Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἄνθρωπος

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΕΚΘΡΟΝΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ἐπιχείρηση Ἐκθρόνισης τοῦ Ἀνθρώπου!

Ἐ. Χ. Οἰκονομάκος

περιοδ. «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ»

.               Κατά τούς φετινούς ἑορτασμούς τῶν Ἡμερῶν Μητέρας καί Πατέρα, (δεύτερη Κυριακή τοῦ Μαΐου καί ἡ τρίτη Κυριακή τοῦ Ἰουνίου ἀντίστοιχα) εἶδα κάτι πού δέν τό εἶχα φαντασθεῖ. Ἤξερα ὅτι οἱ γιορτές αὐτές, ἐξ ἀρχῆς κοσμικές καί μέσα στή νοοτροπία τοῦ καταναλωτισμοῦ, (ἀνταλλαγή δώρων, κτλ.), εἶχαν καθιερωθεῖ στίς ἀγγλοσαξωνικές χῶρες τόν 20ο αἰῶνα, ἀπό ἀνδρικά καί γυναικεῖα κινήματα, καί ἀπέβλεπαν στήν ἔξαρση τῶν ρόλων τῆς Μητέρας καί τοῦ Πατέρα, στόν κόσμο τῶν ἀνθρώπων. Φέτος ὅμως τό google, ἡ γνωστή μηχανή ἀναζήτησης τοῦ διαδικτύου, γιόρτασε αὐτές ἡμέρες περνῶντας συγχρόνως καί ἕνα ἀλλόκοτο μήνυμα. Πρόβαλε καί γιά τίς δύο, παρόμοιας ἔμπνευσης κινούμενα σκίτσα. Γιά τήν μητέρα ἔδειχνε διαδοχικά διάφορα θηλυκά ζῶα σέ «τρυφερές στιγμές» μέ τά νεογνά τους καί στό τέλος μιά γυναίκα νά ἀγκαλιάζει καί νά χαϊδεύει καί αὐτή τό μωρό της. Ἀνάλογο θέμα εἶχαν τά σκίτσα γιά τόν πατέρα. Θά μοῦ πεῖτε, ποῦ τό πρόβλημα; Μά, ἡ γυναίκα μητέρα στήν ἴδια μοίρα μέ τήν πάπια, τήν ἀρκούδα, τήν κουνέλα, τήν τίγρη; Καί ὁ ἄνδρας πατέρας στήν ἴδια μοίρα μέ τόν πιγκουΐνο καί τό σκύλο; Οἱ ἀκτιβιστές τῶν κινημάτων τοῦ 19ου καί 20ου αἰῶνα, ἀπό πουθενά δέν προκύπτει ὅτι εἶχαν διανοηθεῖ τέτοιους συσχετισμούς, ὅταν καθιέρωναν αὐτές τίς γιορτές. Νά ὅμως πού οἱ σημερινοί φιλόζωοι ἀκτιβιστές, καί ὄχι μόνον, τούς καλλιεργοῦν. Ὁ ἄνθρωπος, κατ’ αὐτούς, δέν εἶναι τίποτα παραπάνω ἀπό ἕνα ζωικό εἶδος μέσα στή βιοποικιλότητα τῆς γῆς! Καί μάλιστα, πηγαίνοντας πιό πέρα, ἐκτιμοῦν ὅτι πρόκειται μᾶλλον περί «ἐπιβλαβοῦς εἴδους»!
.               Πρό ἐτῶν μιά ἀμερικανίδα ἀκτιβίστρια οἰκολόγος κόμπαζε στό διαδίκτυο ὅτι προέβη σέ διακοπή κύησης (ἔκτρωση) ἀπό σεβασμό πρός τό … περιβάλλον! Ὁ ἄνθρωπος, ἐπιχειρηματολογοῦσε, γιά νά ἱκανοποιήσει τίς ἀνάγκες του, ὑλικές, πνευματικές, πολιτιστικές, καί μέ τήν ἔφεση, πού ἔχει, νά δημιουργεῖ, νά ταξιδεύει, νά ἐπικοινωνεῖ, νά κυριαρχεῖ, ἐξαντλεῖ πολύ περισσότερους φυσικούς πόρους ἀπ’ ὅσους τοῦ ἀναλογοῦν ὡς ἑνός ἀπό τά τόσα ζωικά εἴδη. Κάθε λοιπόν ἄνθρωπος, πού ἔρχεται στόν κόσμο, σύμφωνα μέ τά ἰδεοληπτικά «πράσινα» κηρύγματα τῆς ἐποχῆς μας, ἐπιβαρύνει ἀσύμμετρα τό περιβάλλον, στερῶντας πόρους ἀπό τούς ἄλλους ζῶντες ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι ἔτσι ὁδηγοῦνται σέ ἀφανισμό. Πρόσφατα δημοσιεύματα, βασιζόμενα δῆθεν σέ πορίσματα ἐρευνῶν, θέλουν τό 80% τῶν ζώων, πού ζούσαν στή γῆ πρίν ἐμφανισθεῖ ὁ ἄνθρωπος, νά ἐξαφανίζονται μετά τήν ἐμφάνισή του! Καί ὁ αἴτιος τῆς καταστροφῆς; Ποιός ἄλλος; Ὁ ἄνθρωπος μέ τίς δραστηριότητές του. Ἔνοχος γιά διατάραξη τῆς ἰσορροπίας τοῦ βιoκόσμου!… Ἡ λύση λοιπόν ἁπλή: περιορισμός τῶν γεννήσεων ἀνθρώπων. Αὐτό τό μέτρο προστασίας τῆς «φυσικῆς ἰσορροπίας» θέλησε νά ὑποδείξει ἔμπρακτα ἡ πιό πάνω ἀκτιβίστρια, ἡ ἀσυμβίβαστη προστάτιδα τῶν δικαιωμάτων ζωῆς τῶν ζώων, μέ τή θυσίᾳ τοῦ δικαιώματος ζωῆς τοῦ δικοῦ της παιδιοῦ, πού κυοφοροῦσε! …
.               Οἱ αἰτιάσεις κατά τοῦ ἀνθρώπου ἔχουν βάση. Ἀκόμα καί ἡ Ἁγία Γραφή ἐπισημαίνει τίς συνέπειες, πού εἶχε γιά τήν κτίση ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων, καί τονίζει τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας τῶν πάντων κατά τό τέλος τῶν αἰώνων (βλ. Ρωμ. η´ 18-25). Κάποιος Εὐρωπαῖος δέ διανοούμενος, πρακτικά μιλῶντας, εἶχε πρό ἐτῶν ὑποδείξει τά ἠθικά αἴτια τῆς ὑπερεκμετάλλευσης τῶν φυσικῶν πόρων. Εἶχε πεῖ: «Ἡ γῆ ἔχει ἐπαρκείς πόρους γιά νά συντηρήσει ἄνετα τά ὄντα, πού ζοῦν πάνω της, ἀλλά ὄχι τόσους, ὧστε νά κορεσθεῖ ἡ ἀπληστία ἑνός καί μόνο πλεονέκτη»! Ὡς γνωστόν βέβαια ἡ γῆ εἶναι κάτω ἀπό τόν ἔλεγχο πλήθους ἀκόρεστων πλεονεκτῶν καί δούλων τῆς κατανάλωσης! Ἄλλο ὅμως ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, ὡς λογικοῦ ὄντος, καί ἄλλο ἡ μεταπτωτική πολιτεία του.
.               Πολύς λόγος γίνεται καί πολύ μελάνι χύνεται σήμερα γιά τήν ἀνάδειξη καί προάσπιση τῶν δικαιωμάτων τῶν ζώων. Καί θά ἦταν κατανοητή ἄν ἀποσκοποῦσε στήν εὐαισθητοποίηση τῆς κοινῆς γνώμης μέ στόχο τήν προστασία τους ἀπό ἐπώδυνη καί σαδιστική μεταχείριση. Δέν πρόκειται ὅμως γι’ αὐτό. Πρόκειται γιά καινοφανεῖς προσπάθειες ἀπονομῆς αὐτόνομης ἠθικῆς ὑπόστασης στά ζῶα, ἀπό τήν ὁποία πηγάζουν ἀπαράγραπτα ἔμφυτα δικαιώματα, μή κατ’ ἀνάγκη συμβατά μέ τά ἀνθρώπινα δικαιώματα. Στόν ἰστότοπο phorum.gr (24/12/2010) εἴδαμε τήν ἑξῆς ἀνακοίνωση: «Ὁ σύλλογος «Πολίτες γιά τά δικαιώματα τῆς Φύσης καί τῆς Ζωῆς» προσκαλεῖ τόν καθηγητή Θεοδόση Τάσιο, (σ.σ. γνωστό θεωρητικό τῆς νέας παγκόσμιας τάξης), νά μιλήσει γιά τή «Γλῶσσα τῶν Ζώων». Ὁ καθηγητής θά ἐπικεντρωθεῖ στήν ἀνάδειξη πλευρῶν τῆς συμπεριφορᾶς τῶν ζώων, ὄχι πλέον ὑπό τό πρίσμα τοῦ ἀνθρωπομορφισμοῦ, (σ.σ. τοῦ κατά πόσον δηλαδή ἐμφανίζουν ὁμοιότητες μέ τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά), ἀλλά βάσει ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν πού ἔχουν πραγματοποιηθεῖ μόλις τά τελευταῖα 30 χρόνια. Οἱ νέες ἔρευνες καί ἀνακαλύψεις, κυρίως τῆς ἐπιστήμης τῆς ἠθολογίας, (σ.σ. κλάδος τῆς ζωολογίας, πού μελετᾶ τή συμπεριφορά τῶν ζώων), φωτίζουν τίς μέχρι τώρα ἀντιλήψεις μας γιά τά ζῶα καί μᾶς κάνουν νά ἀναρωτηθοῦμε ἐάν θά πρέπει νά ἀλλάξουμε ἄρδην τή συμπεριφορά μας καί τή στάση μας ὡς πρός αὐτά καί νά τά ἀντιμετωπίσουμε πλέον σύμφωνα μέ αὐτό πού πράγματι εἶναι – σάν αὐτόνομες καί ξεχωριστές ὀντότητες – καί ὄχι σύμφωνα μέ αὐτό πού θά θέλαμε νά εἶναι, ὅπως κάναμε μέχρι τώρα, προκειμένου νά τά καταστήσουμε ὑποχείριά μας καί νά τά μετατρέψουμε σέ ἀντικείμενα ἐκμετάλλευσης καί χρήσης στήν ὑπηρεσία μας. Διότι, ὅπως μᾶς προτρέπει ὁ Henry Beston, πατέρας τοῦ σύγχρονου περιβαλλοντικοῦ κινήματος: «Χρειαζόμαστε μιά διαφορετική, σοφότερη καί ἴσως πιό μυστικιστική (σ.σ. πού νά μᾶς πάει, ἴσως, σέ μιά μεταφυσική σφαίρα) ἄποψη γιά τά ζῶα. Σέ ἕνα κόσμο ἀρχαιότερο καί πιό ὁλοκληρωμένο ἀπό τόν δικό μας τά ζῶα κινοῦνται καί δροῦν ὁλοκληρωμένα. Προικισμένα μέ ἐπεκτάσεις τῶν αἰσθήσεων πού ἐμεῖς χάσαμε ἤ δέν ἀποκτήσαμε ποτέ. Ζῶντας ἀπό φωνές πού ποτέ δέν θά ἀκούσουμε. Δέν εἶναι ὅμοιά μας. Δέν εἶναι κατώτερά μας. Εἶναι ἄλλα ἔθνη. Πιασμένα μαζί μας στό δίκτυ τῆς ζωῆς καί τοῦ χρόνου. Φυλακισμένα μαζί μας στό μεγαλεῖο καί τήν ἐπώδυνη προσπάθεια τῆς ζωῆς στή γῆ». …». Εἶναι φανερό, ἀκόμα καί σέ μαθητές γυμνασίου, πού μόλις ἔχουν ἀρχίσει νά ὑποψιάζονται τί εἶναι ἐπιστήμη, ὅτι αὐτά δέν μποροῦν νά σταθοῦν σάν ἐπιστημονικά πορίσματα ἀπό ἔρευνες τῆς ἠθολογίας. Εἶναι ἰδεοληπτικά προϊόντα ἀνθρώπων, πού ἔχουν χάσει τόν μπούσουλα. Γκεμπελικῆς ὑφῆς στρατευμένη προπαγάνδα…
.               Σάν καρπός ὅλων αὐτῶν τῶν κηρυγμάτων, ἐμφανίζεται ἀπό τά τέλη 20ου αἰῶνα ἡ τάση νά θεωροῦμε καί νά μελετοῦμε τά ἔνστικτα τῶν ζώων, ὡς φαινόμενα «ψυχολογίας» καί «κοινωνιολογίας» τῶν ζώων. Ἔτσι κάθε ἐνστικτώδης κίνηση τοῦ ζώου ἀναβαθμίζεται σέ ἔκφραση «ἀτομικοῦ δικαιώματός» του. Καί γιά νά μή μείνει κανένας … «γνωστικός» χῶρος ἀδιερεύνητος, ἡ «ἔρευνα» στρέφεται καί σέ φαινόμενα συμπεριφορᾶς τῶν ζώων, πού κατά τούς ἰσχυρισμούς «ἐπαϊόντων»(!) συνιστοῦν περιπτώσεις ἔμφυτου «ἐναλλακτικοῦ» σεξουαλικοῦ προσανατολισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔτσι μπορεῖ νά ἐνταχθεῖ στά φυσιολογικά τους δικαιώματα! Ἄλλο πού δέν ἤθελαν κάποιοι γνωστοί τύποι ἀνθρώπων γιά νά θεμελιώσουν καί αὐτοί ὡς ἐγγενές τους δικαίωμα καί τό δικό τους παρόμοιο προσανατολισμό. Ἐμφανίζονται δέ στίς μέρες μας καί «ζωόφιλοι», πού προωθοῦν περαιτέρω τήν ὑπόθεση τῶν δικαιωμάτων «ἐναλλακτικῆς» σεξουαλικότητας: διεκδικοῦν νομική κάλυψη προκειμένου νά ἔχουν τή δυνατότητα νά διαπλέκουν τά ἀντίστοιχα δικαιώματα ἀνθρώπων καί ζώων, ἐπί ἴσοις ὅροις!
.               Σάν παράδειγμα καταθέτω δημοσίευμα ἀπό τήν ἠλεκτρονική ἔκδοση τῆς ἐφημερίδας «Τό Βῆμα» στίς 27/11/2012. Γράφει: «Ἡ Γερμανία ἀναμένεται νά ἀπαγορεύσει ρητῶς τή σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ ἀνθρώπων καί ζώων, ὅπως ἀνακοίνωσε σήμερα ἡ κυβέρνηση τῆς χώρας, ἐνῶ μιά ὁμάδα «ζωόφιλων» ἀπειλεῖ νά προσφύγει στή δικαιοσύνη κατά τῆς ἀπαγόρευσης. … Ὁ γερμανικός νόμος περί προστασίας τῶν ζώων πρός τό παρόν ἀπαγορεύει τή σεξουαλική συνεύρεση μεταξὐ ἀνθρώπων καί ζώων μόνο στήν περίπτωση πού τό ζῶο τραυματίζεται. «Μιά ρητή ἀπαγόρευση θά κάνει πιό εὔκολη τή δίωξη καί θά βελτιώσει τό βαθμό προστασίας τῶν ζώων», δήλωσε ὁ ἐπικεφαλής τῆς ἐπιτροπῆς γεωργίας τῆς Μπούντεσταγκ (κάτω βουλή) Χάνς-Μίχαελ Γκόλντμαν. … Πάντως, ἡ ὀργάνωση Ζωόφιλοι γιά τήν Ἠθική Μεταχείριση τῶν Ζώων (ΖΕΤΑ) σκοπεύει νά προσφύγει στή δικαιοσύνη κατά τῆς τροποποίησης τοῦ νόμου, ὅπως ἀνακοίνωσε ὁ ἐπικεφαλής της Μίχαελ Κίοκ, ὁ ὁποῖος δήλωσε ὅτι ζεῖ μέ τήν Κέσι, ἕνα θηλυκό σκυλί ὀκτώ ἐτῶν. Ὁ ἱστότοπος τῆς ΖΕΤΑ ἀναφέρει ὅτι οἱ ζωόφιλοι κάνουν σέξ μέ ζῶα, μόνο ἄν εἶναι βέβαιοι ὅτι ἔχουν τή συγκατάθεσή τους καί ὅτι καταδικάζουν τήν κακοποίηση τῶν ζώων. Ἡ ὀργάνωση ὑπολογίζει ὅτι ὁ ἀριθμός τῶν ἀνθρώπων πού συνευρίσκονται σεξουαλικά μέ ζῶα στή Γερμανία φτάνει τούς 100.000»…
.               Οἱ Γερμανοί, ὅπως καί ὅλοι οἱ «Χριστιανικοί» λαοί τῆς Εὐρώπης, ἐδῶ καί 2000 χρόνια ἔχουν διδαχθεῖ ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο ὡς τήν κορωνίδα τῆς Δημιουργίας καί ἔδωσε, σ’ αὐτόν ἡγουμενικά δικαιώματα. Εἶπε: «κατακυριεύσατε αὐτῆς (τῆς γῆς) καί ἄρχετε τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καί τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καί πάντων τῶν κτηνῶν καί πάσης τῆς γῆς καί πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπί τῆς γῆς» (Γεν. α΄ 28). Ἀσχέτως τοῦ ἄν ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος ἔκανε, (καί κάνει), χρησιμοθηρική κατάχρηση τῶν δικαιωμάτων του, εἶναι ὀντολογικά ἀδιανόητο νά ἀπεμπολήσει τήν εὐγένεια τῆς καταγωγῆς του, καί τά κληρονομικά προνόμιά του ἐπί τῆς γῆς. Νά αὐτοεκθρονισθεῖ. Αὐτή εἶναι ἀρχέγονη πεποίθηση τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἀρχαῖος Ἀθηναῖος κωμωδοποιός Μένανδρος ἔχει πεῖ τό περίφημο ἀπόφθεγμα: «Ὡς χαρίεν ἔστ’ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ». Παραφράζοντας θά τό ἔλεγα ὡς ἐξῆς: «Τί χαριτωμένο πλάσμα εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν παραμένει ἄνθρωπος».
.               Τό τραγικό εἶναι ὅτι δέν παραμένει. Παράλληλα πρός τό ἰδεῶδες τοῦ Μενάνδρου γιά τόν ἄνθρωπο, ἔχουμε στήν Π. Διαθήκη μιά καταγραφή τῆς ἀποτρόπαιης ἠθικῆς ἔκπτωσής του. Στούς Ψαλμούς (μη´ 13, 21) διαβάζουμε: «Καί ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς». Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή ἀπέρριψε τήν τιμή τῆς θέσης στήν ὁποία τόν εἶχε καταστήσει κατά τή δημιουργία ὁ Θεός. Οἰκειοθελῶς ἐκθρονίστηκε. Ξέπεσε στή στάθμη τῶν κτηνῶν, πού δέν ἔχουν νοῦν, (λογική ψυχή), καί ἔγινε ἕνα μέ αὐτά. Τή φρίκη αὐτῶν τῶν ἔργων τοῦ ἀνθρώπου, πού ὁδηγοῦν στήν αὐτοκαθαίρεση καί ἀποκτήνωσή του, βιώνει ξανά σήμερα ὁ «Χριστιανικός» κόσμος τῆς Δύσης. Καί σεμνύνεται ὅτι, μέ αὐτό τόν τρόπο, πρωτοπορεῖ καί προοδεύει!…

 

Σχολιάστε

«ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΘΕΟΣ», Τὸ ἄγνωστο μήνυμα τῶν Χριστουγέννων.

Τ γνωστο μήνυμα τν Χριστουγέννων: ν γίνεις θεός!

Ἀπὸ τὸν Θ. Ι. Ρηγινιώτη, θεολόγο

.         Ποιό εἶναι τὸ νόημα καὶ τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων, ἂν ξεφύγουμε ἀπὸ τὰ λαμπερὰ περιτυλίγματα, τὰ φωτάκια καὶ τὸν καταναλωτισμό; «Ἡ ἀγάπη» ἀσφαλῶς θὰ ποῦν ὅλοι. Εἶναι μέρες ἀγάπης. «Καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη»: αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων.
.                 Ἂν καὶ ἡ ἀπάντηση αὐτὴ βασίζεται σὲ μία μεγάλη ἀλήθεια (ἡ ἀγάπη πράγματι εἶναι τὸ θεμέλιο ὅλων τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν καὶ πράξεων, ὅταν γίνονται σωστά), ὅμως κι αὐτὴ ἡ ἀπάντηση δὲν φτάνει στὸ βάθος καὶ στὴν ἀλήθεια τῆς ἑορτῆς, ὅπως μᾶς τὴν παραδίδει ἡ πνευματική μας κληρονομιὰ καὶ ὅπως τὴν ἐκφράζουν οἱ ἅγιοι τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ καὶ οἱ μεγάλοι καὶ ἅγιοι ποιητὲς καὶ μουσικοὶ ποὺ ἔγραψαν τὰ μουσικὰ ἔργα (κανόνες, κοντάκια, ἄλλα τροπάρια) ποὺ ψάλλουμε στὴν Ἐκκλησία τὴ μέρα τῆς γιορτῆς.

Σύμφωνα μὲ ὅλους αὐτούς, τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων εἶναι: ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός.

.           Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος (σύμφωνα μὲ τοὺς χριστιανοὺς) τὸ ξέρουν καὶ τὸ καταλαβαίνουν, σὲ γενικὲς γραμμές, ὅλοι: ὁ Θεὸς εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα. Τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Πατέρα (ποὺ εἶναι κι αὐτὸς Θεός), πῆρε ἀνθρώπινο σῶμα (ΚΑΙ ψυχὴ) καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, δίδαξε τὴν ἀγάπη καὶ σταυρώθηκε, λυτρώνοντας τὸ ἀνθρώπινο γένος (ἀπὸ τί ὅμως τὸ λύτρωσε;).

Ὁ ἄνθρωπος γίνεται θεός;

.         Ἀλλὰ τὸ δεύτερο, ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε γιὰ νὰ γίνει θεὸς ὁ ἄνθρωπος, σίγουρα πρώτη φορὰ τὸ ἀκοῦνε οἱ πιὸ πολλοὶ καὶ ἀσφαλῶς χρειάζεται ἐξήγηση.
.             Νὰ ποῦμε κατ’ ἀρχὰς ὅτι μιλᾶμε κυριολεκτικά: στ’ ἀλήθεια γίνεται θεὸς ὁ ἄνθρωπος, ὄχι συμβολικὰ ἢ μεταφορικά. Γιατί; Ἐπειδή μὲ τὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος ὁ Θεός, δημιούργησε μία γέφυρα ποὺ ἑνώνει Θεὸ καὶ ἀνθρώπους. Ἔτσι, ὅταν κάποιος βαφτίζεται ὀρθόδοξος χριστιανός, μεταλαβαίνει τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀξιοποιεῖ τὶς δυνάμεις του γιὰ νὰ καθαρίσει τὴν καρδιά του ἀπὸ τὰ πάθη (τὸν ἐγωισμό, τὸ μίσος, τὴν ἰδιοτέλεια, τὸ ν’ ἀγαπάει τὸ χρῆμα, τὶς ἀπολαύσεις ἢ τὴ δόξα πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅσο ἀγαπᾶ τοὺς συνανθρώπους του κ.λ.π.) καὶ νὰ ἐγκαταστήσει μέσα του τὴν ταπεινὴ καὶ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη (ποὺ περιλαμβάνει ὁπωσδήποτε συγχώρεση τῶν ἐχθρῶν, ἄσχετα ἂν αὐτοὶ μετανοοῦν ἢ ὄχι), τότε ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστό.
.             Καί, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, ἡ ἕνωση αὐτὴ φέρνει τὸν ἄνθρωπο σὲ ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἅγιος, δηλαδὴ θεὸς «κατὰ χάριν» (ἀποκτᾶ ἔντονα θεϊκὰ στοιχεῖα, ποὺ τὰ διατηρεῖ αἰώνια, χωρὶς ὅμως νὰ πάψει νὰ εἶναι ἄνθρωπος). Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι κάνουν θαύματα: ἐπειδὴ δὲν εἶναι πιὰ κοινοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἔχουν γίνει πλάσματα ἀνώτερου ἐπιπέδου: θεϊκὰ ὄντα.
.           Βέβαια οἱ ἅγιοι – τὸ ξαναλέω – παραμένουν ἄνθρωποι, δὲν γίνονται θεοὶ «κατὰ φύσιν». Μόνον ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς κατὰ φύσιν. Γι’ αὐτό, τοὺς ἁγίους ΔΕΝ τοὺς λατρεύουμε, δὲν εἶναι «οἱ θεοί μας», ἀλλὰ πάντα εἶναι συνάνθρωποι καὶ ἀδελφοί μας. Αὐτὴ εἶναι καὶ μία μεγάλη διαφορὰ τῶν ἁγίων ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ ὀνειρεύονται νὰ γίνουν «θεοὶ» ἐγωιστικά: ὅτι ὅλοι, λίγο πολύ, θέλουμε νὰ γίνουμε οἱ «θεοὶ» τῶν ἄλλων καὶ νὰ ἔχουμε ἐξουσία καὶ δύναμη πάνω τους, ἐνῶ οἱ ἅγιοι δὲν ζητοῦν λατρεία ἀπὸ κανέναν, γιατί αὐτὸ ποὺ ἔχουν μέσα τους εἶναι ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη, ὄχι ἡ δίψα γιὰ δύναμη καὶ ἐξουσία.
.             Καταλαβαίνετε τώρα, ἐλπίζω, γιατί ἔχει τεράστια διαφορὰ ἂν ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, ἀπὸ τὸ ἂν εἶναι ἁπλὰ «ἕνας σοφὸς ἄνθρωπος ποὺ μίλησε γιὰ ἀγάπη καὶ δικαιοσύνη». Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός, τότε δὲν ὑπάρχει ἕνωση ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ, ἄρα δὲν ὑπάρχει καὶ σωτηρία. Τελικὸς νικητὴς εἶναι ὁ θάνατος.
.               Ἀλλὰ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς καὶ ὑπάρχει ἁγιότητα καὶ σωτηρία, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τῶν ἁγίων σὲ κάθε ἐποχὴ καί, φυσικά, καὶ στὴν ἐποχή μας. Οἱ σύγχρονοι ἅγιοι, ὅπως οἱ μεγάλοι Γέροντες Εὐμένιος ἀπὸ τὰ Ρούστικα, Γεννάδιος τῆς Ἀκουμιανῆς Γιαλιᾶς, Πορφύριος, Παΐσιος , Ἰάκωβος τῆς Εὔβοιας κ.π.ἄ., σύγχρονες ἁγίες ὅπως ἡ Σοφία τῆς Κλεισούρας, ἡ Ταρςὼ ἡ διὰ Χριστὸν σαλὴ κ.π.α., εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ὁ χριστιανισμὸς εἶναι ἀληθινὸς καὶ ὅτι ὁ δρόμος τοῦ Χριστοῦ ὁδηγεῖ πράγματι τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁγιότητα – σὲ αὐτὸ ποὺ οἱ θεολόγοι λέμε «θέωση», δηλ. στὸ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός.

Μικροὶ καθημερινοὶ ἅγιοι

.             Νὰ ποῦμε ἐδῶ ὅτι, ἐνῶ μεγάλοι ἅγιοι εἶναι σχετικὰ λίγοι σὲ κάθε ἐποχή, ὑπάρχουν χιλιάδες «μικροὶ ἅγιοι», ποὺ ζοῦν δίπλα μας ἢ ἴσως καὶ μέσα στὸ σπίτι μας… Ἄνθρωποι γεμάτοι πίστη καὶ ταπεινὴ ἀγάπη, ποὺ συγχωροῦν εὔκολα καὶ τοὺς πάντες καὶ ἀγαποῦν τοὺς πάντες μὲ καρδιὰ μικροῦ παιδιοῦ. Ἄνθρωποι ποὺ ὑπομένουν τρομερὲς δυσκολίες, ἀλλὰ ἔχουν πάντα μέσα τους πίστη στὸν Θεό, ἀγάπη καὶ συγχώρεση (ἀνεξικακία) γιὰ τοὺς ἄλλους.
.               Ἀλλὰ καὶ πόσες μανάδες δὲν προσεύχονται γιὰ τὰ παιδιά τους μέρα νύχτα καὶ οἱ προσευχὲς αὐτὲς δὲν ὠφελοῦν τὰ παιδιά τους, χωρὶς οἱ ἴδιες – ἢ τὰ ἴδια – νὰ τὸ μαθαίνουν ποτέ… Κι αὐτὲς οἱ μανάδες, λόγῳ τῆς ἀγάπης τους, ἔχουν μία ἁγιότητα, γιατί οἱ φλογερὲς προσευχές τους, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, κάνουν αὐτὸ τὸ μικρὸ θαῦμα.
.             Ἐπίσης, ἀρκετοὶ παπάδες καὶ μοναχοὶ (καλόγεροι) εἶναι μικροὶ ἅγιοι καὶ κάνουν τὸν ἀγώνα τους γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τους καὶ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων μας. Ἂν κοιτάξουμε μὲ εἰλικρίνεια γύρω μας, θὰ δοῦμε σίγουρα μερικούς.
.               Ὑπάρχουν καὶ παιδιὰ ἢ ἔφηβοι, ποὺ πιστεύουν στὸν Θεό, προσεύχονται, πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, νηστεύουν, ἐξομολογοῦνται καὶ μεταλαβαίνουν – καὶ συχνὰ γίνονται στόχος τῶν ἄλλων, ὑπομένουν πόλεμο, ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ πειραχτήρια τοῦ σχολείου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν οἰκογένειά τους, πού… ἀνησυχεῖ γιὰ τὰ παιδιά τους, ἐνῶ ἂν ἦταν ἐγωιστικά, ἂν κοιτοῦσαν μόνο τὸ συμφέρον τους ἢ τὴ διασκέδασή τους, θὰ τὰ θεωροῦσαν φυσιολογικὰ καὶ θὰ τὰ ἀποδέχονταν εὔκολα.
.               Γενικά, κάθε σοβαρὸς χριστιανὸς ἀντιμετωπίζει προβλήματα στὴν κοινωνία, γιατί εἶναι τόσο καλός, ποὺ οἱ περισσότεροι γύρω του τὸν θεωροῦν ἀφελῆ καὶ τὸν λυποῦνται ἢ τὸν ἐκμεταλλεύονται. Αὐτὸς τὸ καταλαβαίνει καὶ πικραίνεται, ἀλλὰ πάντα συγχωρεῖ καὶ πάντα ἐπιμένει στὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη. Καὶ ζητάει βοήθεια ἀπ’ τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ συνεχίσει ν’ ἀγωνίζεται, συγχωρώντας, πιστεύοντας καὶ ἀγαπώντας, καὶ θυσιάζοντας πολλὲς φορὲς τὸ συμφέρον του γιὰ τοὺς ἄλλους, χωρὶς ἀντάλλαγμα. Αὐτὴ ἡ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος ν’ ἀντέξει ἕναν τόσο μεγάλο ἀγώνα…
.             Ἔτσι ὁ Χριστὸς λυτρώνει τὸν ἄνθρωπο: τὸν λυτρώνει ἀπὸ τὰ πάθη, ποὺ φέρνουν τὴ μοναξιά, τὸ θάνατο καὶ τὴν αἰώνια μοναξιά, ποὺ ὀνομάζεται κόλαση. Καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ἀγάπη καὶ συνύπαρξη, ποὺ φέρνει τὴν αἰώνια χαρὰ καὶ ὀνομάζεται παράδεισος.

Ὁ δρόμος τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ Χριστοῦ

.             Ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἡ ἀσκητικὴ προσπάθεια τοῦ χριστιανοῦ ἀποσκοπεῖ σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς: στὴν προσωπική μας μεταμόρφωση σὲ θεία ὄντα γεμάτα ἀγάπη, ποὺ σημαίνει τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν ὁδὸ (τὸ δρόμο) τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.               Ἡ ὁδὸς αὐτὴ (κυριολεκτικὰ «ὁ δρόμος ὁ λιγότερο ταξιδεμένος», γιὰ νὰ δανειστῶ μία φράση ἀπὸ ἄλλη συνάφεια) μᾶς ἔχει ἀποκαλυφθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστὸ (ποὺ εἶπε «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός», «δεῦτε πρός με», κατὰ Ἰωάννην ιδ´ 6, κατὰ Ματθαῖον, ια´ 28) καὶ ἔχει ἀναλυθεῖ ἀπὸ τοὺς ἁγίους διδασκάλους τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανισμοῦ, ποὺ δίδαξαν καὶ διδάσκουν τοὺς ἀνθρώπους μὲ βάση τὴν ἐμπειρία τους κι ὄχι θεωρητικὲς διανοητικὲς κατασκευές.
.             Σύμφωνα, λοιπόν, μὲ αὐτούς, πρῶτο βῆμα εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς μας ἀπὸ τὰ πάθη, δηλαδὴ ἡ ἀπελευθέρωσή μας ἀπ’ ὅ,τι μᾶς προκαλεῖ ἐξάρτηση μονοπωλώντας τὴν ἀγάπη μας καὶ μᾶς ἐμποδίζει ν’ ἀγαπήσουμε ὁλοκληρωτικὰ καὶ χωρὶς ὅρους τὸν Θεό, τὸν συνάνθρωπο καὶ κατ’ ἐπέκτασιν ὅλα τὰ ὄντα.
.               Ἡ ἀπελευθέρωση αὐτὴ προϋποθέτει σκληρὸ ἀγώνα ἐναντίον τῶν παθῶν, ποὺ μπορεῖ νὰ κρατήσει καὶ μία ὁλόκληρη ζωή. Περιέχει ἐπίσης καὶ μία παγίδα, τοποθετημένη ὄχι ἀπ’ τὸ Θεό, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ τοῦ ἀνθρώπινου γένους (τὸ διάβολο) ἢ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, ποὺ εὔκολα παρασύρεται: ἡ παγίδα εἶναι τὸ ν’ ἀγωνιστοῦμε ἐνάντια στὰ πάθη μὲ κίνητρο «νὰ εἴμαστε δυνατοί», δηλ. ὑπηρετώντας καὶ τροφοδοτώντας ἕνα ἀπ’ αὐτὰ τὰ πάθη, τὸ χειρότερο, τὸν ἐγωισμό μας.
.             Ὁ ἀγώνας, ὅπως διδάσκεται στὴν πνευματική μας παράδοση, ἔχει ἀποτέλεσμα, ὅταν γίνεται μὲ ταπείνωση, ἢ μᾶλλον, γιὰ νὰ εἶμαι πιὸ ἀκριβής, ἀποσκοπεῖ ἀκριβῶς στὴν ἀπόκτηση τῆς ταπείνωσης, χωρὶς τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἐντὸς μας οὔτε ἀγάπη οὔτε φῶς. «Μία εἶναι ἡ ἀρετή, ἡ ταπείνωση», ἔλεγε ὁ Γέροντας Παΐσιος, «ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν θὰ τὸ καταλάβετε, ἄντε, ἂς πῶ καὶ τὴν ἀγάπη»… Μόνο ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πραγματοποιήσει ὅσα ζητάει ὁ Ἰησοῦς στὸ κατὰ Λουκᾶν, κεφ. 6, ποὺ συνοψίζονται σὲ μία φράση: ἀγάπη στοὺς ἐχθροὺς καὶ παραίτηση ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἀπὸ τὰ δικαιώματά μας.
.             Ὁ κόσμος ποτὲ δὲν θὰ συγχωρήσει τὸν Ἰησοῦ ποὺ δίδαξε τέτοια πράγματα – ποτὲ δὲν θὰ Τὸν συγχωρήσει ποὺ ἀποκάλυψε στοὺς ἀνθρώπους πὼς αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν πνευματικὴ τελειότητα καὶ μάλιστα πὼς αὐτὸς ὁ δρόμος περνάει ἀπ’ τὴ συνάντηση μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Δὲν τοὺς ἄφησε νὰ πιστεύουν πὼς ἡ τελειότητα ἔρχεται ἀποκτώντας δύναμη, ὅπως γιὰ χιλιάδες χρόνια μᾶς εἶχε παραπλανήσει ὁ ὄφις, ἢ πὼς ἔρχεται κάνοντας ἀτομικὸ ἀγώνα, μὲ σκοπὸ καθαρὰ ἀτομικό, ὅπως μᾶς παραπλανᾶ τώρα. Γιατί ὁ Χριστός, βλέπεις, εἶπε πὼς αὐτὸς ὁ ἀγώνας γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ μὲ τὴν ἔνταξή μας στὸ πανανθρώπινο σῶμα Του, ὅπου ὅλοι μαζὶ κι ὄχι κατὰ μόνας, στηρίζοντας ὁ ἕνας τοὺς ἄλλους, κατευθυνόμαστε πρὸς τὸν Θεὸ (τὸ Φῶς – ἢ μᾶλλον «τὸ Φῶς ποὺ δὲν εἶναι Φῶς καὶ γνωρίζει τὸ ὄνομά μας», ὅπως τὸ χαρακτήρισε ὁ Νεῖλος Στράικερ, ὁ Ἀμερικανὸς βουδιστὴς ἱερέας ποὺ ἔγινε ὀρθόδοξος χριστιανὸς μετὰ ἀπὸ ἕνα πολυήμερο χριστιανικὸ βίωμα).
.             Τὰ στοιχεῖα ποὺ περιέχει ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ (ἡ θεία μετάληψη, ἡ ἐξομολόγηση, ἡ νηστεία, ἡ προσευχὴ καὶ ὁ ἐκκλησιασμὸς) εἶναι τὰ μέσα ποὺ παρέχει ὁ Χριστὸς στοὺς ἀνθρώπους ὡς ἐνίσχυση στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Καὶ στὴ συνέχεια εἶναι τὰ μέσα γιὰ τὴν ἐγκατάσταση μέσα μας τῆς θείας χάριτος, δηλαδὴ τῆς ἄκτιστης θείας ἐνέργειας, ποὺ σημαίνει ἐγκατάσταση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ (κατὰ Ἰωάννην ιδ´ 23) καὶ φέρνει τὸν ἄνθρωπο στὴν τελειότητα.

Μήπως αὐτὰ μοιάζουν μέ… βουδιστικά;

.           Ὁ ὀρθόδοξος δρόμος πρὸς τὴν τελειότητα (τὴν ἁγιότητα, τὴ σωτηρία, τὸν παράδεισο – τρεῖς λέξεις γιὰ τὸ ἴδιο πράγμα) διαφοροποιεῖται ἀπὸ τοὺς δρόμους ποὺ διδάσκει ἡ σοφία τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν καὶ οἱ διάσημες δυτικοποιημένες ἐκδοχές τους, κυρίως κατὰ τρία στοιχεῖα του:
Ὁ χριστιανὸς προσπαθεῖ ν’ ἀκολουθήσει τὸ δρόμο ποὺ χάραξε ὁ Χριστὸς κι ὄχι νὰ χαράξει ὁ ἴδιος τὸ δρόμο ποὺ προτιμᾶ ἢ ποὺ θεωρεῖ ὅτι «τοῦ ταιριάζει». Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει, γιὰ νὰ νικηθεῖ ὁ ἐγωισμός μας, ποὺ εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο, κατὰ τοὺς Πατέρες ἀνυπέρβλητο χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Ἂν καὶ ἡ πνευματικὴ πρόοδος μπορεῖ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν παροχὴ «ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων» ποὺ κάνουν κάποιον νὰ εἶναι ἰαματικός, διορατικός, ἀδέσμευτος ἀπὸ χῶρο καὶ χρόνο κ.π.ἄ., ἀλλὰ καὶ νὰ συνειδητοποιήσει τὴν ἑνότητά του μὲ ὅλα τὰ ὄντα καὶ νὰ μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνήσει μαζί τους καὶ νὰ τὰ βοηθήσει μὲ τὴν προσευχή του κ.τ.λ., τὰ χαρίσματα αὐτὰ θεωροῦνται δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κι ὄχι ἀνάδυση δικῶν μας ἐσωτερικῶν δυνάμεων, ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει καὶ μὲ ἁπλὴ ἐξάσκηση, χωρὶς ἑνότητα μὲ τὸν Θεό. Ἐξ ἄλλου, κίνητρο τοῦ ἀγώνα δὲν εἶναι καθόλου μία τέτοια πνευματικὴ ἀνάπτυξη, ἀλλὰ ὁ πόθος τοῦ Χριστοῦ.
.           Ὁ χριστιανὸς ἀγωνιστὴς εἶναι «ἐραστὴς τοῦ Χριστοῦ», Αὐτὸν ἐπιθυμεῖ καὶ ἀπορρίπτει κάθε ἄλλη ὑπόσχεση (ἀνώτερης συνειδητότητας, σοφίας, γνώσης, εὐεργετικῶν δυνάμεων κ.τ.λ.), γιατί μπορεῖ νὰ τὸν ἀποπροσανατολίσει.
.           Τέλος, οἱ χριστιανοὶ ἀγωνιστὲς καὶ οἱ ἅγιοι χριστιανοὶ διδάσκαλοι γνωρίζουν πολὺ καλὰ καὶ προειδοποιοῦν τοὺς ἀνθρώπους ὅτι μπορεῖ ἕνα πνευματικὸ βίωμα, ἐντελῶς ὅμοιο μὲ ἀγαθὸ καὶ θεϊκό, νὰ εἶναι στὴν πραγματικότητα δαιμονικὸ καὶ ἀπατηλό.
.             Διδάσκουν ἐπίσης τὴν ἀποφυγὴ τέτοιων παγίδων μὲ τὴν ἐπιστήμη τῆς «διάκρισης τῶν πνευμάτων». Ἴσως δὲν εἶναι τυχαῖο, ποὺ ἔχοντας ἀναπτύξει στὸ ἔπακρο αὐτὴ τὴν ἐπιστήμη, ἀπορρίπτουν τὶς μεθόδους τελειοποίησης τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν ὡς ἀτελεῖς, ἐνῶ σὲ μερικὲς περιπτώσεις διακρίνουν καὶ σκοτεινὸ ὑπόβαθρο.

ΠΗΓΗ: ἀέναη ἐπΑνάσταση

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΟΣ ΙΔΕΩΔΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΤΗΣ “ΑΝΩΝΥΜΙΑΣ”!

Τοῦ Jean Clair ,
μέλους de l᾽ Academie Francaise,
“Le citoyen ideal”,
ἐφημ. «Le Figaro», 17-18 Novembre 2012, p. 20.

«Ὁ ἰδεώδης πολίτης [τῆς “Γαλλικῆς Δημοκρατίας”], ὁ ὁποῖος καλύτερα ἀπὸ ὅ,τι ὁ προλετάριος τοῦ Μὰρξ ἢ ὁ ἐργάτης τοῦ Γιοῦνκερ θὰ ἐνσαρκώσει τὸν καθαρὸ καὶ ἀποκλειστικὰ παραγωγὸ ἄνθρωπο, ποὺ θὰ παράγει χωρὶς τὸ ἐμπόδιο τῶν οἰκογενειακῶν δεσμῶν καὶ τῶν κτύπων τῆς καρδιᾶς του, καὶ τοῦ ὁποίου ὁ μόνος λόγος ὕπαρξής του, δὲν θὰ εἶναι ὅτι ἔρχεται ἀπὸ κάπου καὶ κατευθύνεται πρὸς κάπου, δὲν θὰ εἶναι ἀπόγονος μίας οἰκογένειας, οὔτε συντελεστὴς τοῦ μέλλοντός του, ἀλλὰ χωρὶς σχέδιο οὔτε θλίψη, ἕνα ἄτομο χωρὶς γενεαλογικὸ δένδρο, χωρὶς ρίζες, χωρὶς διαδοχὴ καὶ χωρὶς δεσμούς, ποὺ θὰ μπορεῖ ὅλη τὴν ζωὴ τῆς ὀρφάνιας του νὰ μὴν τὴν ἀφιερώσει πουθενὰ ἀλλοῦ, παρὰ μόνο στὴν ἀνώνυμη κοινωνία, τῆς ὁποίας εἶναι προϊόν».

 

 

, , ,

Σχολιάστε

«Ο ΚΑΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»: ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ-2

Ὁ ἄνθρωπος κατά τό λόγο τῆς θείας οἰκονομίας
Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου

Μέρος Α´: «Ο ΚΑΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»: ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ-1

β) Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐλευθερίας 

.               Κατά τήν ἀποκατάσταση τῆς φύσεως πού συντελέσθηκε στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐπαναβρίσκει τήν ἀρχική λειτουργικότητα καί δυναμικότητά της. Ἡ σωτηρία στή χριστιανική ἀντίληψη ποτέ δέν κατανοήθηκε περιοριστικά, σάν κάτι στάσιμο καί ἀπολιθωμένο. Μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ἡ φύση ἐπανατροχοδρομεῖται σέ μιά ἀδιάπαυστα δυναμική καί ἐξελικτική πορεία. Πρόκειται γιά τήν πορεία πρός τό ἀτελεύτητο τέλος τῆς τελειότητος. Ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ δέν θεραπεύει μόνο ἀπό τό κακό πού εἶχε περεισφρύσει παρασιτικά στήν ἀνθρώπινη οὐσία, παράλληλα προάγει τό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο στήν τελείωσή του. Στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο παρέχονται ἄπειρες δυνατότητες δημιουργίας προσωπικῆς ἱστορίας. Αὐτό εἶναι ἕνα στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας πού δέν πρέπει σέ καμμιά περίπτωση νά παραθεωρήσουμε.
.              Ὅταν ὁ Παῦλος προέτρεπε τούς Κολασσαεῖς νά ἀπεκδυθοῦν τόν παλαιό ἄνθρωπο καί νά ἐνδυθοῦν “τόν νέον τόν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος” (γ´ 9-10), ἐγκαταλείποντας κάθε “ἀκαθαρσίαν”, “πάθος” καί “ἐπιθυμίαν κακήν” (γ´ 5), ἤ ὅταν ζητοῦσε ἀπό τούς Ἐφεσίους “ἀνανεοῦσθαι τῷ πνεύματι τοῦ νοός ὑμῶν” (δ´ 23), δέν ἔδινε ὁδηγίες ἠθικῆς συμπεριφορᾶς. Κατέγραφε τό προνόμιο καί τήν εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου τῆς Καινῆς Διαθήκης νά προχωρῆ ἐλεύθερα σέ μιά ζωή θεανθρώπινης αἰσθήσεως καί ἐπιγνώσεως. Ὑπενθύμιζε στούς ἀνθρώπους τῆς ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τῆς κάθε ἐποχῆς, ὑπερβαλλόντως δέ ὑπενθυμίζει στούς χριστιανούς τῆς σημερινῆς, ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ οἰκονομία ἄνοιξε τό δρόμο στήν προσωπική δημιουργία. Ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας, μέσα ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν ἐλευθερία του, ἀναγεννᾶται καί ἐπαναφέρει τόν ἑαυτό του στήν πρωταρχική ἑνότητά του. Ὡς κατά χάριν υἱός τοῦ Θεοῦ μπορεῖ κατευθύνοντας τό αὐτεξούσιό του, νά ἐπανασυγκροτήση τή διασπασμένη ἀπό τήν ἁμαρτία ὕπαρξή του.
.               Στήν πατερική παράδοση ἡ ἁμαρτία κατανοεῖται ὡς διάσπαση καί διαστροφή, ὡς τραγική ἀποδιοργάνωση καί ἀναστάτωση τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὡς στέρηση τοῦ ἀγαθοῦ, τό κακό εἶναι μιά “παρά φύσιν” κατάσταση πού ὀφείλεται στήν ἀρρώστια τῆς βουλήσεως. Ὁ [Ψευδο-]Διονύσιος στήν προσπάθειά του νά περιγράψη τή διαλυτική φύση τοῦ κακοῦ χρησιμοποιεῖ μιά ὁλόκληρη σειρά ἀπό ἀρνητικούς ὅρους: τό κακό εἶναι “ἀσυμετρία”, “ἄσκοπον”, “ἀκαλλές”, “ἄζωον”, “ἄνουν”, “ἄλογον”, “ἀτελές”, “ἀνίδρυτον”, “ἀναίτιον”, “ἄγονον”, “ἀργόν”, “ἀδρανές”, “ἄτακτον”, “ἀνόμοιον”, “ἄπειρον”. Τό κακό, αὐτή ἡ ἀποσυνθετική καί ἀλλοτριωτική τῆς ἀληθινῆς ζωῆς δύναμη, θεραπεύεται μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ἐναπόκειται ὅμως στήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου νά ἐνεργήση δημιουργικά καί νά κάνη τή θεραπεία τοῦ κακοῦ προσωπική ἱστορία. Ὅταν λέμε ὅτι τό κακό θεραπεύεται μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ἐννοοῦμε ὅτι τό κακό θεραπεύεται μέ τήν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία συναντᾶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό σημαίνει ὅτι μέ τήν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ δηλ. μέ τήν οἰκονομία Του, σώζεται ἡ χαμένη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐλευθερία ἐπιστρέφει στόν ἄνθρωπο, καί συνεπῶς μπορεῖ νά πορεύεται πνευματικά καί νά δημιουργῆ ἱστορία ἁγιότητος.

.               Ἡ ἐλευθερία εἶναι ἕνα τεράστιο κεφάλαιο τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας, γιατί ἁπλούστατα ἡ ἀνακαίνιση τῆς φύσεως γίνεται προσωπική μέ τήν ἐλευθερία. Ἡ ἐλευθερία καί τό πρόσωπο εἶναι ἔννοιες ἀλληλένδετες. Χωρίς ἐλευθερία χάνεται τό πρόσωπο καί ἀφανίζεται ἡ καινή ζωή. Χωρίς τήν ἐλευθερία δέν νοεῖται ἀνακαίνιση, δημιουργική πορεία καί θεία μέθεξη. Ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ εἶναι προσωπική, ὑποθέτει δηλ. τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, τό ὁποῖο ἐπικοινωνεῖ μέ τόν προσωπικό Θεό. Τό ἀνθρώπινο ὅμως πρόσωπο ὑπάρχει καί λειτουργεῖ στή βάση τῆς ἐλευθερίας. Χωρίς τήν ἐλευθερία δέν ὑπάρχει πρόσωπο. Χωρίς τό αὐτεξούσιο δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ, μέ ψυχή λογική. “Ἄνελε ἡμῶν τό αὐτεξούσιον καί οὔτε εἰκών Θεοῦ ἐσόμεθα, οὔτε ψυχή λογική καί νοερά, καί τῷ ὄντι φθαρήσεται ἡ φύσις, οὐκ οὖσα ὅπερ ἔδει αὐτήν εἶναι”.
.              Μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ἡ τρωθεῖσα ἀπό τήν ἁμαρτία ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου θεραπεύεται, καί γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ὁ ἄνθρωπος ἔχει τίς δυνατότητες νά διορθώση τίς ψυχικές του λειτουργίες, ὥστε ἡ ψυχή νά ἐπανέλθη στήν ἀρχική κατάστασή της, ὅπως δηλ. εἶχε κτισθῆ ἀπό τό δημιουργό της. Ἡ θεραπευμένη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι συνέπεια καί προέκταση τῆς ἐν Χριστῷ ἀνακαινίσεως. Μ᾽ αὐτή ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀπαλείψη ἀπό τή συνείδησή του ὅλες τίς μνῆμες τοῦ κακοῦ, ὅλες τίς συνήθειες καί τάσεις πού καλλιέργησε καί συντήρησε στήν ὕπαρξή του ἡ ἁμαρτία. Ἔτσι, ἡ σωτηρία δέν ἐπιβάλλεται τυραννικά, ἀλλά διοχετεύεται στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο μέσω τῆς ἐλευθερίας. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής θά πῆ ὅτιβουλομένων, οὐ τυραννουμένων τό τῆς σωτηρίας μυστήριον.
.               Ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐλεύθερος καί μέ τή βούλησή του ἀποδέχεται τήν ἐνέργεια τῆς χάριτος. Ἡ θεία χάρη κατά κάποιο τρόπο ἐνσαρκώνεται ὑπαρξιακά καί πραγματικά σ’ ἐκεῖνο τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, πού ἡ βούλησή του τήν ἀναγνωρίζει καί τήν ἀποδέχεται. Ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, “ἡ τοῦ Πνεύματος ἐπιφοίτησις, μυστικῶς ἐρχομένη πρός τήν ἡμετέραν ἐλευθερίαν”, ἀναγεννᾶ καί κτίζει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἡ ἀναγέννηση δέν προσφέρεται μαγικά, ἀλλά εἶναι καρπός τῆς ἀρρήτου σχέσεως χάριτος καί ἐλευθερίας. Παράλληλα μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ προαίρεση εἶναι προϋπόθεση τῆς ὅποιας δημιουργικῆς προόδου καί τῆς τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Τό ἀγαθό δέν εἶναι ἀκούσιο καί “κατηναγκασμένον”, ἀλλά ἀκριβῶς “κατόρθωμα προαιρέσεως”, ἐλεύθερος δηλ. προσωπικῆς συγκαταθέσεως καί ἀσκήσεως.
.               Ἡ χριστιανική ἀνθρωπολογία, ὡς ἀνθρωπολογία ἐλευθερίας, καταγράφει τή δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά ἀναχθῆ στό ἐπίπεδο τῆς θείας ζωῆς. Ἡ μετοχή τοῦ Θεοῦ καί ἡ θέωση του ἀνθρώπου, αὐτό τό δῶρο τῆς χάριτος καί τῆς ἀνθρώπινης συνεργίας, νοηματοδοτοῦν καί ἀξιολογοῦν τό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ὁ ἄνθρωπος, πού ὑπαρξιακά καί φαινομενολογικά εἶχε χάσει τή λογικότητα καί τήν ἀγαθή αἴσθηση πού εἶχε σπείρει μέσα του ὁ Δημιουργός, μέ τήν οἰκονομία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά δώση καί πάλι νόημα καί περιεχόμενο στήν ὕπαρξή του. Μπορεῖ ἐλεύθερα νά ξαναγυρίση στήν ἀρχική του κλήση πού ἦταν ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ, μιά κοινωνία ὄχι στατική, ἀλλά δημιουργική καί προαγωγική. Στή βιβλική θεολογία, στήν πατερική σκέψη καί στήν ἐν γένει ἐκκλησιαστική συνείδηση καί πρακτική αὐτός ὁ δρόμος περιγράφεται ὡς ἁγιότης. Ἡ κλήση αὐτή τοῦ ἀνθρώπου γιά ἁγιότητα εἶναι τό σπουδαιότερο καί κυριώτερο στή ζωή του.
.               Ὁ ἄνθρωπος συνεπῶς τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά συνδεθῆ ὀργανικά μέ τό Θεό. Ὁ σύνδεσμος αὐτός εἶναι ἐκστατικός, εἶναι δηλ. προϊόν μιᾶς ἐξόδου καί μιᾶς πορείας πού καταξιώνει καί ὁλοκληρώνει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ὡς κοινωνική ὀντότητα. Πρόκειται γιά τό ἀντίθετο τῆς ἐγωκεντρικῆς συσπειρώσεως καί τῆς ἀπομονώσεως. Στή ζωή τῆς ἁγιότητος, πού προσφέρει ἡ θεία οἰκονομία στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο, ὑπάρχει ἕνας ἀκατάπαυστος δυναμισμός. Δέν ἔχει σχέση ἡ χριστιανική ἁγιότης μέ τήν αὐτάρκεια καί στασιμότητα μιᾶς ἀτομοκεντρικῆς θρησκευτικῆς συμπεριφορᾶς, πρόκειται μᾶλλον γιά μιά συνεχῆ ἐπέκταση, μιά ἀδιάπαυστη διεύρυνση τῶν ὁρίων, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά κινῆται “κατά χάριν” συνεχῶς πρός τά ἀσύλληπτα βάθη τοῦ Θεοῦ.
.               Ὅταν οἱ Ἕλληνες Πατέρες ἀναφέρονται στή δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου τῆς οἰκονομίας γιά θέωση, ἐννοοῦν ἀκριβῶς ὅτι πρόκειται γιά ἕνα γίγνεσθαι πού προσφέρεται στόν ἄνθρωπο, γιά μιά κίνηση ἀπό τό “κατ’ εἰκόνα” στό “καθ᾽ ὁμοίωσιν, ἀπό τό κτιστό στό ἄκτιστο. Βέβαια τό ὀντολογικό χάσμα πού χωρίζει τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο παραμένει, μέ τήν ἔννοια ὅτι ποτέ τό κτιστό δέν ταυτίζεται μέ τό ἄκτιστο. Ἐνῶ ὅμως δέν ἔχουμε στή θέωση ταύτιση κτιστοῦ καί ἀκτίστου ἤ μετάβαση τοῦ ἀνθρώπου σέ μιάν ἄλλη ὀντική σφαίρα, τό κτίσμα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἀφομοιώνεται στή θεία ζωή. Μέ τή θέωση, μέ τή διείσδυση δηλ. στή ζωή τοῦ Θεοῦ, τό ἀνθρώπινο πρόσωπο παραμένει μιά μοναδικά ἰδιαίτερη εἰκόνα, πού συνεχῶς ἐκλαμπρύνεται καί καταυγάζεται ἀπό τό φῶς τοῦ θείου κάλλους. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου πατερική διδασκαλία δέν ὑποθέτει σέ καμμιά περίπτωση ἀπόρριψη ἤ ὑποτίμηση τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Δέν ἔχουμε ἐδῶ ἀπορρόφηση καί ἐξαφάνιση τοῦ θεουμένου ἤ μετάβασή του σέ μιάν ἀφηρημένη θεία σφαίρα, ἀλλά ἀκριβῶς μεταμόρφωσή του. Ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται καί ὁλοκληρώνεται ὡς ψυχοσωματική ὀντότης. Ὑψώνεται δηλ. στό ἐπίπεδο τῆς θείας ζωῆς, χωρίς ὅμως νά χάνη τήν ταυτότητά του. Ὁ ἄνθρωπος στήν κατάσταση τῆς θεώσεως παραμένει πραγματικά ἕνα ἰδιαίτερο καί μοναδικό κόσμημα πού φωτίζεται ἀπό τή θεία ὡραιότητα. 

γ) Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας 

.               Ἡ ἁγιότης καί ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου πραγματώνεται μέσα στήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὁ Παῦλος συνέδεε τό μυστήριο τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου μέ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας δέν τόνιζε μόνο ὅτι σ’ αὐτήν “οὐκ ἔνι Ἕλλην καί Ἰουδαῖος…, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος”, συγχρόνως ὑπεγράμμιζε ὅτι στήν Ἐκκλησία ὁ Χριστός εἶναι “τά πάντα καί ἐν πᾶσι” (Κολ. γ´11). Κατ᾽ ἀκρίβειαν, Αὐτός εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἀπ᾽ ἀρχῆς, ἡ ἀπό τῆς κτίσεως τοῦ κόσμου. “Τά πάντα δι᾽ Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν ἔκτισται, καί Αὐτός ἐστι πρό πάντων καί τά πάντα ἐν Αὐτῷ συνέστηκε. Καί Αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας” (Κολ. α´ 16-18).
.              Θά μπορούσαμε νά ποῦμε, μέ ἁπλοποιημένο ἴσως τρόπο, ὅτι ἡ θεανθρώπινη οἰκονομία τῆς σωτηρίας ἀποβλεπει στήν ἐκκλησιαστικοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτή εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ἐντελέχεια, ἡ ἐκκλησιαστική τελολογία τῆς κτίσεως. Μέ τήν οἰκονομία Του ὁ Θεάνθρωπος ἀπεργάζεται τήν ἐπανασυγκρότηση καί ἐπανενότητα τῆς κτίσεως. Ἄν ἡ ἁμαρτία εἶναι διάσπαση καί διάλυση, παράλογη ἀποσύνθεση καί θάνατος, ἡ σωτηρία κατανοεῖται ὡς παλινδρόμηση στήν ἀρχική ἑνότητα, ὡς ἐπιστροφή στήν ἔνθεο πανενότητα τῆς κτίσεως. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ βάση πάνω στήν ὁποία θεμελιώνεται ἡ ἑνότητα τῆς κτίσεως. Εἶναι ἡ συνεκτική δύναμη τοῦ κόσμου. Οἱ ζωτικοί ἱστοί πού συνέχουν τήν κτίση βρίσκονται στήν πραγματικότητα καί στήν ἑνοποιό ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Χωρίς τήν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρχη καί νά λειτουργῇ ὡς κοινωνικό ὄν καί ὁ κόσμος ὁλόκληρος δέν θά μποροῦσε νά ἔχη πρόσβαση καί συνειδητή ἐπικοινωνία μέ τό Θεό.
.               Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας βιώνει τήν ἑνότητα σέ τρία ἐπίπεδα. Πρῶτα ἔχει τήν αἴσθηση καί συνείδηση τῆς κοινωνίας του μέ τό Θεό. Μέ τήν πίστη του ἀναφέρεται στό Θεό καί ἔχει τή δυνατότητα νά μετέχη συνειδητά στίς ἐνέργειές Του. Μέσα στήν Ἐκκλησία δηλ., διά τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, γεφυρώνεται τό χάσμα, πού εἶχε προξενήσει ἡ ἁμαρτία μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, χρόνου καί αἰωνιότητος. Ἄν ἡ ἁμαρτία λειτουργοῦσε ὡς “μεσότοιχον” πού δέν ἐπέτρεπε “τήν προσαγωγήν… ἐν ἑνί Πνεύματι πρός τόν Πατέρα” (Ἐφ. β´ 14-18), ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, καταργεῖ τό ρῆγμα πού εἶχε δημιουργηθεῖ στή σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπου καί λειτουργεῖ ὡς συνεκτικός παράγων, ὡς ἑνοποιητική δύναμη πού προάγει διά τῆς πίστεως τά ἀνθρώπινα πρόσωπα στή θεία κοινωνία. Ὁ ἅγιος Μάξιμος θά σημειώση ὅτι, “σχέση ἐστίν ὑπέρ φύσιν ἡ πίστις, δι᾽ ἧς ἀγνώστως, ἀλλ’ οὐκ ἀποδεικτικῶς ἑνούμεθα τῷ Θεῷ κατά τήν ὑπέρ νόησιν ἕνωσιν”.
.               Στή συνέχεια, ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας δέν νοεῖται ὡς ἀπομονωμένη καί αὐτονομημένη ὀντότης, ἀλλά στή σχέση του μέ τά ἄλλα ἀνθρώπινα πρόσωπα. Ἡ ἁμαρτία δέν διέρρηξε μόνο τή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό, ἐξ ἴσου καί κατά συνέπεια διαστρεύλωσε τή σχέση ἀνθρώπου καί ἀνθρώπου. Καί ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ πάλι δέν ἀποκαθιστᾶ μόνο τή σχέση τοῦ ἀτόμου μέ τό Θεό, ἐξ ἴσου ἐπαναφέρει τή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό συνάνθρωπό του στήν ἀρχική της καθαρότητα. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας ἔχει μιάν ἄλλη κοινωνική ὑποδομή πού προσδιορίζεται ἀπό τήν ἀγαπητική ἰδιότητα. Θά πρέπει ἐδῶ νά τονίσουμε ὅτι ἡ ἀγάπη δέν κατανοεῖται ἁπλῶς σάν μιά ἀρετή ἤ σάν κοινωνική μόνο συμπεριφορά, ἀλλά σάν συστατικό τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρωπίνου εἶναι. Μέ τήν ἀγάπη ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει καί διαπορεύεται ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως στό Θεό ὁ τρόπος τῆς ὑπάρξεως και τῆς ἐνεργείας Του εἶναι ἡ ἀγάπη, κατά εἰκονικό καί ἀναλογικό τρόπο στόν ἄνθρωπο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ἡ ἀγάπη ὑποτίθεται ὡς δομικό στοιχεῖο τῆς ὑπάρξεώς του. Διαποτίζει καί χαρακτηρίζει τό ὅλο εἶναι του. Εἶναι “ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος” (Μάρκ. ιβ´ 30).
.               Τέλος, μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεανθρώπου ἐπανακτίζεται ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ὁ διχασμένος καί διαταραγμένος ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας ξαναβρίσκει τήν ἑνότητα τῆς αἰσθήσεως καί τῆς αὐτοσυνειδησίας του. Ἡ σκέψη του, ἡ ζωή καί τό εἶναι του ἐπανέρχονται στήν πληρότητα τῆς θεοειδοῦς ὑπάρξεως. Μέ τήν οἰκονομία, τό κακό πού ἀποσυνθέτει καί διχάζει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἔχει χάσει τήν ἰσχύ του καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ὑψωθῆ σέ μιάν ἄλλη αἴσθηση τῆς ὑπάρξεώς του καί τοῦ κόσμου. Μπορεῖ νά βιώνη τήν ἀκεραιότητα τοῦ προσώπου του καί νά ἔχη μιά ὁλοκληρωμένη ἀντίληψη του κόσμου. Ὅπως στό ἕνα πρόσωπο τοῦ σαρκωμένου Λόγου ὑπάρχουν ἑνωμένες οἱ δύο φύσεις “ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως” καί ἐκδηλώνονται στόν ἕνα φορέα πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Λόγος, κατά ἀνάλογο τρόπο στό ἀνθρώπινο πρόσωπο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀποκατασταθῆ ἡ συνείδηση τῆς ἑνότητος μεταξύ ἀνθρώπου καί Θεοῦ, μεταξύ τοῦ ἐνθάδε καί τοῦ ἐπέκεινα, μεταξύ τοῦ “ἐγώ” καί τοῦ “σύ”. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας δέν συνθλίβεται ἀπό τήν καταστροφική καί διασπαστική δύναμη τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ, ἀλλά ἔχει συνείδηση πρῶτα τῆς δικῆς του ὑπαρξιακῆς συνοχῆς καί ἑνότητος καί συγχρόνως ὁλοκληρωμένη εἰκόνα τῆς κοινωνίας καί τοῦ κόσμου. Ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας ὑπερβαίνει τούς διχασμούς καί τήν ἐγωκεντρική ἀπομόνωση πού τοῦ ἐπέβαλε ἡ ἁμαρτία καί ἀναγνωρίζει τήν ὀργανική καί Θεανθρώπινη ἑνότητα τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ κόσμου.
.               Ἡ ὀργανική ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου παρεμβαίνει εὐεργετικά καί στήν ὅλη κτίση. Ἔτσι, ἡ ἐσχατολογική μεταμόρφωση τοῦ κόσμου δέν πραγματώνεται μηχανικά ἤ μαγικά, ἀπό μιά δύναμη πού ἔρχεται ἀπ’ ἔξω, ἀλλά περνάει μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἀποκατάσταση. Ἄν ἡ φύση “συστενάζει καί συνωδίνει” (Ρωμ. η´22), καί ἡ αἰτία αὐτῆς τῆς ἀνωμαλίας εἶναι ἡ διάσπαση τῆς ἀνθρώπινης ἀκεραιότητας, μέ τήν ἐπανασυγκρότηση τοῦ ἀνθρώπου ἡ κτίση ὀργανικά καί φυσικά ἐπανέρχεται στήν ἀρχική της ὁλοκληρία.
.               Ἡ αἴσθηση καί ἡ συνείδηση τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου ἔχει τεραστία σημασία γιά τήν καταγραφή μιᾶς ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας. Παράλληλα ἔχει τήν ἰδιαίτερη σημασία της γιά τή συνειδητοποίηση, ὅτι ἡ ποιμαντική καί ἡ ἐν γένει διακονία τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἀποκλειστικά μιά στρατηγική ἐργασίας, οὔτε μπορεῖ νά ἐξαντλεῖται στήν ἐξωτερική δραστηριότητα ἤ σέ προγραμματισμούς καί ἐφαρμογές γιά τή φροντίδα τῆς ἐπικαιρότητας. Ἡ ποιμαντική μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς νά παραγνωρίζη τίς πραγματικές ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου στό χρόνο καί στό περιβάλλον πού αὐτός ζῆ, δέν μπορεῖ νά εἶναι, σέ καμμιά περίπτωση, ἄνευ ὅρων ὑποταγή στά κοινωνικά δεδομένα καί στούς κοινωνικούς ἐξαναγκασμούς.

[…]
ΠΗΓΗ: apostoliki-diakonia.gr

, , ,

Σχολιάστε

«Ο ΚΑΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»: ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ-1

Ὁ ἄνθρωπος κατά τό λόγο τῆς θείας οἰκονομίας
Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου

[…] Ὁ ἄνθρωπος, κατά τό λόγο τῆς θείας οἰκονομίας, ἐνῶ ζῆ καί ἐπιβιώνει μέσα στήν πολλαπλότητα τῆς κοσμικῆς καί τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας, στήν οὐσία συνιστᾶ “καινήν κτίσιν” (Β´ Κορ. ε´ 17). Ἐνῶ πορεύεται μέσα στήν ἀκατανόητη ἀναγκαιότητα τοῦ χρόνου καί τοῦ χώρου εἶναι ὀντότης μιᾶς ἄλλης τάξεως καί κοινωνίας. Χωρίς νά ἀρνεῖται τόν κόσμο καί τό ἱστορικό, κοινωνικό καί πολιτισμικό του περιβάλλον, ὅπως θά ἤθελε μιά μονιστική μεταφυσική ἤ ἡ μανιχαϊκή ὀντολογία, ἀνατρέπει τή γνωστή κατεύθυνση, ἀπό τή ζωή στό θάνατο, ἀφοῦ ἐν Χριστῷ “μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν” (Ἰω. ε´ 24). Χωρίς νά ἀπαρνεῖται τόν κοσμικό χῶρο στόν ὁποῖο ὑπάρχει, δρᾶ καί πορεύεται, ὁ ἄνθρωπος τῆς νέας Διαθήκης ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ζωή του “κέκρυπται σύν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ” (Κολ. γ´ 2-3).
.               Μιά προσεκτική μελέτη τῶν βιβλικῶν δεδομένων μᾶς φέρνει μπροστά στήν ἔννοια τοῦ “καινοῦ ἀνθρώπου”. Ἡ ἔννοια αὐτή κατανοήθηκε στή χριστιανική παράδοση σάν ἀφετηριακό καί θεμελιῶδες στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας. Θά μπορούσαμε ἀπερίφραστα νά ποῦμε ὅτι, ἡ χριστιανική περί ἀνθρώπου διδασκαλία δέν εἶναι στήν οὐσία ἄλλο παρά θεολογία τοῦ “καινοῦ” ἀνθρώπου. Στήν Καινή Διαθήκη καί εἰδικώτερα στή θεολογία τοῦ Παύλου ὁ “καινός ἄνθρωπος” παρίσταται ὡς προϊόν τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, ἀντιδιαστέλλεται δέ ἀπό τόν “παλαιόν ἄνθρωπον”. Εἶναι γνωστό ὅτι μέ τήν ἔννοια “παλαιός ἄνθρωπος” ὁ Παῦλος περιγράφει τόν ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας (Ρωμ. ϛ´ 6. Κολ. γ´ 9), τόν “ἀπηλλοτριωμένον τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ” (Ἐφ. δ´ 18), “τόν φθειρόμενον κατά τάς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης” (Ἐφ. δ´22). Ὁ παλαιός αὐτός ἄνθρωπος παρομοιάζεται μέ “παλαιάν ζύμην”, μέ τήν “ζύμην τῆς κακίας καί πονηρίας”, πού σέ τελευταία ἀνάλυση εἶναι ἄχρηστη καί πρέπει νά ἀντικατασταθῆ μέ νέα ζύμη “εἰλικρινείας καί ἀληθείας” (Α´ Κορ. ε´7-8).
.               Ἡ διαλεκτική παράσταση τοῦ παλαιοῦ καί τοῦ νέου ἀνθρώπου ἔχει τρεῖς πτυχές, τρεῖς, ἄν θέλετε, ἰδιάζουσες ἀναφορές στή θεολογία τοῦ Παύλου. Κατά πρῶτο λόγο ἔχει ἕνα μυστηριακό χαρακτῆρα, χρησιμοποιεῖται δηλ. σέ σχέση μέ τό Βάπτισμα. “Ὁ παλαιός ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη” καί συνετάφη στό ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος, “ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν διά τῆς δόξης τοῦ Παρός, οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν” (Ρωμ. ϛ´ 3-6). Τό Βάπτισμα κατανοεῖται ὡς “λουτρόν παλιγγενεσίας καί ἀνακαινώσεως Πνεύματος Ἁγίου” (Τίτ. γ´ 5). Πρόκειται γιά τήν ἐν Χριστῷ ἀρχή τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἡ ἔνδυση τοῦ Χριστοῦ (Γαλ. γ´ 27), πού πραγματώνεται μέ τήν ὑπαρξιακή μετοχή στό θάνατο καί στήν ἀνάστασή Του. Ἔτσι, ἡ μυστηριακή σχέση ἀνάγει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο στή θεανδρική ζωή.
.               Ἀπό τό μυστηριακό κύκλο ἡ παράσταση μεταφέρεται στόν κύκλο τῆς προσωπικῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ καλεῖται νά κινηθῆ ἐλεύθερα καί νά ἐγκαταλείψη “τήν προτέραν ἀναστροφήν, τόν παλαιόν ἄνθρωπον” (Ἐφ. ε´ 22). Ἡ παλαιά ζωή, τήν ὁποία πρέπει νά ἀπαρνηθῆ καί νά νεκρώση ὁ πιστός, περιλαμβάνει κάθε μορφή σαρκικῆς λαγνείας, “πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμία κακήν, καί τήν πλεονεξίαν ἥτις ἐστίν εἰδωλολατρία” (Κολ. γ´ 5). Γιά νά κτισθῆ ὁ καινός ἄνθρωπος αὐτές οἱ ἐπιθυμίες καί εἰδωλολατρικές ὀρέξεις πρέπει νά φύγουν ἀπό τό σῶμα του, ὅπως φεύγει τό ἔνδυμα μέ τήν ἀπέκδυση. Ἔτσι οἱ πιστοί, “ἀπεκδυσάμενοι τόν παλαιόν ἄνθρωπον”, θά ἐνδυθοῦν, μέ τήν προσωπική τους πλέον ἄσκηση, “τόν νέον τόν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν” (Κολ. γ´ 9-10).
.               Τήν παράσταση τοῦ παλαιοῦ καί τοῦ νέου ἀνθρώπου συνδέει, τέλος, ὁ Παῦλος μέ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου “οὐκ ἔνι Ἕλλην καί Ἰουδαῖος, περιτομή καί ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλά τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός” (Κολ. γ´ 11). Ἀποτελεῖ βασικό ἀξίωμα τῆς θεολογίας τοῦ Παύλου, ὅτι μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας οἰκοδομεῖται ὁ καινός ἄνθρωπος (Ἐφ. β´ 15), ὁ ὁποῖος ἔχει τή δυνατότητα νά ὑψωθῆ “εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ”, νά φθάση δηλ. στή θεία ἐπίγνωση καί νά βιώση τήν ἑνότητα τῆς πίστεως (Ἐφ. δ´ 13). Σ’ αὐτό τό μέτρο ὁ ἀπόλυτα, ὁ αὐθεντικά “καινός ἄνθρωπος” εἶναι, ὅπως σημειώνει ὁ Ἰγνάτιος, ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Ὁποῖος πραγματώνει στόν ἑαυτό του τήν ἀνακαίνωση τοῦ παλαιοῦ. Ὁ Θεάνθρωπος τέμνει καί συγχρόνως ἑνοποιεῖ τήν ἱστορία, προβάλλοντας τόν καινό ἄνθρωπο στήν ἴδια τήν ὑπόστασή Του, “ἐν τῇ σαρκί αὐτοῦ”. Καταργεῖ τά παλαιά καί ἑνοποιεῖ τά διεστῶτα, “ἵνα τούς δύο κτίση ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινόν ἄνθρωπον” (Ἐφ. β´11-22).
.               Τό περί “καινοῦ ἀνθρώπου” τρίπτυχο τῆς θεολογίας τοῦ Παύλου, ἡ μυστηριακή σφαίρα, ἡ προσωπική πνευματική ζωή καί ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία, ἀποτελεῖ σταθερή βάση γιά τήν καταγραφή μιᾶς ὁλοκληρωμένης χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας. Ἡ μυστηριακή θεμελίωση καί προοπτική τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ σύνδεση δηλ. τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου μέ τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, δηλώνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας ὑψώνεται στό θεανδρικό ἐπίπεδο, ὑπερβαίνει δηλ. τά ὅριά του καί μετέχει, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, στή θεία ζωή. Ἡ σύνδεση ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου μέ τήν προσωπική πνευματική ζωή βεβαιώνει ὅτι ἡ ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καί ὁ νέος τρόπος τῆς ὑπάρξεώς του δέν ἔρχεται, σέ καμμιά περίπτωση, σάν κάτι μαγικό, ἀλλά εἶναι σταθερά καρπός τῆς χάριτος βεβαίως καί ἐξ ἴσου τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου. Τέλος, ἡ κατανόηση καί τοποθέτηση τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου στά ὅρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἀναιρεῖ κάθε ἄνομη αὐτονόμηση τοῦ ἀνθρώπου καί κλείνει τό δρόμο στίς ὀλέθριες συνέπειες μιᾶς ἀτομοκεντρικῆς ἀνθρωπολογίας. 

α) Ὁ θεανδρικός ἄνθρωπος 

.               Ὁ ἄνθρωπος ὑπῆρξε ἡ πρώτη καί ἡ μοναδική μορφή βιολογικῆς ὑπάρξεως πού συνδέθηκε ὀργανικά, χάρη στήν κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργία του, μέ τό Δημιουργό του. Ὁ ἄνθρωπος, αὐτός ὁ μικρός κόσμος τῆς ὑλικῆς κτίσεως, ὁ “χοῦς ἀπό τῆς γῆς”, ὑπῆρξε τό μοναδικό δημιούργημα στό ὁποῖο ὁ Θεός “ἐνεφύσησε… πνοήν ζωῆς” (Γεν. Β´ 7). Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος, πού μέ τή δημιουργική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ὑπῆρξε μιά αὐτοτελής ὀντότης τῆς κτίσεως, μέ τήν πνοή τοῦ Πνεύματος ὑψώθηκε στή σφαίρα τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Ἡ ζωή του ἔγινε πραγματικά καί ἀληθινά θεοκεντρική. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου δέν περιορίζεται καί δέν ἐξαντλεῖται στήν ὕλη, ἀπό τήν ὁποία πλάστηκε ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά ἔχει τήν ἀναφορά της στό ἀρχέτυπο κάλλος μέ βάση τό ὁποῖο δημιουργήθηκε καί τό ὁποῖο τήν προσδιορίζει. Ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου δέν βρίσκεται στήν ὕλη, ἡ ὁποία ἁπλῶς συνιστᾶ τήν κτιστή ὑποδομή τῆς βιολογικῆς του ὑπάρξεως, ἀλλά στό ἄκτιστο ἀρχέτυπο ἀπό τό ὁποῖο λαμβάνει τό θεῖο περιεχόμενό της. Εἶναι τό θεῖο ἀρχέτυπο πού δίνει εὐμορφία καί ὡραιότητα στόν ἄνθρωπο. Εἶναι τό θεῖο ἀρχέτυπο πού ὑψώνει τόν ἄνθρωπο στίς διαστάσεις τῆς θείας ἀπειρίας. Γίνεται ἔτσι κατανοητό ὅτι τό ὀντολογικό περιεχόμενο τοῦ ἀθρώπου δέν προσδιορίζεται ἀπό τήν ὕλη μέ τήν ὁποία δημιουργεῖται, ἀλλά ἀπό τήν πνοή τῆς ζωῆς μέ τήν ὁποία ἡ ὑλική κτίση λαμβάνει μορφή καί δομή κατ’ εἰκόνα Θεοῦ.
.               Ἐνῶ ὅμως, σύμφωνα μέ τήν ἀρχική του κλήση, ὁ ἄνθρωπος προωρίσθηκε νά ὑπάρχη σέ σχέση μέ τό Θεό, νά μετέχη δηλ. καί νά κοινωνῆ τῆς θείας ζωῆς, ἐπειδή ἡ κλήση αὐτή δέν ἀποτελοῦσε ἐπιτακτική ἀναγκαιότητα, ἀλλά ὑπέθετε τήν ἐλεύθερη ἀποδοχή τοῦ πλάσματος, ὁ ἄνθρωπος ἐπέλεξε τήν ὁδό τῆς ἀποστασίας. Τόσο ἡ βιβλική θεολογία, ὅσο καί ἡ πατερική ἑρμηνευτική ἀναγνωρίζουν, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἀπόκλιση ἀπό τόν ἀρχικό θεῖο προορισμό εἶναι μέν καταστροφική καί ἀλλοιωτική γιά τόν ἄνθρωπο ὄχι ὅμως καί αὐτοκατάργηση καί αὐτοεκμηδένισή του. Ἡ πτώση ὁδηγεῖ στό θάνατο ὄχι ὅμως στήν ἀνυπαρξία. Ἡ κακία λεηλατεῖ καί διαστρέφει τήν ὕπαρξη σέ καμμιά ὅμως περίπτωση δέν τήν παύει. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι “παράγει τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου” (Α´ Κορ. ζ´ 31). Ὁ κόσμος πού ἀρνεῖται νά εὐθυγραμμίση τή ζωή του μέ τή ζωή τοῦ Θεοῦ θά παρέλθη, δέν θά παρέλθη ὅμως αὐτός καθ᾽ ἑαυτόν ὁ κόσμος, ἁπλούστατα γιατί πλάσθηκε ἀπό τό Θεό γιά νά ὑπάρχη.
.               Θά πρέπει νά κατανοήσουμε τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ σάν ἀνάπλαση καί ἀναδημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, σάν διορθωτική κίνηση καί ἐπαναπροσανατολισμό του στήν ἀρχική κλήση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης μιλάει γιά διπλή κτίση καί γιά ἐν Χριστῷ ἀνάπλαση καί ἀνακατασκευή τοῦ ἀνθρώπου. “Διπλῆν τῆς φύσεως ἡμῶν τήν κτίσιν ἐγνώκαμεν, τήν τε πρώτην καθ᾽ ἥν ἐπλάσθημεν καί τήν δευτέραν καθ᾽ ἥν ἀνεπλάσθημεν, ἀλλ οὐκ ἄν ἦν τῆς δευτέρας ἡμῶν κτίσεως χρεία, εἰ μή τήν πρώτην διά τῆς παρακοῆς ἠχρειώσαμεν. Ἐκείνης τοίνυν παλαιωθείσης τε καί ἀφανισθείσης ἔδει καινήν ἐν Χριστῷ γενέσθαι κτίσιν”.
.               Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, σ’ ἕνα ἐξαιρετικά πυκνό κείμενό του, θεωρεῖ τήν ἐν Χριστῷ ἀποκάθαρση τοῦ ἀνθρώπου καί τή δεύτερη κοινωνία τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο παραδοξοτέρα καί ὑψηλοτέρα τῆς πρώτης. Ἁπλούστατα, γιατί στή δεύτερη δημιουργία ἔχουμε “καινήν μῖξιν” καί “παράδοξον κρᾶσιν”. Στή δεύτερη δημιουργία ἔχουμε τήν ὑπαρξιακή ἐμπλοκή τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ὁ προαιώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, “τό ἐκμαγεῖον τοῦ ἀρχετύπου”, “ἡ μή κινουμένη σφραγίς” κινεῖται πρός τό κτίσμα καί τό προσλαμβάνει. Πρόκειται γιά μοναδική ἕνωση πού συνεπάγεται τή θέωση τοῦ προσλήμματος. “Ὁ ὤν, γίνεται· καί ὁ ἄκτιστος κτίζεται· καί ὁ ἀχώρητος, χωρεῖται… Καί ὁ πλήρης, κενοῦται· κενοῦται τῆς ἑαυτοῦ δόξης ἐπί μικρόν, ἵν’ ἐγώ τῆς ἐκείνου μεταλάβω πληρώσεως… Δευτέραν κοινωνεῖ κοινωνίαν, πολύ τῆς πρώτης παραδοξοτέραν… Τοῦτο τοῦ προτέρου θεοειδέστερον· τοῦτο τοῖς νοῦν ἔχουσιν ὑψηλότερον”.
.               Ἀποτελεῖ σταθερή θέση τῆς πατερικῆς ἀνθρωπολογίας ὅτι, μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ὑψώνεται στήν ἄκτιστη ζωή, ἡ φύση του παραλαμβάνεται στήν αἰωνιότητα. Ἡ ἀποκατάσταση τῆς κτίσεως πραγματώθηκε στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου καί ἀπ’ Αὐτόν μεταφέρεται ὡς θεανδρική πραγματικότητα καί συνείδηση, ὡς θεανδρική αἴσθηση καί ἐμπειρία στήν κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Ὁ ἄνθρωπος κατά τό λόγο τῆς οἰκονομίας εἶναι θεανδρικός. Μέ τήν ἔνσαρκο φανέρωση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ συνδέεται ὀργανικά μέ τή θεότητα. Οἱ Καππαδόκες, καί ἰδιαίτερα ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, στήν προσπάθειά τους νά ἑρμηνεύσουν τό μυστήριο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς θεραπείας καί ἀποκαταστάσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐπιμένουν στήν ἀδιάσπαστη ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου φυράματος. Ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀποτελεῖ ἕνα σῶμα, μιά συγκεκριμένη καί ἀδιάσπαστη ἑνότητα. Αὐτή ἡ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως δηλώνεται ἤδη στή διήγηση τῆς δημιουργίας. Μέ τήν ἔκφραση τῆς Γενέσεως “ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον” (Α´ 27) νοεῖται ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, ὁ ἄνθρωπος ὄχι ὡς ἄτομο, ἀλλά ὡς γένος. Μέ τή δημιουργική δηλ. ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἔρχεται στήν ὕπαρξη “ἀθρόως” καί “ἐν κεφαλαίῳ” ὄχι ἕνα μέρος ἀλλά “ὅλον τό τῆς ἀνθρωπότητος πλήρωμα”. Ἔτσι, ὁ Ἀδάμ, “ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ὅλον ἔσχεν ἐν ἑαυτῷ τῆς ἀνθρωπίνης οὐσίας τόν ὅρον, καί ὁ ἐξ ἐκείνου γεννηθείς ὡσαύτως ἐν τῷ αὐτῷ τῆς οὐσίας ὑπογράφεται λόγω”.Μόνο ξεκινώντας ἀπ’ αὐτή τήν ἀρχή τῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως μποροῦμε νά κατανοήσουμε γιατί μέ τήν παρακοή τοῦ Ἀδάμ ἔχασε τήν αὐθεντικότητά της ἡ φύση ὁλόκληρη, καί γιατί πάλι μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀποκαταστάθηκε τό πλήρωμα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, τό ἀνθρώπινο γένος ὡς ὁλότης. Μ᾽ ἄλλα λόγια ὁ προαιώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ προσλαμβάνοντας μιά συγκεκριμένη καί ἀτομική ἀνθρώπινη φύση προσέλαβε ὅλο τό ἀνθρώπινο φύραμα, λόγω ἀκριβῶς τῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἔτσι, ὅπως στό πρόσωπο τοῦ Ἀδάμ ἔπεσε καί ἀλλοιώθηκε ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, κατά ἀνάλογο τρόπο στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἡ φύση ὁλόκληρη ξαναβρῆκε τή γνησιότητα καί τό ἀρχαῖο κάλλος της. Ἡ σωτηρία συνεπῶς ὑποθέτει δύο πράγματα, πρῶτο τήν ἀδιάτμητη ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί δεύτερο τήν ὀντολογική ἕνωση τοῦ θείου καί τοῦ ἀνθρωπίνου στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
.               Ἡ περί τῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως πατερική διδασκαλία ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιά τήν κατανόηση τῆς σχέσεως Ἐκκλησίας καί κόσμου, ὅπως ἐπίσης καί τῆς διακονίας, τήν ὁποία ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία στόν κόσμο. Ἄν δεχθοῦμε ὅτι τό ἀνθρώπινο γένος στό σύνολό του ἔχει δεχθῆ τήν εὐεργετική ἐπίδραση τῆς σαρκώσεως, ὅτι μέ τήν ἐνανθρώπηση ἔχει συντελεσθῆ μιά δομική ἀλλαγή σ’ ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση, τότε εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μιά σέκτα τοῦ κόσμου, μιά ἀποκλειστική θρησκευτική κοινότητα, ἀλλά ἡ μικρά ζύμη πού καλεῖται νά ζυμώση ὅλο τό φύραμα (Α´ Κορ. ε´ 6). Ἄν ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει ἐν δυνάμει ἀποκατασταθῆ καί ἐλευθερωθῆ ἀπό τή δουλεία τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, ἡ εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀκριβῶς αὐτή: νά μεταφέρη στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο τή λύτρωση, ὥστε αὐτό ἐλεύθερα νά ἑδραιώση στήν ὕπαρξή του τή δεδομένη ἐν Χριστῷ θεραπεία τοῦ γένους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: «Ο ΚΑΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»: ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ-2

ΠΗΓΗ: apostoliki-diakonia.gr

, ,

Σχολιάστε

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΕΥΕΛΙΚΤΟΙ; «Μία τεθλασμένη πορεία ἀπὸ κάπου πρὸς τὸ ὁπουδήποτε, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ πρὸς τὸ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ».

Τί σημαίνει νὰ γίνουμε εὐέλικτοι;

Βασίλης Καραποστόλης, καθηγ. Πολιτισμοῦ καὶ Ἐπικοινωνίας Παν/μίου Ἀθηνῶν

Ἡ ἀπαγκίστρωση ἀπὸ τὶς ἀποκτημένες ἱκανότητες
μολύνει τὴν κοινωνία μὲ νέου τύπου ἀνασφάλεια
καὶ στοιχίζει στὴν οἰκονομία.

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: «Εὐέλικτοι»: Ὡραῖες λέξεις, μοντέρνες, «συναρπαστικές», γεμάτες «ὑποσχέσεις» ἐπιστρατεύουν οἱ «Προφῆτες» τῆς Νέας Ἐποχῆς καὶ οἱ Ἐργολάβοι τῆς Ἀλλοτριώσεως, γιὰ νὰ ὑπονομεύσουν κάθε ἀνθρώπινη τιμὴ καὶ ἀξία, ὁτιδήποτε θυμίζει ἄνθρωπο καὶ τὸ μεγαλεῖο του, μεγαλεῖο τελικῶς θεϊκό. Αὐτὸ τοὺς ἐνοχλεῖ, γιατὶ ἐκεῖ παραπέμπει. Καὶ θέλουν νὰ τὸ ἐξουδετερώσουν, λὲς κι ἔτσι θὰ …«ἐξαφανίσουν» τὸν Θεό!

.                     Νὰ γίνετε εὐέλικτοι… Ἰδοὺ τί ζητοῦν σήμερα οἱ περιστάσεις, οἱ ἀνάγκες, ἡ οἰκονομία, τὰ ἤθη. Ἡ λέξη δὲν ἠχεῖ ἄσχημα κατ’ ἀρχήν. Τὴν ἀκούει κανεὶς καὶ στὸν νοῦ του ἔρχονται εἰκόνες γεμάτες ἀπὸ κίνηση καὶ πλαστικότητα. Ἀλλὰ ἀμέσως οἱ εἰκόνες ἐξαφανίζονται ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ λέξη συνδεθεῖ μὲ συγκεκριμένες ἐνέργειες, οἱ ὁποῖες ἐπιβάλλεται νὰ γίνουν.
.                     Πρέπει νὰ ἐνεργοῦμε εὐέλικτα, νὰ σκεφτόμαστε εὐέλικτα, νὰ φερόμαστε εὐέλικτα. Ἡ ἐπιταγὴ εἶναι ἀμείλικτη καὶ φέρει τὴ σφραγίδα τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπείγοντος.
.                     Ἐδῶ καὶ ἀρκετὸ καιρὸ τὸ παγκόσμιο οἰκονομικὸ σύστημα ἔδειχνε πὼς αὐτὰ ποὺ παλαιότερα ἀποτελοῦσαν ἀρρυθμίες στὴ λειτουργία του ἄρχισαν νὰ γίνονται ὁ κυρίαρχος ρυθμός του, ἕνας ρυθμὸς ἄτακτος, σπασμωδικὸς ποὺ αὐξομείωνε ἀπότομα τὴν παραγωγή, ποὺ νέκρωνε ἀπότομα ὁλόκληρους κλάδους καὶ ἀπαιτοῦσε γρήγορα τὴν ἀναζωογόνηση ἄλλων.
.                     Ὅλο καὶ συχνότερα οἱ ἐργαζόμενοι ἦταν ὑποχρεωμένοι εἴτε νὰ μετακινοῦνται σὲ νέες θέσεις ἐργασίας εἴτε νὰ μένουν χωρὶς ἐργασία, κεραυνοβολημένοι ἀπὸ ἀπρόβλεπτες ἀλλαγές. Σήμερα τὸ κεραυνοβόλημα ἔγινε κανόνας. Καὶ γιὰ νὰ ἐλεγχθεῖ κάπως ὁ ἀριθμὸς τῶν θυμάτων, οἱ πολιτικοί, οἱ ἐπιχειρήσεις, ἀκόμη καὶ ἡ ἐκπαίδευση ζητοῦν ἀπὸ τοὺς ἐργαζομένους νὰ γίνουν περισσότερο εὐέλικτοι.
.                     Αὐτὸ γενικὰ σημαίνει νὰ μποροῦν νὰ ἀνταποκρίνονται στὶς ἀπαιτήσεις μιᾶς καινούργιας δουλειᾶς χρησιμοποιώντας «δεξιότητες» ποὺ δὲν εἶχαν ὣς τότε. Πράγμα ποὺ στὴ συνέχεια σημαίνει πὼς εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ προετοιμάζονται, νὰ βρίσκονται σὲ ἐγρήγορση, νὰ εἶναι πρόθυμοι νὰ ξεχάσουν ὅσα εἶχαν μάθει, γιὰ νὰ τὰ ἀντικαταστήσουν μὲ ἄλλα τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι κι αὐτὰ προσωρινά. Ἡ γνώση ἡ ἴδια γίνεται προσωρινή.
.                     Γιατί ὄχι; θὰ ρωτοῦσε ἕνας θιασώτης τῆς ἐξέλιξης γιὰ τὴν ἐξέλιξη. Στὴν περίπτωση ὅμως αὐτὴ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μιλᾶμε καὶ γιὰ θεμελίωση. Καὶ χωρὶς μία κάποια θεμελίωση αὐτῶν ποὺ προσλαμβάνει καὶ ἐπεξεργάζεται ἡ διάνοια, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μάθηση, ἐπειδὴ λείπει ἡ θέληση γιὰ μάθηση. Κανένα παιδί, κανένα σπουδαστή, ὅπως καὶ κανένα τεχνίτη ἢ ἐπιστήμονα δὲν θὰ τὸν εἵλκυε ἡ διαδικασία τῆς μάθησης, ἂν τοῦ ἔλεγαν ὅτι αὐτὰ ποὺ θὰ σημειώσει, θὰ σκεφτεῖ καὶ θὰ τὰ ἐφαρμόσει κατόπιν εἶναι ἐξ ἀρχῆς τόσο εὐπαθῆ, τόσο τρωτὰ ἀπέναντι στὸν χρόνο, ὥστε τὸ μόνο ποὺ ἔχει πραγματικὸ ἐνδιαφέρον εἶναι νὰ δεῖ κανεὶς πόσο γρήγορα θὰ παραμεριστοῦν ὡς ἄχρηστα. Ὅταν τὸ ἀντικείμενο τῆς προσοχῆς μας φαντάζει μακροχρονίως ἄχρηστο, τότε κι ἐμεῖς νιώθουμε πὼς ματαιοπονοῦμε. Κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς προοπτική.
.                     Ἡ ὕπαρξη, ἀκόμη καὶ ἡ πιὸ στριμωγμένη, ἔχει ἀνάγκη νὰ τεντωθεῖ στὸν χρόνο. Ὅμως τὸ ἅπλωμα σήμερα ἀπαγορεύεται. Ἀπεναντίας, συνιστᾶται τὸ μάζεμα, ἡ ἐπιφυλακή, ἡ προσεκτικὴ στὴ συνέχεια ἔξοδος ἀπὸ τὸ κέλυφος καὶ ἡ περιήγηση ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ μέχρι νὰ βρεθεῖ μία νέα τρυπούλα νὰ χωθεῖ κανείς, μία νέα ἀπασχόληση.
.                     Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ εὐελιξία. Μία τεθλασμένη πορεία π κάπου πρς τ πουδήποτε, κα π κε πρς τ πουδήποτε λλο.
.                     Τί κερδίζεται μ’ αὐτό; Πιθανὸν ἡ ἐπιβίωση (ἂν καὶ ποτὲ ὁριστικά). Τί χάνεται; Ἡ αἴσθηση τῆς προσωπικῆς συνέχειας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δὰ καὶ τόσο μεγάλο τὸ κόστος, θὰ ποῦν μερικοί. Ἀφοῦ καὶ χωρὶς νὰ βασίζονται σὲ κάποιες σταθερὲς ἀρχές, γνώσεις ἢ πεποιθήσεις, οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ συνεχίζουν νὰ ἐξασφαλίζουν τὴ ζωή τους καὶ νὰ πνίγουν τὴ μελαγχολία τους στὴ μικροδιασκέδαση ποὺ ἡ κοινωνία πάντα θὰ φροντίζει νὰ τοὺς δίνει.
.                     Ἡ ἄποψη αὐτὴ θέλει νὰ λέγεται «ρεαλιστική». Ἀλλὰ δὲν εἶναι καθόλου τέτοια, καὶ δὲν εἶναι οὔτε καν στὸ οἰκονομικὸ ἐπίπεδο.
.                     Πράγματι, ἡ ὤθηση τῶν ἐργαζομένων σὲ διαρκῆ μετατόπιση, ὁ ἐξαναγκασμός τους νὰ ἐγκαταλείπουν μαζὶ μὲ τὶς θέσεις ἐργασίας, τὶς ὁποῖες κατεῖχαν, τὴ βεβαιότητά τους πὼς τουλάχιστον ὁρισμένα πράγματα στὴ δουλειὰ τους τὰ ἤξεραν (καὶ μερικοὶ ἀπ’ αὐτοὺς τὰ ἤξεραν καλά), αὐτὴ ἡ ἀπαγκίστρωση ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς ἀποκτημένες ἱκανότητές τους μολύνει τὴν κοινωνία μὲ μία νέου τύπου ἀνασφάλεια κι αὐτὴ στοιχίζει ἤδη ἀρκετὰ στὸ οἰκονομικὸ σύστημα. Λιγοστεύουν πικίνδυνα ατο πο μπορον ν δουλέψουν σ βάθος.
.                     εέλικτη ργασία ενοε τν εκολία κα μποδίζει τν μβάθυνση. Ὅμως ἡ ἐμβάθυνση εἶναι ἀναγκαία γιὰ τὴν παραγωγὴ καινοτομιῶν καθὼς καὶ γιὰ τὴν παραγωγὴ ποιοτικῶν ἀποτελεσμάτων σὲ κάθε τομέα. Ἂν δὲν ἀγκυροβολήσει τὸ μυαλὸ σὲ μερικὰ σημεῖα, ἂν δὲν ἀφοσιωθεῖ στὸ νὰ λύσει μερικὰ προβλήματα, ἂν δὲν ἀγνοήσει τὰ ζιζάνια ποὺ τοῦ ψιθυρίζουν «παράτα τό, ἂσ’ τὸ καὶ φύγε, μὴν εἶσαι μονομανής», ἂν δὲν κλείσει τ’ αὐτιά του ὁ ἐργαζόμενος στοὺς ψιθύρους τῶν περισπασμῶν καὶ δὲν συγκεντρωθεῖ σὲ ὅ,τι κάνει, δὲν θὰ δώσει ποτὲ ἡ ἐργασία του μία ἀξία στὸ προϊόν του, ποὺ νὰ ξεπερνᾶ τὸ παροδικὸ καὶ νὰ ἐμπλουτίζει τὸν κόσμο σὲ κάτι.
.                     Ἐφ᾽ ὅσον λοιπὸν χρειαζόμαστε τὴ διάρκεια, πρέπει νὰ ἐπιμείνουμε στὴν ποιότητα. Ἂν ἡ Ἑλλάδα θέλει τὴ μακροημέρευση, πρέπει νὰ πεῖ ὄχι στὴν ἐπιφανειακὴ παραγωγικότητα, στὴν ἄκρα εὐελιξία, ποὺ τάχα θὰ τὴν κάνει πιὸ ἀνταγωνιστική.
.                     Πιὸ βασικὸ καὶ ἀπὸ τὴ μείωση τοῦ χρέους μας εἶναι νὰ μὴν ἀνταγωνιστοῦμε τὸν ἑαυτό μας. Καὶ μία πλευρὰ τοῦ ἑαυτοῦ μας εἶναι συνδεδεμένη (καὶ εἶναι σὲ κάθε λαὸ) μ’ αὐτὸ ποὺ σήμερα βιαστικὰ ὑποτιμᾶται: τὴ μαστοριά, ἢ ὅ,τι ἀπέμεινε ἀπ’ αὐτήν. νας νθρωπος, πως κα νας λαός, νιώθει καλ μόνον ταν κάνει κάτι καλ κα εναι γιατ περήφανος. Μ τν εελιξία ποτ δν θ ρθει να τέτοιο ασθημα. Ἀλλὰ καὶ καμιὰ ἀνάπτυξη ἐπίσης ποὺ νὰ ἔχει μέλλον.

ΠΗΓΗ: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

,

Σχολιάστε

«ΜΕ ΛΕΝΕ ΓΙΩΡΓΟ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»

Μ λένε Γιργο, εμαι νθρωπος κι χι ριθμός

 EIΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ὅταν ἠ Ἐκκλησία ΤΟΝΙΖΕΙ τὴν σημασία τῆς κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, βεβαίως πολλοὶ λίγοι συγκινοῦνται. «Αὐτὰ εἶναι γιὰ τοὺς παπάδες», λένε. Τώρα ἔφτασε ὀ κόμπος στὸ χτένι. Παρ᾽ ὅλ᾽ αὐτὰ λίγοι καταλαβαίνουν τί συμβαίνει.

.           Μὲ λένε Γιῶργο. Εἶμαι 42 χρόνων, σχολικὸς φύλακας.
.           Ὄχι δὲν πῆρα τὴν δουλειὰ χαριστικά. Ἂν καὶ στὴν κατάστασή μου, γιὰ νὰ θρέψω τὰ 4 παιδιά μου, θὰ φιλοῦσα καὶ κατουρημένες ποδιές. Ἐργαζόμουν ὡς ὁδηγὸς φορτηγοῦ, ὥσπου μὲ χτύπησε ἡ σκλήρυνση κατὰ πλάκας. Λόγῳ τῆς ἀρρώστιας μου, μπῆκα σὲ αὐτὴ τὴν θέση. Ὑπάρχει Νόμος γιὰ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ὑπῆρχε τουλάχιστον, δὲν ξέρω ἂν τὸν καταργήσανε τώρα.
.           Ἡ γυναίκα μου, δούλευε ὡς καθαρίστρια σὲ συνεργεῖο καθαρισμοῦ, χωρὶς ἀσφάλιση φυσικά, ἀπαίτησε τὰ δικαιώματά της, τοὺς πίεσε, τοὺς κατήγγειλε καὶ μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία τὴν διώξανε τάχα μου λόγῳ κρίσης. Πάλι καλά, θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει τὴν τύχη τῆς Κούνεβα. Ἐννοεῖται πὼς μπῆκε στὰ μαῦρα κατάστιχα καὶ δὲν ξαναβρῆκε δουλειά.
.           Σᾶς ἀκούω νὰ εὔχεστε τὴν ἀπόλυσή μου, νὰ μοῦ κουνᾶτε τὸ δάχτυλο ἐπιτιμητικά, νὰ μὲ διασύρεται ὡς τεμπέλη, βολεμένο, κομματόσκυλο. Καὶ τὸ χειρότερο, ὅλα αὐτὰ τὰ ἀκοῦν καὶ τὰ παιδιά μου, τρέμω μήπως πὲς – πές, ἀρχίσουν νὰ ἀμφιβάλλουν γιὰ τὸν πατέρα τους. Δὲν θὰ σᾶς πῶ τὸν μισθό μου, γιατί ντρέπομαι. Δὲν θὰ σᾶς πῶ πόσο μοῦ κοστίζει ἡ ἀρρώστια μου, τὰ ξέρετε. Δὲν θὰ σᾶς ρωτήσω πῶς θὰ σωθοῦν οἱ ἐργαζόμενοι τοῦ ἰδιωτικοῦ τομέα, ἂν ἐγὼ ἀπολυθῶ, ἐπειδὴ δὲν πρόκειται νὰ σωθοῦν.
.           Ἕνα μόνον θὰ σᾶς πῶ! Μὲ λένε Γιῶργο, εἶμαι δημοτικὸς ὑπάλληλος, σχολικὸς φύλακας, ἕνας φτωχός, τίμιος, σοβαρὰ ἄρρωστος ἄνθρωπος κι ὄχι ἀριθμός.

ΠΗΓΗ: tsak-giorgis

Σχολιάστε

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ –5 («Ἤθελαν νὰ σκοτώσουν τὸν Χριστό, ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἦταν ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος ποὺ ἔδωσε μεγαλύτερη σημασία στὴν ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴν τυπολατρία τῶν Ἰουδαίων».)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ»
(Ἰωάν. ε´ 1-16)


[Ε´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ἀναστάσεως ἡμέρα»
–Ὁμιλίες Γ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Πάσχα ὣς τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 83-106

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-3/


Δ´ Μέρος: 
https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-4/

Θαῦμα τοῦ Παραλυτ.               «Μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἴνα μὴ χεῖρον σοὶ τί γένηται» (Ἰωάν. ε´ 14). Ὁ Κύριος θεράπευσε τὸ σῶμα καὶ τώρα ἀναβιβάζει τὸ γεγονὸς αὐτὸ σὲ ἀνώτερη σφαίρα, στὴν πνευματική του διάσταση. Κάνει τὸν θεραπευμένο νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ πηγὴ κι ἡ αἰτία τῆς φοβερῆς του ἀρρώστιας ἦταν ἡ ἁμαρτία. Καὶ τὸν προειδοποιεῖ νὰ πάψει ν’ ἁμαρτάνει, «ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται».
.               Δὲν εἶναι γνωστὸ σὲ τί εἶδος ἁμαρτίας εἶχε πέσει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, μὰ οὔτε καὶ μᾶς βοηθάει ἡ γνώση αὐτή. Ξέρουμε πὼς ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται κάθε ἁμαρτία, πὼς ἡ ἁμαρτία μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ κοντά Του. Γνωρίζουμε πς κάθε μαρτία, γι τν ποία δν χουμε μετανοήσει, ργ γρήγορα θ προκαλέσει πόνο, θ φέρει βάσανα. Μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. Τώρα ὁ Θεός σοῦ ἔδειξε τὸ ἔλεός Του, ἡ ἁμαρτία σου συχωρέθηκε. Μὴν ἐξακολουθεῖς νὰ πειράζεις τὸν Θεὸ ὅμως, μὴ τὸν προκαλεῖς. Γιατί τότε, ἀντὶ γιὰ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἴσως συναντήσεις τὴ δικαιοκρισία Του. Ἂν κατόρθωσες νὰ δικαιωθεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν προηγούμενη ἁμαρτία σου, μὲ μία ἀνεπαρκῆ γνώση γιὰ τὴν δύναμή Του, μετὰ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἔγινε δὲν θὰ μπορέσεις νὰ βρεῖς δικαιολογία.
.               Αὐτὴ εἶναι μία θαυμάσια ἀλλὰ καὶ φοβερὴ προειδοποίηση πρὸς ὅλους μας, πὼς ἂν γιὰ μία φορὰ νιώσαμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ πάνω μας, δὲν πρέπει νὰ ξαναμαρτήσουμε, μήπως μᾶς βρεῖ κάτι χειρότερο ἀπ’ αὐτὸ ποὺ μᾶς λύτρωσε ὁ Θεός.
.               «Ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ» (Ἰωάν. ε´ 15). Εἶδε ὅτι ὠφελήθηκε ὁ ἄνθρωπος κι εἶπε στοὺς Ἰουδαίους πὼς τὸν ἔκανε καλὰ ὁ Ἰησοῦς. Τὸ ἔκανε αὐτὸ μὲ καλὴ πίστη, μὲ καλὲς προθέσεις. Τὸν ρωτήσανε γιὰ τὸν Ἰησοῦ κι αὐτὸς νόμισε πὼς ἦταν καλὸ νὰ τὸ πεῖ. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἔνιωσε πὼς τὸ ὄφειλε αὐτὸ στὸν εὐεργέτη του, ἔπρεπε νὰ γνωρίσει τὸ ὄνομά του στοὺς ἄλλους, νὰ τὸ μάθουν ὅλοι, καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ρώτησαν. Βρισκόταν ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι του τριάντα ὀκτὼ χρόνια. Τὸ μόνο, ποὺ σκεφτόταν ὅλ’ αὐτὰ τὰ χρόνια ὁ φτωχὸς ἄνθρωπος, ἦταν οἱ πόνοι του. Οὔτε νὰ φανταστεῖ δὲν μποροῦσε πόσο πονηρὲς ἦταν οἱ καρδιὲς ἐκείνων ποὺ ρωτοῦσαν γιὰ τὸν Ἰησοῦ. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ὑποψιαστεῖ πὼς ἐκεῖνοι δὲν ρωτοῦσαν γιὰ νὰ δοξάσουν τὸν Ἰησοῦ σὰν θαυματουργό, μὰ γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν, ἐπειδὴ δὲν τήρησε τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου;
.               Πρέπει νὰ προσέξουμε ἰδιαίτερα τὸ σημεῖο αὐτό. Πηγαίνει καὶ λέει στοὺς Ἰουδαίους πὼς ὁ Ἰησοῦς ἦταν ποὺ τὸν θεράπευσε. Κατέχεται ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν σκέψη τῆς θεραπείας καὶ τοῦ θεραπευτῆ του. Οἱ Ἰουδαῖοι, ἀντίθετα, κατέχονταν ἀπὸ τὴν σκέψη τοῦ σαββατισμοῦ, τῆς μὴ τήρησης τοῦ Σαββάτου. Σ’ αὐτὲς τὶς περίεργες στιγμές, ἐκεῖνος ἴσως δὲν καταλάβαινε τὴν διαφορὰ τοῦ τρόπου ποὺ σκέφτονταν γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀπὸ τὴ μιὰ αὐτὸς κι ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ Ἰουδαῖοι. Συνεπαρμένος ἀπὸ τὸ θαῦμα τοὺς μεταδίδει τὴν δική του ἐκδοχή, τὶς μεγάλες καὶ εὐχαριστήριες σκέψεις γιὰ τὴν ἐπίσκεψη ποὺ δέχτηκε ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ τὸ καλὸ ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ Θεός. Δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρατηρήσει τὴν στενομυαλιὰ καὶ τὶς πονηρὲς διαθέσεις τους, ποὺ κρύβονταν ὅπως τὰ φίδια κάτω ἀπὸ τὰ φυλλώματα. Ἡ σκέψη κι ἡ διάθεσή του ἦταν νὰ δοξολογήσει τὸν Κύριο Ἰησοῦ, τὸν εὐεργέτη του. Ἡ σκέψη κι ἡ διάθεση τῶν Ἰουδαίων ἦταν νὰ τὸν θανατώσουν. «Οἱ Ἰουδαῖοι ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς (Ἰωάν. ε´ 16). Γιατί θελαν ν τν σκοτώσουν; Μήπως πειδ ταν μοναδικς νθρωπος πο πρόσεξε τὸν δυστυχ παράλυτο τ τριάντα κτ ατ χρόνια; Μάλιστα, γι’ ατό. λλ κα γι ναν λλο λόγο. πειδ Κύριος ταν μοναδικς νθρωπος πο δωσε μεγαλύτερη σημασία στὴν ζω νς νθρώπου, π τν τυπολατρία το σαββατισμο τν ουδαίων.
.               Ὁ Κύριος πέρασε ἀπαρατήρητος ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς παγίδες καὶ τὶς ἐνέδρες τῆς κακίας τῶν Ἰουδαίων, σκορπίζοντας μὲ λόγο καὶ ἔργα τὸ εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ὣς τὴν στιγμὴ ποὺ ἀποφάσισε πὼς ἦρθε ἡ ὥρα νὰ παραδοθεῖ στὰ χέρια τῶν Ἰουδαίων. Γιὰ νὰ δείξει τὴν μεγαλωσύνη Του μὲ τὴν ταπείνωσή Του, νὰ νικήσει τὸν θάνατο μὲ τὸν θάνατό Του. Αὐτῷ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, τῇ ὁμοουσίῳ καὶ ἀδιαιρέτῳ Τριάδι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοῦς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: alopsis.gr

, , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ –4 («Ἡ ἱερατικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ζῶντος Θεοῦ ἔγινε μιὰ ἀστυνομικὴ ἐγρήγορση καὶ παρακολούθηση τῆς τάξεως τῆς θεᾶς ποὺ ὀνομάζεται “Σάββατο”».)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ»
(Ἰωάν. ε´ 1-16)


[Δ´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ἀναστάσεως ἡμέρα»
–Ὁμιλίες Γ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Πάσχα ὣς τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 83-106

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-3/

.              Ἴσως ρωτήσει κάποιος: Γιατί ὁ Κύριος δὲν ἔκανε στὸν ἄρρωστο ἄνθρωπο τὴν συνηθισμένη ἐρώτηση: Πιστεύεις; Γιατί δὲν ἐρεύνησε νὰ δεῖ ἂν ὑπῆρχε πίστη μέσα του, ὅπως ἔκανε μὲ πολλοὺς ἄλλους; Μ πίστη το νθρώπου ατο δν ταν λοφάνερη; Τριάντα κτ χρόνια κειτόταν πομονετικ σ’ να συγκεκριμένο τόπο, μ τν λπίδα πς θ λάβει βοήθεια π τν ορανό. Δὲν πιστεύει μόνο στὴν θαυματουργικὴ ἐνέργεια τοῦ ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ. Κατὰ κάποιο τρόπο πιστεύει καὶ στὸν Κύριο Ἰησοῦ, μ’ ὅλο ποὺ δὲν τὸν ἀποκαλεῖ Κύριο. Δὲν εἶπε, «Ναί, Κύριε, θέλω νὰ γίνω καλά, μὰ ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Θὰ πρέπει μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ νὰ θυμηθοῦμε πὼς ὁ Κύριος θεράπευσε πολλοὺς δαιμονισμένους καὶ κωφαλάλους, χωρὶς νὰ τοὺς ρωτήσει γιὰ τὴν πίστη τους. Τοὺς θεράπευσε ἁπλὰ ἀπὸ ἀγάπη. Ἔτσι καὶ στὴν Βηθεσδὰ τότε ὁ Κύριος ἐνήργησε ἀπὸ τὴ μιὰ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο ποὺ ὑπέφερε γιὰ τόσο μακρὺ διάστημα, σ’ ἕνα περιβάλλον ἐλεεινό. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τώρα, ἔδρασε ἔτσι καὶ μ’ ἕνα σκοπό· γι ν καταδείξει τν λλειψη γάπης χι μόνο τν κατοίκων τς ερουσαλήμ, λλ λων τν νθρώπων τς ποχς, πο βλεπαν τν συνάνθρωπό τους ν ποφέρει κα δν κουνάγανε τ δαχτυλάκι τους γι ν βοηθήσουν. Καὶ τέλος, ὁ Κύριος σκόπιμα θεράπευσε τὸν παραλυτικὸ ἡμέρα Σάββατο, ἂν καὶ θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει αὐτὸ καὶ Παρασκευή, ἂν ἤθελε. Τ κανε ατ γι ν καταγγείλει τν εδωλολατρικ προσκύνηση τν ουδαίων στν μέρα το Σαββάτου. Ν δείξει πς νθρωπος ξίζει περισσότερο π τ Σάββατο, πς γάπη ξίζει περισσότερο π ποιοδήποτε εδος νομικς τυπολατρείας. Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ ἔχει τὴ μοναδικὴ σφραγίδα τοῦ τρόπου ποὺ ἐνεργεῖ ὁ Θεός: νὰ στοχεύσει σὲ πολλοὺς στόχους ταυτόχρονα.
.              «Ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον» (Ἰωάν. ε´ 9-10). Τί στρεψόδικες ψυχς ἔχουμε ἐδῶ! Πόσο κλεισμένες καρδιές! Ἀντὶ νὰ χαροῦν ποὺ ἕνα σερνάμενο σκουλήκι στάθηκε ὄρθιο καὶ ξανά ’γινε ἄνθρωπος, ἀντὶ νὰ τὸν συγχαροῦν ποὺ ἀποκαταστάθηκε ἡ ὑγεία του, ἀντὶ νὰ ξεσηκώσουν τὴν πόλη ὁλόκληρη, νὰ τοὺς καλέσουν ὅλους γιὰ νὰ δοξάσουν τὸν ζωντανὸ καὶ στοργικὸ Θεό, ἀντὶ γιὰ ὅλ’ αὐτὰ ἐξοργίστηκαν μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἐπειδὴ κουβαλοῦσε στοὺς ὤμους του τὸ κρεβάτι του καὶ ξαναγύριζε ὑγιὴς στὸ σπίτι του. Ἂν μπροστὰ στὰ μάτια τους εἶχε ἀναστηθεῖ κάποιος νεκρὸς ἄνθρωπος ἡμέρα Σάββατο, δὲν θὰ εἶχαν θαυμάσει γιὰ τὴν ἀνάστασή του ἀλλὰ θὰ τὸν ρωτοῦσαν: «Γιατί εἶσαι σκονισμένος καὶ λερωμένος σήμερα, που εἶναι Σάββατο;»
.              «Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;» (Ἰωάν. ζ´ 11,12). Ἐδῶ ἔχουμε μία ἀκόμα ἀπόδειξη τῆς τυφλότητας τῶν Ἰουδαίων, τῆς τυπολατρικῆς καὶ μαγικῆς ἀντίληψης ποὺ εἶχαν γιὰ τὸ Σάββατο. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θεραπεύτηκε μιλάει πρώτη φορὰ γιὰ τὴν θεραπεία του, τὴν ὁμολογεῖ ὡς τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα, καὶ δεύτερο γιὰ τὸ κρεβάτι ποὺ κουβαλάει στοὺς ὤμους του. Οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἐνδιαφέρονται καθόλου γιὰ τὴν θεραπεία του, γιὰ τὴν ἴδια τὴν ζωή του, ποὺ ἄλλαξε. Ἀφοῦ ἄκουσαν τὴν ἀπάντησή του, θὰ ἦταν φυσικὸ νὰ τὸν ρωτήσουν μετά: «Ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ σὲ θεράπευσε;». Μὰ ὄχι. κενο πο ρωτον εναι τ λλο, τ δευτερεον κα συμπτωματικό: Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;
.              Πόσο διεφθαρμένος κατάντησε ὁ περιούσιος λαός! Δεῖτε τί καρποὶ βλάστησαν στὴ γῆ ποὺ ἐξέθρεψε τὸν Μωυσῆ, τὸν Ἠσαΐα, τὸν Δαβίδ! λλοτε γνωστ ελάβεια τν σραηλιτν ξελίχθηκε σ μία σαββατολατρία. ερατικ πηρεσία το Ζντος Θεο γινε μιὰ στυνομικ γρήγορση κα παρακολούθηση τς τάξεως τς θες πο νομάζεται «Σάββατο»!
.              «Ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ἤδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ» (Ἰωάν. ε´ 13). Ὁ θεραπευμένος ἄνθρωπος εἶχε κοιτάξει ἀπὸ τὸ κρεβάτι του τὰ μάτια τοῦ Κυρίου. Εἶχε νιώσει τὴν ζωοποιὸ ἀνάσα Του, εἶχε γνωρίσει τὴν θαυματουργική Του δύναμη. Παρ’ ὂλ’ αὐτὰ ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς δώσει τὸ ὄνομα τοῦ θεραπευτῆ του ἢ νὰ τοὺς πεῖ ἀπὸ ποῦ ἐρχόταν. Ὁ Κύριος μὲ τὸ ποὺ πραγματοποίησε τὴν θεραπεία χάθηκε μέσα στὸ πλῆθος κι ἄφησε τὰ πράγματα νὰ ἐξελιχθοῦν μόνα τους. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ σπορέας. Σπέρνει τὸν καλὸ σπόρο καὶ τὸν ἀφήνει ν’ ἀναπτυχθεῖ καὶ μὲ τὸν καιρὸ νὰ καρποφορήσει, ἀνάλογα μὲ τὸν τόπο ὅπου ἔπεσε. Ὁ Κύριος ἔκανε τὸ καλὸ ἔργο, τὸ θεϊκό, τόσο σὲ δύναμη ὅσο καὶ σὲ ἀγάπη, κι ἀποσύρθηκε γιὰ νὰ γλιτώσει τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων, ὅπως εἶπε λίγο ἀργότερα: «Δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαμβάνω» (Ἰωάν. ε´ 41). Φεύγει μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ μὴ τὸν φθονήσουν, ὅπως γίνεται συνήθως. Φεύγει μως γι ν δώσει παράδειγμα κα σ’ λους μς πο λεγόμαστε χριστιανοί. Τ καλ ργο τελειοποιεται κα δικαιώνεται, ταν γίνεται μόνο π γάπη γι τν νθρωπο κα γι τὴν δόξα το Θεο. Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ κάνουν καλὰ ἔργα, ἂς μὴ τὰ κάνουν ἀπὸ ματαιότητα, γιὰ νὰ προσελκύσουν τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Ὅποιος ἐπιδεικνύει τὰ καλά του ἔργα σὲ κοινὴ θέα, μοιάζει μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ βάζει τὰ πρόβατα ἀνάμεσα στοὺς λύκους. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ προσέχουμε πολὺ τὰ καλά μας ἔργα, ν’ ἀποφεύγουμε νὰ προκαλοῦμε τὸν ἔπαινο ἢ τὸν φθόνο τῶν ἄλλων. Ὅποιος γυρεύει σκόπιμα τὸν ἔπαινο τῶν ἄλλων, ξέχωρα ἀπὸ τὸ καλό του ἔργο, θὰ κάνει καὶ δύο κακά: Τὸν ἔπαινο, ποὺ θὰ βλάψει τὸν ἴδιο προσωπικά, καὶ τὸν φθόνο, ποὺ θὰ βλάψει τοὺς ἄλλους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/26/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-5/

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ –3 («Ἦρθε, ὥστε μὲ τὰ ἔργα Του, κι ὄχι μὲ λόγια, νὰ καταγγείλει τὴν φοβερὴ ἔλλειψη ἀγάπης ἑνὸς λαοῦ ποὺ τὰ αἰσθητήριά του ἔχουν ἀμβλυνθεῖ. Ὁ Ἄνθρωπος ἦρθε γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου.»)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ»
(Ἰωάν. ε´ 1-16)


[Γ´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ἀναστάσεως ἡμέρα»
–Ὁμιλίες Γ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Πάσχα ὣς τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 83-106

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-2/

.                  Τί ἀξία ἔχει ἡ ὑγεία γιὰ σᾶς; θὰ τοὺς ρωτοῦσε κανείς. Μήπως γιὰ χάρη τῆς παγκόσμιας αὐτῆς κωμωδίας, ψυχικῆς καὶ σωματικῆς, ποὺ παίζεται γύρω σας; Δὲν εἶναι ἀρκετὴ αὐτὴ ποὺ παίζεται παντοῦ, χωρὶς τὴν δική σας συμμετοχή; Ἢ μήπως γιὰ νὰ ὑπηρετήσετε τὸν Θεό; Μὰ δὲν ὑπηρετοῦν τὸν Θεὸ ἐκεῖνοι ποὺ ὑπομένουν τὰ πάντα γιὰ χάρη Του μὲ ὑπομονὴ κι ἐλπίδα; Ἢ μήπως ἀναζητεῖτε τὴν ὑγεία μόνο γιὰ τὴν ὑγεία καὶ τὴν ζωὴ μόνο γιὰ τὴν ζωή; Μὰ ὁ σκοπὸς δὲν ἁγιάζει τὰ μέσα. Ὅταν ὁ Θεὸς σᾶς ἔστειλε στὸν κόσμο αὐτόν, τό ’κανε γιὰ κάποιο σκοπό. Ὅταν σᾶς ἔδωσε τὴν ὑγεία, εἶχε κάποιο σκοπό. Λέει ὁ Ἰώβ: «Οὐχὶ πειρατήριόν ἐστιν ὁ βίος ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ὥσπερ μισθίου αὐθημερινοῦ ἡ ζωὴ αὐτοῦ;» (Ἰὼβ ζ´ 1). Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὑπηρετεῖ στὸν στρατὸ πρέπει νὰ ἐκπαιδεύεται γιὰ νὰ μάχεται καὶ νὰ νικᾶ. Ἂν εἶναι μισθοφόρος, περιμένει τὴν ἀμοιβή του, ὅταν τελειώσει ἡ ὑπηρεσία του. Ζω μως γι χάρη τς ζως, πίγεια ζω γι χάρη τς πίγειας ζως κα γεία γι χάρη τς γείας, σημαίνουν ζω σκοπη κα γεία σκοπη. Στν οσία μιλμε γι ζω κα γεία γι χάρη τς κωμωδίας τς μαρτίας. Κι ατ εναι σν δίκοπο μαχαίρι πο μπήγεται στ στομάχι.
.                  Πέντε στοὲς γεμάτες μὲ ἀνάπηρους· τί περίεργος χῶρος γιὰ τὴν ἄσκηση τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ἐλπίδας στὸν Θεό! Τί περίεργη, τί ζωντανὴ εἰκόνα! Τί παράδοξη καὶ ψηλαφητὴ ἀπεικόνιση τῆς κατάστασης, ὅπου δαπανοῦν τὴν ζωὴ καὶ τὴν ὑγεία τους ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλης! Καὶ γιὰ ποιό σκοπό; Γιὰ ν’ ἀγοράσουν ἁμαρτία, νὰ μαζέψουν ἁμαρτία.
.                  Οἱ πέντε στοὲς στὴν Προβατικὴ Κολυμβήθρα ἔχουν καταρρεύσει ἐδῶ καὶ πολλά, πάρα πολλὰ χρόνια. Μὴ νομίζετε ὅμως πὼς ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης θλίψης καὶ τῆς φτώχειας ποὺ κείτεται θαμμένη στὰ ἐρείπιά της ἔχει τελειώσει. Μὴ νομίζετε πὼς αὐτὴ εἶναι μία μεμονωμένη ἱστορία, πὼς βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ σᾶς καὶ πὼς δὲν ἔχει τίποτα κοινὸ μὲ τὴν δική σας ζωή. Δὲν ἔχει ὑποπέσει στὶς αἰσθήσεις σας συγκεντρωμένος πόνος καὶ θλίψη, δάκρυα καὶ στεναγμοί, ἁμαρτία κι ἀνομία, πονηρὲς καὶ κακὲς σκέψεις, τυφλὲς ἐπιθυμίες καὶ ἄνομα πάθη, ἀτελέσφορες προσπάθειες καὶ φροῦδες ἐλπίδες; Ἂχ Βηθεσδά, Βηθεσδά, πόσο παγκόσμια εἶσαι! Σὲ σένα ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ λειτουργοῦσε σὰν τὸν ποιμένα ποὺ σώζει ἕνα ἕνα τὰ χαμένα πρόβατά του, ὡσότου ἐμφανιστεῖ ὁ Ποιμὴν τῶν πάντων, ἀγγέλων κι ἀνθρώπων. Ἕνας σιωπηλὸς ἄγγελος, ὑπηρέτης τοῦ Δημιουργοῦ του, τάραζε τὸ νερὸ γιὰ νὰ πλύνει τὸ ἄρρωστο πρόβατο ἀπὸ τὴ μόλυνση τῆς ἁμαρτίας. Κι ὅταν κατέβηκε σὲ σένα ὁ καλὸς Ποιμένας, ὁ σαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸν δημιουργικὸ λόγο Του ἀπομάκρυνε τὴν ἁμαρτωλὴ μόλυνση καὶ σὲ ἄδειασε. Αὐτὸς ἦταν ὁ Καλὸς Ποιμένας. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἡ κολυμβήθρα αὐτὴ προφητικὰ εἶχε ὀνομαστεῖ προβατική. «Τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ᾽ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά… καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ» (Ἰωάν. ι´ 3, 4). Τὰ πρόβατα ἀκοῦνε τὴν φωνὴ τοῦ Καλοῦ Ποιμένα.

 .                «Ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει» (Ἰωάν. ε´ 5-7). Ὁ παντογνώστης Κύριος εἶχε δεῖ ἀπὸ πρὶν κι ἀπὸ μακριὰ ποιὸς τὸν ζητοῦσε, ποιὸς τὸν εἶχε ἀνάγκη. Δὲν πέρασε τυχαία ἀπὸ τὴ λίμνη, γιὰ νὰ πάει στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, γιὰ παράδειγμα, ὅπως ἴσως νόμιζαν οἱ σύντροφοί Του. Ἐκεῖνος γνώριζε πὼς ἐκεῖ βρίσκονταν δύο ἄνθρωποι δαιμονισμένοι ποὺ ἔπρεπε νὰ τοὺς θεραπεύσει. Οὔτε βρέθηκε τυχαία στὴν πόλη τῆς Ναΐν, τὴν ὥρα ποὺ μετέφεραν τὸν νεκρὸ γιὸ τῆς χήρας. Ἐκεῖνος προγνώριζε πὼς ἐκεῖ τὸν περίμενε ἕνα μεγάλο ἔργο, σ’ ἐκεῖνον τὸν τόπο κι ἐκείνη τὴν ὥρα. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο δὲν βρέθηκε τυχαία στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν γιορτή, ὅποια κι ἂν ἦταν αὐτή, οὔτε καὶ βρέθηκε πάλι ἀπὸ τύχη ἢ ἀπὸ περιέργεια στὸν χῶρο τῶν πέντε στοῶν, στὸν χῶρο τοῦ πόνου καὶ τῆς θλίψεως. Ὅλα ἔγιναν σύμφωνα μὲ τὴν ἀκριβῆ προόρασή Του γιὰ τὸν τόπο καὶ τὸν χρόνο. Εἶναι φανερὸ πὼς στὴν Ἱερουσαλὴμ δὲν ἦρθε γιὰ τὴν γιορτή, ὅπως νόμιζαν οἱ μαθητές Του, ἀλλὰ γιὰ τὸν ἄρρωστο ἄνθρωπο, γι’ αὐτὸ ποὺ ἔμελλε νὰ τοῦ προσφέρει.
.              Ὁ συγκεκριμένος παράλυτος ἄνθρωπος ἦταν πολὺ-πολὺ ἄρρωστος. Μιὰ ἀρρώστια ποὺ κρατάει τριάντα ὀκτὼ μέρες, στοὺς ἀνθρώπους μοιάζει ἀτέλειωτη. Τί νὰ ποῦμε τώρα γιὰ μιὰ ἀρρώστια ποὺ κρατάει τριάντα ὀκτὼ χρόνια; Τὸ πόσο γρήγορα ἢ ἀργὰ περνάει ἡ ἀρρώστια, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν δική μας στάση, ἀπὸ τὴν δική μας διάθεση. Οἱ χαρούμενες ὧρες ἔχουν φτερά, περνᾶνε γρήγορα. Οἱ ὧρες τοῦ πόνου ὅμως εἶναι ἄπτερες, συχνὰ δὲν ἔχουν οὔτε πόδια καὶ περνᾶνε πολὺ ἀργά. Γιὰ ἕναν παράλυτο ἄνθρωπο, φαίνεται νά ᾽χει παραλύσει κι ὁ ἴδιος ὁ χρόνος. Ὁ χρόνος γιὰ ἐκεῖνον μοιάζει ἀκίνητος, ὅπως εἶναι κι ὁ ἴδιος. Ἂν τὸν χρόνο αὐτὸ τῶν τριάντα ὀκτὼ ἐτῶν τὸν πολλαπλασιάσεις τουλάχιστον μὲ τὸ τρία, θὰ πλησιάσεις περίπου τὸν χρόνο τοῦ ἀνθρώπου ποὺ εἶναι ὑγιής, κινητικός, δημιουργικὸς καὶ χαρούμενος. Ὁ παραλυτικὸς εἶχε ζήσει τόσο ὅσο ζεῖ ὁ ὑγιὴς ἄνθρωπος, γιὰ ἕναν αἰώνα, καὶ μάλιστα κατάκοιτος, στὸ κρεβάτι του. Ἀντὶ νὰ τὸν κυνηγάει ὁ χρόνος, τὸν κυνηγοῦσε αὐτός, τὸν ἔσπρωχνε.
.              Τί ἡρωικὴ ὑπομονὴ εἶχε ὁ ἄνθρωπος αὐτός! Τί ὑπεράνθρωπες προσπάθειες θὰ κατέβαλε γιὰ νὰ συρθεῖ ὣς τὴν κολυμβήθρα τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τάραζε τὸ νερό! Τί σταθερὴ ἐλπίδα εἶχε στὴν θεραπεία του ἀπὸ μέρα σὲ μέρα, ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο, ἀκόμα κι ἀπὸ δεκαετία σὲ δεκαετία! Μ’ ὅλο ποὺ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὑπέφερε τόσο πολὺ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ τὸν θαυμάζουμε. Ὅταν τὸν φέρνουμε στὸν νοῦ μας, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ σκεφτόμαστε τόσους ἀδύναμους χαρακτῆρες -ἄνδρες καὶ γυναῖκες, νέους καὶ νέες- στὶς μέρες μας πού, ἂν καὶ ὑφίστανται πολὺ λιγότερη πίεση, σηκώνουν τὰ χέρια τους, παραιτοῦνται ἀπὸ τὴν ζωὴ κι ἀναχωροῦν γιὰ τὴν ἄλλη αὐτόχειρες.
.              «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;», τὸν ρώτησε μοναδικς φίλος πο σκυψε ποτ κοντά του, στὸ κρεβάτι του, τὰ τριάντα ὀκτὼ αὐτὰ χρόνια. «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», τοῦ ἀπάντησε ὁ ἄρρωστος. Ὁ τυφλὸς ἔχει κάποιον ὁδηγό, ὁ ἀνάπηρος ἔχει συγγενεῖς, ὁ ἀδύνατος ἔχει φίλους. Ἐγὼ δὲν ἔχω κανέναν στὸν κόσμο ὁλόκληρο νὰ μὲ λυπηθεῖ καὶ νὰ μὲ βάλει στὸ νερὸ τὴν στιγμὴ ποὺ παίρνει τὴν θεραπευτικὴ δύναμη. Τὴν ὥρα ποὺ προσπαθῶ νὰ συρθῶ στὸ νερό, ἄλλος προλαβαίνει, μπαίνει πρῶτος καὶ θεραπεύεται κι ἐγὼ πρέπει νὰ ξανακάνω τὴν ἴδια ἐπώδυνη προσπάθεια γιὰ νὰ γυρίσω στὸ κρεβάτι μου. Κι αὐτὸ γίνεται γιὰ τριάντα ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια τώρα. Δὲν ἔχω οὔτε χρήματα οὔτε ὑπηρέτη.
.              Ἀνάμεσα σὲ τόσους ἀνθρώπους στὴν Ἱερουσαλήμ, ἀπὸ τοὺς ἄνεργους ὣς τοὺς πλούσιους καὶ δυνατούς, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας καὶ μοναδικὸς γιὰ ν’ ἁπλώσει τὸ χέρι του καὶ νὰ σὲ βοηθήσει γιὰ χάρη τῆς ψυχῆς του; Δὲν μποροῦσε τουλάχιστο νὰ στείλει τὸν ὑπηρέτη του καὶ νὰ σὲ βοηθήσει; Ὄχι, οτε νας. πρεπε νά ᾽ρθει κάποιος νθρωπος π τὴν Γαλιλαία, ν κάνει να τριήμερο κα κουραστικ ταξίδι, τν ρα πο πολλο νεργοι κα χασομέρηδες γυρνον νέμελα στν πόλη μέρα νύχτα, λίγα μόλις μέτρα μακρι π τ κρεβάτι σου; Ὑπάρχουν, Κύριε, πολλοὶ περπατοῦν κοντά μου, μὰ ἐγὼ «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Κι ὑπάρχουν τόσο πολλοὶ ἱερεῖς! Δὲς τὸ ναό, ἀπέναντι ἀκριβῶς ἀπὸ τὸν δρόμο. Ἀμέτρητοι ἱερεῖς διαβάζουν τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ διδάσκουν τοὺς ἀνθρώπους νὰ δίνουν ἐλεημοσύνες. Καὶ δὲν βρέθηκε κανένας τους νὰ ἔρθει ἢ ἔστω νὰ στείλει κάποιον γιὰ νὰ σὲ βοηθήσει; Ἔτσι εἶναι, Κύριε. Ἐκεῖ στὸν ναὸ ὑπάρχουν πολλοὶ ἱερεῖς. Ἐγὼ ὅμως «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Ὑπάρχουν πολλοὶ Ἰουδαῖοι, χιλιάδες χιλιάδων, ποὺ συνάχτηκαν στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν γιορτή. Κανένας τους μως δν νδιαφέρεται γι ναν πονεμένο κα συχο νθρωπο. νδιαφέρονται γι τ Σάββατο. Χιλιάδες χιλιάδων ἀπ’ αὐτοὺς ἦρθαν μόνο γιὰ νὰ προσευχηθοῦν καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸ Σάββατο, ὅπως οἱ πατέρες τους προσκύνησαν τὴν χρυσὴ ἀγελάδα στὴν ἔρημο. Χιλιάδες χιλιάδων Ἰουδαῖοι, μὰ ἐγὼ «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω».
.              δ βρέθηκε νας νθρωπος, μοναδικς νθρωπος! δ εναι Κύριος, πο γαπ περισσότερο π τὸν συγγεν κα τὸν φίλο, πο πηρετε πι πιστ π τν πηρέτη. Δὲν ἔκανε τὸ μακρὺ καὶ κουραστικὸ ταξίδι ἀπὸ τὴν Γαλιλαία ὣς τὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὸ Σάββατο καὶ τὴν γιορτή, ἀλλὰ γιὰ χάρη ἑνὸς πονεμένου ἄνθρωπου. ρθε, στε μ τ ργα του, κι χι μ λόγια, ν καταγγείλει τὴν φοβερ λλειψη γάπης νς λαο πο τ ασθητήριά του χουν μβλυνθε. νθρωπος ρθε γι χάρη το νθρώπου. «Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει, καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ᾖρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει» (Ἰωάν. ε´ 8-9). Ἀπὸ τὴν στιγμὴ αὐτὴ καὶ προφανῶς γιὰ πάντα, ὁ ἄγγελος σταμάτησε νὰ ἔρχεται καὶ νὰ ταράζει τὸ νερὸ στὴν Προβατικὴ Κολυμβήθρα, ἐπειδὴ ἐμφανίστηκε ὁ Μεσσίας, ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων, ποὺ θεραπεύει χωρὶς μεσάζοντες. Ἐν ὅσῳ οἱ ἄνθρωποι βρίσκονταν κάτω ἀπὸ τὸν Νόμο, ὑπηρέτες τοῦ Νόμου, ὁ Κύριος χρησιμοποιοῦσε τοὺς δούλους του. Τώρα ποὺ ἦρθε ἡ χάρη κι ὁ Νόμος ἀτόνησε, ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁ Κύριος κοντὰ στὸν ἄνθρωπο, ὅπως ὁ πατέρας στὰ παιδιά του. διος, μ τ δια του τ χέρια, τος προσφέρει τς δωρεές του.

ΣYNEXIZETAI: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-4/

, , , , , , ,

Σχολιάστε