Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἁμαρτία

ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-4 «Ὁ Θεὸς δὲν ἐπέβαλε τὸν θάνατο γιὰ νὰ τιμωρήση τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν παρακοή του» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Τὸ φυσικὸ κακὸ
εἶναι ἀπόρροια τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος

Μέρος Δ´

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου
«Τὸ καυτὸ πρόβλημα τῆς Θεοδικίας»
(Γιατί νὰ ὑπάρχουν ἡ θλίψη καὶ τὸ κακὸ στὸν κόσμο;)

ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»
Θεσ/νίκη 2015, σελ. 87 κ. ἑξ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-1 (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Mέρος Β´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-2 «Οἱ ἐμπρησμοί, οἱ φωτιές, οἱ πλημμύρες, οἱ τρικυμίες, οἱ καύσωνες, οἱ σφοδροὶ ἄνεμοι, οἱ ἀνεμοθύελλες, ποὺ σαρώνουν τὰ πάντα στὸ πέρασμά τους»(Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Μέρος Γ´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-3 «Ὅλα τὰ “κακά” καὶ οἱ ταλαιπωρίες τῆς ζωῆς εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέγουν: “ἔ, ἄνθρωπε, μὴ συμπεριφέρεσαι σὰν νὰ εἶσαι ἀθάνατος”» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

.                 Ἀπὸ τότε, τὸ σχῆμα «ἡδονὴ ≠ ὀδύνη» ἀποτελεῖ ἕνα συνεχὲς θλιβερὸ καὶ ἐντελῶς ἀδιάσπαστο δίπολο. Δηλαδή, πηγαίνουν αὐτὰ τὰ δύο πάντα μαζί. Εἶναι ἀχώριστα. Ἡ ἡδονὴ γεννᾶ ὀδύνη. Ἤ, διαφορετικά, ἡ ὀδύνη εἶναι σύμφυτος-«συνώνυμος» τῆς ἡδονῆς. Καὶ ὁ θάνατος γίνεται «συνώνυμος» τῆς ζωῆς. Διότι, δὲν πεθαίνομε στὴν τάδε ἡλικία, ἀλλὰ ἀρχίζει ὁ θάνατός μας, ἀρχίζει ἡ φθορά μας, ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς γεννήσεώς μας. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ζωῆς, ξεκινᾶ καὶ ἡ ἀντίστροφη μέτρησίς μας πρὸς τὸν θάνατο. Ὁπότε κάθε φορά, ποὺ δυστυχῶς γιὰ τὴν ἐποχή μας ἑορτάζομε μὲ τόση λαμπρότητα τὰ γενέθλιά μας, κατ’ οὐσίαν ἑορτάζομε τὸ πλησίασμά μας κατὰ ἕνα χρόνο πρὸς τὸν θάνατό μας. (Σημ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛ.»: Στοὺς ἑορτασμοὺς γενεθλίων ἐπιδίδονται μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση ἐπ᾽ ἐσχάτων Πατριάρχες καὶ Ἀρχιερεῖς θέλοντας προφανῶς νὰ διαλαλήσουν τὴν θνητότητα τοῦ ἀνθρώπου…!!!)
.                 Λοιπόν, ὁ θάνατος εἰσῆλθε στὸ ἀνθρώπινο γένος ὡς παμμέγιστος παρείσακτος, ὡς ἡ μεγαλυτέρα παραφωνία μόνον φθόνῳ καὶ συνεργείᾳ τοῦ Διαβόλου. Δὲν ἀποτελεῖ τὸ κατ’ εὐδοκίαν, ἀλλὰ τὸ κατὰ παραχώρησιν θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἕως καὶ βλασφημία, ὅταν ἐσφαλμένως νομίζωμε ὅτι ὁ Θεὸς εἰσήγαγε τὸν θάνατο στὸ ἀνθρώπινο γένος.
.                 Στὸ σημεῖο αὐτὸ κρίνεται ἀπαραίτητο νὰ ἐπισημανθῆ, ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἰσῆλθε ὡς τιμωρία γιὰ τὴν πτῶσι τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ δὲν ἐπέβαλε τὸν θάνατο γιὰ νὰ τιμωρήση τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν παρακοή του. Δὲν εἰσάγεται ὁ θάνατος λόγῳ τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἁπλῶς, μὲ τὴν πτῶσι ἀναδεικνύεται, ἀναφαίνεται, ἀποκαλύπτεται καὶ προβάλλεται ἡ φυσικὴ ἀδυναμία πλέον νὰ γίνη ὑπέρβασις τοῦ θανάτου καὶ γι’ αὐτὸ καθίσταται ἡ κτίσις ἀνίκανη νὰ ἀποφύγη τὸν θάνατο καὶ αὐτομάτως ἐνεργοποιεῖται ὁ μεταπτωτικὸς μηχανισμὸς τῆς φθορᾶς ποὺ ὁδηγεῖ καὶ καταλήγει στὸν θάνατο. Δὲν εἶναι δυνατόν το κτιστὸν νὰ ἀποφύγη τὴν ἐπάνοδό του εἰς τὸ μηδέν, ἀπ’ ὅπου καὶ προῆλθε, παρὰ μόνον ἐὰν εὑρίσκεται σὲ διαρκῆ σχέσι μὲ τὸ ἄκτιστο, δηλαδὴ μὲ τὸν Δημιουργὸ Θεό. Μόνον δηλαδὴ μὲ τὴν θέλησι-ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῆ ὁ θάνατος. Αὐτὸ ὅμως, μὲ δεδομένη τὴν ἀγαθότητα καὶ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ἐξαρτᾶται τελικὰ ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη συγκατάθεσι ἢ ὄχι τοῦ λογικοῦ κτίσματος.
.                 Λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὅτι ἡ κτίσις ἔχει στὴν φύσι της τὸ μηδὲν καὶ τὸν θάνατον. Ὅ,τι ἔχει ἀρχή, δὲν ἠμπορεῖ ἀπὸ μόνο του νὰ παραμείνη αἰώνιο, παρὰ μόνο μὲ τὴν θέλησι τοῦ ἀϊδίου Δημιουργοῦ Του. Καὶ πρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ πρὶν τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ὁ θάνατος ἦταν μία ἐγγενὴς πραγματικότης εἰς τὴν κτίσι, μὴ ἐνεργοποιηθεῖσα ὅμως. Mετὰ τὴν πτῶσι ἐνεργοποιήθηκε. Ἔτσι λοιπόν μὲ τὴν πτῶσι κυριαρχεῖ ὁ θάνατος, διότι, ὅπως εἴπαμε, λόγῳ τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, αὐτομάτως καὶ φυσικῷ τῷ τρόπῳ προβάλλεται ἡ ἔμφυτη ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ μόνος του νὰ ὑπερβῆ τὸν θάνατο.
.                 Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ μεταπτωτικὴ κατάστασις τοῦ θανάτου, ἂν δοῦμε τὸ θέμα μέσα ἀπὸ ἕνα καθαρὰ πνευματικὸ πρίσμα, καὶ πάλιν εἶναι εὐεργεσία, διότι κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, εἰσῆλθε ὁ θάνατος στὴν ζωή μας «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται». Γιὰ νὰ μὴ γίνη δηλαδὴ αὐτὴ ἡ νέα μεταπτωτικὴ ἁμαρτωλὴ κατάστασις ἀθάνατη, γιὰ νὰ παύση κάποτε νὰ ὑπάρχη σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο ἡ ἁμαρτία. Δηλαδή, γιὰ νὰ μὴ μείνη ἀτελεύτητη, καὶ τοὐτέστιν ἀθεράπευτη, αὐτὴ ἡ νέα ἁμαρτωλὴ κατάστασις. Διότι, ἐὰν τὸ φιλοσοφήσωμε, θὰ παύσωμε ὅλοι μας νὰ ἁμαρτάνωμε, μόνον ὅταν πεθάνωμε.
[…]
.                 Μόνον μετὰ τὴν Ἀνάστασι τῶν νεκρῶν, στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, θὰ παύση ἐντελῶς νὰ ὑπάρχη ὀντολογικῶς ἡ ἁμαρτία, καὶ σὲ προσωπικὸ καὶ σὲ γενικὸ ἐπίπεδο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-5 «Ἀπὸ τὴν ἡδονὴ τοῦ Παραδείσου ἐπιλέξαμε καὶ φύγαμε καὶ καταλήξαμε στὴν ὀδύνη» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Advertisements

, , , , , ,

Σχολιάστε

«ΚAΘΕ ΚΑΚO ΑIΤIΑ EΧΕΙ ΤHΝ AΜΑΡΤIΑ» (Τί σημαίνει “ὀργή” Θεοῦ; Σημαίνει ὁ Θεός νά μᾶς πάρει τήν Χάρη Του) [Μητροπ. Γόρτυνος Ἰερεμίας]

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΟΡΤΥΝΟΣ κ . ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΦΑΤΟ ΘΛΙΒΕΡΟ ΣΥΜΒΑΝ ΤΩΝ ΠΥΡΚΑΪΩΝ

(ἀπόσπασμα ἀπό γραπτή ὁμιλία του)

.             Πολύ θλιβερά καί δραματικά, ἀδελφοί μου χριστιανοί Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως, αὐτά πού συνέβησαν μέ τίς πυρκαϊές πρίν ἀπό λίγες μέρες στήν πατρίδα μας καί μάλιστα στήν πρωτεύουσά μας τήν Ἀθήνα. Τί νά ποῦμε; Δέν ξέρουμε τί νά ποῦμε! Τό πρῶτο πού ἔχουμε χρέος νά κάνουμε εἶναι νά προσευχηθοῦμε γιά τίς πληγεῖσες οἰκογένειες νά τούς δώσει ἡ Παναγία κουράγιο νά παρηγορηθοῦν καί νά σταθοῦν στά πόδια τους καί νά εὐχηθοῦμε ἔπειτα ὑπέρ ἀναπαύσεως τῶν θανατωθέντων ὑπό τοῦ πυρός, ἄν καί ὁ μαρτυρικός τους θάνατος ὑπῆρξε ἐξιλεωτικός γι ̓ αὐτούς.
.         Τό κακό πού ἔγινε ἔχει βέβαια τήν φυσική του ἑρμηνεία, πού εἶναι ἡ σατανική ἐνέργεια τῶν κακοποιῶν ἐκείνων ἐμπρηστῶν, οἱ ὁποῖοι προκάλεσαν τόν μαρτυρικό θάνατο ἑκατό ἀνθρώπων καί μικρῶν παιδιῶν ἀκόμη. Φρικτό! Ἀλλά κατά τήν Ἁγία Γραφή, γενικά κάθε κακό πού συμβαίνει στόν κόσμο, εἴτε κοινωνικό εἴτε οἰκονομικό καί αὐτό ἀκόμη τό φυσικό κακό, αἰτία ἔχει τήν ἁμαρτία. Γι ̓ αὐτό καί οἱ προφῆτες ἤδη στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες, κάθε κακό πού συνέβαινε, εἴτε ἀπρόοπτες καταστροφές, εἴτε ἀνομβρίες εἴτε ὁποιοδήποτε ἄλλο συμβάν, τό λάμβαναν ὡς ἀφορμή νά κηρύξουν μετάνοια στό λαό. Ἔχουμε πάμπολλα παραδείγματα γι ̓ αὐτό καί ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Καί αὐτή τήν δουλεία μας στούς Τούρκους ἡ Ἐκκλησία τήν ἑρμήνευσε ὄχι φυσικά, ἀλλά πνευματικά, ὅτι δηλαδή συνέβηκε λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν μας. Διαβάστε τήν Παράκληση στήν Παναγία Προυσιώτισσα, πού λεγόταν ἀπό τούς χριστιανούς τά χρόνια ἐκεῖνα, καί θά τό δεῖτε σέ πολλά σημεῖα αὐτό πού σᾶς λέγω. Καί τήν πο- λύκλαυστο, λοιπόν, πρόσφατη περίπτωση στήν πατρίδα μας πρέπει νά τήν ἑρμηνεύσουμε θεολογικά, ὅπως ἔτσι τήν ἑρμηνεύει ὁ εὐσεβής λαός μας ἐδῶ. Βαθιά αἰτία τοῦ κακοῦ αὐτοῦ εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ὄχι ἡ ἁμαρτία τῶν θανατωθέντων ἤ τῶν οἰκογενειῶν τους, ἀλλά ἡ ἁμαρτία ὅλων μας γενικά. Τῶν ἀρχόντων πρῶτα τά ἁμαρτήματα, ἐκκλησιαστικῶν καί πολιτικῶν ἀρχόντων, καί τοῦ λαοῦ ἔπειτα. Καί λόγῳ, λοιπόν, τῶν ἁμαρτιῶν μας, λόγῳ τῆς ἀποστασίας μας ἀπό τόν Θεό, ὁ Θεός ἀποστρέφει τό Πρόσωπόν Του ἀπό ̓μᾶς. Αὐτό λέγε- ται «ὀργή Θεοῦ», γιά τήν ὁποία ὁμιλεῖ ἡ Ἁγία Γραφή καί δεόμεθα στήν Ἐκκλησία μας, «Ὑπέρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς ἀπό πάσης θλίψεως, ὀργῆς » . Ὁ Θεός, χριστιανοί μου, δέν ὀργί- ζεται, γιατί εἶναι ἀγάπη. Καί δέν μπορεῖ, λοιπόν, νά ἀλλοιωθεῖ ἀπό ἀγαπῶν Θεός νά γίνει ὀργιζόμενος. Ἀλλά τί σημαίνει «ὀργή» Θεοῦ; Σημαίνει ὁ Θεός νά μᾶς πάρει τήν Χάρη Του. Νά ἀποστρέψει τό Πρόσωπό Του ἀπό ̓μᾶς. Δέν ψάλλουμε τό «Μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν Σου…» ; Καί ἀποστρέφει, ἀγαπητοί μου, ὁ Θεός τό Πρόσωπό Του ἀπό  ̓μᾶς, γιατί, κατά βασική πατερική διδασκαλία, εἶναι ἀδύνατο γιά τόν Θεό νά ἑνωθεῖ μέ ἀκάθαρτο. Ὅταν λοιπόν τά ἔργα μας εἶναι ρυπαρά, ὁ πεντακάθαρος Θεός ἀποστρέφει τό Πρόσωπό Του ἀπό  ̓μᾶς καί μᾶς παίρνει τήν Χάρη Του. Καί δέν ὑπάρχει χειρότερο ἀπό αὐτό, ἀδελφοί μου, τό νά μᾶς πάρει ὁ Θεός τήν Χάρη Του… Τότε μᾶς ἔρχονται ἀπανωτά ὅλα τά κακά. Ἄς προσευχόμαστε, λοιπόν, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός νά συγχωρεῖ τά ἁμαρτήματά μας καί νά μή μᾶς πάρει τήν Χάρη Του, ἀλλά νά φυλάγει καί  ̓μᾶς καί ὅλο τόν κόσμο ἀπό παρόμοια κακά, σάν τό πρόσφατο τό δικό μας. Πάντως ὡς Ἐκκλησία, νομίζω καί πιστεύω, ὅτι ἀκολουθοῦντες τό παράδειγμα τῶν Προφητῶν καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, μαζί μέ τόν παρηγορητικό καί τονωτικό λόγο στούς θλιμμένους καί τήν ἀδελφική μας βοήθεια πρός αὐτούς, πρέπει, μέ ἀφορμή τό συμβάν, νά μιλᾶμε στόν λαό καί γιά μετάνοια καί ἐπιστροφή στόν Θεό τῶν Πατέρων μας, τονίζοντες τήν βιβλική ἀλήθεια ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν κακῶν, φυσικῶν καί ἠθικῶν.

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

ΠΗΓΗ: imgortmeg.gr

, ,

Σχολιάστε

«ΑΜΑΡΤΙΑ»: ΛΕΞΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ

Ἁμαρτία: λέξη ἀπαγορευμένη;

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.               Ἡ λέξη ἁμαρτία στὰ αὐτιὰ μερικῶν σύγχρονων ἀνθρώπων ἠχεῖ ἄ­σχη­μα καὶ ἐπιδιώκουν μὲ κάθε τρό­πο νὰ τὴ διαγράψουν ἀπὸ τὸ λεξιλόγιό τους. Ἀρκετοὶ καὶ μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ἐπιχειροῦν νὰ ἀλλάξουν τὸ νόημά της καὶ τὴν ἐκλαμβάνουν ὡς ἁπλὴ ἀστοχία (Σημ. «ΧΡ. Βιβλ.»: Ἐκτὸς ἂν ἐννοοῦν τὴν ἀστοχία νὰ ἀνταποκριθεῖ ὁ ἄνθρωπος στὴν κλήση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἀστοχία δηλαδὴ στὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ στόχο: στὴν πραγματοποίηση τῆς ὁμοιώσεώς του μὲ τὸν Θεό).  Κι ἂν τολμήσει κανεὶς νὰ μιλήσει ἢ νὰ γράψει ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι παράβαση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ (Σημ. «ΧΡ. Βιβλ.»: «παράβαση», δηλ. ξεστράτισμα ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἑκούσια ἀποκοπὴ καὶ ἀποστέρηση τῆς Χάριτος. Ἡ παράβαση στὴν σημερινὴ γλῶσσα κατανοεῖται πιὸ πολὺ ὡς νομικὴ ἔννοια μὲ δικανικὸ δηλ. περιεχόμενο στὸ σχῆμα: παράβαση – τιμωρία/ποινή. Στὸ ὀρθόδοξο λεξιλόγιο ἔχει περισσότερο ἔννοια ἰατρική: ἀσθένεια, πνευματικὴ λοίμωξη λόγῳ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τὸν Οἶκο τοῦ Πατρός [χαρακτηριστικὴ ἡ περιγραφή της στὴν περίπτωση τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἔχει διαπιστώσει ἐμπειρικῶς τὶς συνέπειες τῆς λαθεμένης, ἄστοχης ἐπιλογῆς του νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Πατέρα, ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ σὲ Αὐτόν. Ὁ Θεὸς δὲν τὸν τιμώρησε, δὲν τὸν μεταχειρίστηκε ὡς ποινικὸ «παραβάτη». Ὁ υἱὸς ὅμως ἦταν ποὺ ἔχασε τὴν ζωή του μακριὰ ἀπὸ τὸν Πατέρα, ὁ Ὁποῖος συνεχῶς τὸν σκέπαζε μὲ τὴν Ἀγάπη του καὶ τὸν περίμενε, ὄχι γιὰ νὰ τὸν «ἐκδικηθεῖ» ἀλλὰ γιὰ νὰ τοῦ ξαναχαρίσει ὅλη τὴν χαρισματική του πληρότητα καὶ πνευματικὴ ὑγεία] Ἡ ἀσθένεια αὐτὴ ἐκδηλώνεται πολὺ συχνὰ καὶ μὲ ἐξωτερικὲς πράξεις στὸ ἐπίπεδο τῆς ἠθικῆς (π.χ. βία, κλοπή, συκοφαντία, πορνεία καὶ ὁπωσδήποτε διαποτίζει καὶ τὴν ψυχολογικὴ περιοχὴ τοῦ ἀνθρώπου) καὶ ἑ­πο­μένως εἶναι ἐνοχή, εὔκολα χαρακτηρίζεται ὡς ἠθικιστὴς καὶ ἄγευστος τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας!
.               Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἔχει ἐκδηλωθεῖ ἔντονη ἡ τάση τὰ τελευταῖα χρόνια, διάφορα ἁμαρτήματα καὶ πάθη νὰ ἀποδίδονται σὲ βιολογικοὺς παράγοντες, στὸ DNA, ὅπως ὑποστηρίζουν. Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίληψη ἀκόμη καὶ αἰσχρότατες δια­στροφὲς ὀνομάζονται ἁπλῶς «δια­φο­ρετικὸς σεξουαλικὸς προσανατολι­σμὸς» καὶ ἐκφράζεται ἐπιτακτικὰ ἡ ἀ­παίτηση νὰ καλύπτονται ἀπὸ ἀντίστοιχη νομοθεσία. Ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ ἐ­λεύθερη θέληση τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἔ­χει καμία ἀνάμειξη σ᾿ αὐτὰ τὰ πάθη καὶ ἑπομένως ὁ διεστραμμένος ἄνθρωπος δὲν ἔχει καμία εὐθύνη.
.               Μὲ αὐτὴ τὴν ὡς «ἐπιστημονικὴ» προβαλλόμενη ἀντίληψη προσπαθοῦν κάποιοι νὰ ἐξαλείψουν τὴν προσωπικὴ εὐθύνη τοῦ ἁμαρτωλοῦ, νὰ φιμώσουν τὴ συνείδησή του ποὺ διαμαρτύρεται καὶ νὰ τὸν ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἐνοχῆς ποὺ τὸν πιέζει.
.               Ἡ ἁμαρτία ὅμως γίνεται μὲ πλήρη συμμετοχὴ τοῦ λογικοῦ μας καὶ μὲ ἀπόλυτη ἐλευθερία. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς πληροφορεῖ μὲ σαφήνεια ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι θεληματικὴ ἄρνηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. «Ἁμαρτία ἐστὶν ἡ ἀνομία» (Α´ Ἰω. γ´ 4). Ὁ διάβολος ἔβαλε μπροστὰ στὸν πρῶτο ἄνθρωπο τὸν πειρασμὸ νὰ παραβεῖ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ ἄνθρωπος σκέφθηκε, ἐπιθύμησε, ἀποφάσισε καὶ ἁμάρτησε. Ἔτσι διαπράχθηκε ἐλεύθερα καὶ ἀβίαστα ἡ πρώτη καὶ μεγάλη ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου.
.               Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ σαφήνεια ἀναλύοντας τὴ φυσιολογία της, τονίζουν ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἀσθένεια, θεληματικὴ ἄρνηση τοῦ ἀγαθοῦ. «Αὕτη (ἡ ἁμαρτία) οὐ φυσική ἐστιν οὐδὲ ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ ἡμῖν ἐνσπαρεῖσα, ἀλλ᾿ ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου ἐπισπορᾶς, ἐν τῇ ἡμετέρᾳ αὐτεξουσίῳ προαιρέσει ἑκουσίως συνισταμένη, οὐ βίᾳ ἡμῶν κρατοῦσα». Δὲν εἶναι μία φυσικὴ ἰδιότητα ἡ ἁμαρτία. Οὔτε τὴν φύτεψε μέσα μας ὁ Θεός. Οὔτε μᾶς ἐξουσιάζει μὲ τὴ βία. Ἀποτελεῖ σπορὰ τοῦ διαβόλου, τὴν ὁ­ποίαν ὅμως δεχθήκαμε ἐλεύθερα καὶ τὴν καλλιεργήσαμε μὲ τὴν αὐτεξούσια προαίρεσή μας (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως ξδ´, ΕΠΕ 1, 394-396).
.               Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος χαρακτηριστικὰ σημειώνει: Ὑποθέστε κάποιον ποὺ μέσα στό μεσουράνημα τοῦ ἥλιου κλείνει τὰ μάτια του. Αὐτὸς ἐπινοεῖ τὸ σκοτάδι, χωρὶς αὐτὸ νὰ ὑπάρχει ἀντικειμενικά. «Καὶ λοιπὸν ὡς ἐν σκότει πλανώμενος περιπατεῖ, πολλάκις πίπτων καὶ κατὰ κρημνῶν ὑπάγων, νομίζων οὐκ εἶναι φῶς, ἀλλὰ σκότος»· περπατάει ἔτσι στὸ σκοτάδι, πέφτοντας συχνὰ καὶ φτάνοντας σὲ γκρεμούς, νομίζοντας ὅτι δὲν ὑπάρχει φῶς ἀλλὰ σκοτάδι (Κατὰ Ἑλλήνων 7, ΕΠΕ 1, 90). Ἡ ἄρνηση τοῦ φωτὸς εἶναι μία ἠθελημένη πράξη. Ἡ πλάνη καὶ τὸ κατακρήμνισμα εἶναι οἱ φυσικὲς συνέπειες τῆς αὐτεξούσιας δοκιμῆς του νὰ περπατήσει μέσα στὸ ἑκούσιο σκοτάδι. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει εὐθύνη γι᾿ αὐτὴ τὴν ἐπιλογή του, γι᾿ αὐτὸ καὶ πιέζεται ἀπὸ αἴσθημα ἐνοχῆς.
.           Τί πρέπει νὰ γίνει;
.               Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὴ θεία Του διδασκαλία καὶ τὸ σωτηριῶδες καὶ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο Του μᾶς ὑπέδειξε τὸν τρόπο τῆς ἀπαλλαγῆς καὶ τῆς εἰρηνεύσεως τῆς συνειδήσεώς μας. «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς», εἶπε. Ἐλᾶτε κοντά μου ὅλοι οἱ κουρασμένοι καὶ βαρυφορτωμένοι καὶ Ἐγὼ θὰ σᾶς ξεκουράσω (Ματθ. ια´ [11] 28). Ἐκεῖνος μὲ τὸν θεῖο Του λόγο μᾶς καθοδηγεῖ σὲ σωστὴ πορεία στὴ ζωή μας. Μὲ τὸ Τίμιο Αἷμα τῆς σταυρικῆς Του θυσίας μᾶς ἀπέπλυνε ἀπὸ «τὸν ἰὸν τοῦ ὄφεως». Ἐξουδετέρωσε τὸ δηλητήριο τοῦ φιδιοῦ, τῆς ἁμαρτίας. Καὶ πλέον μέσα στὴν ἁγία Του Ἐκκλησία μὲ τὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως μᾶς προσφέρει ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἐνοχῆς, καθαρίζει τὴν ψυχή μας, ἀνακαινίζει ὁλόκληρη τὴν ὑπόστασή μας.
.               Ἡ ἁμαρτία κατεξευτελίζει καὶ καταρρακώνει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καὶ ὁδηγεῖ στὸν ψυχικὸ καὶ ἀργὰ ἢ γρήγορα καὶ στὸν σωματικὸ θάνατο. Κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸ μαστίγωμα τῆς συνειδήσεώς του, ἀπὸ τὴν ἐλεγκτικὴ κραυγὴ τῆς μέσα του φωνῆς καὶ ἀπὸ τὴν εὐθύνη. Ἡ τάση τῆς φυγῆς, ὁ φόβος τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀντικρίσει τὴν ἁμαρτωλότητά του πείθει ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ὀδυνηρὴ ἀσθένεια ποὺ ἀπαιτεῖ θεραπεία. Ἡ ἀποφυγὴ τῆς χρήσεως τῆς λέξεως «ἁμαρτία» δὲν ἀποτελεῖ θεραπεία, βασανίζει ἀκόμη πιὸ πο­λὺ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ θεραπεία ἔρχεται μὲ τὴ βαθιὰ καὶ εἰλικρινῆ μετάνοια, καὶ τὴ συγχώρηση στὸ ἱερὸ Μυστήριο τῆς Μετανοίας.
.               Ἂς καταφεύγουμε ἑπομένως στὴν εὐ­σπλαχνικὴ πατρικὴ ἀγκαλιὰ τοῦ παν­οικτίρμονος Θεοῦ μας μέσα στὴ θαλπω­ρὴ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας καὶ νὰ προσ­­παθοῦμε νὰ πορευόμαστε στὴ ζωή μας σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ριζικὴ λύση τοῦ προβλήματος ποὺ λέγεται ἁμαρτία.

 

Σχολιάστε

ΠΟΣΟ «ΑΚΟΥΣΙΑ» ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΜΙΑ ΑΚΟΥΣΙΑ ΑΜΑΡΤΙΑ; [2]

 

Μία κούσια μαρτία πόσο «κούσια» εναι;
[2]

Ἰωάν. Κορναράκη (†)
Καθηγ. Παν/μίου Ἀθηνῶν
«Ψυχοδυναμικὰ δρώμενα στὴν πορεία τῆς ἁγιότητος»,
ἐκδ. Τῆνος,  Ἀθῆναι 2010, σελ. 220-224

ἠλ. στοιχ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»

Μέρος Α ´: ΠΟΣΟ «ΑΚΟΥΣΙΑ» ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΜΙΑ ΑΚΟΥΣΙΑ ΑΜΑΡΤΙΑ; [1]

.           Ὁ πατερικὸς ἐν τούτοις ἄνθρωπος λύνει τὸ πρόβλημα αὐτὸ μὲ μία ἁγιοπνευματικὴ ὑπέρβαση τῆς ἐπιχειρηματολογίας τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἑαυτοῦ του. Ἐπειδὴ γνωρίζει τὸν κίνδυνο, ποὺ μπορεῖ νὰ ἐλλοχεύει σὲ μία τέτοια (ὁποιαδήποτε) ἐπιχειρηματολογία, γιὰ τὸν ἀκούσιο χαρακτήρα κάποιων ἁμαρτιῶν του, ὑπερφαλαγγίζει τὸν κίνδυνο αὐτὸ μὲ τὴν σταθερὴ ἀποδοχὴ (παντοῦ καὶ πάντοτε) τῆς ἀπόλυτης προσωπικῆς του ἁμαρτωλότητος, ὡς τῆς φυσικῆς καταστάσεως τῆς πνευματικῆς του ζωῆς.
.           Πιστεύει δηλαδὴ μὲ τρόπο ἀπόλυτο, μὴ ἀποδεχόμενο ἀμφισβήτηση, ὅτι εἶναι ὁ πιὸ ἁμαρτωλὸς ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ γεννήθηκαν καὶ ἔζησαν ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ ἑξῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ζοῦν μέχρι τὴ στιγμή, ποὺ ἐκεῖνος βιώνει τὴν προσωπική του ἁμαρτωλότητα!
.           Ἡ ἁμαρτητικὴ τοῦ αὐτὴ αὐτοσυνειδησία ἐκφράζεται μὲ τὴ νοηματικὴ καθαρότητα καὶ χαρισματικὴ διαύγεια τῶν τροπαρίων τοῦ Μ. Κανόνος τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης, ποὺ ταιριάζει  ἐξ ἄλλου στὴν παύλεια ὁμολογία· «ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ» (Α´ Τιμ. α´ 15).
.                   «Οὐ γέγονεν ἐν τῷ βίῳ ἁμάρτημα οὐδὲ πρᾶξις οὐδὲ κακία, ἣν ἐγὼ Σωτὴρ οὐκ ἐπλημμέλησα, κατὰ νοῦν καὶ λόγον καὶ προαίρεσιν, καὶ θέσει, καὶ γνώμῃ, καὶ πράξει ἐξαμαρτήσας, ὡς ἄλλος οὐδεὶς πώποτε».
.           «Ἐὰν ἐρευνήσω μου τὰ ἔργα Σωτὴρ ἅπαντα ἄνθρωπον ὑπερβάντα ἐμαυτὸν ὁρῶ ταῖς ἁμαρτίαις, ὅτι ἐν γνώσει φρενῶν ἥμαρτον οὐκ ἀγνοίᾳ».
.             «Προσπίπτω σοι, καὶ προσάγω σοι, ὥσπερ δάκρυα τὰ ρήματά μου. Ἥμαρτον ὡς ἥμαρτε πόρνη, καὶ ἀνόμησα ὡς ἄλλος οὐδεὶς ἐπὶ τῆς γῆς»!
.           Μὲ τὸ φρόνημα αὐτὸ τῆς ἀπόλυτης προσωπικῆς του ἁμαρτωλότητος, ὁ πατερικὸς ἄνθρωπος καθαρίζει τὸν ἐσωτερικὸ ψυχικό του κόσμο μὲ τὴ σιγουριὰ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ ἄσκοπους ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνους προβληματισμούς, ποὺ συσκοτίζουν ἀντὶ νὰ διαφωτίζουν τὸ πρόβλημα τῆς ψυχικῆς του καθαρότητος.
.           Ἔπειτα γνωρίζει καλὰ ὅτι, μέσα στὸν ἀβυσσώδη ἐσωτερικό του κόσμο, μόνο τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ διεισδύει ἐρευνητικὰ καὶ νὰ φωτίζει τὴν πραγματικότητα τῆς προσωπικῆς του ἁμαρτωλότητος· «Αὐτὸς γὰρ γινώσκει τὰ κρύφια της καρδίας» (Ψαλμ. ΜΓ´22).
.           Ὄντως! Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, μόνο ὁ Θεὸς βλέπει ὅ,τι ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε στὸ βάθος τῆς ψυχῆς μας. Αὐτὸς βλέπει καὶ δικαίως κρίνει ὅλες τὶς πράξεις τῶν ἀνθρώπων. Καὶ μάλιστα «τὸ ἀφανὲς κίνημα τῆς ψυχῆς καὶ τὴν ἀόρατον ὁρμήν»! Ἐκεῖνος μόνο κατανοεῖ τὶς αἰτίες καὶ τοὺς λόγους αὐτῶν τῶν ἀφανῶν κινήσεων τῆς ψυχῆς ἀλλὰ καὶ «τὸ παντὸς πράγματος προεπινοούμενον τέλος» (P.G. 91,713).
.           Ἀλήθεια! Μία κατὰ τὴ δική μας κρίση, ἀκούσια ἁμαρτία πόσο ἀκούσια μπορεῖ νὰ εἶναι κατὰ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ;

, ,

Σχολιάστε

ΠΟΣΟ «ΑΚΟΥΣΙΑ» ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΜΙΑ ΑΚΟΥΣΙΑ ΑΜΑΡΤΙΑ; [1]

Μία κούσια μαρτία πόσο «κούσια» εναι;
[1]

Ἰωάν, Κορναράκη (†),
Καθηγ. Παν/μίου Ἀθηνῶν
«Ψυχοδυναμικὰ δρώμενα στὴν πορεία τῆς ἁγιότητος»,
ἐκδ. Τῆνος,  Ἀθῆναι 2010, σελ. 220-224

ἠλ. στοιχ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»

.             Συχνὰ ἔχουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τὴν ἐμπειρία μίας ἀκούσιας ἁμαρτίας. Καὶ βέβαια κάθε ἐξομολόγος-πνευματικὸς πατέρας ἀκούει πολὺ συχνά, σχεδὸν σὲ κάθε ἐξομολόγηση, τὴ διαβεβαίωση ἢ τὸν ἰσχυρισμὸ τοῦ ἐξομολογούμενου γιὰ τὸ ἀθέλητο μιᾶς ἁμαρτίας του:
–Σᾶς διαβεβαιώνω εἰλικρινῶς. πάτερ μου, ὅτι αὐτὴ ἡ ἁμαρτία μου ἔγινε χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθῶ. Ἐντελῶς ἀκούσια χωρὶς νὰ εἶναι στὴ βούλησή μου ἢ στὴν σκέψη μου νὰ τὴν κάνω.
.               Πόσο εἰλικρινὴς ἢ τουλάχιστον σίγουρη μπορεῖ νὰ εἶναι μία τέτοια διαβεβαίωση καὶ πόσο ἀληθινὸς ἕνας τέτοιος ἰσχυρισμός;
.            Ἕνα βιβλικὸ ἐπιχείρημα γιὰ τὸν ἀκούσιο χαρακτήρα πολλῶν ἁμαρτιῶν μας εἶναι ἀσφαλῶς τὸ ἕβδομο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Ἐκεῖ ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν ἐκθέτει σὲ ἁδρὲς γραμμὲς τὸν ἀντιφατικὸ (συγκρουσιακὸ) χαρακτήρα τῆς λειτουργίας τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, κατὰ τὴ σχέση της, ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν μὲ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ μὲ τὴν «οἰκοῦσαν» σ᾽ αὐτὴν ἁμαρτία. «ὃ γὰρ κατεργάζομαι οὐ γινώσκω· οὐ γὰρ ὃ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ᾿ ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ… νυνὶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία… οὐ γὰρ ὃ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ᾿ ὃ οὐ θέλω κακὸν τοῦτο πράσσω. εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω ἐγὼ τοῦτο ποιῶ, οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία» (Ρωμ. ζ´  15·17·19-20).
.           Ὁπωσδήποτε ὑπάρχουν ἀκούσιες ἁμαρτίες. Κάποιες αἰφνίδιες πειρασμικὲς προσβολὲς ἢ κάποιες ἀπρόβλεπτες καταστάσεις, στὴ ροὴ τῆς καθημερινότητας καὶ τῶν ποικίλων μορφῶν τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων, μπορεῖ νὰ εἶναι, τουλάχιστον φαινομενικῶς, ὑπεύθυνοι παράγοντες μιᾶς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία διαπράττεται ἀκουσίως.
.           Ἐν τούτοις, ἀπὸ κάποια ἄλλη ἄποψη θεωρούμενο, τὸ ἀθέλητο καὶ ἀκούσιο μιᾶς ἁμαρτίας, φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ ἐπικίνδυνο πρόβλημα γιὰ τὴ νηπτικὴ συνείδηση τοῦ πνευματικοῦ ἀγωνιστοῦ. Ὁ κίνδυνος, ποὺ ἐλλοχεύει στὸ πρόβλημα αὐτό, σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, συχνὰ μόνοι κριτὲς τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀποφαινόμαστε, μὲ κάθε «εἰλικρίνεια», γιὰ τὸ ἀθέλητο μίας παρεκτροπῆς μας, μίας πτώσεώς μας, ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ λογισμοῦ ἢ μίας ἀσυμβίβαστης, μὲ τὸ ἐπίπεδο τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, ἐπιθυμίας.
.           Ἐμεῖς κρίνουμε τὶς σκέψεις καὶ τὶς πράξεις τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ βεβαιώνουμε τὸν ἑαυτό μας γιὰ τὸ ἀκούσιο μιᾶς ἁμαρτίας μας. Ἐξ ἄλλου, ἐφ᾽ ὅσον ἐμεῖς εἴμαστε πεπεισμένοι, «καλῇ τῇ πίστει», βεβαιώνουμε, μὲ τὴ σχετικὴ ἐπιχειρηματολογία μας, καὶ τοὺς ἄλλους καὶ μάλιστα τὸν πνευματικό μας γιὰ τὸ ἀκούσιο αὐτό!
–Πάτερ μου, τί νὰ σᾶς πῶ· ἀπόρησα μὲ τὸν ἑαυτό μου! Ἦταν σὰν νὰ ἔφυγε ὁ ἑαυτός μου ἀπὸ τὰ χέρια μου καὶ ἔκανα κάτι ποὺ δὲν γνώριζα καὶ ποὺ δὲν ἦταν τῆς δικῆς μου ἐπιλογῆς, δὲν τὸ ἤθελα!
.           Ὁ Μ. Βασίλειος, σὲ τέτοιους ἰσχυρισμοὺς γιὰ τὸ ἀκούσιο μιᾶς ἁμαρτίας, θὰ παρατηρήσει· «Αὐτὸς ποὺ ὠθεῖται χωρὶς νὰ τὸ θέλει ἀπὸ κάποια ἁμαρτία, πρέπει νὰ γνωρίζει, ὅτι, μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμή, ἦταν αἰχμάλωτος σὲ κάποια ἄλλη, προϋπάρχουσα μέσα του ἁμαρτία, στὴν ὁποία θεληματικὰ δούλευε καὶ τώρα ἀπὸ αὐτὴ τὴν προϋπάρχουσα ἁμαρτία ἕλκεται καὶ σύρεται καὶ σ᾽ αὐτὰ ποὺ δὲν θέλει» (P.G. 31, 741).
.           Ἡ παρατήρηση αὐτὴ τοῦ Μ. Βασιλείου κλονίζει τὰ θεμέλια κάθε ἰσχυρισμοῦ γιὰ τὸ ἀθέλητο μιᾶς ἁμαρτίας, ἐπειδὴ δημιουργεῖ ἀμφιβολία κατὰ πόσο μία θεωρούμενη ὡς ἀκούσια ἁμαρτία εἶναι καὶ ὄντως ἀκούσια! Ἑπομένως πῶς νὰ εἶσαι πάντοτε σίγουρος ὅτι οἱ ἀκούσιες ἁμαρτίες σου εἶναι πραγματικὰ ἀκούσιες καὶ δὲν εἶναι φυσιολογικὰ ἐκβλαστήματα προϋπαρχούσης καὶ ἤδη ἑκουσίως διαπραττόμενης ἁμαρτίας»; Ὄντως· «παραπτώματα τίς συνήσει;» (Ψαλμ. ΙΗ´ 13).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΠΟΣΟ «ΑΚΟΥΣΙΑ» ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΜΙΑ ΑΚΟΥΣΙΑ ΑΜΑΡΤΙΑ; [2]

, ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-4

Πορεία τς Ψυχς (4)

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),

«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

Μέρος 1: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1
Μέρος 2: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2
Μέρος 3: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-3 «Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά»

.             Λοιπόν; Θὰ μπορέσει ἡ ψυχὴ νὰ νοιώσει αὐτὴ τὴν ἁμαρτία; Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ πῶ: “Νοιῶσε τὴν ἁμαρτία!”. Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ τὸ ἐπιτάξω. Εἶναι μία ἐνέργεια, ἕνα διάβημα τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς. Ἂν ἡ ψυχὴ δὲν καταλάβη, ἂν ἡ ψυχὴ δὲν τὸ χωρέση, ἂν ἡ ψυχὴ δὲν θελήση νὰ τὸ καταλάβει, οὐδεμία δύναμις ὑπάρχει, οὔτε καὶ ὁ Θεὸς ἀκόμη, ποὺ νὰ μπορῆ νὰ τὴν κάνη νὰ τὸ νοιώση. Μπορεῖ νὰ ἐξομολογῆται, μπορεῖ νὰ διαβάζη, μπορεῖ νὰ προσεύχεται, μπορεῖ νὰ χύνη δάκρυα, εἶναι δυνατὸν ὅμως ὅλα αὐτὰ νὰ γίνωνται χωρὶς καμία αἴσθησι τῆς ἁμαρτίας.
.           Ὅταν θὰ ἀποκτήση ἡ ψυχὴ τὴν αἴσθησι αὐτὴν τῆς γυμνότητος καὶ θὰ πεῖ: “Γυμνὸς εἶμαι, πρέπει νὰ ντυθῶ”, τότε ἔρχεται μέσα ἡ ἀνάγκη τῆς μετάνοιας, δηλαδὴ τοῦ ντυσίματος. Ἀλλά, γιὰ νὰ φθάσωμε στὴν μετάνοια, εἶναι ἕνα πρόβλημα ἄλλο. Ἄλλο εἶμαι γυμνὸς καὶ ἄλλο ἑτοιμάζω φόρεμα νὰ φορέσω. Πόρρω ἀπέχουν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο.
.             Ἡ ὥρα ποὺ θὰ αἰσθανθῶ – ἡ ὥρα αὐτὴ μπορεῖ νὰ εἶναι χρόνια, μπορεῖ νὰ εἶναι στιγμὴ – ὅτι εἶμαι γυμνός, εἶναι ἡ πιὸ κρίσιμη καμπὴ τῆς ζωῆς μου, διότι ἕνα ἀπὸ τὰ δύο θὰ γίνει: ἢ θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ ντυθῶ, ἢ θὰ μείνω γυμνός. Δηλαδή, ἢ θὰ συνεχίσω καὶ θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γυμνὸς καὶ θὰ πῶ “ἥμαρτον”, ἢ θὰ κάνω ὅ,τι ἔκανε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα: θὰ κρυφθῶ. Καὶ ὅταν θὰ πῆ ὁ Θεός: “Ἀδὰμ ποῦ εἶ;”, θὰ πῶ: “Κρύφθηκα, γιατί ἤμουν γυμνός”. Καὶ ὅταν θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιόν του, θὰ δῆ τὰ φύλλα τῆς συκῆς.
.             Πῶς μπορεῖ νὰ γίνη αὐτὸ τὸ κρύψιμο; Αὐτὸ τὸ κρύψιμο μπορεῖ νὰ γίνη μὲ χίλιους δύο τρόπους, π.χ. μία στάσις μειονεκτική. Εἶναι φοβερό, ὅταν ἀνακαλύψω ὅτι εἶμαι ἕνα τίποτε. Ξέρεις, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ νόμιζες ὅτι εἶσαι σπουδαῖος καὶ μεγάλος, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ σὲ προσκυνοῦσαν οἱ ἄνθρωποι, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ νόμιζες ὅτι φθάνεις τὰ οὐράνια, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἤσουν ὁ ταλαντοῦχος, ὁ ὑπέροχος, ὁ ὄμορφος, ὁ χαριτωμένος, δὲν ξέρω τί, νὰ ἀναγνωρίσης ὅτι εἶσαι γυμνός, ὅτι εἶσαι ἕνα τίποτε. Θέλει δύναμι γιὰ νὰ τὸ παραδεχθῆς αὐτό. Θέλει πολλὴ δύναμι. Μὰ δὲν μποροῦμε νὰ παραδεχθοῦμε οὔτε μίαν ἀσχήμια ποὺ ἔχομε, δὲν παραδεχόμεθα ἕνα ἐλάττωμα, μίαν ἀποτυχία μας, ἕνα σφάλμα μας, ἕνα συγκεκριμένο ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖο κάνομε καὶ τὸ καλύπτομε μὲ ἕνα ψέμα, ἐν συνεχείᾳ τὸ ψέμα μὲ ἕνα δεύτερο ψέμα, μὲ ἕνα τρίτο ψέμα. Μπορεῖ λοιπόν, νὰ εἶναι μία μειονεκτικὴ στάσις καὶ ἀντιμετώπισις, μία ἀδυναμία νὰ ὁμολογήσω τὴν γυμνότητά μου, μπορεῖ νὰ εἶναι μία δικαιολόγησις, μπορεῖ νὰ εἶναι μία ἐπικάλυψις μὲ κάτι ἄλλο. Νὰ πῶ ἕνα παράδειγμα, τὸ ὁποῖο θὰ εἶναι ἐξωτερικό. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ κάτι τὸ ἐσωτερικό, διότι αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ πολὺ βαθύ. Σὲ σηκώνει ἡ καθηγήτριά σου γιὰ μάθημα καὶ σὲ γιουχαΐζουν οἱ συμμαθήτριες, διότι δὲν λὲς τίποτε. Σηκώνεσαι ἀπὸ τὸ μάθημα, φεύγεις ἀμέσως, πηγαίνεις στὸ σπίτι σου, στέκεσαι ἐνώπιον τοῦ καθρέπτου, ἑτοιμάζεσαι, μακιγιαρίζεσαι… Μὰ δὲν εἶναι κανείς, δὲν σὲ βλέπει κανείς! Ναί, μὰ τὴν ὥρα ἐκείνη μπροστὰ στὸν καθρέπτη ποὺ εἶσαι μόνη σου, ὁ ἐαυτός σου ποὺ εἶναι τὸ πᾶν γιὰ σένα πληροφορεῖται ὅτι “ἐγώ, ποὺ μὲ γιουχάισαν, ἐγὼ εἶμαι τόσο ὄμορφη!”. Μπῆκε ἀμέσως τὸ ἀντιστάθμισμα στὴν ἀδυναμία μου, τὴν ὁποίαν μοῦ ἀπεκάλυψαν ἡ καθηγήτριά μου καὶ οἱ συμμαθήτριές μου. Τὴν ὥρα ἐκείνη, ποὺ στέκομαι στὸν καθρέπτη, δὲν στέκομαι στὴν γυμνότητά μου, στὴν ἀδυναμία μου νὰ πῶ μάθημα, ἀλλὰ στέκομαι στὸ προσόν μου, στὴν ὀμορφιά μου τὴν τεχνητή, τὴν μακιγιαρισμένη ἢ τὴν ἀληθινὴ ἐξωτερική. Μπορεῖ νὰ εἶναι ὀμορφιὰ καὶ ψυχική, μπορεῖ νὰ εἶναι διανοητική, πνευματική, ὅπως λέμε σήμερα ἐμεῖς, δὲν παίζει ρόλο. Πάντως εἶναι ἕνα ὑποκατάστατο αὐτῆς μου τῆς γυμνότητος.
.             Μπορεῖ ἀκόμη νὰ εἶναι ἕνα κρύψιμο ἀπὸ ἐμένα τὸν ἴδιο. Δηλαδή, ἐνῶ εἶμαι γυμνός, νὰ ζῶ σὰν νὰ μὴν εἶμαι γυμνὸς καὶ νὰ ἔχω μία διπλὴ ζωή. Ἢ μπορεῖ νὰ ἀρνοῦμαι νὰ προχωρήσω ὡσὰν νὰ μὴν ἤμουν γυμνός. Αὐτὸ εἶναι πολὺ φοβερότερο. Αὐτὸ εἶναι μία ἀπώθησις, μία ἀπώθησις μίας τραγικῆς πραγματικότητος, ποὺ θὰ μὲ ὁδηγήση κάποτε σὲ ἕνα τραγικὸ ἀποτέλεσμα.
.             Γεμάτη ἡ ζωὴ ἀπὸ τέτοιους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τὸ ξέρουν ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί, ὅτι εἶναι γυμνοὶ καὶ βαδίζουν πολλάκις διαπράττοντας ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μισοῦν καὶ τὰ ὁποῖα σιχαίνονται καὶ τὰ ὁποῖα ξέρουν πὼς εἶναι κατώτερα, καὶ οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν πὼς πρέπει νὰ ξεπεράσουν αὐτὴν τὴν κραυγὴ τῆς συνειδήσεώς τους, ποὺ τοὺς εἶναι κάτι τὸ φοβερό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-5

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-3 «Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά»

Πορεία τς Ψυχς (3)

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),

«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

Μέρος 1: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1
Μέρος 2: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2

.           Ἔχομε τώρα τὴν τιναγμένη ψυχή, τὴν πεταγμένη ψυχὴ ποὺ εἶναι κλουβιασμένη (ἐκ τοῦ κλωβός=κλουβί) μέσα σὲ τέσσερις τοίχους καὶ δὲν βλέπει τίποτε. Αὐτὴ ἡ ψυχὴ σκέπτεται νὰ σπάση τὸν φραγμὸ αὐτό, νὰ σπάση τοὺς τοίχους, στοὺς ὁποίους ζῆ καὶ νὰ ἑνωθῆ μὲ τὸν Θεό. Πῶς θὰ πρέπει νὰ προχωρήση;
.           Δὲν ὑπάρχει “πρέπει”. Δὲν ὑπάρχουν “πρέπει” στὴν χριστιανικὴ ζωή. Τὸ “πρέπει” εἶναι ἀπόρροια τοῦ νοός. Τὸ “πρέπει” τὸ βγάζω ὡς λογικὸ συμπέρασμα ἐγώ, ὅτι ἐφ᾽ ὅσον τὸ Εὐαγγέλιο λέγει ἔτσι καὶ ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶπε ἐκείνη τὴν παραβολὴ καὶ ἔκανε ἐκεῖνο τὸ θαῦμα καὶ εἶπε “μακάριοι” οἱ τάδε, ἄρα πρέπει ἐγὼ αὐτὸ νὰ κάνω ἀκριβῶς.
.           Τὸ “πρέπει” δὲν συγκινεῖ. Τὸ “πρέπει” σοῦ δίνει τὴν αἴσθηση τῆς σκλαβιᾶς, σὲ κάνει νὰ μὴ θέλης νὰ προχωρήσεις. Τὸ “πρέπει” δὲν ὑποκινεῖ τὸν Θεὸν οὔτε τὴν καρδιὰ οὔτε τίποτε. Τὸ “πρέπει” ἀναφέρεται μόνο στὴν ἀνθρώπινη βούλησι, στὴν ἀνθρώπινη ἔντασι, ἡ ὁποία πάντοτε ξέρομε ὅτι εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο σπάει πάρα πολὺ εὔκολα.
.         Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιὰ μὲ ὅλες της τὶς βουλήσεις καὶ μὲ ὅλες της τὶς ἐντάσεις. Ἐκεῖ ποὺ σὲ ἀγαπῶ, μπορεῖ νὰ σὲ μισήσω. Ἐκεῖ ποὺ σὲ μισῶ, μπορεῖ νὰ σὲ ἐρωτευτῶ. Ἐκεῖ ποὺ σὲ κατηγορῶ, μπορεῖ νὰ καταλάβω ὅτι εἶσαι ὁ ὑπ᾽ ἀριθμὸν ἄλφα ἄνθρωπος τοῦ κόσμου. Ἐκεῖ ποὺ σὲ ἀνυψώνω, σὲ στέλνω μέσα στὴν κόλαση . Ἐκεῖ ποὺ λέγω «θὰ γίνω ἅγιος», ἐκεῖ μπορεῖ ἀμέσως νὰ γίνω ἕνας σατανᾶς.
.          “Πρέπει” δὲν ὑπάρχει. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ: «Τί πρέπει νὰ κάνω τώρα;». Θὰ πρέπη ἡ ψυχὴ μόνη της νὰ προχωρήση στὴν ἐποπτεία της, στὴν αἴσθησί της.
.         Προχωροῦμε ἀπὸ τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἔχομε μπροστά μας. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλέον διωγμένος ἀπὸ τὸν παράδεισο, ἡ ψυχὴ εἶναι ἐξωσμένη. Αὐτὸ ποὺ καταλαβαίνει, ὅταν εἶναι ἔξω, εἶναι ὁ πόνος τὸν ὁποῖον ἔχει. Μὲ πόνο θὰ γεννήσης, μὲ πόνο θὰ τρυγήσης τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, μὲ πόνο θὰ σπείρης, ὁ,τιδήποτε θὰ κάνης, θὰ εἶναι μὲ πόνο.
.           Ὁ πόνος ὅμως αὐτὸς ἀρχίζει ἀπὸ πότε; Ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς ἡδονῆς. Ἡ ὀδύνη ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἡδονή. Ἡ ἡδονὴ ἀρχίζει ἀπὸ πότε; Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος γυμνός. Θυμηθῆτε τὸν Ἀδὰμ μέσα στὸν παράδεισο. Ἔφαγε τὸν καρπό. Τὴν ὥρα ποὺ ἤδη σκέφθηκε νὰ δοκιμάση τὸν καρπό, εἶχε γυμνωθῆ. Ἡ Εὔα ἦταν ἤδη γυμνή, ἀλλὰ δὲν εἶδε τὴν γύμνωσί της καὶ τὴν γύμνωσι τοῦ Ἀδάμ, παρὰ μόνο ὅταν εἶχε φάει τὸν καρπό. Ἀλλὰ ἤδη ἡ γύμνωσις εἶχε γίνει. Ἀλλοιῶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φάη τὸν καρπό. Ἡ τροφὴ αὐτὴ καὶ ἡ αἴσθηση τῆς ἡδονῆς τῆς ἀπεκάλυψαν τὴν γύμνωση τὴν δική της καὶ τὴν γύμνωσι τοῦ Ἀδάμ.
.           Προσέξτε, διότι ἔχει πάρα πολὺ μεγάλη σημασία ἡ πορεία τῆς ψυχῆς.
.         Ἑπομένως ἀρχίζομε ἀπὸ τὸν πόνο, ὁ πόνος ἔχει ἄμεση σχέσι, ὅπως εἴπαμε, μὲ τὴν γύμνωσι. Θὰ πρέπει νὰ καταλάβη ἡ ψυχὴ ὅτι εἶναι μία γυμνὴ ψυχή, ὅτι δὲν εἶναι ἁπλῶς κάτι τὸ πεταγμένο ἀλλὰ εἶναι κάτι τὸ γυμνό. Νὰ καταλάβη πλέον ὅτι δὲν εἶναι τίποτε. Τί ἦταν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα; Ἦταν, ἂς τὸ ποῦμε ἔτσι, οἱ συμπεριπατοῦντες μὲ τὸν Θεόν, ἦταν ὁμόσκηνοι τοῦ Θεοῦ, ἦσαν σύντροφοι τοῦ Θεοῦ, συνοδοιπόροι, συνέκδημοι τοῦ Θεοῦ.
.           Καὶ μέσα σὲ μία στιγμὴ ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα γίνονται ἕνα τίποτε, ἕνα ἐξουθένωμα, τέτοιοι ποὺ ἕνα φίδι νὰ μπορῆ νὰ τοὺς περιγελᾶ καὶ ἡ φύσις ἡ φθαρτή, στὴν ὁποία εἶχε δώσει ὀνόματα καὶ τὴν ἐξουσίαζε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα, νὰ μπορῆ νὰ ἐπανίσταται ἐναντίον τους. Καὶ τὸ πιὸ τρεμουλιάρικο πλάσμα μέσα στὴν ἱστορία γίνεται ὁ ἄνθρωπος!
.           Εἶναι, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος ὁ γυμνὸς κάτι τὸ ἀνύπαρκτο. Εἶναι ἕνας οὐδεὶς καὶ ἔχει τὴν αἴσθηση τῆς γυμνότητος· θὰ λέγαμε τὴν αἴσθησι τῆς ἁμαρτίας του, τοῦ ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός. Ὄχι νὰ πῆ ὅτι εἶμαι ἁμαρτωλός, ὄχι ὅτι πρέπει νὰ ἐξομολογηθῶ, πρέπει νὰ ὁμολογήσω τὴν ἁμαρτία μου, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ νὰ ζήση τὴν ἁμαρτία της.
.         Εἴδατε, ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ἦσαν γυμνοὶ προηγουμένως. Δὲν εἶχαν αἰσθανθῆ ὅμως ποτὲ τὴν γύμνωσί τους. Ὅταν ἁμάρτησαν, εἶδαν ὅτι εἶναι γυμνοὶ καὶ ντύθηκαν. Τὸ ἔνοιωσαν, ὅτι ἦσαν γυμνοί. Ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ νὰ νοιώση ὅτι εἶναι γυμνὴ ἀπὸ ἀρετή, ἀπὸ ἁγιότητα, ἀπὸ θεότητα· ὅτι εἶναι μέσα στὴν ἁμαρτία ριγμένη, εἶναι ντυμένη μὲ τὰ φύλλα τὰ δικά της, μὲ τὰ φύλλα τῆς ἁμαρτίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-4

, , , ,

Σχολιάστε