Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγιοι Πάντες

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Κυριακ τν γίων Πάντων

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου, δασκάλου

ΓΕΝΙΚΑ: Ἡ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων εἶναι ἡ τελευταία Κυριακή τοῦ «Πεντηκοσταρίου». Μὲ αὐτὴν τελειώνει ὁ κινητὸς κύκλος τῶν ἑορτῶν ποὺ ἄρχισε ἀπὸ τὴν Α΄Κυριακή τοῦ Τριωδίου (Τελώνου καὶ Φαρισαίου). Ἡ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων εἶναι ἡ σφραγίδα τῆς ἑορταστικῆς αὐτῆς περιόδου, ποὺ μᾶς παρουσιάζει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοὺς Ἁγίους Πάντες. Εἶναι ἀπόδειξη τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας καὶ παρουσιάζει ὅσους ἀγαθὰ ἁγίασε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὸν κόσμο.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ: Ἡ Ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Πάντων τους πρώτους αἰῶνες ἦταν ἑορτὴ μόνο τῶν Μαρτύρων. Τὸ Τυπικό τῆς Ἁγίας Σοφίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὸν Ι´αἰώνα, προβλέπει σύναξη καὶ παννυχίδα στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία, καὶ στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων. Ἡ ἑορτὴ ὀνομάζεται “τῶν Ἁγίων Παντων” καὶ τὸ συναξάρι ἐπισημαίνει ὅτι κατ᾽ αὐτὴν ἐπιτελεῖται ἡ μνήμη «τῶν ἁγίων καὶ καλλινίκων μαρτύρων τῶν ἐν πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ κατὰ διαφόρους καιροὺς μαρτυρησάντων ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ἡ Ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Πάντων θεσπίσθηκε ἐπὶ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ. Μετὰ τὸ θάνατο τῆς εὐλαβοῦς συζύγου του Θεοφανοῦς, ἔκτισε ναὸ μὲ σκοπὸ νὰ τὸν τιμήσει στὸ ὄνομά της. Ὅταν ἀνακοίνωσε στὴν Ἐκκλησία τὸ σκοπό του, τοῦ ὑποδείχθηκε ὅτι πρέπει νὰ περάσει χρόνος γιὰ νὰ ἀποκτήσει αὐτὴ τὸ «τίμιον καὶ σεβάσμιον». Ὁ Βασιλεὺς ὑποτάχθηκε καὶ ἀφιέρωσε τὸ ναὸ στὴ μνήμη καὶ τιμὴ πάντων τῶν Ἁγίων τῶν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς.

ΓΙΑΤΙ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ: Ἔστω κι ἂν ἡ ἑορτὴ ξεκίνησε γιὰ τοὺς Ἁγίους Μάρτυρες καὶ ἐπεκτάθηκε στὴ συνέχεια γιὰ Πάντες τοὺς Ἁγίους, οἱ Ἅγιοι Πατέρες θέσπισαν τὴ συλλογικὴ αὐτὴ ἑορτὴ γιὰ νὰ μᾶς δείξουν ὅτι κατεβαίνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὸν κόσμο καὶ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανὸ ὁ χοϊκὸς ἄνθρωπος. Οἱ πρὶν ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὸ Θεὸ γίνονται “ἕνα” μὲ αὐτόν, ἔχοντας τὴ δυνατότητα νὰ γίνουν Ἅγιοι. Καὶ ἔτσι ἡ ἀνθρωπότητα διὰ τῶν Ἁγίων Πάντων ἀναπλήρωνει τὸ πεπτωκὸς ἐκεῖνο τάγμα τῶν Ἀγγέλων. Ἀκόμη, ἐπειδὴ ὑπάρχουν πολλοὶ ἄγνωστοι καὶ ἀφανεῖς ἅγιοι, γνωστοὶ στὸ Θεό, «νέφος μαρτύρων», αὐτοὺς τοὺς ἀγνώστους τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι, θὰ λέγαμε, τὸ μνημεῖο τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτη τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ παροῦσα ἑορτή. Ἡ ἑορτὴ καθιερώθηκε ἀκόμη, διότι κρίθηκε ἐπιβεβλημένο νὰ συναθροισθοῦν ὅλοι οἱ γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι Ἅγιοι σὲ μία κοινὴ ἑορτὴ γιὰ νὰ ὑπογραμμισθεῖ μ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο ὅτι ὅλοι μαζὶ ἀγωνίσθηκαν γιὰ ἕνα Χριστό, σὲ ἕνα κοινὸ στάδιο τῆς ἀρετῆς καὶ ὑπὸ ἑνὸς Τριαδικοῦ Θεοῦ στεφανώθηκαν καὶ συνέστησαν τὴν «μίαν Ἐκκλησίαν», προτρέποντας καὶ ἐμᾶς νὰ ἀγωνιστοῦμε μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις «τὸν ἴσον ἀγώνα» μὲ αὐτούς, ὥστε καὶ ἐμεῖς νὰ μπορέσουμε νὰ συναριθμηθοῦμε μετὰ τῶν Ἁγίων του. Τέλος ἡ ἑορτὴ συνεστήθη ἀκόμη γιὰ τοὺς “ἐπιγενησομένους ἁγίους”, αὐτοὺς δηλαδὴ ποὺ θὰ γίνουν στὴ συνέχεια ἅγιοι. Θὰ λέγαμε ὅτι ἡ ἑορτὴ ἔχει καὶ προληπτικὸ χαρακτήρα ἐφόσον ὑπάρχει ἡ δυνατότητα νὰ περιλαμβάνει κάθε πιστό του σήμερα καὶ τοῦ αὔριο.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ: Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ καὶ Ἅγιοι δὲν εἶναι μόνο ἐκεῖνοι ποὺ ἔχυσαν τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Μάρτυρες εἶναι ὅλοι ὅσοι ἀγωνίσθηκαν καὶ ἀγωνίζονται τὸν ἀγώνα τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς μὲ ἀκρίβεια καὶ συνέπεια. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀναδεικνύουν τὸ μαρτύριο τοῦ πνεύματος, αὐτοὶ ποὺ καθημερινὰ βιώνουν τὴ χαρμολύπη τοῦ λόγου τοῦ Σταυροῦ, αὐτοὶ ποὺ σταυρώνουν τὰ πάθη τους καὶ τὴν κακία τους.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ: Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ Μαρτύρων σου, ὡς πορφύραν καὶ βύσσον τὰ αἵματα, ἡ Ἐκκλησία σου στολισαμένη, δι᾽ αὐτῶν βοᾶ σοι, Χριστὲ ὁ Θεός. Τῷ λαῷ σου τοὺς οἰκτιρμούς σου κατάπεμψον, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἠμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στὴν εἰκόνα τῆς σύναξης τῶν Ἁγίων Πάντων, τὸ ἄνω τμῆμα τὸ καταλαμβάνει σὲ κυκλικὴ διάταξη ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ στὸ κέντρο, καὶ γύρω οἱ χοροὶ τῶν δικαίων. Ἡ Ἑτοιμασία τοῦ θρόνου βρίσκεται πάνω ἀπὸ τὴ δόξα καὶ οἱ δύο προφῆτες Δαβὶδ καὶ Σολομὼν παρουσιάζονται γονατιστοὶ μὲ ἀνοιχτὰ εἰλητάρια. Κάτω εἰκονίζεται ὁ παράδεισος καὶ οἱ προπάτορες Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ καθισμένοι σὲ θρόνους. Μεταξύ τους παρεμβάλλεται ὁ ληστής, ντυμένος μόνο μὲ περίζωμα καὶ κρατώντας τὸ σταυρό. Δηλαδή, γυμνὸς ἀπὸ ἀρετές, ἀλλὰ πρῶτος στὸν παράδεισο.

,

Σχολιάστε

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΚΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Ἡ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων
καὶ ἡ ἔννοια τῆς ἁγιότητας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία

 Ἡ διαφορὰ ἁγίου καὶ καλοῦ ἀνθρώπου

τοῦ Μιχαήλ Γ. Χούλη

.         Ἡ Ἐκκλησία δὲν ὀνομάζει ἁγίους τοὺς καλοὺς ἀνθρώπους ποὺ βοηθᾶνε τοὺς συνανθρώπους τους καὶ συμμετέχουν στὴν θεραπεία τοῦ πανανθρώπινου πόνου. Μία τέτοια ζωὴ προσφορᾶς δὲν εἶναι χριστιανικὸ μόνο προνόμιο. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἅγιος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπειδὴ ἔζησε μὲ σοβαρότητα τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ ὡς Θεό, ὄχι μόνο μετανοοῦσε, ἐξομολογεῖτο, κοινωνοῦσε συχνὰ καὶ συμμετεῖχε στὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ὑπέστη βαθμηδὸν μία ὀντολογικὴ ἀλλοίωση ἀπὸ τὴν ἄκτιστο χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν παρέμεινε στὸ στάδιο τῆς ἠθικῆς ζωῆς, ἀλλὰ ὁδηγήθηκε στὴ μέθεξη τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ θέωση. Ἀπὸ τὸ ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης του γιὰ τὸν Χριστὸ βέβαια προσέφερε καὶ στοὺς ἀδελφούς του, ποὺ ἀγαποῦσε ὡς ἑαυτόν. Ἑπομένως τοὺς ἁγίους ξεχωρίζει ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ ἡ συνεχὴς ἐσωτερικὴ προσευχὴ πρὸς τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ὄχι μόνο οἱ ἠθικὲς καὶ καλὲς σχέσεις πρὸς τοὺς ἄλλους, ποὺ δὲν προέρχονται πάντα, καὶ σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, ἀπὸ ἀγαθὴ συνείδηση.
.         Κανεὶς δὲν γίνεται ἅγιος ἀπὸ μόνος του, παρὰ μόνο συμμετέχοντας στὴν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ. Οὐσιαστικὰ ἅγιος εἶναι μόνο ὁ Θεός. «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός», ψάλλουμε σὲ κάθε Κυριακάτικη λειτουργία. Οἱ πιστοὶ ἁγιάζουν, ὅταν ἑνώνονται μὲ τὴν χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ λάμπουν ὡς εἰκόνες Του. Μὴν ξεχνᾶμε τί παραγγέλνει ὁ Θεὸς ἤδη ἀπὸ τὴν Π.Δ.: «Νὰ γίνεσθε ἅγιοι, διότι ἐγὼ εἶμαι ἅγιος». Ὁ Χριστὸς δηλώνει καθαρὰ ὅτι εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου καὶ μετέχοντας στὸ ἄκτιστο αὐτὸ φῶς Του ἁγιαζόμαστε καὶ ἐμεῖς κατὰ χάρη, ὅπως λέμε, καὶ ὄχι κατ’ οὐσίαν. Δὲν μετέχουμε τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ ξεκινώντας ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ συνεχῶς θὰ ἁγιαζόμαστε μεταβαίνοντες ἀπὸ δόξα σὲ δόξα.
.         Αὐτὸ ζητάει ὁ Θεὸς ἀπὸ μᾶς, νὰ γίνουμε δηλαδὴ κατοικητήριο τῆς Θεότητας, διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, ποὺ κατοικεῖ μέσα μας, καὶ διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ αὐξηθοῦμε «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. δ´13). Ὅσοι λοιπὸν μιμήθηκαν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅσοι τηροῦν τὶς ἐντολές του, ἐκεῖνοι λαμβάνουν τὴν κλήση καὶ τὴν πολλαπλασιάζουν σὰν τὰ τάλαντα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἔτσι οἱ ἅγιοι ὅλων τῶν ἐποχῶν εἶναι ὄχι οἱ κλητοὶ μόνο, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκλεκτοί. Διότι πολλοὶ εἶναι ὅσοι ἐκλήθησαν, ἀλλὰ λίγοι ἀνταποκρίνονται σ’ αὐτὸ τὸ κάλεσμα, ποιοῦντες ἔργα ἄξια μετανοίας.
.         Μέσῳ λοιπὸν τῶν ἁγίων βλέπουμε τί θέλει ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς, ἀφοῦ ἁγίασαν γιατί ἀκριβῶς τήρησαν τὸ θέλημά Του. Ἀνάλογα βέβαια μὲ τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐνίσχυση τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ στὸν καθένα, διότι ὅλοι δὲν ἔχουν τὴν δύναμη ἐκ Θεοῦ νὰ τρῶνε π.χ. ἐλάχιστα ὅπως οἱ ἀσκητὲς ἢ νὰ μὴν βγαίνουν ποτὲ ἔξω ἀπὸ τὸ κελί τους, ὅπως βλέπαμε σὲ παλιοὺς ἀσκητές. Ὅλοι ὅμως οἱ πιστοὶ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ προσεύχονται καὶ νὰ ταπεινώνονται καὶ αὐτὸ εἶναι βασικὸ ὡς ἀρχὴ τῆς ἁγιότητας. Οἱ ἅγιοι λοιπὸν δὲν ἔχουν δική τους ἁγιότητα, ἀλλὰ συμμετέχουν στὴν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ πρὸς τὸν Χριστὸ συνεχῶς προσανατολίζουν, ἀφοῦ ὁ Παράκλητος ἐνοικεῖ στὴν ψυχοσωματική τους ὑπόσταση. Εἶναι ζωντανὲς καὶ ἔμψυχες πινακίδες προσανατολισμοῦ πρὸς τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Τριαδικὸ Θεό. Αὐτὸ ἀναφέρεται καὶ στὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, διότι λέγει ὅτι «ὅσοι ἔλαβον αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» (α´12), ποὺ σημαίνει ὅτι ἅγιος εἶναι κανεὶς ὡς υἱοθετημένος υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἀπὸ κάποια ὑποτιθέμενη παραψυχολογικὴ δύναμη δική του.
.         Οἱ χριστιανοί, ἀκόμη, ἁγιάζουν καὶ καθίστανται δοχεῖα τῆς θείας χάριτος, ἀνάλογα μὲ τὴν κατὰ δύναμη ἄξια προσέλευσή τους στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν συμμετοχή τους στοὺς ἑορταστικοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κύκλους, ποὺ εἶναι κυρίως δεσποτικοὶ [γιὰ τὸν Χριστὸ] καὶ θεομητορικοὶ [γιὰ τὴν Παναγία]. Ἡ πνευματικότητά μας εἶναι καὶ παραμένει λειτουργικὴ καὶ Χριστοκεντρική. Καὶ κορυφαία θέση στὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα καὶ ζωή, τὴ δεύτερη ἀμέσως μετὰ τὴν Ἁγία Τριάδα, ἔχει φυσικὰ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ Παναγία καὶ οἱ ἅγιοι εἶναι μέρος τῆς ἀνθρωπότητας. Τοὺς αἰσθανόμαστε καὶ προσευχόμαστε σ’ αὐτοὺς ὡς φίλους καὶ συνοδοιπόρους πρὸς τὸ ποθητὸ Τέρμα τοῦ παραδείσου. Καὶ ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τὴν ζωή τους, τὴν διδασκαλία τους, τὰ μαρτύριά τους ὡς κάλεσμα μιμήσεως τῆς θεάρεστης ζωῆς τους, μέσα ἀπὸ τὶς καθημερινὲς λαϊκὲς ἑορταστικὲς συνάξεις, τὰ πανηγύρια, τὶς Κυριακάτικες λειτουργίες, τὶς προσευχὲς καὶ τὰ συναξάρια τῶν ἁγίων.
.         Οἱ ἅγιοι ὁδηγοῦν μὲ τὸ παράδειγμά τους καὶ ἄλλους ἀνθρώπους στὴν σωτηρία. Αὐτὴ εἶναι ἡ δουλειὰ τῶν ἁγίων, θὰ λέγαμε. Πρῶτα-πρῶτα ὁ Θεὸς λέει γι’ αὐτοὺς ὅτι «τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω» (Α´Βασιλ. Β´ 30). Δηλαδὴ αὐτοὺς ποὺ μὲ δόξασαν στὴν γῆ, θὰ τοὺς δοξάσω ὄχι μόνο στὴν γῆ, ἀλλὰ καὶ στὸν παράδεισο. Πῶς δοξάζουμε τὸν Θεό; Μὲ τὴν πίστη μας, τὴν ἐλπίδα μας, τὴν ὑπακοή μας στὶς ἐντολές του, τηρώντας τὸν Δεκάλογο ἐσωτερικὰ καὶ ὄχι βαρυγκωμώντας, δείχνοντας ἔμπρακτη ἀγάπη πρὸς τοὺς ἄλλους, θυσιάζοντας πολλὲς ἀνέσεις μας χάριν τῶν ἀναγκεμένων καὶ προσπαθώντας νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸ θέλημά Του. Αὐτὰ θέλει ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς καὶ μᾶς τὰ δείχνει ἡ ζωὴ τῶν ἁγίων. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους μάλιστα βασανίστηκαν καὶ σφαγιάστηκαν, γιὰ νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ μᾶς προτρέπουν, ἂν χρειαστεῖ, νὰ προτιμήσουμε τὸ μαρτύριο παρὰ νὰ ἀρνηθοῦμε τὸ ὄνομά Του.
.         Οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ ὁμολογοῦσαν συνεχῶς ὅτι ἤσαν καὶ εἶναι χριστιανοὶ –ἀφοῦ καὶ σήμερα ὑπάρχουν ἅγιοι- καὶ αὐτὸ καλούμαστε νὰ κάνουμε καὶ ἐμεῖς χωρὶς νὰ ντρεπόμαστε, σὲ μία κοινωνία ποὺ ὑποχωρεῖ στὰ τῆς πίστεως. Ἂν λοιπὸν ζήσουμε ἔτσι, ὅπως ἐκεῖνοι, «ὁ μισθός μας θὰ εἶναι πολὺς στὸν οὐρανό», ἐπισημαίνει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος μὲ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ (ε´12). Μάλιστα ὅσοι ἀφήσουν ὅλα τὰ ἐγκόσμια καὶ ἀφιερωθοῦν στὸν Χριστό, ὅπως οἱ ἀσκητές, οἱ ἱεραπόστολοι, οἱ μοναχοὶ κ.λπ., ἀπὸ ἔρωτα πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ὄχι φυσικὰ γιὰ λόγους δόξας, συμφέροντος, χρημάτων κ.λπ., αὐτοὶ θὰ ἔχουν ἑκατονταπλάσιο μισθὸ καὶ δόξα στοὺς Οὐρανοὺς σὲ σχέση μὲ μᾶς τοὺς ὑπόλοιπους, ποὺ ζοῦμε «ἡσύχιον βίον» καὶ πολὺ πιὸ εὔκολο (Ματθ. ιθ´ 27 κ.ε.). Αὐτοὶ εἶναι οἱ «εὐνουχίζοντες (πνευματικὰ) ἑαυτοὺς» χάριν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος.

 Οἱ ἅγιοι ὄχι μόνο ὁδηγοῦν πρὸς τὸν Χριστό, ἀλλὰ πρεσβεύουν καὶ μεσιτεύουν γιὰ μᾶς στὸν Χριστό.

 .       Κάποιοι ἑτερόδοξοι ἀρνοῦνται βέβαια τὴν μεσιτεία τῶν ἁγίων, ἀλλὰ ἔχουν παρερμηνεύσει τὶς Γραφές. Εἶναι δυνατὸν νὰ παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ οἱ ἅγιοι, ὅσο ζοῦσαν στὴν γῆ, ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν συνανθρώπων τους, καὶ ὅταν ἡ ψυχή τους, μετὰ τὸν θάνατό τους, βρέθηκε καὶ βρίσκεται κοντὰ στὸν Θεό, νὰ μὴ ἐνδιαφέρονται καὶ νὰ μὴν παρακαλᾶνε γιὰ μᾶς; Αὐτὸ δὲν εἶναι φυσικὰ λογικό. Ἔπειτα, μεσίτες, ὅταν λέμε, ἐννοοῦμε ὅτι συμμετέχουν στὴν μεσιτεία τοῦ μόνου μεσίτου, ποὺ εἶναι φυσικὰ ὁ Χριστός. Ὅτι δὲν εἶναι αὐτόνομα καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ Ἐκεῖνον μεσίτες. Διότι πόλεις σώζονται μέσῳ δεήσεων τῶν ἁγίων (Ἱερ. Ε´1 Ἰεζ. ΚΒ´ 30) -ὅπως ἔπραξε καὶ ὁ Ἀβραὰμ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν Σοδόμων καὶ Γομόρρων (Γέν. ΙΗ´ 23-33) καὶ ὁ Μωϋσῆς γιὰ τὸν ἰσραηλιτικὸ λαὸ (Ἔξοδ. ΛΒ´ 9-14)- οἱ προσευχὲς τοὺς ἀνεβαίνουν ὡς θυμίαμα στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ (Ἀποκ. ε´ 8/ϛ´ 9-11) καὶ χαίρονται γιὰ κάθε ἐπιστροφὴ πλανεμένου προβάτου (Λουκ. ε´7-10). Ὁ προφήτης Ἠλίας, ἂν καὶ βρισκόταν στὸν οὐρανό, ἀπάντησε θὰ λέγαμε στὴν αἴτηση τοῦ μαθητῆ του, Ἐλισαίου, καὶ διὰ τοῦ Θεοῦ ἀνοίχθηκαν στὰ δύο τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη (Δ´ Βασιλ. Β´14). Ὁ ἴδιος προφήτης προσευχήθηκε στὸν Θεὸ καὶ δὲν ἔβρεξε γιὰ τρία χρόνια καὶ πάλι προσευχήθηκε καὶ ἔπεσε ἡ βροχὴ καὶ ἡ γῆ ξαναβλάστησε (Ἰακ. ε´ 17-18). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχιερέας Ὀνίας καὶ ὁ Ἱερεμίας, ὅπως διασώζει τὸ ὅραμα τοῦ Ἰούδα τοῦ Μακκαβαίου, ἂν καὶ κοιμηθέντες ἐν Κυρίῳ, προσευχόντουσαν γιὰ ὅλους τοὺς Ἰουδαίους καὶ γιὰ τὴν ἁγία πόλη Ἱερουσαλὴμ (Β´ Μακκ. ιε´ 12-14). Ἄλλωστε «ἡ παράκληση τοῦ δικαίου ἔχει μεγάλη δύναμη καὶ ἀποτελεσματικότητα» (Ἰακ. ε´16). Καὶ οἱ ἅγιοι θεωροῦνται οἱ καλύτεροι φίλοι μας στὸν οὐρανό, ὅπως ἀκριβῶς ἦσαν καὶ στὴ γῆ. Καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ὀνομάζονται πρεσβευτὲς καὶ μεσίτες. Διότι εἰσακούουν τὶς προσευχές μας καὶ εὔχονται γιὰ μᾶς καὶ παρακαλοῦν νὰ ἐκδηλώσει τὸ ἔλεός Του ὁ Θεὸς στὸν κόσμο του, ἀφοῦ μετὰ τὴν ἐκδημία τους ἄλλωστε ἀπὸ τὴν ἐδῶ ζωὴ βρίσκονται σὲ καλύτερη θέση καὶ ἔχουν πληρέστερη παρουσία καὶ παρρησία κοντὰ στὸν Χριστό.

Βλέπουμε σὲ εἰκόνες ἁγίων κάποιο φωτοστέφανο νὰ περικυκλώνει τὴν κεφαλή τους. Τί συμβολίζει αὐτὸ τὸ φῶς τῶν ἁγίων;

 .         Οἱ ἅγιοι ὅπως εἴπαμε ἀπολαμβάνουν τὴν δόξα καὶ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ. Τὸ φῶς αὐτὸ εἶναι ἄκτιστο, δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου αὐτοῦ, εἶναι ἀδημιούργητο καὶ αἰώνιο, ὅπως καὶ ὁ Θεός. Οἱ ἅγιοι λοιπόν, ὡς συμμετέχοντες στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι κατὰ διαστήματα λουσμένοι μὲ τὸ ἄκτιστο αὐτὸ φῶς, ποὺ εἶναι ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ οὐσία Του, ἂν καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν οὐσία Του καὶ αὐτὴν ἐνεργοειδῶς φανερώνει. Τὴν δόξα αὐτὴ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ συμβολίζει καὶ ὁ φωτοστέφανος τῶν ἁγίων στὶς εἰκονικὲς ἀναπαραστάσεις τους. Τὴν δόξα αὐτὴ ἀποκαλύπτει ὁ προφήτης Δανιὴλ νὰ διοχετεύεται ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ (Ζ´ 9), τὸ φῶς αὐτὸ βλέπουμε νὰ περιβάλλει τὸν Μωϋσῆ στὴν φλεγόμενη καὶ μὴ καιόμενη βάτο (Ἔξοδ. Γ´ 2), ἀλλὰ καὶ νὰ καταυγάζει τὸ πρόσωπό του κατεβαίνοντας ἀπὸ τὸ ὅρος Σινὰ (Ἔξοδ. 34, 29-30). Μέσω τοῦ ἰδίου αὐτοῦ φωτὸς ὁ προφήτης Ἠλίας ἀνυψώνεται στὸν οὐρανὸ διὰ πυρίνων ἀλόγων (Σοφ. Σειρὰχ ΜΗ´ 9), ἀλλὰ καὶ τὴν οὐράνια αὐτὴ δόξα Τοῦ ἀφήνει ὁ Χριστὸς νὰ φανεῖ στοὺς μαθητὲς Τοῦ κατὰ τὴν Μεταμόρφωσή Του (Λουκ. θ´ 29/ Ματθ. ιζ´ 2), γιὰ νὰ γνωρίσουν ὅλοι ὅτι σταυρώθηκε στὴ συνέχεια, ἂν καὶ παντοδύναμος Θεός, ἐπειδὴ καὶ μόνο τὸ θέλησε ἐκεῖνος.
.           Μὲ παρόμοια περιστατικὰ τῆς φανερώσεως τῆς φωτοειδοῦς δόξας τοῦ Θεοῦ εἶναι φυσικὰ γεμάτη ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως δεικνύει τὸ παράδειγμα τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ καὶ τοῦ μαθητῆ του Μοτοβίλωφ, ποὺ ἀπὸ παραχώρηση Θεοῦ ταυτόχρονα βίωσαν τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὶς καρδιές τους καὶ ἔλαμψαν ὡς μικροὶ ἥλιοι, βιώνοντες ἄρρητες ἐμπειρίες ἐκστάσεων οὐρανίων.

Πολλοὶ κύκλοι ἑτεροδόξων κατηγοροῦν τοὺς Ὀρθοδόξους πὼς θεοποιοῦν τοὺς ἁγίους. Ὅτι τοὺς λατρεύουν σὰν Θεούς. Τί ἀπαντᾶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

.         Ὁρισμένοι ποὺ διαδίδουν παρόμοιες ἀπόψεις εἶναι ἐντελῶς ἀνίδεοι τοῦ τί σημαίνει Ὀρθόδοξη πίστη. Κανεὶς Ὀρθόδοξος δὲν προσεύχεται σὲ ἁγίους καὶ δὲν ἐπιζητεῖ τὶς μεσιτεῖες τους θεοποιώντας τους. Οὔτε φιλώντας τὶς εἰκόνες ἔχουμε τὴν αἴσθηση πὼς ἀσπαζόμαστε φυσικὰ τὸν ἴδιο τὸν ἅγιο ἢ τὸν Θεό. Ἐμεῖς λέμε ὅτι τιμητικὰ προσκυνοῦμε καὶ σεβόμαστε τοὺς ἁγίους καὶ λατρευτικὰ μόνο τὸν Θεό. Ἄλλωστε βαπτιζόμαστε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ (ὄχι στὸ ὄνομα κάποιου ἁγίου) καὶ ὁλόκληρη ἡ λατρεία μας (προσευχές, ὕμνοι, θεία κοινωνία, ἀκολουθίες, εὐχές, ἀπολυτίκια ἁγίων κ.λπ.) εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Θεό, ἄσχετα ἂν ὁ κάθε ναὸς εἶναι ἀφιερωμένος σὲ κάποιον ἅγιο ἢ ἁγία. Ἀκόμη, οἱ ἴδιοι οἱ ἅγιοι, μάρτυρες, ἀσκητές, ὁμολογητὲς κ.λπ. τὸν Θεὸ ἐλάτρευσαν, σ’ αὐτὸν προσευχόντουσαν καὶ γι’ αὐτὸν θυσίασαν τὶς ζωές τους. Μὲ ποιά λογικὴ λοιπὸν ἰσχυρίζονται κάποιοι ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι λατρεύουν μόνο τοὺς ἁγίους, ἀντὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ;
.         Τὸ ἴδιο ἰσχύει, ὅπως εἴπαμε, καὶ γιὰ τὶς εἰκόνες. Ἡ τιμὴ ποὺ ἐκφράζουν οἱ πιστοὶ κατευθύνεται στὰ πρωτότυπα πρόσωπα ποὺ εἰκονίζουν, στὸν οὐράνιο κόσμο τῶν ἁγίων καὶ τῶν πνευμάτων, καὶ ὄχι, ἐννοεῖται, στὰ ὑλικὰ κατασκευῆς τῆς εἰκόνας (βλ. «Ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ τιμητικὴ προσκύνηση τῶν ἁγίων», Γεωργίου Π. Σωτηρίου, ἔκδ. Ι. Μ. Ἁγίας Παρασκευῆς Δομήρου Σερρῶν, σελ. 67-73). Τιμώντας δηλαδὴ τοὺς ἁγίους, ἢ τὶς ἁγίες γυναῖκες ἢ τὰ λείψανά τους, ἐξαίρουμε τὴν αὐταπάρνηση, τὸν ἡρωισμό, τὴν ἀφοσίωσή τους στὸν Θεό, τὸν ἐνάρετο βίο τους, τὴν ἀγάπη τους πρὸς τοὺς συνανθρώπους τους. Γίνονται ἔτσι οἱ ἅγιοι ἕνα παράδειγμα γιὰ ὅλους μας, ἀφοῦ καὶ ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν μᾶς προτρέπει: «Νὰ ἐπιδιώκετε τὴν εἰρήνη μὲ ὅλους. ἐπιδιώκετε καὶ τὴν ἁγιότητα, χωρὶς τὴν ὁποία κανεὶς δὲν θὰ ἀντικρίσει τὸν Κύριο» (Ἑβρ. ιβ´ 14). Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη νὰ τιμᾶται καὶ νὰ δοξάζεται λ.χ. ὁ εὐσεβὴς βασιλιὰς Ἐζεκίας μετὰ τὸν θάνατόν του ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἰουδαίους καὶ Ἱεροσολυμίτες (Β´ Παρ. ΛΒ´ 33) καὶ νὰ μὴ δοξάζονται καὶ τιμῶνται μετὰ θάνατον οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας;
.       Ἄλλωστε ὁ Θεὸς ἀρνεῖται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη τὴν τιμὴ καὶ λατρεία τῶν εἰδώλων, δηλαδὴ θεοποιημένων ἀντικειμένων, ζώων ἢ ἀνθρώπων καὶ ὄχι τὴν καθημερινή, θρησκευτικὴ καὶ λατρευτικὴ χρήση διαφόρων πραγμάτων καὶ εἰκόνων πρὸς δόξαν τοῦ ὀνόματός Του. Διότι καὶ ὁ Μωυσῆς διετάχθη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ κατασκευάσει δύο Χερουβεὶμ στὰ δύο ἄκρα τοῦ ἱλαστηρίου τῆς Διαθήκης (Ἔξοδ. ΚΕ´18-20), καὶ ὁ βασιλιὰς Σολομώντας σκάλισε ἀγγέλους Χερουβίμ, φοίνικες, βόδια, λέοντες καὶ ἄνθη στὸ Ναὸ ποὺ οἰκοδόμησε, μὲ τὰ ὁποῖα ἀνάγλυφα σχήματα ὅμως καὶ σχέδια ὁ Θεὸς εὐαρεστήθηκε (Α´ Βασιλ. Θ´ 3), διότι δὲν τοποθετήθηκαν στοὺς τοίχους γιὰ νὰ λατρεύονται ἀλλὰ γιὰ τὸν καλλωπισμὸ τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἔνδειξη σεβασμοῦ καὶ ἀγάπης πρὸς Αὐτόν.

Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ πῶς ἁγιάζουν οἱ χριστιανοὶ καὶ γιὰ τὰ ἅγια λείψανα

 .       Τὰ ἅγια λείψανα εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ὑπάρχει Θεὸς καὶ ἀφθαρτοποιεῖ τὴν κτίση πρὸς δόξαν Του καὶ γιὰ τὴν σωτηρία ὅλων. Τὰ λείψανα πολλῶν ἁγίων (καὶ ὄχι ὅλων) μένουν ἄφθαρτα γιατί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τοὺς εἶχε ἰδιαίτερα ἐπισκεφθεῖ ὅσο ζοῦσαν ἐν τῷ κόσμῳ, ἔχουν καταστεῖ σκεύη ἐκλογῆς του καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἔχει κατασκηνώσει στὴν καρδιά τους. Εἶναι μία ἀπόδειξη ἀκόμη ὅτι θὰ ἀναστηθεῖ καὶ τὸ σῶμα μας στὴν Δευτέρα Παρουσία, διότι ὅπως λέμε καὶ στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Ἄνθρωπος γιὰ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανική μας πίστη δὲν εἶναι μόνο ἡ ψυχή, ἀλλὰ ψυχὴ καὶ σῶμα ἑνωμένα σὲ ἕνα ἀδιάσπαστο σύνολο, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ θάνατος εἶναι προσωρινὸς καὶ δὲν θὰ κρατήσει διαζευγμένα τὰ σώματα ἀπὸ τὶς ψυχές τους ἐσαεί.
.        Ὁ ἅγιος, τοῦ ὁποίου τὸ σκήνωμα διατηρεῖται ἀκέραιο, ἔχει φτάσει στὴν φιλόθεη κατάσταση ἐκείνη ποὺ ὀνομάζουμε θέωση. Τὰ στάδια τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς εἶναι τρία, χωρὶς φυσικὰ νὰ ὑπάρχουν μεταξύ τους στεγανά. Εἶναι τὸ στάδιο τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοὸς καὶ τῆς θέωσης. Στὸ στάδιο τῆς καθάρσεως ὁ χριστιανὸς παλεύει μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴν δική του ἄσκηση φτάνει στὸ σημεῖο νὰ μὴ ἐνδίδει στὶς ὀρέξεις τῆς σαρκός, στὴ σειρήνα τῆς ἡδονῆς καὶ στὸ κοσμικὸ φρόνημα, ἐνῶ μένει ταπεινὸς καὶ ἐπιδίδεται στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη. Στὸ στάδιο τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοός, ὁ νοῦς τοῦ πιστοῦ, δηλαδὴ ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς του, ἀνοίγει στὴν παντοδύναμη χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ χριστιανὸς ἀποκτᾶ θεῖες ἐμπειρίες τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τὴν διόραση, τὴν προόραση, τὴν μακρινὴ ἀκοὴ κ.ἄ. Δυνάμεις, ποὺ ὅμως δὲν εἶναι δικές του, ἀλλὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἔχει κατασκηνώσει μέσα του. Στὴν κατάσταση αὐτὴ ὁ ἅγιος δὲν βιώνει πλέον λύπη, ὀδύνη καὶ στεναγμούς, ἀλλὰ τὴν ἀναφαίρετη καὶ μοναδικὴ χαρὰ τοῦ οὐρανίου πολιτεύματος ποὺ ζεῖ ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Λιώνει μάλιστα ἀπὸ ἀγάπη ὁ μεταμορφωμένος πιὰ ἄνθρωπος γιὰ ὅλη τὴν κτίση καὶ γιὰ τὰ ἄλογα ζῶα, ἀλλὰ περισσότερο γιὰ τὸν συνάνθρωπό του καὶ μὲ τὶς θερμὲς προσευχές του ἀπευθύνεται στὸν μόνο δυνάμενο νὰ βοηθήσει οὐσιαστικὰ παντεπόπτη Κύριο.
.         Στὸ ἀνώτατο στάδιο τῆς θεώσεως ὁ χριστιανὸς λούζεται ἀπὸ τὶς ἀκτίνες τοῦ θείου καὶ ἀκτίστου φωτὸς καὶ γιὰ ὅσο διάστημα διαρκοῦν αὐτὲς οἱ ἐμπειρίες κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ὁ πιστὸς δὲν νοιώθει πόνο, πείνα, δίψα ἢ ἄλλη βιολογικὴ ἀνάγκη, ἀφοῦ δὲν τρέφεται πλέον ἀπὸ τὴν βιολογία του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο καὶ μεγαλύτερο στάδιο πίστεως καὶ ἔμπρακτης χριστιανικῆς ζωῆς, ἀπὸ αὐτὴν ἤδη τὴν ζωή, «δημιουργεῖ» τὰ ἄφθαρτα λείψανα τῶν ἁγίων -ἂν καὶ ἡ ἀφθαρσία τῶν λειψάνων δὲν παύει νὰ εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ σὲ ὁρισμένους ἁγίους (καὶ ἡ σωτηρία ἄλλωστε) καὶ δὲν εἶναι κατάσταση ποὺ φτάνει κανεὶς μὲ τὶς δικές τους δυνάμεις. Δίδεται βέβαια σὲ ἐκείνους ποὺ ἔζησαν μὲ πάθος τὴν ἐλπίδα καὶ πίστη τους στὸν Θεὸ καὶ δὲν συνθηκολόγησαν μὲ τὸ κοσμικὸ πνεῦμα ἢ δὲν ἐνέδωσαν ἕως τέλους στὶς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ.
.         Ὁ σκοπὸς ἑπομένως τῆς ζωῆς ὅλων μας εἶναι νὰ γίνουμε ἅγια λείψανα, δεδομένου ὅτι ὁ θάνατος θὰ μᾶς εὕρει ὅλους καὶ κανεὶς δὲν θὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη αὐτή, παρεκκλίνουσα ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, μοίρα. Τὰ ἅγια λείψανα λοιπὸν σηματοδοτοῦν τὴν «αἰώνιο ζωὴ καὶ τὸ μέγα ἔλεος» καὶ προσανατολίζουν πρὸς τὴν ἀκοίμητο δόξα ποὺ περιμένει ὅλους μας, ἀφοῦ καθαρίσουμε τὶς αἰσθήσεις μας καὶ βαδίσουμε πραγματικὰ στὰ χνάρια τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι πνευματικοὶ φάροι, ποὺ κρατοῦν σὲ ἐγρήγορση διαχρονικὴ τὶς πρὸς τάσιν ἐκκοσμικεύσεως γενεὲς τῶν χριστιανῶν, ὥστε νὰ μὴ ξεφύγουν ἀπὸ τὸν μόνο ἄξιο δρόμο τῆς ζωῆς καὶ παρασυρθοῦν ἀπὸ τὰ κύματα ποὺ σηκώνει τὸ παμφάγο στόμα τοῦ ἅδη. Εἶναι ὁδοδεῖκτες ποὺ διαλαλοῦν ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ προσωπική μας Πεντηκοστὴ καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς Φλεγόμενης Βάτου τοῦ Μωυσῆ, ποὺ ἀποκτᾶται δωρεὰν διὰ τοῦ φαρμάκου τῆς ἀθανασίας, τῆς Θείας δηλαδὴ Κοινωνίας καὶ τῆς διαρκοῦς μετανοίας.

Οἱ μαρτυρίες ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση ὅτι ὁ σκοπὸς τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων εἶναι νὰ ἁγιάσουν καὶ ἀφθαρτοποιηθοῦν, καθὼς καὶ οἱ ψυχές τους

 .         Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέγει ὅτι τὰ σώματά μας εἶναι ναὸς τοῦ ἁγίου Πνεύματος ποὺ κατοικεῖ μέσα μας καὶ ὅτι πρέπει νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὰ σώματά μας καὶ μὲ τὶς ψυχές μας, ποὺ καὶ τὰ δύο ἀνήκουν στὸν Θεὸ (Α´ Κορ. ϛ´15-20). Συνεχίζει μάλιστα σὲ ἄλλο σημεῖο γιὰ νὰ πεῖ ὅτι τὸ εὐτελὲς σῶμα μας θὰ μετασχηματίσει ὁ Θεὸς καὶ θὰ τὸ μεταποιήσει σὲ σῶμα σύμμορφο μὲ τὸ σῶμα τῆς δόξας Του (Φιλ. γ´21). Εὐωδία τῶν λειψάνων, θαυματουργία αὐτῶν, καθὼς καὶ ἀντικειμένων τῶν ἁγίων καὶ τιμὴ πρὸς αὐτὰ ἀναφέρονται σὲ πολλὰ σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης (Β´ Κορ. β´ 15/ Ματθ. θ´ 20/ Μάρκ. ϛ´ 13/Πράξ. κθ´12), ἀλλὰ καὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στὸ Β´ Βασιλειῶν ΙΓ´ 20-21 περιγράφεται ἡ περίπτωση πεθαμένου ποὺ τὸν ἔριξαν στὸν τάφο τοῦ προφήτη Ἐλισαίου καὶ μόλις ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὰ ὀστᾶ τοῦ προφήτη, θαυματουργικὰ ὁ νεκρὸς ζωντάνεψε καὶ ἔζησε. Παρόμοια πίστη ἀναφέρεται καὶ στὸ Γ´ Βασιλ., ὅπου γέροντας προφήτης παρεκάλεσε τὰ παιδιά του νὰ τὸν θάψουν ὅταν πεθάνει στὸν ἴδιο τάφο ποὺ εἶχε θαφτεῖ κάποιος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὥστε τὰ ὀστᾶ τοῦ ἁγίου ἀνθρώπου νὰ ὁδηγήσουν μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν προφήτη στὴν σωτηρία (ΙΓ´ 25-31) (βλ. π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου, «Ἡ Ὀρθοδοξία μας», Ἀθήνα 1994, σελ. 463-465).
.         Ἡ τιμὴ πρὸς τὰ ἅγια λείψανα ἐπικρατοῦσε σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια. Ἀπὸ τὸ Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου μαθαίνουμε ὅτι οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ συναθροίζονταν στοὺς τάφους τῶν μαρτύρων, τελοῦσαν πάνω στὰ λείψανά τους τὴ θεία λειτουργία καὶ τιμοῦσαν ἰδιαίτερα τὴ μνήμη τους. Μὲ τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ γινόντουσαν πολλὰ θαύματα, ὅπως διασώζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐνῶ τὸ τίμιο καὶ χαριτόβρυτο λείψανο τῆς ἁγίας Ἰουλίττας, λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἁγιάζει τὴν πόλη, τοὺς ἐπισκέπτες καὶ τοὺς ἀρρώστους. Τέλος, καὶ ὁ μελίρρυτος ποταμὸς τῆς σοφίας, ἱερὸς Χρυσόστομος, κηρύττει ὅτι οἱ ναοί, οἱ λειψανοθῆκες τῶν ἁγίων καὶ πολὺ περισσότερο τὰ ἴδια τὰ ὀστᾶ τους, ὁδηγοῦν στὴν ψυχοσωματικὴ ὑγεία, στὴν ἀπομάκρυνση τῶν δαιμονίων καὶ τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὴν καταδυνάστευσή τους (βλ. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου, «Ἐγχειρίδιο αἱρέσεων…», ἔκδ. Ι.Μ. Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης, σελ. 63-66).
.         Τὰ λείψανα ἑπομένως τῶν ἁγίων ποὺ διατηροῦνται ἀνέπαφα εἶναι ἕνα συνεχὲς θαῦμα. Διότι εἶναι ἀπολύτως λογικὸ νὰ πιστεύει κανεὶς ὅτι ὅπως ἡ μηλωτὴ τοῦ προφήτη Ἠλία ποὺ διαχώρισε τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, τὰ μαντήλια τῆς κεφαλῆς ἢ τοῦ λαιμοῦ τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Πράξ. ιθ´ 12) καὶ ἡ σκιὰ τοῦ ἀποστόλου Πέτρου (Πράξ. ε´15) ἔκαναν «σημεῖα καὶ τέρατα» ὅσο ἐκεῖνοι ζοῦσαν, ἔτσι καὶ τὰ ἴδια τὰ ἄφθαρτα σώματα τῶν ἁγίων, ποὺ παραμένουν στὴν ὑπηρεσία τῶν ἀνθρώπων, ἐπιτελοῦν οὐκ ὀλίγα θαύματα. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀφοῦ ἐπισημαίνει ὅτι στὴν ἐποχὴ τοῦ τὰ θαύματα ἰάσεων ἔχουν λιγοστέψει ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, διότι ἔχει ἁπλωθεῖ πλέον ὁ Χριστιανισμὸς στὸν κόσμο καὶ τὸ ἀνώτερο θαῦμα εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, μᾶς λέγει ἀκόμη ὅτι στὰ λείψανα τῶν ἁγίων παρευρίσκεται ὄχι κάποια ψυχικὴ δύναμη, ἀλλὰ ἐκείνη ἡ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ προσανατολίζει συνεχῶς πρὸς τὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦν (εἰς τὸν ἱερομάρτυρα Βαβύλα, ΕΠΕ 37). Ἑπομένως τὰ σώματα τῶν ἁγίων θαυματουργοῦν λόγῳ τῆς σύνδεσης τῶν χριστιανῶν -ὅσο ζοῦσαν πάνω στὴν γῆ- μὲ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ χάρη εἶναι ἀποταμιευμένη στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν ὁποία αὐτὴ χάρη ἐμποτίζεται καὶ τὸ σῶμα τοῦ πιστοῦ, ἐφ᾽ ὅσον ζεῖ ἔμπρακτα τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη του, ἀσκεῖται, κοινωνεῖ, ταπεινώνεται καὶ ἀγαθοεργεῖ.

 Τέλος,

.           Ὁ Θεὸς εἶναι πάντα νέος, εἶναι ὅ,τι πιὸ ὄμορφο ὑπάρχει καὶ ἡ ἀγάπη του δὲν ἔχει ὅρια. Καὶ μᾶς καλεῖ στὸν δρόμο τῆς ἁγιότητας, γιατί Ἐκεῖνος εἶναι ὄντως ἅγιος καὶ μόνο αὐτὸς ὁ τρόπος ζωῆς θὰ ἐπικρατήσει στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι φόβητρο ἢ ἀστυνόμος τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ ἀναζητάει παντοῦ τὸν ἔνοχο γιὰ νὰ τὸν καταδικάσει, ὅπως σκεφτόντουσαν κάποτε στὴ Δύση. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀντίθετα ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ μόνος του, καὶ μὲ σκέψεις, λόγια ἢ ἔργα, ἀπομονώνεται καὶ χάνει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Δηλαδὴ μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τοῦ ἀποτυχαίνει, ἀστοχεῖ νὰ βαδίσει τὴν ὁδὸ τῆς ἀλήθειας καὶ ἀποξενώνεται ἀπ’ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς συνανθρώπους του. Ὁ Κὰρλ Ράινερ, ἕνας σπουδαῖος Γερμανὸς θεολόγος, περίπου ἔλεγε: ‘Δόξα τῷ Θεῷ, ποὺ ἕνα 60% τῶν ἀπόψεων περὶ Θεοῦ, στὶς ὁποῖες ὁρισμένοι πιστεύουν σήμερα, δὲν ἰσχύουν πραγματικὰ γιὰ τὸν Θεό’. Πῶς θὰ βροῦμε ἑπομένως πραγματικὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν γνήσια εἰκόνα του; Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ ἴδιος Θεὸς ἀποκαλύπτεται προσωπικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία Του, διὰ τῆς πίστεως, τῆς μυστηριακῆς ζωῆς καὶ τῆς ἄδολης ἀγάπης. Ἀποκαλύπτεται στὶς καθαρὲς καρδιές, ποὺ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση ἔχουν γίνει χῶρος διαμονῆς Του.

ΠΗΓΗ: faneromenihol.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΝΕΟΙ ΑΓΙΟΙ (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.)

Νέοι γιοι

Γράφει ὁ μοναχὸς Μωυσῆς

.         Συχνὰ κατηγορεῖται ἡ ἐποχή μας γιὰ πολλοὺς λόγους, δίκαια ἢ ἄδικα. Ὅμως ἡ πράγματι δύσκολη ἐποχὴ κρύβει θησαυρούς, γεννᾶ μικροὺς ἢ μεγάλους ἁγίους. Ἐκτὸς τῶν ἐπίσημα ἀναγνωρισθέντων ἁγίων, ὑπάρχουν καὶ κρυφοὶ ἅγιοι σὲ ὅλο τὸν εἰκοστὸ αἰώνα.
.         Ἡ ὁσία Μεθοδία τῆς Κιμώλου (+1908), ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης (+1908), ὁ ἐπίσκοπος Ζήλων Εὐθύμιος (+1921), ὁ ἐπίσκοπος Ἰκονίου Προκόπιος (+1922), ὁ ἐπίσκοπος Κυδωνιῶν Γρηγόριος (+1922), ὁ ἐπίσκοπος Μοσχονησίων Ἀμβρόσιος (+1922), ὁ ἐπίσκοπος Σμύρνης Χρυσόστομος (+1922), ὁ θαυμάσιος Γέροντας τῆς μονῆς  Ὄπτινα ὅσιος Ἀγαπητὸς (+1922) καὶ πλῆθος ὁσίων καὶ νεομαρτύρων στὴν Ρωσία, τὴν Γεωργία, τὴν Ἐσθονία, τὴν Πολωνία καὶ ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης, Ἀσίας καὶ Ἀμερικῆς.
.         Στὸν εἰκοστὸ αἰώνα ἐπίσης ἔχουμε τοὺς ἁγίους: Ἀρσένιο Καππαδόκη (+1924), Νικόλαο Πλανᾶ τῶν Ἀθηνῶν (+1932), Σιλουανὸ τὸν Ἀθωνίτη (+1938), τὸν ὅσιο Σάββα τὸν ἐν Καλύμνῳ (+1948), τὸν ὅσιο Γεώργιο Καρσλίδη (+1959) τῆς Δράμας, τὸν ἱερομόναχο Ἄνθιμο Βαγιάνο (+1960) τῆς Χίου, τὸν ἀρχιεπίσκοπο Σαγκάης Ἰωάννη Μαξίμοβιτς (+1966) τὸν θαυματουργό, τὸν Σέρβο ἱερομόναχο Ἰουστίνο Πόποβις (+1979) καὶ τὸν ἱερομάρτυρα Φιλούμενο τὸν Ἱεροσολυμίτη (+1979).
.         Φήμη ἁγιότητος καὶ ὑψηλοῦ ἐναρέτου βίου ἔχουν καὶ οἱ μακάριοι Γέροντες: Ἀρχιμανδρίτης Ἱερώνυμος Σιμωνοπετρίτης (+1957), Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς Σπηλαιώτης (+1959). Προηγούμενος Ἀμφιλόχιος Μακρὴς τῆς Πάτμου (+1970), ὁ ἡγούμενος τῆς Λογγοβάρδας Πάρου Φιλόθεος Ζερβάκος (+1980), ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς ὁσίου Δαβὶδ στὴν Εὔβοια Ἰάκωβος Τσαλίκης (+1991), ὁ διακριτικὸς καὶ διορατικὸς Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης (+1995), ὁ σοφὸς Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ (+1993), ὁ πασίγνωστος καὶ χαριτωμένος μοναχὸς Παΐσιος Ἁγιορείτης (+1994), ὁ τῆς ὑπακοῆς καὶ προσευχῆς Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης (+1998) καὶ ἄλλοι.
.         Ὁ ἁγιότροφος μοναχισμὸς μᾶς προκαλεῖ καὶ μᾶς προσκαλεῖ σὲ μιὰ πιὸ ἡρωικὴ στάση, μεγαλύτερη λιτότητα, ἁπλότητα, σεμνότητα καὶ ταπεινότητα. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διατηρήσουμε ἀτόφιο, ζωηρὸ καὶ καθαρὸ τὸ πνεῦμα τοῦ ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ μὲ κάθε θυσία. Καλούμεθα νὰ μαθητεύσουμε στὴν ὑπομονὴ τῶν παλαιότερων Γερόντων.
.       Τὸ μεγαλεῖο της Ἐκκλησίας μας εἶναι ὅτι γεννᾶ καὶ σήμερα ἁγίους. Τὴν ἁγιότητα θὰ τὴ χρειασθεῖ πολὺ περισσότερο στὸν 21ο αἰώνα ὁ κόσμος. Ὁ Γέροντας Παΐσιος Ἁγιορείτης ἔλεγε πὼς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ διατηρήσουμε τὸν μοναχισμὸ ἀλώβητο. Ἡ ἁγιότητα δὲν εἶναι ἕνα λησμονημένο ὅραμα ἢ μία φροῦδα ἐλπίδα. Ὁ εὐδαιμονισμός, ἡ ἐκκοσμίκευση, ἡ ὀκνηρία ἐμποδίζουν τὴν ἀνάδειξη τοῦ δένδρου τῆς ἁγιότητος. Τὸ σύγχρονο πνεῦμα τῆς καλοπέρασης, τῆς βιασύνης, τῆς ἄκοπης καὶ ἄμοχθης ἐργασίας καὶ τῆς ἐπιπολαιότητος ἀπομακρύνει τὴν ἁγιότητα.
.         Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἁγιότητα. Ἡ ἁγιότητα εἶναι τὸ κυρίως ζητούμενο. Τὸ πλησίασμα τῆς ἁγιότητος θὰ χαρίσει εἰρήνη, χαρά, πραότητα, μακροθυμία, ἐγκράτεια καὶ χαρίτωση. Ὁ κατάλογος τῶν νέων ἁγίων αὐξάνεται καὶ τὸν 21ο αἰώνα. Μερικὲς φορὲς ἡ ἁγιότητα κρύβεται κι ἐκεῖ ποὺ ποτὲ δὲν θὰ περίμενες, στὶς πόλεις καὶ τὰ χωριὰ καὶ ὄχι μόνο στὸ Ἅγιον  Ὄρος. Ὁ μοναχισμὸς σήμερα ἀνθεῖ. Εὐχὴ ὅλων εἶναι νὰ συνεχίζει νὰ παράγει ἁγίους, βαδίζοντας τὴν παραδοσιακὴ πορεία. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς [Σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: καὶ ὄχι Στυλιανός, ὅπως ἐκ παραδρομῆς γράφεται στὴν ἐφημερίδα] ὁ Ἀθωνίτης ἔλεγε ἐμπειρικά: Ὁ κύριος ἀγαπᾶ ἡμᾶς ὑπερβαλλόντως καὶ διὰ τῆς προσευχῆς καταξιοῖ ἡμᾶς νὰ συνομιλῶμεν μετ’ Αὐτοῦ καὶ νὰ μετανοῶμεν καὶ νὰ δοξολογῶμεν Αὐτόν. Ἀδυνατῶ νὰ περιγράψω ὁπόσον πολὺ ἀγαπᾶ ἡμᾶς ὁ Κύριος. Διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου γνωρίζεται ἡ ἀγάπη αὐτὴ καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ προσευχομένου γνωρίζει τὸ  Ἅγιον Πνεῦμα.

ΠΗΓΗ: makthes.gr

, ,

Σχολιάστε

Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ καὶ Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστιανοῦ
καὶ ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 109-110

 «πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ
ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ
ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». 

(Ματθ. ι´ 32)

.         Ἡ ἑορτὴ τῶν ἁγίων Πάντων εἶναι συνέχεια τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς. Αὐτὸ δείχνει ὅτι οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ συνέχεια τῆς Πεντηκοστῆς, εἶναι ἡ ἴδια ἡ Πεντηκοστὴ μέσα στὴν ἱστορία. Διότι ὅ,τι ἔγινεν τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς στοὺς Ἀποστόλους γίνεται σὲ κάθε ἅγιο.  Δέχεται τὴν ἔλευσι τοῦ Παρακλήτου στὴν καρδιά του καὶ σ’ ὅλη του τὴν ζωὴ ὁμολογεῖ: «ἔδωκας εὐφροσύνην εἰς τὴν καρδίαν μου» (Ψαλμ. δ´ 7).
.         Τὰ λεχθέντα μᾶς βοηθοῦν πολὺ στὸ νὰ κατανοήσουμε τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα καὶ στὸ νὰ δοῦμε τὸν στενὸ σύνδεσμο ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἁγίου καὶ τῆς ὁμολογίας. Οἱ ἅγιοι Πάντες σ’ ὅλη τους τὴν ζωὴ ἦταν ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστό, ἔδωσαν τὴν καλὴ μαρτυρία περὶ Αὐτοῦ καὶ ἀναμένουν τὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον τοῦ Πατρός Του τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Μὲ τὸ θέμα αὐτὸ θὰ ἀσχοληθοῦμε στὰ ἑπόμενα.

Ἡ ὁμολογία τῶν ἁγίων

.          Ὁ Κύριος στοὺς μαθητάς Του εἶπε: «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων». Στὸ «πᾶς ὅστις» ἀνήκουν ὅλοι οἱ ἅγιοι. Αὐτοὶ εἶναι οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Μάρτυρες καὶ γενικὰ ὅσοι ζοῦν μυστηριακὰ στὴν Ἐκκλησία. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι παρὰ τὴν τροπική, τὴν χρονικὴ καὶ τὴν τοπικὴ διαφορά, ὅλοι οἱ ἅγιοι ἔχουν ἕνα κοινὸ σημεῖο. Καὶ αὐτὸ εἶναι ὁ Χριστός. Οἱ Προφῆτες, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἔβλεπαν τὸν Χριστό, οἱ Ἀπόστολοι ἦταν μαθηταὶ τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου καὶ οἱ μετὰ τοὺς Ἀποστόλους ἅγιοι, ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὡς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἑνωμένοι μαζί Του.
.          Ἑπομένως ὅλοι οἱ διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἅγιοι ἐβίωσαν, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὸν Χριστό. Ἡ βίωσι αὐτὴ δὲν ἦταν θεωρητική, ἀλλὰ πραγματική, δηλ. αἰσθάνθηκαν πραγματικὴ κοινωνία μὲ τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ δι’ Αὐτοῦ μὲ ὁλόκληρη τὴν Ἁγία Τριάδα. Ἀπαύγασμα αὐτῆς τῆς βιώσεως εἶναι ἡ ὁμολογία. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ ὁμολογία τῶν ἁγίων, ὅπως λέγει ὁ Κύριος, γίνεται «ἐν Ἐμοί», δηλ. διὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐν Χριστῷ. Χωρὶς τὴν κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ καὶ χωρὶς τὴν δύναμή Του εἶναι ἀδύνατον νὰ ὁμολογήση τὸν Κύριο.
.          Ἡ ὁμολογία λοιπὸν περὶ τῆς ὁποίας γίνεται λόγος στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα δὲν εἶναι μία ἀνθρώπινη ἐνέργεια ποὺ ἐξαντλεῖται σὲ ἐξωτερικὴ προσπάθεια, ἀλλὰ Θεανθρώπινη ἐνέργεια, μία φυσικὴ κατάληξι τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Οἱ Προφῆτες ἔδωσαν τὴν μαρτυρία ὅτι θὰ ἔλθη ὁ νέος αἰών, ἡ νέα ἐποχή, θὰ ἀνατείλη ἡ σωτηρία. Οἱ Ἀπόστολοι ἔδωσαν στὸν ἀπογοητευμένο κόσμο τὴν μαρτυρία ὅτι ὁ νέος αἰὼν ἦλθε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ οἱ ἅγιοι ὅλων τῶν ἐποχῶν (μάρτυρες, ὅσιοι κλπ.) ἔδωσαν τὴν μαρτυρία ὅτι εἶναι δυνατὸν κανεὶς ζώντας μέσα στὴν Ἐκκλησία νὰ βιώση αὐτὴ τὴν νέα ζωή.
.          Ἔτσι μποροῦμε νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι κάθε ἅγιος εἶναι συγχρόνως Προφήτης, Ἀπόστολος, Μάρτυς κλπ. Εἶναι Προφήτης, γιατί ὅπως οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔβλεπαν τὴν πρώτη ἔλευσι τοῦ Χριστοῦ ἔτσι καὶ αὐτὸς βλέπει τὴν δεύτερη ἔλευσι τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ γιατί ζεῖ ἐν κοινωνίᾳ μὲ Αὐτὸν καὶ τηρεῖ τὶς ἐντολές Του. Εἶναι μάρτυς γιατί συνεχῶς δίδει στὴν ζωή του τὴν μαρτυρία γι’ αὐτὴν τὴν νέα ζωή, ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο ὁ Θεάνθρωπος Χριστός.

Ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ

.          Μὲ ὅσα ἐλέχθησαν μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε καλὰ τὴν συνέχεια τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ «ὁμολογήσω κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». Ὅπως φυσικὴ εἶναι ἡ ὁμολογία ποὺ δίδουν οἱ ἅγιοι γιὰ τὸν Χριστό, ἀφοῦ μὲ τὴν ἐλεύθερη ὁλοκληρωτικὴ προσφορά τους στὸν Θεὸ γίνονται δέκτες καὶ προβολεῖς τῆς θείας λαμπρότητος, ἔτσι φυσικὴ θὰ εἶναι καὶ ἡ ὁμολογία ποὺ θὰ δώσει ὁ Χριστὸς γι’ αὐτοὺς στὸν Πατέρα Του. Οἱ ἅγιοι θὰ λάμψουν ὡς ἥλιοι εἰς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, διότι ἑνώθηκαν μὲ τὸ Φῶς, τὸν Χριστό. «Φῶς ὅλοι γεγονότες θεῖον» θὰ ἀκτινοβολήσουν αὐτὸ τὸ Φῶς «ὡς θείου φωτὸς γεννήματα» (ἄγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς). Ὁ Χριστὸς ποὺ θὰ εἶναι ἐντός τους θὰ μαρτυρῆ περὶ αὐτῶν καὶ θὰ γίνωνται ἀγαπητοὶ στὸν Πατέρα. Αὐτὴν τὴν σημασία ἔχει τὸ «ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ».
.          Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ ἡ ἑρμηνεία ποὺ δίδει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρὸς πρὸς τὸν ἄνθρωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεὸς Πατὴρ ἀγαπᾶ πολὺ τὸν Υἱό. Τὸ ἔχει δηλώσει τὴν ἡμέρα τῆς Βαπτίσεως καὶ τὴν ἡμέρα τῆς Μεταμορφώσεως: «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Οἱ πιστοὶ ποὺ συνδέονται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν ἔχουν κατοικοῦντα στὴν καρδιά τους δέχονται τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ἕνεκεν τοῦ Υἱοῦ. Αὐτὸ δείχνει τὴν μεγάλη σημασία τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν ζωή μας καὶ τὴν σημασία τῆς ἑνώσεώς μας μαζί Του.
.          Πράγματι. Ὁ Θεὸς Πατήρ, κατὰ ἕνα σύγχρονο Θεολόγο, δημιούργησε τὸν κόσμο ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Υἱό. Καὶ ὁ Υἱὸς ἀναλαμβάνει τὸ ἔργο νὰ ἀναδημιουργήσει τὸν κόσμο, νὰ τὸν προσαγάγει στὸν Θεὸ Πατέρα, ἀπὸ ἀγάπη γι’ Αὐτόν. Ἔτσι ὅσοι ἑνώνονται μὲ τὸν Χριστὸ ἔχουν μέσα τους τὴν ἀγάπη τοῦ Πατρὸς ἐξ αἰτίας τοῦ Υἱοῦ. Ὁπότε στὴν Δευτέρα Παρουσία αὐτὴ ἡ παρουσία τοῦ Λόγου θὰ μαρτυρήση γιὰ τοὺς ἁγίους. Στοὺς ἁγίους ἀναπαύεται ὁ Θεός: «Ὁ Θεός, ὁ Ἅγιος, ὁ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος…» (εὐχὴ τρισαγίου ὕμνου). Βεβαίως ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ὁρισμένο τόπο, ἀλλὰ Αὐτὸς ὁ Ἴδιος εἶναι ὁ τόπος πάντων. Πλὴν ὅμως μπορεῖ, κατὰ τὸν ἄγ. Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, νὰ ὀνομασθῆ τόπος Θεοῦ ὁ τόπος ὅπου γίνεται ἔκδηλη ἡ ἐνέργεια Αὐτοῦ. Ἔτσι τόπος Θεοῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ μετέχοντες τῆς ἐνεργείας Αὐτοῦ, δηλ. οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ.

Οἱ ἅγιοι εἶναι μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ

 .          Ὅλα αὐτὰ φανερώνουν μιὰ μεγάλη ἀλήθεια ποὺ θέλουμε νὰ τονίσουμε ἰδιαιτέρως. Συνήθως ἔχουμε σχηματίσει τὴν γνώμη ὅτι τὸ ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι μόνον ἐκεῖνο ποὺ ἀναλήφθηκε καὶ τώρα βρίσκεται ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ λησμονοῦμε ἐντελῶς ὅτι τὸ ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι καὶ ἡ Ἐκκλησία, ὄχι βεβαίως ὡς κατεστημένος θεσμός, ἀλλὰ ὡς τὸ πραγματικὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὡς κοινωνία θεώσεως. Ἔτσι οἱ ἅγιοι, ἀφοῦ εἶναι ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστό, εἶναι τὰ μέλη τοῦ ἀναστημένου Σώματός Του καὶ ἔχουν τὴν ἁγιαστικὴ Χάρι τοῦ Χριστοῦ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀσπαζόμενοι τὰ λείψανα τῶν ἁγίων ἀσπαζόμαστε τὸ πραγματικὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν πλησιάζουμε ἕναν σύγχρονο ἅγιο, πλησιάζουμε τὸ ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ λαμβάνουμε τὴν εὐλογία Του. Οἱ ἅγιοι «κτιστοὶ ὄντες κατὰ τὴν οἰκείαν φύσιν» ὀνομάζονται ἄκτιστοι καὶ ἄναρχοι διὰ τὴν ἄκτιστη Χάρι τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐπαναπαύεται σ’ αὐτοὺς καὶ ποὺ θὰ εἶναι στοὺς αἰῶνας.

 .          Τελειώνοντας πρέπει νὰ ὑπογραμμίσουμε τὴν μεγάλη ἀξία τῶν ἁγίων στὴν ζωή μας. Διότι στὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ στὴν ἐπίγνωσι τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται κανεὶς μόνο ἐν κοινωνία «σὺν πάσι τοῖς ἁγίοις» (Ἐφεσ. δ´ 13). Ἂς μᾶς ἀξιώση ὁ Θεὸς νὰ δίδουμε τὴν ὁμολογία τῆς νέας ζωῆς σὲ ὅλη μας τὴν ζωή, γιὰ νὰ δεχθοῦμε τὴν ὁμολογία τῆς αἰωνίου ζωῆς. Στὸν ἀγώνα τῆς Χριστοποιήσεώς μας καὶ τῆς Ἐκκλησιοποιήσεώς μας ἂς ἔχουμε τὶς πρεσβεῖες ὅλων τῶν ἁγίων ποὺ σήμερα ἑορτάζουμε.

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΑΣ (Κυρ. Ἁγ. Πάντων) «Ἂς µᾶς δώσουν τὴν δύναµη νὰ ἐνταχθοῦµε στὴν δύναµη τῶν Ἁγίων Πάντων»!

, ,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ («Ἡ ἁγιότητα ὡς προοπτική καί σκοπός μας εἶναι ὅ,τι πιό ἀπαραίτητο μπορεῖ νά ὑπάρξει γιά ἐμᾶς. Εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα στή ζωή μας.»)

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
τοῦ πρωτ. Γεωργ. Δορμπαράκη 

 .           Ἔχει ὀρθά τονιστεῖ ὅτι ἡ σχέση τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς μέ τήν ἑορτή τῶν Ἁγίων Πάντων στήν Ἐκκλησία μας ἀποτελεῖ σχέση αἰτίου καί αἰτιατοῦ, δηλαδή ἐκεῖνο πού δημιουργεῖ τό γεγονός τῆς ἁγιότητας εἶναι τό Πανάγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ἀπέστειλε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός, μετά τήν ἔνδοξη ἀνάληψή Του εἰς τούς οὐρανούς, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Μέ ἄλλα λόγια οἱ ἅγιοι συνιστοῦν τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κάτι πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν κατανόηση ὅτι μιλώντας γιά τούς ἁγίους μιλᾶμε γιά γεγονός πού ὑπερβαίνει τήν ὁριζόντια ἀνθρώπινη μόνο κατανόησή τους. Οἱ ἅγιοι, ὅπως πιστεύουμε ὅτι θά δείξουμε καί στή συνέχεια, φανερώνουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, συνιστοῦν τήν προέκταση τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μέσα στά πλαίσια τοῦ ἐδῶ καί τοῦ τώρα. Εἶναι οἱ “ἐν σαρκί περιπολοῦντες Θεοί”, κατά γνωστή ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ἡ ἑορτή τῶν ἁγίων Πάντων λοιπόν θέτει κάθε φορά αὐτό τό ἐρώτημα, τό ὁποῖο κάθε χριστιανός πρέπει νά τό θέτει καί στόν ἑαυτό του: “Ποιός εἶναι ὁ ἅγιος;” Νά ἐξηγήσουμε λίγο περισσότερο τήν παραπάνω περί ἁγίων τοποθέτηση.

.           Κατά πρῶτον θά πρέπει νά ὑπερβοῦμε τήν ἁπλή ἀντίληψη πολλῶν συνανθρώπων μας, ἀκόμη καί χριστιανῶν, πού τήν ἁγιότητα τήν ἐξαρτοῦν ἀπό συνθῆκες μόνον τοπικές, δηλαδή ὅτι ἕνα συγκεκριμένο πλαίσιο ζωῆς ὁδηγεῖ καί στήν ἁγιότητα, εἴτε μέ τήν ἔννοια ὅτι ἅγιος γίνεται ἐκεῖνος πού ἀπομακρύνεται ἀπό τόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος ὑπερανθρώπου ἀσκητῆ, εἴτε μέ τήν ἔννοια ἐκείνου πού ἀγωνίζεται μέσα στόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος κοινωνικοῦ ἐργάτη. Ὁ ἅγιος εἶναι πέρα ἀπό τέτοιες ἁπλουστεύσεις καί “ἀγκυλώματα”. Ὅπως τό ὑπονοήσαμε καί παραπάνω καί τό τονίζει διαρκῶς ἡ ἐκκλησιαστική μας παράδοση, ἅγιος εἶναι ἁπλῶς ὁ συνεπής πιστός: αὐτός πού προσπαθεῖ νά ζεῖ σωστά ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας, πού σημαίνει προσπαθεῖ νά κρατάει ἀνοιχτή τή θύρα τῆς ψυχῆς του ἀπέναντι στόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Κι αὐτό μπορεῖ νά γίνει εἴτε κανείς πηγαίνοντας σ᾽ ἕνα μοναστήρι εἴτε μένοντας στόν κόσμο, διότι ἀκριβῶς τό ζητούμενο εἶναι ἡ διακράτηση τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ πού ὁ ἄνθρωπος παίρνει μέ τήν εἴσοδό του στήν Ἐκκλησία διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος καί ὄχι ὁ τόπος στόν ὁποῖο κάποιος θά ἐπιλέξει νά μείνει.

.            Ὁ πιστός λοιπόν χριστιανός, πού λειτουργεῖται καί λειτουργεῖ στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ ἅγιος. Γι᾽ αὐτό καί στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἡ λέξη «ἅγιος» ἦταν ἡ φυσιολογική προσφώνηση γιά τούς χριστιανούς. Καί τί σημαίνει χριστιανός; Ὅπως ἐπιγραμματικά μᾶς τό λέει καί ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος «Χριστιανός ἐστι μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ». Χριστιανός εἶναι ὅποιος «μιμεῖται» τόν Χριστό, μέσα στά πλαίσια τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων. Συνεπῶς ἅγιος εἶναι καί γίνεται κάθε χριστιανός πού βαδίζει πάνω στά χνάρια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, αὐτός πού ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, ὅπως διαρκῶς τό ζητοῦσε ὁ ῎Ιδιος – «ἀκολούθει μοι» (Ματθ. η´  22 κ.ἀ.) ἦταν πάντοτε ἡ κλήση Του πρός κάθε μαθητή Του – κι ὅπως προέτρεπαν στή συνέχεια καί οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ ὅλους τούς ἀνθρώπους:«ἐν αὐτῷ περιπατεῖτε» (Κολ. β´ 6). Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἐπισημαίνουμε καί στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς: ῾ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι᾽ (Ματθ. ιθ´ 27).
.         Ἡ ἀκολουθία αὐτή τοῦ Χριστοῦ δημιουργεῖ σχέση φιλίας καί ἀγάπης ἀνάμεσα στόν Χριστό καί τούς πιστούς καί ἐξηγεῖ, ἀφενός, τή δύναμη τήν ὁποία ἔχουν στόν κόσμο, δύναμη στήν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ πού ἐνεργεῖ μέσω αὐτῶν, καί, ἀφετέρου, τήν τιμή, τήν ὁποία ἀπολαμβάνουν στήν Ἐκκλησία μας, κάτι πού δέν φαίνεται νά κατανοοῦν ὁρισμένες ὁμάδες αἱρετικῶν, γιατί ἀκριβῶς δέν ἔχουν ὀρθές θεολογικές προϋποθέσεις, μή ἀποδεχόμενοι δηλαδή τό μυστήριο τῆς σχέσης ταύτισης πού δημιουργεῖ ὁ Χριστός μέ τούς ἴδιους τούς πιστούς Του. «Ὑμεῖς φίλοί μού ἐστε, ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐντέλλομαι ὑμῖν» (᾽Ιωάν. ιε´ 14), εἶπε ὁ Κύριος, ῾ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα᾽ (ιε´ 5 ), ἐνῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει τό ἀποτέλεσμα τῆς σχέσης μέ τόν Χριστό: «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φιλ. δ´ 13). Μέ τούς ὅρους αὐτούς, χαρακτηριστικά τοῦ ἁγίου, ὅπως τά ἐπισημαίνουμε γενικῶς ἀπό αὐτά πού ἔχει πεῖ ὁ Κύριος καί ἔχουν διδάξει οἱ ἀπόστολοι, εἶναι ἡ πίστη καί ἡ ὑπακοή στόν Θεό, ἡ χωρίς ὅρια ἀγάπη στόν συνάνθρωπο, ἡ ταπείνωση, ὡς συναίσθηση τῆς μηδαμινότητας καί ἁμαρτωλότητας τοῦ ἑαυτοῦ.
.         Ὁ ἅγιος ἑπομένως δέν εἶναι μία αὐτονομημένη καί ἀτομοκεντρική ὕπαρξη. ᾽Αντιθέτως, εἶναι ὁ πλήρως ἐξαρτημένος ἀπό τόν Θεό, αὐτός πού ἀναφέρει ῾ἑαυτόν καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν αὐτοῦ Χριστῷ τῷ Θεῷ᾽. ῞Αγιος μ᾽ ἕναν λόγον εἶναι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐνέργεια αὐτή τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ ὅμως ἐξαρτᾶται ἀπό τή δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Ανάλογα μέ τή δεκτικότητα αὐτοῦ, ἄρα ὄχι ἀπό τήν προσφορά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία εἶναι χωρίς ὅρια – «οὐκ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεός τό Πνεῦμα» (᾽Ιωάν. γ´ 34) – λαμβάνει ὁ πιστός τή χάρη τοῦ Θεοῦ, πού θά πεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εὐθύνεται ἀποκλειστικά γιά τήν πνευματική του κατάσταση. ῎Ανθρωπος πού ἀνταποκρίνεται ἐν ἀγάπῃ πρός τό ἄνοιγμα ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ῾βλέπει᾽ πλούσια καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή του. ῎Ανθρωπος, ἀπό τήν ἄλλη, πού διστάζει καί ἀπιστεῖ πρός αὐτήν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, βιώνει τήν ἀπουσία τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ ἤ τήν ὀλιγότητά της στήν ὕπαρξή του. Κι αὐτό αἰτιολογεῖ καί τή διαβάθμιση πού ὑπάρχει στήν ἁγιότητα. Δέν εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι στό ἴδιο ὕψος ἁγιότητας. «᾽Αστήρ ἀστέρος διαφέρει» (Α´ Κορ. ιε´ 41) βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος, ἐνῶ καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἀποκάλυψε ὅτι «ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός του πολλαί μοναί εἰσι» (᾽Ιωάν. ιδ´ 2). Ὑπάρχει, λοιπόν, ὅπως πολύ ὀρθά ἔχει εἰπωθεῖ ῾ἅγιος μέ ἄλφα μικρό καί ῞Αγιος μέ ἄλφα κεφαλαῖο᾽.
.          Τί προσδιορίζει τή δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν ὁποία μιλᾶμε; ᾽Από τί ἐξαρτᾶται αὐτή; Κατά τήν πίστη μας, ἀπό τόν βαθμό τῆς ταπείνωσης τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσο πιό μεγάλη εἶναι ἡ ταπείνωση, τόσο μεγαλύτερος εἶναι ὁ χῶρος πού ἀνοίγεται στήν καρδιά του γιά τή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὅσο λιγότερη ταπείνωση ὑπάρχει, τόσο καί λιγότερο Πνεῦμα Θεοῦ δέχεται ἡ ὕπαρξή του. Καί τοῦτο γιατί «ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν» (Α´ Πέτρ. ε´ 5). Κι εἶναι εὐνόητο: ἡ ἀνυπαρξία τῆς ταπείνωσης δηλώνει τήν ὑπερηφάνεια καί τόν ἐγωϊσμό τοῦ ἀνθρώπου, ἄρα καί τήν ἔλλειψη στήν καρδιά του χώρου γιά τόν Θεό. Τό ἀνθρώπινο ἐγώ εἶναι ἀδηφάγο καί κυριαρχικό. Ποῦ νά σταθεῖ λοιπόν ἐκεῖ ὁ Θεός; ῎Ετσι ἡ ταπείνωση, ὡς ἀγώνας ἐξαλείψεως τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί δημιουργίας συνθηκῶν ἀγάπης, ῾συντονίζει᾽ τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, φανερώνει δηλαδή καί τόν βαθμό κάθαρσης τῆς καρδιᾶς του, γι᾽ αὐτό καί ἡ ταπείνωση θεωρεῖται κατά τούς ἁγίους μας καί τό κριτήριο γιά τή γνησιότητα τῆς πίστης στόν Θεό καί τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο. Μέ ἄλλα λόγια, βάση ὅλων τῶν ἀρετῶν – ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη χαρακτηρίζονται ὡς ἡ συμπύκνωση ὅλων τῶν ἀρετῶν – θεωρεῖται ἡ ταπείνωση. Ἡ ταπείνωση εἶναι τελικῶς τό κριτήριο τῆς ἁγιότητος.
.          «Κάποτε – μᾶς διηγεῖται ἡ ἀσκητική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας – ἐπισκέφθηκαν τόν ἅγιο ᾽Αντώνιο ὁρισμένοι μοναχοί. Εἶχαν μεταξύ τους καί ἕναν νεαρό μοναχό, πού τόν ἐπαίνεσαν ὡς καλό ἀδελφό. Ὁ ᾽Αντώνιος τόν πρόσβαλε ἐπίτηδες καί διαπίστωσε ὅτι ἐκεῖνος ἀντέδρασε καί ἄρχισε τίς δικαιολογίες. Τότε ὁ ᾽Αντώνιος τόν συμβούλευσε νά προσέχει, γιατί ἐξωτερικά μέν φαίνεται ὡς ὡραία πόλη, πού ὅμως τή λυμαίνονται ἀπό πίσω ληστές». Οἱ δικαιολογίες δηλαδή τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ ἦταν καίριο σημάδι γιά τόν ὅσιο ὅτι αὐτός δούλευε ἀκόμη στόν ἐγωϊσμό του, ἀφοῦ εἶναι γνωστό ὅτι ὁ ταπεινός ἄνθρωπος ἀποφεύγει τίς δικαιολογίες, συχνά κι ἄν ἀκόμη ἔχει δίκιο.
.        ῞Αγιος λοιπόν δέν εἶναι τόσο ὁ ἐνάρετος, ὅσο ὁ ταπεινός. ᾽Αρετή χωρίς ταπείνωση δέν σημαίνει τίποτε. ῾᾽Απούσης ταπεινοφροσύνης πάντα τά ἡμέτερα ἕωλα᾽ σημειώνει καί πάλι ὁ τῆς Κλίμακος ἅγιος. Ἐνάρετοι μπορεῖ νά βρεθοῦν σέ πολλούς χώρους, ἀκόμη καί ἐξωχριστιανικούς, μά ταπεινοί μόνο στό χῶρο τοῦ χριστιανισμοῦ καί μάλιστα στήν ᾽Ορθόδοξη Ἐκκλησία. ῾Ἡ ταπείνωση εἶναι κατόρθωμα μόνον τῶν ὀρθοδόξων. Στούς ἑτεροδόξους, ὅσο καί νά ψάξεις, δέν πρόκειται ποτέ νά τήν βρεῖς᾽ (᾽Ιωάννης Κλίμακος). Βεβαίως, ὁ ταπεινός, ὅπως εἴπαμε, εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀρετές, γιά τίς ὁποῖες ὅμως δέν καυχιέται, γιατί τίς ἀνάγει στόν χορηγό αὐτῶν, τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἡ ἀρετή δηλαδή εἶναι καρπός τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καί ὄχι μίας δικῆς του αὐτονομημένης προσπάθειας.
.           Μετά τά παραπάνω εἶναι πιά πασιφανές ὅτι δέν ὑπάρχει ἰδιαίτερη ὁμάδα ἀνθρώπων, γιά τήν ὁποία καί μόνο νά θεωρεῖται προνόμιο ἡ ἁγιότητα. Τό νά γίνουμε ἅγιοι εἶναι ἐντολή καί προτροπή τοῦ Κυρίου γιά ὅλους μας. «῞Αγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι᾽ (Α´ Πέτρ. α´ 16). ῾Ο εἰκονισμός τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ θεολογική βάση γι᾽ αὐτόν τόν κοινό κλῆρο. «῞Α λέγω ὑμῖν, πᾶσι λέγω» (Μάρκ. ιγ´ 37) βεβαίωνε ὁ Κύριος ἐπίσης τούς μαθητές Του. ῞Ολοι λοιπόν εἴμαστε κεκλημένοι στήν ἁγιότητα. Οἱ ἀποστροφές: Ἁὐτά εἶναι γιά τούς καλόγερους καί τούς παπάδες᾽ ἤ ῾ἅγιοι θά γίνουμε;᾽ εἶναι διαστροφές καί δείχνουν, τό λιγότερο, ἀνευθυνότητα καί ἄγνοια τῆς Γραφῆς καί τῆς Παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας μας. Βεβαίως, χρειάζεται καί πάλι νά τονιστεῖ ὅτι πηγή τῆς ἁγιότητας εἶναι ὁ Τριαδικός Θεός καί χῶρος φανέρωσής της ἡ Ἐκκλησία. Ἐμεῖς μόνον κατά μετοχή στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ μποροῦμε νά γίνουμε ἅγιοι. «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, ᾽Ιησοῦς Χριστός» ψέλνουμε στή Θεία Λειτουργία, ἐνῶ ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ὅτι πιστεύουμε «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ἐπειδή δηλαδή εἶναι ἁγία ἡ κεφαλή ὀντολογικά, γι᾽ αὐτό καί ἐμεῖς ὡς ἐνταγμένα στό σῶμα μέλη γινόμαστε ἅγιοι.
.           Ἡ ἁγιότητα ἔτσι ὡς ζωντανή σχέση προσώπων, Θεοῦ καί ἀνθρώπου, δέν κρίνεται ἀπό ἐξωτερικά τυπικά σημεῖα: ἐνδυμασία, κόμμωση κλπ. ῎Αν κρινόταν ἔτσι, δέν θά ἐπρόκειτο γιά ζωντανή πραγματική σχέση, ἀλλά γιά νομική –τυπική. Εἶναι πολύ γνωστό τό πρωτοχριστιανικό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς πρός Διόγνητον, πού τονίζει πολύ καθαρά τήν πραγματικότητα αὐτή. «Οἱ χριστιανοί δέν διαφέρουν ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους οὔτε στήν ἐπίγεια πατρίδα οὔτε στήν ὁμιλία οὔτε στά ἔθιμα. Γιατί πουθενά δέν κατοικοῦν σέ ἰδιαίτερες πόλεις οὔτε χρησιμοποιοῦν κάποια διαφορετική γλῶσσα… Πλήν ὅμως, ἐνῶ κατοικοῦν σέ πόλεις ἑλληνικές καί βαρβαρικές – ἐκεῖ πού βρέθηκε ὁ καθένας – καί ἀκολουθοῦν τά ἐγχώρια ἔθιμα στήν ἐνδυμασία, τή διατροφή καί τίς ἄλλες πλευρές τῆς ζωῆς, ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τους εἶναι στ᾽ ἀλήθεια θαυμαστός καί παράδοξος».
.        Τελειώνοντας: ὁ ἅγιος εἶναι ὁ ὁρατός τόπος πού φανερώνεται ὁ Θεός στόν κόσμο, εἶναι ἡ αἰσθητή παρουσία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τόν Θεό ἔτσι Τόν βρίσκουμε στά πρόσωπα τῶν ἁγίων Του, πού καί σήμερα ὑπάρχουν πάρα πολλοί, ἀρκεῖ νά ἔχουμε ἀνοικτά τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, γιά νά τούς “ἀφουγκραζόμαστε”. ῎Αν ὁ ἀρχαῖος ῞Ελληνας φιλόσοφος ῾Ηράκλειτος εἶχε ἐπισημάνει ὅτι «ἡ ἀλήθεια κρύπτεσθαι φιλεῖ»: ἡ ἀλήθεια ἀγαπᾶ νά κρύβεται, πολύ περισσότερο τοῦτο ἰσχύει στή χριστιανική μας πίστη. Ἡ ἁγιότητα δηλαδή δέν εἶναι ἕνα προϊόν πρός διαφήμιση, ἀλλά μία ἐσωτερική πραγματικότητα τῆς καρδιᾶς, πού τήν φανερώνει ὁ Θεός στόν κόσμο μέ τόν τρόπο πού Ἐκεῖνος ἐπιλέγει. Ἡ Κυριακή τῶν ἁγίων Πάντων ἔτσι μᾶς προβληματίζει κάθε φορά πάνω στήν κλήση μας αὐτή τῆς ἁγιότητας, χωρίς τήν ὁποία δέν πρόκειται κανείς νά δεῖ τόν Κύριο (πρβλ. ῾Εβρ. ιβ´ 14 ). ᾽Ιδιαιτέρως σήμερα, μέ ὅ,τι συμβαίνει στόν κόσμο καί τήν πατρίδα μας, ἡ ἁγιότητα ὡς προοπτική καί σκοπός μας εἶναι ὅ,τι πιό ἀπαραίτητο μπορεῖ νά ὑπάρξει γιά ἐμᾶς. Εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα στή ζωή μας.

 ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, ,

Σχολιάστε

Η ΕΛΠΙΔΑ THΣ AΙΩNΙAΣ ZΩHΣ (Ἀποστολ. ἀνάγν. Κυρ. Ἁγ. Πάντων)

Η ΕΛΠΙΔΑ THΣ AΙΩNΙAΣ ZΩHΣ

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

(ἀρ. τ. 2047, 15.06. 2012)

Στοιχειοθεσία: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

«Ἄλλοι ἐτυμπανίσθησαν, οὐ πρoσδεξάμενoι τὴν ἀπολύτρωσιν,
ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν»

.          Ἡ πρώτη Κυριακὴ µἐτὰ τὴν Πεντηκοστὴ εἶναι ἀφιερωµένη στὴν µνήµη τῶν Ἁγίων Πάντων, δηλαδὴ ὅλων «τῶν ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουµένης» γνωστῶν καὶ ἀγνώστων Ἁγίων. Πολλοὶ ἀπ᾽ αὐτούς, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ σηµερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσµα, ἐπειδὴ δὲν δέχθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, ὑποβλήθηκαν σὲ σκληρὰ βασανιστήρια. Ἀρνήθηκαν νὰ δεχθοῦν «τὴν ἀπολύτρωσιν», νὰ γλυτώσουν δηλαδὴ τὰ βασανιστήρια καὶ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἐπίγεια ζωή τους. Προτίµησαν τὸ µαρτύριο, «ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν», γιὰ νὰ ἀναστηθοῦν στὴν τελικὴ ἀνάσταση καὶ ὄχι νὰ πετύχουν µιὰ πρόσκαιρη ἀποκατάσταση σ᾽ αὐτὴ τὴν ζωή.
.          Ἂς δοῦµε λοιπὸν πῶς ἡ ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως στὴν αἰώνια ζωὴ ἐνίσχυε τοὺς Ἁγίους µπροστὰ στὶς κάθε εἴδους δοκιµασίες, καὶ τί σηµασία ἔχει αὐτὸ γιὰ τὴν δική µας ζωή.

1. Πρoσδoκία «ἄλλης βιοτῆς»

.          Εἶναι ἀξιοθαύµαστη ἡ ὑποµονὴ καὶ ἡ καρτερία ποὺ ἔδειξαν οἱ Ἅγιοι µπροστὰ σὲ κάθε δυσκολία καὶ κίνδυνο, ἀκόµη καὶ µπροστὰ στὸν θάνατο! Ἐκεῖνο ποὺ ὅπλιζε τὶς ψυχές τους µἐ θάρρος καὶ ἀνδρεία ἦταν ἡ ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καὶ ἡ κληρονοµία τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔµεναν ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τὰ θέλγητρα τοῦ κόσµου καὶ ἀτρόµητοι µπροστὰ στὰ φόβητρα τῶν τυράννων.
.         Ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγµα εἶναι τὸ µαρτύριο τῶν ἑπτὰ Μακκαβαίων, ποὺ ἀναφέρεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Τὰ ἑπτὰ αὐτὰ ἀδέλφια προτίµησαν νὰ πεθάνουν παρὰ νὰ προδώσουν τὴν πίστη τῶν πατέρων τους. Ὅταν ὁ δήµιος ἀπείλησε τὸν τρίτο ἀδελφὸ ὅτι θὰ τοῦ κόψει τὴν γλώσσα καὶ τὰ χέρια, ἐκεῖνος ἤρεµος ἀπάντησε: «Ἀπὸ τὸν Θεὸ τοῦ οὐρανοῦ ἔχω τὰ µέλη αὐτὰ (τὴν γλῶσσα καὶ τὰ χέρια) καὶ προκειµένου νὰ µείνω στὸν Νόµο τοῦ Θεοῦ ἀδιαφορῶ γι᾽ αὐτά, γιατὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ τὰ λάβω καὶ πάλι ἀπὸ τὸν Θεό» (Β´ Μακ. ζ´11). Κι ἡ ἁγία µητέρα τους, ποὺ παρακολουθοῦσε µἐ πόνο τὰ µαρτύριά τους, ὄχι µόνο δὲν λύγισε ἀλλὰ στεκόταν µἐ γενναιοψυχία καὶ ἐνίσχυε τὰ παιδιά της µὲ λόγια γεµάτα πίστη κι ἐλπίδα. Τοὺς ἔλεγε: ὁ Δηµιουργὸς τοῦ κόσµου, ποὺ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο κι ἔδωσε ζωὴ σὲ ὅλα τὰ δηµιουργήµατα, αὐτὸς θὰ σᾶς χαρίσει καὶ πάλι κατὰ τὴν εὐσπλαχνία του πνεῦµα καὶ ζωή! (Β´ Μακ. ζ´ 23).
.          Ἐπίσης ἐντυπωσιακὸ εἶναι καὶ τὸ παράδειγµα τοῦ δικαίου Ἰώβ, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ ἔχασε ξαφνικὰ τὴν περιουσία του καὶ ὅλα τὰ παιδιά του, ἐν τούτοις δὲν ἀπελπίστηκε. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἐνίσχυε ἦταν ἡ πίστη στὸν Θεὸ καὶ ἡ ἐλπίδα στὴν µέλλουσα ζωή. Ἔλεγε: Γνωρίζω ὅτι ὁ Κύριος «ἀένναος ἐστιν», δηλαδὴ ζεῖ στοὺς αἰῶνες καὶ εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ µὲ λυτρώσει ἀπὸ τὰ φοβερὰ δεινὰ καὶ θὰ µὲ ἀναστήσει (Ἰὼβ ιθ´ 25-26). Γι᾽ αὐτὸ καὶ δόξαζε τὸν Θεὸ µἐ τὰ γνωστὰ λόγια του: «Εἴη τὸ ὄνοµα Κυρίου εὐλογηµενον εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἰὼβ α´ 21).

2. Ἡ ἐλπίδα μας σήμερα

.         Ἔτσι ζοῦσαν οἱ Ἅγιοι. Μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καὶ τὴν προσδοκία τῆς αἰωνιότητος. Κι αὐτὸ τοὺς ἔδινε δύναµη κι ἐνίσχυση γιὰ νὰ ὑπερνικοῦν κάθε δυσκολία, ἀκόµη καὶ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου. Κι ἂν ἔτσι πολιτεύονταν ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν στὰ χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐµεῖς ποὺ ζοῦµε στὴν ἐποχὴ τῆς χάριτος, µετὰ τὸν θρίαµβο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, καλούµαστε νὰ ἔχουµε πολὺ περισσότερο στερεωµένη τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα µας στὴν αἰωνιότητα. Ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται ἡ ἀληθινὴ ζωή.
.          Ἂς στρέψουµε λοιπὸν τὸ βλεµµα µας στὸν οὐρανό· στὸν τελικὸ στόχο καὶ προορισµό µας. Ἂν συνειδητοποιούσαµε ποιὰ δόξα µᾶς ἔχει ἑτοιµάσει ὁ Θεὸς ἐφ᾽ ὅσον µείνουµε ἑνωµένοι µαζί του, τότε θὰ περιφρονούσαµε κάθε ἐπίγεια δόξα καὶ πρόσκαιρη ἀπόλαυση καὶ θὰ ὑποµέναµε µἐ καρτερία κάθε ταλαιπωρία. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος µᾶς βεβαιώνει ὅτι «οὐκ ἄξια τὰ παθήµατα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν µέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡµᾶς», ποὺ σηµαίνει ὅτι δὲν εἶναι ἄξια τὰ ὅσα πάσχουµε καὶ ὑποφέρουµε στὴν παροῦσα ζωὴ ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν δόξα ποὺ πρόκειται νὰ µᾶς ἀποκαλυφθεῖ γιὰ νὰ µᾶς δοθεῖ στὴν µέλλουσα ζωὴ (Ρωµ. η´ 18). Ἂς δεχόµαστε λοιπὸν ὅσα ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς µἐ ἀκλόνητη ἐµπιστοσύνη στὴν ἀγαθὴ Πρόνοιά του κι ἂς κάνουµε ὑποµονή, διότι, ὅπως λέγει πάλι ὁ ἴδιος θεόπνευστος Ἀπόστολος, «τὸ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡµῶν καθ᾽ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡµῖν» δηλαδή, οἱ θλίψεις µας ποὺ γρήγορα περνοῦν καὶ εἶναι γι᾽ αὐτὸ ἐλαφρές, ἑτοιµάζουν σὲ ὑπερβολικὰ µεγάλο βαθµὸ αἰώνιο βάρος δόξας σὲ µᾶς (Β´ Κορ. δ´ 17).

* * *

.        Ἀξίζει πράγµατι νὰ µελετοῦµε συχνὰ τὴν ζωὴ τῶν Ἁγίων, ὥστε οἱ ψυχές µας νὰ λαµβάνουν θάρρος, ἐνίσχυση καὶ πολλὴ πνευµατικὴ ὠφέλεια. Καθὼς λοιπὸν ἡ ἁγία µας Ἐκκλησία σήµερα τιµᾶ τὴν µνήµη τῶν Ἁγίων Πάντων, εἶναι εὐκαιρία νὰ στρέψουµε τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά µας στοὺς ἥρωες αὐτοὺς τῆς πίστεως καὶ νὰ τοὺς παρακαλέσουµε νὰ πρεσβεύουν γιὰ ὅλους ἐµᾶς, ὥστε νὰ τοὺς µιµηθοῦµε στὴν ὑποµονὴ καὶ τὴν σταθερότητά τους καὶ νὰ ἀξιωθοῦµε νὰ κληρονοµήσουµε µαζί τους τὴν ἄφθαρτη δόξα καὶ χαρὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὴν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ!

, ,

Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ «ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ»

Στὴν βαβυλώνεια ἐποχὴ τῆς ἀ-φωνίας τῶν φωνῶν,
τῆς πολυφωνίας τῶν ἀ-φώνων

καὶ τῆς  ἀ-γλωσσίας τῶν γλωσσῶν
ἡ φωνὴ τῆς Ἁγιότητος, ἡ γλῶσσα τῆς Ἁγιότητος
παραμένει σιωπηλὰ βροντερὴ καὶ μαρτυρικῶς κρατίστη.

https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/05/30/ἡ-«γλῶσσα»-τῆς-ἁγιότητος/

, , ,

Σχολιάστε

«ΕΚΑΤΟΝΤΑΠΛΑΣΙΟΝΑ ΛΗΨΕΤΑΙ»

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
(Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38, ιθ΄ 27-30)

Εἶπεν ὁ Κύριος· πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.
Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.

Ἀπόδοση στὴν Νεοελληνική:
Εἶπε ὁ Κύριος: «Καθέναν ποὺ θὰ μὲ ὁμολογήσῃ ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω καὶ ἐγὼ ἐμπρὸς στὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιον. Ἐκεῖνον ὅμως ποὺ θὰ μὲ ἀρνηθῇ ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ καὶ ἐγὼ ἐμπρὸς στὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιον. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ πατέρα ἢ μητέρα περισσότερον ἀπὸ ἐμέ, δὲν μοῦ εἶναι ἄξιος. Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ ἀγαπᾶ υἱὸν ἢ θυγατέρα περισσότερον ἀπὸ ἐμέ, δὲν μοῦ εἶναι ἄξιος. Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ δὲν παίρνει τὸν σταυρόν του καὶ δὲν μὲ ἀκολουθεῖ δὲν μοῦ εἶναι ἄξιος». 
Τότε ἔλαβε τὸν λόγον ὁ Πέτρος καὶ τοῦ εἶπε, «Νά, ἐμεῖς ποὺ ἀφήκαμε ὅλα καὶ σὲ ἀκολουθήσαμε· τί λοιπὸν θὰ ἀπολαύσωμεν;». 
Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε, «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι σεῖς, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀκολουθήσατε, ὅταν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ καθήσῃ εἰς τὸν θρόνον τῆς δόξης του εἰς τὴν Νέαν Δημιουργίαν, θὰ καθήσετε καὶ σεῖς σὲ δώδεκα θρόνους, διὰ νὰ κρίνετε τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ καθένας ποὺ ἀφῆκε σπίτια ἢ ἀδελφούς ἢ ἀδελφές ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ παιδιά ἢ χωράφια διὰ τὸ ὄνομά μου, θὰ πάρῃ ἑκατὸ φορὲς περισσότερα καὶ θὰ κληρονομήσῃ ζωὴν αἰώνιον. Πολλοὶ δέ, οἱ ὁποῖοι εἶναι πρῶτοι, θὰ γίνουν τελευταῖοι, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι τελευταῖοι, θὰ γίνουν πρῶτοι».

ΑΣΥΓΚΡΙΤΗ ΑΜΟΙΒΗ
«Ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει»

.     Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων σήμερα, καὶ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν μνήμη ὅλων τῶν Ἁγίων ποὺ ἔζησαν σὲ κάθε τόπο καὶ ἐποχὴ καὶ ἀκολούθησαν μὲ πιστότητα καὶ αὐταπάρνηση τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου.
.      Γιὰ ὅλους αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ κάθε μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ παράδειγμα τῆς αὐτοθυσίας τους, ἰσχύει ἡ ἀδιάψευστη ὑπόσχεση τοῦ θείου Διδασκάλου: «Πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει» (Ματθ. ιθ´ 29). Δηλαδὴ ὅποιος ἀναλαμβάνει θυσίες γιὰ τὸν Κύριο, θὰ ἀπολαύσει ἑκατονταπλάσια καὶ θὰ κληρονομήσει αἰώνια ζωή.
.       Ἂς δοῦμε ὅμως πιὸ συγκεκριμένα ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀμοιβὴ ποὺ ὑπόσχεται ὁ Κύριος σὲ ὅσους φανοῦν ἀντάξιοι μαθητές του.

 .     Ἡ ἀμοιβὴ ποὺ ὑπόσχεται ὁ Κύριος Ἰησοῦς σὲ ὅποιον Τὸν ἀκολουθήσει θυσιάζοντας ἐπίγεια ἀγαθά, συγγενικοὺς δεσμούς, ἀκόμη καὶ τὴν ἴδια του τὴν ζωή, εἶναι διπλὴ καὶ ἀναφέρεται ὄχι μόνο στὴ μέλλουσα ἀλλὰ καὶ στὴν παροῦσα ζωή!
.     Πράγματι! Ὅποιος ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ λαμβάνει πλούσιες τὶς θεῖες δωρεὲς ἤδη ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωή, ἐδῶ καὶ τώρα! Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου σημειώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος: Κάθε πιστὸς ἀκόλουθός μου, λέει ὁ Κύριος, θὰ λάβει «ἑκατονταπλασίονα νῦν ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ» (Μάρκ. ι´ 30).
.      Καὶ ποιές εἶναι αὐτὲς οἱ δωρεές; Εἶναι ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη ποὺ αἰσθάνεται ὁ πιστὸς στὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὁ χριστιανὸς ζεῖ χωρὶς τὸ ἄγχος καὶ τὴν ἀβεβαιότητα ποὺ προκαλεῖ ὁ πλοῦτος, ἐνῶ παράλληλα ἔχει τὴν ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι ὁ πανάγαθος Θεὸς φροντίζει, ὥστε ποτὲ νὰ μὴ στερηθεῖ τὰ ἀπαραίτητα. Εἶναι ἀκόμη ἡ κοινωνία τῶν ἀδελφῶν. Διότι μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ὁ κάθε πιστὸς αἰσθάνεται τὸν ἄλλον περισσότερο ἀπὸ ἀδελφὸ καὶ εἶναι πρόθυμος νὰ τοῦ συμπαρασταθεῖ στὴν τυχὸν δυσκολία του μὲ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη καὶ ὑποδειγματικὴ αὐτοθυσία. Δῶρο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐπίσης ἡ παρηγορία καὶ ἡ ἐνίσχυση ποὺ λαμβάνει ὁ πιστὸς μέσα στὶς θλίψεις καὶ τὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς. Καὶ ἡ μεγαλύτερη δωρεά: τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πιστὸς χριστιανὸς μὲ τὴν συμμετοχή του στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ζεῖ ἑνωμένος μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ καὶ δέχεται πλούσια τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.     Μαζὶ ὅμως μὲ τὶς δωρεὲς σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴν ζωὴ ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε ὅτι ὅποιος Τὸν ἀκολουθήσει μὲ πιστότητα καὶ ἀφοσίωση θὰ κληρονομήσει καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Κι ἂν σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴν ζωὴ ὁ πιστὸς χριστιανὸς ἀπολαμβάνει τόσο πλούσια τὶς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ, ποιά λόγια, ἀλήθεια, θὰ μποροῦσαν νὰ περιγράψουν τὴν ἀτελείωτη χαρὰ καὶ τὴν ἀπέραντη μακαριότητα τοῦ Παραδείσου; Τότε «οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος», δηλαδὴ αὐτοὶ ποὺ ἔζησαν ἐνάρετο βίο θὰ δοξασθοῦν μὲ ἄπειρη δόξα καὶ θὰ ἀπολαμβάνουν αἰώνια τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς Ἁγίους του!

.      Πόσο μεγάλος εἶναι ὁ πλοῦτος τῶν θείων δωρεῶν ποὺ ὑπόσχεται ὁ Κύριος σὲ ὅποιον Τὸν ἀκολουθήσει! Ἀντὶ γιὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ καὶ πρόσκαιρες ἀπολαύσεις Ἐκεῖνος χαρίζει πλῆθος εὐλογιῶν τόσο στὴν γῆ ὅσο καὶ στὸν οὐρανό. Ἂς Τὸν ἀκολουθήσουμε λοιπόν, ὅ,τι κι ἂν αὐτὸ μᾶς κοστίσει. Γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ ἀξίζει κάθε θυσία! Ὄχι μόνο διότι μᾶς ὑπόσχεται πολλαπλάσια ἀνταμοιβή, ἀλλὰ διότι εἴμαστε ὑποχρεωμένοι στὴν ἀγάπη του. Ἐκεῖνος ταπεινώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος καὶ θυσιάστηκε γιὰ τὴν δική μας σωτηρία. Ἂς θυσιάσουμε κι ἐμεῖς κάτι γιὰ τὴν πολλή του ἀγάπη! Καὶ νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἡ ὅποια θυσία μας θὰ φέρει πολλοὺς καρπούς, ὅπως Ἐκεῖνος μᾶς τὸ ὑποσχέθηκε!

 ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2025, 15.06.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»


, ,

Σχολιάστε

Η «ΓΛΩΣΣΑ» ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ

.     Ὁ ἁγιασμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν πλήρωση τῆς Οἰκονομίας Του «ἔπεμψεν ἐκεῖθεν τὸ πανάγιον Πνεῦμα». Καὶ ἐπειδὴ  «πάντα ταῦτα ἀνύμνησεν ἡ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία», σήμερα πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή καὶ τὸ γενόμενο «θαῦμα» τῶν γλωσσῶν, μᾶς παρουσιάζει ἐκεῖνο ποὺ μόνον ἔλειπε: «πόσους καὶ ποίους καρποὺς συνήγαγε πρὸς ζωὴν αἰώνιον ἡ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρουσία καὶ ἡ τοῦ παναγίου Πνεύματος δύναμις» Γι᾽ αὐτὸ καὶ «πάντων ὑμῶν ποιεῖται τῶν ἁγίων τὴν μνήμην καὶ πᾶσι τὸν ὕμνον καὶ τὴν τιμὴν ἀποδίδωσι σήμερον» (Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΚΕ´ τῇ Κυριακῇ τῶν Ἁγίων Πάντων, ἐκδ. ΕΠΕ. τ. 10, σελ. 126 κ. ἑξ.). Εἶναι ἡ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων.  Μᾶς δίνεται λοιπόν, μετὰ τὸ «γλωσσικὸ» θαῦμα τῆς Πεντηκοστῆς, μιὰ χρυσῆ εὐκαιρία νὰ ἀναρωτηθοῦμε πάνω σὲ κάτι «ἀνατρεπτικό»: Ποιά ἡ γλῶσσα τῶν Ἁγίων καὶ ποιά ἡ δική μας; Πῶς μιλᾶμε στὸν Θεό; Μήπως μιλᾶμε στὸν Θεὸ σὲ γλῶσσα ποὺ ὁ Θεὸς δὲν «καταλαβαίνει»; Μήπως συναζόμαστε στὴν Ἐκκλησία, στὴν Θ. Λειτουργία ἀλλὰ δὲν μᾶς «καταλαβαίνει»;

.     Ὁ ὅρος «Ἅγιος» προέρχεται ἀπὸ τὸ ἅγος ἢ ἄγος, ποὺ σημαίνει, ἐπὶ πραγμάτων, τὸν καθιερωμένο τοῖς θεοῖς, ἐπὶ προσώπων, τὸν ἅγιο δηλ. τὸν εὐσεβῆ, τὸν ἁγνό. Ἅγιοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ «ὁ βίος (τους) ἐστιν ὁ πανταχοῦ λάμπων, ὁ καὶ τοῦ Πνεύματος τὴν χάριν ἐπισπώμενος» (Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Ματθ. Ὁμιλ. Μϛ΄, 3 PG 58, 479)

.     Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση ἀποδίδει τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ  ̔Αγίου στὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα  ἔχουν φθάσει στὴ θέωση καὶ συνιστοῦν τοὺς μάρτυρές της μέσα στὴν ἱστορία. Κατὰ τὸν ἅγιο  ̓Ιωάννη τὸν Δαμασκηνό, τιμᾶμε τοὺς  ̔Αγίους «ὡς ἑνωθέντας Θεῷ κατὰ προαίρεσιν καὶ τοῦτον δεξαμένους ἔνοικον καὶ τῇ τούτου μεθέξει γεγονότας χάριτι, ὅπερ αὐτός ἐστι φύσει». Ἅγιοι εἶναι «οἱ ἔμψυχοι ναοὶ τοῦ Θεοῦ, τὰ ἔμψυχα τοῦ Θεοῦ σκηνώματα», διότι «διὰ τοῦ νοῦ τοῖς σώμασιν αὐτῶν ἐνῴκησεν ὁ Θεός» (Ἁγ.  ̓Ιωάννου Δαμασκηνοῦ,  Ἔκδοσις  ̓Ακριβὴς τῆς  ̓Ορθοδόξου Πίστεως, Δʹ (15) 88, P.G. 94, 1164B-1168C).

.      Καθὼς σύμπτωμα τῆς ἐποχῆς μας —καρπὸς μακρᾶς ἀλλοιώσεως τῶν θεολογικῶν μας κριτηρίων ἀπὸ τὰ οὑμανιστικά— εἶναι καὶ ἡ̔ θεώρηση τῆς σωτηρίας, καὶ τῆς ἁγιότητος, μὲ ὅρους ἠθικολογικούς, στὰ πλαίσια τῆς ἠθικῆς βελτιώσεως τοῦ ἀνθρώπου, γι᾽ αὐτὸ ἐκλαμβάνεται καὶ ἡ θέωση σὰν ἠθικὸ κι ὄχι ὡς ὀντολογικὸ μέγεθος, δηλαδὴ ὡς «κατὰ χάριν» ἀλλοίωση τῆς φύσεως καὶ σύνολης τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Κατὰ λογικὴ σχέση ἡ ἁγιότης ὡς σκοπὸς τῆς ζωῆς καὶ οἱ ἅγιοι ὡς πρότυπα βίου δὲν βρίσκονται στὴν πρώτη θέση τοῦ χριστιανικοῦ μας «καταλόγου». Κοντὰ στὸν οὑμανισμὸ καὶ ἡ ἐκκοσμίκευση, ὥστε νὰ ἔχει ἐξαπλωθεῖ μεγάλη σύγχυση. Κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση ἡ ἁγιότητα, ὡς ὀντολογικὸ γεγονός, εἶναι «ἡ ὑπερώνυμος θέωσις», ποὺ καθιστᾶ τοὺς μετέχοντας αὐτῆς «ἀκτίστους, ἀνάρχους καὶ ἀπεριγράπτους […] , καίτοι διὰ τὴν οἰκείαν φύσιν ἐξ οὐκ ὄντων γεγονότας» (Ἁγ. Μαξίμου  ̔Ομολογητοῦ, Περὶ ἀποριῶν, P.G. 91, 1144ΑΒ. Πρβ. Γρηγορίου Παλαμᾶ,  ̔Υπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 3, 1, 31.)

.     Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ μόνος Ἅγιος. Οἱ χριστιανοὶ εἶναι ἡγιασμένοι ἐν Χριστῷ (Α´ Κορ. α´ 2· Φιλ. α´ 1) λόγῳ τῆς παρουσίας καὶ δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Α´ Κορ. γ´ 16· Ἐφ. β´ 22). Ἡ ἁγιότητα δὲν εἶναι ἀνθρώπινη ἀλλὰ θεϊκή.  Ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶναι δεδομένη, δὲν εἶναι κεκτημένη! Ἀντιθέτως τὴν «κατακτοῦν» μὲ τὸν πνευματικό τους ἀγώνα καὶ τὴν θεία Χάρη οἱ  Ἅγιοι.

.   Ὁ Ἅγιος εἶναι ἕνας μικρὸς Χριστός. Ἕνας Χριστὸς κατὰ χάριν. Ἕνας «ἐπαναλαμβανόμενος Χριστός». Ἡ ζωὴ τοῦ Ἁγίου εἶναι ἡ παρατεινομένη ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ὅπως μᾶς τὸ ἔδειξε, ἕνας Ἅγιος, ὁ νέος ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς. Ὁ Ἅγιος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀνταποκρίθηκε στὴν θεϊκὴ κλήση: «Κατὰ τὸν καλέσαντα ὑμᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε, διότι γέγραπται· ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Α´ Πέτρ. α´ 15-16). Ὁ Ἅγιος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἄκουσε τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, ποὺ «κατάλαβε» τὴν γλῶσσα τοῦ Θεοῦ, τὴν ἁγιότητα καὶ μίλησε μαζί Του στὴν ἴδια συχνότητα, στὴν ἴδια «γλῶσσα», στὴν γλῶσσα τῆς ἁγιότητος. Ἔτσι ὅπως οἱ Ἅγιοι μίλησαν μὲ τὸν Θεό, ὅπως ἡ ζωὴ τῶν Ἁγίων εἶναι μιὰ μαρτυρία καὶ μιὰ ὁμολογία τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι πάλι ἡ ζωὴ τοῦ Ἁγίου «μιλάει» στοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὸν Θεό. Κι ὅπως ὁ Θεὸς «ἀναπαύεται» ἐν τοῖς Ἁγίοις, ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀναπαύονται στοὺς Ἁγίους, ἀφοῦ σ᾽ αὐτοὺς ἀναπαύεται ὁ Θεός καὶ εἶναι οἱ φίλοι Του, μὲ τοὺς ὁποίους μιλάει τὴν «ἴδια γλῶσσα». Κι ὅπως οἱ Ἅγιοι μίλησαν γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, ἔργοις καὶ λόγοις, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς θὰ μιλήσει γιὰ τοὺς Ἁγίους μπροστὰ στὸν Θεὸ Πατέρα. Ἀλλὰ καὶ ὁ Θεὸς μιλάει στοὺς ἀνθρώπους μέσα ἀπὸ τὸ στόμα τῶν Ἁγίων, ποὺ συνεχίζουν νὰ γράφουν τὸ Εὐαγγέλιο μὲ τὴν πύρινη γλῶσσα τῆς Πεντηκοστῆς, μέσα στὴν ἱστορία καὶ τὸν κόσμο καὶ νὰ φανερώνουν πὼς ἡ ἀληθινὴ καταγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπὸ τὸν Οὐρανό, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν πίθηκο.

.     Οἱ Ἅγιοι μιλᾶνε ἐν χάριτι μὲ τὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ μιλᾶνε στοὺς ἀνθρώπους ἐν ἀληθείᾳ γιὰ τὸν Χριστό. Μιλάει ἡ ἁγία ζωή τους. Μιλάει ὁ ἅγιος λόγος τους. Μιλάει ἡ ἁγία ὄψη τους. Μιλάει ἡ ἁγία σιωπή τους. Μιλάει ἡ ἁγία διδασκαλία τους. Μιλάει ἡ ἁγία ἀρετή τους. Μιλάει ἡ ἁγία ὑπομονή τους. Μιλάει τὸ ἅγιο μαρτύριό τους. Μιλάει ἡ ἁγία ἀγάπη τους. Μιλάει ἡ κατὰ χάριν ἁγιότης τους. Ἡ ζωή τους φανερώνει τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ οἱ ἄνθρωποι μαθαίνουν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ συν-ομιλώντας μὲ τοὺς Ἁγίους, κοντὰ στοὺς Ἁγίους, μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ζοῦν τὴν ἴδια τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ὄντες συνόμιλοι Χριστοῦ, κοινωνοὶ τῆς ἁγιότητός Του. Τὸ «μυστήριον τοῦ Χριστοῦ» ἀποκαλύπτεται στοὺς Ἁγίους διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι᾽ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι εἶναι οἱ τελειώτεροι καὶ οἱ γνησιώτεροι μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, αὐτοὶ ποὺ γνωρίζουν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι «ποιός εἶναι» ὁ Χριστός, αὐτοὶ ποὺ καταλαβαίνουν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι «τί λέει» ὁ Χριστός, αὐτοὶ ποὺ ζοῦν ἀληθινὰ ὅπως θέλει ὁ Χριστός, οἱ μόνοι ποὺ ἀληθινὰ μιλᾶνε τὴν «γλῶσσα» τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ περισσότερο ἀπὸ ὅλους ἀγάπησαν τὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀφιερώθηκαν πλήρως στὸν Θεό, ποὺ ἡ προσευχή τους εἶναι ἁγιασμὸς τοῦ θείου Ὀνόματος, πιστὴ καὶ ἀκριβὴς ἐφαρμογὴ τῶν πνευματικῶν προδιαγραφῶν τῆς κυριακῆς προσευχῆς.

.      Κοντὰ στοὺς Ἁγίους εἴμαστε κοντὰ στὸν Χριστό. Αὐτοὶ ἔχουν ἀνεξίτηλα γραμμένο τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τὴν λέξη Χριστὸς στὴν καρδιά τους καὶ διαφυλάσσουν τὸν Χριστὸ καὶ παραδίδουν τὸν Χριστό. Εἶναι οἱ ἔμψυχες κιβωτοὶ τῆς Ἁγίας Παραδόσεως. Δὲν αὐτοσχεδιάζουν. Δὲν λοξοδρομοῦν. Δὲν προσθέτουν. Δὲν ἀφαιροῦν. Δὲν μεταθέτουν. Δὲν ξεγελοῦν. Δὲν μετασχηματίζονται. Δὲν συσχηματίζονται. Δὲν μεταφράζουν οὔτε τὸ γράμμα, οὔτε τὸ Πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ ἐκ-φράζουν καὶ ἐκ- φαίνουν τὴν ὀθνείαν ἀλλοίωσιν εὐπρεπεστάτην σύμμοφοι γενόμενοι τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι χαμαιλέοντες. Δὲν εἶναι ἠθοποιοί. Δὲν ἐπινοοῦν σοφιστεῖες καὶ φιλοσοφίες. Ζοῦν τὴν ὄντως μία καὶ μοναδικὴ φιλοσοφία. Ζοῦν τὸν Χριστό. Ζοῦν ἐν Χριστῷ. Ζοῦν γιὰ τὸν Χριστό. Διερμηνεύουν τὴν φωνὴ τοῦ Πνεύματος. Προφητεύουν. Ἐξαγγέλλουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μαρτυροῦν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ζοῦν ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις. Στεροῦνται. Κακουχοῦνται.  Θλίβονται. Μαστιγώνονται. Φυλακίζονται. Πριονίζονται. Θανατώνονται ἐν φόνῳ μαχαίρας. Ἐκδημοῦν ἐν εἰρήνῃ γιὰ τὸν Χριστό, ἐν Χριστῷ, καὶ ἐνδημοῦν ἐν Χριστῷ.

.     Μιλάει ἡ ἁγιότητά τους. Ἐν τοῖς Ἁγίοις μιλάει ὁ Θεός, ὁ ἐν Ἁγίοις Θαυμαστός. Τὴν γλῶσσα τῆς ἁγιότητος.

.      Ἀπ᾽ τὴν ἄλλη ἐμεῖς, ποὺ δὲν εἴμαστε ἄξιοί τους, μιλᾶμε «ἄλλη γλῶσσα». Ἔχουμε ἄλλες προτεραιότητες. Ἄλλους στόχους. Βλέπουμε τὰ πράγματα μέσα ἀπὸ διαφορετικὸ πρίσμα. Δὲν τὰ περνᾶμε ὅλα μέσα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Δὲν ὑποτάσσουμε τὰ πράγματα καὶ τὰ νοήματα στὸν Θεό. Δὲν ὑποτασσόμαστε στὸν Θεό. Μιλᾶμε γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ δὲν πολυμιλᾶμε στὸν Θεό. Δὲν ἀκοῦμε τὴν φωνὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ἀλλὰ λέμε τὰ δικά μας. Ἐπαναπροσδιορίζουμε. Ἐπανερμηνεύουμε. Ἀναστοχαζόμαστε ἀντὶ νὰ ἀναθεωροῦμε τὴν ἔκβαση τῆς ἀναστροφῆς τῶν Ἁγίων. Θορυβοῦμε. Δὲν σωπαίνουμε λίγο γιὰ νὰ ἀκούσουμε μήπως κάτι θέλει νὰ μᾶς πεῖ ὁ Θεός, μὲ τὴν γλῶσσα τοῦ οὐρανοῦ, μὲ τὴν γλῶσσα τῶν Ἁγίων. Ἀντὶ νὰ συμμορφωνόμαστε μὲ τοὺς Ἁγίους, συσχηματιζόμαστε μὲ τὸν κόσμο. Ξεχωρίζουμε τὸ ἦθος ἀπὸ τὴν θεολογία, καταφρονοῦμε τὴν παραδοσιακὴ ζωὴ τῆς εὐσεβείας καὶ ἀποθεώνουμε τὴν ἀκαδημαϊκὴ προσέγγιση τῆς πίστεως. Τσαλακώνουμε τὰ κριτήρια καὶ τὸν τρόπο τῶν Ἁγίων, τσαλαπατᾶμε τὸ μαρτύριο καὶ τὴν μαρτυρία τους, τὴν ὁμολογία τους, τὴν ἀρετή τους, τὴν σιωπή τους, τὴν ἀγάπη τους. Στὴν βιασύνη μας γιὰ διάλογο μὲ τὸν κόσμο, ἴσως ξεχνᾶμε ἂν διαθέτουμε λόγο Χάριτος καὶ ἁγιότητος. Μὲ μιὰ λέξη, δὲν μιλᾶμε τὴν γλῶσσα τῶν Ἁγίων. Πιθανὴ τότε ἡ ἀδυναμία ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεό. Ἴσως νὰ μὴ μᾶς «καταλαβαίνει».

.      Λέει ὁ ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, γιὰ τὴν περίπτωση (ἔνθ. ἀνωτ.): «ἵνα τί τολμᾷς ἀναλαμβάνειν ἐπὶ μνήμης, λαλεῖν διὰ γλώττης καὶ αὐτὰ τὰ τῶν ἁγίων ὀνόματα καὶ διηγεῖσθαι τὴν πάσης ἀρετῆς καὶ καθαρότητος πεπληρωμένην αὐτῶν διαγωγήν; Σὺ δὲ ἐμίσησας τὸν ἐνάρετον βίον καὶ ἀπὸ σαυτοῦ τὴν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ἀπεδίωξας καθαρότητα˙ “εἰ ἐθεώρεις κλέπτην, συνέτρεχες αὐτῷ καὶ μετὰ μοιχοῦ τὴν μερίδα σου ἐτίθεις, τὸ στόμα σου ἐπλεόνασε κακίας καὶ ἡ γλῶσσά σου περιέπλεκε δολιότητας καθήμενος κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ σου κατελάλεις καὶ κατὰ τοῦ υἱοῦ τῆς μητρός σου ἐτίθεις σκάνδαλον”. Οὐ δέχεται ὕμνον, ἀδελφοί, ἀπὸ τοιούτων στομάτων, οὔτε ὁ Θεός, οὔτε οἱ τοῦ Θεοῦ ἅγιοι». Δὲν τὰ δέχεται, διότι δὲν εἶναι στὴν «γλῶσσα» τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς Χάριτος, δὲν εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς μετανοίας, δὲν εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς ἀρετῆς, δὲν εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς ἀγάπης, δὲν εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς ἁγιότητος.
.     Τὸν τρόπο ἀντιμετωπίσεως αὐτῆς τῆς δυσλειτουργίας εἰσηγεῖται ὁ ἅγ. Γρηγ. Παλαμᾶς: «Διὰ τῆς μετανοίας, διὰ τῆς ἐξομολογήσεως, διὰ τῆς ἀγαθοεργίας, διὰ τῆς ἐκτενοῦς πρὸς τὸν Θεὸν δεήσεως».

π. Ἀθ. Σ. Λ.

, , ,

2 Σχόλια