Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ (Μητροπ. Γόρτυνος Ἰερεμίας)

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ
τοῦ Μητροπολ. Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως Ἰερεμία

1. Ἀδελφοί χριστιανοί, ἄν θέλετε νά προοδεύσετε πνευματικά –καί βέβαια θέλετε –, σᾶς συνιστῶ νά ἀγαπήσετε τήν προσευχή καί νά διαβάζετε τούς βίους καί τήν διδασκαλία τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Σ ̓ αὐτά θά δεῖτε τό μεγαλεῖο τῆς ὀρθόδοξης πίστης μας, ἀλλά καί πῶς τήν ζοῦμε στήν καθημερινή μας ζωή. Ἕνας μεγάλος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὁποῖος ὅμως μᾶς ἦταν ἄγνωστος, γιατί δέν μᾶς μιλοῦσαν γι ̓ αὐτόν οἱ ἱεροκήρυκες στά κηρύγματα καί στά κατηχητικά, εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Λίγα λόγια θά σᾶς πῶ ἐγώ σ ̓ αὐτό τό φυλλαδιάκι γι ̓αὐτόν τό μεγάλο πατέρα, καί σεῖς, σάν φιλομαθεῖς πού εἶστε, ζητῆστε νά μάθετε περισσότερα.

2. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀγαπητοί μου, καταγόταν ἀπό εὐσεβέστατους γονεῖς, πού ζοῦσαν σάν νά ἦταν μοναχοί. Ἀπό αὐτούς τούς γονεῖς ἔλαβε ἀπό μικρή ἡλικία βαθειά εὐλάβεια πρός τόν Θεό. Ἀλλά μορφώθηκε δυνατά καί μέ τήν ἀνθρώπινη σοφία. Προτίμησεὅμως νά ἀφιερωθεῖ στον Θεό καί ἔγινε μοναχός. Ὁ Θεός τόν προετοίμαζε νά μπεῖ πολύ βαθειά στά πνευματικά νοήματα τῆς πίστης μας καί τῆς ἁγιότητας. Τόν προετοίμαζε νά γίνει θεόπτης. Κατέφυγε στό Ἅγιον Ὄρος καί ἐκεῖ, μέ τήν καθοδηγία ἐμπείρων καί ἁγίων Γερόντων, ἄρχισε τόν ἀγώνα γιά νά καθαριστεῖ ἡ ψυχή του ἀπό τάπάθη. Ἡ προσευχή, πού τήν ἔλεγε συχνά, ἦταν τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ φώτισόν μου τό σκότος». Ἰδιαίτερα δέ γιά τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς του παρακαλοῦσε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, στήν Ὁποία εἶχε ἰδιαίτερη ἀγάπη καί εὐλάβεια ἀπό τήν παιδική του ἡλικία. Τό ἀκόμη δέ ὡραῖο γιά τόν νεαρό μοναχό Γρηγόριο ἦταν ὅτι μαζί μέ τήν προσευχή καί τήν ἄσκηση μελετοῦσε πολύ τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων.Ἔτσι ἤθελε νά ζεῖ καί ἡ μικρή μοναχική του συνοδία, πού ἀπέκτησε ἀργότερα. Μάλιστα ὁ ἅγιος Γρηγόριος θεωροῦσε ὡς ζημιά γιά τήν πνευματική τους πρόοδο τήν ἀπασχόλησή τους γιά τήν ἑτοιμασία τοῦ λιτοῦ φαγητοῦ τους καί παρακάλεσε γι ̓ αὐτό τήν Παναγία νά ἀναλάβει Αὐτή τήν διατροφή τους. Ἔτσι πραγματικά καί ἔγινε. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἔστελνε Αὐτή κάθε μέρα κάποιο πιστό χριστιανό, γιά νά φέρει φαγητό στήν ἱερή συνοδία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου.Μέ τέτοια ἅγια ζωή ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἐκάθαρε τήν ψυχή του ἀπότά ἁμαρτωλά πάθη καί ἔγινε δοχεῖο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἀνέβηκε πολύ στήν ἁγιότητα. Ὅλα ὅσα ἔκανε ἦταν θεϊκά. Ἰδιαίτερα ἦταν θεολογικός ὁ λόγος του. Ἔμοιζε μέ μία γυάλα, πού ξεχείλιζε καθαρόκαί θαυμαστό γάλα, ὅπως εἶδε ὁ ἴδιος σέ μία του ὀπτασία. Ἦταν ἡ θεία του διδασκαλία, πού ἔλαβε μήνυμα ἀπό ἄγγελο νά τήν μεταδίδει στούς πιστούς.

3. Ὁ Θεός, ἀγαπητοί, μέ τά χαρίσματα πού δώρισε στόν ἅγιο Γρηγόριο τόν ἑτοίμασε γιά νά πολεμήσει μία μεγάλη αἵρεση, πού ἐμφανίστηκε ἐκείνη τήν ἐποχή, τήν αἵρεση τοῦ βαρλααμισμοῦ. Λίγα μόνο λόγια θά σᾶς πῶ γιά τήν αἵρεση αὐτή. Ὁ Βαρλαάμ ἦρθε στό χῶρο μας ἀπό τήν Δύση καί ἔφερε μαζί του ἕνα ἄλλο Θεό. Τόν Θεό τόν πίστευε ὄχι ὡς γλυκό Πατέρα, πολύ κοντά στόν πόνο μας καί τήν ἀδυναμία μας, ἀλλά τόν πίστευε ὡς ΟΥΣΙΑ μόνο. Δηλαδή, πίστευε ἕνα Θεό φοβερό καί φρικτό, πού κάθεται ἐκεῖ ψηλά καί βροντάει καί ἀστράφτει. Ἕνα Θεό, πού δέν μπορεῖ νά ἔχει καμιά σχέση μέ τά ἀνθρώπινα, γιατί πραγματικά δέν μπορεῖ ἡ Οὐσία τοῦ Θεοῦ νά κοινωνήσει μέ τόν γήϊνο ἄνθρωπο. Καί ὅμως, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι νοιώθουμε τόν Θεό πολύ κοντά μας. Τόν νοιώθουμε δίπλα μας καί μέσα μας. Καί μάλιστα λέμε ὅτι ὁ σκοπός μας εἶναι νά ἑνωθοῦμε μέ τόν Θεό καί τήν ἕνωση αὐτή τήν λέμε ΘΕΩΣΗ. Ἔχουμε δέ ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι αὐτή τήν διδασκαλία, γιατί πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός μας δέν εἶναι μόνο ΟΥΣΙΑ, ἀλλά καί ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ. Καί διά τῶν θείων Του Ἐνεργειῶν ὁ Θεός ἔρχεται σέ ἐπικοινωνία μέ τόν κόσμο. Μέ τίς θεῖες Του Ἐνέργειες ὁ Θεός ἔκανε τόν κόσμο καί μέ τίς θεῖες Του Ἐνέργειες ἐμεῖς γευόμαστε τήν Δόξα τοῦ Θεοῦ καί θεωνόμαστε. Καί βέβαια, ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι ἄκτιστος, τό ἴδιο καί οἱ θεῖες Ἐνέργειές Του εἶναι ἄκτιστες. Δέν κατασκευάζονται δηλαδή ἀπό μᾶς, ἀλλά προέρχονται ἀπό τόν ἄκτιστο Θεό. Ὁ Βαρλαάμ, πού δέν δεχόταν Ἐνέργειες στόν Θεό, δέν δεχόταν ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά γίνει ἅγιος καί νά θεωθεῖ. Ἄρα ἀρνεῖτο τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο πλαστήκαμε. Πλαστήκαμε, ἀγαπητοί μου, γιά νά βοῦμε τόν Θεό καί νά ἑνωθοῦμε μαζί Του. Νά γίνουμε ἅγιοι, θεούμενοι, καί ὄχι ἁπλῶς καλοί ἄνθρωποι. Καί εἶναι δυνατόν νά τό πετύχουμε αὐτό, γιατί ὁ Θεός ἔχει ἄκτιστες Ἐνέργειες καί ὄχι Οὐσία μόνο, ὅπως ἔλεγε ὁ Βαρλαάμ.

Μέ πολλές εὐχές,

† Ἐπίσκοπος Ἰερεμίας

 

ΠΗΓΗ: imgortmeg.gr

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».

 

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Θ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 4/65, Ἰούλιος-Αὔγουστος 2016
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».

Ἀπὸ τὸ κατ᾽ εἰκόνα στὸ καθ᾽ ὁμοίωσιν

.             Στὸ περασµένο σηµείωµα ἐξετάσαµε τὴ βιβλικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἀνθρωπολογία, ἡ ὁποία ἀντιλαµβάνεται τὸν ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Μένει νὰ δοῦµε πῶς ἀπὸ τὸ ὑπαρκτικὸ κατ᾽ εἰκόνα θὰ φτάσουµε στὸ καθ᾽ ὁµοίωσιν, αὐτὸ ποὺ μὲ ἄλλη ὁρολογία ὀνοµάζουµε θέωση, καὶ μάλιστα, κατὰ βιβλικὴ διατύπωση, ὀνοµάζουµε κοινωνία μὲ τὴ θεία φύση, ὅπως διατυπώνεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Πέτρο: «ἵνα […] γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσµῳ ἐν ἐπιθυµίᾳ φθορᾶς» (Β´ Πέτρ. α´ 4). Διευκρινίστηκε μάλιστα ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ τριαδικότητα ὡς κοινωνία προσώπων, δηλαδὴ ὡς ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη ἑποµένως εἶναι συστατικὸ στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἐνῶ κάθε διαστροφὴ ἢ ἀλλοίωση αὐτῆς τῆς θεµελιώδους συνθήκης τοῦ βίου του ὀφείλεται σὲ διαµεσολάβηση, εἴτε τὴν ἀντιλαµβανόµαστε ὡς ἐνέργεια δαιμονικῶν δυνάµεων, εἴτε ὡς ἐπήρεια τοῦ περιβάλλοντος, εἴτε ὡς ἀσθένεια τῆς φύσεως. Ἂν μάλιστα δεχτοῦµε τὸ τελευταῖο, ὅτι δηλαδὴ πρόκειται γιὰ ἀσθένεια τῆς φύσεως, τότε πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ τρόπος θεραπείας της, ὥστε ἡ ἀνθρώπινη φύση νὰ ἐπανεύρει τὴν ἀρχῆθεν συστατική της κατάσταση, ἤ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὸ ἀρχαῖο κάλλος (βλ. τὴ διατύπωση ποὺ κατατίθεται στὸ δεύτερο Εὐλογητάριο τῆς Νεκρώσιμης Ἀκολουθίας: «Ὁ πάλαι μέν, ἐκ µὴ ὄντων πλάσας με, καὶ εἰκόνι σου θείᾳ τιμήσας, παραβάσει ἐντολῆς δὲ πάλιν με ἐπιστρέψας εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθην, εἰς τὸ καθ᾽ ὁµοίωσιν ἐπανάγαγε, τὸ ἀρχαῖον κάλλος ἀναµορφώσασθαι») .
.           Τὸ ἔργο αὐτὸ ἀνέλαβε νὰ πραγµατοποιήσει ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεώς του. Ἡ ἀνθρώπινη φύση, τὴν ὁποία ἀνέλαβε καὶ μὲ τὴν ὁποία ἑνώθηκε ὑποστατικά, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀνθρώπινη φύση, ποὺ ὡς εἰκόνα Θεοῦ δηµιουργήθηκε, καὶ μάλιστα μὲ τὴν παγίωση τῆς ὁµοιότητας, τὸ «καθ᾽ ὁµοίωσιν». Εἶναι μιὰ θεωµένη φύση τώρα ἐν Χριστῷ, μιὰ σώα φύση, χωρὶς τὴν παρουσία ὁποιουδήποτε λάθους, δηλαδὴ ἁµαρτίας. Ὁ Χριστός, ὡς νέος Ἀδάµ, ὡς Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ τὰ Εὐαγγέλια, καινουργεῖ τὴν παλαιότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, τῆς ὑποχείριας στὸν θάνατο, καὶ εἰσάγει στὴν ἱστορία τὸν νέο ἄνθρωπο, τὸν ἀπαλλαγµένο ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο.
.             Τὸ ἐρώτηµα, ποὺ τίθεται τώρα, εἶναι ἡ ἀναζήτηση καὶ ἡ πραγµατοποίηση ἐνσωµάτωσης ἑκάστου ἀνθρώπου σ᾽ αὐτὴ τὴ νέα πραγµατικότητα, ἑποµένως ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση. Θὰ ἔµενε ἐλλιπὴς ἡ διαπίστωση ὅτι ὁ ἄνθρωπος φέρει στὴ φύση του ἀνεξίτηλη τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ ἀµαυρωµένη, ἐὰν δὲν συµπληρώναµε τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἐκφραστεῖ καὶ θὰ ἐνεργηθεῖ αὐτὴ ἡ εἰκόνα, πῶς δηλαδὴ θὰ γίνει ἐνεργὸς καὶ θὰ ἀκυρώσει τὶς στρεβλώσεις καὶ τὶς συγχύσεις. Καὶ στὸ σηµεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναφερθοῦµε στὴν παρουσία τῶν θείων καὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν τῆς θεότητας ἐντὸς τῆς Δηµιουργίας, ἡ πρόσκτηση τῶν ὁποίων ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου θὰ θεραπεύσει τὰ ἀσθενῆ καὶ θὰ ἀναπληρώσει τὰ ἐλλείποντα, ὁδηγώντας τὴν ἀνθρώπινη φύση σὲ ἐγχρίστωση.
.             Τί εἶναι ὅμως οἱ ἐνέργειες, ὅταν ἀναφερόµαστε σὲ θεῖες καὶ ἄκτιστες ἐνέργειες; Πρόκειται γιὰ δυνάµεις τῆς θεότητας, τὶς ὁποῖες ἀντιλαµβανόµαστε ἐν συνόλῳ, ἂν καὶ συχνὰ ἐµφανίζονται ἐπιµερισµένες. Προέρχονται ἀπὸ ὅλη τὴν τριαδικὴ θεότητα καὶ εἶναι μεθεκτές, δηλαδὴ µπορεῖ νὰ τὶς προσλαµβάνει ἕκαστος τῶν πιστῶν. Ὑπάρχουν οὕτως ἢ ἄλλως στὴ δηµιουργία, καὶ καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπιτρέψει τὴ σχέση μαζί τους. Νὰ ἐπιτρέψει σηµαίνει νὰ προετοιμάσει τὸν ἑαυτό του, ὥστε αὐτὲς οἱ ἐνέργειες νὰ διαποτίσουν τὴν ὕπαρξή του. Ἔτσι θεµελιώνεται ἡ διὰ βίου ἄσκηση, πνευµατικὴ καὶ σωµατική, καὶ ἀναδύεται ἡ εὐθύνη γιὰ τὴ σωτηρία στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐν ἐλευθερίᾳ ἀναλαµβάνει τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας του. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρίσµα ἀντιλαµβανόµαστε τὴν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ: «εἴ τις θέλει ὀπίσω µου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω µοι» (Ματθ. ιϛ´ 24). Τὸ κρίσιμο ἑποµένως θέµα εἶναι νὰ ἐπιτρέψουµε στὶς θεῖες καὶ ἄκτιστες ἐνέργειες νὰ διαποτίσουν τὴν ὕπαρξή μας, ἔργο στὸ ὁποῖο ὅσοι ἐπιτυχῶς εὐδοκίµησαν, ὁδηγήθηκαν στὴν ἁγιότητα.
.                     Οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ περιγράφονται στὴ βιβλικὴ ἀποκάλυψη ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες σελίδες τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κατ᾽ ἀρχὴν ὡς θεία βούληση, ἐν συνεχείᾳ ὡς δηµιουργὸς δύναµη καὶ τελικὰ ὡς θεία Πρόνοια. Διὰ τῶν ἐνεργειῶν του ὁ Θεὸς γίνεται γνωστὸς στοὺς ἀνθρώπους, στοὺς φίλους του, στὸ λαό του. Ἔχουµε μάλιστα καὶ περιγραφὲς θεοφανειῶν: λόγος, ἦχος, αὔρα, φῶς κ.λπ. Πρέπει ὅμως νὰ ἐπισηµανθεῖ ὅτι τὰ στοιχεῖα αὐτὰ δὲν προέρχονται ἀπὸ κτιστὲς πηγές, ἀλλὰ φέρουν χαρακτήρα ὑπερβατικό. Π.χ., ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δηλώνεται ἢ ἀκούγεται ὡς ἀποκάλυψη τοῦ Υἱοῦ του –αὐτὸς εἶναι ποὺ ὁµιλεῖ στοὺς Προφῆτες. Ἀνάλογα, τὸ φῶς εἶναι ἄκτιστο, καὶ τὶς περισσότερες φορὲς δηλώνει παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἀκόµα καὶ ἡ λεπτὴ αὔρα, ποὺ ἀντιλαµβάνεται ὁ προφήτης Ἠλίας ὡς παρουσία Θεοῦ, ἔχει ἄκτιστη προέλευση. Τὶς περισσότερες μάλιστα φορὲς οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ γίνονται ἀντιληπτὲς ὡς ἐνδιάθετη αἴσθηση. Ἐπίσης, μέσῳ τῶν αἰσθήσεων ἀντιλαµβανόµαστε τὰ ἀποτελέσµατα τῶν θείων ἐνεργειῶν, καὶ ἔτσι πρέπει νὰ προσεγγίζουµε τὶς ἐξαγγελίες τῶν Προφητῶν ἢ τῶν Ἀποστόλων, ὅπως τὴ δήλωση τῶν τελευταίων, ὅτι εἶναι μάρτυρες ὅσων εἶδαν, ὅσων ἄκουσαν καὶ ὅσων ψηλάφησαν («ὃ ἀκηκόαµεν, ὃ ἑωράκαµεν τοῖς ὀφθαλµοῖς ἡµῶν, ὃ ἐθεασάµεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡµῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς», Α´ Ἰωάν. α´1).
.                     Ἐνδεικτικὴ εἶναι ἡ περίπτωση ποὺ περιγράφει τὸ εὐαγγέλιο ὡς θεραπεία τῆς αἱµορροούσας γυναίκας, ὅπου ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δηλώνει ὅτι ἀντιλήφθηκε μιὰ δύναµη νὰ ἐξέρχεται ἀπ᾽ αὐτόν: «Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ». (Λουκ. η´ 45-46).
.               Ἡ παρουσία αὐτῶν τῶν θείων δυνάµεων, ποὺ ὀνοµάζουµε ἄκτιστες ἐνέργειες, δηλώνονται ἐπίσης ὡς θεία Πρόνοια ἢ θεία Χάρη. Εἶναι παροῦσες καὶ στὴν ὑλικὴ δηµιουργία, ἀλλὰ καὶ στὸ λογικὸ πλήρωµα τῆς γῆς, δηλαδὴ στὸν ἄνθρωπο. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον μὲ νοητὸ τρόπο, ἀλλὰ καὶ μὲ ὁρατό. Ὄχι μόνον ἐκτὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θεία Χάρη ὑπάρχει εἴτε τὸ ξέρουµε εἴτε δὲν τὸ ξέρουµε, εἴτε τὸ ἀντιλαµβανόµαστε εἴτε δὲν τὸ ἀντιλαµβανόµαστε. Δὲν γεννιέται ξαφνικά, ἀπὸ τὸ µηδέν, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ συνδράµει τοὺς εὐσεβεῖς καὶ μετὰ νὰ παύσει νὰ ὑπάρχει. Δὲν εἶναι κτιστή, γιὰ νὰ γίνεται καὶ νὰ ἀπογίνεται. Εἶναι δύναµη ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ θεότητα καὶ εἶναι παροῦσα διαρκῶς. Ἐνεργεῖ στὸν ἄνθρωπο, ὅταν ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀποδέχεται, εἴτε μεµονωµένα εἴτε ὡς λαὸς τοῦ Θεοῦ.
.               Ἐὰν ἔτσι εἶναι τὰ πράγµατα, τότε καταλαβαίνουµε γιατί ὁ Ψαλµωδὸς ἀναφωνεῖ: «Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώµατά σου, Κύριε τῶν δυνάµεων» (Ψαλµ. ΠΓ´ [83] 2). Ὁ τόπος τοῦ Θεοῦ, τὰ σκηνώµατά του, µπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ἢ ἕνας λαός. Τόπος τοῦ Θεοῦ µπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα µωρό, ἕνας ἐνήλικας, ἕνας πρεσβύτης. Τόπος τοῦ Θεοῦ µπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα σπουργίτι, ἕνα πετούµενο, τὰ πάντα, γιατὶ ὁ Κύριος διαποτίζει τὰ πάντα μὲ τὶς δυνάµεις του, εἶναι ὁ Κύριος τῶν δυνάµεων. Ἐνῶ ἐὰν ἡ θεία Χάρη εἶναι κτιστή, ὅπως τὴν ἑρµηνεύει ἡ δυτικὴ θεολογία, τότε ὑπάρχει μία συναλλαγὴ μὲ τὴ θεότητα. Γιὰ νὰ µπορέσω νὰ ἐπιτύχω τὴν παρουσία τῆς θείας Χάρης, πρέπει νὰ πληρώσω. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔχουµε τὴν ἀνάπτυξη τῶν συµπλεγµάτων ἐνοχῆς στὴ Δύση. Εἶµαι ἀµαρτωλός, ἄρα «πληρώνω» καὶ ἀποκαθιστῶ τὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ.
.               Γιὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ Θεὸς γίνεται παρὼν ἄλλοτε ὡς «ὁ ἐνεργῶν ἐν ἡµῖν […] ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας» (Φιλ. β´ 13), καὶ ἄλλοτε ὡς «ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ἡ ἐνεργουµένη ἐν ἐµοὶ ἐν δυνάµει» (Κολ. α´ 29). Κυρίως ὅμως, γιὰ τὸν Παῦλο, ὁ Χριστὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ συγκεφαλαιώνει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ ὡς δύναµη καὶ σοφία: «Χριστὸς Θεοῦ δύναµις καὶ Θεοῦ σοφία» (Α´ Κορ. α´ 24).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

, , , ,

Σχολιάστε

ΝΕΟΙ ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΤΕΣ καὶ ΝΕΟΙ ΚΟΡΑΗΔΕΣ;

Νέοι Βαρλααμιστς κα νέοι Κοραδες;

Γιάννη Κων. Νεονάκης MD, MSc, PhD

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Γεμάτος ὁ τόπος!

.             Κατ’ ἀρχὰς θὰ ἤθελα νὰ σημειώσω ὅτι ἐκτιμῶ καὶ σέβομαι ἰδιαίτερα τὸν γνωστὸ σύγχρονο λόγιο καὶ στοχαστή, θέσεις τοῦ ὁποίου θὰ σχολιάσει τὸ παρὸν ἄρθρο. Ἡ εὐρυμάθεια, ἡ εὐγλωττία, ἡ διεισδυτικότητα καὶ ἡ ὀξυδέρκεια εἶναι λίγα μόνο ἀπὸ τὰ πολλά του χαρίσματα.
.             Ὁ στοχαστὴς λοιπὸν αὐτὸς θεωρεῖ ὅτι ὡς λαὸς ἔχομε μία σοβαρὴ ἐγγενῆ ἀδυναμία νὰ κινηθοῦμε πρὸς τὴν πρόοδο καὶ αὐτὴ ἡ ἀδυναμία ἐντοπίζεται στὶς ἰσχυρὲς ἐσωτερικές μας συγκρούσεις, ἀπότοκο πεπαλαιωμένων ἀντιλήψεων, οἱ ὁποῖες μᾶς ἐγκλωβίζουν σὲ ἕνα φαντασιακὸ πόρρω ἀπέχον τῆς τρέχουσας πραγματικότητας καὶ τοῦ σύγχρονου κόσμου. Μὲ ἄλλα λόγια στν ψυχοσύνθεσή μας πάρχουν «μεσαιωνικς» θεολογικς γκυλώσεις κα βαρίδια πο μποδίζουν τν ποια ξέλιξή μας. Ἀντίθετα, ἡ Δύση μετὰ τὸ σχίσμα τοῦ 11ου αἰώνα, τὴν ἐξατομίκευση, τὴ σχολαστικὴ θεολόγηση καὶ τὴν πλήρη ἐπικράτηση τῆς λογικῆς στὴν ἀνάλυση τῶν πάντων, ἐν πολλοῖς κατάφερε νὰ προοδεύσει, ἀφήνοντας ἐμᾶς καθηλωμένους στὸ 13ο καὶ 14ο  αἰώνα.
.               Τότε δηλαδὴ ποὺ εἴχαμε τὴν ὁλομέτωπη σύγκρουση τῶν δύο ἀντιλήψεων, τῆς Δύσης ἀπὸ τὴ μία μεριὰ καὶ τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς ἀπὸ τὴν ἄλλη, μὲ τὶς λεγόμενες «ἡσυχαστικὲς ἔριδες» καὶ τὶς ἀπαντήσεις ποὺ δόθηκαν στὶς συνόδους τοῦ 1341, 1347 μὲ ἀποκορύφωμα φυσικὰ τὴ σύνοδο τοῦ 1351. Οἱ τρεῖς αὐτὲς σύνοδοι συγκροτοῦν μίαν ἑνότητα, ἡ ὁποία γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους ἐπέχει θέση Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τῆς Θ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
.               Σὲ πρόσφατη ὁμιλία του λοιπὸν ποὺ ὀργανώθηκε ἀπὸ τὸ πολιτικὸ κόμμα «Ποτάμι» ὁ στοχαστὴς ἀναφέρει ἐπὶ λέξει (προφορικὸς λόγος): «Ἐκεῖ εἶναι τὸ μεγάλο κώλυμα, στὸ ὁποῖο παίζει ρόλο μία παλιὰ κουλτούρα μεσαιωνική, ἡ ὁποία δὲν ἔκανε τὸν 10ο, τὸν 11ο αἰώνα τὰ βήματα ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνουν, ἐνῶ ἄρχιζε στὴ Δύση αὐτὴ ἡ κίνηση τῆς ὡριμάνσεως τῶν συνειδήσεων, ἐδῶ δὲν ἔγινε ποτέ. Ἐδῶ δογματικὰ ἀπεκλείσθη ἡ χρήση τῆς λογικῆς τὸ 1351 μετὰ τὶς ἡσυχαστικὲς ἔριδες. Ἔχει σημασία αὐτὸ νὰ τὸ καταλάβουμε. Δογματικά. Δογματικά, ὡς δόγμα ἀπεκλείσθη. Ὡς δόγμα θρησκευτικό, δηλαδὴ ὡς κομμάτι τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι πολὺ σοβαρὸ αὐτὸ τὸ πράγμα νὰ τὸ σκεφτεῖ κανείς, ὑπάρχει μία ἱστορία, ἕνα βάθος σὲ αὐτὰ τὰ πράγματα. Καὶ βεβαίως δὲ μιλήσαμε σήμερα τί θὰ ἔκανε ἕνα νεωτερικὸ Κόμμα μὲ τὴν Ἐκκλησία. Θὰ τὸ ποῦμε ἄλλη φορὰ αὐτό.»
.             Προφανῶς καὶ τὰ πράγματα δὲν εἶναι ἔτσι. Καθὼς προσεγγίζει τὰ θέματα μὲ φιλοσοφικὸ στοχασμό, καὶ ἔχοντας τρόπο ἀνάλυσης ποὺ δομεῖται μὲ δυτικὰ κριτήρια ὁδηγεῖται σὲ ἁπλουστεύσεις καὶ ἀφορισμοὺς ποὺ συσκοτίζουν μᾶλλον ἀντὶ νὰ ἀναδεικνύουν τὰ ζητήματα. Καὶ εἶναι γεγονὸς ὅτι ἔχομε ὑποφέρει πολὺ καὶ γιὰ πολλοὺς αἰῶνες ὡς γένος ἀπὸ τὴ συνεχῆ πίεση μίας εὐρείας χορείας, πολυμαθῶν κατὰ τὰ ἄλλα, προσώπων, μὲ σκοπὸ τὴν ἆρον-ἆρον «μετακένωση» καὶ σὲ μᾶς τῶν λαμπρῶν ἀντιλήψεων τῶν «πεφωτισμένων ἐθνῶν τῆς Ἑσπερίας». Προεξάρχουσες φυσικὰ μορφὲς αὐτῆς τῆς χορείας ὁ Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρὸς καὶ ὁ Ἀδαμάντιος Κοραής.
.               Στὴν περιορισμένη ἔκταση τοῦ παρόντος ἄρθρου ἀσφαλῶς δὲν μποροῦν νὰ εἰπωθοῦν πολλά. Γνωρίζοντας ὅμως τὸν θεμελιώδη ρόλο ποὺ παίζει ἡ θεολογία στὴ διαμόρφωση τοῦ καθημερινοῦ βίου, ὀφείλομε ἁπλῶς νὰ ὑπενθυμίσομε κάποιες ἀπὸ τὶς θέσεις τῆς Θ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖες οὐσιαστικὰ ἐπικύρωσαν τὶς διδασκαλίες τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ Φράγκικη θεολογία, στὴν Ὀρθοδοξία ὑπάρχει σαφὴς διάκριση Ἀκτίστου Οὐσίας καὶ Ἀκτίστων Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Καὶ μπορεῖ μὲν ἡ Οὐσία νὰ εἶναι ἀμέθεκτη, ὅμως μέσῳ τῶν  Ἀκτίστων Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ κοινωνοῦμε μὲ τὸν Θεὸ καὶ θεούμεθα.  Μὲ ἄλλα λόγια ὁ Θεὸς τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι κοντά μας, εἶναι δίπλα μας, εἶναι ἀπολύτως μεθεκτὸς καὶ καθὼς οἱ Ἐνέργειες εἶναι Ἄκτιστες δυνάμεθα καὶ ἐμεῖς οἱ κτιστοὶ τῆς σωτηρίας καὶ τῆς μετοχῆς στὴ θεότητα.
.         Ἡ μετοχὴ στὶς Ἄκτιστες Ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ἡ θέα δηλαδὴ τοῦ Ἀκτίστου Φωτὸς μπορεῖ νὰ γίνει ἀπὸ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Ὅπως βεβαιώνουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ βιωθεῖ ἀπὸ τώρα. Ὁ Θεὸς ἀπὸ ἀγάπη ἐπιτρέπει τὴ βίωση αὐτὴ κατὰ τὰ μέτρα τῆς ἀντοχῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Τὸ Θαβώρειο Φῶς δὲν τὸ εἶδαν ὅλοι οἱ μαθητές, παρὰ μονάχα τρεῖς, αὐτοὶ ποὺ τὴ δεδομένη στιγμὴ ἦταν πιὸ ἕτοιμοι νὰ ἀντέξουν τὴν ἀποκάλυψη. Καὶ τὸ κριτήριο τῆς ἀντοχῆς εἶναι ἡ καθαρότητα τοῦ νοῦ. «Οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ τὸν Θεὸν ὄψονται». Ἡ δὲ καθαρότητα ἐπιτυγχάνεται ἐν τῇ ἡσυχία καὶ ἐν τῇ Λειτουργικῇ Ζωῇ μὲ συνεχῆ προσευχὴ καὶ νήψη.
.          Τέλος, ὀφείλομε νὰ ὑπενθυμίσομε ἐπ’ ὀλίγον τὴ λεπτότατη διάκριση ποὺ γίνεται στὴν Ὀρθόδοξη Πατερική μας θεολογία ἀνάμεσα στὸ λόγο καὶ στὸ νοῦ. Ὑπάρχουν δύο ἀπολύτως διακριτὲς ἐνέργειες τῆς ψυχῆς: ἡ λογικὴ ἐνέργεια (λόγος), ἡ ὁποία τρόπον τινὰ σχετίζεται μὲ τὸν ἐγκέφαλο καὶ ἡ νοερὰ ἐνέργεια (νοῦς),  ἡ ὁποία τρόπον τινὰ σχετίζεται μὲ τὴν καρδιά. Λόγ τς λλειψης μπειρίας, ο περισσότεροι νθρωποι γνοον πλήρως,  δυσκολεύονται ν συνειδητοποιήσουν τν παρξη το νο. Ὅμως ὁ νοῦς, ἡ νοερὰ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς εἶναι, ὅπως μᾶς παραδίδουν οἱ Πατέρες μας,  μία λεπτότατη προσοχὴ τῆς ὕπαρξης, ὅπου δρώντας οἱ Ἄκτιστες Ἐνέργειες ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός, ἀλλοιώνοντας μετὰ τὸν ὅλο ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς ἐν τῇ προσωπικῇ του σχέσει μὲ τὸν ἄνθρωπο ἀποκαλύπτεται, ὅπως Αὐτὸς ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο κρίνει ὅτι πρέπει νὰ γίνει. Καὶ ἡ ἀποκάλυψη αὐτὴ γίνεται στὸ νοῦ. Κατόπιν ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἄλλους μὲ τὸ λόγο καὶ τὰ κτιστὰ μέσα νὰ «περιγράψει» τὸ βίωμα. Ἡ οὐσία ὅμως εἶναι ἡ μέθεξη μὲ τὸ ἄκτιστο καὶ ὄχι ἡ περιγραφὴ μὲ τὸ κτιστό, ἡ ὁποία εἶναι πάντα ἐλλειμματική. Γιὰ παράδειγμα, ἀκόμα καὶ τὸ «πνευματικότερο», ὅπως χαρακτηρίζεται, Εὐαγγέλιο, αὐτὸ τοῦ Ἰωάννη εἶναι ἀδύνατον νὰ περιγράψει τὴν ἐμπειρία καὶ τὴ μέθεξη τοῦ Ἀκτίστου Φωτὸς ποὺ εἶχε ὁ Ἰωάννης. Ἡ λογικὴ προσπαθεῖ νὰ δώσει μορφή, ἢ νὰ περιγράψει τὶς ἐμπειρίες καὶ φυσικὰ νὰ προσεγγίσει καὶ νὰ ἀναλύσει τὸν κτιστὸ κόσμο. Ὅμως εναι πολύτως σαφς π τος Πατέρες τι εναι δύνατον ν προσεγγίσει κανες τὸν  Θε μ τ σχολαστικ λογικ νάλυση, τ φιλοσοφία τ στοχασμό.
.               Βέβαια, γιὰ τὸν Βαρλαὰμ καὶ τοὺς ὁμοϊδεάτες του, ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν ἀποκυήματα ζωηρᾶς φαντασίας καὶ ὀπισθοδρόμηση. Ετυχς πο Θες μς προστατεύει π τν πλάνη χαρίζοντάς μας συνεχς κα μέχρι τς μέρες μας νέους γίους, ο ποοι πιβεβαιώνουν πλήρως τν Πατερικ θεολογία. Ν θυμηθομε μεταξ λλων, τν γιο Πορφύριο,  τν γιο Παΐσιο,  κα ξόχως τν γιο Σιλουαν τν θωνίτη.

 

ΠΗΓΗ: infognomonpolitics.blogspot.gr

, ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ: «Ο “ΘΕΟΣ” ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΟΛΑΤΙΝΩΝ ΕΙΝΑΙ ΦΡΙΚΤΟΣ»

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ 

Μητροπολίτου Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως ερεμίου

1. Τὸ πολυτιμότερο πράγμα, ἀδελφοὶ χριστιανοί, εἶναι ἡ πίστη μας, ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μας. Ἡ πίστη μας αὐτὴ εἶναι θεία ἀποκάλυψη. Δὲν εἶναι δηλαδὴ ἐφεύρημα τῶν παπάδων καὶ τῶν δεσποτάδων, δὲν εἶναι ἀνακάλυψη ἀνθρώπινου νοῦ, ἀλλὰ εἶναι ἀποκάλυψη. Ἀποκάλυψη τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ποὺ σαρκώθηκε καὶ ἦρθε σὲ μᾶς καὶ μᾶς τὴν φανέρωσε. Καὶ ἡ πίστη μας αὐτὴ ἔφτασε σὲ μᾶς μὲ ἀγῶνες καὶ θυσίες πολλές, χωρὶς κἂν νὰ ἀλλοιωθεῖ οὔτε στὸ παραμικρό. Αὐτό, χριστιανοί μου, εἶναι θαῦμα.
.           Γιὰ νὰ καταλάβετε τὸ θαῦμα αὐτό, φανταστεῖτε κάποιον νὰ κρατᾶ στὰ χέρια του μία γυάλα γεμάτη μὲ ἕνα πολύτιμο ὑγρό, νὰ περπατάει σὲ ἕναν ὀλισθηρὸ δρόμο καὶ γύρω του ἄνθρωποι νὰ τὸν σπρώχνουν καὶ νὰ τὸν πιέζουν συνεχῶς γιὰ νὰ τοῦ πέσει ἡ γυάλα καὶ νὰ τοῦ χυθεῖ τὸ ὑγρό. Καὶ ὅμως ὁ ἄνθρωπος αὐτός, μὲ τὰ τόσα ἐμπόδια ἀπὸ τοὺς γύρω του, περπάτησε τὸν μακρὺ – μακρὺ ὀλισθηρὸ δρόμο του, χωρὶς νὰ τοῦ χυθεῖ οὔτε μία σταγόνα ἀπὸ τὸ πολύτιμο καὶ ἀκριβὸ ὑγρὸ ποὺ κρατοῦσε.
.           Αὐτὸ εἶναι ἡ πίστη μας, ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μας, ἀδελφοί μου χριστιανοί. Τὴν πολέμησαν πολλοί, βασάνισαν τοὺς πιστούς, βάλθηκαν νὰ τὴν ἐξαφανίσουν ἢ νὰ τὴν νοθεύσουν καὶ ὅμως ἡ πίστη μας κρατήθηκε ἀναλλοίωτη, ὅπως τὴν παρέδωσε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στοὺς Ἀποστόλους Του καὶ ὅπως αὐτοὶ τὴν παρέδωσαν στοὺς διαδόχους τους. Χωρὶς νὰ χυθεῖ οὔτε μία σταγόνα, χωρὶς δηλαδὴ νὰ παραλλαγεῖ «οὔτε μία κεραία οὔτε ἕνα ἰῶτα» ἀπὸ τὰ δόγματά της. Ἡ γυάλα – τὸ ποτήρι δόθηκε ἀπὸ χέρι σὲ χέρι, ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, καὶ ἔφτασε μέχρι τὰ δικά μας χέρια, ὅπως ἀκριβῶς δόθηκε ἀπὸ τὸ πρῶτο χέρι. Αὐτὸ ὅμως, χριστιανοί μου, δημιουργεῖ καὶ σὲ μᾶς τὴν ὑποχρέωση νὰ παραδώσουμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας ὅπως καὶ τὴν παραλάβαμε, δηλαδὴ χωρὶς νὰ τὴν παραλλάξουμε καὶ νὰ τὴν ἀλλοιώσουμε οὔτε στὸ παραμικρό. Ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μας εἶναι σὰν τὸ μάτι μας. Τὸ μάτι μας δὲν δέχεται μέσα του οὔτε μία τρίχα. Ἔτσι καὶ ἡ πίστη μας δὲν δέχεται οὔτε ἕνα «γιώτα».

 2. Καὶ ἐπειδὴ ἡ σειρὰ τῶν μαθημάτων μας εἶναι γιὰ τὴν Ἁγία Τριάδα, ναί, γιὰ ἕνα «ι» (γιῶτα) δόθηκαν μεγάλες μάχες στὴν Ἐκκλησία μας. Καὶ τὸ ἐξηγῶ αὐτό: Πιστεύουμε, Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καὶ ἀχώριστον. Ὥστε λοιπόν, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ΟΜΟΟΥΣΙΟΣ μὲ τὸν Πατέρα. Θεὸς ὁ Πατέρας, Θεὸς ὁμοούσιος καὶ ὁ Υἱός, Θεὸς ὁμοούσιος καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Οἱ αἱρετικοὶ ἀρειανοὶ στὴ λέξη ὁμοούσιος, ἔβαζαν ἕνα «γιώτα» καὶ διάβαζαν ὁμΟΙούσιος. Οἱ ὀρθόδοξοι ἔλεγαν τὸν Χριστό, ὁμοούσιο μὲ τὸν Πατέρα, ὅπως ἔτσι εἶναι. Οἱ αἱρετικοὶ ὅμως τὸν ἔλεγαν ὁμΟΙούσιο. Δηλαδὴ ἡ διαφορά μας ἦταν σὲ ἕνα «γιῶτα». Καὶ ὅμως, χριστιανοί μου, ἡ Ἐκκλησία μας γι᾽ αὐτὸ τὸ «γιῶτα» ἔδωσε πολλὲς καὶ σκληρὲς μάχες. Γιατί, ἂν ποῦμε τὸν Χριστὸ ὁμοούσιο μὲ τὸν Πατέρα, ὅπως τὸν λέμε οἱ ὀρθόδοξοι, τότε τὸν ὁμολογοῦμε γιὰ Θεό.  Ἂν ὅμως τὸν ποῦμε ὁμΟΙούσιο μὲ τὸν Πατέρα, τότε τὸν δεχόμαστε ὡς ἄνθρωπο ποὺ ὁμοιάζει μὲ τὸν Θεό, ὄχι ὅμως Θεό, ποὺ ἔχει τὴν ἴδια οὐσία μὲ Αὐτόν, δηλαδὴ ΟΜΟΟΥΣΙΟ.

 3. λη πίστη μας, δελφοί μου χριστιανοί, ξεκινάει π τί Θε χουμε. Καὶ ὁ Θεός μας εἴπαμε εἶναι Τριαδικός: Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιος καὶ ἀχώριστος. Εἶναι ὁ γλυκὸς Θεός, «ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν», ὅπως Τὸν ψάλλουμε στὴν Ἐκκλησία μας. Εἶναι ὁ Θεός μας, πού, ἂν καὶ εἴμαστε παραβάτες τῶν ἐντολῶν Του, ὅμως τοῦ λέμε τὸ «Κύριε ἐλέησέ μας» καὶ τοῦ μιλᾶμε ἐλεύθερα. Τοῦ λέμε τὸν πόνο μας, ἀκόμη καὶ τὸ παράπονό μας. Γλυκὸς Θεός! «Ἰησοῦ γλυκύτατε Χριστέ, Ἰησοῦ μακρόθυμε»!
.           Καὶ ὅλο αὐτὸ εἶναι γιατί, ὅπως εἴπαμε στὰ μαθήματά μας, οἱ ἅγιοι Πατέρες κάνουν διάκριση μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Θεό, ὥστε: Ἂν καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ᾽ρθοῦμε σὲ κοινωνία μὲ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ὅμως ὁ Θεὸς μὲ τὶς θεῖες Του ἐνέργειες μᾶς ἀγκαλιάζει καὶ μᾶς λούζει καὶ εἶναι πολὺ κοντά μας. Εἶναι μέσα μας! Καὶ ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι μιλᾶμε γιὰ ἐν- Τριάδωση καὶ ἐν-Χρίστωση. Μέσα μας ἔχουμε τὸν Θεό μας! Θες μως τν Φραγκο- λατίνων, τν Ρωμαιοκαθολικν δηλαδή, πως λέγονται, εναι φρικτός. Δὲν μπορῶ νὰ προσευχηθῶ σὲ ἕναν τέτοιο Θεό, ὅπως τὸν δέχονται οἱ Παπικοί.
.           Οἱ Παπικοὶ δὲν δέχονται τὴν διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Θεό, ὅπως κάνουν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, ἀλλὰ δέχονται ἕναν Θεὸ ὡς οὐσία μόνο. Δηλαδή, οἱ Παπικοὶ ἔχουν ἕνα Θεὸ μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει κοινωνία. Πραγματικά, ἂν ὁ Θεὸς εἶναι οὐσία μόνο, τότε δὲν μπορεῖ νὰ ἔχουμε κοινωνία μαζί Του, γιατί δὲν μποροῦμε νὰ μετέχουμε στὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Δν τν θέλουμε τν Θε τν Δυτικν. Δν εναι καλς Θεός. Ἀλλὰ οὔτε καὶ τὰ δικά τους τὰ παιδιὰ δὲν τὸν θέλουν καὶ δὲν τὸν δέχονται αὐτὸν τὸν Θεό, γι᾽ αὐτὸ καὶ μὲ πανώ στοὺς δρόμους τὰ παιδιὰ τῶν Δυτικῶν διαλαλοῦν καὶ λέγουν: «ΠΕΘΑΝΕ Ο ΘΕΟΣ»!…Ποιὸς Θεὸς πέθανε; Ὁ Θεὸς τῶν Δυτικῶν, ὅπως τοὺς τὸν δίνουν οἱ Πάπες τους. Καλ τος τ λεγε δικός μας γιος Γρηγόριος Παλαμς, πο κήρυττε Θε χι μόνο μ θεία οσία, λλ κα μ θεες νέργειες. λεγε στος Δυτικούς: «Θες νενέργητος, ρα ΘΕΟΣ ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΣ»! Ἡ ἄλλη δὲ πλάνη τῶν Παπικῶν περὶ τοῦ Φιλιόκβε, γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχουμε μιλήσει, μπερδεύει ἀκόμη περισσότερο τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κάνει περισσότερο ἀποκρουστική. Τί Θεὸ τέλος πάντων ἔχουν αὐτοὶ οἱ Παπικοί;!…

 4. Τὸ Τριαδικὸ δόγμα, ἀδελφοὶ χριστιανοί, ὅπως καὶ ὅλα τὰ δόγματα, μᾶς δόθηκαν ὄχι γιὰ νὰ γνωρίζουμε θεωρητικὰ ὁρισμένες ἀλήθειες, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς γίνονται οἱ ἀλήθειες αὐτὲς ζωή. Καὶ ἡ ἑνότητα τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸ ὁμοούσιον δηλαδὴ τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μᾶς διδάσκει καὶ μᾶς ἐπιβάλλει καὶ τὴν δική μας ἑνότητα ὡς χριστιανῶν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν παρακαλοῦσε τὸν Πατέρα Του γιὰ τὴν ἀγάπη τῶν ἰδικῶν Του καὶ γιὰ τὴν ἑνότητα μεταξύ τους, ἀναφέρθηκε στὴν ἑνότητα τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος (βλ. Ἰωάν. ιζ´ 11). Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὴν Θεία Λειτουργία, γιὰ νὰ ὁμολογήσουν οἱ χριστιανοὶ τὴν πίστη τους στὸν Θεό, τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ ἱερέας τοὺς λέει πρῶτα τὸ «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους». Γι᾽ αὐτὸ πάλι καὶ ἀββάδες, Ρῶσοι συνήθως, ἀφιερώνουν κάποιο Μοναστήρι ποὺ κτίζουν στὴν Ἁγία Τριάδα, γιὰ νὰ εἶναι ἀγαπημένοι καὶ ἑνωμένοι οἱ Μοναχοὶ ποὺ θὰ ἀσκοῦνται σ᾽ αὐτό.

 Μὲ πολλὲς εὐχές,
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως Ἱερεμίας

 ΠΗΓΗ: agiostherapon.blogspot.gr

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡ. ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ, τὸν θεολογικώτατο θεατὴ τῶν ὑπερκοσμίων, ὅπου ἀκούει ἀλάλητα ρήματα

Κυριακὴ Β´ Νηστειῶν – Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὁμιλεῖ περὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
καὶ τῆς προσφορᾶς του στὴν Ἐκκλησία

Πρόλογος τοῦ ἁγίου Νικοδήμου
στὰ μεταγλωττισμένα ἀπὸ αὐτὸν παλαμικὰ συγγράμματα,
τὰ ὁποῖα ὅμως ἀποτεφρώθησαν ἀπὸ πυρκαϊὰ στὸ τυπογραφεῖο τῆς Βενετίας.
[Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Θεοκλήτου μοναχοῦ  Διονυσιάτου
«Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἡ Θεολογία του», σελ. κη´ – μβ´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγή-Μετάφρ. Ἐπιμέλεια
Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μουραζέρη, Ἅγιον Ὄρος
σελ. 517-530
Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς

.       Ἀλίμονο στὸν καιρὸν ἐκεῖνο ποὺ δὲν σὲ ἀγαποῦσα, λέγει κάπου πρὸς τὸν Θεό, φλεγόμενος ἀπὸ ἔρωτα, ὁ ἅγιος Αὐγουστίνος. Ἐγὼ δὲ μεταβάλλοντας ἐλαφρῶς τὸν λόγο θὰ ἔλεγα ἀναλόγως: ἀλίμονο στὸν καιρὸν ἐκεῖνο ποὺ δὲν εἶχαν ἐκδοθῆ διὰ τοῦ τύπου τὰ πάνσοφα καὶ θαυμαστὰ καὶ θεόβροντα συγγράμματα τοῦ μεγάλου φωστῆρος τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγορίου. Ἂς χαθῆ ὁ φθόνος! Μᾶλλον δὲ ὁ πατὴρ τοῦ φθόνου, ὁ ὁποῖος ἄφησε τὰ συγγράμματα αὐτὰ κάπου τέσσερις αἰῶνες καὶ πλέον μέσα στὸ σκότος, παραπεταμένα σὲ μίαν ἄκρη, καὶ μόλις νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὴν φθοράν, αὐτὰ ποὺ ἦσαν ὄχι μόνον ἄξια ἀλλὰ καὶ ὑπεράξια νὰ ἰδοῦν τὸ φῶς τῆς οἰκουμένης ὁλοκλήρου, γιὰ νὰ μὴν εἰπῶ ἄξια καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ οὐρανοῦ.
.          Μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα δεινὰ ποὺ περιβάλλουν τὸ δυστυχὲς γένος μας, ἦταν καὶ αὐτὸ τὸ καλόν, νὰ στερηθοῦν τόσοι ἀδελφοὶ ἀπὸ τὸν φθόνο ποὺ παρακολουθεῖ κάθε καλό. Καὶ γιὰ τὴν στέρησιν αὐτὴ θρηνεῖ ἡ ἠθική, ἡ ὁποία καθαίρει ἀπὸ τὰ πάθη, διότι ἐζημιώθη τὴν ἀκριβεστάτη διάκριση καὶ στάθμη τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν παθῶν. Θρηνεῖ ἡ φυσικὴ θεολογία, ἡ ὁποία φωτίζει τὴν ψυχή, καθὼς καὶ ἡ Θεόπνευστος Γραφή, ποὺ ἀναζητοῦν τοὺς τρανοὺς καὶ ἀληθεῖς λόγους τους. Πρὸ παντὸς θρηνεῖ ἡ θεολογικὴ ἐπιστήμη, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴν τελειότητα, ἐπειδὴ μένει ἀκόμη κάπως ἀτελής, καὶ γι’ αὐτὸ ἀναζητεῖ γοερῶς τὴν τελειότητά της.
.       Καὶ γιὰ νὰ εἰπῶ μὲ ἕνα λόγον, ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅλον τὸ ὀρθόδοξον πλήρωμα, ὅλος ὁ ἱερὸς κλῆρος ποὺ εἰσέρχεται στὸ ἱερὸν Βῆμα καὶ προσεγγίζει τὸν Θεόν, καὶ ὅλος ὁ λαός, ποὺ παραμένει ἔξω ἀπὸ τὸ Βῆμα, ὤ, ποίαν δόξαν ἔχουν στερηθῆ, ποίαν δύναμη, ποῖον πλοῦτον ἀπὸ τὴν ἔλλειψη τοιούτων πνευματικῶν θησαυρῶν! Καὶ γιὰ νὰ μιλήσω κάπως πιὸ τολμηρά, ποίαν ἀδοξίαν ἡ ἔνδοξος, ποίαν ἀδυναμίαν ἡ δυνατή, ποίαν πτωχείαν εἶχε περιβληθῆ μέχρι σήμερα ἡ πλουτοδότις Ἐκκλησία, ἐπειδὴ δὲν εἶχε τὰ συγγράμματα τοῦ θείου Παλαμᾶ! Ἀλλὰ ἂς εἶναι εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰώνας ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Πατρὸς καὶ Νοός, ὁ δοτὴρ καὶ αἴτιος κάθε καλοῦ καὶ μάλιστα τῶν λόγων περὶ Αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Αὐτὸς καὶ τώρα τὰ μεταβάλλει ὅλα μόνον μὲ τὴν θέληση, καὶ τὸν τωρινὸν αἰώνα τὸν κάμει μακαριστόν. Καὶ τὸν φθόνον διαλύει, καὶ τὴν λύπη μεταβάλλει σὲ χαράν, καὶ στὴν Ἐκκλησίαν ἀποδίδει τὸν στολισμό της μὲ τὴν ἔκδοση τῶν συγγραμμάτων αὐτῶν. Καὶ οἰκονόμησε ἔτσι τὰ πράγματα, ὅπως ἠμπορεῖ νὰ συμπεράνη κανείς, ὥστε νὰ προηγηθοῦν παιδαγωγικώτερα συγγράμματα ἄλλων θεολόγων, γιὰ νὰ καταστήσουν τοὺς νόες δεκτικοὺς τῶν ὑψηλῶν συγγραμμάτων τοῦ θείου τούτου Πατρός, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν σύνοψη καὶ κατάληξη ὅλων ἐκείνων καί, κατὰ κάποιον τρόπον, ἐπισφράγισμα τῶν. Διότι αὐτὸς εἶναι θεσμὸς καὶ τάξις πανίερος, καὶ στὰ ἀγγελικὰ τάγματα, πάντοτε καὶ σὲ ὅλα, πρῶτα δίδονται τὰ ἀτελέστερα καὶ στοιχειώδη, καὶ ὕστερα τὰ τελειότερα, ἐξ αἰτίας τῆς ἀτελείας ἐκείνων ποὺ θὰ τὰ δεχθοῦν. Αὐτὸ βεβαιώνει ὁ Νόμος ὁ Μωσαϊκὸς καὶ τὸ Εὐαγγέλιον. Ὁ μὲν ὡς ἀτελὴς προκηρυττόμενος πρὸς ἀτελεῖς, τὰ δὲ ὡς τέλειον ἀποκαλυπτόμενον ὕστερα ἀπὸ τὸν νόμο πρὸς τελείους. Ἄλλωστε αὐτὸ φανερώνουν τυπικῶς καὶ οἱ φωνὲς τῆς σάλπιγγος ἐπάνω στὸ Σινά, οἱ ὁποῖες, λέγει, ἔφθασαν βαθμιαίως σὲ μεγάλην ἔνταση.
.          Ἐκτὸς αὐτῶν, δὲν ἦταν καθόλου ἀνεκτὸν στὸν Θεόν, ἀλλὰ οὔτε καὶ δίκαιον, τοὺς λόγους ποὺ ἔγραψε στὶς πλάκες τῆς καρδίας ὄχι μὲ μελάνι ἀλλὰ μὲ τὸ Πνεῦμα, νὰ τοὺς ἀφήση νὰ μένουν στὸ σκότος, ἀγνώστους, ἀδόξους, καὶ ἔτσι νὰ στεροῦνται καὶ οἱ σύγχρονοι καὶ οἱ μελλοντικοὶ χριστιανοὶ ἀπὸ τόσην ὠφέλεια, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν νὰ περιφρονῆται ὁ φίλος του Γρηγόριος, ποὺ ἐκοπίασε νὰ τοὺς γράψη.
.       Γιὰ νὰ δείξω μὲ ὀλίγα λόγια τὸν ἄνδρα λέγω τὰ ἑξῆς: ὁ Γρηγόριος ἔφθασε στὴν ἀκρότητα τῆς πράξεως καὶ τῆς θεωρίας, περισσότερο ἀπὸ τὸν καθένα. Λοιπόν, ὁ τρισόλβιος ἐκάθισε σὲ ἕναν τόπον στὸν ἱερὸν Ἄθω, ἀθόρυβο καὶ ἀπλησίαστο καί, ἀφοῦ ἀνέβη ἐπάνω ἀπὸ κάθε αἰσθητὸν καὶ κάθε σύγχυση (ἂς χρησιμοποιήσω γιὰ τὸν ἑαυτὀν του τὰ λόγια τὰ ἰδικά του), δίδεται ὅλος στὴν νοερὰν ἐπιστροφὴ καὶ ἑστίαση τῆς προσοχῆς στὸν ἔσω ἄνθρωπον, ἢ μᾶλλον στὴν ἐπιστροφὴν ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν νοῦ, πράγμα θαυμαστὸν καὶ νὰ τὸ λέγη κανείς. Καὶ σπεύδει νὰ ἀποπλύνη μὲ τὸ πένθος, τὸ ἀποκρουστικὸν προσωπεῖον, τὸ ὁποῖο τοῦ προξένησε ἡ περιπλάνησις στὰ γήινα. Καὶ ἀφοῦ ἠνάγκασε σὲ περιορισμὸ μὲ βίαν ἰσχυρὰ τὸ πολυπόρευτον τῆς διανοίας του, συνάπτεται μὲ τὴν Θεαρχικὴν Τριάδα διὰ τῆς συνεπτυγμένης καὶ νοερᾶς προσευχῆς, καὶ ἔκαμε τὸ μοναδικὸν τοῦ νοῦ τριαδικόν, ἂν καὶ δὲν ἔπαυε νὰ εἶναι ἑνιαῖον. Καρτερώντας δὲ ἐπὶ πολὺν χρόνο στὴν κατάστασιν αὐτὴ τὴν γεννητικὴν τῶν ἀπορρήτων μυστηρίων, καὶ καθαρίζοντας ὅλο καὶ περισσότερο τoν ἑαυτόν του, τὸν ἀποσπογγίζει ἀπὸ κάθε δαιμονικὴν ἐπήρεια, ἀλλὰ καὶ τoν ἀπαλλάσσει ἀπὸ κάθε τί ἐπίκτητο, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον ἀθῶα καὶ δὲν ρυπαίνει τὸν νοῦ.
.       Ἀφοῦ λοιπόν, κατὰ τὸν θεῖον Μάξιμον, ἀνῆλθε ὄχι μόνον ἐπάνω ἀπὸ τὰ πάθη, ἀλλὰ καὶ ἐπάνω ἀπὸ τοὺς λόγους περὶ παθῶν, οὔτε ἐπάνω μόνον ἀπὸ τὴν φύση, ἀλλὰ καὶ ἐπάνω ἀπὸ τοὺς λόγους τῆς φύσεως, οὔτε ἐπάνω γενικῶς ἀπὸ ὅσα νοητὰ δὲν ὑπερβαίνουν τὴν φαντασία, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς λόγους των, δέχεται στὴν καρδία του τὸν ἐνυπόστατον φωτισμὸ τῆς θείας χάριτος, καὶ ἔτσι εὑρίσκει μέσα του ἄλλον οὐρανὸν καὶ ἄλλον ἥλιον καὶ τὴν νοητὴν σιγήν, ἡ ὁποία ἐπακολουθεῖ, φυσικῶς στὴν κατάστασιν αὐτή, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀπόστολος Ἰοῦστος νομάζει ερν φθεγξίαν, κατ τν ποίαν νεργεται λεγόμενος γκάρδιος κα κπληκτικς ρως, πως λέγει θεος Σιναΐτης Γρηγόριος. Μὲ αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴν ἐργασίαν ὁδεύοντας μέσα στὴν ὁδὸ τοῦ θείου φωτός, ρπάζεται κα ατς πως Παλος, χι μόνον κατ τν νο κα τς λλες ψυχικς δυνάμεις, λλ κα κατ’ ατν τν ασθησιν, (πλν τς ναπνος) μ μίαν λικν κα περφυσικν ρπαγή, κατ τν ποίαν γεννται πρς τν Κύριον κστατικς ρως,πως λέγει ὁ αὐτὸς Σιναΐτης Γρηγόριος. Καὶ ὕστερα ἀνεβαίνει σὲ ὄρη αἰώνια, ἢ ἀνάγεται ὄχι μὲ τὴν φαντασία τῆς διανοίας ἀλλὰ μὲ μίαν ἀπόρρητο δύναμη τοῦ Πνεύματος, «εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος» μὴ γνωρίζων. Καί, ὢ τοῦ θαύματος, γίνεται θεατς τν περκοσμίων, που κούει λάλητα ρήματα, πράγμα τ ποο δν μπορε ν φανερωθ ν κφρασθ κα ν πιτευχθ.
.       Ἀκολούθως δέ, ἀφοῦ ἔφθασε στὸν ὑπέρφωτο γνόφο τῆς θείας πηγῆς, ὅπως λέγει ὁ κρυφιομύστης Διονύσιος, ὅπου εἶναι κεκαλυμμένα τὰ ἁπλὰ καὶ ἀπόλυτα καὶ ἄτρεπτα μυστήρια τῆς θεολογίας, καταξιώνεται νὰ ἰδῆ καὶ νὰ γνωρίση διὰ μέσου τῆς ἀβλεψίας καὶ τῆς ἀγνωσίας τὸν «ὑπέρθεον καὶ γνῶσιν» μὲ τὸ νὰ μὴν ἰδῆ καὶ νὰ μὴ γνωρίση. Διότι αὐτὸ εἶναι ἡ πραγματικὴ ὅρασις καὶ γνῶσις. Καὶ γιὰ νὰ μιλήσω συνοπτικά, μένει ὅλος ἄνθρωπος κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα στὴν φύση, ἀλλὰ γίνεται ὅλος Θεὸς κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μὲ τὴν ἀπειρόδωρο χάρη τῆς θεώσεως, ὅπως λέγει ὁ θεοφόρος Μάξιμος: «ἡνώθη μὲ τὸν κατὰ φύσιν Θεὸν καὶ ἐγνώρισε τόσο τὸν γινωσκόμενον, ὅσον εἶχε γνωρισθῆ αὐτὸς ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ γνωρίζει τὰ πάντα». Εἶναι ἐπίκαιρο νὰ λεχθῆ ἐδῶ τὸ τοῦ Θεολόγου καὶ συνωνύμου περὶ αὐτοῦ τοῦ συνωνύμου καὶ Θεολόγου: «Βλέπει μὲν τὰ ὀπίσθια τοῦ Θεοῦ, τὸ δὲ πρόσωπον αὐτοῦ δὲν τοῦ ἐμφανίζεται καθόλου. Καί, ὅπως ὁ Μωυσῆς, φίλος Θεοῦ χρηματίζει. Ἐπειδὴ δὲ τὰ τῶν φίλων εἶναι κοινά, κατὰ τὴν παροιμία, γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει στὸν φίλο του τὰ θεῖα του μυστήρια, καὶ τὸν διδάσκει ἀποκρύφους λόγους τῆς φύσεως, καὶ σηκώνει τὸ κάλυμμα κάποιων σκοτεινῶν νοημάτων τῆς Γραφῆς. Καὶ τοῦ δίδει τὸ χάρισμα, ὄχι μόνον τῆς διοράσεως τῶν ὄντων καὶ ἐκείνων ποὺ ἤδη ὑπάρχουν, οὔτε μόνον τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως τῶν πνευμάτων καὶ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ τὸ μέγιστον χάρισμα τῆς προοράσεως ἐκείνων ποὺ θὰ γίνουν μετὰ πολὺν χρόνον. Τοῦ δίδει ἀκόμη καὶ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας, περισσότερον ἀπὸ κάθε ἅγιον, μὲ ἀφθονίαν, καὶ ὅταν ἦταν στὴν ζωὴ καὶ μετὰ θάνατον, στε ν το ποδοθ π τν κκλησία πωνυμία το θαυματουργο. λλ τ μεγαλύτερο θαμα εναι τ ερόν του σκήνωμα, εὐῶδες κα διάλυτον, πάνω π τος φυσικος ρους, πως κόμη κα μέχρι τώρα βλέπεται στν Θεσσαλονίκη.
.       Καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἀποκαλύπτει ὠρισμένα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ συμβολικὰ «ὀπίσθια», δηλαδὴ λόγους θείας δυνάμεως καὶ ἐνεργείας, σοφίας καὶ ἀγαθότητος, δόξης καὶ ἀπειρίας, καὶ ὅλων τῶν γύρω ἀπὸ τὸν Θεὸν φυσικῶς θεωρουμένων, τὰ ὁποῖα ὁ θεολόγος νοῦς πρέπει νὰ ζητῆ. Διότι μόνα αὐτὰ εἶναι προσιτά. Αὐτὸ δὲ ποὺ συμβολικῶς λέγεται πρόσωπον τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ αὐτὸν καθ’ ἑαυτὸν τὸν λόγο τῆς οὐσίας, εἶναι ἀνεπίτρεπτο νὰ τὸ ζητῆ ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος. Ἐπειδὴ εἶναι τελείως ἀπροσπέλαστος καὶ ἀπρόσιτος σὲ κάθε κτιστὸ νοῦ καὶ ὄχι μόνον ἀνέκφραστος, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἀνώνυμος καὶ ἄγνωστος, καὶ εὑρίσκεται ἐπάνω καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν «καθ’ ὑπερουσιότητα θέσιν».
.       Ἀλλὰ γιατί νὰ λέγωμε πολλά; Θες μαζ μ τ λλα χαρίσματά του χαρίζει τ δρο ν θεολογ σφαλς κα πταίστως, πο εναι τ ψηλότατον π λα τ δρα, κα πολυέραστο κα καταλληλότατο στ ν δηγ στν θείαν γάπη.
.       Γιὰ τὰ χαρίσματα αὐτὰ ἐμεσίτευσε ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ πρῶτος τῶν θεολόγων, ὁ Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ ὁποῖος μὲ ὅραμα μυστικὸν τὸ ἀνήγγειλε στὸν Γρηγόριο, σὲ στιγμὴ ποὺ εὑρίσκετο σὲ κατάστασιν ἐγρηγόρσεως. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης, σὲ νυκτερινὴν ὀπτασίαν του συνιστᾶ νὰ συγγράψη ὁπωσδήποτε χάριν τῆς ὠφελείας τῶν χριστιανῶν, ὅλα ὅσα τοῦ ἐνήχησε τὸ Πνεῦμα στὰ ὦτα τῆς καρδίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐξαιρετικὸν πλεονέκτημα τῶν συγγραμμάτων τοῦ ἰδικοῦ μου θεολόγου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπερέχει ἀπὸ τοὺς ἄλλους θεολόγους, ὅτι ρχισε ν συγγράφη σα συνέγραψε χι π προσωπικν πιθυμία οτε χωρς θεία θέληση, λλ κατόπιν θείας ποκαλύψεως κα ντολς. τσι λοιπν Γρηγόριος μέσα σ πολν χρόνο, χι μόνον μαθε, λλ κα παθε τ θεῖα, καὶ ἐτελειοποιήθη μὲ τὴν ἕνωση καὶ τὴν γνωριμία μὲ αὐτά, γιὰ νὰ ἐκφρασθῶ, ὅπως ὁ Ἀρεοπαγίτης. Κα τσι ρχίζει ν θεολογ πλανς, πειδ νκε στν τάξιν χι πλς ατν πο καθαίρονται, λλ κείνων πο χουν δη καθαρθ τν τελειοτάτην κάθαρση το νο κα τς καρδίας, φο κα νωρίτερα εχε κα θεοπτίες, ο ποες περέχουν πείρως π τν μ μόνον τν λόγον θεολογίαν. Καὶ αὐτὸ διότι ἤκουσε τὸν συνώνυμόν του Θεολόγον, ὅτι δν εναι εκολον τ πράγμα, οτε εναι γι τν καθένα ν θεολογ ληθς, λλ γι κείνους πο χουν καθαρθ στν ψυχ κα στ σμα, τουλάχιστον ερίσκονται στ στάδιον τς καθάρσεως.

.       Μὲ αὐτὲς λοιπὸν τὶς προϋποθέσεις λογογραφεῖ τὰ ἀπόρρητα δόγματα τῆς εὐσεβείας, αἰνεῖ τὸν Κύριον σὲ καθέδρα πρεσβυτέρων καὶ ἐπισκόπων, καὶ ἔτσι ἀναπτύσσει τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο στὴν Ἐκκλησία τῶν Θεσσαλονικέων, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλην τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν Σύγκλητο, λαμπρυνομένην ἀπὸ τὴν παρουσία τῶν βασιλέων, καὶ σὲ πολλὲς συνόδους πολὺ μεγάλες καὶ πολυανθρώπους, ποὺ ἐλάχιστα ὑστεροῦν ἀπὸ τὶς οἰκουμενικές. Καὶ ντιπαρατάσσεται γενναίως στς ντιθέους κενοφωνίες τν αρετικν, κα μ τς Γραφικς κα λογικς ποδείξεις νικ τούτους κατ κράτος κα στήνει τ τρόπαιον. Προμαχε τς πίστεως, περμαχε τς ρθοδοξίας τν Θεολόγων Πατέρων, κα χάριν ατς φυλακίζεται κα ποθνήσκει κατ προαίρεσιν. Ἀπὸ ὅλους δὲ ποὺ τὸν ἤκουαν καὶ τὸν ἔβλεπαν, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐγνώριζαν, ἐθαυμάζετο ὑπερβολικὰ καὶ ἐθεωρεῖτο ὡς ἀληθὴς θεολόγος, ὁ ὁποῖος δὲν ὑστερεῖ στὸ παραμικρὸν ἀπὸ τοὺς μεγάλους καὶ περιφανεῖς θεολόγους, Βασίλειον τὸν Μέγα, Γρηγόριον τὸν Θεολόγον, Ἰωάννην τὸν Χρυσόστομον, Ἀθανάσιον καὶ Κύριλλον καὶ τοὺς λοιπούς.
.       Ἔτσι, μὲ ἕνα λόγον, φῶς ὑπάρχοντας, καὶ φῶς βλέποντας, καὶ στὸ φῶς διαμένοντας, μὲ τὸ φῶς ἐννοεῖ καὶ ὁμιλεῖ καὶ συγγράφει ὅλα τὰ θεουργικά του φῶτα. Διότι ἔτσι ὀνομάζω ἐγὼ τὰ συγγράμματά του, μὲ τὰ ὁποῖα οἱ γνωστικοὶ φωταγωγοῦνται καὶ μεταμορφώνονται πρὸς θέωση, σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ θείου Μαξίμου, μὲ ὅσα ἀναφέρονται στὴν ἠθική, ὅσα στὴν φυσικὴ Θεολογία, ὅσα στὴν ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν, ὅσα εἶναι τῆς μυστικῆς θεολογίας, ὅσα νηπτικὰ καὶ ὅσα ἀντιρρητικά, καὶ μὲ ὅ,τι ἄλλο περιέχεται στὰ συγγράμματά του…
.       Ἐλᾶτε, λοιπόν, ὅλοι ὅσοι εἶστε μέτοχοι τῆς ἐπουρανίου κλήσεως, στὴν ποικίλην αὐτὴ καὶ ἄφθονο πνευματικὴ πανδαισία, τῆς ὁποίας ἑστιάτωρ καὶ δημιουργὸς εἶναι ὁ μέγας καὶ θαυματουργὸς Γρηγόριος, μᾶλλον δὲ ὁ μέσα στὸν Γρηγόριο φθεγγόμενος Παράκλητος. Ο μν πρακτικο καὶ ἀρχάριοι, τρώγετε τὸ καθαρὸν καὶ ἄδολον γάλα τῆς ἠθικῆς διδασκαλίας, καὶ καθαρίζετε τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα σας. σοι ρχίσατε ν προκόπτετε, κατατρυφᾶτε ἀπὸ τὸ μέλι τῆς νηπτικῆς ἐργασίας τοῦ νοός, διὰ μέσου τῆς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ μακαριστὸν πένθος, καὶ ἀντλεῖται ἡ πνευματικὴ ἡδονὴ ποὺ πηγάζει ἀνεκφράστως ἀπὸ τὴν καρδία, καὶ γνωρίζεται μὲ νοερὰν αἴσθησιν ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι χρηστὸς καὶ γλυκύτατος κατὰ τὸν Προφήτην. Ο δ μέσοι, ποὺ τρέχετε πρὸς τὴν τελειότητα, τρώγετε τὴν στερεωτέρα τροφή, τὸν ἄρτον, λέγω, τῆς φυσικῆς θεωρίας, μυούμενοι καὶ στοὺς βαθυτέρους λόγους τῶν θείων γραφῶν. Ο δ τέλειοι, πίνετε τὸν ἐκστατικὸν οἶνον τῆς ὑπὲρ φύσιν θεολογίας ἤ, ἠμποροῦμε νὰ ποῦμε, θεοπτίας, καὶ μεθύοντας ατν τν μέθη τς θεώσεως, διὰ τῆς χάριτος θὰ γίνετε τελείως ἐκστατικοί. Καὶ ὄχι μόνον θὰ ἀνέλθετε ἐπάνω ἀπὸ κάθε νόημα, ἀλλὰ θὰ γίνετε καὶ ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό σας γιὰ νὰ ἑνωθῆτε ὁλόκληροι μὲ τὸν Θεόν, διὰ τῆς ὑπερφυσικῆς ἑνώσεως ἢ ἀνακράσεως ἢ συμφύσεως ἢ δὲν γνωρίζω τί νὰ εἰπῶ καταλληλότερον. Πάντως, μὲ μίαν λέξιν, ὅλοι ἀπολαύσετε τὴν καλὴν καὶ λαμπρὰν αὐτὴν πανδαισίαν. Ὅλοι τρυφήσατε ἀπὸ τὴν τρυφὴ τοῦ συμποσίου αὐτοῦ, ποὺ δὲν ἐλαττώνεται καὶ δὲν χάνεται, διότι εἶναι ἀθάνατος, καὶ ὠφελεῖ ἀνερμηνεύτως τὴν ἀθάνατον ψυχή. Καὶ σᾶς λέγω ἐκεῖνο τὸ εὐαγγελικόν, ὅτι ἀληθῶς «πολλοὶ σοφοί, διδάσκαλοι καὶ θεολόγοι ἐπεθύμησαν ἰδεῖν καὶ ἀπολαῦσαι τούτων, ὧν ὑμεῖς ὁρᾶτε καὶ ἀπολαμβάνετε, καὶ τῆς ἐφέσεως οὐκ ἐπέτυχον».
.       Πίνοντας ὅμως τὸν καλὸν οἶνον τῶν ὑψηλῶν τούτων συγγραμμάτων, μὴ κατηγορήσετε γιὰ ἀμέλειαν αὐτὸν ποὺ σᾶς ἐκάλεσε στὸ δεῖπνο, καὶ μὴ εἰπῆτε πρὸς αὐτὸν τὰ λόγια του ἀρχιτρικλίνου: «Πᾶς ἄνθρωπος πρῶτον τὸν καλὸν οἶνον τίθησι καὶ ὅταν μεθυσθῶσι, τότε τὸν ἐλάσσω. Σὺ δὲ τετήρηκας τὸν καλὸν οἶνον ἕως ἄρτι». Ὁ νόμος τῶν ἀνθρώπων αὐτὸς εἶναι, ἀλλὰ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀντίστροφος, διότι, λέγει, πρῶτον προσφέρουν τὸν «ἐλάσσω» καὶ ὕστερα τὸν «κάλλιστον». Γιὰ τοῦτο καὶ αὐτὸς συνετηρήθη μέχρι τώρα, γιὰ νὰ χορηγηθῆ στοὺς πιστοὺς σὰν ἐξαίρετον δῶρο ποὺ μᾶς ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεόν.
.       Ἐὰν στὴν πνευματικὴν αὐτὴν εὐωχία πρέπει νὰ προσφέρω καὶ ἐγὼ κάτι εὐφραντικόν, θ επ στος καλος συνδαιτημόνες μ λίγα λόγια πόση δον κα χάρις πάρχει στ συγγράμματα ατά, γι ν ρεθίσω τν πιθυμία σας στν νάγνωσή τους. ταν διαβάζω τ θικὰ τοῦ μεγάλου Γρηγορίου, ποτάσσομαι τν σάρκα κα τν κόσμο, μισ τ πάθη, κα σπάζομαι τν «κεκρυμμένην σν τ Χριστ ζων» τν μοναχν. Μ τς ντολς καθαρίζομαι, ποθ ν συμβιώσω μ τς ρετς καί, νυψούμενος πρς τ τελειότερα, γίνομαι νας Θεο κα κατοικητήριον το Πνεύματος.
.       Ὅταν διαβάζω τὰ Νηπτικά, μυοῦμαι στὰ μυστικὰ αὐτὰ ὄργια τῆς ἱερᾶς νήψεως καὶ τῆς εὐκτικῆς ἀρετῆς, καὶ μαθαίνω τὴν ὁλικὴν ἐπιστροφὴ τοῦ νοὸς πρὸς τὸν ἔσω ἄνθρωπον, καθὼς καὶ τὴν ἀπλανῆ κυκλικὴν κίνηση τοῦ νοῦ καὶ ἀνάτασή του πρὸς τὸ θεῖον. Καὶ τότε εἰσέρχομαι στοὺς ὅρους τῆς ἀληθοῦς ἡσυχίας, κατὰ τὴν ὁποίαν νοῶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μου, μᾶλλον δὲ διὰ τοῦ ἑαυτοῦ μου νοῶ τὸν Θεόν, καὶ πλησιάζω πρὸς αὐτὸν διὰ καρδιακῆς καὶ συνεπτυγμένης εὐχῆς καὶ ἐμπύρου κατανύξεως, ἡ ὁποία γεννᾶται ἀπὸ τὴν εὐχή. Καὶ μυσταγωγοῦμαι καὶ μαθαίνω ποία εἶναι ἡ μονιμωτάτη καθαρότης τοῦ νοῦ καὶ ποία τῆς καρδίας. Καὶ ὄχι μόνον αὐτά, ἀλλὰ διδάσκομαι καὶ τοὺς λόγους τῆς νοερᾶς αὐτῆς ἐπιστροφῆς μέσα στὴν καρδία, καθὼς καὶ τὶς θεωρητικὲς ἀποδείξεις ἀπὸ τὴν Γραφήν, ἀπὸ τὴν φύση καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πείρα, γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς ἐργασίας αὐτῆς. Καὶ στὰ ἀποδεικτικὰ αὐτὰ στοιχεῖα πειθόμενος, καταγελῶ ὡς ἀσόφους καὶ ἀμυήτους ὅσους ἀντιλέγουν, εἴτε παλαιοὺς εἴτε συγχρόνους.
.       Ὅταν πάλιν ἐγκύψω στὰ συγγράμματα ποὺ πραγματεύονται περὶ τῆς φυσικῆς θεολογίας καὶ τῆς Ἑρμηνείας τῶν Γραφῶν, εὑρίσκω κάποιες νέες καὶ πρωτότυπες ἑρμηνεῖες, συγκριτικῶς μὲ ὅσα ἔχουν εἰπεῖ παλαιότεροι ἅγιοι, διὰ τῶν ὁποίων, μὲ τὴν ἑρμηνευτικὴν ἐπεξεργασία, τὸ γράμμα ἀποκτᾶ ἀπροσδόκητον βαθύτητα. Διότι ὁ ἅγιος Πατὴρ ἔσπασε τὸν φλοιὸ τῶν ἐξωτερικῶν ἐκφράσεων, καὶ ἀπεκάλυψε τὸ μυστικὸν κάλλος τῶν λόγων τῆς ἐνσωμάτου ἢ ἀσωμάτου φύσεως, εἴτε τῶν νοημάτων τοῦ Πνεύματος, τὸ ὁποῖον βλέποντας ἐγὼ ὅτι ἦταν κρυμμένο σὰν μαργαριτάρι μέσα στὸ ὄστρακον, πληροῦμαι ἀπὸ χαρὰν καὶ γίνομαι περισσότερον θεωρητικός, ἀπὸ βάθους σὲ βάθος βυθιζόμενος καὶ ἀπὸ ἀβύσσου σὲ ἄβυσσον κατερχόμενος. Καὶ γιὰ νὰ εἰπῶ ὅλην τὴν ἀλήθεια, ερίσκω στ φυσικ κα στς ρμηνεες του λόγους σφαλες κα σπουδαίους κα τετραγώνους. Εὑρίσκω νὰ ἐξακριβώνεται ὁ ἴδιος ὁ μυελὸς καὶ τὸ βάθος κάθε ἐξεταζομένου θέματος.
.       Ἀλλὰ προκειμένου γιὰ τὰ θαυμαστὰ θεολογικὰ καὶ ἀντιρρητικὰ συγγράμματα τοῦ μεγάλου Γρηγορίου, ὁ λόγος μου ἀγαπᾶ μὲν νὰ πλησιάση, ἀλλὰ νὰ προσπελάση σ’ αὐτὰ ἰλιγγιᾶ ἐνώπιον τοῦ ὕψους καὶ τοῦ βάθους, τοῦ μήκους καὶ τοῦ πλάτους των, ποὺ εἶναι ἀληθῶς ἀνέκφραστα. Διότι ὄχι μόνον συνέλεξε σὲ μίαν ἑνότητα ὅσα ἐγράφησαν σποραδικῶς ἀπὸ τοὺς ἄλλους θεολόγους πατέρες, καὶ ἀπάνθισεν ὅ,τι θεολογικώτερον ὑπῆρχε, ὁ θεολογικώτατος ἐκεῖνος νοῦς, ποὺ ἔγινε τοιοῦτος ὄχι ἁπλῶς δυνάμει ἀλλὰ ἐνεργείᾳ, λόγῳ τῆς καθαρότητός του. Ἀλλὰ καὶ ,τι φαίνετο ς μφιβόλου ρθοδοξίας  ς πιλήψιμο στος κακοδόξους, τ μεθερμήνευσε μ εσεβεστέρα διατύπωση θεοσόφως, κα διέσωσεν τσι τ κύρος τν θεολόγων Πατέρων.
.       Πλὴν αὐτῶν, θεος Γρηγόριος προσέθεσε σα το πεκαλύφθησαν περφυς. Ὅλα αὐτὰ λοιπὸν τὰ ἐπεξεργάσθη, καὶ τὰ ἐνεσωμάτωσε σὲ μίαν ἑνότητα, ὥστε νὰ ἀποτελοῦν ἕνα πραγματικὸν ἀριστούργημα Θεολογίας, ἕνα τέλειον οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ ὄντως τὸν θαυμασμὸ σὲ κάθε ἀκοὴν καὶ διάνοιαν.
.       Σὲ αὐτὰ λοιπὸν τὰ συγγράμματα ὅταν ἐγκύπτω ἐγώ, ἀμέσως γίνομαι ἀληθὴς θεολόγος. Ὤ, πόσων μυστηρίων ἀξιώνομαι ἀκαριαίως, καὶ σὲ ποῖες νοερὲς συλλήψεις φθάνω! Ὑπερπηδῶ ὅλα τὰ ἀνθρώπινα, διασχίζω τὸν περίγειον τοῦτον ἀέρα, ὑπερβαίνω τὸν αἰθέρα, διέρχομαι ἐπάνω ἀπὸ τὸν ἐμπύρινον οὐρανόν, λίγο ἀκόμη καὶ θὰ φθάσω ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Πληροῦμαι ἀπὸ ἐνθουσιασμόν, ἀνεβαίνω ὑψηλότερα ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις, καὶ μυοῦμαι τὴν ἀσύγχυτον Μονάδα καὶ ἀδιαίρετον Τριάδα, τὸν ἕνα καὶ τρία Θεόν: τὸ μὲν κατὰ τὴν οὐσία, τὸ δὲ κατὰ τὶς ὑποστάσεις. Καὶ μαθαίνω ὅτι μία εἶναι ἡ οὐσία ἀριθμητικῶς, σὲ τρεῖς ὑποστάσεις, ἁπλή, ἀπερινόητος, ἀνώνυμος καὶ τελείως ἀμέθεκτος ἀπὸ τὴν κτίση. Ἀπὸ δὲ τὶς τρεῖς ὑποστάσεις, ὁ μὲν Πατὴρ εἶναι ἡ μόνη ἀρχὴ καὶ αἰτία καὶ ρίζα τῆς «ἐν Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι» θεωρουμένης Θεότητος. Ὁ δὲ Υἱὸς εἶναι αἰτιατόν, μόνον ἀπὸ τὸν Πατέρα γεννητῶς, ἀλλὰ ὄχι καὶ αἴτιος τοῦ Πνεύματος. Ἐπίσης τὸ Πνεῦμα εἶναι αἰτιατόν, μόνον ἀπὸ μόνον τὸν Πατέρα ἐκπορευόμενον, ὄχι καὶ ἀπὸ τὸν Υἱόν. Καὶ ἔτσι ἀποβάλλω τὸ αἰτιατοαίτιον (σημείωση: ἔτσι ὀνομάζει ὁ Ἅγιος Νικόδημος τὴν Δυτικὴ καινοτομία τῆς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Φιλιόκβε), τν νέαν ατν προσθήκην, ποία ναιρε τν μοναρχία μέσα στν Θεότητα, κα εσάγει κατνάγκην στν Τριάδα τν δυαρχίαν.
.       Καὶ δὲν μαθαίνω μόνον αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶναι κοινὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων θεολόγων Πατέρων, ἀλλὰ μυσταγωγοῦμαι καὶ στὴν γνώση τῆς θεολογίας τοῦ μεγάλου Παλαμᾶ, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἠγωνίσθη μέχρι τέλους μὲ διαλόγους καὶ μὲ τὰ συγγράμματά του. Καὶ συγκεκριμένως μαθαίνω ἐκεῖνο ποὺ εἶναι μεταξὺ τῆς ἀμεθέκτου οὐσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν κτιστῶν ἀνθρώπων ποὺ μετέχουν σ’ αὐτό. Καὶ διὰ μέσου αὐτοῦ μετέχουν τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἕνα μόνον, ἀλλὰ καὶ πολλά. Εἶναι οἱ οὐσιώδεις ἐνέργειες καὶ δυνάμεις τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες διαφέρουν καὶ μεταξύ τους καὶ ἀπὸ τὴν οὐσίαν. Καὶ μαθαίνω ὅτι οἱ ἐνέργειες αὐτὲς εἶναι ἄκτιστοι καὶ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι σύνθετος, ἐπειδὴ ἔχει μίαν οὐσία καὶ τὶς πολλὲς αὐτὲς ἐνέργειές του. Εἶναι δὲ ὁ Θεὸς κατὰ τὴν οὐσία ἐπάνω ἀπὸ ὅλα, ὡς αἴτιος τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν καὶ ὅλων τῶν περὶ αὐτὸν ἀϊδίως θεωρουμένων τούτων ἐνεργειῶν καὶ δυνάμεων. Καὶ ἐδῶ μὲν διδάσκομαι ὅτι αὐτὲς μετέχονται καὶ γίνονται ὁρατὲς ἀπὸ τοὺς ἁγίους, ἐνῶ ἀπὸ τοὺς μὴ ἁγίους εἶναι ἀμέθεκτες καὶ ἀόρατες. Ἐκεῖ δέ, μαθαίνω ὅτι αὐτὸ ποὺ μετέχεται εἶναι ἄκτιστο. Ἀλλὰ ἂν καὶ ἄκτιστον, ὅμως δὲν εἶναι οὐσία τοῦ Πνεύματος. Οὔτε ἐπίσης, ἐπειδὴ δὲν εἶναι οὐσία τοῦ Πνεύματος, εἶναι καὶ χωρισμένον ἀπὸ τὸ Πνεῦμα, ἀλλὰ εἶναι ἀχώριστον.
.       Καὶ τώρα μὲν φωταγωγοῦμαι διδασκόμενος ὅτι, ἡ μετεχομένη ἀπὸ τοὺς ἁγίους θεοποιὸς δωρεὰ καὶ ἐνέργεια, λέγεται Θεότης. Δηλαδὴ ἡ θεοποιὸς δωρεὰ πλουτεῖ τὸ ὑπερφυὲς ὄνομα τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται φυσικῶς. Τώρα δὲ φωτίζομαι ὅτι θεοποις δωρε δν εναι κάτι τ κτιστν οτε χει σχέση μ τ φυσικ φαινόμενα. Εναι ξω π τος ρους τς φύσεως, κα βλέπεται π τος ξίους ς φς νέργεια ατ το γίου Πνεύματος. χάρις ατ εναι κοιν νέργεια τς γίας Τριάδος, μία μόνη κατ τν ριθμόν, κα «ρμται κ το Πατρς ς μόνου ατίου, προέρχεται, προχωρε δι το Υο κα φανεροται ν τ γίω Πνεύματι». Καὶ ὅταν μὲν τὸ θεῖον διαιρεῖται κατὰ τὶς ὑποστάσεις, εἶναι ἀδιαίρετον κατὰ τὶς ἐνέργειες. Ὅταν πάλι διαιρεῖται κατὰ τὶς δυνάμεις καὶ ἐνέργειες, μένει ἀδιαίρετον κατὰ τὶς ὑποστάσεις.
.       Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν πολὺν ὄντως καὶ θεοφόρητον νοῦν τῶν ἱερῶν Πατέρων, οὐσία ὀνομάζεται ὀρθοδόξως κάθε μία ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ ὄχι λιγώτερο θεοφόρος ἀπὸ ἐκείνους καὶ πνευματοφόρος καὶ χριστοφόρος Θεῖος Γρηγόριος λέγει ὅτι ἠμποροῦμε νὰ ὀνομάζωμε τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ οὐσίες, ὄχι παραβαλλόμενες μὲ τὴν ὑπερούσιο μίαν οὐσίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πηγάζουν, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα καὶ τὰ κτίσματα τὰ ὁποῖα οὐσιοποιοῦν. Διότι ἂν τὰ κτίσματα εἶναι οὐσίες, πολὺ περισσότερο οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες. π πλέον μαθαίνω π τν μοναδικν ατν κα κριβέστατον θεολόγον, τι τ θεαρχικ πρόσωπα τς βασιλικωτάτης Τριάδος, ς πρς τν τρόπον τς πάρξεως, θεολογονται αθυπόστατα κα νυπόστατα, τ ποον οδες λλος θεολόγος πατρ επε μέχρι σήμερα.
.       Ἀλλὰ μαζὶ μὲ αὐτὰ διδάσκομαι ὅτι τ φς τ ποον λαμψε στ ρος Θαβρ δν εναι οτε φάντασμα οτε κτίσμα, κα κάτι κατώτερον π τν νθρωπίνην νόηση, λλ οτε πάλιν οσία Θεο, πο εναι κα τ δύο κ διαμέτρου ντίθετα κακ κα σότιμα σ δυσσέβεια. λλ τι εναι φς κτιστον, οσιώδης νέργεια το Θεο, Θεότης κα Βασιλεία κα λαμπρότης, καὶ ὅσα ἄλλα θεοπρεπῆ ὀνόματα τοῦ ἔδωσαν οἱ θεολόγοι Πατέρες.
.       Ἀφήνω ὅλα τὰ ἄλλα ἐκφαντορικὰ καὶ θεολογικὰ θεάματα τῆς πνευματοκινήτου διανοίας καὶ γλώσσης τοῦ Γρηγορίου, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσον ὑψηλῶς καὶ μεγαληγόρως καὶ ἀπὸ βαθείαν ἁγιοπνευματικὴν πείρα διατυπωμένα, ὥστε νὰ μὴ φαίνωνται ὡς γεννήματα ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀλλὰ κάποιας ἄλλης, ὑπερφυσικῆς καὶ οὐρανίας. Ἐνώπιόν τους δν μπόρεσαν ν σταθον γι ν δον κα ν κούσουν ο πορευόμενοι στν πώλειαν αρετικοί, πο τόλμησαν ν μβαθύνουν στ θεῖα. λλ κατεκεραυνώθησαν, μειναν ναυδοι κα πέστρεψαν στ σκοτειν βάθη τους, ππου προλθαν. Κα πεδείχθησαν τι σαν πίθηκοι πέναντι σ λέοντα κα κώνωπες ναντι λέφαντος, κατ τν παροιμίαν, πειδ δν κατώρθωσαν ν ντισταθον στν θεολογικν πιστήμη, στν κρίβεια τν ποδείξεων κα στς λοιπς ερολογίες το μεγάλου Γρηγορίου.
.       Καὶ ὄχι μόνον τώρα, ἀλλά, ὅπως γνωρίζω καλῶς, καὶ στὸν αἰώνα τὸν ἅπαντα θὰ μείνουν κρυμμένοι στὰ σπήλαιά των αὐτὰ καὶ στὶς σήραγγες. Ἐννοῶ μάλιστα τοὺς ὀπαδοὺς καὶ ἀκολούθους καὶ τὰ πνευματικὰ τέκνα τῶν αἱρετικῶν τούτων, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ νοητοῦ τούτου ἡλίου τῆς θεολογίας μὲ τὴν ἔκδοση τῶν συγγραμμάτων του. Τὰ συγγράμματα αὐτὰ ἐγὼ εὐχαρίστως τὰ παρομοιάζω μὲ ἐκείνην τὴν Σκηνὴν τοῦ Μωυσέως, ποὺ ἦταν ἀντίτυπος τῆς γῆς, τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν ὑπερουρανίων. Διότι τὰ μὲν ἠθικὰ ὁμοιάζουν μὲ τὴν ἀντίτυπο τῆς γῆς αὐλὴν τῆς Σκηνῆς. Τὰ δὲ νηπτικά, φυσικὰ καὶ ἐξηγητικά, ὁμοιάζουν μὲ τὰ ἀντίτυπα τοῦ οὐρανοῦ, τὰ ἅγια. Καὶ τὰ θεολογικὰ ὁμοιάζουν, κατὰ τὸν μυσταγωγὸν Δαβίδ, μὲ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ποὺ εἶναι ἀντίτυπα τῶν ὑπερουρανίων ἐκείνων ἀδύτων «καὶ τῆς πρώτης φύσεως, ὅση μένει ἔσω τοῦ πρώτου καταπετάσματος καὶ συγκαλύπτεται ἀπὸ τὰ Χερουβίμ».
.       Ἐὰν δὲ κάποιος ζητῆ νὰ μάθη τὴν μορφὴν τῆς ἐκφράσεως, ἂς γνωρίζη, ἐὰν δὲν μὲ θεωρῆ φαῦλο κριτὴν αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ὅτι ὁ ἄνδρας δὲν ἦταν ἄμοιρος οὔτε στὸ θέμα τοῦ κάλλους τοῦ λόγου. «Διότι εἶχε περάσει ὅλην τὴν ἐξωχριστιανικὴν φιλοσοφία, καὶ δὲν ἦταν ἀμελέτητος οὔτε στὰ σχήματα τῆς ρητορικῆς, οὔτε ἐστερεῖτο ἀπὸ τὸ μέλι τῶν ἀττικῶν χαρίτων, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη κομψότητα καὶ εὐμορφία τῶν λόγων. Ὁ λόγος του εἶναι σύμμετρος στὶς περιόδους, καὶ αὐτὸ φαίνεται παντοῦ, περισσότερο δὲ στὰ ἐξηγητικά, τὰ ἐγκωμιαστικὰ καὶ τὰ ἀντιρρητικὰ συγγράμματά του. Παντοῦ ὅμως εἶναι δημιουργὸς σαφηνείας περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον, χρησιμοποιεῖ κυριολεξίες καὶ ἐκφραστικὲς λέξεις ἀκριβείας, τηρεῖ τοὺς συντακτικοὺς κανόνες καὶ ἀποφεύγει τὰ ὑπερβατὰ καὶ ἐλλειπτικὰ σχήματα καὶ τὶς μεταφορές, καθὼς καὶ τὶς σχοινοτενεῖς περιόδους. Παρ’ ὅλ’ αὐτὰ ὅμως ὁ λόγος του δὲν κατέρχεται σὲ πεζότητα. Διότι πάντοτε ἐπιτυγχάνει ἄριστον συνδυασμὸν τοῦ σαφοῦς μὲ τὸ ὑψηλὸ καὶ σοβαρόν, ἀποφεύγοντας τὶς ἐλλείψεις καὶ τὶς ὑπερβολές, κινούμενος στὸν χῶρο τῆς μεσότητος. Σὲ ὅλα δὲ τὰ συγγράμματά του ἀκμάζει ἡ γλυκύτης, ἡ λαμπρότης καὶ τὸ στρογγυλὸν τοῦ λόγου, ποὺ τὸν κάνουν νὰ ὁμοιάζη μὲ μαργαριτάρι.
.       Ὡς ἐκ τούτου ἐπιτυγχάνει, ὥστε τὸ ὑψηλὸν καὶ δυσθεώρητον τῶν θεωρημάτων τοῦ περὶ τῆς Τριαδικῆς Θεολογίας ἢ τῆς μυστικῆς Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ Λόγου, νὰ μὴ γίνωνται δύσκολα στὴν κατανόηση. Ὁ γλυκύτατος αὐτὸς ὁ ἰδικός μου ρήτωρ διακρίνεται γιὰ τὴν ἄνετον ἀπομνημόνευση κειμένων, γιὰ τὸν πλούσιον λόγο του καὶ γιὰ τὴν ἀκριβολογία του. Εἶναι δογματικός, συλλογιστικὸς καὶ ἀποφαντικός, καὶ ἀγαπᾶ ἰδιαιτέρως τὴν ἐνασχόληση μὲ τὰ νηπτικὰ καὶ θεολογικὰ θέματα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος του, ὅταν συγγράφη, ὁμοιάζει νὰ ἔχη βάση κυβικὴν ἢ τετράγωνον. Ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀποτελεσματικώτατος καὶ παρέχεται ὡς ὑπόδειγμα στοὺς φιλολόγους πρὸς μίμησιν. Ἐπαινοῦνται δηλαδὴ διττῶς αὐτὰ τὰ συγγράμματα ἀπὸ τὸ χρυσοῦν γένος τῶν λογίων, δηλ. κα ς πρς τ βάθη το Πνεύματος λλ κα ς πρς τ κάλλη το φθέγματος. Διότι ὁ ποιητὴς τῶν συγγραμμάτων αὐτῶν εἶναι ὁ μόνος, ἢ ἕνας ἀπὸ τοὺς ὀλίγους, ποὺ εὐδοκίμησε καὶ στὰ δύο αὐτά, δεινς στν νόηση κα στ ν κφράση εμορφα ατ πο χει συλλάβει. Καὶ θὰ ἠμποροῦσε νὰ μεταβάλη τὸν λόγο του σὲ κῆπο μὲ τριαντάφυλλα ἢ ἐναρμόνιο λύρα ἢ γλυκύφθογγο σάλπιγγα, ἐὰν πρὸ ἐτῶν δὲν εἶχεν ἐγκαταλείψει τὴν ἐνασχόληση μὲ τοὺς λόγους, χάριν τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς προσευχῆς, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἑαυτόν του.
.       Τὰ λεγόμενά μου μαρτυρεῖ καὶ ὁ ἁγιώτατος καὶ σοφώτατος μεταξὺ τῶν Πατριαρχῶν Φιλόθεος, λέγοντας περὶ τῶν συγγραμμάτων τοῦ θείου Γρηγορίου, καὶ μάλιστα περὶ τῶν νηπτικῶν καὶ θεολογικῶν, τὰ ἑξῆς: «Ἀλλὰ τί νὰ εἰπῆ κανείς, ὦ θεία καὶ ἱερὰ κεφαλή, περὶ αὐτῶν τῶν ἱερῶν σου λόγων. Διότι αὐτοὶ κυρίως πρέπει νὰ ὀνομάζωνται ἱεροὶ λόγοι. Μᾶλλον ὅμως ἱεροὶ εἶναι ὅλοι ὅσοι ἀναφέρονται στὰ θεῖα καὶ ἱερὰ πράγματα. Ἐνῶ οἱ ἰδικοί σου δικαίως πρέπει νὰ λέγωνται ὄχι μόνον ἱεροὶ ὅπως οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ ἱεροὶ τῶν ἱερῶν, ὅπως εἶναι τὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ τὸ ἄσμα τῶν ἀσμάτων, ὅπως λέγει κάποιος ἀπὸ τοὺς ὑψηλοὺς θεολόγους, ὡς περιεκτικώτερα καὶ κυριώτερα».
.       Καὶ συμπληρώνει ὁ ἅγιος Φιλόθεος τελειώνοντας τὸν βίο τοῦ θεσπεσίου Γρηγορίου: «Σὺ λοιπὸν καὶ τώρα ποὺ μετέστης πρὸς τὸν Χριστόν, ἐποπτεύεις τὴν ποίμνη σου καὶ ὅλο τὸ κοινὸν τῆς Ἐκκλησίας ἀκόμη τρανότερα ἀπὸ ὑψηλά. Κάθε εἴδους νόσο θεραπεύεις, καταρτίζεις μὲ τοὺς λόγους σου, ἀποδιώκεις τὶς αἱρέσεις καὶ ἀπαλλάσσεις ἀπὸ παντοειδῆ πάθη. Διότι οὐδέποτε θὰ λησμονήσης τὴν ἱερὰν ἐκείνην ἐπιστήμη καὶ τοὺς τόσο μεγάλους ἀγῶνες καὶ ἱδρῶτες πρὸς χάριν μας… Καὶ λύσε τὴν καταιγίδα αὐτῶν τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων παθῶν καὶ πειρασμῶν, ποὺ κορυφώνεται ἐπὶ τόσο μακρὸν χρόνο καὶ διεγείρει τὴν τρικυμίαν αὐτὴ καὶ τὴν ζάλη, ἢ ἀπάλλαξέ μας τώρα ἀπὸ τὰ παρόντα μὲ ἀγαθὲς ἐλπίδες γιὰ τὰ ἐκεῖθε καὶ γιὰ τὴν προσδοκωμένην μακαρίαν ἀναψυχὴ καὶ ἄνεση ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, σὺν τῷ ἀνάρχῳ Πατρὶ καὶ τῷ ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμένου: alopsis.gr ἀπὸ «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ»

, , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΑΡΑΓΕ ΔΕΝ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ; («τὸ Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ»)

.       ΣΧΟΛΙΟΝ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ»: Σήμερα, Πέμπτη τῆς Διακαινησίμου, διαβάζεται (στὴν Θ. Λειτουργία) ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ περιλαμβάνει τὸν διάλογο τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Νικόδημο. Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς λέει ὅτι «τὸ Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ». Αὐτὴ ἡ φράση παρερμηνεύεται συχνὰ καὶ ἐξάγονται λαθεμένα συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα παρασύρουν τοὺς χριστιανοὺς σὲ «πανθρησκειακὲς» κατανοήσεις καὶ στρεβλὲς ἀντιλήψεις.
.       Ἡ «Χρ. Βιβλ.» ἐνετόπισε μιὰ προσεκτικὴ προσέγγιση τοῦ θέματος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πατερικῶν ἑρμηνειῶν στὸ βιβλίο τοῦ πρωτ. Ἰωάννου Φωτοπούλου: «Θεανθρώπινη Καθολικότητα ἢ Πανθρησκειακὴ Παγκοσμιότητα», Ἀθήνα 2003, (σελ. 119-130), τὴν ὁποία προσέγγιση παραθέτει στοὺς ἀναγνῶστες της κατωτέρω. Σ᾽ αὐτὴν διευκρινίζεται ὅτι τὸ Πνεῦμα πνεῖ ὅπου θέλει ἀλλὰ αὐτὴ ἡ Ἐνέργειά Του εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν εἰς Χριστὸν Πίστη καὶ τὸ Ἅγιον Βάπτισμα.

Tί σημαίνει ἡ Κυριακή ρῆσις «τὸ Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ» (Ἰω. γ´8);

.        (…) Ἀφοῦ εἴδαμε τί λέγουν τό Εὐαγγέλιο καί οἱ Πατέρες περί τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄς δοῦμε τί σημαίνουν καί τά Κυριακά λόγια «Τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ». Ἡ ὀρθόδοξη ἑρμηνευτική ἐπιβάλλει κάθε ἁγιογραφικό χωρίο νά τό βλέπουμε καί νά τό κατανοοῦμε στή συν­άφειά του.
.          Τά λόγια λοιπόν αὐτά λέγονται ἀπό τόν Κύριο πρός τό Νικόδημο στή νυκτερινή τους συνομιλία (Ἰω. γ´ 1-21). Κατ᾽ ἀρχάς ὁ Κύριος χωρίς περιστροφές τόν διδάσκει περί τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ λέγοντάς του: «Ἀμήν, ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Ὁ Νικόδημος μέ τόν κοσμικό του λογισμό τόν ἐρωτᾶ: «πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι γέρων ὤν; μὴ δύναται εἰς τήν κοιλίαν τῆς μητρὸς αὐτοῦ δεύτερον εἰσελθεῖν καὶ γεννηθῆναι; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς. ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Ἀ­παντᾶ λοιπόν ὁ Κύριος στήν ἀπορία τοῦ Νικοδήμου τονίζοντάς του ὅτι χωρίς τήν ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση «ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος», δηλ. χωρίς τό ἅγιο Βάπτισμα, δέν μπορεῖ νά εἰσέλθει στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καί συνεχίζει: «τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκός σάρξ ἐστι, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ Πνεύματος πνεῦμα ἐστί», ἐξηγώντας τίς συνέπειες τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως.
.        Ἐπειδή ὅμως ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς Κύριος εἶ­δε ἀκόμα ἀποροῦντα τόν νυκτερινό του μαθητή, τοῦ ἐξηγεῖ μέ κάποια εἰκόνα τά τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «μὴ θαυμάσῃς ὅτι εἶπόν σοι, δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν. τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ᾽ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει. οὕτως ἐστὶ πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Πνεύματος», δηλ. «ὁ ἄνεμος ὅπου θέλει φυσάει κι ἀκοῦς τή βοή του ἀλλά δέν ξέρεις ἀπό ποῦ ἔρχεται καί ποῦ πηγαίνει. Ἔτσι εἶναι καί καθένας ἀναγεννημένος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα»
.       Ἄς δοῦμε τώρα καί τούς ὀρθοδόξους ἑρμηνευτές. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τόν στίχο «ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» λέγει: «…λέγω ὡς ἀναγκαῖον εἶ­ναι (ἐνν. τό Βάπτισμα) καὶ μηδὲ δυνατὸν ἄλλως σωθῆ­ναι… ἡ μὲν γὰρ γηΐνη γέννησις ἡ κατά σάρκα ἀπὸ τοῦ χοὸς ἐστί… ἐκείνη δέ, ἐκ Πνεύματος οὖσα, ῥαδίως ἡμῖν τὰς ἁψίδας ἀναπετάννυσι τὰς ἄνω». Καί συνεχίζει ἀπευθυνόμενος πρός τούς κατηχουμένους: «Ἀκούσατε ὅσοι τοῦ φωτίσματος ἐστὲ ἐκτός, φρίξατε, στενάξατε, φοβερὰ γὰρ ἡ ἀπειλή, φοβερὰ ἡ ἀπόφασις. Οὔκ ἐστι, φησί, τὸν μὴ γεννηθέντα ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν οὐ­ρανῶν, διότι τοῦ θανάτου φορεῖ ἔνδυμα, τὸ τῆς κατάρας, τὸ τῆς φθορᾶς, οὐδέπω τὸ Δεσποτικόν ἔλαβε σύμβολον, ξένος ἐστὶ καὶ ἀλλότριος, οὐκ ἔχει τὸ σύνθημα τὸ Βασιλικόν». Μεταφράζουμε: «Λέγω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο τό Βάπτισμα καί δέν γίνεται ἀλλιῶς νά σωθεῖς. Ἡ μέν γήϊνη γέννηση, ἡ σαρκική, εἶναι ἀπό τό χῶμα, ἐκείνη δέ πού εἶναι ἐκ τοῦ Πνεύματος εὔκολα μᾶς ἀνοίγει τίς οὐράνιες ἁψίδες. Ἀ­­κοῦστε τα αὐτά ὅσοι εἶστε μακριά ἀπό τό Φώτισμα (τό ἅ­­γιο Βάπτισμα). Τρομάξτε, στενάξτε, γιατί ἡ ἀπειλή εἶ­ναι φοβερή, φο‚ερή καί ἡ ἀπόφαση. Δέν εἶναι δυνατόν ὁ μή ἀναγεννηθείς δι᾽ ὕδατος καί Πνεύματος νά εἰσέλθει στήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, γιατί φορεῖ τό ἔνδυμα τοῦ θανάτου, τό ἔνδυμα τῆς κατάρας, τό ἔνδυμα τῆς φθορᾶς. Δέν ἔλαβε ἀκόμα τό σύμβολο τοῦ Δεσπότου, εἶναι ξένος καί ἀλλότριος. Δέν ἔχει τό Βασιλικό γνώρισμα».
.       Ὥστε τό βάπτισμα εἶναι αὐτό πού ἀνοίγει τίς πύλες τοῦ οὐρανοῦ. Χωρίς αὐτό ὁ ἄνθρωπος εἶναι ντυμένος τό φό­ρεμα τοῦ θανάτου, τῆς κατάρας καί τῆς φθορᾶς. Πολύ περισσότερο, ὁ ἀβάπτιστος καθήμενος ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου, εἶναι ἀδύνατον νά δεχθεῖ «σπινθήρα φωτός», «ἀ­κτῖνα ζωῆς καί ἀληθείας» καί νά ἔλθει σέ ἐπαφή μέ τήν οὐράνια πραγματικότητα μέσα ἀπό θρησκεῖες δαιμονικές. Γι᾽ αὐτό ὁ Χρυσορρήμων ὁμιλεῖ γιά «φοβερά ἀπειλή» στερήσεως τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στήν περίπτωση τῆς μή «δι᾽ ὕδατος καὶ Πνεύματος» ἀναγεννήσεως. Λέγει κάτι πού σήμερα θά ἑρμηνευόταν ὡς ἄσκηση «τρομοκρατίας» κατά τῆς «ἐλευθέρας θρησκευτικῆς συνειδήσεως τοῦ ἀνθρώπου», ὡς πράξη ἀποκλεισμοῦ τοῦ ἄλλου. Ἀλλά ὁ Κύριός μας, ὁ σταυρωθείς καί ἀναστάς χάριν ἡμῶν γνωρίζει τήν ὀντολογική ἀδυναμία τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου καί δέν ἀφήνει τόν ἄνθρωπο στήν ἡσυχία τοῦ θανάτου. Μέ ποικίλους τρόπους τόν ὁδηγεῖ στήν Ἀλήθεια καί τή Ζωή.
.        Παρόμοια λέγει καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στόν Γ´ Ἀντιρρητικό του λόγο πρός Ἀκίνδυνον: «Tίς δ᾽ οὐκ οἶδε τῶν μεμυημένων τὰ Χριστιανῶν καὶ τοῖς εὐαγγελικοῖς θεσπίσμασι συνετὴν ὑπεχόντων ἀκοὴν ὡς “τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος Πνεῦμά ἐστι” παρὰ τοῦ Κυρίου εἴρηται πρὸς τὸν Νικόδημον καὶ ὡς περὶ τῶν εἰς αὐτὸν πιστευόντων εἴρηται καὶ τῶν διὰ τοῦ εἰς αὐτὸν βαπτίσματος χάριτι γεγεννημένων ἐκ τοῦ Πνεύματος καὶ Πνεῦμα γεγονότων, δηλαδή πνευματικῶν, διὰ τῆς ἐκ τοῦ ἁγίου Πνεύματος υἱοθεσίας; Διὸ καὶ συνᾴδων τοῖς ἐκεῖ μικρὸν ἀνωτέρω εἰρημένοις, πρὸς τὸν αὐτὸν Νικόδημον λέγει προϊών. “μὴ θαυμάσῃς ὅτι εἶπον, δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν. Τὸ Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ…”». Μετάφραση: «Ποιός ἀπό τούς μεμυημένους στή χριστια­νική πίστη καί ἀπό ὅσους συνετά ἀκούουν τά εὐαγγελικά θε­σπίσματα δέν γνωρίζει ὅτι τά λόγια: “τό γεγεννημένον ἐκ Πνεύματος Πνεῦμα ἐστί” λέχθηκαν πρός τό Νικόδημο γι᾽ αὐτούς πού πιστεύουν σ᾽ Αὐτόν καί γι᾽ αὐτούς πού βαπτίσθηκαν σ᾽ Αὐτόν καί ἀναγεννήθηκαν ἐκ τοῦ Πνεύματος διά τῆς Χάριτος κι ἔγιναν Πνεῦμα δηλ. πνευματικοί διά τῆς υἱο­θεσίας ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Γι᾽ αὐτό συμφωνώντας καί μ᾽ αὐτά πού εἶπε λίγο πρίν, λέει στό Νικόδημο: μήν ἀπορεῖς πού σοῦ εἶπα ὅτι πρέπει νά ἀναγεννηθεῖτε. Τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ..» (ἀκολουθεῖ ἡ ἁγιογραφική συνέχεια).
.       Κι ἀπό τήν συνάφεια λοιπόν τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου κι ἀπό τήν ἑρμηνεία τοῦ Ἁγίων Πατέρων, εἶναι φανερό ὅτι ἡ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ πνεῦσις Του, σχετίζεται ἐδῶ μέ τή διά τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος ἀναγέννηση ὄχι μέ μιά ἀκαθόριστη πνοή τοῦ Παρακλήτου πού δίνει «ἐμπνεύσεις» καί «μεγαλειώδεις συλλήψεις» στίς διάφορες θρησκεῖες.
.        Εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο νά ἰδοῦμε καί τούς ἄλλους ἑρμηνευτές Πατέρες εἰδικώτερα γιά τό συγκεκριμένο χωρίο, «Τό πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ».
.        Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας σχολιάζοντας τό ὡς ἄνω χωρίο λέγει ὅτι ὁ Κύριός μας σάν πολύ καλός Διδάσκαλος χρησιμοποιεῖ τήν εἰκόνα τοῦ ἀνέμου ὡς παράδειγμα γιά νά φανερώσει «τοῦ μυστηρίου τὸν τύπον». Τό παράδειγμα αὐτό εἶναι ἕνας ἀπό τούς ποικίλους τρόπους μέ τούς ὁποίους «μεθοδεύει τῶν ἀκροωμένων τὸν νοῦν», καί συνεχίζει: «Τοῦτος ὁ ἄνεμος, πού βρίσκεται στόν κόσμο, στήν ἀτμόσφαιρα, πνέει παντοῦ, σ᾽ ὅλη τήν οἰκουμένη, τρέχει ὅπου θέλει καί ἡ παρουσία του γίνεται ἀντιληπτή μόνο μέ τό “χτύπημά” του, τό θόρυβό του. Ξεφεύγει μέν ἀπό τά μάτια ὅλων, ἀλλά καθώς ἔρχεται σέ ἐπαφή, σάν λεπτή αὔρα, μέ τά σώματα, δίνει κάποια αἴσθηση τῆς σύμφυτης σ᾽ αὐτόν, τῆς φυσικῆς ἐνεργείας πού τό χαρακτηρίζει. Ἔτσι —λέγει ὁ Κύριος στό Νικόδημο— πρέπει νά ἐννοήσεις τήν διά Πνεύματος ἀναγέννηση. Ἀπό τά μικρά παραδείγματα νά χειραγωγεῖσαι στά “μείζονα” καί νά χρησιμοποιεῖς σάν εἰκόνα τό λόγο μου, γιά νά ἐννοεῖς “τά ὑπέρ αἴσθησιν”». Μ᾽ αὐτή τήν εἰκόνα λοιπόν, ὁ Κύριος, κατά τόν ἅγιο Κύριλλο, θέλει νά δηλώσει τή μυστική καί ὑπερφυᾶ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.        Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἑρμηνεύει τό ἴδιο χωρίο στήν συνέχειά του λέγοντας: «Ἀφοῦ δέν μπορεῖς νά ἑρμηνεύσεις, νά κατανοήσεις τήν ὁρμή καί τόν δρόμο πού ἀκολουθεῖ ὁ ἄ­νεμος, ἄν καί τόν αἰσθάνεσαι μέ τήν ἀκοή καί τήν ἁφή, πῶς τολμᾶς νά περιεργάζεσαι τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;». Καί πιό κάτω συνεχίζει: «Ἡ φράση “τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ” ἐλέχθη πρός παράστασιν τῆς ἐξουσίας τοῦ Παρακλήτου κι αὐτό σημαίνει ὅτι… τήν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος δέν μποροῦν νά τήν περιορίσουν οὔτε οἱ νόμοι τῆς φύσεως, οὔτε οἱ ὅροι τῆς σωματικῆς γεννήσεως, οὔτε ὁτιδήποτε ἄλλο παρόμοιο». Λέγει δέ ὁ ἱερός Πατήρ κάτι πολύ σημαντικό ὅτι δηλ. ἡ φράση «τὴν φωνήν αὐτοῦ ἀκούεις» εἰπώθηκε στό Νικόδημο περί τοῦ ἀνέμου. «Οὐ γὰρ ἄν, ἀπίστῳ διαλεγόμενος, καὶ οὐκ εἰδότι τοῦ Πνεύματος τὴν ἐνέργειαν, εἶπε “τὴν φωνήν αὐτοῦ ἀκούεις”».
.         Τί μᾶς λέγει ἐδῶ ὁ ἅγιος; Ὅτι ὁ Κύριος ἐπιμένει στό παράδειγμα τοῦ ἀνέμου, γιατί αὐτή μόνο τήν ἐμπειρία εἶχε ὁ Νικόδημος. Δέν τοῦ ὁμιλεῖ περί τῆς βιαίας πνοῆς τοῦ Παρακλήτου, διότι ὁ Νικόδημος ὡς «ἄπιστος», ἀφώτιστος, δέν γνωρίζει, δέν μπορεῖ νά «ἀκούσει» τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Κι ἄν ὁ νυκτερινός μαθητής τοῦ Χριστοῦ δέν γνωρίζει, ὡς ἄπιστος, τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πολύ περισσότερο οἱ ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ, ὁ Φραγκολατῖνος, ὁ λουθηροκαλβῖνος, ὁ Ἰνδουϊστής, ὁ Ἑβραῖος, ὁ Μουσουλμάνος δέν μποροῦν νά ἀπορροφήσουν ἀκτῖνες τῆς θείας ἀκτινοβολίας, καθό ἀβάπτιστοι καί ἀφώτιστοι. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁμιλεῖ κι αὐτός γιά τήν ἐξουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Δέν νοιώθεις καμμιά αἰδώ», λέγει ὁ Θεολόγος στούς ἀρνητές τῆς θεότητος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «γιά τήν ἐξουσία τοῦ Πνεύματος, τό ὁποῖο πνέει σ᾽ ὅσους θέλει, ὅταν θέλει, ὅσο θέλει; Ἐπιδημεῖ στόν Κορνήλιο καί στούς ἀνθρώπους του πρό τοῦ Βαπτίσματος, σ᾽ ἄλλους μετά τό βάπτισμα διά τῶν Ἀποστόλων, ὥστε κι ἀπό τά δύο δηλ. κι ἀπό ὅσους ἐπιφοιτᾶ ὡς Δεσπότης, ὄχι δουλικά, κι ἀπό ὅσους ἐπιζητεῖται πρός τελείωση τοῦ βαπτίσματος νά μαρτυρεῖται ἡ θεότης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
.          Μέ τούς πυρίνους αὐτούς καί θεοπνεύστους λόγους του ὁ ἅγιος Γρηγόριος κηρύττει τήν θεότητα καί κυριότητα, τήν ἐξουσία καί ἐλευθερία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μήπως μέ ὅσα λέγει περί τῆς ἐπιδημίας Του στόν Κορνήλιο πρό τοῦ βαπτίσματος ὁ ἅγιος Γρηγόριος θέλει νά πεῖ ὅτι τό Παράκλητον Πνεῦμα ἐνεργεῖ χωρίς τήν εἰς Χριστόν πίστη, χωρίς τήν Ἐκκλησία; Mήπως τό Ἅγιο Πνεῦμα δρᾶ ἀνεξάρτητο, ἔχει τό δικό Του ἔργο, τήν δική Του Οἰκονομία; μήπως τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν ὁδηγεῖ τούς ἀνθρώπους ἀπαραιτήτως στόν Χριστό; Μήπως ἐνεργεῖ δίνοντας «ἐκπληκτική δύναμη πίστεως — δηλαδή σχέσεως ἀνάμεσα στόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο», χωρίς αὐτή ἡ πίστη νά εἶναι ἡ πίστις στόν ἐν Τριάδι Θεό; (…) Ἁπλῆ ἀνάγνωση τῶν ἀνωτέρω περικοπῶν πείθει τόν ἀναγνώστη ὅτι ἡ πίστις ὅλων τῶν ἀνωτέρω προσώπων δέν εἶναι ψυχολογικῆς τάξεως δύναμη στρεφομένη σέ κάποιο Θεό, ἀλλά πίστις στόν Χριστό, δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δωρημένη ἐκ τοῦ Πατρός τῶν φώτων, λόγῳ τῆς ἀγα­θῆς τους προαιρέσεως. Συγκεκριμένα ὁ Κορνήλιος, ὅπως λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος «οὔκ ἐστι Ἰουδαῖος, οὐδὲ ζῶν κατὰ νόμον, ἀλλ᾽ ἤδη προειλήφει τήν ἡμετέραν πολιτείαν» δηλ. δέν εἶναι Ἰουδαῖος, οὔτε ζεῖ σύμφωνα μέ τόν Νόμο ἀλλά ἤδη ἀκολουθοῦσε τήν Χριστιανική πολιτεία (ζωή)». Προσευχόταν λοιπόν στόν Θεό κι ὄχι στούς θεούς τῶν εἰ­δώλων, ἀναζητώντας τον. Ἔτσι ὁ Τριαδικός Θεός βλέπον­τας τήν ἀγαθή προαίρεσή του ἀποστέλλει ἄγγελο γιά νά τόν φέρει σέ ἐπαφή μέ τόν Πέτρο καί δι᾽ αὐτοῦ νά γνωρίσει τόν Χριστό. Κατά τήν ἐπικοινωνία μαζί του, ἀκούει τό κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου περί τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Οἰκονομίας καί γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν πού δίδεται διά τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ σ᾽ ὅσους πιστεύσουν σ᾽ Αὐτόν.
.        Κι ἐνῷ μιλοῦσε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος «ἐπέπεσε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐπί πάντας τοὺς ἀκούοντας τὸν λόγον» καί «οἱ ἐκ περιτομῆς πιστοὶ …ἤκουον …αὐτῶν λαλούντων γλώσσαις καὶ μεγαλυνόντων τὸν Θεόν». (Πράξ. ι´ 44-46) Γράφει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «…ἐπειδή τὴν διάνοιαν αὐτῶν ἔδειξαν θαυμαστὴν οὖσαν καὶ τῆς διδασκαλίας ἀρχὴ γέγονε, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι πάντως τὸ βάπτισμα ἄφεσίς ἐστιν ἁμαρτημάτων, τότε ἐπῆλθε τὸ Πνεῦμα». Πίστευσαν λοιπόν στήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, στήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν διά τοῦ βαπτίσματος καί τότε ἐπέπεσε τό Ἅγιο Πνεῦ­μα. Ἔτσι λοιπόν ἡ χάρις ἐπῆλθεν στούς πιστεύσαν­τας στόν Χριστό. Καί γιατί πρό τοῦ Βαπτίσματος; «Ἐκ περιουσίας παρά τοῦ Θεοῦ, ἵνα δειχθῇ καὶ ἡ ἀρχὴ οὐ παρὰ τοῦ Ἀποστόλου» δηλ. ἐπιπλέον, μέ ἀφθονία (ἐδόθη τό Ἅγιο Πνεῦμα) ἀπό τόν Θεό γιά νά ἀποδειχθεῖ ὅτι ἡ ἀρχή τῆς κλήσεως τῶν Ἐθνῶν δέν ἔγινε ἀπό τόν Ἀπόστολο, ἀλλά ἀπό τόν Θεό. Ἦταν δηλαδή ἡ ἔλευσις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἕνα θαυμαστό σημεῖο, πρίν ἀπό τό Βάπτισμα, γιά νά φανεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στούς ἐκ περιτομῆς Χριστιανούς καί νά δοθεῖ ἔτσι ἕνα ἀκαταμάχητο ἐπιχείρημα στόν Πέτρο κατά τήν ἀπολογία του πρός αὐτούς.
.        Παράλληλα ἀποδεικνύεται ἡ ἐξουσία καί ἡ Θεότης τοῦ Παρακλήτου, τό ὁποῖο δρᾶ πρό τοῦ Βαπτίσματος ὄχι ὅ­μως ἀνεξάρτητα ἀπ᾽ αὐτό. Γι᾽ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ἀκολουθεῖ ἀμέσως τό ἅγιο Βάπτισμα. Γράφεται στήν συνέχεια τῶν Πράξεων: «τότε ἀπεκρίθη Πέτρος· μήτι τὸ ὕδωρ δύναται κωλῦσαι τοῦ μὴ βαπτισθῆναι τούτους, οἵτινες τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἔλαβον ὡς καὶ ἡμεῖς; προσέταξεν δὲ αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ βαπτισθῆναι» (Πράξ. ι´ 47-48). Ἄν δεχθοῦμε ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χωρίς τήν πίστη στόν Χριστό, χωρίς τόν Χριστό, ἐνέργεια πού φωτίζει καί δίνει κοινές ἐμπειρίες σέ ἀπίστους καί χριστιανούς (κι αὐτό δεχόμαστε ἄν πιστέψουμε ἀπορρόφηση ἀκτίνων τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἀπό τίς θρησκεῖες-μπαταρίες(!), ἀπό τίς θρησκεῖες πού μάλιστα μάχονται τόν Χριστό καί κατασφάζουν τούς Χριστιανούς) τότε διασπᾶμε τό Μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες εἶναι κοινές, εἶναι τῆς φύσεως τοῦ Θεοῦ, εἶναι καί τῶν τριῶν θεαρχικῶν Ὑποστάσεων.
.         Ἐν πάσῃ περιπτώσει τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν ἔχει καμμιά ἀπολύτως σχέση, ὅπως ἀπεδείχθη ἀπό τίς προηγούμενες πατερικές καί ἁγιογραφικές μαρτυρίες, μέ «τίς ὑψηλότερες θρησκευτικές ἐμπνεύσεις τῆς ἀνθρωπότητος». Φωτίζει ὁ Χριστός «πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. α´ 9) γιά νά τόν ὁδηγήσει στό Φῶς τῆς Βασιλείας του. «Κέκληται γὰρ τῶν ἐθνῶν ἡ πληθὺς οὐ διὰ τῆς τοῦ νόμου παιδαγωγίας, οὐ διὰ προφητῶν ἁγίων· ἀγείρει δὲ μᾶλλον αὐτὰ θεία καὶ ἀπόρρητος χάρις νοερῶς ἐλλάμπουσα καὶ τῆς διὰ Χριστοῦ σωτηρίας ἐντιθεῖσα τὴν ἔφεσιν», γράφει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας. Μετάφραση: «ἔ­χει κληθεῖ (στή σωτηρία) τό πλῆθος τῶν ἐθνῶν ὄχι μέ τήν παιδαγωγία τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου οὔτε διά τῶν ἁγίων προφητῶν. Τά διεγείρει μᾶλλον ἡ θεία καί ἀπόρρητη χάρις πού λάμπει νοερά καί βάζει μέσα τους τήν ἐπιθυμία τῆς σωτηρίας διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Τό Ἅγιο Πνεῦμα φωτίζει τά ἔθνη, γιά νά τά ὁδηγήσει στήν σωτηρία μόνο διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, βγάζοντάς τα ἀπό τήν πλάνη καί τό σκότος τῶν ψευδοθρησκειῶν τους. Δέν ρίχνει τό φῶς του μέσα στήν λατρεία τῶν εἰδώλων (δαιμόνων) στό ἀκάθαρτο Ἰσλάμ ἤ κατά τήν διάρκεια τοῦ γκουρουϊστικοῦ διαλογισμοῦ κ.λ.π.
.          Βλέποντας τήν προαίρεση τοῦ κάθε ἀνθρώπου, πονών­τας τόν «κατ᾽ εἰκόνα» Του πλασθέντα ἄνθρωπον τόν φωτίζει γιά νά τόν ὁδηγήσει σέ κοινωνία μαζί Του. Δέχεται τήν δίψα του, τήν ἀναζήτησή του καί ὅπως ἔκαμε μέ τόν Κορνήλιο τόν δέχεται εἰς τούς κόλπους Του, εἰς τήν Ἐκκλησία Του. Ἔτσι κάμει καί σήμερα ὁδηγώντας, Φράγκους, μουσουλμάνους, Ἰνδουϊστές, ἀφοῦ ἀρνηθοῦν τήν πλάνη τους, στήν κοινωνία τοῦ Σώματός Του. Ἔξω ἀπό αὐτήν τήν ἐν Τριάδι ζωή ὑπάρχει τό βαθύ σκότος τῆς ἀποστασίας, ἡ χώρα καί ἡ σκιά τοῦ θανάτου.
.           Τό τί θά κάμει ὁ Θεός γιά τούς ἀβαπτίστους μᾶς τό λέει στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τοῦ Ἀπ. Παύλου. Θά κρι­θοῦν κατά τό νόμο πού εἶναι γραμμένος στίς καρδιές τους, ὡς πλασθέντες κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ «συμμαρτυρούσης αὐ­τῶν τῆς συνειδήσεως» (Ρωμ. β´ 14-16). Πουθενά δέν γράφεται ὅτι θά κριθοῦν σύμφωνα μέ τίς «θρησκευτικές τους ἐμπειρίες», τήν «προφητική ἐνόραση» ἤ «τούς πνευματικούς θησαυρούς πού ἔχουν διατηρήσει». Ὅλα αὐτά εἶ­ναι ὄχι μόνο ἄχρηστα ἀλλά καί δαιμονικά, ὅπως ἀπεδείχθη.

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ Θ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ [B´]

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ Θ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

[B´]

τοῦ Πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ,
ὁμοτ. καθηγ. Θεολ. Σχολῆς Ἀθηνῶν

(ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Μεγ. Μετεώρου, 2009)

Α´ Μέρος : https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/03/19/ὁ-ἅγ-γρηγ-παλαμᾶς-πατέρας-τῆς-θ´-οἰκ/

Ἡ Διάσταση Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως

.       Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ 9η Οἰκ. Σύνοδος. Εἶναι οἱ Σύνοδοι τῆς περιόδου τῆς ἐκρήξεως τοῦ προβλήματος ποὺ ἀφοροῦσε στὸν ἡσυχασμό. Δν εναι «συχαστικς ριδες», ο Φράγκοι μς μάθανε ν τς λέμε συχαστικς ριδες. Εναι κρηξη τς ντιστάσεως τν συχαστν, τν ρθοδόξων δηλαδή, πέναντι στς παπικς κα σχολαστικς προκλήσεις.
.              Εἶναι οἱ Σύνοδοι τοῦ 1341, τοῦ 1347, τοῦ 1351, μὲ κατακλεῖδα τὴν Σύνοδο ποὺ ἀνέφερα πρίν, τοῦ 1368. Ἡ ἀφορμὴ ἐδόθηκε ἀπὸ τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα δημιούργησε ἡ σύγκρουση τῶν δύο παραδόσεων, τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσεως. Ἐπίσης σχολαστικοὶ τοῦ Βυζαντίου, τῆς Ρωμανίας, λατινίζοντες, ρίχνουν λάδι στὴ φωτιά. Ἐκεῖνα ὅμως τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἡγοῦνται, στὴν διασπορὰ πλανῶν εἰς τὴν Ὀρθόδοξο Ἀνατολὴ εἶναι, ὅπως ξέρετε, ὁ Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρὸς καὶ ὁ Γρηγόριος Ἀκίνδυνος ἢ Πολυκίνδυνος, ὅπως τὸν ἔλεγαν, ὁ μαθητής του.
.        Ὁ Βαρλαὰμ καὶ ὁ Ἀκίνδυνος ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι ὀπαδοί τους, μετέφεραν τὴν δυτικὴ ἀλλοτρίωση στὴν Ἀνατολή. δη στ Δύση εχε διαμορφωθε νας λλος Χριστιανισμός, εχε λλάξει οσία το Χριστιανισμο μ τν κκοσμίκευση το Χριστιανισμο στ Δύση, ποία κκοσμίκευση σαρκώνεται κα κορυφώνεται στν δημιουργία το παπικο κράτους.
.           Ἐμες σήμερα, μ ποιόν Πάπα μιλομε; Μ τν Πάπα πίσκοπο, στω κα super πίσκοπο, πως θέλει ν νομάζεται, -γενικς πίσκοπος περάνω λων τν πισκόπων- μ τν Πάπα βασιλέα κα ατοκράτορα κα ρχηγ κράτους; Διερωτμαι ατο πο διεξάγουν τέτοιους διαλόγους, πότε θ τ συνειδητοποιήσουν; Δύο τινὰ συμβαίνουν. Ἢ δὲν μποροῦν νὰ τὰ καταλάβουν τὰ προβλήματα -κάτι ποὺ δὲν θέλω νὰ πιστέψω, γιατί διαθέτουν λογικὸ καλύτερο ἀπὸ τὸ δικό μου-, ἢ ἀδιαφοροῦν καὶ τὰ θεωροῦν ὅλα αὐτὰ ἄνευ σημασίας, ἀσχολούμενοι μὲ κοινωνικά, μὲ πολιτικὰ καὶ διπλωματικὰ θέματα.
.          Ἡ Δύση καὶ ὅλος ὁ Χριστιανισμὸς εἶχε ἀλλοτριωθεῖ σὲ σημεῖο ποὺ νὰ λέγει ὁ Ντοστογιέφσκυ, δύο φορές, εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Καραμάζωφ καὶ εἰς τὸν Ἠλίθιον: Μὲ τὸν ἄθεο, -ἦταν ἡ ἐποχὴ τῆς ἄθεης ἰντελιγκέντσιας εἰς τὴν Ρωσία- μὲ τοὺς ἄθεους μπορῶ νὰ μιλήσω, διότι ξέρω ποὺ κινεῖται ἡ σκέψη τους καὶ ὁ λόγος τους, τί πιστεύουν καὶ τί δὲν πιστεύουν. Μ τν παπισμ δν μπορ ν μιλήσω, διότι παπισμός μου δίνει λλοτριωμένη πίστη, «μο δίνει Χριστ πο δν πάρχει, μο δίνει τν ντίχριστο». Ατ τ λέγει Φιοντόρ, Θεόδωρος, δηλαδή, Ντοστογιέφσκι.
.              Ἔτσι λοιπν Δύσις εσάγει ,τι εσάγει, χτυπώντας τν καρδι τς ρθοδοξίας πο εναι συχασμός. συχασμς ς σκηση, ς πρακτικ πνευματικότητος, συνοδεύει τν νθρωπο π τν ρχ τς Δημιουργίας. Ἡ ἐπιστροφὴ τῶν Πρωτοπλάστων γίνεται μέσῳ τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως καὶ ἡ πτῶσις τους ἦταν καρπὸς τῆς ἀρνήσεως τῆς πνευματικῆς, τῆς ἁγιοπνευματικῆς, καλύτερα, ζωῆς. Ὁ ἡσυχασμὸς μὲ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄκτιστη, καὶ μὲ τὴν θέωση, ἀνατρέπει τὴν πλάνη, τὴν ἁμαρτία μας, ἀνατρέπει τὴν τραγικότητά μας. Ἡ θεολογικὴ ταυτότητα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, εἶναι ὁ ἡσυχασμός. Συνεχίζει κα πανεκφράζει τν πατερικότητα, λλ κυρίως γιος Γρηγόριος ντελήφθη τν λλοτρίωση τς Δύσεως. Μία Δύση ποὺ οἱ σχολαστικοὶ οἱ δικοί μας τὴν ἤθελαν καὶ τότε ὡς συνομιλητὴ καὶ συνοδοιπόρο.

Ἡ Θεολογία τῆς Θεώσεως

.         Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, σ᾽ αὐτὸ τὸ σημεῖο, συνεχίζει τὸν Μ. Φώτιο. πρτος πο ντελήφθη τν λλοτρίωση το Δυτικο Χριστιανισμο, –τι εναι κάτι λλο, λλ χι Χριστιανισμς τν γίων Πατέρων- ταν γιος Φώτιος, μὲ τὸ περίφημο ἔργο του «Περ τς μυσταγωγίας το γίου Πνεύματος», ποὺ εἶναι πηγὴ μέχρι σήμερα εἰς τὴν διδασκαλία καὶ στὰ συγγράμματα ὅλων τῶν θεολόγων μας περὶ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀνοίγει περισσότερο τὸν δρόμο. Εἶχε δὲ τὶς προκλήσεις τοῦ Καλαβροῦ Βαρλαάμ, ὥστε νὰ συλλάβει τὴν πλήρη ἀλλοτρίωση τῆς Δυτικῆς Θεολογίας. Ποιά εἶναι ἡ οὐσία τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, ποῦ εἶναι ἡ συνέχεια τῆς πατερικότητος; Ἀνακεφαλαιώνει τοὺς Ἁγίους Πατέρες ὅλων τῶν ἐποχῶν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἐπαναδιατυπώνει καὶ ἐπανεκφράζει τὴν πίστη μὲ τὰ μέσα, ποὺ τοῦ ἔδιδε ἡ ἐποχή του. Τὴν ἴδια Ὀρθοδοξία ἐκφράζει καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, μὲ τὴ δική του γλώσσα, μὲ τὸν δικό του τρόπο, μένοντας ὅμως πιστὸς στὴν θεολογικὴ ὁμολογία τῶν πατέρων τοῦ 4ου, τοῦ 5ου κ.ο.κ αἰῶνος. Δέχεται πρῶτον τὴν διάκριση οὐσίας καὶ ἐνέργειας εἰς τὸν Θεόν, τὴν ὀνομάζει «διάκρισιν θεοπρεπῆ καὶ ἀπόρρητο», ποὺ εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεώσεως.
.           Ἐὰν ρνηθομε, πως σχολαστικισμός, θεολογία το παπισμο δηλαδή, τν διάκριση οσίας κα νεργείας μένει μετέωρον τ θέμα τς θεώσεως. Πς θεούμεθα; σκοπός, πόλυτος σκοπς κα προορισμς κάθε νθρώπου, χι μόνο τν χριστιανν, εναι θέωση. Κάθε ἄνθρωπος νὰ φτάσει στὴ θέωση. «Ὁ Θεὸς πάντας ἀνθρωπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α´ Τιμ. β´ 4). «πίγνωση τς ληθείας» εναι θέωση. Ν νωθομε μ τν κτιστη Χάρη το Θεο. Μ τν οσία το Θεο δν πάρχει δυνατότητα νώσεως. περβαίνει πάσα κατάληψη οσία το Θεο. νούμεθα μ τν κτιστη Χάρη κα νέργεια το Θεο, πότε, ν δν πάρχει ατ νέργεια, λλ νέργεια εναι κτιστή, – μεγαλύτερη βλασφημία μετ τ Filioque εναι παραδοχ κτιστς χάριτος, κτιστς νέργειας ες τν Θεόν–, δν εναι δυνατ σωτηρία.
.        Κτιστὴ ἐνέργεια σημαίνει, ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος. Πῶς θὰ σὲ σώσει κάτι ποὺ ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος; Ἡ ἐνέργεια τῆς Ἁγίας Τριάδος, οὔτε ἀρχὴ ἔχει, οὔτε τέλος. Εἶναι ἄναρχη καὶ ἀτελεύτητη, ὅπως ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ, λοιπόν, τὴν οὐσία δὲν μποροῦμε νὰ τὴν δεχτοῦμε τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, δεχόμεθα τὴν ἐνέργειά Του. Χάρις, νέργεια, Βασιλεία, δύναμις, Βασιλεία τν ορανν, λα ατ σημαίνουν τν κτιστη νέργεια πο κπορεύεται π τν γία Τριάδα.
.            Σὲ κάποιο ἔργο ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἡσυχαστικὸ κύκλο, ἐπιτρέψτε μου αὐτὴ τὴ στιγμὴ νὰ ὁμολογήσω τὴν ἀδυναμία μου νὰ πῶ ἂν εἶναι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἢ ὄχι (ἀλλὰ δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία, ἴσως ἀνήκει στὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά), ἀποσαφηνίζεται πῶς βλέπει τὸν Θεὸ ἡ Δύση, ὁ παπισμός. Βλέπει τὸν Θεὸ ὡς ἕναν δίσκο ἡλιακό, ποὺ βρίσκεται στὸν οὐρανό, ἀλλὰ οἱ ἀκτίνες του δὲν φτάνουν στὴν γῆ. Τότε ἢ ὑπάρχει ὁ ἥλιος ἢ δὲν ὑπάρχει εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα. Δὲν μᾶς ζεσταίνει, δὲν μᾶς ζωογονεῖ, ἀφοῦ οἱ ἀκτίνες του δὲν φτάνουν εἰς τὸν κόσμον. Ὁ Θεὸς τῆς Ὀρθοδοξίας, τῶν Ἁγίων Πατέρων, εἶναι ἕνας ἥλιος ποὺ στέλνει τὶς ἀκτίνες του καὶ ζωογονεῖ τὴ γῆ, καὶ ὅλη τὴν κτίση, ἁγιοπνευματικά. Ὁπότε ἀπὸ τὰ διάφορα ὑπόγεια, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μας, ἀπὸ τὴν πτώση μας, σπεύδουμε νὰ ἀνεβοῦμε στὴν ἐπιφάνεια τοῦ ἐδάφους, γιὰ νὰ δεχθοῦμε τὶς ζωογόνες ἀκτίνες, ὄχι τοῦ φυσικοῦ ἡλίου, ἀλλὰ τοῦ ὑπερφυσικοῦ Ἡλίου, τοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης.
.           Γι᾽ ατ φτασε Δύση π τν Deismus, στν «θάνατο το Θεο». Deismus τί σημαίνει; Θεός, Δημιουργός, λλ χι κυβερνήτης το κόσμου. Deus creator, sed non gubernator. Ατ σημαίνει τι Θες ετε πάρχει, ετε δν πάρχει, δν χει καμμία σημασία. Γι᾽ ατ σχολεται Δύση μ κοινωνικά, μ θικ προβλήματα. Ὄχι ὅτι δὲν τὰ συμμεριζόμεθα κι ἐμεῖς, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ κύρια προτεραιότητα τῆς πίστεώς μας. Αὐτοὶ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ἀποτελέσματα, χωρὶς νὰ ἀναζητοῦν τὶς ρίζες, τὴν οὐσία. Ἡ Δύση, λοιπόν, ἔφτασε ἀπὸ τὸν Deismus, εἰς τὸν θάνατον τοῦ Θεοῦ. Στὴν δεκαετία τοῦ 1950 στὴν Ἀμερικὴ καὶ μετὰ στὴν Εὐρώπη ὁ θεολογικὸς κόσμος μιλεῖ γιὰ τὸν «θάνατο τοῦ Θεοῦ» καὶ γιὰ τὴν θεολογία «μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Θεοῦ». Τί σημαίνει θάνατος τοῦ Θεοῦ; Δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς καθ᾽ ἑαυτὸν πεθαίνει. Δὲν τοὺς ἀπασχολεῖ, γιατὶ ἢ ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ὁ Θεὸς δὲν λέει τίποτε γι᾽ αὐτούς. Θάνατος το Θεο σημαίνει τι Θες δν χει καμμι σχέση μ τ ζωή μας. Ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ὄχι μόνο βλασφημία, πόση ἀνοησία κρύβει αὐτὴ ἡ πορεία. γιος Γρηγόριος Παλαμς, μιλώντας γι τ διάκριση οσίας κα νεργείας, πως Μ. Βασίλειος κα ο λοιπο γιοι Πατέρες, σώζει τν Πίστη κα τν δυναμική της συγχρόνως ες τν θέωση το νθρώπου. Μιλεῖ, ἐπίσης, γιὰ τὴν οὐσία τοῦ Θαβωρίου Φωτός. Στὴν συζήτηση μὲ τοὺς σχολαστικοὺς καὶ τὸν Βαρλαὰμ ἐτέθη τὸ θέμα τοῦ Θαβωρίου Φωτός. Τί φῶς εἶναι; κτιστὸ ἢ ἄκτιστο; Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος μᾶς λέγει ὅτι καὶ στὸ Σινὰ καὶ στὸ Θαβὼρ καὶ στὴν Πεντηκοστὴ ἔχουμε τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ὡς ἄκτιστο φῶς. Ἡ αἵρεση εἶναι ποὺ προκαλεῖ ὅλα αὐτὰ τὰ προβλήματα. Ὁ Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρὸς ἐχαρακτηρίζετο σοφός. Εἶχε σπουδάσει στὴν Ρώμη μαθηματικά, φιλοσοφία. Ἦταν οὑμανιστής, ἀνθρωπιστής. Γιὰ νὰ καταλάβετε αὐτὸ τὸ θέμα, παραπέμπω σὲ μία πρόσφατη μελέτη τοῦ ἀγαπητοῦ ἀδελφοῦ καὶ συναγωνιστοῦ, τοῦ πατρὸς Θεοδώρου Ζήση, Καθηγητοῦ στὴν Θεσσαλονίκη (εἶναι καὶ αὐτὸς τώρα ὁμότιμος ὅπως καὶ ὁ ὁμιλῶν αὐτὴ τὴ στιγμὴ) εἰς τὸν Ὀρθόδοξον Τύπον. Σὲ τρεῖς συνέχειες ἀναλύει τὸ ἂν ὁ Μέγας Φώτιος ἦταν ἀνθρωπιστής, ὅπως διάφοροι φιλοσοφοῦντες θέλουν νὰ τὸν παρουσιάσουν. Δὲν θὰ ἐπιμείνω περισσότερο γιατί θέλω νὰ ὁλοκληρώσω αὐτὲς τὶς σκέψεις.
.         Ἦρθε, λοιπόν, ὁ Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρὸς ἀπὸ τὴ Μεγάλη Ἑλλάδα, τὴν Καλαβρία. Ἦρθε καὶ ἔγινε καθηγητὴς εἰς τὴν Κων/πολη. Δέχτηκε μεγάλες τιμές. Μάλιστα ἐξεπροσώπησε τὴν Ὀρθοδοξία σὲ μία Σύνοδο στὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰ. εἰς τὴν Avignon τῆς Γαλλίας, ὅπου οἱ πάπες μέσα στὶς συγκρούσεις τους ἦταν ἐξόριστοι. Ὁ Παλαμᾶς διέγνωσε ἀμέσως τὸν αἱρετικὸ τρόπο σκέψεως τοῦ Βαρλαάμ. Κάποιος μοναχός, γιὰ νὰ καταλάβετε τί σημαίνει Ἅγιος καὶ Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, κάποιος μοναχὸς ἔδωσε στὸν Ἅγιο Γρηγόριο ἕνα κείμενο περὶ Ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τοῦ filioque, τὸ ὁποῖο εἶχε γράψει ὁ Βαρλαάμ. Καὶ ὅλοι πίστευαν ὅτι εἶναι ἡ κορυφὴ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ παραδόσεως. Μόλις διάβασε λίγες γραμμὲς ὁ Ἅγιος Γρηγόριος λέει «εἶναι αἱρετικὸ τὸ κείμενο». κανε τν ντιπαπικ Βαρλαάμ, λλ μέθοδος τν ποία κολουθοσε προέδιδε τν ξάρτησή του π τν πτώση το παπισμο, π τν σχολαστικ φιλοσοφία. Διότι σκέψη το στηρίζονταν σ συλλογισμος νθρωπίνους κα χι στν ποκάλυψη το Θεο δι το ησο Χριστοῦ στν Παλαι κα Καιν Διαθήκη κα στος Πατέρες τς κκλησίας. Ἡ φιλοσοφία, λοιπόν, γιὰ τὸν Βαρλαὰμ εἶχε λυτρωτικὴ σημασία, λυτρωτικὸ χαρακτήρα, καὶ ζητοῦσε οὔτε λίγο οὔτε πολὺ τὴν ἐκφιλοσόφηση τῆς πίστεως. Ἔπρεπε δηλαδή, ἔλεγε ὁ Βαρλαάμ, νὰ γίνει κανεὶς φιλόσοφος, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ σωθεῖ. Ἕνας «ἐλιτισμὸς» στὸν χῶρο τῆς πίστεως, στὸν χῶρο τῆς σωτηριολογίας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀπαντοῦσε ὅτι ὁ Θεὸς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι, εἴτε ξέρουμε γράμματα, εἴτε δὲν ξέρουμε. Ἔχουμε μία ἄλλη παιδεία μέσα στὴν καρδιά μας, τὴν παιδεία καὶ τὴν νουθεσίαν τοῦ Θεοῦ. Καὶ δὲν στηριζόμαστε στὰ ἀνθρώπινα γράμματα. Τώρα κατανοεῖτε γιατί κατεδίκασα ὅλα τὰ πτυχία ποὺ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ μπόρεσα νὰ ἀποκτήσω. Μηδὲν καὶ κάτω τοῦ μηδενὸς εἰς τὴν σωτηρία. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἄνοιγμα τῆς καρδιᾶς σ᾽ αὐτὴ τὴ Χάρη εἶναι ἡ δυνατότητα τῆς σωτηρίας μας καὶ ὄχι τὰ γράμματα. Ὄχι ἡ ἐπίδειξη γνώσεων. Ὅλα αὐτὰ μποροῦν νὰ ὠφελήσουν σὲ πρακτικὰ θέματα, νὰ κηρύξεις καλύτερα, νὰ χρησιμοποιήσεις μία ὑψηλότερη γλώσσα, ἀλλὰ τὶς περισσότερες φορές, τὰ προσόντα αὐτὰ τὰ κοσμικὰ γίνονται ἡ ἀφορμὴ τῆς πτώσεώς μας , διότι «φυσιοῦται» ὁ ἄνθρωπος. Ἀποκτᾶ ὁ ἄνθρωπος ἔπαρση, στηριζόμενος εἰς τὶς γήινες γνώσεις του.
.          Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὴ συνέχεια γίνεται ὑπερασπιστὴς τοῦ μοναχισμοῦ, τοῦ μοναχισμοῦ τῆς πατερικῆς παραδόσεως, τὸν ὁποῖον πολεμοῦσε ὁ Βαρλαάμ. Ξέρετε ἡ Δύση εἶχε χάσει τὸν αὐθεντικὸ μοναχισμό, ὅπως εἶχε χάσει καὶ τὴν ἀληθινὴ θεολόγηση. Ἡ ἀληθινὴ θεολόγηση περνάει μέσα ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ πραγματικότητα καὶ πράξη, δηλαδὴ ἡ Θεολογία εἶναι καρπὸς ἀσκήσεως, ἀνοίγματος τοῦ ἀνθρώπου στὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ Θεολογία δὲν εἶναι ὑπόθεση διανοητική. Ὅταν σπούδαζα στὴ Δύση, ἔμαθα τὴν φράση «lavoro da tavolino», ἐργασία τοῦ τραπεζιοῦ, τοῦ γραφείου. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ Θεολογία. Ἡ Θεολογία γεννιέται μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Διαφορετικὰ συντάσσουμε ὡραῖα κείμενα, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν μποροῦν νὰ μᾶς ὁδηγήσουν στὴν Θεολογία, διότι δὲν εἶναι καρπὸς ἁγιοπνευματικὴς ἐμπειρίας.
.        Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὴ συνέχεια εἶναι ὁ Θεολόγος τῆς Θείας Χάριτος. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, λέγει, εἶναι ἄκτιστη, δὲν εἶναι δημιουργημένη χάρις, κτιστὴ χάρις, gratia creata. Οἱ θεούμενοι εἶναι οἱ αὐθεντίες καὶ ὄχι τὰ κείμενα. Αὐτὸ τὸ εἶχε ὑποστηρίξει πρῶτον ἕνας μικρασιάτης Θεολόγος, Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας στὸ κέντρον τῆς Εὐρώπης, στὸ Λούγδουνον, τὴν Λυών, ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος, τὸν 2° αἰ., ὅτι αὐθεντίες στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι τὰ κείμενα, ἀλλὰ εἶναι ὁ θεούμενος, ὁ ἅγιος. Αὐτὸς εἶναι αὐθεντία. Ὁ προφήτης, ὁ Ἀπόστολος, ὁ Πατέρας καὶ ἡ Μητέρα ὅλων τῶν αἰώνων. Αὐτὸς ποὺ φτάνει στὴν θέωση. Οἱ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας, λοιπόν, εἶναι οἱ θεοπτες, εἶναι οἱ προφῆτες ποὺ ὀνομάζονται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη «Ροὲ» ἀπὸ τὸ ἑβραϊκὸ ρῆμα «ραὰ» (αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπίδειξη, εἶναι γνωστότατο). Τὸ ρῆμα «ραὰ» σημαίνει βλέπω. Προφῆτες εἶναι οἱ βλέποντες. Τί βλέπουν; Τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄκτιστη. (Ἔχει ἕνα σπουδαῖο βιβλίο ὁ σεβαστὸς καὶ ἀγαπητὸς συναγωνιστής, ὁ π. Ἰερόθεος Βλάχος, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου: «Οἱ βλέποντες»). Ἔτσι, λοιπόν, οἱ Θεολόγοι εἶναι οἱ θεόπτες. Οἱ Θεολόγοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ βλέπουν τὸ ἄκτιστο φῶς, αὐτοὶ ποὺ φθάνουν εἰς τὴν θεοπτίαν. Καὶ κάτι ἄλλο. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος ζητοῦσε τὴν ἐκφιλοσόφηση τῆς πίστεως καὶ τόνιζε ἰδιαίτερα τὶς φιλοσοφικὲς γνώσεις τοῦ ἀνθρώπου ὡς παράγοντα σωτηριολογίας, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἱεραρχεῖ τὴν σοφία-παιδεία. Ἔχουμε, διδάσκει, τὴν θύραθεν, τὴν κοσμικὴ σοφία-παιδεία ποὺ παίρνουμε στὰ σχολεῖα, καὶ τὴν ἐσωτερικὴ σοφία-παιδεία ποὺ παίρνουμε μέσα ἀπὸ τὸν πνευματικὸ ἀγώνα. Ὁπότε, λοιπόν, αὐτὸ περνάει στὸ Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας ἐξ ἀφορμῆς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Ἰταλοῦ καὶ ἄλλων νοθευτῶν τῆς πίστεως. Εἶναι τὸ περίφημο ἐκεῖνο: «τοῖς τὰ ἑλληνικὰ διεξιοῦσι μαθήματα, οὐ πρὸς παίδευσιν μόνον, ἀλλὰ καὶ ταῖς ματαίαις αὐτῶν γνώμαις ἐπομένοις καὶ ὡς ἀληθέσι πιστεύουσι, ἀνάθεμα»! Τὸ ἀνάθεμα δὲν εἶναι, ὅπως νομίζουν πολλοί, κατάρα. Τὸ ἀνάθεμα σημαίνει χωρισμός. Οἱ ἀναθεματιζόμενοι δὲν ἀνήκουν στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὀρθὰ πρέπει νὰ ἐκφωνεῖται «πάσι τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα». Τὰ γράμματα, δηλαδή, δὲν μᾶς σώζουν. Τὸ πρόβλημα εἶναι νὰ μελετᾶς φυσική, ἀστροφυσική, καὶ νὰ νομίζεις ὅτι αὐτὸ μπορεῖ νὰ σὲ σώσει. Ἄλλο ἡ ἐκπαίδευση τοῦ ἀνθρώπου, (αὐτὰ καθορίζονται ἀπὸ τὸν Γρηγόριον τὸν Θεολόγον τὸν 4ο αἰώνα) καὶ ἄλλο τὸ θέμα τῆς σωτηρίας, τῆς αἰωνιότητός μας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διακρίνει δύο σοφίες, δύο γνώσεις. Ὅπως καὶ ὅλοι ὅσοι ἀκολουθοῦν τὴν παράδοση ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ τὸν Ἰάκωβο τὸν Ἀδελφόθεο μέχρι τὸν Εὐγένιο Βούλγαρη. Δέχεται ὅτι ἡ Ἀποκάλυψις εἶναι ὑπὲρ κατάληψιν. Δέχεται ὅτι ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Ἀληθινὸς Λόγος τοῦ Θεοῦ. Θὰ σᾶς πῶ δὲ κάτι ποὺ κάποιους θὰ τοὺς ξενίσει. μες λέμε συνήθως Βίβλος, γία Γραφ περιέχει τ Λόγο το Θεο. Δν εναι Βίβλος Λόγος το Θεο, λλ εναι καταγραφ τς ποκαλύψεως το Θεο στν καρδι τν γίων, τν Προφητν κα τν ποστόλων. Θες δν πικοινωνε μ γλώσσα νθρώπινη. Θες δν πικοινωνε μ κείμενα. Θες πικοινωνε, εσερχόμενος δι το κτίστου Φωτός Του μέσα στν καρδι το νθρώπου, ποος φθάνει ν γίνει δεκτικός της Χάριτος το Θεο. πομένως Βίβλος δν εναι Λόγος το Θεο καθεαυτόν, εναι «λόγος περ το Λόγου το Θεο». Προηγεῖται ἡ Ἀποκάλυψη τῆς καταγραφῆς της, τοῦ γράμματος, τῆς Βίβλου. Πιστεύω νὰ ἔγινα κατανοητός.
.         Ἐκεῖ μᾶς ὁδηγεῖ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἐμεῖς μιλοῦμε συνεχῶς γιὰ τὴν Γραφὴ ὡς τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ. Εἶναι «λόγος γιὰ τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ». Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ φανέρωση τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καρδιὰ τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων.

Ἡ Μέλλουσα Πανορθόδοξος Σύνοδος

.          Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, οἱ Σύνοδοι τοῦ 14ου αἰῶνος διατυπώνουν τὴν θεολογία περὶ τῆς Θείας Χάριτος. Ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση δέχεται αὐτὲς τὶς Συνόδους ὡς 9η Οἰκουμενικὴ καὶ πανορθόδοξα γίνεται αὐτὸ ἀποδεκτὸ ἀπὸ γνωστοὺς Θεολόγους. Διότι καὶ ἡ Σύνοδος αὐτή, ὅπως καὶ ἡ 8η τὸ 879, διαφοροποιοῦν ριζικὰ τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, στὴν πατερικὴ συνέχειά της, ἀπὸ τὸν χριστιανισμὸ τῆς Δύσεως. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, λοιπόν, μὲ τὴν θεολογία του, καρπὸ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν φωτισμένη ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καρδιά του, εἶναι ὁ Πατέρας τῆς 9ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
.        να πίκαιρο ρώτημα εναι: μέλλουσα ν συνέλθει πανορθόδοξος Σύνοδος τί θ κάνει; τοιμάζεται ατ Σύνοδος, γι ν μς δηγήσει, πως διαβάζουμε κα πως βλέπουμε, στν ποδοχ το παπισμο κα το Προτεσταντισμο ς αθεντικν χριστιανισμν. Ατ εναι τ τραγικό. Εχομαι ν μ γίνει ποτέ. λλ κε δηγονται τ πράγματα. άν, λοιπόν, συνέλθει Πανορθόδοξος Σύνοδος, πο θ χει τν χαρακτήρα γι μς Οκουμενικς Συνόδου, ἐὰν συνέλθει κα δν δεχθε μεταξ τν Οκουμενικν Συνόδων τν 8η κα τν 9η, θ εναι ψευδοσύνοδος. πως Σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας. Καὶ τότε ἐπεβλήθη ἀπὸ κάποιους δεσποτάδες Ἀνατολικοὺς καὶ Δυτικούς, ἐπεβλήθη ἡ Σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας, ἀλλὰ ἦταν ἀρκετὴ ἡ ἀντίσταση ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι κάποιων κορυφῶν τῆς παραδόσεώς μας, ὅπως ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, ὥστε τελικὰ νὰ χαρακτηριστεῖ ψευδοσύνοδος. Αἱρετικὴ Σύνοδος, ἀποτυχημένη Σύνοδος, ἡ Σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας.
.         Ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει, λοιπόν, Πανορθόδοξος Σύνοδος θὰ κριθεῖ σ᾽ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Ἐὰν παρακάμψει αὐτὲς τὶς δύο Συνόδους ποὺ τοποθετοῦν τὴν ὀρθοδοξία ἀπέναντι στὸν Δυτικὸ χριστιανισμό. Ἐκεῖ εἶναι τὸ κρίσιμο ἐρώτημα. Αὐτοὶ θέλουν νὰ παρουσιάσουν τὴν ἑνότητα, ὅτι ὁ Δυτικὸς Χριστιανισμὸς εἶναι παράλληλη μορφὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἐκεῖ κάποιοι ἐργάζονται, πρὸς τὰ ἐκεῖ κάποιοι θέλουν νὰ ὁδηγήσουν. Ὁ Θεὸς ὅμως εἶναι πάνω ἀπὸ ὅλους μας.
.          να ψευδοεπιχείρημα, λοιπόν, πο κυκλοφορεται στ χρο τς δικς μας Θεολογίας, τς καδημαϊκς Θεολογίας, εναι τι οδεμία Οκουμενικ Σύνοδος κατεδίκασε τν Δυτικ Χριστιανισμό. Κα μως χουμε δύο Οκουμενικς Συνόδους, το 879 κα κείνης το 14ου αἰῶνος, πο διαφοροποιον τν ρθοδοξία π τν Δυτικ Χριστιανισμό.
.          Εἶναι τραγικό! Δὲν ἐπιχαίρω, οὔτε θριαμβολογῶ. Ἡ ἐπιθυμία ὅλων μας πρέπει νὰ εἶναι νὰ συναντηθοῦμε στὴν ἑνότητα τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων ὅλων τῶν αἰώνων. Διαφορετικὰ κάθε ἕνωση θὰ εἶναι ψευδένωσις καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ θὰ καταστρέφει καὶ θὰ διαστρέφει κάθε προσπάθεια, εἰλικρινῆ προσπάθεια, ποὺ θέλει νὰ ὁδηγηθεῖ στὸ θέμα τῆς σωτηρίας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐλέγχει τὴν σημερινὴ κατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὑπάρχει σύγχυση. Σχετικοποίηση τῆς πίστεως, πολιτικοὶ συμβιβασμοί. Οἱ διάλογοι οἱ ἐκκλησιαστικοὶ εἶναι ἀπομίμηση τῶν πολιτικῶν συζητήσεων. Ἔτσι, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γι᾽ αὐτὸ δὲν γίνεται εὐχάριστα δεκτός ἐμπνέει διάθεση ὁμολογίας καὶ μαρτυρίου ἀκόμη, ἂν ὁ Θεὸς τὸ ἐπιτρέψει, στὴν ἐποχή μας. Βοηθεῖ, ἐπίσης, στὴ συνέχεια τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. πανέκφραση τς Πίστεως μ τ μέσα κάθε ποχς δν χει τίποτε τ κοιν μ τν ναζητούμενη π δικούς μας θεολόγους Οκουμενιστς «πανερμηνεία» τς πίστεως. Δν εναι θέμα πανερμηνείας, πς θ κατανοήσουμε λ.χ. τ παπικ πρωτεο. Συγγνώμη γι τν φράση, κα σκύλος χορτάτος κα πίτα φάγωτη! Μ εναι ατ σοβαρ πράγματα, ταν παίζουμε «ν ο παικτος»; ταν παίζουμε μ τ σωτηρία; ταν παίζουμε μ τν αωνιότητα; Διαγράφουμε λους τους γίους ν νόματι τν γίων. Διότι τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον κυριαρχεῖ, εἶναι νὰ ἐκθειάζουμε τοὺς Ἁγίους. Κι ὅπως, μακαρίτης τώρα, Ἀρχιεπίσκοπος ἔλεγε: «Δεχόμεθα τὸν Μάρκο τὸν Εὐγενικὸ καὶ τὸν τιμᾶμε. Ἐκεῖνος ἔτσι ἔπρεπε νὰ μιλήσει στὴν ἐποχή του, ἐμεῖς μιλοῦμε μὲ τὸν δικό μας τρόπο στὴν δική μας ἐποχή». Κάτι παρόμοιο ἐλέχθη. Ὁ Χριστὸς ὅμως εἶναι πάντα ὁ αὐτὸς «παρατεινόμενος εἰς τοὺς αἰῶνες». Καὶ ἡ πίστη ποὺ σώζει εἶναι μία συνταγή, ἕνα φάρμακο ποὺ δὲν ἀλλοιώνεται, δὲν δέχεται ἀλλαγές. Εἶναι μία καὶ ἑνιαία ἡ πίστις. Ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων, γιὰ νὰ γίνει καὶ δική μας ἐμπειρία.
.           Ἡ κατανόηση, λοιπόν, τῶν Ἁγίων, ὅπως ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, θέτει τὸ πρόβλημα τῆς ἀποδοχῆς τῆς γλώσσας τῶν Ἁγίων. Ἡ γλώσσα τῶν Ἁγίων εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Μὲ αὐτὴ τὴ σκέψη καταλήγω κι εὔχομαι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς νὰ συνοδεύει τὴ ζωή μας. Καλὸν τὸ ὑπόλοιπον Στάδιον τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ Καλὴ Ἀνάσταση!

 

, , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε