Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγιοι Μάρτυρες

«ΜΑΡΤΥΡΙΚΩΣ» ΠΥΡΙ «ΤΕΛΕΙΩΘΕΝΤΕΣ»;

«ΜΑΡΤΥΡΙΚΩΣ» ΠΥΡΙ «ΤΕΛΕΙΩΘΕΝΤΕΣ»;
Ἕνα μικρὸ σχόλιο πάνω στὴν «ἁγιολογία»
τῶν ὀλεθρίων ἡμερῶν τοῦ Ἰουλίου 2018

.              Στὴν ἐποχὴ τῆς ἐπιπολαιότητος καὶ τοῦ ἐπικοινωνιακοῦ ὠφελιμισμοῦ εἶναι μᾶλλον ἄσκοπο νὰ ἐπιχειροῦνται ὁριοθετήσεις καὶ διορθώσεις. Ἐν τούτοις παρὰ τὸ ἀνώφελο μιᾶς διευκρινίσεως ἀποτολμᾶται ἐδῶ μιὰ τέτοια.
.            «Μαρτυρικῶς πυρὶ τελειωθέντες», κυκλοφόρησε συνθηματικὰ καὶ ταχύτατα ὁ ἁγιολογικοῦ χαρακτῆρος τεχνικὸς ὅρος (terminus technicus) γιὰ τοὺς συνανθρώπους μας – θύματα τῆς φονικῆς πυρκαϊᾶς στὸ Μάτι τῆς Ἀττικῆς, ὑπὸ τὴν πύρινη συναισθηματικὴ πίεση τοῦ ὀλέθρου, ἡ ὁποία μὲ τὴν σειρά της ὁδήγησε εὔκολα στὴν ἐπιπόλαιη υἱοθέτησή του καὶ σχεδὸν ἐπιβολή του ὡς συνθηματικὸ στερεότυπο.
.         Ἂν ἀληθεύει κάτι σὲ αὐτὸ τὸ «στερεότυπο» εἶναι ἡ λέξη «πυρί», διότι πράγματι ἐξ αἰτίας τοῦ πυρὸς καὶ μέσα στὸ πῦρ, στὴν φωτιά, ἔχασαν τὴν ζωή τους οἱ συνάνθρωποί μας αὐτοί. Ὅμως οἱ ἄλλες δύο λέξεις χρησιμοποιοῦνται ἀτυχῶς καὶ ἐσφαλμένως, διότι οὔτε «ἐτελειώθησαν», οὔτε βεβαίως «μαρτυρικῶς».

Ἐξηγούμεθα:

1. Βασανιστικῶς καὶ ὀδυνηρῶς ὁπωσδήποτε ἔχασαν τὴν ζωή τους (καὶ προξένησε ὁ θάνατός τους πανεθνικὸ ψυχικὸ ἄλγος)  ἀλλὰ ὄχι «μαρτυρικῶς», διότι τὸ «μαρτυρικῶς» σημαίνει ὅτι παρὰ τὰ βασανιστήρια καὶ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου κατέθεσαν τὴν μαρτυρία τῆς Πίστεως στὸν Χριστό. Ποιά μαρτυρία τῆς χριστιανικῆς Πίστεως ἔδωσαν στὴν συγκεκριμένη περίπτωση;

2. Ἄλλο τὸ «ἀποθνήσκω», τὸ «πεθαίνω», ἄλλο τὸ «φονεύομαι» κι ἄλλο τὸ «τελειοῦμαι». Τελειοῦμαι δὲν σημαίνει ἁπλῶς ὅτι χάνω τὴν ζωή μου, ἀλλὰ ὅτι τελειοποιοῦμαι (ὁλοκληρώνομαι πλήρως καὶ στὸν ἀκρότατο βαθμὸ) στὴν Πίστη ἐν ἔργῳ, δηλαδὴ ἀποδεικνύοντας ἐμπράκτως τὴν πληρέστατη Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἡ αὐτοθυσία γιὰ τὸν Ἀληθινὸ Θεό, ὡς μίμηση τοῦ Πάθους τοῦ Ἀρχιμάρτυρος Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ποιός μπορεῖ νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι κάτι τέτοιο ἐκπληρώθηκε στὴν προκειμένη περίπτωση;

.            Συμπερασματικῶς, ὀρθότερη θὰ ἦταν ἐνδεικτικῶς –χωρὶς κατ᾽ ἐλάχιστον νὰ ἀπαξιώνεται τὸ φρικτὸ τέλος τῶν συνανθρώπων μας καὶ ἡ ἱερή τους μνήμη– μιὰ διατύπωση τοῦ τύπου: «ὀδυνηρῶς πυρὶ ἀποθανόντες». Ἔτσι διασώζεται καὶ ἡ ἀλήθεια τῶν γεγονότων ἀλλὰ καὶ ἡ Θεολογία. Εἶναι ἀνίερο μὲ ἀνακριβεῖς λέξεις νὰ προσευχόμαστε γιὰ τὴν ἀνάπαυσή τους.
.          Καὶ εἶναι ἐπικίνδυνη ἡ ἐπιπόλαιη ἀνάμιξη τῶν ἀληθινῶν καὶ ἅγιων πραγμάτων τῆς Πίστεώς μας μὲ τὶς καψαλίθρες τῶν συναισθημάτων καὶ μὲ τὴν τέφρα τῶν ἐντυπώσεων.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Τελειωθεὶς ἐν ὀλίγῳ, ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς (Σοφ. Σολ. Δ´ 13)

«Μάρτυρες εἶναι αὐτοὶ ποὺ παρὰ τὰ βασανιστήρια καὶ τὸν θάνατο ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸν Θεό. Τὸ μαρτύριο ὡς ἐθελούσια μίμηση τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ ταυτίστηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μὲ τὸ βάπτισμα (βάπτισμα τοῦ αἵματος) καὶ θεωρήθηκε ἀνώτερο ἀπὸ τὸ βάπτισμα δι᾽ ὕδατος»
(Δημ. Τσάμης, «Ἁγιολογία», ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/νίκη 1985, σελ. 56)

«Πᾶς ὁ μαρτυρῶν τῇ ἀληθείᾳ, εἴτε λόγοις, εἴτε ἔργοις εἴτε ὅπως ποτε ταύτῃ παριστάμενος, μάρτυς εὐλόγως ἂν χρηματίζοι». […] Οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ, μαρτυρώντας γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, σώζουν τὴν ψυχή τους: «ὃς ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὑτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν». Καί, σὲ ἄλλο σημεῖο, ὑψώνεται στὴν κορυφαία θέση τὸ μαρτύριο, ποὺ γίνεται ἀπὸ ἀγάπη (Ἰω. ιε´ 13): «μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ (Ματθ. ε´ 12) […] Ἡ ἐξαιρετικὴ αὐτὴ τιμὴ ποὺ ἀπολαμβάνουν οἱ Μάρτυρες καὶ στὴν γῆ καὶ στὸν οὐρανό, κυρίως ὀφείλεται διότι τὸ μαρτύριο θεωρεῖται κορυφαῖο κατόρθωμα καὶ τελείωσις· καί, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κλήμεντος (Στρωμ. Δ´ 3, 14), «οὐχ ὅτι τέλος τοῦ βίου ὁ ἄνθρωπος ἔλαβεν ὡς οἱ λοιποὶ ἀλλ᾽ ὅτι τέλειον ἔργον ἀγάπης ἐνεδείξατο». Γι᾽ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ κάθε μέρα στὸ Συναξάρι τῆς Ἐκκλησίας μας ἀκοῦμε, καὶ γιὰ τοὺς Μάρτυρας καὶ γιὰ τοὺς ὁσίους, «τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ… πυρὶ τελειοῦνται κλπ, ἢ: ἐν εἰρήνῃ τελειοῦνται κλπ.»
(Π. Β. Πάσχου, «Ἅγιοι, οἱ Φίλοι τοῦ Θεοῦ – εἰσαγωγὴ στὴν Ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἐκδ. “Ἁρμός”, β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 1997, σελ. 42-43)

Μέρος Β´: «ΜΑΡΤΥΡΙΚΩΣ» ΠΥΡΙ «ΤΕΛΕΙΩΘΕΝΤΕΣ»; –2

 

Σχολιάστε

«ΠΑΝΩ ΑΠ᾿ ΟΛΑ Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ!» (Ἡ ἁγία Βάσσα καί τά τρία παιδιά της, 21 Αὐγούστου)

Ἡ ἁγία Βάσσα καί τά τρία παιδιά της,
21 Αὐγούστου

ἀπὸ τὸ περιοδ. «Πρὸς τὴν Νίκη»,
ἀρ. τ. 750, Αὔγουστος 2012

.           Εἶχαν βρεθεῖ σέ πολύ δύσκολη θέση τά τρία ἀδέλφια. Μέχρι ἐκείνη τήν ὥρα ὅλα κυλοῦσαν ἥσυχα καί καλά μέσα στήν οἰκογένειά τους.
.           Τί ἦταν ὅμως αὐτό πού συνέβη;
.           Γύρω στό 280 μ.Χ. στήν Ἔδεσσα τῆς Μακεδονίας, ὅπου ἔμεναν, ἔφθασε ἡ εἴδηση ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Μαξιμιανός μέ ἀφορμή τά γενέθλιά του καλοῦσε ὅλους τούς πολίτες νά προσφέρουν ὑποχρεωτικά θυσίες στά εἴδωλα.
.           Μέ τόν τρόπο αὐτό ἤθελε νά πιέσει τούς χριστιανούς νά ὑποταχθοῦν στήν ἐπίσημη τότε εἰδωλολατρική θρησκεία.
.           Τά πράγματα δέν ἦταν καθόλου εὔκολα γιά τούς χριστιανούς οἱ ὁποῖοι, ἄν ἀντιδροῦσαν, ἀντιμετώπιζαν τήν ἀπειλή σκληρῶν βασανιστηρίων, ἀκόμη καί τοῦ θανάτου! Ἀκόμη πιό δύσκολα ὅμως ἦταν τά πράγματα γιά τό Θεόγνιο, τόν Ἀγάπιο καί τόν Πιστό. Αὐτά τά τρία ἀδέλφια εἶχαν ἀπό τή μιά μεριά τόν πατέρα τους Βαλεριανό, φανατικό εἰδωλολάτρη, ὁ ὁποῖος τούς πίεζε νά λάβουν μέρος στίς εἰδωλολατρικές γιορτές· κι ἀπό τήν ἄλλη τή μητέρα τους, τή Βάσσα, πιστή χριστιανή, ἡ ὁποία τούς παρακαλοῦσε νά μήν παρασυρθοῦν καί ἀρνηθοῦν τήν ἀληθινή πίστη, πού τούς εἶχε διδάξει ἡ ἴδια ἀπό τά πρῶτα κιόλας βήματά τους.
.           Τί νά κάνουν; Νά πᾶνε στίς γιορτές τῶν εἰδώλων;…
.           Καί πῶς μποροῦν ν’ ἀφήσουν μόνη της τή μητέρα τους, πού τόσο πολύ ἀγαποῦν, καί νά προδώσουν τήν ἀγάπη στό Χριστό πού ἡ ἴδια τούς εἶχε μεταδώσει;…
.           Ἤ, νά παρακούσουν μέ ὅποιο τίμημα– τήν ἐντολή τοῦ πατέρα τους, πού ἦταν τόσο πολύ αὐστηρός;!… Κι ἄν τούς ὁδηγοῦσαν στά βασανιστήρια; Θά ἄντεχαν τά σκληρά μαρτύρια;…
.           Τί φοβερό δίλημμα! Ἦταν σέ πολύ δύσκολη θέση τά τρία παιδιά. Περπατοῦσαν στήν κόψη τοῦ ξυραφιοῦ. Παιδιά ἦταν, ἀλλά ἀντί γιά ἀνέμελα παιχνίδια ἔπαιζαν τή ζωή τους κορώνα-γράμματα… Ἀπό τό τί θά διάλεγαν τελικά, θά κρινόταν τό μέλλον τους. Αὐτήν τήν κρίσιμη ὥρα στάθηκε κοντά τους ὡς ἀληθινή ἡρωίδα ἡ μάνα τους.
— Παιδιά μου, τούς εἶπε μέ στοργή, πονῶ καί φοβᾶμαι γιά σᾶς. Πονῶ περισσότερο ἀπό τότε πού σᾶς γεννοῦσα καί φοβᾶμαι ὄχι μή σᾶς χάσω, ἀλλά μήπως παρασυρθεῖτε καί χάσετε τά δῶρα πού ὑπόσχεται ὁ Θεός σ’ ὅσους μείνουν κοντά Του. Καλά μου παιδιά, θυμάστε πού σᾶς ἔλεγα πόσο πολύ μᾶς ἀγαπάει ὁ Χριστός; Νά ’τος τώρα! Σᾶς ἁπλώνει τά χέρια… Ἀνοίγει τήν ἀγκαλιά Του! Γρήγορα λοιπόν τρέξτε κοντά Του!
.           Τά γεμάτα ἀγάπη λόγια τῆς χριστιανῆς μάνας μετάγγισαν τίς καρδιές τῶν παιδιῶν πίστη καί γενναιοψυχία. Ὅταν λοιπόν τά κάλεσε ὁ πατέρας τους γιά νά πᾶνε μαζί του νά θυσιάσουν στά εἴδωλα, αὐτά μέ μιά φωνή ἀρνήθηκαν. Ταράχθηκε ὁ σκληρός εἰδωλολάτρης. Στράφηκε ἐναντίον τῆς συζύγου του καί δέν δίστασε νά τήν κατηγορήσει δημόσια ὅτι εἶναι χριστιανή. Ἔτσι τή συνέλαβαν καί τήν ὁδήγησαν μαζί μέ τά παιδιά της στό δικαστήριο.
.           Στό δικαστήριο, ὅπου πρόεδρος ἦταν ὁ ἀνθύπατος τῆς περιοχῆς, ἄρχισαν πρῶτα νά ἀνακρίνουν τά παιδιά. Ἐκεῖνα ἀπαντοῦσαν σέ ὅλα μέ παρρησία:
Εἴμαστε πρόθυμοι νά ὑποταχθοῦμε σέ ὅλους τούς νόμους τῆς Αὐτοκρατορίας, ὄχι ὅμως σ’ αὐτούς πού ἔρχονται σέ ἀντίθεση μέ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. Ὅσο γιά τά βασανιστήρια, αὐτά ἐμεῖς δέν τά φοβόμαστε! Εἴμαστε ἕτοιμοι νά θυσιάσουμε τό σῶμα μας, προκειμένου νά διατηρήσουμε τήν ψυχή μας ἁγνή καί θαρραλέα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ κατά τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.
.           Ἐξοργισμένοι οἱ δικαστές παρέδωσαν στούς δήμιους τό μεγαλύτερο ἀπό τά ἀδέλφια, τό Θεόγνιο, μέ ἐντολή νά τοῦ ξεσχίσουν τίς σάρκες μπροστά στά μάτια τῆς μητέρας καί τῶν ἀδελφῶν του. Οὔτε ὅμως ἐκεῖνος λύγιζε, οὔτε τά ἀδέλφια του, οὔτε ἡ μητέρα του πού τόν ἐνθάρρυνε συνεχῶς:
— Ἔχε θάρρος, παιδί μου! Ὅποιος εἶναι ντυμένος μέ τήν πανοπλία τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει νά φοβηθεῖ τίποτε!
.           Κι ἔτσι ὁ στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ παρέμεινε ἀκλόνητος μέχρι θανάτου.
.           Κατόπιν ἦρθε ἡ σειρά τοῦ δεύτερου ἀδελφοῦ. Ὅταν ὁ δικαστής τοῦ ζήτησε νά πεῖ τό ὄνομά του, ἀπάντησε θαρραλέα:
— Ἡ μητέρα μου μέ ὀνόμασε Ἀγάπιο καί θά βάλω τά δυνατά μου νά φανῶ ἄξιος τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, παραμένοντας πιστός στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
.           Ἄρχισαν νά τόν μαστιγώνουν κι ὅταν εἶδαν ὅτι παρέμενε ἀμετάπειστος, οἱ δικαστές διέταξαν νά τόν γδάρουν ἀπό τό κεφάλι μέχρι τό στῆθος.
Τότε ἐκεῖνος ἀναφώνησε: Δέν ὑπάρχει τίποτε πιό γλυκό ἀπό τό νά ὑποφέρεις γιά τόν Χριστό!
Κι ἔτσι ἡ ψυχή του, πλημμυρισμένη ἀπό ἀγάπη γιά τό Χριστό, ἔτρεξε νά Τόν συναντήσει στόν οὐρανό!
.           Ἀλλά καί ὁ τρίτος ἀδελφός, ὁ Πιστός, φάνηκε πράγματι ἀντάξιος τοῦ ὀνόματός του. Παρά τίς ἔντονες παροτρύνσεις τοῦ πλήθους νά ἀλλάξει γνώμη καί νά θυσιάσει στά εἴδωλα, ὁ μικρότερος στήν ἡλικία δέν ὑστέρησε καθόλου σέ ἀνδρεία ἀπό τά μεγαλύτερα ἀδέλφια του.
.           Τόν τέντωσαν ἀπό τό λαιμό μέχρι τά πόδια καί στό τέλος τόν ἀποκεφάλισαν. Τότε μιά φωνή ἀκούστηκε ἀπό τόν οὐρανό πού καλωσόριζε τούς τρεῖς μάρτυρες.
.           Τή μητέρα τους, τή Βάσσα, πού παρέμεινε ἤρεμη καί σταθερή στήν πίστη της παρά τή μεγάλη αὐτή δοκιμασία τοῦ μαρτυρίου τῶν παιδιῶν της, τήν φυλάκισαν καί ὕστερα ἀπό μιά σειρά μαρτυρίων καί πολλῶν περιπετειῶν κατέληξε στό νησί Ἅλωνος στόν Ἑλλήσποντο, ὅπου καί τήν ἀποκεφάλισαν.
.           Ἡ ἁγία Βάσσα ἡ Ἐδεσσαία τιμᾶται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας μαζί μέ τά παιδιά της, τό Θεόγνιο, τόν Ἀγάπιο καί τόν Πιστό, στίς 21 Αὐγούστου.
.           Τό ἀξιοθαύμαστο παράδειγμα τοῦ μαρτυρίου τους ἄς μᾶς θυμίζει πάντοτε ὅτι πάνω ἀπό κάθε ἄλλη ἀγάπη σέ πρόσωπα ἤ πράγματα εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἄς Τόν ἀγαποῦμε λοιπόν μέ ὅλη μας τήν καρδιά κι ἄς μένουμε πιστοί στίς ἐντολές Του ὅ,τι κι ἄν μᾶς κοστίσει!

Νικηφόρος

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. : antexoume.wordpress.com

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΑΛΛΕΛΑΙΟΣ Ὁ πολύαθλος μάρτυς Χριστοῦ καὶ ἀνάργυρος ἰατρός

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΑΛΛΕΛΑΙΟΣ
Ὁ τιμώμενος στὴ Νάξο πολυάθλος μάρτυς Χριστοῦ καὶ ἀνάργυρος ἰατρὸς

Γράφει ὁ Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς 

Ἡ ἐφέστιος εἰκόνα τοῦ ἁγίου Θαλλελαίου στὸν ὁμώνυμο Ἱερὸ Ναὸ τοῦ χωριοῦ Ἅγιος Θαλλέλαιος Νάξου

.           Μέσα στὸ πολυπληθὲς νέφος τῶν ἐνδόξων μαρτύρων κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες συναριθμεῖται καὶ ὁ Ἅγιος Θαλλέλαιος ὁ ἰαματικὸς καὶ ἀνάργυρος, ὁ πολύαθλος αὐτὸς μάρτυς τοῦ 3ου μ.Χ. αἰώνα, ὁ ὁποῖος ἀναδείχθηκε τοῦ οὐρανίου βασιλέως Χριστοῦ ἀήττητος στρατιώτης καὶ πολύτιμος μαργαρίτης, ἀλλὰ καὶ ὡράισμα τῶν μαρτύρων καὶ καύχημα τῶν ἀναργύρων. Ὁ Ἅγιος Θαλλέλαιος, ὁ ὁποῖος ὑμνεῖται καὶ γεραίρεται μέσα ἀπὸ τὴν Ἀσματική του Ἀκολουθία ὡς «κρίνον ἠδύπνοον καὶ ἄνθος πολυέραστον», ὡς «ἄστρον λαμπρότατον καὶ ἄριστος φύλαξ πιστῶν», ὡς «ἀκέστωρ πανάριστος καὶ ἰατρὸς μυστικώτατος», ἔζησε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορος Νουμεριανοῦ (283-284). Καταγόταν ἀπὸ τὸν Λίβανο καὶ μάλιστα ἀπὸ ἐπιφανῆ οἰκογένεια. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Βερούκιος καὶ ἦταν ἀρχιερέας τῶν χριστιανῶν, ἡ δὲ μητέρα του ὀνομαζόταν Ρωμυλία καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν ἐνάρετη βιοτή της. Ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς γονεῖς του ἔλαβε τὴν πρέπουσα χριστιανικὴ ἀγωγὴ καὶ παιδεία καὶ κατόπιν μαθήτευσε κοντὰ σ’ ἕναν ἔμπειρο, καταρτισμένο καὶ θεοσεβῆ ἰατρό, ὁ ὁποῖος τοῦ δίδαξε τὴν ἰατρικὴ τέχνη. Ὅταν μάλιστα ἔγινε ἰατρός, ἄσκησε τὸ λειτούργημά του μὲ ἔνθεο ζῆλο καὶ παρεῖχε ἐντελῶς δωρεὰν τὶς ἰατρικές του γνώσεις, ἀλλὰ καὶ τὴν πρέπουσα θεραπεία στοὺς πάσχοντες συνανθρώπους του. Ἐνδεικτικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ σπίτι του εἶχε μετατραπεῖ σὲ ξενώνα, στὸν ὁποῖον κατέφευγαν γιὰ θεραπεία καὶ φροντίδα ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ ἄνθρωποι. Ἰδιαίτερη ἀγάπη καὶ εὐσπλαγχνία ἔβρισκαν κοντά του οἱ φτωχοὶ ἀσθενεῖς, τοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος ἀναζητοῦσε καὶ συχνὰ τοὺς μετέφερε στὸ σπίτι του, σηκώνοντάς τους στοὺς ὤμους του. Ἀξιομνημόνευτη ἦταν καὶ ἡ στάση του ἀπέναντί τους, ἀφοῦ τοὺς ὑπηρετοῦσε μὲ τέτοια ταπείνωση καὶ τοὺς φρόντιζε μὲ τέτοια στοργὴ καὶ ἀγάπη, σὰν νὰ ἦταν δοῦλος τους. Ἀλλὰ καὶ μέσα ἀπὸ τὴν παροχὴ τῶν ἰατρικῶν του ὑπηρεσιῶν δὲν θέλησε καὶ δὲν ἐπιδίωξε ποτὲ νὰ ἀποκτήσει χρήματα, ἐνῶ δὲν ἔκανε ποτὲ διάκριση ἀνάμεσα σὲ χριστιανοὺς καὶ σὲ εἰδωλολάτρες, ἀφοῦ θεράπευε ὅλους ὅσους προσέτρεχαν σ’ αὐτόν. Γι’ αὐτὸ καὶ παρακαλοῦσε τὸν Πανοικτίρμονα Θεὸ γιὰ τοὺς μὲν χριστιανοὺς νὰ μετανοήσουν γιὰ τὰ ἁμαρτήματά τους, γιὰ τοὺς δὲ εἰδωλολάτρες νὰ ἐγκαταλείψουν τὴ λατρεία τῶν ψεύτικων εἰδώλων καὶ νὰ ἐγκολπωθοῦν τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Μάλιστα κάποια φορὰ ἐπέπληξε κάποιον χριστιανό, ὁ ὁποῖος χαιρόταν γιὰ τὴ δυστυχία ἑνὸς εἰδωλολάτρη, τονίζοντάς του ὅτι δὲν πρέπει νὰ χαίρεται γιὰ τὸ πάθημα τοῦ ἐχθροῦ του, διότι οἱ συμφορὲς καὶ τὰ παθήματα εἶναι κοινὰ σὲ ὅλους καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει τί πρόκειται νὰ τοῦ συμβεῖ στὴ ζωή του μέχρι νὰ ἀποβιώσει. Ὁ χριστιανὸς ὅμως τοῦ εἶπε ὅτι οἱ ἀσεβεῖς καὶ οἱ ἄπιστοι πρέπει νὰ πεθάνουν ὅσο πιὸ σύντομα γίνεται, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει καμία ὠφέλεια γιὰ νὰ ζοῦν. Τότε ὁ Ἅγιος Θαλλέλαιος τοῦ ἀπάντησε ὅτι ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου εἶναι νὰ προσευχόμαστε γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας, ὥστε νὰ τοὺς προσελκύουμε στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ ἔτσι νὰ μειώνουμε τὴν ἀπιστία τους, καὶ ὄχι νὰ χαιρόμαστε γιὰ τὴ δυστυχία τους. Οἱ πνευματικὲς αὐτὲς νουθεσίες σαγήνευσαν μάλιστα τὴν ψυχὴ τοῦ σκληρόκαρδου χριστιανοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ἐπέδειξε κατόπιν εὐσπλαγχνία ἀπέναντι στοὺς εἰδωλολάτρες.
.               Ὁ εὐλογημένος ἅγιος Θαλλέλαιος ἔλαβε χάρη στὸν ἔνθεο ζῆλο καὶ τὴ μεγάλη του εὐσέβεια, τὸ χάρισμα ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ θαυματουργεῖ ἀδιάλειπτα καὶ νὰ θεραπεύει κάθε ἀσθένεια. Παράλληλα τὴ νύχτα πήγαινε καὶ ἔκοβε τὰ ψηλὰ δένδρα τοῦ Λιβάνου γιὰ νὰ ἀποκόψει τοὺς Ἕλληνες ἀπὸ τὴ μιαρὴ συνήθεια νὰ θυσιάζουν στοὺς ψεύτικους θεοὺς καὶ νὰ ἐπιδίδονται σὲ ἀσελγεῖς πράξεις. Ἀλλὰ καὶ οἱ θαυματουργικὲς ἰάσεις του προσείλκυσαν πολλοὺς θεραπευθέντες εἰδωλολάτρες στὸ νὰ ἀσπασθοῦν τὴ χριστιανικὴ πίστη. Μεταξὺ τῶν πολυαρίθμων θαυμάτων του ἀξιομνημόνευτο ὑπῆρξε καὶ τὸ ἀκόλουθο, ὅπως τὸ περιέγραψε ὁ βιογράφος τοῦ Ἁγίου. Ἔτσι ἕνα δηλητηριῶδες φίδι δάγκωσε μία φορὰ ἕναν ἄνθρωπο στὸ στῆθος καὶ μάλιστα κινδύνευε νὰ πεθάνει. Ὁ δυστυχισμένος αὐτὸς ἄνθρωπος ἀπευθύνθηκε στοὺς γιατρούς, ἀλλὰ δὲν βρῆκε πουθενὰ θεραπεία, παρόλο ποὺ ξόδεψε πολλὰ χρήματα. Ἔτσι ἀπελπισμένος περίμενε πλέον νὰ ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ θανάτου του. Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη στιγμὴ ἐμφανίσθηκε ἐνώπιόν του ὁ ἅγιος Θαλλέλαιος, ὁ ὁποῖος μὲ μεγάλη προθυμία θέλησε νὰ τὸν θεραπεύσει, μὲ τὴν ἀπαραίτητη ὅμως προϋπόθεση νὰ πιστέψει στὸν Ἰησοῦ Χριστό. Τότε ὁ ἀσθενὴς ὁμολόγησε ὅτι μόλις ἐπανακτήσει τὴν ὑγεία του, θὰ πιστέψει στὸν Κύριο. Ἀμέσως ὁ Ἅγιος ἔβαλε τὸ χέρι του στὸ στῆθος τοῦ ἀσθενοῦς καὶ ἀφοῦ τὸ σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, τὸν θεράπευσε ἀπὸ τὴ θανατηφόρα ἀσθένεια. Κατόπιν ὁ θεραπευθεὶς ἄνθρωπος ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ δόξασε τὸ ὄνομα καὶ τὸ μεγαλεῖο Του. Ἀλλὰ τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου διὰ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ συνεχίστηκαν, ἀφοῦ ἰατρὸς ποὺ εἶχε χάσει τὴ φωνή του, θεραπεύτηκε πλήρως, παράλυτος ποὺ εἶχε σπάσει τὸ πόδι του, ἐπανέκτησε τὸ βάδισμα καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ τρέχει, δαιμονισμένη ποὺ σπάραζε ἀπὸ τὸ δαιμόνιο, θεραπεύτηκε, μόλις ὁ Ἅγιος τὴν σφράγισε στὸ μέτωπο μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ ἐπικαλέσθηκε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ τυφλὸς ὁμολογώντας ὅτι πιστεύει στὸν Κύριο ὡς ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ἐπανέκτησε τὴν ὅρασή του καὶ δόξασε τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ.
.               Ὁ Ἅγιος Θαλλέλαιος ἐπισκέφθηκε πολλοὺς τόπους, ὅπου χρησιμοποιώντας τὶς ἰατρικές του γνώσεις, κήρυττε τὸ μεγαλεῖο τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ προσπαθοῦσε νὰ διδάξει στοὺς εἰδωλολάτρες τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια. Ἔτσι ὅταν πῆγε στὴν Ἔδεσσα τῆς Μεσοποταμίας καὶ ἐκχριστιάνισε πολλοὺς πεπλανημένους, κατηγορήθηκε γιὰ τὴν χριστιανική του ἰδιότητα καὶ τὴν ἱεραποστολική του δράση στὸν ἄρχοντα Τιβεριανό, ὁ ὁποῖος καὶ ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ τὸν συλλάβουν, ἀφοῦ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ Ρωμαῖος αὐτοκράτορας Νουμεριανὸς εἶχε ἐξαπολύσει σκληρὸ διωγμὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν. Μόλις ὁδηγήθηκε ὁ Ἅγιος ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντα Τιβεριανοῦ, διέταξε νὰ τὸν δείρουν ἀνελέητα, κατόπιν δὲ τὸν ὑποχρέωσε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν περιοχή. Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πῆγε στὴν περιοχὴ τῆς Κιλικίας, ὅπου μὲ τὴν πρόφαση τῆς ἰατρικῆς τέχνης κήρυττε καὶ πάλι τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μόλις οἱ εἰδωλολάτρες πληροφορήθηκαν τὴ δράση του, τὸν διέβαλαν στὸν ἄρχοντα τῶν Αἰγῶν Θεόδωρο ὅτι ἐξαπατᾶ τὸν λαό, χρησιμοποιώντας τὴν ἰατρική του γνώση, ἀφοῦ ἰσχυρίζεται ὅτι θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν Ὁποῖον σταύρωσαν οἱ Ἰουδαῖοι.
.             Ὅταν πληροφορήθηκε ὁ ἄρχοντας τὴ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου, διέταξε νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του. Ἀφοῦ οἱ στρατιῶτες τὸν βρῆκαν κρυμμένο μέσα σ’ ἕναν ἐλαιώνα στὴν περιοχὴ τῆς πόλεως Ἀνάζαρβο τῆς Κιλικίας, τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντα Θεοδώρου, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νὰ τὸν ἀνακρίνει ἐπισταμένως. Ἔτσι τὸν ρώτησε τὸ ὄνομά του, τὸν τόπο τῆς καταγωγῆς του καὶ τὸ ἐπάγγελμά του. Τότε ὁ Ἅγιος μὲ ξεχωριστὴ παρρησία τοῦ ἀπάντησε στὰ ἐρωτήματά του καὶ ἐπιπλέον τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ ὅτι πηγαίνει ἀπὸ τόπο σὲ τόπο γιὰ νὰ κηρύξει τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ νὰ ἐξαλείψει τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων. Ἡ θαρραλέα αὐτὴ ὁμολογία πίστεως ἐξόργισε τὸν ἄρχοντα τόσο πολύ, ὥστε διέταξε νὰ τρυπήσουν τοὺς ἀστραγάλους του καὶ νὰ τὸν κρεμάσουν μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω. Οἱ στρατιῶτες ὅμως καταλήφθηκαν ἀπὸ μία ἀόρατη θεία δύναμη καὶ ἀντὶ νὰ τρυπήσουν τοὺς ἀστραγάλους τοῦ Ἁγίου, τρύπησαν ἕνα ξύλο καὶ τὸ κρέμασαν, πιστεύοντας ὅτι κρέμασαν τὸν εὐλογημένο Θαλλέλαιο. Μόλις ὅμως ὁ ἄρχοντας εἶδε τὸ ξύλο κρεμασμένο, θεώρησε ὅτι περιπαίχθηκε ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες του. Γι’ αὐτὸ καὶ διέταξε νὰ τοὺς δείρουν. Μάλιστα δύο ἀπὸ αὐτούς, ὁ Ἀλέξανδρος καὶ ὁ Ἀστέριος, βλέποντας τὸ θαυμαστὸ γεγονός, πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ κατόπιν ἀποκεφαλίσθηκαν γιὰ τὴ σωτήρια ἐπιλογή τους.
.               Στὸ μεταξὺ ὁ ἅγιος Θαλλέλαιος ὑποβλήθηκε σὲ ξυλοδαρμὸ μὲ ὠμὰ βούνευρα, ἀλλὰ ὁ γενναῖος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ παρέμεινε σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος στὴν πίστη του, ἐπιδεικνύοντας ἀξιοθαύμαστη καρτερία. Τότε ὁ ἄρχοντας ἀπευθυνόμενος στὸν ἔνδοξο μάρτυρα καὶ ἀνάργυρο ἰατρό, τὸν ρώτησε νὰ μάθει τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς, ὑπονοώντας ὅτι εἶναι ἕνας μάγος, ἐνῶ βλασφήμησε τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ τὸν Τίμιο Σταυρὸ ὡς τὴ μεγαλύτερη καταδίκη τοῦ κόσμου. Ἀμέσως ὁ εὐλογημένος Θαλλέλαιος, βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσει γιὰ τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ὁ Ὁποῖος σταυρώθηκε γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο καὶ μὲ τὴ χάρη Του θεραπεύει παραλύτους, τυφλούς, κωφούς, δαιμονισμένους καὶ πάσης μορφῆς ἀσθενεῖς, ἐνῶ ἀνασταίνει ἀκόμα καὶ νεκρούς. Ἡ σθεναρὴ αὐτὴ ὁμολογία πίστεως ἐξαγρίωσε τὸν ἄρχοντα σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ὅρμησε ἐναντίον τοῦ Ἁγίου γιὰ νὰ τὸν χτυπήσει καὶ νὰ τὸν βασανίσει. Ἀλλὰ ἀμέσως καὶ τὰ δύο του χέρια ἀποδυναμώθηκαν καὶ ἔμειναν ἀνενεργά. Ὁ Ἅγιος ὅμως θεράπευσε μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου τὰ χέρια τοῦ χριστιανομάχου εἰδωλολάτρη καὶ ἔτσι ἀποκαταστάθηκαν καὶ πάλι στὴν ἀρχική τους θέση.
.               Παρόλα αὐτὰ ὁ παρανοϊκὸς ἄρχοντας ὄχι μόνο δὲν συνετίσθηκε ἀπὸ τὸ πάθημά του, ἀλλὰ διέταξε τοὺς στρατιῶτες του νὰ ὑποβάλουν τὸν πολυάθλο μάρτυρα σὲ νέα βασανιστήρια. Ἔτσι ὁ Ἅγιος ὑπέμεινε μὲ ἀξιοθαύμαστη ἀνδρεία καὶ ἀγαλλίαση τοὺς πόνους καὶ τὶς πληγὲς ἀπὸ τὸ ξέσχισμα τοῦ σώματός του μὲ σιδερένια νύχια καὶ τὸ κάψιμο μὲ τὴ φωτιά, ἀφοῦ δίπλα του συμπαραστάτης καὶ συνοδοιπόρος ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Βλέποντας ὁ τύραννος τὴ γενναιότητα καὶ τὴν καρτερία, μὲ τὴν ὁποία ἀντιμετώπιζε ὁ ἔνδοξος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ τὰ βασανιστήρια, ἀλλὰ καὶ τὴ θαρραλέα ὁμολογία πίστεως, ἀφοῦ συνέχιζε μὲ τὸν ἴδιο ἔνθεο ζῆλο νὰ διακηρύσσει τὴ χριστιανική του πίστη ἐνώπιόν του, ἀποφάσισε νὰ τὸν βάλει μέσα σὲ μία βάρκα καὶ νὰ τὸν ἀφήσει στὴ μέση της θάλασσας, ὥστε παρασυρόμενος ἀπὸ τὰ κύματα, νὰ καταποντισθεῖ μέσα στὸ νερό. Ὅταν ὅμως ἔβαλαν τὸν Ἅγιο μέσα στὴ βάρκα, δὲν ἔπαθε τίποτα καὶ φαινόταν σὰν νὰ περπατοῦσε πάνω στὴ στεριά. Μάλιστα σήκωσε τὰ χέρια του πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε: «Πρὸς Σέ, Κύριε, ᾖρα τοὺς ὀφθαλμούς μου, τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ Οὐρανῷ. Πολλάκις σὲ ἐπεκαλέσθην καὶ μὲ εὐσπλαχνίσθης. Ὁδήγησόν με εἰς λιμένα σωτηρίας, ἵνα μὴ μὲ καταπίη ὁ βυθὸς τῆς θαλάσσης καὶ στερηθῶ τὸ μαρτύριον διὰ τὸ ὄνομά Σου τὸ ἅγιον…». Ἀμέσως ἡ θάλασσα ἠρέμησε καὶ ἔβγαλε τὸν γενναῖο μάρτυρα στὴν ξηρά, πλησίον τῆς χώρας τῶν Αἰγῶν, ἐνδεδυμένο μὲ λευκὸ χιτώνα.
.               Μόλις ὁ τύραννος πληροφορήθηκε τὸ θαῦμα, ἔμεινε ἐκστατικὸς καὶ διέταξε νὰ τὸν φέρουν ἐνώπιόν του γιὰ νὰ ἀπολογηθεῖ. Τότε ὁ γενναῖος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ ὁμολόγησε τὴν παντοδυναμία τοῦ ἑνὸς καὶ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ζωοποιεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἀκόμη καὶ μετὰ τὸν θάνατο. Ἡ θαρραλέα αὐτὴ στάση τοῦ μάρτυρος καὶ ἡ ἀκλόνητη πίστη του στὸν Κύριο ἐξόργισε τὸν εἰδωλολάτρη ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος διέταξε ἀμέσως νὰ τὸν καρφώσουν σ’ ἕνα σανίδι μὲ τέσσερα καρφιὰ καὶ νὰ τὸν περιχύσουν μὲ κοχλάζουσα πίσσα μέχρι νὰ πεθάνει. Πρὸς στιγμὴ νόμισε ὁ τύραννος ὅτι ὁ ἔνδοξος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ φοβήθηκε καὶ γι’ αὐτὸ τοῦ πρότεινε νὰ προσφέρει θυσία στοὺς εἰδωλολατρικοὺς θεοὺς καὶ ἔτσι νὰ ἀποκτήσει δόξα καὶ πλοῦτο. Ἀλλὰ ὁ μακάριος καὶ εὐλογημένος Θαλλέλαιος τοῦ ἀπάντησε μὲ παρρησία ὅτι τὰ βασανιστήρια, στὰ ὁποῖα ὑποβάλλεται, εἶναι γι’ αὐτὸν δόξα καὶ χαρά. Τότε ὁ χριστιανομάχος ἄρχοντας διέταξε νὰ τὸν ρίξουν σὲ τέσσερα ἄγρια λιοντάρια γιὰ νὰ τὸν κατασπαράξουν. Ὅμως μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ τὰ λιοντάρια ἔγιναν ἥμερα σὰν ἀρνιὰ καὶ οὔτε τόλμησαν νὰ τὸν πλησιάσουν. Βλέποντας καταντροπιασμένος ὁ τύραννος τὴν ἀπρόσμενη αὐτὴ ἐξέλιξη, ἀποφάσισε τὴ θανατικὴ ἐκτέλεση τοῦ μάρτυρος δι’ ἀποκεφαλισμοῦ. Ἔτσι ὁ πολυάθλος καὶ ἔνδοξος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἅγιος Θαλλέλαιος ἀποκεφαλίσθηκε στὶς 20 Μαΐου τοῦ 284μ.Χ. καὶ ἔλαβε τὸν ἀκήρατο στέφανο τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Μάλιστα στὸν τόπο, ὅπου ἔλαβε χώρα ὁ ἀποκεφαλισμός του, βλάστησε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ βότανο, τὸ ὁποῖο θεράπευε κάθε ἀσθένεια καὶ πάθος πρὸς ἀπόδειξη τῆς ἰατρικῆς τέχνης τοῦ ἰαματικοῦ Ἁγίου. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (1749-1809) στὸ συναξάριο τοῦ ἐνδόξου αὐτοῦ μάρτυρος τοῦ 3ου μ.Χ. αἰώνα, ὁ ὁποῖος συναριθμεῖται στὴ σεπτὴ χορεία τῶν εἴκοσι ἰαματικῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, συνέταξε τὸν ἀκόλουθο στίχο: «Ἀκέστορι τμηθέντι τῷ Θαλλελαίῳ Θεὸς βοτάνην πρὸς λύσιν πέμπει πάθους. Εἰκοστὴ Θαλλέλαιος ἐὴν κεφαλὴν ἀπετμήθη». Πρὸς τιμήν του μάλιστα ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἐποίησε Ἀσματικὴ Ἀκολουθία μετὰ Παρακλητικοῦ Κανόνος, ἡ ὁποία ἐκδόθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1878 στὸ Μεσολόγγι ἀπὸ τὸν δημοδιδάσκαλο Δημήτριο Διακόπουλο καὶ ἐπανεκδόθηκε ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ δαπάνη καὶ μέριμνα τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Ἀνθίμου Ρούσσα (τοῦ μετέπειτα Μητροπολίτου Ἀλεξανδρουπόλεως καὶ νῦν Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης). Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Θαλλελαίου, ποίημα Γεωργίου, ὑπάρχει καὶ στοὺς Λαυρεωτικοὺς Κώδικες Δ36, Δ45 καὶ Ω147.
.               Ὁ πολυάθλος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἅγιος Θαλλέλαιος ὁ ἰαματικὸς καὶ ἀνάργυρος τιμᾶται πανηγυρικὰ καὶ μὲ τὴν πρέπουσα ἐκκλησιαστικὴ λαμπρότητα στὴ Νάξο, ὅπου ὑπάρχει ὁμώνυμο χωριό, σὲ ἀπόσταση ἕξι χιλιομέτρων ἀνατολικὰ ἀπὸ τὴ Χώρα, τὴν πρωτεύουσα τοῦ νησιοῦ. Τὸ μικρὸ αὐτὸ χωριὸ πῆρε τὴν ὀνομασία του ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος εἶναι σήμερα ὁ ἐνοριακὸς ναὸς τοῦ χωριοῦ καὶ ἀποτελοῦσε τὸ καθολικὸ παλαιᾶς μονῆς, ἀφοῦ στὸν ἐξωτερικὸ τοῖχο τοῦ δίκλιτου ναοῦ ὑπάρχει ἡ μισοσβησμένη ἐπιγραφή: ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΣΑΓΡΕΔΟC (1501). Ἡ τιμὴ ποὺ ἀπολαμβάνει ὁ Ἅγιος Θαλλέλαιος στὴ Νάξο καὶ ἡ εὐλάβεια πρὸς τὸν θαυματουργὸ αὐτὸ Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε ἡ μνήμη του ἑορτάζεται πανηγυρικὰ καὶ σὲ ἄλλες ἐνορίες τοῦ νησιοῦ, καθὼς καὶ στὸ ὁμώνυμο παρεκκλήσιο στὸ χωριὸ Δαμαριώνας, ὅπως καὶ στὸ παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας Ἐλεούσης καὶ τοῦ Ἁγίου Θαλλελαίου στὴ Χώρα τῆς Νάξου. Παράλληλα ὁ Σύλλογος τῶν ἐν Ἀθήναις Ναξίων ἀφιέρωσε θαυμάσια εἰκόνα τοῦ Ἁγίου στὸν μεγαλοπρεπῆ ἱερὸ ναὸ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ Πατησίων. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐκ Νάξου Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης θαυμάζοντας τὴν ἀποδιδόμενη εὐλάβεια τῶν συμπατριωτῶν του πρὸς τὸν Ἅγιο, ἐποίησε πρὸς τιμήν του, ὅπως προαναφέρθηκε, Ἀκολουθία μετὰ Παρακλητικοῦ Κανόνος, ἡ ὁποία παρεδόθηκε στὴν Ἀποστολικὴ Διακονία γιὰ ἐπανέκδοση ἀπὸ τὸν κ. Μάρκο Κουτελιέρη, καταγόμενο ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἅγιος Θαλλέλαιος τῆς Νάξου κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἐφημερίου τοῦ χωριοῦ, π. Ἰακώβου Βαλέρη.
.       Ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου Θαλλελαίου μὲ ἐπίκεντρο τὴ Νάξο διαδόθηκε ὅμως καὶ σὲ ἄλλα νησιὰ τῶν Κυκλάδων. Ἔτσι στὴ γειτονικὴ Πάρο ὁ Ἅγιος τιμᾶται μὲ ὁμώνυμο ἐξωκκλήσιο στὴν τοποθεσία Σκλαβούνα τῆς Νάουσας, στὴν Ἀμοργὸ μὲ ὁμώνυμο παρεκκλήσιο στὴ Χώρα καὶ στὴ Μύκονο μὲ δύο ὁμώνυμα ἐξωκκλήσια στὶς περιοχὲς Ἀγγελικὰ καὶ Ὀμπρουδεχτάκη. Ἐπίσης στὴ Σίφνο ἑορτάζεται πανηγυρικὰ ἡ μνήμη του στὸν ἱερὸ μητροπολιτικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος Ἀπολλωνίας, ὅπου ὑπάρχει προσκυνητάρι μὲ ἀσημένια εἰκόνα τοῦ ἰαματικοῦ Ἁγίου, ἐνῶ στὴ Σαντορίνη ὁ Ἅγιος ἑορτάζεται στὸν κοιμητηριακὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τῆς Ἁγίας Ἄννης στὸ Παλιὸ Χωριό, ἀλλὰ καὶ στὴ χρονολογούμενη ἀπὸ τὸ 1651 γυναικεία ἱερὰ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἡμεροβιγλίου, ὅπου μέχρι τὸν σεισμὸ τοῦ 1956 ὑπῆρχε παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Θαλλελαίου. Ἀξιομνημόνευτος εἶναι καὶ ὁ παλαιὸς ἱερὸς ναὸς (ἐξωκκλήσιο) τοῦ Ἁγίου στὴν περιοχὴ τοῦ χωριοῦ Ἅγιο Γάλας τῆς Χίου, τὸ ὁποῖο παλαιότερα ὀνομαζόταν Ἅγιος Θαλλέλαιος ἢ Ἅγιος Θαλένης καὶ βρίσκεται στὸ βορειοδυτικὸ τμῆμα τοῦ νησιοῦ. Ὁ ναός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ παλαιότερος τοῦ χωριοῦ, ἀνεγέρθηκε ἀπὸ εὐλάβεια στὸν θαυματουργὸ μάρτυρα τοῦ 3ου μ.Χ. αἰώνα ἀπὸ τοὺς ἐγκατασταθέντες στὴν περιοχὴ χριστιανοὺς ποὺ προῆλθαν κατὰ τὶς μετακινήσεις τῶν πληθυσμῶν ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Κιλικίας, ὅπου διέλαμψε καὶ μαρτύρησε ὁ ἰαματικὸς Ἅγιος. Στὸν ἱστορικὸ αὐτὸ ναὸ τοῦ 11ου αἰώνα, ὁ ὁποῖος κοσμεῖται μὲ τὸ παλαιότερο στὴ Χίο ξυλόγλυπτο τέμπλο, σώζονται θαυμάσιες τοιχογραφίες μὲ σκηνὲς ἀπὸ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου. Ἐπίσης στὴν ἀκριτικὴ Ἀλεξανδρούπολη στὶς 12 Δεκεμβρίου 2012 τελέσθηκαν ὑπὸ τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου κ. Ἀνθίμου τὰ θυρανοίξια καὶ ἐγκαίνια τοῦ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Θαλλελαίου παρεκκλησίου ἐντός τοῦ Νοσοκομείου τῆς πόλεως, ἐνῶ στὸν ἰαματικὸ καὶ ἀνάργυρο Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἀφιερωμένο καὶ τὸ παρεκκλήσιο στὶς Ἐκκλησιαστικὲς Κατασκηνώσεις στὴν Πρώτη Φλωρίνης.
.           Ἂς ἐπικαλεσθοῦμε λοιπὸν τὶς πρεσβεῖες τοῦ τιμωμένου ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας στὶς 20 Μαΐου Ἁγίου ἐνδόξου μάρτυρος Θαλλελαίου τοῦ ἰαματικοῦ καὶ ἀναργύρου, τοῦ δι’ ἀποκεφαλισμοῦ τελειωθέντος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε καὶ ἐμεῖς, 18 αἰῶνες μετὰ τὸ ἔνδοξο μαρτύριό του, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, τὸ ἀγωνιστικὸ φρόνημα, τὴν ἀκλόνητη πίστη, ἀλλὰ καὶ τὴν παρρησία νὰ ὁμολογοῦμε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τόσο μέσα ἀπὸ τὶς διαπροσωπικές μας σχέσεις ὅσο καὶ μέσα ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμά μας, ὅπως μὲ τόση πίστη καὶ ἔνθεο ζῆλο ἔπραξε ὁ πολυάθλος καὶ θαυματουργὸς αὐτὸς μάρτυς τοῦ 3ου μ.Χ. αἰώνα.

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

Βιβλιογραφία

  • Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Θαλλελαίου τοῦ ἰαματικοῦ καὶ ἀναργύρου, Ἐκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας, Β΄ Ἔκδοσις, Ἀθῆναι 1996.
  • Γούναρη Γεωργίου Κων., Ἀπὸ τὴν Πολιτεία τῶν Ἁγίων, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γρεβενῶν, Γρεβενὰ 2009.
  • Μηλίτση Γεωργίου Θ., Οἱ Ἅγιοι εἴκοσι Ἀνάργυροι, Τρίκαλα 1997.
  • Φραγκομίχαλου Κωνσταντίνου Ε., Τὸ Ἅγιο Γάλας τῆς Χίου, Μνημεῖο Φύσης, Ἱστορίας καὶ Τέχνης, Ἐκδόσεις Ἄλφα Πί, Χίος 2008.

 

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Η´] «Ὁ πραγματικὸς Χριστιανός, προσπαθώντας νὰ τηρήσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, θὰ κοπιάζει καὶ θὰ γίνει μάρτυρας συνειδήσεως, προκειμένου τὰ συναισθήματα τῆς καρδιᾶς του, οἱ σκέψεις του, ὁ νοῦς του, ἡ θέλησή του κι ὅλη ἡ ὕπαρξή του νὰ χριστοποιηθεῖ».

Μοναχοῦ Ἀρσενίου Βατοπαιδινοῦ
Εἰς τὸν Βίον
τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου [Η´]

Μέρος Α´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Α´] «Καὶ σήμερα ποὺ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει δημοκρατία, οἱ πραγματικὰ εὐσεβεῖς μυστηριωδῶς μισοῦνται καὶ διώκονται»

Μέρος Β´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Β´] «Μία ἀσεβέστατη πρὸς τοὺς θεοὺς θρησκεία, ἡ λεγομένη τῶν Χριστιανῶν, μὲ τὴν παρουσία της σαλεύει τὴν εἰρήνη στὴν κραταιὰ αὐτοκρατορία μας καὶ σέβεται κάποιον Ἰησοῦ, ποὺ κατακρίθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους σὲ σταυρικὸ θάνατο»

 Μέρος Γ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Γ´] «Ἐκεῖ ποὺ οἱ αὐτοκράτορες νόμιζαν ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς θὰ χαθεῖ, χιλιάδες καὶ μυριάδες πιστοὶ ξεφύτρωναν, ἀπὸ τὴν ἔμπρακτη ὁμολογία τῶν μαρτύρων καὶ τὰ θαυμαστὰ γεγονότα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴν μαρτυρία τους».

 Μέρος Δ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Δ´] «Ἂς ξεχάσουμε τὶς πλάνες τῶν εἰδώλων. Ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου εἶναι ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς ἀνάμεσά μας»

Μέρος Ε´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Ε´]

Μέρος ϛ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [ϛ´]

Μέρος Ζ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Ζ´] «Τί παραλογισμός, τί τύφλωση, τί παράνοια εἶναι αὐτή, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖτε νὰ δεχθεῖτε τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία;»

.           Πολλοὶ ἀπὸ τὴν Σύγκλητο ἄλλαξαν γνώμη. Ἡ γυναίκα τοῦ Διοκλητιανοῦ Ἀλεξάνδρα, ἔλεγχε τὸν σύζυγό της πλέον φανερά. Ὁ βασιλιὰς κατέπεσε ψυχικά, πῆρε τὸν Μαξιμιανὸ καὶ τὸν Μαγνέντιο, βγῆκαν ἔξω καὶ τοὺς εἶπε: «Τί θὰ κάνουμε φίλοι μου; Νά, ὅλοι, ἀκόμα καὶ ἡ βασίλισσα πιστεύουν αὐτὸν τὸν μάγο κι ἐγὼ δὲν ξέρω μὲ ποιὰ τιμωρία –μὰ τοὺς θεούς– νὰ τὸν ἐξοντώσω». Ὁ Μαγνέντιος, πιὸ ἔξυπνος ἀπὸ τὸν Μαξιμιανό, εἶπε: «Ἐὰν συνεχίσουμε μὲ τιμωρίες, θὰ εἶναι ἀνώφελο γιά μᾶς καὶ θὰ γεμίσουμε λύπη. Ἔχω πειστεῖ ὅτι ὁποιαδήποτε τιμωρία μὲ βάσανα θὰ προκαλέσει τὸν κόσμο νὰ πιστέψουν ὅλοι στὸν Σταυρωμένο. Καλύτερα νὰ ὁδηγηθεῖ ἀμέσως σὲ θάνατο». Ὁ Μαξιμιανὸς εἶπε: «Πιὸ ἀμείλικτο, αὐστηρὸ καὶ φοβερὸ ἄνδρα στὴν ζωή μου δὲν γνώρισα. Κοίταξε, ἀπάτησε ἀκόμα καὶ τὴν βασίλισσα μὲ τὶς μαγεῖες του, συντάραξε τὴν βασιλεία σου, ἄλλαξε τὴν γνώμη τῆς Συγκλήτου, βάσανα καὶ τιμωρίες ἐξωτερικὲς δὲν τὸν ἀγγίζουν· φόβος τὸν νοῦ του δὲν ταράζει, ὁ θάνατος δὲν συγκλονίζει τὴν ψυχή του, τὰ ἀγαθὰ καὶ οἱ δόξες δὲν τὸν κολακεύουν. Ἐὰν μοῦ ἀκοῦς, μὲ ξίφος κόψε τὸ κεφάλι του, ταυτόχρονα καὶ τὴν ἀναίδειά του».
.           Συμφώνησαν οἱ σύμβουλοι στὰ λεχθέντα καὶ ὁ Διοκλητιανὸς εἶπε νὰ φέρουν τὸν Μάρτυρα. «Ἰδού, γεμάτε ἀπὸ κάθε κακία, πανάθλιε, μὲ τὴν ὀλέθρια ἀναισθησία σου, ἔχασες τὶς ὑπεσχημένες ἀπὸ μένα δωρεές· μὲ τὶς μαγεῖες σου ξεπέρασες ὅλες τὶς τιμωρίες καὶ ὄχι μόνο τράβηξες πλῆθος κόσμου ἀπὸ τὴν ἐξουσία μου, ἀλλὰ κι αὐτὴν τὴν βασίλισσα πλάνεψες καὶ κατέστρεψες τοὺς θεούς μας. Ποιῶν λοιπὸν ἀμοιβῶν εἶσαι ἄξιος; Θὰ σὲ ἀνταμείψουμε μὲ θάνατο γιὰ ὅσα τόλμησες νὰ κάνεις ἐναντίον μας. Κανένας ἄλλος δὲν μᾶς ταλαιπώρησε τόσο ἐπὶ τῆς γῆς». Καὶ διέταξε: «Ὁ Γεώργιος, ὁ μύστης τοῦ Γαλιλαίου, ποὺ ἀθέτησε τοὺς θεοὺς καὶ ἀπάτησε μὲ δόλο τὴν βασίλισσα, νὰ ἀποτμηθεῖ τὸ κεφάλι μαζὶ μὲ αὐτήν».
.           Ἀμέσως οἱ στρατιῶτες τοὺς ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Αὐτοὶ πρόθυμα ἀκολουθοῦσαν καὶ προσεύχονταν σ’ ὅλο τὸν δρόμο. Ἡ βασίλισσα πρόσεχε στὸν οὐρανὸ καὶ τὰ χείλη της διαρκῶς κινοῦνταν φανερὰ σὲ προσευχή. Καὶ ὁ Κύριος τὴν ἄκουσε, δέχθηκε τὴν ἀγάπη, τὸν πόθο της, τὴν καταφρόνηση τῶν γηίνων, τὴν ἀποκοπὴ διὰ ξίφους τῆς κεφαλῆς της καὶ ἐνῶ κάπου κάθησε γιὰ λίγο, ὁ Χριστὸς πῆρε κοντά του –πρὶν τὴν ἀποτομὴ τῆς κεφαλής– τὴν μακαρία ψυχή της.
.           Ὅταν ἔφθασε καὶ ὁ Γεώργιος στὸν τόπο τῆς ἀποτομῆς, ζήτησε λίγο χρόνο καὶ μὲ στεναγμὸ ἀπὸ τὴν καρδιά του, προσευχήθηκε: «Ἐσύ, Κύριε ὁ Θεός μου, ποὺ ὑπάρχεις πρὸ τῶν αἰώνων καὶ στὸν ὁποῖο ἐγὼ ἀπὸ τὴν νεότητά μου κατέφυγα καὶ μοῦ ἔδωσες τὴν δύναμη νὰ ἀγωνιστῶ μέχρι τέλους στὸ μαρτύριό μου, ἄκουσέ με παρακαλῶ καὶ δέξαι μὲ εἰρήνη τὴν ψυχή μου· σῶσε με ἀπὸ τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας ποὺ κατοικοῦν στὸν ἀέρα καὶ συναρίθμησέ με σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν τὸ ὄνομά σου. Συγχώρεσε τοὺς διῶκτες γιὰ ὅσα κακὰ διέπραξαν εἰς βάρος μας καὶ φώτισε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδιᾶς τους, ὥστε νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθειά σου καὶ νὰ καταξιωθοῦν τῆς ἐπουράνιας ζωῆς καὶ τῆς αἰώνιας βασιλείας σου, δοξάζοντας τὴν ἀγαθότητα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τοὺς αἰῶνας, ἀμήν».
.           Ἔτσι προσευχήθηκε καὶ προτείνοντας μὲ εὐχαρίστηση τὸν αὐχένα, ἔκοψαν τὴν ἁγία του κεφαλή, ἡμέρα Παρασκευὴ καὶ ὥρα ἑβδόμη, τὴν 23η τοῦ Ἀπριλίου μηνός. Τὸ ἅγιο Λείψανό του ἀπὸ τὴν Νικομήδεια ἀνεκομίσθη στὴν Διόσπολη τῆς Παλαιστίνης, στὴν πατρίδα τῆς μητέρας του.
.           Ἡ ἔντονη παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, προβληματίζει τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο σχετικὰ μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ θαυμάσια ποὺ συνόδευαν τὸ μαρτύριό του καὶ ἰδιαίτερα γιατί σήμερα δὲν βλέπει κανεὶς τόσο ἔντονα ὑπερφυσικὰ γεγονότα.
.           Ὅποιος μελετᾶ συνεχῶς τὸ Εὐαγγέλιο προσευχόμενος καὶ γνωρίζει ἀληθινὰ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ στὴν γῆ, ἐμβαθύνοντας στὸν βίο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, θὰ θυμηθεῖ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ποὺ εἶπε ὅτι «ὅποιος πιστεύει σ’ ἐμένα, θὰ κάνει ἀκόμη μεγαλύτερα θαύματα ἀπὸ μένα». Πραγματικά, πόσες φορὲς ὁ Κύριος ἔδειξε τὴν θαυμάσια δύναμή Του! Κατ’ ἀρχὰς αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ σύμπαν, ὅλη ἡ κτίση καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος εἶναι σὰν δημιουργία ἕνα θαῦμα. Στὴν συνέχεια, ὅταν ὁ Κύριος περπατοῦσε ἀνάμεσά μας, ἐκτὸς ἀπὸ ἄλλα θαύματα, ἀνέστησε τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου, τὸν γιὸ τῆς χήρας στὴν Ναΐν, τὸν τετραήμερο Λάζαρο. Ἀνέστη στὸ τέλος καὶ ὁ Ἴδιος, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε πεῖ: «Ἐγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν. Οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ’ ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτὴν καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτὴν» (Ἰω. ι´ 17-18).
.           Ποιός ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μιλήσει μὲ τέτοια ἐξουσία ἐναντίον τοῦ θανάτου; Μόνον ὁ Χριστὸς μποροῦσε νὰ πεῖ ὡς πραγματικὸς Θεὸς ὅτι «ἔχω ἐξουσία καὶ νὰ πεθάνω καὶ νὰ ἀναστηθῶ», δείχνοντας ἔμπρακτα σὲ μᾶς ὅτι μὲ τὴν θυσία τῆς ἀγάπης καὶ τῆς δικαιοσύνης ὡς Θεὸς –παρόλο ποὺ ἦταν καὶ ἀνθρωπος– χάρισε οὐσιαστικὰ τὴν νίκη κατὰ τῆς κακίας, κατὰ τοῦ ἰδίου τοῦ θανάτου.
.           Στὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴν ἐναγώνια προσευχή του στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ἔγινε ὁ ἱδρώτας Του σὰν θρόμβοι αἵματος. «Πατέρα –ἔλεγε– ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθη ἀπὸ μένα τὸ ποτήριο αὐτὸ (τοῦ ἀτιμωτικοῦ θανάτου)· πλὴν ὄχι ὅπως θέλω ἐγώ, ἀλλὰ ὅπως θέλεις Ἐσύ». Στὴν τέλεια αὐτὴ αὐταπάρνηση καλεῖ καὶ κάθε πιστό, διότι ὅλοι πρέπει νὰ ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὴν τελειότητα.
.           «Καὶ ὤφθη Ἄγγελος Κυρίου ἐνισχύων Αὐτόν». Καὶ στὸν μιμητὴ τῆς ζωῆς Του, τὸν Ἅγιο Γεώργιο, βλέπουμε νὰ ἐμφανίζεται Ἄγγελος, νὰ τοῦ χαρίζει τὴν ὑγεία, νὰ τὸν ἐνισχύει. Στὸ Βάπτισμα, στὴν Μεταμόρφωση, τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων πρὶν τὴν Σταύρωση, ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ Πατέρα· ἀλλὰ καὶ στὸν Ἅγιο Γεώργιο τὴν ὥρα ποὺ κινδύνευε, μέσα στοὺς ἀφόρητους πόνους, ἡ φωνὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, τοῦ ἔδινε κουράγιο. Καὶ πολλάκις, ὅπως συνέβαινε στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς παρουσιαζόταν καὶ συνομιλοῦσε μαζί τους· αὐτὸ συνέβη καὶ στὸν Ἅγιο Γεώργιο. Ὑπῆρξε πραγματικὰ «σκεῦος ἐκλογῆς» τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου γιὰ νὰ δοξαστεῖ τὸ ὄνομα καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ στὴν γῆ.
.           Ἡ τόσο εὐγενικὴ διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ ἦταν δύσκολο νὰ ἐννοηθεῖ ἀπὸ ἕναν κόσμο ἀγροῖκο, ποὺ ζοῦσε μέσα στοὺς κινδύνους καὶ τοὺς συνεχεῖς πολέμους, ἀπὸ ἕναν κόσμο χωρὶς καμμιὰ παιδεία καὶ ποὺ ταυτόχρονα εἶχε θεοποιήσει τὴν ἡδονὴ τῶν παθῶν, τὸν πόλεμο, τὴν ἴδια τὴν κτίση.
.           Μέσα ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία, ποὺ στὴν πραγματικότητα λατρευόταν ὁ διάβολος, εἶχε ἀναπτυχθεῖ πάρα πολὺ ἡ μαντεία καὶ ἡ μαγεία. Οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων ἐνεργοῦσαν μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ σατανᾶ διάφορα φανταστικὰ γεγονότα, ποὺ ὅμως δὲν ἦταν συνειθισμένα, γι’ αὐτὸ καθηλωνόταν γενικότερα ὁ κόσμος. Προκειμένου ἕνας τέτοιος κόσμος νὰ δεχθεῖ μία τόσο ὑψηλὴ διδασκαλία, ὁ πανάγαθος Θεὸς συγκατέβαινε καὶ γι’ αὐτὸ ἐπιτελοῦσε τόσο μεγάλα θαυμάσια, ὥστε νὰ γίνεται κατανοητὴ ἡ ἀπάτη, νὰ φαίνεται ἡ πραγματικὴ δύναμή Του ἔναντι τῆς φανταστικῆς του ἐχθροῦ, νὰ διδάσκεται ἔμπρακτα ἡ ἀνεξικακία καὶ ἡ ἀγάπη.
.           Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, διαχρονικά, εἶναι πάρα πολὺ ὑψηλή. Θέτει ἀξίες καὶ ἠθικὲς ἀρχὲς δυσθεώρητες γιὰ τοὺς πολλοὺς καὶ ὁ πανάγαθος Θεὸς προκειμένου νὰ βοηθήσει τὴν ἀνθρωπότητα, ἐνίσχυσε ψυχὲς εὐγενικὲς καὶ καθαρὲς σὰν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὥστε μὲ τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ φθάσουν σὲ μεγάλη τελειότητα καὶ νὰ ἐφαρμόσουν τὶς ἐντολὲς τοῦ εὐαγγελίου. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ὕψος αὐτὸ τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἐχθροὺς καὶ ὅλο τὸν κόσμο, ἀπὸ τὴν πονηρία τῶν ἀνθρώπων θεωρεῖται ἀνοησία –ἂν καὶ στὴν πραγματικότητα συμβαίνει τελείως τὸ ἀντίθετο, διότι εἶναι σοφία ποὺ πάνω σ’ αὐτὴν ἔγκειται ἡ τελειότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως– γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος, ἐπειδὴ δύσκολα ἄγγιζε τὸν κόσμο μόνο ἡ διδασκαλία Του, ἐνεργοῦσε τὰ τεράστια θαύματα, ὥστε νὰ συγκινεῖται τὸ πλῆθος, νὰ πιστέψουν καὶ νὰ ἀλλάξουν τελείως τὰ ἤθη.
.           Ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ἡ σαρκικὴ ζωή, εἶναι μέχρι σήμερα θεότητες καὶ ὁ κόσμος εὐκολώτερα ὑποτάσσει τὴν ἀνώτερη ψυχὴ στὰ κατώτερα ἔνστικτα. Παλαιότερα ποὺ εἶχε ἐπικρατήσει ἡ ἀνοησία, ὥστε τὰ ἔνστικτα νὰ τὰ θεοποιήσει κιόλας, δὲν τολμοῦσε κανεὶς νὰ φύγει ἀπὸ τὸ κατεστημένο. Αὐτὸ ἦταν καὶ συνεχίζει νὰ εἶναι τὸ ἔργο τῶν δαιμόνων στὴν γῆ μέσα ἀπὸ ψεύτικες φιλοσοφίες ἀλλὰ καὶ ἀνατολίτικες δοξασίες, ποὺ δυστυχῶς καὶ σήμερα μετὰ ἀπὸ 2000 χρόνια ἀπατοῦν πολλοὺς ἀνθρώπους. Τότε ἔπρεπε νὰ χυθεῖ αἷμα πολύ, ἀπὸ ἁγνὲς καὶ πιστὲς στὸν Θεὸ ὑπάρξεις, γιὰ νὰ τοποθετηθοῦν νέες ἀρχές, πράγμα ποὺ κράτησε πάνω ἀπὸ 300 χρόνια καὶ στοίχισε σὲ μυριάδες ἀνθρώπων τὸν πρόσκαιρο θάνατο. Σήμερα ὅμως ὅλοι αὐτοὶ τιμῶνται σὰν Ἅγιοι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, διότι πρωτοστάτησαν καὶ πέτυχαν τὸν ἀληθινὸ στόχο καὶ σκοπὸ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ποὺ εἶναι ἡ θέωση καὶ ταυτόχρονα ἁγίασαν μὲ τὴν μαρτυρία τους τὴν κτίση, ἔλαβαν δύναμη κατὰ τῶν δαιμόνων καὶ προώθησαν στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ.
.           Σήμερα, ἡ νοησιαρχία συνδεδεμένη μὲ τὴν ὑπερηφάνεια δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαλείψει τὸν σπόρο τῆς Ἀλήθειας ποὺ ὑπάρχει μέσα στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἰδιαίτερα, δὲν μπορεῖ, ὅπου ἡ Ἐκκλησία καλλιεργεῖ αὐτὸν τὸν σπόρο καὶ οἱ ἀξίες ὅσο καὶ νὰ μὴν ἐφαρμόζονται, ἀναγνωρίζονται. Στὴν ἐποχή μας, τὸ μαρτύριο σπάνια εἶναι σωματικό, ἀλλὰ ὁ πραγματικὸς Χριστιανός, προσπαθώντας νὰ τηρήσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, θὰ κοπιάζει καὶ θὰ γίνει μάρτυρας συνειδήσεως, προκειμένου τὰ συναισθήματα τῆς καρδιᾶς του, οἱ σκέψεις του, ὁ νοῦς του, ἡ θέλησή του κι ὅλη ἡ ὕπαρξή του νὰ χριστοποιηθεῖ.
.           Στὴν προσπάθεια αὐτή, μαζὶ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἀνάγνωση, χρειάζεται συμπαράσταση πνευματικῶν Πατέρων ποὺ ἐβίωσαν αὐτὴ τὴν πραγματικότητα ἀπλανῶς.
.           Σήμερα αὐτοὶ σπανίζουν καὶ μυστηριωδῶς ὅσοι ἐμφανίζονται πάντως διώκονται. Ὅμως τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ δὲν σταματάει κι ὅσοι εἰλικρινὰ ποθοῦν τὸν Θεό, καὶ ἀνθρώπους θὰ βροῦν καὶ πολὺ περισσότερο Ἐκεῖνον τὸν Ἴδιο.
.           Οἱ Ἅγιοι ὅμως Μάρτυρες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἐφάρμοζαν διαφορετικὴ διδασκαλία ἀπὸ αὐτὴν τῶν συγχρόνων ἁγίων Πατέρων. Προκειμένου νὰ ὑπομείνουν τὶς θλίψεις τοῦ μαρτυρίου, βίωναν αὐτὰ ποὺ οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας μέχρι σήμερα διδάσκουν. Ὁ Γέροντας Πορφύριος σὲ μία διδασκαλία του λέει: «Ἡ τέλεια ὑπακοὴ στὸν Θεό, ἔστω κι ἂν ὁρισμένα πράγματα φαίνονται δύσκολα καὶ παράλογα, ἡ τέλεια ἐμπιστοσύνη στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, αὐτὴ εἶναι ἡ ἁγία ταπείνωση. Αὐτὴ μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο, τὸν καθιστᾶ θεάνθρωπο». Τί ἄλλο βίωσε ὁ Ἅγιος Γεώργιος; Μπροστὰ στὰ πιὸ δύσκολα καὶ παράλογα μαρτύρια καὶ τὶς θλίψεις, εἶχε μάθει νὰ ἀφήνει τὸν ἑαυτό του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, σὰν στὸν ἴδιο τὸν πατέρα του. Αὐτὸ δείχνει ὅτι γνώριζε νὰ προσεύχεται ἀδιάλειπτα, ὅπως ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» καὶ ταυτόχρονα προσευχόμενος ἔβρισκε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ τὸν ἐνίσχυε σ’ ὅλες τὶς θλίψεις καὶ τὶς ἀνάγκες του καὶ ἡ καρδιά του ἦταν γεμάτη εὐγνωμοσύνη καὶ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό, σύμφωνα μὲ τὸ «ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε». Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς νὰ τί λέει σὲ μία διδασκαλία του: «Ὁ Κύριος νουθετεῖ μὲ τὸ ἔλεός Του τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ δέχεται μὲ εὐγνωμοσύνη τὶς θλίψεις. Ποτέ, σ’ ὅλη μου τὴν ζωή, οὔτε μία φορὰ δὲν γόγγυσα γιὰ τὶς θλίψεις, ἀλλὰ τὰ δεχόμουν ὅλα σὰν φάρμακο ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος μοῦ ἔδωσε νὰ ὑπομένω ἐλαφρὰ τὸν ἀγαθὸ ζυγό Του». Ὁ ἴδιος λέει ὅτι πολλὲς θλίψεις μᾶς περικυκλώνουν καὶ φαίνονται ἀφόρητες στοὺς ἀνθρώπους, γιατί δὲν ἀφήνουν οἱ ἄνθρωποι τὴν γνώμη τους καὶ τὴν θέλησή τους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὥστε ὅ,τι συμβαίνει νὰ τὸ ἀποδέχονται σὰν φάρμακο ἀπὸ τὴν Θεία Πρόνοιά Του.
.           Νὰ γιατί χρειάζεται ἡ συμπαράσταση πνευματικοῦ ἀνθρώπου στὸν ἀγωνιζόμενο. Ὅταν ἡ ψυχὴ βάλλεται ἀπὸ κάθε εἴδους θλίψεις, ὁ ἴδιος ὁ πάσχων ἔχει τὴν αἴσθηση –ποὺ δὲν εἶναι ἀλήθεια– ὅτι ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Δύο πράγματα μποροῦν νὰ τὸν ἐπαναφέρουν: Κατ’ ἀρχὰς ἡ πίστη πρὸς τὸν Θεό, ἀλλὰ ἡ παρουσία, ἡ συμβουλὴ καὶ ἡ παρηγορία τοῦ λόγου ἑνὸς πνευματικοῦ Γέροντα ἢ ἐὰν ὁ ἀγωνιζόμενος εἶναι ἔμπειρος, ἀνακαλεῖ τὴν εἰρήνη καὶ ἐν προσευχῇ μετανοίας –κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἀγωνιζόμενος πρέπει νὰ θεωρεῖ ὅτι πάσχει γιὰ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν τοὺ– προσεύχεται μὲ πόνο καὶ βάθος ταπεινώσεως, ποὺ προκαλεῖ ἡ ἀποδοχὴ ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι αἴτιος τῆς θλίψεως, ἔστω κι ἂν δὲν φαίνεται ὅτι φταίει στὴν συγκεκριμένη περίπτωση, σίγουρα ὅμως ξέρει ὅτι σὲ ἄλλα φταίει καὶ μὲ ἄλλους τρόπους μᾶς παιδεύει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Συνήθως στοὺς ἀρχαρίους πνευματικά, εἶναι πιὸ ἔντονη ἡ ἀνάγκη παρουσίας τοῦ Γέροντα, ἐνῶ στοὺς ἐμπειροτέρους πιὸ λίγο, ἀλλὰ σ’ ὅλους τους ἀνθρώπους ἡ πνευματικὴ ἀναφορά, εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαία.

ΠΗΓΗ: vatopaidi.wordpress.com

, , ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Ζ´] «Τί παραλογισμός, τί τύφλωση, τί παράνοια εἶναι αὐτή, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖτε νὰ δεχθεῖτε τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία;»

Μοναχοῦ Ἀρσενίου Βατοπαιδινοῦ
Εἰς τὸν Βίον
τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου [Ζ´]

Μέρος Α´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Α´] «Καὶ σήμερα ποὺ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει δημοκρατία, οἱ πραγματικὰ εὐσεβεῖς μυστηριωδῶς μισοῦνται καὶ διώκονται»

Μέρος Β´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Β´] «Μία ἀσεβέστατη πρὸς τοὺς θεοὺς θρησκεία, ἡ λεγομένη τῶν Χριστιανῶν, μὲ τὴν παρουσία της σαλεύει τὴν εἰρήνη στὴν κραταιὰ αὐτοκρατορία μας καὶ σέβεται κάποιον Ἰησοῦ, ποὺ κατακρίθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους σὲ σταυρικὸ θάνατο»

 Μέρος Γ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Γ´] «Ἐκεῖ ποὺ οἱ αὐτοκράτορες νόμιζαν ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς θὰ χαθεῖ, χιλιάδες καὶ μυριάδες πιστοὶ ξεφύτρωναν, ἀπὸ τὴν ἔμπρακτη ὁμολογία τῶν μαρτύρων καὶ τὰ θαυμαστὰ γεγονότα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴν μαρτυρία τους».

 Μέρος Δ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Δ´] «Ἂς ξεχάσουμε τὶς πλάνες τῶν εἰδώλων. Ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου εἶναι ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς ἀνάμεσά μας»

Μέρος Ε´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Ε´]

Μέρος ϛ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [ϛ´]

.             Ἔμαθε καὶ πάλι ὁ βασιλιὰς ὅτι ὁ Γεώργιος στὴν φυλακὴ εἶναι τελείως ὑγιὴς καὶ χαρούμενος καὶ ἔμεινε ἄναυδος γεμάτος ταραχὴ καὶ σύγχυση. Αἰσθανόταν ὅτι τὰ γεγονότα ἦταν ἡ συμφορά του καὶ δὲν γνώριζε μὲ ποιὸ τρόπο ἢ τιμωρία θὰ μποροῦσε ἐπιτέλους νὰ τὸν ἐξοντώσει, ἐφ᾽ ὅσον τὰ συμβάντα ξεπερνοῦσαν τὰ ἀνθρώπινα. Ἀγωνία, φόβος καὶ θυμὸς τὸν κατέλαβαν. Ἔνιωθε τὴν παρουσία τοῦ Μάρτυρα νὰ γίνεται δήμιος της ζωῆς του. Βρίζοντας, ἔδωσε διαταγὴ νὰ τὸν φέρουν καὶ πάλι μπροστά του.
.             Ἡ διαταγὴ ἐκτελέστηκε καὶ ὁ Γεώργιος ὁδηγεῖται δέσμιος μπροστὰ στὸν αὐτοκράτορα, ἀλλὰ γιὰ ὅποιον πρόσεχε τὴν ψυχική του κατάσταση καταλάβαινε ὅτι ὑπῆρχε κάτι ἀκατανόητο σὲ σχέση μὲ τὰ γεγονότα. Πήγαινε πάλι σὲ κριτήριο, σὲ ὕβρεις, σὲ τιμωρίες καὶ θάνατο, ἀλλὰ ὅμως καμμιὰ ταραχὴ ἢ ἀνησυχία διακρινόταν στὰ μάτια του. Χαμογελοῦσε σὰν νὰ γνώριζε τί θὰ συμβεῖ. Φαινόταν νὰ πηγαίνει σὲ γιορτὴ καὶ χαρὰ παρὰ σὲ κριτήριο ποὺ θὰ ἔβγαζε σίγουρα ἀπόφαση θανάτου. Καὶ ἀκολούθησε ὁ ἑξῆς διάλογος:
.            Ὁ βασιλιάς: «Μέχρι πότε θὰ ὑπερηφανεύεσαι γιὰ τὶς ραδιουργίες σου καὶ δὲν ἀλλάζεις γνώμη»;
.             Καὶ ὁ Ἅγιος: «Ἕως ὅτου ὑπάρχει ἡ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ψυχὴ στὸ σῶμα μου, δὲν θὰ σταματήσω νὰ ἐλέγχω τὴν ἀσέβειά σου. Μὴν ἀναβάλλεις, κάνε γρήγορα, γιατί δὲν θὰ ἔχεις μικρὸ ἀγώνα. Ἀγωνίζεσαι μὲ μένα ποὺ ἀγαπῶ τὸν Θεὸ καὶ ὁ ἀγώνας αὐτὸς εἶναι κατὰ τοῦ κεφαλιοῦ σου καὶ τῶν κατάπτυστων θεῶν σου».
.             Αὐτὰ τὰ λόγια, προκάλεσαν ἔκρηξη θυμοῦ στὸν τύραννο καὶ ἀπάντησε: «Λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ βγάλω τὴν ψυχή σου ἀπὸ τὸ σῶμα σου γρήγορα, γιὰ νὰ ἀπαλλαγῶ μεμιᾶς ἀπὸ τὸν ἀγώνα ἐναντίον σου καὶ νὰ ἔχω ἐπιτέλους καὶ γαλήνια ζωή»; Καὶ ἡ διαταγὴ ἦταν νὰ διχοτομηθεῖ μὲ πριόνι.
.             Οἱ δήμιοι μὲ λύσσα ἔφεραν σανίδες καὶ μὲ δύναμη τὸν πίεσαν γιὰ νὰ τοῦ κόψουν τὸ κεφάλι, ἀλλὰ ὁ ἡγεμόνας Δαδιανὸς σηκώθηκε ἀπὸ τὴν καθέδρα καὶ εἶπε: «Παρακαλῶ, ἀθάνατε καὶ μέγιστε βασιλεῦ, δὲν πρέπει νὰ πεθάνει τόσο σύντομα ὁ δυσσεβῆς αὐτὸς ἐδῶ. Καλύτερα νὰ τὸν λύσουν καὶ νὰ τὸν πετάξουν σὲ καζάνι μὲ λιωμένο μολύβι· νὰ συνεχίζει ὅμως ἀπὸ κάτω νὰ καίει ἡ φλόγα μέχρι νὰ λιώσουν κι αὐτὰ τὰ κόκκαλά του». Δέχθηκε ὁ βασιλιὰς τὸ αἴτημά του καὶ ἀφοῦ τὸν ἔλυσαν, ἑτοίμασαν τὴν τιμωρία.
.             Ὅταν τὸ μολύβι ἔβραζε σὰν ὑγρό, τὸν ἔδεσαν οἱ δήμιοι μὲ χειροπέδες καὶ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν πετάξουν στὸ καζάνι μὲ τὸ μολύβι. Ἐμποδίζονταν ὅμως ἀπὸ τὴν δυνατὴ φλόγα. Ὁ Μάρτυρας μόλις τοὺς εἶδε νὰ ἀποροῦν καὶ νὰ δυσκολεύονται εἶπε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Ἐσὺ ποὺ δημιούργησες τὸν σύμπαντα κόσμο καὶ φύλαξες ἀκατάφλεκτους στὸ καμίνι τοὺς ὁσίους Παῖδες, κι ἔμενα ἂν καὶ ἀνάξιο φύλαξέ με ἀβλαβῆ».
.             Οἱ χειροπέδες ἔπεσαν, ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ πήδησε μόνος μέσα στὸ καζάνι μὲ θάρρος, ὅπως πέφτει κανεὶς σὲ νερὸ κατὰ τὴν ὥρα τοῦ καύσωνα. Γιὰ τὴν πίστη του αὐτή, ἄνεση παρὰ τιμωρία ἔγινε γι’ αὐτὸν τὸ μαρτύριο, γιατί ὁ Κύριος ἔδειχνε ποιὰ εἶναι ἡ πραγματικὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ Του στὰ μέλη αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀθλητῆ τῆς εὐσεβείας. Ὁ Γεώργιος δοξολογοῦσε μέσα στὶς φλόγες τὸν Κύριο. Ὅσοι ὅμως ἦταν κοντὰ στὴν φωτιά, ἔπαθαν σοβαρὰ ἐγκαύματα ἀπὸ τὸ μολύβι ποὺ τινάχθηκε. Καὶ πάλι ἔκσταση καὶ φόβος στοὺς γύρω, ἐνῶ ταυτόχρονα δυνατὴ βροχὴ ἔσβηνε τὴν φωτιὰ καὶ ἔκανε τοὺς πάντες νὰ φύγουν.
.             Μόνος ἔμεινε καὶ πάλι ἐλεύθερος γυρνώντας στοὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες τῆς πόλεως. Περισσότερο μὲ τὴν παρουσία του καὶ λιγότερο μὲ τὰ λόγια του, ἔπειθε τοὺς πάντες –παρόλους τοὺς διωγμούς– νὰ γίνονται Χριστιανοί. Τὰ θαύματα ποὺ γίνονταν ἀνάμεσα στὸ πλῆθος ποὺ τὸν προσήγγιζε ἦσαν πολλὰ καὶ ἐκπληρωνόταν σ’ αὐτὸν τὸ ρητὸ τῆς Σοφίας: «Ἡ Σοφία στὶς διεξόδους τῶν δρόμων ὑμνεῖται καὶ στὶς πλατεῖες ὁ σοφὸς μὲ παρρησία συμπεριφέρεται».
.             Ἔτσι, τὸ μαρτύριο τοῦ Διοκλητιανοῦ συνεχιζόταν καὶ διέταξε καὶ πάλι νὰ τὸν συλλάβουν. Αὐτὸς ὁ «ἀθάνατος» καὶ «ἀήττητος», ὅπως τοῦ ἄρεσε νὰ τὸν ἀποκαλοῦν, πολεμοῦσε νὰ θανατώσει κάποιον ποὺ πέρασε τόσες πολλὲς φορὲς μέσα ἀπὸ τὸν θάνατο, χωρὶς νὰ πάθει τίποτε καὶ ταυτόχρονα τὸ ὅτι πολεμάει μὲ κάποια ξένη ὑπερφυσικὴ δύναμη ποὺ συμμαχοῦσε μὲ τὸν Γεώργιο, τὸν εἶχε καταβάλει τελείως. Οἱ καθημερινὲς ὑποθέσεις τῆς δημόσιας διοίκησης ἦταν πολλὲς καὶ ἡ θλίψη ὅτι νικιέται συνεχῶς ἀπὸ ἕνα νεαρὸ τελείως ἄοπλο, αὐτὸς ὁ «ἀήττητος», σούβλιζαν ἐσωτερικὰ τὴν ὕπαρξή του.
.             Ὅταν ὁ Γεώργιος βρέθηκε καὶ πάλι δεμένος μπροστά του, τὸ βλέμμα τοῦ Διοκλητιανοῦ ἦταν τελείως ἀνήσυχο, ταραγμένο καὶ σκοτεινό, ἀβυσσαλέο ἀπὸ ὀργή, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ κορέσει τὸ μίσος ποὺ κατοικοῦσε στὴν ψυχή του. «Ὅπως φαίνεται –τοῦ εἶπε– ἐπειδὴ ἀσχολοῦμαι πολὺ μὲ τὶς δημόσιες ὑποθέσεις, ἐσὺ νόμισες, ὅτι ἐπιμελούμενος ἄλλα πράγματα, δὲν ἔχω τὴν δυνατότητα νὰ σὲ ἐξαφανίσω ἀπὸ τὴν γῆ. Περιέρχεσαι λοιπὸν καὶ μᾶς διασύρεις καὶ πείθεις τοὺς ἀφελεῖς νὰ ἀφήσουν τὴν πίστη τῶν ἀθανάτων θεῶν καὶ νὰ πιστέψουν σ’ ἕναν Σταυρωμένο· ἐγὼ ὅμως θὰ περιποιηθῶ ἀμέσως τὴν αὐθάδειά σου». Διέταξε νὰ τὸν ρίξουν κάτω, νὰ τοποθετήσουν κάρβουνα στὸ κεφάλι του, μετὰ νὰ τὸν κρεμάσουν σὲ ξύλο καὶ νὰ ξύνουν μὲ σιδερένια νύχια τὸ σῶμα του. Καὶ ἐνῶ ἤδη φαίνονταν τὰ σπλάγχνα καὶ τὰ κόκκαλα τοῦ σώματός του, διέταξε μὲ δαδιὰ ἀναμμένα νὰ κάψουν τὸ σῶμα του. Κι ἐνῶ τὰ βασανιστήρια κρατοῦσαν γιὰ πολλὴ ὥρα, ὁ νοῦς τοῦ Μάρτυρα βρισκόταν μὲ προσευχὴ μέσα στὴν καρδιά του καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο τὸν ἀνακούφιζε, ὥστε οὔτε ἀναστεναγμὸς δὲν ἀκουγόταν. Σὲ κάποια στιγμὴ θεωρήθηκε καὶ πάλι ἀπὸ ὅλους νεκρός. Δόθηκε διαταγὴ νὰ βάλουν ὅ,τι ἀπέμεινε σὲ ἕνα κοφίνι καὶ νὰ τὸν πετάξουν στὸ βουνὸ ποὺ λεγόταν «Ἥλικας», ὥστε νὰ μὴ βροῦν τίποτε ἀπὸ τὸ λείψανό του οἱ Χριστιανοί.
.             Αὐτὸ ἔγινε· καὶ καθὼς οἱ στρατιῶτες γυρνοῦσαν ἀπὸ τὸ ὄρος, ἔγινε σεισμὸς καὶ βροχή. Πλύθηκαν καὶ θεραπεύθηκαν οἱ πληγὲς τοῦ Μάρτυρα κι ἀκούστηκε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ποὺ ἔλεγε: «Νὰ εἶσαι ἀνδρεῖος, Γεώργιε, Ἐγὼ εἶμαι μαζί σου». Σὰν ἀπὸ ὕπνο ξύπνησε ὑγιέστατος καὶ μὲ ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός του ἄρτια· εὐχαρίστησε θερμὰ τὸν Χριστὸ καὶ μὲ θάρρος καὶ σπουδὴ κατέβηκε στὴν πόλη κι ἔφθασε στὰ ἀνάκτορα. Οἱ στρατιῶτες, ποὺ τὸν εἶχαν μεταφέρει, τὸν γνώρισαν. Ἔκθαμβοι διηγοῦνταν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο τὰ γεγονότα καὶ πίστευαν ὅλο καὶ περισσότεροι. Ὁ Διοκλητιανός, γιὰ νὰ σταματήσει τὰ γεγονότα, διέταξε ἀμέσως νὰ θανατωθοῦν ἔξω στὸ βουνό, ὅσοι κατ’ ἐκείνη τὴν ὥρα πίστεψαν, πράγμα ποὺ ἔγινε καὶ ἀναδείχθηκαν μάρτυρες.
.             Ὁ Γεώργιος καὶ πάλι συλλαμβάνεται. Ὁ Μαγνέντιος εἶπε στὸν βασιλιά: «Εἶναι πολὺ πείσμονες οἱ Χριστιανοί. Προσπάθησε καλύτερα, μὲ ἠπιότητα, κολακεῖες καὶ δῶρα νὰ τὸν πάρεις μὲ τὸ μέρος σου». Ὁ Γεώργιος μυστικὰ προσευχόταν. Ὁ βασιλιὰς ἄλλαξε τακτική: «Μὰ τὸν βασιλιὰ ἥλιο, τοῦ εἶπε, καὶ ὅλους τοὺς θεούς, ἐὰν πεισθεῖς σὲ μένα καὶ θυσιάσεις στοὺς θεούς, θὰ σὲ δοξάσω ὑπέρμετρα σ’ ὅλη τὴν γῆ, θὰ σὲ κάνω συμβασιλέα, γιατί σ’ ἔχω ἐκτιμήσει βαθύτατα καὶ δὲν θέλω νὰ χαθεῖς».
.             «Ἐὰν εἶχα σκοπὸ νὰ ὑποχωρήσω σ’ αὐτὲς τὶς μάταιες ὑποσχέσεις σου, δὲν θὰ ἔδινα τὸν ἑαυτό μου σὲ μύριους θανάτους. Τώρα μετὰ ἀπὸ τόσα βάσανα καὶ τιμωρίες ποὺ ἔπαθα μπροστὰ σ’ ὅλη τὴν Σύγκλητο, νομίζεις ἀνόητα ὅτι θ’ ἀφήσω τὴν πίστη μου; Καὶ γιατί ἔχω ὑποστεῖ τέτοια ἀτιμία, ἂν εἶχα σκοπὸ νὰ πεισθῶ στὶς κολακεῖες σου;».
.             «Ἐπειδὴ τώρα σοῦ συμπεριφέρομαι σὰν πατέρας, ὅπως βλέπεις, ἂς εἶσαι χαριστικὸς πρὸς ἐμένα, σὰν στὸν πατέρα σου, καὶ ξέχασέ τα ὅλα. Ὁρκίζομαι στοὺς θεοὺς ὅτι μὲ μεγάλα ἀξιώματα, δόξα καὶ πλούτη θὰ σὲ τιμήσω· μόνο θυσίασε στοὺς θεούς».
.             «Ἐπειδὴ βασιλεῦ, βλέπω τὴν τόσο καλή σου γιὰ μένα διάθεση, θὰ κάνω κι ἐγὼ ὅτι ἐπιθυμεῖς. Θὰ ἦταν ἀγνωμοσύνη νὰ ἀθετήσω τέτοια φιλία· ἂς πᾶμε γρήγορα στοὺς θεούς».
.             Ὁ βασιλιὰς τινάχθηκε ἀγαλλόμενος, ἀγκάλιασε τὸν Γεώργιο καὶ μὲ πασίχαρη φωνὴ εἶπε δυνατά: «Ἂς εὐφρανθοῦν οἱ θεοί· ἀγαλλιᾶσθε ἄνθρωποι· δέξου Ἀπόλλον αὐτὸν ποὺ σὲ παρόργισε τόσο πολύ, τώρα δὲ μετανόησε γνήσια καὶ ἐπιστρέφει σὲ σένα». Αὐτὰ εἶπε καὶ ἔδωσε διαταγὲς νὰ μαζευτεῖ στὸ ἱερὸ ὅλη ἡ Σύγκλητος, τὰ πιὸ τιμημένα στρατεύματα καὶ οἱ κήρυκες νὰ γυρίζουν στοὺς δρόμους φωνάζοντας σ’ ὅλη τὴν πόλη ὅτι: «Ὁ τοῦ Γαλιλαίου πρώην πιστὸς Γεώργιος, πηγαίνει στὸν μεγάλο Ἀπόλλωνα νὰ θυσιάσει».
.             Οἱ Χριστιανοὶ γεύθηκαν ἀπερίγραπτη θλίψη καὶ πένθος, οἱ εἰδωλολάτρες γέμισαν ἀπὸ χαρά. Βγῆκαν παράφορα στοὺς δρόμους καὶ φώναζαν: «Ὁ Ἀπόλλων νίκησε! Βασίλευε στοὺς αἰῶνες αὐτοκράτορ, Διοκλητιανέ! Ζήτω ἡ αὐτοκρατορία τῶν Ρωμαίων! Μεγάλοι οἱ θεοὶ τοῦ βασιλιᾶ!».
.             Μπῆκαν μέσα στὸν ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνα. Ἔγινε σχεδὸν νεκρικὴ σιγὴ καὶ ὁ Γεώργιος προχώρησε μόνος μπροστά, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἀπόλλωνα. Τὰ πλήθη παρατηροῦσαν μὲ κομμένη τὴν ἀναπνοὴ καὶ ὁ Γεώργιος εἶπε στὸ ἄγαλμα κοιτώντας σταθερὰ πρὸς αὐτό: «Ἐσὺ εἶσαι Θεὸς καὶ ἐσένα πρέπει νὰ σέβονται οἱ ἄνθρωποι»; Καὶ ἀμέσως τὸ δαιμόνιο ποὺ κρυβόταν πίσω ἀπὸ τὸ ἄγαλμα, καιγόμενο ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶπε: «Δὲν εἶμαι ἐγὼ Θεὸς καὶ κανένας δικός μου. Ἕνας εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Υἱός Του εἶναι ὁ Χριστός, διὰ τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα. Ἐμεῖς ἤμαστε πρὶν ἄγγελοί του καὶ τώρα σὰν ἀποστάτες γίναμε δαίμονες καὶ κοροϊδεύουμε τοὺς ἀνθρώπους νὰ μᾶς λατρεύουν σὰν θεούς». Τὰ πλήθη ἔμειναν ἔκθαμβα καὶ ὁ Μάρτυρας εἶπε: «Καὶ ἐφ᾽ ὅσον δὲν εἶστε θεοί, γιατί σφετερίζεστε τιμὴ ποὺ δὲν σᾶς ἀνήκει καὶ κοροϊδεύετε τοὺς ἀνθρώπους νὰ σᾶς θεωροῦν θεούς; Καὶ πῶς τολμᾶτε τώρα νὰ μένετε ἐδῶ, ἐφ᾽ ὅσον μπροστά σας στέκομαι ἐγώ, ποὺ ἔχω ὀνομαστεῖ δοῦλος Θεοῦ καὶ μέσα μου κατοικεῖ ὁ Χριστός, ὁ τῶν ὅλων Θεός»;
.             Ταραχὴ μεγάλη καὶ φοβισμένες δαιμονικὲς φωνὲς ἀκούστηκαν καὶ σὰν καπνὸς ἔφευγαν ἀπὸ τὸν ναό. Μετὰ ὁ Γεώργιος σταύρωσε τὰ ἀγάλματα, ποὺ ἔπεσαν πάραυτα καὶ συντρίφθηκαν. Ὁ βασιλιὰς ἔμεινε ἐμβρόντητος. Οἱ ἱερεῖς ὅμως τῶν εἰδώλων ἅρπαξαν σὰν λύκοι τὸν Μάρτυρα: «Σκότωσέ τον, βασιλιά, σκότωσε τὸν μάγο· καθόλου μὴν τὸν λυπᾶσαι, γιατί μὲ τὶς μαγεῖες του ἐξαπάτησε τόσο κόσμο καὶ τώρα σύντριψε καὶ τοὺς θεούς». Καὶ ὁ βασιλιὰς ἀπὸ τὴν ντροπὴ καὶ τὰ γεγονότα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς φωνὲς τῶν ἱερέων, ἔγινε ἔξαλλος: «Βρωμερὸ κεφάλι καὶ ἀπὸ κάθε ραδιουργία γεμάτο –εἶπε– δὲν συμφώνησες νὰ θυσιάσεις στὸν μεγάλο θεὸ Ἀπόλλωνα»; Καὶ ὁ Ἅγιος εἶπε: «Τέτοιους θεούς, ποὺ μὲ ἕνα λόγο συντρίβονται στὸ ἔδαφος, δὲν ντρέπεσαι νὰ τοὺς ὀνομάζεις θεούς; Δὲν καταλαβαίνεις ὅτι θυσίασα τοὺς θεούς σου στὸν ἐπουράνιο Θεό μου; Γιατί δὲν πείθεσαι τουλάχιστον στὸν θεό σας, ποὺ μαρτύρησε ὅτι εἶναι δαίμονες, ἀποστάτες ποὺ σᾶς ἐξαπατοῦν, γιὰ νὰ γίνεις φίλος Θεοῦ; Τί παραλογισμός, τί τύφλωση, τί παράνοια εἶναι αὐτή, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖτε νὰ δεχθεῖτε τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία; Ἂν σοῦ ἔχουν μείνει ἀκόμα τίποτε ξόανα, δεῖξέ μου πόσα καὶ ποῦ εἶναι καὶ μὴν ἔχεις φροντίδα· θὰ τὸ φροντίσω ἐγώ».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Η´] «Ὁ πραγματικὸς Χριστιανός, προσπαθώντας νὰ τηρήσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, θὰ κοπιάζει καὶ θὰ γίνει μάρτυρας συνειδήσεως, προκειμένου τὰ συναισθήματα τῆς καρδιᾶς του, οἱ σκέψεις του, ὁ νοῦς του, ἡ θέλησή του κι ὅλη ἡ ὕπαρξή του νὰ χριστοποιηθεῖ».

, , ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [ϛ´]

Μοναχοῦ Ἀρσενίου Βατοπαιδινοῦ
Εἰς τὸν Βίον
τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου [ϛ´]

Μέρος Α´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Α´] «Καὶ σήμερα ποὺ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει δημοκρατία, οἱ πραγματικὰ εὐσεβεῖς μυστηριωδῶς μισοῦνται καὶ διώκονται»

Μέρος Β´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Β´] «Μία ἀσεβέστατη πρὸς τοὺς θεοὺς θρησκεία, ἡ λεγομένη τῶν Χριστιανῶν, μὲ τὴν παρουσία της σαλεύει τὴν εἰρήνη στὴν κραταιὰ αὐτοκρατορία μας καὶ σέβεται κάποιον Ἰησοῦ, ποὺ κατακρίθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους σὲ σταυρικὸ θάνατο»

 Μέρος Γ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Γ´] «Ἐκεῖ ποὺ οἱ αὐτοκράτορες νόμιζαν ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς θὰ χαθεῖ, χιλιάδες καὶ μυριάδες πιστοὶ ξεφύτρωναν, ἀπὸ τὴν ἔμπρακτη ὁμολογία τῶν μαρτύρων καὶ τὰ θαυμαστὰ γεγονότα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴν μαρτυρία τους».

 Μέρος Δ´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Δ´] «Ἂς ξεχάσουμε τὶς πλάνες τῶν εἰδώλων. Ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου εἶναι ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς ἀνάμεσά μας»

Μέρος Ε´: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Ε´]

.                 Ὁ Γλυκέριος δάκρυσε καὶ ἀμέσως ζήτησε μὲ προσευχὴ τὴν δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ἐπικαλούμενος τὶς προσευχὲς τοῦ Γεώργιου κι ἄκουσε φωνὴ ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Ἔλα, Γλυκέριε, κοντά μου μὲ χαρά· μοῦ εἶσαι ἀγαπητὸς καὶ χρήσιμος». Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μαρτύρησε.
.                 Τὰ θαυμαστὰ γεγονότα συνέχιζαν νὰ συμβαίνουν στὴν φυλακὴ συνεχῶς, ὥστε νὰ πληθαίνουν οἱ πιστοί. Ὁ Διοκλητιανός, ποὺ πίστευε ὅτι μὲ τὸν διωγμὸ θὰ ἐξαφανίσει τοὺς πιστοὺς καὶ τὴν Ἐκκλησία, βλέποντας ἀντίθετα ἀποτελέσματα μὲ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ Γεωργίου, ἔπεσε σὲ μελαγχολία καὶ γεμάτος μανία διέταξε νὰ πυρωθεῖ ἕνα χάλκινο κρεβάτι καὶ νὰ ἁπλώσουν δέσμιο τὸν Γεώργιο πάνω σ’ αὐτό. Κι ἐνῶ ἤδη ἄρχισαν νὰ δαπανῶνται οἱ σάρκες του, ὁ Γεώργιος ἔχοντας τὴν πείρα τῆς ἀπερίγραπτης προστασίας τοῦ Κυρίου, ζητοῦσε μὲ προσευχὴ τὴν ἀνίκητή του Χριστοῦ συμμαχία, ποὺ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν θλίψεών του ἔσπευσε καὶ γέμισε τὴν καρδιά του μὲ παρηγοριά, τὴν φωτιὰ τὴν ἔκανε δροσιά, τὶς ἁλυσίδες τὶς ἔσπασε καὶ τὸν Γεώργιο τὸν παρέστησε τελείως ὑγιῆ.
.             Τέτοια ἀπερίγραπτα σὲ μεγαλοσύνη γεγονότα, διαβάζουμε στοὺς βίους τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπως τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Παύλου κ.ἄ. Θαυμάζει ὅμως κανεὶς τὴν πόρωση καὶ τὸν σκοτισμὸ τοῦ ἡγεμόνα. Καὶ μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου στὸ Εὐαγγέλιο, ὅταν ὁ πλούσιος μέσα ἀπὸ τὶς τιμωρίες παρακαλοῦσε νὰ στείλει ὁ Θεὸς τὸν Λάζαρο στοὺς ζωντανοὺς συγγενεῖς του, ὁ Πατριάρχης Ἀβραὰμ τοῦ εἶπε: «Ἔχουν τὸν Μωυσῆ καὶ τοὺς Προφῆτες· ἂν δὲν ἀκούσουν σ’ αὐτούς, οὔτε καὶ νεκρὸ ἂν δοῦν ἀναστημένο θὰ πιστέψουν».
.             Ὁ Διοκλητιανὸς θεώρησε μαγεία τὸ γεγονὸς καὶ ὁ Μαξιμιανὸς ζήτησε νὰ ποτίσουν τὸν Γεώργιο, λιωμένο σὲ μεγάλη θερμοκρασία μολύβι «γιὰ νὰ δοῦμε –εἶπε– ἂν μπορεῖ νὰ νικήσει τὴν ἐσωτερικὴ φλόγα, ὅπως νίκησε τὴν ἔξω». Ὅμως καὶ πάλι τίποτε δὲν συνέβη στὸν Γεώργιο καὶ ἡ ἀπορία μὲ τὸν θυμό, κατέκαιγαν τοὺς ἡγεμόνες.
.             Τοῦ ἔδεσαν μία πέτρα στὸν λαιμό, τὸν κρέμασαν ἀνάποδα σὲ ξύλο, ἄναψαν φωτιὰ καὶ τὸν κάπνιζαν μέχρι τὸ βράδυ ποὺ τὸν ἔκλεισαν πάλι στὴν φυλακή.
.             Τὴν ἑπομένη, τὸν ἔρριξαν σὲ ἕνα φοβερὸ χαλκούργημα, ὅπου κυριολεκτικὰ κατακόπηκε τὸ σῶμα του ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν σπαθιῶν καὶ μαχαιριῶν ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ. Σ’ αὐτὴ τὴν φρικτὴ κατάσταση ἔθεσαν σὲ λεκάνη πλέον τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου καὶ τὸν ἔκλεισαν πάλι στὴν φυλακή. Τὴν νύκτα ὅμως αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ σαρκωθεὶς Χριστός, μέσα σὲ φῶς οὐράνιας δόξας, στάθηκε δίπλα του καὶ τοῦ εἶπε: «Ἔχε θάρρος Γεώργιε! Δὲν ἔφθασε ὁ καιρὸς τῆς μεταστάσεώς σου. Πρέπει νὰ ἀνταγωνιστεῖς ἀκόμη τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς, μέχρι νὰ καταβάλεις τὴν ἀσέβειά τους. Καὶ πολλὰ πλήθη πιστῶν θὰ μοῦ προσφέρεις· καὶ μετὰ θὰ σὲ πάρω κοντά μου· θὰ σὲ ἐνδύσω μὲ τὴν στολὴ τῆς ἀφθαρσίας καὶ θὰ κατακοσμήσω τὸ κεφάλι σου μὲ ὁλόφωτο δοξασμένο στεφάνι τῆς δικῆς μου βασιλείας».
.             Ἡ παράδοξη αὐτὴ παρουσία τοῦ Κυρίου, τοῦ χάρισε αὐτομάτως πλήρη ὑγεία, τοῦ ἔδωσε εὐεξία καὶ χαρὰ ὑπερβάλλουσα, εἶδε φανερὰ μπροστά του μέσα στὸ γλυκύτατο φῶς σὰν ἀστραπή, τὸν Κύριο καὶ ἄκουσε τὰ γεμάτα γλυκύτητα λόγια Του, ἔγινε κοινωνὸς τῆς δόξας ποὺ τοῦ ὑποσχέθηκε, προσέπεσε στὰ πόδια Του εὐχαριστώντας μὲ δάκρυα τὴν τόση πολλὴ πατρικὴ προστασία Του. Ὁ Κύριος ὅμως γεμάτος ἀγάπη τὸν ἀνασήκωσε, τὸν εὐλόγησε μὲ τὸ δεξί Του χέρι καὶ τοῦ εἶπε: «Ἔχε ἀνδρεία Γεώργιε· νίκησε μέχρι τέλους τὴν μανία τῶν βασιλέων». Αὐτὰ εἶπε καὶ ἐξαφανίστηκε. Ὁ μάρτυς ὅμως μέσα στὴν φυλακή, ἦταν ὅλος μέσα στὸ φῶς καὶ στὴν χαρὰ καὶ ἡ ἀγαλλίαση ποὺ τοῦ ἄφησε ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ἦταν ἀνέκφραστη.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Ζ´] «Τί παραλογισμός, τί τύφλωση, τί παράνοια εἶναι αὐτή, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖτε νὰ δεχθεῖτε τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία;»

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΗΛΙΑΣ TΣΕΤΒΕΡΟΥΧΙΝ (†16 Φεβρ. 1934) ΚΑΙ Η ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΑ «Ξέρεις, ἡ καρδιά μου φλέγεται ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό. Νομίζω ὅτι ἦλθα ἐδῶ γιὰ νὰ καταλάβω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως τίποτε καλύτερο, τίποτε πιὸ θαυμαστὸ ἀπὸ Αὐτόν. Θὰ ἤθελα νὰ πεθάνω γι᾽ Αὐτόν!»

Ο ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΗΛΙΑΣ TΣΕΤΒΕΡΟΥΧΙΝ (†16 Φεβρ. 1934)
ΚΑΙ Η ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΑ
[1]

Περ. «Ἁγιορειτικὴ Μαρτυρία»
Τριμηνιαία ἔκδοσις Ἱ. Μονῆς Ξηροποτάμου
ἀρ. τ. 18, Ἀπρίλιος 1995

.               Ἡ ζωὴ τοῦ π. Ἠλία εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴ ζωὴ τῆς ἐναρέτου συζύγου, ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἡ ὁποία μοιράστηκε μαζί του ὅλες τὶς λύπες καὶ τὶς χαρές. Ἡ Εὐγενία ἦταν μία πολὺ εὐσεβὴς κόρη ποὺ σκεπτόταν νὰ γίνη μοναχή, ἀλλὰ μὲ τὴ συμβουλὴ τοῦ Γέροντος Βαρνάβα τῆς Σκήτης τῆς Γεθσημανῆ, ἄρχισε νὰ ἀναζητᾶ ἕναν εὐσεβῆ σύζυγο. Οἱ γονεῖς τοῦ Ἠλία εἶχαν μεγάλα σχέδια γιὰ τὸν γυιό τους, ἐπειδὴ ἦταν ἕνας λαμπρὸς φοιτητὴς στὸ Πανεπιστήμιο. Ὅταν ὅμως γνώρισε τὴν Εὐγενία, ἄρχισαν καὶ οἱ δύο νὰ μελετοῦν μὲ πόθο πνευματικὰ βιβλία. Ἐγκατέλειψε τὸ Πανεπιστήμιο καὶ μία δελεαστικὴ καριέρα καὶ εἰσῆλθε στὸ ἱερατικὸ Σεμινάριο τοῦ Ἁγίου Σεργίου τῆς Λαύρας τῆς Ἁγίας Τριάδος.
.              Ἡ οἰκογένεια τῆς Εὐγενίας ζοῦσε ὑπὸ τὴν καθοδήγηση ἁγίων Γερόντων. Ἡ μητέρα της γνώριζε πολλοὺς Γέροντες καὶ συχνά τους ἐπισκεπτόταν. Βλέποντας αὐτὸ ὁ Ἠλίας Νικολάγιεβιτς θέλησε νὰ ἔχη καὶ αὐτὸς ἕνα Γέροντα, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν καθοδηγοῦσε. Ἡ Εὐγενία τοῦ συνέστησε νὰ πάη στὴ Σκήτη τῆς Γεσθημανῆ, στὸν Γέροντα Βαρνάβα. Τὴν ἄλλη μέρα ὁ νεαρὸς ἱεροσπουδαστὴς πῆγε στὸν Γέροντα.
.               Ὁ Γέροντας τὸν δέχθηκε μὲ εὐγένεια, τὸν ἔβαλε νὰ καθίση, τοῦ ἔφερε σαμοβάρι καὶ τοῦ ἔδωσε νὰ πιῆ τσάι, ἐνῶ συνεχῶς τοῦ ἔλεγε καθὼς τὸν κτυποῦσε χαϊδευτικὰ στὸ κεφάλι: «Εἶσαι ὁ μάρτυράς μου! Εἶσαι ὁ ὁμολογητής μου!». Μετὰ τοῦ ἔδωσε μερικὲς συμβουλὲς καὶ τὸν ἄφησε νὰ φύγη.
.               Ὁ ἱεροσπουδαστὴς γύρισε χαρούμενος στὸν ξενώνα. Ἐπιτέλους, εἶχε βρῆ ἕναν πνευματικὸ ὁδηγό, στὸν ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ ἐμπιστευθῆ ὅλη του τὴ ζωή! Τὸ βράδυ πῆγε στὸν ναὸ καὶ μὲ κατάπληξη ἄκουσε νὰ μνημονεύουν τὸν κεκοιμημένο ἱερομόναχο Βαρνάβα! Πόσο μεγάλη ἦταν πραγματικὰ ἡ ἔκπληξής του καὶ ἡ λύπη του, ὅταν ἔμαθε ὅτι λίγες ὧρες μετὰ τὴν ἀναχώρησή του, ὁ Γέρων Βαρνάβας πέθανε! Ταραγμένος ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του.
.               Ἀλλὰ ὁ Κύριος δὲν ἄφησε ἀνεκπλήρωτη τὴν βαθειὰ ἐπιθυμία τῆς γεμάτης πίστη ψυχῆς του. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ οἱ συσπουδασταί του τοῦ πρότειναν νὰ τὸν πάρουν μαζί τους στὸ ἐρημητήριο τοῦ Ζωσιμᾶ, ποὺ δὲν ἦταν μακρυὰ ἀπὸ τὴν Λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος, γιὰ νὰ δοῦν τὸν ἐρημίτη Γέροντα Ἀλέξιο (ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἀνέσυρε τὸν κλῆρο γιὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ Πατριάρχου Τύχωνος). Ὁ Ἠλίας δέχθηκε εὐχαρίστως. Ὁ Γέροντας τοὺς ὑποδέχθηκε ἐγκάρδια καὶ σύντομα ἔγινε ὁ πνευματικὸς ὁδηγὸς τοῦ Ἠλία καὶ τῆς μνηστῆς του. Ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ τοὺς εἶδε μαζί, ἀνεφώνησε: «Τί ψηλὸς ποὺ εἶναι αὐτός, καὶ τί μικρούλα αὐτή!». Πραγματικὰ ὁ Ἠλίας ἦταν πολὺ ψηλὸς καὶ δυνατός, πραγματικὸς ἱππότης, ἐνῶ ἡ Εὐγενία ἦταν ἕνα μικροκαμωμένο καὶ εὐαίσθητο κορίτσι. Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Γέροντος Ἀλεξίου συνηντῶντο δύο φορὲς τὸν μήνα στὸ σπίτι τῆς Εὐγενίας, καὶ δύο φορὲς τὸ μήνα μποροῦσε νὰ τῆς γράφη ἕνα γράμμα, τὸ ὁποῖο ὅμως ἔπρεπε νὰ τὸ διαβάζη προηγουμένως ἡ μητέρα τῆς Εὐγενίας. Ἔτσι πέρασαν μερικὰ χρόνια… Ὁ Ἠλίας τελείωσε μὲ ἐπιτυχία τὸ Σεμινάριο καὶ ἄρχισε νὰ σπουδάζη στὴ Θεολογικὴ Ἀκαδημία.
.             Τότε ἡ Εὐγενία ἦταν 25 ἐτῶν, δηλαδὴ ὄχι πιὰ νέα, κατὰ τὴν ἀντίληψη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὑπῆρχε ἕνας νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖο οἱ φοιτηταὶ τῆς Ἀκαδημίας μποροῦσαν νὰ ἦταν ἔγγαμοι. Ἡ οἰκογένεια τῆς Εὐγενίας ζοῦσε ὑπὸ τὴν καθοδήγηση ἑνὸς Γέροντος στὴ Μόσχα, ὁ ὁποῖος συνέστησε ἐπίσπευση τοῦ γάμου τους. Ὁ Ἠλίας ὑπακούοντας στὸν Γέροντα πῆγε στοὺς γονεῖς τῆς Εὐγενίας. Ἀλλὰ τότε παρουσιάστηκε ἕνα ἀπροσδόκητο ἐμπόδιο: ὁ πατέρας τῆς Εὐγενίας ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ νὰ τοῦ τὴν δώση γιὰ σύζυγο, ἐπειδὴ δὲν εἶχε δυνατότητα νὰ τὴν συντηρήση. Ὁ Ἠλίας θύμωσε καὶ ἔφυγε βροντώντας πίσω του τὴν πόρτα. Ὅμως ἡ μητέρα τῆς Εὐγενίας τὸν ἔπεισε νὰ τὴν ζητήση πάλι ἀπὸ τὸν πατέρα της. Καὶ χρειάστηκε νὰ τονίση ἐπανειλημμένα ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ ζήσουν μόνο μὲ τὰ δικά τους μέσα, ἂν καὶ στὴν πράξη ὅλα τὰ χρήματα ποὺ εἶχαν ἦταν ἕνα μικρὸ ποσὸ ποὺ εἶχε συγκεντρώσει ἡ Εὐγενία παραδίδοντας μαθήματα μουσικῆς, καὶ τὸ ὁποῖο εἶχε βάλει στὴν ἄκρη μὲ τὴν εὐλογία τῆς μητέρας της, γιὰ τὴν προίκα της. Τελικὰ ὁ πατέρας της συμφώνησε. Ἔκαναν ἥσυχα καὶ ταπεινὰ τὴν τελετὴ τοῦ γάμου τους καὶ ἀμέσως μετὰ ἔφυγαν γιὰ τὸ γαμήλιο ταξείδι. Πῆγαν στὸ ἐρημητήριο τοῦ Ζωσιμᾶ γιὰ νὰ ἑτοιμαστοῦν γιὰ τὴ μετάληψη τῆς θείας Κοινωνίας, κοντὰ στὸν ἀγαπημένο τους Γέροντα.
.               Ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας τῆς Εὐγενίας σέβονταν πολὺ τὸν Γέροντα Ἀλέξιο. Ἕνας ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς της, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε μοναχός, πήγαινε συχνὰ στὸ ἐρημητήριο τοῦ Ζωσιμᾶ καὶ ἔβλεπε ἐπανειλημμένα τὸ ἴδιο ὄνειρο. Τοῦ φαινόταν σὰν νὰ ἦταν κάποια μεγάλη γιορτή. Ὁ ἱδρυτὴς τῆς Μονῆς, ὁ ἀσκητὴς Ζωσιμᾶς, στεκόταν στὴ μέση τῆς Ὡραίας Πύλης καὶ ἐμύρωνε κάθε ἕναν ποὺ ἐρχόταν. Μετὰ τὸ μύρωμα, μὲ τὰ ὁλόλαμπρα λευκά τους ἐνδύματα, περνοῦσαν κατ’ εὐθείαν μέσα ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη! Τὸ ὄνειρο αὐτό, εἰδικὰ ἐπειδὴ ἐπαναλαμβανόταν τόσο συχνὰ καὶ ἐπειδὴ ἔμπαιναν στὸ Ἱερὸ ἀκόμη καὶ γυναῖκες, προκάλεσε μεγάλη ἀπορία στὸν νέο αὐτόν. Τελικά, ὅταν εἶδε τὸ ὄνειρο γιὰ ἕκτη φορά, πῆγε στὸν Γέροντα Ἀλέξιο. Ὁ Γέροντας δὲν ἀποκάλυψε τὴν ἐξήγησι τοῦ ὀνείρου, ἀλλὰ μόνο ρώτησε ἂν ἦταν πολλοὶ ἄνθρωποι.
—Ἦταν πολλοί, πάτερ, ὁλόκληρο πλῆθος!
—Ὡραῖα! Δόξα τῷ Θεῷ, δόξα τῷ Θεῷ! ἐπανέλαβε χαρούμενα ὁ Γέροντας.
.               Οἱ νεαροὶ νεόνυμφοι ἔμειναν ἕνα μήνα στὸ μοναστήρι. Μετὰ γύρισαν στὴ Μόσχα καὶ νοίκιασαν ἕνα διαμέρισμα στὴν περιοχὴ Σέργκιεφ Ποσάντ, κοντὰ στὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Σεργίου. Ζοῦσαν πολὺ φτωχικά, ἀλλὰ ὅπως ὑποσχέθηκαν στὸν πατέρα τῆς Εὐγενίας, ζοῦσαν μόνο μὲ δικά τους χρήματα. Ἡ Εὐγενία πάντα τόνιζε ὅτι σ’ ὅλη τους τὴ ζωὴ ποτὲ δὲν χρωστοῦσαν σὲ κανέναν οὔτε μία δεκάρα. Ζοῦσαν τόσο φτωχικά, ποὺ ἡ Εὐγενία ἀναγκαζόταν νὰ ρίχνη στὴ σόμπα μόνο ἕξι ξύλα τὴν ἡμέρα γιὰ νὰ ζεστάνη τὸ διαμέρισμα, τὸ ὁποῖο ἔτσι δὲν ἦταν ποτὲ ἀρκετὰ ζεστό.
.              Ὅταν γεννήθηκε τὸ πρῶτο παιδί τους, ἔστειλαν ἀμέσως τηλεγράφημα στὴν ἀδελφή τῆς Εὐγενίας. Ὅταν ἦρθε κοντά τους, τοὺς ἐξήγησε ὅτι ἔμαθε τὴ γέννηση τοῦ παιδιοῦ, πρὶν πάρη τὸ τηλεγράφημα!
—Μὰ πῶς: τὴ ρώτησαν.
—Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ ἐμφανίστηκε στὸ ὄνειρό μου καὶ μοῦ εἶπε: «Πήγαινε νὰ τοὺς συγχαρῆς! Ἔχουν γυιὸ καὶ τὸ ὄνομά του εἶναι Σέργιος». Πράγματι ὠνόμασαν τὸν πρῶτο τους γυιὸ Σέργιο καὶ τὸν δεύτερο Σεραφείμ.
.               Ὁ π. Ἠλίας τελείωσε τὴν Ἀκαδημία πρὶν ξεσπάση ἡ ἐπανάστασις (τοῦ 1917). Μετὰ τὴν χειροτονία του, ὑπηρέτησε γιὰ ἕνα μικρὸ διάστημα στὴν ἐκκλησία ἑνὸς πτωχοκομείου, κατόπιν μετετέθη στὴν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Νικολάου στὴν περιοχὴ Τολματσὲφ τῆς Μόσχας, ὅπου καὶ ὑπηρέτησε μέχρι τὴ σύλληψή του τὸ 1932.
.               Ὁ π. Ἠλίας ἦταν ἕνας εὐλαβὴς ἱερεύς. Ποτὲ δὲν συντόμευε τὶς ἀκολουθίες. Κανοναρχοῦσε τὰ στιχηρὰ καὶ συχνὰ διάβαζε τοὺς κανόνες (ποὺ συνήθως παραλείπονταν στὶς ρωσικὲς ἐνορίες). Ἡ πρεσβυτέρα πήγαινε κάθε μέρα στὴν ἐκκλησία καὶ διηύθυνε τὴ χορωδία. Σ’ ἐκείνη τὴ θλιβερὴ ἐποχή, μετὰ τὸ ξέσπασμα τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Νικολάου στὴν περιοχὴ Τολματσὲφ ἦταν φάρος πνευματικοῦ φωτὸς γιὰ πολλοὺς πιστούς. Μία ἐνορίτισσα τοῦ π. Ἠλία ἀναπολεῖ: «Ὤ, ἡ ἐκκλησία μας στὸ Τολματσέφ, ἄστραφτε ἀπὸ καθαριότητα! Ἀλλὰ ἦταν τόσο κρύα, ποὺ πάγωναν τὰ πόδια σου στὸ πάτωμα!». Ὅμως ἡ πρεσβυτέρα, σὲ ὁποιαδήποτε περίσταση, ποτὲ δὲν ἔχανε τὴν ἐλπίδα της στὸν Θεό.
.               Κάποτε, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἡ πρεσβυτέρα γυρνοῦσε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία καί, βάζοντας τὸ χέρι της στὴν τσέπη, ἀνακάλυψε ὅτι ἦταν ἄδεια. Τέτοια μέρα κάθε χρόνο, συνήθιζαν νὰ καλοῦν ἐνορίτες στὸ σπίτι τους γιὰ ἕνα λιτὸ γεῦμα. Ἡ πρεσβυτέρα γύρισε γρήγορα στὴν ἐκκλησία καὶ ρώτησε τὸν π. Ἠλία ἂν εἶχε καθόλου χρήματα. Αὐτός, μὲ λυπημένο βλέμμα, τῆς ἔδωσε μόνο μερικὰ κέρματα. Δὲν γινόταν τίποτε. Ἡ πρεσβυτέρα ξεκίνησε γιὰ τὸ σπίτι. Στὸν δρόμο συλλογιζόταν τί ὡραῖα ποὺ θὰ ἦταν ἂν εἶχε μονάχα δύο ρούβλια. Θὰ ἀγόραζε κάμποσα μπιζέλια, λίγο λάδι, κάτι ἄλλο ἀκόμη καὶ αὐτὰ θὰ τοὺς ἔφθαναν. Μὲ τέτοιες σκέψεις βάδιζε γιὰ τὸ σπίτι. Ἦταν μία ζεστὴ ἀνοιξιάτικη ἡμέρα, καὶ μπροστὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τους εἶχαν σχηματιστεῖ λακκοῦβες μὲ λασπόνερα. Τὰ πόδια της τὰ εἶχε τυλιγμένα μὲ πανιά, ἀφοῦ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν ἀδύνατο νὰ βρεθοῦν παπούτσια, καὶ μ’ αὐτὴ τὴν ὑπόδηση πηδοῦσε πάνω ἀπὸ τὰ λασπόνερα. Ξαφνικὰ βλέπει μπροστά της δυὸ προσεκτικὰ διπλωμένα χαρτονομίσματα, ποὺ ἔπλεαν στὸ νερὸ σὰν δυὸ μικρὲς βαρκοῦλες. Τὰ πῆρε, τὰ ξεδίπλωσε, ἦταν δύο ρούβλια! Ἄρχισε νὰ ρωτᾶ τοὺς διαβάτες ἂν ἔχασαν δύο ρούβλια, ἀλλὰ ὅλοι ἀπαντοῦσαν ἀρνητικά. Τότε ἡ πρεσβυτέρα εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ καὶ ἐπανέλαβε γιὰ ἄλλη μία φορὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ϛ´ 33). Κατόπιν ἄρχισε νὰ ἑτοιμάζη ἕνα λιτὸ γεῦμα.
.               Κάποια ἄλλη φορά, ἡ πρεσβυτέρα καὶ ὁ π. Ἠλίας ἀπεφάσισαν νὰ πᾶνε στὸ ἐρημητήριο τοῦ Ζωσιμᾶ. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ τὸ Μοναστήρι δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ παραθέτη τράπεζα γιὰ τοὺς ἐπισκέπτες, ἀφοῦ μόλις καὶ μετὰ βίας ἐπαρκοῦσαν τὰ τρόφιμα γιὰ τοὺς μοναχούς. Ἂν καὶ δὲν εἶχαν τότε οὔτε μία δεκάρα, ἐν τούτοις ἡ πρεσβυτέρα δὲν ἄλλαξε τὴν ἀπόφαση νὰ ξεκινήσουν γιὰ τὸ προσκύνημα, καὶ πῆγε σ’ ἕναν ἡλικιωμένο ἀναγνώστη νὰ τὸν παρακαλέση, ἂν μποροῦσε, νὰ προσέχη τὰ παιδιά τους ὅσο θὰ ἔλειπαν. Στὸ δρόμο ἐπανελάμβανε: «Ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτὸς σὲ διαθρέψει» (Ψαλμ. νδ´ 23). Αὐτὸ ἦταν τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ τῆς πρεσβυτέρας: τὰ λόγια της Γραφῆς, τὰ ὁποῖα γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἁπλὲς λέξεις ποὺ τὶς ἀποστηθίζουν ἀπὸ τὰ βιβλία, γι’ αὐτὴν ἦταν λόγοι ὁλοζώντανοι καὶ ἀληθινοί.
.               Γυρνώντας στὸ σπίτι, εἶδε ξαφνικὰ ἕνα μακρὺ ἀντικείμενο τυλιγμένο σ’ ἕνα λινὸ σάκκο. Ἡ πρεσβυτέρα φοβήθηκε ὅτι ἦταν ἕνα πτῶμα καὶ ἄρχισε νὰ τρέχη. Μετὰ ὅμως πρόσεξε ὅτι αὐτὸ τὸ ἀντικείμενο δὲν ἦταν τόσο μεγάλο καὶ πίεσε τὸν ἑαυτό της νὰ ὑπερνικήση τὸν φόβο καὶ νὰ ἐπιστρέψη. Μὲ τὴ σκέψη ὅτι πιθανὸν θὰ ἦταν κάποιο παιδὶ ποὺ τὸ εἶχαν ἐγκαταλείψει, κύτταξε μέσα στὸ σάκκο καὶ ἔμεινε κατάπληκτη ἀπὸ τὸ θέαμα. Ἦταν γεμάτος μὲ διάφορα τρόφιμα, κρέας, λάδι, ψωμί, δηλαδὴ ὅ,τι ἀκριβῶς χρειαζόταν γιὰ τὸ ταξείδι τους! Πιθανὸν κάποιος χωρικὸς τὰ ἔφερε γιὰ νὰ τὰ πουλήση στὴν πόλη, ἀλλὰ φοβήθηκε τὴν ἐθνοφυλακὴ καὶ ἔρριξε τὸ σάκκο στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου.
.               Βέβαια, δὲν εἶχαν ὅλες οἱ δυσκολίες τέτοια εὐτυχῆ κατάληξη γιὰ τὴν πρεσβυτέρα, ἀλλὰ αὐτὴ ποτὲ δὲν ἔχανε τὴν πνευματική της ἐγρήγορση. Κάποτε ἦρθε κάποια ἄγνωστη καὶ πρότεινε νὰ τῆς πουλήση μία τσάντα γεμάτη μὲ λαχανικὰ σὲ τιμὴ μᾶλλον χαμηλή. Μὲ μεγάλη δυσκολία συγκέντρωσε τὸ ποσὸ καὶ τὸ ἔδωσε στὴ γυναίκα, ἡ ὁποία τὴν ἔφερε στὸ σιδηροδρομικὸ σταθμὸ ὅπου, ὅπως ἔλεγε, ἦταν τὰ τρόφιμα. Ὅταν ἔφθασαν στὸ σταθμὸ ἡ γυναίκα εἶπε στὴν πρεσβυτέρα νὰ τὴν περιμένη καὶ αὐτὴ μπῆκε στὸν θάλαμο τοῦ σταθμοῦ, γιὰ νὰ φέρη τὰ τρόφιμα. Ἡ πρεσβυτέρα περίμενε μερικὲς ὧρες προτοῦ πάη ἡ ἴδια στὸν θάλαμο, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ δῆ ὅτι ἡ πόρτα ἦταν κλειδωμένη καὶ δὲν ἦταν κανεὶς ἐκεῖ μέσα. Πόσο δύσκολο τῆς ἦταν νὰ γυρίση στὸ σπίτι, ὅπου τὴν περίμεναν τὰ πεινασμένα παιδιὰ καὶ ὁ παπάς της τόσο ἀνυπόμονα! Στὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς ἡ πρεσβυτέρα συλλογιζόταν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προσευχηθῆ κανεὶς γιὰ τέτοιους ἀνθρώπους. Πάντως αὐτοὶ μᾶς βοηθοῦν στὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, ἐνῶ συγχρόνως, χάνουν τὴ σωτηρία τῆς δικῆς τους ψυχῆς. Ὅταν ἡ πρεσβυτέρα μπῆκε στὸ δωμάτιο καὶ εἶδε ὅλους νὰ τὴν κοιτάζουν μὲ ἀπορία, εἶπε:
Παιδιά, σηκωθῆτε! Ἂς προσευχηθοῦμε! “Δόξα τ Θε πάντων νεκεν”. Μς κλεψαν!

.               Ἀλλὰ ὅλες αὐτὲς οἱ θλίψεις ἦταν ἀσήμαντες μπροστὰ στὴν ὀδύνη τῆς πρεσβυτέρας, ὅταν ὁ μικρότερος γυιός της, ὁ Βάνια, πέθανε. Ἔπαιζε μὲ κάποια μεγαλύτερα παιδιὰ στὸν δρόμο καὶ ἅρπαξε ἕνα κρυολόγημα, καὶ καθὼς ἡ πρεσβυτέρα δὲν μποροῦσε νὰ τὸν προσέχη συνεχῶς (κάθε μέρα συμμετεῖχε στὴ χορωδία τῆς ἐκκλησίας) τὸ κρύωμα γύρισε σὲ μηνιγγίτιδα. Καὶ τότε ἀκριβῶς ἡ πρεσβυτέρα ἔσπασε τὸ χέρι της… Ὅλες μαζὶ οἱ συμφορὲς ἔπεσαν ἐπάνω της: ἡ θανατηφόρος ἀρρώστια τοῦ γυιοῦ της, τὸ σπασμένο χέρι της, ἡ πείνα… Ἀλλὰ αὐτὴ κατάφερνε νὰ παρίσταται καθημερινὰ στὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες, ὅπως πρίν.
.               Ὁ Βάνια πονοῦσε τόσο ἀνυπόφορα, ὥστε ρωτοῦσε τὴ μητέρα του: «Εἶναι ἀλήθεια, μητέρα, ὅτι εἶμαι κι ἐγὼ ἕνας μάρτυρας;». Πέθανε τὴν ἴδια μέρα ποὺ πέθανε καὶ ὁ Γέροντας Ἀλέξιος. Ὁ π. Ἠλίας στὸν ἐπικήδειο λόγο του εἶπε ὅτι αὐτὴ τὴν ἡμέρα πέθανε ἕνα πολὺ μικρὸ παιδί, ἀφοῦ ὑπέφερε πολὺ περισσότερο ἀπὸ τοὺς μεγάλους, ἂν καὶ δὲν εἶχε ἀνάλογες ἁμαρτίες. Ἡ μοναχὴ ποὺ ὑπηρετοῦσε στὸ ἱερὸ ἦρθε στὴν πρεσβυτέρα καὶ τῆς εἶπε: «γαπητή μου πρεσβυτέρα, συγχαρητήρια, χεις δη να γυι στν Παράδεισο!»
.               Στὸ τέλος τῆς ζωῆς της ἡ πρεσβυτέρα δὲν θυμόταν τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Βάνια. Συνήθιζε νὰ λέη: «Εἶχα πέντε παιδιά». Καὶ μετά, μὲ λυπημένο χαμόγελο, πρόσθετε: «Δὲν θυμᾶμαι ὅλα ὅσα πέρασα στὴ ζωή μου. Ὁ Κύριός μου πῆρε ἀπὸ τὴν μνήμη τὰ πιὸ δύσκολα».
.               Ὁ π. Ἠλίας ζοῦσε ἀσκητικὴ ζωή. Μόνο δύο ἑβδομάδες τὸν χρόνο περνοῦσε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴν ἐξοχή, ὅπου τὰ παιδιὰ μποροῦσαν νὰ ξεκουραστοῦν, κατὰ τὴν διάρκεια ἀπαραιτήτων ἐπισκευῶν καὶ καθαριότητος τοῦ ναοῦ. Κατὰ κανόνα ἐκτελοῦσε κάθε μέρα ὅλες τὶς ἀκολουθίες χωρὶς νὰ παραλείπη ἢ νὰ συντομεύη τίποτα. Τὸ βράδυ μετὰ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες, γίνονταν πνευματικὲς συζητήσεις.
.               Ἡ πρεσβυτέρα φρόντιζε καθημερινὰ νὰ μπορῆ ὁ παπάς της νὰ δειπνεῖ πρὶν ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα. Γυρνοῦσε στὸ σπίτι κάθε μέρα μετὰ τὶς ἕνδεκα. Τὸ πρωὶ ὁ π. Ἠλίας θὰ κοιμόταν ἀκόμη, ὅταν θὰ παρουσιαζόταν βιαστικὰ κάποια πνευματική του κόρη ρωτώντας ἂν ἔχη σηκωθῆ (οἱ περισσότεροι ἐνορίτες ἦταν νεαροί). Ἡ πρεσβυτέρα ποτὲ δὲν γκρινίαζε γι’ αὐτὲς τὶς ἐνοχλήσεις, μόνο ἔλεγε: «Κάποια δούλη τοῦ Θεοῦ ἦρθε, δὲν φαίνεται τόσο χαρούμενη». Λίγο ἀργότερα, αὐτὴ ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ ἐκαλεῖτο στὸν “κλῆρο’’[2] γιὰ συνομιλία.
.               Ἀργότερα, ὁ ἐπίσκοπος Ἰωάννης εἶπε στὴν πρεσβυτέρα (ἡ ὁποία πήγαινε στὴν ἐκκλησία του μετὰ τὸν θάνατο τοῦ π. Ἠλία): «Ὁ παπάς σου ἦταν τὸ πρότυπό μου, καὶ ἐσὺ ἤσουν ἡ πιστὴ βοηθός του σὲ ὅλα». Σ᾽ ἐκείνους τοὺς δύσκολους καιροὺς τῆς πείνας κατάφεραν νὰ διατηρήσουν τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν λάμψη τῆς ἐκκλησίας καὶ τὸν πλοῦτο τῶν ἀμφίων. Πόσο ὑπερήφανοι ἦταν ὅταν ἔβλεπαν τὸν ἱερέα τους νὰ λειτουργῆ μὲ πλούσια καὶ ὄμορφα ἄμφια, ἢ ὅταν τοὺς διάβαζε καὶ τοὺς ἐξηγοῦσε τὰ ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων! Κάποτε, μετὰ ἀπὸ μία ἰδιαίτερα ἐπιτυχημένη ὁμιλία γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, ὅταν ὁ π. Ἠλίας πέρασε πίσω ἀπὸ τὸν “κλῆρο’’, ἡ πρεσβυτέρα του ψιθύρισε: «Τὸ ὕψος ἡμῖν τῆς ταπεινοφροσύνης ὑπέδειξεν» (ἀπὸ τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ ἁγίου).
.              Ἦταν τότε τὸ ἔτος 1932. Παντοῦ γίνονταν ἔρευνες, συλλήψεις καὶ ἐξορίες. Μερικοὶ ἐνορίτες συνελήφθησαν, μαζὶ μὲ πολλοὺς συγγενεῖς τους. Τὸν π. Ἠλία τὸν κάλεσαν στὴ NKVD[3] καὶ τοῦ ὑπεσχέθησαν ὅτι δὲν θὰ τὸν πειράξουν καθόλου, ἀρκεῖ μόνο νὰ ἐγκατέλειπε τὴν ἱερωσύνη. Κάποιοι φίλοι του προσπαθοῦσαν νὰ τὸν βάλουν σὲ μία καλὴ θέση στὴν Πινακοθήκη Τρετιακώφ, ὡς εἰδικό τῆς τέχνης. Μὴ ξέροντας τί νὰ κάνη, ὁ π. Ἠλίας γύρισε στὸ σπίτι καὶ ἡ πρεσβύτερα, τὸν ἐνίσχυσε στὸν ἀγώνα τῆς ὁμολογίας.
.              Μετὰ ἀπὸ λίγο ἦταν ἡ ὀνομαστικὴ ἑορτὴ τοῦ π. Ἠλία καὶ ἦρθαν μερικοὶ ἐπισκέπτες. Ὁ πατερούλης εἶχε βρῆ πάλι τὸ κέφι του καὶ ἦταν εὔθυμος καὶ χαρούμενος. Οἱ ἐπισκέπτες ἔφυγαν ἀργὰ τὸ βράδυ. Σὲ λίγα λεπτὰ ἕνα κορίτσι ἐπέστρεψε καὶ ψιθύρισε στὴν πρεσβυτέρα ὅτι ἡ ἀστυνομία παρακολουθοῦσε στενὰ τὸ σπίτι τους. Ἡ πρεσβυτέρα εὐχαρίστησε τὸ κορίτσι καὶ βγῆκε ἔξω. Μία ὁμάδα τριῶν ἀνδρῶν τὴν πλησίασε καὶ τὴ ρώτησε ποῦ μένουν οἱ Τσετβιρούχιν. Ἡ πρεσβυτέρα τοὺς ἔδειξε τὸ σπίτι, τοὺς εἶπε τὸν ἀριθμὸ τοῦ διαμερίσματος καὶ ἀμέσως ἔτρεξε στὸ σπίτι. «Παπά, ἦρθαν γιὰ σένα!», εἶπε μόλις μπῆκε στὸ δωμάτιο. Ὁ π. Ἠλίας φόρεσε τὸ ἐπιτραχήλιο τοῦ Γέροντος Ἀλεξίου καὶ διάβασε τὴν “εὐχὴ ἐπὶ τῇ ἐνάρξει παντὸς ἀγαθοῦ ἔργου”. Δὲν πρόλαβε νὰ πῆ τὶς τελευταῖες λέξεις καὶ ἀκούστηκε ἕνα τραχὺ κτύπημα στὴν πόρτα. Ἡ πρεσβυτέρα τοὺς ὑποδέχθηκε μὲ μία ἐλαφρὰ ὑπόκλιση: «Περάστε». Φαίνονταν βιαστικοὶ καὶ ρώτησαν σαστισμένοι:
—Ἑσύ δὲν ἤσουν ποὺ μᾶς ἔδειξες τὸ δρόμο:
—Ναί.
—Λοιπόν, ἑτοίμασε τὰ πράγματά του.
.               Καθὼς ἡ πρεσβυτέρα ἑτοίμαζε βιαστικὰ ὅ,τι ἦταν ἀπαραίτητο, αὐτοὶ ἔκαναν μία ἐπιφανειακὴ ἔρευνα. Γενικὰ ἦταν πολὺ εὐγενικοὶ καὶ τοὺς ἐπέτρεψαν νὰ ἀποχαιρετιστοῦν. Φεύγοντας ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς εἶπε:
—Λοιπόν, παπαδιά, μπορεῖς νὰ κοιμηθῆς ἥσυχη. Δὲν θὰ σὲ ἐνοχλήσουμε ἄλλο[4].
—Πῶς μπορῶ νὰ κοιμηθῶ ἥσυχη τώρα; ἀπάντησε ἡ πρεσβυτέρα.
.               Ὅλη τὴ νύχτα τὴν πέρασε μὲ προσευχὴ καὶ δάκρυα. Κατὰ τὸ πρωὶ ὅμως ἀποκοιμήθηκε καὶ τότε εἶδε μία ἀνέκφραστα μεγαλόπρεπη Κυρία ποὺ τῆς εἶπε:
—Μη φοβᾶσαι! Δὲν θὰ πάθη τίποτε ὁ παπάς σου στὴ φυλακή. Ἐγὼ θὰ μεσιτεύω γι’ αὐτόν.
—Πραγματικά ἔχεις ἐσὺ ἐξουσία μέσα στὴ φυλακή; ρώτησε ἡ πρεσβυτέρα μὲ ἔκπληξη.
—Ἐγώ ἔχω παντοῦ ἐξουσία. Μὴ φοβᾶσαι· δὲν θὰ πάθη τίποτε στὴ φυλακή. Ἐσὺ ὅμως νὰ προσεύχεσαι στὸν Ἀδριανὸ καὶ στὴ Ναταλία! Καὶ μ’ αὐτὰ τὰ λόγια ἡ ὑπέροχη Κυρία ἐξαφανίστηκε! Ἡ πρεσβυτέρα ξύπνησε μὲ μεγάλη ἀπορία: γιατί ἡ Θεοτόκος (κατάλαβε ὅτι αὐτὴ ποὺ εἶχε ἔρθει ἦταν ἡ Πανάμωμος Παρθένος) τῆς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ προσεύχεται στοὺς ἁγίους Ἀδριανὸ καὶ Ναταλία; Ὅταν ὅμως διάβασε τὸ συναξάρι τους (26 Αὐγούστου) καὶ διεπίστωσε ὅτι ὁ Ἀδριανὸς ἦταν μάρτυς, ἐνῶ ἡ Ναταλία ὑπέφερε μαζί του λόγῳ τῆς ἀγάπης της πρὸς αὐτὸν καὶ τὸν ἐνίσχυε στὸ μαρτύριο, τότε κατάλαβε γιατί ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος τῆς εἶπε νὰ προσεύχεται σ’ αὐτοὺς τοὺς ἁγίους.
.               Μετὰ τὴ σύλληψη τοῦ π. Ἠλία καὶ ἄλλες θλίψεις βρῆκαν τὴν πρεσβυτέρα. Τοὺς ἔδιωξαν ἀπὸ τὸ διαμέρισμα, καὶ γιὰ ἕνα διάστημα ἦταν περιπλανώμενοι ἐδῶ κι ἐκεῖ, ἕως ὅτου κάποια οἰκογένεια τοὺς πῆρε μαζί τους. Ἔδιωξαν τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὸ σχολεῖο, τοὺς ἔκλεψαν τὴν τεράστια βιβλιοθήκη τους. Ὅμως ἡ μεγαλύτερη δοκιμασία ἦταν ὁ θάνατος τῆς μοναχοκόρης τους. Ἡ Μάσενκα ἦταν τὸ μικρότερο παιδὶ τῆς οἰκογενείας. Ὅταν ἡ πρεσβυτέρα περίμενε τὴ γέννησή της, ἐπισκέφθηκε τὸν Γέροντα Ἀλέξιο, ὁ ὁποῖος τότε ζοῦσε ἀκόμη. Τὴν ὑποδέχθηκε μὲ τὴν ἐρώτηση:
—Ποιός εἶναι;
—Ἡ ἁμαρτωλὴ Εὐγενία.
—Εἶσαι μόνη σου;
—Ὄχι, πάτερ, εἴμαστε δύο!
Πλησιάζοντας γιὰ νὰ πάρη τὴν εὐχή του, ρώτησε:
—Πάτερ, τί θὰ κάνω;
—Κόρη, μόνο ποὺ θὰ πρέπη νὰ τῆς ράψης νυφικό.
—Μὰ φυσικά, ἂν ἔχη κανεὶς κορίτσι, θὰ πρέπη νὰ τοῦ ράψη τὸ νυφικό του, εἶπε ἔκπληκτη ἡ πρεσβυτέρα. Μόνο μετὰ τὸν θάνατο τῆς Μασένκα κατάλαβε τὰ λόγια του Γέροντα —ὅτι ἡ θυγατέρα της θὰ γινόταν νύφη Χριστοῦ.
.               Ἡ κόρη της πέθανε ἀπὸ μία συνηθισμένη παιδικὴ ἀρρώστια. Ὁ ἀσθενικὸς ὀργανισμός της (ἦταν μόνο πέντε ἐτῶν) δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίση συγχρόνως τὴν πείνα, τὸ κρύο καὶ τὴν ἀρρώστια. Κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες (τότε εἶχε πεθάνει καὶ ἡ μητέρα τῆς Εὐγενίας) τὴν ἐνδυνάμωνε, ὅπως ἔλεγε ἡ ἴδια, μόνο ἕνα πράγμα: ἡ προσευχὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τὴν ὁποία ἐπανελάμβανε ἀκατάπαυστα: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».
.               Λόγῳ αὐτῶν τῶν δοκιμασιῶν, μόνο μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια μπόρεσε ἡ πρεσβυτέρα νὰ πάη στὸν σύζυγό της, ποὺ ἦταν τότε ἐξόριστος στὴν περιοχὴ τοῦ ποταμοῦ Κράσναγια Βίσερα. Ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ πάη σ’ αὐτὴν τὴν ἀπομονωμένη βόρεια περιοχὴ κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀνοίξεως, ὁπότε εἶχε πολλὲς λάσπες, ἀλλὰ τελικὰ ἔφθασε στὸν προορισμό της. Ἔφερε γιὰ τὸν π. Ἠλία ἕνα Εὐαγγέλιο καὶ ἕνα μικρὸ φιαλίδιο μὲ ἁγιασμό. Τὸ Εὐαγγέλιο τὸ ἅρπαξαν ἀμέσως, ἐνῶ γιὰ τὸ φιαλίδιο ρώτησαν:
—Τί εἶναι αὐτό;
—Γιὰ σᾶς εἶναι ἁπλὸ νερό, ἀλλὰ γιὰ μένα εἶναι κάτι ἱερό. Εἶναι τὸ φάρμακό μου, ἀπάντησε ἡ πρεσβυτέρα καὶ τελικά τῆς ἐπέτρεψαν νὰ τοῦ τὸ δώση.
.               Μὲ τὴν πρώτη ματιὰ ἡ Εὐγενία κατάλαβε ὅτι ὁ π. Ἠλίας ἦταν πολὺ διαφορετικός. Δὲν τὴν εὐλόγησε, ἀλλὰ ἀντίθετα τῆς εἶπε: «Τώρα ἐδῶ δὲν ἀσκῶ πιὰ τὴν ἱερωσύνη». Φαινόταν σὰν νὰ τὸν εἶχαν βασανίσει, σὰν νὰ εἶχε καταρρεύσει. Ἡ συνάντηση κράτησε πολὺ καὶ ὁ π. Ἠλίας μπόρεσε νὰ τῆς πῆ τὰ πάντα.
.               Μετὰ τὴ σύλληψή του τὸν ἔφεραν στὴ φυλακή, ὅπου τὸν ἔβαλαν σὲ ἕνα “εἰδικὸ κελλί”. Ὁ μικρὸς θάλαμος ἦταν ἐντελῶς γεμάτος καὶ μὲ τὴν πρώτη ματιὰ φαινόταν ὅτι δὲν ὑπῆρχε καθόλου ἄδειος χῶρος. Ὁ π. Ἠλίας δὲν ἤξερε τί νὰ κάνη, ἀλλὰ κάποιος τοῦ φώναξε: «Χώσου κάτω ἀπὸ τὰ κρεββάτια!». Αὐτὸ δὲν ἦταν τόσο εὔκολο γι’ αὐτὸν ποὺ ἦταν τόσο ψηλός. Τελικὰ ὅμως μπόρεσε νὰ χωθῆ κάτω ἀπὸ τὰ ξύλινα κρεββάτια καὶ νὰ ξαπλώση στὸ βρώμικο πάτωμα, ποὺ ἦταν γεμάτο ἀπὸ φτυσίματα. Ἦταν ἀδύνατο νὰ κοιμηθῆ κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες, δὲν τὸν ἄφηναν ἄλλωστε οἱ φωνὲς καὶ οἱ βλαστήμιες ποὺ ἀκούγονταν στὸν θάλαμο. Θυμήθηκε τὰ πνευματικά του τέκνα καὶ πόσο τὸν σέβονταν καὶ ξέσπασε σὲ δάκρυα. Τῆς εἶπε ἀκόμη πῶς τοὺς ἔφεραν στὴν ἐπαρχία Κράσναγια Βίσερα. Τοὺς ἀνάγκασαν νὰ περπατοῦν πάνω στὸ χιόνι, ποὺ εἶχε παγώσει ἐπιφανειακά. Τὸ λεπτὸ στρῶμα τοῦ πάγου ἔσπαζε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τους καὶ οἱ κατάδικοι σὲ κάθε βῆμα βυθίζονταν μέσα στὸ χιόνι μέχρι τὴ μέση. Κάποιος ποὺ βάδιζε πίσω ἀπὸ τὸν π. Ἠλία εἶπε: «Πάντα ἀγαποῦσα τὸ δάσος, τώρα ὅμως τὸ μισῶ» καὶ ἔκανε μία ἀπειλητικὴ χειρονομία μὲ τὴ γροθιά του πρὸς τὸ δάσος. Βρεγμένοι μέχρι τὸ κόκκαλο, χωρὶς νὰ ἔχουν φάη ἢ πιῆ τίποτα ὅλη τὴν ἡμέρα, ἀναγκάστηκαν νὰ περάσουν τὴ νύχτα μέσα σὲ μία καλύβα. Οἱ ἐξουθενωμένοι ἄνδρες ἀμέσως ἔπεσαν στὸ πάτωμα καὶ ἀποκοιμήθηκαν σὰν πεθαμένοι. Μόνο ὁ π. Ἠλίας ἔμεινε ξάγρυπνος. Μέσα στὰ βαθειὰ μεσάνυχτα ἕνας ἀναστεναγμὸς ξέσπασε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του: «Ὦ Κύριε, γιατί μὲ ἐγκατέλειψες; Σὲ ὑπηρέτησα τόσο πιστά. Ὁλόκληρη τὴ ζωή μου τὴν ἀφιέρωσα σὲ Σένα. Πόσες φορὲς διάβασα τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο καὶ τοὺς Κανόνες. Μὲ πόση εὐλάβεια ὑπηρετοῦσα στὴν ἐκκλησία. Γιατί μὲ ἐγκατέλειψες καὶ ὑποφέρω τόσο πολύ; Ὦ Ὑπεραγία Θεοτόκε, ὦ ἅγιε ἱεράρχα Νικόλαε, ὦ ἅγιε πάτερ Σεραφείμ, πάντες οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ! Μετὰ ἀπ’ ὅλες τὶς προσευχές μου σὲ σᾶς, γιατί βασανίζομαι τόσο;».
.               Ὅλη τὴ νύκτα ἔτσι ἔκραζε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Ξαφνικ μία θεία πίσκεψη, σν φλόγα, γγιξε τν πονεμένη ψυχή του κα τ γέμισε μ μία περκόσμια παρηγοριά. Τ φς τς πίστεως φώτισε μυστικ τν καρδιά του κα ναψε μέσα του μία νέκφραστη κα κατανίκητη γάπη πρς τν Χριστό, τὴν ὁποία ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β´ Κορ. ιβ´ 4).
.               Ὅταν ξημέρωσε, ἦταν νέος ἄνθρωπος, ἀναγεννημένος, σὰν νὰ εἶχε βαπτισθῆ ἐν πυρὶ (Ματθ. γ´ 11). Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ νύκτα δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ ζῆ μία συνηθισμένη ζωή. Ὁ ἴδιος τόνισε στὴν πρεσβυτέρα: «Καὶ ἂν ἀκόμα μ’ ἀφήσουν ἐλεύθερο, μὴ νομίσεις ὅτι θὰ λειτουργήσω ποτὲ ὅπως πρίν. Ὁ παλιὸς κόσμος ἔφυγε γιὰ πάντα, καὶ δὲν πρόκειται νὰ ξαναγυρίση». Ὁ κόσμος στὸν ὁποῖο εἶχε συνηθίσει νὰ ζῆ εἶχε ἐξαφανιστῆ γιὰ πάντα γι’ αὐτόν, ἐπειδὴ εἶχε χαριστῆ σ’ αὐτὸν μία ὑπερκόσμια ἐμπειρία, μὲ τὴν μεσιτεία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὅπως εἶχε ὑποσχεθῆ στὴν πρεσβυτέρα Εὐγενία, τὴ σύγχρονη ἁγία Ναταλία. Συνεπς εχε ν διαλέξη να π τ δύο: ν ποχωρήση κα ν γίνη νας κανονικς σοβιετικς σκλάβος-πολίτης, ν πεθάνη ντελς ς πρς ατν τν κόσμο. Ἡ εὐθύτης τοῦ χαρακτῆρος του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε, κάτω ἀπὸ συνθῆκες ἀθεϊστικῆς καταπιέσεως, νὰ “ἄρη τὸν ζυγὸν” τῆς ἱερωσύνης. Τὸ συνειδητοποίησε αὐτὸ καὶ διάλεξε τὸν θάνατο ὡς ἕνωση μὲ τὸν Ζωοδότη Χριστό, τὸν Κύριό μας! Καθὼς ὁ π. Ἠλίας ἀποχαιρετοῦσε τὴν πρεσβυτέρα, τῆς εἶπε: «Ξέρεις, καρδιά μου φλέγεται π γάπη γι τν Χριστό. Νομίζω ὅτι ἦλθα ἐδῶ γιὰ νὰ καταλάβω ὅτι δν πάρχει πολύτως τίποτε καλύτερο, τίποτε πι θαυμαστ π Ατόν. Θ θελα ν πεθάνω γι᾽ Ατόν!». Ἀφοῦ ἀποχαιρέτησε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἡ πρεσβυτέρα ξεκίνησε γιὰ τὸ μακρὺ καὶ δύσκολο ταξείδι τῆς ἐπιστροφῆς. Ὅταν ἔφθασε στὸ σπίτι, τὴν περίμενε ἕνα τηλεγράφημα: στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως ἄναψε μία πυρκαϊά καὶ ὁ π. Ἠλίας ἔγινε παρανάλωμα τοῦ πυρὸς μαζὶ μὲ ἕνδεκα ἄλλους! Πόσο ταιριαστὸ ἦταν τὸ ὄνομά του στὴ ζωή του καὶ στὸν θάνατό του —Ἠλίας σημαίνει ἀκριβῶς “πύρινος”[5]!
.               Μετὰ τὸν τραγικὸ θάνατο τοῦ π. Ἠλία ἡ πρεσβυτέρα ἔπεσε ἄρρωστη γιὰ πολὺ καιρό. Ὅταν ἔγινε καλὰ ἄρχισε νὰ γράφη τὰ ἀπομνημονεύματά της. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ εἶδε ἕνα ὄνειρο: ἐμφανίστηκε σ᾽ αὐτήν, ὅπως ὅταν ζοῦσε, ὁ π. Πέτρος Λαγκώφ, (ἕνας ἱερεὺς ποὺ εἶχε τουφεκισθῆ μερικὰ χρόνια πρίν), καὶ τῆς εἶπε: «Καλή μου πρεσβυτέρα, πρέπει νὰ προσεύχεσαι στὸν ἅγιο Σέργιο, στὸν ἅγιο Σεραφεὶμ καὶ στὸν ἅγιο ἱερομάρτυρα Πάμφιλο. Ἂς προσευχηθοῦμε μαζί: ἅγιε πάτερ Σέργιε, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν! Ἅγιε πάτερ Σεραφείμ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν! Ἅγιε ἱερομάρτυς Πάμφιλε, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν!». Ὅταν ξύπνησε ἡ πρεσβυτέρα συλλογίσθηκε ὅτι ἡ οἰκογένειά της πάντα σεβόταν τὸν ἅγιο Σέργιο καὶ τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ καὶ ἔδωσαν τὰ ὀνόματα τῶν δύο αὐτῶν ἁγίων σὲ δύο ἀγόρια τους. Ἀλλὰ γιὰ τὸν ἱερομάρτυρα Πάμφιλο, οὔτε κἂν εἶχε ἀκούσει τίποτε. Ὅταν ὅμως πῆγε στὴν ἐκκλησία καὶ ἄνοιξε τὸ Μηναῖο, ἀνακάλυψε ὅτι ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν ἡμέρα ἦταν ἡ ἑορτὴ τοῦ ἱερομάρτυρος Παμφίλου (16 Φεβρουαρίου). Μελετώντας τὸ συναξάρι τοῦ ἁγίου, ἔμαθε ὅτι ὁ ἅγιος Πάμφιλος ἦταν ἕνας πρεσβύτερος πολὺ μορφωμένος, ποὺ εἶχε μία τεράστια βιβλιοθήκη καὶ ὁ ὁποῖος μαρτύρησε μαζὶ μὲ ἄλλους ἕνδεκα μάρτυρες, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους “πυρὶ ἐτελειώθησαν”!
.               Ἡ ὑπόλοιπη ζωὴ τῆς πρεσβυτέρας δὲν ἦταν εὔκολη. Ἦταν μόνη της, χωρὶς τὸν σύντροφο τῆς ζωῆς της, μὲ ἕνα παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἐξακολουθοῦσε κάθε μέρα, ὅπως καὶ πρῶτα, νὰ ψάλλη καὶ νὰ διευθύνη τὴ χορωδία τῆς ἐκκλησίας. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ π. Ἠλία, ἡ πρεσβυτέρα ἔψαλλε στὴν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, ὅπου λειτουργοῦσε ἕνας ἐπίσκοπος ποὺ λεγόταν Ἰωάννης. Ἦταν ἀρκετὰ νέος, δὲν εἶχε φθάσει ἀκόμη τὰ σαράντα. Αὐστηρὸς ἀσκητὴς ὁ ἴδιος, ἀπαιτοῦσε ἀπὸ τοὺς ψάλτες ἀκριβῆ τήρηση τοῦ Τυπικοῦ. Οἱ μακρὲς μοναστηριακὲς ἀκολουθίες καὶ ἡ ἔντονη πνευματικὴ ζωὴ τῆς ἐνορίας δὲν ἄρεσαν στὶς ἀρχές. Κατὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή τοῦ 1937 ἦρθαν γιὰ νὰ συλλάβουν τὸν Δεσπότη. Κάποιος τὸν εἶχε ἤδη προειδοποιήσει καὶ ἦταν προετοιμασμένος γιὰ τὴ σύλληψή του. Ὅταν ἡ ἀστυνομία τὸν κάλεσε νὰ βγῆ ἔξω “γιὰ λίγα λεπτὰ”, εἶπε στὴν πρεσβυτέρα: «Ἂν δὲν γυρίσω σὲ δεκαπέντε λεπτά, ἀρχίστε τὸ Ἀπόδειπνο χωρὶς ἐμένα». Φυσικὰ δὲν γύρισε ποτέ! Ἡ πρεσβυτέρα θυμόταν μὲ μεγάλο σεβασμὸ τὸν ἐπίσκοπο Ἰωάννη. Ποτὲ δὲν ἄφηνε ἀπὸ τὰ χέρια της τὸ κομποσχοίνι ποὺ τῆς εἶχε δώσει, τὸ ὁποῖο ἀπὸ τὴ συνεχῆ χρήση εἶχε γίνει γκρὶ (ἀπὸ ἄσπρο, ὅπως συνηθίζουν οἱ Ρῶσοι). Τὸ τοποθέτησαν στὸν τάφο μαζί της.
.               Ὅταν ἄρχισε ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος ἡ πρεσβυτέρα ἀντιμετώπισε πολλὲς νέες δοκιμασίες. Ὁ ἕνας γυιός της συνελήφθη, τοὺς ἄλλους δύο τοὺς ἔστειλαν στὸ μέτωπο, ἀπ’ αὐτοὺς ὁ μεγαλύτερος δὲν γύρισε ποτέ! Αὐτὴ ἡ ἴδια ὑπέφερε ἀπὸ τὴν πείνα. Ἀλλὰ πάντοτε παρέμενε ἡ ἴδια ἤρεμη πρεσβυτέρα, ποὺ πάντοτε ἤλπιζε στὸν Θεό. Κάποτε ὅμως ἄρχισε νὰ ἔχη ἀμφιβολίες, βλέποντας τόσες πολλὲς δυστυχίες νὰ ἔρχονται στοὺς πιστούς. Ἀναρωτιόταν μήπως πραγματικὰ εἶχε ἔλθη τὸ τέλος τῆς χριστιανικῆς πίστεως γιὰ τὴ Ρωσία. Μ᾽ αὐτὲς τὶς σκέψεις ἔπεσε νὰ κοιμηθῆ καὶ εἶδε ἕνα ὄνειρο. Ἡ Θεοτόκος τῆς εἶπε: «Ὅσο ἀνάβει τὸ καντήλι μπροστὰ στὴ λειψανοθήκη τοῦ ἁγίου Σεργίου, ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία θὰ ἀντέχη». Ἡ πρεσβυτέρα ἐξακολουθοῦσε νὰ ἀμφιβάλλη καὶ γι᾽ αὐτὸ προσευχήθηκε: «Ὦ Ὑπεραγία Θεοτόκε, ἂν ἤσουν πράγματι Ἐσύ, κάνε νὰ δῶ αὐτὸ τὸ ὄνειρο γιὰ δεύτερη φορά». Τὴν ἑπομένη νύχτα πράγματι εἶδε πάλι τὸ ἴδιο ὄνειρο. Ὅταν τὸ διηγεῖτο αὐτὸ ἡ πρεσβυτέρα, δὲν παρέλειπε νὰ προσθέτη: «Καὶ τὸ καντήλι εἶναι ἀκόμη ἀναμμένο!».
.               Τὰ χρόνια περνοῦσαν. Ἡ πρεσβυτέρα ζοῦσε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ζωῆς ὅπως καὶ προηγουμένως. Πάντοτε τὴν περιτριγύριζαν πολλοὶ ἄνθρωποι, ἐπειδὴ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ π. Ἠλία ἀνέλαβε τὴν καθοδήγηση τῶν πνευματικῶν του τέκνων, ὅπως τῆς εἶχε ζητήσει ὁ ἴδιος. Κάτω ἀπὸ τόσο δύσκολες συνθῆκες, οἱ ὁποῖες ἀνάγκαζαν ἀκόμη καὶ πολλοὺς κληρικοὺς νὰ ἀποστατοῦν ἀπὸ τὴν πίστη, αὐτὴ κρατοῦσε κοντὰ στὴν Ἐκκλησία ἕναν μεγάλο ἀριθμὸ ἀνθρώπων. Ἀμέσως μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου ἡ πρεσβυτέρα πῆρε ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸν μικρότερο γυιό της. Τῆς ἔγραφε ὅτι γυρνοῦσε ἀπὸ τὸ μέτωπο. Ὅλα τὰ παράθυρα τοῦ σπιτιοῦ της ἦταν σπασμένα καὶ ἡ πρεσβυτέρα ἤθελε νὰ τὰ ἐπισκευάση, πρὶν ἔρθη ὁ γυιός της. Γι᾽ αὐτὴ τὴ δουλειὰ ὅμως χρειαζόταν τουλάχιστον ἑκατὸ ρούβλια, ἐνῶ αὐτὴ δὲν εἶχε οὔτε ἕνα καπίκι. Ὡς συνήθως, ἡ πρεσβυτέρα ἔσπευσε στὴν προσευχή. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα ἦρθε μία νεαρὴ κόρη καὶ τῆς ἔδωσε ἑκατὸ ρούβλια! Φυσικὰ ἡ πρεσβυτέρα ἔμεινε σὰν κεραυνόπληκτη ἀπὸ ἔκπληξη, παίρνοντας ἕνα τέτοιο δῶρο ἀπὸ ἕνα ἄγνωστο κορίτσι. Ἀλλὰ ἡ κόρη τῆς ἐξήγησε ὅτι τὴ νύχτα εἶδε στὸ ὄνειρό της τὴ μητέρα της, μία ἐνορίτισσα τοῦ π. Ἠλία ποὺ εἶχε πεθάνει πρὶν ἀπὸ ἀρκετὸ καιρό, καὶ τῆς εἶπε: «Θέλεις νὰ δώσης στὴν πρεσβυτέρα Εὐγενία ἑκατὸ ρούβλια γιὰ μνημόσυνο τῆς ψυχῆς μου;». Κι ἔτσι ὁ Κύριος γιὰ ἄλλη μία φορὰ βοήθησε θαυματουργικὰ τὴν πρεσβυτέρα.
.               Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς της ἡ πρεσβυτέρα ἔλαβε ἀπὸ τὸν Κύριο ὁλοφάνερα τὸ διορατικὸ χάρισμα. Μία φορὰ πήγαινε στὴν ἐκκλησία μὲ μία πνευματική της κόρη. Μὲ τὸ συνηθισμένο γρήγορο βῆμα της προσπέρασε δύο χωριατόπαιδα, τὰ ὁποῖα ἔβλεπε γιὰ πρώτη φορά. Ἡ πρεσβυτέρα, χωρὶς νὰ σταματήση, τὰ χτύπησε ἐλαφρὰ στὸ κεφάλι καὶ εἶπε: «Νικόλαος καὶ Σέργιος». Τότε ἡ συνοδός της ἀπεφάσισε νὰ ἐλέγξη τὸν λόγο τῆς πρεσβυτέρας. Σταμάτησε καὶ ρώτησε τὰ ἀγόρια πῶς ὀνομάζονται. Ἡ ἀπάντησι ἦταν: «Νικόλαος καὶ Σέργιος!».
.               Ἤδη ἡ πρεσβυτέρα, κατὰ θεία παραχώρηση, εἶχε ὑποφέρει πάρα πολλοὺς πειρασμοὺς καὶ δοκιμασίες, ἀλλ᾽ ὅμως ὁ Κύριος ἤθελε νὰ δοκιμάση τὴν πίστη της μέχρι τέλους, καὶ κατὰ κάποιο τρόπο νὰ διακηρύξη καὶ νὰ δείξη σ’ ἕναν κόσμο ποὺ εἶχε παραφρονήσει, ὅλες τὶς ἀρετὲς τῆς δούλης Του. Στὰ ὀγδόντα της χρόνια ἡ πρεσβυτέρα ἔπεσε καὶ ἔσπασε τὰ πλευρά της καὶ λόγῳ ἐσφαλμένης θεραπείας οἱ μῦς ἔγιναν ἀτροφικοί. Ἔτσι, μέχρι τὸν θάνατό της δὲν μπόρεσε πιὰ νὰ σηκωθῆ ἀπὸ τὸ κρεββάτι της. Γιὰ δέκα ὁλόκληρα χρόνια ἦταν κατάκοιτη καὶ περνοῦσε τὸν καιρό της μὲ τὴ μελέτη, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν πνευματικὴ τροφοδότηση πολλῶν. Στὰ ἐνενήντα της χρόνια, λόγῳ ἀπρόσεκτης νοσηλείας, ἔπαθε “κατάκλιση” (πληγὲς λόγῳ συνεχοῦς κατακλίσεως) καὶ τὸ σῶμα της ἔγινε τόσο σαθρό, ὥστε αὐτοὶ ποὺ φρόντιζαν τὴν καθαριότητά της μποροῦσαν νὰ δοῦν τὰ ὀστᾶ τῆς σπονδυλικῆς της στήλης. Ὑπέφερε πάρα πολύ. Ἡ νύφη της (ζοῦσε μὲ τὸν μικρότερο γυιό της) συχνὰ τὴν περιγελοῦσε καὶ κάποτε τῆς εἶπε:
—Νά, ἐσὺ ἔδωσες τὰ πάντα στὸν Θεό σου, καὶ τὸν ἄνδρα σου καὶ τὰ παιδιά σου. Αὐτὸς τώρα πῶς σὲ ξεπληρώνει ἔτσι;
—«Ὃν ἀγαπᾶ Κύριος παιδεύει» (Παροιμ. γ´ 12), ἀπάντησε ἡ πρεσβυτέρα.
—Ἔ, τότε γιατί παιδεύει καὶ μένα ἐξ αἰτίας σου;
Ἡ πρεσβυτέρα χαμογέλασε καὶ εἶπε:
—Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀγαπᾶ καὶ σένα!
.               Στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς της ἡ πρεσβυτέρα ἀσχολήθηκε σοβαρὰ μὲ τὴν συγγραφὴ τῶν ἀπομνημονευμάτων της. Προφανῶς, εἶχε ἀντιληφθῆ τὴ μεγάλη σπουδαιότητα ποὺ εἶχαν τὰ γεγονότα τόσο τῆς δικῆς της ζωῆς, ὅσο καὶ τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ποὺ ἔζησαν κοντά της. Ἀγαποῦσε νὰ θυμίζη ὅτι ἦταν αὐτόπτης μάρτυς τῆς ἀναγνωρίσεως πολλῶν ἁγίων, καὶ κυρίως τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ καὶ τοῦ ἁγίου Ἑρμογένους τῆς Μόσχας. Καὶ συχνὰ προσέθετε: «Καὶ θὰ πεθάνω, ὅταν θὰ γίνη μία ἀναγνώριση». Δὲν διευκρίνιζε ποιὸς ἅγιος ἐπρόκειτο νὰ ἀναγνωρισθῆ, ἀλλὰ προφανῶς ἐννοοῦσε τοὺς Νεομάρτυρες, ἀφοῦ ἕνα μήνα πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό της εἶπε: «Γνωρίζετε καλὰ τὸν παπά μου, καὶ τὸν ἐπίσκοπο Ἰωάννη, καὶ τὸν π. Πέτρο Λαγκώφ, καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους —ὅλοι τους εἶναι ἅγιοι Μάρτυρες». Καὶ μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση ἐπανέλαβε: «Ἅγιοι Μάρτυρες!».
.               Λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκδημία της κάλεσαν ἕναν ἱερέα γιὰ νὰ τῆς μεταδώση τὴν θεία Μετάληψη. Μόλις ἔλαβε τὰ τίμια Δῶρα, αὐτὴ ἡ ὑπέργηρη γυναίκα, ἡ ὁποία στὴν πράξι ἦταν ἤδη νεκρή, ξαφνικὰ μὲ καθαρὴ φωνὴ εἶπε: «Ἀγαπητέ μου πάτερ! Κύριε ἐλέησον! Τί εὐτυχία!». Ὁ Ἱερεὺς γονάτισε μπροστὰ στὸ κρεββάτι της καὶ τὴν παρακάλεσε: «Καλή μου πρεσβυτέρα, ὅταν συναντήσεις τὸν Κύριο, ἐνθυμήσου καὶ μένα, τὸν ἁμαρτωλό!». Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες ἡ πρεσβυτέρα ἔφυγε ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο. Τὰ παιδιά της καὶ ὅλοι ἐμεῖς στεκόμασταν γύρω της. Ξαφνικὰ εἴδαμε κάτι ποὺ δὲν τὸ εἴχαμε ξαναδῆ ποτὲ ἄλλοτε, οὔτε πρόκειται νὰ τὸ δοῦμε ἄλλη φορά: τὸ πρόσωπό της ἄρχισε νὰ μεταβάλλεται καὶ ἀπὸ μία συνηθισμένη ἁπλὴ ταπεινὴ γριά, ὅπως τὴ βλέπαμε πάντοτε, ἔγινε μία ἐντελῶς ἀσυνήθιστα θαυμαστή, ὁλόλαμπρη γυναίκα. Ἕνας γυιός της ψιθύρισε: «Ἴσως τώρα μόλις συνάντησε τὸν παπά της!». Ἕνα λεπτὸ ἀργότερα ὅλα πέρασαν, ἡ ψυχή της βγῆκε ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ ἡ πρεσβυτέρα φαινόταν σὰν ἕνας συνηθισμένος νεκρὸς ἄνθρωπος[6].
.               Ἡ πρεσβυτέρα Εὐγενία ἔζησε μία μακρὰ καὶ ἐξαιρετικὰ δύσκολη ζωή. Ποτὲ δὲν ὕψωσε τὴ φωνή της, σὲ κανένα δὲν ἔκανε τὸν δάσκαλο, ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ἥσυχης, ταπεινῆς ἠλικιωμένης γυναίκας ἦταν ἡ καλύτερη διδασκαλία τῆς χριστιανικῆς εὐσέβειας, γιὰ ἐκείνους ποὺ θέλουν, στὴν ἄθεη ἐποχή μας, νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἁγία Ναταλία, ἡ ὁποία ἐπέζησε μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Ἀδριανοῦ καὶ “ἐτελειώθη ἐν εἰρήνῃ”, ἔτσι καὶ ἡ πρεσβυτέρα Εὐγενία ἦταν καὶ αὐτὴ μάρτυς μαζὶ μὲ τὸν “μαρτυρικῶς τελειωθέντα” σύζυγό της πατέρα Ἠλία.

Μοναχὴ Μαρία Γιεράστοβα

[1] .RUSSIA’S CATACOMB SAINTS. Lives of the new Martyrs. Saint Herman of Alaska Press, Platina California 1982. σελ. 404-416.

[2] «Κλῆρος» εἶναι τὸ παραπέτασμα (εἰκονοστάσι) πίσω ἀπὸ τὸ ὁποῖο ψάλλει ἡ μικτὴ χορωδία, χωρὶς νὰ εἶναι ὁρατὴ ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα.

[3] NKVD: Ἡ Σοβιετικὴ μυστικὴ ἀστυνομία ἡ ὁποία κατὰ περιόδους εἶχε διαφορετικὰ ὀνόματα: GPU, NKVD, Chcka, MVD καὶ τελευταία KGB.

[4] Εἰρωνικὸ ὑπονοούμενο γιὰ τὴν προθυμία της.

[5] Κατ᾽ ἄλλη ἐτυμολογία Ἠλίας σημαίνει: “ὁ Ἰεχωβὰ εἶναι Θεός μου”.

[6] Παρόμοιο θαυμαστὸ γεγονὸς ἀναγράφεται ἀτὸ συναξάρι τῆς ἁγίας Θεοδώρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ (29 Αὐγούστου καὶ 5 Ἀπριλίου) τῆς ὁποίας ὁ βίος παρουσιάζει μερικὲς ὁμοιότητες μὲ τὴν ζωὴ τῆς πρεσβυτέρας Εὐγενίας.

ΠΗΓΗ: proskynitis.blogspot.gr (ἀπὸ impantokratoros.gr)

Σχολιάστε