Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἄσκηση

ΑΣΚΗΣΗ καὶ ΙΕΡΑΡΧΙΑ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἄσκηση καὶ ἱεραρχία 

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ἀπομαγνητοφωνημένη Ὁμιλία κατά τόν Ἑσπερινό τῆς Συγχωρήσεως,
στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Δημητρίου Ναυπάκτου,
10 Μαρτίου 2019

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

[…]

.             Ἐφέτος ἔχουμε καθιερώσει νά ἀσχοληθοῦμε μέ τό θέμα τῆς ἀσκήσεως, γιά τό τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἄσκηση μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ὁ καθένας θά ἀναπτύσση μέ τόν δικό του τρόπο μιά ἰδιαίτερη πλευρά τοῦ θέματος αὐτοῦ.
.             Αὐτό εἶναι πάρα πολύ σημαντικό νά λέγεται, διότι τίποτα δέν γίνεται ἀπροϋποθέτως μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅπως καί γενικότερα ὅ,τι κάνει κανείς στήν ζωή του χρειάζεται νά ὑπάρχη προϋπόθεση. Γιά νά ἀποκτήση κανείς τήν ἀνθρώπινη γνώση καί σπουδή προϋπόθεση εἶναι ὁ ἀγώνας, ἡ ἄσκηση, ἡ προσπάθεια τήν ὁποία θά καταβάλη, προκειμένου νά ἀποκτήση τήν ἀνθρώπινη γνώση. Αὐτό ἀκριβῶς γίνεται καί μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Τίποτα δέν γίνεται ἀπροϋποθέτως. Εἶναι ἡ ἀνάγκη αὐτό νά λέγεται σήμερα γιατί, ὅσο περνᾶ ὁ καιρός τόσο καί περισσότερο ἀκούγονται διάφοροι πού ὁμιλοῦν καί κηρύττουν μέσα στήν Ἐκκλησία ἐν ὀνόματι τῶν Ἐπισκόπων, ἐν ὀνόματι γενικότερα τοῦ Χριστοῦ, καί ἰσχυρίζονται ἀπόψεις πού εἶναι ἀκατανόητες καί ἀπαράδεκτες ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως. Ὁμιλοῦν, γιά παράδειγμα, γιά τήν χαρά, ὁμιλοῦν γιά τόν γάμο, ὁμιλοῦν γιά τήν χριστιανική ζωή, ὁμιλοῦν γιά τήν θεία Λειτουργία, γιά τήν θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά αὐτό τό κάνουν ἐντελῶς συναισθηματικά καί ἀνθρώπινα, ἐντελῶς ἐξωτερικά. Ὅμως δέν μπορεῖ νά ὁμιλῆ κανείς γιά τά θέματα αὐτά παραθεωρώντας τήν ἄσκηση. Ἄρα ἡ ἄσκηση εἶναι ἀπαραίτητη μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας.Τό θέμα, τό ὁποῖο μέ μεγάλη συντομία θά παρουσιάσω στήν ἀγάπη σας σήμερα, ἔχει ἀνακοινωθῆ, εἶναι: «Ἄσκηση καί ἱεραρχία».

1.Τί εἶναι ἡ ἄσκηση

.             Ὁμιλώντας γιά ἄσκηση ἐννοοῦμε τήν γυμναστική, τήν ἐκγύμναση τῆς λογικῆς καί τοῦ σώματος καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο γιά ὅλους. Γιά παράδειγμα, ὁ ἀθλητής γιά νά ἐπιτύχη τά μεγάλα ρεκόρ, πρέπει νά κάνη πολύ μεγάλη ἄσκηση καί γυμναστική, νά ἀσκῆται ἐπί πολλές ὧρες τήν ἡμέρα. Καί ἄν θέλη νά συμμετάσχη στούς Ὀλυμπιακούς Ἀγῶνες, τότε χρειάζεται ὁπωσδήποτε ὀκτώ ὧρες τήν ἡμέρα νά γυμνάζεται κάτω ἀπό τήν καθοδήγηση ἑνός ἱκανοῦ καί πεπειραμένου προπονητοῦ.
.             Ὁ στρατιώτης προκειμένου νά ἐπιτύχη στόν ἀγώνα τόν ὁποῖο κάνει καί νά ἐπιφέρη καρπούς καί ἀποτελέσματα, γιά νά διατηρήση τήν ἀκεραιότητα τῆς πατρίδας μας, πρέπει καί ἐκεῖνος νά ἀσκῆται καθημερινῶς μέ τά γυμνάσια, ὥστε νά ἀποκτήση τήν ἱκανότητα νά ἀντιμετωπίση τά προβλήματα πού θά ἀνακύψουν.
.             Ὁ ἐπιστήμονας προκειμένου νά ἀποκτήση τήν ἀνθρώπινη γνώση, καί κυρίως ὁ ἐρευνητής, πρέπει νά παραμείνη πολλές ὧρες στά ἐργαστήρια, γιά νά κάνη ἔρευνα πού θά βοηθήση τούς ἀνθρώπους καί θά τούς ἀπαλλάξη ἀπό κάποιες ἀσθένειες, πού ἔρχονται στήν ζωή μας.
.             Ἔτσι ἀκριβῶς καί ὁ Χριστιανός πρέπει νά ἀσκῆται. Τό βλέπουμε αὐτό διάχυτα μέσα στήν Ἁγία Γραφή καί σέ ὅλη τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐάν δέ καί ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐάν μή νομίμως ἀθλήσῃ» (Β΄ Τιμ. β΄, 5). Ἐδῶ πρόκειται περί πνευματικῆς ἀθλήσεως. Καί ἀναφέρει παραδείγματα ἀπό τόν ἀθλητή, ὁ ὁποῖος πρέπει νά ἀγωνιστῆ νομίμως γιά νά ἀνταποκριθῆ στό ἔργο τό ὁποῖο ἐπιτελεῖ.
.             Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε στούς Ἀποστόλους: «Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καί ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμέ ἀθετεῖ» (Λουκ. ι΄, 16). Ἐκεῖνος πού ἀκούει ἐσᾶς, δηλαδή αὐτά πού θά διδάσκετε, ἐκεῖνος ἀκούει ἐμένα, καί ἐκεῖνος πού ἀθετεῖ ἐσᾶς, θά ἀθετήση ἐμένα. «Ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε» (Ἰω. ιδ΄, 15). Αὐτή εἶναι μία καθημερινή ἄσκηση τήν ὁποία κάνουμε, γιά νά τηροῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας.
.             Ὁπότε, ὅταν μιλᾶμε γιά ἄσκηση, ἐννοοῦμε τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε μπροστά μας τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος μᾶς φανέρωσε τήν ἀλήθεια, εἶναι τό πρότυπό μας, εἶναι τό ἀρχέτυπο τῆς δημιουργίας μας, εἶναι ἐκεῖνος πού μᾶς ἀναδημιούργησε, ὁ Ὁποῖος ἐνηνθρώπησε, μᾶς ἔδωσε ἐντολές τί πρέπει νά κάνουμε καί πῶς πρέπει νά ἐφαρμόσουμε αὐτές τίς ἐντολές. Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἄσκηση μέσα στήν Ἐκκλησία μας.

2. Τί εἶναι ἡ ἱεραρχία

.             Ἡ λέξη ἡ ἱεραρχία σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μία διαβάθμιση, μία ἱεράρχηση τῶν ἔργων τά ὁποῖα ἐπιτελοῦμε, μία ἱεράρχηση τῶν διαφόρων ἀξιῶν καί κατηγοριῶν. Παντοῦ σέ ὅλα τά στρώματα της κοινωνίας ὑπάρχει μία ἱεράρχηση, ὅπως καί στόν στρατό ὑπάρχουν οἱ ἀξιωματικοί μέ διάφορους βαθμούς, καί οἱ στρατιῶτες. Ἄρα λέμε ὅτι στόν στρατό ὑπάρχει μία ἱεραρχία, δέν μπορεῖ κανείς νά κάνη ὅ,τι θέλει. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια, λοιπόν, ἡ ἱεραρχία εἶναι μία διαβαθμισμένη ὀργάνωση, ἡ ὁποία δομεῖται σέ ἀνώτερους καί κατώτερους στρατιωτικούς. Αὐτό σημαίνει ἱεραρχία.
.             Συνήθως σήμερα ὅταν μιλᾶμε γιά ἱεραρχία στήν Ἐκκλησία, ὁ νοῦς μας πηγαίνει στήν συνάντηση ὅλων τῶν Μητροπολιτῶν πού γίνεται, γιά νά λύσουν διάφορα θέματα, ἡ σύγκληση τῆς Ἱεραρχίας, ἀλλά δέν εἶναι μόνο αὐτό ἱεραρχία, εἶναι αὐτό πού εἶπα προηγουμένως, ἡ διαβάθμιση τῆς κλίμακος πού δομεῖται σέ ἀνώτερους καί κατώτερους.
Φυσικά θά ὁμιλήσω στήν συνέχεια γιά τήν ἱεραρχία, ἔχοντας ὑπ’ ὄψη μου αὐτά πού ἔγραψε ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ μεγάλος αὐτός ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὁποῖος, μεταξύ τῶν ἄλλων ἔργων, ἔχει γράψει καί δύο κείμενα πού τά τιτλοφορεῖ τό ἕνα «περί οὐρανίου ἱεραρχίας», πού παρουσιάζει τήν ἱεραρχία πού ὑπάρχει στόν οὐράνιο κόσμο, τούς ἀγγέλους, καί τό ἄλλο «περί ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας», ὅτι δηλαδή καί μέσα στήν Ἐκκλησία ὑπάρχει μία ἱεραρχία.
.             Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ὅταν μιλᾶ γιά τήν ἱεραρχία, λέγει ὅτι ἱεραρχία εἶναι μία ἱερή πολιτεία, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ἱεραρχικῶς καί θεαρχικῶς. Πρῶτα-πρῶτα λετουργεῖ ἱεραρχικῶς, δηλαδή ὑπάρχει μία διαβάθμιση, αὐτό πού εἶπα προηγουμένως. Στήν οὐράνια ἱεραρχία ὑπάγονται οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἀρχάγγελοι, καί στήν ἐκκλησιαστική ἱεραρχία εἶναι ἡ διάκριση μεταξύ τῶν πιστῶν καί τῶν Κληρικῶν. Κάτω ἀπό τούς κληρικούς εἶναι οἱ πιστοί τῆς Ἐκκλησίας σέ διάφορες κατηγορίες, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καθαίρονται, φωτίζονται καί τελειοῦνται. Καί κάτω ἀπό τούς πιστούς ὑπάρχουν οἱ τάξεις τῶν κατηχουμένων.
.             Ὑπάρχει, δηλαδή, μία ἱεραρχία, εἶναι ἡ ἱερά πολιτεία, τό «θεῖο κάστρο», τό ὁποῖο λειτουργεῖ ἱεραρχικῶς, ἀλλά ταυτόχρονα λειτουργεῖ καί θεαρχικῶς. Θεαρχικῶς σημαίνει ὅτι εἶναι ὁ Θεός ὁ ὁποῖος ἔβαλε αὐτήν τήν τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία, φυσικά ἀνάλογα μέ τό πῶς ἀνταποκρίνονται καί οἱ ἄνθρωποι στήν ἐνέργειά Του.
.             Ἄρα ὁ Θεός ὁ ἴδιος εἶναι ἡ θεαρχία, εἶναι ἡ ἀρχή τῆς θεώσεως ὅλων ἐκείνων πού εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία καί ἀνταποκρίνονται σέ αὐτό τό ἔργο. Ὁ Θεός, λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, εἶναι τό «θεοπρεπές κάλλος», εἶναι ἡ θεοπρέπεια, εἶναι ἡ ὀμορφιά αὐτή πού «μεταδίδει ἀπό τό φῶς του σέ κάθε ὄν κατά τήν ἀξία του».
.             Νά σκεφθῆτε τόν ἥλιο, ὁ ὁποῖος ἔχει τήν λάμψη, τήν ὀμορφιά του καί στέλνει τίς ἀκτίνες του καί ὁ καθένας κατά ἀναλογία παίρνει τό φῶς ἀπό τόν ἥλιο. Στήν ἐκκλησιαστική, ὅμως, ἱεραρχία ὁ Θεός εἶναι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καί ἔχει τό «θεοπρεπές κάλλος».

3. Τά «μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως»

.             Ἀπό τά προηγούμενα φαίνεται ὅτι ἱεραρχία εἶναι «μιά εἰκόνα τῆς θεαρχικῆς ὡραιότητος, ἡ ὁποία (θεαρχική ὡραιότητα) τελεῖ τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεώς της καί τά τελεῖ μέ ἱεραρχικές τάξεις καί μέ ἐπιστῆμες».
.             Ἐδῶ ἔχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία αὐτή ἡ φράση τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ὅτι ἡ ἱεραρχία εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς θεαρχικῆς ὡραιότητος ἡ ὁποία τελεῖ τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεώς της.
.             Σήμερα ἐμεῖς μιλοῦμε γιά μυστήρια καί ἐννοοῦμε τήν Βάπτιση, τό Χρίσμα, τήν θεία Εὐχαριστία, τόν γάμο, τήν ἱερωσύνη κλπ. Βεβαίως, αὐτά εἶναι τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μέ τά ὁποῖα μεταδίδεται ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους. Ὅμως, ὁ ἅγιος Διονύσιος προχωρεῖ βαθύτερα καί λέγει ὅτι μέσα στήν ἐκκλησιαστική ἱεραρχία ὑπάρχουν «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως», ἐπί τῇ βάσει τῶν ὁποίων γίνονται τά ἄλλα μυστήρια μέσα στήν Ἐκκλησία. Καί αὐτά «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως», δηλαδή τά μυστήρια τοῦ φωτός, αὐτά γίνονται μέ τίς ἱεραρχικές τάξεις καί τίς ἐπιστῆμες.
.             Τί εἶναι αὐτή ἡ ἱεραρχική τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία; Εἶναι φυσική καταγωγή; Φυσικά ὄχι. Ποιές εἶναι οἱ τάξεις μέσα στήν Ἐκκλησία;
.             Λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ὅτι «τάξη ἱεραρχίας εἶναι ἄλλοι νά καθαίρωνται καί ἄλλοι νά καθαίρουν», εἶναι ἐκεῖνοι πού καθαρίζονται καί ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιτετραμμένοι στό νά καθαρίζουν. «Ἄλλοι νά φωτίζωνται καί ἄλλοι νά φωτίζουν, ἄλλοι νά τελειώνωνται καί ἄλλοι νά τελειώνουν» αὐτούς πού ἐπιδέχονται τήν τελείωση.
.             Φαίνεται καθαρά ὅτι τά μυστήρια γιά τά ὁποῖα κάνει λόγο ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης εἶναι «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως», τά μυστήρια τά ὁποῖα ἐνεργεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καί δημιουργεῖ τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση. Αὐτή εἶναι ἡ ἱεραρχική τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία.
.             Ἔτσι, αὐτά «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως» μέσα στήν Ἐκκλησία γίνονται ὄχι μόνον μέ τίς ἱεραρχικές τάξεις, ἀλλά καί μέ τήν ἐπιστήμη. Ὅταν ὁ ἅγιος Διονύσιος κάνει λόγο γιά «ἐπιστήμη», ἐννοεῖ τήν γνώση καί ὄχι τήν γνώση τήν διανοητική, ἀλλά ἐννοεῖ τήν πνευματική γνώση, ἀλλά συγχρόνως ἐννοεῖ καί τήν ἄσκηση. Ὅταν μιλᾶμε γιά ἐπιστήμη εἶναι καί ἡ γνώση καί ἡ ἄσκηση, προκειμένου νά ἐπιτύχη κανείς τήν ἐπιστήμη.
.             Συνεπῶς, αὐτή εἶναι ἡ ἱεραρχία. Ὁ Θεός εἶναι τό «θεοπρεπές κάλλος», ἡ ὀμορφιά, ὁ ἄκτιστος ἥλιος πού στέλλει τίς ἀκτίνες του καί ἐμεῖς φωτιζόμαστε καί λαμβάνουμε αὐτήν τήν Χάρη καί τόν φωτισμό.

4. Ἱεραρχία καί ἐνανθρώπηση

.             Αὐτή ἡ ἱεραρχία συνδέεται καί μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἔχουμε τόν ἥλιο πού φωτίζει τούς πλανῆτες ἀνάλογα μέ τήν δυνατότητα πού ἔχει κάθε ἕνας ἀπό αὐτούς καί ἔχουμε καί τόν ἄκτιστο ἥλιο, τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος.
.             Φαντάζεστε κάποτε ὁ αἰσθητός ἥλιος πού φωτίζει ὅλο τό πλανητικό μας σύστημα νά μετακινηθῆ καί νά ἔλθη μέσα στήν γῆ, νά ἔλθη μέσα στό σπίτι μας; Φοβερό! Καί ὅμως ὁ ἄκτιστος ἥλιος, δηλαδή ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί ἔγινε ὁ ἄνθρωπος. Αὐτήν τήν ἐνανθρώπηση ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης τήν ὀνομάζει «θεοπλαστία». Δηλαδή, «θεοπλαστία», εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ὁποία ὁ Θεός θέωσε τήν ἀνθρώπινη φύση καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν δυνατότητα καί ἐκεῖνος νά θεωθῆ, νά ἁγιασθῆ. Μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μόνον ἄνθρωπος, ἀλλά εἶναι ὑπέρ τούς ἀνθρώπους καί κατά τούς ἀνθρώπους, ἐπειδή ἔχει τήν ἀνθρώπινη φύση καί εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχήν φιλάνθρωπος, ὄχι ἁπλῶς ἄνθρωπος, ἀλλά φιλάνθρωπος.
.             Καί ὁ Χριστός, λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ἀσκεῖ στήν ἱεραρχία μία καινούργια ἐνέργεια. Πρίν τήν ἐνανθρώπηση ὁ Θεός φώτιζε ὅλον τόν κόσμο, τώρα ὅμως μέ τήν ἐνανθρώπηση ἀσκεῖ μία καινούργια ἐνέργεια καί αὐτήν τήν ἐνεργεια τήν ὀνομάζει «θεανδρική ἐνέργεια», ὄχι ὅμως μέ τήν ἔννοια ὅτι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔχει μόνο μία ἐνέργεια, ἐνῶ ἔχει δύο φύσεις.
.             Ἄν διαβάση κανείς τά συμφραζόμενα, θά δῆ ὅτι ἡ «θεανδρική ἐνέργεια» εἶναι μία καινούργια ἐνέργεια μέσα ἀπό τήν ἴδια τήν θεαρχία. Δηλαδή, τώρα ἡ θεαρχία δέν εἶναι ἔξω ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά εἰσέρχεται μέσα στόν κόσμο, μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί προσφέρει αὐτήν τήν ἐνέργεια καί τόν φωτισμό σέ ὅλη τήν κτίση, ἰδιαίτερα στούς ἀνθρώπους.
Αὐτή, λοιπόν, εἶναι ἡ ἱεραρχία κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη.

5. Τί κάνει ἡ ἱεραρχία μέ τά «μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως»

.             Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης λέγει ὅτι ἡ ἱεραρχία «καθιστᾶ τούς θιασῶτες του θεῖα ἀγάλματα». Ὅταν κάνουμε λόγο γιά ἀγάλματα, ἐννοοῦμε κάτι τό ὁποῖο μᾶς προκαλεῖ ἀγαλλίαση, χαρά, τό βλέπουμε καί χαιρόμαστε, ἀγαλλόμαστε, ὁπότε αὐτό πού μᾶς προξενεῖ τήν ἀγαλλίαση λέγεται ἄγαλμα. Λέγει, λοιπόν, ὁ ἅγιος: «Καθιστᾶ τούς θιασῶτες του θεῖα ἀγάλματα», δηλαδή τούς φωτίζει καί γίνονται καί ἐκεῖνοι ἀντικείμενα ἀγαλλιάσεως, τούς καθιστᾶ «πεντακάθαρους καί ἀκηλίδωτους καθρέπτες», γίνονται καθρέπτες πεντακάθαροι καί ἀκηλίδωτοι, ὁπότε ὅταν φωτίζονται, γίνονται ὁλόλαμπροι. Ἔτσι, καθιστᾶ τούς θια-σῶστες του πεντακάθαρους καθρέπτες «δεκτικούς τῆς ἀρχίφωτης καί θεαρχικῆς ἀκτίνας πού γεμίζουν οἱ ἴδιοι ἀπό τήν ἱερά αἴγλη πού τούς δίνεται καί τήν ἀντανακλοῦν ἀφθόνως στούς ἑπομένους σύμφωνα μέ τούς ἱερούς θεσμούς».
.             Ὑπάρχει τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία, ὁπότε ἕνας δέχεται τίς ἀκτίνες τῆς θεαρχίας, τίς ἀκτίνες τοῦ Θεοῦ, εἶναι λαμπρότατος καθρέπτης, ἄγαλμα θεῖο, καί ἐφ’ ὅσον εἶναι καθρέπτης ἱερότατος, στήν συνέχεια μεταδίδει αὐτήν τήν αἴγλη καί τήν ὀμορφιά καί στήν ἑπόμενη τάξη. Ἔτσι, θεώνει τούς μέν, ἐκεῖνοι μεταδίδουν σέ αὐτούς πού εἶναι στόν φωτισμό καί αὐτοί πού εἶναι στόν φωτισμό μεταδίδουν αὐτήν τήν χάρη, ἐνέργεια καί ἀγλαΐα, σέ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι καθαρίζονται καί εἶναι στήν τάξη τῶν καθαιρομένων.
.             Βλέπετε, λοιπόν ποιά εἶναι τά μυστήρια μέσα στήν Ἐκκλησία. Τά πραγματικά μυστήρια εἶναι αὐτά πού προκαλεῖ ἡ Θεαρχία, δηλαδή ὁ ἴδιος ὁ Θεός πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς θεώσεως καί ἐκπέμπει αὐτές τίς ἀκτίνες καί ἀνάλογα μέ τήν κατάσταση στήν ὁποία βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος ἐλλάμπεται καί μετά ἀκτινοβολεῖ αὐτήν τήν ἔλλαμψη καί στούς ἄλλους.

6. Ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας

.             Στό σημεῖο αὐτό θέλω νά συνδέσω τήν ἱεραρχία μέ τήν ἄσκηση. Ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας; Γιατί ὑπάρχει αὐτή ἡ ἱεραρχία;
Λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης: «Οὗτος ἐστίν τῆς καθ’ ἡμᾶς ἱεραρχίας σκοπός», δηλαδή αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς δικῆς μας ἱεραρχίας. Ποιός; «Ἡ πρός Θεόν ἡμῶν, ὡς ἐφικτόν, ἀφομοίωσίς τε καί ἕνωσις». Ὁ σκοπός τῆς δικῆς μας ἱεραρχίας εἶναι, κατά τό ἐφικτόν, ὅπως εἶναι δυνατόν, ἡ ἀφομοίωση μέ τόν Θεό καί ἡ ἕνωση μέ τόν Θεό. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας.
.             Καί πῶς ἐπιτυγχάνεται καί πραγματοποιεῖται αὐτός ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας; «Ταύτης δέ ὡς τά θεῖα διδάσκει Λόγια», πού εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή, Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, «ταῖς τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν ἀγαπήσεσι καί ἱερουργίαις μόνως τευξόμεθα».
.             Πρέπει νά γίνη μιά μικρή ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ χωρίου πού εἶναι καταπληκτικό.
.             Ὅποιος διαβάζει τά ἔργα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί μάλιστα τό πῶς ἀντικρούει τόν Βαρλαάμ, θά δῆ ὅτι χρησιμοποιεῖ πολλές φορές αὐτό τό χωρίο τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, γιατί ἤθελε νά πῆ στόν Βαρλαάμ ὅτι δέν εἶναι ἡ φιλοσοφία ἐκείνη πού ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο. Ὁ Βαρλαάμ ἰσχυριζόταν ὅτι οἱ φιλόσοφοι ἔχουν τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ἀποκτοῦν μέ τήν φιλοσοφία. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει ὅτι δέν εἶναι οἱ φιλόσοφοι πού ἀποκτοῦν τήν ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά αὐτοί πού μετέχουν τῶν θείων, αὐτοί πού τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ.
.             Μάλιστα, ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὅταν ἀναφέρεται σέ αὐτό τό χωρίο, χρησιμοποιεῖ μία παραπομπή ἀπό τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ πού λέγει ὅτι ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν λόγο μου, «καί ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ἰω. ιδ΄, 23). Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν λόγο μου, καί τηρεῖ τίς ἐντολές μου, ἐκεῖνος θά ἀγαπηθῆ ἀπό τόν Πατέρα μου καί θά ἔλθουμε μαζί μέ τόν Πατέρα μου καί τό Ἅγιο Πνεῦμα καί θά μείνουμε μέσα του.
.             Ἄρα, λοιπόν, ἐδῶ φαίνεται ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία Ἐκκλησία ζῆ καί βιώνει τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ ἱεραρχικῶς καί θεαρχικῶς. Ποιός, λοιπόν, εἶναι ὁ σκοπός τῆς Ἱεραρχίας; Τό ἐπαναλαμβάνω: «Ταύτης (τῆς ἑνώσεως μέ τόν Θεό) ὡς τά θεῖα διδάσκει Λόγια, ταῖς τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις μόνως τευξόμεθα».
.             Ἐδῶ κάνει λόγο γιά τό πῶς κανείς ἁγιάζεται. Καί πρῶτα ἀναφέρει τό «μόνως», πού εἶναι ὁ μοναδικός τρόπος, ἡ ἀποκλειστικότητα, ἀποκλειστικά καί μόνο. Καί ποιός εἶναι αὐτός ὁ τρόπος; Ἡ τήρηση τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἐδῶ ὁμιλεῖ γιά τίς «σεβασμιώτατες ἐντολές», πού σημαίνει ἔχει ἀπόλυτο σεβασμό στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ.
.             Ἀλλά πῶς θά τηροῦμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ; Λέγει «ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις», μέ τό νά ἀγαπᾶμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ὄχι νά τό κάνουμε βαρετά, ἀλλά νά ἀγαπᾶμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί νά ἱερουργοῦμε, μέ μία ἔννοια νά ἀφήνουμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ νά ἱερουργοῦν μέσα μας. Γιατί οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ ἔχουν ἐνέργεια καί ὅταν κανείς τηρῆ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, τότε λαμβάνει τήν ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ καί αὐτή ἡ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἰσέρχεται μέσα μας καί μᾶς ἁγιάζει, ὅταν κάνουμε ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί λέμε: «Τό θέλει ὁ Θεός νά τό κάνω ἔτσι;», «ὅ,τι πεῖ ὁ Θεός».
.             Ὅταν τό κάνουμε αὐτό, δέν εἶναι ὅτι ἁπλῶς ἐφαρμόζουμε κάτι ἐξωτερικό, ἀλλά εἰσέρχεται μέσα στήν ὕπαρξή μας ἡ ἐνέργεια τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτή εἶναι ἡ ἄσκηση. Αὐτή εἶναι ἡ χριστιανική ἐπιστήμη, κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη.
.             Ὅταν λέμε ἐντολές τοῦ Θεοῦ, τί ἐννοοῦμε; Μᾶς λέγει ὁ Χριστός τί πρέπει νά κάνουμε στήν καθημερινή μας ζωή, τί ἀγώνα πρέπει νά κάνουμε. Διαβάζουμε τίς ἐντολές Του καί μᾶς λένε: «μήν κάνεις ἐκεῖνο ἤ νά κάνης τό ἄλλο». «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεό σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί τῆς ἰσχύος καί τόν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν». Μέσα σέ αὐτά τά δύο εἶναι ὅλες οἱ ἐντολές, ἡ ἀγάπη στόν Θεό καί ἡ ἀγάπη στόν ἀδελφό, ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου.
.             Ὑπάρχουν καί ἄλλες ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Αὐτό εἶναι ἐντολή τοῦ Χριστοῦ καί ὅταν βαπτίζεται κανείς, τότε κάνει ὑπακοή στόν Χριστό. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε στούς Μαθητές Του: «Μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν» (Ματθ. κη΄, 19-20). Βλέπετε, χρησιμοποιεῖ δύο λέξεις: «Βαπτίζοντες καί διδάσκοντες». Εἶναι τό Βάπτισμα καί ἡ διδασκαλία. Ὅταν, λοιπόν, οἱ γονεῖς φέρνουν τό παιδί τους στήν Ἐκκλησία νά τό βαπτίσουν, τότε ὑπακούουν στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ.
.             Ἐντολή τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Δέν εἶναι ἁπλῶς οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ ἠθικά παραγγέλματα, ἀλλά ἐντολή τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὅταν ὁ Χριστός τέλεσε τόν Μυστικό Δεῖπνο εἶπε στούς Μαθητές Του: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. Ὁσάκις γάρ ἄν ἐσθίετε τόν ἄρτον τοῦτον καί τό ποτήριον τοῦτο πίνητε, τόν ἐμόν θάνατον καταγγέλλετε καί τήν ἐμήν ἀνάστασιν ὁμολογεῖτε». Εἶπε, λοιπόν, στούς Μαθητές Του νά τελοῦν συνεχῶς τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.
.             Ἔτσι, ἡ τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἐντολή τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι ἄλλο οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί ἄλλο τά Μυστήρια. Καί κάθε φορά πού τελοῦμε τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἐμεῖς οἱ Κληρικοί, κάνουμε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ. Καί κάθε φορά πού ἔρχεστε ἐσεῖς στήν θεία Εὐχαριστία, κάνετε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ. Καί ὅταν κοινωνοῦμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, κατόπιν προετοιμασίας, κάνουμε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ καί εἰσέρχεται ἡ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ μέσα μας.
.             Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Σημαίνουν ὅτι τό μεγάλο μυστήριο μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία λειτουργεῖ ὡς ἱεραρχία καί δέχεται τήν Θεαρχία, τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Χριστοῦ πού ἔγινε ἄνθρωπος. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο μυστήριο. Τό μεγάλο μυστήριο εἶναι αὐτό πού καθαρίζει τόν ἄνθρωπο, πού τόν φωτίζει καί τόν θεώνει. Αὐτά εἶναι «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως». Καί αὐτό γίνεται καί μέ τήν ὑπακοή στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ στήν καθημερινή ζωή μας, καί μέ τήν προσευχή, γιατί ὁ Χριστός μᾶς εἶπε νά προσευχόμαστε, ἀλλά καί νά συμμετέχουμε στήν θεία Εὐχαριστία.
.             Ἑπομένως, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, γιά νά ὁλοκληρώσω τό σύντομο αὐτό κήρυγμα, θέλω νά πῶ ὅτι ἄσκηση δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Καί ἡ ἄσκηση αὐτή γίνεται ζώντας μέσα στήν Ἐκκλησία ἱεραρχικῶς, φωτιζόμενοι μέ τήν θεία ἐνέργεια καί μέ τήν δική μας συνέργεια, ἀλλά καί θεαρχικῶς. Καί βασικά, ὅταν τηρῆ κανείς μέ ἀγάπη -«ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις»- τίς σεβασμιώτατες ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, τότε ἁγιάζεται, μετέχει τοῦ Θεοῦ καί σώζεται μεσα στήν Ἐκκλησία.
.             Μακάρι αὐτή τήν κατανυκτική περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς νά μᾶς δώση ὁ Θεός νά καταλάβουμε τό φῶς πού ἔχει ἡ Ἐκκλησία, νά καταλάβουμε αὐτά τά μεγάλα «μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως» καί νά μετέχουμε σέ αὐτά καί κυρίως νά ἐπιτυγχάνουμε τήν σωτηρία μας «ταῖς τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις». Αὐτός εἶναι ὁ συνδυασμός ἀσκήσεως καί ἱεραρχίας. Εὔχομαι καλή καί εὐλογημένη Σαρακοστή.

 

Διαφημίσεις

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 2/65, Mάρτ. -Ἀπρ. 2016

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Μέρος E´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

 

Ἡ ὁδὸς Κυρίου ὡς ὁδὸς σωτηρίας (β´ μέρος)

.                 Ὁ Ψαλμικὸς στίχος: «γνώρισόν µοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσοµαι, ὅτι πρὸς σὲ ᾖρα τὴν ψυχήν µου» (Ψαλµ. ΡΜΒ, 8), ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς οὐσιώδεις διδασκαλίες τῆς Π. Διαθήκης. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας ἔχει 4-5 κεφάλαια πάνω στὴ θεολογία τῆς ὁδοῦ Κυρίου. Θὰ ἔλεγα, μάλιστα, ὅτι τὸ 35ο κεφάλαιο τοῦ Ἠσαΐα εἶναι ἡ σύνοψη ὅλης τῆς διδασκαλίας, γιὰ νὰ µὴν πῶ ἡ σύνοψη ὅλης τῆς Π. Διαθήκης, γιὰ νὰ µὴν πῶ ἡ σύνοψη ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Περιγράφει τὴ νέα δηµιουργία, αὐτὴ ποὺ καινουργεῖ τὸν κόσµο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, μιὰ ἄλλη μέρα, ἕναν ἄλλο καιρό, ἕναν ἄλλο τρόπο ζωῆς: «Εὐφράνθητι, ἔρηµος διψῶσα, ἀγαλλιάσθω ἔρηµος καὶ ἀνθήτω ὡς κρίνον» – ἡ ἔρηµος νὰ γίνει ἄνθος, ὅλη ἡ ἔρηµος. Ἤ, παρακάτω λέει: «ἐκεῖ ἔσται ὁδὸς καθαρὰ καὶ ὁδὸς ἁγία κληθήσεται. Αὐτὸς ὁ δρόµος εἶναι ἅγιος, καὶ οὐ µὴ παρέλθῃ ἐκεῖ ἀκάθαρτος, οὐδὲ ἔσται ἐκεῖ ὁδὸς ἀκάθαρτος· οἱ δὲ διεσπαρµένοι πορεύσονται ἐπ᾽ αὐτῆς καὶ οὐ µὴ πλανηθῶσι» (Ἠσ. ΛΕ´1 καὶ 7-8). Τὰ διεσκορπισµένα τέκνα τοῦ Θεοῦ (αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκόνα ποὺ παρουσιάζεται μέσα στὴν Ἁγία Γραφή), μόνον ἂν βροῦν αὐτὸν τὸν δρόµο, θὰ πάψουν νὰ εἶναι διασκορπισµένα καὶ δὲν θὰ πλανηθοῦν, ἂν ἀκολουθοῦν αὐτὸν τὸν δρόµο. Ἐκεῖ ἀπέδρα, ὀδύνη, λύπη, στεναγµός.
.                 Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ὁδὸς θεώσεως ἔχει στάδια, ἀπὸ τὴ νηπιότητα στὴν ὡριμότητα. Σύµφωνα μάλιστα μὲ μιὰ ἔξοχη διατύπωση τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἔπρεπε ὁ ἄνθρωπος πρῶτα νὰ δηµιουργηθεῖ, καὶ ἐν συνεχείᾳ κατὰ στάδια νὰ αὐξηθεῖ, νὰ ἀνδρωθεῖ, νὰ πληθυνθεῖ, νὰ ἐνισχυθεῖ, νὰ δοξαστεῖ καὶ τελικὰ νὰ φτάσει στὴ θέα τοῦ Θεοῦ, θέα ποὺ γεννάει τὴν ἀφθαρσία («Ἔδει δὲ τὸν ἄνθρωπον πρῶτον γενέσθαι, καὶ γενόµενον αὐξῆσαι, καὶ αὐξήσαντα ἀνδρωθῆναι, καὶ ἀνδρωθέντα πληθυνθῆναι, καὶ πληθυνθέντα ἐνισχύσαι, καὶ ἐνισχύσαντα δοξασθῆναι, καὶ δοξασθέντα ἰδεῖν τὸν ἑαυτοῦ δεσπότην. Θεὸς γὰρ ὁ μέλλων ὁρᾶσθαι, δράσις δὲ Θεοῦ περιποιητικὴ ἀφθαρσίας» (Εἰρηναίου, Κατὰ αἱρέσεων 4,38, 3, PG 7, 1108C).
.                 Στὸ σηµεῖο αὐτὸ ἀνοίγω παρένθεση, γιὰ νὰ ἐπισηµάνω ὅτι ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περὶ ἀρετῆς εἶναι ἐναρµονισµένη μὲ τὴν ἀντίστοιχη θεολογία τῆς ἀρχαιοελληνικῆς (Σημ. «Χρ. Βιβλ.»: στὸ περιοδ. “Ἐφημέριος” γράφεται «ἀρχαιολογικῆς») παράδοσης, ἀφοῦ τρεῖς αἰῶνες πρὶν τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἐπιτυγχάνεται, στὸ σηµεῖο αὐτό, ὄσµωση τῶν δύο προσεγγίσεων, μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς σοφιολογικῆς λεγοµένης γραµµατείας (Σοφία Σολοµῶντος, Ἐκκλησιαστής, Παροιμίες, Σοφία Σειράχ).
.                 Πράγµατι, στὴν Π.Δ. ἡ τετρακτὺς τῶν ἀρετῶν ἐµφανίζεται στὰ βιβλία Σοφία Σολοµῶντος καὶ Δ´ Μακκαβαίων, ποὺ γράφτηκαν κατὰ τοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους (3ος-2ος αἰ. π.Χ.). Σοφία Σολ. η´,7: «καὶ εἰ δικαιoσύνην ἀγαπᾷ τις, οἱ πόνοι ταύτης εἰσὶν ἀρεταί· σωφρoσύνην γὰρ καὶ φρόνησιν ἐκδιδάσκει, δικαιοσύνην καὶ ἀνδρείαν, ὧν χρησιµώτερον οὐδέν ἐστιν ἐν βίῳ ἀνθρώποις». Καὶ Δ´ Μακ. α´16: «τῆς δὲ σοφίας ἰδεαι καθεστήκασιν φρόνησις καὶ δικαιοσύνη καὶ ἀνδρεία καὶ σωφροσύνη».
.                 Ὁ Ἰουδαῖος φιλόσοφος Φίλων, ποὺ ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 1ου π.Χ. αἰ. καὶ πέθανε στὰ μέσα τοῦ 1ου µ.Χ. αἰ., ἀντιλαµβάνεται τὴν ἀγαθότητα ὡς τὴ γενικὴ ἀρετή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπορρέουν οἱ τέσσερις συγκεκριµένες πλατωνικὲς ἀρετές. Γιὰ τὸν Φίλωνα ἡ ἀγαθότητα χαρακτηρίζει τὸν ἄνθρωπο ποὺ διασώζει τὴν εἰκόνα τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ (Φίλων, Ἀλληγοριῶν Α´, 64,1): «Διὰ τούτων βούλεται τὰς κατὰ μέρος ἀρετὰς ὑπογράφειν· εἰσὶ δὲ τὸν ἀριθµὸν τέτταρες, φρόνησις, σωφροσύνη, ἀνδρεία, δικαιοσύνη. Ὁ µὲν δὴ μέγιστος ποταµός, οὗ αἱ τέτταρες ἀπόρροιαι γεγόνασιν, ἡ γενική ἐστιν ἀρετή, ἣν ἀγαθότητα ὠνοµάσαµεν, αἱ δὲ τέτταρες ἀπόρροιαι αἱ ἰσάριθµοι ἀρεταί». Καὶ (Φίλων, Πρεσβεία πρὸς Γάιον, 128, 4): «Γενικαὶ µὲν γὰρ εἰσὶν ἀρεταὶ τέσσαρες, φρόνησις, ἀνδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη· τούτων δ᾽ ἡγεµονὶς ἑκάστη καὶ βασιλίς ἐστι, καὶ ὁ κτησάµενος αὐτὰς ἄρχων καὶ βασιλεὺς εὐθέως, κἂν µηδεµιᾶς ὕλης εὐπορῇ».
.                 Τὸν 2ο αἰ. π.Χ. παρουσιάζεται στὸ βιβλίο Δ´ Μακκαβαίων, τὸ ὁποῖο γράφτηκε κατ᾽ εὐθείαν στὰ ἑλληνικὰ καὶ ἀνήκει στὰ δευτερο-κανονικὰ βιβλία τῆς Π.Δ., τὸ θέµα τῶν ἀρετῶν ὡς θεµέλιο τοῦ ἀνθρωπίνου βίου. Εἶναι ὅμως ἐνδιαφέρον νὰ ὑπογραµµίσουµε, ὅτι στὸ βιβλίο αὐτὸ γίνεται σύνδεση τῆς ὁδοῦ τῆς ἀρετῆς, ὅπως ἔχει ἀναπτυχθεῖ στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση (Π. Διαθήκη) ὡς ὑπακοὴ στὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν ἀρετῶν, ὅπως ἔχουν ἀναπτυχθεῖ στὴν ἀρχαιοελληνικὴ παράδοση. Ὁ ἄγνωστος συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου ἐντάσσει τὸ θέµα τῶν ἀρετῶν στὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας: «Φιλοσοφώτατον λόγον ἐπιδείκνυσθαι μέλλων, εἰ αὐτοδέσποτός ἐστι τῶν παθῶν ὁ εὐσεβὴς λογισµός, συµβουλεύσαιµ᾽ ἂν ὑµῖν ὀρθῶς, ὅπως προθύµως προσέχητε τῇ φιλοσοφίᾳ» (Δ´ Μακ. α´1). Στρέφεται, λοιπόν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θεολογία τῆς Π.Δ. καὶ στὴ φιλοσοφία τῶν Ἑλλήνων. Εἶναι ἡ ἐποχὴ τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων, καὶ ὅπως εἴπαµε, ἡ ὄσµωση ἑλληνισµοῦ καὶ ἑβραϊκῆς παράδοσης ἔχει ἀρχίσει. Αὐτὸ θὰ προετοιµάσει τὸ ἔδαφος, γιὰ νὰ γίνει ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ ἡ ἑλληνικὴ ὁρολογία βασικὸ ἐργαλεῖο στὸ κήρυγµα τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Ὁ λόγος περὶ ἀρετῶν τοῦ Πλάτωνα θὰ ἐνσωµατωθεῖ στὴ φιλοσοφία τῶν Ἰουδαίων τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων, γιὰ νὰ προσληφθεῖ ἀργότερα ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεµελιώδης βάση, ἐπάνω στὴν ὁποία θὰ ἀναπτύξουν τὰ γνωρίσµατα καὶ τὴν πορεία τοῦ πνευµατικοῦ βίου. Κλείνει ἡ παρένθεση. Μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας θὰ µπορούσαµε νὰ ποῦµε ὅτι τὸ θέµα τῆς διὰ βίου ἄσκησης ἔλαβε πνευµατικὸ περιεχόµενο, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι προσδιόρισε πλέον τὸν πνευµατικὸ βίο τοῦ χριστιανοῦ, ὥστε νὰ µποροῦµε νὰ μιλᾶµε γιὰ πνευµατικὴ ζωὴ ἐννοώντας ἀσκητικὴ ζωὴ – καὶ ἀντίστροφα. [Ὑπενθυµίζω ὅτι στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας οἱ ὅροι «πνευµατικὸς» καὶ «πνευµατικότης», ἀναφέρονται στὴν παρουσία τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος.]
.                 Τὸ πρῶτο σηµαντικὸ στοιχεῖο, ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἄσκηση, εἶναι ἡ συνεχὴς καὶ διαρκὴς μετάνοια. Ἡ μετάνοια ὄχι μὲ τὴν ἠθική της διάσταση, ἀλλὰ ὡς τάση τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀλλάξει τὸν τρόπο τοῦ νοεῖν (θὰ λέγαµε σήµερα, νὰ ἀλλάξει νοοτροπία). Μιὰ τέτοια συνεχὴς μετάνοια προϋποθέτει καὶ μιὰ συνεχῆ ἐγρήγορση τοῦ ἀνθρώπου, μιὰ συνεχῆ προσοχή του, ὥστε νὰ βρίσκεται πάντα στὸν δρόµο πρὸς τὴ γνώση-σχέση. Τελικὰ ἡ μετάνοια (ἡ διαρκὴς μετάνοια) εἶναι μιὰ προσοχὴ (διαρκὴς προσοχὴ) τοῦ ἀνθρώπου νὰ µὴν ξεφύγει ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ ὀνοµάζαµε σπουδαῖο. Νὰ µὴν ἀφεθεῖ στὸ µὴ σπουδαῖο, στὴν ἐνασχόληση μὲ τὰ µὴ σπουδαῖα τῆς ζωῆς.
.                 Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ποὺ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσης χαρακτηρίζεται ἀκριβῶς ὡς ἀσκητική, δηλαδὴ ἐµπεριέχει μιὰ διαρκῆ ἄσκηση, ἢ καλύτερα διαρκεῖς ἀσκήσεις, πνευµατικὲς καὶ σωµατικές. Μὲ τὶς ἀσκήσεις αὐτές, δηλαδὴ τὴν προσευχή, τὴ νηστεία, τὶς πράξεις ἀρετῶν, τὸν ἔλεγχο τῶν λογισµῶν, τὴ συµµετοχὴ στὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες, ὅπου σπουδάζουµε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, προετοιµαζόµαστε συνεχῶς γιὰ νὰ µποροῦµε νὰ λαµβάνουµε μέρος στὴν θ. Εὐχαριστία. Ἑποµένως, μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν ζωή μας, τὴν ὁποία θὰ µπορούσαµε νὰ τὴν ὀνοµάσουµε ἠθικὸ βίο, ἢ καλύτερα χριστιανικὸ βίο, προετοιµαζόµαστε προκειµένου νὰ δεχθοῦµε ἐντός μας τὸν Χριστὸ ὥστε νὰ συντελεσθεῖ ἡ θεραπεία τῆς φύσης μας.
.                 Ἤδη, στὴ θεολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου περιγράφεται αὐτὸς ὁ χριστιανικὸς βίος ὡς διαρκὴς ἄσκηση, μὲ σκοπὸ τὸ τελικὸ κέρδος τῆς μετὰ τοῦ Χριστοῦ σχέσης: «Ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν µὴ νοµίµως ἀθλήσῃ» (Β´ Τιµ. β´ 5), μὲ τὸ «νοµίµως» νὰ προσδιορίζει τὴν παρουσία τοῦ θελήµατος τοῦ Θεοῦ. Στὴν πραγµατικὴ εὐσέβεια ὁδηγεῖ ἡ διαρκὴς ἄσκηση, ποὺ ὀνοµάζεται καὶ «γυµνασία»: «Γύµναζε δὲ σεαυτὸν πρὸς εὐσέβειαν· ἡ γὰρ σωµατικὴ γυµνασία πρὸς ὀλίγον ἐστὶν ὠφέλιµος, ἡ δὲ εὐσέβεια πρὸς πάντα ὠφέλιµός ἐστιν, ἐπαγγελίαν ἔχουσα ζωῆς τῆς νῦν καὶ τῆς µελλούσης» (Α´ Τιµ. δ´ 7-8). Καὶ ἐπίσης, αὐτὴ ἡ γυµνασία συν-τείνει στὴ δυνατότητα διάκρισης καλοῦ καὶ κακοῦ: «Πᾶς γὰρ ὁ μετέχων γάλακτος ἄπειρος λόγου δικαιοσύνης νήπιος γάρ ἐστι· τελείων δὲ ἐστὶν ἡ στερεὰ τροφή, τῶν διὰ τὴν ἕξιν τὰ αἰσθητήρια γεγυµνασµένα ἐχόντων πρὸς διάκρισιν καλοῦ τε καὶ κακοῦ» (Ἑβρ. ε´ 13-14).
.                 Ὑπάρχει ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ ἀσκητικὴ παράδοση καὶ πρακτικὴ ἀναπτύχθηκε σὲ κύκλους ἀσκητῶν καὶ πέρασε στοὺς κύκλους τῶν κοινοβιατῶν, ἑποµένως ἀφορᾶ σὲ µοναχοὺς καὶ ὄχι λαϊκούς. Ἡ ἀντίληψη αὐτή, κατὰ τὴ γνώµη µου, ἑδράζεται στὴν ἀπουσία βαθιᾶς πίστης. Ἡ καλλιέργεια τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς ἀφορᾶ σὲ ὅλους. Ὁ ἔλεγχος τοῦ οἰκείου θελήµατος, ὁ ἔλεγχος τῶν παθῶν καὶ κατ᾽ ἐπέκτασιν ἡ καταπολέµηση τῶν κακῶν λογισµῶν, εἶναι ὁδὸς ποὺ ἀφορᾶ σὲ κάθε ἄνθρωπο, εἴτε µοναχὸ εἴτε κοσµικό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».

 

, , ,

Σχολιάστε

ΚΟΠΟΣ, ΑΝΕΣΗ καὶ ΣΩΤΗΡΙΑ

«Κόπος ἐστὶ τὸ σωθῆναι»

.             Ὅλοι οἱ πιστοὶ Χριστιανοὶ ποθοῦμε τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς ὁ τρόπος τῆς ζωῆς μας δὲν συμβαδίζει μὲ τὸν στόχο ποὺ θέλουμε νὰ ἐπιτύχουμε. Μᾶς ἀρέσει καὶ σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωὴ νὰ ζοῦμε μὲ ἀπολαύσεις καὶ ­στὴν ἄλλη ζωὴ νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴ μακαριότητα τῆς Βασιλείας τῶν οὐ­ρα­νῶν. Ποθοῦμε νὰ κληρονομήσουμε τὴ Βα­σιλεία τοῦ Θεοῦ χωρὶς καθόλου νὰ κοπιάσουμε.
.             Ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπικρίνει αὐτὸ τὸν ἀνακόλουθο τρόπο ζωῆς. Γράφει στοὺς Ὅρους κατὰ πλάτος: Ἐνῶ ἐπιθυμοῦ­με τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δὲν φροντίζουμε νὰ κάνουμε αὐτὰ ποὺ χρειάζον­ται, γιὰ νὰ τὴν κερδίσουμε. Καὶ μάλιστα φανταζόμαστε μὲ τὴ ματαιότητα τοῦ νοῦ μας ὅτι χωρὶς νὰ κοπιάσουμε γιὰ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, θὰ ἐπιτύχουμε ἴσες τιμὲς μὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀντισταθεῖ κατὰ τῆς ἁμαρτίας μέχρι θανάτου. Ἀλλὰ ὑπάρχει κανεὶς ποὺ τὸν καιρὸ τῆς σπορᾶς παρέμενε ἀργὸς στὸ σπίτι του ἢ κοιμόταν, κι ὅταν ἦλθε ὁ θερισμός, γέμισε τὶς ἀποθῆκες του μὲ καρπό; Ὑπάρχει κανεὶς ποὺ δὲν φύτευσε, οὔτε καλλιέργησε ἀμπέλι καὶ στὸν καιρὸ τοῦ τρύγου τρύγησε σταφύλια; Ὑπάρχει κανεὶς ποὺ δὲν μπῆκε κἂν στὸ στάδιο νὰ ἀγωνιστεῖ καὶ στὸ τέλος τοῦ ἀγώνα στεφανώθηκε; Οἱ καρποὶ ἀνήκουν σ᾿ ἐκείνους ποὺ κοπιάζουν. Οἱ τιμὲς καὶ τὰ στεφάνια ἀνήκουν στοὺς νικητές (Μεγάλου Βασιλείου, Ὅροι κατὰ πλάτος, ΕΠΕ 8, 168).
.             Εἶναι ὁπωσδήποτε πλάνη νὰ νομίζου­με ὅτι θὰ κληρονομήσουμε τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βαδίζοντας τὴν εὐρύχωρη ὁδό. Ἡ πλατιὰ πύλη καὶ ἡ εὐρύχωρη ὁδὸς δὲν ὁδηγοῦν στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ στὴν ἀπώλεια.
.             Αὐτὸ τὸ γνωρίζουμε θεωρητικά, ἀλλὰ στὴν πράξη τὸ ἐφαρμόζουμε ἄραγε πάν­τοτε; Ἂν παρατηρήσουμε ποιὲς εἶναι οἱ καθημερινές μας ἐπιλογές, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι τὶς περισσότερες φορὲς ἐπιλέγουμε ὄχι τὸν κόπο, ἀλλὰ τὴν ἄνεση. Λόγου χάριν, μεταξὺ πολλῶν σπιτιῶν διαλέγουμε τὸ καλύτερο, μεταξὺ πολλῶν φαγητῶν τρῶμε τὸ νοστιμότερο, μεταξὺ πολ­λῶν στρωμάτων χρησιμοποι­οῦμε τὸ ἀναπαυτικότερο. Ὅμως ἡ σωτηρία δὲν κερδίζεται μὲ τὴν ἄνεση. «Κόπος ἐστὶ τὸ σωθῆναι· καὶ πῶς πλα­νᾶταί τις νομίζων κατὰ πάντα ἀ­να­παυ­όμενος σω­θῆ­ναι;», ση­μειώνει ἔ­μπει­ρος καθοδη­γὸς τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὁ ὅσιος Βαρσανούφιος (Ἐρωταπόκρισις ρλβ´). Χρειάζεται νὰ κοπιάσουμε, γιὰ νὰ σωθοῦμε. Πῶς ἐμεῖς καλλιεργοῦμε τὴν ψευδαίσθηση ὅτι θὰ σωθοῦμε, ζώντας μέσα στὴν τρυφὴ καὶ στὴν ἀπόλαυση;
.             Ὁ θεῖος Διδάσκαλος μᾶς λέει ὅτι «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτὴν» (Ματθ. ια´ [11] 12). Ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν κερδίζεται μὲ τὴ βία στὸν ἑαυτό μας. Τὴν κερδίζουν ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἁρπάζουν γρήγορα, πρὶν τοὺς φύγει, καὶ τὴν κρατοῦν σφικτά.
.              Ἀκόμη ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς διδάσκει ὅτι «διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. ιδ´ [14] 22). Μᾶς προειδοποιεῖ ὅτι πρῶτα θὰ περάσουμε ἀπὸ δοκιμασία θλίψεων καὶ κατόπιν θὰ εἰσέλθουμε στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
.              Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει στὴν Α´ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή του: «Ὑποπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ, μήπως ἄλλοις κηρύξας αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι» (θ´ 27). Ταλαιπωρῶ τὸ σῶμα μου καὶ τὸ μεταχειρίζομαι ὡς δοῦλο, γιὰ νὰ μὴν ἀποδοκιμασθῶ καὶ ἀποδειχθῶ ἀνάξιος τοῦ βραβείου τῆς ἄνω κλήσεως. Μπορεῖ οἱ ἄλλοι, στοὺς ὁποίους κηρύττω, νὰ δείξουν σπουδὴ καὶ νὰ τὸ κερδίσουν, κι ἐγὼ νὰ τὸ χάσω, ἂν δὲν ἀγωνίζομαι μὲ πόθο.
.             Ἄρα λοιπὸν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τῶν βιαστῶν. Τὴν κερδίζουν ὄχι αὐτοὶ ποὺ ἐπιλέγουν ὡς τρόπο ζωῆς τὴ χλιδή, τὴν τρυφὴ καὶ τὴν καλοπέραση, ἀλλὰ αὐτοὶ ποὺ κυριαρχοῦν στὶς κατώτερες ἐπιθυμίες τους, στὴ λαιμαργία τους, στὴν πολυλογία τους· αὐτοὶ ποὺ ὑπομένουν τὶς στερήσεις καὶ τὴν κακοπάθεια. Διότι μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ δική τους ἐπίπονη προσπάθεια ἐπιτυγχάνεται ὁ ἁγιασμὸς καὶ ἡ σωτηρία τους.
.             Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας αὐτὸ τὸν δρόμο ἀκολούθησαν. Ἐξάγνιζαν μὲ ἀσκήσεις τὸ σῶμα τους καὶ τὸ δουλαγωγοῦσαν. Ἐμεῖς πῶς θέλουμε νὰ σωθοῦμε χωρὶς νὰ κοπιάσουμε;
.             «Ἀδελφέ, μὴ χαυνωθεῖς ζώντας ζωὴ μαλθακότητος. Μὴν ἀπατηθεῖς μὲ τὸν κορεσμὸ τῆς κοιλίας, οὔτε νὰ τρῶς μὲ ἡδονὴ τροφὴ ἢ ποτὸ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀ­νάγκη τοῦ σώματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσει κανεὶς πνευματικὴ ζωὴ χωρὶς νὰ κοπιάσει, καὶ χωρὶς ἀγώνα πνευματικὸ κανεὶς δὲν στεφανώνεται. “Ἄνευ κό­που οὐκ ἔνι ζῆσαι, καὶ ἄνευ ἀγῶνος οὐ­δεὶς στεφανοῦται”. Προσπάθησε νὰ σωθεῖς ἀγωνιζόμενος, καὶ θὰ σὲ βοηθήσει ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος θέλει νὰ σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια», ἐπιλέγει ὁ ὅσιος Βαρσανούφιος (Ἐρωταποκρίσεις σλθ´, σνθ´).

ΠΗΓΗ: osotir.org

, , ,

Σχολιάστε

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ-2 «Πρέπει νὰ σοβαρευτοῦμε καὶ ν’ ἀσκηθοῦμε στὴν τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

(Μάρκ. β´ 1-12)

[Β´ Μέρος]

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 127 ἑξ.
Πηγὴ ἠλ. κειμ.: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

Μέρος Α´: ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ-1 «Τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας εἶναι νὰ προσεγγίσουμε μὲ πίστη τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου».

.               Ὁ Κύριος ζητᾶ ἀπ’ ὅλους τοὺς πιστούς Του νὰ καταβάλουν κάθε προσπάθεια, νὰ ἐξαντλήσουν τὴ δύναμή τους, νὰ ἐργαστοῦν ὅσο κρατᾶ ἡ ἡμέρα, νὰ προσεύχονται ἀδιάλειπτα, νὰ ζητήσουν, νὰ κρούσουν, νὰ νηστέψουν καὶ νὰ κάνουν ἀμέτρητα ἔργα ἐλέους. Κι ὅλ’ αὐτὰ ὥστε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν – ἡ μεγάλη, φοβερὴ καὶ ζωοποιὸς παρουσία τοῦ Θεοῦ – ν’ ἀνοιχτεῖ γι’ αὐτούς. «Ἀγρυπνεῖτε οὖν ἐν παντὶ καιρῷ, εἶπε ὁ Κύριος, ἵνα καταξιωθῆτε… σταθῆναι ἔμπροσθέν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» (Λουκ. κα´ 36). Νά ’χετε προσοχὴ καὶ ἐγρήγορση στὴν καρδιά σας, γιὰ νὰ μὴν προσκολληθεῖ στὰ γήινα. Νά ’χετε ἐγρήγορση στὶς σκέψεις σας, γιὰ νὰ μὴ σᾶς ὁδηγοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Νὰ προσέχετε τὰ ἔργα σας, νὰ διπλασιάζετε τὰ τάλαντά σας, μὴν τ’ ἀφήσετε νὰ λιγοστέψουν ἢ νὰ ἐξαφανιστοῦν ἐντελῶς. Ν’ ἀγρυπνεῖτε διαρκῶς, ὥστε ὁ θάνατος νὰ μὴ σᾶς βρεῖ ἀπροετοίμαστους καὶ ἀμετανόητους στὴν ἁμαρτία σας. Ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας αὐτὴ εἶναι: ἐνεργός, προσευχητική, γρηγοροῦσα. Ἀναλώνεται στὰ δάκρυα καὶ τοὺς ἀγῶνες. Καμιὰ ἄλλη πίστη δὲν ζητάει τέτοιον ἀγώνα ἀπὸ τοὺς πιστοὺς γιὰ ν’ ἀξιωθοῦν νὰ σταθοῦν μπροστὰ στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος καὶ Σωτήρας μας ζητάει τὸν ἀγώνα αὐτὸν ἀπὸ τοὺς πιστούς. Ἡ Ἐκκλησία ἐπαναλαμβάνει τὶς ἐντολές Του ἀπὸ αἰώνα σὲ αἰώνα, ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, φέρνοντας σὰν παράδειγμα στοὺς πιστοὺς τοὺς ἀπειράριθμους καὶ μεγάλους πνευματικοὺς ἀγωνιστὲς ποὺ τήρησαν τὸν νόμο τοῦ Χριστοῦ κι ἀξιώθηκαν ν’ ἀποκτήσουν δόξα καὶ ἀνέκφραστη δύναμη τόσο στὸν οὐρανὸ ὅσο καὶ στὴ γῆ.
.             Δὲν πρέπει ὅμως ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ νὰ πέσουμε στὴν πλάνη καὶ νὰ νομίσουμε πὼς ἀπὸ μόνες τους ὅλες οἱ προσπάθειες τοῦ ἀνθρώπου κι ὅλοι οἱ ἀγῶνες του μποροῦν νὰ τὸν σώσουν. Δὲν πρέπει νὰ πιστέψουμε πὼς ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς προσπάθειες καὶ τὸν ἀγώνα του θὰ μπορέσει μόνος του νὰ παραστεῖ μπροστὰ στὸ ζῶντα Θεό. Ἂν ὁ Θεὸς δὲν τὸ θελήσει, κανένας θνητὸς δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὸ πρόσωπό Του. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ποὺ καθόρισε τὸν ἀγώνα καὶ τὶς προσπάθειες τοῦ ἀνθρώπου, λέει: «Ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοι ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. ιζ´ 10). Καὶ σὲ κάποιο ἄλλο σημεῖο λέει: «Οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσει αὐτὸν» (Ἰωάν. ϛ´ 44). Κι ἀλλοῦ πάλι: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» (Ἰωάν. ιε´ 5). Κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τὸ ἴδιο θέμα: «Χάριτι ἐστε σεσωσμένοι» (Ἐφ. β´ 5).
.               Μετὰ ἀπ’ ὅλ’ αὐτὰ τί μποροῦμε νὰ ποῦμε; Μήπως πρέπει νὰ σκεφτοῦμε πὼς εἶναι μάταιοι ὅλοι οἱ ἀγῶνες κι οἱ προσπάθειες ποῦ κάνουμε γιὰ τὴ σωτηρία μας; Μήπως πρέπει νὰ τὰ ἐγκαταλείψουμε ὅλα καὶ νὰ περιμένουμε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, μὲ τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία ποῦ ἔχει, νὰ μᾶς παρουσιάσει ἐνώπιόν Του; Δὲ λέει ὁ προφήτης Ἠσαΐας πὼς «ὡς ράκος ἀποκαθημένης πᾶσα ἡ δικαιοσύνη ἠμῶν» (ξδ´ 6); Τί πρέπει νὰ κάνουμε τότε; Νὰ ἐγκαταλείψουμε κάθε προσπάθειά μας, ὅλους τους ἀγῶνες μας; Μὰ τότε δὲν θὰ γίνουμε ἴδιοι μὲ τὸν ὀκνηρὸ δοῦλο, ποὺ ἔσκαψε καὶ ἔκρυψε τὸ τάλαντο ποὺ τοῦ ἐμπιστεύτηκε ὁ Κύριος στὴ γῆ, καὶ τὸν ὁποῖο ἐπέπληξε ὁ Κύριος μὲ τὰ λόγια, «πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ!» (Ματθ. κε´ 26);
.                 Πρέπει νὰ σοβαρευτοῦμε καὶ ν’ ἀσκηθοῦμε στὴν τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου. Πρέπει νὰ καταβάλουμε ὅ,τι εἶναι δυνατὸ ἀπὸ τὴν πλευρά μας, μὰ ἀνήκει στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ νὰ εὐλογήσει τὶς προσπάθειές μας καὶ νὰ μᾶς παρουσιάσει ἐνώπιόν Του. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔχει δώσει μία πολὺ καλὴ ἐξήγηση πάνω σ’ αὐτὸ τὸ θέμα. Λέει: «Ἐγὼ ἐφύτευσα, Ἀπολλὼς ἐπότισεν, ἀλλ’ ὁ Θεὸς ηὔξανεν ὥστε οὔτε ὁ φυτεύων ἐστί τι οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ’ ὁ αὐξάνων Θεὸς» (Α´ Κορ. γ´ 6-7). Ὅλα ἑπομένως ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεός Του. Ἐμεῖς πρέπει νὰ φυτεύουμε καὶ νὰ ποτίζουμε. Δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλείψουμε τὰ καθήκοντά μας αὐτά, γιατί διαφορετικὰ θὰ κινδυνεύσουμε νὰ καταδικαστοῦμε στὸν αἰώνιο θάνατο.
.                   Τὸ καθῆκον τοῦ γεωργοῦ εἶναι νὰ σπέρνει καὶ νὰ ποτίζει. Ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅμως, ἀπὸ τὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεός Του, ἐξαρτᾶται ἂν ὁ σπόρος θὰ ριζώσει ἢ ὄχι, ἂν θ’ ἀναπτυχθεῖ καὶ θὰ βγάλει καρπούς.
.                   Εἶναι χρέος τοῦ ἐπιστήμονα νὰ ἐρευνᾶ καὶ νὰ ψάχνει, μὰ ἀνήκει στὸν Θεό, στὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεός Του, ἂν ἡ γνώση θὰ τοῦ ἀποκαλυφθεῖ ἢ ὄχι.
.                   Εἶναι καθῆκον τῶν γονέων ν’ ἀναθρέψουν τὰ παιδιά τους καὶ νὰ τὰ μάθουν τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, μὰ εἶναι στὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεός Του ὁ χρόνος τῆς ζωῆς τους.
.                   Εἶναι χρέος τῶν ἱερέων νὰ διδάσκουν, νὰ παρακαλοῦν, νὰ ἐπιτιμοῦν καὶ νὰ καθοδηγοῦν τοὺς πιστούς. Τὸ ἂν οἱ προσπάθειές τους θὰ καρποφορήσουν ὅμως εἶναι στὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
.                   Εἶναι καθῆκον ὅλων μας νὰ προσπαθήσουμε καὶ ν’ ἀγωνιστοῦμε γιὰ ν’ ἀξιωθοῦμε νὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἀνήκει ὅμως στὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεός Του ἂν θὰ μᾶς ἐπιτραπεῖ νὰ τὸν πλησιάσουμε.

 * * *

.                   Δὲν πρέπει ν’ ἀγωνιζόμαστε χωρὶς ἐλπίδα στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Εὔχομαι ὅλες μας οἱ προσπάθειες νὰ φωτίζονται ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἐλπίδας πὼς ὁ Κύριος εἶναι κοντά μας, δίπλα μας. Πῶς θὰ μᾶς δεχτεῖ μπροστὰ στὸ φῶς τοῦ προσώπου Του. Δὲν ὑπάρχει πιὸ βαθιὰ καὶ πιὸ ἀνεξάντλητη πηγὴ ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ Ἄσωτος Υἱὸς μετάνιωσε γιὰ τὴν τρομερὴ πτώση του στὸ ἐπίπεδο τῶν χοίρων, ὁ εὔσπλαγχνος πατέρας ἔτρεξε νὰ τὸν συναντήσει, τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν συγχώρεσε. Ὁ Θεὸς δὲν ἀποκάμει νὰ τρέχει γιὰ νὰ συναντήσει τὰ μετανιωμένα παιδιά Του. Ἁπλώνει τὸ χέρι Του σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ γυρίσουν κοντά Του. «Ἐξεπέτασα τὰς χείρας μου ὅλην τὴν ἡμέραν πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα», εἶπε ὁ Κύριος γιὰ τοὺς Ἰουδαίους (Ἡσ. ξε´ 2). Ἂν ὁ Κύριος ἁπλώνει τὸ χέρι Του στοὺς ἀπειθοῦντες καὶ τοὺς ἀντιλέγοντες, δὲν θὰ τὸ κάνει στὸν ὑπάκουο; Ὁ ὑπάκουος προφήτης Δαβὶδ λέει: «Προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν, ἵνα μὴ σαλευθῶ» (Ψαλμ. ιε´ 9). Σ’ ἐκείνους ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ σωτηρία τους, ὁ Κύριος δὲν ἀρνεῖται τὴν παρουσία Του.
.                   Δὲν πρέπει νὰ λογαριάζουμε μάταιες τὶς προσπάθειές μας, ὅπως κάνουν οἱ ἄθεοι κι οἱ ἀπελπισμένοι ἄνθρωποι. Ἐμεῖς πρέπει ν’ ἀγωνιζόμαστε, νὰ καταβάλλουμε κάθε δυνατὴ προσπάθεια, καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐλπίζουμε στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἰδιαίτερα τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πρέπει νὰ διπλασιάζουμε τοὺς ἀγῶνες μας, ὅπως συνιστᾶ καὶ ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας. Μακάρι τὸ δρόμο μας αὐτὸν νὰ τὸν φωτίζει τὸ παράδειγμα τῶν τεσσάρων ἀνθρώπων ποὺ σκαρφάλωσαν στὴν ὀροφὴ καὶ τὴν ἄνοιξαν, γιὰ ν’ ἀποθέσουν μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ Κυρίου τὸν πέμπτο ἀπ’ αὐτούς, τὸ φίλο τους ποὺ ἔπασχε ἀπὸ παραλυσία. Ἂν τὸ ἕνα πέμπτο της ψυχῆς μας εἶναι παράλυτο ἢ ἄρρωστο, ἂς σπεύσουμε μὲ τὰ ἄλλα ὑγιῆ τέσσερα πέμπτα στὸν Κύριο. Ἐκεῖνος θὰ θεραπεύσει τὸ ἄρρωστο κομμάτι ποὺ ἔχουμε μέσα μας. Ἂν κάποια ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μας ἔχει σκανδαλιστεῖ μὲ τὸν κόσμο αὐτὸν κι αὐτὸ τὴν ἔκαμε ἀδύνατη κι ἄρρωστη, ἂς τρέξουμε στὸν Κύριο μὲ τὶς ἄλλες τέσσερις ὑγιεῖς αἰσθήσεις. Ἐκεῖνος θὰ σπλαχνιστεῖ τὴν ἄρρωστη αἴσθησή μας καὶ θὰ τὴν θεραπεύσει.
.               Ὅταν ἕνα μέρος τοῦ σώματος ἀσθενεῖ, ὁ γιατρὸς συνιστᾶ δύο εἴδη θεραπείας: τὴ φροντίδα καὶ τὴν καλὴ σίτιση τοῦ ὑπολοίπου σώματος, ὥστε τὸ ὑγιὲς μέρος νὰ δυναμώσει περισσότερο, νὰ γίνει πιὸ δυνατό, γιὰ νὰ μπορέσει ν’ ἀντισταθεῖ στὸ ἄρρωστο. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὶς ψυχές μας. Ἂν μέσα μας, στὸ νοῦ μας, ἔχουμε ἀμφιβολίες, ἂς προσπαθήσουμε μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ψυχὴ νὰ ἐνισχύσουμε τὴν πίστη μας καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου νὰ θεραπεύσουμε καὶ νὰ δυναμώσουμε τὸν ἄρρωστο νοῦ μας. Ἂν ἁμαρτήσαμε, ἐπειδὴ ξεχάσαμε τὴν προσευχή, ἂς σπεύσουμε νὰ κάνουμε ἔργα ἐλέους γιὰ ν’ ἀποκαταστήσουμε τὴν προσευχητική μας διάθεση.
.               Ὁ Κύριος θὰ δεῖ τὴν πίστη μας, τὶς προσπάθειες καὶ τὸν ἀγώνα μας καὶ θὰ μᾶς ἐλεήσει. Ἐκεῖνος μὲ τὸ ἀμέτρητο ἔλεός Του θὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ παρουσιαστοῦμε ἐνώπιόν Του, μπροστὰ στὴν ἀθάνατη καὶ ζωοδότρα παρουσία ἀπὸ τὴν ὁποία παίρνουν ζωή, ἐνισχύονται καὶ χαροποιοῦνται οἱ ἀναρίθμητες ἀγγελικὲς δυνάμεις κι ὁ στρατὸς τῶν ἁγίων. Στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστὸ πρέπει ὁ αἶνος κι ἡ δόξα, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, ,

Σχολιάστε

«ΑΧ, ΙΟΥΣΤΙΝΕ, ΕΓΙΝΕΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ, ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΟΥΛΑΣ ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΧΕΙΣ ΦΤΑΣΕΙ»!

Μὲ θυσία καὶ κόπο

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»
ἀρ. τ. 2105, 15.02.15

.                 Διηγοῦνται ἕνα περιστατικὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς. Τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Σέρβου θεολόγου καὶ προσφάτως ἀναγνωρισθέντος Ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας.
.                  Πρέπει νὰ ἦταν τὸ ἔτος 1929, δηλαδὴ ὅταν ὁ Ἅγιος ἦταν σὲ ἡλικία 35 ἐτῶν. Ἦταν καλοκαίρι, καὶ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ Βράνιε μὲ προορισμὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ ἁγίου Προχόρου. Πήγαινε συχνὰ στὸ Μοναστήρι αὐτό, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ εἶχε ἰδιαίτερο σύνδεσμο, γιατὶ εἶχε μεγάλη ἀγάπη στὸν ἅγιο Πρόχορο. Ἦταν ἤδη καθηγητὴς Πανεπιστημίου στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ στὸ Βελιγράδι.
.                  Ὁ δρόμος μέχρι τὸ Μοναστήρι ἦταν δύσβατος καὶ γι’ αὐτὸ ἀρκετὰ κουραστικός. Ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ ὑπερνικᾶ αὐτὲς τὶς δυσκολίες, χρησιμοποιοῦσε κάποιο ἁπλὸ αὐτοκίνητο, γιὰ νὰ διασχίσει τὸν βουνήσιο δρόμο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Μοναστήρι.
.                  Σὲ μιὰ λοιπὸν τέτοια ἐπίσκεψή του συνάντησε στὸ δρόμο του μιὰ γερόντισσα, κι ἀμέσως κατάλαβε ὅτι κι αὐτὴ κατευθυνόταν μὲ τὰ πόδια πρὸς τὸ Μοναστήρι. Τότε ὁ Ἅγιος ἔκανε νόημα στὸν ὁδηγὸ νὰ σταματήσει καὶ προσκάλεσε τὴ γριούλα νὰ ἀνέβει στὸ αὐτοκίνητο, γιατί, ὅπως τῆς ἐξήγησε, κι ἐκεῖνος πήγαινε ὅπου καὶ αὐτή.
–Σ’ εὐχαριστῶ, παιδί μου, τοῦ ἀπάν­τη­σε ἡ γριούλα, ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι φτωχή.
.                    Ὁ Ἅγιος τότε τῆς χαμογέλασε καὶ τὴ διαβεβαίωσε ὅτι δὲν θὰ πλήρωνε τίποτε, μιὰ καὶ τὸ αὐτοκίνητο ἦταν νοικιασμένο ἀπὸ ἐκεῖνον.
.                  Τότε ἡ γερόντισσα τοῦ εἶπε:
–Δὲν τό ’πα γι’ αὐτό, παιδί μου. Ἀλ­λὰ ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι φτωχή, δὲν ἔχω ­τί­­πο­τα ἄλλο νὰ προσφέρω στὸν Ἅγιο πέ­ρα ἀπὸ τὸν κόπο μου αὐτό.
.                    Τότε ὁ Ἅγιος χτύπησε μεμιᾶς τὸ μέτωπό του ὡς ἔνδειξη κατάπληκτου θαυμασμοῦ καὶ μονολόγησε:
Ἄχ, Ἰουστίνε, ἔγινες καθηγητὴς Θεο­λογίας, κι ὅμως! Τὴν εὐσέβεια αὐτῆς τῆς γερόντισσας ἀπέχεις πολὺ γιὰ νὰ τὴ φτά­σεις.
.                    Στράφηκε τότε καὶ πάλι στὸν ὁδηγό. Τὸν πλήρωσε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο καὶ συνέχισε πεζὸς μαζὶ μὲ τὴ γριούλα τὸν ὑπόλοιπο δρόμο ἕως τὸ Μοναστήρι.
.                    Στὴν ἐποχὴ τῶν ἀνέσεων καὶ τῆς λογικῆς ἴσως ἀδυνατοῦμε νὰ ἐννοήσουμε βαθύτερα τὴν προσφορὰ τῆς γριούλας ἀλλὰ καὶ τὸν θαυμασμὸ τῆς ἐνέργειάς της ἀπὸ τὸν Ἅγιο.
.                    Γιατὶ μάθαμε στὴν ἄνεση καὶ στὶς εὐ­κολίες.
.                    Γιατὶ ἀπεχθανόμαστε τὸν κόπο καὶ τὴν κακοπάθεια. Ὅλα τὰ μποροῦμε πλέ­ον μὲ τὸ πάτημα ἑνὸς κουμπιοῦ. Μάθαμε νὰ δωρίζουμε ἀπὸ τὸ περίσσευμα, ὄχι ἀπὸ τὸ ὑστέρημα. Καὶ στὸ Θεὸ καὶ στοὺς ἀν­­­θρώπους. Μάθαμε ν’ ἀγαποῦμε ἀπὸ συμ­φέρον ἢ ἔστω ἀπὸ συμπάθεια καὶ ὄχι ἔμπονα καὶ θυσιαστικά. Γι’ αὐτὸ καὶ αὐ­­­θόρμητα ἀναδύεται τὸ ἐρώτημα: Γιατί πρέπει νὰ κουραστοῦμε; Ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεὸς τὴ σωματική μας καταπόνηση; Ὄχι φυσικά. Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει νὰ ὠφεληθεῖ σὲ τίποτε ἀπὸ τὴ δική μας ἄσκηση. Ὅμως ἡ ἄσκηση εἶναι ἡ μητέρα τοῦ ἁγιασμοῦ, καὶ ἡ κακοπάθεια ἡ γεννήτρα τῆς ἀρε­τῆς.
.                  Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ κατάκτηση τῆς ὁποιασδήποτε ἀρετῆς προϋποθέτει κόπο, ἄ­­­σκηση καὶ προσπάθεια, γιὰ νὰ ­φέρει καρ­­­πό. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσω­ματικὴ ἑνότητα, καὶ τὸ σῶμα ­βοηθᾶ τὴν ψυχή, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ ψυχὴ ἐκ­­­φράζεται καὶ μὲ τὸ σῶμα.
.                    Προσευχὴ θέλεις νὰ κάνεις; Χρειά­­ζεται κόπος. Νὰ γονατίσεις, νὰ σταθεῖς ὄρ­­θιος, νὰ συγκεντρώσεις τὸ ­μυαλό σου.
.                    Στὴ Λατρεία θέλεις ἀπερίσπαστος νὰ συμμετέχεις; Κι ἐδῶ κόπος ­χρειάζεται γιὰ νὰ συγκεντρωθεῖς καὶ νὰ ­ἐκφράζεσαι προσ­ευχητικὰ ὅπως τὸ σῶμα τῶν πι­στῶν.
.                  Τὰ πάντα χρειάζονται κόπο. Καὶ ὁ κό­πος αὐτὸς ἐκφράζει τὸν πόθο τῶν ἀν­­θρώπων νὰ βροῦν τὸν Θεό. Ὅμως ὁ κό­­πος αὐτὸς εἶναι χαρὰ κι ­ἀνάπαυση. Χαρὰ καὶ ἀνάπαυση ποὺ ἐκπηγάζουν ἀπὸ τὴν πίστη ὅτι ὁ κόπος εἶναι προσ­φορὰ ποὺ γίνεται εὐπρόσδεκτη, εἴτε προσφέρεται στὸ Θεὸ εἴτε στὸ συν­άν­θρωπο.
.                  Εἶναι διάχυτο αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς προσφορᾶς τοῦ κόπου μας στὴν Ὀρθόδοξη πνευματικότητα. «Δῶσε αἷμα, γιὰ νὰ λάβεις πνεῦμα». Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση ἔχει τὶς νηστεῖες, τὶς μετάνοιες, τὶς γονυκλισίες, τὶς ἀγρυπνίες καὶ τόσα ἄλλα ὡς κατάθεση κόπου στὸν ἅγιο Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τοὺς Ἁγίους ἐκ μέρους μας πρὸς ἐκζήτησιν τῆς χάριτός Του.
.                    Προοδεύσαμε σήμερα. Κάναμε τὴ ζωή μας εὔκολη καὶ ἄνετη, ὅμως τὴν εὐ­σέ­βεια τῆς Σερβίδας γριούλας ὄχι μόνο δὲν τὴν ἔχουμε, ἀλλὰ δυστυχῶς τὴν ἀ­­πεμπολήσαμε καὶ ὡς φρόνημα!

, , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-4 «Ἀμοιβαίως ἠγαπήθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν παρὰ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τῷ οὐρανῶ, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον, μὲ τὰς ἀναβλύσεις τῶν μύρων, μὲ τὰς εὐωδίας τῶν λειψάνων, μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα ἐνήργησε δι’ αὐτῶν καὶ ἐνεργεῖ πάντοτε ὁ τῶν ἁγίων Θεός»

Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Λόγος ἐγκωμιαστικὸς
περὶ τῶν Ὁσίων Πατέρων τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω λαμψάντων
[Δ´]

Κυριακὴ Β´ Ματθαίου, τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων

ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ»
ἔκδ. Ἱ. Κελ. Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη, Ἅγ. Ὄρος
σελ. 135-148

Μέρος Α´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-1

Mέρος Β´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-2 «Ἔσοπτρα διαφανέστατα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄργανα δεκτικὰ τῆς ἐκείνου ἐνεργείας καὶ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς χάριτος»

Μέρος Γ´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-3 «Ὡς διὰ δικτύων τινῶν ἢ διὰ δραστικωτάτου μαγνητισμοῦ, ἀνέσυραν καὶ ἐσαγήνευσαν οἱ ὅσιοι οὗτοι ἀπὸ τὴν θάλασσαν καὶ ματαιότητα τοῦ κοσμικοῦ βίου, χιλιάδας ἀνθρώπων»

.                 Αὐτὰ εἶναι μεγαλοπρεπῆ ἀπὸ μέρους τοῦ ἔργου, διότι καὶ τὰ μοναστήρια ταῦτα διὰ τὴν μεγαλειότητα τῶν ἐν αὐτοῖς ναῶν καὶ οἰκειῶν, τῶν τε ἔσω καὶ ἔξω, καὶ διὰ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ἐν αὐτοῖς κατοικούντων μοναχῶν, εἶναι τῇ ἀληθείᾳ ὄντως μεγαλοπρεπῆ καὶ βασιλικά. Δὲν βλέπετε καὶ μὲ τοὺς ἴδιους ὀφθαλμούς σας πὼς τὰ εἴκοσι ταῦτα ἱερὰ καὶ μεγαλοπρεπῆ μοναστήρια, κατὰ σειρὰν εὑρισκόμενα, τόσον εἰς τὸ βόρειον ὅσον καὶ εἰς τὸ νότιον μέρος τοῦ Ὄρους, στέκουσιν ς τόσα μεγάλα φρούρια κα νυκτοφυλακτοῦσι πέριξ λον τοτον τν τόπον, ς τόσα προπύργια χυρώματα, κα φυλακτικαὶ κροπόλεις προλαμβάνουσι πάντα πειρασμὸν καὶ ἐνόχλησιν, ἀπὸ θαλάσσης καὶ ξηρᾶς; Δὲν βλέπετε πὼς οἱἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ὄρους εὑρισκόμενοι μοναχοί, πάντες ὑπὸ τὴν σκεπὴν τῶν κύκλῳ μοναστηρίων φυλαττόμενοι, ζῶσι καὶ κοιμῶνται ἀτάραχοι καὶ εἰρηνικοί;
.               Ἀπὸ δὲ τοῦ τέλους καὶ τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκτίσθησαν, εἶναι τόσον μεγαλοπρεπῆ τὰ ἱερὰ ταῦτα μοναστήρια, εἰς τρόπον ὥστε, ὅλα τὰ ἑπτὰ λεγόμενα θαύματα τοῦ κόσμου, ὁ ναὸς τῆς Ἀρτέμιδος εἰς τὴν Ἔφεσον, ἡ Πυραμὶς τοῦ Χέοπος εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὁ τάφος τοῦ Μαυσώλου εἰς τὴν Καρίαν, οἱ Κρεμαστοὶ Κῆποι τῆς Βαβυλῶνος, ὁ Κολοσσὸς τῆς Ρόδου, ὁ πύργος τοῦ Φάρου εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, τὸ ἐλεφάντινον ἄγαλμα τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς ἐν Ὀλυμπίᾳ καὶ ἐπὶ πᾶσι, τὸ ὄγδοον θαῦμα τοῦ κόσμου, τὸ ὁποῖον ὑπερέβη ὅλα τὰ ἑπτά, τὸ ἀμφιθέατρον τοῦ Οὐσπεσιανοῦ, ὅλα ταῦτα, λέγω, τὰ μεγαλοπρεπῆ θαύματα, ἂν καὶ ἐνομίσθησαν εἰς τὰς φαντασίας τῶν ἀνοήτων ἀνθρώπων ὅτι ὑπερβαίνουσι τὰ ὅρη καὶ σκεπάζουσι τοὺς ὁρίζοντας, συγκρινόμενα ὅμως πρὸς τὸ μεγαλοπρεπὲς καὶ θεϊκὸν τέλος τούτων τῶν ἱερῶν μοναστηρίων, φαίνονται εἰς τοὺς φρονίμους ἢ ὡς φωλεαὶ ἔρημοι πτηνῶν ἢ ὡς κρημνώδη χαλάσματα καὶ ἐρείπια, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὸ βασίλειόν των οἱ νυκτοκόρακες, οἱ ποντικοὶ καὶ ἀράχναι καὶ ἄλλα κνώδαλα καὶ ζωύφια· πειδ τ τέλος μν κείνων στάθη ματαία φιλοδοξία, ἡ ὁποία ἀνθεῖ καὶ ἀπανθεῖ παρόμοια μὲ τὰ ἄνθη τοῦ ἔαρος, τ τέλος δ τούτων τν εαγν μοναστηρίων στάθη παντοτειν δόξα το Θεο κα παντοτεινὴ φέλεια κα σωτηρία ψυχν ΰλων, ψυχν θανάτων· καὶ μιᾶς μόνης ἐξ αὐτῶν, ὄχι τὰἑπτὰ θαύματα τοῦ κόσμου, ὄχι τὰὀκτώ, ἀλλὰ ὅλος ὁ αἰσθητὸς οὗτος καὶ ὀρώμενος κόσμος δὲν εἶναι ἀντάξιος· «οὐκ ἔστι σταθμὸς πᾶς ἄξιος ψυχῆς ἐγκρατοῦς».
.       Τί λέγω; τὸ ξαίρετον τέλος τν μοναστηρίων τούτων κα τ κατ’ ξοχν ποτέλεσμα καὶ  εωδέστατος καρπός, στάθησαν λοι ο σήμερον ορταζόμενοι γιοι κα θεοφόροι Πατέρες λου κοινς τοῦ γίου Ὄρους, οἱ νομαστο καὶ νώνυμοι, οἱ ἐν τοῖς Κοινοβίοις καὶ οἱ ἐν ἡσυχίᾳ, τοῖς Κελλίοις καὶ ταῖς σκήταις εὐαρεστήσαντες τῷ Κυρίῳ καὶ ἁγιάσαντες. Λέγω δὲ καρπὸν τῶν ἱερῶν μοναστηρίων τοὺς μοναστὰς καὶ ἡσυχαστάς, καθότι ὑπὸ τὴν σκέπην καὶ φροντίδα τῶν μοναστηρίων ἦσαν καὶ οἱ ἔξω ἡσυχάζοντες τῷ τότε καιρῷ… Τοιουτοτρόπως μὲν οἱ θεοφόροι Πατέρες κα ὶἅγιοι ἠγάπησαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν ἐπὶ γῆς μὲ τὴν ἰσάγγελον αὐτῶν πολιτείαν καὶ τὰ θεάρεστα αὐτῶν κατορθώματα καὶ ἀμοιβαίως ἠγαπήθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν παρὰ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τῷ οὐρανῶ, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον, μὲ τὰς ἀναβλύσεις τῶν μύρων, μὲ τὰς εὐωδίας τῶν λειψάνων, μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα ἐνήργησε δι’ αὐτῶν καὶ ἐνεργεῖ πάντοτε ὁ τῶν ἁγίων Θεός, καὶ μὲ τὴν ἀπόλαυσιν ὅλων ἐκείνων τῶν οὐρανίων καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε, καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν». Καὶ τώρα συγχορεύουσιν ἐν Οὐρανοῖς μὲ τὰς τάξεις τῶν Ἀγγέλων, μὲ τοὺς χοροὺς τῶν Πατριαρχῶν, τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων· οἱ Ἱεράρχαι μὲ τοὺς Ἱεράρχας· οἱ Ὅσιοι μὲ τοὺς Ὁσίους· οἱ Ὁμολογηταὶ μὲ τοὺς Ὁμολογητάς· οἱ Ὁσιομάρτυρες καὶ οἱ Ἱερομάρτυρες μὲ τοὺς Ὁσιομάρτυρας καὶ τοὺς Ἱερομάρτυρας· Θεὸν ὁρῶντες πρόσωπον πρὸς πρόσωπον καὶ ὁρώμενοι καὶ φωτιζόμενοι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὃν ἐκ ψυχῆς ἠγάπησαν, μὲ τὴν τρανοτέραν γνῶσιν καὶ τελειοτέραν ἔλλαμψιν τῆς αὐτοῦ θεότητος, τὴν ὁποίαν Βασιλείαν Οὐρανῶν ὀνομάζει ὁ θεολόγος Γρηγόριος. Ἡμεῖς δὲ οἱ τῶν τοιούτων ἁγίων πατέρων εὐτελεῖς υἱοὶ καὶ διάδοχοι, μὲ ποῖον τρόπον δυνάμεθα νὰ εὐαρεστήσωμεν τῷ Θεῷ καὶ νὰἐπιτύχωμεν τῆς ποθουμένης σωτηρίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἀφήσαμεν τὸν κόσμον καὶ ἤλθομεν ἐδῶ εἰς τὸ Ὄρος τοῦτο; Ἐγὼ νὰ σᾶς εἰπῶ· ἂν πιστῶς ἀκολουθῶμεν τὸ παράδειγμα τῆς ἐναρέτου ζωῆς καὶ πολιτείας τῶν ὁσίων τούτων καὶ ἂν ἐπιμελώμεθα νὰ φυλάττωμεν ἀπαρασαλεύτως τοὺς νόμους καὶ κανόνας καὶ τύπους τῆς μοναχικῆς πολιτείας, ὅσους παρέδωκαν ἐγγράφως εἰς ἡμᾶς οἱ τρισμακάριοι οὗτοι ὅσιοι…
.         Ἐὰν ταῦτα πάντα φυλάττωμεν, ἀδελφοί, θέλομεν ἔχει πρὸς τὸν Θεὸν παντοτεινοὺς πρεσβευτὰς τοὺς σήμερον ἐορταζομένους ἁγίους Πατέρας καὶ βοηθοὺς καὶ ὑπερμάχους μὲν ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ καὶ ἐν τῇ μελλούσῃ· καὶ ἀληθῶς ἔχομεν νὰ καυχώμεθα ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς μὲν τέκνα αὐτῶν, αὐτοὶ δὲ Πατέρες ἡμῶν, διὰ τὴν ὁμοίωσιν ἣν ἔχουσι τὰ ἔργα ἡμῶν πρὸς τὰ ἔργα των, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς Ἰουδαίους «Εἰ τέκνα τοῦ Ἀβραὰμ ἦτε, τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραὰμ ἐποιεῖτε ἄν». Ἐὰν ταῦτα πάντα φυλάττωμεν καὶἐν μετανοίᾳ τὴν ζωὴν ἡμῶν τελειώσωμεν εἰς τοῦτον τὸν ἱερὸν τόπον, θέλομεν ἀποκτήσει πρὸς τούτοις ἀπροσμάχητον προστάτιν καὶ βοηθόν, αὐτὴν τὴν Κυρίαν καὶ Ἔφορον τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τὴν Δέσποιναν ἡμῶν Θεοτόκον, ἥτις θέλει μᾶς συστήσει εἰς τὸν Υἱόν της καὶ θέλει ζητήσει παρ’ Αὐτοῦ τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, καθὼς ὑπεσχέθη μόνη της ἡ ἀψευδὴς Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, ὡς προείπομεν.
.               Ἀλλ’ ὦ μακαριώτατοι Θεῖοι Πατέρες· οἱ Ὅσιοι καὶ Ἱεράρχαι· οἱ Ὁμολογηταὶ καὶ Ὁσιομάρτυρες καὶ Ἱερομάρτυρες· οἱ Μυροβλύται καὶ θαυματουργοί· οἱ ἐπίγειοι Ἄγγελοι καὶ οὐράνιοι ἄνθρωποι, οἱ τοῦ Ἁγίου Ὄρους πολιοῦχοι καὶ οἰκισταί, καὶ μετὰ τὴν Θεοτόκον προστάται ἡμῶν καὶ εὐεργέται καὶ ἔφοροι· οἱ ἐν σαρκὶ τοὺς ἀσάρκους νικήσαντες δαίμονας· πάντων τῶν Ἁγιορειτῶν ὄντες στέφανος καὶ δόξα καὶ καύχημα· ἡ βασιλικὴ καὶ τροπαιοφόρος παράταξις τῆς Βασιλίσσης τῶν Οὐρανῶν Θεοτόκου· τὰ μυρίπνοα ἄνθη καὶ τὰ ἀγλαόκαρπα δένδρα τοῦ νοητοῦ τούτου Παραδείσου τῆς Ἀειπαρθένου· οἱ ἀέναοι ποταμοὶ τῶν θείων καὶ πνευματικῶν χαρισμάτων, δέξασθε τὸ παρὸν ἐφύμνιον, τὸὁποῖον σᾶς προσφέρει ὅλη ὁμοῦ ἡ κοινότης τοῦἉγίου Ὄρους, τὸ ὑμέτερον ποίμνιον, ὡς ἐδέξατο ὁ Κύριος τὰ δύο λεπτὰ τῆς χήρας. Καὶ τὴν κοινὴν ταύτην καὶ καινὴν ἑορτὴν ὑμῶν καὶ πανήγυριν, ἣν ὅλοι κοινῶς ἐπιτελοῦμεν, ἐναγκαλίσασθε, θειότατοι, ὡς ὀσμὴν εὐωδίας, καὶὡς θυσίαν εὐπρόσδεκτον. Τί γὰρ ἄλλο νὰ πράξωμεν, ἵνα δείξωμεν, τὸ δυσέκτιτον χρέος, ὅπερ ἔχομεν πρὸς ὑμᾶς τοὺς εὐεργέτας ἡμῶν διὰ τὰς πολλὰς καὶ μεγάλας εὐεργεσίας καὶ χάριτας, ὧν ἀπηλαύσαμεν καὶ ἀπολαύομεν καὶ θέλομεν ἀπολαύει διὰ βίου παρ’ ὑμῶν; Ναί, τὸὁμολογοῦμεν ὅτι ἡμεῖς διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν δὲν εἴμεθα ἄξιοι νὰ κατοικῶμεν τὸν ἅγιον τοῦτον τόπον καὶ νὰὀνομαζώμεθα υἱοί σας, ἀλλὰ σεῖς, διὰ τὴν χρηστότητά σας, μὴν ἀρνηθῆτε νὰ εἶσθε πατέρες ἠμῶν. Διὰ τοῦτο μετὰ θάρρους παρακαλοῦμεν ὑμᾶς ἅπαντας, ἡμεῖς ἅπαντες, νὰ μᾶς ἐνδυναμώνητε, ὥστε νὰ μιμώμεθα, ὅσον τὸ δυνατόν, καὶ ἡμεῖς τὴν ἰδικήν σας ζωὴν καὶ τὰἔργα σας. Καὶ εἰς μὲν τὴν παροῦσαν ζωήν, δεόμεθα ὑμῶν, ἵνα σκέπητε καὶ διαφυλάττητε τὰἱερὰ ταῦτα Μοναστήρια καὶ Σκήτας καὶ Κελλία καὶ πάντας ἡμᾶς τοὺς ἐν αὐτοῖς κατοικοῦντας ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ ἐπηρείας τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν, εἰς δὲ τὴν μέλλουσαν νὰ μᾶς ἀξιώσητε διὰ τῶν πρεσβειῶν σας νὰἀπολαύσωμεν τῆς οὐρανίου μακαριότητος καὶἡμεῖς μεθ’ ὑμῶν, εἰ καὶ μέγα ἐστι τὸ αἰτούμενον ἡμεῖς οἱ υἱοί, μετὰ τῶν πατέρων ὑμῶν· ἡμεῖς τὰ ποίμνια μετὰ τῶν ποιμένων ὑμῶν· ἡμεῖς οἱ μαθηταὶ μετὰ τῶν διδασκάλων ὑμῶν· ἵνα ἔχητε λέγειν καὶ ὑμεῖς πρὸς Θεὸν τὸἀποστολικὸν ἐκεῖνο «Ἰδοὺ ἡμεῖς καὶ τὰ παιδία, ἃ ἡμῖν ἔδωκας, Κύριε». ᾯ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-3 «Ὡς διὰ δικτύων τινῶν ἢ διὰ δραστικωτάτου μαγνητισμοῦ, ἀνέσυραν καὶ ἐσαγήνευσαν οἱ ὅσιοι οὗτοι ἀπὸ τὴν θάλασσαν καὶ ματαιότητα τοῦ κοσμικοῦ βίου, χιλιάδας ἀνθρώπων»

 

Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Λόγος ἐγκωμιαστικὸς
περὶ τῶν Ὁσίων Πατέρων τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω λαμψάντων
[Γ´]

Κυριακὴ Β´ Ματθαίου, τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων

ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ»
ἔκδ. Ἱ. Κελ. Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη, Ἅγ. Ὄρος
σελ. 135-148

Μέρος Α´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-1

Mέρος Β´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-2 «Ἔσοπτρα διαφανέστατα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄργανα δεκτικὰ τῆς ἐκείνου ἐνεργείας καὶ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς χάριτος»

 .             Ἀφ’ οὗ δὲ τοιουτοτρόπως ἐφάνησαν τέλειοι φύλακες τῆς πρώτης ἐντολῆς, ἤτοι τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης, τότε ἠθέλησαν νὰ φυλάξωσιν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν νὰ ἀποδείξουν ὅτι φυλάττουσι καὶ τὴν δευτέραν ἐντολήν τῆς πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπης. Καὶ δή, ἀφήσαντες τὴν ἡσυχίαν, ἐκινήθησαν, ἄλλος μὲν ἀπὸἐν Θεϊκὸν καὶ οὐράνιον σημεῖον ὅπερ εἶδεν, ἄλλος δέ, ἀπὸ ἄλλο· καὶ ὅλοι ὁμοῦ ἐθερμάνθησαν ἀπὸ μίαν θείαν ἔμπνευσιν καὶ ἀπὸ ἕνα θεοφιλῆ σκοπὸν τῆς τῶν ἀδελφῶν ἀγάπης εἰς τὸ νὰ κτίσωσι Λαύρας, Ἱερὰ Μοναστήρια, μονύδρια, Σκήτας, καὶ Κελλία· εἴς τε τὰ βόρεια καὶ νότια μέρη τοῦ Ὄρους καὶ εἰς διάφορα ἄλλα μέρη αὐτοῦ, πρὸς κατοικίαν καὶ ἀνάπαυσιν ἐκείνων, ὅσοι φεύγουσι τὰς τοῦ κόσμου μερίμνας, ἔρχονται δὲ ἐδῶ διὰ νὰ ζήσωσι μοναχικὴν ζωὴν ὁμοίως ἐκινήθησαν καὶ εἰς τὸ νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐν τοῖς Μοναστηρίοις Ναοὺς θαυμαστούς, Ναοὺς παμμεγέθεις καὶ ὡραιοτάτους ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ἐπ’ ὀνόματι τῆς Παναχράντου Αὐτοῦ Μητρὸς καὶ τῶν Ἁγίων Αὐτοῦ, διὰ νὰ δοξολογῆται ἀκαταπαύστως ἐν αὐτοῖς ὁ τῶν ὅλων Θεός· καὶ φαίνεταί μοι ὅτι, μελετῶντες νὰ κτίσωσιν αὐτά, ἔλεγεν εἰς τὸν ἑαυτόν τοῦ ὁ καθεὶς ἀπὸ τοὺς τρισμακάριστους τούτους Πατέρας τὸ δαβιτικὸν ἔκεινο, «οὐ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν καὶἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου, ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ ΘεῶἸακώβ».
.               Ἀφ’ οὖ δὲ ταῦτα πάντα τὰ εὐαγῆ καὶ ἱερὰ καταγώγια ἐκ θεμελίων ὠκοδόμησαν οὕτω, καθὼς αὐτὰ βλέπομεν ἕως τῆς σήμερον, μὲ μυρίους ἱδρώτας καὶ κόπους καὶ πειρασμούς, μὲἁδρότατα καὶ βασιλικὰἔξοδα, μὲ πολλὰς ὁδοιπορίας καὶ ποντοπορίας, μὲ πολλοὺς κινδύνους καὶ αὐτῆς τῆς ἰδίας αὐτῶν ζωῆς καὶ μὲ παράτασιν καιρῶν καὶ χρόνων πολλῶν, ἀκολούθως ἐφρόντισαν οἱ φιλαδελφότατοι νὰ προικίσωσιν αὐτὰ μὲἱερὰ κειμήλια, μὲ θησαυροὺς τιμίων ξύλων καὶ ἁγίων λειψάνων, μὲὑποστατικὰ καὶ μετόχια πλούσια καὶ μὲ ἄλλα κτήματα κινητὰ καὶ ἀκίνητα, τόσον διὰ τὴν ζωοτροφίαν καὶ αὐτάρκειαν τῶν ἐνασκουμένων ἀδελφῶν, ὅσον καὶ διὰ τὴν ὑποδοχὴν τῶν πτωχῶν καὶ ξένων καὶἀσθενῶν, ὅσοι ἔρχονται εἰς αὐτά.
.                Παρέδωσαν δὲ εἰς αὐτὰ καὶ νόμους καὶ κανόνας καὶ διατάξεις, πῶς πρέπει νὰ ζῶσι καὶ νὰ πολιτεύωνται οἱ ἐν αὐτοῖς οἰκοῦντες μοναχοί, τόσον ἐν ταῖς ἐξωτερικαῖς ὑπηρεσίαις καὶ διακονίαις τῶν Μοναστηρίων, ὅσον καὶ ἐν ταῖς ἱεραῖς ἀκολουθίαις τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐταὶ αἱ διατάξεις σώζονται γεγραμμέναι εἴς τε τὰ τυπικὰ τῶν αὐτῶν Μοναστηρίων καὶ εἰς τὰς διαθήκας τῶν αὐτῶν ἁγίων Πατέρων. Μὲ τοιοῦτον τρόπον συνέστησαν καὶ συνεκρότησαν τὰ Μοναστήρια αὐτὰ καὶ τὰς Σκήτας καὶ τὰ Κελλία, διὰ νὰ εἶναι σχολεῖα πάσης ἀρετῆς, διὰ νὰ μένωσι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ φυλακτήρια, πόνων ἀσκητικῶν φροντιστήρια, ἀγγελικῆς πολιτείας ἐργαστήρια, τῶν ἐν Παλαιστίνῃ καὶ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ Σινᾷ καὶ Θηβαΐδι παλαιῶν καὶ ἁγίων Κοινοβίων μιμητήρια, τῶν ξένων καταγώγια, τῶν πτωχῶν καταφύγια, καὶὅλων τῶν χειμαζομένων ἀπὸ τὴν ζάλην καὶ τρικυμίαν τοῦ κόσμου λιμένες σωτηριώδεις καὶ ἀκύμαντοι. Οὕτω δι μέσου τν ερν τούτων Μοναστηρίων κα θείων σεμνείων, ς δι δικτύων τινν δι δραστικωτάτου μαγνητισμο, νέσυραν καὶ σαγήνευσαν οἱ σιοι οτοι π τν θάλασσαν κα ματαιότητα το κοσμικο βίου, χι μόνον κατοντάδας κα χιλιάδας νθρώπων, λλ κα μυριάδας λοκλήρους πατριαρχν, ρχιερέων, ερέων, βασιλέων, συγκλητικν, γουμένων, ρχόντων, κα παντς λλου βαθμο κα τάξεως νθρώπων κακόμη λονν τος λκύουσιν ες τ τάγμα κα ες τν γγελικν πολιτείαν τν μοναχν. Τούτους ἅπαντας προσέφεραν καὶ προσφέρουσι καὶ θέλουσι προσφέρει σεσωσμένους εἰς τὸν Δεσπότην Χριστόν, ὡς τόσας θυσίας εὐαρέστους, ζώσας καὶ λογικὰς καὶὡς τόσα ὀψώνια καθαρὰ καὶ γλυκύτατα, ὥστε ὁ πρώην ἔρημος οὗτος Ἄθως ἔγινεν ὡς πολυάριθμος πόλις ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν εἰς αὐτὸν εὑρισκομένων μοναχῶν καὶ τὸ Πηλούσιον ὄρος καὶ τὸ Γαλήσιον καὶ ὁ Λάτρος καὶ αὐτὸ τὸ Σίναιον ὄρος μικρὰ καὶ ποταπὰ ἐφαίνοντο κατὰ τὴν ποσότητα τῶν μοναχῶν, συγκρινόμενα πρὸς τὸ Ἅγιον τοῦτο Ὄρος. Καὶ διὰ νὰ εἴπω μὲ συντομίαν, οὕτω διὰ μέσου τῶν ἱερῶν τούτων Μοναστηρίων καὶ θείων καταγωγίων ἐφάνησαν οἱ θεοφόροι οὗτοι πατέρες ὅτι εἶναι ἀκριβεῖς καὶ τέλειοι φύλακες καὶ τῆς δευτέρας ἐντολῆς· καὶ ἠγάπησαν τὸν πλησίον, ὄχι μόνον ὡς ἑαυτούς, καθὼς ἐπρόσταζεν ὁ παλαιὸς νόμος, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τὸν ἑαυτόν των, καθὼς προστάζει ἡ νέα διαθήκη τοῦ Εὐαγγελίου· διὰ τοῦτο καὶ καινὴν καὶ νέαν ἐντολὴν ὠνόμασεν ὁ Κύριος τὴν ἐντολήν τῆς πρὸς ἀλλήλους ἀγάπης λέγων «Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους·» καὶ δὲν στέκει ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ προσθέτει «καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς (δηλαδὴ ὑπὲρ τὸν ἑαυτόν μου) ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους».
.               Ἂς συμφωνῶσιν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ μετὰ τὸν κατακλυσμὸν ἄνθρωποι, ὅσον γιγαντιαῖοι εἰς τὸ σῶμα, τόσον πυγμαῖοι εἰς τὸν νοῦν, καὶ ἂς ζητῶσι νὰ οἰκοδομήσωσι πύργον ἕως τοῦ οὐρανοῦ, διὰ νὰἀφήσωσι τὸὄνομά των ἀθάνατον. «Δεῦτε καὶ οἰκοδομήσωμεν πύργον, οὗ ἡ κεφαλὴ ἔσται ἕως τοῦ οὐρανοῦ καὶ ποιήσωμεν ἐαυτοῖς ὄνομα». Ἂς κτίζη ὁ Φίλιππος τὴν Φιλιππούπολιν, ὁ Ἀλέξανδρος τὴν Ἀλεξάνδρειαν, ὁ Ἀδριανὸς τὴν Ἀδριανούπολιν. ς κατασκευάζωσιν λοι ολλοι βασιλες κα σατράπαι καὶ γεμόνες το κόσμου τος πυραμιδοειδες βελίσκους, τ κυκλικ τόξα κα τος τεχνικος νδριάντας των καὶ ς πιφημίζωσι τνόματα τν πάνω ες τὰ δια τν οκοδομήματα, καθς λέγει Θεος Δαυίδ· «πεκαλέσαντο τὰ νόματα ατν π τν γαιν ατν». Ατοὶ λοι μ τ πολυέξοδά των ργα ατά, δν δυνήθησαν ν μείνωσιν θάνατοι· καὶ ν φημίζονται τὰ νόματά των, φημίζονται μόνον ες τν γν κα ες μόνην τν παροσαν ζωήν, λλ’ χι κα ες τν Ορανν καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν ζωὴν «οὐκ ἐγγράφεται γάρ, λέγει ὁ μέγας Βασίλειος, ἀσεβῶν ἐν βίβλῳ ζωῆς, ἀλλὰ τῇ γῇ ἐναπομένει τὰ ὀνόματα.» (Ἑρμην. εἰς τὸν μη´ Ψαλμ.) Τὰ δὲ ὀνόματα τῶν θείων τούτων Πατέρων, μὲ τὸ μέσον τῶν ἱερῶν τούτων εἴκοσι Μοναστηρίων, ἐφημίσθησαν καὶ φημίζονται καὶ παντοτινὰ θέλουν φημίζεσθαι, ὄχι μόνον εἰς ὅλην τὴν ὑδρόγειον σφαίραν τοῦ κόσμου, ὄχι μόνον ἕως τοῦ Οὐρανοῦ, καθὼς ἐφαντάσθησαν οἱ πρῶτοι ἐκεῖνοι γίγαντες, ἀλλὰ καὶὑπεράνω τοῦ Οὐρανοῦ· καὶὄχι μόνον εἰς τὸ διάστημα τῆς παρούσης ζωῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς μελλούσης· διότι τὰ ὀνόματα τούτων ἐγράφησαν εἰς τὸ βιβλίον τῆς ζωῆς, ταὐτὸν εἰπεῖν, τῆς ἀθανασίας, καὶ δὲν θέλουσιν ἐξαλειφθῆ ποτέ, ἀλλὰ θέλουσι διαμένει ἀθάνατα εἰς ὅλον τὸ ἀπέραντον διάστημα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, «χαίρετε γάρ, φησίν, ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς Οὐρανοῖς».
.                   Πρέπει τὸ ἔργον τῶν ἐνταῦθα εἴκοσιν ἱερῶν μοναστηρίων νὰ ὀνομάζηται καὶ μεγαλοπρεπές· διότι, ἂν κατὰ τοὺς ἠθικοὺς φιλοσόφους, ἡ ἐντελὴς ἰδέα ἑνὸς μεγαλοπρεποῦς ἔργου χαρακτηρίζεται ἢἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τοῦἐργαζομένου ἢἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τοῦ ἔργου ἢ ἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τοῦ τέλους καὶ τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται, τίς δὲν βλέπει ὅτι καὶ τὰ ἱερὰ ταῦτα μοναστήρια εἶναι πεπλουτισμένα καὶ ἀπὸ τοὺς τρεῖς ὅρους τούτους, ἐκ μέρους τοῦἐργαζομένου; Διότι οἱ θεῖοι οὗτοι Πατέρες οἱ ὁποῖοι τὰ ἔκτισαν, παρεκτὸς ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἦσαν μεγαλοπρεπεῖς ἄνθρωποι καὶ βασιλεῖς καὶ βασιλέων υἱοὶ καὶ συγκλητικοὶ καὶ βασιλέων ὑπογραφεῖς, ὡς ὁ Συμεὼν καὶ ὁ Σάββας, οἱ κτίτορες τῆς Χιλιανδαρίου καὶ Βατοπαιδίου Μονῆς, Παῦλος ὁ κτίτωρ τῆς Μονῆς τοῦ Ξηροποτάμου καὶ τοῦ ἁγίου Γεωργίου, Ἰωάννης καὶ Εὐθύμιος οἱ τῆς τῶν Ἰβήρων καὶ Νεόφυτος ὁ τῆς τοῦ Δοχειαρίου, πρὸς τούτοις αὐτοὶ οὗτοι παρεκίνησαν καὶ τοὺς βασιλεῖς νὰ ἐξοδεύσωσι μεγαλοπρεπῶς εἰς τὴν τούτων οἰκοδομήν, τοὺς Κωνσταντίνους, λέγω, τοὺς Νικηφόρους, τοὺς Ρωμανούς, τοὺς Ἀλεξίους, τοὺς Καντακουζηνούς, τοὺς Παλαιολόγους, τὰς Πουλχερίας καὶ τοὺς λοιπούς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-4 «Ἀμοιβαίως ἠγαπήθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν παρὰ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τῷ οὐρανῶ, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον, μὲ τὰς ἀναβλύσεις τῶν μύρων, μὲ τὰς εὐωδίας τῶν λειψάνων, μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα ἐνήργησε δι’ αὐτῶν καὶ ἐνεργεῖ πάντοτε ὁ τῶν ἁγίων Θεός»

, , , , , , ,

Σχολιάστε