Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἄνθρωπος

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Η´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 3/65, Mάϊος-Ἰούνιος 2016
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»

Ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ

.                Ἡ Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο δηλώνει μιὰ σαφῆ ἀνθρωπολογία. Ἂν µάλιστα προσθέσουµε τὸν στόχο αὐτῆς τῆς ἀνθρωπολογίας, ὁ ὁποῖος δηλώνεται μὲ τὸν ὅρο «ὁµοίωσις» –«Ποιήσωµεν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα ἡµετέραν καὶ καθ᾽ ὁµοίωσιν» (Γέν. α´ 26)– τότε ἀντιλαµβανόµαστε ὅτι ἡ σχέση ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ ἀνάγεται σὲ σχέση ὑποστατική. Μὲ ἁπλουστευτικὴ διατύπωση, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ πορευθεῖ ἀπὸ τὸ κατ᾽ εἰκόνα στὸ καθ᾽ ὁµοίωσιν. Ἡ εἰκόνα εἶναι θεµελιῶδες στοιχεῖο τῆς φύσης καὶ τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου, γι᾽ αὐτὸ δὲν µπορεῖ νὰ ἐξαφανιστεῖ. Μπορεῖ νὰ µείνει ἀδρανής, νὰ λησµονηθεῖ ἡ ὕπαρξή της, νὰ «ἀµαυρωθεῖ» κατὰ τὴν πατερικὴ ἑρµηνευτική, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ ὑπάρχει. Ἀνὰ πᾶσα στιγµὴ ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ τὴν κάνει ἐνεργό, νὰ ἐπιστρέψει στὴ δυναµική της, νὰ τὴν κάνει παροῦσα. Ἔτσι καταλαβαίνουµε τὴν ἐπιµονὴ τῶν Προφητῶν, ποὺ καλοῦν σὲ μετάνοια, ἔτσι καταλαβαίνουµε τὸ κήρυγµα τοῦ τελευταίου Προφήτη, τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. γ´ 2). Ἑποµένως, ἡ ἀπουσία τῆς εἰκόνας δηλώνει ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἐνῶ ἡ παρουσία της δηλώνει σωτηρία τῆς ἀνθρώπινης φύσης.
.          Ἡ ὕπαρξη τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ποὺ φανερώθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὡς Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ καλεῖ ἕκαστο τῶν πιστῶν νὰ τὴν κάνει φανερὴ στὴ ζωή του διὰ τῆς ἐνσωµατώσεώς του στὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ, προσδιορίζει τὸ περιεχόµενο τοῦ ἀληθοῦς ἀνθρώπου, ὅπως αὐτὸ ἐνεργεῖται στὸν παρόντα βίο καὶ ὅπως θὰ ἀποκαλυφθεῖ στὴ μέλλουσα θεία Βασιλεία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀντιλαµβάνεται τὸν ἕκαστο πιστὸ ὄχι μὲ γνωρίσµατα τοῦ παρόντος κόσµου, ἀλλὰ μὲ γνωρίσµατα τῆς θείας Βασιλείας, μὲ γνωρίσµατα ἁγιότητας. Κάθε ἄνθρωπος δυνάµει εἶναι ἅγιος, καὶ ὡς ἅγιος καλεῖται νὰ λάβει μέρος στὴ γιορτὴ τῆς Βασιλείας, στὸ γαµήλιο δεῖπνο ποὺ ἐνεργεῖται ὡς θεία Εὐχαριστία. Ὅταν ὁ Χριστὸς μᾶς καλεῖ νὰ ἀγαπήσουµε τὸν πλησίον μας, ἀκόµη καὶ τὸν ἐχθρό μας, μᾶς καλεῖ νὰ ἀγαπήσουµε αὐτὴ τὴν ἐν δυνάµει ἁγιότητα σὲ κάθε ἄνθρωπο, δηλαδὴ νὰ τιµήσουµε τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ φέρει κάθε ἄνθρωπος ὡς δηµιούργηµά του. Ἡ ἀξιολόγηση καὶ ὁ διαχωρισµὸς τῶν ἀνθρώπων σὲ καλοὺς καὶ κακούς, σὲ ἁµαρτωλοὺς καὶ δικαίους, ἐνῶ ἐκ πρώτης ὄψεως δείχνει νὰ εἶναι εὐλογοφανής, πρέπει νὰ εἶναι συγχρόνως ἀµφισβητήσιµη, ἂν δεχθοῦµε τὴν κρίσιµη ἀξιολόγηση ποὺ ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Μποροῦµε, π.χ. νὰ θυµηθοῦµε τὴν περίπτωση τοῦ ληστῆ, ὁ ὁποῖος μὲ τὶς συνθῆκες τῆς τότε πραγµατικότητας λογίζεται ὡς κακὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ μὲ τοὺς ὅρους τῆς μετανοίας του λογίζεται ὡς ἅγιος. Αὐτὸ τὸ μαθαίνουµε μετὰ τὸν θάνατό του ἀπὸ μαρτυρία αὐτοπτῶν μαρτύρων -τῶν Ἀποστόλων- ποὺ μᾶς πληροφοροῦν γιὰ τὴν κρίση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Ἐνδιαφέρον ἔχει, στὸ σηµεῖο αὐτό, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ναὶ µὲν καταδικάζει τὴν ἁµαρτία, ἀλλὰ ἀποφεύγει νὰ καταδικάσει τὸν ἁµαρτωλό, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς δυναµικῆς ποὺ ἔχει θεµελιωθεῖ μὲ τὴ μετάνοια, μὲ ἐξαίρεση τὴν αἵρεση. Βλ. τὴν ἱστορία τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνα, ὅπως περιγράφεται στὸ Γεροντικό: «Ἔλεγον περὶ τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνος, ὅτι ἀπῆλθόν τινες πρὸς αὐτόν, ἀκούσαντες ὅτι μεγάλη διάκρισιν ἔχει καὶ θέλοντες δοκιµάσαι αὐτὸν εἰ ὀργίζεται, λέγουσιν αὐτῶ· σὺ εἶ Ἀγάθων; ἀκούοµεν περὶ σοῦ ὅτι πόρνος εἶ, καὶ ὑπερήφανος· ὁ δὲ εἶπεν ναί, οὕτως ἔχει καὶ λέγουσιν αὐτῷ· σὺ εἶ Ἀγάθων ὁ φλύαρος καὶ κατάλαλος; ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰµι· λέγουσιν πάλιν· σὺ εἶ Ἀγάθων ὁ αἱρετικός; καὶ ἀπεκρίθη· οὔκ εἰµι αἱρετικός· καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν λέγοντες· εἰπὲ ἡµῖν διατὶ τοσαῦτα εἴποµέν σοι, καὶ κατεδέξω, τὸν δὲ λόγον οὐκ ἐβάστασας; λέγει αὐτοῖς· τὰ πρῶτα, ἐµαυτῷ ἐπιγράφω· ὄφελος γάρ ἐστι τῇ ψυχῇ µου· τὸ δὲ αἱρετικός, χωρισµός ἐστιν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ οὐ θέλω χωρισθῆναι ἀπὸ Θεοῦ· οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐθαύµασαν τὴν διάκρισιν αὐτοῦ, καὶ ἀπῆλθον οἰκοδοµηθέντες».
.                  Ἡ ἔννοια τῆς εἰκόνας εἰσάγει δρόµο σχέσης μὲ τὸν Θεό, ποὺ δὲν νοεῖται μὲ ἀντικειµενικοὺς ὅρους, ἀλλὰ μὲ βιωµατικούς. Αὐτὸ σηµαίνει τὴ λειτουργία γλώσσας, ποὺ ὀνοµάζουµε εἰκονολογική, καὶ ποὺ ἀρνεῖται νὰ ἐξαντλήσει τὴν ἀλήθεια τῶν πραγµάτων καὶ τῶν προσώπων στὰ ὅρια μιᾶς λογικῆς ἢ συνωσθηµατικῆς διατύπωσης, ἀνοίγοντας οὐσιαστικὰ τὴν ἀλήθεια στὴ δυναµικὴ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Οὐσιαστικὰ μιλᾶµε γιὰ τὴ δυνατότητα γνώσεως τοῦ Θεοῦ ὡς σχέσεως μαζί του. Ἤδη ἀπὸ τὴν Π.Δ., εἰσάγεται τὸ θέµα τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὸν Δεκάλογο τίθεται ὡς ὅρος ἡ ἀποτροπὴ τῆς εἰδωλικῆς λατρείας: «οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁµοίωµα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς» (Ἔξ. Κ´ 4), ἐνῶ κατὰ τὴν ἀναλυτικὴ ἐπεξεργασία του ἡ ἀποτροπὴ διατυπώνεται καὶ λεπτοµερῶς: «Ἐπικατάρατος ἄνθρωπος, ὅστις ποιήσει γλυπτὸν καὶ χωνευτόν, βδέλυγµα Κυρίῳ, ἔργον χειρῶν τεχνιτῶν, καὶ θήσει αὐτὸ ἐν ἀποκρύφῳ» (Δευτ. ΚΖ´ 15). Ἔτσι θεµελιώθηκε ἡ ἀνεικονικὴ παράδοση στὴ θεολογία τοῦ Ἰσραήλ.
.             Ἀκόµη καὶ στὶς θεοφάνειες ποὺ περιγράφονται στὴν Π.Δ. εἶναι ἐµφανὴς ἡ ἀδυνατότητα γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος γίνεται ἀντιληπτὸς μέσῳ εἰκόνων: φῶς, πῦρ, αὔρα λεπτή, ἦχος. Ἀναφέρω ἰδιαίτερα τὴ θεοφάνεια τοῦ Μωυσῆ, ὅταν αὐτὸς ζήτησε νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ: «Καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς Κύριον […] ἐµφάνισόν µοι σεαυτὸν γνωστῶς, ἵνα ἴδω σε […] Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν […] ἐγὼ παρελεύσοµαι πρότερός σου τῇ δόξῃ µου καὶ καλέσω τῷ ὀνόµατί µου, Κύριος ἐναντίον σου καὶ ἐλεήσω ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτειρήσω ὃν ἂν οἰκτείρω. Καὶ εἶπεν οὐ δυνήση ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν µου· οὐ γὰρ µὴ ἴδη ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν µου καὶ ζήσεται. Καὶ εἶπε Κύριος· ἰδοὺ τόπος παρ᾽ ἐµοί, στήσῃ ἐπὶ τῆς πέτρας· ἡνίκα δ᾿ ἂν παρέλθῃ ἡ δόξα μου, καὶ θήσω σε εἰς ὀπὴν τῆς πέτρας καὶ σκεπάσω τῇ χειρί μου ἐπὶ σέ, ἕως ἂν παρέλθω· καὶ ἀφελῶ τὴν χεῖρα, καὶ τότε ὄψει τὰ ὀπίσω μου, τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ὀφθήσεταί σοι.» (Ἔξ. ΛΓ´, 12-23). Ὅµως, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσω τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, µοῦ προσφέρεται ἡ δυνατότητα νὰ γνωρίσω τὸ θεληµά Του, ἑξαιρετικῶς μέσῳ τῶν θείων ἀποκαλύψεων, ἢ νὰ παρατηρήσω τὶς ἐνέργειές του μέσα στὴ Δηµιουργία καὶ νὰ ἐµβαθύνω στὸ περιεχόµενό τους. Ἡ σπουδὴ αὐτὴ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀποβλέπει ὄχι μόνον στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ στὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἑποµένως στὴν ἐπίγνωση τῆς ὁδοῦ τῆς θεογνωσίας, μιᾶς ὁδοῦ ποὺ ἀναπτύσσει τὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό.
.           Ἡ θεολογία τοῦ Ἰσραήλ, μέσῳ τοῦ Νόµου ποὺ ὑποµνηµατίζει τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ, καὶ μέσῳ τῶν Προφητῶν, ποὺ τὸ κήρυγµά τους ὁριοθετεῖ καὶ ἀξιολογεῖ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου καλώντας τον νὰ µείνει συνδεδεµένος μὲ τὸν Θεό, ἢ καταγγέλλοντας τὴν ἀποστασία του, προετοιµάζει τὴν ἔκπληξη ποὺ θὰ ἐµφανιστεῖ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστὸς θὰ ἐµφανιστεῖ ὡς ἡ ἀπάντηση τῶν δύο ἐρωτηµάτων τοῦ Μωυσῆ, τὰ ὁποῖα συγκεφαλαιώνουν ὅλα τὰ περὶ Θεοῦ ἐρωτήµατα τῶν ἀνθρώπων: α) ποιό εἶναι τὸ ὄνοµά σου, β) δεῖξε µου τὸ πρόσωπό σου. Ὡς ἑνιαῖο ἐρώτηµα διατυπώνεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Φίλιππο λίγο πρὶν τὸ Πάθος: «Κύριε, δεῖξον ἡµῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡµῖν». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπαντᾶ: «Τοσοῦτον χρόνον µεθ᾽ ὑµῶν εἰµι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; Ὁ ἑωρακὼς ἐµὲ ἑώρακε τὸν πατέρα» (βλ. Ἰω. ιδ´ 8-9). Στὴν ἀρχιερατική του προσευχή, ὁ Χριστὸς θὰ συνοψίσει τὸ ἔργο του: «Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνοµα τοῖς ἀνθρώποις» (Ἰω. ιζ´ 6). Ἡ φανέρωση τοῦ ὀνόµατος τοῦ Πατρὸς ἔχει ὑπαρξιακὸ περιεχόµενο, ἀφοῦ ἀποκαλύπτεται ὡς σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, διὰ τῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Πατρός: «Καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνοµά σου καὶ γνωρίσω, ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ, καγὼ ἐν αὐτοῖς» (Ἰω. ιζ´ 26). Τὴν θεολογία αὐτὴ περὶ γνώσεως τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς σχέσεως μὲ τὸν Χριστὸ θὰ ἀναπτύξει ἰδιαίτερα ὁ Ἀπ. Παῦλος, θεολογία ποὺ θὰ γίνει τὸ θεµέλιο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸν τὸν µὀναδικὸ Υἱό, ὡς νέο Ἀδάµ, καλούµαστε νὰ ἐνδυθοῦµε, ὥστε νὰ γνωριστοῦµε μὲ τὸν Δηµιουργό μας («… καὶ ἐνδυσάµενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούµενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ᾽ εἰκόνα τοῦ κτίσαντoς αὐτόν», Κολ. γ´ 10).
.                     Ὁ Χριστός, ὡς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ µοναδικὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐξασφαλίζει τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν ὄντων καὶ ἀποκαθιστᾶ τὴν ἑνότητα τῆς θείας δηµιουργίας ἀνακαινίζοντάς την. Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ κατὰ τὶς μαρτυρίες τῶν Ἀποστόλων ἀναγόµαστε στὴν κατάσταση τῆς θείας υἱοθεσίας, γινόµαστε κοινωνοὶ τῆς θεότητας, κατὰ τὴν ἐπισήµανση τοῦ ἀποστόλου Πέτρου: «ἵνα […] γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσµῳ ἐν ἐπιθυµία φθορᾶς» (Β´ Πέτρ. α´ 4), δηλαδὴ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ.

ΣYNEXIZETAI: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».

Advertisements

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΞΑΡΧIΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΧΕIΩΝ (Δ. Νατσιός)

Ἡ ἐξαρχία τῶν Ἐξαρχείων

γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

«Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, ἕνας νομάς, ἕνα παράσιτο ποὺ κατοικεῖ στὶς μεγάλες πόλεις, ἄτομο ὠμοῦ ρεαλισμοῦ, ναυάγιο μέσα στὴν τρικυμία τῆς ἄμορφης μάζας, ἄνθρωπος ἄθρησκος, ἔξυπνος καὶ στεῖρος». [Ὄσβαλντ Σπένγκλερ, «Ἡ παρακμὴ τῆς Δύσης»]

.           Ἐν πρώτοις νὰ ἐξηγήσουμε τὸν τίτλο τοῦ ἄρθρου. Τὰ Ἐξάρχεια ἦταν κάποτε ἀθηναϊκὴ συνοικία. Κτίτωρ καὶ νουνός της ἦταν κάποιος ταπεινὸς παντοπώλης, ὀνόματι Ἔξαρχος, ὁ ὁποῖος ἔκτισε ἐκεῖ σειρὰ -ἁλυσίδα θὰ λέγαμε σήμερα- καταστημάτων, τὰ ὁποῖα βάφτισε Ἐξάρχεια.
.           Ἐξαρχία εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἐξάρχου. Αὐτὸς ἔχει ὑπὸ τὴν δικαιοδοσία του μία ἐδαφικὴ περιοχή. Γνωστὴ στὴν ἱστορία μας εἶναι ἡ βουλγαρικὴ ἐξαρχία, ποὺ ἱδρύθηκε τὸ 1870 μὲ σουλτανικὸ φιρμάνι, πονήρευμα τῶν κομιτατζήδων, μὲ σκοπό, ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ, τὴν κατάληψη τῆς Μακεδονίας καὶ τὸν διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου ἐκβουλγαρισμό της.
.           Κάτι παρόμοιο συμβαίνει καὶ σήμερα μὲ τὰ Ἐξάρχεια, ποὺ δὲν εἶναι πιὰ συνοικία τῆς Ἀθήνας, ἀλλὰ μία ἰδιότυπη ἐξαρχία, ἡ ὁποία ὑπάγεται στὴν ἀπόλυτη δικαιοδοσία δεκάδων ἔξαρχων-ἔξαλλων νεαρῶν.
.               Οἱ δὲ νεαροὶ αὐτοὶ ἔξαρχοι καὶ ἄρχοντες τῆς ἐξαρχίας τῶν Ἑξαρχείων κατὰ καιροὺς λαμβάνουν ποικίλες ὀνομασίες, ὅπως: «γνωστοὶ-ἄγνωστοι», «μπαχαλάκηδες», «κουκουλοφόροι ἢ κουκουλοφλῶροι», «ἀναρχικοί», «ἀνένταχτοι», «ἀριστεριστές», «ἀντάρτες τῶν πόλεων». Τὰ λημέρια τους, ὅπου κρύβουν τὰ φυσέκια καὶ τὰ μπαρουτόβολά τους -τὶς βόμβες μολότωφ- τὰ ἔχουν μὲς στὸ πανεπιστήμιο, τὸ πάλαι ποτὲ Καποδιστριακό. Καὶ καλὸ θὰ ἦταν, γιὰ νὰ μὴν μαγαρίζουμε τὸ σεπτὸ ὄνομα τοῦ πρώτου καὶ μοναδικοῦ κυβερνήτη τοῦ Γένους ἢ τῶν ἐθνικῶν εὐεργετῶν ἀπὸ τὸ Μέτσοβο, νὰ καταργηθεῖ ὁ τίτλος καὶ νὰ μετονομαστεῖ σὲ σκέτο «ἄσυλο». Νὰ ρωτᾶς τὸν νεαρὸ φοιτητὴ “ποῦ σπουδάζεις” καὶ νὰ ἀπαντᾶ στὸ ἄσυλο τῆς Νομικῆς ἢ τῆς Φιλοσοφικῆς. Θὰ ἐκτιμηθεῖ ἡ πράξη αὐτὴ κι ἀπὸ τὸ “ρωμαλέο φοιτητικὸ κίνημα”, ποὺ μνημόνευσε ὁ… μειλίχιος, κατὰ τὸν ἀρχιεπίσκοπο, ὑπουργὸς παιδείας.
.           Τὸ θέμα μας ὅμως εἶναι ἄλλο. Ὁ Γκαῖτε ἔγραφε ὅτι ἡ ἐφηβικὴ ἡλικία εἶναι ἡ ἡλικία ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξαρτᾶται ἡ τύχη ὁποιουδήποτε ἔθνους. Καὶ ὁ Ντοστογιέφσκι θεωροῦσε κάθε γενιὰ στὴν ἱστορία ἑνὸς λαοῦ μία εἰκόνα τῆς νεολαίας του. Διαρρηγνύουμε τὰ ἱμάτιά μας γιὰ τὴν συμπεριφορὰ τῶν νέων τῆς ἐποχῆς μας. Ὅταν δικαίως καταδικάζουμε αὐτὴ τὴν συμπεριφορά, διαπράττουμε ταυτόχρονα ἕνα βαρὺ ἀδίκημα κατὰ τῆς ἀλήθειας. Γιατί περιγράφουμε ἕνα ἀντικοινωνικὸ γεγονὸς ἑξαιρώντας ἀπὸ αὐτό, ἐκεῖνο ποὺ δὲν πρέπει νὰ ἑξαιροῦμε: Τὴν ἠθικὴ αὐτουργία.
.           Τὰ παιδιά μας εἶναι παιδιὰ τῆς ἐποχῆς μας. Ἡ ἐποχή μας εἶναι δική μας κατάκτηση, δική μας εὐθύνη, δική μας λογοδοσία, δική μας ἀλαζονεία καί, κυρίως, δική μας «παιδεία». Ποιά «παιδεία» προσφέρουμε στὰ παιδιά μας, ὄχι μόνο σὰν σχολεῖα, ἀλλὰ κυρίως σὰν κοινωνικὸ μοντέλο. Μήπως θερίζουμε σήμερα, ὅ,τι σπείραμε χθές; Ποιός τροφοδοτεῖ τὰ Ἐξάρχεια; Ποιός «διδάσκει» στὰ παιδιά, ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα ποὺ θυμοῦνται τὸν κόσμο ὅτι ὁ σκοπὸς ἁγιάζει τὰ μέσα; Ποιός τὰ ἐφοδιάζει, ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων, μὲ τὰ παντοειδῆ ἠλεκτρονικὰ ἀποβλακωτικά; Ποιός τὰ ἐθίζει στὴν καταναλωτικὴ μανία καὶ τὸν πιθηκισμό; Ποιός ἔδιωξε τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἔλεον τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ σχολεῖο, τὴν οἰκογένεια καὶ τὴν κοινωνία; Ποιός ἀνέχεται τὶς καταλήψεις σχολικῶν κτιρίων ἀπὸ 12χρονους μαθητές; Ποιός ἐπιτρέπει τὴν ἀποαθωοποίησή τους μέσῳ τῶν τηλεοπτικῶν ἀναθυμιάσεων, ὅλα αὐτὰ τὰ λύματα ποὺ ὀνομάζονται παιχνίδια καὶ καλλιεργοῦν τὸν κανιβαλισμό; Ποιός ἄφησε μία δράκα ἐθνομηδενιστῶν νὰ πειραματίζονται στὰ σχολεῖα μας, ποινικοποιώντας τὰ τιμαλφῆ μας, πίστη, γλῶσσα καὶ παράδοση, ποὺ στάθηκαν τὰ προσανάμματα ποὺ φώτισαν τὴν οἰκουμένη; Ποιός τοὺς δίδαξε ὅτι, ὅπως λέει ὁ Καλιόρης στὸ “ἐξ ἐπαφῆς”, ὁ ὑστερῶν σὲ κακοποιὸ εὑρεσιτεχνία νιώθει ὅτι κοροϊδοπιάνεται καὶ αὐτοαδικεῖται, μ’ ἕνα λόγο τὸ κλίμα σκυβαλοκρατίας καὶ σαλταδορισμού, ποὺ ἡ λαϊκὴ θυμοσοφία συνόψισε εὐθύβολα στὸ ἀπόφθεγμα: “τὰ λίγα βγαίνουν μὲ κόπο, τὰ πολλὰ μὲ κόλπο”; Ποιός ἀφήνει νὰ κυκλοφοροῦν σχολικὰ βιβλία-πανέρια μὲ ὀχιὲς ἢ νὰ συνεχίζoνται οἱ “παρδαλὲς” παρελάσεις στὶς σχολικὲς αἴθουσες;
.             Ἐπαναλαμβάνω: Ποιός τὰ προετοίμασε ἢ τὰ ἀνέχτηκε ὅλα αὐτά; Μὰ ἐμεῖς. «Καταγγέλοντας συνεπῶς τοὺς νέους ποὺ ἐκπαιδεύσαμε, εἶναι σὰν νὰ καταδικάζουμε τὸ ἀντίγραφο, ἀθωώνοντας τὸ πρωτότυπο. Εἶναι θράσος καὶ ὑποκρισία νὰ κατακρίνουμε προϊόντα τῆς δικῆς μας μαγειρικῆς συνταγῆς. Ἡ «κουζίνα» μας…. μᾶς ὁδήγησε στὰ Ἐξάρχεια. Τὰ παιδιὰ τῶν Ἐξαρχείων δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὰ “κακὰ παιδιά”. Εἶναι ἁπλῶς τὰ πιὸ ἰδανικὰ θύματα τῆς “παιδείας” μας. Μίας παιδείας μίσους, βίας, ἀνταγωνισμοῦ, μίας παιδείας μονοσήμαντων διεκδικήσεων, δικαιωμάτων καὶ αὐτολατρείας, (Τ. Λιγνάδης, Καταρρέω, σελ. 35, ἔκδ. Ἀκρίτας).
.             Τί σκεφτόμαστε ὅλοι μας τώρα γιὰ νὰ «πολεμήσουμε» τὴν ἐξαρχία τῶν Ἐξαρχείων; Νὰ γίνει ἕνα… ντοὺ καὶ νὰ τοὺς σπάσουμε στὸ ξύλο. Λαμπρὴ ἰδέα!! Ὁ Δεκέμβριος τοῦ 2008 μὲ τὸν φόνο τοῦ ἄτυχου νεαροῦ Γρηγορόπουλου, θὰ φαντάζει μὲ φασαρία σχολικοῦ αὐλόγυρου. Τίποτε δὲν καταλάβαμε οὔτε κἂν μετανιώνουμε γιὰ τὴν ἠθική μας αὐτουργία. «Τὸ μεταβουλεύεσθαι Ἐπιμηθέως ἔργον οὐ Προμηθέως», ἔλεγε ὁ Λουκιανός. Προμηθεϊκὴ καὶ προληπτικὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ στάση μας, ἂν συνειδητοποιοῦμε τὸ χάλι ποὺ βρισκόμαστε.
.             Τί νὰ πῶ, δὲν ξέρω. Ὁ ἀσκὸς τοῦ Αἰόλου εἶναι ἀνοιχτὸς ἐδῶ καὶ δεκαετίες καὶ τὴν πατρίδα μας τὴν δέρνει «ὑδρολαίλαψ ταλανταῖος». Θέλει δουλειὰ πολλὴ καὶ πρῶτα ἀπὸ τὸν ἐπιμηθεϊκὸ ἑαυτό μας νὰ ξεκινήσουμε. Μοῦ ἔρχονται συνέχεια στὸ νοῦ κάποιοι στίχοι τοῦ Κ. Οὐράνη ἀπὸ τὸ ποίημά του «πάψετε πιά»:
«Πάψετε πιὰ νὰ ἐκπέμπετε τὸ σῆμα τοῦ κινδύνου
τοὺς γόους τῆς ὑστερικῆς σειρήνας σταματῆστε
κι ἀφῆστε τὸ πηδάλιο στῆς τρικυμίας τὰ χέρια:
τὸ πιὸ φρικτὸ ναυάγιο θὰ ἦταν νὰ σωθοῦμε».
.             Δὲν χάνουμε τὴν ἐλπίδα μας. Ὄχι. Ἂς πιάσουμε τὸ νῆμα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Νὰ ξαναγίνουμε πάλι δάσκαλοι τῶν παιδιῶν μας, ἐμεῖς καὶ ὄχι τὸ γελοῖο κράτος καὶ ν διδάξουμε στ παιδιά μας τί θ πε νθρωπος μ κεφαλαο τ λφα, ὅπως γράφει ὁ Τ. Λιγνάδης: «Ἄνθρωπος θὰ πεῖ μία πληγὴ ἀπὸ λόγχη, δύο καρφιὰ στὶς παλάμες, ἕνα Γολγοθὰς στὸ πνεῦμα καὶ στὸ κορμί, ἕνας σταυρὸς ποὺ λάμπει στὴν καρδιὰ σὰν μαρτύριο καὶ μαρτυρία τῆς Ἀγάπης. Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ μόνη ἀγάπη ἡ ἐξόριστη, ἡ κυνηγημένη στοὺς δρόμους, ἡ λιθοβολημένη, ποὺ κυκλοφορεῖ μέσα στὶς ἀρτηρίες μας, μέσα στὸν αἷμα μας, ποὺ τελετουργεῖ τὰ πάθη μας καὶ τὴν ἀνάστασή μας: ὁ Χριστός».

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ (Δ. Νατσιός-π. Ν. Λουδοβίκος)

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΕΚΘΡΟΝΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ἐπιχείρηση Ἐκθρόνισης τοῦ Ἀνθρώπου!

Ἐ. Χ. Οἰκονομάκος

περιοδ. «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ»

.               Κατά τούς φετινούς ἑορτασμούς τῶν Ἡμερῶν Μητέρας καί Πατέρα, (δεύτερη Κυριακή τοῦ Μαΐου καί ἡ τρίτη Κυριακή τοῦ Ἰουνίου ἀντίστοιχα) εἶδα κάτι πού δέν τό εἶχα φαντασθεῖ. Ἤξερα ὅτι οἱ γιορτές αὐτές, ἐξ ἀρχῆς κοσμικές καί μέσα στή νοοτροπία τοῦ καταναλωτισμοῦ, (ἀνταλλαγή δώρων, κτλ.), εἶχαν καθιερωθεῖ στίς ἀγγλοσαξωνικές χῶρες τόν 20ο αἰῶνα, ἀπό ἀνδρικά καί γυναικεῖα κινήματα, καί ἀπέβλεπαν στήν ἔξαρση τῶν ρόλων τῆς Μητέρας καί τοῦ Πατέρα, στόν κόσμο τῶν ἀνθρώπων. Φέτος ὅμως τό google, ἡ γνωστή μηχανή ἀναζήτησης τοῦ διαδικτύου, γιόρτασε αὐτές ἡμέρες περνῶντας συγχρόνως καί ἕνα ἀλλόκοτο μήνυμα. Πρόβαλε καί γιά τίς δύο, παρόμοιας ἔμπνευσης κινούμενα σκίτσα. Γιά τήν μητέρα ἔδειχνε διαδοχικά διάφορα θηλυκά ζῶα σέ «τρυφερές στιγμές» μέ τά νεογνά τους καί στό τέλος μιά γυναίκα νά ἀγκαλιάζει καί νά χαϊδεύει καί αὐτή τό μωρό της. Ἀνάλογο θέμα εἶχαν τά σκίτσα γιά τόν πατέρα. Θά μοῦ πεῖτε, ποῦ τό πρόβλημα; Μά, ἡ γυναίκα μητέρα στήν ἴδια μοίρα μέ τήν πάπια, τήν ἀρκούδα, τήν κουνέλα, τήν τίγρη; Καί ὁ ἄνδρας πατέρας στήν ἴδια μοίρα μέ τόν πιγκουΐνο καί τό σκύλο; Οἱ ἀκτιβιστές τῶν κινημάτων τοῦ 19ου καί 20ου αἰῶνα, ἀπό πουθενά δέν προκύπτει ὅτι εἶχαν διανοηθεῖ τέτοιους συσχετισμούς, ὅταν καθιέρωναν αὐτές τίς γιορτές. Νά ὅμως πού οἱ σημερινοί φιλόζωοι ἀκτιβιστές, καί ὄχι μόνον, τούς καλλιεργοῦν. Ὁ ἄνθρωπος, κατ’ αὐτούς, δέν εἶναι τίποτα παραπάνω ἀπό ἕνα ζωικό εἶδος μέσα στή βιοποικιλότητα τῆς γῆς! Καί μάλιστα, πηγαίνοντας πιό πέρα, ἐκτιμοῦν ὅτι πρόκειται μᾶλλον περί «ἐπιβλαβοῦς εἴδους»!
.               Πρό ἐτῶν μιά ἀμερικανίδα ἀκτιβίστρια οἰκολόγος κόμπαζε στό διαδίκτυο ὅτι προέβη σέ διακοπή κύησης (ἔκτρωση) ἀπό σεβασμό πρός τό … περιβάλλον! Ὁ ἄνθρωπος, ἐπιχειρηματολογοῦσε, γιά νά ἱκανοποιήσει τίς ἀνάγκες του, ὑλικές, πνευματικές, πολιτιστικές, καί μέ τήν ἔφεση, πού ἔχει, νά δημιουργεῖ, νά ταξιδεύει, νά ἐπικοινωνεῖ, νά κυριαρχεῖ, ἐξαντλεῖ πολύ περισσότερους φυσικούς πόρους ἀπ’ ὅσους τοῦ ἀναλογοῦν ὡς ἑνός ἀπό τά τόσα ζωικά εἴδη. Κάθε λοιπόν ἄνθρωπος, πού ἔρχεται στόν κόσμο, σύμφωνα μέ τά ἰδεοληπτικά «πράσινα» κηρύγματα τῆς ἐποχῆς μας, ἐπιβαρύνει ἀσύμμετρα τό περιβάλλον, στερῶντας πόρους ἀπό τούς ἄλλους ζῶντες ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι ἔτσι ὁδηγοῦνται σέ ἀφανισμό. Πρόσφατα δημοσιεύματα, βασιζόμενα δῆθεν σέ πορίσματα ἐρευνῶν, θέλουν τό 80% τῶν ζώων, πού ζούσαν στή γῆ πρίν ἐμφανισθεῖ ὁ ἄνθρωπος, νά ἐξαφανίζονται μετά τήν ἐμφάνισή του! Καί ὁ αἴτιος τῆς καταστροφῆς; Ποιός ἄλλος; Ὁ ἄνθρωπος μέ τίς δραστηριότητές του. Ἔνοχος γιά διατάραξη τῆς ἰσορροπίας τοῦ βιoκόσμου!… Ἡ λύση λοιπόν ἁπλή: περιορισμός τῶν γεννήσεων ἀνθρώπων. Αὐτό τό μέτρο προστασίας τῆς «φυσικῆς ἰσορροπίας» θέλησε νά ὑποδείξει ἔμπρακτα ἡ πιό πάνω ἀκτιβίστρια, ἡ ἀσυμβίβαστη προστάτιδα τῶν δικαιωμάτων ζωῆς τῶν ζώων, μέ τή θυσίᾳ τοῦ δικαιώματος ζωῆς τοῦ δικοῦ της παιδιοῦ, πού κυοφοροῦσε! …
.               Οἱ αἰτιάσεις κατά τοῦ ἀνθρώπου ἔχουν βάση. Ἀκόμα καί ἡ Ἁγία Γραφή ἐπισημαίνει τίς συνέπειες, πού εἶχε γιά τήν κτίση ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων, καί τονίζει τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας τῶν πάντων κατά τό τέλος τῶν αἰώνων (βλ. Ρωμ. η´ 18-25). Κάποιος Εὐρωπαῖος δέ διανοούμενος, πρακτικά μιλῶντας, εἶχε πρό ἐτῶν ὑποδείξει τά ἠθικά αἴτια τῆς ὑπερεκμετάλλευσης τῶν φυσικῶν πόρων. Εἶχε πεῖ: «Ἡ γῆ ἔχει ἐπαρκείς πόρους γιά νά συντηρήσει ἄνετα τά ὄντα, πού ζοῦν πάνω της, ἀλλά ὄχι τόσους, ὧστε νά κορεσθεῖ ἡ ἀπληστία ἑνός καί μόνο πλεονέκτη»! Ὡς γνωστόν βέβαια ἡ γῆ εἶναι κάτω ἀπό τόν ἔλεγχο πλήθους ἀκόρεστων πλεονεκτῶν καί δούλων τῆς κατανάλωσης! Ἄλλο ὅμως ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, ὡς λογικοῦ ὄντος, καί ἄλλο ἡ μεταπτωτική πολιτεία του.
.               Πολύς λόγος γίνεται καί πολύ μελάνι χύνεται σήμερα γιά τήν ἀνάδειξη καί προάσπιση τῶν δικαιωμάτων τῶν ζώων. Καί θά ἦταν κατανοητή ἄν ἀποσκοποῦσε στήν εὐαισθητοποίηση τῆς κοινῆς γνώμης μέ στόχο τήν προστασία τους ἀπό ἐπώδυνη καί σαδιστική μεταχείριση. Δέν πρόκειται ὅμως γι’ αὐτό. Πρόκειται γιά καινοφανεῖς προσπάθειες ἀπονομῆς αὐτόνομης ἠθικῆς ὑπόστασης στά ζῶα, ἀπό τήν ὁποία πηγάζουν ἀπαράγραπτα ἔμφυτα δικαιώματα, μή κατ’ ἀνάγκη συμβατά μέ τά ἀνθρώπινα δικαιώματα. Στόν ἰστότοπο phorum.gr (24/12/2010) εἴδαμε τήν ἑξῆς ἀνακοίνωση: «Ὁ σύλλογος «Πολίτες γιά τά δικαιώματα τῆς Φύσης καί τῆς Ζωῆς» προσκαλεῖ τόν καθηγητή Θεοδόση Τάσιο, (σ.σ. γνωστό θεωρητικό τῆς νέας παγκόσμιας τάξης), νά μιλήσει γιά τή «Γλῶσσα τῶν Ζώων». Ὁ καθηγητής θά ἐπικεντρωθεῖ στήν ἀνάδειξη πλευρῶν τῆς συμπεριφορᾶς τῶν ζώων, ὄχι πλέον ὑπό τό πρίσμα τοῦ ἀνθρωπομορφισμοῦ, (σ.σ. τοῦ κατά πόσον δηλαδή ἐμφανίζουν ὁμοιότητες μέ τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά), ἀλλά βάσει ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν πού ἔχουν πραγματοποιηθεῖ μόλις τά τελευταῖα 30 χρόνια. Οἱ νέες ἔρευνες καί ἀνακαλύψεις, κυρίως τῆς ἐπιστήμης τῆς ἠθολογίας, (σ.σ. κλάδος τῆς ζωολογίας, πού μελετᾶ τή συμπεριφορά τῶν ζώων), φωτίζουν τίς μέχρι τώρα ἀντιλήψεις μας γιά τά ζῶα καί μᾶς κάνουν νά ἀναρωτηθοῦμε ἐάν θά πρέπει νά ἀλλάξουμε ἄρδην τή συμπεριφορά μας καί τή στάση μας ὡς πρός αὐτά καί νά τά ἀντιμετωπίσουμε πλέον σύμφωνα μέ αὐτό πού πράγματι εἶναι – σάν αὐτόνομες καί ξεχωριστές ὀντότητες – καί ὄχι σύμφωνα μέ αὐτό πού θά θέλαμε νά εἶναι, ὅπως κάναμε μέχρι τώρα, προκειμένου νά τά καταστήσουμε ὑποχείριά μας καί νά τά μετατρέψουμε σέ ἀντικείμενα ἐκμετάλλευσης καί χρήσης στήν ὑπηρεσία μας. Διότι, ὅπως μᾶς προτρέπει ὁ Henry Beston, πατέρας τοῦ σύγχρονου περιβαλλοντικοῦ κινήματος: «Χρειαζόμαστε μιά διαφορετική, σοφότερη καί ἴσως πιό μυστικιστική (σ.σ. πού νά μᾶς πάει, ἴσως, σέ μιά μεταφυσική σφαίρα) ἄποψη γιά τά ζῶα. Σέ ἕνα κόσμο ἀρχαιότερο καί πιό ὁλοκληρωμένο ἀπό τόν δικό μας τά ζῶα κινοῦνται καί δροῦν ὁλοκληρωμένα. Προικισμένα μέ ἐπεκτάσεις τῶν αἰσθήσεων πού ἐμεῖς χάσαμε ἤ δέν ἀποκτήσαμε ποτέ. Ζῶντας ἀπό φωνές πού ποτέ δέν θά ἀκούσουμε. Δέν εἶναι ὅμοιά μας. Δέν εἶναι κατώτερά μας. Εἶναι ἄλλα ἔθνη. Πιασμένα μαζί μας στό δίκτυ τῆς ζωῆς καί τοῦ χρόνου. Φυλακισμένα μαζί μας στό μεγαλεῖο καί τήν ἐπώδυνη προσπάθεια τῆς ζωῆς στή γῆ». …». Εἶναι φανερό, ἀκόμα καί σέ μαθητές γυμνασίου, πού μόλις ἔχουν ἀρχίσει νά ὑποψιάζονται τί εἶναι ἐπιστήμη, ὅτι αὐτά δέν μποροῦν νά σταθοῦν σάν ἐπιστημονικά πορίσματα ἀπό ἔρευνες τῆς ἠθολογίας. Εἶναι ἰδεοληπτικά προϊόντα ἀνθρώπων, πού ἔχουν χάσει τόν μπούσουλα. Γκεμπελικῆς ὑφῆς στρατευμένη προπαγάνδα…
.               Σάν καρπός ὅλων αὐτῶν τῶν κηρυγμάτων, ἐμφανίζεται ἀπό τά τέλη 20ου αἰῶνα ἡ τάση νά θεωροῦμε καί νά μελετοῦμε τά ἔνστικτα τῶν ζώων, ὡς φαινόμενα «ψυχολογίας» καί «κοινωνιολογίας» τῶν ζώων. Ἔτσι κάθε ἐνστικτώδης κίνηση τοῦ ζώου ἀναβαθμίζεται σέ ἔκφραση «ἀτομικοῦ δικαιώματός» του. Καί γιά νά μή μείνει κανένας … «γνωστικός» χῶρος ἀδιερεύνητος, ἡ «ἔρευνα» στρέφεται καί σέ φαινόμενα συμπεριφορᾶς τῶν ζώων, πού κατά τούς ἰσχυρισμούς «ἐπαϊόντων»(!) συνιστοῦν περιπτώσεις ἔμφυτου «ἐναλλακτικοῦ» σεξουαλικοῦ προσανατολισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔτσι μπορεῖ νά ἐνταχθεῖ στά φυσιολογικά τους δικαιώματα! Ἄλλο πού δέν ἤθελαν κάποιοι γνωστοί τύποι ἀνθρώπων γιά νά θεμελιώσουν καί αὐτοί ὡς ἐγγενές τους δικαίωμα καί τό δικό τους παρόμοιο προσανατολισμό. Ἐμφανίζονται δέ στίς μέρες μας καί «ζωόφιλοι», πού προωθοῦν περαιτέρω τήν ὑπόθεση τῶν δικαιωμάτων «ἐναλλακτικῆς» σεξουαλικότητας: διεκδικοῦν νομική κάλυψη προκειμένου νά ἔχουν τή δυνατότητα νά διαπλέκουν τά ἀντίστοιχα δικαιώματα ἀνθρώπων καί ζώων, ἐπί ἴσοις ὅροις!
.               Σάν παράδειγμα καταθέτω δημοσίευμα ἀπό τήν ἠλεκτρονική ἔκδοση τῆς ἐφημερίδας «Τό Βῆμα» στίς 27/11/2012. Γράφει: «Ἡ Γερμανία ἀναμένεται νά ἀπαγορεύσει ρητῶς τή σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ ἀνθρώπων καί ζώων, ὅπως ἀνακοίνωσε σήμερα ἡ κυβέρνηση τῆς χώρας, ἐνῶ μιά ὁμάδα «ζωόφιλων» ἀπειλεῖ νά προσφύγει στή δικαιοσύνη κατά τῆς ἀπαγόρευσης. … Ὁ γερμανικός νόμος περί προστασίας τῶν ζώων πρός τό παρόν ἀπαγορεύει τή σεξουαλική συνεύρεση μεταξὐ ἀνθρώπων καί ζώων μόνο στήν περίπτωση πού τό ζῶο τραυματίζεται. «Μιά ρητή ἀπαγόρευση θά κάνει πιό εὔκολη τή δίωξη καί θά βελτιώσει τό βαθμό προστασίας τῶν ζώων», δήλωσε ὁ ἐπικεφαλής τῆς ἐπιτροπῆς γεωργίας τῆς Μπούντεσταγκ (κάτω βουλή) Χάνς-Μίχαελ Γκόλντμαν. … Πάντως, ἡ ὀργάνωση Ζωόφιλοι γιά τήν Ἠθική Μεταχείριση τῶν Ζώων (ΖΕΤΑ) σκοπεύει νά προσφύγει στή δικαιοσύνη κατά τῆς τροποποίησης τοῦ νόμου, ὅπως ἀνακοίνωσε ὁ ἐπικεφαλής της Μίχαελ Κίοκ, ὁ ὁποῖος δήλωσε ὅτι ζεῖ μέ τήν Κέσι, ἕνα θηλυκό σκυλί ὀκτώ ἐτῶν. Ὁ ἱστότοπος τῆς ΖΕΤΑ ἀναφέρει ὅτι οἱ ζωόφιλοι κάνουν σέξ μέ ζῶα, μόνο ἄν εἶναι βέβαιοι ὅτι ἔχουν τή συγκατάθεσή τους καί ὅτι καταδικάζουν τήν κακοποίηση τῶν ζώων. Ἡ ὀργάνωση ὑπολογίζει ὅτι ὁ ἀριθμός τῶν ἀνθρώπων πού συνευρίσκονται σεξουαλικά μέ ζῶα στή Γερμανία φτάνει τούς 100.000»…
.               Οἱ Γερμανοί, ὅπως καί ὅλοι οἱ «Χριστιανικοί» λαοί τῆς Εὐρώπης, ἐδῶ καί 2000 χρόνια ἔχουν διδαχθεῖ ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο ὡς τήν κορωνίδα τῆς Δημιουργίας καί ἔδωσε, σ’ αὐτόν ἡγουμενικά δικαιώματα. Εἶπε: «κατακυριεύσατε αὐτῆς (τῆς γῆς) καί ἄρχετε τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καί τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καί πάντων τῶν κτηνῶν καί πάσης τῆς γῆς καί πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπί τῆς γῆς» (Γεν. α΄ 28). Ἀσχέτως τοῦ ἄν ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος ἔκανε, (καί κάνει), χρησιμοθηρική κατάχρηση τῶν δικαιωμάτων του, εἶναι ὀντολογικά ἀδιανόητο νά ἀπεμπολήσει τήν εὐγένεια τῆς καταγωγῆς του, καί τά κληρονομικά προνόμιά του ἐπί τῆς γῆς. Νά αὐτοεκθρονισθεῖ. Αὐτή εἶναι ἀρχέγονη πεποίθηση τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἀρχαῖος Ἀθηναῖος κωμωδοποιός Μένανδρος ἔχει πεῖ τό περίφημο ἀπόφθεγμα: «Ὡς χαρίεν ἔστ’ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ». Παραφράζοντας θά τό ἔλεγα ὡς ἐξῆς: «Τί χαριτωμένο πλάσμα εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν παραμένει ἄνθρωπος».
.               Τό τραγικό εἶναι ὅτι δέν παραμένει. Παράλληλα πρός τό ἰδεῶδες τοῦ Μενάνδρου γιά τόν ἄνθρωπο, ἔχουμε στήν Π. Διαθήκη μιά καταγραφή τῆς ἀποτρόπαιης ἠθικῆς ἔκπτωσής του. Στούς Ψαλμούς (μη´ 13, 21) διαβάζουμε: «Καί ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς». Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή ἀπέρριψε τήν τιμή τῆς θέσης στήν ὁποία τόν εἶχε καταστήσει κατά τή δημιουργία ὁ Θεός. Οἰκειοθελῶς ἐκθρονίστηκε. Ξέπεσε στή στάθμη τῶν κτηνῶν, πού δέν ἔχουν νοῦν, (λογική ψυχή), καί ἔγινε ἕνα μέ αὐτά. Τή φρίκη αὐτῶν τῶν ἔργων τοῦ ἀνθρώπου, πού ὁδηγοῦν στήν αὐτοκαθαίρεση καί ἀποκτήνωσή του, βιώνει ξανά σήμερα ὁ «Χριστιανικός» κόσμος τῆς Δύσης. Καί σεμνύνεται ὅτι, μέ αὐτό τόν τρόπο, πρωτοπορεῖ καί προοδεύει!…

 

Σχολιάστε

«ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΘΕΟΣ», Τὸ ἄγνωστο μήνυμα τῶν Χριστουγέννων.

Τ γνωστο μήνυμα τν Χριστουγέννων: ν γίνεις θεός!

Ἀπὸ τὸν Θ. Ι. Ρηγινιώτη, θεολόγο

.         Ποιό εἶναι τὸ νόημα καὶ τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων, ἂν ξεφύγουμε ἀπὸ τὰ λαμπερὰ περιτυλίγματα, τὰ φωτάκια καὶ τὸν καταναλωτισμό; «Ἡ ἀγάπη» ἀσφαλῶς θὰ ποῦν ὅλοι. Εἶναι μέρες ἀγάπης. «Καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη»: αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων.
.                 Ἂν καὶ ἡ ἀπάντηση αὐτὴ βασίζεται σὲ μία μεγάλη ἀλήθεια (ἡ ἀγάπη πράγματι εἶναι τὸ θεμέλιο ὅλων τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν καὶ πράξεων, ὅταν γίνονται σωστά), ὅμως κι αὐτὴ ἡ ἀπάντηση δὲν φτάνει στὸ βάθος καὶ στὴν ἀλήθεια τῆς ἑορτῆς, ὅπως μᾶς τὴν παραδίδει ἡ πνευματική μας κληρονομιὰ καὶ ὅπως τὴν ἐκφράζουν οἱ ἅγιοι τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ καὶ οἱ μεγάλοι καὶ ἅγιοι ποιητὲς καὶ μουσικοὶ ποὺ ἔγραψαν τὰ μουσικὰ ἔργα (κανόνες, κοντάκια, ἄλλα τροπάρια) ποὺ ψάλλουμε στὴν Ἐκκλησία τὴ μέρα τῆς γιορτῆς.

Σύμφωνα μὲ ὅλους αὐτούς, τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων εἶναι: ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός.

.           Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος (σύμφωνα μὲ τοὺς χριστιανοὺς) τὸ ξέρουν καὶ τὸ καταλαβαίνουν, σὲ γενικὲς γραμμές, ὅλοι: ὁ Θεὸς εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα. Τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Πατέρα (ποὺ εἶναι κι αὐτὸς Θεός), πῆρε ἀνθρώπινο σῶμα (ΚΑΙ ψυχὴ) καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, δίδαξε τὴν ἀγάπη καὶ σταυρώθηκε, λυτρώνοντας τὸ ἀνθρώπινο γένος (ἀπὸ τί ὅμως τὸ λύτρωσε;).

Ὁ ἄνθρωπος γίνεται θεός;

.         Ἀλλὰ τὸ δεύτερο, ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε γιὰ νὰ γίνει θεὸς ὁ ἄνθρωπος, σίγουρα πρώτη φορὰ τὸ ἀκοῦνε οἱ πιὸ πολλοὶ καὶ ἀσφαλῶς χρειάζεται ἐξήγηση.
.             Νὰ ποῦμε κατ’ ἀρχὰς ὅτι μιλᾶμε κυριολεκτικά: στ’ ἀλήθεια γίνεται θεὸς ὁ ἄνθρωπος, ὄχι συμβολικὰ ἢ μεταφορικά. Γιατί; Ἐπειδή μὲ τὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος ὁ Θεός, δημιούργησε μία γέφυρα ποὺ ἑνώνει Θεὸ καὶ ἀνθρώπους. Ἔτσι, ὅταν κάποιος βαφτίζεται ὀρθόδοξος χριστιανός, μεταλαβαίνει τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀξιοποιεῖ τὶς δυνάμεις του γιὰ νὰ καθαρίσει τὴν καρδιά του ἀπὸ τὰ πάθη (τὸν ἐγωισμό, τὸ μίσος, τὴν ἰδιοτέλεια, τὸ ν’ ἀγαπάει τὸ χρῆμα, τὶς ἀπολαύσεις ἢ τὴ δόξα πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅσο ἀγαπᾶ τοὺς συνανθρώπους του κ.λ.π.) καὶ νὰ ἐγκαταστήσει μέσα του τὴν ταπεινὴ καὶ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη (ποὺ περιλαμβάνει ὁπωσδήποτε συγχώρεση τῶν ἐχθρῶν, ἄσχετα ἂν αὐτοὶ μετανοοῦν ἢ ὄχι), τότε ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστό.
.             Καί, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, ἡ ἕνωση αὐτὴ φέρνει τὸν ἄνθρωπο σὲ ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἅγιος, δηλαδὴ θεὸς «κατὰ χάριν» (ἀποκτᾶ ἔντονα θεϊκὰ στοιχεῖα, ποὺ τὰ διατηρεῖ αἰώνια, χωρὶς ὅμως νὰ πάψει νὰ εἶναι ἄνθρωπος). Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι κάνουν θαύματα: ἐπειδὴ δὲν εἶναι πιὰ κοινοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἔχουν γίνει πλάσματα ἀνώτερου ἐπιπέδου: θεϊκὰ ὄντα.
.           Βέβαια οἱ ἅγιοι – τὸ ξαναλέω – παραμένουν ἄνθρωποι, δὲν γίνονται θεοὶ «κατὰ φύσιν». Μόνον ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς κατὰ φύσιν. Γι’ αὐτό, τοὺς ἁγίους ΔΕΝ τοὺς λατρεύουμε, δὲν εἶναι «οἱ θεοί μας», ἀλλὰ πάντα εἶναι συνάνθρωποι καὶ ἀδελφοί μας. Αὐτὴ εἶναι καὶ μία μεγάλη διαφορὰ τῶν ἁγίων ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ ὀνειρεύονται νὰ γίνουν «θεοὶ» ἐγωιστικά: ὅτι ὅλοι, λίγο πολύ, θέλουμε νὰ γίνουμε οἱ «θεοὶ» τῶν ἄλλων καὶ νὰ ἔχουμε ἐξουσία καὶ δύναμη πάνω τους, ἐνῶ οἱ ἅγιοι δὲν ζητοῦν λατρεία ἀπὸ κανέναν, γιατί αὐτὸ ποὺ ἔχουν μέσα τους εἶναι ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη, ὄχι ἡ δίψα γιὰ δύναμη καὶ ἐξουσία.
.             Καταλαβαίνετε τώρα, ἐλπίζω, γιατί ἔχει τεράστια διαφορὰ ἂν ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, ἀπὸ τὸ ἂν εἶναι ἁπλὰ «ἕνας σοφὸς ἄνθρωπος ποὺ μίλησε γιὰ ἀγάπη καὶ δικαιοσύνη». Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός, τότε δὲν ὑπάρχει ἕνωση ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ, ἄρα δὲν ὑπάρχει καὶ σωτηρία. Τελικὸς νικητὴς εἶναι ὁ θάνατος.
.               Ἀλλὰ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς καὶ ὑπάρχει ἁγιότητα καὶ σωτηρία, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τῶν ἁγίων σὲ κάθε ἐποχὴ καί, φυσικά, καὶ στὴν ἐποχή μας. Οἱ σύγχρονοι ἅγιοι, ὅπως οἱ μεγάλοι Γέροντες Εὐμένιος ἀπὸ τὰ Ρούστικα, Γεννάδιος τῆς Ἀκουμιανῆς Γιαλιᾶς, Πορφύριος, Παΐσιος , Ἰάκωβος τῆς Εὔβοιας κ.π.ἄ., σύγχρονες ἁγίες ὅπως ἡ Σοφία τῆς Κλεισούρας, ἡ Ταρςὼ ἡ διὰ Χριστὸν σαλὴ κ.π.α., εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ὁ χριστιανισμὸς εἶναι ἀληθινὸς καὶ ὅτι ὁ δρόμος τοῦ Χριστοῦ ὁδηγεῖ πράγματι τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁγιότητα – σὲ αὐτὸ ποὺ οἱ θεολόγοι λέμε «θέωση», δηλ. στὸ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός.

Μικροὶ καθημερινοὶ ἅγιοι

.             Νὰ ποῦμε ἐδῶ ὅτι, ἐνῶ μεγάλοι ἅγιοι εἶναι σχετικὰ λίγοι σὲ κάθε ἐποχή, ὑπάρχουν χιλιάδες «μικροὶ ἅγιοι», ποὺ ζοῦν δίπλα μας ἢ ἴσως καὶ μέσα στὸ σπίτι μας… Ἄνθρωποι γεμάτοι πίστη καὶ ταπεινὴ ἀγάπη, ποὺ συγχωροῦν εὔκολα καὶ τοὺς πάντες καὶ ἀγαποῦν τοὺς πάντες μὲ καρδιὰ μικροῦ παιδιοῦ. Ἄνθρωποι ποὺ ὑπομένουν τρομερὲς δυσκολίες, ἀλλὰ ἔχουν πάντα μέσα τους πίστη στὸν Θεό, ἀγάπη καὶ συγχώρεση (ἀνεξικακία) γιὰ τοὺς ἄλλους.
.               Ἀλλὰ καὶ πόσες μανάδες δὲν προσεύχονται γιὰ τὰ παιδιά τους μέρα νύχτα καὶ οἱ προσευχὲς αὐτὲς δὲν ὠφελοῦν τὰ παιδιά τους, χωρὶς οἱ ἴδιες – ἢ τὰ ἴδια – νὰ τὸ μαθαίνουν ποτέ… Κι αὐτὲς οἱ μανάδες, λόγῳ τῆς ἀγάπης τους, ἔχουν μία ἁγιότητα, γιατί οἱ φλογερὲς προσευχές τους, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, κάνουν αὐτὸ τὸ μικρὸ θαῦμα.
.             Ἐπίσης, ἀρκετοὶ παπάδες καὶ μοναχοὶ (καλόγεροι) εἶναι μικροὶ ἅγιοι καὶ κάνουν τὸν ἀγώνα τους γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τους καὶ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων μας. Ἂν κοιτάξουμε μὲ εἰλικρίνεια γύρω μας, θὰ δοῦμε σίγουρα μερικούς.
.               Ὑπάρχουν καὶ παιδιὰ ἢ ἔφηβοι, ποὺ πιστεύουν στὸν Θεό, προσεύχονται, πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, νηστεύουν, ἐξομολογοῦνται καὶ μεταλαβαίνουν – καὶ συχνὰ γίνονται στόχος τῶν ἄλλων, ὑπομένουν πόλεμο, ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ πειραχτήρια τοῦ σχολείου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν οἰκογένειά τους, πού… ἀνησυχεῖ γιὰ τὰ παιδιά τους, ἐνῶ ἂν ἦταν ἐγωιστικά, ἂν κοιτοῦσαν μόνο τὸ συμφέρον τους ἢ τὴ διασκέδασή τους, θὰ τὰ θεωροῦσαν φυσιολογικὰ καὶ θὰ τὰ ἀποδέχονταν εὔκολα.
.               Γενικά, κάθε σοβαρὸς χριστιανὸς ἀντιμετωπίζει προβλήματα στὴν κοινωνία, γιατί εἶναι τόσο καλός, ποὺ οἱ περισσότεροι γύρω του τὸν θεωροῦν ἀφελῆ καὶ τὸν λυποῦνται ἢ τὸν ἐκμεταλλεύονται. Αὐτὸς τὸ καταλαβαίνει καὶ πικραίνεται, ἀλλὰ πάντα συγχωρεῖ καὶ πάντα ἐπιμένει στὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη. Καὶ ζητάει βοήθεια ἀπ’ τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ συνεχίσει ν’ ἀγωνίζεται, συγχωρώντας, πιστεύοντας καὶ ἀγαπώντας, καὶ θυσιάζοντας πολλὲς φορὲς τὸ συμφέρον του γιὰ τοὺς ἄλλους, χωρὶς ἀντάλλαγμα. Αὐτὴ ἡ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος ν’ ἀντέξει ἕναν τόσο μεγάλο ἀγώνα…
.             Ἔτσι ὁ Χριστὸς λυτρώνει τὸν ἄνθρωπο: τὸν λυτρώνει ἀπὸ τὰ πάθη, ποὺ φέρνουν τὴ μοναξιά, τὸ θάνατο καὶ τὴν αἰώνια μοναξιά, ποὺ ὀνομάζεται κόλαση. Καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ἀγάπη καὶ συνύπαρξη, ποὺ φέρνει τὴν αἰώνια χαρὰ καὶ ὀνομάζεται παράδεισος.

Ὁ δρόμος τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ Χριστοῦ

.             Ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἡ ἀσκητικὴ προσπάθεια τοῦ χριστιανοῦ ἀποσκοπεῖ σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς: στὴν προσωπική μας μεταμόρφωση σὲ θεία ὄντα γεμάτα ἀγάπη, ποὺ σημαίνει τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴν ὁδὸ (τὸ δρόμο) τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.               Ἡ ὁδὸς αὐτὴ (κυριολεκτικὰ «ὁ δρόμος ὁ λιγότερο ταξιδεμένος», γιὰ νὰ δανειστῶ μία φράση ἀπὸ ἄλλη συνάφεια) μᾶς ἔχει ἀποκαλυφθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστὸ (ποὺ εἶπε «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός», «δεῦτε πρός με», κατὰ Ἰωάννην ιδ´ 6, κατὰ Ματθαῖον, ια´ 28) καὶ ἔχει ἀναλυθεῖ ἀπὸ τοὺς ἁγίους διδασκάλους τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανισμοῦ, ποὺ δίδαξαν καὶ διδάσκουν τοὺς ἀνθρώπους μὲ βάση τὴν ἐμπειρία τους κι ὄχι θεωρητικὲς διανοητικὲς κατασκευές.
.             Σύμφωνα, λοιπόν, μὲ αὐτούς, πρῶτο βῆμα εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς μας ἀπὸ τὰ πάθη, δηλαδὴ ἡ ἀπελευθέρωσή μας ἀπ’ ὅ,τι μᾶς προκαλεῖ ἐξάρτηση μονοπωλώντας τὴν ἀγάπη μας καὶ μᾶς ἐμποδίζει ν’ ἀγαπήσουμε ὁλοκληρωτικὰ καὶ χωρὶς ὅρους τὸν Θεό, τὸν συνάνθρωπο καὶ κατ’ ἐπέκτασιν ὅλα τὰ ὄντα.
.               Ἡ ἀπελευθέρωση αὐτὴ προϋποθέτει σκληρὸ ἀγώνα ἐναντίον τῶν παθῶν, ποὺ μπορεῖ νὰ κρατήσει καὶ μία ὁλόκληρη ζωή. Περιέχει ἐπίσης καὶ μία παγίδα, τοποθετημένη ὄχι ἀπ’ τὸ Θεό, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ τοῦ ἀνθρώπινου γένους (τὸ διάβολο) ἢ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, ποὺ εὔκολα παρασύρεται: ἡ παγίδα εἶναι τὸ ν’ ἀγωνιστοῦμε ἐνάντια στὰ πάθη μὲ κίνητρο «νὰ εἴμαστε δυνατοί», δηλ. ὑπηρετώντας καὶ τροφοδοτώντας ἕνα ἀπ’ αὐτὰ τὰ πάθη, τὸ χειρότερο, τὸν ἐγωισμό μας.
.             Ὁ ἀγώνας, ὅπως διδάσκεται στὴν πνευματική μας παράδοση, ἔχει ἀποτέλεσμα, ὅταν γίνεται μὲ ταπείνωση, ἢ μᾶλλον, γιὰ νὰ εἶμαι πιὸ ἀκριβής, ἀποσκοπεῖ ἀκριβῶς στὴν ἀπόκτηση τῆς ταπείνωσης, χωρὶς τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἐντὸς μας οὔτε ἀγάπη οὔτε φῶς. «Μία εἶναι ἡ ἀρετή, ἡ ταπείνωση», ἔλεγε ὁ Γέροντας Παΐσιος, «ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν θὰ τὸ καταλάβετε, ἄντε, ἂς πῶ καὶ τὴν ἀγάπη»… Μόνο ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πραγματοποιήσει ὅσα ζητάει ὁ Ἰησοῦς στὸ κατὰ Λουκᾶν, κεφ. 6, ποὺ συνοψίζονται σὲ μία φράση: ἀγάπη στοὺς ἐχθροὺς καὶ παραίτηση ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἀπὸ τὰ δικαιώματά μας.
.             Ὁ κόσμος ποτὲ δὲν θὰ συγχωρήσει τὸν Ἰησοῦ ποὺ δίδαξε τέτοια πράγματα – ποτὲ δὲν θὰ Τὸν συγχωρήσει ποὺ ἀποκάλυψε στοὺς ἀνθρώπους πὼς αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν πνευματικὴ τελειότητα καὶ μάλιστα πὼς αὐτὸς ὁ δρόμος περνάει ἀπ’ τὴ συνάντηση μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Δὲν τοὺς ἄφησε νὰ πιστεύουν πὼς ἡ τελειότητα ἔρχεται ἀποκτώντας δύναμη, ὅπως γιὰ χιλιάδες χρόνια μᾶς εἶχε παραπλανήσει ὁ ὄφις, ἢ πὼς ἔρχεται κάνοντας ἀτομικὸ ἀγώνα, μὲ σκοπὸ καθαρὰ ἀτομικό, ὅπως μᾶς παραπλανᾶ τώρα. Γιατί ὁ Χριστός, βλέπεις, εἶπε πὼς αὐτὸς ὁ ἀγώνας γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ μὲ τὴν ἔνταξή μας στὸ πανανθρώπινο σῶμα Του, ὅπου ὅλοι μαζὶ κι ὄχι κατὰ μόνας, στηρίζοντας ὁ ἕνας τοὺς ἄλλους, κατευθυνόμαστε πρὸς τὸν Θεὸ (τὸ Φῶς – ἢ μᾶλλον «τὸ Φῶς ποὺ δὲν εἶναι Φῶς καὶ γνωρίζει τὸ ὄνομά μας», ὅπως τὸ χαρακτήρισε ὁ Νεῖλος Στράικερ, ὁ Ἀμερικανὸς βουδιστὴς ἱερέας ποὺ ἔγινε ὀρθόδοξος χριστιανὸς μετὰ ἀπὸ ἕνα πολυήμερο χριστιανικὸ βίωμα).
.             Τὰ στοιχεῖα ποὺ περιέχει ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ (ἡ θεία μετάληψη, ἡ ἐξομολόγηση, ἡ νηστεία, ἡ προσευχὴ καὶ ὁ ἐκκλησιασμὸς) εἶναι τὰ μέσα ποὺ παρέχει ὁ Χριστὸς στοὺς ἀνθρώπους ὡς ἐνίσχυση στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Καὶ στὴ συνέχεια εἶναι τὰ μέσα γιὰ τὴν ἐγκατάσταση μέσα μας τῆς θείας χάριτος, δηλαδὴ τῆς ἄκτιστης θείας ἐνέργειας, ποὺ σημαίνει ἐγκατάσταση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ (κατὰ Ἰωάννην ιδ´ 23) καὶ φέρνει τὸν ἄνθρωπο στὴν τελειότητα.

Μήπως αὐτὰ μοιάζουν μέ… βουδιστικά;

.           Ὁ ὀρθόδοξος δρόμος πρὸς τὴν τελειότητα (τὴν ἁγιότητα, τὴ σωτηρία, τὸν παράδεισο – τρεῖς λέξεις γιὰ τὸ ἴδιο πράγμα) διαφοροποιεῖται ἀπὸ τοὺς δρόμους ποὺ διδάσκει ἡ σοφία τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν καὶ οἱ διάσημες δυτικοποιημένες ἐκδοχές τους, κυρίως κατὰ τρία στοιχεῖα του:
Ὁ χριστιανὸς προσπαθεῖ ν’ ἀκολουθήσει τὸ δρόμο ποὺ χάραξε ὁ Χριστὸς κι ὄχι νὰ χαράξει ὁ ἴδιος τὸ δρόμο ποὺ προτιμᾶ ἢ ποὺ θεωρεῖ ὅτι «τοῦ ταιριάζει». Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει, γιὰ νὰ νικηθεῖ ὁ ἐγωισμός μας, ποὺ εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο, κατὰ τοὺς Πατέρες ἀνυπέρβλητο χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Ἂν καὶ ἡ πνευματικὴ πρόοδος μπορεῖ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν παροχὴ «ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων» ποὺ κάνουν κάποιον νὰ εἶναι ἰαματικός, διορατικός, ἀδέσμευτος ἀπὸ χῶρο καὶ χρόνο κ.π.ἄ., ἀλλὰ καὶ νὰ συνειδητοποιήσει τὴν ἑνότητά του μὲ ὅλα τὰ ὄντα καὶ νὰ μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνήσει μαζί τους καὶ νὰ τὰ βοηθήσει μὲ τὴν προσευχή του κ.τ.λ., τὰ χαρίσματα αὐτὰ θεωροῦνται δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κι ὄχι ἀνάδυση δικῶν μας ἐσωτερικῶν δυνάμεων, ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει καὶ μὲ ἁπλὴ ἐξάσκηση, χωρὶς ἑνότητα μὲ τὸν Θεό. Ἐξ ἄλλου, κίνητρο τοῦ ἀγώνα δὲν εἶναι καθόλου μία τέτοια πνευματικὴ ἀνάπτυξη, ἀλλὰ ὁ πόθος τοῦ Χριστοῦ.
.           Ὁ χριστιανὸς ἀγωνιστὴς εἶναι «ἐραστὴς τοῦ Χριστοῦ», Αὐτὸν ἐπιθυμεῖ καὶ ἀπορρίπτει κάθε ἄλλη ὑπόσχεση (ἀνώτερης συνειδητότητας, σοφίας, γνώσης, εὐεργετικῶν δυνάμεων κ.τ.λ.), γιατί μπορεῖ νὰ τὸν ἀποπροσανατολίσει.
.           Τέλος, οἱ χριστιανοὶ ἀγωνιστὲς καὶ οἱ ἅγιοι χριστιανοὶ διδάσκαλοι γνωρίζουν πολὺ καλὰ καὶ προειδοποιοῦν τοὺς ἀνθρώπους ὅτι μπορεῖ ἕνα πνευματικὸ βίωμα, ἐντελῶς ὅμοιο μὲ ἀγαθὸ καὶ θεϊκό, νὰ εἶναι στὴν πραγματικότητα δαιμονικὸ καὶ ἀπατηλό.
.             Διδάσκουν ἐπίσης τὴν ἀποφυγὴ τέτοιων παγίδων μὲ τὴν ἐπιστήμη τῆς «διάκρισης τῶν πνευμάτων». Ἴσως δὲν εἶναι τυχαῖο, ποὺ ἔχοντας ἀναπτύξει στὸ ἔπακρο αὐτὴ τὴν ἐπιστήμη, ἀπορρίπτουν τὶς μεθόδους τελειοποίησης τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν ὡς ἀτελεῖς, ἐνῶ σὲ μερικὲς περιπτώσεις διακρίνουν καὶ σκοτεινὸ ὑπόβαθρο.

ΠΗΓΗ: ἀέναη ἐπΑνάσταση

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΟΣ ΙΔΕΩΔΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΤΗΣ “ΑΝΩΝΥΜΙΑΣ”!

Τοῦ Jean Clair ,
μέλους de l᾽ Academie Francaise,
“Le citoyen ideal”,
ἐφημ. «Le Figaro», 17-18 Novembre 2012, p. 20.

«Ὁ ἰδεώδης πολίτης [τῆς “Γαλλικῆς Δημοκρατίας”], ὁ ὁποῖος καλύτερα ἀπὸ ὅ,τι ὁ προλετάριος τοῦ Μὰρξ ἢ ὁ ἐργάτης τοῦ Γιοῦνκερ θὰ ἐνσαρκώσει τὸν καθαρὸ καὶ ἀποκλειστικὰ παραγωγὸ ἄνθρωπο, ποὺ θὰ παράγει χωρὶς τὸ ἐμπόδιο τῶν οἰκογενειακῶν δεσμῶν καὶ τῶν κτύπων τῆς καρδιᾶς του, καὶ τοῦ ὁποίου ὁ μόνος λόγος ὕπαρξής του, δὲν θὰ εἶναι ὅτι ἔρχεται ἀπὸ κάπου καὶ κατευθύνεται πρὸς κάπου, δὲν θὰ εἶναι ἀπόγονος μίας οἰκογένειας, οὔτε συντελεστὴς τοῦ μέλλοντός του, ἀλλὰ χωρὶς σχέδιο οὔτε θλίψη, ἕνα ἄτομο χωρὶς γενεαλογικὸ δένδρο, χωρὶς ρίζες, χωρὶς διαδοχὴ καὶ χωρὶς δεσμούς, ποὺ θὰ μπορεῖ ὅλη τὴν ζωὴ τῆς ὀρφάνιας του νὰ μὴν τὴν ἀφιερώσει πουθενὰ ἀλλοῦ, παρὰ μόνο στὴν ἀνώνυμη κοινωνία, τῆς ὁποίας εἶναι προϊόν».

 

 

, , ,

Σχολιάστε

«Ο ΚΑΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»: ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ-2

Ὁ ἄνθρωπος κατά τό λόγο τῆς θείας οἰκονομίας
Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου

Μέρος Α´: «Ο ΚΑΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»: ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ-1

β) Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐλευθερίας 

.               Κατά τήν ἀποκατάσταση τῆς φύσεως πού συντελέσθηκε στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐπαναβρίσκει τήν ἀρχική λειτουργικότητα καί δυναμικότητά της. Ἡ σωτηρία στή χριστιανική ἀντίληψη ποτέ δέν κατανοήθηκε περιοριστικά, σάν κάτι στάσιμο καί ἀπολιθωμένο. Μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ἡ φύση ἐπανατροχοδρομεῖται σέ μιά ἀδιάπαυστα δυναμική καί ἐξελικτική πορεία. Πρόκειται γιά τήν πορεία πρός τό ἀτελεύτητο τέλος τῆς τελειότητος. Ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ δέν θεραπεύει μόνο ἀπό τό κακό πού εἶχε περεισφρύσει παρασιτικά στήν ἀνθρώπινη οὐσία, παράλληλα προάγει τό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο στήν τελείωσή του. Στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο παρέχονται ἄπειρες δυνατότητες δημιουργίας προσωπικῆς ἱστορίας. Αὐτό εἶναι ἕνα στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας πού δέν πρέπει σέ καμμιά περίπτωση νά παραθεωρήσουμε.
.              Ὅταν ὁ Παῦλος προέτρεπε τούς Κολασσαεῖς νά ἀπεκδυθοῦν τόν παλαιό ἄνθρωπο καί νά ἐνδυθοῦν “τόν νέον τόν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος” (γ´ 9-10), ἐγκαταλείποντας κάθε “ἀκαθαρσίαν”, “πάθος” καί “ἐπιθυμίαν κακήν” (γ´ 5), ἤ ὅταν ζητοῦσε ἀπό τούς Ἐφεσίους “ἀνανεοῦσθαι τῷ πνεύματι τοῦ νοός ὑμῶν” (δ´ 23), δέν ἔδινε ὁδηγίες ἠθικῆς συμπεριφορᾶς. Κατέγραφε τό προνόμιο καί τήν εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου τῆς Καινῆς Διαθήκης νά προχωρῆ ἐλεύθερα σέ μιά ζωή θεανθρώπινης αἰσθήσεως καί ἐπιγνώσεως. Ὑπενθύμιζε στούς ἀνθρώπους τῆς ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τῆς κάθε ἐποχῆς, ὑπερβαλλόντως δέ ὑπενθυμίζει στούς χριστιανούς τῆς σημερινῆς, ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ οἰκονομία ἄνοιξε τό δρόμο στήν προσωπική δημιουργία. Ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας, μέσα ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν ἐλευθερία του, ἀναγεννᾶται καί ἐπαναφέρει τόν ἑαυτό του στήν πρωταρχική ἑνότητά του. Ὡς κατά χάριν υἱός τοῦ Θεοῦ μπορεῖ κατευθύνοντας τό αὐτεξούσιό του, νά ἐπανασυγκροτήση τή διασπασμένη ἀπό τήν ἁμαρτία ὕπαρξή του.
.               Στήν πατερική παράδοση ἡ ἁμαρτία κατανοεῖται ὡς διάσπαση καί διαστροφή, ὡς τραγική ἀποδιοργάνωση καί ἀναστάτωση τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὡς στέρηση τοῦ ἀγαθοῦ, τό κακό εἶναι μιά “παρά φύσιν” κατάσταση πού ὀφείλεται στήν ἀρρώστια τῆς βουλήσεως. Ὁ [Ψευδο-]Διονύσιος στήν προσπάθειά του νά περιγράψη τή διαλυτική φύση τοῦ κακοῦ χρησιμοποιεῖ μιά ὁλόκληρη σειρά ἀπό ἀρνητικούς ὅρους: τό κακό εἶναι “ἀσυμετρία”, “ἄσκοπον”, “ἀκαλλές”, “ἄζωον”, “ἄνουν”, “ἄλογον”, “ἀτελές”, “ἀνίδρυτον”, “ἀναίτιον”, “ἄγονον”, “ἀργόν”, “ἀδρανές”, “ἄτακτον”, “ἀνόμοιον”, “ἄπειρον”. Τό κακό, αὐτή ἡ ἀποσυνθετική καί ἀλλοτριωτική τῆς ἀληθινῆς ζωῆς δύναμη, θεραπεύεται μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ἐναπόκειται ὅμως στήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου νά ἐνεργήση δημιουργικά καί νά κάνη τή θεραπεία τοῦ κακοῦ προσωπική ἱστορία. Ὅταν λέμε ὅτι τό κακό θεραπεύεται μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ἐννοοῦμε ὅτι τό κακό θεραπεύεται μέ τήν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία συναντᾶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό σημαίνει ὅτι μέ τήν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ δηλ. μέ τήν οἰκονομία Του, σώζεται ἡ χαμένη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐλευθερία ἐπιστρέφει στόν ἄνθρωπο, καί συνεπῶς μπορεῖ νά πορεύεται πνευματικά καί νά δημιουργῆ ἱστορία ἁγιότητος.

.               Ἡ ἐλευθερία εἶναι ἕνα τεράστιο κεφάλαιο τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας, γιατί ἁπλούστατα ἡ ἀνακαίνιση τῆς φύσεως γίνεται προσωπική μέ τήν ἐλευθερία. Ἡ ἐλευθερία καί τό πρόσωπο εἶναι ἔννοιες ἀλληλένδετες. Χωρίς ἐλευθερία χάνεται τό πρόσωπο καί ἀφανίζεται ἡ καινή ζωή. Χωρίς τήν ἐλευθερία δέν νοεῖται ἀνακαίνιση, δημιουργική πορεία καί θεία μέθεξη. Ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ εἶναι προσωπική, ὑποθέτει δηλ. τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, τό ὁποῖο ἐπικοινωνεῖ μέ τόν προσωπικό Θεό. Τό ἀνθρώπινο ὅμως πρόσωπο ὑπάρχει καί λειτουργεῖ στή βάση τῆς ἐλευθερίας. Χωρίς τήν ἐλευθερία δέν ὑπάρχει πρόσωπο. Χωρίς τό αὐτεξούσιο δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ, μέ ψυχή λογική. “Ἄνελε ἡμῶν τό αὐτεξούσιον καί οὔτε εἰκών Θεοῦ ἐσόμεθα, οὔτε ψυχή λογική καί νοερά, καί τῷ ὄντι φθαρήσεται ἡ φύσις, οὐκ οὖσα ὅπερ ἔδει αὐτήν εἶναι”.
.              Μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ἡ τρωθεῖσα ἀπό τήν ἁμαρτία ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου θεραπεύεται, καί γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ὁ ἄνθρωπος ἔχει τίς δυνατότητες νά διορθώση τίς ψυχικές του λειτουργίες, ὥστε ἡ ψυχή νά ἐπανέλθη στήν ἀρχική κατάστασή της, ὅπως δηλ. εἶχε κτισθῆ ἀπό τό δημιουργό της. Ἡ θεραπευμένη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι συνέπεια καί προέκταση τῆς ἐν Χριστῷ ἀνακαινίσεως. Μ᾽ αὐτή ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀπαλείψη ἀπό τή συνείδησή του ὅλες τίς μνῆμες τοῦ κακοῦ, ὅλες τίς συνήθειες καί τάσεις πού καλλιέργησε καί συντήρησε στήν ὕπαρξή του ἡ ἁμαρτία. Ἔτσι, ἡ σωτηρία δέν ἐπιβάλλεται τυραννικά, ἀλλά διοχετεύεται στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο μέσω τῆς ἐλευθερίας. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής θά πῆ ὅτιβουλομένων, οὐ τυραννουμένων τό τῆς σωτηρίας μυστήριον.
.               Ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐλεύθερος καί μέ τή βούλησή του ἀποδέχεται τήν ἐνέργεια τῆς χάριτος. Ἡ θεία χάρη κατά κάποιο τρόπο ἐνσαρκώνεται ὑπαρξιακά καί πραγματικά σ’ ἐκεῖνο τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, πού ἡ βούλησή του τήν ἀναγνωρίζει καί τήν ἀποδέχεται. Ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, “ἡ τοῦ Πνεύματος ἐπιφοίτησις, μυστικῶς ἐρχομένη πρός τήν ἡμετέραν ἐλευθερίαν”, ἀναγεννᾶ καί κτίζει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἡ ἀναγέννηση δέν προσφέρεται μαγικά, ἀλλά εἶναι καρπός τῆς ἀρρήτου σχέσεως χάριτος καί ἐλευθερίας. Παράλληλα μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ προαίρεση εἶναι προϋπόθεση τῆς ὅποιας δημιουργικῆς προόδου καί τῆς τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Τό ἀγαθό δέν εἶναι ἀκούσιο καί “κατηναγκασμένον”, ἀλλά ἀκριβῶς “κατόρθωμα προαιρέσεως”, ἐλεύθερος δηλ. προσωπικῆς συγκαταθέσεως καί ἀσκήσεως.
.               Ἡ χριστιανική ἀνθρωπολογία, ὡς ἀνθρωπολογία ἐλευθερίας, καταγράφει τή δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά ἀναχθῆ στό ἐπίπεδο τῆς θείας ζωῆς. Ἡ μετοχή τοῦ Θεοῦ καί ἡ θέωση του ἀνθρώπου, αὐτό τό δῶρο τῆς χάριτος καί τῆς ἀνθρώπινης συνεργίας, νοηματοδοτοῦν καί ἀξιολογοῦν τό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ὁ ἄνθρωπος, πού ὑπαρξιακά καί φαινομενολογικά εἶχε χάσει τή λογικότητα καί τήν ἀγαθή αἴσθηση πού εἶχε σπείρει μέσα του ὁ Δημιουργός, μέ τήν οἰκονομία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά δώση καί πάλι νόημα καί περιεχόμενο στήν ὕπαρξή του. Μπορεῖ ἐλεύθερα νά ξαναγυρίση στήν ἀρχική του κλήση πού ἦταν ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ, μιά κοινωνία ὄχι στατική, ἀλλά δημιουργική καί προαγωγική. Στή βιβλική θεολογία, στήν πατερική σκέψη καί στήν ἐν γένει ἐκκλησιαστική συνείδηση καί πρακτική αὐτός ὁ δρόμος περιγράφεται ὡς ἁγιότης. Ἡ κλήση αὐτή τοῦ ἀνθρώπου γιά ἁγιότητα εἶναι τό σπουδαιότερο καί κυριώτερο στή ζωή του.
.               Ὁ ἄνθρωπος συνεπῶς τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά συνδεθῆ ὀργανικά μέ τό Θεό. Ὁ σύνδεσμος αὐτός εἶναι ἐκστατικός, εἶναι δηλ. προϊόν μιᾶς ἐξόδου καί μιᾶς πορείας πού καταξιώνει καί ὁλοκληρώνει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ὡς κοινωνική ὀντότητα. Πρόκειται γιά τό ἀντίθετο τῆς ἐγωκεντρικῆς συσπειρώσεως καί τῆς ἀπομονώσεως. Στή ζωή τῆς ἁγιότητος, πού προσφέρει ἡ θεία οἰκονομία στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο, ὑπάρχει ἕνας ἀκατάπαυστος δυναμισμός. Δέν ἔχει σχέση ἡ χριστιανική ἁγιότης μέ τήν αὐτάρκεια καί στασιμότητα μιᾶς ἀτομοκεντρικῆς θρησκευτικῆς συμπεριφορᾶς, πρόκειται μᾶλλον γιά μιά συνεχῆ ἐπέκταση, μιά ἀδιάπαυστη διεύρυνση τῶν ὁρίων, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά κινῆται “κατά χάριν” συνεχῶς πρός τά ἀσύλληπτα βάθη τοῦ Θεοῦ.
.               Ὅταν οἱ Ἕλληνες Πατέρες ἀναφέρονται στή δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου τῆς οἰκονομίας γιά θέωση, ἐννοοῦν ἀκριβῶς ὅτι πρόκειται γιά ἕνα γίγνεσθαι πού προσφέρεται στόν ἄνθρωπο, γιά μιά κίνηση ἀπό τό “κατ’ εἰκόνα” στό “καθ᾽ ὁμοίωσιν, ἀπό τό κτιστό στό ἄκτιστο. Βέβαια τό ὀντολογικό χάσμα πού χωρίζει τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο παραμένει, μέ τήν ἔννοια ὅτι ποτέ τό κτιστό δέν ταυτίζεται μέ τό ἄκτιστο. Ἐνῶ ὅμως δέν ἔχουμε στή θέωση ταύτιση κτιστοῦ καί ἀκτίστου ἤ μετάβαση τοῦ ἀνθρώπου σέ μιάν ἄλλη ὀντική σφαίρα, τό κτίσμα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἀφομοιώνεται στή θεία ζωή. Μέ τή θέωση, μέ τή διείσδυση δηλ. στή ζωή τοῦ Θεοῦ, τό ἀνθρώπινο πρόσωπο παραμένει μιά μοναδικά ἰδιαίτερη εἰκόνα, πού συνεχῶς ἐκλαμπρύνεται καί καταυγάζεται ἀπό τό φῶς τοῦ θείου κάλλους. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου πατερική διδασκαλία δέν ὑποθέτει σέ καμμιά περίπτωση ἀπόρριψη ἤ ὑποτίμηση τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Δέν ἔχουμε ἐδῶ ἀπορρόφηση καί ἐξαφάνιση τοῦ θεουμένου ἤ μετάβασή του σέ μιάν ἀφηρημένη θεία σφαίρα, ἀλλά ἀκριβῶς μεταμόρφωσή του. Ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται καί ὁλοκληρώνεται ὡς ψυχοσωματική ὀντότης. Ὑψώνεται δηλ. στό ἐπίπεδο τῆς θείας ζωῆς, χωρίς ὅμως νά χάνη τήν ταυτότητά του. Ὁ ἄνθρωπος στήν κατάσταση τῆς θεώσεως παραμένει πραγματικά ἕνα ἰδιαίτερο καί μοναδικό κόσμημα πού φωτίζεται ἀπό τή θεία ὡραιότητα. 

γ) Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας 

.               Ἡ ἁγιότης καί ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου πραγματώνεται μέσα στήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὁ Παῦλος συνέδεε τό μυστήριο τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου μέ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας δέν τόνιζε μόνο ὅτι σ’ αὐτήν “οὐκ ἔνι Ἕλλην καί Ἰουδαῖος…, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος”, συγχρόνως ὑπεγράμμιζε ὅτι στήν Ἐκκλησία ὁ Χριστός εἶναι “τά πάντα καί ἐν πᾶσι” (Κολ. γ´11). Κατ᾽ ἀκρίβειαν, Αὐτός εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἀπ᾽ ἀρχῆς, ἡ ἀπό τῆς κτίσεως τοῦ κόσμου. “Τά πάντα δι᾽ Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν ἔκτισται, καί Αὐτός ἐστι πρό πάντων καί τά πάντα ἐν Αὐτῷ συνέστηκε. Καί Αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας” (Κολ. α´ 16-18).
.              Θά μπορούσαμε νά ποῦμε, μέ ἁπλοποιημένο ἴσως τρόπο, ὅτι ἡ θεανθρώπινη οἰκονομία τῆς σωτηρίας ἀποβλεπει στήν ἐκκλησιαστικοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτή εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ἐντελέχεια, ἡ ἐκκλησιαστική τελολογία τῆς κτίσεως. Μέ τήν οἰκονομία Του ὁ Θεάνθρωπος ἀπεργάζεται τήν ἐπανασυγκρότηση καί ἐπανενότητα τῆς κτίσεως. Ἄν ἡ ἁμαρτία εἶναι διάσπαση καί διάλυση, παράλογη ἀποσύνθεση καί θάνατος, ἡ σωτηρία κατανοεῖται ὡς παλινδρόμηση στήν ἀρχική ἑνότητα, ὡς ἐπιστροφή στήν ἔνθεο πανενότητα τῆς κτίσεως. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ βάση πάνω στήν ὁποία θεμελιώνεται ἡ ἑνότητα τῆς κτίσεως. Εἶναι ἡ συνεκτική δύναμη τοῦ κόσμου. Οἱ ζωτικοί ἱστοί πού συνέχουν τήν κτίση βρίσκονται στήν πραγματικότητα καί στήν ἑνοποιό ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Χωρίς τήν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρχη καί νά λειτουργῇ ὡς κοινωνικό ὄν καί ὁ κόσμος ὁλόκληρος δέν θά μποροῦσε νά ἔχη πρόσβαση καί συνειδητή ἐπικοινωνία μέ τό Θεό.
.               Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας βιώνει τήν ἑνότητα σέ τρία ἐπίπεδα. Πρῶτα ἔχει τήν αἴσθηση καί συνείδηση τῆς κοινωνίας του μέ τό Θεό. Μέ τήν πίστη του ἀναφέρεται στό Θεό καί ἔχει τή δυνατότητα νά μετέχη συνειδητά στίς ἐνέργειές Του. Μέσα στήν Ἐκκλησία δηλ., διά τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, γεφυρώνεται τό χάσμα, πού εἶχε προξενήσει ἡ ἁμαρτία μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, χρόνου καί αἰωνιότητος. Ἄν ἡ ἁμαρτία λειτουργοῦσε ὡς “μεσότοιχον” πού δέν ἐπέτρεπε “τήν προσαγωγήν… ἐν ἑνί Πνεύματι πρός τόν Πατέρα” (Ἐφ. β´ 14-18), ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, καταργεῖ τό ρῆγμα πού εἶχε δημιουργηθεῖ στή σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπου καί λειτουργεῖ ὡς συνεκτικός παράγων, ὡς ἑνοποιητική δύναμη πού προάγει διά τῆς πίστεως τά ἀνθρώπινα πρόσωπα στή θεία κοινωνία. Ὁ ἅγιος Μάξιμος θά σημειώση ὅτι, “σχέση ἐστίν ὑπέρ φύσιν ἡ πίστις, δι᾽ ἧς ἀγνώστως, ἀλλ’ οὐκ ἀποδεικτικῶς ἑνούμεθα τῷ Θεῷ κατά τήν ὑπέρ νόησιν ἕνωσιν”.
.               Στή συνέχεια, ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας δέν νοεῖται ὡς ἀπομονωμένη καί αὐτονομημένη ὀντότης, ἀλλά στή σχέση του μέ τά ἄλλα ἀνθρώπινα πρόσωπα. Ἡ ἁμαρτία δέν διέρρηξε μόνο τή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό, ἐξ ἴσου καί κατά συνέπεια διαστρεύλωσε τή σχέση ἀνθρώπου καί ἀνθρώπου. Καί ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ πάλι δέν ἀποκαθιστᾶ μόνο τή σχέση τοῦ ἀτόμου μέ τό Θεό, ἐξ ἴσου ἐπαναφέρει τή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό συνάνθρωπό του στήν ἀρχική της καθαρότητα. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας ἔχει μιάν ἄλλη κοινωνική ὑποδομή πού προσδιορίζεται ἀπό τήν ἀγαπητική ἰδιότητα. Θά πρέπει ἐδῶ νά τονίσουμε ὅτι ἡ ἀγάπη δέν κατανοεῖται ἁπλῶς σάν μιά ἀρετή ἤ σάν κοινωνική μόνο συμπεριφορά, ἀλλά σάν συστατικό τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρωπίνου εἶναι. Μέ τήν ἀγάπη ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει καί διαπορεύεται ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως στό Θεό ὁ τρόπος τῆς ὑπάρξεως και τῆς ἐνεργείας Του εἶναι ἡ ἀγάπη, κατά εἰκονικό καί ἀναλογικό τρόπο στόν ἄνθρωπο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ἡ ἀγάπη ὑποτίθεται ὡς δομικό στοιχεῖο τῆς ὑπάρξεώς του. Διαποτίζει καί χαρακτηρίζει τό ὅλο εἶναι του. Εἶναι “ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος” (Μάρκ. ιβ´ 30).
.               Τέλος, μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεανθρώπου ἐπανακτίζεται ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ὁ διχασμένος καί διαταραγμένος ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας ξαναβρίσκει τήν ἑνότητα τῆς αἰσθήσεως καί τῆς αὐτοσυνειδησίας του. Ἡ σκέψη του, ἡ ζωή καί τό εἶναι του ἐπανέρχονται στήν πληρότητα τῆς θεοειδοῦς ὑπάρξεως. Μέ τήν οἰκονομία, τό κακό πού ἀποσυνθέτει καί διχάζει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἔχει χάσει τήν ἰσχύ του καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ὑψωθῆ σέ μιάν ἄλλη αἴσθηση τῆς ὑπάρξεώς του καί τοῦ κόσμου. Μπορεῖ νά βιώνη τήν ἀκεραιότητα τοῦ προσώπου του καί νά ἔχη μιά ὁλοκληρωμένη ἀντίληψη του κόσμου. Ὅπως στό ἕνα πρόσωπο τοῦ σαρκωμένου Λόγου ὑπάρχουν ἑνωμένες οἱ δύο φύσεις “ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως” καί ἐκδηλώνονται στόν ἕνα φορέα πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Λόγος, κατά ἀνάλογο τρόπο στό ἀνθρώπινο πρόσωπο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀποκατασταθῆ ἡ συνείδηση τῆς ἑνότητος μεταξύ ἀνθρώπου καί Θεοῦ, μεταξύ τοῦ ἐνθάδε καί τοῦ ἐπέκεινα, μεταξύ τοῦ “ἐγώ” καί τοῦ “σύ”. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας δέν συνθλίβεται ἀπό τήν καταστροφική καί διασπαστική δύναμη τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ, ἀλλά ἔχει συνείδηση πρῶτα τῆς δικῆς του ὑπαρξιακῆς συνοχῆς καί ἑνότητος καί συγχρόνως ὁλοκληρωμένη εἰκόνα τῆς κοινωνίας καί τοῦ κόσμου. Ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας ὑπερβαίνει τούς διχασμούς καί τήν ἐγωκεντρική ἀπομόνωση πού τοῦ ἐπέβαλε ἡ ἁμαρτία καί ἀναγνωρίζει τήν ὀργανική καί Θεανθρώπινη ἑνότητα τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ κόσμου.
.               Ἡ ὀργανική ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου παρεμβαίνει εὐεργετικά καί στήν ὅλη κτίση. Ἔτσι, ἡ ἐσχατολογική μεταμόρφωση τοῦ κόσμου δέν πραγματώνεται μηχανικά ἤ μαγικά, ἀπό μιά δύναμη πού ἔρχεται ἀπ’ ἔξω, ἀλλά περνάει μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἀποκατάσταση. Ἄν ἡ φύση “συστενάζει καί συνωδίνει” (Ρωμ. η´22), καί ἡ αἰτία αὐτῆς τῆς ἀνωμαλίας εἶναι ἡ διάσπαση τῆς ἀνθρώπινης ἀκεραιότητας, μέ τήν ἐπανασυγκρότηση τοῦ ἀνθρώπου ἡ κτίση ὀργανικά καί φυσικά ἐπανέρχεται στήν ἀρχική της ὁλοκληρία.
.               Ἡ αἴσθηση καί ἡ συνείδηση τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου ἔχει τεραστία σημασία γιά τήν καταγραφή μιᾶς ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας. Παράλληλα ἔχει τήν ἰδιαίτερη σημασία της γιά τή συνειδητοποίηση, ὅτι ἡ ποιμαντική καί ἡ ἐν γένει διακονία τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἀποκλειστικά μιά στρατηγική ἐργασίας, οὔτε μπορεῖ νά ἐξαντλεῖται στήν ἐξωτερική δραστηριότητα ἤ σέ προγραμματισμούς καί ἐφαρμογές γιά τή φροντίδα τῆς ἐπικαιρότητας. Ἡ ποιμαντική μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς νά παραγνωρίζη τίς πραγματικές ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου στό χρόνο καί στό περιβάλλον πού αὐτός ζῆ, δέν μπορεῖ νά εἶναι, σέ καμμιά περίπτωση, ἄνευ ὅρων ὑποταγή στά κοινωνικά δεδομένα καί στούς κοινωνικούς ἐξαναγκασμούς.

[…]
ΠΗΓΗ: apostoliki-diakonia.gr

, , ,

Σχολιάστε