Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγιοι Προπάτορες

ΓΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΗΣ ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ;

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh ,1914- 2003)

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Μετάφραση ἀπὸ τὸ ἱστολόγιο «agiazoni.gr»

.              Κάθε χρόνο πρὶν τὰ Χριστούγεννα, διαβάζουμε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἀποστόλου Ματθαίου τὴν γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ χρόνια ἀναρωτιόμουνα, γιατί; Γιατί πρέπει νὰ διαβάζουμε ὅλα αὐτὰ τὰ ὀνόματα ποὺ σημαίνουν τόσο λίγα πράγματα γιὰ μᾶς, ἐὰν δὲν σημαίνουν τίποτα;

Γιὰ νὰ διαβάσετε ὁλόκληρο τὸ κείμενο σὲ καλὴ ἐκτυπώσιμη μορφή,
πατῆστε ἐδῶ: Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


, , ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΓΡΗΓ. ΠΑΛΑΜΑ «ΟΜΙΛΙΑ ΕΚΦΩΝΗΘΕΙΣΑ Τῌ ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ»

Ἁγ. Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ,
Ὁμιλία ἐκφωνηθεῖσα τῇ Κυριακῇ τῶν Προπατόρων,

ἐν ᾗ καὶ πρὸς τοὺς ρᾳθύμως ἔχοντας πρὸς τὴν ἀκρόασιν τῆς διδασκαλίας
διὰ τὴν τοῦ καιροῦ δυσχέρειαν καὶ τὴν ἔνδειαν τῶν σωματικῶν πραγμάτων

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος, σελ. 403 καὶ ἑξῆς.

«Τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ σαρκωθέντος δι᾽ ἡμᾶς ἐκ Παρθένου καὶ διὰ τῆς ἐν σαρκὶ πολιτείας αὐτοῦ τὸν διὰ Μωσέως δεδομένον νόμον τελέσαντος καὶ τὸν νόμον τῆς χάριτος τελειώσαντος καὶ πρὸς τὴν καθ᾽ ἡμᾶς Ἐκκλησίαν τὸν παλαιὸν ἐκεῖνον νόμον μετασκευάσαντος, τὸ τῶν Ἑβραίων ἐκβάλλεται γένος τῆς ἱερᾶς Ἐκκλησίας ἀντεισαγόμεθα δὲ ἡμεῖς, ἡ ἀπὸ τῶν ἐθνῶν ἐκλογή, οὓς ἑαυτῷ καὶ τῷ Πατρὶ συνίστησιν ὁ Κύριος, εἰς υἱῶν τούτους καὶ ἀδελφῶν γνησιότητα, πρὸς δὲ καὶ γονέων οἰκείων (ὢ τῆς ἀφάτου φιλανθρωπίας) εἰσποιησάμενος. «Ὁ γὰρ ποιῶν», φησί, «τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν ούρανοῖς, οὗτος καὶ ἀδελφός μου καὶ ἀδελφή μου καὶ μήτηρ μού ἐστι». («ΧΡ. ΒΙΒΛ.»)

 .         Ὅταν ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐσαρκώθη πρὸς χάριν μας ἀπὸ τὴν Παρθένον, διὰ τῆς μετὰ σαρκὸς πολιτείας του, ἐτελειοποίησε τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος εἶχε δοθῆ διὰ τοῦ Μωυσέως. Τὸν ὁλοκλήρωσε δίδοντας τὸν νόμο τῆς χάριτος, καὶ μεταποίησε ἔτσι τὸν παλαιὸν ἐκεῖνο νόμο στὴν ἰδική μας Ἐκκλησία. Ἐκβάλλεται τότε τὸ γένος τῶν Ἑβραίων ἀπὸ τὴν ἱερὰν Ἐκκλησία, καἀντὶ αὐτῶν εἰσαγόμεθα ἐμεῖς, οὁποῖοι ἔχουμε ἐκλεγεἀπὸ τἔθνη. Καὶ μᾶς συνήνωσε ὁ Κύριος μὲ τὸν ἑαυτόν του καὶ μὲ τὸν Πατέρα, μᾶς παραλαμβάνει δηλαδὴ ὡς γνησίους νέους καὶ ἀδελφούς, ἀκόμη δέ, ὢ τῆς ἀνεκφράστου φιλανθρωπίας, καὶ γονεῖς ἰδικούς του. Πράγματι, λέγει «ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, οὗτος καὶ ἀδελφός μου καὶ ἀδελφή μου καὶ μήτηρ ἐστι».
.         Σήμερα ὅμως, ἑορτάζουμε στὴν Ἐκκλησία τοὺς προπάτορες, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀνῆκαν στὸ γένος τῶν Ἑβραίων. Γιὰ ποιόν λόγο; Γιὰ νὰ μάθουν ὅλοι ὅτι οἸουδαῖοι δὲν ἀπεκηρύχθησαν καὶ οἐθνικοὶ δὲν υἱοθετήθησαν ἀδίκως οὔτε παραλόγως οὔτε ἀναξίως ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁποῖος τὰ πραγματοποιεῖ αὐτὰ καὶ τὰ ρυθμίζει. Ἀλλὰ ὅπως ἀκριβῶς ἀπὸ τοὺς προσκεκλημένους ἐθνικοὺς συγκαταλέγονται στοὺς συγγενεῖς του Θεοῦ μόνον ὅσοι ὑπακούουν, ἔτσι καὶ τὸ γένος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ὅλοι ὅσοι προῆλθαν ἀπὸ τὸν ‘Ἀδὰμ μέχρι αὐτὴν τὴν γενεάν, εἶναι πλῆθος πολύ, ἀληθεῖς ὅμως Ἰσραηλίτες εἶναι ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς ἔζησαν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ μόνον εἶναι ἀληθινοὶ πατέρες καὶ προπάτορες, πρῶτον μὲν ἐκείνης ποὺ ἐγέννησε παρθενικῶς κατὰ σάρκα τὸν Θεὸν τῶν ὅλων Χριστόν, ἔπειτα δὲ δι’ αὐτοῦ καὶ ἰδικοί μας. Αὐτοὶ οἱ πατέρες καὶ προπάτορες δὲν ἐξεβλήθησαν βεβαίως ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἑορτάζονται σήμερα ἐπισήμως ἀπὸ ἐμᾶς, θεωρούμενοι ὡς μέρος τοῦ πληρώματος τῶν Ἁγίων. «Ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὐκ ἔστι παλαιός, οὐ νέος, οὐχ Ἕλλην, οὐκ Ἰουδαῖος, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός». Καὶ «οὐχ ὁ ἐν τῷ φανερῷ Ἰουδαῖος, οὐδὲ ἡ ἐν τῷ φανερῷ περιτομή, ἀλλὰ ὁ ἐν τῷ κρυπτῷ Ἰουδαῖος καὶ περιτομὴ καρδίας ἐν πνεύματι, οὐ γράμματι». Αὐτὴν τὴν περιτομὴ τὴν ἔχουν ὅλοι ὅσοι εὐηρέστησαν τὸν Θεόν, καὶ μὲ αὐτὴν ἔχουν γίνει ὅλοι ἕνα, παλαιοὶ καὶ νέοι, καὶ οἱ πρὶν τὸν νόμο, καὶ οἱ μέσα στὸν νόμο, καὶ ὅσοι μετὰ τὸν νόμον ἐπολιτεύθησαν θεαρέστως μὲ τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Χάριτος. Ὥστε ἂν ἰδεῖ κανεὶς μὲ σύνεση τὴν οἰκονομίαν τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ ἀνθρώπινον γένος, θὰ τὴν ἰδεῖ σύμφωνο καὶ συνεπῆ μὲ τὸν ἑαυτόν της. Ὅπως δηλαδὴ λαμβάνουν τὴν χριστιανικὴν ὀνομασία μόνον οἱ ἐπίλεκτοι ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς, οἱ δὲ ἄχρηστοι ἐκβάλλονται, ἀλλὰ καὶ «πολλοὶ μὲν κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί», καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωσιν ἐκείνων τῶν ἀρχαίων καὶ τοῦ μετὰ ἀπὸ αὐτοὺς γένους τῶν Ἰουδαίων, προσλαμβάνονται μόνον ὅσοι ἔχουν ἐκλεγεῖ καὶ μετονομασθεῖ, ἐνῶ καὶ σ’ ἐκείνους τἀχρεῖον πλῆθος ἐκβάλλεται. Πράγματι, ὅσοι ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Σήθ, οἱ ὁποῖοι ὀνομάσθησαν υἱοὶ Θεοῦ, κατελήφθησαν ἀπὸ μανία γιὰ τὶς θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων, αὐτοί, ὅπως ἔχει γραφεῖ, ἀπεκηρύχθησαν. Ἀχρεῖον δὲ πλῆθος καὶ στοὺς Ἰουδαίους δὲν εἶναι οἱ προσήλυτοι Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἤσαν μὲν αὐτόχθονες καὶ γνήσιοι υἱοὶ κατὰ σάρκα τοῦ ἰδίου τοῦ Ἰακώβ, ὁ ὁποῖος πρῶτος ὀνομάσθη Ἰσραήλ, ἀλλὰ ἐφάνησαν παρήκοοι σὰν τὸν Ἠσαῦ. Ἀκόμη καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Προφήτου καὶ βασιλέως Δαυίδ, τοῦ πρώτου μετὰ τὸν Σαοὺλ βασιλέως των, εἶναι ξένος πρὸς τὸ ἱερὸν γένος, ἐπειδὴ ἐπεβουλεύθη τὴν ζωὴ τοῦ πατέρα του.

.         τσι λοιπὸν καὶ σἐμᾶς, πάλι δὲν ὑπολογίζονται στὸ γένος τοῦ Χριστοὅλοι ὅσοι ὀνομάζονται χριστιανοί, ὅπως ἀκριβῶς ἔγινε καὶ μὲ τοὺς Ἰσραηλίτες, ἀλλἐκεῖνοι οὁποῖοι ζοῦν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, καὶ τηροῦν τὶς ἐντολές Του, καἀναπληροῦν τὶς παραλείψεις τους μὲ τὴν μετάνοια. Ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ἦταν ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς κλητούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν χορεία τῶν δώδεκα, δηλαδὴ τῶν κορυφαίων. Ἦταν ὅμως ἀποξενωμένος ἀπὸ τὴν συγγένεια πρὸς τὸν Χριστό, καὶ ἀπεμακρύνθη ἀπὸ αὐτὸν περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον χριστιανόν. Γιατί; Ὅτι οὐ πρὸς τὴν κηρυττομένην τῶν οὐρανῶν ἔσπευδε βασιλείαν, οὐδὲ πρὸς τὰ ἐξαίσια ἔργα καὶ τὴν διδασκαλίαν ἔβλεπε τοῦ Σωτῆρος (Διότι δὲν ἔσπευδε πρὸς τὴν κηρυττομένην Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, οὔτε ἔβλεπε πρὸς τὰ ἐξαίσια ἔργα καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ Σωτῆρος).
.         Πράγματι, τὰ μὲν σημεῖα καὶ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, ὅταν κατανοοῦνται, ὁδηγοῦν πρὸς τὴν πίστιν ὅσους ποθοῦν νὰ τὰ γνωρίσουν, ἡ δὲ ἀκρόασις τῆς ἱερᾶς διδασκαλίας ὑποδεικνύει τὴν ἐν Θεῷ ἀλήθεια καὶ τὸν θεάρεστον βίον. Αὐτὰ τὰ δύο μᾶς βοηθοῦν νὰ περιφρονήσομε τὰ σωματικὰ καὶ γήινα, καὶ νὰ ἀνυψώσομε τὴν διάνοιά μας πρὸς τὴν ἐλπίδα ποὺ ἀπόκειται στοὺς οὐρανούς.
.         Ἐκεῖνος ὅμως δὲν ἦταν ἐπιθυμητὴς τούτων, ἀλλὰ ἔβλεπε πρὸς τὴν γῆ καὶ τὴν κλοπὴ καὶ τὰ γήινα καὶ βδελυρὰ κέρδη καὶ πρὸς τὴν σωματικὴν ὠφέλεια ποὺ προσδοκοῦσε νὰ ἔχει ἀπὸ αὐτά. Καὶ ἀπεδείχθη ἐραστὴς τούτων τῶν ἀπηγορευμένων πολλὲς φορὲς καὶ ποικιλοτρόπως, ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ Δεσπότη τῶν ὅλων καὶ Διδάσκαλον. Ἦταν λοιπὸν συγγενὴς ὄχι τοῦ Χριστοῦ οὔτε τῶν τότε συναποστόλων, ἀλλὰ ἐκείνων πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος ἔλεγε, «ζητεῖτε μ, οὒχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ’ ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε». Ὅπως δηλαδὴ ἐκεῖνοι, μὲ ὅλο ποὺ καὶ τὰ θαύματα εἶδαν καὶ τοὺς ἄρτους ἔφαγον καὶ τοὺς λόγους ἤκουσαν τοῦ ἐνυποστάτου Λόγου, ὁ ὁποῖος ἐνηνθρώπησε γιὰ ἐμᾶς, ἐφώναζαν ὕστερα πρὸς τὸν Πιλάτον «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν», ἔτσι ἀκριβῶς καὶ αὐτός, ἂν καὶ εἶδε μὲ τοὺς ὀφθαλμούς του καὶ ἀπέκτησε περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους, πείρα τῆς μεγαλειότητος καὶ τῆς θεότητος τοῦ Κυρίου, ἔπειτα τὸν παρέδωκε στοὺς φονευτάς του. Καὶ αὐτὸς ὑπέμεινε –ὤ, τί ἀπερίγραπτος μακροθυμία!– «μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ», ὁδηγώντας καὶ ἐμᾶς πρὸς ὑπομονήν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἰδικόν του θρίαμβο κατὰ τοῦ ἀρχεκάκου, καὶ μάλιστα ἔδειξε ὅτι οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ θλίψεις μᾶς ὠφελοῦν. Διότι λέγει, «ἐν θλίψει ἐμνήσθημέν σου», καὶ «παιδείαν Κυρίου ὑποίσω (θὰ ὑπομείνω δηλαδή)», καὶ «ἡ παιδεία σου, Κύριε, ἀνώρθωσέ με», ἐνῶ δηλαδὴ ἤμουν σκυμμένος πρὸς τὸ σῶμα καὶ τὶς σωματικὲς φροντίδες, μὲ ἀνήγειρε καὶ μὲ ἔπεισε νὰ βλέπω μόνον πρὸς ἐσέ.
.         Σ’ ἐσένα ὅμως, ἐὰν στὸν καιρὸ τῶν θλίψεων δὲν προστρέχεις στὸν Θεόν, ἐὰν δὲν διορθώνεσαι μὲ τὴν παιδαγωγία του, ποία ἄλλη εὐκαιρία, ποῖον ἀπὸ τὰ ὄντα ἢ τὰ γεγονότα θὰ συντελέσει στὴν ἐπανόρθωσή σου; Ἀλλὰ ὅμως, θὰ ἔλεγε κάποιος, ἔχει ἀνάγκη καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὴν σωματικὴν τροφὴν καὶ τὰ ἄλλα χρήσιμα. Βεβαίως, γιατί ὄχι; Ἂν λοιπὸν αὐτὰ τὰ ἔχεις, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὸν Θεὸν τὰ ἔλαβες, διότι λέγει, «τί ἔχεις o οὐκ ἔλαβες;»- εὐχαρίστησε αὐτὸν ποὺ σοῦ τὰ ἔδωσε, ἀνταπόδωσέ του ἐμπράκτως τὴν εὐχαριστίαν. Ὅπως αὐτὸς ἐπήκουσε στὸ θέλημά σου καὶ ἐξεπλήρωσε τὴν ἐπιθυμία σου, ἔτσι καὶ σὺ πρόσελθε καὶ ἄκου καὶ μάθε καλὰ τὸ θέλημά του, καὶ ὑπάκουσε καὶ πραγματοποίησέ το, ὥστε καὶ νὰ ἐπαινεθεῖς ὡς φρόνιμος. «Ὁ ἀκούων μου», λέγει, «τοὺς λόγους καὶ ποιῶν αὐτούς, ὁμοιωθήσεται ἀνδρὶ φρονίμῳ». Καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ τὸν ἔχεις πλουσιοπάροχον εὐεργέτην, ὄχι μόνο γιὰ τὰ παρερχόμενα καὶ τὰ γήινα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ μέλλοντα καὶ μένοντα καὶ οὐράνια. Διότι λέγει, «εὖ δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ. Ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σὲ καταστήσω. Εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου». Ἐὰν ὅμως δὲν διαθέτεις τώρα τὰ ἀναγκαῖα τοῦ σώματος ἢ φοβῆσαι προσδοκωμένην ἀπορίαν, πάλι σ’ αὐτὸν πρόσελθε, πάλιν ἀπὸ αὐτὸν ζήτησε, πάλι σ’ αὐτὸν ὑπάκουσε. «Ὑποτάγηθι», λέγει, «τῷ Κυρίῳ καὶ ἱκέτευσον αὐτόν». Πάλι λοιπὸν δεῖξε μὲ τὰ ἔργα ὅτι εἶσαι δοῦλος του ἀγαθός. Πράγματι, αὐτὸς εἶναι, κατὰ τὸ ψαλμικόν, «ὁ διδοὺς τροφὴν ἐν εὐκαιρίᾳ (ἐγκαίρως δηλαδή). Ὁ ἀνοίγων τὴν χεῖρα αὐτοῦ, καὶ ἐμπιπλῶν πᾶν ζῶον εὐδοκίας». Αὐτὸς ποὺ εἶπε «οὐ μὴ σὲ ἀνῶ (δὲν θὰ σὲ ἀφήσω δηλαδὴ) οὐδ’ οὐ μή σε ἐγκαταλείπω».
.         Γιατί ἀπὸ τὶς ἰδιότητες τῶν ἀλόγων ζώων μιμεῖσαι ἐκείνην ποὺ σὲ βλάπτει, τὸ νὰ ὑποκύπτεις στὴν γαστέρα, καὶ νὰ μὴν ἀνυψώνεσαι ἀπὸ τὰ γήινα, ἂν καὶ ἐπλάσθης ὄρθιος γιὰ νὰ φρονεῖς τὰ ἄνω, νὰ ζητεῖς τὰ ἄνω; Γιατί θέλεις νὰ εἶσαι δεμένος ὅπως ἐκείνη ἡ «συγκύπτουσα, ἣν ἔδησεν ὁ Σατανᾶς δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη», ἂν καὶ αὐτός, ὁ Λόγος τῆς ζωῆς ποὺ ἔλυσε καὶ ἐκείνην, εὔκολα καὶ ἠμπορεῖ καὶ θέλει νὰ λύσει καὶ σένα, ἐὰν μόνον προστρέχεις σ’ αὐτόν, καὶ τὸν ἀκούεις, καὶ τοῦ ὑπακούσεις, καὶ δὲν κωφεύεις, δὲν ἀντιδρᾶς, δὲν ἐπαναστατεῖς;
.         Γιατί, λοιπόν, μιμεῖσαι τὴν ἐπιβλαβῆ γιὰ σένα ἰδιότητα τῶν ἀλόγων ζώων καὶ δὲν μιμεῖσαι τὴν ἐπωφελῆ; Ἄκου τὸν Προφήτη ποὺ λέγει ὅτι καὶ οἱ σκύμνοι (οἱ μικροὶ λέοντες δηλαδὴ) ὅταν χρειάζονται τροφήν, ὠρύονται καὶ ζητοῦν ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ ἔτσι λαμβάνουν, γιὰ νὰ καταβροχθίσουν. Ὅταν λέγει σκύμνους λεόντων, ἀφήνει μὲ αὐτὸ νὰ ἐννοηθεῖ ἀπὸ τοὺς νοήμονες εὐκόλως ὅτι τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ ὅλα τὰ ἄλλα ζῶα. Διότι, ἂν ὁ λέων, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ ὠμοφάγον καὶ ἁρπακτικὸν καὶ ρωμαλέον ἀπὸ τὰ θηρία, δὲν εὑρίσκει τί νὰ ἁρπάξει, τί θὰ εἰποῦμε γιὰ τὰ ἄλλα ζῶα; Αὐτὸ μᾶς τὸ παρουσιάζει καὶ ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιον, λαμβάνοντας ἀφορμὴν ἀπὸ τὰ πτηνὰ καὶ λέγοντας, «ἴδετε τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ Πατὴρ ἡμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά».
.         Ἀδελφοί, «ζητεῖτε πρῶτον τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ», καὶ θὰ εἶσθε αἰωνίως κληρονόμοι, ὄχι μόνο τῆς ἀδιαδόχου αὐτῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, δικαιωμένοι μὲ τὴν χάρη του, ἀλλὰ καὶ τὰ παρόντα «προστεθήσεται ὑμῖν». Ἐὰν ὅμως δὲν ζητεῖτε πρωτίστως τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀρετὴν ποὺ πηγάζει ἀπὸ αὐτόν, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνα ποὺ τρέφουν καὶ θάλπουν τὸ ρευστὸν τοῦτο σῶμα, οὔτε αὐτὰ θὰ λάβετε. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὰ λάβετε, θὰ εἶναι γιὰ μεγαλυτέραν ταλαιπωρίαν καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος καὶ καταδίκην καὶ ζημίαν τῆς ψυχῆς αἰώνιον.
.         Αὐτὸ ἔδειξε καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἤκουσε ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ ὅτι «ἀπέλαβες τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου». Ἐζήτησαν κάποτε καὶ οἱ Ἰουδαῖοι νὰ φάγουν κρέας στὴν ἔρημο. Καὶ ὁ Θεὸς τοὺς ἔδωσε ἀναρίθμητον πλῆθος ὀρτυγομήτρας, «καὶ ἔφαγον καὶ ἐνεπλήσθησαν σφόδρα, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν ἤνεγκεν αὐτοῖς (τὴν ἱκανοποίησε δηλαδή). Ἀλλὰ ἔτι τῆς βρώσεως οὔσης ἐν τῷ στόματι αὐτῶν, ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἀνέβη ἐπ’ αὐτούς, καὶ ἀπέκτεινεν ἐν τοῖς πλείοσιν αὐτῶν, καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Ἰσραὴλ συνεπόδισεν (τοὺς ἔριξε νεκροὺς δηλαδή)». Γιατί ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐφόνευσεν μεγάλο μέρος ἀπὸ τὸ πλῆθος; Ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἐγόγγυζαν ἀφόβως ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ κατὰ Θεὸν προϊσταμένου των, καὶ τοὺς κατηγοροῦσαν. Καὶ γιατί ἔριψε κάτω νεκροὺς τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Ἰσραήλ; Διότι δὲν συγκρατοῦσαν τὸ πλῆθος ἀπὸ τὴν ὁρμὴν πρὸς τὸ χειρότερο. Τοιοῦτοι εἶναι ὅσοι ἐκβάλλονται ἀπὸ τὴν ἱερὰν Ἐκκλησία καὶ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, εἴτε στὸν παλαιὸν εἴτε στὸν νέο λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ ἀνήκουν. Αὐτὸ δεικνύει καὶ ὁ Κύριος, ὅταν λέγει στὰ Εὐαγγέλια, «ἐλεύσονται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν καὶ βορρᾶ, καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται ἔξω, εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον». Ποῖοι εἶναι λοιπὸν οἱ υἱοὶ τῆς Βασιλείας ποἐκβάλλονται στὸ σκότος; Εἶναι ἐκεῖνοι ποἔχουν μὲν τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως, μὲ τἔργα ὅμως ἀρνοῦνται τὸν Θεόν, καὶ εἶναι βδελυκτοὡς ἀπειθεῖς καἀδόκιμοι γιὰ κάθε ἀγαθὸν ἔργο. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ ποἀπολαμβάνουν μαζὶ μὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακὼβ τὸ Δεῖπνον τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν; Ὅσοι ἀκολουθοῦν μὲ πίστιν εἰλικρινῆ τὸν νόμο καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ Πνεύματος, καἀποδεικνύουν τὴν πίστη μὲ τἔργα τους.
.         Ὅποιος θέλει νὰ συνταχθεῖ μὲ αὐτούς, καὶ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον καὶ νὰ ἀξιωθεῖ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ συνδιαιωνίζει μὲ τοὺς ἁγίους ποὺ ἀναπαύονται στοὺς οὐρανούς, ἂς ἐκδυθεῖ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπο ποὺ φθείρεται μὲ τὶς ἀπατηλὲς ἐπιθυμίες, δηλαδὴ μέθη, πορνεία, μοιχεία, ἀκαθαρσία, πλεονεξία, φιλαργυρία, μίσος, ὀργή, καταλαλιὰ καὶ κάθε πονηρὸν πάθος. Ἂς ἐνδυθεῖ δὲ μὲ ἔργα «τὸν νέον ἄνθρωπον τὸν ἀνακαινούμενον κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν», μέσα στὸν ὁποῖον ὑπάρχει ἀγάπη, φιλαδελφία, καθαρότης, ἐγκράτεια καὶ κάθε εἶδος ἀρετῆς. Μὲ τὶς ἀρετὲς αὐτὲς ἐνοικίζεται μέσα μας ὁ Χριστός, καὶ μᾶς εἰρηνοποιεῖ μὲ τὸν ἑαυτόν του καὶ μεταξύ μας «εἰς δόξαν ἑαυτοῦ καὶ τοῦ ἀνάρχου αὐτοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ συναϊδίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς

ΠΗΓΗ: orp.gr («ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ»)

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΕΙΡΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ (Ἀρχιμ. Ἐφραίμ)

Ὁμιλία τοῦ Ἀρχιμ. Ἐφραὶμ Βατοπεδινοῦ

εἰς τὴν Γέννησι τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

(στὴν Τράπεζα τῆς Μονῆς Βατοπεδίου
κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου τὸ 2002)

.        Αἰτία πνευματικῆς χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως -ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ Πατέρες- ἡ σημερινὴ ἡμέρα, γιατί σήμερα ἑορτάζομε τὴν γέννηση τῆς ἀειπαρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας, τοῦ εὐωδεστάτου ἄνθους ποὺ βλάστησε «ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί». Ἑορτάζομε «παγκοσμίου εὐφροσύνης γενέθλιον», ποὺ καθίσταται «ἡ εἴσοδος ὅλων τῶν ἑορτῶν καὶ τὸ προοίμιο τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ», κατὰ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης. Γέννηση, ποὺ ἔγινε πρόξενος τῆς ἀναγεννήσεως, ἀναπλάσεως, ὡραιοποιήσεως καὶ ἀνακαινίσεως τῶν πάντων. Σήμερα γεννιέται Αὐτὴ ποὺ θὰ γεννήσει χρονικῶς, κατὰ ἀνερμήνευτο καὶ παράδοξο τρόπο, τὸν ἄχρονο καὶ προαιώνιο Θεὸ Λόγο, τὸν Δημιουργὸ καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου.
.        Ὅλες οἱ προεικονίσεις, προτυπώσεις καὶ προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης σὲ Αὐτὴν ἀναφέρονται. Ἀποτελεῖ τὴν ἀποκορύφωση, τὴν ὁλοκλήρωση τῆς παλαιοδιαθηκικῆς παιδαγωγικῆς προετοιμασίας τῆς ἀνθρωπότητος γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ σαρκωθέντος Σωτῆρος Θεοῦ. Τὴν Παναγία μας προεικόνιζαν ἡ ἄφλεκτος βάτος στὸ ὅραμα τοῦ Μωυσῆ, οἱ θεόγραφες πλάκες καὶ ἡ κιβωτὸς τοῦ Νόμου, τὸ οὐράνιο μάννα καὶ ἡ χρυσῆ στάμνα, ἡ λυχνία καὶ ἡ τράπεζα, ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρὼν ἡ βλαστήσασα, ἡ κλῖμαξ τοῦ Ἰακώβ, ὁ πόκος τοῦ Γεδεών, τὸ ἀλατόμητον ὄρος τοῦ Δανιήλ, ἡ κάμινος ποὺ μὲ τὸ πῦρ δρόσιζε τοὺς Τρεῖς Παῖδες, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου. Ἡ Θεοτόκος εἶναι τὸ μεταίχμιο μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης. Γιὰ τὴν Παλαιὰ ἀποτελοῦσε τὸ κήρυγμα τῶν προφητῶν, τὴν προσδοκία τῶν δικαίων· ἐνῶ γιὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη γίνεται ὁ γλυκασμὸς τῶν ἀγγέλων, ἡ δόξα τῶν ἀποστόλων, τὸ θάρρος τῶν μαρτύρων, τὸ ἐντρύφημα τῶν ὁσίων, τὸ καύχημα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, γι᾽ αὐτὸ καὶ μακαρίζεται ἀπὸ «πᾶσα γενεά».
.        Ὅλη ἡ δημιουργία περίμενε τὴν γέννησή Της. Ἡ Παναγία μας εἶναι «ὁ καρπὸς τῶν κτισμάτων», κατὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα, δηλαδὴ τὸ σημεῖο ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο κατατείνει ὁλόκληρη ἡ κτίση. πως τ δένδρο πάρχει γι τν καρπό, τσι κτίση πάρχει γι τν Παρθένο κα Παρθένος γι τν Χριστό. Ὅπως τονίζουν οἱ Πατέρες ὄχι μόνον οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ὅλη ἡ ὁρατὴ καὶ ἀόρατη κτίση δημιουργήθηκαν γιὰ τὴν ἄχραντο Παρθένο. ταν Θες στν ρχ τν αώνων τενίζοντας πρς τ δημιουργήματά Του, επε τι εναι «καλ λίαν», οσιαστικ βλεπε μπροστά Του τν καρπ λης τῆς δημιουργίας, τν περαγία Θεοτόκο, καὶ ὁ ἔπαινός Του ἦταν στὴν πραγματικότητα «εὐφημία τῆς Παρθένου».
.        Κατὰ τὴν σημερινὴ ἡμέρα εὐεργετεῖται ὅλη ἡ κτίση ἀπὸ τὴν γέννηση τῆς πανάμωμης Δέσποινάς μας. «Τ καινότατον ατ δημιούργημα» δν ταν καλύτερη γυναίκα στν γ, οτε πλ καλύτερη γυναίκα λων τν ποχν, λλ ταν Ατ μοναδικ πο θ μποροσε ν κατεβάσει τν οραν στν γ, ν κάνει τν Θε νθρωπο. Ὁ δημιουργὸς Θεὸς Λόγος ἔπλασε τέτοια τὴν ἀνθρώπινη φύση, ὥστε ὅταν θὰ χρειαζόταν νὰ γεννηθεῖ, νὰ λάβει ἀπὸ αὐτὴν τὴν Μητέρα Του. Ὁ ἀόρατος καὶ ἀθέατος Θεὸς πρὸ Αὐτῆς, τώρα δι᾽Αὐτῆς, ἔρχεται ἐπὶ γῆς καὶ γίνεται ὁρατός· ἑνώνεται καὶ κοινωνεῖ μὲ τὴν κτίση μὲ ἕναν οὐσιαστικότερο καὶ πιὸ ἐνοειδῆ τρόπο. Ἑνώνει διὰ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς Του ὅλη τὴν κτίση στὴν ὑπόστασή Του καὶ τὴν θεώνει. Ὁ ἀνείδεος, ἀπερίγραπτος καὶ ἀνέστιος Θεὸς λαμβάνει «δούλου μορφὴν» (Φιλιπ. β´7), ἀνθρώπινη σάρκα καὶ λογικὴ ψυχή, συναναστρέφεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ περπατᾶ πάνω στὴν γῆ. Ὁ «ἀχώρητος παντὶ» θὰ χωρέσει στὴν παρθενικὴ μήτρα τῆς Θεοτόκου, ὥστε ἡ Παναγία Μητέρα Του νὰ καταστεῖ ἡ «χώρα τοῦ Ἀχωρήτου».
.        Σήμερα λύνεται ἡ στειρότητα τῆς Ἄννας καὶ γεννᾶ «τὸ κειμήλιον τῆς Οἰκουμένης», κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας. Παρόμοιο θαῦμα ἔκανε ὁ Θεὸς πολλὲς φορὲς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη στὴν Σάρρα τὴν σύζυγο τοῦ πατριάρχου Ἀβραάμ, στὴν Ρεβέκκα τὴν σύζυγο τοῦ Ἰσαάκ, στὴν Ἄννα τὴν μητέρα τοῦ προφήτου Σαμουήλ, στὴν Ἐλισάβετ τὴν μητέρα τοῦ προφήτου Προδρόμου. Ὅμως διαφέρει κατὰ πολὺ τὸ σημερινὸ θαῦμα. Μπορεῖ τὰ τέκνα τῶν παραπάνω μητέρων, τῶν ὁποίων ἡ μακροχρόνια στειρότητα λύθηκε θαυματουργικά, νὰ ἦταν ἐνάρετα καὶ ἅγια, ἀλλὰ μόνον ἡ Μαρία –τὸ τέκνο τῆς Ἄννας καὶ τοῦ Ἰωακεὶμ– ἦταν «ἡ κεχαριτωμένη» καὶ κατέστη –τὸ ἀκατάληπτο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἀγγέλους– ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ.
.        Ἡ Παναγία μας δὲν γεννήθηκε ἀπὸ ἄσπιλη σύλληψη, ὅπως λανθασμένα πιστεύουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ τὴν φυσικὴ συνάφεια τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννας. Λύθηκε δὲ ἡ φυσικὴ στειρότητα τῆς Ἄννας χάρις στὴν ἄμεση παρέμβαση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀπάντηση στὶς προσευχὲς τῶν δικαίων Θεοπατόρων. Οἱ γέροντες Ἰωακεὶμ καὶ  Ἄννα συνῆλθαν χωρὶς καμμία σαρκικὴ ἕλξη, ἡδονή, μόνο ἀπὸ ὑπακοὴ στὸν Θεό. Ἐπεσφράγισαν καὶ μὲ αὐτὴν τὴν πράξη τους τὴν σωφροσύνη τους. Κατὰ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Παρθένος συνελήφθη «σωφρόνως ἐν τῇ νηδύι τῆς Ἄννας ἐξ Ἰωακείμ». Τὸ ὅτι συνελήφθη σωφρόνως σημαίνει ὅτι ὁ τρόπος τῆς συλλήψεως ἦταν ἁγνός. Γιὰ νὰ ἦταν ὅμως ἡ Παρθένος ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, δηλ. νὰ εἶχε ἄσπιλη σύλληψη, ἔπρεπε νὰ εἶχε γεννηθεῖ παρθενικῶς ὅπως καὶ ὁ Χριστός.
.        Οἱ δίκαιοι Θεοπάτορες γιὰ νὰ ἀποκτήσουν ὅμως τέτοιο τέκνο ἔδειξαν πίστη ἀδίστακτη, ὑπομονὴ ἀλύγιστη, ἔτρεφαν τὴν ἐλπίδα ποὺ δὲν καταισχύνει, εἶχαν μεγάλη καρτερία στὶς προσευχές τους, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἐκπληρώσει τὸ αἴτημά τους. Καὶ δὲν ὑπέμειναν τὴν ἀτεκνία τους γιὰ λίγο μόνο διάστημα. Ἡ παράδοση λέγει ὅτι μετὰ ἀπὸ πενήντα χρόνια στειρότητας ἀποκτᾶ ἡ Ἄννα τὴν Θεοτόκο.
.        Αὐτὴ ἡ στάση τῶν Θεοπατόρων πρέπει νὰ παραδειγματίζει, ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ Πατέρες, ὅλους μας. Ὄχι μόνον ὅσους λαϊκοὺς ἀδελφούς μας δὲν μποροῦν νὰ ἀποκτήσουν παιδιά, οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει νὰ χάνουν τὴν ἐλπίδα τους στὸν Θεό, γιὰ τὸν ὁποῖο «τὰ ἀδύνατα τοῖς ἀνθρώποις, δυνατὰ παρὰ Αὐτῷ ἐστιν» (βλ. Λουκ. ιη´27), ἀλλὰ καὶ ἐμᾶς τοὺς μοναχοὺς καὶ ὅλους τοὺς πιστοὺς ποὺ ἀγωνίζονται τὸν «καλὸν ἀγώνα».
.        Πολλὲς φορὲς ἀποδυσπετοῦμε, δυσφοροῦμε στὸν ἀγώνα μας καὶ λέμε ὅτι δὲν βρήκαμε ἀντίκρυσμα, δὲν ἔχουμε αἴσθηση τῆς Χάριτος, ἀδημονοῦμε. Καὶ ἔτσι λυπημένοι ποὺ εἴμαστε, μαραίνεται ὁ ζῆλος μας, χαλαρώνουμε τὴν ἀγωνιστικότητά μας, τὴν ἄσκησή μας. Ὅμως δὲν πρέπει νὰ κάνομε ἔτσι ἀδελφοί μου. Μήπως οἱ Θεοπάτορες, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν ἀπάντησε ἀμέσως στὶς προσευχές τους, σταμάτησαν νὰ Τὸν ἐπικαλοῦνται, νὰ πιστεύουν ὅτι θὰ λάβουν, σταμάτησαν νὰ κρούουν, νὰ ζητοῦν, νὰ ἐλπίζουν; Καὶ τί ἀδαμάντινη ὑπομονὴ καὶ καρτερία ἔδειξαν γιὰ τόσα χρόνια!
.        Γιὰ νὰ βιωθοῦν τὰ πνευματικὰ «χρεία μεγάλης ὑπομονῆς». Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ἔζησε τὴν συστολή, τὴν στέρηση τῆς θείας Χάριτος, τὶς θλίψεις τοῦ νοητοῦ πολέμου γιὰ τριάντα χρόινια. Ἔλαβε μόνιμα τὴν θεία Χάρη μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ μακρὸ χρονικὸ διάστημα αἱματηροῦ ἀγώνα καὶ ὑπομονῆς. Αὐτὸ τὸ ἀναφέρουμε ἰδιαίτερα γιὰ ἐμᾶς τοὺς μοναχούς, ποὺ κληθήκαμε γιὰ νὰ λάβουμε τὸ πλήρωμα τῆς Χάριτος. Χρειάζεται ὑπομονὴ στὶς θλίψεις, πίστη στὶς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ, τέλεια ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐλπίδα, ὥστε νὰ μὴν «ἐκκακοῦμε ἐν ταῖς προσευχαῖς» (βλ. Λουκ. ιη´1). Ὁ Θεός γνωρίζει πότε μᾶς συμφέρει νὰ μᾶς δώσει τὴν ἀνέκφραστη, τὴν ἀκατάληπτη καὶ ἀνεκτίμητη θεοποιὸ δωρεά Του, τὴν θεία Χάρη ὡς ἐνδημοῦσα κατάσταση. «Τὰ πνευματικὰ ἀφ᾽ ἑαυτῶν ἔρχονται», τονίζει ὁ ἀββὰς Ἠσαΐας, δὲν τὰ ρυθμίζομε ὅπως καὶ ὅποτε θέλομε ἐμεῖς.
.        Μάλιστα, πολλὲς φορές, πρὶν ὁ Θεὸς μᾶς δώσει κάποια εὐλογία, ἕνα χάρισμα, μᾶς δοκιμάζει μὲ ἕναν πειρασμό, τοῦ ὁποίου ἡ ἔκβαση καθορίζει καὶ τὸ ἂν ἀποδειχθοῦμε ἄξιοι νὰ δεχθοῦμε τὸ θεῖο αὐτὸ δῶρο. Αὐτὸ παρατηροῦμε καὶ στοὺς Θεοπάτορες, ποὺ ταν πλησίαζε καιρς γι ν τος δώσει Θες τέκνο, παραχώρησε ν δοκιμασθον κόμη περισσότερο. Ἦταν ἡ ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας καὶ ὅταν πῆγαν στὸν ναὸ νὰ προσφέρουν δῶρα, ὁ ἱερεὺς Ρουβὶμ τοὺς ὀνείδισε λέγοντάς τους, ὅτι δὲν ἦταν ἄξιοι νὰ προσφέρουν δῶρα στὸν Θεό, ἀφοῦ δὲν ἔκαναν παιδιὰ γιὰ τὸν Ἰσραήλ. Οἱ Θεοπάτορες μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ συμβν λυπήθηκαν πάρα πολύ, λλ δν πελπίσθηκαν. Κατέφυγαν σ «κ βαθέων προσευχ» –ὁ Ἰωακεὶμ στὸ ὅρος καὶ ἡ Ἄννα στὸν κῆπο– ἡ ὁποία τελικὰ εἰσακούστηκε ἄμεσα, ἀφοῦ ἄγγελος Κυρίου πληροφόρησε καθέναν ξεχωριστὰ ὅτι θὰ γίνει ἡ σύλληψη καὶ ἡ γέννηση τέκνου ποὺ θὰ διακηρυχθεῖ σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη.
.        Ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ Πατέρες, νὰ ἐπιδεικνύουμε ἀγόγγυστη ὑπομονὴ στὶς θλίψεις καὶ στοὺς πειρασμούς, ποὺ παραχωρεῖ ὁ Θεὸς γιὰ τὴν δική μας ὠφέλεια καὶ πνευματικὴ προκοπή. Εὐχόμεθα ἡ Κυρία μας Θεοτόκος καὶ ἡ Θεοπρομήτωρ Ἄννα, ποὺ ἔχουν τὴν εὐλογία νὰ θεραπεύουν τὴν φυσικὴ στειρότητα, νὰ θεραπεύσουν τὶς στεῖρες καρδιές μας ἀπὸ πνευματικὰ ἔργα, ὥστε ὁ Θεὸς νὰ πέμψει στὶς ψυχές μας τὴν θεία καὶ γλυκυτάτη Χάρη Του, ἡ ὁποία ὀμορφαίνει, ἀνακαινίζει, ἀθανατίζει, ἀφθαρτίζει τὸν ἄνθρωπο.

 ΠΗΓΗ: agioritikesmnimes.pblogs.gr
Ἐπιμέλεια κειμένου: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΡΟΣΜΟΝΗ ΤΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ 19 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ (Πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως)
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
(Ἑβρ. ια ́ 9-10, 32-40)

Ἀδελφοί, πίστει παρῴκησεν Ἀβραὰμ εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς. ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός. Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ Ἰεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.

Η ΠΡΟΣΜΟΝΗ ΤΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ

1. Τὴν Κυριακὴ πρὶν ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα παρουσιάζονται μεγάλες μορφὲς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πατριάρχες, κριτές, βασιλεῖς, προφῆτες, προπάτορες. Ὅλοι αὐτοὶ ζοῦσαν μέρα καὶ νύχτα μὲ τὸ ὅραμα τοῦ Μεσσία· ποθοῦσαν μὲ λαχτάρα νὰ Τὸν δοῦν, μὰ δὲν ἀξιώθηκαν νὰ ζήσουν στὰ χρόνια του. Ἀρχικὰ ἐγ-κωμιάζεται ἡ πίστη τοῦ Ἀβραάμ. Χάρη στὴν πίστη του ὁ Ἀβραάμ, μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἔμεινε ὡς ξένος στὴν γῆ ποὺ τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, καὶ τὴν θεωροῦσε ξένη χώρα. Καὶ ζοῦσε μέσα σὲ σκηνὲς μαζὶ μὲ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ, ποὺ ἦταν συγκληρονόμοι τῆς ἴδιας ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ. Ζοῦσε ὡς ξένος καὶ μετανάστης στὴν «γῆ τῆς ἐπαγγελίας», διότι περίμενε μὲ πόθο νὰ κατοικήσει στὴν ἐπουράνια πόλη, ἡ ὁποία ἔχει τὰ ἀληθινὰ καὶ ἀδιάσειστα θεμέλια καὶ τεχνίτη καὶ κτίστη τὸν ἴδιο τὸν Θεό.Τί μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ἐμεῖς ἄραγε ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ τοῦ Ἀβραάμ; Ἐνῶ ἦταν τόσο πλούσιος – εἶχε πολλοὺς ὑπηρέτες καὶ ζῶα – δὲν ἀπέκτησε οὔτε ἕνα μέτρο γῆς. Ἡ μοναδικὴ ἀκίνητη περιουσία ποὺ ἀπέκτησε ἦταν ὁ τάφος ὁ δικός του καὶ τῆς γυναίκας του. Τίποτε ἄλλο. Δὲν ἤθελε νὰ ἐπιστρέψει στὴ γῆ ἀπὸ τὴν ὁποία ξεκίνησε, οὔτε τὸν συγκινοῦσε ἡ γῆ αὐτή. Ζοῦσε μέσα σὲ σκηνές, γιὰ νὰ θυμᾶται πὼς εἶναι προσωρινὸς ἔνοικος στὴ γῆ αὐτή. Γιὰ νὰ ἔχει στραμμένο διαρκῶς τὸν νοῦ του στὴν οὐράνια πατρίδα μας. Διότι εἶχε ἄλλα ὁράματα, τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἦταν τὸ ὅραμά του, αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι καὶ τὸ ὅραμα κάθε πιστοῦ. Διότι δὲν εἴμαστε μόνιμοι σ᾽ αὐτὴ τὴ γῆ. Κάποτε θὰ τὴν ἐγκαταλείψουμε ἀναγκαστικὰ γιὰ πάντα. Θὰ ἀφήσουμε πίσω μας ὅλα αὐτά, στὰ ὁποῖα κόλλησε ἡ καρδιά μας. Μὴν ξεχνιόμαστε λοιπόν. Ἡ ζωή μας δὲν εἶναι στὸ ἐδῶ καὶ στὸ τώρα, ἀλλὰ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴν αἰωνιότητα. Μὴ μᾶς ἀπορροφοῦν οἱ ἡδονὲς καὶ οἱ μέριμνες τῆς ζωῆς, τὰ οἰκονομικὰ ἢ ἄλλα προβλήματα, καὶ ξεχνᾶμε τὸν προορισμό μας. Δὲν ἀνήκουμε στὴν γῆ. Δὲν πλασθήκαμε γιὰ λίγα χρόνια ζωῆς. Ἡ ζωή μας δὲν σταματᾶ στὸν τάφο. Ἔχουμε μέσα μας ψυχὴ ἀθάνατη. Στὰ οὐράνια ἂς ἔχουμε τὶς καρδιές μας. Διότι γιὰ νὰ γίνουμε κάτοικοι τοῦ οὐρανοῦ, θὰ πρέπει νὰ τὸν ποθήσουμε ἀπὸ τώρα καὶ νὰ τὸν προγευόμαστε. Νὰ ἀνεβαίνουμε καθημερινὰ τὴν θεία κλίμακα, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τῆς ὁποίας τὸ τελευταῖο σκαλὶ εἶναι ἀθέατο στὰ ἀνθρώπινα μάτια. Αὐτὴ ἡ πορεία θὰ μᾶς ξεκουράζει, θὰ μᾶς πλημμυρίζει μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅταν μᾶς γοητεύσει ὁ οὐρανὸς καὶ ὁ ἀσύλληπτος θησαυρός μας, ὁ Χριστός, θὰ χάσει πλέον τὴν γοητεία του ὁ κόσμος. Τότε θὰ περιφρονοῦμε τὰ μάταια, θὰ ποθοῦμε τὰ αἰώνια.

2.Ἐν συνεχείᾳ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπαριθμεῖ μιὰ σειρὰ ἡρώων τῆς πίστεως τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, προπάτορες τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἄλλους δικαίους, κριτὲς καὶ προφῆτες. Λέει ὅτι δὲν θὰ τοῦ ἔφθανε ὁ χρόνος νὰ διηγεῖται γιὰ τὸν Γεδεὼν καὶ τὸν Βαρὰκ καὶ τὸν Σαμψὼν καὶ τὸν Ἰεφθάε καὶ γιὰ τὸν Δαβὶδ καὶ τὸν Σαμουὴλ καὶ τοὺς προφῆτες. Ὅλοι αὐτοί, λέει, οἱ ἅγιοι ἄνδρες ἔδειξαν μεγάλη γενναιότητα καὶ πέτυχαν τὴν πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεός. Ἔφραξαν τὰ στόματα τῶν λιονταριῶν, ἔσβησαν τὴν καταστρεπτικὴ δύναμη τῆς φωτιᾶς, διέφυγαν τὸν κίνδυνο τῆς σφαγῆς, ἐνδυναμώθηκαν καὶ θεραπεύτηκαν ἀπὸ ἀρρώστιες· ἀναδείχθηκαν ἀνίκητοι στὸν πόλεμο, ἔτρεψαν σὲ φυγὴ τὶς ἐχθρικὲς παρατάξεις. Μὲ τὴ δύναμη τῆς πίστεως γυναῖκες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ξαναπῆραν πίσω ζωντανὰ τὰ νεκρὰ παιδιά τους ποὺ ἀναστήθηκαν. Ἄλλοι βασανίστηκαν σκληρὰ μέχρι θανάτου, ἐπειδὴ δὲν δέχθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους· κι ἄλλοι δοκίμασαν σκληροὺς πειρασμούς, ἐμπαιγμούς, μαστιγώσεις, φυλακίσεις. Λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, σφαγιάστηκαν. Κι ἄλλοι περιφέρονταν σὰν μετανάστες ἐδῶ κι ἐκεῖ, στὶς ἐρημιές, στὰ βουνὰ καὶ σὲ σπηλιὲς τῆς γῆς. Ἔζησαν μέσα σὲ στερήσεις, ὑπέφεραν θλίψεις καὶ κακοπάθειες. Κι ὅλοι αὐτοὶ ἔχουν ἀνεκτίμητη ἀξία. Ὁλόκληρος ὁ κόσμος δὲν ἀξίζει ὅσο οἱ ἅγιοι αὐτοὶ ἄνθρωποι. Παρ ̓ ὅλα αὐτὰ ὅμως «οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν», δὲν ἀπόλαυσαν τὴν ὑπόσχεση ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεός. Διότι ὁ Θεὸς προέβλεψε γιὰ μᾶς κάτι καλύτερο, ὥστε αὐτοὶ νὰ μὴ λάβουν σὲ βαθμὸ τέλειο τὴ σωτηρία τους χωρὶς ἐμᾶς· ἀλλὰ νὰ τὴν λάβουμε ὅλοι μαζί. Ὅλοι αὐτοὶ λοιπὸν οἱ πιστοὶ ἄνθρωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ζοῦσαν μὲ τὸ ὅραμα τοῦ Μεσσία. Ἐκεῖ ἦταν ἡ καρδιά τους. Περίμεναν τὸν ἐρχομό του, περίμεναν τὴ λύτρωσή του, τὴν παρουσία του. Περίμεναν τὴ Γέννησή του. Καὶ ἑτοίμαζαν τὶς ψυχές τους, γιὰ νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν, νὰ Τὸν δοῦν, νὰ γεμίσει ἡ ψυχή τους μὲ ἀγαλλίαση. Ἀλήθεια, ἐμεῖς ἔχουμε αὐτὴν τὴν προσμονὴ τῶν πιστῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης; Καθὼς πλησιάζουν Χριστούγεννα, ἂς μαθητεύσουμε στὸν πόθο καὶ τὴ λαχτάρα τους, ἂς προσπαθήσουμε νὰ κατανοήσουμε τὴν προσμονή τους κι ἂς λαχταρήσουμε μὲ τὴ δική τους ἀγάπη τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία. Γιὰ νὰ γίνουν τὰ Χριστούγεννα σταθμὸς στὴ ζωή μας, σταθμὸς μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς, χάριτος καὶ ἀγῶνος. Γιὰ νὰ γεννηθεῖ ὁ Χριστὸς καὶ στὶς δικές μας καρδιὲς καὶ νὰ μείνει μόνιμος ἔνοικος τῆς καρδιᾶς μας.

ΠΗΓΗ: περιοδ.«Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2013, 15.12.10

 

, , ,

Σχολιάστε