Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἁμαρτία

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-4

Πορεία τς Ψυχς (4)

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),

«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

Μέρος 1: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1
Μέρος 2: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2
Μέρος 3: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-3 «Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά»

.             Λοιπόν; Θὰ μπορέσει ἡ ψυχὴ νὰ νοιώσει αὐτὴ τὴν ἁμαρτία; Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ πῶ: “Νοιῶσε τὴν ἁμαρτία!”. Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ τὸ ἐπιτάξω. Εἶναι μία ἐνέργεια, ἕνα διάβημα τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς. Ἂν ἡ ψυχὴ δὲν καταλάβη, ἂν ἡ ψυχὴ δὲν τὸ χωρέση, ἂν ἡ ψυχὴ δὲν θελήση νὰ τὸ καταλάβει, οὐδεμία δύναμις ὑπάρχει, οὔτε καὶ ὁ Θεὸς ἀκόμη, ποὺ νὰ μπορῆ νὰ τὴν κάνη νὰ τὸ νοιώση. Μπορεῖ νὰ ἐξομολογῆται, μπορεῖ νὰ διαβάζη, μπορεῖ νὰ προσεύχεται, μπορεῖ νὰ χύνη δάκρυα, εἶναι δυνατὸν ὅμως ὅλα αὐτὰ νὰ γίνωνται χωρὶς καμία αἴσθησι τῆς ἁμαρτίας.
.           Ὅταν θὰ ἀποκτήση ἡ ψυχὴ τὴν αἴσθησι αὐτὴν τῆς γυμνότητος καὶ θὰ πεῖ: “Γυμνὸς εἶμαι, πρέπει νὰ ντυθῶ”, τότε ἔρχεται μέσα ἡ ἀνάγκη τῆς μετάνοιας, δηλαδὴ τοῦ ντυσίματος. Ἀλλά, γιὰ νὰ φθάσωμε στὴν μετάνοια, εἶναι ἕνα πρόβλημα ἄλλο. Ἄλλο εἶμαι γυμνὸς καὶ ἄλλο ἑτοιμάζω φόρεμα νὰ φορέσω. Πόρρω ἀπέχουν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο.
.             Ἡ ὥρα ποὺ θὰ αἰσθανθῶ – ἡ ὥρα αὐτὴ μπορεῖ νὰ εἶναι χρόνια, μπορεῖ νὰ εἶναι στιγμὴ – ὅτι εἶμαι γυμνός, εἶναι ἡ πιὸ κρίσιμη καμπὴ τῆς ζωῆς μου, διότι ἕνα ἀπὸ τὰ δύο θὰ γίνει: ἢ θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ ντυθῶ, ἢ θὰ μείνω γυμνός. Δηλαδή, ἢ θὰ συνεχίσω καὶ θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γυμνὸς καὶ θὰ πῶ “ἥμαρτον”, ἢ θὰ κάνω ὅ,τι ἔκανε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα: θὰ κρυφθῶ. Καὶ ὅταν θὰ πῆ ὁ Θεός: “Ἀδὰμ ποῦ εἶ;”, θὰ πῶ: “Κρύφθηκα, γιατί ἤμουν γυμνός”. Καὶ ὅταν θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιόν του, θὰ δῆ τὰ φύλλα τῆς συκῆς.
.             Πῶς μπορεῖ νὰ γίνη αὐτὸ τὸ κρύψιμο; Αὐτὸ τὸ κρύψιμο μπορεῖ νὰ γίνη μὲ χίλιους δύο τρόπους, π.χ. μία στάσις μειονεκτική. Εἶναι φοβερό, ὅταν ἀνακαλύψω ὅτι εἶμαι ἕνα τίποτε. Ξέρεις, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ νόμιζες ὅτι εἶσαι σπουδαῖος καὶ μεγάλος, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ σὲ προσκυνοῦσαν οἱ ἄνθρωποι, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ νόμιζες ὅτι φθάνεις τὰ οὐράνια, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἤσουν ὁ ταλαντοῦχος, ὁ ὑπέροχος, ὁ ὄμορφος, ὁ χαριτωμένος, δὲν ξέρω τί, νὰ ἀναγνωρίσης ὅτι εἶσαι γυμνός, ὅτι εἶσαι ἕνα τίποτε. Θέλει δύναμι γιὰ νὰ τὸ παραδεχθῆς αὐτό. Θέλει πολλὴ δύναμι. Μὰ δὲν μποροῦμε νὰ παραδεχθοῦμε οὔτε μίαν ἀσχήμια ποὺ ἔχομε, δὲν παραδεχόμεθα ἕνα ἐλάττωμα, μίαν ἀποτυχία μας, ἕνα σφάλμα μας, ἕνα συγκεκριμένο ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖο κάνομε καὶ τὸ καλύπτομε μὲ ἕνα ψέμα, ἐν συνεχείᾳ τὸ ψέμα μὲ ἕνα δεύτερο ψέμα, μὲ ἕνα τρίτο ψέμα. Μπορεῖ λοιπόν, νὰ εἶναι μία μειονεκτικὴ στάσις καὶ ἀντιμετώπισις, μία ἀδυναμία νὰ ὁμολογήσω τὴν γυμνότητά μου, μπορεῖ νὰ εἶναι μία δικαιολόγησις, μπορεῖ νὰ εἶναι μία ἐπικάλυψις μὲ κάτι ἄλλο. Νὰ πῶ ἕνα παράδειγμα, τὸ ὁποῖο θὰ εἶναι ἐξωτερικό. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ κάτι τὸ ἐσωτερικό, διότι αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ πολὺ βαθύ. Σὲ σηκώνει ἡ καθηγήτριά σου γιὰ μάθημα καὶ σὲ γιουχαΐζουν οἱ συμμαθήτριες, διότι δὲν λὲς τίποτε. Σηκώνεσαι ἀπὸ τὸ μάθημα, φεύγεις ἀμέσως, πηγαίνεις στὸ σπίτι σου, στέκεσαι ἐνώπιον τοῦ καθρέπτου, ἑτοιμάζεσαι, μακιγιαρίζεσαι… Μὰ δὲν εἶναι κανείς, δὲν σὲ βλέπει κανείς! Ναί, μὰ τὴν ὥρα ἐκείνη μπροστὰ στὸν καθρέπτη ποὺ εἶσαι μόνη σου, ὁ ἐαυτός σου ποὺ εἶναι τὸ πᾶν γιὰ σένα πληροφορεῖται ὅτι “ἐγώ, ποὺ μὲ γιουχάισαν, ἐγὼ εἶμαι τόσο ὄμορφη!”. Μπῆκε ἀμέσως τὸ ἀντιστάθμισμα στὴν ἀδυναμία μου, τὴν ὁποίαν μοῦ ἀπεκάλυψαν ἡ καθηγήτριά μου καὶ οἱ συμμαθήτριές μου. Τὴν ὥρα ἐκείνη, ποὺ στέκομαι στὸν καθρέπτη, δὲν στέκομαι στὴν γυμνότητά μου, στὴν ἀδυναμία μου νὰ πῶ μάθημα, ἀλλὰ στέκομαι στὸ προσόν μου, στὴν ὀμορφιά μου τὴν τεχνητή, τὴν μακιγιαρισμένη ἢ τὴν ἀληθινὴ ἐξωτερική. Μπορεῖ νὰ εἶναι ὀμορφιὰ καὶ ψυχική, μπορεῖ νὰ εἶναι διανοητική, πνευματική, ὅπως λέμε σήμερα ἐμεῖς, δὲν παίζει ρόλο. Πάντως εἶναι ἕνα ὑποκατάστατο αὐτῆς μου τῆς γυμνότητος.
.             Μπορεῖ ἀκόμη νὰ εἶναι ἕνα κρύψιμο ἀπὸ ἐμένα τὸν ἴδιο. Δηλαδή, ἐνῶ εἶμαι γυμνός, νὰ ζῶ σὰν νὰ μὴν εἶμαι γυμνὸς καὶ νὰ ἔχω μία διπλὴ ζωή. Ἢ μπορεῖ νὰ ἀρνοῦμαι νὰ προχωρήσω ὡσὰν νὰ μὴν ἤμουν γυμνός. Αὐτὸ εἶναι πολὺ φοβερότερο. Αὐτὸ εἶναι μία ἀπώθησις, μία ἀπώθησις μίας τραγικῆς πραγματικότητος, ποὺ θὰ μὲ ὁδηγήση κάποτε σὲ ἕνα τραγικὸ ἀποτέλεσμα.
.             Γεμάτη ἡ ζωὴ ἀπὸ τέτοιους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τὸ ξέρουν ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί, ὅτι εἶναι γυμνοὶ καὶ βαδίζουν πολλάκις διαπράττοντας ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μισοῦν καὶ τὰ ὁποῖα σιχαίνονται καὶ τὰ ὁποῖα ξέρουν πὼς εἶναι κατώτερα, καὶ οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν πὼς πρέπει νὰ ξεπεράσουν αὐτὴν τὴν κραυγὴ τῆς συνειδήσεώς τους, ποὺ τοὺς εἶναι κάτι τὸ φοβερό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-5

Advertisements

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-3 «Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά»

Πορεία τς Ψυχς (3)

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),

«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

Μέρος 1: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1
Μέρος 2: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2

.           Ἔχομε τώρα τὴν τιναγμένη ψυχή, τὴν πεταγμένη ψυχὴ ποὺ εἶναι κλουβιασμένη (ἐκ τοῦ κλωβός=κλουβί) μέσα σὲ τέσσερις τοίχους καὶ δὲν βλέπει τίποτε. Αὐτὴ ἡ ψυχὴ σκέπτεται νὰ σπάση τὸν φραγμὸ αὐτό, νὰ σπάση τοὺς τοίχους, στοὺς ὁποίους ζῆ καὶ νὰ ἑνωθῆ μὲ τὸν Θεό. Πῶς θὰ πρέπει νὰ προχωρήση;
.           Δὲν ὑπάρχει “πρέπει”. Δὲν ὑπάρχουν “πρέπει” στὴν χριστιανικὴ ζωή. Τὸ “πρέπει” εἶναι ἀπόρροια τοῦ νοός. Τὸ “πρέπει” τὸ βγάζω ὡς λογικὸ συμπέρασμα ἐγώ, ὅτι ἐφ᾽ ὅσον τὸ Εὐαγγέλιο λέγει ἔτσι καὶ ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶπε ἐκείνη τὴν παραβολὴ καὶ ἔκανε ἐκεῖνο τὸ θαῦμα καὶ εἶπε “μακάριοι” οἱ τάδε, ἄρα πρέπει ἐγὼ αὐτὸ νὰ κάνω ἀκριβῶς.
.           Τὸ “πρέπει” δὲν συγκινεῖ. Τὸ “πρέπει” σοῦ δίνει τὴν αἴσθηση τῆς σκλαβιᾶς, σὲ κάνει νὰ μὴ θέλης νὰ προχωρήσεις. Τὸ “πρέπει” δὲν ὑποκινεῖ τὸν Θεὸν οὔτε τὴν καρδιὰ οὔτε τίποτε. Τὸ “πρέπει” ἀναφέρεται μόνο στὴν ἀνθρώπινη βούλησι, στὴν ἀνθρώπινη ἔντασι, ἡ ὁποία πάντοτε ξέρομε ὅτι εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο σπάει πάρα πολὺ εὔκολα.
.         Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιὰ μὲ ὅλες της τὶς βουλήσεις καὶ μὲ ὅλες της τὶς ἐντάσεις. Ἐκεῖ ποὺ σὲ ἀγαπῶ, μπορεῖ νὰ σὲ μισήσω. Ἐκεῖ ποὺ σὲ μισῶ, μπορεῖ νὰ σὲ ἐρωτευτῶ. Ἐκεῖ ποὺ σὲ κατηγορῶ, μπορεῖ νὰ καταλάβω ὅτι εἶσαι ὁ ὑπ᾽ ἀριθμὸν ἄλφα ἄνθρωπος τοῦ κόσμου. Ἐκεῖ ποὺ σὲ ἀνυψώνω, σὲ στέλνω μέσα στὴν κόλαση . Ἐκεῖ ποὺ λέγω «θὰ γίνω ἅγιος», ἐκεῖ μπορεῖ ἀμέσως νὰ γίνω ἕνας σατανᾶς.
.          “Πρέπει” δὲν ὑπάρχει. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ: «Τί πρέπει νὰ κάνω τώρα;». Θὰ πρέπη ἡ ψυχὴ μόνη της νὰ προχωρήση στὴν ἐποπτεία της, στὴν αἴσθησί της.
.         Προχωροῦμε ἀπὸ τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἔχομε μπροστά μας. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλέον διωγμένος ἀπὸ τὸν παράδεισο, ἡ ψυχὴ εἶναι ἐξωσμένη. Αὐτὸ ποὺ καταλαβαίνει, ὅταν εἶναι ἔξω, εἶναι ὁ πόνος τὸν ὁποῖον ἔχει. Μὲ πόνο θὰ γεννήσης, μὲ πόνο θὰ τρυγήσης τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, μὲ πόνο θὰ σπείρης, ὁ,τιδήποτε θὰ κάνης, θὰ εἶναι μὲ πόνο.
.           Ὁ πόνος ὅμως αὐτὸς ἀρχίζει ἀπὸ πότε; Ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς ἡδονῆς. Ἡ ὀδύνη ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἡδονή. Ἡ ἡδονὴ ἀρχίζει ἀπὸ πότε; Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος γυμνός. Θυμηθῆτε τὸν Ἀδὰμ μέσα στὸν παράδεισο. Ἔφαγε τὸν καρπό. Τὴν ὥρα ποὺ ἤδη σκέφθηκε νὰ δοκιμάση τὸν καρπό, εἶχε γυμνωθῆ. Ἡ Εὔα ἦταν ἤδη γυμνή, ἀλλὰ δὲν εἶδε τὴν γύμνωσί της καὶ τὴν γύμνωσι τοῦ Ἀδάμ, παρὰ μόνο ὅταν εἶχε φάει τὸν καρπό. Ἀλλὰ ἤδη ἡ γύμνωσις εἶχε γίνει. Ἀλλοιῶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φάη τὸν καρπό. Ἡ τροφὴ αὐτὴ καὶ ἡ αἴσθηση τῆς ἡδονῆς τῆς ἀπεκάλυψαν τὴν γύμνωση τὴν δική της καὶ τὴν γύμνωσι τοῦ Ἀδάμ.
.           Προσέξτε, διότι ἔχει πάρα πολὺ μεγάλη σημασία ἡ πορεία τῆς ψυχῆς.
.         Ἑπομένως ἀρχίζομε ἀπὸ τὸν πόνο, ὁ πόνος ἔχει ἄμεση σχέσι, ὅπως εἴπαμε, μὲ τὴν γύμνωσι. Θὰ πρέπει νὰ καταλάβη ἡ ψυχὴ ὅτι εἶναι μία γυμνὴ ψυχή, ὅτι δὲν εἶναι ἁπλῶς κάτι τὸ πεταγμένο ἀλλὰ εἶναι κάτι τὸ γυμνό. Νὰ καταλάβη πλέον ὅτι δὲν εἶναι τίποτε. Τί ἦταν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα; Ἦταν, ἂς τὸ ποῦμε ἔτσι, οἱ συμπεριπατοῦντες μὲ τὸν Θεόν, ἦταν ὁμόσκηνοι τοῦ Θεοῦ, ἦσαν σύντροφοι τοῦ Θεοῦ, συνοδοιπόροι, συνέκδημοι τοῦ Θεοῦ.
.           Καὶ μέσα σὲ μία στιγμὴ ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα γίνονται ἕνα τίποτε, ἕνα ἐξουθένωμα, τέτοιοι ποὺ ἕνα φίδι νὰ μπορῆ νὰ τοὺς περιγελᾶ καὶ ἡ φύσις ἡ φθαρτή, στὴν ὁποία εἶχε δώσει ὀνόματα καὶ τὴν ἐξουσίαζε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα, νὰ μπορῆ νὰ ἐπανίσταται ἐναντίον τους. Καὶ τὸ πιὸ τρεμουλιάρικο πλάσμα μέσα στὴν ἱστορία γίνεται ὁ ἄνθρωπος!
.           Εἶναι, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος ὁ γυμνὸς κάτι τὸ ἀνύπαρκτο. Εἶναι ἕνας οὐδεὶς καὶ ἔχει τὴν αἴσθηση τῆς γυμνότητος· θὰ λέγαμε τὴν αἴσθησι τῆς ἁμαρτίας του, τοῦ ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός. Ὄχι νὰ πῆ ὅτι εἶμαι ἁμαρτωλός, ὄχι ὅτι πρέπει νὰ ἐξομολογηθῶ, πρέπει νὰ ὁμολογήσω τὴν ἁμαρτία μου, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ νὰ ζήση τὴν ἁμαρτία της.
.         Εἴδατε, ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ἦσαν γυμνοὶ προηγουμένως. Δὲν εἶχαν αἰσθανθῆ ὅμως ποτὲ τὴν γύμνωσί τους. Ὅταν ἁμάρτησαν, εἶδαν ὅτι εἶναι γυμνοὶ καὶ ντύθηκαν. Τὸ ἔνοιωσαν, ὅτι ἦσαν γυμνοί. Ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ νὰ νοιώση ὅτι εἶναι γυμνὴ ἀπὸ ἀρετή, ἀπὸ ἁγιότητα, ἀπὸ θεότητα· ὅτι εἶναι μέσα στὴν ἁμαρτία ριγμένη, εἶναι ντυμένη μὲ τὰ φύλλα τὰ δικά της, μὲ τὰ φύλλα τῆς ἁμαρτίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-4

, , , ,

Σχολιάστε

ΘΛΙΨΗ καὶ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ

ΘΛΙΨΗ καὶ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ

Ψαλμὸς ΡΙΘ´ (119)

   .             Τὸν Ψαλμὸ αὐτὸ ἀναπέμπει στὸ Θεὸ ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ποὺ βρίσκεται αἰχμάλωτος στὴ Βαβυλώνα. Εἶναι αἰχμάλωτος, διότι εἶχε ἀποστατήσει ἀπὸ τὸν Θεὸ τῶν πατέρων του. Ὁ αἰχμάλωτος λοιπὸν λαὸς ἀνησυχεῖ καὶ λυπεῖται διότι παρατείνεται ἡ δουλεία του, καὶ παρακαλεῖ τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐλευθερώσει: «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καὶ εἰσήκουσέ μου» (στίχ. 1). Ζώντας ὁ εὐ­σεβὴς Ἰσραηλίτης μέσα στὴ θλίψη τῆς αἰχμαλωσίας καὶ τῆς κακοπαθείας, συν­αισθάνεται τὴν ἁμαρτωλότητά του καὶ ἀ­φήνει κραυγὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του. Μιᾶς ψυχῆς κυριευμένης ἀπὸ πόνο, συντριβὴ καὶ ἀγωνία. Ἀφήνει κραυγὴ πρὸς τὸν μόνο Δυνατό, νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴ στυγνὴ τυραννία τῶν Βαβυλωνίων.
.             Ὤ! ἡ θλίψη! Στενοχωρεῖ καὶ πιέζει τὴν ψυχή. Ἀλλὰ εἶναι εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, «ἐπειδὴ συμμαζώνουσα τὸν νοῦν ἀπὸ τὰ ἔξω τοῦ κόσμου πρά­γματα καὶ συνθλίβουσα κατὰ τὸ ὄνομά της, ἤτοι συσφίγγουσα, καθὼς καὶ τὸ σωληνάρι συσφίγγει τὸ νερόν, κάμνει αὐτόν, ἤτοι τὸν νοῦν, νὰ ἀναβαίνῃ εἰς τὸν οὐρανόν»1. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος χρησιμοποιεῖ τὸ ἑξῆς παράδειγμα: Ὅπως τὰ νερά, ὅταν κυλοῦν σὲ πλατιὰ κοίτη καὶ ἔχουν ἄνεση καὶ κάθε εὐρυχωρία, δὲν ἀνεβαίνουν ψηλά· ὅταν ὅμως τὰ περιορίσουν καὶ τὰ πιέσουν ἀπὸ κάτω μὲ τὰ μηχανήματά τους οἱ ὑδραυλικοί, ἐξακοντίζονται στὰ ὕψη ταχύτερα καὶ ἀπὸ βέλος λόγῳ τῆς πιέσεως, ἔτσι καὶ ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου· ὅσο βρίσκεται σὲ ἄνεση, σκορπίζεται καὶ τρέχει ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὅταν ὅμως τὴν πιέσει δυνατὰ καὶ τὴν στενοχωρήσει κάποια θλίψη καὶ ἀγωνία, ἀναπέμπει πρὸς τὰ ὕψη προσ­ευχὴ ἁγία καὶ θερμή. Καὶ γιὰ νὰ πεισθεῖς ὅτι εἰσακούονται οἱ προσευχὲς ποὺ γί­νονται μέσα στὴ θλίψη, ἄκουσε τί λέγει ὁ προφήτης: «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καὶ εἰσήκουσέ μου»2. Ἀλλοῦ πάλι ὁ Δαβίδ, γιὰ νὰ φανερώσει τὸ κέρδος καὶ τὴν ψυχικὴ ἀνακούφιση ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴ θλίψη, ἔλεγε· «Κύριε, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με» (Ψαλμ. δ´ 1)· Κύριε, ὅταν βρέθηκα μέσα στὴ θλίψη καὶ στενοχώρια, μὲ παρηγόρησες χαρίζον­τας ἀνακούφιση στὴν πιεσμένη καρδιά μου. Ἀλλὰ καὶ ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἀναφωνεῖ: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐμνήσθην σου» (Ἡσ. κϛ´ [26] 16)· στὴ θλίψη Σὲ θυμήθηκα!
.             Ἑπομένως, ὅπως οἱ τότε αἰχμάλωτοι λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν τους ἔχασαν τὴν ἐλευθερία τους καὶ τώρα δοκίμαζαν θλίψη μεγάλη στὴ Βαβυλώνα, κατὰ παρόμοιο τρόπο, ὅταν καὶ σὲ μᾶς συμβεῖ κάποια θλίψη εἴτε ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὴν κακότητα τοῦ Πονηροῦ, εἴτε ἀπὸ κάποια ἀρρώστια, ἂς μὴ γογγύζουμε· οὔτε νὰ κατηγοροῦμε τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλο ὅτι εἶναι αἴτιοι τῆς θλίψεώς μας, ἀλλὰ νὰ ἀνακρίνουμε τὸν ἑαυτό μας μήπως ἡ θλίψη εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν ἁμαρτιῶν μας. Καὶ κυρίως νὰ στρεφόμαστε πρὸς τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ μὲ θερμὴ προσευχὴ ἱκεσίας. Καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος ἔλεγε: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν»· δηλαδή, ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ θλίψη ποὺ μοῦ παρεχώρησε καὶ γιὰ ὅ,τι ἄλλο τυχὸν ἐπακολουθήσει. Ἂν μὲ τέτοια εὐχαριστιακὴ διάθεση ἀπευθυνόμαστε στὸν ἅγιο Θεό, ἂς γνωρίζουμε ὅτι ἡ ὅποια θλίψη ἔχει νὰ μᾶς προσφέρει πολὺ μεγάλο κέρδος. Στὴ θλίψη οἱ προσευχὲς εἶναι καθαρότερες καὶ ἡ συμπάθεια τοῦ Θεοῦ μεγαλύτερη. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεβοῦμε στὸν οὐρανὸ ἀκολουθώντας τὴν ἄνετη καὶ χωρὶς λύπες καὶ δοκιμασίες ζωὴ τοῦ κόσμου.
.             Στὴ συνέχεια ὁ Ψαλμωδὸς παρακαλεῖ τὸν Θεό: «Ρῦσαι τὴν ψυχήν μου ἀπὸ χειλέων ἀδίκων καὶ ἀπὸ γλώσσης δολίας» (στίχ. 2)· γλύτωσε τὴν ψυχή μου ἀπὸ ἄδικα καὶ συκοφαντικὰ χείλη καὶ ἀπὸ γλώσσα ποὺ στήνει δολοπλοκίες. Χείλη ἄδικα ἦταν τὰ χείλη τῶν Βαβυλωνίων, κατὰ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, διότι προσέφεραν λατρεία στὰ εἴδωλα. Ἡ ἴδια γλώσσα, συνεχίζει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, πρέπει νὰ θεωρηθεῖ καὶ ὡς δολία, ἐπειδὴ δὲν λέει τίποτε ὀρθὸ σχετικὰ μὲ τὸν ἅγιο Θεό. Ὅμως χείλη ἄδικα καὶ δόλια εἶναι καὶ ἐκεῖνα τῶν συκοφαντῶν καὶ γενικῶς τῶν παρανόμων καὶ ὅλων ὅσοι ἐπιβουλεύον­ται τὴ ζωή, τὴν τιμὴ καὶ τὴν ὑπόληψη τῶν ἄλλων.
.             Πρόσεξε, διδάσκει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· ἐδῶ εἶναι φανερὴ ἡ εὐαγγελικὴ ἐκείνη προτροπή, «προσευχηθεῖτε καὶ παρακαλεῖτε τὸν Θεὸ νὰ σᾶς προφυλάξει γιὰ νὰ μὴν πέσετε σὲ πειρασμό» (Λουκ. κβ΄ [22] 40). Διότι τίποτε δὲν εἶναι ὅμοιο μὲ αὐτὸ τὸν πειρασμό, τὸ νὰ συναντήσεις δηλαδὴ ὕπουλο ἄνθρωπο. Ὁ ὕπουλος ἄνθρωπος εἶναι φοβερότερος καὶ ἀπὸ τὸ θηρίο. Διότι τὸ θηρίο εἶναι αὐτὸ ποὺ φαίνεται· ἐνῶ ὁ ὕπουλος καὶ δολερὸς ἄνθρωπος ἀποκρύπτει τὸ δηλητήριό του μὲ τὸ πρόσχημα τῆς καλοσύνης (…). Κυρίως δέ, προσθέτει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὀνομάσει ἄδικα τὰ χείλη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα βλάπτουν τὴν ἀρετὴ καὶ ὁδηγοῦν στὴν κακία3.
.             «Πληγώνει τὴν καρδίαν ὡς ὀξὺ καὶ φαρ­μακερὸν ὄργανον ἡ δολία γλῶσσα», παρατηρεῖ ὁ Π. Ν. Τρεμπέλας. «Διότι, ἀφοῦ διὰ λόγων φιλικῶν καὶ κολακευ­τικῶν ἑλκυσθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ πληττομένου, εἰς ὥραν ποὺ αὐτὸς εἶναι ἀμέριμνος καὶ μόνον ἐκδηλώσεις ἀγάπης καὶ φιλίας περιμένει ἐκ μέρους τοῦ καιροφυλακτοῦντος νὰ τὸν κτυπήσῃ, δέχεται αἰφνιδίως τὸ ὀδυνηρὸν καὶ δηλητηριῶδες κτύπημα», τὸ ὁποῖο «εἶναι καὶ φαρμακερόν, διότι συνοδεύεται ἀπὸ ἄτιμον προδοσίαν»4.
.             Ἦταν πολὺ φυσικὸ ὁ εὐσεβὴς αἰχμάλωτος Ἰσραηλίτης ἐπάνω στὸν πόνο καὶ τὴν ἀπελπισία του νὰ καταφύγει στὸ Θεὸ καὶ νὰ Τὸν ἱκετεύσει: «Κύριε, ρῦσαι με ἀπὸ χειλέων ἀδίκων καὶ ἀπὸ γλώσσης δολίας». Διότι μόνο ὁ Θεὸς ἐλέγχει τὶς καρδιὲς καὶ τὶς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ μόνο Αὐτὸς μπορεῖ, ὅταν θέλει, νὰ χαλιναγωγήσει καὶ νὰ ἐλέγξει τὴ γλώσσα τους. Ὁ Ψαλμωδός, ποὺ ἐμίσησε καὶ σιχάθηκε κάθε ἀδικία (βλ. Ψαλ. ριη΄ [118] 163), εἶναι φυσικὸ νὰ ζητεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τὸν φυλάξει ἀπὸ τὴ δολιότητα τῶν ἄλλων καὶ τὶς φοβερὲς συνέπειές της.

 1. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Νέα Κλῖμαξ, ἐκδ. Σωτ. Ν. Σχοινᾶ, ἐν Βόλῳ 1956, σελ. 32.
2. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Περί Ἀκαταλήπτου Λόγ. Ε΄, PG 48, 744.
3. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς Ψαλ. ριθ΄ [119], PG 55, 340.
4. Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μετὰ συντόμου ἑρμηνείας, τόμ. 10ος: Ψαλμοί, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 20025, σελ. 511.

 

ΠΗΓΗ: osotir.org

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΔΥΟ ΥΠΝΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Ὁ ὕπνος ποὺ χαλαρώνει καὶ ὁ ὕπνος τῆς ἁμαρτίας

γράφει γιὰ τὴν « ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           μετάνοια εἶναι θεῖο δῶρο στὸν ἄνθρωπο καὶ ἀποκτᾶται μόνο μὲ διάθερμη, καρδιακὴ προσευχή. “Τὸ σφάλλεσθαι ἀνθρώπινον, τὸ δὲ μετανοεῖν θεῖον δῶρον”, μᾶς λέει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος. Μόνον ὅταν ἡ Θεία Χάρις φωτίσει τὸν ἄνθρωπο καὶ δεῖ τὴ θεία ὡραιότητα καὶ τὴ δική του ἀσχήμια, μόνο τότε εἶναι δυνατὴ ἡ μετάνοια, ἡ ἀλλαγὴ τοῦ φρονήματος καὶ τοῦ τρόπου ζωῆς. Τότε ὁ νοῦς ἀφήνει τὰ χαμερπῆ, τὰ ὑλικά, τὰ μάταια, τὰ νεκροποιὰ καὶ ἁρπάζεται στὰ οὐράνια, στὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα.
.           Xωρὶς τὴ Θεία Χάρη, τὴν ὁποίαν ἕλκει ἡ ταπείνωση τῆς ψυχῆς καὶ τὴν ἀπροκάλυπτη παραδοχὴ τῆς ἀναξιότητάς της νὰ εἰσέλθει εἰς τὸν Νυμφῶνα, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ σωτηρία.
.           Ὁ Μέγας Κανὼν τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, Ἐπισκόπου Κρήτης κεντρικὴ ἰδέα ἔχει τὴ Μετάνοια. Σὲ αὐτὸν ὁ Ποιητὴς ἀνατρέχει σὲ ὅλα τὰ πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης προβάλλοντας τόσο τὶς καλὲς πράξεις τῶν δικαίων πρὸς μίμηση ὅσο καὶ τὶς κακὲς τῶν ἀδίκων πρὸς ἀποφυγή. Τὴ μετάνοια θεωρεῖ ὁ Ποιητὴς θύρα τοῦ Παραδείσου, γι᾽ αὐτὸ καὶ μέσα ἀπὸ τὰ τροπάριά του μᾶς παιδαγωγεῖ παροτρύνοντας μας ἐφ᾽ ὅσον δὲν ἔχουμε καρποὺς μετανοίας, νὰ προσφέρουμε στὸν Θεὸ τὴ συντετριμμένη καρδιά μας ἀναγνωρίζοντας τὴν πνευματική μας πτωχεία. Ὁλόκληρο τὸ πένθιμο καὶ κατανυκτικὸ περιεχόμενο τοῦ ἀριστουργήματος αὐτοῦ συνοψίζεται στὸ Τροπάριο:

Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις;
Τὸ τέλος ἐγγίζει καὶ μέλλεις θορυβεῖσθαι·
ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου Χριστός, ὁ Θεός,
ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν.

.           Δηλαδή, Ψυχή μου, γιατὶ κοιμᾶσαι; Ξύπνα, πλησιάζει τὸ τέλος σου καὶ θὰ θορυβηθεῖς ὅταν αὐτὸ ἔλθει. Σύνελθε, λοιπόν, γιὰ νὰ σὲ λυπηθεῖ ὁ Χριστός, Αὐτὸς ποὺ ὅλα τὰ βλέπει καὶ γεμίζει τὴν Πλάση μὲ τὴν παρουσία Του.
.           Ὑπάρχουν δύο ὕπνοι στὴ ζωή μας. Ὁ ἕνας εἶνε ὁ γνωστὸς φυσιολογικὸς ὕπνος, ὁ ὕπνος ποὺ μᾶς χαλαρώνει ἀπὸ τὴν ἔνταση τῆς ἡμέρας καὶ ὅλοι μας τὸν ἔχουμε ἀνάγκη. Ἄγρυπνος μένει μόνον ὁ Θεός μας, ὁ ὁποῖος μὲ τοὺς Ἁγίους Του Ἀγγέλους, καὶ αὐτοὺς πάντοτε ξάγρυπνους, νύχτα καὶ ἡμέρα ἐποπτεύουν τὰ σύμπαντα. Ἀγρυπνεῖ ἐπίσης καὶ ὁ πονηρός, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν μετανοεῖ γιὰ τὸν ἑωσφορικό του ἐγωϊσμὸ καὶ παραμένει πνεῦμα τοῦ κακοῦ. Αὐτὸ περιγραφει καὶ τὸ ἑξῆς περιστατικό, στὸ ὁποῖο ὀ ἴδιος ὁμολογεῖ ὅτι δὲν κοιμᾶται :
.           Κάποιος Ἐρημίτης εἶχε τὸ χάρισμα ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ διώχνει τὰ πονηρὰ πνεύματα. Μιὰ φορὰ συνομιλώντας μαζί τους ζήτησε νὰ μάθει τί φοβοῦνται περισσότερο καὶ ἀναγκάζονται νὰ φύγουν, ἐνθυμούμενος τὰ λόγια τῆς Γραφῆς: «Τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ» (Ματθ. ιζ´ 21).
–Μήπως τὴ νηστεία; Ρώτησε κάποιο ἀπὸ αὐτά.
–Ἐμεῖς, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνο, οὔτε τρῶμε, οὔτε πίνουμε ποτέ.
–Μήπως τὴν ἀγρυπνία;
–Ἐμεῖς δὲν κοιμώμαστε καθόλου.
–Μήπως τὴ φυγὴ ἀπὸ τὸν κόσμο;
Τὸ δαιμόνιο γέλασε περιφρονητικά.
–Σπουδαῖο πράγμα τάχα. Ἐμεῖς περνᾶμε τὸν περισσότερο καιρό μας τριγυρίζοντας στὶς ἐρημιές.
–Σὲ ἐξορκίζω, νὰ ὁμολογήσεις τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ νὰ σᾶς δαμάσει, ἐπέμενε ὁ Γέροντας Ἐρημίτης.
Τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἀναγκασμένο ἀπὸ ὑπερκόσμια δύναμη βιάστηκε νὰ ἀπαντήσει:
–Ἡ ταπείνωση, ποὺ δὲν μποροῦμε ποτὲ νὰ ἀποκτήσουμε καὶ ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια.
.           Κανένας ἄνθρωπος δὲν εἶνε ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν ἀνάγκη τοῦ ὕπνου. Ἀκόμη καὶ ὁ Χριστός μας, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, εἶχε ἀνάγκη ὕπνου. Ὁ ὕπνος εἶναι ἀναγκαῖος καὶ ἀποτελεῖ εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Μᾶς τονώνει καὶ μᾶς ξεκουράζει. Χωρὶς αὐτὸν δὲν ζεῖ ὁ ἄνθρωπος. Τοὐναντίον ἡ ἀϋπνία εἶναι μαρτύριο καί, δυστυχῶς, ἀποτελεῖ τὴ μάστιγα τοῦ αἰῶνος μας. Οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι τοῦ ἄγχους καὶ τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν χωρὶς τὴ Θεία συνέργεια δὲν μποροῦν νὰ κοιμηθοῦν, παίρνουν χάπια, πίνουν ποτά, καταφεύγουν σὲ ἐξαρτησιογόνες οὐσίες. Πόσο πρέπει νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ τὸν ὕπνο ποὺ μᾶς δίνει, «ὕπνον ἐλαφρὸν» πρὸς «ἀνάπαυσιν σώματος καὶ ψυχῆς».
Ἀλλ᾿ ἐκτὸς ἀπ᾿ αὐτὸν ὑπάρχει καὶ ἕνας ἄλλος ὕπνος. Εἶναι αὐτός, γιὰ τὸν ὁποῖο παρακαλοῦμε τὸν Κυριό μας στὸ Ἀπόδειπνο: «Καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ ζοφεροῦ ὕπνου τῆς ἁμαρτίας». Φύλαξέ μας, λέει, μὴν πέσουμε στὸν σκοτεινὸ ὕπνο τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ὕπνος αὐτὸς εἶναι ἡ τελεία ἀναισθησία καὶ ἀδιαφορία γιὰ τὰ πνευματικὰ ζητήματα.
.           Ἂν παρατηρήσουμε, θὰ δοῦμε ὄτι ὑπάρχουν ὁμοιότητες μεταξὺ τοῦ φυσικοῦ ὕπνου καὶ τοῦ ὕπνου τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν κοιμόμαστε δὲν ἔχουμε αἴσθηση τί γίνεται γύρω μας. Μπορεῖ κάποιοι νὰ συνομιλοῦν, μπορεῖ νὰ μποῦν κλέφτες στὸ σπίτι, μπορεῖ αὐτὸ νὰ πάρει φωτιὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος νὰ καεῖ ζωντανὸς ζαλισμένος μέσα στοὺς καπνούς καὶ τὶς ἀνθυμιάσεις. Ὅταν ἐπίσης καθεύδουμε στὸν ὕπνο τῆς ἁμαρτίας, δὲν ἔχουμε αἴσθηση τοῦ πνευματικοῦ κινδύνου. Ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὶς ἠθικὲς ἀνατάσεις καὶ βρισκόμαστε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ξάγρυπνου πάντοτε διαβόλου, ποὺ κλέβει τὸν πολύτιμο μαργαρίτη τῆς ψυχῆς μας μὲ λογισμοὺς καὶ σκέψεις καὶ μὲ φαντασιώσεις ποὺ καταλήγουν σὲ ἐφάμαρτες πράξεις.
.           Στὸν ὕπνο μας πάλι βλέπουμε ὄνειρα, φανταστικὰ ποὺ πολὺ ἀπέχουν ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Οἱ πεινασμένοι καρβέλια ὀνειρεύονται, οἱ γυμνοὶ ροῦχα, οἱ νεαρὲς κοπέλλες καὶ οἱ νέοι τὴν ὥρα τοῦ γάμου τους καὶ οἱ ἡλικιωμένοι τὰ νεανικά τους παιχνίδια. Ὅλα, ὅμως, εἶναι ὄνειρα ἀπατηλά, ὅπως ὄνειρο εἶναι καὶ ἡ παροῦσα ζωή μας, ἡ ὁποία διαρκεῖ ὅσο ἕνα ὄνειρο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία μας ψάλλει στὴν ἐξόδιο Ἀκολουθία, ὅτι εἶναι «πάντα ὀνείρων ἀπατηλότερα».
.           Ἐμεῖς κοιμόμαστε, ἀλλὰ ὁ κίνδυνος ἐλλοχεύει. Ἡ ἐγρήγορση μᾶς τὸν ἀπομακρύνει καὶ μᾶς σώζει ἀπὸ πτώσεις καὶ ἀνεπιθύμητες καταστάσεις σωματικὲς καὶ πνευματικές.
.           Κάποτε ὡς νέος ἀποφάσισα νὰ πάω ἕνα ταξίδι ἔχοντας στὸ αὐτοκίνητο ἕνα ἀντίσκηνο. Ἔφθασα σὲ κάποιο ἄγνωστο μέρος γύρω στὰ μεσάνυκτα καὶ ἔνοιωθα κουρασμένος. Σταμάτησα σὲ μία ἄκρη καὶ ἔστησα τὸ ἀντίσκηνο μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς φακοῦ. Ἀμέσως ξάπλωσα καὶ μὲ πῆρε ὁ ὕπνος. Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα καὶ ἀκούω κορνάρισμα συνοδευόμενο ἀπὸ φῶτα, ποὺ φώτιζαν τὸ ἀντίσκηνο. Ξύπνησα ἀμέσως καὶ βγαίνοντας ἔξω βλέπω ἕνα τρακτὲρ μποροστά μου καὶ τὸν ὁδηγό του νὰ μοῦ φωνάζει:
-Καλὰ δὲν ἔβλεπες ὅτι ἔστησες τὴ σκηνή σου μέσα στὸ δρόμο. Ἂν δὲν ἤμουν προσεκτικὸς τώρα θὰ ἤσουν μακαρίτης.
.           Μέσα στὴ νύχτα εἶχα ἀπρόσεχτα στήσει τὸ ἀντίσκηνο στὴ μέση ἑνὸς ἀγροτικοῦ δρόμου καὶ κινδύνευα νὰ σκοτωθῶ προκαλώντας ἀτύχημα καὶ σὲ ἄλλους.
.           Κοιμόμαστε ὅλοι μας, δυστυχῶς, σὲ ἐπικίνδυνα μονοπάτια καὶ ὁ θάνατος εἶναι ἐγγύς. Δὲν τὸ νοιώθουμε, γιατὶ ὁ ὕπνος μας εἶναι βαθύς. Ποιός καὶ πῶς θὰ μᾶς ξυπνήσει; «Ψυχή μου ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις;» Μᾶς ξυπνάει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅπως τὸν Πέτρο ξύπνησε τὸ λάλημα τοῦ πετεινοῦ, ὅπως τὸν Παῦλο, ποὺ ἀπὸ διώκτης ἔγινε Ἀπόστολος, ὅπως τὸν Δαβὶδ, ποὺ ἀπὸ μοιχὸς καὶ φονιὰς ἔγινε ἱερὸς Ψαλμωδός, ὅπως τὸν Ἅγιο Αὐγουστῖνο, ποὺ ἀπὸ ἁμαρτωλὸς ἔγινε κορυφαῖος Πατέρας, ὅπως τὴν Ἁγία Μαρία τὴν Αἰγυπτία, ποὺ ἀπὸ πόρνη ἔγινε ἀσκήτρια.
.           Ἂς ξυπνήσουμε, ἀδελφοί μου, μὲ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ μᾶς λέει ὅτι: «Ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. Ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός» (Ῥωμ. ιγ´ 12). Ἂς μετανοήσουμε, ἂς ἐγκαταλείψουμε τὴν ἁμαρτία, καὶ ἂς ξυπνήσουμε, ὅπως ξυπνάει κάποιος μετὰ ἀπὸ ἀναισθησία στὸ νοσοκομεῖο, ὅπου οἱ γιατροὶ τοῦ δίνουν καὶ δύο χαστούκια, γιὰ νὰ συνέλθει. Μήπως καὶ ἐμᾶς μᾶς περιμένουν τὰ χαστούκια τοῦ Θεοῦ, τοῦ παιδαγωγοῦ πατέρα μας, γιὰ νὰ μᾶς ξυπνήσουν ἀπὸ τὸ ὕπνο τῆς ἁμαρτίας; Καὶ τὰ χαστούκια αὐτὰ εἶναι οἱ ἀσθένειες καὶ οἱ θλίψεις; Πόσο εὐεργετημένοι πρέπει τότε νὰ αἰσθανόμαστε ἀπὸ τὸν Θεό μας, τὸν ὁποῖο μόνο στὶς θλίψεις ἐνθυμούμαστε! «Ἐν θλίψει ἐμνήσθην σου» (Ἡσ. Κϛ´[26] 16).
.           Ἂς φωνάξουμε στοὺς ἑαυτούς μας: Ξυπνᾶτε! Ἂς φωνάξουμε σὲ ὅλους γύρω μας: Ἱερεῖς, Καθηγητές, Δικαστικοί, Πολιτικοί, Ὑπάλλλοι, Ἀγρότες, Ἐργάτες, ξυπνᾶτε! Ξυπνᾶτε, γιατὶ τὸ τέλος ἐγγίζει. Ποιός ξέρει γιὰ πόσο χρόνο ἀκόμη θὰ ζήσουμε; Ἴσως διανύουμε τὸν τελευταῖο χρόνο τῆς ζωῆς μας. Ἂς φωνάξουμε καὶ στὴν πατρίδα μας. Ἑλλάδα μου, ξύπνα, γιατὶ κοιμᾶσαι μέσα στὴν ἁμαρτία, στὴν ὑποκρισία, στὴν ἐκζήτηση περιττῶν πραγμάτων, στὴν διχόνοια, στὴν κακομοιριά. Ξύπνα, γιατὶ οἱ ἐξελίξεις εἶναι ραγδαῖες καὶ τὸ ποτήρι τῶν ἀνομιῶν σου ξεχείλισε, ὥστε νὰ προκαλέσει τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μας. Ξύπνα καὶ φώναξε μαζὶ μὲ τὸν Ψαλμωδό: «Κύριε, φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον» (Ψαλμ. ΙΒ´ [12] 4).
.           Τὸ τέλος γιὰ ὅλους μας ἐγγίζει. Μὴν καθυστεροῦμε καὶ μὴν ἀναβάλλουμε γιὰ αὔριο, ὅτι μποροῦμε νὰ πράξουμε σήμερα. «Ὕπνον ἀπώθου»! Τὸ φωνάζω στὸν κοιμώμενο ἑαυτό μου, γιὰ νὰ συνέλθει καὶ νὰ μὴν χαθεῖ στὴν ἀξημέρωτη νύχτα τοῦ θανάτου. Καὶ σύ, ἀδελφέ μου, ὄχι μόνον «ἀνάστα», ἀλλὰ καὶ «ἀνάνηψον». Νὰ γίνει μέσα σου τὸ ξύπνημα. Νὰ ἀκουσθεῖ καλὰ τὸ σάλπισμα τῆς μετανοίας καὶ νὰ ἀφανισθεῖ ἡ ραθυμία καὶ ἡ ραστώνη, «ἵνα φείσηταί σου Χριστός, ὁ Θεός, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν».

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, , ,

Σχολιάστε

ΑΜΑΡΤΙΑ καὶ ΛΥΤΡΩΣΗ

Ἁμαρτία καὶ λύτρωση

.             Ὅταν τελείωσε τὸ ἔργο τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου ὁ παντοδύναμος, πάνσοφος καὶ πανάγαθος Δημιουργός, «εἶδε τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν» (Γεν. α΄ 31).      Ὅλα ἦταν ὄμορφα, χρήσιμα, καλὰ καὶ συναποτελοῦσαν ἕνα ἁρμονικό, ὑπέροχο καὶ θαυμαστὸ σύνολο.
 Μέσα ὅμως στὴ θαυμαστὴ δημιουργία τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει καὶ κάτι ποὺ δὲν εἶναι καλό. Ὑπάρχει ἡ ἁμαρτία. Ὑπάρχει τὸ κακό. Αὐτὸ δὲν τὸ δημιούργησε ὁ Θεός. Αὐτὸ τὸ ἐπινόησε ὁ διάβολος, ὁ πρῶτος ἐφευρέτης τοῦ κακοῦ. Αὐτὸ τὸ διαπράττει καὶ ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τότε ποὺ παρασύρθηκε μέσα στὸν Παράδεισο ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ παρέβη τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ.
 .             Ἡ ἁμαρτία! Κατέστρεψε ὁριστικὰ τὸν διάβολο. Ταλαιπωρεῖ μέχρι θανάτου τὸν ἄνθρωπο. Ρίχνει τὴν κτίση στὴ φθορά.
.             Ἀλλὰ γιατί εἶναι τόσο τραγικὲς καὶ ὀλέθριες οἱ συνέπειες τῆς ἁμαρτίας; Διότι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἐπανάσταση ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἀθέτηση τῆς ἐντολῆς Του, πορεία ἀντίθετη πρὸς τὸ ἅγιο θέλημά Του.
Ὅλα τὰ δημιουργήματα ὑποτάσσονται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, στοὺς νόμους Του. Ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ὣς τὰ μικρότερα. Ἀπὸ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ κινοῦνται στὶς σταθερὲς τροχιές τους, ὑπακούοντας πιστὰ στοὺς νόμους ποὺ ἔθεσε ὁ πάνσοφος Δημιουργός, μέχρι τὰ πιὸ μικρὰ ζῶα τῆς γῆς. Καὶ μιὰ πεταλούδα καὶ ἕνα μικρὸ μυρμήγκι, δὲν κάνουν κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς ὅρισε. Ὅλα ὑπακούουν στοὺς νόμους Του, ὅλα σέβονται τὰ ὅρια ποὺ τοὺς ἔχει θέσει ἡ πανσοφία Του. Μόνο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἐκτρέπεται, νὰ ὑπερβαίνει τὰ ὅριά του, νὰ λέει ὄχι στὸ Θεό. Μόνο αὐτὸς μπορεῖ νὰ σταθεῖ μπροστά Του καὶ μὲ αὐθάδεια νὰ Τοῦ πεῖ: «ἀπόστα ἀπ’ ἐμοῦ, ὁδούς σου εἰδέναι οὐ βούλομαι» (Ἰὼβ κα΄ [21] 14). Δὲν Σὲ θέλω, φύγε μακριά μου, δὲν θέλω νὰ γνωρίζω καὶ νὰ ἀκολουθῶ τοὺς δρόμους Σου! Ἐσὺ ζητᾶς νὰ ζοῦμε μὲ ἀγάπη, ἐμένα μὲ τρέφει τὸ μίσος. Ἐσὺ θέλεις νὰ βρίσκω τὴ χαρὰ στὴν ἁγνότητα καὶ στὴν καθαρότητα. Ἐμένα μὲ εὐχαριστεῖ νὰ πέφτω στὸ βοῦρκο τῆς ἀνηθικότητος. Ἐσὺ μᾶς δίδαξες νὰ ζοῦμε μὲ ταπείνωση. Ἐμένα μὲ ἐκφράζει ὁ ἐγωισμός. Ὅλους τοὺς θέλω κατώτερους, ὅλους νὰ τοὺς κρίνω καὶ νὰ τοὺς καταδικάζω.
.             Ἔτσι θέλω ἐγώ. Νὰ πορεύομαι ἀντίθετα στὸ θέλημά σου, νὰ καταργῶ στὴ ζωή μου τὸ νόμο σου καὶ νὰ ζῶ μὲ δικούς μου κανόνες καὶ νόμους.
 .             Ἐδῶ εἶναι ἡ ἐπανάσταση! Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ συγκρουσθεῖ μὲ τὸν Θεό!
.              Ἀλλὰ ἂν συγκρουσθεῖ ὁ μικρὸς ἄν­θρωπος μὲ τὸν παντοδύναμο Θεό, θὰ συντριβεῖ. Ἡ ἁμαρτία εἶναι αὐτοκαταστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου. Λέγει ὁ Θεός: «οἱ ἁμαρτάνοντες εἰς ἐμὲ ἀσεβοῦσιν εἰς τὰς ἑαυτῶν ψυχάς, καὶ οἱ μισοῦντές με ἀγαπῶσι θάνατον» (Παρ. η΄ 36). Ὅποιος ἁμαρτάνει σὲ μένα, δὲν σέβεται τὸν ἑαυτό του. Καταστρέφει τὴν εἰκόνα μου ποὺ βρίσκεται στὰ βάθη του, ταλαιπωρεῖ τὴν ψυχή του, βασανίζει ὅλη τὴν ὕπαρξή του, γκρεμίζει τὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ μέσα του, πορεύεται στὴν αἰώνια κόλαση. Ὅποιος μισεῖ τὸν Θεό, ἀγαπᾶ τὸν θάνατο.
.             Δὲν εἶναι κάτι μικρὸ ἡ ἁμαρτία. Δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἐκτροπή, ἕνα συμβατικὸ λάθος, μιὰ ἀποτυχία στὸ σκοπό μας, μιὰ ἀστοχία.
.             Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἐπανάσταση κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ καταστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἁμαρτία εἶναι θάνατος! «Πᾶσα ἁμαρτία, θάνατός ἐστι ψυχῆς», λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (ΕΠΕ 5, 464). Ἡ ἁμαρτία εἶναι «τὸ πρωτότοκον ἔκγονον τοῦ ἀρχεκάκου δαίμονος», ὅπως τὴ χαρακτηρίζει ὁ Μέγας Βασίλειος (ΕΠΕ 4, 214). Τὸ πρῶτο παιδὶ τοῦ διαβόλου. Ὅποιος τὴν ὑπηρετεῖ, χάνει τὸν Θεὸ καὶ συγγενεύει μὲ τὸν διάβολο.
.             Τὸ πόσο φοβερὸ εἶναι ἡ ἁμαρτία φαίνεται ἀπὸ τὸ πόσο πολύτιμο καὶ ἀκριβὸ εἶναι τὸ ἀντίδοτό της. Διότι ὑπάρχει ἀντίδοτο, ὑπάρχει φάρμακο ποὺ λυτρώνει ἀπὸ τὸ θανατηφόρο δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας. Εἶναι τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ ἀτίμητη θυσία τοῦ Σταυροῦ. Εἶναι ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν ἀφήνει τὸ πλάσμα Του νὰ σπαρταρᾶ στὰ νύχια τοῦ διαβόλου.
.             Εἶναι θαυμαστὸς καὶ παράδοξος ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ πανάγαθος Θεὸς μᾶς ἐλεεῖ. Γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, «τὸν μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῷ», γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Β΄ Κορ. ε΄ 21). Τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος δὲν γνώρισε ἐκ πείρας τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ εἶναι ὁ μόνος ἀναμάρτητος, Τὸν ἄφησε ὁ Θεὸς νὰ κατακριθεῖ ὡς ἁμαρτωλὸς γιὰ χάρη μας, γιὰ νὰ δικαιωθοῦμε ἐμεῖς, νὰ γίνουμε δικαιοσύνη Θεοῦ διὰ τῆς ἑνώσεώς μας μὲ τὸν Χριστό. Ὁ Θεὸς παρέδωσε τὸν μονογενή Του Υἱό, τὸν Υἱὸ τῆς ἀγάπης Του. Τὸν παρέδωσε σὲ θάνατο, σὲ θάνατο μάλιστα φρικτό, ἀτιμωτικὸ καὶ ἐπονείδιστο, στὸ χειρότερο θάνατο. Καὶ Τὸν παρέδωσε γιὰ ὅλους ἐμᾶς τοὺς εὐτελεῖς καὶ ἀγνώμονες, ποὺ Τὸν ἀγνοήσαμε καὶ Τὸν λυπήσαμε καὶ γίναμε ἐχθροί Του.
.             «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί» (Α΄ Ἰω. δ΄ 8, 16). «Ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐλεεῖ» (Ψαλ. ριδ΄ [114] 5). Συγχωρεῖ ὁ Θεὸς τὸν ἁμαρτωλό, τὸν συγχωρεῖ ὅταν μετανοεῖ, ὅποιες καὶ ἂν εἶναι οἱ ἁμαρτίες του, ὅσες καὶ ἂν εἶναι. Δὲν ἀφήνει τὸ πλάσμα Του νὰ χαθεῖ μέσα στὸ σκοτεινὸ βασίλειο τοῦ θανάτου, ἀλλὰ τὸ στεφανώνει «ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς» (Ψαλ. ρβ΄ [102] 4).
.             Στὴν ἱερὴ περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ποὺ εἰσήλθαμε, νὰ συνειδητοποιήσουμε βαθύτερα τὴν ἁμαρτωλότητά μας. Νὰ μισήσουμε τὴν ἁμαρτία, νὰ καταφύγουμε στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ πάρουμε τὴ Χάρη ποὺ πήγασε ἀπὸ τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου. Γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν Ἀνάσταση. Γιὰ νὰ ζήσουμε ἀνάσταση σὲ καινούργια ζωή, ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν αἰώνια χαρὰ καὶ τὴν ἄρρητη δόξα τῆς Βασιλείας Του.

ΠΗΓΗ: osotir.org

,

Σχολιάστε

Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΩΣ ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Ὅποιος ἁμαρτάνει, καταστρέφει τὸν ἑαυτό του

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.             Δυστυχῶς συχνὰ πολλοὶ ἄν­θρωποι θεωροῦν τὴν ἁμαρτία ὡς κάτι ποὺ ἀφορᾶ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὴ σχέση τοῦ κάθε ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Καὶ ὅσο πιὸ χαλαρὴ σχέση ἔχουν μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία, τόσο ξεγελοῦν τὶς συνειδήσεις τους ὅτι τάχα ἡ ἁμαρτία εἶναι κάτι ἀδιάφορο γι᾿ αὐτούς, καὶ πὼς οἱ ἴδιοι εἶναι ἐλεύθεροι, χαρούμενοι, εὐτυχισμένοι. Εἶναι ὅμως ἔτσι; Εἶναι ἡ ἁμαρτία κάτι ἀδιάφορο γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὴ διαπράττει;
.             Μᾶς ἀπαντᾶ πολὺ χαρακτηριστικὰ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ μιὰ φράση ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Παροιμιῶν τοῦ Σολομῶντος, ὅπου ὁ Θεὸς λέει: «οἱ ἁμαρτάνοντες εἰς ἐμέ, ἀσεβοῦσιν εἰς τὰς ἑαυτῶν ψυχάς». (Παρ. η΄ 36)· ὅποιοι ἁμαρτάνουν σὲ Μένα, οὐσιαστικὰ ἀσεβοῦν στὶς ἴδιες τους τὶς ψυχές. Πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία δὲν προκαλεῖ μόνο τὴν ἀποξένωσή μας ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴ Βασιλεία Του, ἀλλὰ εἶναι καὶ πνευματικὴ αὐτοκτονία καὶ καταστροφὴ τοῦ ἴδιου του ἑαυτοῦ μας. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς τονίζει καὶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος λέγον­τας ὅτι ὅποιος ἁμαρτάνει, δὲν ἀσεβεῖ μόνο ἀπέναντι στὸ Θεό, ἀλλά, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνει, «πολεμάει αὐτὸς ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του, τὸν προδίδει» καὶ τὸν καταστρέφει (PG 49, 100).
.             Καὶ αὐτὸ συμβαίνει, διότι ἡ ψυχή μας καὶ τὸ σῶμα μας εἶναι ἔτσι φτιαγμένα ἀπὸ τὸν Θεό, ὥστε νὰ μὴν ἀντέχουν καθετὶ κακό, καθετὶ ποὺ ὁδηγεῖ στὸν ἐκφυλισμὸ καὶ τὸν θάνατο. Καὶ βέβαια τὸ μεγαλύτερο κακὸ ποὺ μπορεῖ νὰ προσβάλει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μας εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ὅπως τὸ σῶμα μας παραλύει ἀπὸ κάποιες ἀσθένειες, ἔτσι παραλύει καὶ ἡ ψυχή μας ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ὑποφέρει. Καὶ μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ ὑποφέρει καὶ τὸ σῶμα μας, ἐπειδὴ ἡ πνευματικὴ παραλυσία ἔχει ἐπιπτώσεις στὴν ψυχοσωματική μας ὑγεία. Διότι, ὅταν ἡ ἁμαρτία κυριαρχήσει στὸ νοῦ μας, δὲν τὸν ἀφήνει νὰ ἠρεμήσει, ἀλλὰ τὸν ἀναστατώνει. Μαστιγώνει καὶ προξενεῖ ἀφόρητους πόνους στὴν ψυχή. Τίποτε ἄλλο δὲν βασανίζει τόσο πολὺ τὴν ψυχή, τίποτε δὲν κάνει τόσο ἀνάπηρο τὸ νοῦ ὅσο ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία τραυματίζει τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔχουμε μέσα μας, μᾶς καταστρέφει ψυχολογικά, μᾶς καταντᾶ ἄ­βουλους δούλους τοῦ διαβόλου, τοῦ πιὸ φοβεροῦ τυράννου.
.             Λέει πάλι σχετικὰ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ὅσοι ἁμαρτάνουν καὶ δὲν μετανοοῦν, ζοῦν μὲ διαρκῆ φόβο· καὶ ὅπως τρέμουν ὅσοι βαδίζουν σὲ ἀσέληνη νύχτα, ἔστω κι᾿ ἂν δὲν εἶναι κανεὶς κοντά τους νὰ τοὺς φοβίζει, ἔτσι καὶ ὅσοι διαπράττουν τὴν ἁμαρτία εἶναι διαρκῶς φοβισμένοι, ἔστω κι ἂν δὲν ὑπάρχει καν­εὶς ποὺ νὰ τοὺς ἐλέγχει. Κάθε λόγος καὶ πράξη τους συνοδεύονται ἀπὸ φόβο καὶ ἀγωνία. Κοιτάζουν τριγύρω τους τὰ πάντα καὶ φοβοῦνται τὰ πάν­τα» (PG 59, 59).
.             Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἐπειδὴ πορεύον­ται μὲς στὸ σκοτάδι, δὲν μποροῦν νὰ δοῦν τὶς συμφορὲς ποὺ ἔρχονται, παρόλο ποὺ αὐτὲς εἶναι δίπλα τους· καὶ ὁδηγοῦνται στοὺς γκρεμούς. «Ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ πονοκέφαλο ἢ εἶναι μεθυσμένοι, γυρίζουν ἄσκοπα ἐδῶ κι ἐκεῖ, κι ἂν βρεθεῖ μπροστά τους βάραθρο ἢ γκρεμός, πέφτουν μέσα χωρὶς προφύλαξη, ἔτσι καὶ κεῖνοι ποὺ εἶναι κυριευμένοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλὴ ἐπιθυμία, σὰν μεθυσμένοι γλιστροῦν στὸ κακό, χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν αὐτὸ ποὺ κάνουν» (Ἱερὸς Χρυσόστομος, PG 49, 309).
.             Ἡ ἁμαρτία λοιπὸν μᾶς καταστρέφει ἀκόμη κι ὅταν δὲν τὸ καταλαβαίνουμε ἢ δὲν θέλουμε νὰ τὸ παραδεχθοῦμε. Κι ἂν σκεφθεῖ κανεὶς πέρα ἀπὸ τὰ χρονικὰ περιθώρια αὐτῆς τῆς ζωῆς, ὅτι ἡ ἁμαρτία μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀνεπανόρθωτη συμφορά, στὸν αἰώνιο θάνατο, στὴν ἀποξένωσή μας ἀπὸ τὸν Θεό, τότε καταλαβαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι τὸ μόνο πραγματικὸ κακὸ ποὺ μπορεῖ νὰ πάθει ὁ ἄνθρωπος. Δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ φοβερὸ ἀπὸ τὸ νὰ μείνει κανεὶς ἔρημος κι ὀρφανὸς ἀπὸ τὸν Θεό. Γιατὶ ἂν εἶναι μεγάλο κακὸ γιὰ ἕναν τυφλό, νὰ μὴν μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν ἥλιο, πόσο φοβερὸ κακὸ εἶναι γιὰ τὸν καθένα νὰ μὴν μπορεῖ νὰ βλέπει αἰωνίως τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸ ποὺ μεταγγίζει ζωὴ καὶ χαρά;
.             Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς τονίζει: Ἐὰν εἶναι καλὸ πράγμα ἡ ἁμαρτία, φύλαγέ την μέχρι τέλους. Ἐὰν ὅμως εἶναι βλαβερή, γιατί ἐπιμένεις στὸν ὄλεθρό της; (PG 95, 1161).
.             Λοιπόν, ἂς ἀποφεύγουμε τὴν ἁμαρτία ποὺ μᾶς καταστρέφει. Ἂς μάθουμε νὰ σεβόμαστε τὴν ψυχή μας, νὰ ἀγαποῦμε πραγματικὰ τὸν ἑαυτό μας. Γιὰ νὰ ζήσουμε μὲ εἰρήνη ψυχῆς καὶ χαρὰ καὶ σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωὴ καὶ στὴν ἀτέρμονη αἰωνιότητα.

s

Σχολιάστε

«ΕΙΜ’ ΕΝΤΑΞΕΙ. ΔΕΝ ΕΧΩ ΑΜΑΡΤΙΕΣ!»

«Δὲν ἔχω ἁμαρτίες…»

    .            Πολλὲς φορὲς οἱ ἄνθρωποι δὲν πα­ρα­δεχόμαστε τὰ λάθη μας, τὶς ἀδυ­να­μίες μας, τὶς ἁμαρτίες μας. Παρου­σιάζονται εὐκαιρίες ποὺ μᾶς ὑποδει­κνύ­ονται λάθη, μᾶς καλοῦν σὲ μετάνοια καὶ σπεύδουμε ἐπιπόλαια ν’ ἀπαν­τή­σου­με πὼς δὲν ἔχουμε κάνει σοβαρὰ λά­θη, δὲν ἔχουμε ἁμαρτίες. «Δὲν ἔχω ἁ­μαρ­τίες», «Οὔτε σκότωσα οὔτε ἀδί­κη­σα…», «Εἶμαι ἐντάξει…». Πρόχειρες, βια­­­­στικὲς ἀπαν­τή­σεις σὲ κάθε πρόσκληση γιὰ μετάνοια.
.             Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ συγκεκριμένα ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, στὴν Α΄ Κα­θολική του ἐπιστολή, ἀπαντᾶ σ’ ὅ­σους ὑπο­στηρίζουν κάτι τέτοιο, λέγον­τας: «Ἐὰν εἴ­πω­μεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτοὺς πλανῶμεν καὶ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν ἐν ἡ­μῖν» (Α´ Ἰω. α´ 8)· ἂν ἰσχυριζόμαστε πὼς δὲν ἔχουμε διαπράξει κα­μιὰ ἁμαρτία, τοὺς ἑαυτούς μας ἐξαπατοῦμε καὶ ἡ ἀλή­θεια δὲν ὑπάρχει μέσα μας.
.          Πλανᾶται ὁ ἄνθρωπος, ὅταν πιστεύει καὶ ὑποστηρίζει πὼς δὲν ἔχει διαπράξει ἁ­μαρτία. Ἡ πλάνη αὐτὴ ἔχει θύμα τὸν ἴ­διο μας τὸν ἑαυτό. Δημιουργεῖ τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ὅλα εἶναι καλὰ στὴ ζωή μας καὶ δὲν ἔχουμε κάτι ποὺ νὰ μᾶς βαραίνει. Αὐτὴ ἡ πλάνη μᾶς ὁδηγεῖ στὸν πνευματικὸ θάνατο. Χωρὶς νὰ τὸ καταλα­βαίνουμε ὁδηγοῦμε τὸν ἑαυτό μας στὸν γκρεμὸ καὶ τὴν καταστροφή. Ζοῦμε σὲ ἕ­ναν ψεύτικο κόσμο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν θέ­λουμε νὰ διορθώσουμε τίποτε καὶ ἀνα­βάλλουμε νὰ ἐξομολογηθοῦμε.
.          Σ’ αὐτὴ τὴν πλάνη μᾶς ὁδηγεῖ ἡ ἔλλει­ψη αὐτογνωσίας. Δὲν γνωρίζουμε τὸν ἑ­αυτό μας, ἀγνοοῦμε ὅτι «πολλὰ πταίομεν ἅπαντες», ἀκόμη καὶ μία μέρα νὰ ἦ­ταν ἡ ζωή μας ἐπὶ τῆς γῆς. Νομίζουμε πὼς ὅλα τὰ γνωρίζουμε καὶ καλὰ τὰ πράτ­τουμε. Ὁ ἐγωισμός μας δὲν μᾶς ἀ­φήνει νὰ δοῦμε καθαρὰ τὶς ἀδυναμίες καὶ τὰ ἐλαττώματά μας. Βλέπουμε καὶ μεγαλοποιοῦμε τὰ λάθη τῶν ἄλλων καὶ ἀ­γνοοῦμε τὰ δικά μας. Καταδικάζουμε εὔ­κολα τοὺς ἄλλους καὶ ἀμνηστεύουμε τὰ ἀτοπήματά μας. Ξεχνοῦμε πὼς ὁ πα­λαιὸς ἄνθρωπος ἔχει βάθος μέσα μας ποὺ πρέπει νὰ τὸ ἀνακαλύψουμε καὶ νὰ τὸ διορθώσουμε.
.          Ἀκόμη δὲν γνωρίζουμε τί εἶναι ἡ ἁ­μαρ­τία, γι’ αὐτὸ εὔκολα ὁδηγούμαστε σ᾿ αὐ­τὴ τὴν πλάνη. Δὲν γνωρίζουμε πόσο μεγάλο εἶναι τὸ κακὸ ποὺ προκαλεῖ στὴν ψυ­χὴ καὶ στὸ σῶμα μας. Πόσο μᾶς ἀ­πομακρύνει ἀπὸ τὸν Θεό, τὴν ἀληθινὴ ζωή, τὴν Ἐκκλησία. Εὔκολα μπλεκόμαστε στὰ δίχτυα της, ὑποκύπτουμε στὰ δε­λεάσματά της χωρὶς νὰ σκεφτόμαστε τὶς αἰώνιες ἐπιπτώσεις της.
.              Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση παραβλέπουμε τὸν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεώς μας, τὸ «ἀδέκαστον δικαστήριον», σύμφωνα μὲ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο. Ἡ φωνὴ αὐτὴ μιλᾶ ἔντονα μέσα μας σὲ κάθε παράβαση τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ καὶ μᾶς ὑποδεικνύει τὸ ὀρθό. Κι ὅμως ἐμεῖς ­προσπαθοῦμε μὲ κάθε τρόπο νὰ πνίξουμε τὸν ἔλεγχό της, γι’ αὐτὸ καὶ δύσκολα διορθωνόμαστε.
.              Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπίσης τονίζει: «Ὅποιος γνωρίζει τὴν ἀρρώστια του, αὐτὸς καὶ τὸν γιατρὸ ζητάει ὁπωσδήποτε καὶ τὰ φάρμακα τὰ ὑποφέρει. Ὅποιος ὅ­μως δὲν ἔχει συναίσθηση τῆς ἀρρώστιας του, αὐτὸς δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ἀπ’ αὐτήν» (ΕΠΕ 18α, 269).
.                Ἀνάγκη ἐπείγουσα νὰ συναισθανθοῦμε πὼς ἡ ἁ­μαρ­τία εἶναι ἀρρώστια θανατηφόρα τῆς ψυχῆς. Νὰ διώ­ξουμε μακριὰ κάθε τέτοια πλάνη ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ σι­γά-σιγὰ στὸ θάνατο. Μὴν ἀμνηστεύουμε τὰ λάθη μας. Νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν ἀξία τῆς μετανοίας, νὰ ἐξετάσουμε ἀντικειμενικά, μὲ κάθε εἰλικρίνεια τὸν ἑ­αυτό μας, νὰ σκύψουμε βαθιὰ μέσα μας, νὰ πα­ρα­δεχθοῦμε ὅτι «ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν» ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Νὰ παρακαλέσουμε τὸν Ἅγιο Θεὸ νὰ φωτίσει τὰ σκοτάδια τῆς ψυχῆς μας. Νὰ μελετοῦμε τὸν αἰώνιο λόγο Του μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὰ πνευματικὰ βιβλία καὶ νὰ καθρεφτίζουμε σ’ αὐτὰ τὸν ἑαυτό μας. Τέλος, νὰ σπεύδουμε μὲ συντριβὴ καρδιᾶς, μὲ ταπείνωση καὶ μὲ εἰλικρίνεια ἐνώπιον τοῦ Πνευ­μα­τικοῦ νὰ καταθέτουμε τὶς ἀνομίες μας. Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ σωτηρία μας.

, ,

Σχολιάστε