Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ἄγχος

ΕΙΡΗΝΕΥΟΥΝ ΜΟΝΟΝ ΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ (Χαρ. Μπούσιας)

Εἰρηνεύουν μόνον οἱ ἐργάτες τοῦ καλοῦ

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Ὅσοι πιστεύουμε στὸν Κύριό μας ησοῦ, τὸν Ποιητὴ καὶ Πλάστη καὶ Θεό μας, τὸν ρχηγὸ τς ζως, προσπαθοῦμε νὰ ἐργαζόμαστε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές του, νὰ ἐργαζόμαστε δηλαδὴ τὸ ἀγαθὸν κάτω καὶ ἀπὸ ἀντίξοες συνθῆκες, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ κόσμος γύρω μας βιώνει ποικίλες ταραχές. Προσπαθοῦμε μὲ τὴν ἐργασία τοῦ ἀγαθοῦ νὰ διατηροῦμε στὴν καρδιά μας «τὴν εἰρήνην τὴν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν» (Φιλιπ. δ´ 7). Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ὡραῖος ἀγώνας κάθε χριστιανοῦ, ὁ ἄριστος ἀγώνας ὅλων μας, νὰ ἐργαζόμαστε γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ μεγάλου δώρου τῆς εἰρήνης ποὺ μᾶς στέλνεται ἀπὸ τὸν οὐρανό, δῶρο τὸ ὁποῖο μαζί μας ἀπολαμβάνουν καὶ ὅλοι ὅσοι βρίσκονται κοντά μας, ἡ οἰκογένειά μας, ὁ ἐργασιακός μας περίγυρος, τὸ κοινωνικό μας περιβάλλον.
.           Ὁ Κίπλιγκ στὸ περίφημο ποίημά του «Ἄν» ἔλεγε ὅτι τότε μόνο θὰ μπορεῖς νὰ ὀνομάζεσαι Ἄνθρωπος μὲ ἄλφα κεφαλαῖο, ὅταν μπορεῖς νὰ κρατεῖς τὰ λογικά σου, τὴ στιγμὴ ποὺ ὅλοι τριγύρω σου τὰ ἔχουν χαμένα. Γιὰ ἐμᾶς τοὺς χριστιανοὺς ἰσχύει, ὅτι τότε μόνο ὀνομαζόμαστε πραγματικοὶ χριστιανοί, ὅταν εἰρηνεύουμε. Ἡ εἰρήνη, ἡ πραότητα, ἡ γαλήνη, ἡ καταδεκτικότητα, ἡ προσήνεια, εἶναι τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ κάθε χριστιανοῦ, ποὺ ἔχει δεχθεῖ τὸ δῶρο τῆς εἰρήνης ἀπὸ τὸν εἰρήναρχο Κύριο. Εἰρήνη, λοιπόν, σημαίνει παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὴ ζωή μας. Καὶ αὐτὴ ὄχι μόνο τὴ νοιώθουμε στὴν καρδιά μας, ἀλλὰ καὶ γίνεται ὁρατὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς πλησίον μας, ἀφοῦ ἔχοντας καταστείλει τὸν ἐμφύλιο πόλεμο ποὺ διεξάγεται μέσα μας μὲ τὴν ὑποταγὴ τῆς σάρκας στὸ πνεῦμα, δηλαδὴ τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος στὸ νόμο τοῦ Πνεύματος, ὁ κόσμος τῶν λογισμῶν μας κινεῖται μὲ κοσμιότητα καὶ καθαρότητα. Ὁ Χριστός μας τότε «ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν. (Ἐφεσ. β´ 14).
.           Ἡ Εἰρήνη, ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ (Ἰωάν. ιδ´ 27) μᾶς στέλνεται καθημερινὰ ἀπὸ Αὐτὸν ὡς δῶρο, ὅπως δῶρο εἶναι τὸ φῶς, ἡ βροχή, ὁ ἄνεμος καὶ κάθε τὶ ποὺ στέλνει ὁ οὐρανὸς στὴ γῆ συνδράμοντας στὴν ἐπιβίωσή μας. Ἡ εἰρήνη εἶναι ἕνα θεϊκὸ χάδι, εἶναι ἔκφραση θεϊκῆς στοργῆς, εἶναι ἔκφραση ἀναπαύσεως τοῦ κοπιάζοντος ἀνθρώπου καὶ περιφρουρεῖ τὶς καρδιὲς καὶ τὰ νοήματά μας, ὥστε νὰ πορευόμαστε κατὰ τὸ θεῖο θέλημα. Ἡ εἰρήνη εἶναι τὸ βραβεῖο τοῦ Θεοῦ στὶς καρδιὲς τῶν χαριτωμένων ἀγωνιστῶν, μᾶς λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος « εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ βραβευέτω ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν» (Κολοσ. γ´ 15).
.           Ἂν ὡς χριστιανοὶ ἐργαζόμαστε τὸ ἀγαθόν, ἀγωνιζόμαστε νόμιμα στὸ στίβο τῆς ζωῆς καὶ ζοῦμε «σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς» (Τίτ. β´ 12), τότε εἰρηνεύουμε. Εἰρηνεύουμε ὡς ἄνθρωποι, εἰρηνεύουμε ὡς οἰκογένειες, εἰρηνεύουμε ὡς κοινωνία, εἰρηνεύουμε ὡς ἐκκλησία. Ἡ σωφροσύνη μᾶς εἰρηνεύει ἐσωτερικά, ἡ δικαιοσύνη μᾶς εἰρηνεύει κοινωνικὰ καὶ ἡ εὐσέβεια μᾶς εἰρηνεύει μὲ τὸ Θεό μας, ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ ὁποίου προσπαθεῖ νὰ μᾶς ἀπομακρύνει ὁ πολεμήτορας διάβολος.
.           Γιὰ νὰ δεχθοῦμε τὸ δῶρο τῆς εἰρήνης πρέπει νὰ πάψουμε νὰ ὑφιστάμεθα τὸν πόλεμο τῶν λογισμῶν, νὰ μὴν ἀφήνουμε χῶρο γιὰ ἀποδοχή τους. Αὐτοὶ ἀναταράζουν τὴν ὕπαρξή μας καὶ χαλαρώνουν τὴν ἰσορροπία μεταξύ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς μας, ὥστε νὰ φυγαδεύεται ἡ χαρὰ καὶ ἡ εἰρήνη ἀπὸ τὴ ζωή μας. Τὸ θεϊκὸ δῶρο τῆς εἰρήνης εἰρηνεύει τὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς συνανθρώπους μας, εἶτε αὐτοὶ εἶναι οἱ οἰκεῖοι μας, εἴτε εἶναι ἐκεῖνοι μὲ τοὺς ὁποίους ἐρχόμαστε σὲ συναναστροφὴ στὸ περιβάλλον μας, στὴν ἐργασία μας, στὴν καθημερινότητά μας. Τέλος μᾶς εἰρηνεύει τόσο, ὥστε νὰ λησμονοῦμε τὴν πίεση ποὺ μᾶς ἀσκοῦν οἱ «ἔνδοξοι», οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς, οἱ καταπιεστὲς τῶν ἐθνῶν, οἱ τύραννοι τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι, μὲ τὶς ἀποφάσεις τους ρυθμίζουν τὶς ζωές μας καί μᾶς κάνουν νὰ αἰσθανόμαστε ὅτι εἴμαστε σὲ ἕνα συνεχῆ καὶ φαινομενικὰ μάταιο πόλεμο.
.           Πολλοὶ ὁμιλοῦν γιὰ τὴν εἰρήνη, ἀλλά, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ὁ Θεολόγος, ἐνῶ αὐτὴ εἶναι ἀγαθὸ ἀπαιτούμενο δὲν φυλάσσεται παρὰ μόνο ἀπὸ λίγους: «Εἰρήνη φίλη, τὸ παρὰ πάντων μὲν ἀπαιτούμενον ἀγαθόν, ὑπ᾿ ὀλίγων δὲ φυλασσόμενον» (Λόγος ΚΒ´). Ἡ εἰρήνη, δυστυχῶς, καταπατεῖται ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ κράτη, ἀπὸ τὶς κοινωνικὲς ὁμάδες, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς φίλους, τοὺς συγγενεῖς, τοὺς ὁμόπιστους, τοὺς συντοπίτες, ἀπὸ ὅλους μας, ὅταν δὲν ἐργαζόμαστε τὸ ἀγαθό. Ἔτσι, ἐνῶ ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι πλασμένη γιὰ εἰρήνη καταλήγει σὲ πόλεμο ἀπὸ τοὺς ἐγωϊσμοὺς καὶ τὶς ἁμαρτίες. Λέγει ὁ Ἅγιος Μάξιμος, ὁ Ὁμολογητής, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση δημιουργήθηκε «ἄμαχος, εἰρηνική, ἀστασίαστος, πρός τε τὸν Θεὸν καὶ ἑαυτὴν δι᾿ ἀγάπης ἐσφιγμένη» (Ρ.G. 9, 172Β). Ἡ πτώση καὶ ἡ ἰδιοτέλεια ἔφεραν στοὺς ἀνθρώπους τὰ μίση, τὶς διαιρέσεις, τὶς συγκρούσεις, τὸν φθόνο, τὴν ἀλληλοεξόντωση, τὴν ἐκδικητικότητα, τὴν ἐπιθετικότητα, τὴν μισανθρωπία. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας διαρκῶς εὐλογεῖ καὶ εὔχεται «εἰρήνη πᾶσι».
.           Τὸ δῶρο τῆς εἰρήνης, γιὰ νὰ τὸ ἀποκτήσουμε χρειάζεται νὰ καταβάλουμε καὶ τὸ δικό μας, τὸν προσωπικό μας ἀγῶνα. Χρειάζεται τὴ δική μας συνέργεια. Οὔτε μόνοι μας χωρὶς τὸν εἰρήναρχο Χριστό μας μποροῦμε νὰ κατακτήσουμε τὴν ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερικὴ εἰρήνη, οὔτε πάλι ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ μᾶς τὴν δώσει χωρὶς τὸν δικό μας ἀγώνα, γιατί ἔτσι θὰ καταργοῦσε τὴν ἐλευθερία μας. Ἡ ἐργασία τοῦ ἀγαθοῦ ἀποτελεῖ τὴ συνεισφορά μας στὴν εἰρηνικὴ ζωὴ ποὺ ἐπαγγέλεται ὁ Χριστός μας καὶ ποὺ μᾶς τὴ χορηγεῖ ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία μὲ τὰ ἱερά της Μυστήρια καὶ τὴ θεία Λατρεία της. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ὁ Παλαμᾶς: «Ἡ μὲ προσευχὲς καὶ ψαλμωδίες καθημερινὴ συνομιλία μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὅλες τὶς ἐπιδρομὲς τῶν παθῶν καταπραΰνει καὶ τὶς ἀλλάζει πρὸς τὸ καλό, καὶ τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες ἀναχαιτίζει, καὶ τὴν πλεονεξία περιορίζει, καὶ τὴν κούφια ἔπαρση χαμηλώνει, καὶ τὸ φθόνο ἐξαφανίζει, καὶ τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ μετριάζει, καὶ τὴ μνησικακία ἐξοστρακίζει, καὶ παρέχει τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐνομία καὶ τὴν εὐμάρεια καὶ στὶς κοινωνικὲς ὁμάδες καὶ στὰ σπίτια, καὶ στὶς ψυχὲς καὶ στὰ σώματα, καὶ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν τὴ συζυγικὴ ζωὴ καὶ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν διαλέξει τὸ μοναχικὸ βίο» (Ὁμιλία ΝΑ´). Γιὰ νὰ εἰρηνεύουμε ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ ὅλοι μας ὀφείλουμε νὰ ἀγωνιζόμαστε κατὰ τοῦ ἐγωϊσμοῦ, τῆς φιλαυτίας καὶ τῶν παθῶν μᾶς. Τότε μόνο θὰ ἔρχεται σὰν πλημμυρίδα ἡ ἀγάπη, ἡ φιλοθεΐα καὶ ἡ φιλανθρωπία, ἀρετὲς ποὺ κοσμοῦν τὴ χριστιανικὴ κοινωνία, τὴν κοινωνία τῆς εἰρήνης. Λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ὁ Χρυσόστομος: «Ἐὰν εἰρήνη ᾖ, καὶ ἀγάπη ἔσται· ἂν ἀγάπη, καὶ εἰρήνη ἔσται» (Ρ.G. 62, 174). Ἔτσι ὁ εἰρηνικὸς χριστιανὸς μεταδίδει εἰρήνη σὲ ὅλους τοὺς γύρω του, γίνεται εἰρηνοποιὸς καὶ ἀναπαύει τοὺς συνανθρώπους του μὲ τὴν εἰρηνικὴ κατάσταση τῆς ψυχῆς του. Ἀντίθετα ὁ ἀποστερημένος εἰρήνης ἄνθρωπος μεταδίδει ταραχὴ καὶ ἄγχος.
.           Ἀλλοίμονο, ὅπως παρατήρησε καὶ ὁ Πλάτων, στὰ βάθη τῆς  ἀνθρωπίνης καρδιᾶς αἰώνια παλεύουν δύο  ὑπάρξεις· τὸ σκότος καὶ τὸ φῶς, ἡ  ἀλήθεια καὶ τὸ ψέμα, ὁ ἄγγελος καὶ ὁ  σατανᾶς. Ἡ πάλη, ἡ μεγαλύτερη πάλη, εἶναι ἄγρια καὶ γίνεται μέσα μας. Πεδίο μάχης, παλαίστρα, εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου  παλεύουν δύο δυνάμεις. Ἡ μία ὠθεῖ πρὸς  τὸν οὐρανό, σπρώχνει πρὸς τὰ ἐπάνω. Ἡ  ἄλλη θέλει νὰ μᾶς ῥίξει κάτω. Ἡ ὕλη μάχεται μὲ τὸ πνεῦμα, ἡ ψυχὴ μὲ τὸ σῶμα. Καὶ ἐδῶ ἡ ὑποταγὴ τῆς σάρκας στὸ πνεῦμα φέρνει τὴν ὡραιότερη νίκη, φέρνει τὴν εἰρήνη. Ἀνώτερη νίκη εἶναι «τὸ νικᾶν ἑαυτόν», ἔλεγαν οἰ σοφοὶ πρόγονοί μας καὶ εἶναι ἀλήθεια, ὅτι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς βλάψει περισσότερο, ἀπὸ ὅσο ἐμεῖς βλάπτουμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ στερούμαστε τῆς εἰρήνης τοῦ Θεοῦ.
.           Εἰρήνη λοιπὸν μὲ τὸν Θεό, εἰρήνη μὲ τὸν  πλησίον, εἰρήνη μὲ τὸν ἑαυτό μας μὲ τὴ  γαλήνη τῆς συνειδήσεως μας εἶναι στόχος καὶ πόθος καὶ ἀγώνας μας. Ἡ θεία συνέργεια εἶναι δεδομένη. Ὁ δικός μας ἀγώνας, ὅμως, εἶναι ὁ κατάλληλος; Ἡ ἐργασία μας στοχεύει στὴν ἀρετή, στὸ ἀγαθό, ποὺ χαρίζει μόνιμη εἰρήνη; Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ χάνουμε τὴν ψυχραιμία μας, νὰ χάνουμε τὴν εἰρήνη μας, γιὰ νὰ προβληματιζόμαστε. Ὁ προβληματισμός μας ἂς εἶναι διαρκὴς καὶ ἂς στοχεύει στὴν καθημερινὴ ἐργασία τοῦ ἀγαθοῦ στὴ ζωή μας. «Εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν» (Ῥωμ. β´ 10).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, , ,

Σχολιάστε

ΠΟΙOΣ Θ᾽ ΑΠΑΛΛΑΞΗ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΧΟΣ;

ΠΟΙOΣ Θ᾽ ΑΠΑΛΛΑΞΗ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΧΟΣ;
(Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου Καντιώτου
στὸν Ἱ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου 31-3-1985 πρωί)

«Τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ… καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ἡμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι» (Ἑβρ. θ´ 14)

.               Κάθε φορά, ἀγαπητοί μου, ποὺ γίνεται θεία Λειτουργία, διαβάζονται δύο περικοπὲς ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή· μία τὸ εὐαγγέλιο καὶ μία ὁ ἀπόστολος. Τὸ εἴπαμε καὶ τὸ ξαναλέμε, δὲν ὑπάρχει ἄλλο βιβλίο ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή. Χιλιάδες βιβλία νὰ διαβάσῃς, ἂν δὲν διαβάσῃς τὴν ἁγία Γραφή, τίποτα δὲν ἔκανες.
.               Ἡ ἁγία Γραφὴ εἶνε ἀναγκαία. Τόσο ἀναγκαία ὅσο καὶ ἡ θεία κοινωνία. Ὅπως ἐὰν κάποιος δὲν κοινωνῇ, δὲν μπορεῖ νὰ εἶνε Χριστιανός, ἔτσι καὶ ἂν δὲν διαβάζῃ ἢ δὲν ἀκούῃ τὴν ἁγία Γραφή. Προτιμότερο νὰ μὴν ἔχῃς ψωμὶ νὰ φᾷς παρὰ νὰ μὴν ἔχῃς ἁγία Γραφὴ νὰ μελετᾷς· Ἡμέρα χωρὶς ψωμὶ νὰ περνάῃ, ἡμέρα χωρὶς ἁγία Γραφὴ νὰ μὴν περνάῃ.
.               Ἡ ἁγία Γραφὴ εἶνε προστασία. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει ὅτι ὅπου ὑπάρχει Εὐαγγέλιο, ἐκεῖ διάβολος δὲν πατάει· ὅπου ὑπάρχει Εὐαγγέλιο, δηλαδὴ ἀνάγνωσις ἢ ἀκρόασις καὶ ἐφαρμογή του καὶ προσπάθεια νὰ μεταδοθῇ καὶ σὲ ἄλλους τὸ φῶς του, ἐκεῖ διάβολος δὲν πατάει.
.               Ἀλλὰ στὰ σημερινὰ χρόνια ἐλάχιστα εἶνε τὰ σπίτια ποὺ κάθε βράδυ προτοῦ νὰ κοιμηθοῦν διαβάζουν οἰκογενειακῶς τὴν ἁγία Γραφή. Κλείσαμε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἀπ᾽ αὐτὸ προέρχονται ὅλα τὰ κακά. Δῶστε μου ἕνα σπίτι ποὺ διαβάζουν τὸ Εὐαγγέλιο καὶ προσπαθοῦν ὅλοι νὰ ἐφαρμόσουν τὰ διδάγματά του· τὸ σπίτι αὐτό, καὶ καλύβα ἂν εἶνε, θὰ λάμπῃ σὰν παράδεισος. Δῶστε μου κ᾽ ἕνα σπίτι ποὺ δὲν διαβάζουν τὸ Εὐαγγέλιο· σ᾽ αὐτό, ἔστω κι ἂν εἶνε μέγαρο καὶ ἀνάκτορο, θὰ εἶνε κόλασις.
.               Δὲν διαβάζουν τὸ Εὐαγγέλιο, τὸ ἔκλεισαν· καὶ τί ἄνοιξαν; τὴν τηλεόρασι. Μιὰ ὥρα, δυὸ ὧρες, τρεῖς ὧρες τηλεόρασι, ποὺ σκορπίζει τὰ «κόπριά» της καὶ διδάσκει τὰ πιὸ αἰσχρὰ καὶ ἀκατονόμαστα. Ἡ τηλεόρασι, ὅπως εἶπε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, εἶνε τὸ κουτὶ ποὺ βρῆκε ὁ διάβολος γιὰ νὰ ἐκφαυλίσῃ ὅλους, τὸ χαζοκούτι.
.               Ἀκούσατε λοιπὸν τὸ εὐαγγέλιο, ἀκούσατε καὶ τὸν ἀπόστολο. Δὲν μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε καὶ τὰ δύο. Θὰ πῶ λίγα λόγια ἐπάνω στὸν ἀπόστολο. Τὸν ἀκούσατε, ἀλλὰ τὰ λόγια του φαίνονται σὰν κινέζικα. Ἄλλοτε τὰ καταλάβαιναν οἱ πιστοὶ καὶ τὰ ἤξεραν ἀπ᾽ ἔξω. Τώρα δυστυχῶς δὲν διαβάζουμε. Καὶ οἱ μόνοι ποὺ φαίνεται νὰ διαβάζουν εἶνε οἱ χιλιασταί. Ἀλλ᾽ αὐτοὶ διαστρεβλώνουν τὸ ἱερὸ κείμενο· ἄλλα ἐννοεῖ καὶ ἄλλα λένε αὐτοί.
.               Πόσες λέξεις εἶνε σήμερα ὁ ἀπόστολος; Ὀγδόντα περίπου λέξεις εἶνε· ὀγδόντα λέξεις – ὀγδόντα χρυσᾶ νομίσματα, κάθε λέξι καὶ μιὰ λίρα. Ἐὰν στὸ ἐκκλησίασμα πετοῦσε κάποιος λίρες, ὅλες θὰ προσπαθοῦσαν νὰ τὶς πιάσουν· δὲν θὰ ἔχαναν καμμία, οὔτε μιὰ λίρα δὲν θά ᾽πεφτε κάτω. Ἀλλὰ τί εἶνε οἱ λίρες καὶ τί εἶνε τὰ χρυσᾶ νομίσματα μπροστὰ στὰ λόγια, τὰ ἀνεκτίμητα λόγια τῆς ἁγίας Γραφῆς; Πρέπει νὰ ἀγαποῦμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ παραπάνω ἀπὸ χρυσίον καὶ ἀργύριον. Ἀπὸ τὶς ὀγδόντα λέξεις ποὺ ἔχει ὁ ἀπόστολος, ἐγὼ μία λέξι μόνο θέλω νὰ προσέξετε, στὸ τέλος τῆς περικοπῆς, ποὺ ἔχει μεγάλη σπουδαιότητα. Εἶνε ἡ λέξι «συνείδησις» (Ἑβρ. θ´14).

* * *

.               Τί θὰ πῇ «συνείδησις»; Ἡ συνείδησις δὲν εἶνε κάτι ὑλικό· εἶνε κάτι πνευματικό, ἀόρατο. Εἶνε μία πνευματικὴ αἴσθησι καὶ μία κρίσι, ἕνα ζύγισμα τοῦ ἑαυτοῦ μας, ποὺ ἄλλοτε μᾶς ἐπαινεῖ καὶ ἄλλοτε μᾶς κατακρίνει. Ἡ συνείδησις εἶνε ἕνα φαινόμενο ψυχολογικό, μὲ τὸ ὁποῖο ἀσχολοῦνται οἱ θεολόγοι, οἱ φιλόσοφοι καὶ οἱ ψυχολόγοι. Συνείδησις ὑπάρχει σὲ κάθε ἄνθρωπο. Δηλαδὴ ἁπλούστερα· κάνει κάποιος κάποιο κακό, π.χ. κλέβει· ἢ κάτι χειρότερο, πάει τὴ νύχτα σὲ ξένο σπίτι καὶ ἀτιμάζει τὴ γυναῖκα τοῦ ἄλλου· ἢ κάτι ἀκόμα χειρότερο, σκοτώνει. Δὲν τὸν εἶδαν, οὔτε ἀστυνομία, οὔτε εἰσαγγελεύς, κανείς· δὲν τὸ ξέρει οὔτε ἡ γυναίκα του. Εἶνε λοιπὸν ἥσυχος; Καθόλου. Νιώθει ἀνησυχία, σὰν κάποιος νὰ τὸν κυνηγάῃ. Μόλις κάνῃ τὸ κακό, μέσα του αἰσθάνεται στενοχώρια, ἔχει κάποιο σκουλήκι ποὺ τὸν τρώει. Ἀκούει μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ φωνάζῃ αὐστηρά· ―Γιατί τὸ ἔκανες; Εἶσαι ἔνοχος, εἶσαι ἁμαρτωλός!… Ἔχουμε πολλὰ τέτοια παραδείγματα.
.               Πρῶτο παράδειγμα εἶνε ὁ Κάιν. Τί ἔκανε ὁ Κάιν; Σκότωσε τὸν ἀδελφό του τὸν Ἄβελ καὶ νόμισε πὼς δὲν τὸν εἶδε κανείς. Ἄκουσε ὅμως τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ· «Ποῦ εἶνε ὁ Ἄβελ ὁ ἀδελφός σου;» (Γέν. δ´ 9). Αὐτὴ ἡ φωνὴ τὸν τάραζε πλέον μέσα στὴ συνείδησί του καὶ δὲν τὸν ἄφηνε νὰ ἡσυχάσῃ. Ἔτρεμε σὰν τὰ φύλλα τῶν δέντρων· προτιμοῦσε νὰ πεθάνῃ παρὰ νὰ τὴν ἀκούῃ.
.               Θέλετε ἄλλο παράδειγμα; Ἀναφέρει ὁ Ἠλίας Μηνιάτης, ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου Κώνστας Β΄ (641-668) σκότωσε τὸν ἀδελφό του Θεοδόσιο καὶ ἔτσι ἀνέβηκε στὸ θρόνο. Τιμές, δόξες, τὰ πάντα εἶχε. Ἦταν εὐτυχής; Κάθε ἄλλο. Διότι τὴ νύχτα ἔβλεπε σὰν φάντασμα τὸν ἀδελφό του νὰ κρατάῃ ἕνα ποτήρι γεμᾶτο μὲ αἷμα του ποὺ ἄχνιζε καὶ νὰ τοῦ λέῃ· «Ἀδελφέ, πίε», πιὲς τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σου.
.               Τὸ πιὸ φοβερὸ παράδειγμα εἶνε ὁ Ἰούδας. Πούλησε τὸν Διδάσκαλό του ἀντὶ 30 ἀργυρίων. Τὰ νομίσματα κουδούνιζαν στὰ χέρια του, ἀλλὰ ἡ συνείδησί του τὸν ἔτυπτε τόσο, ὥστε πῆρε σκοινὶ καὶ κρεμάστηκε – αὐτοκτόνησε.
.               Στὴν Ἀθήνα κάποιος ἔπεσε στὸ Φάληρο στὴ θάλασσα καὶ αὐτοκτόνησε. Ὅταν τὸν ἀνέσυραν πνιγμένο, βρῆκαν στὴν τσέπη του ἕνα χαρτὶ ποὺ ἔγραφε· Δὲν μπορῶ νὰ ὑποφέρω τὸν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεως….
.               Τρομερὸ πρᾶγμα ἡ συνείδησις. Τί νὰ τὰ κάνῃς τὰ λεφτά, τὰ ἀξιώματα καὶ τὶς θέσεις, ὅταν αὐτὴ ἔχῃ τὸν ἄνθρωπο κατηγορούμενο καὶ ὑπὸ ἔλεγχο; Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει· Προτιμότερο νὰ σὲ κεντήσῃ σκορπιὸς παρὰ ἡ συνείδησί σου. Κ᾽ ἕνας παλαιὸς γυμνασιάρχης, καλὸς καθηγητής, ὅταν τελειώναμε τὸ γυμνάσιο (τὸ σημερινὸ λύκειο) στὴ Σύρο, μᾶς εἶπε· Παιδιά μου, μιὰ εὐχὴ σᾶς λέγω· νὰ μὴ δοκιμάσετε, νὰ μὴ αἰσθανθῆτε τύψεις συνειδήσεως!
.               Ἐρωτοῦμε τοὺς ἀπίστους καὶ ἀθέους, ἐρωτοῦμε τοὺς πάντας· ποιός φύτεψε μέσα μας μιὰ τέτοια φωνή; Ἕνας μεγάλος φιλόσοφος εἶπε· Δυὸ πράγματα μὲ κάνουν νὰ πιστεύω ὅτι ὑπάρχει Θεός· ὁ ἔναστρος οὐρανὸς ποὺ εἶνε ἀπὸ πάνω μας καὶ ὁ ἠθικὸς νόμος (ἡ συνείδησι=) ποὺ εἶνε μέσα μας.
.               Ὁ ἄνθρωπος σήμερα, ὅπως βλέπουμε, λεφτὰ ἔχει, ἀξιώματα ἔχει, γυναῖκα ἔχει, παιδιὰ ἔχει, σπίτια ἔχει, χωράφια ἔχει, τὰ πάντα ἔχει. Εἶνε εὐτυχής; Δὲν εἶνε. Γιατί; Ἔχει λύσει τὰ ἐξωτερικὰ προβλήματα, μένουν ὅμως ἄλυτα ἐσωτερικὰ προβλήματα, ποὺ τοῦ δημιουργοῦν ψυχολογικὲς καὶ νευρολογικὲς διαταραχὲς καὶ παθήσεις, αὐτὸ ποὺ οἱ ψυχολόγοι λένε ἄγχος. Ποτέ ἄλλοτε ὁ κόσμος δὲν εἶχε τόσο ἄγχος. Ταραγμένοι εἶνε οἱ ἄνθρωποι, τρικυμία, ἀνησυχία ἔχουν γιὰ κάτι ποὺ τοὺς τύπτει.
.               Καὶ τρέχουν στοὺς γιατρούς. Γέμισε ὁ κόσμος ἀπὸ ψυχιάτρους καὶ νευρολογικὲς κλινικές. Κ᾽ ἐκεῖ τί κάνουν; συνήθως δίνουν χάπια καὶ πλουτίζουν. Ὡρισμένοι ὅμως ψυχίατροι πρῶτοι αὐτοὶ ἔχουν ἀνάγκη ἰατροῦ. Καὶ ἡ ἀνησυχία ἐξακολουθεῖ νὰ βασανίζῃ τὸν κόσμο.

* * *

.               Τί λοιπόν, ἀδελφοί μου; Δὲν ὑπάρχει γιατρός, φάρμακο, θεραπεία τοῦ ἄγχους τῆς συνειδήσεως; Ὑπάρχει! Ποιός εἶνε; Τὸ λέει σήμερα ὁ ἀπόστολος· εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, «ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (θ. Λειτ.), ποὺ σταυρώθηκε, ἔδωσε τὸ τίμιό του αἷμα. Ὁ σταυρός του σβήνει τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου καὶ τὸ αἷμα του ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὶς τύψεις καὶ ἀναπαύει.
.               Ἀμφιβάλλετε; Ἂν ἀμφιβάλλετε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ μέγας ψυχίατρος ποὺ λύνει ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ προβλήματα, δοκιμάστε. Πλησιάζουν οἱ ἅγιες ἡμέρες. Τὸ φάρμακο ποιό εἶνε· ἡ ἐξομολόγησις. Νὰ πᾷς μετανοημένος νὰ ἐξομολογηθῇς, νὰ πῇς τὰ κρίματά σου, νὰ κλάψῃς ἐμπρὸς στὸν πνευματικό σου. Κι ὅταν πῇς τὰ κρίματά σου μὲ εἰλικρίνεια, τὴν ὥρα ἐκείνη ―δὲν εἶνε ψέμα― ἕνα βουνὸ ποὺ πλακώνει τὴν καρδιά σου, τὸ ἄγχος αὐτὸ ποὺ λένε οἱ ψυχολόγοι, θὰ φύγῃ ἀπὸ πάνω σου. Μέσα στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς σου θ᾽ ἀκούσῃς μιὰ φωνὴ γλυκειά, φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, νὰ σοῦ λέῃ «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Μᾶρκ. 2,5), «παιδί μου, σοῦ συγχωροῦνται τὰ ἁμαρτήματά σου», καὶ θὰ αἰσθανθῇς ἀνακούφισι, λύτρωσι, γαλήνη.
.            Ὅποιος, ἀδελφοί μου, πιστεύει στὸν Χριστό, ὅποιος ἐξομολογεῖται εἰλικρινά, ὅποιος κοινωνεῖ τὰ ἄχραντα μυστήρια «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης» (θ. Λειτ.), ὅπως ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία τὴν ὁποία ἑορτάζουμε σήμερα, αὐτὸς αἰσθάνεται τὴν ἀπαλλαγὴ τῆς συνειδήσεως ἀπὸ τὸ ἄγχος. Αὐτὸ λέει ὁ ἀπόστολος σήμερα· ὅτι ὁ Χριστὸς, ποὺ προσέφερε τὸν ἑαυτό του θυσία, καθαρίζει τὴ συνείδησί μας ἀπὸ τὰ πονηρὰ ἔργα ποὺ τὴ μολύνουν (βλ. Ἑβρ. θ´14)· ἀμήν.

 ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΑΓΧΟΣ καὶ Ο ΑΔΑΜΙΚΟΣ ΦΟΒΟΣ

Τ γχος π τ πρίσμα τς Χριστιανικς Ἀνθρωπολογίας

Ἰωάννου Κορναράκη (†), Καθηγητοῦ Πανεπ. Ἀθηνῶν
ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ψυχοδυναμικὰ δρώμενα στὴν πορεία τῆς ἁγιότητος»,
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2010, σελ. 225
[Πρώτη δημοσίευση, περ. «Ὀρθόδοξη Μαρτυρία,
Λευκωσία, Ἄνοιξη 2002, ἀρ. τ. 67, σελ. 13-18] 

.                 Τὸ ἄγχος εἶναι ἀναμφιβόλως ἕνα πληθωρικὸ ψυχολογικὸ χαρακτηριστικὸ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας. Οἱ χαρακτηρισμοί: ἀγχώδης ἀντίδραση, ἀγχογόνος κατάσταση ἀνθρώπινης ζωῆς, ἀγχωτικὸς τύπος καὶ ἄλλοι παρόμοιοι καὶ σχετικοὶ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἄγχους χαρακτηρισμοί, ἀκούγονται συχνὰ στὴν καθημερινή μας ζωή. Στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐπιστημονικῆς ψυχολογικῆς ἔρευνας τὸ ἄγχος ἐντοπίσθηκε ὡς νοσογόνο σύμπτωμα ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς, κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 19ου αἰῶνος, στὸ πλαίσιο τῆς ἀναπτύξεως τῶν διαφόρων θεωριῶν τῆς Ψυχολογίας τοῦ Βάθους (τοῦ ἀσυνειδήτου). Ἀλλὰ τὸ ἄγχος ὑπῆρχε πάντοτε στὴν ἀνθρώπινη ψυχή, ἀπὸ κάποια χρονικὴ στιγμὴ καὶ ἐξῆς, ὡς λανθάνον αἴτιο ἐνδεχόμενης ψυχικῆς διαταραχῆς, μικρῆς ἢ μεγάλης ἐκτάσεως. Ἁπλῶς κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 20ου αἰῶνος οἱ συνεχεῖς, μεγάλες καὶ συχνὰ ἐκπληκτικὲς ἀλλαγὲς συνθηκῶν καὶ ὅρων ἀνθρώπινης ζωῆς, ὀφειλόμενες στὴν ταχεία ἐξέλιξη τῶν ἐπιστημῶν καὶ μάλιστα τῆς τεχνολογίας, ὅπως καὶ στὴ σχετικὴ συνεργία λοιπῶν κοινωνικῶν, ἰδεολογικῶν καὶ πολιτισμικῶν παραγόντων, συνετέλεσαν στὴν ἔντονη διέγερση τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ, μὲ συνέπεια τὴν ἐκδήλωση ψυχολογικῶν προβλημάτων ἀλλὰ καὶ ψυχοπαθολογικῶν συμπτωμάτων μὲ κορυφαῖο, συχνά, χαρακτηριστικὸ τὸ ἄγχος.
.                 Τὸ ἄγχος γεννήθηκε στὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ στὸν παράδεισο ἀμέσως μὲ τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἁμαρτία. Ἡ παράβαση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴ θανατηφόρο παρακοὴ τοῦ Ἀδάμ, βιώθηκε καὶ ἐκδηλώθηκε ἤδη μέσα στὸν παράδεισο ὡς ἀγχογόνος ἀντίδραση στὰ ἀποτελέσματα τῆς παρακοῆς αὐτῆς, ἐπὶ τοῦ ψυχοσωματικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου.
.               Ἡ πρώτη ἀγχωτικὴ ἀντίδραση τοῦ ἀδαμικοῦ ζεύγους σχετίζεται μὲ τὴν μεταπτωτικὴ αὐτοσυνειδησία τοῦ ζεύγους αὐτοῦ· «καὶ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν, καὶ ἔρραψαν φύλλα συκῆς καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα» (Γέν. γ´ 7).
.               Ἡ προσεκτικὴ μελέτη τοῦ στίχου αὐτοῦ δείχνει ὅτι οἱ παραβάτες τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, μόλις ἔφαγαν τὸν ἀπαγορευμένο καρπό, βρέθηκαν μπροστὰ σὲ μία εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ τους, τόσον ἀποκρουστικὴ στὰ μάτια τῆς αὐτοσυνειδησίας τους, ὥστε ἀμέσως, χωρὶς τὴν παραμικρὴ χρονοτριβή, προσπάθησαν νὰ καλύψουν τὴν ἀσχημοσύνη τῆς ψυχικῆς, ἀπαράδεκτης γι’ αὐτούς, εἰκόνας τους.
.               Ἔτσι στὸ Γέν. γ´ 7 ἔχουμε δύο σημαντικὰ ὑπαρξιακὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τῶν παραβατῶν αὐτῶν τὴν ἀπαράδεκτη γι’ αὐτοὺς μεταπτωτικὴ αὐτοσυνειδησία τους καὶ τὴν κάλυψη τῆς εἰκόνας τῆς αὐτοσυνειδησίας τοὺς αὐτῆς, μὲ τέτοια συνάφεια μεταξύ τους, ὥστε νὰ μαρτυρεῖται ἐντυπωσιακὰ ὁ ἀγχώδης χαρακτήρας τῆς ἀμεσότητος μὲ τὴν ὁποία ἔσπευσαν, εὐθὺς ἀμέσως, νὰ πραγματοποιήσουν τὴν κάλυψη αὐτή, τῆς κακοποιημένης ἀπὸ τὴν ἁμαρτία προσωπικῆς τους εἰκόνας.
.               Ἐξ ἄλλου ἡ δεύτερη ἀγχώδης ἀντίδραση τοῦ ἀδαμικοῦ ζεύγους στὴν ἀποτρόπαια αὐτὴ εἰκόνα τους, ἦταν ἡ ἄμεση, ἐσπευσμένη, ἀπόκρυψή τους πίσω ἀπὸ τὰ δέντρα τοῦ παραδείσου, ὅταν «ἤκουσαν τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσω τὸ δειλινὸν» (Γέν. γ´ 8). Τὸ ἠχητικὸ ἐρέθισμα τῆς φωνῆς τοῦ Θεοῦ τοὺς προκάλεσε ἔντρομη φυγὴ καὶ κρύψιμο. Ἔτσι «ἐκρύβησαν ὅ τε Ἀδὰμ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἀπὸ προσώπου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἐν μέσῳ τοῦ ξύλου τοῦ παραδείσου».
.               Ὅταν ὅμως ὁ Θεὸς ἐκάλεσε ὀνομαστικῶς τὸν Ἀδάμ, μὲ τὴν ἐρώτηση· «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;», ἐκεῖνος ἀπήντησε ὁμολογώντας καὶ δικαιολογώντας συγχρόνως τὸ κρύψιμό του πίσω ἀπὸ τὰ δέντρα τοῦ παραδείσου· «τῆς φωνῆς σου ἤκουσα περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ καὶ ἐφοβήθην, ὅτι γυμνός εἰμι, καὶ ἐκρύβην». Ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς γυμνότητος τῆς εἰκόνας τους ἀπὸ τὰ θεουργὰ χαρίσματα τοῦ «κατ’ εἰκόνα» λειτούργησε μὲ ἔντρομη ἀμεσότητα, γιὰ τὴν ἀπόκρυψή τους ἀπὸ τὴν ἐλεγκτικὴ παρουσία τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ. «Ἐφοβήθην» καὶ «ἐκρύβην»! Φόβος καὶ κρύψιμο, πρὸ τῆς ἐλεγκτικῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ!
.               Ἂν θὰ θέλαμε νὰ συσχετίσουμε τὶς δύο αὐτὲς λέξεις ἢ ἀντιδράσεις τοῦ πεπτωκότος ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου, φόβο καὶ κρύψιμο, μὲ βασικὲς ἔννοιες τῆς Ψυχολογίας τοῦ ἀσυνειδήτου (τοῦ Βάθους), θὰ διαπιστώναμε χωρὶς δυσκολία τὴ σύμπτωση το δαμικο φόβου μ τ γχος, πως κριβς τ ννοε σύγχρονη Ψυχολογία στν ψυχοδυναμική του λειτουργία. Ἀλλὰ καὶ τὸ κρύψιμο θὰ μπορούσαμε ἄνετα νὰ τὸ παραλληλίσουμε καὶ μᾶλλον νὰ τὸ ταυτίσουμε μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀπωθήσεως τοῦ ἑαυτοῦ στὸ ἀσυνείδητό του, ὅπως ἀκριβῶς τὴν ἀντιλαμβάνεται τὴν ἔννοια αὐτή, στὴ σχέση της μὲ τὸ ἄγχος, ἡ ἴδια Ψυχολογία.
.               Σύμφωνα μὲ τέτοιες συσχετίσεις μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἡ πτώση στὴν ἁμαρτία ἐπεσκότισε πράγματι καὶ ἀχρείωσε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴ χαρισματικὴ (θεουργὸ) δυναμικὴ τοῦ «κατ’ εἰκόνα». Τὸ μεγάλο αὐτὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν πρωτόπλαστο, βυθίστηκε στὸ σκότος μίας ψυχικῆς πραγματικότητας, ἄγνωστης πλέον καὶ ἀπρόσιτης στὸ σκοτισμένο λογικὸ τοῦ ἀνθρώπου. Θὰ λέγαμε μὲ τὴ γλώσσα τῆς σύγχρονης ψυχολογίας στὸν ἀσυνείδητο ψυχισμό του.
.               Ἔτσι, εἰς τὸ ἑξῆς, οἱ ψυχικὲς ἀντιδράσεις τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου εἶχαν πλέον ἀσυνείδητες ἀφετηρίες, ἐφ᾽ ὅσον ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, βυθισμένος στὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας, δὲν μπορεῖ πλέον νὰ κατοπτεύση φωτιστικὰ τὸ ἀπύθμενο βάθος τῆς ἁμαρτίας αὐτῆς, στὴν ὁποία εἶχε ἤδη δουλωθῆ!
.               Ἑπομένως ὄχι μόνο τὸ ἄγχος ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπώθηση τοῦ ἑαυτοῦ στὸν ἀσυνείδητο ψυχισμό του εἶναι συμπτώματα τῆς διαβρώσεως τοῦ «κατ’ εἰκόνα» ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία στὴν ἁμαρτία, μὲ κοινὴ ὅμως ἐσωτερικὴ ἁμαρτητικὴ σχέση, ποὺ οὐσιώνεται στὴ βίωση τῆς ἐνοχῆς γιὰ τὴν παράβαση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τ γχος χει σαφς νοχικ φετηρία. Ἐκφράσθηκε ὡς φόβος μπροστὰ στὴν ἀπειλὴ τῆς ἐλεγκτικῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ.
.               Καὶ εἶναι ἰδιαίτερα ἀξιοπρόσεκτο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ σύγχρονη Ψυχολογία τοῦ ἀσυνειδήτου, κατανοεῖ τὸ ἄγχος ἐπίσης ὡς ἀσυνείδητη καὶ διάχυτη στὴ συνολικὴ ὕπαρξη τοῦ ἄνθρωπου ἐνοχικὴ ἀγωνία. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ τὸ ἰσχυρότερο πάθος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς· τὸ βίωμα ἢ τὸ αἴσθημα τῆς ἐνοχῆς, ποὺ ἐξ ἄλλου ἀποτελεῖ καὶ τὸν πυρήνα τοῦ νευρωτικοῦ γενικὰ φαινομένου.

* * *

.               Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ τὸ ἄγχος ὑποδηλώνει τὴν ἀόριστη, μὴ δυνάμενη νὰ προσδιορισθεῖ ἐξ ἀντικειμένου ἀγωνία ἐνώπιον κάποιας ἀπειλῆς κινδύνου. Τὸ δὲ ἔντονο κινητικὸ – ψυχοδυναμικὸ στοιχεῖο του, ποὺ προεκτείνεται συχνὰ στὴ συμπεριφορὰ τῆς ἀγχωτικῆς ἀντιδράσεως, μὲ μορφὴ ἐπιθετικότητος, ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς μαρτυρία τῆς ἐνοχικῆς ἀφετηρίας του.

* * *

.               Ἀλλὰ τὸ ἄγχος, ὡς παθογόνος παράγοντας τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ὡς πάθος, εἶναι ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους, ἐπιδεκτικὸ μιᾶς ἀξιοποιήσεώς του ὡς ἐργαλείου πνευματικῆς καὶ μάλιστα νηπτικῆς προκοπῆς. Κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο, τὰ πάθη, ἂν καὶ δὲν «συνεκτίσθησαν προηγουμένως» στὴν ἀνθρώπινη φύση, εἶναι καλὰ γιὰ τοὺς προχωρημένους στὴν πνευματικὴ ζωή. Γιατί αὐτοὶ μποροῦν νὰ χρησιμοποιοῦν τὴν ἐμπειρία τῶν παθῶν ποὺ εἶχαν (καὶ τὰ ἐξέβαλαν ἀπὸ τὴ σαρκική τους ἀφετηρία) γιὰ τὴν ἀπόκτηση οὐρανίων ἀρετῶν. Ὅπως τὸν φόβο ὡς μέσο προφυλάξεως ἀπὸ τὴ μέλλουσα τιμωρία ἀλλὰ καὶ τὴ λύπη, ὡς διορθωτικὴ διάθεση, κατὰ τὴ μεταμέλεια γιὰ κάποιο κακό, ποὺ διαπράχθηκε κατὰ τὸν παρόντα βίο.
.               Πρόκειται ἐδῶ γιὰ μία μεταποιητικὴ «κατεργασία» τῆς δυναμικῆς ἑνὸς πάθους σὲ πνευματικὴ λειτουργία ἀρετῆς. Τὴ μεταποιητικὴ αὐτὴ μέθοδο μεταβολῆς μίας ἀρνητικῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας σὲ θετικὴ καὶ ἐποικοδομητικὴ ἐνέργεια ἀνωτέρου ἐπιπέδου πνευματικῆς ζωῆς, ἐπισημαίνει καὶ ὁ ἅγ. Μάξιμος σὲ ὁρισμένα σημεῖα τοῦ συγγραφικοῦ του ἔργου.
.               Ἐφ᾽ ὅσον «Πᾶν πάθος κατὰ συμπλοκὴν πάντως αἰσθητοῦ τινός, καὶ αἰσθήσεως καὶ “φυσικῆς δυνάμεως”, θυμοῦ λέγω τυχόν, ἢ ἐπιθυμίας, ἢ λόγου παρατραπέντος τοῦ κατὰ φύσιν συνίσταται», εἶναι δυνατὸν ἕνας «σπουδαῖος» πνευματικὸς ἀγωνιστής, κατὰ τὴν ἐπιδίωξη κάποιας ἀρετῆς νὰ «μεταποιήση» ἢ νὰ «μεθορμήση» ἢ νὰ «μετεργασθῆ» ἢ νὰ «ἐπαναγάγη» τὴ φυσικὴ αὐτὴ δυναμικὴ τοῦ πάθους σὲ βιωματικὴ ποιότητα ἀρετῆς.

* * *

.               Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἕνας ἀγωνιζόμενος χριστιανός, ποὺ ἀνήκει σ’ ἕνα ἀγχώδη τύπο, νὰ προσπαθήσει νὰ «μεθορμήση» τὴν ἀγχωτική του δυναμικὴ σὲ ὑψηλὰ πεδία πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι ἡ νήψη, ἡ ἐγρήγορση, ἡ πατερικὴ προσοχὴ καὶ ἄλλες παρόμοιες πνευματικὲς ἐμπειρίες καὶ ἐνέργειες. Στὴν ἁγιογραφικὴ ἀλλὰ καὶ στὴν πατερικὴ διδαχὴ συναντοῦμε προτροπὲς ποὺ μᾶς προσανατολίζουν στὴν πνευματικὴ ἀξιοποίηση μιᾶς «ἀγχωτικῆς» ἢ «φοβικῆς» δυναμικῆς. Ὅπως ἐνδεικτικῶς:

α) Στὴν Π. Δ. «δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ ἐν φόβῳ καὶ ἀγαλλιᾶσθε αὐτῷ ἐν τρόμῳ» (Ψαλμ. β´ 11).

β) Στὴν Κ.Δ. «Γρηγορεῖτε οὖν ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν ἐν ᾗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται». «Γρηγορεῖτε οὖν· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται… μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ ὑμᾶς καθεύδοντας».
.                     «Μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν κατεργάζεσθε». «Νήψατε, γρηγορήσατε· ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ».

γ) Κατὰ τὸν ἅγ. Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο, αὐτὸς ποὺ θέλει πραγματικὰ νὰ εὐχαρίστησει τὸν Θεὸ καὶ νὰ δεχθεῖ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρέπει νὰ βιάζει τὸν ἑαυτό του στὴν τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ… ὅπως ἀκριβῶς αὐτὸς ποὺ προσπαθεῖ νὰ μάθει τὴν εὐχὴ καὶ «βιάζεται καὶ ἄγχει». Κι’ αὐτὸς λοιπὸν ποὺ θέλει νὰ ἐφαρμόσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ «βιάζεται καὶ ἄγχει καὶ ἐθίζει ἔθος ἀγαθόν… Καὶ ἐμεῖς λοιπὸν βιασώμεθα καὶ ἄγξωμεν ἑαυτοὺς εἰς τὴν κατόρθωσιν τῶν ἀρετῶν».
.               Ὁ ἴδιος ἅγιος συνιστᾶ· «Πάντοτε οὖν ἐν τῇ συνειδήσει ὀφείλεις ἔχειν τὴν μέριμναν καὶ τὸν φόβον…. τὸν φόβον καὶ τὸν πόνον, ὡς φυσικὸν καὶ ἄτρεπτον, τὸν συντριμμὸν τῆς καρδίας πάντοτε πεπηγμένον».
.               Ἐπίσης, κατὰ τὸν ἀββᾶ Δωρόθεο, ὁ ἀδιαλείπτως προσευχόμενος ἄνθρωπος, ἂν ἀξιωθεῖ νὰ ἀποκτήσει κάποιο χάρισμα γνωρίζει πὼς τὸ κατόρθωσε καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερηφανευθεῖ γιὰ τὸ χάρισμα αὐτό, ὅτι μὲ τὴ δική του δύναμη τὸ ἀπέκτησε ἀλλὰ τὸ ἀποδίδει στὸν Θεὸ καὶ συνεχῶς τὸν παρακαλεῖ «τρέμων» νὰ μὴ ἀποδειχθεῖ ἀνάξιος αὐτοῦ τοῦ χαρίσματος καὶ στερηθεῖ τῆς βοήθειάς του καὶ ἀποκαλυφθεῖ ἔτσι ἡ ἀσθένεια καὶ ἡ ἀδυναμία του.
.               Ἡ ἀνάδυση τοῦ ἄγχους ἀπὸ ἀσυνείδητες, ἄγνωστες καὶ ἀπρόσιτες ἀπὸ τὸ λογικὸ ἐνδοψυχικὲς ἀφετηρίες, κάνουν πολὺ δύσκολη, ἂν μὴ ἀδύνατη, τὴν κατὰ μέτωπο καταπολέμησή του. Γεγονὸς ποὺ ἀφορᾶ σ’ ὅλα τὰ πάθη τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἡ πατερικὴ ἐμπειρία ποὺ ἐπισημαίνει ὅτι ὁ πνευματικὸς ἀγωνιστὴς δὲν εἶναι ἐκριζωτὴς τῶν παθῶν ἀλλὰ ἀνταγωνιστής, δείχνει ὅτι ἡ μέθοδος τῆς μετοχετεύσεως τῆς ψυχικῆς δυναμικῆς τοῦ πάθους σὲ στόχους πνευματικῆς ζωῆς, δημιουργεῖ ἐλπίδες μίας θεοφιλοῦς ἀξιοποιήσεως τοῦ ἄγχους, σὲ νηπτικοὺς ἀγῶνες καὶ προσπάθειες φωτιστικῆς αὐτογνωσίας, στὸ κλίμα τῆς ἀδιάλειπτης μνήμης τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς παρουσίας τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ στὴ προσωπικὴ ζωὴ τοῦ πνευματικοῦ ἀγωνιστοῦ.
.                Ἂν τὸ ἄγχος βιώνεται ὡς ἕνας ἀνεπιθύμητος ψυχικὸς ἀναγκασμός, σὰν μία πιεστικὴ βία στὸν πυρήνα τῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, ὁ μόνος τρόπος νὰ ἀνταγωνιστεῖ κανεὶς τὸ ἄγχος εἶναι ἡ ἄσκηση βίας στὴ βία τοῦ πάθους αὐτοῦ. Στὸ σημεῖο τοῦτο εἶναι χρήσιμη ἡ προτροπὴ τοῦ ὁσίου Νείλου τοῦ ἀσκητοῦ· «Θέλησον τῇ βίᾳ τῆς φιλόθεου σπουδῆς ἐκνικῆσαι καὶ λύσαι τὴν βίαν (τοῦ ἄγχους)! «Ἡμεῖς τῇ βίᾳ τὴν βίαν καταγωνισώμεθα».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Στὸ ἐρώτημα “πῶς μπορεῖ ἕνας πνευματικὸς ἄνθρωπος νὰ ἀντιμετώπισει καὶ νὰ ἀξιοποιήση τὸ ἄγχος ὡς ἐργαλεῖο πνευματικῆς προκοπῆς” μία ἐπιγραμματικὴ – συνοπτικὴ ἀπάντηση θὰ ἦταν, στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἡ ἑξῆς·

– Νὰ παραδώσει τὸ ἄγχος καὶ τὴν ἀνασφάλεια ποὺ τὸ συνοδεύει στὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
– Νὰ προσπαθήσει νὰ τὸ ἰδεῖ καὶ νὰ τὸ κατανοήσει στὴν ψυχοδυναμική του ἰδιαιτερότητα ὡς φοβίας ἢ ἀόριστης ἀγωνίας ἢ ἀναιτιολόγητης ἐπιθετικῆς παρορμήσεως ἢ τέλος ὡς ἐνοχικῆς φοβικῆς εὐαισθησίας, ὡς παράγοντα τῆς παιδείας τοῦ Κυρίου!
– Νὰ ἐντοπίσει ἐνδεχομένως τὸ ἐνοχικὸ ὑπόστρωμα τοῦ ἄγχους, ποὺ συνήθως ἀποτελεῖ τὴν κυρία ψυχοδυναμική του ἀφετηρία. Ἀπωθημένες ἁμαρτητικὲς ἐμπειρίες, δηλ. ἀνεξομολόγητες ἐνοχές, ἐκδικοῦνται μὲ ἀσυνείδητη ἀγχώδη ἀντίδραση.
– Νὰ συλλάβει τὴν ἀφυπνιστικὴ πνευματικὴ σημασία τοῦ ἄγχους, ὡς ἐρεθίσματος μιᾶς ἐργασίας αὐτογνωσίας μὲ κριτήρια ἀντικειμενικὰ καὶ ὄχι αὐτοδικαιωτικά.
– Νὰ μεταποιήσει τὴ δυναμικὴ τῆς ἀγχωτικῆς ἀγωνίας σὲ νηπτικὸ τρόπο βιώσεως τῆς πνευματικῆς ζωῆς, σύμφωνα μὲ τὴν μνημονευθεῖσα προτροπὴ τοῦ ἁγ. Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου: «Καὶ ἡμεῖς τοίνυν βιασώμεθα καὶ ἄγξωμεν ἑαυτοὺς εἰς τὴν ταπεινοφροσύνην, τὴν ἀγάπην καὶ τὴν πραότητα, ἵνα ἀποστείλῃ τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν ὁ Θεός»!
.               Ὄντως τὰ ἀντίρροπα τοῦ ἄγχους εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πραότητα!

, ,

Σχολιάστε

Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ «ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΩΝ»

Ἡ ἀναγκαιότης τοῦ Πνευματικοῦ ἔναντι τῶν «ψυχοθεραπευτῶν»

Πρωτ. Π. Εὐθυμίου Μουζακίτη
[Ὁμιλία στὸ ἀρχονταρίκι τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγ. Γεωργίου, Διονύσου Ἀττικῆς (27/11/2014)]

.             Σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ ἄνθρωπος ἀσθενεῖ. Δὲν εἶναι ἔτσι ὅπως τὸν ἔπλασε ὁ Θεός. Οἱ Πατέρες λένε ὅτι ἡ αἰτία τῆς ἀσθένειας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀποστασία του ἀπὸ τὸν Δημιουργό του καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ παρουσία καὶ οἰκοδόμηση τῆς ὑπερηφάνειας.
.             Ἔτσι λοιπόν, γιὰ τὴν θεραπεία τῆς “ἀμαυρωθείσης” φύσης μας, ἀναγκαία εἶναι μόνον ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ πνευματικὸς ποὺ μπορεῖ νὰ τὴν μεταδώσει διά τῶν Μυστηρίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
.             Ὁ Πνευματικὸς εἶναι ἕνα ἄλλο πρόσωπο. Δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὶς ἐπιστημονικὲς ἐπιδόσεις στὴ ζωή αὐτή. Δὲν χρειάζεται νὰ ἔχει καμμία πληροφορία ἀπὸ τὶς θεωρίες τοῦ κόσμου. Ἴσως πολλὲς φορὲς νὰ τὶς ξέρει, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἐμπιστευτεῖ, γιατί οἱ θεωρίες τοῦ κόσμου ἔχουν καὶ τὶς μεταλλαγές τους, τὶς ἐπιπτώσεις τους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξέλιξή τους. Τὸ ἔργο τοῦ Πνευματικοῦ πατρὸς εἶναι ἕνα χάρισμα. Δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Ὅπως αὐτὸς ποὺ δωρίζει ἕνα χάρισμα «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» ὁ Χριστὸς δηλαδή, ποὺ μὲ τὸ Ἅγιό του Πνεῦμα Χριστοποιεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἔτσι καὶ τὸ χάρισμα ποὺ λαβαίνει ὁ Πνευματικὸς δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, δὲν εἶναι ἔργο τῆς ἐπιστήμης καὶ γνώσεως ἐπιστημονικῆς. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀκολουθεῖ καὶ ἄλλες διαδικασίες.
.             Ἡ Πνευματικὴ πατρότης εἶναι γέννημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἕνας Πνευματικὸς Πατὴρ δὲν μπορεῖ νὰ γεννηθεῖ ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Πολλοὶ “Πνευματικοὶ” ἔπεσαν σ’ αὐτὴν τὴν πλάνη καὶ νόμισαν ὅτι, μέσα στὴ διαδικασία τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀνθρώπων, θὰ προσφέρουν ἔργο πνευματικὸ μὲ τὸ νὰ ἀκολουθήσουν γνωστικὲς μεθόδους τοῦ κόσμου, σπουδάζοντας ψυχολογία, καὶ κοσμικὲς ἐπιστῆμες καὶ ἐφαρμόζοντας μεθόδους ὄχι παραδοσιακὲς-ἐκκλησιαστικές, ὅπως τὶς παραλάβαμε ἀπὸ τὴν δισχιλιετῆ πεῖρα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ μεθόδους ἐπιστημονικές, καὶ στὸ τέλος ἀπέτυχαν.
.             Ὁ Γέροντας Παΐσιος, ἐνῷ συνιστοῦσε στοὺς ἀσθενεῖς νὰ συμβουλεύονται χριστιανοὺς ἰατροὺς –«διότι τοὺς φωτίζει ὁ Θεός», ὅπως ἔλεγε- εἶχε ἐκφράσει ἐπανειλημμένως τὴν ἀπαρέσκειά του πρὸς τὰ «ψυχολογικὰ» βιβλία, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν «ψυχολογία» καὶ τὴν «ψυχιατρική», ἡ ὁποία ἀσκεῖται ἀπὸ ἐπιστήμονες καὶ ἰατρούς, οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν στὸ Θεὸ καὶ στὴν ὕπαρξη τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ὅπως τὴν δέχεται ἡ θεολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Δεδομένου δὲ ὅτι οἱ πλεῖστοι ἀκαδημαϊκοὶ δάσκαλοι τῆς ψυχιατρικῆς θεωροῦν ὅτι τὰ «ψυχικὰ φαινόμενα» ἔχουν μόνον βιολογικὸ ὑπόβαθρο –θεώρηση, ἡ ὁποία συνιστᾷ ἄρνηση τῆς ὕπαρξης ἄϋλης, νοερῆς καὶ λογικῆς ψυχῆς στὸν ἄνθρωπο– ἦταν πολὺ ἐπιφυλακτικὸς ἢ ἀρνητικὸς γιὰ πολλὲς «θεραπεῖες», ποὺ ἐφάρμοζαν οἱ προαναφερθέντες ψυχίατροι.
.             Ὅπως γνωρίζουμε ἡ ψυχιατρικὴ ὡς ἰατρικὸς κλάδος ἀσχολεῖται μὲ τὶς διεργασίες τοῦ ἐγκεφάλου τοῦ νευρικοῦ συστήματος καὶ τῶν νευροδιαβιβαστῶν. Εἶναι μία προσέγγιση σωματική. Στὴν θεραπεία ὅμως τῆς ψυχῆς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἐπιστημονικὴ μεθοδολογία. Διότι ὅπως λέει καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς «πᾶν κτιστὸν μὴ ἐρευνόμενον». Ἡ ψυχὴ δὲν ἐρευνᾶται. Μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ βάθη τῆς ψυχῆς.
.             Ὁ Γέροντας Παΐσιος, συμφωνώντας μὲ τὸν Ἅγιο Πορφύριο θεωροῦσε ὅτι τὰ αἴτια τῶν περισσοτέρων ψυχικῶν ἀσθενειῶν εἶναι πνευματικὰ καὶ ὅτι ἡ συμβολὴ τοῦ μυστηρίου τῆς γενικῆς ἐξομολόγησης εἶναι καθοριστικὴ γιὰ τὴν ὁριστικὴ καὶ ὁλοκληρωτικὴ ψυχικὴ-πνευματικὴ θεραπεία μὲ τὴν Θεία Χάρη. Ἡ διαδικασία τῆς καθάρσεως ἀρχὴ ἔχει τὴν μετάνοια. Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα ἔργο, ποὺ ξεκινάει ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας. Γιὰ νὰ θεραπευθοῦν τὰ διάφορα ψυχικὰ-ψυχολογικὰ νοσήματα, θὰ πρέπει νὰ ἀπομακρυνθοῦν τὰ πνευματικά τους αἴτια, ποὺ εἶναι τὰ πάθη (μὲ κυρίαρχο τὸν ἐγωισμὸ) καθὼς καὶ οἱ δαίμονες μὲ τὶς ἐνέργειές τους. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βοηθηθεῖ νὰ πιστέψει στὸ Θεὸ καὶ στὴ μέλλουσα ζωή, τὴν αἰώνιο, συλλάβει δηλαδὴ τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς, μετανοήσει καὶ μὲ συντριβὴ τῆς καρδίας ἀλλάξει ζωή, ἔρχεται ἀμέσως ἡ θεία παρηγοριὰ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀλλοιώνει τὸν ἄνθρωπο, διώχνοντας καὶ ὅλα τὰ κληρονομικά του.
.             «Τί θὰ πεῖ ἄγχος, νεῦρα, ψυχασθένειες; ἐρωτοῦσε ὁ Ἅγιος Πορφύριος καὶ ἀπαντοῦσε: Ἐγὼ πιστεύω ὅτι ὑπάρχει ὁ διάβολος σ᾽ ὅλα αὐτά. Δὲν ὑποτασσόμεθα στὸ Χριστὸ μὲ ἀγάπη, μπαίνει ὁ διάβολος καὶ μᾶς ἀνακατεύει.»
.             Λέει ὁ Ἅγιος Μακάριος ὅτι ἔργο δικό μας εἶναι νὰ πολεμοῦμε τὸν διάβολο καὶ νὰ τὸν ἀντιμαχόμαστε καὶ νὰ ἀντιπαλεύουμε καὶ νὰ ἀντιπολεμούμεθα ἀπ᾽ αὐτόν. Ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ «ἐκριζῶσαι» τὸ κακό. Ἂν δὲν ἔχει κανεὶς αἴσθηση αὐτῆς τῆς ἀδυναμίας του, δὲν μπορεῖ νὰ πιστέψει στὸν Θεὸ ὅτι θὰ τὸν κάνει καλά. Αὐτὸ τονίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος σ᾽ ἕνα σημεῖο, ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε ποὺ νὰ μένει ἀθεράπευτο, ἐὰν μπεῖ μέσα στὸν ἄνθρωπο ὅλος ὁ Χριστός. «Ἐὰν ὅλος εἰσδέξῃς τὸν Χριστὸν πάσας τὰς Χριστοῦ θεραπείας ἐπὶ τὰς σεαυτὸν συνάξεις τῆς ψυχῆς, ἅς κατὰ μέρος ἕκαστος τεθησαύρισται». Δὲν θὰ μπορεῖς νὰ βρεῖς ἀλλιῶς θεραπεία, τὴν πᾶσαν θεραπεία, ἐὰν δὲν δεχθεῖς μέσα σου ὅλον τὸν Χριστόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων.
.             Γι᾽ αὐτὸ τὸ λόγο ἀποτελεῖ πνευματικὴ ἀνωριμότητα ἢ καὶ ἀπιστία ὁ ὀρθόδοξος Χριστιανὸς νὰ δέχεται ἐναλλακτικὰ κάθε μορφὴ ψυχανάλυσης ἢ ψυχοθεραπείας.
.             Τὸ συμπέρασμα δίνεται ἀπὸ τὸν γέροντα Παΐσιο, σὲ ἐπιστολή του, ὅπου γράφει τὰ ἑξῆς: «Ἑπομένως, τὸ πᾶν εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν ψυχὴ μπορεῖ νὰ τὴν βοηθήσει μόνο χαριτωμένος Πνευματικός, μὲ πίστη, ποὺ ἀγαπάει τὴν ψυχὴ καὶ τὴν πονάει, γιατί γνωρίζει τὴ μεγάλη της ἀξία, τὴν βοηθάει στὴ μετάνοια, τὴν ξαλαφρώνει μὲ τὴν ἐξομολόγηση, τὴν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὸ ἄγχος καὶ τὴν ὁδηγεῖ στὸν Παράδεισο ἢ πετάει τὸ λογισμό, μὲ τὸν ὁποῖο βασανίζει τὴν εὐαίσθητη ψυχὴ ὁ πονηρός, καὶ θεραπεύεται. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀρρώστια στὸν κόσμο ἀπὸ τὸ λογισμό, ὅταν δηλαδὴ πείσει ὁ διάβολος τὸν ἄνθρωπο μὲ λογισμοὺς ὅτι δὲν εἶναι καλά. Ὅπως δὲν ὑπάρχει καὶ ἀνώτερος γιατρὸς σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ἀπὸ τὸν ἔμπειρο Πνευματικό, ποὺ ἐμπνέει ἐμπιστοσύνη μὲ τὴν ἁγιότητά του καὶ πετάει αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς ἀπὸ τὰ εὐαίσθητα πλάσματα τοῦ Θεοῦ καὶ θεραπεύει ψυχὲς καὶ σώματα δίχως φάρμακα, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, καὶ τὶς ἐξασφαλίζει στὸν Παράδεισο».
.             Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς μᾶς λέει: Ψυχὴ καὶ Χριστὸς μᾶς χρειάζεται. Ὅλος ὁ κόσμος νὰ πέσει πάνω μας δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς τὰ πάρει, ἐκτὸς κι ἂν τὰ δώσετε μὲ τὴν θέλησή σας.
.             Εἴθε νὰ παύσει ὁ ἀποπροσανατολισμὸς τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, ποὺ τείνει νὰ ὑποκαταστήσει τὸν Πνευματικὸ μὲ τὸν ψυχοθεραπευτή, μάταια ἀναζητώντας τὴν ψυχική του θεραπεία ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει. Μὴ ἀφήνουμε τὴν ψυχή μας – τὴν ὕπαρξή μας – τὴν ἐλευθερία μας σὲ χέρια ἀνθρώπων καὶ σὲ ποικίλες φιλοσοφικὲς σχολές. Ἡ θεραπεία ὑπάρχει μόνο στὸ ἀληθινὸ Ψυχιατρεῖο, τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ παρέχεται δωρεὰν ἀπὸ τὸν Ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων μας, τὸν Κύριον Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.

ΠΗΓΗ: orthros.eu

 

, , , ,

Σχολιάστε

«ΤΟ ΑΓΧΟΣ καὶ ΟΙ ΝΟΘΕΥΜΕΝΕΣ ΤΡΟΦΕΣ ΦΕΡΝΟΥΝ ΑΡΡΩΣΤΙΕΣ» (γέρ. Παΐσιος Ἁγιορ.)

ΤΙ ΚΑΤΟΡΘΩΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου
Λόγοι Α´- Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο,

ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος»,
Σουρωτὴ Θεσ/νίκης 1998, σελ. 132-133

.             πολιτισμς καλς εναι, λλά, γι ν φελήση, πρέπει ν “πολιτισθ” κα ψυχή. Ἀλλιῶς εἶναι καταστροφή. Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς εἶπε: “Ἀπὸ τοὺς γραμματισμένους θὰ ἔρθη τὸ κακὸ”. Παρ᾽ ὅλο ποὺ ἡ ἐπιστήμη ἔχει προχωρήσει τόσο πολὺ καὶ ἔκανε πρόοδο μεγάλη, ἐν τούτοις μὲ ὅ,τι κάνουν γιὰ νὰ βοηθήσουν τὸν κόσμο, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν, καταστρέφουν τὸν κόσμο. Ὁ Θεὸς ἄφησε τὸν ἄνθρωπο νὰ κάνη τοῦ κεφαλιοῦ του, ἀφοῦ δὲν Τὸν ἀκούει, καὶ ἔτσι τρώει τὸ κεφάλι του. Καταστρέφεται μόνος του ὁ ἄνθρωπος μὲ αὐτὰ ποὺ φτιάχνει.
.               Τί κατόρθωσαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ 20ου αἰῶνος μὲ τὸν πολιτισμό! Παλάβωσαν τὸν κόσμο, μόλυναν τὴν ἀτμόσφαιρα, τὰ πάντα. Ἡ ρόδα, ἂν ξεφύγη ἀπὸ τὸν ἄξονα, γυρίζει συνέχεια χωρὶς σκοπό. Ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι, ἅμα ξεφύγουν ἀπὸ τὴν ἁρμονία τοῦ Θεοῦ, βασανίζονται! Παλι πέφεραν ο νθρωποι π τν πόλεμο, σήμερα ποφέρουν π τν πολιτισμό. Τότε ἔφευγαν ἀπὸ τὶς πόλεις στὰ χωριὰ ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου καὶ μὲ ἕνα χωραφάκι περνοῦσαν. Τώρα θὰ φύγουν ἀπὸ τὶς πόλεις ἐξ αἰτίας τοῦ πολιτισμοῦ, γιατί δὲν θὰ μποροῦν νὰ ζήσουν μέσα σ᾽ αὐτές. Τότε ὁ πόλεμος ἔφερνε θάνατο. Τώρα πολιτισμς φέρνει ρρώστια.

 – Γέροντα, γιατί πλήθυνε τόσο πολὺ ὁ καρκίνος;

– Τὸ Τσερνομπὶλ κ.λπ. τί ἔκαναν; Ἀπὸ ἐκεῖ εἶναι. Αὐτὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι… Τί σακατεμένος κόσμος ὑπάρχει! Σὲ ποιά ἐποχὴ ἦταν τόσοι ἄρρωστοι; Παλιὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἦταν ἔτσι. Τώρα, ὅποιο γράμμα ἀνοίξω, καρκίνο ἢ ψυχοπάθεια ἢ ἐγκεφαλικὸ ἢ διαλυμένες οἰκογένειες, αὐτὰ θὰ συναντήσω. Ἄλλοτε σπάνια ὑπῆρχε καρκίνος. Βλέπεις, ἦταν φυσικὴ ἡ ζωή. Ἄλλο θέμα τί ἐπέτρεπε ὁ Θεός. Ἔτρωγε κανεὶς φυσικὲς τροφὲς καὶ ἦταν ὑγιέστατος. Φροῦτα, κρεμμύδια, ντομάτες, ἦταν ὅλα καθαρά. Τώρα καὶ αὐτὲς οἱ φυσικὲς τροφὲς σακατεύουν τὸν ἄνθρωπο. Αὐτοὶ ποὺ τρῶνε ὅλο τέτοιες τροφὲς παθαίνουν μεγαλύτερη ζημιά, γιατί ὅλα ἔχουν μολυνθῆ. Ἂν ἦταν παλιὰ ἔτσι, ἐγὼ θὰ πέθαινα ἀπὸ νέος, γιατί σὰν καλόγερος ἔτρωγα ὅ,τι εἶχε ὁ κῆπος, πράσα, μαρούλια, κρεμμύδια, λάχανα, ὅλο τέτοια, καὶ ἤμουν μία χαρά. Τώρα ἔχουν λιπάσματα, ραντίσματα. Τί τρῶνε σήμερα οἱ ἄνθρωποι! Τ γχος, ο νοθευμένες τροφς ρρώστια φέρνουν. Ἀχρηστεύεται ὁ κόσμος, ὅταν χρησιμοποιῆ ἀδιάκριτα τὴν ἐπιστήμη.

 

 

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-6 «Μέγας εἶναι ὁ μικρός πού ὑπομένει τήν παραφροσύνη, τήν ἀδικία, τόν κατατρεγμό, τόν πόνο τοῦ πλησίον καί τόν δικό του». (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-7)

«Ἡ κοινωνία τῆς ἐρήμου καί ἡ ἐρημία τῶν πόλεων»
[ϛ´]
Τὸ πρῶτο κεφάλαιο ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο ΠΡΩΤΟ βιβλίο,
τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου
(Ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἀθῆναι 1987)

9789602730386

Μέρος Α´: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-1 (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-2)

Μέρος Β´: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-2 «Ἀπελπισμένος ἀπό τίς φιλίες, τίς γνωριμίες, τίς τέχνες, τίς τεχνικές, τίς ἰδεολογίες, τίς φλυαρίες, τίς κοινοτυπίες, φθάνω στήν προνομιοῦχο ἐσχάτη ἀπελπισία, καί καθώς εἶμαι ἔτσι γυμνός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέ ντύνει τήν πιό γνήσια ἐλπίδα.» (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-3)

Μέρος Γ´: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-3 «Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μόνο νά θερμαίνει τή φωνή του γνωρίζει, νά χαίρεται πού στέκεται δεύτερος, νά εἶναι φίλος καί μέ τόν ξένο, ν’ ἀρκεῖται στό ὀλίγο, νά κουράζεται στό πολύ, νά πλένει μέ δάκρυα τούς ἄπληστους, τούς ἄσωτους, δίχως κανένα παράπονο, καμιά δυσαρέσκεια.» (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-4)

Μέρος Δ´ : Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-4 «Ἡ ἀγάπη δέν ἐξαντλεῖται μόνο νά δίνει τό καλό, ἀλλά νά κάνει δικές της τίς ἀγωνίες καί τούς πόνους τῶν ἄλλων» (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-5)

 

Μέρος Ε´: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-5 « Αὐτή εἶναι ἡ κοινωνία τῆς ἐρήμου σιωπηλή, προσευχομένη, γαληνιῶσα, μακαρία. » (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-6)

.               Οἱ πόλεις γίνονται ὅλο καί πιό ἔρημες καί θά γίνονται κι οἱ ἔρημοι θά πολίζονται καί κανείς ἀμετανόητος δέν θά δύναται νά ἐμποδίζει τή μετάνοια τῶν θελόντων, τήν ἱκεσία τῶν πιστῶν, τή δέηση τῶν πενήτων. Οὐδείς δύναται νά ἐμποδίζει τόν κάθε ἐλεύθερο ν’ αὐτοφυλακίζεται, νά αὐτοεξορίζεται, νά ζεῖ τό μυστήριο τοῦ ζῶντος Θεοῦ, τό θαῦμα μέσα στό μαρτύριο καί τήν ταπείνωση, ἐκεῖ ὅπου πάντα ἀνθεῖ τό ὀρθόδοξο βίωμα. Ἐντός τῆς σιγῆς, τῆς σιωπῆς καί τῆς προσδοκίας, ζωντας τήν ὑπέρβαση τοῦ χριστιανισμοῦ, πού ἔγκειται, ὄχι στήν ἐξαφάνιση τοῦ κακοῦ, ἀλλά στήν τίμια παραδοχή τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τῶν ἄλλων, βιώνοντας τήν πενία τοῦ πλούτου, τόν πλοῦτο τῆς πενίας, τήν ὑγεία τῆς ἀσθένειας, τήν εὐλογία τῆς δοκιμασίας, τή δύναμη τῆς ἀδυναμίας, τή χαρά τῆς ὑπομονῆς, τή νίκη τῆς ἧττας, τήν τιμή τῆς ἀδοξίας, τήν ἐλευθερία τοῦ ἐγκλεισμοῦ, τή μεγαλειότητα τῆς σμίκρυνσης, τήν ἀντίσταση στόν θάνατο, τήν Ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ, τή θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Καί τοῦτα κανείς ἄς ἀναμένει ὄχι ἀπό τήν ἐξουσία τῶν ἀρχῶν τοῦ κόσμου, ἀλλά ἀπό τήν ἐξουσία ἐπί τοῦ ἑαυτοῦ μας, καί τή δημιουργία ὑγιῶν καί φωτεινῶν μικρῶν ἑστιῶν, πού ὀνομάζονται ἐκκλησία, κελλί, ἐργαστήρι, γραφεῖο, αἴθουσα, δωμάτιο. Ἔτσι ἡ ἐρημία τῶν πόλεων θά συνεχίζει νά ὑπάρχει, ἀλλά δέν θά περνᾶ στήν καρδιά. Ἔτσι ἀλλάζει ὁ κόσμος. Ἔσωθεν καί ὄχι ἔξωθεν καί ἄνωθεν. Μή θεωρεῖται μεγάλος ὁ ἱεραπόστολος τῆς Ἀφρικῆς καί ὁ κάθε ἐφευρέτης. Μέγας εἶναι ὁ μικρός πού ὑπομένει τήν παραφροσύνη, τήν ἀδικία, τόν κατατρεγμό, τόν πόνο τοῦ πλησίον καί τόν δικό του. Μεγαλύτερος εἶναι, κατά τόν ἀββᾶ Ἰσαάκ, αὐτός πού γνώρισε καί νίκησε τά πάθη του ἀπό αὐτόν πού ἀνασταίνει νεκρούς.
.               Ὅλοι ὅσοι ἀναζητοῦν τή λύτρωση ἀπό τό ἄγχος, τή θλίψη, τό κενό καί τή μοναξιά καλοῦνται ἀπροφάσιστα νά κλείσουν μιά συνάντηση, ἕνα ραντεβοῦ, ἄν θέλετε, ἐπιτέλους, μέ τόν ἑαυτό τους, ἕνα ραντεβοῦ ὁπωσδήποτε μέ τόν Θεό καί τότε ἄς θυμηθοῦν καί τήν ἐλαχιστότητά μας, πού προσπάθησε νά μή σᾶς κουράσει μά νά πού δυστυχῶς, φαίνεται, δέν τά κατάφερε. Ἀδαής πολύ ὑπάρχων μετέβαλε ὁ ὁμιλητής τό βῆμα σέ ἄμβωνα καί μάλιστα ἐνώπιον φωτισμένων καί διακεκριμένων προσώπων.

, , , , , ,

Σχολιάστε

«Η ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΙΩΝ ΚΑΝΕΙ ΚΑΚΟ» (Γέρ. Πορφύριος)

20 χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία τοῦ
Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου

.          Ἂς μὴ γυρίζουμε πίσω στὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔχουμε ἐξομολογηθεῖ. Ἡ ἀνάμνηση τῶν ἁμαρτιῶν κάνει κακό. Ζητήσαμε συγγνώμη; Τελείωσε. Ὁ Θεὸς ὅλα τὰ συγχωρεῖ μὲ τὴν ἐξομολόγηση.  Κι ἐγὼ σκέπτομαι ὅτι ἁμαρτάνω. Δὲν βαδίζω καλά. Ὅ,τι ὅμως μὲ στενοχωρεῖ, τὸ κάνω προσευχή, δὲν τὸ κλείνω μέσα μου, πάω στὸ πνευματικό, τὸ ἐξομολογοῦμαι, τελείωσε! Νὰ μὴ γυρίζομε πίσω καὶ νὰ λέμε τί δὲν κάναμε. Σημασία ἔχει τί θὰ κάνομε τώρα, ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ στιγμὴ καὶ ἔπειτα.
.          Ἡ ἀπελπισία καὶ ἡ ἀπογοήτευση εἶναι τὸ χειρότερο πράγμα. Εἶναι παγίδα τοῦ σατανᾶ, γιὰ νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ χάσει τὴν προθυμία του στὰ πνευματικὰ καὶ νὰ τὸν φέρει σὲ ἀπελπισία.
.          Ὅλες σχεδὸν οἱ ἀρρώστιες προέρχονται ἀπὸ ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στὸν Θεὸ καὶ αὐτὸ δημιουργεῖ ἄγχος. Τὸ ἄγχος τὸ δημιουργεῖ ἡ κατάργηση τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος. Ἂν δὲν ἔχετε ἔρωτα γιὰ τὸν Χριστό, ἂν δὲν ἀσχολεῖσθε μὲ ἅγια πράγματα, σίγουρα θὰ γεμίσετε μὲ μελαγχολία καὶ κακό.
.          Ἕνα πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὸν καταθλιπτικὸ εἶναι καὶ ἡ ἐργασία, τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ζωή. Ὁ κῆπος, τὰ φυτά, τὰ λουλούδια, τὰ δέντρα, ἡ ἐξοχή, ὁ περίπατος στὴν ὕπαιθρο, ἡ πορεία, ὂλ᾽ αὐτὰ βγάζουν τὸν ἄνθρωπο ἀπ᾽ τὴν ἀδράνεια καὶ τοῦ δημιουργοῦν ἄλλα ἐνδιαφέροντα. Ἐπιδροῦν σὰν φάρμακα. Ἡ ἀσχολία μὲ τὴν τέχνη, τὴ μουσικὴ κ.λπ. κάνει πολὺ καλό. Σ᾽ ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺ δίδω τὴ μεγαλύτερη σημασία εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, γιὰ τὶς ἀκολουθίες. Μελετώντας τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, θεραπεύεται κανεὶς χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει.

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΦΡΟΣΥΝΗ (Κυρ. Θ´ Λουκ.)

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Θ´ ΛΟΥΚΑ (20.11.2011)

(Λουκ. ιβ΄ 16–21)

Εἶπεν ὁ Κύριος την παραβολὴν ταύτην· 
«Ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα· καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου; Καὶ εἶπε· τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου.
 Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;
Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν».

Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
Εἶπεν ὁ Κύριοςτὴν ἑξῆς παραβολή:
«Ἑνὸς ἀνθρώπου πλουσίου τὰ χωράφια ἔφεραν ἐσοδείαν μεγάλην καὶ ἐσκέπτετο μέσα του, «Τί νὰ κάνω, ἐπειδὴ δὲν ἔχω ποὺ νὰ συγκεντρώσω τοὺς καρπούς μου;» καὶ εἶπε, «Αὐτὸ θὰ κάνω: θὰ κατεδαφίσω τὶς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ κτίσω μεγαλύτερες καὶ θὰ συγκεντρώσω ἐκεῖ ὅλα τὰ γεννήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, καὶ θὰ πῶ εἰς τὴν ψυχήν μου, Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθά, γιὰ πολλὰ χρόνια· ἀναπαύσου, φάγε, πίε, εὐφραίνου».
Ὁ Θεὸς ὅμως τοῦ εἶπε, «Ἀνόητε, αὐτὴν τὴν νύχτα ζητοῦν ἀπὸ σὲ τὴν ψυχήν σου. Ἐκεῖνα δὲ ποὺ ἐτοίμασες, ποιός θὰ τὰ πάρῃ;». 
Αὐτὰ παθαίνει ἐκεῖνος ποὺ θησαυρίζει διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ δὲν φροντίζει νὰ γίνῃ πλούσιος ὡς πρὸς τὸν Θεόν».
 

 Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΦΡΟΣΥΝΗ

«Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά·
ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου»

.           Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς µὲ µιὰ σύντοµη δραµατικὴ Παραβολὴ µᾶς παρουσίασε τὴν ζωὴ ἑνὸς πλουσίου, τὸν ὁποῖο ὁ Ἴδιος χαρακτήρισε «ἄφρονα». Καὶ ἦταν πράγµατι «ἄφρων» ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ποὺ ἔζησε ὅλη του τὴν ζωὴ προσκολληµένος στὰ πλούτη του καὶ τελικὰ πέθανε πρὶν προλάβει νὰ τὰ ἀπολαύσει.
.       Ἀξίζει λοιπὸν νὰ δοῦµε σήµερα γιατὶ ἡ ἐπιδίωξη ἀποκτήσεως πολλῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν εἶναι ἀφροσύνη.

 1. Διότι γεμίζει μὲ ἄγχος τὸν ἄνθρωπο

.         Αὐτοὶ ποὺ ἐνδιαφέρονται µόνο γιὸ τὸ ὑλικὸ ἀγαθὸ καὶ τὶς κοσµικὲς ἀπολαύσεις, νοµίζουν ὅτι µὲ τὸν τρόπο αὐτὸ χαίρονται τὴν ζωή τους. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ἐντελῶς διαφορετική. Ἂς δοῦµε τὸν πλούσιο τῆς Παραβολῆς: τὴν ἐξαιρετικὴ εὐφορία καὶ τὴν πλούσια σοδειά του ἀκολούθησαν βασανιστικὲς σκέψεις καὶ ἀγωνιώδεις µέριµνες «Τί ποιήσω;», ἔλεγε … Καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ πλεονεξία του τὸν ὁδήγησε σὲ µιὰ ἀπόφαση ποὺ τὸν περιέπλεξε σὲ µεγαλύτερες περιπέτειες. «Καθελῶ µου τὰς ἀποθήκας καὶ µείζονας οἰκοδοµήσω», εἶπε. Ἀποφάσισε δηλαδὴ νὰ γκρεµίσει τὶς ἀποθῆκες του καὶ νὰ κτίσει καινούργιες, ἐνῶ ἐν τῷ µεταξὺ ἔπρεπε νὰ ἀσφαλίσει καὶ τὰ ἤδη ὑπάρχοντα. Στ᾽ ἀλήθεια, πόσες φασαρίες, ἔξοδα, πονοκεφάλους, προβλήµατα καὶ ἐντάσεις προκάλεσε αὐτὴ ἡ ἀπόφασή του!
.         Κάτι παρόµοιο συµβαίνει µὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ µπαίνει στὴν λογικὴ τῆς ὑλιστικῆς καὶ καταναλωτικῆς ζωῆς. Ἀρχίζει ἕνα ἀσταµάτητο κυνήγι χρηµάτων µὲ ὅλα τὰ ἔννοµα καὶ ἄνοµα µέσα, καὶ ποτὲ δὲν ἡσυχάζει! Ἂν µάλιστα σὲ αὐτὰ προσθέσουµε τὸ ἐνδεχόµενο κλοπῆς ἢ ἀκόµη τὴν ἀπειλὴ µιᾶς οἰκονοµικῆς κρίσεως, τότε εὔκολα καταλαβαίνουµε ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ζεῖ µονίµως στὴν ἀβεβαιότητα, στὸν φόβο καὶ τὴν ἀγωνία. Κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ ἀπολαύσει τὰ ἀγαθά του;

2. Διότι ἡ ψυχὴ δὲν χορταίνει μὲ ὑλικὰ ἀγαθά.

 .       Ἐπιπλέον δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶµε ὅτι ἡ ψυχή, τὴν ὁποία µόνο στὸν ἄνθρωπο ἔχει χαρίσει ὁ Θεός, εἶναι πνεῦµα καὶ δὲν χορταίνει µὲ ὑλικὰ ἀγαθά. Οἱ πόθοι της εἶναι ἄπειροι καὶ µόνο ὁ ἄπειρος καὶ τέλειος Θεὸς µπορεῖ νὰ τοὺς ἱκανοποιήσει. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερὸς Ψαλµωδὸς λέει: «Ἐδίψησεν ἡ ψυχή µου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ἰσχυρόν, τὸν ζῶντα» (Ψαλµ. µα´ [41] 3), δηλαδή, ἡ ψυχή µου διψάει τὴν ἕνωσή της µὲ τὸν Θεό. Τίποτα ἄλλο δὲν µπορεῖ νὰ τὴν ἱκανοποιήσει πραγµατικὰ παρὰ µόνο τὸ «ὄντως ἐφετόν», τὸ ἀληθινὰ ἐπιθυµητὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου.

 3. Διότι ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὸν θάνατο

.        Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ φανερώνει κατ᾽ ἐξοχὴν τὴν ἀφροσύνη τῶν ὑλιστῶν εἶναι ἡ πεποίθηση ὅτι τὰ πλούτη τους θὰ τὰ ἔχουν διαρκῶς µαζί τους. Τὸν θάνατο οὔτε κἂν τὸν σκέπτονται. Αὐτὸ ἔπαθε κι ὁ δυστυχὴς πλούσιος τῆς Παραβολῆς, ὁ ὁποῖος ὀνειρευόταν φαγοπότια, ἀνέσεις καὶ ἀπολαύσεις, ὅταν ἐντελῶς ξαφνικὰ κι ἀπρόσµενα τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ θάνατος. Τότε ἄκουσε ἀπὸ τὸ στόµα τοῦ Δικαιοκρίτου Κυρίου τὸ ἀδυσώπητο ἐρώτηµα: «Ἃ δὲ ἡτοίµασας τίνι ἔσται;». Ἀνόητε ἄνθρωπε, ὅλα αὐτὰ ποὺ ἑτοίµασες, τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀσφάλισες στὶς νέες ἀποθῆκες σου, σὲ ποιόν θὰ περιέλθουν; Αὐτὸς ἦταν ὁ θησαυρός σου· τώρα τί θὰ σοῦ µείνει; …
.         Δυστυχῶς πολλοὶ ἄνθρωποι πέφτουν στὴν ἴδια παγίδα. Καὶ προσκολλῶνται σὲ χρήµατα, κτήµατα καὶ πράγµατα, χωρὶς νὰ ἐννοοῦν ὅτι κάποτε θὰ τὰ ἀποχωριστοῦν. Διότι, ὅπως τίποτε δὲν φέραµε µαζί µας, ὅταν γεννηθήκαµε, ἔτσι «οὐδὲ ἐξενεγκεῖν τι δυνάµεθα» (Α´ Τιµ. Ϛ´7). Ὅταν θὰ πεθάνουµε, τίποτα δὲν µποροῦµε νὰ παρουµε µαζί µας. Δὲν εἶναι ἀφροσύνη λοιπὸν νὰ ἀγωνιοῦµε καὶ νὰ κοπιάζουµε γιὰ πράγµατα ποὺ εἶναι ἐπίγεια καὶ φθαρτά;

.           Ζοῦµε σὲ µιὰ κοινωνία ποὺ προβάλλει τὸ χρηµα καὶ τὴν ὕλη ὡς ἀπαραίτητα γιὰ τὴν εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου. Κι ὅμως ὅλα αὐτὰ εἶναι µιὰ ἀπάτη! Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀφροσύνη ἀπὸ τὸ νὰ στηρίζεται κανεὶς στὸν πλοῦτο καὶ τὴν ὕλη. Ἂς µὴ µᾶς ἐντυπωσιάζουν λοιπὸν τὰ ἐφήµερα πλούτη, οἱ γήινες ἀπολαύσεις καὶ τὰ πρόσκαιρα ἀγαθά. Ἂς ποθήσουµε τὰ ὑψηλά, τὰ ἅγια, τὰ αἰώνια. Αὐτὰ ποὺ ἱκανοποιοῦν πραγµατικὰ τὴν ψυχή µας καὶ ἀποτελοῦν τὴν καλύτερη ἐπένδυση γιὰ τὸ αἰώνιο µέλλον µας!

ΠΗΓΗ: Περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2033, 15.11.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , , , ,

Σχολιάστε

«ΜΗ ΟΥΝ ΜΕΡΙΜΝΗΣΗΤΕ…ΟΙΔΕ ΟΤΙ ΧΡΗΖΕΤΕ ΤΟΥΤΩΝ ΑΠΑΝΤΩΝ» (Κυρ. Γ´ Ματθ.)

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Ματθ. ϛ΄ 22-33)

Εἶπεν ὁ Κύριος·
 «Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος;
 Ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; Τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; Καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; Μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα; Πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων.
Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.»

Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
Εἶπεν ὁ Κύριος:«Τὸ μάτι εἶναι τὸ λυχνάρι τοῦ σώματος. Ἐὰν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο σου το σῶμα θὰ εἶναι φωτεινόν. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου ἀσθενῇ, τότε ὅλον τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι σκοτεινόν. Ἀλλὰ ἐὰν τὸ ἐσωτερικόν σου φῶς εἶναι σκοτάδι, πόσον μεγάλο εἶναι το σκοτάδι. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ δουλεύῃ δύο κυρίους, διότι ἢ τὸν ἕνα θὰ μισήσῃ καὶ τὸν ἄλλο θὰ ἀγαπήσῃ, ἢ εἰς τὸν ἕνα θὰ προσκολληθῇ καὶ τὸν ἄλλον θὰ καταφρονήσῃ. Δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε τὸν Θεὸν καὶ τὸν μαμωνᾶν».
«Διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, Μὴ μεριμνᾶτε διὰ τὴν ζωήν σας τὶ θὰ φᾶτε ἢ τὶ θὰ πιῆτε, οὔτε διὰ τὸ σῶμα σας τὶ θὰ φορέσετε. Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερον ἀπὸ τὴν τροφὴν καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; Κυττάξετε τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ, οὔτε σπείρουν οὔτε θερίζουν οὔτε ἀποθηκεύουν, καὶ ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος τὰ τρέφει. Δὲν ἔχετε σεῖς μεγαλύτερην ἀξίαν ἀπὸ αὐτά; Ποιὸς δὲ ἀπὸ σᾶς, ὅσον κι ἂν φροντίσῃ, μπορεῖ νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ ἀνάστημά του ἕνα πῆχυν; Και γιατὶ μεριμνᾶτε γιὰ ἐνδύματα; Παρατηρήσατε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνουν, οὔτε κοπιάζουν, οὔτε γνέθουν, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι οὔτε ὁ Σολομὼν σὲ ὅλην του τὴν δόξαν δὲν ἐντύθηκε σὰν ἕνα ἀπὸ αὐτά.
Ἐὰν τὸ χορτάρι τοῦ ἀγροῦ, ποὺ σήμερα ὑπάρχει καὶ αὔριον τὸ ρίχνουν εἰς τὸν φοῦρνον, ὁ Θεὸς τὸ ντύνει, τόσον ὡραῖα, πόσον περισσότερον ἐσᾶς, ὀλιγόπιστοι; Μὴ μεριμνᾶτε λοιπὸν καὶ μὴ λέγετε, «Τὶ θὰ φᾶμε ἢ τὶ θὰ πιοῦμε ἢ τὶ θὰ ἐνδυθοῦμε;». Διότι ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιδιώκουν οἱ ἐθνικοί. Γνωρίζει ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος ὅτι ἔχετε ἀνάγκην ἀπὸ ὅλα αὐτά.
Ζητᾶτε πρῶτα τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην του καὶ τότε ὅλα αὐτὰ θὰ σᾶς χορηγηθοῦν».

«Μὴ οὖν μεριμνήσητε … οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος
ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων».

.   Εἶναι ἀλήθεια ὅτι στὴν ἐποχή µας τὸ ἄγχος ἀποτελεῖ ὄχι ἁπλῶς συχνὸ φαινόµενο ἀλλὰ πραγµατικὴ µάστιγα! Ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν καθηµερινὴ ἐπιβίωση, τὸ αὐξανόµενο φάσµα τῆς ἀνεργίας, οἱ προβλέψεις γιὰ ἕνα δυσοίωνο μέλλον καὶ πολλοὶ ἄλλοι λόγοι συvτελoῦν, ὥστε νὰ δηµιουργοῦν μέσα στὴν ψυχὴ ἔντονη ἀνησυχία καὶ ἀγωνία. Ὡστόσο ὁ Κύριος µᾶς καλεῖ νὰ ἀποβάλουµε κάθε παρόµοια ἀνησυχία: «Οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑµῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων», µᾶς λέει. Δὲν χρειάζεται νὰ ἀγωνιᾶτε, διότι ὁ Οὐράνιος Πατέρας σας γνωρίζει ὅλες τὶς ἀνάγκες σας καὶ συνεπῶς θὰ τὶς καλύψει Ἐκεῖνος. Ἀξίζει λοιπὸν νὰ ὑπογραµµίσουµε τρία σηµεῖα µὲ βάση τὸν ἐνθαρρυντικὸ αὐτὸ λόγο τοῦ Κυρίου, τὰ ὁποῖα πoλὺ θὰ µᾶς βοηθήσουν στὴν ἀντιµετώπιση τοῦ ἄγχους.

1. ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΜΑΣ

.      Ὁ Θεὸς ὡς Πάνσοφος καὶ Παντογνώστης γνωρίζει ὅλες τὶς ἀνάγκες µας, µικρὲς καὶ µεγάλες. Αὐτὸ σηµαίνει ἡ λέξη «οἶδε»: Γνωρίζει ὁ Θεός! Καὶ τὰ µεγάλα προβλήµατα καὶ τὰ µικρά. Καὶ αὐτὰ ποὺ κανεὶς ὄλλος δὲν καταλαβαίνει καὶ µόνοι µας παλεύουµε νὰ τὰ ξεπεράσουµε. Ὅλα τὰ γνωρίζει ὁ Θεός. Τίποτε δὲν τοῦ διαφεύγει, ἀκόµη καὶ οἱ λεπτοµέρειες τῆς ζωῆς µας. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος µᾶς βεβαίωσε ὅτι ἀκόµη καὶ οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς µας εἶναι µετρηµένες «πᾶσαι ἠριθµηµέναί εἰσι» (Μάτθ. ι´ 30, Λουκ. ιβ´ 7)· πράγµα ποὺ φανερώνει ὅτι ὁ Θεὸς προνοεῖ καὶ φροντίζει ἀκόµη καὶ γι᾽ αὐτὰ στὰ ὁποῖα ἐµεῖς δὲν δίνουµε καθόλου σηµασία. Εἶναι αὐτονόητο λοιπὸν ὅτι γνωρίζει τὶς ἐπείγουσες καὶ µεγάλες ἀνάγκες µας καὶ ἐνδιαφέρεται πολὺ περισσότερο γι᾽ αὐτὲς καὶ πάνω ἀπ᾽ ὅλα γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ἀθάνατης ψυχῆς µας! Τὸ ἄγρυπνο βλέµµα του µᾶς παρακολουθεῖ στοργικὰ καὶ ἐγγυᾶται τὴν διαρκῆ προστασία µας, διότι ὅπως λέει κι ὁ θεόπνευστος ψαλµωδός: Ποτὲ δὲν κλείνει µάτι ὁ Θεός! «οὐ νυστάξει οὐδὲ ὑπνώσει ὁ φυλάσσων τὸν Ἰσραὴλ» (Ψαλµ. Ρκ´ [120] 4). Γι᾽ αὐτὸ καὶ κοντά του αἰσθανόµαστε ἀπόλυτη ἀσφάλεια καὶ βεβαιότητα.

2. ΜΑΣ ΑΓΑΠΑ

.     Ἡ αἴσθηση αὐτὴ τῆς ἀσφαλείας αὐξάνεται ἀκόµη περισσότερο, ὅταν σκεφθοῦµε ὅτι Αὐτὸς ποὺ γνωρίζει τὶς ἀνάγκες καὶ τὰ προβλήµατά µας εἶναι ὁ οὐράνιος Πατέρας µας! Τὸ λέµε καὶ τὸ ἐπαναλαµβάνουµε στὴν γνωστὴ προσευχή: «Πάτερ ἡµῶν … ». Ἄραγε ἔχουµε συνειδητοποιήσει τί σηµαίνει αὐτὸ τὸ «Πάτερ ἡµῶν»; Εἶναι Πατέρας µας ὁ πανάγαθος Θεός, κι ἐµεῖς παιδιά του ἀγαπηµένα. Εἶναι Πατέρας µας καὶ µᾶς ἀγαπᾶ µὲ µία τέλεια ἀγάπη, ἀσύλληπτη γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ ἀσύγκριτη µὲ καθετὶ στὸν κόσµο. Εἶναι πoλὺ χαρακτηριστικὸ τὸ ἐρώτηµα ποὺ θέτει σὲ ἄλλο σηµεῖο ὁ Κύριος: Ποιός πατέρας ἀπὸ σᾶς, ὅταν ὁ γυιός του τοῦ ζητήσει ψωµί, θὰ τοῦ δώσει πέτρα; Ἢ ὅταν τοῦ ζητήσει ψάρι, ἀντὶ γιὰ ψάρι θὰ τοῦ δώσει φίδι; … Ἂν λοιπὸν ἐσεῖς οἱ ἄνθρωποι, ἐνῶ εἶστε ἀµαρτωλοὶ γνωρίζετε νὰ δίνετε ὅ,τι εἶναι χρήσιµο καὶ ὠφέλιµο στὰ παιδιά σας, πόσο περισσότερο ὁ οὐράνιος Πατέρας θὰ δώσει πλούσια τὰ ἀγαθά του σὲ ὅσους Τοῦ τὰ ζητοῦν; (Λουκ. ια´ 11-13).

3. AYTOΣ ΜΠΟΡΕΙ

.      Δὲν εἶναι ὄµως µόνο ὅτι ὁ Θεὸς ὡς Παντογνώστης γνωρίζει τὶς ἀνάγκες µας καὶ ὡς Πατέρας µᾶς ἀγαπᾶ. Εἶναι καὶ τὸ ὅτι ὡς παντοδύναµος Θεὸς µπορεῖ νὰ µᾶς βοηθήσει! Αὐτὸ Εἶναι τὸ τρίτο σηµαντικὸ στοιχεῖο ποὺ πρέπει νὰ ὑπογραµµίσουµε: ἡ παντοδυναµία τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ νὰ γνωρίζουν κι ἄλλοι τὰ προβλήµατά µας, καθὼς τὰ µοιραζόµαστε µαζί τους. Μπορεῖ νὰ µᾶς ἀγαποῦν καὶ νὰ µᾶς συγκινεῖ ἡ ἀγάπη τους. Ποιός ὅµως µπορεῖ νὰ δώσει πραγµατικὰ λύση στὰ µεγάλα προβλήµατα ποὺ ἀντιµετωπίζουµε; Ποιός μπορεῖ νὰ µᾶς ἐγγυηθεῖ ὅτι τίποτε δὲν θὰ µᾶς λείψει; Μόνο ὁ παντοδύναµος Θεός. Διότι «παρὰ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι» (Ματθ. ιθ´ 26). Ὅλα εἶναι δυνατὰ γιὰ τὸν Θεό. Ἀκόµη καὶ τότε λοιπὸν ποὺ βλέπουµε ὅτι οἱ δυσκολίες εἶναι ἀξεπέραστες καὶ τὰ πράγµατα στενὰ ἀπὸ παντοῦ, ἂς µὴν ἀπελπιζόµαστε! Ὁ Θεὸς στὸν Ὁποῖο πιστεύουµε εἶναι ὁ ἴδιος Θεὸς ποὺ ἄνοιξε δρόµο στὴν ἐρυθρὰ θάλασσα γιὰ τὸν ἐκλεκτὸ λαό του. Εἶναι Αὐτὸς ποὺ ἔθρεψε τοὺς Ἰσραηλίτες μέσα στὴν ἔρηµο. Εἶναι Αὐτὸς ποὺ αἰῶνες τώρα ἐπιτελεῖ µεγάλα καὶ θαυµαστὰ στὴν ζωὴ τοῦ καθενός µας καὶ στὴν ἱστορία τοῦ Ἔθνους µας, ὥστε νὰ δοξάζεται ἀπὸ τὰ πλήθη τῶν πιστῶν µὲ τὸν ὑπέροχο ψαλµικὸ ὕµνο: «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡµῶν; σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυµάσια µόνος» (βλ. Ψαλµ. Οϛ´ [76] 14-15).

.       «Διῶξτε τὸ ἄγχος ἀπὸ τὴν ζωή σας!» Αὐτὸ εἶναι τὸ µήνυµα τοῦ σηµερινοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖο ἀκούσαµε ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ στόµα τοῦ Κυρίου: «Μὴ µεριµνᾶτε …»! Ἂς κάνουµε λοιπὸν µὲ ἐπιµέλεια τὸ καθῆκον µας κι ἂς µὴν ἀγωνιοῦµε. Ὁ οὐράνιος Πατέρας γνωρίζει ὅλες τὶς ἀνάγκες µας καὶ φροντίζει γι᾽ αὐτές. Ἂς στηρίξουµε τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα µας σ᾽ ἐκεῖνον καὶ νὰ εἴµαστε βέβαιοι ὅτι ποτὲ δὲν θὰ µᾶς ἐγκαταλείψει.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2026, 01.07.2011

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , , ,

Σχολιάστε