Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγιοι Πατέρες

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ-3 «ὁ Κύριος Ἰησοῦς λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό Του, ἐδῶ καὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια, σκέφτηκε καί σᾶς, προσευχήθηκε στὸν Θεὸ γιὰ σᾶς». (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ
τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου
(Ἰωάν. ιζ´ 1-13)
[Γ´ Μέρος] 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ἀναστάσεως ἡμέρα»,
 Ἀθῆναι 2011,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 177-198

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ» (ἀπὸ imaik.gr)

Μέρος Α´ : ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ-1 «Γιατί διαβάζουμε τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ στὴ σημερινὴ γιορτή;» (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

Μέρος Β´:  ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ-2 «Μόνο μέσα ἀπὸ τὸν Χριστὸ μποροῦν νὰ φτάσουν οἱ ἄνθρωποι στὴν πληρέστερη γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατὸ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.» (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

.               Πολλοὶ νεωτεριστὲς στὴ διαδρομὴ τῆς Ἱστορίας, φυσιωμένοι ἀπὸ τὶς γνώσεις καὶ τὴν ἔπαρσή τους, προσπάθησαν μὲ τὶς θεωρίες τους νὰ φέρουν τὴν εὐτυχία στὸ ἀνθρώπινο γένος μὲ μιὰ κίνηση, κάνοντας ἔκκληση σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. οἱ προσπάθειές τους ὅμως γρήγορα ἐκμηδενίστηκαν καὶ χάθηκαν σὰν φουσκάλες τοῦ νεροῦ, ἀφήνοντας τὸν ἀπατημένο κόσμο σὲ ἀκόμα μεγαλύτερη δυστυχία.
.               Τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου ἔχουν μιὰν ἀόρατη, μιὰ δυσθεώρητη ἀρχή, ὅπως ὁ σπόρος τοῦ σιναπιοῦ πού σπέρνεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς κι ἀναπτύσσεται ἀργά. Ὅταν μεγαλώσει ὅμως καὶ γίνει δέντρο, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κουνήσει κανένας ἄνεμος. Ὅταν γίνεται σεισμὸς καταστρέφει πύργους ὑψηλούς, κατασκευάσματα ἀνθρώπων, μὰ δὲν μπορεῖ νὰ βλάψει οὔτε ἕνα δέντρο. Σὲ κάθε περίπτωση ὁ Κύριος δὲν μπορεῖ νὰ προσευχήθηκε στὸν Πατέρα Του μόνο γιὰ τοὺς μαθητές Του, ἀλλά ὅπως θὰ δοῦμε ἀργότερα, καὶ περὶ τῶν πιστευὸντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ. Καὶ πάλι ὅμως ὄχι γιὰ ὅλους τούς ἄγονους κι ἀκαλλιέργητους ἀγροὺς τοῦ κόσμου, ἀλλά μόνο γιὰ τὸν διευρυμένο ἀγρό, ὅπου οἱ μαθητὲς θὰ σπείρουν τὸν πολύτιμο σπόρο τοῦ εὐαγγελίου.
.             «Καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς» (Ἰωάν. ιζ´ 10). Ἐκτος ἀπὸ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά Του, ὁ Υἱός εἶναι σὲ ὅλα ἴσος μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἴσος στὴν ἰσότητα καὶ τὴν ἀθανασία  ἴσος στὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία  ἴσος στὴ σοφία καὶ τὴ δικαιοσύνη. Στὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τους ὅμως, ὁ Πατέρας εἶναι ἀγέννητος, ὁ Υἱὸς εἶναι γεννητὸς καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἡ σχέση τοῦ Πατέρα μὲ τὸν Υἱό εἶναι τοῦ Γεννήτορα καὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τῆς Πηγῆς. Ἡ κυριότητα κι ἡ αὐθεντία σ’ ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ ὁρατοῦ καὶ ἀόρατου κόσμου ἀνήκουν ἐξίσου καὶ ἀδιαίρετα στὸν Πατέρα, τὸν Υἱό καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ οὐσία κι ἡ ὕπαρξη τῶν τριῶν προσώπων εἶναι μιὰ ἀόρατη μονάδα, τῶν ὑποστάσεων εἶναι ἀσύγχυτη Τριάδα.
.               Ἔτσι ὅλα ὅσα ἔχει ὁ Πατέρας τὰ ἔχει καὶ ὁ Υἱός καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς τοῦ Χριστοῦ. Ἀνήκουν στὸν Πατέρα ὅπως ἀνήκουν καὶ στὸν Υἱό, καθὼς καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί ὁ Κύριος εἶπε λίγο νωρίτερα, Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας καὶ τώρα λέει, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά; Ἐπειδὴ ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Πατέρα τοὺς εἶχε παραλάβει ἀπὸ Ἐκεῖνον ὡς ἀκατέργαστο ὑλικὸ κι ὁ ἴδιος τούς ἐπεξεργάστηκε καὶ τοὺς λύτρωσε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Καὶ τώρα τοὺς παραδίδει ξανὰ καλλιεργημένους καὶ λυτρωμένους στὸν Πατέρα Του. Ἑπομένως ὅσα εἶναι τοῦ Πατέρα εἶναι δικά Του  κι ὅσα εἶναι δικά Του, εἶναι καὶ τοῦ Πατέρα. Ὅπως εἶναι δύσκολο νὰ μοιράσεις τὴν ἀγάπη δυὸ ἀνθρώπων πού ἀγαπιοῦνται, τὸ ἴδιο εἶναι καὶ νὰ μοιράσεις αὐτὸ πού ἀνήκει ξεχωριστὰ στὸν καθένα. Ὁ Κύριος εἶπε ἐπίσης: «καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς». Ὡς Θεὸς δοξάζεται ἀπό τούς ἀνθρώπους. Κι ὡς ἄνθρωπος δοξάζεται ἐνώπιόν τῆς Ἁγίας Τριάδας καὶ τῶν ἀγγέλων. Ἀπὸ τί ἐγκωμιάζεται ἕνα δέντρο ἂν ὄχι ἀπό τούς καρπούς του; Ὁ Κύριος δέν ζητεῖ μάταιη δόξα, κενή, ζητεῖ τὴ δόξα Του ἀπό τούς καρποὺς Του -τοὺς μαθητές Του- πού τὸν ἀκολούθησαν μὲ πίστη καὶ καλὰ ἔργα, μὲ ἀγάπη καὶ ζῆλο. Ὑπάρχουν γονεῖς πού ζητοῦν μεγαλύτερη δόξα ἀπ’ αὐτὴν πού τοὺς δίνουν τὰ παιδιά τους; Ἡ μεγαλύτερη χαρὰ τοῦ Κυρίου εἶναι νὰ δοξάζεται ἀπὸ τὰ παιδιά Του, τοὺς πιστοὺς ὀπαδούς Του.
.               «Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς» (Ἰωάν. ιζ´ 11). Γιατί λέει ὁ Κύριος πώς δὲν εἶναι πιὰ στὸν κόσμο; Ἐπειδὴ τελείωσε τὸ ἔργο Του καὶ τώρα πιὰ περιμένει νὰ ὑποστεῖ τὸ ἔσχατο καὶ μέγιστο πάθος, νὰ σφραγίσει τὸ τελειωμένο ἒργο μὲ τὸ ἀθῶο αἷμα Του. Προσέξτε μὲ πόση ἀγάπη προσεύχεται γιὰ τοὺς μαθητές Του! Καμιὰ μητέρα δέν θὰ προσευχόταν μὲ τόση στοργὴ γιὰ τὰ παιδιά της. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτούς. Τοὺς ἀφήνει ὡς πρόβατα ἀνάμεσα σὲ λύκους. Ἂν δὲν τοὺς προστάτευε κάποιο μάτι ἀπὸ τὸν οὐρανό, θὰ τοὺς εἶχαν κατασπαράξει ὅλους οἱ λύκοι. Τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου, ὡς γονιός, ὡς Πατέρας. Γίνου δικός τους Πατέρας, ὅπως εἶσαι καὶ δικός Μου. Μὲ τὴν πατρική Σου ἀγάπη στήριξέ τους καὶ προστάτεψέ τους ἀπό τους κακοὺς λύκους, ὁδήγησέ τους, ἵνα ὦσιν ἕν καθὼς ἡμεῖς. Στὴν τέλεια αὐτὴ ἑνότητα δέν θὰ δεῖς μόνο τὴν πανίσχυρη δύναμη τῶν πιστῶν, μὰ καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ὁ Πατέρας κι ὁ Υἱός ἔχουν τὴν ἴδια οὐσία καὶ διαφέρουν μόνο στὰ πρόσωπα, ἂς γίνει τὸ ἴδιο καὶ στοὺς πιστούς: πολλὰ καὶ διάφορα τὰ πρόσωπα, ἀλλά οὐσιαστικὰ ἕνας στὴν ἀγάπη, τὸ θέλημα καὶ τὸ νοῦ.
.               Καὶ συνεχίζει ὁ Κύριος: «Ὅτε ἤμην μετ᾽ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ» (Ἰωάν. ιζ´ 12). Κανένας ἀπ’ ὅσους διάλεξε ὁ Κύριος δέν θὰ χαθεῖ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἰούδα τὸν προδότη, ὅπως εἶναι γραμμένο καὶ στὴ Γραφή. Ὁ Ἰούδας βέβαια δέν χάθηκε ἐπειδὴ εἶναι γραμμένο, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔδειξε ὅτι ἀπίστησε στὸν Θεὸ καὶ λάτρεψε τὸ χρῆμα. Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἔχουν γραφεῖ τὰ ἑξῆς προφητικὰ λόγια γιὰ τὸν Ἰούδα: «Ὁ ἐσθίων ἄρτους μου, ἐμεγάλυνεν ἐπ’ ἐμέ πτερνισμὸν» (Ψαλμ. μ’ 10), τὸ χωρίο αὐτό ἐξηγεῖ ὁ Ἰωάννης στὸ εὐαγγέλιό του (βλ. Ἰωάν. ιγ´ 18). «Καί τήν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος» (Ψαλμ. ρη´ 8), ἀναφέρει ξανὰ ἡ Ἁγία Γραφή. Καὶ οἱ δυὸ αὐτὲς προφητεῖες ἐκπληρώθηκαν στὸν Ἰούδα. Ἔφαγε τὸν ἄρτο μαζὶ μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ κι ἔπειτα σήκωσε τὴν φτέρνα ἐναντίον Του, ὅπως λέει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ τὰ λόγια τοῦ προφήτη: «Ὁ τρώγων μετ’ ἐμοῦ τὸν ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ’ ἐμέ τὴν πτέρναν» (Ἰωάν. ιγ´ 18). Καὶ μετὰ τὴν προδοσία του ὁ Ἰούδας κρεμάστηκε κι ὁ Ματθίας πῆρε τὴν ἀποστολικὴ θέση του. Καὶ τελειώνει ὁ Κύριος:
.           «Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς» (Ἰωάν. ιζ´ 13). Ὁ Κύριος κάνει τὴν προσευχὴ αὐτὴ πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα Του λίγο προτοῦ ἀποχωριστεῖ ἀπό τούς μαθητές Του κι ἀπὸ τὸν κόσμο. Ὁ Κύριος γνωρίζει πώς τὸν περιμένει ὁ θάνατος κι ὁ τάφος. δέν μιλάει γι’ αὐτὸ ὅμως στὸν ἀθάνατο Πατέρα Του, ἀφοῦ ὁ θάνατος κι ὁ τάφος δὲν ἔχουν καμιὰ σημασία στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Μιλάει γιὰ ἐπιστροφὴ στὸν Πατέρα Του -νῦν δέν πρὸς σὲ ἔρχομαι- στὴν αἰώνια δόξα -τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον, πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Μετὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς μαθητές Του, γιὰ νὰ ἔχουν τὴ δική Του χαρὰ καὶ μάλιστα πεπληρωμένην.
.               Τί εἴδους χαρὰ εἶναι αὐτή; Εἶναι ἡ χαρὰ πού ἔχει ὁ ὑπάκουος γιὸς ὅταν ἐκπληρώνει τὸ θέλημα τοῦ πατέρα του. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ εἰρηνοποιοῦ, πού ἡ δική του ἐσωτερικὴ καὶ θεϊκὴ εἰρήνη δὲν μπορεῖ νὰ διαταραχθεῖ ἀπὸ τὰ παραληρήματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ νοικοκύρη, πού ἀφοῦ καθάρισε τὸν ἀγρό του, τὸν ὄργωσε καὶ τὸν ἔσπειρε, ὕστερα βλέπει τὸν καρπὸ ν’ ἀναπτύσσεται, νὰ ὡριμάζει καὶ ν’ ἀποδίδει. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ νικητή, πού κατατρόπωσε ὅλους τούς ἐχθρούς του καὶ χάρισε τὴ δύναμη τῆς νίκης στοὺς φίλους του, γιὰ νὰ ‘ναι νικητὲς ὡς τὸ τέλος τοῦ χρόνου. Εἶναι τελικὰ ἡ χαρὰ τῆς ἁγνῆς καὶ θεοφίλητης καρδιᾶς, ἡ χαρὰ αὐτὴ πού εἶναι ζωή, ἀγάπη καὶ δύναμη. Τέτοια χαρὰ εἶναι στὴν πληρότητά της ἐκείνη πού ζητοῦσε ὁ Κύριος γιὰ τοὺς μαθητὲς Του προτοῦ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν κόσμο.
.               Ἡ προσευχὴ αὐτὴ πού ἔκανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό Του εἶχε τὴν ἄμεση καὶ πλήρη προσοχὴ τοῦ Πατέρα Του. Τ᾽ ἀποτελέσματά της φάνηκαν σύντομα. Τὴ στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου του ὁ πρωτομάρτυρας τῆς χριστιανικῆς πίστης ἀρχιδιάκονος Στέφανος, εἶδε «δόξαν Θεοῦ καὶ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. ζ´ 55). Κι ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος γράφει πώς ὁ Θεὸς «ἐκάθισεν (τὸν Χριστὸ) ἐν δεξιᾷ αὐτοῦ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ δυνάμεως καὶ κυριότητος καὶ παντὸς ὀνόματος ὀνομαζόμενου οὐ μόνον ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλά καί ἐν τῷ μέλλοντι· καὶ πάντα ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ» (Ἐφ. α´ 20-22). Αὐτὰ ἀναφέρονται στὴ δόξα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Γιὰ τὴν πνευματικὴ ἑνότητα τῶν πιστῶν τώρα, ὅλα ἐξελίχτηκαν ἀκριβῶς ὅπως ὁ ἴδιος ζήτησε ἀπὸ τὸν Πατέρα Του. Στὶς Πράξεις τῶν ἀποστόλων ἀναφέρεται πὼς «ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν» (Πράξ. α’ 14) καὶ «τοῦ δέ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία» (δ´ 32).
.               Ὅπως ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει, ἡ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀναφέρεται μόνο στοὺς ἀποστόλους -ἂν καὶ κατὰ κύριο λόγο ἀναφέρεται σ᾽ αὐτοὺς- ἀλλά καὶ σ’ ὅλους ἐκείνους πού πίστεψαν ἤ θὰ πιστέψουν στὸν Χριστὸ ἀπὸ τὰ λόγια τους. Ἡ προσευχὴ αὐτὴ ἑπομένως ἦταν καὶ γιὰ τοὺς ἅγιους πατέρες τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού γιορτάζουμε σήμερα. Τήρησον αὐτούς, προσευχήθηκε ὁ Χριστὸς στὸν Πατέρα Του. Κι ὁ Πατέρας τοὺς τήρησε καὶ τοὺς προφύλαξε ἀπὸ τὶς πλάνες τοῦ Ἀρείου. Τοὺς φώτισε, τοὺς ἐνέπνευσε καὶ τοὺς ἐνίσχυσε μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γιὰ νὰ ὑπερασπιστοῦν καὶ νὰ ὁμολογήσουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη.
.               Ἡ προσευχὴ αὐτὴ ὅμως ἔγινε καὶ γιὰ ὅλους ἐμᾶς πού ἔχουμε βαφτιστεῖ στὴν ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ πού μάθαμε ἀπό τούς ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους τους τὸ σωτήριο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σωτήρα μας.
.               Ἀδελφοί μου! Σκεφθεῖτε πώς ὁ Κύριος Ἰησοῦς λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό Του, ἐδῶ καὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια, σκέφτηκε καί σᾶς, προσευχήθηκε στὸν Θεὸ γιὰ σᾶς! Εὔχομαι ἡ παντοδύναμη αὐτὴ προσευχὴ νὰ σᾶς προστατεύει καὶ νὰ σᾶς καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, νὰ σᾶς γεμίζει χαρὰ καὶ νὰ ἑνώσει τὶς καρδιὲς καὶ τὶς ψυχές σας! Εἴθε καὶ μεῖς νὰ δοξολογοῦμε ἑνωμένοι τὸν Πατέρα, τὸν Υἱό καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

 

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ-2 «Μόνο μέσα ἀπὸ τὸν Χριστὸ μποροῦν νὰ φτάσουν οἱ ἄνθρωποι στὴν πληρέστερη γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατὸ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.» (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ
τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου
(Ἰωάν. ιζ´ 1-13)
[Β´ Μέρος] 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ἀναστάσεως ἡμέρα»,
 Ἀθῆναι 2011,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 177-198 ἑξ.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ» (ἀπὸ imaik.gr)

Μέρος Α´ : ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ-1 «Γιατί διαβάζουμε τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ στὴ σημερινὴ γιορτή;» (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

.              «Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν» (Ἰωάν. ιζ´ 3). Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ στὴν ἐπίγεια ζωὴ μας εἶναι ἀπαρχὴ καὶ πρόγευση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ γιὰ μᾶς πού ζοῦμε ἀκόμα στὴ γῆ. Πῶς ὅμως θὰ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ στὴ μέλλουσα κατάστασή μας; «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α´ Κορ. β´ 9). Αὐτὸ τὸ ἀπεκάλυψε πνευματικὰ ὁ Θεὸς σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο μόνο σὲ κείνους πού Τὸν εὐαρέστησαν. Ἡ μεγαλύτερη εὐφροσύνη ὅμως στὴν αἰώνια ζωή, στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, πρέπει νὰ συνίσταται στὴ μέγιστη γνώση τοῦ Θεοῦ, στὴ θέα τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὰ παιδιὰ εἶχε πεῖ: «… οἱ ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ιη´ 10).
.               Ἡ ἀκόρεστη θέαση τοῦ Θεοῦ, ἡ διαρκής ζωὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, μέσα σὲ μιὰν ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση καὶ χαρά, ἀέναη δοξολογία κι ἀγάπη, δὲν εἶναι ζωὴ ἀγγελική, πού ἁρμόζει καὶ στοὺς ἁγίους στὸν ἄλλο κόσμο; Δὲν εἶναι ζωὴ μὲ γνώση τοῦ Θεοῦ; Ὅσο ζοῦμε στὸν κόσμο αὐτόν, στὴ γῆ, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «βλὲπομεν δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δέ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α´ Κορ. ιγ´ 12). Ἡ γνώση πού ἔχουμε τώρα γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι μερική, τότε ὅμως θὰ εἶναι πλήρης. Ἑπομένως, δὲν πρέπει νὰ νομίζουμε πώς ἕνας ἄνθρωπος γνωρίζει τὸν Θεό, ὅταν φτάνει μὲ τὶς διεργασίες τοῦ νοῦ στὸ συμπέρασμα πὼς ὁ Θεὸς ὑπάρχει κατὰ κάποιο τρόπο καὶ κατοικεῖ κάπου. Τὸν Θεὸ γνωρίζει ἐκεῖνος πού νιώθει μέσα του ἀλλά καὶ γύρω του τὴ ζείδωρη πνοὴ τοῦ Θεοῦ· αὐτὸς ποὺ μὲ τὴν καρδιά, τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ του αἰσθάνεται τὴ μεγαλειώδη καὶ φοβερὴ παρουσία τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ στὴ φύση, μὰ καὶ στὴν προσωπικὴ ζωή του.
.               Γιατί ὁ Χριστὸς τονίζει τὰ λόγια τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν; Ἐπειδὴ θέλει νὰ προφυλάξει τοὺς μαθητές Του ἀπὸ τὸν πανθεϊσμὸ καὶ τὴν εἰδωλολατρία, νὰ βεβαιώσει γιὰ μιὰ ἀκόμα φορά τὰ λόγια πού εἶπε μέσῳ τοῦ Μωυσῆ: «Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου… οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ» (Ἐξ. κ´ 2, 3). Καὶ γιατί ἐπισημαίνει πώς αἰώνια ζωὴ εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται μέσῳ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅσο μπορεῖ ν᾽ ἀποκαλυφθεῖ στὸν θνητὸ ἄνθρωπο, κι ἐπειδὴ μόνο μέσα ἀπὸ τὸν Χριστὸ μποροῦν νὰ φτάσουν οἱ ἄνθρωποι στὴν πληρέστερη γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατὸ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς στοὺς Ἰουδαίους, «εἰ ἐμὲ ᾔδειτε, καὶ τὸν πατέρα μου ᾔδειτε ἄν» (Ἰωάν. η´ 19). Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ βγαίνει ἀβίαστα τὸ συμπέρασμα πώς τὸν Πατέρα μποροῦμε νὰ τὸν γνωρίσουμε μόνο μέσῳ τοῦ Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.               «Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω» (Ἰωάν. ιζ´ 4). Τί σημαίνουν τὰ λόγια ἐπὶ τῆς γῆς; Σημαίνουν πώς αὐτὸ τὸ ἔκανε ἐν σαρκί, ζώντας ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Τὸ ἔργο πού ἔκανε καὶ τελείωσε ὁ Κύριος ἐν σαρκί, ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, ἦταν ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Μέχρι τὴν ὥρα τοῦ θανάτου Του στὸν σταυρό, τὸ ἔργο αὐτὸ ἀποτελεῖτο ἀπὸ λόγια ζωοποιά, τέτοια πού δὲν εἶχαν ξανακουστεῖ στὴ γῆ, καθὼς κι ἀπὸ ἀμέτρητα θαύματα, τέτοια πού δὲν εἶχαν ξαναγίνει. Ὁ Κύριος ὅμως πιστώνει τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα Του στὸν Οὐράνιο Πατέρα, γιὰ νὰ διδάξει σ᾽ ἐμᾶς τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπακοή.
.               «Καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί» (Ἰωάν. ιζ´ 5). Τί μποροῦν νὰ ποῦν τώρα ἐκεῖνοι πού λένε πὼς ὁ Χριστὸς ἦταν ἕνας συνηθισμένος ἄνθρωπος, ἕνα πλάσμα τοῦ Θεοῦ ὅπως καὶ τ᾽ ἄλλα πλάσματά Του; Ὁ Κύριος ἐδῶ μιλάει γιὰ τὴ δόξα πού εἶχε μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Του πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου! Εἶπε κάποτε ὁ Κύριος γιὰ τὸν ἑαυτό Του: «πρὶν ᾿Αβραὰμ γενέσθαι ἐγώ εἰμι» (Ἰωάν. η´ 58). Εἶπε πώς ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ. Αὐτὸ μόνο μποροῦσε νὰ πεῖ στοὺς ἄφρονες Ἰουδαίους, μὰ στὴν προσευχή Του εἶπε πώς ὑπῆρχε καὶ μάλιστα μὲ δόξα, πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου. Δὲν ἤθελε νὰ τοὺς ἀποκαλύψει περισσότερα. Τώρα ὅμως μὲ τὴν προσευχή Του, τὸ ἀποκαλύπτει στὸν κόσμο ὁλόκληρο. Γιατί τώρα μόνο; Ἐπειδὴ γνωρίζει ὡς παντογνώστης πώς ἡ προσευχή Του θὰ φτάσει στ᾽ αὐτιὰ τῶν ἀνθρώπων μόνο μετὰ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του, τότε πού θὰ εἶναι εὔκολο νὰ πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι στὴν προαιώνια δόξα Του.
.              Ἡ δόξα Του εἶναι ἴδια μὲ τὴ δόξα τοῦ Πατέρα, ἀφοῦ εἶναι «δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰωάν. α´ 14). Δὲν εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς πώς «πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιϛ´ 15); Ἑπομένως ἡ δόξα τοῦ Πατέρα εἶναι καὶ δική Του δόξα. Τόσο στὴ δόξα ὅσο καὶ στὴν ἐξουσία εἶναι ἴσος μὲ τὸν Πατέρα. Τότε γιατί προσεύχεται στὸν Πατέρα νὰ τὸν δοξάσει; Δέν ζητάει νὰ δοξαστεῖ ὡς πρὸς τὴ Θεία φύση Του, ἀλλὰ τὴν ἀνθρώπινη. Γιὰ τὸν πλασμένο κόσμο ἡ ἀνθρώπινη φύση Του εἶναι καινούργια, ὄχι ἡ Θεία. Ἡ ἀνθρώπινη φύση Του πρέπει νὰ θεωθεῖ, νὰ φτάσει στὴ Θεία δόξα, ὥστε κι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι νὰ προσεγγίσουμε τὴ δόξα Του. Αὐτὸ εἶναι τὸ τέλος, τὸ στεφάνωμα ὅλων ὅσα ἔκανε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς εἰρήνευσης τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἡ εὐλογημένη υἱοθεσία τους ὡς κατὰ Χάρη υἱῶν, μέσῳ τῆς δόξας τοῦ Θεανθρώπου.
.               Πρόσεξε ἐπίσης ποιὰ σπουδαία στιγμὴ διάλεξε ὁ Κύριος γιὰ νὰ προσευχηθεῖ στὸν Πατέρα καὶ νὰ τὸν δοξάσει. Κι αὐτὸ ἔγινε τότε πού, ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὁ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω. Αὐτὴ εἶναι μιὰ πολὺ καθαρὴ καὶ σαφὴς διδασκαλία πρὸς ἐμᾶς. Μᾶς λέει πώς, γιὰ νὰ περιμένουμε ἀνταπόδοση ἀπὸ τὸν Θεό, πρέπει πρῶτα νὰ τηρήσουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θυμήσου τὰ προφητικὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ πώς, στὸ τέλος τοῦ χρόνου, ὅταν «μέλλει γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ, καὶ τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ» (Ματθ. ϛ´ 27). Εὐλογημένοι καὶ μακάριοι θὰ εἶναι τότε οἱ ἅγιοι κι οἱ δίκαιοι, γιατί θὰ λάβουν ὡς ἀνταπόδοση ἑκατὸ φορὲς περισσότερα ἀπ’ ὅσα καλὰ ἔργα ἔκαμαν, θὰ λάμψουν σὰν τὸν ἥλιο μὲ τὸ φῶς τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ, μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ Ὑψίστου.
.               «᾿Εφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι» (Ἰωάν. ιζ´ 6). Ποιό εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ πού φανέρωσε ὁ Κύριος στὸν κόσμο; τὸ ὄνομα «Πατέρας». Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἦταν ἄγνωστο τόσο στοὺς εἰδωλολάτρες ὅσο καὶ στοὺς Ἰουδαίους. Εἶναι μιὰ ὁλότελα καινούργια ἀποκάλυψη στὸν κόσμο. οἱ προφῆτες κι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γνώριζαν τὸν Θεὸ μὲ τὰ ὀνόματα «Θεός», «Δημιουργός», «Κύριος», «Βασιλιᾶς», «Κριτής», ποτὲ ὅμως δὲν τὸν ἤξεραν ὡς «Πατέρα». Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἦταν ἄγνωστο στοὺς ἀνθρώπους ἀνά τούς αἰῶνες. Κανένας θνητὸς ἄνθρωπος δέν θὰ μποροῦσε ν᾽ ἀποκαλύψει τὸ οἰκεῖο αὐτὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, γιατί κανένας θνητὸς δέν θὰ μποροῦσε νὰ νιώσει τὴν πατρότητα τοῦ Δημιουργοῦ Του, ζώντας κάτω ἀπὸ τὸ ζυγὸ τοῦ σκότους καὶ τοῦ τρόμου, τῆς ἁμαρτίας. Κι αὐτὸ πού δὲν μπορεῖ νὰ νιώσει κανείς, ἀκόμα κι ἂν τὸ ἐκφράσει μὲ τὴ γλώσσα του, δὲν ἔχει οὐσιαστικὴ σημασία. Μόνο ὁ Μονογενὴς Υἱός μπορεῖ ν᾽ ἀποκαλέσει τὸν Θεὸ «Πατέρα». «Ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ἰωάν. α´ 18).
.              Σὲ ποιόν ἀποκάλυψε ὁ Κύριος τὸ γλυκύτατο αὐτὸ ὄνομα τοῦ «Πατέρα»; Στοὺς ἀνθρώπους, οὕς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. Κάποιοι σχολιαστὲς νομίζουν πὼς τόνισε ἰδιαίτερα ἐκ τοῦ κόσμου, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὅτι ἀναφέρεται στοὺς ἀγγέλους, τοὺς «οὐράνιους ἀνθρώπους», ἀλλά στοὺς συνηθισμένους, τοὺς ἐπίγειους ἀνθρώπους. Ὁπωσδήποτε ὅμως φαίνεται πιὸ ὀρθὸ νὰ θεωρήσουμε πώς ὁ Κύριος ἐδῶ ἀναφέρεται στοὺς μαθητές Του, τόσο μὲ τὴ στενὴ ὅσο καὶ μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια. Αὐτὸ προκύπτει μὲ σαφήνεια ἀπὸ ἐκεῖνα πού λέει στὴ συνέχεια στὴν προσευχή Του: «Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευσόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ» (Ἰωάν. ιζ´ 20). Τὸ σκεπτικὸ ἐκείνων πού ἰσχυρίζονται πὼς στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει ὁ «προορισμός», πού διακρίνουν στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ προειλημμένη ἀπόφαση σωτηρίας ἢ καταδίκης, εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμο.
.               «Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας» (Ἰωάν. ιζ´ 6). Δηλαδή, δικοί Σου ἦταν ὡς πλάσματα καὶ δοῦλοι, Σὲ γνώριζαν μόνο ὡς Δημιουργὸ καὶ Κριτή. Τώρα ὅμως ἔμαθαν ἀπὸ Ἐμένα τὸ γλυκύτερο καὶ ἀγαπητὸ ὄνομά Σου, υἱοθετήθηκαν ἀπὸ Μένα κατὰ Χάρη. Μοῦ τοὺς ἔδωσες ὡς σκλάβους, γιὰ νὰ τοὺς παραδώσω σὲ Σένα ὡς υἱούς. Ἀπόδειξαν πώς εἶναι ἄξιοι τῆς τιμῆς αὐτῆς, γιατί τὸν λόγον σου τετηρήκασι. Μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ὁ Κύριος ἐδῶ ἐγκωμιάζει τοὺς μαθητές Του στὸν Οὐράνιο Πατέρα Του. Καὶ συνεχίζει τὰ ἐγκώμια Του:
.               «Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν» (Ἰωάν. ιζ´ 7). Οἱ πονηροὶ Ἰουδαῖοι δὲν ἤθελαν νὰ τὸ καταλάβουν αὐτό. Γι᾽ αὐτὸ καὶ συκοφαντοῦσαν τὸν Κύριο, ἔλεγαν πώς εἶχε δαιμόνιο καὶ πώς ἡ θαυματουργική Του δύναμη προερχόταν ἀπὸ τὸν Βεελζεβούλ, τὸν ἄρχοντα τῶν δαιμόνων. Πρέπει νὰ ‘χουμε κατὰ νοῦ πώς ἀνάμεσα στοὺς πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων ὑπῆρχε κάποια σύγχυση καὶ διαφωνία γιὰ τὸν Χριστό: Ἦταν ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ ὄχι; Ἔτσι μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε γιατί ὁ Κύριος ἐδῶ ἐγκωμιάζει τοὺς ἀποστόλους ποὺ πίστευαν πὼς ἦταν Θεός. Πάντα ὅσα δέδωκάς μοι, δηλαδή, ὅλα τὰ λόγια κι ὅλα τὰ ἔργα.
.               «Ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας» (Ἰωάν. ιζ´ 8). Μὲ τὰ ρήματα πρέπει νὰ κατανοήσουμε ὅλη τὴ σοφία καὶ τὴ δύναμη πού ἔδωσε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του, ὄχι μόνο τὰ λόγια. Τὴν ἐνέργεια τῆς σοφίας καὶ τῆς δύναμης τὴν εἶχαν ἤδη δοκιμάσει οἱ μαθητὲς ὅλο τὸ διάστημα πού ἔζησαν κοντὰ στὸν Κύριο στὴ γῆ καὶ εἶχαν πειστεῖ πώς ὅλη ἡ σοφία κι ἡ δύναμή Του ἦταν ἀπὸ τὸν Θεό.
.               «᾿Εγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι» (Ἰωάν. ιζ´ 9). Μήπως αὐτὸ σημαίνει πώς ὁ Κύριος δὲν προσεύχεται γιὰ ὅλον τὸν κόσμο, ἀλλά μόνο γιὰ τοὺς μαθητές Του; οἱ μαθητὲς ἦταν ἡ καλὴ γῆ, ὅπου ὁ οὐράνιος Σπορέας ἔσπειρε τὸ σωστικό Του σπόρο. Γιὰ τὸν ἀγρό αὐτόν, πού ὁ ἴδιος ὁ Σπορέας καλλιέργησε κι ἔσπειρε, προσευχήθηκε στὸ πρῶτο μέρος. Ὁ Κύριος τὸ ἔκανε αὐτὸ γιὰ νὰ μᾶς διδάξει πὼς πρέπει νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ ταπεινοφροσύνη μόνο αὐτὰ πού μᾶς εἶναι ἀπαραίτητα. Μέσα στὴν ἀκαλλιέργητη καὶ ἄγονη γῆ αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὁ ἴδιος διάλεξε ἕνα μικρὸ ἀγρό, τὸν περιέφραξε κι ἔσπειρε ἐκεῖ τὸν πολύτιμο σπόρο. Καθὼς ὁ σπόρος αὐτὸς ἀναπτύσσεται καὶ καρποφορεῖ, ὁ ἀγρὸς μεγαλώνει κι ὁ σπόρος ποὺ θὰ σπαρεῖ θὰ εἶναι περισσότερος. Ἑπομένως δὲν εἶναι φυσικὸ γιὰ τὸ γεωργὸ νὰ προσεύχεται μόνο γιὰ τὸν περιφραγμένο, καλλιεργημένο καὶ σπαρμένο ἀγρό κι ὄχι γιὰ τὸν ἄγονο κι ἀκαλλιέργητο;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ-1 «Γιατί διαβάζουμε τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ στὴ σημερινὴ γιορτή;» (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

 

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ
τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου
(Ἰωάν. ιζ´ 1-13)
[Α´ Μέρος] 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ἀναστάσεως ἡμέρα»,
 Ἀθῆναι 2011,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 177-198 ἑξ.

 

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ» (ἀπὸ imaik.gr)

.               Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὴν μνήμη μίας πολὺ μικρῆς ὁμάδας μαθητῶν καὶ ὀπαδῶν Του. Σήμερα παρουσιάζει μπροστά σου μόνο τριακόσιους δεκαοκτὼ γλυκεῖς, εὐώδεις καὶ ἀμάραντους καρπούς. Μιὰ μικρὴ ἀλλά ἐκλεκτὴ ὁμάδα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ τριακόσιοι δεκαοκτὼ ἅγιοι πατέρες τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ συνῆλθε στὴ Νίκαια τὸ 325 μ. Χ., τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, γιὰ τὴν ὑπεράσπιση, ἀποσαφήνιση καὶ βεβαίωση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης.
.               Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὴν Ἐκκλησία εἶχαν ἐμφανιστεῖ «λύκοι βαρεῖς» (Πράξ. κ´ 29), πού φοροῦσαν ροῦχα ὅμοια μὲ τῶν ποιμένων. Αὐτοὶ εἶχαν ἔκλυτη ζωὴ καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ βροῦν μέσα τους τόπο γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἔπεσαν κι οἱ ἴδιοι, ἀλλά παρέσυραν καὶ τοὺς πιστοὺς σὲ πλάνες. Ἡ διδασκαλία τους ἦταν διαβρωτική, ὅπως κι ἡ ζωή τους. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα λοιπὸν σύναξε τοὺς ἁγίους αὐτοὺς τοῦ Θεοῦ σὲ μιὰ Σύνοδο, ὥστε νὰ φανοῦν οἱ ἀληθινοὶ διδάσκαλοι τοῦ Χριστοῦ, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς πλανεμένους· νὰ φανεῖ ἡ δύναμη ἐκείνων πού ἀγωνίζονται γιὰ τὸν Χριστὸ ἐναντίον ἐκείνων πού τὸν πολεμοῦν καὶ νὰ διακριθεῖ ὁ γλυκὺς καρπὸς τοῦ καλοῦ Δέντρου, πού εἶναι ὁ Χριστός, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς σάπιους καὶ πικροὺς καρποὺς τοῦ δέντρου τοῦ πονηροῦ.
.               Οἱ ἅγιοι πατέρες ἔλαμψαν στὴ Νίκαια ὅπως τὰ ἄστρα στὸν οὐρανό, πού παίρνουν τὸ φῶς τους ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἔτσι καὶ ἐκεῖνοι φωτίστηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ κι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἦταν Χριστοφόροι ἄνθρωποι, ὁ Χριστὸς ζοῦσε κι ἔλαμπε μέσα ἀπὸ τὸν καθένα τους. Ἦταν οὐρανοπολίτες μᾶλλον παρὰ πολίτες τῆς γῆς, ἀγγελόμορφοι, ἔμοιαζαν περισσότερο μὲ ἀγγέλους παρὰ μὲ ἀνθρώπους. Ἦταν πραγματικὰ «ναὸς Θεοῦ ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» (Β´ Κορ. ϛ´ 16).
.               Πιστεύω πὼς εἶναι ἀρκετὸ ν᾽ ἀναφερθῶ σὲ τρεῖς μόνο ἀπ’αὐτούς· ἐκείνους πού σοῦ εἶναι οἱ πιὸ γνωστοί, γιὰ νά ᾽χεις μιὰ ἰδέα πῶς ἦταν κι οἱ ὑπόλοιποι τριακόσιοι δεκαπέντε. Κι ἀναφέρομαι στὸν ἅγιο πατέρα Νικόλαο, στὸν ἅγιο Σπυρίδωνα καὶ στὸν ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Μέγα. Πολλοὶ ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες ἔφτασαν στὴ Σύνοδο φέροντας στὸ σῶμα τους τραύματα πού εἶχαν δεχτεῖ γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ.
.               Ὁ ἅγιος Παφνούτιος, γιὰ παράδειγμα, εἶχε χάσει τὸ ἕνα του μάτι, ὅταν τὸν βασάνιζαν. Ὅλοι τους ἔλαμπαν ἀπὸ ἕνα ἐσωτερικὸ φῶς πού προερχόταν ἀπὸ τὸν Θεό, ἕνα φῶς ὅπου διακρινόταν καθαρὰ ἡ ἀλήθεια. Ὡς ἀκόλουθοι τοῦ Ἐσταυρωμένου δὲν λογάριαζαν τὰ βασανιστήρια. Ἡ ἀφοβία τους στὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας ἦταν μέγιστη, ἀπεριόριστη. Μὲ τὴ θεόσδοτη γνώση τῆς ἀλήθειας πού κατεῖχαν καὶ τὴν τόλμη τους στὴν ὑπεράσπισή της, οἱ ἅγιοι αὐτοὶ Πατέρες ἀναίρεσαν καὶ συνέτριψαν τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου καὶ καθιέρωσαν τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, πού κρατοῦμε ὣς σήμερα καὶ ὁμολογοῦμε ὡς τὴ μόνη σωστικὴ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.
.               Tό σημερινὸ εὐαγγέλιο δέν μᾶς μιλάει γιὰ τὴ Σύνοδο αὐτή, ἀλλά γιὰ τὴν τελευταία προσευχὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὸν Οὐράνιο Πατέρα Του. Γιατί διαβάζουμε τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ στὴ σημερινὴ γιορτή; Ἐπειδὴ δείχνει τὴν ἐπιρροή του στὴν Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Μὲ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς αὐτῆς ὁ Θεὸς ἐνίσχυσε τοὺς ἁγίους πατέρες τῆς Συνόδου καὶ τοὺς ἔκανε ἀτρόμητους ὑπερασπιστὲς τῆς ἀλήθειας, νικητὲς στὶς ἀμφισβητήσεις καὶ τὴν κακία ἀνθρώπων καὶ δαιμόνων. Νά, πῶς ἀρχίζει ἡ προσευχὴ αὐτή:
.               «Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε» (Ἰωάν. ιζ´ 1). Ὅλα ὅσα δίδαξε ὁ Κύριος στοὺς ἀνθρώπους, τὰ εἶχε ἐφαρμόσει ὁ ἴδιος. Εἶχε διδάξει τοὺς ἀνθρώπους πῶς νὰ προσεύχονται: «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς…» (Ματθ. ϛ´ 9). Ὁ ἴδιος σήκωσε τὸ βλὲμμα Του στοὺς οὐρανούς, ὅπου κατοικεῖ ὁ Πατέρας Του καὶ εἶπε: «Πάτερ!» Δὲν εἶπε «Πάτερ ἡμῶν», ὅπως κάνουμε ἐμεῖς, ἀλλά ἁπλά «Πάτερ!» Μόνο Αὐτὸς θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ «Πατέρα μου». Αὐτὸς καὶ κανένας ἄλλος, εἴτε στὸν οὐρανὸ εἴτε στὴ γῆ, ἀφοῦ Αὐτὸς μόνο εἶναι ὁ Μονογενὴς Υἱός τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, ὁ μόνος ἴσος μὲ τὸν Πατέρα τόσο κατὰ τὴν ὕπαρξη ὅσο καὶ κατὰ τὴν οὐσία· ὁ μοναδικὸς Υἱός τοῦ μοναδικοῦ Πατέρα. Ἐμεῖς εἴμαστε μόνο υἱοί ἐξ υἱοθεσίας, μὲ τὴ χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν. Δέν σήκωσε μόνο τὰ σωματικά Του μάτια ἀλλά καὶ τὰ πνευματικά, κυρίως αὐτά. Ὁ Ἄσωτος «οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανόν ἐπᾶραι» (Λουκ. ιη´ 13), γιατί αἰσθανόταν τὴν ἁμαρτωλοτητά του. Ὁ Κύριος ὅμως ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν ἐλεύθερα, γιατί ἦταν ἀναμάρτητος. Ἡ ὥρα Του -ἡ ὥρα τοῦ μεγάλου πάθους- πλησίαζε. Μόνο Αὐτὸς ἔβλεπε τὴν ὥρα αὐτή, τὴν πιὸ φοβερὴ ἀπὸ καταβολῆς καὶ ὣς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Μόνο Αὐτὸς τὴν ἔβλεπε καθαρὰ ἀπὸ τὴν ἀρχή, τὴν προεῖπε ἀπὸ τὴν ἀρχή καὶ μίλησε γι᾽ αὐτὴν στοὺς μαθητές Του. Οἱ μαθητὲς Του ὅμως δὲν τὸ κατάλαβαν αὐτό, δὲν τὸ ἔβαλαν στὴν καρδιά τους, δὲν τὸ ἔκαναν δικό τους, ὣς τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ὥρα δὲν ἀπεῖχε πιὰ μέρες, ἀλλὰ λεπτά.
.               «Δόξασόν σου τὸν υἱόν!» Δόξασέ Τον τὴ φοβερὴ αὐτὴ ὥρα, ὅπως τὸν δόξασες μέχρι τώρα. Δόξασέ Τον στὸν θάνατο, ὅπως τὸν δόξασες στὴ ζωή. Δόξασέ Τον στὴν ταπείνωση καὶ στὰ πάθη Του, ὅπως τὸν δόξασες μέ τούς δυνατοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα Του. Δόξασέ Τον στοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὸν εἶχες δοξάσει ἀπὸ τὴν ἀρχή στοὺς ἀγγέλους Σου. Δόξασε τὸν Υἱόν Σου «ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε». Ἂν ἀπὸ τὸ πρῶτο μέρος τῆς πρότασης φαίνεται πὼς ὁ Υἱός εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὸν Πατέρα, στὸ δεύτερο αὐτὸ μέρος βλέπουμε καθαρὰ τὴν ἰσότητά Τους καὶ τὴν ἀμοιβαία συμμετοχὴ στὴν ἴση δύναμή Τους. Ὁ Πατέρας δοξάζει τὸν Υἱό καὶ ὁ Υἱός δοξάζει τὸν Πατέρα, μὲ ἀδιαίρετη δύναμη καὶ ἀδιαίρετη ἀγάπη. «Πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν υἱὸν οὐδὲ τὸν πατέρα ἔχει» (Α´ Ἰωάν. β´ 23). Ὁ Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱὸ στὸν κόσμο· ὁ Υἱὸς φανέρωσε τὸν Πατέρα στὸν κόσμο. Τίποτα δέν θὰ ξέραμε γιὰ τὸν Υἱό χωρὶς τὸν Πατέρα, οὔτε γιὰ τὸν Πατέρα χωρὶς τὸν Υἱό, ὅπως δέν θὰ γνωρίζαμε γιὰ τὸ φῶς, ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ ἥλιος. Μὰ οὔτε καὶ γιὰ τὸν ἥλιο θὰ ξέραμε, ἂν δὲν τὸν φανέρωνε τὸ φῶς. Ὁ ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ τὴ σύγκριση αὐτὴ καὶ ὀνομάζει τὸν Χριστὸ «ἀπαύγασμα τῆς δόξης (τοῦ Πατρὸς)» (Ἑβρ. α´ 3). Ὁ Κύριος δέν ζητᾶ νὰ δοξαστεῖ ἀπὸ τὸν Πατέρα γιὰ χάρη τοῦ ἰδίου, μὰ γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων, ὅπως βλέπουμε ἀπὸ τ᾽ ἀκόλουθα λόγια:
.               «Καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. ιζ´ 2). Προσέξτε μὲ ποιὸ τρόπο ὁ Κύριος ἀναφέρεται στὴ δόξα Του: μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος! Τὸ κάνει, γιὰ νὰ γίνει τὸ μέσον πού θὰ χαρίσει στοὺς ἀνθρώπους τὴν αἰώνια ζωή. Αὐτὸ εἶναι πού ζητᾶ ἀπὸ τὸν Πατέρα Του. Αὐτὴ εἶναι ἡ δόξα πού ζητάει. Τὴ στιγμὴ πού οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἑτοιμάζουν ἕνα πικρὸ ποτήρι θλίψεων, γεμάτο μὲ βάσανα, ἱδρῶτα καὶ αἷμα, Ἐκεῖνος προσεύχεται γιὰ νὰ δώσει στοὺς ἀνθρώπους αἰώνια ζωή. Ἡ ἀπάντησή Του στὴν πιὸ βαριὰ πέτρα, εἶναι τὸ γλυκύτερο ψωμί. Κι ἀνέφερε ἀρκετὲς φορὲς ὅτι ὁ Πατέρας τοῦ ἔδωσε δύναμιν ἐπὶ πάσης σαρκός. «Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου» (Ματθ. ια´ 27), εἶπε. Κι ἀλλοῦ πάλι: «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιϛ´ 15). Ἀλλά καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, ὅταν φανερώθηκε στοὺς μαθητὲς Του εἶπε: «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη´ 18). Ὅπως λοιπὸν εἶχε λάβει ἐξουσία πάνω σὲ κάθε ὕπαρξη, ὁ Κύριος ζητάει τώρα ἀπὸ τὸν Πατέρα Του ἐξουσία στὴν αἰώνια ζωὴ γιὰ τὶς ψυχὲς ἐκεῖνες πού τὸν εἶχαν ἐμπιστευτεῖ, νὰ τοὺς χαρίσει δηλαδὴ τὴν αἰωνιότητα. Ἄλλο πράγμα εἶναι νὰ ἔχεις ἐξουσία πάνω στὸν ὑλικὸ καὶ φθαρτὸ κόσμο κι ἄλλο νὰ ἔχεις στὴ δικαιοδοσία σου τὴν αἰώνια ζωή. Ὅταν στὴν ἀρχή θέλησε ὁ Θεὸς νὰ δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, ζωντανὸ καὶ ἀθάνατο, στὴ δημιουργία ἔλαβε μέρος ἡ Ἁγία Τριάδα, ὅπως διαβάζουμε στὴ Γένεση (α´ 26): «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν». Τώρα, πού ὁ Λυτρωτὴς καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου θέλει νὰ δώσει αἰώνια ζωὴ στοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους, προσφεύγει στὸν Πατέρα, ἐνῶ εἶναι αὐτονόητη καὶ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὴν περίπτωση αὐτή, ὅπως καὶ στὴ δημιουργία, ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀποκλειστικὸ χάρισμα τῆς Ἁγίας Τριάδας. Καὶ στὴ μιὰ περίπτωση καὶ στὴν ἄλλη, ἡ αἰώνια ζωὴ δηλώνεται πὼς εἶναι τὸ μέγιστο ἀγαθὸ ποὺ χαρίζει ὁ Θεός. Ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀποκαθίσταται στὴν αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀνυπέρβλητη, μοναδική, ὅπως κι ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν πηλό. Τὸ νὰ κάνεις ἕνα θνητὸ ἄνθρωπο ἀθάνατο εἶναι τόσο μεγαλειώδης καὶ θεϊκὴ πράξη, ὅσο κι ἡ δημιουργία ἀπὸ τὸν πηλό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ AΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ-2 «Μόνο μέσα ἀπὸ τὸν Χριστὸ μποροῦν νὰ φτάσουν οἱ ἄνθρωποι στὴν πληρέστερη γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατὸ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.» (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)


 

, , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Τοῦ (†) Στυλ. Παπαδοπούλου, Καθηγ. Παν/μίου Ἀθηνῶν

.             Τὸ ἔργο τῶν Πατέρων καὶ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας εὑρίσκεται σὲ ἄμεση σχέση πρὸς τὸ ἔργο τῶν Συνόδων, εἴτε αὐτὲς εἶναι Οἰκουμενικὲς εἴτε τοπικές. Ἡ σχέση αὐτὴ παραμένει ἐν τούτοις ἀδιασάφητη καὶ ἀδιόριστη ὣς ἕνα σημεῖο. Οἱ περισσότερες φέρ᾽ εἰπεῖν οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἐργάσθηκαν χωρὶς τὴν παρουσία ὡς μελῶν κατ᾽ ἐξοχὴν μεγάλων Πατέρων καὶ Διδασκάλων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι κινήθηκε ἡ θεολογικὴ διεργασία τῆς Συνόδου ἐρήμην τῆς θεολογικῆς προσφορᾶς ἑνὸς ἢ περισσοτέρων μεγάλων Πατέρων. Στὴν Α´ οἰκουμ. Σύνοδο ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἐπέδρασε βαθύτατα καὶ ἀποφασιστικὰ χωρὶς νὰ εἶναι σύνεδρο μέλος. Κατὰ τὴν Β´ οἰκ. Σύνοδο ὁ μὲν Βασίλειος εἶχε πεθάνει, ὁ δὲ Γρηγόριος Θεολόγος ἀπουσίαζε. Ἡ θεολογία ὅμως τῆς Συνόδου αὐτῆς ἐκφράζει τὴν θεολογία τῶν δύο μεγάλων ἀνδρῶν, πράγμα τὸ ὁποῖο σημαίνει ὅτι ὁ χῶρος τῆς Συνόδου δὲν εἶναι χῶρος, ὅπου κατ᾽ ἐξοχὴν δίδεται ἡ λύση τῶν μεγάλων προβλημάτων μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ Πνεύματος. Ἡ Σύνοδος μὲ τὸ φωτισμὸ βεβαίως τοῦ Πνεύματος διακρίνει τὴν ἤδη ἐκφρασθεῖσα ὀρθὴ λύση (τὴν ἐμπειρία τῆς ἀληθείας ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος), τὴν διατυπωθεῖσα ὀρθὴ θεολογικὴ ἄποψη, μεταξὺ ἄλλων λύσεων καὶ ἀπόψεων ποὺ ἔχουν προταθῆ. Ἡ διάκριση ὅμως, ἡ ἐπισήμανση καὶ ἡ υἱοθέτηση καὶ ἐπικύρωση καὶ ὑποστήριξη τῆς ὀρθῆς ἢ γνήσιας θεολογικῆς λύσεως ἀποτελεῖ ἐπίσης ἔργο δυσχερές, ποὺ συντελεῖται καὶ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Πνεύματος (βλ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, «Ἐπιστολὴ» 1, PG 77, 16Β ). Οἱ καθοδηγούμενοι στὴν Σύνοδο εἶναι συνήθως Πατέρες ποὺ ποιμαίνουν ὡς ἐπίσκοποι τὴν Ἐκκλησία, εἶναι συγγραφεῖς ἐκκλησιαστικοί, ὅπως κάποτε μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ μεγάλοι Πατέρες καὶ Διδάσκαλοι. (παράδειγμα ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ποὺ ἦταν μέλος καὶ πρόεδρος τῆς Γ´ οἰκ. Συνόδου).
.             Ἡ θεολογία καὶ οἱ ἀποφάσεις τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲ νοοῦνται χωρὶς τὴ θεολογικὴ προσφορὰ τῶν Πατέρων καὶ Διδασκάλων, ἡ ὁποία ἔχει προηγηθῆ κι ἔχει λίγο ἢ πολὺ προετοιμάσει τὸ ἔδαφος γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τῆς ὀρθῆς θέσεως ἀπὸ μέρους τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Φυσικὰ ἡ ἀποδοχὴ μιᾶς πατερικῆς θεολογικῆς θέσεως δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν συμφωνία ἢ μὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν πλειοψηφία αὐτοῦ, ὅπως τόσο ἔντονα ὑποστηρίζεται. Προϋποθέσεις ὀρθοδοξίας καὶ ἀποδοχῆς μίας πατερικῆς θεολογικῆς θέσεως εἶναι δύο: α) ἡ παραδοσιακότης τῆς θέσεως, τὸ σύμφωνο δηλ. αὐτῆς πρὸς τὴν Παράδοση καὶ τὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας, καὶ β) ἡ προέλευση αὐτῆς ἀπὸ φωτισμὸ τοῦ Πνεύματος. Τὸ αὐτὸ ἄλλωστε ἰσχύει γενικὰ καὶ γιὰ τὴν ἀλήθεια-θέση ποὺ ἐπικυρώνει καὶ μία οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Τελικὸ κριτήριο δηλαδὴ τῆς πατερικῆς θεολογίας καὶ τῆς οἰκουμ. Συνόδου εἶναι ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποία προσφέρουν. Ὅλα τὰ λοιπὰ κριτήρια εἶναι σχετικὰ καὶ συζητήσιμα.

 

ΠΗΓΗ: myriobiblos.gr

, ,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
(16-6-2013) «Γνῶσι τῆς Θείας Ἀληθείας, ἐνσυνείδητη παραμονή μας εἰς τήν Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, διαφύλαξι ὡς κόρης ὀφθαλμοῦ τῆς θεοπαραδότου καί ἀμωμήτου πίστεως».

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

(16-6-2013)

Τοῦ Μητροπ. Κυθήρων Σεραφείμ

.              Κατά τήν σημερινή Κυριακή, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τό ἱερό Ἀνάγνωσμα τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου περιέχει τήν θαυμάσια ἀπό θεολογικῆς, ἐκκλησιολογικῆς καί σωτηριολογικῆς ἀπόψεως Ἀρχιερατική Προσευχή τοῦ Σωτῆρος  μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία ἀπηύθυνε πρός τόν Οὐράνιο Πατέρα Του, παρόντων τῶν μαθητῶν Του, λίγο πρίν παραδοθῆ τήν νύκτα ἐκείνη τῆς προδοσίας, μέ τό φίλημα τοῦ Ἰούδα, στά χέρια τῶν ἀνόμων διωκτῶν Του.
.              Ἡ ὑπέροχη Ἀρχιερατική αὐτή προσευχή τοῦ Κυρίου μας περιέχει τά ἑξῆς τρία βασικά θέματα : α) Τήν προσευχή τοῦ μελλοθανάτου Χριστοῦ γιά τόν ἑαυτό Του καί τό σωτήριο ἔργο Του β) τήν προσευχή Του γιά τούς μαθητές Του καί γ) τήν προσευχή γιά ὅλους ἐκείνους πού ἐπρόκειτο νά πιστεύσουν, δηλ. γιά τά μέλη τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, διαχρονικά.
.              Ἄς ἀκούσωμε καί ἄς προσέξωμε ἰδιαίτερα τά βασικά σημεῖα αὐτῆς τῆς προσευχῆς σέ ἁπλουστευμένη καί περισσότερο κατανοητή γλῶσσα.
.              Ὁ Ἰησοῦς ἐσήκωσε τά μάτια του στόν οὐρανό, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, καί εἶπε˙ «Πατέρα μου, ἦλθε ἡ ὥρα, πού ἡ σοφία σου ὥρισε γιά νά πάθω καί νά θυσιασθῶ. Δέξου τήν θυσία τοῦ παθήματός μου καί δόξασε τόν Υἱό σου καί κατά τήν ἀνθρώπινη φύσι Του γιά νά σέ δοξάση καί ὁ Υἱός σου μέ τήν ἀπολύτρωσι καί τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, πού θά ὁλοκληρωθῆ μέ τή σταυρική Του θυσία καί μέ τήν αἰώνια Ἀρχιερατική μεσιτεία Του.
.              Δόξασε τόν Υἱό σου, Οὐράνιε Πατέρα μου, σύμφωνα μέ τήν ἐξουσία πού τοῦ ἔδωσες ἐπάνω σέ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα, γιά νά δώση ὡς αἰώνιος Ἀρχιερεύς, πού θά κάθεται στά δεξιά σου, τήν αἰώνια ζωή σέ ὅλο ἐκεῖνο τό πλῆθος πού τοῦ ἔδωσες καί οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν εἰς Αὐτόν. Αὐτή εἶναι ἡ αἰώνια ζωή : τό νά γνωρίζουν Ἐσένα τόν μόνο ἀληθινό Θεό καί τόν Ἰησοῦ Χριστό, πού Ἐσύ ἀπέστειλες στόν κόσμο.
.              …Ἐγώ γιά τούς Μαθητές μου σέ παρακαλῶ, δέν σέ παρακαλῶ γιά τόν κόσμο, ἀλλά γιά ἐκείνους πού μοῦ ἔδωσες, ἐπειδή εἶναι δικοί σου. Καί ὅλα τά δικά μου εἶναι δικά σου καί τά δικά σου εἶναι δικά μου, καί ἔχω δοξασθῆ δι᾽ αὐτῶν, διότι ἀνεγνώρισαν τήν θεία μου φύσι καί ἐπίστευσαν σέ μένα. Δέν θά εἶμαι πλέον στόν κόσμο, ἐνῶ αὐτοί θά εἶναι στόν κόσμο, καί ἐγώ ἔρχομαι σ᾽ ἐσένα.
.              Πατέρα ἅγιε, φύλαξέ τους μέ τήν δύναμι τοῦ Ὀνόματός σου πού μοῦ ἔδωσες, γιά νά εἶναι ἕνα, ὅπως εἴμαστε κι ἐμεῖς ἕνα. Ὅταν ἤμουν μαζί τους στόν κόσμο, ἐγώ τούς ἐφύλαγα μέ τήν δύναμι τοῦ Ὀνόματός Σου. Ἐκείνους πού μοῦ ἔδωσες τούς ἐφύλαξα καί κανένας ἀπ᾽ αὐτούς δέν ἐχάθηκε παρά ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας, ὅπως τό εἶχε προεξαγγείλει ἡ Ἁγία Γραφή.
… Δέν σέ παρακαλῶ νά τούς πάρης ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά νά τούς φυλάξης ἀπό τόν πονηρό. Δέν εἶναι (οἱ μαθητές μου) ἀπό τόν κόσμο, καθώς ἐγώ δέν εἶμαι ἀπό τόν κόσμο. Ἁγίασέ τους μέ τήν ἀλήθειά σου. Ὁ λόγος ὁ δικός σου εἶναι ἡ ἀλήθεια.
… Δέν παρακαλῶ μόνο γι᾽ αὐτούς τούς 11, ἀλλά καί γιά ἐκείνους πού θά πιστεύσουν μέ τόν λόγο τους σ᾽ ἐμένα. Γιά νά εἶναι ὅλοι ἕνα, καθώς Ἐσύ, Πατέρα, εἶσαι ἑνωμένος μέ ἐμένα καί ἐγώ εἶμαι ἑνωμένος μέ σένα, λόγῳ τοῦ ὅτι ἔχουμε καί οἱ δύο τήν αὐτή οὐσία καί φύσι, ἔτσι σέ παρακαλῶ νά εἶναι καί αὐτοί ἕνα μέ τήν κοινωνία καί τήν ἕνωσί τους μέ μᾶς. Γιά νά πιστεύση μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ διῃρημένος καί διχασμένος μεταξύ του κόσμος, πού θά βλέπη τό καταπληκτικό αὐτό θαῦμα τῆς ἑνότητας καί τῆς συμφωνίας μέσῳ ἐμοῦ, ὅτι σύ μέ ἀπέστειλες».
.              Ἡ θαυμάσια Ἀρχιερατική Προσευχή τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού ὁμιλεῖ γιά τήν ἀπολυτρωτική Σταυρική θυσία τοῦ Θεανθρώπου, εὔχεται γιά τήν ἐν τῷ Τριαδικῷ Θεῷ ἑνότητα καί ὁμοψυχία τῶν Χριστιανῶν. Αὐτή ἐξασφαλίζεται μέ τήν γνῶσι τῆς Θείας Ἀληθείας, μέ τήν ἐνσυνείδητη παραμονή μας εἰς τήν Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί μέ τήν διαφύλαξιν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τῆς θεοπαραδότου καί ἀμωμήτου πίστεως.
.              Αὐτή εἶναι ἡ διάπυρη εὐχή γιά ὅλους τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς μας καί ὅλους τούς συνανθρώπους μας. Ἀμήν.

† Ὁ Κ.Σ.

 

ΠΗΓΗ: imkythiron.gr

 

, , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ (Πρωτ. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ)

Οἱ Πατέρες 

Πρωτ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ

ἀπὸ τὸ βιβλίο
“ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ”
(Ἀπάνθισμα κηρυγμάτων ἀπὸ τὴν «ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ» τῶν ἐτῶν 1980 καὶ 1983)
Ἐκδ. «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», 
Θεσσαλονίκη 2010

«ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ,
ἀλλ’ οὐ πολλοὺς πατέρας…»

.          Ὅταν ὁ «ἄρχων τῶν Ἰουδαίων» Νικόδημος, ἐπισκέφθηκε νύκτα τὸν Χριστό, Ἐκεῖνος τοῦ μίλησε γιὰ μία γέννηση πέρα ἀπὸ τὴν σωματικὴ – βιολογική. Τοῦ ἀπεκάλυψε τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση τοῦ πιστοῦ «ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος», μὲ τὴν ὁποία εἰσέρχεται κανεὶς στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὴν τὴν γέννηση μιλεῖ σήμερα καὶ ὁ Ἀπ. Παῦλος, ὑπογραμμίζοντας τὴν παρουσία ὠρισμένων προσώπων στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀξιώνονται νὰ γίνουν οἱ κατ’ ἄνθρωπον συντελεστές της. Καὶ τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἶναι οἱ Πατέρες, ἕνα μέγεθος οὐσιαστικότατο στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Πατέρες – Παιδαγωγο

.          Ὁ Παῦλος κάνει διάκριση ἀνάμεσα σὲ Πατέρες καὶ Παιδαγωγοὺς – Διδασκάλους τῶν πιστῶν. Οἱ πρῶτοι εἶναι λίγοι σὲ σύγκριση μὲ τοὺς δευτέρους. Οἱ Πατέρες εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ γεννοῦν τέκνα πνευματικά. οἱ Παιδαγωγοὶ συντελοῦν στὴν περαιτέρω ἀνάπτυξη καὶ καλλιέργειά τους. Οἱ Πατέρες φέρνουν στὴν πνευματικὴ ὕπαρξη. Οἱ Παιδαγωγοὶ συμπληρώνουν τὸ ἔργο ἐκείνων μὲ τὴν «ἐποικοδομή» τους. Ὅταν λέγει αὐτὰ ὁ Παῦλος, ἔχει ὑπ ὄψη του τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Τὸ λέγει, ἄλλωστε, καθαρὰ στοὺς Κορινθίους, ὅτι εἶναι ὁ πνευματικός τους πατέρας. Γι’ αὐτὸ μπορεῖ ἁπτὰ καὶ συγκεκριμένα νὰ περιγράψει τὸ ἔργο του σ’ αὐτούς, σ’ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὸ ἔργο τῶν πολλῶν διδασκάλων ποὺ εἶχαν. Αὐτὸς «ἐφύτευσε», ἐνῶ ὁ Ἀπολλὼς -μετὰ ἀπ’ αὐτὸν- μόνο «ἐπότισε». Αὐτὸς «ἔθηκε θεμέλιον». ὅσοι ἦλθαν μετὰ ἀπ’ αὐτόν, ἁπλῶς «ἐποικοδόμησαν». (Α´ Κορ. γ´ 6, 10). Ὑπάρχει μία ἀναλογία ἀνάμεσα στοὺς πνευματικοὺς καὶ τοὺς σαρκικοὺς πατέρες. Εἶναι καὶ οἱ δύο μοναδικοὶ καὶ ἀναντικατάστατοι. Γιατί καὶ οἱ δύο ὁδηγοῦν στὴν ὕπαρξη, βιολογικὴ ἢ πνευματική. Καὶ αὐτὸ γίνεται μία φορὰ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπαρξιακὸ καὶ ἀνεπανάληπτο γεγονὸς δὲν εἶναι μόνο ἡ γέννηση, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀναγέννηση. Ὑπάρχει βέβαια καὶ μία οὐσιαστικὴ διαφορά: οἱ σαρκικοὶ πατέρες γεννοῦν γιὰ τὸν κόσμο. οἱ πνευματικοὶ πατέρες γεννοῦν γιὰ τὸν Χριστό. Προσδιορίζοντας τὴν δεύτερη αὐτὴ «γέννηση» ὁ Ἀπόστολος τὴν ὀνομάζει «Ἐν Χριστῷ» καὶ «διὰ τοῦ Εὐαγγελίου», Χαράζοντας ἔτσι καὶ τὶς συντεταγμένες τῆς πνευματικῆς πατρότητος στὴν Ἐκκλησία. Οἱ Πατέρες τῶν πιστῶν εἶναι «ἐν Χριστῷ» πατέρες καὶ τὰ πνευματικά τους τέκνα γίνονται μέσω αὐτῶν, ὄχι δικά τους, ἀλλὰ -οὐσιαστικὰ καὶ κύρια- «τοῦ Χριστοῦ» τέκνα. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι γιὰ νὰ ἀξιωθεῖ ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ γίνει κανεὶς στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ πατέρας, πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἴδιος πρῶτα «ἐν Χριστῷ», δηλαδὴ ἀναγεννημένος, ἀληθινὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ, τοῦ ΜΟΝΟΥ κατ’ οὐσίαν ΠΑΤΡΟΣ (Ἐφεσ. γ´ 15). Ἂν δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ προϋπόθεση, δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει κανεὶς στὴν ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση. Δὲν γεννᾶ πνευματικά. Δὲν ὁδηγεῖ στὴν σωτηρία. Ὅπως ὑπῆρχαν ψευδοπροφῆτες στὴν Π. Διαθήκη, ποὺ σφετερίζονταν τὸ ἔργο τῶν γνησίων προφητῶν, ἔτσι μπορεῖ νὰ ὑπάρξουν καὶ ψευδοπατέρες, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ὁδηγήσουν στὴν ἀναγέννηση τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ δὲν εἶναι οἱ ἴδιοι ἐν Χριστῷ ἀναγεννημένοι. Ὄχι σπάνια δέ, καταντοῦν «πατρυιοί», γιατί ἀντὶ νὰ ὁδηγοῦν στὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ὑποτάσσουν τὰ «πνευματικά τους τέκνα» στὸν ἑαυτό τους, δημιουργώντας θύματα καὶ ὄργανα ὑπηρετικὰ στοὺς ὁποιουσδήποτε σκοπούς τους. Μὴ μπορώντας νὰ ἀναγεννήσουν «διὰ τοῦ Εὐαγγελίου», δὲν γεννοῦν «ἐν Χριστῷ», ἀλλὰ «ἐν πλάνῃ καὶ ἁμαρτίᾳ». Προσφέρουν δηλαδὴ μία γέννηση, ποὺ ἰσοδυναμεῖ μὲ θάνατο. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅσους ἀναλαμβάνουν τὸ ἔργο τοῦ «πατρὸς» χωρὶς νὰ εἶναι ἀναγεννημένοι ἐν Χριστῷ οἱ ἴδιοι!

Πατερικὴ ἡ Ὀρθοδοξία

.          Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀδιανόητη χωρὶς Παύλους, χωρὶς Πατέρες καὶ Μητέρες ἐν Χριστῷ, ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση τὰ πνευματικά τους τέκνα. Οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ Μητέρες ὅλων τῶν αἰώνων, συνιστοῦν τὴν εὐθεία καὶ ἀδιάσπαστη γραμμὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Δηλαδὴ τὴν συνέχεια τῆς εἰσαχθείσης στὸν κόσμο, διὰ τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ – Λόγου νέας ζωῆς, τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Οἱ Πατέρες εἶναι οἱ διάδοχοί του Παύλου καὶ τῶν λοιπῶν Ἀποστόλων, ὄχι ἁπλῶς στὴν ἀνάληψη διοικητικῶν καὶ πρακτικῶν καθηκόντων, ἀλλὰ κυρίως στὴν συνέχιση τῆς «καινῆς κτίσεως», τοῦ ἀπεκεκαλυμμένου νέου τρόπου ζωῆς – ὑπάρξεως, ποὺ ἐκφράζεται καὶ πραγματώνεται ὡς ὀρθόδοξη πίστη καὶ φρόνημα, ὡς δοξολογία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ καὶ ὡς τριαδοκεντρικὴ ζωὴ καὶ πολιτεία – κοινωνία.
.          Οἱ Πατέρες ὅλων τῶν αἰώνων, ἐνεργοῦν στὸ ποιμαντικό τους ἔργο ὅπως οἱ γιατροὶ -καθηγηταὶ σὲ μία Ἰατρικὴ Σχολή. Δὲν περιορίζονται στὴν διάγνωση καὶ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν, ἀλλὰ δημιουργοῦν καὶ συνεχιστὲς τοῦ ἔργου τῶν. Τὰ πνευματικά τους τέκνα πρῶτα τὰ ὁδηγοῦν στὴν θεραπεία ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ νὰ γίνουν καὶ ἐκεῖνα μὲ τὴ σειρὰ τοὺς πατέρες ἄλλων τέκνων, συνεχίζοντας τὴν ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση. Στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας αὐτὴ ἡ σχέση Πνευματικοῦ Πατρὸς – Πνευματικοῦ Τέκνου, μένει ἀκατάλυτη. Κοντὰ στοὺς ἁγίους Πατέρες γεννῶνται οἱ ἅγιοι Πατέρες! Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος κοντὰ στὸν μέγα Ἀντώνιο, ὁ μέγας Βασίλειος κοντὰ στοὺς Γέροντες τῆς ἐρήμου κ.ο.κ. Ἔτσι κατανοοῦμε τὴν φαινομενικὴ ἀπολυτότητα, ἀλλὰ καὶ τὶς ἀληθινὲς διαστάσεις, τῆς ἀκόλουθης φράσεως τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν, βιβλίου τοῦ δ’ αἰώνα: «Οὗτος διδάσκαλος εὐσεβείας, οὗτος μετὰ Θεὸν πατὴρ ἡμῶν, δι’ ὕδατος καὶ Πνεύματος ἀναγεννήσας ἠμᾶς» (Η´ 26). Τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο εἶναι μία συνεχὴς (ἀνα)γέννηση, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατη, ἂν δὲν ὑπάρχουν πραγματικοὶ Πατέρες. Μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα αὐτό, θὰ πρέπει νὰ δοῦμε, πιστεύω, καὶ τὴν σημερινὴ -συνεχῶς αὐξανομένη- καταφυγὴ τόσων ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα νέων, στοὺς χώρους τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως, τὰ μοναστήρια μας, καὶ μάλιστα τὰ ἀθωνικά, γιὰ ἀναζήτηση Πατέρων. Τότε μόνο θὰ καταλάβουμε, πὼς καὶ στοὺς κρίσιμους καιρούς μας τὸ Πατρικὸ Χέρι τοῦ Θεοῦ δὲν ἔπαυσε νὰ βοηθεῖ καὶ νὰ κατευθύνει τὸν Λαό μας!

ΠΗΓΗ: Ὀρθόδοξη Πορεία

,

Σχολιάστε

Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ («Ὑπάρχουν σήμερα πολλοὶ ποὺ ἀλλοιώνουν τὸν Πατερικὸ λόγο, μὲ τὴν σκέψη ὅτι ζοῦμε σὲ μιὰ ἄλλη ἐποχή».)

Πατερικ θεολογία

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ» 
Ἰούνιος 2012, ἀρ. τ. 191

.            Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ εἶναι ἀφιερωμένη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στοὺς ἁγίους Πατέρες ποὺ συνεκρότησαν τὴν Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν Χαλκηδόνα τὸ ἔτος 451 μ.Χ., ἡ ὁποία ἀντιμετώπισε τὴν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ. Πρόκειται γιὰ τὴν αἵρεση ἐκείνη ποὺ ὑποστηρίζει ὅτι οἱ δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ –θεία καὶ ἀνθρωπίνη– ἑνώθηκαν σὲ μία φύση καὶ συγκεκριμένα ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπορροφήθηκε ἀπὸ τὴν θεία φύση. Αὐτὴ ἡ ἄποψη ἀνέτρεπε ὅλη τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει ὅτι διατηρεῖται ἡ ἀνθρώπινη φύση στὸν Χριστὸ καὶ μετὰ τὴν ἕνωσή της μὲ τὴν θεία φύση.
.            Ἡ αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ εἶναι συνέχεια τῆς μεγάλης αἱρέσεως τοῦ ἀρειανισμοῦ, ποὺ ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι κτίσμα καὶ ὄχι Θεός. Ἡ βάση τῶν πρώτων αὐτῶν αἱρέσεων ἦταν ὅτι προσπαθοῦσαν νὰ ἑρμηνεύουν μὲ τὴν λογικὴ τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι οἱ αἱρετικοὶ καὶ ὅλοι οἱ ὁμόφρονές τους θεολόγησαν χρησιμοποιώντας τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ τὸν στοχασμό, ἐνῶ οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦσαν τὴν ἐμπειρία τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Ἀποστόλων, ὅπως διατυπώθηκε μέσα στὴν Ἁγία Γραφή, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἐπιβεβαιώθηκε ἀπὸ τὴν δική τους πνευματική, ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία. Αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν Πατέρων. Οἱ αἱρετικοὶ προσπαθοῦσαν νὰ ἑρμηνεύσουν τὴν σχέση τοῦ Πατρὸς μὲ τὸν Λόγο, καὶ τὴν σχέση τῶν δύο φύσεων στὸν Χριστό, μὲ τὴν χρήση φιλοσοφικῶν προϋποθέσεων, ἐνῶ οἱ Πατέρες ἐγνώριζαν ἀπὸ τὴν πείρα τους ὅτι ὁ Λόγος εἶναι Θεός, γιατί κατὰ τὴν ἐμφάνισή Του στοὺς Ἀποστόλους καὶ σὲ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους ἔλαμπε ὡς Φῶς, ὅπως ὁ ἥλιος. Ἔτσι, ὁ Λόγος ἔχει τὴν ἴδια οὐσία καὶ ἐνέργεια μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐπίσης, ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἔγινε «ἀσυγχύτως», «ἀτρέπτως», «ἀδιαιρέτως» καὶ «ἀχωρίστως».
.            Πράγματι, κατὰ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στὸ ὄρος Θαβώρ, οἱ τρεῖς Μαθητὲς εἶδαν τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ νὰ λάμπη ὅπως ὁ ἥλιος, καὶ τὰ ἱμάτιά Του νὰ εἶναι λευκὰ ὅπως τὸ φῶς, ἄκουσαν καὶ τὴν φωνὴ τοῦ Πατρός, ποὺ ἐμαρτύρησε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἀγαπητὸς Υἱός Του καὶ εἶδαν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ὡς νεφέλη φωτεινή. Ὁ ἀρχιδιάκονος καὶ πρωτομάρτυρας Στέφανος στὸ Συνέδριο τῶν Ἰουδαίων εἶδε μεγάλη δόξα-λάμψη Θεοῦ καὶ τὸν Χριστὸ νὰ βρίσκεται στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶδε τὸν Χριστὸ μέσα στὸ Φῶς, καὶ μάλιστα ἕνα Φῶς τοῦ ὁποίου ἡ λαμπρότητα ὑπερεῖχε τῆς λαμπρότητος τοῦ ἡλίου. Αὐτὴν τὴν ἐμπειρία εἶχαν οἱ Προφῆτες στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπως ὁ θεοπτης Μωϋσῆς, ἀλλὰ καὶ οἱ θεοφόροι Πατέρες διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Σὲ μιὰ τέτοια ἐμπειρικὴ θεολογία δὲν μπορεῖ νὰ ἀντέξη ὁποιαδήποτε φιλοσοφία καὶ ὁποιοσδήποτε στοχασμός. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ποὺ παρευρέθηκε κατὰ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ στὸ ὄρος Θαβώρ, γράφει ὅτι ἔγινε «ἐπόπτης» τῆς μεγαλειότητος τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν Τὸν γνώρισε μὲ «σεσοφισμένους μύθους», δηλαδὴ μὲ παραμύθια τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται μὲ σοφοὺς λόγους καί, ἀσφαλῶς, ἐδῶ ἐννοεῖται ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία, ποὺ χαρακτηρίζεται μεταφυσικὴ (Β´ Πέτρ. α´ 16-21).
.              Ἡ θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐμπειρικὴ καὶ ὄχι ὀρθολογιστική, ἐκφράζεται ἀπὸ αὐτόπτες μάρτυρες τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι ἀπὸ φιλοσόφους ποὺ χρησιμοποιοῦν τὸν στοχασμὸ καὶ τὴν φιλοσοφία. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο εἶναι διακριτικὸ γνώρισμα τῶν αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναμειγνύουν τὴν λογικὴ μὲ τὸν νοῦ, τὴν φαντασία μὲ τὴν πραγματικότητα, τὴν φιλοσοφία μὲ τὴν ἀλήθεια, τὸν στοχασμὸ μὲ τὴν Ἀποκάλυψη. Γι’ αὐτὸ τιμᾶμε τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀπλανεῖς διδασκάλους, ὡς μεγάλους θεολόγους, ὡς ἀστέρες πολύφωτους τοῦ νοητοῦ στερεώματος, ὡς ἄνθη τοῦ Παραδείσου, ὡς πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου καὶ πολλὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἀκούσαμε νὰ ψάλλωνται σήμερα κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Ὄρθρου στὸν Ναό.
.            Καὶ αὐτὸ εἶναι σημαντικό, γιατί ὑπάρχουν σήμερα πολλοὶ ποὺ ἀλλοιώνουν τὸν Πατερικὸ λόγο, μὲ τὴν σκέψη ὅτι ζοῦμε σὲ μιὰ ἄλλη ἐποχή, διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Πατέρων, ὁπότε κάνουν λόγο γιὰ μεταπατερικὴ θεολογία, ἀλλὰ καὶ τὸν παρερμηνεύουν μὲ περίπλοκο τρόπο, ὥστε νὰ τὸν ὑπονομεύουν. Εἶναι ὀδυνηρὲς αὐτὲς οἱ παρερμηνεῖες, καὶ στὴν οὐσία τους ἀντιεκκλησιαστικές, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ μὲ ὕμνους καὶ προσευχὲς τοὺς Πατέρες καὶ ὄχι τοὺς φιλοσόφους.
.            Τιμᾶμε κι ἐμεῖς τοὺς Πατέρες, ὅταν ἀποδεχόμαστε τὸν λόγο τους καὶ ἐφαρμόζουμε τὴν διδασκαλία τους, ἡ ὁποία εἶναι πάντα ἐπίκαιρη.

ΠΗΓΗ:  parembasis.gr

, , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΟΣ

 Ἡ θεολογία τῆς Πατρότητος   

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 127-130

 «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου». 
(Ματθ. ε´14 )

.            Ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ἀπεκάλεσε τοὺς μαθητάς Του, «φῶς τοῦ κόσμου». Ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς ἔχει ὀντολογικὴ σημασία καὶ ὄχι ἠθική. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ μαθηταὶ εἶναι «φῶς τοῦ κόσμου», ὄχι ἁπλῶς γιατί ἔχουν μερικὰ ἐξωτερικὰ ἔργα (κοινωνικὴ ἐργασία), ἀλλὰ γιατί εἶναι κατοικητήρια τῆς Ἁγίας Τριάδος, γιατί ἔχουν αἰσθητὰ στὴν καρδιά τους τὴν Χάρι τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
.            Τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο πράγμα εἶναι νὰ ἀναλύη κανεὶς αὐτὸν τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, ὑπονοώντας ὅτι «φῶς τοῦ κόσμου» εἶναι οἱ «καλοὶ» Χριστιανοὶ ποὺ κάνουν «καλὰ» ἔργα. Εἶναι ἐπικίνδυνο, γιατί οἱ Πατέρες ἑρμηνεύουν ὅτι «φῶς τοῦ κόσμου» εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι πού, ἀφοῦ πέρασαν ὅλη τὴν αἴσθησι τοῦ κόσμου, ἔφθασαν μὲ τὸν φωτισμένο νοῦ στὰ ὑπὲρ αἴσθησι καὶ ἔπειτα «ἐρεύγονται» ἀπὸ τὴν καθαρὴ καρδιά τους λόγους ἀγαθοὺς ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας. Ἔγιναν πνευματικοί, ἀφοῦ προηγουμένως μὲ τὴν νηστεία καὶ τὴν ἀγρυπνία καθάρισαν τὴν σάρκα, μὲ τὰ δάκρυα ἐκλέπτυναν τὴν παχύτητα τῆς καρδιᾶς, μὲ τὴν κακοπάθεια ἐνέκρωσαν τὰ μέλη τους, μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν μελέτη ἐπλήρωσαν τὸν νοῦν ἀπὸ φῶς, μὲ τὴν ἀπάρνησι τῶν θελημάτων τους ἐχώρισαν τὶς ψυχὲς ἀπὸ τὴν προσπάθεια τοῦ σώματος. Τέτοιοι ἦσαν ὅλοι οἱ ἅγιοι καὶ ἰδιαιτέρως οἱ ἅγιοι Πατέρες ποὺ ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
.            Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς σημερινῆς ἑορτῆς πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι Πατερική, ὄχι γιατί κάποτε εἶχε τοὺς θεοφόρους Πατέρας της, ποὺ διαφύλαξαν τὴν ἀληθινὴ πίστι ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῶν αἱρέσεων, ἀλλὰ γιατί πάντοτε ὑπάρχουν Πατέρες. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι Πατερική, γιατί μέσα σ’ αὐτὴν ὑπάρχει τὸ Πανάγιο Πνεῦμα ποὺ τὴν ζωοποιεῖ. Γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε κάπως αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξετάσουμε τί ἐννοοῦμε μὲ τὸν ὅρο Πατέρες.

 Ὁ Θεὸς Πατὴρ

.            Στὴν Ἁγία Γραφὴ τὸ ὄνομα Πατὴρ χρησιμοποιεῖται ὡς ὑποστατικὸ ἰδίωμα (τρόπος ὑπάρξεως) τοῦ Πρώτου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, γιὰ νὰ φανη ἡ σχέσι τοῦ Πρώτου Προσώπου μὲ τὰ ἄλλα Πρόσωπα, ὅτι δηλ. ἐγέννησε πρὸ χρόνων αἰωνίων τὸ Δεύτερο Πρόσωπο, ποὺ λέγεται Υἱὸς καὶ ἐξ Αὐτοῦ (τοῦ Πατρὸς) ἐκπορεύεται τὸ Πανάγιον Πνεῦμα. Τὸ ὄνομα ὅμως Πατὴρ μπορεῖ νὰ ἀποδοθῆ σὲ ὅλη τὴν Ἁγία Τριάδα, ἀφοῦ ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ ἡ ἀναδημιουργία του εἶναι ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια Πατὴρ λέγεται καὶ ὁ Χριστός, γιατί μὲ τὴν ἐνανθρώπησί Του ἔδωσε ζωὴ στοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ἄνθρωπος ἦταν νεκρὸς καὶ μόνος του δὲν μποροῦσε νὰ ζωοποιηθῆ. Ἑπομένως ὁ Χριστὸς ἐν σχέση πρὸς τὸν Πατέρα Του λέγεται Υἱός, ἐν σχέσει μὲ τοὺς ἀνθρώπους (ὅπως καὶ τὰ ἄλλα Πρόσωπα) λέγεται Πατήρ, γιατί μεταδίδει τὴν ζωή.

Οἱ Ἅγιοι-Πατέρες

.            Πατέρες ἀκόμη λέγονται καὶ ὅλοι οἱ ἐν Χριστῷ ἀναγεννημένοι, γιατί ἔλαβαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ ἐμόρφωσε μέσα τους τὸν Χριστό, ἔγιναν κατοικητήρια τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ ἔπειτα μετέδωσαν τὶς ἐμπειρίες τους στὰ πνευματικά τους παιδιά, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὰ ἀναγεννήσουν. Τέτοιοι ἦταν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ ἔγιναν «φῶς τοῦ κόσμου». Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε στοὺς Κορινθίους: «ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ οὐ πολλοὺς πατέρας. ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα» (Α´ Κορ. δ´ 15). Ἔχει συνείδησι τῆς πατρότητός του, γι’ αὐτὸ λέγει γιὰ τὸν μαθητή του Τιμόθεο «ἐστιν τέκνον μου ἀγαπητὸν καὶ πιστὸν ἐν Κυρίω» (Α´ Κορ. δ´ 17).
.            Καὶ οἱ ἅγιοι Ἱεράρχες, διάδοχοι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων εἶναι τὸ «φῶς τοῦ κόσμου», λέγονται Πατέρες, γιατί, ἐπειδὴ ἑνώθηκαν μὲ τὸν κατὰ φύσιν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, εἶναι καὶ αὐτοὶ κατὰ Χάριν υἱοὶ τοῦ οὐρανίου Πατρός. Ἔτσι ἀναγέννησαν τὸ Ποίμνιό τους καὶ ἀπέκτησαν πνευματικὰ παιδιά. Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων δὲν εἶναι μία ξηρὴ ἐπιστημονικὴ γνῶσι, ἀλλὰ ἡ ΑΛΗΘΙΝΗ ΓΝΩΣΙ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ζωή τους καὶ ἡ διδασκαλία τους εἶναι πράγματι «φῶς τοῦ κόσμου» γιατί ἑνώθηκαν μὲ τὸ «Φῶς τοῦ κόσμου», τὸν Χριστό. Ἐπίσης κάθε ἀναγεννημένος εἶναι Πατὴρ γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν πλησιάζουν, γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὔχυμη διδασκαλία του, ποὺ εἶναι καρπὸς ὀρθοδόξου ζωῆς. Ἑπομένως τὸ σύνθημα ποὺ διαδίδεται «πίσω στοὺς Πατέρες» εἶναι λίγο παραπλανητικὸ καὶ ἴσως ἀποτελεῖ βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ διατηρεῖ καὶ σήμερα χαρισματούχους πιστούς, ποὺ ἔχουν τὴν Παράδοσι καὶ εἶναι ἀληθινοὶ Πατέρες.

Πατρότης-υἱότης

.            Πρέπει ὅμως νὰ σημειωθῆ τὸ ἑξῆς. Ἡ Πνευματικὴ Πατρότης συνδέεται στενότητα μὲ τὴν υἱότητα. Ὁ Χριστὸς εἶναι υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔκανε ὑπακοὴ μέχρι θανάτου στὸν Πατέρα Του καὶ εἶναι Πατὴρ τῶν Χριστιανῶν. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ εἶναι κατὰ Χάριν υἱὸς τοῦ Θεοῦ, εἶναι συγχρόνως καὶ κατὰ Χάριν πατὴρ τῶν ἄλλων. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ἡ υἱότης συνδέεται μὲ τὴν μαθητεία καὶ τὴν ὑπακοή, ἐνῶ ἡ πατρότης συνδέεται μὲ τὴν θυσία καὶ τὸν πόνο. Καλύτερα μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ πόνος συνδέεται τόσο μὲ τὴν υἱότητα ὅσο καὶ μὲ τὴν πατρότητα.
.            Πάντως γιὰ νὰ εἶναι κανεὶς πραγματικὸς πνευματικὸς πατὴρ πρέπει συγχρόνως νὰ εἶναι υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Μόνον σὰν παιδὶ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἀποκτήση τὴν Παράδοσι καὶ μπορεῖ ἔπειτα νὰ τὴν μεταδώση ὄχι μὲ μηχανικοὺς τρόπους καὶ ἐξωτερικοὺς ἀλλὰ μυστηριακὰ καὶ νὰ γίνη Πατήρ. Ὅλα, ὅπως εἶναι φυσικὸ ξεκινᾶνε ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ στὸν Θεὸ καὶ στοὺς συγχρόνους ἁγίους Πατέρες. Ὁ ἀνυπάκουος παύει νὰ εἶναι μαθητὴς καὶ υἱός. Ὁ ὑπάκουος ἀναγεννᾶται καὶ μπορεῖ καὶ ἄλλους νὰ ἀναγεννήση.

Πατρότης – υἱότης  καὶ μητρότης

.            Εἶναι δίδαγμα τῶν ἁγίων Πατέρων ὅτι ἡ πνευματικὴ Πατρότης μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν σημαίνει κατάργησι τῆς ἐν Χριστῷ ἀδελφότητος. Ὁ Χριστὸς ἐνῶ εἶναι Πατὴρ τῶν ἀνθρώπων ἐν τούτοις «οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν» (Ἑβρ. β´ 11). Ἔτσι καὶ ὁ πνευματικὸς Πατέρας γιὰ τὸν μαθητή του εἶναι Πατέρας, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἀδελφὸς ἐν Χριστῷ. Ἀποτελεῖ μὲ αὐτόν, ὅπως καὶ μὲ ὅλους τους ἄλλους, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ σκορπάει ἐλπίδα στὸ πνευματικὸ παιδί, ἀλλὰ καὶ ταπεινώνει τὸν πνευματικὸ Πατέρα, ὁ ὁποῖος φροντίζει διαρκῶς γιὰ τὴν πνευματική του ἀρτιότητα, δηλ. στὸ νὰ μὴν κρατᾶ τὸ πνευματικό του παιδὶ σὲ νηπιακὴ κατάστασι.
.            Ἐπίσης ἡ πνευματικὴ Πατρότης συνδέεται στενότατα μὲ τὴν μητρότητα. Καὶ ἐδῶ ἔχουμε τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου ὁ ὁποῖος εἶπε: «ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ νοσσία ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς πτέρυγας…» (Ματθ. κγ´37). Ὅπως ἐπίσης ἔχουμε τὸ παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου ποὺ λέγει: «τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν» (Γαλ. δ´ 19). Τὸ ἴδιο διαλαλοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὅτι δηλ. ὁ πνευματικὸς Πατέρας εἶναι περισσότερο μητέρα παρὰ Πατέρας. Ἔχει στοργὴ καὶ ἀγάπη ἐν Χριστῷ καὶ μέσα στὸ κλίμα αὐτὸ τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης ἀναπτύσσονται καὶ τελειοποιοῦνται τὰ πνευματικὰ παιδιά.
.             Ἑπομένως οἱ ἅγιοι εἶναι πνευματικοὶ Πατέρες, δηλ. «τὸ φῶς τοῦ κόσμου» γιατί μᾶς ἀναγεννοῦν, μᾶς ζωογονοῦν, μᾶς κατευθύνουν μὲ ὑπομονὴ καὶ στοργή, μᾶς φωτίζουν διαρκῶς ἀφοῦ ἔγιναν κατοικητήρια τῆς Τρισηλίου Θεότητος. Ἂς ἔχουμε τὴν εὐχή τους καὶ ἂς θέτουμε τὸν ἑαυτό μας κάτω ἀπὸ τὴν πνευματική τους καθοδήγησι, γιὰ νὰ ὁλοκληρωθοῦμε.

, , ,

Σχολιάστε

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΙΩΝΙΟΣ ΖΩΗ; Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας αὐτὸ προσπάθησαν νὰ διασφαλίσουν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α´ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Τοῦ πρωτ. Γ. Δορμπαράκη

Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν
καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν (Ἰωάν. ιζ´ 3)

.           Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Πατέρων ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου, τὴν ὁποία ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα Του λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν σύλληψή Του στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ὁ Κύριος ἀναφέρεται στὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του ἐπὶ τῆς γῆς καὶ συνεπῶς στὴν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς ποὺ Τοῦ ἀνέθεσε ὁ Θεὸς Πατέρας καὶ ποὺ δὲν ἦταν ἄλλη ἀπὸ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, γεγονὸς ποὺ συνιστᾶ ταυτοχρόνως, κατὰ τὰ δικά Του λόγια, καὶ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Τὶς πραγματικὲς διαστάσεις αὐτοῦ τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀποκαλύπτουν καὶ τὴν ὁμοουσιότητά Του ἀπέναντι στὸν Πατέρα Του προσπάθησαν νὰ διακρατήσουν καὶ νὰ διατρανώσουν καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα τῆς Α´ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὸ 325 μ.Χ., ὅταν παρουσιάστηκαν αἱρετικοί, ἀμφισβητίες δηλαδὴ καὶ διαστρεβλωτὲς τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ – μὲ προεξάρχοντα τὸν ἱερέα Ἄρειο –οἱ ὁποῖοι λίγο-πολὺ θέλησαν κατ᾽ οὐσίαν νὰ ὑποβιβάσουν Αὐτὸν στὸ ἐπίπεδο τοῦ κτίσματος καὶ συνεπῶς νὰ θέσουν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Προϋπόθεση βεβαίως τῆς ἀμφισβήτησης αὐτῆς ἦταν ἡ δαιμονικὴ ἐξύψωση τῆς λογικῆς τῶν αἱρετικῶν ὑπεράνω τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἀποκάλυψής Του, κάτι ποὺ σήμαινε ὅτι μὲ τὴν αἵρεση ἀναμετριόταν στὴν πραγματικότητα ὁ ἀνθρώπινος μὲ τὸν Θεϊκὸ λόγο! Ἐκεῖνος ὁ λόγος μάλιστα τοῦ Κυρίου ποὺ μᾶς καθοδηγεῖ στὴν κατανόηση τῆς ἀποστολῆς Του καὶ τῆς θεανδρικῆς φύσεώς Του εἶναι ὁ ἑξῆς:  Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὂν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν (Ἰωάν. ιζ´ 3)

.            1. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ βεβαίως ποὺ ὁ Κύριος κάνει λόγο γιὰ τὴν αἰώνια ζωή. Διαρκῶς ἀναφέρεται σ᾽ αὐτὴν καὶ μάλιστα θεωρεῖται ὁ σκοπὸς τῆς ἀναζήτησης καὶ τῶν Ἰουδαίων στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἂς θυμηθοῦμε γιὰ παράδειγμα τὴν προσέγγιση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸν νομοδιδάσκαλο ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θέτει στὸν Κύριο ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν προβληματισμό:  Διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; (Λουκ. ι´ 25), προβληματισμὸ ποὺ δίνει ἀφορμὴ στὸν Χριστὸ νὰ πεῖ καὶ τὴν γνωστὴ παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου.
.        Ἡ αἰώνια ζωὴ λοιπὸν προβάλλεται ὡς τὸ ὅραμα τῆς Π. Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς τοῦ Κυρίου, ὅπως μᾶς ἀφήνει νὰ κατανοήσουμε αὐτὸν καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἴδιου στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο:  Πάτερ…δόξασόν Σου τὸν Υἱόν…καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον (Ἰωάν. ιζ´1-2).

.            2. Ὁ Κύριος σπεύδει νὰ διευκρινίσει τί σημαίνει αἰώνια ζωή. Δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς ἄλλης ζωῆς ποὺ ἐκτείνεται μετὰ τὴν ἐδῶ-στὸν κόσμο τοῦτο ζωή. Οὔτε πολὺ περισσότερο περὶ τῆς συνέχειας τῆς ζωῆς αὐτῆς χωρὶς τέλος καὶ θάνατο. Τέτοιες κατανοήσεις ἀκούγονται καὶ λέγονται, ἀλλὰ συνιστοῦν παραποιήσεις, διότι διαιωνίζουν τὴν κατάσταση τοῦ πεσμένου στὴν ἁμαρτία κόσμου καὶ πρωτίστως δὲν λαμβάνουν καθόλου ὑπ᾽ ὄψιν τὴν σωτηριώδη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ στὸν κόσμο, συνεπῶς εἶναι κατανοήσεις ἀπιστίας. Ἡ αἰώνια ζωή, κατὰ τὸν Κύριο, συναρτᾶται ἄμεσα μὲ τὸν  Ἑαυτό Του: εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀπεσταλμένου τοῦ Θεοῦ.  Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὂν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν.

.            3. Ἡ γνώση αὐτὴ δὲν ἔχει χαρακτήρα νοησιαρχικό: δὲν εἶναι δηλαδὴ θέμα ἐγκεφάλου, δὲν πρόκειται γιὰ κάποιες πληροφορίες ποὺ κινητοποιοῦν τὶς νοητικὲς ἱκανότητες τοῦ ἀνθρώπου – τέτοια γνώση ὑπάρχει καὶ ὑφίσταται, ἀλλ᾽ ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὰ πράγματα τοῦ παρόντος κόσμου. Ἡ γνώση γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ὁ Κύριος ἀποκτᾶται ἀπὸ τὴν προσωπικὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ Ἐκεῖνον, ποὺ θὰ πεῖ τὴν αἰώνια ζωὴ βιώνει ὁ ἄνθρωπος ποὺ δέχτηκε τὴν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ νὰ Τὸν ἀκολουθήσει καὶ νὰ μετάσχει ἔτσι στὴ δική Του ζωή.  Γνῶσις ἐστιν μετουσία, θὰ πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὁ βαθὺς καὶ ἐμφιλόσοφος αὐτὸς θεολογικὸς νοῦς, ἀδελφὸς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Πρέπει νὰ μετάσχει δηλαδὴ κανεὶς στὸν Θεό, νὰ κοινωνήσει μαζί Του, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ πεῖ ὅτι Τὸν γνωρίζει. Κι αὐτὴ ἡ γνώση ὡς κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ποὺ δηλώνει τὴν παρουσία Ἐκείνου μέσα στὸν ἄνθρωπο, συνιστᾶ ἀκριβῶς τὴν αἰώνια ζωή. Μὲ ἄλλα λόγια ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωὴ τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐνέργεια τῆς χάριτός Του, τὴν ὁποία μπορεῖ καὶ ζεῖ στὰ προσωπικά του ὅρια, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ πιστέψει στὸν Χριστό. Προϋπόθεση γι᾽ αὐτό, κατὰ τὸν Κύριο, εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. Ἄνθρωπος ποὺ ἐν πίστει θὰ τηρήσει τὶς ἐντολές Του, καὶ μάλιστα τὴν περιεκτικὴ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, θὰ διαπιστώσει  ἰδίοις ὄμμασι τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐγκατοίκησή Του μέσα σ᾽ Αὐτόν. Τότε ἐμπειρικὰ θὰ γνωρίσει τὸν Θεό. Αὐτὸ ἀποκάλυψε ὁ Κύριος καὶ προκάλεσε τὸν κάθε πιστό Του νὰ  πειραματιστεῖ στὸν ἑαυτό του προκειμένου νὰ τὸ ἐπιβεβαιώσει.  Ὁ λέγων ἔγνωκα αὐτὸν καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ μὴ τηρῶν ψεύστης ἐστὶν (Α´ Ἰωάν. β´ 4).  Ὁ μὴ ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τὸν Θεόν, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστι. (Α´ Ἰωάν. δ´ 8).  Ἐαν τις ἀγαπᾶ με τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτὸν καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν (Ἰωάν. ιδ´ 23 ).

.           4. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τὸν κάνει νὰ πλατύνεται τόσο, ὥστε νὰ ζεῖ τὴν αἰώνια ζωὴ μέσα στὰ ἀσφυκτικὰ καὶ περιορισμένα πλαίσια τῆς ζωῆς αὐτῆς, μέσα στὸ ἐδῶ καὶ στὸ τώρα, νὰ ζεῖ δηλαδή, ὅπως εἴπαμε, τὴν ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, νὰ γίνεται καὶ ὁ ἴδιος ἄκτιστος.  «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. β´ 20) κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ ἀπ. Παύλου. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς: σὲ παίρνει ὁ Χριστός, σὲ κάνει ἕνα μὲ Ἐκεῖνον, κι ἐνῶ φαίνεσαι ὅτι ζεῖς τὴν ἴδια ζωὴ μὲ τοὺς ἄλλους, ἐσὺ ἔχεις γίνει ἕνας μικρὸς Θεός,  “ἐν σαρκὶ περιπολῶν Θεός”, κατὰ τὴν ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ὁπότε καταλαβαίνει κανεὶς ὅτι αὐτὸ ποὺ λέμε ζωὴ εἶναι πέρα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐπισημαίνουν οἱ αἰσθήσεις. Ζωὴ μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ αἰώνια ζωή: ἡ ζωὴ τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, μπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι καὶ μία νέκρωση ποὺ ἁπλῶς φαίνεται ὡς ζωή. Σὰν τὴν περίπτωση ποὺ λέει ὁ Κύριος γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν τὸν ἀκολουθοῦσαν καὶ τοὺς χαρακτήρισε ὡς ζωντανοὺς νεκρούς.  «Ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς» (Ματθ. η´ 22).

.            5. Εἶναι περιττὸ βεβαίως καὶ νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι τὴ ζωὴ αὐτὴ στὴν ὁποία μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος, μπορεῖ κανεὶς νὰ τὴ ζήσει μέσα στὸ ζωντανὸ σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία, γιατί, ἐκεῖ, ὡς μέλος αὐτοῦ τοῦ σώματος, ἱκανώνεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ τηρεῖ τὶς ἅγιες ἐντολές Του. Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον ἀδυνατεῖ νὰ τηρήσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τὶς θεωρεῖ πολλὲς φορὲς ἀνοησία. Ποιός “λογικός” ἄνθρωπος, μὴ χριστιανός, θὰ θεωροῦσε ὡς κάτι φυσικό, γιὰ παράδειγμα, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἐχθρό; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δὲν εἶπε ὅτι  χωρὶς Αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν; (Πρβλ. Ἰωάν. ιε´ 5). Αὐτὸ σημαίνει ὅμως ὅτι καὶ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀδύνατη καὶ τὸ βάθος τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ – ἡ ἴδια ἡ αἰώνια ζωὴ – δὲν εἶναι κατορθωτά.

.           Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως οἱ συγκεκριμένοι 318 τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, αὐτὸ προσπάθησαν νὰ διασφαλίσουν: τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὴν αἰώνια ζωὴ μέσα στὴ ζωὴ αὐτή, τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὡς πραγματικὴ σχέση μὲ τὸν Θεὸ ἐν Χριστῷ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τοὺς τιμᾶμε καὶ τοὺς γεραίρουμε. Καὶ τοὺς παρακαλοῦμε νὰ εὔχονται γιὰ μᾶς, ὥστε νὰ μένουμε στὴν ἴδια μὲ ἐκείνους χάρη, δηλαδὴ στὴ χάρη τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ μας.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΛΟΓΟΥ (Κυρ. Ἁγ. Πατέρων)

,

Σχολιάστε