ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ᾽ ἡμῶν. Καί ἡ κοινωνία δέ ἡ ἡμετέρα μετά τοῦ πατρός καί μετά τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ (Α´᾽Ιωάν. 1, 1-3).
.             ῎Ετσι κανείς δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση μέ τόν Χριστό ἔξω ἀπό τήν κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους, πού σημαίνει δέν μπορεῖ κανείς νά ζεῖ τόν Θεό ἔξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ἀποστολική. Κάθε διαφορετική ἐκτός ᾽Εκκλησίας σχέση μέ τόν Θεό – διότι ῾τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ᾽ – συνιστᾶ ἁπλῶς δρόμο, πού ὁδηγεῖ τόν καλοπροαίρετο ἄνθρωπο μέσα στήν ᾽Εκκλησία καί ὄχι κατευθεῖαν στόν Θεό. ῎Ας θυμηθοῦμε ἐν προκειμένω τόν ἅγιο Κορνήλιο: μπορεῖ οἱ προσευχές του νά ἀνέβαιναν ὡς θυμίαμα ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ὅπως σημειώνουν οἱ Πράξεις τῶν ᾽Αποστόλων, ᾽Εκεῖνος ὅμως ἔστειλε τόν ἀπόστολο Πέτρο, προκειμένου νά τόν κατηχήσει καί νά τόν βαπτίσει, ὥστε ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας νά ἔχει ζωντανή καί ἐνεργή σχέση μαζί Του. Μέ βάση τά παραπάνω: ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ τελειώνει μέ τόν θάνατο καί τοῦ τελευταίου τῶν ἀποστόλων, συνεπῶς ἡ ἀποκάλυψη δέν συνεχίζεται, ἐνῶ  κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους  στό χῶρο τῆς ᾽Εκκλησίας σημαίνει  1) ὑπακοή σέ ὅ,τι ἐκεῖνοι δίδαξαν γιά τόν Χριστό, ὅτι δηλαδή εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός πού ἦρθε πρός σωτηρία τοῦ κόσμου, 2) μίμηση, ὅσον τό δυνατόν σέ ἐμᾶς, τῆς θεοφιλοῦς ζωῆς τους: νά ἀκολουθοῦμε δηλαδή τά δικά τους χνάρια ζωῆς, τά ὁποῖα ῾πατᾶνε᾽ πάνω στά χνάρια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ», pgdorbas.blogspot.gr

,

Σχολιάστε

«Η ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΕΠΕΔΗΜΗΣΕΝ ΕΟΡΤΗ» (Δοξαστικὸ τῶν Αἴνων ΚΘ´ Ἰουνίου))

Σχολιάστε