Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγιοι Πάντες

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΚΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Ἡ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων
καὶ ἡ ἔννοια τῆς ἁγιότητας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία

 Ἡ διαφορὰ ἁγίου καὶ καλοῦ ἀνθρώπου

τοῦ Μιχαήλ Γ. Χούλη

.         Ἡ Ἐκκλησία δὲν ὀνομάζει ἁγίους τοὺς καλοὺς ἀνθρώπους ποὺ βοηθᾶνε τοὺς συνανθρώπους τους καὶ συμμετέχουν στὴν θεραπεία τοῦ πανανθρώπινου πόνου. Μία τέτοια ζωὴ προσφορᾶς δὲν εἶναι χριστιανικὸ μόνο προνόμιο. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἅγιος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπειδὴ ἔζησε μὲ σοβαρότητα τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ ὡς Θεό, ὄχι μόνο μετανοοῦσε, ἐξομολογεῖτο, κοινωνοῦσε συχνὰ καὶ συμμετεῖχε στὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ὑπέστη βαθμηδὸν μία ὀντολογικὴ ἀλλοίωση ἀπὸ τὴν ἄκτιστο χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν παρέμεινε στὸ στάδιο τῆς ἠθικῆς ζωῆς, ἀλλὰ ὁδηγήθηκε στὴ μέθεξη τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ θέωση. Ἀπὸ τὸ ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης του γιὰ τὸν Χριστὸ βέβαια προσέφερε καὶ στοὺς ἀδελφούς του, ποὺ ἀγαποῦσε ὡς ἑαυτόν. Ἑπομένως τοὺς ἁγίους ξεχωρίζει ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ ἡ συνεχὴς ἐσωτερικὴ προσευχὴ πρὸς τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ὄχι μόνο οἱ ἠθικὲς καὶ καλὲς σχέσεις πρὸς τοὺς ἄλλους, ποὺ δὲν προέρχονται πάντα, καὶ σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, ἀπὸ ἀγαθὴ συνείδηση.
.         Κανεὶς δὲν γίνεται ἅγιος ἀπὸ μόνος του, παρὰ μόνο συμμετέχοντας στὴν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ. Οὐσιαστικὰ ἅγιος εἶναι μόνο ὁ Θεός. «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός», ψάλλουμε σὲ κάθε Κυριακάτικη λειτουργία. Οἱ πιστοὶ ἁγιάζουν, ὅταν ἑνώνονται μὲ τὴν χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ λάμπουν ὡς εἰκόνες Του. Μὴν ξεχνᾶμε τί παραγγέλνει ὁ Θεὸς ἤδη ἀπὸ τὴν Π.Δ.: «Νὰ γίνεσθε ἅγιοι, διότι ἐγὼ εἶμαι ἅγιος». Ὁ Χριστὸς δηλώνει καθαρὰ ὅτι εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου καὶ μετέχοντας στὸ ἄκτιστο αὐτὸ φῶς Του ἁγιαζόμαστε καὶ ἐμεῖς κατὰ χάρη, ὅπως λέμε, καὶ ὄχι κατ’ οὐσίαν. Δὲν μετέχουμε τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ ξεκινώντας ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ συνεχῶς θὰ ἁγιαζόμαστε μεταβαίνοντες ἀπὸ δόξα σὲ δόξα.
.         Αὐτὸ ζητάει ὁ Θεὸς ἀπὸ μᾶς, νὰ γίνουμε δηλαδὴ κατοικητήριο τῆς Θεότητας, διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, ποὺ κατοικεῖ μέσα μας, καὶ διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ αὐξηθοῦμε «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. δ´13). Ὅσοι λοιπὸν μιμήθηκαν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅσοι τηροῦν τὶς ἐντολές του, ἐκεῖνοι λαμβάνουν τὴν κλήση καὶ τὴν πολλαπλασιάζουν σὰν τὰ τάλαντα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἔτσι οἱ ἅγιοι ὅλων τῶν ἐποχῶν εἶναι ὄχι οἱ κλητοὶ μόνο, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκλεκτοί. Διότι πολλοὶ εἶναι ὅσοι ἐκλήθησαν, ἀλλὰ λίγοι ἀνταποκρίνονται σ’ αὐτὸ τὸ κάλεσμα, ποιοῦντες ἔργα ἄξια μετανοίας.
.         Μέσῳ λοιπὸν τῶν ἁγίων βλέπουμε τί θέλει ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς, ἀφοῦ ἁγίασαν γιατί ἀκριβῶς τήρησαν τὸ θέλημά Του. Ἀνάλογα βέβαια μὲ τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐνίσχυση τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ στὸν καθένα, διότι ὅλοι δὲν ἔχουν τὴν δύναμη ἐκ Θεοῦ νὰ τρῶνε π.χ. ἐλάχιστα ὅπως οἱ ἀσκητὲς ἢ νὰ μὴν βγαίνουν ποτὲ ἔξω ἀπὸ τὸ κελί τους, ὅπως βλέπαμε σὲ παλιοὺς ἀσκητές. Ὅλοι ὅμως οἱ πιστοὶ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ προσεύχονται καὶ νὰ ταπεινώνονται καὶ αὐτὸ εἶναι βασικὸ ὡς ἀρχὴ τῆς ἁγιότητας. Οἱ ἅγιοι λοιπὸν δὲν ἔχουν δική τους ἁγιότητα, ἀλλὰ συμμετέχουν στὴν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ πρὸς τὸν Χριστὸ συνεχῶς προσανατολίζουν, ἀφοῦ ὁ Παράκλητος ἐνοικεῖ στὴν ψυχοσωματική τους ὑπόσταση. Εἶναι ζωντανὲς καὶ ἔμψυχες πινακίδες προσανατολισμοῦ πρὸς τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Τριαδικὸ Θεό. Αὐτὸ ἀναφέρεται καὶ στὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, διότι λέγει ὅτι «ὅσοι ἔλαβον αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» (α´12), ποὺ σημαίνει ὅτι ἅγιος εἶναι κανεὶς ὡς υἱοθετημένος υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἀπὸ κάποια ὑποτιθέμενη παραψυχολογικὴ δύναμη δική του.
.         Οἱ χριστιανοί, ἀκόμη, ἁγιάζουν καὶ καθίστανται δοχεῖα τῆς θείας χάριτος, ἀνάλογα μὲ τὴν κατὰ δύναμη ἄξια προσέλευσή τους στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν συμμετοχή τους στοὺς ἑορταστικοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κύκλους, ποὺ εἶναι κυρίως δεσποτικοὶ [γιὰ τὸν Χριστὸ] καὶ θεομητορικοὶ [γιὰ τὴν Παναγία]. Ἡ πνευματικότητά μας εἶναι καὶ παραμένει λειτουργικὴ καὶ Χριστοκεντρική. Καὶ κορυφαία θέση στὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα καὶ ζωή, τὴ δεύτερη ἀμέσως μετὰ τὴν Ἁγία Τριάδα, ἔχει φυσικὰ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ Παναγία καὶ οἱ ἅγιοι εἶναι μέρος τῆς ἀνθρωπότητας. Τοὺς αἰσθανόμαστε καὶ προσευχόμαστε σ’ αὐτοὺς ὡς φίλους καὶ συνοδοιπόρους πρὸς τὸ ποθητὸ Τέρμα τοῦ παραδείσου. Καὶ ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τὴν ζωή τους, τὴν διδασκαλία τους, τὰ μαρτύριά τους ὡς κάλεσμα μιμήσεως τῆς θεάρεστης ζωῆς τους, μέσα ἀπὸ τὶς καθημερινὲς λαϊκὲς ἑορταστικὲς συνάξεις, τὰ πανηγύρια, τὶς Κυριακάτικες λειτουργίες, τὶς προσευχὲς καὶ τὰ συναξάρια τῶν ἁγίων.
.         Οἱ ἅγιοι ὁδηγοῦν μὲ τὸ παράδειγμά τους καὶ ἄλλους ἀνθρώπους στὴν σωτηρία. Αὐτὴ εἶναι ἡ δουλειὰ τῶν ἁγίων, θὰ λέγαμε. Πρῶτα-πρῶτα ὁ Θεὸς λέει γι’ αὐτοὺς ὅτι «τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω» (Α´Βασιλ. Β´ 30). Δηλαδὴ αὐτοὺς ποὺ μὲ δόξασαν στὴν γῆ, θὰ τοὺς δοξάσω ὄχι μόνο στὴν γῆ, ἀλλὰ καὶ στὸν παράδεισο. Πῶς δοξάζουμε τὸν Θεό; Μὲ τὴν πίστη μας, τὴν ἐλπίδα μας, τὴν ὑπακοή μας στὶς ἐντολές του, τηρώντας τὸν Δεκάλογο ἐσωτερικὰ καὶ ὄχι βαρυγκωμώντας, δείχνοντας ἔμπρακτη ἀγάπη πρὸς τοὺς ἄλλους, θυσιάζοντας πολλὲς ἀνέσεις μας χάριν τῶν ἀναγκεμένων καὶ προσπαθώντας νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸ θέλημά Του. Αὐτὰ θέλει ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς καὶ μᾶς τὰ δείχνει ἡ ζωὴ τῶν ἁγίων. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους μάλιστα βασανίστηκαν καὶ σφαγιάστηκαν, γιὰ νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ μᾶς προτρέπουν, ἂν χρειαστεῖ, νὰ προτιμήσουμε τὸ μαρτύριο παρὰ νὰ ἀρνηθοῦμε τὸ ὄνομά Του.
.         Οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ ὁμολογοῦσαν συνεχῶς ὅτι ἤσαν καὶ εἶναι χριστιανοὶ –ἀφοῦ καὶ σήμερα ὑπάρχουν ἅγιοι- καὶ αὐτὸ καλούμαστε νὰ κάνουμε καὶ ἐμεῖς χωρὶς νὰ ντρεπόμαστε, σὲ μία κοινωνία ποὺ ὑποχωρεῖ στὰ τῆς πίστεως. Ἂν λοιπὸν ζήσουμε ἔτσι, ὅπως ἐκεῖνοι, «ὁ μισθός μας θὰ εἶναι πολὺς στὸν οὐρανό», ἐπισημαίνει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος μὲ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ (ε´12). Μάλιστα ὅσοι ἀφήσουν ὅλα τὰ ἐγκόσμια καὶ ἀφιερωθοῦν στὸν Χριστό, ὅπως οἱ ἀσκητές, οἱ ἱεραπόστολοι, οἱ μοναχοὶ κ.λπ., ἀπὸ ἔρωτα πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ὄχι φυσικὰ γιὰ λόγους δόξας, συμφέροντος, χρημάτων κ.λπ., αὐτοὶ θὰ ἔχουν ἑκατονταπλάσιο μισθὸ καὶ δόξα στοὺς Οὐρανοὺς σὲ σχέση μὲ μᾶς τοὺς ὑπόλοιπους, ποὺ ζοῦμε «ἡσύχιον βίον» καὶ πολὺ πιὸ εὔκολο (Ματθ. ιθ´ 27 κ.ε.). Αὐτοὶ εἶναι οἱ «εὐνουχίζοντες (πνευματικὰ) ἑαυτοὺς» χάριν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος.

 Οἱ ἅγιοι ὄχι μόνο ὁδηγοῦν πρὸς τὸν Χριστό, ἀλλὰ πρεσβεύουν καὶ μεσιτεύουν γιὰ μᾶς στὸν Χριστό.

 .       Κάποιοι ἑτερόδοξοι ἀρνοῦνται βέβαια τὴν μεσιτεία τῶν ἁγίων, ἀλλὰ ἔχουν παρερμηνεύσει τὶς Γραφές. Εἶναι δυνατὸν νὰ παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ οἱ ἅγιοι, ὅσο ζοῦσαν στὴν γῆ, ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν συνανθρώπων τους, καὶ ὅταν ἡ ψυχή τους, μετὰ τὸν θάνατό τους, βρέθηκε καὶ βρίσκεται κοντὰ στὸν Θεό, νὰ μὴ ἐνδιαφέρονται καὶ νὰ μὴν παρακαλᾶνε γιὰ μᾶς; Αὐτὸ δὲν εἶναι φυσικὰ λογικό. Ἔπειτα, μεσίτες, ὅταν λέμε, ἐννοοῦμε ὅτι συμμετέχουν στὴν μεσιτεία τοῦ μόνου μεσίτου, ποὺ εἶναι φυσικὰ ὁ Χριστός. Ὅτι δὲν εἶναι αὐτόνομα καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ Ἐκεῖνον μεσίτες. Διότι πόλεις σώζονται μέσῳ δεήσεων τῶν ἁγίων (Ἱερ. Ε´1 Ἰεζ. ΚΒ´ 30) -ὅπως ἔπραξε καὶ ὁ Ἀβραὰμ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν Σοδόμων καὶ Γομόρρων (Γέν. ΙΗ´ 23-33) καὶ ὁ Μωϋσῆς γιὰ τὸν ἰσραηλιτικὸ λαὸ (Ἔξοδ. ΛΒ´ 9-14)- οἱ προσευχὲς τοὺς ἀνεβαίνουν ὡς θυμίαμα στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ (Ἀποκ. ε´ 8/ϛ´ 9-11) καὶ χαίρονται γιὰ κάθε ἐπιστροφὴ πλανεμένου προβάτου (Λουκ. ε´7-10). Ὁ προφήτης Ἠλίας, ἂν καὶ βρισκόταν στὸν οὐρανό, ἀπάντησε θὰ λέγαμε στὴν αἴτηση τοῦ μαθητῆ του, Ἐλισαίου, καὶ διὰ τοῦ Θεοῦ ἀνοίχθηκαν στὰ δύο τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη (Δ´ Βασιλ. Β´14). Ὁ ἴδιος προφήτης προσευχήθηκε στὸν Θεὸ καὶ δὲν ἔβρεξε γιὰ τρία χρόνια καὶ πάλι προσευχήθηκε καὶ ἔπεσε ἡ βροχὴ καὶ ἡ γῆ ξαναβλάστησε (Ἰακ. ε´ 17-18). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχιερέας Ὀνίας καὶ ὁ Ἱερεμίας, ὅπως διασώζει τὸ ὅραμα τοῦ Ἰούδα τοῦ Μακκαβαίου, ἂν καὶ κοιμηθέντες ἐν Κυρίῳ, προσευχόντουσαν γιὰ ὅλους τοὺς Ἰουδαίους καὶ γιὰ τὴν ἁγία πόλη Ἱερουσαλὴμ (Β´ Μακκ. ιε´ 12-14). Ἄλλωστε «ἡ παράκληση τοῦ δικαίου ἔχει μεγάλη δύναμη καὶ ἀποτελεσματικότητα» (Ἰακ. ε´16). Καὶ οἱ ἅγιοι θεωροῦνται οἱ καλύτεροι φίλοι μας στὸν οὐρανό, ὅπως ἀκριβῶς ἦσαν καὶ στὴ γῆ. Καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ὀνομάζονται πρεσβευτὲς καὶ μεσίτες. Διότι εἰσακούουν τὶς προσευχές μας καὶ εὔχονται γιὰ μᾶς καὶ παρακαλοῦν νὰ ἐκδηλώσει τὸ ἔλεός Του ὁ Θεὸς στὸν κόσμο του, ἀφοῦ μετὰ τὴν ἐκδημία τους ἄλλωστε ἀπὸ τὴν ἐδῶ ζωὴ βρίσκονται σὲ καλύτερη θέση καὶ ἔχουν πληρέστερη παρουσία καὶ παρρησία κοντὰ στὸν Χριστό.

Βλέπουμε σὲ εἰκόνες ἁγίων κάποιο φωτοστέφανο νὰ περικυκλώνει τὴν κεφαλή τους. Τί συμβολίζει αὐτὸ τὸ φῶς τῶν ἁγίων;

 .         Οἱ ἅγιοι ὅπως εἴπαμε ἀπολαμβάνουν τὴν δόξα καὶ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ. Τὸ φῶς αὐτὸ εἶναι ἄκτιστο, δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου αὐτοῦ, εἶναι ἀδημιούργητο καὶ αἰώνιο, ὅπως καὶ ὁ Θεός. Οἱ ἅγιοι λοιπόν, ὡς συμμετέχοντες στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι κατὰ διαστήματα λουσμένοι μὲ τὸ ἄκτιστο αὐτὸ φῶς, ποὺ εἶναι ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ οὐσία Του, ἂν καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν οὐσία Του καὶ αὐτὴν ἐνεργοειδῶς φανερώνει. Τὴν δόξα αὐτὴ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ συμβολίζει καὶ ὁ φωτοστέφανος τῶν ἁγίων στὶς εἰκονικὲς ἀναπαραστάσεις τους. Τὴν δόξα αὐτὴ ἀποκαλύπτει ὁ προφήτης Δανιὴλ νὰ διοχετεύεται ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ (Ζ´ 9), τὸ φῶς αὐτὸ βλέπουμε νὰ περιβάλλει τὸν Μωϋσῆ στὴν φλεγόμενη καὶ μὴ καιόμενη βάτο (Ἔξοδ. Γ´ 2), ἀλλὰ καὶ νὰ καταυγάζει τὸ πρόσωπό του κατεβαίνοντας ἀπὸ τὸ ὅρος Σινὰ (Ἔξοδ. 34, 29-30). Μέσω τοῦ ἰδίου αὐτοῦ φωτὸς ὁ προφήτης Ἠλίας ἀνυψώνεται στὸν οὐρανὸ διὰ πυρίνων ἀλόγων (Σοφ. Σειρὰχ ΜΗ´ 9), ἀλλὰ καὶ τὴν οὐράνια αὐτὴ δόξα Τοῦ ἀφήνει ὁ Χριστὸς νὰ φανεῖ στοὺς μαθητὲς Τοῦ κατὰ τὴν Μεταμόρφωσή Του (Λουκ. θ´ 29/ Ματθ. ιζ´ 2), γιὰ νὰ γνωρίσουν ὅλοι ὅτι σταυρώθηκε στὴ συνέχεια, ἂν καὶ παντοδύναμος Θεός, ἐπειδὴ καὶ μόνο τὸ θέλησε ἐκεῖνος.
.           Μὲ παρόμοια περιστατικὰ τῆς φανερώσεως τῆς φωτοειδοῦς δόξας τοῦ Θεοῦ εἶναι φυσικὰ γεμάτη ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως δεικνύει τὸ παράδειγμα τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ καὶ τοῦ μαθητῆ του Μοτοβίλωφ, ποὺ ἀπὸ παραχώρηση Θεοῦ ταυτόχρονα βίωσαν τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὶς καρδιές τους καὶ ἔλαμψαν ὡς μικροὶ ἥλιοι, βιώνοντες ἄρρητες ἐμπειρίες ἐκστάσεων οὐρανίων.

Πολλοὶ κύκλοι ἑτεροδόξων κατηγοροῦν τοὺς Ὀρθοδόξους πὼς θεοποιοῦν τοὺς ἁγίους. Ὅτι τοὺς λατρεύουν σὰν Θεούς. Τί ἀπαντᾶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

.         Ὁρισμένοι ποὺ διαδίδουν παρόμοιες ἀπόψεις εἶναι ἐντελῶς ἀνίδεοι τοῦ τί σημαίνει Ὀρθόδοξη πίστη. Κανεὶς Ὀρθόδοξος δὲν προσεύχεται σὲ ἁγίους καὶ δὲν ἐπιζητεῖ τὶς μεσιτεῖες τους θεοποιώντας τους. Οὔτε φιλώντας τὶς εἰκόνες ἔχουμε τὴν αἴσθηση πὼς ἀσπαζόμαστε φυσικὰ τὸν ἴδιο τὸν ἅγιο ἢ τὸν Θεό. Ἐμεῖς λέμε ὅτι τιμητικὰ προσκυνοῦμε καὶ σεβόμαστε τοὺς ἁγίους καὶ λατρευτικὰ μόνο τὸν Θεό. Ἄλλωστε βαπτιζόμαστε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ (ὄχι στὸ ὄνομα κάποιου ἁγίου) καὶ ὁλόκληρη ἡ λατρεία μας (προσευχές, ὕμνοι, θεία κοινωνία, ἀκολουθίες, εὐχές, ἀπολυτίκια ἁγίων κ.λπ.) εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Θεό, ἄσχετα ἂν ὁ κάθε ναὸς εἶναι ἀφιερωμένος σὲ κάποιον ἅγιο ἢ ἁγία. Ἀκόμη, οἱ ἴδιοι οἱ ἅγιοι, μάρτυρες, ἀσκητές, ὁμολογητὲς κ.λπ. τὸν Θεὸ ἐλάτρευσαν, σ’ αὐτὸν προσευχόντουσαν καὶ γι’ αὐτὸν θυσίασαν τὶς ζωές τους. Μὲ ποιά λογικὴ λοιπὸν ἰσχυρίζονται κάποιοι ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι λατρεύουν μόνο τοὺς ἁγίους, ἀντὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ;
.         Τὸ ἴδιο ἰσχύει, ὅπως εἴπαμε, καὶ γιὰ τὶς εἰκόνες. Ἡ τιμὴ ποὺ ἐκφράζουν οἱ πιστοὶ κατευθύνεται στὰ πρωτότυπα πρόσωπα ποὺ εἰκονίζουν, στὸν οὐράνιο κόσμο τῶν ἁγίων καὶ τῶν πνευμάτων, καὶ ὄχι, ἐννοεῖται, στὰ ὑλικὰ κατασκευῆς τῆς εἰκόνας (βλ. «Ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ τιμητικὴ προσκύνηση τῶν ἁγίων», Γεωργίου Π. Σωτηρίου, ἔκδ. Ι. Μ. Ἁγίας Παρασκευῆς Δομήρου Σερρῶν, σελ. 67-73). Τιμώντας δηλαδὴ τοὺς ἁγίους, ἢ τὶς ἁγίες γυναῖκες ἢ τὰ λείψανά τους, ἐξαίρουμε τὴν αὐταπάρνηση, τὸν ἡρωισμό, τὴν ἀφοσίωσή τους στὸν Θεό, τὸν ἐνάρετο βίο τους, τὴν ἀγάπη τους πρὸς τοὺς συνανθρώπους τους. Γίνονται ἔτσι οἱ ἅγιοι ἕνα παράδειγμα γιὰ ὅλους μας, ἀφοῦ καὶ ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν μᾶς προτρέπει: «Νὰ ἐπιδιώκετε τὴν εἰρήνη μὲ ὅλους. ἐπιδιώκετε καὶ τὴν ἁγιότητα, χωρὶς τὴν ὁποία κανεὶς δὲν θὰ ἀντικρίσει τὸν Κύριο» (Ἑβρ. ιβ´ 14). Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη νὰ τιμᾶται καὶ νὰ δοξάζεται λ.χ. ὁ εὐσεβὴς βασιλιὰς Ἐζεκίας μετὰ τὸν θάνατόν του ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἰουδαίους καὶ Ἱεροσολυμίτες (Β´ Παρ. ΛΒ´ 33) καὶ νὰ μὴ δοξάζονται καὶ τιμῶνται μετὰ θάνατον οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας;
.       Ἄλλωστε ὁ Θεὸς ἀρνεῖται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη τὴν τιμὴ καὶ λατρεία τῶν εἰδώλων, δηλαδὴ θεοποιημένων ἀντικειμένων, ζώων ἢ ἀνθρώπων καὶ ὄχι τὴν καθημερινή, θρησκευτικὴ καὶ λατρευτικὴ χρήση διαφόρων πραγμάτων καὶ εἰκόνων πρὸς δόξαν τοῦ ὀνόματός Του. Διότι καὶ ὁ Μωυσῆς διετάχθη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ κατασκευάσει δύο Χερουβεὶμ στὰ δύο ἄκρα τοῦ ἱλαστηρίου τῆς Διαθήκης (Ἔξοδ. ΚΕ´18-20), καὶ ὁ βασιλιὰς Σολομώντας σκάλισε ἀγγέλους Χερουβίμ, φοίνικες, βόδια, λέοντες καὶ ἄνθη στὸ Ναὸ ποὺ οἰκοδόμησε, μὲ τὰ ὁποῖα ἀνάγλυφα σχήματα ὅμως καὶ σχέδια ὁ Θεὸς εὐαρεστήθηκε (Α´ Βασιλ. Θ´ 3), διότι δὲν τοποθετήθηκαν στοὺς τοίχους γιὰ νὰ λατρεύονται ἀλλὰ γιὰ τὸν καλλωπισμὸ τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἔνδειξη σεβασμοῦ καὶ ἀγάπης πρὸς Αὐτόν.

Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ πῶς ἁγιάζουν οἱ χριστιανοὶ καὶ γιὰ τὰ ἅγια λείψανα

 .       Τὰ ἅγια λείψανα εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ὑπάρχει Θεὸς καὶ ἀφθαρτοποιεῖ τὴν κτίση πρὸς δόξαν Του καὶ γιὰ τὴν σωτηρία ὅλων. Τὰ λείψανα πολλῶν ἁγίων (καὶ ὄχι ὅλων) μένουν ἄφθαρτα γιατί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τοὺς εἶχε ἰδιαίτερα ἐπισκεφθεῖ ὅσο ζοῦσαν ἐν τῷ κόσμῳ, ἔχουν καταστεῖ σκεύη ἐκλογῆς του καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἔχει κατασκηνώσει στὴν καρδιά τους. Εἶναι μία ἀπόδειξη ἀκόμη ὅτι θὰ ἀναστηθεῖ καὶ τὸ σῶμα μας στὴν Δευτέρα Παρουσία, διότι ὅπως λέμε καὶ στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Ἄνθρωπος γιὰ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανική μας πίστη δὲν εἶναι μόνο ἡ ψυχή, ἀλλὰ ψυχὴ καὶ σῶμα ἑνωμένα σὲ ἕνα ἀδιάσπαστο σύνολο, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ θάνατος εἶναι προσωρινὸς καὶ δὲν θὰ κρατήσει διαζευγμένα τὰ σώματα ἀπὸ τὶς ψυχές τους ἐσαεί.
.        Ὁ ἅγιος, τοῦ ὁποίου τὸ σκήνωμα διατηρεῖται ἀκέραιο, ἔχει φτάσει στὴν φιλόθεη κατάσταση ἐκείνη ποὺ ὀνομάζουμε θέωση. Τὰ στάδια τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς εἶναι τρία, χωρὶς φυσικὰ νὰ ὑπάρχουν μεταξύ τους στεγανά. Εἶναι τὸ στάδιο τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοὸς καὶ τῆς θέωσης. Στὸ στάδιο τῆς καθάρσεως ὁ χριστιανὸς παλεύει μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴν δική του ἄσκηση φτάνει στὸ σημεῖο νὰ μὴ ἐνδίδει στὶς ὀρέξεις τῆς σαρκός, στὴ σειρήνα τῆς ἡδονῆς καὶ στὸ κοσμικὸ φρόνημα, ἐνῶ μένει ταπεινὸς καὶ ἐπιδίδεται στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη. Στὸ στάδιο τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοός, ὁ νοῦς τοῦ πιστοῦ, δηλαδὴ ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς του, ἀνοίγει στὴν παντοδύναμη χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ χριστιανὸς ἀποκτᾶ θεῖες ἐμπειρίες τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τὴν διόραση, τὴν προόραση, τὴν μακρινὴ ἀκοὴ κ.ἄ. Δυνάμεις, ποὺ ὅμως δὲν εἶναι δικές του, ἀλλὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἔχει κατασκηνώσει μέσα του. Στὴν κατάσταση αὐτὴ ὁ ἅγιος δὲν βιώνει πλέον λύπη, ὀδύνη καὶ στεναγμούς, ἀλλὰ τὴν ἀναφαίρετη καὶ μοναδικὴ χαρὰ τοῦ οὐρανίου πολιτεύματος ποὺ ζεῖ ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Λιώνει μάλιστα ἀπὸ ἀγάπη ὁ μεταμορφωμένος πιὰ ἄνθρωπος γιὰ ὅλη τὴν κτίση καὶ γιὰ τὰ ἄλογα ζῶα, ἀλλὰ περισσότερο γιὰ τὸν συνάνθρωπό του καὶ μὲ τὶς θερμὲς προσευχές του ἀπευθύνεται στὸν μόνο δυνάμενο νὰ βοηθήσει οὐσιαστικὰ παντεπόπτη Κύριο.
.         Στὸ ἀνώτατο στάδιο τῆς θεώσεως ὁ χριστιανὸς λούζεται ἀπὸ τὶς ἀκτίνες τοῦ θείου καὶ ἀκτίστου φωτὸς καὶ γιὰ ὅσο διάστημα διαρκοῦν αὐτὲς οἱ ἐμπειρίες κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ὁ πιστὸς δὲν νοιώθει πόνο, πείνα, δίψα ἢ ἄλλη βιολογικὴ ἀνάγκη, ἀφοῦ δὲν τρέφεται πλέον ἀπὸ τὴν βιολογία του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο καὶ μεγαλύτερο στάδιο πίστεως καὶ ἔμπρακτης χριστιανικῆς ζωῆς, ἀπὸ αὐτὴν ἤδη τὴν ζωή, «δημιουργεῖ» τὰ ἄφθαρτα λείψανα τῶν ἁγίων -ἂν καὶ ἡ ἀφθαρσία τῶν λειψάνων δὲν παύει νὰ εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ σὲ ὁρισμένους ἁγίους (καὶ ἡ σωτηρία ἄλλωστε) καὶ δὲν εἶναι κατάσταση ποὺ φτάνει κανεὶς μὲ τὶς δικές τους δυνάμεις. Δίδεται βέβαια σὲ ἐκείνους ποὺ ἔζησαν μὲ πάθος τὴν ἐλπίδα καὶ πίστη τους στὸν Θεὸ καὶ δὲν συνθηκολόγησαν μὲ τὸ κοσμικὸ πνεῦμα ἢ δὲν ἐνέδωσαν ἕως τέλους στὶς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ.
.         Ὁ σκοπὸς ἑπομένως τῆς ζωῆς ὅλων μας εἶναι νὰ γίνουμε ἅγια λείψανα, δεδομένου ὅτι ὁ θάνατος θὰ μᾶς εὕρει ὅλους καὶ κανεὶς δὲν θὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη αὐτή, παρεκκλίνουσα ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, μοίρα. Τὰ ἅγια λείψανα λοιπὸν σηματοδοτοῦν τὴν «αἰώνιο ζωὴ καὶ τὸ μέγα ἔλεος» καὶ προσανατολίζουν πρὸς τὴν ἀκοίμητο δόξα ποὺ περιμένει ὅλους μας, ἀφοῦ καθαρίσουμε τὶς αἰσθήσεις μας καὶ βαδίσουμε πραγματικὰ στὰ χνάρια τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι πνευματικοὶ φάροι, ποὺ κρατοῦν σὲ ἐγρήγορση διαχρονικὴ τὶς πρὸς τάσιν ἐκκοσμικεύσεως γενεὲς τῶν χριστιανῶν, ὥστε νὰ μὴ ξεφύγουν ἀπὸ τὸν μόνο ἄξιο δρόμο τῆς ζωῆς καὶ παρασυρθοῦν ἀπὸ τὰ κύματα ποὺ σηκώνει τὸ παμφάγο στόμα τοῦ ἅδη. Εἶναι ὁδοδεῖκτες ποὺ διαλαλοῦν ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ προσωπική μας Πεντηκοστὴ καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς Φλεγόμενης Βάτου τοῦ Μωυσῆ, ποὺ ἀποκτᾶται δωρεὰν διὰ τοῦ φαρμάκου τῆς ἀθανασίας, τῆς Θείας δηλαδὴ Κοινωνίας καὶ τῆς διαρκοῦς μετανοίας.

Οἱ μαρτυρίες ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση ὅτι ὁ σκοπὸς τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων εἶναι νὰ ἁγιάσουν καὶ ἀφθαρτοποιηθοῦν, καθὼς καὶ οἱ ψυχές τους

 .         Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέγει ὅτι τὰ σώματά μας εἶναι ναὸς τοῦ ἁγίου Πνεύματος ποὺ κατοικεῖ μέσα μας καὶ ὅτι πρέπει νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὰ σώματά μας καὶ μὲ τὶς ψυχές μας, ποὺ καὶ τὰ δύο ἀνήκουν στὸν Θεὸ (Α´ Κορ. ϛ´15-20). Συνεχίζει μάλιστα σὲ ἄλλο σημεῖο γιὰ νὰ πεῖ ὅτι τὸ εὐτελὲς σῶμα μας θὰ μετασχηματίσει ὁ Θεὸς καὶ θὰ τὸ μεταποιήσει σὲ σῶμα σύμμορφο μὲ τὸ σῶμα τῆς δόξας Του (Φιλ. γ´21). Εὐωδία τῶν λειψάνων, θαυματουργία αὐτῶν, καθὼς καὶ ἀντικειμένων τῶν ἁγίων καὶ τιμὴ πρὸς αὐτὰ ἀναφέρονται σὲ πολλὰ σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης (Β´ Κορ. β´ 15/ Ματθ. θ´ 20/ Μάρκ. ϛ´ 13/Πράξ. κθ´12), ἀλλὰ καὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στὸ Β´ Βασιλειῶν ΙΓ´ 20-21 περιγράφεται ἡ περίπτωση πεθαμένου ποὺ τὸν ἔριξαν στὸν τάφο τοῦ προφήτη Ἐλισαίου καὶ μόλις ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὰ ὀστᾶ τοῦ προφήτη, θαυματουργικὰ ὁ νεκρὸς ζωντάνεψε καὶ ἔζησε. Παρόμοια πίστη ἀναφέρεται καὶ στὸ Γ´ Βασιλ., ὅπου γέροντας προφήτης παρεκάλεσε τὰ παιδιά του νὰ τὸν θάψουν ὅταν πεθάνει στὸν ἴδιο τάφο ποὺ εἶχε θαφτεῖ κάποιος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὥστε τὰ ὀστᾶ τοῦ ἁγίου ἀνθρώπου νὰ ὁδηγήσουν μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν προφήτη στὴν σωτηρία (ΙΓ´ 25-31) (βλ. π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου, «Ἡ Ὀρθοδοξία μας», Ἀθήνα 1994, σελ. 463-465).
.         Ἡ τιμὴ πρὸς τὰ ἅγια λείψανα ἐπικρατοῦσε σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια. Ἀπὸ τὸ Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου μαθαίνουμε ὅτι οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ συναθροίζονταν στοὺς τάφους τῶν μαρτύρων, τελοῦσαν πάνω στὰ λείψανά τους τὴ θεία λειτουργία καὶ τιμοῦσαν ἰδιαίτερα τὴ μνήμη τους. Μὲ τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ γινόντουσαν πολλὰ θαύματα, ὅπως διασώζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐνῶ τὸ τίμιο καὶ χαριτόβρυτο λείψανο τῆς ἁγίας Ἰουλίττας, λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἁγιάζει τὴν πόλη, τοὺς ἐπισκέπτες καὶ τοὺς ἀρρώστους. Τέλος, καὶ ὁ μελίρρυτος ποταμὸς τῆς σοφίας, ἱερὸς Χρυσόστομος, κηρύττει ὅτι οἱ ναοί, οἱ λειψανοθῆκες τῶν ἁγίων καὶ πολὺ περισσότερο τὰ ἴδια τὰ ὀστᾶ τους, ὁδηγοῦν στὴν ψυχοσωματικὴ ὑγεία, στὴν ἀπομάκρυνση τῶν δαιμονίων καὶ τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὴν καταδυνάστευσή τους (βλ. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου, «Ἐγχειρίδιο αἱρέσεων…», ἔκδ. Ι.Μ. Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης, σελ. 63-66).
.         Τὰ λείψανα ἑπομένως τῶν ἁγίων ποὺ διατηροῦνται ἀνέπαφα εἶναι ἕνα συνεχὲς θαῦμα. Διότι εἶναι ἀπολύτως λογικὸ νὰ πιστεύει κανεὶς ὅτι ὅπως ἡ μηλωτὴ τοῦ προφήτη Ἠλία ποὺ διαχώρισε τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, τὰ μαντήλια τῆς κεφαλῆς ἢ τοῦ λαιμοῦ τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Πράξ. ιθ´ 12) καὶ ἡ σκιὰ τοῦ ἀποστόλου Πέτρου (Πράξ. ε´15) ἔκαναν «σημεῖα καὶ τέρατα» ὅσο ἐκεῖνοι ζοῦσαν, ἔτσι καὶ τὰ ἴδια τὰ ἄφθαρτα σώματα τῶν ἁγίων, ποὺ παραμένουν στὴν ὑπηρεσία τῶν ἀνθρώπων, ἐπιτελοῦν οὐκ ὀλίγα θαύματα. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀφοῦ ἐπισημαίνει ὅτι στὴν ἐποχὴ τοῦ τὰ θαύματα ἰάσεων ἔχουν λιγοστέψει ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, διότι ἔχει ἁπλωθεῖ πλέον ὁ Χριστιανισμὸς στὸν κόσμο καὶ τὸ ἀνώτερο θαῦμα εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, μᾶς λέγει ἀκόμη ὅτι στὰ λείψανα τῶν ἁγίων παρευρίσκεται ὄχι κάποια ψυχικὴ δύναμη, ἀλλὰ ἐκείνη ἡ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ προσανατολίζει συνεχῶς πρὸς τὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦν (εἰς τὸν ἱερομάρτυρα Βαβύλα, ΕΠΕ 37). Ἑπομένως τὰ σώματα τῶν ἁγίων θαυματουργοῦν λόγῳ τῆς σύνδεσης τῶν χριστιανῶν -ὅσο ζοῦσαν πάνω στὴν γῆ- μὲ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ χάρη εἶναι ἀποταμιευμένη στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν ὁποία αὐτὴ χάρη ἐμποτίζεται καὶ τὸ σῶμα τοῦ πιστοῦ, ἐφ᾽ ὅσον ζεῖ ἔμπρακτα τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη του, ἀσκεῖται, κοινωνεῖ, ταπεινώνεται καὶ ἀγαθοεργεῖ.

 Τέλος,

.           Ὁ Θεὸς εἶναι πάντα νέος, εἶναι ὅ,τι πιὸ ὄμορφο ὑπάρχει καὶ ἡ ἀγάπη του δὲν ἔχει ὅρια. Καὶ μᾶς καλεῖ στὸν δρόμο τῆς ἁγιότητας, γιατί Ἐκεῖνος εἶναι ὄντως ἅγιος καὶ μόνο αὐτὸς ὁ τρόπος ζωῆς θὰ ἐπικρατήσει στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι φόβητρο ἢ ἀστυνόμος τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ ἀναζητάει παντοῦ τὸν ἔνοχο γιὰ νὰ τὸν καταδικάσει, ὅπως σκεφτόντουσαν κάποτε στὴ Δύση. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀντίθετα ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ μόνος του, καὶ μὲ σκέψεις, λόγια ἢ ἔργα, ἀπομονώνεται καὶ χάνει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Δηλαδὴ μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τοῦ ἀποτυχαίνει, ἀστοχεῖ νὰ βαδίσει τὴν ὁδὸ τῆς ἀλήθειας καὶ ἀποξενώνεται ἀπ’ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς συνανθρώπους του. Ὁ Κὰρλ Ράινερ, ἕνας σπουδαῖος Γερμανὸς θεολόγος, περίπου ἔλεγε: ‘Δόξα τῷ Θεῷ, ποὺ ἕνα 60% τῶν ἀπόψεων περὶ Θεοῦ, στὶς ὁποῖες ὁρισμένοι πιστεύουν σήμερα, δὲν ἰσχύουν πραγματικὰ γιὰ τὸν Θεό’. Πῶς θὰ βροῦμε ἑπομένως πραγματικὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν γνήσια εἰκόνα του; Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ ἴδιος Θεὸς ἀποκαλύπτεται προσωπικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία Του, διὰ τῆς πίστεως, τῆς μυστηριακῆς ζωῆς καὶ τῆς ἄδολης ἀγάπης. Ἀποκαλύπτεται στὶς καθαρὲς καρδιές, ποὺ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση ἔχουν γίνει χῶρος διαμονῆς Του.

ΠΗΓΗ: faneromenihol.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΝΕΟΙ ΑΓΙΟΙ (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.)

Νέοι γιοι

Γράφει ὁ μοναχὸς Μωυσῆς

.         Συχνὰ κατηγορεῖται ἡ ἐποχή μας γιὰ πολλοὺς λόγους, δίκαια ἢ ἄδικα. Ὅμως ἡ πράγματι δύσκολη ἐποχὴ κρύβει θησαυρούς, γεννᾶ μικροὺς ἢ μεγάλους ἁγίους. Ἐκτὸς τῶν ἐπίσημα ἀναγνωρισθέντων ἁγίων, ὑπάρχουν καὶ κρυφοὶ ἅγιοι σὲ ὅλο τὸν εἰκοστὸ αἰώνα.
.         Ἡ ὁσία Μεθοδία τῆς Κιμώλου (+1908), ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης (+1908), ὁ ἐπίσκοπος Ζήλων Εὐθύμιος (+1921), ὁ ἐπίσκοπος Ἰκονίου Προκόπιος (+1922), ὁ ἐπίσκοπος Κυδωνιῶν Γρηγόριος (+1922), ὁ ἐπίσκοπος Μοσχονησίων Ἀμβρόσιος (+1922), ὁ ἐπίσκοπος Σμύρνης Χρυσόστομος (+1922), ὁ θαυμάσιος Γέροντας τῆς μονῆς  Ὄπτινα ὅσιος Ἀγαπητὸς (+1922) καὶ πλῆθος ὁσίων καὶ νεομαρτύρων στὴν Ρωσία, τὴν Γεωργία, τὴν Ἐσθονία, τὴν Πολωνία καὶ ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης, Ἀσίας καὶ Ἀμερικῆς.
.         Στὸν εἰκοστὸ αἰώνα ἐπίσης ἔχουμε τοὺς ἁγίους: Ἀρσένιο Καππαδόκη (+1924), Νικόλαο Πλανᾶ τῶν Ἀθηνῶν (+1932), Σιλουανὸ τὸν Ἀθωνίτη (+1938), τὸν ὅσιο Σάββα τὸν ἐν Καλύμνῳ (+1948), τὸν ὅσιο Γεώργιο Καρσλίδη (+1959) τῆς Δράμας, τὸν ἱερομόναχο Ἄνθιμο Βαγιάνο (+1960) τῆς Χίου, τὸν ἀρχιεπίσκοπο Σαγκάης Ἰωάννη Μαξίμοβιτς (+1966) τὸν θαυματουργό, τὸν Σέρβο ἱερομόναχο Ἰουστίνο Πόποβις (+1979) καὶ τὸν ἱερομάρτυρα Φιλούμενο τὸν Ἱεροσολυμίτη (+1979).
.         Φήμη ἁγιότητος καὶ ὑψηλοῦ ἐναρέτου βίου ἔχουν καὶ οἱ μακάριοι Γέροντες: Ἀρχιμανδρίτης Ἱερώνυμος Σιμωνοπετρίτης (+1957), Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς Σπηλαιώτης (+1959). Προηγούμενος Ἀμφιλόχιος Μακρὴς τῆς Πάτμου (+1970), ὁ ἡγούμενος τῆς Λογγοβάρδας Πάρου Φιλόθεος Ζερβάκος (+1980), ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς ὁσίου Δαβὶδ στὴν Εὔβοια Ἰάκωβος Τσαλίκης (+1991), ὁ διακριτικὸς καὶ διορατικὸς Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης (+1995), ὁ σοφὸς Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ (+1993), ὁ πασίγνωστος καὶ χαριτωμένος μοναχὸς Παΐσιος Ἁγιορείτης (+1994), ὁ τῆς ὑπακοῆς καὶ προσευχῆς Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης (+1998) καὶ ἄλλοι.
.         Ὁ ἁγιότροφος μοναχισμὸς μᾶς προκαλεῖ καὶ μᾶς προσκαλεῖ σὲ μιὰ πιὸ ἡρωικὴ στάση, μεγαλύτερη λιτότητα, ἁπλότητα, σεμνότητα καὶ ταπεινότητα. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διατηρήσουμε ἀτόφιο, ζωηρὸ καὶ καθαρὸ τὸ πνεῦμα τοῦ ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ μὲ κάθε θυσία. Καλούμεθα νὰ μαθητεύσουμε στὴν ὑπομονὴ τῶν παλαιότερων Γερόντων.
.       Τὸ μεγαλεῖο της Ἐκκλησίας μας εἶναι ὅτι γεννᾶ καὶ σήμερα ἁγίους. Τὴν ἁγιότητα θὰ τὴ χρειασθεῖ πολὺ περισσότερο στὸν 21ο αἰώνα ὁ κόσμος. Ὁ Γέροντας Παΐσιος Ἁγιορείτης ἔλεγε πὼς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ διατηρήσουμε τὸν μοναχισμὸ ἀλώβητο. Ἡ ἁγιότητα δὲν εἶναι ἕνα λησμονημένο ὅραμα ἢ μία φροῦδα ἐλπίδα. Ὁ εὐδαιμονισμός, ἡ ἐκκοσμίκευση, ἡ ὀκνηρία ἐμποδίζουν τὴν ἀνάδειξη τοῦ δένδρου τῆς ἁγιότητος. Τὸ σύγχρονο πνεῦμα τῆς καλοπέρασης, τῆς βιασύνης, τῆς ἄκοπης καὶ ἄμοχθης ἐργασίας καὶ τῆς ἐπιπολαιότητος ἀπομακρύνει τὴν ἁγιότητα.
.         Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἁγιότητα. Ἡ ἁγιότητα εἶναι τὸ κυρίως ζητούμενο. Τὸ πλησίασμα τῆς ἁγιότητος θὰ χαρίσει εἰρήνη, χαρά, πραότητα, μακροθυμία, ἐγκράτεια καὶ χαρίτωση. Ὁ κατάλογος τῶν νέων ἁγίων αὐξάνεται καὶ τὸν 21ο αἰώνα. Μερικὲς φορὲς ἡ ἁγιότητα κρύβεται κι ἐκεῖ ποὺ ποτὲ δὲν θὰ περίμενες, στὶς πόλεις καὶ τὰ χωριὰ καὶ ὄχι μόνο στὸ Ἅγιον  Ὄρος. Ὁ μοναχισμὸς σήμερα ἀνθεῖ. Εὐχὴ ὅλων εἶναι νὰ συνεχίζει νὰ παράγει ἁγίους, βαδίζοντας τὴν παραδοσιακὴ πορεία. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς [Σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: καὶ ὄχι Στυλιανός, ὅπως ἐκ παραδρομῆς γράφεται στὴν ἐφημερίδα] ὁ Ἀθωνίτης ἔλεγε ἐμπειρικά: Ὁ κύριος ἀγαπᾶ ἡμᾶς ὑπερβαλλόντως καὶ διὰ τῆς προσευχῆς καταξιοῖ ἡμᾶς νὰ συνομιλῶμεν μετ’ Αὐτοῦ καὶ νὰ μετανοῶμεν καὶ νὰ δοξολογῶμεν Αὐτόν. Ἀδυνατῶ νὰ περιγράψω ὁπόσον πολὺ ἀγαπᾶ ἡμᾶς ὁ Κύριος. Διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου γνωρίζεται ἡ ἀγάπη αὐτὴ καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ προσευχομένου γνωρίζει τὸ  Ἅγιον Πνεῦμα.

ΠΗΓΗ: makthes.gr

, ,

Σχολιάστε

Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ καὶ Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστιανοῦ
καὶ ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 109-110

 «πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ
ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ
ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». 

(Ματθ. ι´ 32)

.         Ἡ ἑορτὴ τῶν ἁγίων Πάντων εἶναι συνέχεια τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς. Αὐτὸ δείχνει ὅτι οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ συνέχεια τῆς Πεντηκοστῆς, εἶναι ἡ ἴδια ἡ Πεντηκοστὴ μέσα στὴν ἱστορία. Διότι ὅ,τι ἔγινεν τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς στοὺς Ἀποστόλους γίνεται σὲ κάθε ἅγιο.  Δέχεται τὴν ἔλευσι τοῦ Παρακλήτου στὴν καρδιά του καὶ σ’ ὅλη του τὴν ζωὴ ὁμολογεῖ: «ἔδωκας εὐφροσύνην εἰς τὴν καρδίαν μου» (Ψαλμ. δ´ 7).
.         Τὰ λεχθέντα μᾶς βοηθοῦν πολὺ στὸ νὰ κατανοήσουμε τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα καὶ στὸ νὰ δοῦμε τὸν στενὸ σύνδεσμο ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἁγίου καὶ τῆς ὁμολογίας. Οἱ ἅγιοι Πάντες σ’ ὅλη τους τὴν ζωὴ ἦταν ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστό, ἔδωσαν τὴν καλὴ μαρτυρία περὶ Αὐτοῦ καὶ ἀναμένουν τὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον τοῦ Πατρός Του τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Μὲ τὸ θέμα αὐτὸ θὰ ἀσχοληθοῦμε στὰ ἑπόμενα.

Ἡ ὁμολογία τῶν ἁγίων

.          Ὁ Κύριος στοὺς μαθητάς Του εἶπε: «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων». Στὸ «πᾶς ὅστις» ἀνήκουν ὅλοι οἱ ἅγιοι. Αὐτοὶ εἶναι οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Μάρτυρες καὶ γενικὰ ὅσοι ζοῦν μυστηριακὰ στὴν Ἐκκλησία. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι παρὰ τὴν τροπική, τὴν χρονικὴ καὶ τὴν τοπικὴ διαφορά, ὅλοι οἱ ἅγιοι ἔχουν ἕνα κοινὸ σημεῖο. Καὶ αὐτὸ εἶναι ὁ Χριστός. Οἱ Προφῆτες, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἔβλεπαν τὸν Χριστό, οἱ Ἀπόστολοι ἦταν μαθηταὶ τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου καὶ οἱ μετὰ τοὺς Ἀποστόλους ἅγιοι, ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὡς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἑνωμένοι μαζί Του.
.          Ἑπομένως ὅλοι οἱ διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἅγιοι ἐβίωσαν, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὸν Χριστό. Ἡ βίωσι αὐτὴ δὲν ἦταν θεωρητική, ἀλλὰ πραγματική, δηλ. αἰσθάνθηκαν πραγματικὴ κοινωνία μὲ τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ δι’ Αὐτοῦ μὲ ὁλόκληρη τὴν Ἁγία Τριάδα. Ἀπαύγασμα αὐτῆς τῆς βιώσεως εἶναι ἡ ὁμολογία. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ ὁμολογία τῶν ἁγίων, ὅπως λέγει ὁ Κύριος, γίνεται «ἐν Ἐμοί», δηλ. διὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐν Χριστῷ. Χωρὶς τὴν κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ καὶ χωρὶς τὴν δύναμή Του εἶναι ἀδύνατον νὰ ὁμολογήση τὸν Κύριο.
.          Ἡ ὁμολογία λοιπὸν περὶ τῆς ὁποίας γίνεται λόγος στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα δὲν εἶναι μία ἀνθρώπινη ἐνέργεια ποὺ ἐξαντλεῖται σὲ ἐξωτερικὴ προσπάθεια, ἀλλὰ Θεανθρώπινη ἐνέργεια, μία φυσικὴ κατάληξι τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Οἱ Προφῆτες ἔδωσαν τὴν μαρτυρία ὅτι θὰ ἔλθη ὁ νέος αἰών, ἡ νέα ἐποχή, θὰ ἀνατείλη ἡ σωτηρία. Οἱ Ἀπόστολοι ἔδωσαν στὸν ἀπογοητευμένο κόσμο τὴν μαρτυρία ὅτι ὁ νέος αἰὼν ἦλθε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ οἱ ἅγιοι ὅλων τῶν ἐποχῶν (μάρτυρες, ὅσιοι κλπ.) ἔδωσαν τὴν μαρτυρία ὅτι εἶναι δυνατὸν κανεὶς ζώντας μέσα στὴν Ἐκκλησία νὰ βιώση αὐτὴ τὴν νέα ζωή.
.          Ἔτσι μποροῦμε νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι κάθε ἅγιος εἶναι συγχρόνως Προφήτης, Ἀπόστολος, Μάρτυς κλπ. Εἶναι Προφήτης, γιατί ὅπως οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔβλεπαν τὴν πρώτη ἔλευσι τοῦ Χριστοῦ ἔτσι καὶ αὐτὸς βλέπει τὴν δεύτερη ἔλευσι τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ γιατί ζεῖ ἐν κοινωνίᾳ μὲ Αὐτὸν καὶ τηρεῖ τὶς ἐντολές Του. Εἶναι μάρτυς γιατί συνεχῶς δίδει στὴν ζωή του τὴν μαρτυρία γι’ αὐτὴν τὴν νέα ζωή, ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο ὁ Θεάνθρωπος Χριστός.

Ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ

.          Μὲ ὅσα ἐλέχθησαν μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε καλὰ τὴν συνέχεια τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ «ὁμολογήσω κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». Ὅπως φυσικὴ εἶναι ἡ ὁμολογία ποὺ δίδουν οἱ ἅγιοι γιὰ τὸν Χριστό, ἀφοῦ μὲ τὴν ἐλεύθερη ὁλοκληρωτικὴ προσφορά τους στὸν Θεὸ γίνονται δέκτες καὶ προβολεῖς τῆς θείας λαμπρότητος, ἔτσι φυσικὴ θὰ εἶναι καὶ ἡ ὁμολογία ποὺ θὰ δώσει ὁ Χριστὸς γι’ αὐτοὺς στὸν Πατέρα Του. Οἱ ἅγιοι θὰ λάμψουν ὡς ἥλιοι εἰς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, διότι ἑνώθηκαν μὲ τὸ Φῶς, τὸν Χριστό. «Φῶς ὅλοι γεγονότες θεῖον» θὰ ἀκτινοβολήσουν αὐτὸ τὸ Φῶς «ὡς θείου φωτὸς γεννήματα» (ἄγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς). Ὁ Χριστὸς ποὺ θὰ εἶναι ἐντός τους θὰ μαρτυρῆ περὶ αὐτῶν καὶ θὰ γίνωνται ἀγαπητοὶ στὸν Πατέρα. Αὐτὴν τὴν σημασία ἔχει τὸ «ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ».
.          Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ ἡ ἑρμηνεία ποὺ δίδει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρὸς πρὸς τὸν ἄνθρωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεὸς Πατὴρ ἀγαπᾶ πολὺ τὸν Υἱό. Τὸ ἔχει δηλώσει τὴν ἡμέρα τῆς Βαπτίσεως καὶ τὴν ἡμέρα τῆς Μεταμορφώσεως: «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Οἱ πιστοὶ ποὺ συνδέονται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν ἔχουν κατοικοῦντα στὴν καρδιά τους δέχονται τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ἕνεκεν τοῦ Υἱοῦ. Αὐτὸ δείχνει τὴν μεγάλη σημασία τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν ζωή μας καὶ τὴν σημασία τῆς ἑνώσεώς μας μαζί Του.
.          Πράγματι. Ὁ Θεὸς Πατήρ, κατὰ ἕνα σύγχρονο Θεολόγο, δημιούργησε τὸν κόσμο ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Υἱό. Καὶ ὁ Υἱὸς ἀναλαμβάνει τὸ ἔργο νὰ ἀναδημιουργήσει τὸν κόσμο, νὰ τὸν προσαγάγει στὸν Θεὸ Πατέρα, ἀπὸ ἀγάπη γι’ Αὐτόν. Ἔτσι ὅσοι ἑνώνονται μὲ τὸν Χριστὸ ἔχουν μέσα τους τὴν ἀγάπη τοῦ Πατρὸς ἐξ αἰτίας τοῦ Υἱοῦ. Ὁπότε στὴν Δευτέρα Παρουσία αὐτὴ ἡ παρουσία τοῦ Λόγου θὰ μαρτυρήση γιὰ τοὺς ἁγίους. Στοὺς ἁγίους ἀναπαύεται ὁ Θεός: «Ὁ Θεός, ὁ Ἅγιος, ὁ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος…» (εὐχὴ τρισαγίου ὕμνου). Βεβαίως ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ὁρισμένο τόπο, ἀλλὰ Αὐτὸς ὁ Ἴδιος εἶναι ὁ τόπος πάντων. Πλὴν ὅμως μπορεῖ, κατὰ τὸν ἄγ. Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, νὰ ὀνομασθῆ τόπος Θεοῦ ὁ τόπος ὅπου γίνεται ἔκδηλη ἡ ἐνέργεια Αὐτοῦ. Ἔτσι τόπος Θεοῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ μετέχοντες τῆς ἐνεργείας Αὐτοῦ, δηλ. οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ.

Οἱ ἅγιοι εἶναι μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ

 .          Ὅλα αὐτὰ φανερώνουν μιὰ μεγάλη ἀλήθεια ποὺ θέλουμε νὰ τονίσουμε ἰδιαιτέρως. Συνήθως ἔχουμε σχηματίσει τὴν γνώμη ὅτι τὸ ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι μόνον ἐκεῖνο ποὺ ἀναλήφθηκε καὶ τώρα βρίσκεται ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ λησμονοῦμε ἐντελῶς ὅτι τὸ ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι καὶ ἡ Ἐκκλησία, ὄχι βεβαίως ὡς κατεστημένος θεσμός, ἀλλὰ ὡς τὸ πραγματικὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὡς κοινωνία θεώσεως. Ἔτσι οἱ ἅγιοι, ἀφοῦ εἶναι ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστό, εἶναι τὰ μέλη τοῦ ἀναστημένου Σώματός Του καὶ ἔχουν τὴν ἁγιαστικὴ Χάρι τοῦ Χριστοῦ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀσπαζόμενοι τὰ λείψανα τῶν ἁγίων ἀσπαζόμαστε τὸ πραγματικὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν πλησιάζουμε ἕναν σύγχρονο ἅγιο, πλησιάζουμε τὸ ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ λαμβάνουμε τὴν εὐλογία Του. Οἱ ἅγιοι «κτιστοὶ ὄντες κατὰ τὴν οἰκείαν φύσιν» ὀνομάζονται ἄκτιστοι καὶ ἄναρχοι διὰ τὴν ἄκτιστη Χάρι τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐπαναπαύεται σ’ αὐτοὺς καὶ ποὺ θὰ εἶναι στοὺς αἰῶνας.

 .          Τελειώνοντας πρέπει νὰ ὑπογραμμίσουμε τὴν μεγάλη ἀξία τῶν ἁγίων στὴν ζωή μας. Διότι στὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ στὴν ἐπίγνωσι τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται κανεὶς μόνο ἐν κοινωνία «σὺν πάσι τοῖς ἁγίοις» (Ἐφεσ. δ´ 13). Ἂς μᾶς ἀξιώση ὁ Θεὸς νὰ δίδουμε τὴν ὁμολογία τῆς νέας ζωῆς σὲ ὅλη μας τὴν ζωή, γιὰ νὰ δεχθοῦμε τὴν ὁμολογία τῆς αἰωνίου ζωῆς. Στὸν ἀγώνα τῆς Χριστοποιήσεώς μας καὶ τῆς Ἐκκλησιοποιήσεώς μας ἂς ἔχουμε τὶς πρεσβεῖες ὅλων τῶν ἁγίων ποὺ σήμερα ἑορτάζουμε.

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΑΣ (Κυρ. Ἁγ. Πάντων) «Ἂς µᾶς δώσουν τὴν δύναµη νὰ ἐνταχθοῦµε στὴν δύναµη τῶν Ἁγίων Πάντων»!

, ,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ («Ἡ ἁγιότητα ὡς προοπτική καί σκοπός μας εἶναι ὅ,τι πιό ἀπαραίτητο μπορεῖ νά ὑπάρξει γιά ἐμᾶς. Εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα στή ζωή μας.»)

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
τοῦ πρωτ. Γεωργ. Δορμπαράκη 

 .           Ἔχει ὀρθά τονιστεῖ ὅτι ἡ σχέση τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς μέ τήν ἑορτή τῶν Ἁγίων Πάντων στήν Ἐκκλησία μας ἀποτελεῖ σχέση αἰτίου καί αἰτιατοῦ, δηλαδή ἐκεῖνο πού δημιουργεῖ τό γεγονός τῆς ἁγιότητας εἶναι τό Πανάγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ἀπέστειλε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός, μετά τήν ἔνδοξη ἀνάληψή Του εἰς τούς οὐρανούς, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Μέ ἄλλα λόγια οἱ ἅγιοι συνιστοῦν τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κάτι πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν κατανόηση ὅτι μιλώντας γιά τούς ἁγίους μιλᾶμε γιά γεγονός πού ὑπερβαίνει τήν ὁριζόντια ἀνθρώπινη μόνο κατανόησή τους. Οἱ ἅγιοι, ὅπως πιστεύουμε ὅτι θά δείξουμε καί στή συνέχεια, φανερώνουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, συνιστοῦν τήν προέκταση τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μέσα στά πλαίσια τοῦ ἐδῶ καί τοῦ τώρα. Εἶναι οἱ “ἐν σαρκί περιπολοῦντες Θεοί”, κατά γνωστή ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ἡ ἑορτή τῶν ἁγίων Πάντων λοιπόν θέτει κάθε φορά αὐτό τό ἐρώτημα, τό ὁποῖο κάθε χριστιανός πρέπει νά τό θέτει καί στόν ἑαυτό του: “Ποιός εἶναι ὁ ἅγιος;” Νά ἐξηγήσουμε λίγο περισσότερο τήν παραπάνω περί ἁγίων τοποθέτηση.

.           Κατά πρῶτον θά πρέπει νά ὑπερβοῦμε τήν ἁπλή ἀντίληψη πολλῶν συνανθρώπων μας, ἀκόμη καί χριστιανῶν, πού τήν ἁγιότητα τήν ἐξαρτοῦν ἀπό συνθῆκες μόνον τοπικές, δηλαδή ὅτι ἕνα συγκεκριμένο πλαίσιο ζωῆς ὁδηγεῖ καί στήν ἁγιότητα, εἴτε μέ τήν ἔννοια ὅτι ἅγιος γίνεται ἐκεῖνος πού ἀπομακρύνεται ἀπό τόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος ὑπερανθρώπου ἀσκητῆ, εἴτε μέ τήν ἔννοια ἐκείνου πού ἀγωνίζεται μέσα στόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος κοινωνικοῦ ἐργάτη. Ὁ ἅγιος εἶναι πέρα ἀπό τέτοιες ἁπλουστεύσεις καί “ἀγκυλώματα”. Ὅπως τό ὑπονοήσαμε καί παραπάνω καί τό τονίζει διαρκῶς ἡ ἐκκλησιαστική μας παράδοση, ἅγιος εἶναι ἁπλῶς ὁ συνεπής πιστός: αὐτός πού προσπαθεῖ νά ζεῖ σωστά ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας, πού σημαίνει προσπαθεῖ νά κρατάει ἀνοιχτή τή θύρα τῆς ψυχῆς του ἀπέναντι στόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Κι αὐτό μπορεῖ νά γίνει εἴτε κανείς πηγαίνοντας σ᾽ ἕνα μοναστήρι εἴτε μένοντας στόν κόσμο, διότι ἀκριβῶς τό ζητούμενο εἶναι ἡ διακράτηση τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ πού ὁ ἄνθρωπος παίρνει μέ τήν εἴσοδό του στήν Ἐκκλησία διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος καί ὄχι ὁ τόπος στόν ὁποῖο κάποιος θά ἐπιλέξει νά μείνει.

.            Ὁ πιστός λοιπόν χριστιανός, πού λειτουργεῖται καί λειτουργεῖ στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ ἅγιος. Γι᾽ αὐτό καί στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἡ λέξη «ἅγιος» ἦταν ἡ φυσιολογική προσφώνηση γιά τούς χριστιανούς. Καί τί σημαίνει χριστιανός; Ὅπως ἐπιγραμματικά μᾶς τό λέει καί ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος «Χριστιανός ἐστι μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ». Χριστιανός εἶναι ὅποιος «μιμεῖται» τόν Χριστό, μέσα στά πλαίσια τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων. Συνεπῶς ἅγιος εἶναι καί γίνεται κάθε χριστιανός πού βαδίζει πάνω στά χνάρια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, αὐτός πού ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, ὅπως διαρκῶς τό ζητοῦσε ὁ ῎Ιδιος – «ἀκολούθει μοι» (Ματθ. η´  22 κ.ἀ.) ἦταν πάντοτε ἡ κλήση Του πρός κάθε μαθητή Του – κι ὅπως προέτρεπαν στή συνέχεια καί οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ ὅλους τούς ἀνθρώπους:«ἐν αὐτῷ περιπατεῖτε» (Κολ. β´ 6). Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἐπισημαίνουμε καί στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς: ῾ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι᾽ (Ματθ. ιθ´ 27).
.         Ἡ ἀκολουθία αὐτή τοῦ Χριστοῦ δημιουργεῖ σχέση φιλίας καί ἀγάπης ἀνάμεσα στόν Χριστό καί τούς πιστούς καί ἐξηγεῖ, ἀφενός, τή δύναμη τήν ὁποία ἔχουν στόν κόσμο, δύναμη στήν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ πού ἐνεργεῖ μέσω αὐτῶν, καί, ἀφετέρου, τήν τιμή, τήν ὁποία ἀπολαμβάνουν στήν Ἐκκλησία μας, κάτι πού δέν φαίνεται νά κατανοοῦν ὁρισμένες ὁμάδες αἱρετικῶν, γιατί ἀκριβῶς δέν ἔχουν ὀρθές θεολογικές προϋποθέσεις, μή ἀποδεχόμενοι δηλαδή τό μυστήριο τῆς σχέσης ταύτισης πού δημιουργεῖ ὁ Χριστός μέ τούς ἴδιους τούς πιστούς Του. «Ὑμεῖς φίλοί μού ἐστε, ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐντέλλομαι ὑμῖν» (᾽Ιωάν. ιε´ 14), εἶπε ὁ Κύριος, ῾ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα᾽ (ιε´ 5 ), ἐνῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει τό ἀποτέλεσμα τῆς σχέσης μέ τόν Χριστό: «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φιλ. δ´ 13). Μέ τούς ὅρους αὐτούς, χαρακτηριστικά τοῦ ἁγίου, ὅπως τά ἐπισημαίνουμε γενικῶς ἀπό αὐτά πού ἔχει πεῖ ὁ Κύριος καί ἔχουν διδάξει οἱ ἀπόστολοι, εἶναι ἡ πίστη καί ἡ ὑπακοή στόν Θεό, ἡ χωρίς ὅρια ἀγάπη στόν συνάνθρωπο, ἡ ταπείνωση, ὡς συναίσθηση τῆς μηδαμινότητας καί ἁμαρτωλότητας τοῦ ἑαυτοῦ.
.         Ὁ ἅγιος ἑπομένως δέν εἶναι μία αὐτονομημένη καί ἀτομοκεντρική ὕπαρξη. ᾽Αντιθέτως, εἶναι ὁ πλήρως ἐξαρτημένος ἀπό τόν Θεό, αὐτός πού ἀναφέρει ῾ἑαυτόν καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν αὐτοῦ Χριστῷ τῷ Θεῷ᾽. ῞Αγιος μ᾽ ἕναν λόγον εἶναι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐνέργεια αὐτή τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ ὅμως ἐξαρτᾶται ἀπό τή δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Ανάλογα μέ τή δεκτικότητα αὐτοῦ, ἄρα ὄχι ἀπό τήν προσφορά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία εἶναι χωρίς ὅρια – «οὐκ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεός τό Πνεῦμα» (᾽Ιωάν. γ´ 34) – λαμβάνει ὁ πιστός τή χάρη τοῦ Θεοῦ, πού θά πεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εὐθύνεται ἀποκλειστικά γιά τήν πνευματική του κατάσταση. ῎Ανθρωπος πού ἀνταποκρίνεται ἐν ἀγάπῃ πρός τό ἄνοιγμα ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ῾βλέπει᾽ πλούσια καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή του. ῎Ανθρωπος, ἀπό τήν ἄλλη, πού διστάζει καί ἀπιστεῖ πρός αὐτήν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, βιώνει τήν ἀπουσία τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ ἤ τήν ὀλιγότητά της στήν ὕπαρξή του. Κι αὐτό αἰτιολογεῖ καί τή διαβάθμιση πού ὑπάρχει στήν ἁγιότητα. Δέν εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι στό ἴδιο ὕψος ἁγιότητας. «᾽Αστήρ ἀστέρος διαφέρει» (Α´ Κορ. ιε´ 41) βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος, ἐνῶ καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἀποκάλυψε ὅτι «ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός του πολλαί μοναί εἰσι» (᾽Ιωάν. ιδ´ 2). Ὑπάρχει, λοιπόν, ὅπως πολύ ὀρθά ἔχει εἰπωθεῖ ῾ἅγιος μέ ἄλφα μικρό καί ῞Αγιος μέ ἄλφα κεφαλαῖο᾽.
.          Τί προσδιορίζει τή δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν ὁποία μιλᾶμε; ᾽Από τί ἐξαρτᾶται αὐτή; Κατά τήν πίστη μας, ἀπό τόν βαθμό τῆς ταπείνωσης τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσο πιό μεγάλη εἶναι ἡ ταπείνωση, τόσο μεγαλύτερος εἶναι ὁ χῶρος πού ἀνοίγεται στήν καρδιά του γιά τή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὅσο λιγότερη ταπείνωση ὑπάρχει, τόσο καί λιγότερο Πνεῦμα Θεοῦ δέχεται ἡ ὕπαρξή του. Καί τοῦτο γιατί «ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν» (Α´ Πέτρ. ε´ 5). Κι εἶναι εὐνόητο: ἡ ἀνυπαρξία τῆς ταπείνωσης δηλώνει τήν ὑπερηφάνεια καί τόν ἐγωϊσμό τοῦ ἀνθρώπου, ἄρα καί τήν ἔλλειψη στήν καρδιά του χώρου γιά τόν Θεό. Τό ἀνθρώπινο ἐγώ εἶναι ἀδηφάγο καί κυριαρχικό. Ποῦ νά σταθεῖ λοιπόν ἐκεῖ ὁ Θεός; ῎Ετσι ἡ ταπείνωση, ὡς ἀγώνας ἐξαλείψεως τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί δημιουργίας συνθηκῶν ἀγάπης, ῾συντονίζει᾽ τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, φανερώνει δηλαδή καί τόν βαθμό κάθαρσης τῆς καρδιᾶς του, γι᾽ αὐτό καί ἡ ταπείνωση θεωρεῖται κατά τούς ἁγίους μας καί τό κριτήριο γιά τή γνησιότητα τῆς πίστης στόν Θεό καί τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο. Μέ ἄλλα λόγια, βάση ὅλων τῶν ἀρετῶν – ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη χαρακτηρίζονται ὡς ἡ συμπύκνωση ὅλων τῶν ἀρετῶν – θεωρεῖται ἡ ταπείνωση. Ἡ ταπείνωση εἶναι τελικῶς τό κριτήριο τῆς ἁγιότητος.
.          «Κάποτε – μᾶς διηγεῖται ἡ ἀσκητική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας – ἐπισκέφθηκαν τόν ἅγιο ᾽Αντώνιο ὁρισμένοι μοναχοί. Εἶχαν μεταξύ τους καί ἕναν νεαρό μοναχό, πού τόν ἐπαίνεσαν ὡς καλό ἀδελφό. Ὁ ᾽Αντώνιος τόν πρόσβαλε ἐπίτηδες καί διαπίστωσε ὅτι ἐκεῖνος ἀντέδρασε καί ἄρχισε τίς δικαιολογίες. Τότε ὁ ᾽Αντώνιος τόν συμβούλευσε νά προσέχει, γιατί ἐξωτερικά μέν φαίνεται ὡς ὡραία πόλη, πού ὅμως τή λυμαίνονται ἀπό πίσω ληστές». Οἱ δικαιολογίες δηλαδή τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ ἦταν καίριο σημάδι γιά τόν ὅσιο ὅτι αὐτός δούλευε ἀκόμη στόν ἐγωϊσμό του, ἀφοῦ εἶναι γνωστό ὅτι ὁ ταπεινός ἄνθρωπος ἀποφεύγει τίς δικαιολογίες, συχνά κι ἄν ἀκόμη ἔχει δίκιο.
.        ῞Αγιος λοιπόν δέν εἶναι τόσο ὁ ἐνάρετος, ὅσο ὁ ταπεινός. ᾽Αρετή χωρίς ταπείνωση δέν σημαίνει τίποτε. ῾᾽Απούσης ταπεινοφροσύνης πάντα τά ἡμέτερα ἕωλα᾽ σημειώνει καί πάλι ὁ τῆς Κλίμακος ἅγιος. Ἐνάρετοι μπορεῖ νά βρεθοῦν σέ πολλούς χώρους, ἀκόμη καί ἐξωχριστιανικούς, μά ταπεινοί μόνο στό χῶρο τοῦ χριστιανισμοῦ καί μάλιστα στήν ᾽Ορθόδοξη Ἐκκλησία. ῾Ἡ ταπείνωση εἶναι κατόρθωμα μόνον τῶν ὀρθοδόξων. Στούς ἑτεροδόξους, ὅσο καί νά ψάξεις, δέν πρόκειται ποτέ νά τήν βρεῖς᾽ (᾽Ιωάννης Κλίμακος). Βεβαίως, ὁ ταπεινός, ὅπως εἴπαμε, εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀρετές, γιά τίς ὁποῖες ὅμως δέν καυχιέται, γιατί τίς ἀνάγει στόν χορηγό αὐτῶν, τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἡ ἀρετή δηλαδή εἶναι καρπός τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καί ὄχι μίας δικῆς του αὐτονομημένης προσπάθειας.
.           Μετά τά παραπάνω εἶναι πιά πασιφανές ὅτι δέν ὑπάρχει ἰδιαίτερη ὁμάδα ἀνθρώπων, γιά τήν ὁποία καί μόνο νά θεωρεῖται προνόμιο ἡ ἁγιότητα. Τό νά γίνουμε ἅγιοι εἶναι ἐντολή καί προτροπή τοῦ Κυρίου γιά ὅλους μας. «῞Αγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι᾽ (Α´ Πέτρ. α´ 16). ῾Ο εἰκονισμός τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ θεολογική βάση γι᾽ αὐτόν τόν κοινό κλῆρο. «῞Α λέγω ὑμῖν, πᾶσι λέγω» (Μάρκ. ιγ´ 37) βεβαίωνε ὁ Κύριος ἐπίσης τούς μαθητές Του. ῞Ολοι λοιπόν εἴμαστε κεκλημένοι στήν ἁγιότητα. Οἱ ἀποστροφές: Ἁὐτά εἶναι γιά τούς καλόγερους καί τούς παπάδες᾽ ἤ ῾ἅγιοι θά γίνουμε;᾽ εἶναι διαστροφές καί δείχνουν, τό λιγότερο, ἀνευθυνότητα καί ἄγνοια τῆς Γραφῆς καί τῆς Παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας μας. Βεβαίως, χρειάζεται καί πάλι νά τονιστεῖ ὅτι πηγή τῆς ἁγιότητας εἶναι ὁ Τριαδικός Θεός καί χῶρος φανέρωσής της ἡ Ἐκκλησία. Ἐμεῖς μόνον κατά μετοχή στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ μποροῦμε νά γίνουμε ἅγιοι. «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, ᾽Ιησοῦς Χριστός» ψέλνουμε στή Θεία Λειτουργία, ἐνῶ ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ὅτι πιστεύουμε «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ἐπειδή δηλαδή εἶναι ἁγία ἡ κεφαλή ὀντολογικά, γι᾽ αὐτό καί ἐμεῖς ὡς ἐνταγμένα στό σῶμα μέλη γινόμαστε ἅγιοι.
.           Ἡ ἁγιότητα ἔτσι ὡς ζωντανή σχέση προσώπων, Θεοῦ καί ἀνθρώπου, δέν κρίνεται ἀπό ἐξωτερικά τυπικά σημεῖα: ἐνδυμασία, κόμμωση κλπ. ῎Αν κρινόταν ἔτσι, δέν θά ἐπρόκειτο γιά ζωντανή πραγματική σχέση, ἀλλά γιά νομική –τυπική. Εἶναι πολύ γνωστό τό πρωτοχριστιανικό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς πρός Διόγνητον, πού τονίζει πολύ καθαρά τήν πραγματικότητα αὐτή. «Οἱ χριστιανοί δέν διαφέρουν ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους οὔτε στήν ἐπίγεια πατρίδα οὔτε στήν ὁμιλία οὔτε στά ἔθιμα. Γιατί πουθενά δέν κατοικοῦν σέ ἰδιαίτερες πόλεις οὔτε χρησιμοποιοῦν κάποια διαφορετική γλῶσσα… Πλήν ὅμως, ἐνῶ κατοικοῦν σέ πόλεις ἑλληνικές καί βαρβαρικές – ἐκεῖ πού βρέθηκε ὁ καθένας – καί ἀκολουθοῦν τά ἐγχώρια ἔθιμα στήν ἐνδυμασία, τή διατροφή καί τίς ἄλλες πλευρές τῆς ζωῆς, ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τους εἶναι στ᾽ ἀλήθεια θαυμαστός καί παράδοξος».
.        Τελειώνοντας: ὁ ἅγιος εἶναι ὁ ὁρατός τόπος πού φανερώνεται ὁ Θεός στόν κόσμο, εἶναι ἡ αἰσθητή παρουσία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τόν Θεό ἔτσι Τόν βρίσκουμε στά πρόσωπα τῶν ἁγίων Του, πού καί σήμερα ὑπάρχουν πάρα πολλοί, ἀρκεῖ νά ἔχουμε ἀνοικτά τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, γιά νά τούς “ἀφουγκραζόμαστε”. ῎Αν ὁ ἀρχαῖος ῞Ελληνας φιλόσοφος ῾Ηράκλειτος εἶχε ἐπισημάνει ὅτι «ἡ ἀλήθεια κρύπτεσθαι φιλεῖ»: ἡ ἀλήθεια ἀγαπᾶ νά κρύβεται, πολύ περισσότερο τοῦτο ἰσχύει στή χριστιανική μας πίστη. Ἡ ἁγιότητα δηλαδή δέν εἶναι ἕνα προϊόν πρός διαφήμιση, ἀλλά μία ἐσωτερική πραγματικότητα τῆς καρδιᾶς, πού τήν φανερώνει ὁ Θεός στόν κόσμο μέ τόν τρόπο πού Ἐκεῖνος ἐπιλέγει. Ἡ Κυριακή τῶν ἁγίων Πάντων ἔτσι μᾶς προβληματίζει κάθε φορά πάνω στήν κλήση μας αὐτή τῆς ἁγιότητας, χωρίς τήν ὁποία δέν πρόκειται κανείς νά δεῖ τόν Κύριο (πρβλ. ῾Εβρ. ιβ´ 14 ). ᾽Ιδιαιτέρως σήμερα, μέ ὅ,τι συμβαίνει στόν κόσμο καί τήν πατρίδα μας, ἡ ἁγιότητα ὡς προοπτική καί σκοπός μας εἶναι ὅ,τι πιό ἀπαραίτητο μπορεῖ νά ὑπάρξει γιά ἐμᾶς. Εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα στή ζωή μας.

 ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, ,

Σχολιάστε

Η ΕΛΠΙΔΑ THΣ AΙΩNΙAΣ ZΩHΣ (Ἀποστολ. ἀνάγν. Κυρ. Ἁγ. Πάντων)

Η ΕΛΠΙΔΑ THΣ AΙΩNΙAΣ ZΩHΣ

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

(ἀρ. τ. 2047, 15.06. 2012)

Στοιχειοθεσία: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

«Ἄλλοι ἐτυμπανίσθησαν, οὐ πρoσδεξάμενoι τὴν ἀπολύτρωσιν,
ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν»

.          Ἡ πρώτη Κυριακὴ µἐτὰ τὴν Πεντηκοστὴ εἶναι ἀφιερωµένη στὴν µνήµη τῶν Ἁγίων Πάντων, δηλαδὴ ὅλων «τῶν ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουµένης» γνωστῶν καὶ ἀγνώστων Ἁγίων. Πολλοὶ ἀπ᾽ αὐτούς, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ σηµερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσµα, ἐπειδὴ δὲν δέχθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, ὑποβλήθηκαν σὲ σκληρὰ βασανιστήρια. Ἀρνήθηκαν νὰ δεχθοῦν «τὴν ἀπολύτρωσιν», νὰ γλυτώσουν δηλαδὴ τὰ βασανιστήρια καὶ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἐπίγεια ζωή τους. Προτίµησαν τὸ µαρτύριο, «ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν», γιὰ νὰ ἀναστηθοῦν στὴν τελικὴ ἀνάσταση καὶ ὄχι νὰ πετύχουν µιὰ πρόσκαιρη ἀποκατάσταση σ᾽ αὐτὴ τὴν ζωή.
.          Ἂς δοῦµε λοιπὸν πῶς ἡ ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως στὴν αἰώνια ζωὴ ἐνίσχυε τοὺς Ἁγίους µπροστὰ στὶς κάθε εἴδους δοκιµασίες, καὶ τί σηµασία ἔχει αὐτὸ γιὰ τὴν δική µας ζωή.

1. Πρoσδoκία «ἄλλης βιοτῆς»

.          Εἶναι ἀξιοθαύµαστη ἡ ὑποµονὴ καὶ ἡ καρτερία ποὺ ἔδειξαν οἱ Ἅγιοι µπροστὰ σὲ κάθε δυσκολία καὶ κίνδυνο, ἀκόµη καὶ µπροστὰ στὸν θάνατο! Ἐκεῖνο ποὺ ὅπλιζε τὶς ψυχές τους µἐ θάρρος καὶ ἀνδρεία ἦταν ἡ ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καὶ ἡ κληρονοµία τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔµεναν ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τὰ θέλγητρα τοῦ κόσµου καὶ ἀτρόµητοι µπροστὰ στὰ φόβητρα τῶν τυράννων.
.         Ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγµα εἶναι τὸ µαρτύριο τῶν ἑπτὰ Μακκαβαίων, ποὺ ἀναφέρεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Τὰ ἑπτὰ αὐτὰ ἀδέλφια προτίµησαν νὰ πεθάνουν παρὰ νὰ προδώσουν τὴν πίστη τῶν πατέρων τους. Ὅταν ὁ δήµιος ἀπείλησε τὸν τρίτο ἀδελφὸ ὅτι θὰ τοῦ κόψει τὴν γλώσσα καὶ τὰ χέρια, ἐκεῖνος ἤρεµος ἀπάντησε: «Ἀπὸ τὸν Θεὸ τοῦ οὐρανοῦ ἔχω τὰ µέλη αὐτὰ (τὴν γλῶσσα καὶ τὰ χέρια) καὶ προκειµένου νὰ µείνω στὸν Νόµο τοῦ Θεοῦ ἀδιαφορῶ γι᾽ αὐτά, γιατὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ τὰ λάβω καὶ πάλι ἀπὸ τὸν Θεό» (Β´ Μακ. ζ´11). Κι ἡ ἁγία µητέρα τους, ποὺ παρακολουθοῦσε µἐ πόνο τὰ µαρτύριά τους, ὄχι µόνο δὲν λύγισε ἀλλὰ στεκόταν µἐ γενναιοψυχία καὶ ἐνίσχυε τὰ παιδιά της µὲ λόγια γεµάτα πίστη κι ἐλπίδα. Τοὺς ἔλεγε: ὁ Δηµιουργὸς τοῦ κόσµου, ποὺ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο κι ἔδωσε ζωὴ σὲ ὅλα τὰ δηµιουργήµατα, αὐτὸς θὰ σᾶς χαρίσει καὶ πάλι κατὰ τὴν εὐσπλαχνία του πνεῦµα καὶ ζωή! (Β´ Μακ. ζ´ 23).
.          Ἐπίσης ἐντυπωσιακὸ εἶναι καὶ τὸ παράδειγµα τοῦ δικαίου Ἰώβ, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ ἔχασε ξαφνικὰ τὴν περιουσία του καὶ ὅλα τὰ παιδιά του, ἐν τούτοις δὲν ἀπελπίστηκε. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἐνίσχυε ἦταν ἡ πίστη στὸν Θεὸ καὶ ἡ ἐλπίδα στὴν µέλλουσα ζωή. Ἔλεγε: Γνωρίζω ὅτι ὁ Κύριος «ἀένναος ἐστιν», δηλαδὴ ζεῖ στοὺς αἰῶνες καὶ εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ µὲ λυτρώσει ἀπὸ τὰ φοβερὰ δεινὰ καὶ θὰ µὲ ἀναστήσει (Ἰὼβ ιθ´ 25-26). Γι᾽ αὐτὸ καὶ δόξαζε τὸν Θεὸ µἐ τὰ γνωστὰ λόγια του: «Εἴη τὸ ὄνοµα Κυρίου εὐλογηµενον εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἰὼβ α´ 21).

2. Ἡ ἐλπίδα μας σήμερα

.         Ἔτσι ζοῦσαν οἱ Ἅγιοι. Μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καὶ τὴν προσδοκία τῆς αἰωνιότητος. Κι αὐτὸ τοὺς ἔδινε δύναµη κι ἐνίσχυση γιὰ νὰ ὑπερνικοῦν κάθε δυσκολία, ἀκόµη καὶ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου. Κι ἂν ἔτσι πολιτεύονταν ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν στὰ χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐµεῖς ποὺ ζοῦµε στὴν ἐποχὴ τῆς χάριτος, µετὰ τὸν θρίαµβο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, καλούµαστε νὰ ἔχουµε πολὺ περισσότερο στερεωµένη τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα µας στὴν αἰωνιότητα. Ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται ἡ ἀληθινὴ ζωή.
.          Ἂς στρέψουµε λοιπὸν τὸ βλεµµα µας στὸν οὐρανό· στὸν τελικὸ στόχο καὶ προορισµό µας. Ἂν συνειδητοποιούσαµε ποιὰ δόξα µᾶς ἔχει ἑτοιµάσει ὁ Θεὸς ἐφ᾽ ὅσον µείνουµε ἑνωµένοι µαζί του, τότε θὰ περιφρονούσαµε κάθε ἐπίγεια δόξα καὶ πρόσκαιρη ἀπόλαυση καὶ θὰ ὑποµέναµε µἐ καρτερία κάθε ταλαιπωρία. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος µᾶς βεβαιώνει ὅτι «οὐκ ἄξια τὰ παθήµατα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν µέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡµᾶς», ποὺ σηµαίνει ὅτι δὲν εἶναι ἄξια τὰ ὅσα πάσχουµε καὶ ὑποφέρουµε στὴν παροῦσα ζωὴ ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν δόξα ποὺ πρόκειται νὰ µᾶς ἀποκαλυφθεῖ γιὰ νὰ µᾶς δοθεῖ στὴν µέλλουσα ζωὴ (Ρωµ. η´ 18). Ἂς δεχόµαστε λοιπὸν ὅσα ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς µἐ ἀκλόνητη ἐµπιστοσύνη στὴν ἀγαθὴ Πρόνοιά του κι ἂς κάνουµε ὑποµονή, διότι, ὅπως λέγει πάλι ὁ ἴδιος θεόπνευστος Ἀπόστολος, «τὸ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡµῶν καθ᾽ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡµῖν» δηλαδή, οἱ θλίψεις µας ποὺ γρήγορα περνοῦν καὶ εἶναι γι᾽ αὐτὸ ἐλαφρές, ἑτοιµάζουν σὲ ὑπερβολικὰ µεγάλο βαθµὸ αἰώνιο βάρος δόξας σὲ µᾶς (Β´ Κορ. δ´ 17).

* * *

.        Ἀξίζει πράγµατι νὰ µελετοῦµε συχνὰ τὴν ζωὴ τῶν Ἁγίων, ὥστε οἱ ψυχές µας νὰ λαµβάνουν θάρρος, ἐνίσχυση καὶ πολλὴ πνευµατικὴ ὠφέλεια. Καθὼς λοιπὸν ἡ ἁγία µας Ἐκκλησία σήµερα τιµᾶ τὴν µνήµη τῶν Ἁγίων Πάντων, εἶναι εὐκαιρία νὰ στρέψουµε τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά µας στοὺς ἥρωες αὐτοὺς τῆς πίστεως καὶ νὰ τοὺς παρακαλέσουµε νὰ πρεσβεύουν γιὰ ὅλους ἐµᾶς, ὥστε νὰ τοὺς µιµηθοῦµε στὴν ὑποµονὴ καὶ τὴν σταθερότητά τους καὶ νὰ ἀξιωθοῦµε νὰ κληρονοµήσουµε µαζί τους τὴν ἄφθαρτη δόξα καὶ χαρὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὴν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ!

, ,

Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ «ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ»

Στὴν βαβυλώνεια ἐποχὴ τῆς ἀ-φωνίας τῶν φωνῶν,
τῆς πολυφωνίας τῶν ἀ-φώνων

καὶ τῆς  ἀ-γλωσσίας τῶν γλωσσῶν
ἡ φωνὴ τῆς Ἁγιότητος, ἡ γλῶσσα τῆς Ἁγιότητος
παραμένει σιωπηλὰ βροντερὴ καὶ μαρτυρικῶς κρατίστη.

https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/05/30/ἡ-«γλῶσσα»-τῆς-ἁγιότητος/

, , ,

Σχολιάστε