Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἄνοιξη

ΑΝΟΙΞΗ καὶ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΥΝ

Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση συνοδοιποροῦν

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                 Ὁ Γέροντας Γαβριήλ, ὁ χαριτωμένος Ἡγούμενος τοῦ Ἀποστόλου στὴν Κύπρο μας, ἐπαναλαμβάνοντας τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἔλεγε, ὅτι ὁ Θεὸς δίνει στὸν καθένα μας «σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν» (Α΄ Κορ. ι΄ 13). Δίνει τὸν κορωνοϊό, ἀλλὰ δίνει καὶ τὴν ἴαση. Δίνει τὸν ἐγκλεισμό μας στὰ σπίτια μας, ἀλλὰ δίνει καὶ τὴν ἐλευθερία τῶν κινήσεων. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Θεός μας εἶναι ἡ Ἴαση καὶ ἡ Ἐλευθερία. Δίνει Αὐτὸς τὸν χειμώνα τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἄνοιξη τῆς ἐκβάσεως καὶ τῆς ἀναψυχῆς. Δίνει τὸν θάνατο τοῦ φθαρτοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάσταση τῆς ψυχῆς. Δίνει τὸν σταυρό, ἀλλὰ ὁ ἴδιος γίνεται Κυρηναῖος μας στὴν ἐπίπονη ἄρση του. Καὶ δὲν ὑπάρχει σταυρὸς χωρὶς ἀνάσταση, ὅπως δὲν ὑπάρχει χειμώνας χωρὶς ἄνοιξη, δὲν ὑπάρχει ἀσθένεια χωρὶς φάρμακο. Μᾶς τὸ ἔχει δώσει μὲ τὸ Ἄχραντο Σῶμα Του ὁ Κύριός μας καὶ τὸ τίμιο Αἷμα Του, ὁ Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, λεγοντάς μας: «Εἰς ἴασιν ψυχῆς τε καὶ σώματος».
.              Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση εἶναι ἔννοιες ταυτόσημες. Δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὴ μία καὶ νὰ ἀπορρίψουμε τὴν ἄλλη. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴν πρώτη καὶ νὰ ἀμφισβητοῦμε τὴν δεύτερη. Δὲν ὑπάρχει ἐτήσιος χρόνος χωρὶς χειμώνα καὶ ἄνοιξη καὶ δὲν ὑπάρχει θάνατος χωρὶς ἀνάσταση. Ὁ θάνατος εἶναι τὸ πλέον βέβαιο γεγονὸς καὶ ὁ καθένας μας γνωρίζει πὼς ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἐπέλθει καὶ στὸν ἴδιο. Τὸν ἐπέτρεψε ὁ Θεός, «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται» καὶ προηγεῖται τῆς ἀναστάσεως, ὅπως ὁ χειμώνας προηγεῖται τῆς ἀνοίξεως.᾿Ἂν καὶ ὡς δῶρο Θεοῦ ὁ θάνατος θὰ ἔπρεπε ὅλους μας νὰ μᾶς χαροποιεῖ, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει κακὸ καὶ ἄσχημο δῶρο Θεοῦ, ἐν τούτοις τὸ τέλος αὐτῆς τῆς ζωῆς παραμένει γιὰ τοὺς περισσοτέρους ἀνθρώπους ἀπόλυτα ἀνεπιθύμητο καὶ ἐπίμονα ἀπωθημένο.

.               Καὶ αὐτὸ γιατὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει καλλιεργήσει μέσα του ὅσο ζεῖ πρόσκαιρα σὲ αὐτὴν τὴν γῆ τὴν προσδοκία τοῦ «ἐπέκεινα» καὶ δὲν βασίζεται πάνω στὴ στέρεη πέτρα τῆς «ἐν Χριστῷ» ἐλπίδας. Αἰφνιδιαζόμαστε ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἀπόγονοι τοῦ ᾿Αδάμ ἀπὸ τὸ φαινόμενο τοῦ θανάτου, ἐπειδὴ ἀσφαλῶς εἴμαστε πλασμένοι γιὰ νὰ ζήσουμε αἰώνια. Ἰδιαίτερα ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς τῆς ἐξάρσεως τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς, ἐμεῖς ποὺ προσπαθοῦμε ὅλα νὰ τὰ ἐξηγήσουμε μὲ τὴν πεπερασμένη λογικὴ καὶ μὲ μαθηματικοὺς τύπους, ἔχουμε χάσει τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ κάθε μεταθανάτια προοπτικὴ καὶ πολύ περισσότερο, ἔχουμε νεκρώσει μέσα μας, δυστυχῶς, κάθε ἐλπίδα γιὰ ἀνάσταση καὶ ἀθανασία.
.              Ὅπως τὸν χειμώνα μὲ τὶς παγωνιές, τὴν νεκρὴ φύση, τὸ κλείσιμο στὰ σπίτια μας διαδέχεται ἡ ἄνοιξη μὲ τὴν ἀνάσταση τῆς φύσεως, μὲ τὴν χαρὰ τῆς δημιουργίας, μὲ τὶς ἀποδράσεις μας στὰ ἀνθισμένα λιβάδια, ἔτσι καὶ τὸν θάνατο θὰ τὸν διαδεχεῖ ἡ ἀνάσταση μας, αὐτὴν γιὰ τὴν ὁποία ὁμολογοῦμε καθημερινὰ «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν».
.               Δυστυχῶς, ὅλοι μας σήμερα ἔχουμε γίνει τόσο ὑλικοί, τόσο σωματικοὶ καὶ διόλου πνευματικοί, ὥστε νὰ ὁριοθετοῦμε τὸ καθετὶ μὲ βάση τοὺς φυσικοὺς νόμους, καὶ νὰ κρίνουμε τὰ πάντα μὲ βάση αὐτὰ ποὺ βλέπουμε μὲ τὰ τσιμπλασμένα ἀπὸ τὴν μεταπτωτικὴ ἁμαρτία μάτια μας. Ὅπως μετὰ τὴ χειμερία νάρκη εἶναι βέβαιος ὁ ἐρχομὸς τῆς ἀνοίξεως, ἔτσι καὶ μετὰ τὸν θάνατο ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, καθὼς πάλι μᾶς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, ὅτι αὐτὴ «σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ» (Α΄ Κορ. ιε΄ 42).

.                Ἡ ἄνοιξη εἶναι χαρά. Ἡ ζωὴ εἶναι χαρά. Μιὰ χαρὰ ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὸν ἐρχομό της. Μιὰ χαρὰ ποὺ κινεῖται μὲ τοὺς δικούς της νόμους, τοὺς θεϊκοὺς νόμους, ἔξω ἀπὸ τὰ πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης σκοπιμότητας.
.                Ἡ ἄνοιξη δὲν λογαριάζει οὔτε πόλεμο οὔτε καταστροφή, οὔτε οἰκονομικὴ κρίση, οὔτε πανδημίες κορονοϊῶν, οὔτε πτώχευση. Εἶναι ἡ βασιλικὴ ἔκφραση τῆς χάριτος τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ στὸ αὐτονομημένο, ἀχάριστο καὶ γεμάτο μὲ ἐγωϊσμὸ πλάσμα Του. Χωρὶς αὐτὴ τὴν χάρη θὰ βασίλευε ἐδῶ καὶ αἰῶνες ἡ ἀνυπαρξία μας. Καὶ ἡ ἀνάσταση γίνεται σὲ πλούσιους καὶ πτωχούς, σὲ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς δημιουργίας, σὲ πιστοὺς καὶ ἀπίστους.
.                 Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας ποὺ ἀκολούθησε τὰ ἄχραντα Πάθη Του προεικονίζει καὶ τὴν δική μας ἐξανάσταση, ποὺ ἀκολουθεῖ τὸν σαρκικὸ θάνατο. Ὁ ἐρχομὸς τῆς ἀνοίξεως σημαδεύει τὸ τέλος τοῦ χειμώνα. Σὲ αὐτὴ τὴν ἄνοιξη τὸ πιὸ χαρούμενο γεγονὸς εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας. Τὴν διασαλπίζει ἡ ἀνθισμένη φύση, ἡ πίστη μας γιὰ κάτι ὀμορφότερο, γιὰ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὰ βιοτικὰ προβλήματα, τοὺς πολέμους, τὶς πανδημίες. Ἀλήθεια πόσο φτωχὸς καὶ μικρὸς αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος μπροστὰ σὲ αὐτὲς τὶς καταστάσεις; Ἕνας θανατηφόρος ἰός, ἀπὸ τὰ μικρότερα τῶν δημιουργημάτων, σπέρνει τὸν θάνατο. Πόσο μικροὶ αἰσθανόμαστε μπροστά του! Ἂς ἀφήσουμε τοὺς ἐγωϊσμοὺς καὶ τὴν ἐπιστήμη, ἡ ὁποία «χωριζομένη ἀρετῆς πανουργία ἐστὶ καὶ οὐ σοφία φαίνεται». Ἂ καταλάβουμε πόσο μηδαμινοὶ ἐνώπιον Κυρίου εἴμαστε, ἂς ἀπολαύσουμε τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀνοίξεως, ἂς δοξολογήσουμε τὸν Δημιουργό μας καὶ ἂς ἑτοιμαζόμαστε ψάλλοντας τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη , γιὰ τὴν δική μας αἰώνια ἄνοιξη στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

 

 

 

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

AΝΟΙΞΗ καὶ ΑΝΑΣΤΑΣΗ (Χαρ. Μπούσιας)

Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Δὲν ὑπάρχει σταυρὸς χωρὶς ἀνάσταση, ὅπως δὲν ὑπάρχει χειμώνας χωρὶς ἄνοιξη.
.         Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση εἶναι ἔννοιες ταυτόσημες. Δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὴν μία καὶ νὰ ἀπορρίψουμε τὴν ἄλλη.
.         Δὲν ὑπάρχει ἐτήσιος χρόνος χωρὶς χειμώνα καὶ ἄνοιξη καὶ δὲν ὑπάρχει θάνατος χωρὶς ἀνάσταση. Ὁ θάνατος εἶναι τὸ πλέον βέβαιο γεγονὸς καὶ ὁ καθένας μας γνωρίζει πὼς ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἐπέλθει καὶ στὸν ἴδιο. Τὸν ἐπέτρεψε ὁ Θεός, «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται» καὶ προηγεῖται τῆς ἀναστάσεως, ὅπως ὁ χειμώνας προηγεῖται τῆς ἀνοίξεως.
.         Ἡ ἄνοιξη εἶναι χαρά. Ἡ ζωὴ εἶναι χαρά. Μιὰ χαρὰ ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὸν ἐρχομό της. Μιὰ χαρὰ ποὺ κινεῖται μὲ τοὺς δικούς της νόμους, τοὺς θεϊκοὺς νόμους, ἔξω ἀπὸ τὰ πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης σκοπιμότητας.
.         Ἡ ἄνοιξη δὲν λογαριάζει πόλεμο οὔτε καταστροφή, οὔτε οἰκονομικὴ κρίση, οὔτε πτώχευση. Εἶναι ἡ βασιλικὴ ἔκφραση τῆς χάρης τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ στὸ αὐτονομημένο, ἀχάριστο καὶ γεμάτο μὲ ἐγωϊσμὸ πλάσμα Του. Χωρὶς αὐτὴν τὴν χάρη θὰ βασίλευε ἐδῶ καὶ αἰῶνες ἡ ἀνυπαρξία μας. Καὶ ἡ ἀνάσταση γίνεται σὲ πλούσιους καὶ πτωχούς, σὲ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς δημιουργίας, σὲ πιστοὺς καὶ ἀπίστους.
.         Ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἐξάπαντος θὰ συντελεσθεῖ, ὅπως συντελεῖται ὁ ἐρχομὸς τῆς ἀνοίξεως μὲ τὸ τέλος τοῦ χειμώνα. ῾Η σάλπιγγα τοῦ ᾿Αγγέλου ὁπωσδήποτε, θὰ ἠχήσει (Ἀποκ. ια΄ 15-18).᾿Εκεῖνο, ὅμως, ποὺ ἔχει σημασία γιὰ ἐμᾶς εἶναι νὰ ἔχουμε ἐργασθεῖ κατὰ τὴν ἐπὶ γῆς βιοτή μας, γιὰ τὸν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς μας, ὥστε ἡ ἀνάστασή μας νὰ μὴν γίνει «εἰς κατάκριμα», ἀλλὰ «εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ματθ. κε΄ 46).
Καλὴν Ἀνάστασιν!

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΑΝΟΙΞΗ καὶ ΑΝΑΣΤΑΣΗ (Χαρ. Μπούσιας)

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Ὁ Θεὸς δίνει στὸν καθένα μας «σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν» (Α´ Κορ. ι´ 13).  Δίνει τὸ χειμώνα τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἄνοιξη τῆς ἐκβάσεως καὶ τῆς ἀναψυχῆς. Δίνει τὸ θάνατο τοῦ φθαρτοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάσταση τῆς ψυχῆς. Δίνει τὸ σταυρό, ἀλλὰ ὁ ἴδιος γίνεται Κυρηναῖος μας στὴν ἐπίπονη ἄρση του. Καὶ δὲν ὑπάρχει σταυρὸς χωρὶς ἀνάσταση, ὅπως δὲν ὑπάρχει  χειμώνας χωρὶς ἄνοιξη.
.         Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση εἶναι ἔννοιες ταυτόσημες. Δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὴ μία καὶ νὰ ἀπορρίψουμε τὴν ἄλλη. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴν πρώτη καὶ νὰ ἀμφισβητοῦμε τὴ δεύτερη. Γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἄφρον, σὺ ὃ σπείρεις, οὐ ζωοποιεῖται ἐὰν μὴ ἀποθάνῃ·  καὶ ὃ σπείρεις, οὐ τὸ σῶμα τὸ γενησόμενον σπείρεις, ἀλλὰ γυμνὸν κόκκον, εἰ τύχοι σίτου ἤ τινος τῶν λοιπῶν (Α´ Κορ. ιε´ 36-37), δηλαδή, ἀνόητε, ἐκεῖνο ποὺ ἐσὺ σπέρνεις, δὲν παίρνει ζωή, ἐὰν πρῶτα δὲν πεθάνει. Πεθαίνει καὶ σαπίζει ὁ σπόρος στὴ γῆ, γιὰ νὰ ἀναστηθεῖ μὲ τὴν ἄνοιξη, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς νεκρούς, ὅπου τὸ μὲν σῶμα διαλύεται στὰ «ἐξ ὧν συνετέθη», τὸ δὲ πνεῦμα ἀκολουθεῖ τὸ δρόμο τῆς ἀναστάσεως.   Ἐκεῖνο ποὺ σπέρνεται κατὰ τὸ θάνατο εἶναι φθαρτό, ἐκεῖνο ποὺ ἀνασταίνεται εἶναι ἄφθαρτο.
.         Δὲν ὑπάρχει ἐτήσιος χρόνος χωρὶς χειμώνα καὶ ἄνοιξη καὶ δὲν ὑπάρχει θάνατος χωρὶς ἀνάσταση. Ὁ θάνατος εἶναι τὸ πλέον βέβαιο γεγονὸς καὶ ὁ καθένας μας γνωρίζει πὼς ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἐπέλθει καὶ στὸν ἴδιο. Τὸν ἐπέτρεψε ὁ Θεός, «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται» καὶ προηγεῖται τῆς ἀναστάσεως, ὅπως ὁ χειμώνας προηγεῖται τῆς ἀνοίξεως. Ἂν καὶ ὡς δῶρο Θεοῦ ὁ θάνατος θὰ ἔπρεπε ὅλους μας νὰ μᾶς χαροποιεῖ, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει κακὸ καὶ ἄσχημο δῶρο Θεοῦ, ἐν τούτοις τὸ τέλος αὐτῆς τῆς ζωῆς παραμένει γιὰ τοὺς περισσοτέρους ἀνθρώπους ἀπόλυτα ἀνεπιθύμητο καὶ ἐπίμονα ἀπωθημένο.
.         Καὶ αὐτὸ γιατὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει καλλιεργήσει μέσα του ὅσο ζεῖ πρόσκαιρα σὲ αὐτὴ τὴ γῆ τὴν προσδοκία τοῦ «ἐπέκεινα» καὶ δὲν βασίζεται πάνω στὴ στέρεη πέτρα  τῆς «ἐν Χριστῷ» ἐλπίδας. Αἰφνιδιαζόμαστε ὅλοι ἐμεῖς οἱ  ἀπόγονοι τοῦ ᾿Αδάμ ἀπὸ τὸ φαινόμενο τοῦ θανάτου, ἐπειδὴ ἀσφαλῶς εἴμαστε πλασμένοι γιὰ νὰ ζήσουμε αἰώνια. Ἰδιαίτερα ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς τῆς ἐξάρσεως τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς, ἐμεῖς ποὺ προσπαθοῦμε ὅλα νὰ τὰ ἐξηγήσουμε μὲ τὴν πεπερασμένη λογικὴ καὶ μὲ μαθηματικοὺς τύπους, ἔχουμε χάσει τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ κάθε μεταθανάτια προοπτικὴ καὶ πολύ περισσότερο, ἔχουμε νεκρώσει μέσα μας, δυστυχῶς, κάθε ἐλπίδα γιὰ ἀνάσταση καὶ ἀθανασία. Πῶς ἐλπίζουμε ὅτι τὸ χειμώνα θὰ τὸν διαδεχθεῖ ἡ ἄνοιξη καὶ δὲν ἐλπίζουμε ὅτι τὸ θάνατο θὰ τὸν διαδεχεῖ ἡ ἀνάσταση; Γιατί ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς πίστεώς μας «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν»; Εἶναι ὁμολογία ἐνσυνείδητη ἢ ἀσυνείδητη; Ὅταν ὁ γεωργὸς σπέρνει τὸ σπόρο στὸ φρεσκοαροτριωμένο χωράφι σπέρνει τὴν ἐλπίδα τῆς βλαστήσεως, δηλαδὴ τῆς μετὰ ἀπὸ τὸ σάπισμα τοῦ σπόρου ἀναστάσεως νέου φυτοῦ. Τὸ σάπισμα καὶ ὁ πρόσκαιρος ἀφανισμὸς τοῦ σπόρου δὲν τὸν προβληματίζει ἀρνητικά, οὔτε τοῦ ἀκυρώνει τὴν προσμονὴ τῆς νέας βλαστήσεως καί τῆς καρποφορίας. ῞Οταν ὅμως αὐτὸς κληθεῖ νὰ ἀποθέσει στὴ φρεσκοσκαμμένη γῆ ἄπνουν τὸν ἄνθρωπό του, τότε δὲν διακατέχεται ἀπὸ τὴν ἴδια ἐλπιδοφόρα βεβαιότητα τοῦ γεωργοῦ. Τότε, ἡ ἔλλειψη τῆς θωριᾶς τοῦ ἀγαπημένου του προσώπου, ταυτίζεται μέσα του μὲ τὴν ὁριστικὴ ἀπώλεια, χωρίζεται γι᾿ αὐτὸν ἡ ζωὴ στὰ δύο. Καὶ αὐτό, γιατὶ δὲν ὑπάρχει μέσα του τὸ ὅραμα τῆς «αἰώνιας ἀνοίξεως» καὶ ἡ χαρὰ τῆς προσμονῆς τῆς ποθητῆς καὶ «ἀνέσπερης» ἐκείνης ἡμέρας, κατὰ τὸν προβληματισμὸ τοῦ ποιητοῦ μας Γεωργίου Δροσίνη: «Μήπως ὅτι θαρροῦμε βασίλεμα γλυκοχάραμα αὐγῆς εἶναι πέρα κι ἀντὶ νἄρθει μιὰ νύχτα ἀξημέρωτη ξημερώνει μιὰ ἀβράδιαστη μέρα»; ῎Εχει γίνει τόσο ὑλικός, τόσο σωματικὸς καὶ καθόλου πνευματικός, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ὥστε νὰ ὁριοθετεῖ τὸ καθετὶ μὲ βάση τοὺς φυσικοὺς νόμους, καὶ νὰ κρίνει τὰ πάντα μὲ βάση αὐτὰ ποὺ βλέπει μὲ τὰ τσιμπλασμένα ἀπὸ τὴν μεταπτωτικὴ ἁμαρτία μάτια του. Ὅπως μετὰ τὴ χειμερία νάρκη ἀκολουθεῖ ἡ ἄνοιξη μὲ τὴν ἐπαναστατικὴ ἀναζωογόνηση τῆς φύσεως ἔτσι καὶ μετὰ τὸ θάνατο ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ὅπως πάλι μᾶς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, ὅτι αὐτὴ «σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ» (Α´ Κορ. ιε´ 42).
.         Ἡ ἄνοιξη εἶναι χαρά. Ἡ ζωὴ εἶναι χαρά. Μιὰ χαρὰ ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὸν ἐρχομό της. Μιὰ χαρὰ ποὺ κινεῖται μὲ τοὺς δικούς της νόμους, τοὺς θεϊκοὺς νόμους, ἔξω ἀπὸ τὰ πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης σκοπιμότητας.
.         Ἡ ἄνοιξη δὲν λογαριάζει πόλεμο οὔτε καταστροφή, οὔτε οἰκονομικὴ κρίση, οὔτε πτώχευση. Εἶναι ἡ βασιλικὴ ἔκφραση  τῆς χάρης τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ στὸ αὐτονομημένο, ἀχάριστο καὶ γεμάτο μὲ ἐγωϊσμὸ πλάσμα Του. Χωρὶς αὐτὴ τὴ χάρη θὰ βασίλευε ἐδῶ καὶ αἰῶνες ἡ ἀνυπαρξία μας. Καὶ ἡ ἀνάσταση γίνεται σὲ πλούσιους καὶ πτωχούς, σὲ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς δημιουργίας, σὲ πιστοὺς καὶ ἀπίστους.
.         ῾Η ἀνάσταση τῶν νεκρῶν εἶναι βασικὴ ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας. Χωρὶς τὴ βεβαιότητα τῆς ἀναστάσεώς μας, ἡ πίστη μας, λέει ὁ ᾿Απόστολος, δὲν ἔχει κανένα νόημα καὶ εἶναι μάταιη (Α´ Κορ. ιε´ 17). «῎Αν», λέει, «εἶναι ἀδύνατη ἡ ἀνάσταση, τότε λοιπόν, οὔτε ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ἀφοῦ καὶ ᾿Εκεῖνος εἶχε σῶμα σὰν τὸ δικό μας. Δὲν ἦταν Αὐτὸς μόνο τέλειος Θεός, ἀλλὰ καὶ τέλειος ἄνθρωπος. ᾿Αλλά, ἂν δὲν ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, εἶναι χωρὶς νόημα καὶ χωρὶς περιεχόμενο τὸ κήρυγμά μας καὶ κούφια ἡ πίστη μας, ἐφόσον αὐτὴ βασίζεται καὶ θεμελιώνεται στὴν ᾿Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι ὅμως ἔτσι τὰ πράγματα, γιατὶ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε καὶ ὅπως οἱ πρώϊμοι καρποί, ποὺ ὡριμάζουν πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ μᾶς προαναγγέλλουν, ὅτι θὰ ἀκολουθήσει καὶ ὁλόκληρη ἡ συγκομιδή, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε πρῶτος ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ βεβαιώνει μὲ τὴν Ἀνάστασή Του, ὅτι θὰ ἀκολουθήσει ἡ ἀνάσταση καὶ τῶν ἄλλων νεκρῶν…» (Α´ Κορ. ιε´ 23).
.         Ὁ θάνατος λοιπόν, ἔχει νικηθεῖ ὁριστικὰ καὶ ἡ ἀνάσταση τῶν κεκοιμημένων εἶναι δεδομένη. Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, ὅπως ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός καί ὁ Κύριλλος τῶν ῾Ιεροσολύμων, μᾶς μιλοῦν μὲ βεβαία πίστη γιὰ τὴν ἄνοιξη ποὺ πρόκειται νὰ διαδεχθεῖ τὸ χειμωνιάτικο σάπισμα, τὴ φθορὰ καὶ τὴν ἀποσύνθεση, τὴν ὁποία θὰ ἐπιφέρει ὁ σωματικὸς θάνατός μας. Θὰ ξαναζήσουμε ἀσφαλῶς «ἐν σώματι», ἀλλὰ «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» (Μᾶρκ. ιϛ´ 12). Θὰ ἀναστηθοῦμε καὶ κανείς μας πιὰ δὲν θὰ ὑποκύπτει στὸ νόμο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ ἀφανισμοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸς πάνω σὲ αὐτὸ τὸ θέμα ὁ διάλογος τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν Προφήτη ῾Ιερεμία· «Σήκω», τοῦ εἶπε ὁ Θεός, καί κατέβα κάτω στὸ ἐργαστήριο τοῦ ἀγγειοπλάστη, ἐκεῖ ποὺ αὐτὸς ἐργάζεται τὴν ἀγγειοπλαστικὴ μὲ τὴ βοήθεια τῶν πέτρινων τροχῶν. Δές! Ὅταν ἐκείνου τοῦ ἔπεσε τὸ πήλινο δοχεῖο ποὺ ἔπλαθε μὲ τὰ χέρια του ἔσκυψε καὶ μάζεψε πάλι τὸν πηλὸ καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἔπλασε ἄλλο ἀγγεῖο, στὸ ὁποῖο ἔδωσε τὴ μορφὴ ποὺ ἐκεῖνος ἤθελε. Καὶ συνέχισε: « Ὦ ἀπόγονοι τοῦ ᾿Ισραήλ, μήπως δὲν μπορῶ νὰ κάνω καί ᾿Εγὼ σὲ ἐσᾶς, ὅπως ἔκανε αὐτὸς ὁ ἀγγειοπλάστης; Ἀσφαλῶς μπορῶ. Γιατὶ ἐσεῖς εἴσαστε στὰ χέρια μου ὅπως ὁ πηλὸς στὰ χέρια τοῦ ἀγγειοπλάστη ποὺ εὔκολα μεταπλάθεται ἀπὸ αὐτόν» (῾Ιερ. ΙΗ´ 1-6). Τὸ σημαντικὸ γιὰ ἐμᾶς τοὺς χοϊκοὺς εἶναι ὅτι «ὁ Ἀγγειοπλάστης» εἶναι Προαιώνιος, Πανάγαθος, Παντοδύναμος καὶ Πατέρας μας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα μας σὲ Αὐτὸν εἶναι ἤδη ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή, πρόγευση τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ τῆς ὑπέρχρονης Βασιλείας Του.
.         Ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἐξάπαντος θὰ συντελεσθεῖ, ὅπως συντελεῖται ὁ ἐρχομὸς τῆς ἀνοίξεως μὲ τὸ τέλος τοῦ χειμώνα. ῾Η σάλπιγγα τοῦ Ἀγγέλου ὁπωσδήποτε, θὰ ἠχήσει (Ἀποκ. ια´ 15-18).᾿Εκεῖνο, ὅμως, ποὺ ἔχει σημασία γιὰ ἐμᾶς εἶναι νὰ ἔχουμε ἐργασθεῖ κατὰ τὴν ἐπὶ γῆς βιοτή μας, γιὰ τόν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς μας, ὥστε ἡ ἀνάσταση μας νὰ μὴ γίνει «εἰς κατάκριμα», ἀλλὰ «εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ματθ. κε´ 46).
.         Στὴν προετοιμασία μας αὐτὴ θὰ συμβάλει ἰδιαίτερα ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, ἡ νήψη καὶ ἡ διαρκὴς ἑτοιμότητά μας, γιὰ τὴν ἐπικείμενη ἀναχώρησή μας «ἐκ τῶν ἐπιγείων πρὸς τὰ ἐπουράνια». Γιατὶ ἡ συνεχὴς μνήμη τοῦ θανάτου ζωογονεῖ τὴν ψυχὴ καὶ προεκτείνει τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, ὠθώντας την πρὸς τὴν ἀτελεύτητη πορεία της, «ἀπό δόξης εἰς δόξαν» (Β´ Κορ. γ´ 18). Αὐτὴ ἡ μνήμη ἐπίσης, μᾶς ἐντάσσει στὴν προσδοκία ὁλόκληρης τῆς κτίσεως, ἡ ὁποία, ἂν καὶ «συστενάζει» μὲ τὸν ἀπόγονο τοῦ Ἀδάμ «καὶ συνωδίνει μέχρι τοῦ νῦν» (Ῥωμ. η´ 22), ἐν τούτοις δέν παύει νὰ τρέφεται μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ νὰ περιμένει τὴν ἀπελευθέρωσή της καὶ τὸ δικό της αἰώνιο «ἐπέκεινα».

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε

ΧΕΙΜΩΝΑΣ-ΑΝΟΙΞΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ-ΑΝΑΣΤΑΣΗ –1 (Χαρ. Μπούσιας) «Δὲν ἔχουμε ἀφήσει νὰ δημιουργηθεῖ τὸ ὅραμα τῆς “αἰώνιας ἀνοίξεως” καὶ ἡ χαρὰ τῆς προσμονῆς τῆς ποθητῆς καὶ “ἀνέσπερης” ἐκείνης ἡμέρας».

Χειμώνας – Ἄνοιξη, Θάνατος-Ἀνάσταση
[Α´]

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Ὁ Γέροντας Γαβριήλ, ὁ ἀπλανὴς πνευματικὸς καθοδηγητὴς πλήθους εὐσεβῶν, τόσο τῆς εὐλογημένης μας Κύπρου, ὅσο καὶ πολλῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων περιοχῶν, ἐπανελάμβανε μὲ ἔμφαση τὰ λόγια τοῦ Παύλου, ὅτι ὁ Θεὸς δίνει στὸν καθένα μας «σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν» (Α´ Κορ. ι´ 13). Δίνει τὸ χειμώνα τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων, ἀλλὰ δίνει καὶ τὴν ἄνοιξη τῆς ἐκβάσεως καὶ τῆς ἀναψυχῆς. Δίνει τὸ θάνατο τοῦ φθαρτοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάσταση τῆς ψυχῆς. Δίνει τὸ σταυρό, ἀλλὰ ὁ ἴδιος γίνεται Κυρηναῖος μας στὴν ἐπίπονη ἄρση του. Καὶ δὲν ὑπάρχει σταυρὸς χωρὶς ἀνάσταση, ὅπως δὲν ὑπάρχει χειμώνας χωρὶς ἄνοιξη.
.         Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση εἶναι ἔννοιες ταυτόσημες. Δὲν μποροῦμε νὰ δεχόμαστε τὴ μία καὶ νὰ ἀπορρίπτουμε τὴν ἄλλη. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴν πρώτη καὶ νὰ ἀμφισβητοῦμε τὴ δεύτερη. Ἡ ἄνοιξη εἶναι συνέχεια τοῦ χειμώνα καὶ ἡ ἀνάσταση συνέχεια τοῦ θανάτου. Γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι ἐκεῖνος ὁ σπόρος ποὺ ὁ γεωργὸς σπέρνει, δὲν παίρνει ζωή, ἐὰν πρῶτα δὲν πεθάνει (Α´ Κορ. ιε´ 36-37). Πεθαίνει καὶ σαπίζει αὐτὸς μὲ τὶς βροχὲς τοῦ χειμώνα στὴ γῆ, γιὰ νὰ ἀναστηθεῖ μὲ τὴν ἄνοιξη, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς νεκρούς, ὅπου τὸ μὲν σῶμα διαλύεται στὰ «ἐξ ὧν συνετέθη», τὸ δὲ πνεῦμα ἀκολουθεῖ τὸ δρόμο τῆς ἀναστάσεως. Ἐκεῖνο ποὺ σπέρνεται κατὰ τὸ θάνατο εἶναι φθαρτό, ἐκεῖνο ποὺ ἀνασταίνεται εἶναι ἄφθαρτο. Ὁ Σοφὸς Σολομὼν στὸ περίφημο ᾎσμα ᾈσμάτων θὰ μᾶς πεῖ: Ἦλθε ἡ ἄνοιξη, μάκρυνε ὁ χειμώνας, πέρασε ἡ βροχὴ καὶ πάει. Τὰ λούλουδια φάνηκαν στὴ γῆ. Ἔφθασε ὁ καιρὸς γιὰ τὸ τραγούδι καὶ ἀκούσθηκε τῆς τρυγόνας ἡ φωνή. Οἱ πρῶτοι ὀρνοὶ βγῆκαν στὴ συκιὰ καὶ ἄνθη εὐωδιαστὰ στὸ ἀμπέλι (ᾎσμα ᾈσμάτων β´ 11-13 .
.         Δὲν ὑπάρχει ἐτήσιος χρόνος χωρὶς χειμώνα καὶ ἄνοιξη καὶ δὲν ὑπάρχει θάνατος χωρὶς ἀνάσταση. Ὁ θάνατος εἶναι τὸ πλέον βέβαιο γεγονὸς καὶ ὁ καθένας μας γνωρίζει πὼς ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἐπέλθει καὶ στὸν ἴδιο. Τὸν ἐπέτρεψε ὁ Θεός, «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται». Ἂν καὶ ὡς δῶρο Θεοῦ ὁ θάνατος θὰ ἔπρεπε ὅλους μας νὰ μᾶς χαροποιεῖ, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει κακὸ καὶ ἄσχημο δῶρο Θεοῦ, ἐν τούτοις τὸ τέλος αὐτῆς τῆς ζωῆς παραμένει γιὰ τοὺς περισσοτέρους ἀνθρώπους ἀπόλυτα ἀνεπιθύμητο καὶ ἐπίμονα ἀπωθημένο. Τὸ θάνατο τὸν ἐξορκίζουμε καὶ στὸ ἄκουσμά του καὶ μόνο χτυποῦμε ξύλα ἢ φτύνουμε στὸν κόρφο μας.
.         Καὶ αὐτὸ γιατὶ ὅλοι μας δὲν ἔχουμε καλλιεργήσει μέσα μας, ὅσο ζοῦμε πρόσκαιρα σὲ αὐτὴ τὴ γῆ, τὴν προσδοκία τοῦ «ἐπέκεινα» καὶ δὲν βασιζόμαστε πάνω στὴ στέρεη πέτρα τῆς «ἐν Χριστῷ» ἐλπίδας. Αἰφνιδιαζόμαστε ἀπὸ τὸ θάνατο, ἐπειδὴ ἀσφαλῶς εἴμαστε πλασμένοι γιὰ νὰ ζήσουμε αἰώνια. Βλέποντας τὸ σκήνωμα μπροστά μας κάποιου ἀγαπημένου του προσώπου νὰ κοίτεται ἀσάλευτο καὶ χωρὶς πνοὴ καὶ σαβανώνοντάς το, σαβανώνουμε μαζὶ μὲ αὐτὸ καὶ τὴ δική μας ἐλπίδα. Ἰδιαίτερα ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς τῆς ἐξάρσεως τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς, ἐμεῖς ποὺ προσπαθοῦμε ὅλα νὰ τὰ ἐξηγήσουμε μὲ τὴν πεπερασμένη λογικὴ καὶ μὲ μαθηματικοὺς τύπους, ἔχουμε χάσει τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ κάθε μεταθανάτια προοπτικὴ καὶ πολύ περισσότερο, ἔχουμε νεκρώσει μέσα μας, δυστυχῶς, κάθε ἐλπίδα γιὰ ἀνάσταση καὶ ἀθανασία. Πῶς ἐλπίζουμε ὅτι τὸ χειμώνα θὰ τὸν διαδεχθεῖ ἡ ἄνοιξη καὶ δὲν ἐλπίζουμε ὅτι τὸ θάνατο θὰ τὸν διαδεχεῖ ἡ ἀνάσταση; Γιατί ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς πίστεώς μας «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν»; Εἶναι αὐτὴ ὁμολογία ἐνσυνείδητη ἢ ἀσυνείδητη; Ὅταν ὁ γεωργὸς σπέρνει τὸ σπόρο στὸ φρεσκοαροτριωμένο χωράφι σπέρνει τὴν ἐλπίδα τῆς βλαστήσεως, δηλαδὴ τῆς μετὰ ἀπὸ τὸ σάπισμα τοῦ σπόρου ἀναστάσεως νέου φυτοῦ. Τὸ σάπισμα καὶ ὁ πρόσκαιρος ἀφανισμὸς τοῦ σπόρου δὲν προβληματίζει τὸ σπορέα ἀρνητικά, οὔτε τοῦ ἀκυρώνει τὴν προσμονὴ τῆς νέας βλαστήσεως καί τῆς καρποφορίας. ῞Οταν ὅμως ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι κληθοῦμε νὰ ἀποθέσουμε στὴ φρεσκοσκαμμένη γῆ ἄπνουν τὸν ἄνθρωπό μας, τότε δὲν διακατεχόμαστε ἀπὸ τὴν ἴδια ἐλπιδοφόρα βεβαιότητα τοῦ γεωργοῦ. Τότε, ἡ ἔλλειψη τῆς θωριᾶς τοῦ ἀγαπημένου μας προσώπου, ταυτίζεται μέσα μας μὲ τὴν ὁριστικὴ ἀπώλεια, χωρίζεται γιὰ ἐμᾶς ἡ ζωὴ στὰ δύο. Καὶ αὐτό, γιατὶ δὲν ἔχουμε ἀφήσει νὰ δημιουργηθεῖ τὸ ὅραμα τῆς «αἰώνιας ἀνοίξεως» καὶ ἡ χαρὰ τῆς προσμονῆς τῆς ποθητῆς καὶ «ἀνέσπερης» ἐκείνης ἡμέρας, ὅπως αὐτὴν ὀνομάζει μὲ προβληματισμὸ ὁ ποιητής μας Γεώργιος Δροσίνης: «Μήπως ὅτι θαρροῦμε βασίλεμα γλυκοχάραμα αὐγῆς εἶναι πέρα κι ἀντὶ νἄρθει μιὰ νύχτα ἀξημέρωτη ξημερώνει μιὰ ἀβράδιαστη μέρα»; ῎Εχoυμε γίνει οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι τόσο ὑλικοί, τόσο σωματικοὶ καὶ καθόλου πνευματικοί, ὥστε νὰ ὁριοθετοῦμε τὸ καθετὶ μὲ βάση τοὺς φυσικοὺς νόμους, καὶ νὰ κρίνουμε τὰ πάντα μὲ βάση αὐτὰ ποὺ βλέπουμε μὲ τὰ τσιμπλασμένα ἀπὸ τὴ μεταπτωτικὴ ἁμαρτία μάτια μας. Ὅπως μετὰ τὴ χειμερία νάρκη ἀκολουθεῖ ἡ ἄνοιξη μὲ τὴν ἐπαναστατικὴ ἀναζωογόνηση τῆς φύσεως, ἔτσι καὶ μετὰ τὸ θάνατο ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ὅπως πάλι μᾶς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, ὅτι αὐτὴ «σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ» (Α´ Κορ. ιε´ 42).
.         Ἂν θὰ χρειαζόταν νὰ ἀξιολογήσουμε τὸν ἐνιαύσιο κύκλο, τὶς τέσσαρες δηλαδὴ ἐποχὲς τοῦ χρόνου, εἶμαι βέβαιος ὅτι ὄχι μόνο συναισθηματικά, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικὰ θὰ ἐπιλέγαμε τὴν ἄνοιξη ὡς τὴ σημαντικότερη, γιατὶ ἀπὸ αὐτὴν ξεκινοῦν τὰ πάντα. Κατ’ αὐτὴν ἀνασταίνεται ἡ ζωή. Αὐτὴ ἡ ζωὴ ποὺ εἶναι θαμμένη στὸ χῶμα καὶ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ οἱ ζωογόνες ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου τὴν ἀνασταίνουν καὶ τὴν κάνουν νὰ κατακλύζει μὲ λουλούδια τὴν ὕπαιθρο.
.         Μέσα στὸ ἀπέραντο σύμπαν μόνο σὲ τοῦτον τὸν ἀνθισμένο πλανήτη ὑπάρχει ἄνοιξη, γιατὶ μόνο ἡ γῆ μας διαθέτει τὸ προνόμιο τῆς ζωῆς. Μόνο στὴ γῆ μας ὑπάρχει ἄνοιξη μὲ τὸ ἄρωμα τοῦ ἀέρα, τὸν ἀθόρυβο ἦχο τῆς διεργασίας κάθε μορφῆς ζωῆς ποὺ συνεπαίρνει τὴ φύση, τὰ φύτρα τῶν σπόρων ποὺ σπάζουν τὰ δεσμὰ τῆς χειμωνιάτικης νάρκης τους, τὰ μπουμπούκια μὲ τὸ ἐλπιδοφόρο φούσκωμά τους, ἐρεθισμένα ἀπὸ τὸν ὀργασμὸ τῶν χυμῶν μέσα τους, τὰ πολύχρωμα χαλιὰ τῶν λιβαδιῶν, τὰ χρώματα καὶ τὰ ἀρώματα τῶν λουλουδιῶν, ποὺ μεθοῦν τὸν ἥλιο καὶ καλοῦν τὶς μέλισσες στὴ φιλόπονη συλλογὴ τοῦ γλυκυτάτου νέκταρος. Ὅλα εἶναι μιὰ χαρά. Ἡ ἄνοιξη εἶναι χαρά. Ἡ ζωὴ εἶναι χαρά. Μιὰ χαρὰ ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὸν ἐρχομό της. Μιὰ χαρὰ ποὺ κινεῖται μὲ τοὺς δικούς της νόμους, τοὺς θεϊκοὺς νόμους, ἔξω ἀπὸ τὰ πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης σκοπιμότητας.
.         Ἡ ἄνοιξη δὲν λογαριάζει πόλεμο οὔτε καταστροφή, οὔτε οἰκονομικὴ κρίση, οὔτε πτώχευση. Εἶναι ἡ βασιλικὴ ἔκφραση τῆς χάρης τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ στὸ αὐτονομημένο, ἀχάριστο καὶ γεμάτο μὲ ἐγωϊσμὸ πλάσμα Του. Χωρὶς αὐτὴ τὴ χάρη θὰ βασίλευε ἐδῶ καὶ αἰῶνες ἡ ἀνυπαρξία μας. Καὶ ἡ ἀνάσταση γίνεται σὲ πλούσιους καὶ πτωχούς, σὲ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς δημιουργίας, σὲ πιστοὺς καὶ ἀπίστους, σὲ ἀνθρώπους τοῦ πολέμου ἢ τῆς εἰρήνης.
.         Τὸ δράμα τῆς ἀνθρωπότητας, τὸ αἰώνιο δράμα τοῦ θανάτου, ποὺ παίρνει κατὰ καιροὺς τόσες ἐναλλακτικές μορφές, ἔχει τὴν ἀρχή του «στὴν ἀποφράδα ἐκείνη ἡμέρα» τῆς πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων. ῾Ο θεόπλαστος ἄνθρωπος μὲ τὴν παρακοή του ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα τῆς ἀνοίξεως τοῦ Παραδείσου, ἔσπασε τὸν ὀμφάλιο λῶρο του ποὺ τὸν συνέδεε μὲ τὸ Ζωοδότη Θεὸ καὶ ἄρχισε νὰ νοιώθει τὴν παγωνιὰ τοῦ χειμώνα καὶ νὰ ὀσφραίνεται τὴ μυρωδιὰ τοῦ θανάτου. Ἦλθε ὅμως πάλιν ἡ ἄνοιξη μὲ τὸ Χριστό μας, τὸ νέο Ἀδάμ, ποὺ εἶναι ταυτόσημη μὲ τὴν ἀνάσταση. Αὐτὴ μᾶς δείχνει τὴ μετὰ τὸ θάνατο ἀτελεύτητη ζωή.
.         ῾Η ἀνάσταση τῶν νεκρῶν εἶναι βασικὴ ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας. Χωρὶς τὴ βεβαιότητα τῆς ἀναστάσεώς μας, ἡ πίστη μας, λέει ὁ Ἀπόστολος, δὲν ἔχει κανένα νόημα καὶ εἶναι μάταιη (Α´ Κορ. 15, 17). «Ἄν», λέει, «εἶναι ἀδύνατη ἡ ἀνάσταση, τότε λοιπόν, οὔτε ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ἀφοῦ καὶ ᾿Εκεῖνος εἶχε σῶμα σὰν τὸ δικό μας. Δὲν ἦταν Αὐτὸς μόνο τέλειος Θεός, ἀλλὰ καὶ τέλειος ἄνθρωπος. ᾿Αλλά, ἂν δὲν ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, εἶναι χωρὶς νόημα καὶ χωρὶς περιεχόμενο τὸ κήρυγμά μας καὶ κούφια ἡ πίστη μας, ἐφόσον αὐτὴ βασίζεται καὶ θεμελιώνεται στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι, ὅμως, ἔτσι τὰ πράγματα, γιατὶ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε καὶ ὅπως οἱ πρώϊμοι καρποί, ποὺ ὡριμάζουν πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, μᾶς προαναγγέλλουν, ὅτι θὰ ἀκολουθήσει καὶ ὁλόκληρη ἡ συγκομιδή, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε πρῶτος ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ βεβαιώνει μὲ τὴν Ἀνάστασή Του, ὅτι θὰ ἀκολουθήσει καὶ ἡ δικη μας ἀνάσταση μαζὶ μὲ αὐτὴν ὅλων τῶν ἄλλων νεκρῶν…» (Α´ Κορ. 15-23).
.         Ὁ θάνατος λοιπόν, ἔχει νικηθεῖ ὁριστικὰ καὶ ἡ ἀνάσταση τῶν κεκοιμημένων εἶναι δεδομένη. Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας, ὅπως ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός καί ὁ Κύριλλος τῶν ῾Ιεροσολύμων, μᾶς μιλοῦν μὲ βεβαία πίστη γιὰ τὴν ἄνοιξη ποὺ πρόκειται νὰ διαδεχθεῖ τὸ χειμωνιάτικο σάπισμα, τὴ φθορὰ καὶ τὴν ἀποσύνθεση, τὴν ὁποία θὰ ἐπιφέρει ὁ σωματικὸς θάνατός μας. Θὰ ξαναζήσουμε ἀσφαλῶς «ἐν σώματι», ἀλλὰ «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» (Μάρκ. 16, 12). Θὰ ἀναστηθοῦμε καὶ κανείς μας πιὰ δὲν θὰ ὑποκύπτει στὸ νόμο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ ἀφανισμοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸς πάνω σὲ αὐτὸ τὸ θέμα ὁ διάλογος τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν Προφήτη ῾Ιερεμία· «Σήκω», τοῦ εἶπε ὁ Θεός, καὶ κατέβα κάτω στὸ ἐργαστήριο τοῦ ἀγγειοπλάστη, ἐκεῖ ποὺ αὐτὸς ἐργάζεται τὴν ἀγγειοπλαστικὴ μὲ τὴ βοήθεια τῶν πέτρινων τροχῶν. Δές! Ὅταν ἐκείνου τοῦ ἔπεσε τὸ πήλινο δοχεῖο ποὺ ἔπλαθε μὲ τὰ χέρια του ἔσκυψε καὶ μάζεψε πάλι τὸν πηλὸ καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἔπλασε ἄλλο ἀγγεῖο, στὸ ὁποῖο ἔδωσε τὴ μορφὴ ποὺ ἐκεῖνος ἤθελε. Καὶ συνέχισε ὁ Κύριος: « Ὦ ἀπόγονοι τοῦ ᾿Ισραήλ, μήπως δὲν μπορῶ νὰ κάνω καὶ ᾿Εγὼ σὲ ἐσᾶς, ὅπως ἔκανε αὐτὸς ὁ ἀγγειοπλάστης; ᾿Ασφαλῶς μπορῶ. Γιατὶ ἐσεῖς εἴσαστε στὰ χέρια μου ὅπως ὁ πηλὸς στὰ χέρια τοῦ ἀγγειοπλάστη ποὺ εὔκολα μεταπλάθεται ἀπὸ αὐτόν» (῾Ιερ. 18 1-6).
.         Τὸ σημαντικὸ γιὰ ἐμᾶς τοὺς χοϊκοὺς εἶναι ὅτι «ὁ ᾿Αγγειοπλάστης» εἶναι Προαιώνιος, εἶναι Πανάγαθος, εἶναι Παντοδύναμος καὶ καὶ πρωτίστως εἶναι ὁ Πατέρας μας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα μας σὲ Αὐτὸν εἶναι ἤδη ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή, πρόγευση τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ τῆς ὑπέρχρονης Βασιλείας Του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΧΕΙΜΩΝΑΣ-ΑΝΟΙΞΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ-ΑΝΑΣΤΑΣΗ –2 (Χαρ. Μπούσιας) «Ἡ χαρὰ τῆς ἀναστάσεως εἶναι χαρὰ πεπληρωμένη, εἶναι ἡ χαρὰ τῆς συναντήσεώς μας μὲ τὸν ἀναστάντα Κύριο». 

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ («Διασπείρουν μὲ ποικίλους τρόπους στὸν λαὸ τὴν ἀντιχριστιανικὴ ἀντίληψη ὅτι, τόσο αὐτὸ καθαυτὸ τὸ πασχάλιο μυστήριο τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο τὸ ἑορτάζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ χριστιανικὴ ἔκδοση ἀνάλογων προχριστιανικῶν μύθων καὶ μυστηρίων»)

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ
Ἕνα παράδειγμα ἐκχριστιανισμοῦ τῶν ἐθνικῶν μυστηρίων

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ  π. Δημητρίου Τζέρπου, Δρ. Θ.
ἀν. καθηγ.  Παν.  Ἀθηνῶν
«ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ»
-Δοκίμια λειτουργικῆς ἀγωγῆς κλήρου καὶ λαοῦ
Ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
Ἀθῆναι 2001, σελ. 166-176

 .          1. Ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Σερβίων καὶ Κοζάνης κυρὸς Διονύσιος Ψαριανός, στὴν μνήμη τοῦ ὁποίου ἀφιερώνεται μὲ υἱϊκὴ εὐγνωμοσύνη τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ, ἔλεγε χαρακτηριστικά, ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους κινδύνους, ποὺ ἀπειλοῦν σήμερα τὴν λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἡ Λαογραφία. Ἐννοοῦσε δὲ ὁ σοφὸς ἱεράρχης τὴν τάση ὁρισμένων ἐκπροσώπων τῆς ἐπιστήμης αὐτῆς νὰ παραθεωροῦν τὴν ὀργανικὴ σχέση τῆς Θείας Λατρείας πρὸς τὸ δόγμα καὶ τὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα καὶ κυρίως ἐκφράζει καὶ νὰ τὴν θεωροῦν ἀδιακρίτως, μαζὶ μὲ τὶς λαϊκὲς συνήθειες, τὶς δεισιδαιμονίες, τὶς προλήψεις κ.λπ., ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ἐπιμέρους στοιχεῖα αὐτοῦ ποὺ ὀνομάζουμε γενικὰ λαϊκὸς βίος καὶ πολιτισμός.

.          Πρόκειται γιὰ μιὰ φολκλορικὴ προσέγγιση τῆς Θείας Λατρείας, τὶς ποιμαντικὲς συνέπειες τῆς ὁποίας διαπιστώνουμε ἰδιαίτερα κατ’ αὐτὲς τὶς ἡμέρες, ποὺ μέσα στὴν εὔκρατη ἀτμόσφαιρα τοῦ ἀνοιξιάτικου τοπίου καὶ τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας καλούμαστε νὰ γιορτάσουμε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὴν ἑορτὴ τῆς καινούργιας ζωῆς, ποὺ ἔφερε ὁ Χριστὸς μὲ  τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασή του στὸν κόσμο. Διότι αὐτὲς ἀκριβῶς τὶς ἡμέρες ἐπιλέγουν καὶ διάφοροι ἄλλοι φορεῖς γιὰ νὰ διασπείρουν μὲ ποικίλους τρόπους στὸν λαὸ τὴν ἀντιχριστιανικἀντίληψη ὅτι, τόσο αὐτὸ καθαυτὸ τὸ πασχάλιο μυστήριο τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο τἑορτάζει Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρχριστιανικἔκδοση ἀνάλογων προχριστιανικῶν μύθων καὶ μυστηρίων, διὰ μέσου τῶν ὁποίων καὶ προσπαθεἀνέκαθεν ἄνθρωπος νὰ δώσει μία ἀπάντηση στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου ποὺ τὸν περιβάλλει.
.          Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὸ πρόβλημα τῆς σχέσεως τῶν χριστιανικῶν μυστηρίων πρὸς τὰ ἀντίστοιχα ἐθνικὰ ἐντάσσεται στὸ εὐρύτερο πλαίσιο τῶν φυσιολογικῶν ἐξωτερικῶν ἐπιδράσεων ποὺ δέχτηκε ἡ χριστιανικὴ λατρεία κατὰ τὴn μακροχρόνια ἐξέλιξή της, ἀπὸ τὴν πολιὰ χριστιανικὴ ἀρχαιότητα ὣς τὶς ἡμέρες μας [1]. Ἡ θεολογικὴ δὲ ἔρευνα ἔδειξε μὲ σαφήνεια ὅτι ὅσο νέα καὶ διάφορη εἶναι ἡ χριστιανικὴ πίστη σὲ σχέση μὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη προχριστιανικὴ ἢ ἐξωχριστιανικὴ θρησκευτικὴ ἀντίληψη καὶ ἰδεολογία, ἄλλο τόσο νέα καὶ διάφορη εἶναι καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ λατρεία ποὺ τὴν ἐκφράζει. Ὅμως παρότι τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι ἀπὸ ἄποψη οὐσίας λυμένο ὁριστικά, οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔπαυσαν ποτὲ νὰ τὸ χρησιμοποιοῦν σὰν ὅπλο, κάθε φορὰ ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ πλήξουν τὴν μοναδικότητα τοῦ χριστιανικοῦ εὐαγγελίου μέσα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου.Ἔτσι κατὰ τὸν προηγούμενο αἰώνα ἡ συγκρητιστικὴ ἐξίσωση χριστιανικῶν καὶ ἐθνικῶν μυστηρίων ἀποτέλεσε τὴν αἰχμὴ τοῦ δόρατος τῆς λεγόμενης ἀρνητικῆς κριτικῆς στὴν πολεμική της κατὰ τῆς Ἐκκλησίας [2]. Ὡς πρόσφατο δὲ παράδειγμα ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρουμε τὴν μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἐμφάνισης τοῦ νεοπαγανισμοῦ[3] προσπάθεια ἀναβίωσης τῶν ἀρχαίων  ἑλληνικῶν μυστηρίων, ὡς ἀντίποδα τῶν χριστιανικῶν, ἐν ὄψει μάλιστα καὶ τῶν εὐνοϊκῶν συνθηκῶν ποὺ θὰ δημιουργήσει πρὸς τοῦτο ἡ προσεχὴς διοργάνωση τῶν ὀλυμπιακῶν ἀγώνων στὴν Ἀθήνα.

.         2.  Ὅλα αὐτὰ σημαίνουν ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐπίλυση τῶν θεολογικῶν προβλημάτων σὲ ἀκαδημαϊκὸ μόνο ἐπίπεδο, ἀλλὰ παραμένει πάντοτε σὲ διαρκῆ ἐκκρεμότητα καὶ ἡ ποιμαντικὴ καὶ ἱεραποστολική τους ἀντιμετώπιση. Σὲ σχέση δὲ μὲ τὸ θέμα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ εἶναι χρήσιμη γιὰ τὴ σύγχρονη προσέγγισή του ἡ γνώση τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο τὸ ἀντιμετώπισε πρώτη ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία. Συνοψίζεται δὲ αὐτὸς στὰ ἑξῆς δύο βασικὰ σημεῖα:

   α) Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ἐμφάνισής της στὸν κόσμο ἡ Ἐκκλησία εἶχε τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ ἐκ νεκρῶν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὴν μοναδικὴ ἀπάντηση στὸ μεγαλύτερο πρόβλημα τῆς ἐπὶ γῆς βιοτῆς τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι ὁ θάνατος. Σύμφωνα δὲ μὲ τὴν πίστη της αὐτὴ ὑπαρξιακὸς ἀπεγκλωβισμὸς τοἀνθρώπου ἀπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὅρια τοῦ παρόντος θνητοῦ κόσμου δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀλλιῶς παρὰ μόνο μέσα ἀπὸ τἱερὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐπὶ μέρους τρόπους ἐν Χριστἴασης τῆς ἀνθρώπινης φύσης ἀπὸ τὴν θανατηφόρο ἀσθένεια τῆς ἁμαρτίας καὶ κατὰ χάριν ἕνωσή της μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς λύτρωσης καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ εὐδαιμονίας. Ἡ χριστοκεντρικότητα αὐτὴ τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας[4], ὅπως καὶ ἡ ἐχθρικότητα τοῦ περιβάλλοντος μέσα στὸ ὁποῖο γενικὰ ζοῦσε, εἶναι οἱ δύο κύριοι λόγοι, ποὺ ἐξηγοῦν τὴν σφοδρὴ πολεμικὴ μὲ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε τὰ ἐθνικὰ μυστήρια κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες. Διότι τὰ λεγόμενα αὐτὰ μυστήρια δὲν ἦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ συνέχεια τῆς λατρείας τῶν ἀρχαίων γεωργικῶν λαῶν[5]. Γι᾽ αὐτὸ καὶ εἶχαν ὡς πρώτη καὶ κύρια πηγὴ ἔμπνευσή τους τὸ φυσικὸ φαινόμενο τῆς κατὰ τὴν ἄνοιξη ζωοποιήσεως τῆς φύσεως, ἀπὸ τὴν προηγηθεῖσα χειμέρια νέκρωσή της, μὲ τὴν ἀκμὴ τῆς ἀνθοφορίας καὶ τῆς καρποφορίας τῶν δένδρων καὶ τῶν ἄλλων βλαστῶν τῆς γῆς[6]. Πάνω σ’ αὐτὴ τὴν φυσιολατρικὴ-πανθεϊστικὴ βάση, οἱ πάτρωνες θεοὶ τῶν μυστηρίων αὐτῶν καὶ οἱ μυθολογούμενες νεκραναστάσεις τους, δὲν ἦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ μία προσωποποίηση αὐτῆς τῆς αἰώνια νοσταλγούμενης ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο νίκης τῆς ζωῆς πάνω στὸν θάνατο. Ὅμως ἡ ἔλλειψη μιᾶς σταθερῆς καὶ συγκροτημένης διδασκαλίας ἀπὸ τὰ μυστήρια αὐτὰ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ὄχι μόνο τὴν συνεχῆ μετατροπὴ καὶ προσαρμογὴ τῶν τελουμένων πρὸς τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ ἑκάστοτε δραματοποιουμένου μύθου, ἀλλὰ καὶ τὸν ὑπερτονισμὸ τοῦ τελετουργικοῦ στοιχείου ἔναντι τοῦ ἴδιου τοῦ μύθου[7]. Ἔτσι ἡ μύηση σ’ αὐτὰ δὲν ἀπαιτοῦσε ἀπὸ τὸν μύστη τήρηση ὁρισμένων θρησκευτικῶν κανόνων γιὰ τὴν ἀνάβασή του σ’ ἕνα ὑψηλότερο ἐπίπεδο ἠθικῆς ζωῆς, ἀλλ’ ἁπλὴ ἐξωτερικὴ συμμετοχὴ στὴν τελετουργικὴ ἀναπαράσταση τῆς ἱστορίας τοῦ θνήσκοντος καὶ ἀνισταμένου Θεοῦ, πρὸς τὴν ὁποία ὁ μύστης ἐπεδίωκε νὰ ἐξομοιωθεῖ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὁμοιοπαθητικῆς-πραγματιστικῆς μαγείας[8]. Τὸ γεγονὸς εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ παραμένει οὐσιαστικὰ ἀγεφύρωτη ἡ μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ σώζοντος θείου ἀπόσταση καὶ ἡ προσδοκώμενη ἀπὸ τὴν ζεύξη αὐτὴ λύτρωση νὰ βιώνεται τελικὰ μόνο σὰν μία ἀνεκπλήρωτη ἐπιθυμία καὶ νοσταλγία.

     β) Σὲ ἀντίθεση τώρα μὲ τὴν προηγούμενη περίοδο ἡ μετὰ τὴν κατάπαυση τῶν  διωγμῶν ἔκλειψη τῶν ἐξωτερικῶν κινδύνων, ἡ ἀνάπτυξη τῆς χριστιανικῆς θεολογίας καὶ ἰδιαίτερα ἡ ἀνάγκη ποιμαντικῆς ἀντιμετώπισης τοῦ μεγάλου προβλήματος τῶν εἰδωλολατρικῶν συνηθειῶν καὶ ἀντιλήψεων, ποὺ ἀναπόφευκτα ἔφερναν μαζί τους οἱ μαζικὰ πλέον μεταστρεφόμενοι  στὸν χριστιανισμὸ ἐθνικοὶ διαμόρφωσαν προϋποθέσεις, ποὺ ἐπέβαλλαν στὴν Ἐκκλησία μιὰ καινούργια θεώρηση τοῦ θέματος αὐτοῦ. Προσπάθησε, δηλαδή, ὅπου καὶ ὅταν αὐτὸ ἦταν δυνατὸν νὰ ἀξιοποιήσει ἱεραποστολικὰ τὶς μεταξύ τους εἰδολογικὲς προσομοιότητες καὶ νὰ διακηρύξει μέσα καὶ ἀπ’ αὐτὲς τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. [9] Καὶ τὸ πέτυχε αὐτὸ ἀπόλυτα θεωρώντας ὅτι τὰ ἐθνικὰ μυστήρια- μαζὺ μὲ τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία – ἔπαιξαν γιὰ τοὺς ἄλλους προχριστιανικοὺς λαοὺς τὸν ἴδιο παιδαγωγικὸ ρόλο ποὺ  ἔπαιξε γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ὁ μωσαϊκὸς νόμος καὶ ἡ λατρεία τῆς συναγωγῆς. Καλλιέργησαν, δηλαδή, μέσα στὶς ψυχὲς τῶν εἰδωλολατρῶν τὴ νοσταλγία γιὰ τὴν μετὰ τοῦ Θεοῦ κοινωνία καὶ τοὺς προπαρασκεύασαν πνευματικὰ γιὰ νὰ δεχθοῦν στὸ πλήρωμά τους τὴν ἐν Χριστῷ ἀληθινὴ ψυχικὴ λύτρωση καὶ θεογνωσία[10]. Ἀντιπροσωπευτικὸ δὲ πρὸς τοῦτο παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ κατὰ τὴν ἄνοιξη καθιέρωση τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μὲ τὴν ὁποία ὄχι μόνο ἐκχριστιανίζονται οἱ διάφορες ἐπὶ μέρους ἐθνικὲς ἡ ἰουδαϊκὲς ἀγροτικὲς ἑορτὲς τῆς ἀνοίξεως, ἀλλὰ καὶ ἀνακεφαλαιώνεται οὐσιαστικὰ ὁλόκληρη ἡ φυσικὴ  καὶ θρησκευτικὴ ἱστορία τοῦ κόσμου. Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Τὰ πάντα συντρέχουν στὴν ὀμορφιὰ καὶ στὴ χαρὰ τῆς γιορτῆς. Ἡ βασίλισσα τῶν ἐποχῶν γιορτάζει τὴ βασίλισσα τῶν ἡμερῶν καὶ τῆς προσφέρει ὅ,τι πιὸ ὡραῖο καὶ πιὸ τερπνὸ ἔχει. Ὁ οὐρανὸς εἶναι πιὸ καθαρός, ὁ ἥλιος πιὸ ψηλὰ καὶ πιὸ φωτεινός. Ἡ τροχιὰ τῆς σελήνης λαμπρότερη καὶ ἡ συνοδεία τῶν ἄστρων πιὸ καθαρὴ καὶ πιὸ ἁγνή. Οἱ πηγὲς ρέουν πεντακάθαρες, οἱ ποταμοὶ ἀφθονότεροι, ἐλεύθεροι πιὰ ἀπὸ τὰ ἐμπόδια του πάγου. Τὰ λειβάδια μοσχοβολοῦν, ἡ βλάστηση ἀφθονεῖ καὶ τὰ πρόβατα χοροπηδοῦν στὰ πράσινα βοσκοτόπια[11]. Τὸν ἴδιο συλλογισμὸ συνεχίζει ὁ ἅγιος Κυριλλος Ἀλεξανδρείας λέγοντας: Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀπὸ ὄλα πιὸ ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ ὅτι μαζὶ μὲ τὰ χόρτα καὶ τὰ φυτὰ ἀναζωογονήθηκε τὸ πλάσμα ποὺ κυριαρχεῖ σὲ ὅ,τι ὑπάρχει πάνω στὴν γῆ, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος. Πράγματι ἡ ἐποχὴ τῆς ἄνοιξης, φέρνει τὴν ἀνάσταση τοῦ Σωτήρα, μὲ τὴν ὁποία ὅλα ἀναμορφώθηκαν στὴν κοινότητα τῆς ζωῆς, διαφεύγοντας ἔτσι τὴ ξένη φθορὰ τοῦ θανάτου. Θὰ ἦταν πραγματικὰ ἀκατανόητο τὰ εἴδη τῶν φυτῶν νὰ ξανάβρουν τὴ πρώτη τους μορφή, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ζωογονεῖ τὰ πάντα  καὶ νὰ μείνει  χωρὶς πνοή, χωρὶς καμμιὰ βοήθεια  ἀπὸ ψηλά, αὐτός, χάρη τοῦ ὁποίου δημιουργήθηκε ὁ φυσικὸς κόσμος, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος[12]. Καὶ συμπεραίνει ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας: «Ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα βρίσκουν τὴν ἐκπλήρωσή τους στὴ γιορτὴ τῆς σωτηρίας. Ὁ Χριστὸς ἦταν ὁ ἀμνὸς τοῦ ὁποίου τὸ σῶμα τεντώθηκε ἐπάνω στὸν σταυρό. Ἀλλὰ ἦταν ὁ ἴδιος ἐπίσης ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὅταν ἡ θεία ἄνοιξη καὶ ἡ σωτήρια ἀλλαγὴ ἔκανε νὰ περάσει ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸ κακὸ στὸ καλό. Τὰ πνεύματα ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια τοὺς λαοὺς ἔπαυσαν νὰ δροῦν μαζὺ μὲ τὰ κακά του χειμώνα καὶ ἡ ἀφθονία τῶν νέων καρπῶν στεφανώνει τὴν Ἐκκλησία μὲ τὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Οἱ ἀγροί, τοὺς ὁποίους ὁ Λόγος καλλιέργησε μὲ πνευματικὴ ἐργασία, φέρνουν τὰ ὡραῖα ἄνθη τῆς ἁγιότητας καὶ ἀπελευθερωμένοι πιὰ ἀπὸ τὴν συμφορὰ τοῦ σκότους, γίναμε ἀντάξιοι τοῦ φωτὸς τῆς γνώσεως τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου»[13].

.         3. Σήμερα ὑπάρχουν μερικοὶ ποὺ θὰ ἤθελαν νὰ ἀποκαθάρουν τὸν χριστιανισμὸ ἀπὸ κάθε εἴδους τέτοια ἐθνικὰ ἢ ἰουδαϊκὰ κατάλοιπα καὶ νὰ πετάξουν στὴν φωτιὰ  μαζὶ μὲ τὸ χριστουγεννιάτικο δένδρο καὶ τὰ κόκκινα πασχαλινὰ αὐγά. Ἀλλὰ τὸ πρῶτο ποὺ θὰ ἐπετύγχαναν μὲ τὴν πράξη τους αὐτὴ θὰ ἦταν νὰ ἀδικήσουν καὶ νὰ ἀπογοητεύσουν τὰ παιδιά[14]. Διότι ὅπως γιὰ τοὺς πρωτογόνους λαούς, ἔτσι καὶ γιὰ τὰ παιδιὰ  ἡ φύση καὶ ὅσα συμβαίνουν μέσα σ’ αὐτὴν εἶναι τὸ προπαιδευτικὸ ἐκεῖνο σχολεῖο, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου καὶ ἀνάγονται προοδευτικὰ στὴν ἔννοια τοῦ δημιουργοῦ καὶ λυτρωτὴ Θεοῦ. Ὅπως προκύπτει καὶ ἀπὸ τὴν ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματός της ἡ ἀρχαία θέα Δήμητρα ἀποτελοῦσε εἰκόνα καὶ προσωποποίηση τῆς μητέρας γῆς (Γῆ+μήτηρ=Γημήτηρ, Δημήτηρ, Δήμητρα). Ὅμως καρποὶ αὐτῆς τῆς ἴδιας μητέρας γῆς εἶναι καὶ ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος, ποὺ μεταβάλλονται κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία σὲ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ καὶ ποὺ οἱ χριστιανοὶ προσφέρουν μετ’ εὐχαριστίας (Α´ Τιμ. δ´ 3) πρὸς τὸν Θεό, ὡς ἔκφραση τῆς εὐγνωμοσύνης τους γιὰ ὅλες τὶς δωρεὲς ποὺ τοὺς χαρίζει. Πλεῖστα δὲ ἀκόμη φυσικὰ στοιχεῖα, ὅπως τὸ νερὸ καὶ τὸ ἔλαιο, τὸ φῶς καὶ οἱ φυσικὲς μονάδες μέτρησης τοῦ χρόνου χρησιμοποιοῦνται γιὰ νὰ διερμηνεύσουν μὲ τὴν φυσικὴ ἐκφραστική τους δύναμη τὴν θρησκευτικὴ πραγματικότητα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας. Γιὰ τὸν συνδυασμὸ δὲ αὐτῶν τῶν χριστιανικῶν καὶ φυσιολατρικῶν στοιχείων στὴν ἔκφραση τῆς μεγάλης χαρᾶς τῆς Λαμπρῆς εἶναι ἐνδεικτικὴ ἡ παρατήρηση τοῦ λαογράφου καθηγητῆ Δ. Λουκάτου[15]: «Ἡ ἴδια ἡ βλάστηση καὶ ἡ ἔξοδος τῶν πανηγυριστῶν στὸ ὕπαιθρο πλαισιώνει τὸ χριστιανικὸ γεγονὸς τῆς Ἀνάστασης μὲ τὸ φυσικὸ τῆς Ἄνοιξης. ἡ ἀνθοφορία τοῦ Λαζάρου, τῶν Βαΐων καὶ τοῦ Ἐπιταφίου εἶναι προανάκρουσμα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς πλάσης. Ἀναβλαστικὰ εἶναι καὶ μερικὰ ἔθιμα λαϊκῶν (παιδικῶν) παραστάσεων μὲ νεκραναστάσεις καὶ ὅλοι οἱ τελκλετουργικοὶ χοροὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα καὶ τοῦ Ἅϊ –Γιωργιοῦ. Τὰ κόκκινα αὐγὰ ἔχουν ἐπίσης συμβολικὴ ἔννοια. Κατ᾽ ἐξοχὴν ζωϊκὰ προϊόντα γίνονται ἐξαίρετα σύμβολα τάφου, ἀπ᾽ ὅπου ξαναπηδᾶ ἠ ζωή, βαμμένα μάλιστα μὲ τὸ χρῶμα τοῦ αἵματος, πρώτιστου στοιχείου ζωῆς καὶ ὑγείας…».
.          Προέκταση καὶ περαιτέρω ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς νέας θεώρησης εἶναι καὶ ἡ μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἀναπαραστατικῆς λατρείας[16] δραματοποίηση τοῦ θείου πάθους, μὲ τὶς κατανυκτικὲς ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, διὰ μέσου τῶν ὁποίων καὶ ἐκκλησιοποιήθηκε  τὸ θρησκευτικὸ θέατρο τῶν βυζαντινῶν[17]. σο δ κα ν λλοχεύει δ κίνδυνος διολίσθησης ατς τς μυστηριολογικο τύπου πνευματικότητας πρς μία ξωτερικ θρησκευτικότητα, ο ερο μνογράφοι δν διστάζουν ν καλέσουν ατς τς μέρες κα τν πεπτωκυῖα φύση ν συμμετάσχει μ τν ναστεναγμό της (Ρωμ. η´ 22) στὸ θεῖο πάθος[18]. Διότι γνωρίζουν ὅτι τὸ δόγμα τῆς ἐν χρόνῳ ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἀναστάσιμο ἦθος αὐτῶν ποὺ συμμετέχουν στὸ ἀπολυτρωτικό του ἔργο εἶναι ἐκεῖνα, πάνω στὰ ὁποῖα ἑδράζεται ἡ βεβαιότητα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν σωτηριολογικὴ  σημασία τῆς παλαιοχριστιανικῆς πρόσκλησης, ποὺ ἀπευθύνει διαχρονικὰ πρὸς κάθε καλοπραίρετο ἀναζητητὴ τῆς ἀλήθειας: «Ἔλθετε πρὸς ἠμᾶς· ἠμεῖς ἔχομεν τὰ ἀληθῆ μυστήρια»[19].

_______

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. σχετικὰ ΕΥ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Μαθήματα Λειτουργικῆς Α´, Ἀθῆναι 1975 , σ.  314 -325 . ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Τὸ ζήτημα τῶν ἐθνικῶν ἐπιδράσεων ἐπὶ τῆς χριστιανικῆς λατρείας. ΘΕΟΛΟΓΙΑ 53 (1982), σ. 833-849.

[2] Βλ. ἰδιαίτερα P.M.S. LAGRANGE, Introduction a l’ etude du  Nouveau Testament, IV, Critique Historique 1, Les mysteres: l’ Orphisme. Paris, Lecotte- Gabalda, 1937. Πρβλ. ΑΛ. ΣΜΕΜΑΝ , Ἡ Ἐκκλησία προσευχομένη. Εἰσαγωγὴ στὴ Λειτουργικὴ Θεολογία (Ἀπόδοση ἀπὸ τὰ Ἀγγλικὰ π. Δημήτριος Τζέρπος), Ἀκρίτας 1991, σ. 120-127.

[3] Γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ νεοπαγανισμοῦ στὴν Ἑλλάδα τὰ τελευταία χρόνια βλ. ἰδιαίτερα Β. ΞΥΔΙΑΣ , Οἱ Ἕλληνες ξανάρχονται, Περιοδικὸ «Σύναξη», τ. 69 (1999), σ. 5-2.

[4] Βλ. σχετικὰ Β. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Ὁ μυστικισμὸς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ αἱ θρησκευτικαὶ ἰδέαι καὶ τάσεις τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων, Ἀθῆναι 1936, σ. 83 ἐξ.

[5] Λ. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ, Πρωτογόνων θρησκευτικὴ ζωή, Ἀθῆναι 1964, σ. 80.

[6] Π. ΤΡΕΜΠΕΛΑΣ, Μυστηριακαὶ Θρησκεῖαι καὶ Χριστιανισμός, Ἀδελφότης Θεολόγων «Ἡ Ζωή», Ἀθῆναι 1932, σ. 25. Λ. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ, Ἱστορία τῆς Ἐποχῆς τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐξ ἐπόψεως παγκοσμίου καὶ πανθρησκειακῆς, Ἀθῆναι 1958, σ. 194-205.

[7] ΤΡΕΜΠΕΛΑΣ, μν. ἔργ., σ. 23. ΑΛ.ΣΜΕΜΑΝ, μν. ἔργ.,  σ. 1241-125.

[8]  ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ, Πρωτογόνων θρησκευτικὴ ζωή, σ. 60-65.

[9] Bλ. H RAHNER, Griechische Mythen in christlicher Deutung, Zurich 1945, σελ. 141 -149

[10] ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ, Ἱστορία τῆς ἐποχῆς τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὄπ. πάρ.

[11] Εἰς τὴν καινὴν Κυριακήν. ΒΕΠΕΣ 60,184. Πρβλ. J.DANIELOU, Ἁγία Γραφὴ καὶ λειτουργία. Ἡ βιβλικὴ θεολογία τῶν μυστηρίων καὶ τῶν ἑορτῶν κατὰ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, Κέντρο βιβλικῶν μελετῶν Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθῆναι 1981, σ. 306, ἀπ’ ὅπου καὶ ἡ μετάφραση τοῦ χωρίου.

[12] PG  LXX , 581 D. Πρβλ. J.DANIELOU, Ἁγία Γραφὴ καὶ λειτουργία, σ. 307.

[13] PG ΧΧΙΙΙ, 697 BC.

[14] I. DANIELOU, Mythes paiens mystere chretien. Fayard (Je sais – Je crois), Paris  1966, σ. 22-25. Πρβλ. Θ. ΖΗΣΗΣ, (Πρωτοπρεσβύτερος), Τὸ χριστουγεννιάτικο δένδρο, ξενόφερτο καὶ ἀντιχριστιανικό, Θεοδρομία 3 (1999), σ. 66-81.

[15] Εἰσαγωγή στήν ἑλληνική Λαογραφία. Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης, Ἀθῆναι 1978, σελ. 263-264.

[16] Βλ. σχετικὰ ΑΛ. ΣΜΕΜΑΝ, μν. ἔργ., σ. 127 ἐξ.

[17] ΑΛ. ΣΟΛΩΜΟΣ, Ὁ ἅγιος Βάκχος ἢ τὰ ἄγνωστα χρόνια τοῦ ἑλληνικοῦ Θεάτρου, ἐκδ. Κεραμεικός, Ἀθῆναι 1964, σελ. 143-196.

[18] Πρβλ. τοὺς γνωστοὺς ὕμνους τῆς Μ. Ἑβδομάδας : Ὦ γλυκύ μου ἔαρ… – : Ὦ βουνοὶ καὶ νάπαι… – Πᾶσα ἡ κτίσις ἠλλοιοῦτο φόβῳ….

[19] J. A. JUNGMAN,Liturgie der chrislichen Fruhzeit bis auf Gregor den Grossen, Freiburg 1967, σελ. 142, 145. Πρβλ. ΕΥΑΓ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, τὸ ζήτημα τῶν ἐθνικῶν ἐπιδράσεων, σελ. 843.

 

, , , , , ,

Σχολιάστε