Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἁγ. Φιλοθέη

ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ: ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΑΝ ΖΩΝΤΑΝΟ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Νεομάρτυρες: Μὲ τὸ αἷμα τους διατήρησαν ζωντανὸ τὸν Ἑλληνισμὸ

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .            Τὸ πρῶτο κείμενο τοῦ 2021 τῆς παρούσης σειρᾶς  ἀφιερωμάτων στὸ 1821, ποὺ οἱΠανέλληνες ἑορτάζουν τὴν Ἐθνική τους Παλιγγενεσία, ἀφιερώνεται στοὺς Νεομάρτυρες. Εἶναι ὅσοι κατὰ τὴν ὀθωμανικὴ τυραννία  προτίμησαν τὰ μαρτύρια καὶ τὸν θάνατο ἀπὸ τὸ νὰ ἀλλαξοπιστήσουν.Ἔτσι μὲ τὸ αἷμα τους ὄχι μόνο διατήρησαν στὴ ζωὴ τὸν Ἑλληνισμό, ἀλλὰ καὶ τὸν ὁδήγησαν στὴν Ἐλευθερία.
.            Ὁ ἀγωνιστὴς τοῦ 1821 καὶ λόγιος Μιχ. Οἰκονόμου (1798-1879) στὰ «Ἱστορικὰ τῆς Ἑλληνικῆς Παλιγγενεσίας», ποὺ ἔγραψε, σημειώνει ὅτι ὅσοι ἐκ τῶν Ἑλλήνων δὲν ἀλλαξοπίστησαν καὶ δὲν διέφυγαν στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη, «περὶ πολλοῦ ποιούμενοι τὰ ἔμφυτα εἰς πάντας τοὺς Ἕλληνας αἰσθήματα τοῦ ἐθνισμοῦ καὶ τῆς θρησκείας, πιστοὶ εἰς τὴν θρησκείαν, τὴν πρὸς τὴν πατρίδα ἀγάπην καὶ τὴν τῆς καταγωγῆς των εὐγένειαν, τὴν θείαν μετὰ πίστεως καὶ ἐλπίδος ἐπικαλεσθέντες ἀντίληψιν δὲν ἀπηλπίζοντο, ἀλλὰ ἀπεφάσισαν νὰ μείνωσι καὶ νὰ ὑποστῶσι ἐν ὑπομονῇ χριστιανικῇ καὶφρονήσει κατ’ ἀνάγκην, τὸν ἐπιβαλλόμενον αὐτοῖς βαρὺν κλοιὸν τῆς ὑποταγῆς, τὸν καιρὸνἐξαγοραζόμενοι, ἐνδομύχως μὲν μίσος κατὰ τῶν τυράννων ἄσπονδον  σώζοντες… πόθον δὲ διάπυρον τῆς ἐλευθερίας τρέφοντες». (Α΄ Ἔκδ. 1873, Φωτομηχανικὴ Ἐπανέκδοσις ἐκ τῆς Α΄ ἐκδόσεως,Ἐκδόσεις τῆς Δημοσίας Βιβλιοθήκης τῆς Σχολῆς Δημητσάνης, Ἐπιμέλεια – Εἰσαγωγὴ – ΕὑρετήριονἸωάννας Γιανναροπούλου – Τάσου Ἀθ. Γριτσοπούλου, Ἀθῆναι, 1976, σελ. 20).
.            Γιὰ τὸ ἴδιο θέμα ὁ Στίβεν Ράνσιμαν γράφει: «Ἡ ἱστορία τῆς Τουρκοκρατίας ἔχει νὰἐπιδείξει ἐλάχιστους περιφανεῖς ἥρωες. Πρόκειται ὅμως γιὰ μία ἡρωικὴ ἱστορία καθ’ ἑαυτήν. Εἶναι ἡἱστορία ἑνὸς καταπιεσμένου λαοῦ, ποὺ ἀρνήθηκε νὰ ἀπολέσει τὴν ταυτότητά του καὶ νὰ ξεχάσει τὶς ὑψηλές του παραδόσεις. Καὶ ἦταν, ὑπεράνω ὅλων, ἡ Ἐκκλησία ἐκείνη ποὺ κράτησε ἀναμμένη τὴφλόγα». (Ἄρθρο Στ. Ρ.  «Οἱ Ὀρθόδοξες κοινότητες ὑπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς Σουλτάνους», εἰς Τόμο «Βυζαντινὴ παράδοση μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης», ΜΙΕΤ, Ἀθήνα, 1994, σελ. 31).
.            Ὁ καθηγητὴς Διον. Ζακυθηνὸς τονίζει ἐπίσης ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ἤτοι ὑπὸ ξενικὴ δουλεία, «ἀπάρτισε ἐθνικὴ καὶ ἠθικὴ κοινότητα ἐντὸς τοῦ ἀναπεπταμένου δικτύου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀργανώσεως». (Διον. Ζακυθηνοῦ, «Μεταβυζαντινὰ καὶ Νέα Ἑλληνικά», Ἀθῆναι, 1978, σελ. 15-16).
.            Κατὰ τοὺς αἰῶνες τῆς σκληρῆς δουλείας ὑπὸ ἀλλόθρησκο κατακτητὴ ἡ διατήρηση τῆς χριστιανικῆς ὀρθόδοξης πίστης σήμαινε καὶ τὴ διατήρηση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν Ἑλλήνων. Ἀντίθετα, ἡ ἀπώλεια τῆς θρησκευτικῆς πίστης σήμαινε καὶ ἀπώλεια τῆς ἐθνικῆς συνείδησης. Τὸ λαϊκὸ «Χρονικό» τῆς κωμόπολης Λύσης Ἀμμοχώστου (Ἰδιαίτερης πατρίδας τοῦ Γρ. Αὐξεντίου, ποὺσήμερα εἶναι στὰ κατεχόμενα ἀπὸ τὴν Τουρκία ἐδάφη τῆς Κύπρου), γράφει χαρακτηριστικά: «Στὶς 9 Ἰουλίου 1821 οἱ Τοῦρκοι ἐθανατῶσαν τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ Κοτσαμπάσηδες καὶ τοὺς ἐχούμενουςἀνθρώπους, ἐπῆραν τὸ μάλιν (σημ. περιουσία) τους καὶ ἐγδύσαν τὰ Μοναστήρια καὶ τὲς Ἐκκλησιὲς καὶ Χριστιανοὺς πολλοὺς ἐτούρκεψαν» (Ἀνθίμου Παναρέτου «Τὸ Χρονικό τοῦ χωρίου Λύσης», Πνευματικὴ Κύπρος, τ. 15 (1961) σελ. 116). «Τούρκεψε» σημαίνει ἐξισλαμίστηκε, δηλαδὴ χάνοντας τὴν πίστη του ἔχανε καὶ τὴν ἑλληνική του συνείδηση.
.            Κατὰ τὴν Τουρκοκρατία ὅποιος Χριστιανός, γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο, ἐθεωρεῖτο μουσουλμάνος δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Πίστη του. Ἂν τὸ ἔπραττε, ἐθεωρεῖτο προδότης τοῦἸσλὰμ καὶ ὁδηγεῖτο στὸ Μαρτύριο. Τὸ νὰ μείνει ὁ Ἕλληνας πιστὸς στὴν Πίστη του, ἄρα καὶ στὴνἰδιοπροσωπία του, δὲν ἦταν καθόλου εὔκολο. Οἱ  ἐξωμότες ἔχαιραν σημαντικῶν προνομίων: Γλύτωναν ἀπὸ τὸ παιδομάζωμα, ἀπαλλάσσονταν τοῦ βαρύτατου κεφαλικοῦ φόρου, ποὺ πλήρωναν οἱμὴ μουσουλμάνοι, κάποιοι ἀποκτοῦσαν διοικητικὲς θέσεις καὶ γαῖες καὶ ἀπὸ σκλάβοι (ραγιάδες) γίνονταν κύριοι καί, πολλὲς φορές, ἀγάδες… (Σπύρου Βρυώνη «Ἡ παρακμὴ τοῦ μεσαιωνικοῦἙλληνισμοῦ στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ ἡ διαδικασία ἐξισλαμισμοῦ (11ος – 15ος αἰώνας), ΜΙΕΤ, Ἀθήνα, 1996, σελ. 320).
.            Ὁ Ρῶσος μοναχὸς Βασίλειος Μπάρσκι παρέμεινε στὴν Κύπρο στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1730 καὶ «εἶχε κλάψει πικρὰ ἀναλογιζόμενος τὴν τραγικότητα τῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνωνἐκείνων, ποὺ ἀδυνατοῦντες νὰ πληρώσουν τὸν κεφαλικὸ φόρο προσέρχονταν στὸ Ἰσλὰμ» (Κωστῆ Κοκκινόφτα «Ἐξισλαμισμοὶ καὶ ἐπαναχριστιανισμοὶ στὴν Κύπρο», Κέντρο Μελετῶν Ι. Μονῆς Κύκκου, Λευκωσία, 2019, σέλ. 31). Ἐπὶ πλέον τοῦ κεφαλικοῦ φόρου καὶ λόγῳ τῆς ταπεινωτικῆς ἰδιότητας τοῦ σκλάβου   οἱ Ἕλληνες δὲν ὅριζαν τοὺς ἑαυτούς τους, οὔτε τὰ παιδιά τους. Τὸπαιδομάζωμα, τῶν ἀγοριῶν γιὰ στρατολόγηση, καὶ τῶν κοριτσιῶν γιὰ τὰ χαρέμια, καὶ γιὰ ἀθέλητους γάμους μὲ Τούρκους ἦταν τὸ καθημερινὸ μαρτύριό τους.
.            Σὲ αὐτὴ τὴν τυραννία ἀναδείχθηκαν οἱ Νεομάρτυρες. Ἔγραψε σχετικὰ ὁ Γεννάδιος Σχολάριος, πρῶτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ Τουρκοκρατίας: «Ἂς μὴν ἀμφιβάλλει κανεὶς ὅτι ὑπάρχουν νέοι Μερκούριοι, Προκόπιοι καὶ Γεωργιοι – καὶ ἴσως μάλιστα εἶναι μεγαλύτεροι ἀπὸ ἐκείνους ἐφόσον εἶναι γενναιότεροι. Γιατί οἱ νέοι αὐτοὶ ὁμολογητὲς ὑποφέρουν μὲ θαυμαστὴ καρτερία ἀκατονόμαστες καθημερινὲς πικρὲς ταλαιπωρίες ἀπὸ τοὺς βαρβάρους ἁπλῶς καὶ μόνον ἐπειδὴ εἶναι χριστιανοί. Καὶ δὲν διστάζουν καν νὰ ζοῦν ἔτσι, κι ἂς μὴν ὑπάρχει γι’ αὐτοὺςἐλπίδα διαφυγῆς…καὶ οὔτε διαταράσσει τὴν ἀγάπη τους γιὰ τὸν Ἰησοῦ ἡ διαδικασία τῆς ἀποστασίας…» (Oeuvres completes de Gennade Scholarios, L. Petit, X.A. Siderides, M. Jugie (Paris 1928-1936) IV, 219).
 .            Οἱ Ἕλληνες ποὺ ὑπέστησαν τὰ μαρτύρια καὶ τὸν θάνατο ἀπὸ τοὺς Ὀσμανίδες ἀποτελοῦν νέφος. Κάθε περιοχὴ τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῆς Κωνσταντινούπολης ἔχει τοὺς μάρτυρές της. Αὐτοί, μὲ τὴ θυσία τους, κράτησαν ὄρθιο τὸ Γένος. Οἱπερισσότεροι ἀνώνυμοι. Ὁ Θεὸς τοὺς γνωρίζει. Ἐπώνυμοι περίπου διακόσιοι, ποὺ ἡ μνήμη τοὺςἑορτάζεται ὅσο ὑπάρχει Ρωμιοσύνη καὶ «ἡ Ρωμιοσύνη θὰ χαθεῖ ὄντας ὁ κόσμος ὅλος λείψει», ὅπως γράφει ὁ Κύπριος ἐθνικός μας ποιητὴς Βασίλης Μιχαηλίδης.-

Ἡ Ἁγία Φιλοθέη

.            Μεταξὺ τῶν Νεομαρτύρων σπουδαία θέση κατέχει ἡ Ἁγία Φιλοθέη ἡ Ἀθηναία (1539-1589). Τὸ κατὰ κόσμο ὄνομά της Ρηγούλα. Πατέρας της ὁ λόγιος Ἄγγελος Μπενιζέλος καὶμητέρα της ἡ Σηρίγη. Ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς της καὶ χήρεψε, πούλησε τὴν περιουσία της καὶδημιούργησε κοντὰ στὸ σπίτι της, στὴν Πλάκα, μοναστήρι καὶ πολλὰ ἀνὰ τὴν Ἀττικὴ μετόχια. Ἔχουσα ζέουσα πίστη καὶ σημαντικὴ μόρφωση ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὴν προστασία τῶν κοριτσιῶνἀπὸ τοὺς δυνάστες καὶ στὴ μόρφωσή τους καὶ στὴν ὑποστήριξη κάθε διωκόμενου ἀπὸ αὐτούς.
.              Ἡ δράση της προκάλεσε τὴν ὀργὴ τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι τὴν συνέλαβαν, τὴν φυλάκισαν καὶτὴν βασάνισαν. Μὲ ἐπέμβαση τῶν  Δημογερόντων ἀφέθηκε ἐλεύθερη. Ὅμως σύντομα τὴν συνέλαβαν πάλι ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, στὴν ὁδὸ Λευκωσίας,  ποὺ ἦταν μετόχι τῆς Μονῆς της. Αὐτὴ τὴ φορὰ τὴν μαστίγωσαν μὲ λύσσα, ἀφήνοντας τὴν ἡμιθανῆ. Τὴν παρέλαβαν οἱ μοναχές της καὶ τὴν μετέφεραν στὸ ἄλλο μετόχι τῆς Μονῆς, στὴν Καλογρέζα (Σήμ. Ἄλλως Καλογραία. Ἔτσι ὀνομάστηκε ἡ περιοχὴ σὲ ἀνάμνηση τοῦ μαρτυρίου τῆς Ἁγίας καὶ τῆς προσφορᾶς της στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸ Γένος). Ἐκεῖ παρέδωσε τὸ πνεῦμα της, στὶς 19 Φεβρουαρίου 1589.-

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ ἡ Ἀθηναία

γία Φιλοθέη (19.2.1589)

τοῦ Κωνσταντίνου Ἀθ. Οἰκονόμου δασκάλου

Η ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΜΟΝΑΧΗ: Ἡ Φιλοθέη ἦταν κόρη τοῦ Ἀθηναίου λογίου Ἀγγέλου Μπενιζέλου. Γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1522 καὶ τὸ βαπτιστικό της ὄνομα ἦταν Ρηγούλα. Μετὰ ἀπὸ ἐπιμονὴ τῶν γονέων της νυμφεύτηκε ἕνα ἀρχοντόπουλο τῆς ἀθηναϊκῆς οἰκογένειας τῶν Χειλάδων (1536). Ὅμως ὁ σύζυγός της πέθανε τρία ἔτη ἀργότερα. Ἔτσι ἡ Ἁγία, χωρὶς οἰκογενειακὰ βάρη, ἐπιδόθηκε σὲ πλήρη ἀγαθοεργιῶν ἀσκητικὸ βίο. Ὅταν μάλιστα πέθαναν καὶ οἱ γονεῖς της, ἡ Ρηγούλα μετέτρεψε ἕνα γειτονικό της ναΐσκο (Ἅγ. Ἀνδρέα) σὲ Μοναστήρι, στὸ ὁποῖο κληροδότησε τὸ μεγαλύτερο τμῆμα τῆς περιουσίας της. Ἡ ἴδια ἐκάρη μοναχὴ παίρνοντας τὸ ὄνομα Φιλοθέη. Ἐν συνεχείᾳ εἰσῆλθε πρώτη στὴ μονή, ὡς ἡγουμένη, ἀκολουθούμενη ἀπὸ ὑπηρέτριές της.

ΙΔΡΥΜΑΤΑ “ΟΑΣΕΙΣ” ΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ: Μέσα στὸ μοναστήρι ἵδρυσε καὶ βιοτεχνικὸ ἐργαστήριο, στὸ ὁποῖο παρακολουθοῦσαν μαθήματα ἢ ἐργάζονταν πλῆθος κοριτσιῶν τῆς Ἀθήνας. Ἐν συνεχείᾳ ἵδρυσε ἕναν Παρθενώνα, στὸν ὁποῖο προσείλκυσε πλῆθος εὐσεβῶν κοριτσιῶν, καθιστώντας ἔτσι τὸ ἵδρυμα κέντρο πνευματικῆς προστασίας καὶ φιλοξενίας. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου τὸ μοναστήρι καὶ τὰ ἱδρύματα πλούτισαν ἀπὸ τὶς προσφορὲς τῶν εὐσεβῶν καὶ ἔτσι ἡ Φιλοθέη μπόρεσε νὰ ἱδρύσει σχολεῖα καὶ παραρτήματα τοῦ Παρθενώνα. Μάλιστα ἡ Μονὴ καὶ τὰ ἐξαρτημένα ἀπ᾽ αὐτὴ ἱδρύματα λειτούργησαν σὰν κυματοθραῦστες στὸ κύμα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ, ποὺ εἶχαν ἐξαπολύσει οἱ Ὀθωμανοὶ κατὰ τὸν πρῶτο αἰώνα τῆς Τουρκοκρατίας στὴν Ἑλλάδα. Ἀκόμη, ἡ Φιλοθέη ἐκτὸς τοῦ ὅτι παρεῖχε στὶς μονάστριες ἀλλὰ καὶ στὶς κοπέλες ἐργασία στὰ ἐργαστήρια, ἀσκοῦσε παράλληλα ἄοκνα τὴ φιλανθρωπία, καθιστάμενη προστάτιδα τῶν φτωχῶν καὶ τῶν γερόντων.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ – ΚΟΙΜΗΣΗ: Οἱ Ὀθωμανικὲς ἀρχὲς τῆς Ἀθήνας βλέποντας ὅτι ἡ Φιλοθέη μὲ τὴν πίστη της καὶ τὸν τρόπο ζωῆς της ἐνέπνεε τοὺς ραγιάδες, ἔδωσαν ἐντολὴ νὰ συλληφθεῖ καὶ νὰ ὁδηγηθεῖ στὴ φυλακή, ὅπου ὑπέφερε τὰ πάνδεινα. Χάρις σὲ συντονισμένες προσπάθειες τῆς Δημογεροντίας τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀθήνας, ὅμως, ἡ Φιλοθέη ἀπελευθερώθηκε. Σύντομα, στὶς 2 Ὀκτωβρίου τοῦ 1588, συνελήφθη ἐκ νέου κατὰ τὴ διάρκεια μίας ἀγρυπνίας ποὺ ἐτελεῖτο στὴ Μονὴ ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Οἱ Τοῦρκοι, ποὺ τὴν συνέλαβαν, τὶς προξένησαν σοβαρὲς πληγὲς μὲ ραβδισμοὺς καὶ μαστιγώσεις, καθιστώντας την μισοπεθαμένη. Ἔπειτα ἀπ᾽ αὐτὸ οἱ συμμονάστριές της τὴν παρέλαβαν καὶ τὴν ὁδήγησαν στὸ μετόχι τῆς Μονῆς στὴν Καλογρέζα, ἐκεῖ ὅπου σήμερα βρίσκεται ὁ Ἱ. Ναὸς τῆς Ἁγ. Φιλοθέης. Ἐκεῖ τελικὰ δὲν κατόρθωσε ποτὲ νὰ συνέλθει ἀπὸ τοὺς βασανισμοὺς καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα της τὴν 19η Φεβρουαρίου τοῦ 1589.
.             Τὴν ἑπομένη μόλις δεκαετία ἔγινε ἡ ἀνακήρυξη τῆς ἁγιότητάς της ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἐπὶ δεύτερης πατριαρχίας Ματθαίου Β΄(1595-1600).

“ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ” ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ: Τὸ ἅγιο λείψανο τῆς Φιλοθέης φυλάσσεται μέσα στὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῶν Ἀθηνῶν ἐντὸς λάρνακας. Κάθε ἔτος, τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς, ἕνα μέλος τῆς οἰκογένειας Μπενιζέλου ἀνοίγει τὴ λάρνακα γιὰ νὰ προσκυνήσουν οἱ πιστοί. Πρὸς τιμὴ τῆς Ἁγίας ὀνομάστηκε ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὸ κτίριο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, καθὼς καὶ μία ὁλόκληρη συνοικία (Νέα Φιλοθέη). Ἡ γειτονικὴ συνοικία τοῦ Ψυχικοῦ, ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε, ὀνομάστηκε ἔτσι ἐξ αἰτίας τῆς ἀναψυχῆς ποὺ προσέφερε στοὺς περιπατητὲς ἕνα πηγάδι στὴν περιοχή, τὸ ὁποῖο διάνοιξε μὲ δικές της δαπάνες ἡ Ἁγία Φιλοθέη. Κάθε χρόνο, ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τῆς Ἁγίας, πλήθη πιστῶν συρρέουν στὴ βραχώδη κρύπτη τῆς περιοχῆς τῆς Φιλοθέης, ὅπου ἀσκήτεψε αὐτὴ ἡ μεγάλη ἐργάτιδα τῆς ἑλληνοχριστιανικῆς ἰδέας.

Ἀπολυτίκιο
Ἀθηναίων ἡ πόλις ἡ περιώνυμος,
Φιλοθέην τιμᾶ τὴν ὁσιομάρτυρα
καὶ ἀσπάζεται αὐτῆς τὸ θεῖον λείψανον,
ὅτι ἐβίωσε σεμνῶς
καὶ μετήλλαξε τὸ ζῆν ἀθλήσει καὶ μαρτυρίῳ,
καὶ πρεσβεύει πρὸς τὸν Σωτήρα
διδόναι πᾶσι τὸ θεῖον ἔλεος.

,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ (1522-1589) Ἡ ἐν Ἀθήναις φαεινῶς διαλάμψασα ἔνδοξος ὁσιομάρτυς τοῦ Χριστοῦ

Η ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ (1522-1589)
ν θήναις φαεινς διαλάμψασα νδοξος σιομάρτυς το Χριστο

Γράφει ὁ Ἀριστείδης Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικός

.                   Κατὰ τὴν μακρόχρονη διάρκεια τῶν δύσκολων χρόνων τῆς ζοφερῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας ἔλαμψε ὡς φαεινὸς ἀστὴρ τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ὡς μυρίπνοο ἄνθος τοῦ ἑλληνορθοδόξου Γένους μας ἡ ἐν Ἀθήναις μαρτυρικῶς ἀθλήσασα καὶ ὁσιακῶς τελειωθεῖσα στὶς 19 Φεβρουαρίου 1589 ἔνδοξος ὁσιομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, Ἁγία Φιλοθέη ἡ Ἀθηναία, ἡ ὁποία ὑπέμεινε τόσα πολλὰ βασανιστήρια γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ δόξα Του. Μάλιστα μὲ τὴν χάρη τοῦ Σταυρωθέντος καὶ Ἀναστάντος Κυρίου μας ἀναδείχθηκε ἡ «κυρὰ καὶ μαΐστρα τῶν Ἀθηνῶν», ἡ ὁποία βοηθοῦσε ἀδιακρίτως Ἕλληνες καὶ Τούρκους, πιστοὺς καὶ ἀπίστους. Ἡ μεγάλη αὐτὴ διδασκάλισσα καὶ ἀναμορφώτρια τοῦ Γένους μας κατέστη «τῶν μοναζουσῶν ἡ καλλονή», «τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν ἡ μήτηρ καὶ προστάτις», «τῶν ἀσθενούντων ἡ ἐπίσκεψις», «τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡ ἰατρὸς καὶ ὁδηγός». Μὲ τὴν πλήρη ἀφοσίωσή της στὸν Θεὸ καὶ τὴν διακονία Του, τὴν πλούσια ἱεραποστολική, κοινωνικὴ καὶ φιλανθρωπική της δραστηριότητα, ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς ἐπίπονους ἀγῶνες της γιὰ τὴν διατήρηση τῆς φλόγας τῆς ἀμωμήτου χριστιανικῆς πίστεως καὶ τὴν προστασία τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὸν πνευματικὸ ἐκφυλισμὸ καὶ τὴν ἀποβαρβάρωση, κατέστη ἄνθος «χρυσαυγὲς καὶ εὐῶδες», τὸ ὁποῖο λάμπει μέσα στὸ πνευματικὸ στερέωμα τῆς ἁγιοτόκου καὶ περιωνύμου πόλεως τῶν Ἀθηνῶν μὲ τὴν ἔνδοξη καὶ μακρόχρονη ἐκκλησιαστική της ἱστορία. Εἶναι μάλιστα ἐνδεικτικὸ ὅτι ἡ ἱστορικὴ ἀττικὴ γῆ, στὴν ὁποία γεννήθηκε καὶ ἀνατράφηκε ἡ Ἁγία Φιλοθέη, εἶναι σφραγισμένη μὲ τὸ ὄνομα, τὴν δράση καὶ τὸ μαρτύριό της, ἀφοῦ μὲ τὴν θυσιαστική της ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἑλλάδα στερέωσε τὸ δένδρο τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐλευθερίας μέσα στὴ σκοτεινὴ περίοδο τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς. Τὸ γεγονὸς μάλιστα αὐτὸ τὴν κατέστησε φωτεινὸ πρότυπο καὶ ὁλόλαμπρο παράδειγμα πρὸς μίμηση μέσα στὸ πνευματικὸ μεγαλεῖο τοῦ ἑλληνορθοδόξου πολιτισμοῦ.
.                Ἡ Ἁγία Φιλοθέη γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1522 καὶ ἦταν γόνος τῆς ἀρχοντικῆς οἰκογένειας τῶν Μπενιζέλων, ἡ ὁποία διατηροῦσε μεγαλόπρεπο ἀρχοντικὸ στὴν περιοχὴ τῆς Πλάκας, ἐπὶ τῆς σημερινῆς ὁδοῦ Ἀδριανοῦ 96. Ἡ περίφημη αὐτὴ ἀρχοντικὴ οἰκία, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε τὸ «πατρικὸν ὀσπήτιον» τῆς Ἁγίας, ἀποτελεῖ σήμερα ἱστορικὸ διατηρητέο μνημεῖο καὶ εἶναι τὸ μοναδικὸ σωζόμενο δεῖγμα ἀρχοντικῆς κατοικίας τῆς περιόδου τῶν μεταβυζαντινῶν χρόνων. Οἱ εὐσεβεῖς καὶ πλούσιοι γονεῖς της ὀνομάζονταν Ἄγγελος καὶ Συρίγα καὶ μάλιστα ἡ ἐνάρετη μητέρα της καταγόταν ἀπὸ τὴν ἐπιφανῆ αὐτοκρατορικὴ οἰκογένεια τῶν Παλαιολόγων. Ἦταν ὅμως στείρα καὶ διαρκῶς παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τῆς δώσει ἕνα παιδί. Μία ἡμέρα μετὰ ἀπὸ ὁλόθερμη προσευχὴ στὸν ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὁπού ἱκέτευε νὰ ἐκπληρώσει ὁ Θεὸς τὸ διακαὲς αἴτημά της γιὰ τὴν ἀπόκτηση ἑνὸς παιδιοῦ, ἀποκοιμήθηκε. Στὸν ὕπνο της εἶδε τότε ἕνα παράδοξο ὅραμα, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἕνα δυνατὸ φῶς βγῆκε μέσα ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ μπῆκε στὴν κοιλιά της. Μόλις ξύπνησε, κατάλαβε ὅτι τὸ πολυπόθητο αἴτημά της εἶχε εἰσακουσθεῖ καὶ ὅτι σύντομα θὰ ἔφερνε στὸν κόσμο ἕνα παιδί. Ἔτσι μετὰ ἀπὸ ἐννιὰ μῆνες γέννησε ἕνα κοριτσάκι, τὸ ὁποῖο ἔλαβε τὸ ὄνομα Ρεβούλα. Ἡ χαριτωμένη αὐτὴ κόρη τοῦ Ἀγγέλου καὶ τῆς Συρίγας Μπενιζέλου, ἡ ὁποία ἦρθε στὸν κόσμο κατόπιν τῆς ὁλόθερμης προσευχῆς τῶν γονέων της, ἦταν προικισμένη μὲ πλούσια ψυχικὰ χαρίσματα καὶ ἔτσι σύντομα διακρίθηκε γιὰ τὶς πολλαπλὲς ἀρετὲς καὶ τὴν ἁγιασμένη ψυχή της. Παράλληλα οἱ γονεῖς της φρόντισαν νὰ τὴν μορφώσουν καὶ νὰ τὴν διαπαιδαγωγήσουν μὲ τὰ νάματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Γι᾽αὐτὸ καὶ ἡ Ρεβούλα, ἡ θεόσδοτη αὐτὴ κόρη τῶν Μπενιζέλων, ἔλαμπε ἀπὸ καλοσύνη καὶ ἦταν πρὸς ὅλους εὐγενικὴ καὶ προσηνής, ἐνῶ ἐντύπωση εἶχε προκαλέσει τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπιδιδόταν μὲ ἰδιαίτερη εὐχαρίστηση σὲ ἀγαθοεργίες, δείχνοντας ἔμπρακτα μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο τὰ φιλεύσπλαχνα αἰσθήματά της. Συχνὰ διένειμε τρόφιμα καὶ λάδι ἀπὸ τὶς πλούσιες ἀποθῆκες τοῦ πατρικοῦ της σπιτιοῦ, ἐνῶ μία παγωμένη νύχτα τοῦ χειμώνα ἔβγαλε τὸ ζεστὸ καὶ ἀκριβὸ πανωφόρι της καὶ τὸ ἔδωσε νὰ τὸ φορέσει μία ἡλικιωμένη γυναίκα ποὺ ἔτρεμε ἀπὸ τὸ κρύο στὰ σκαλοπάτια τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος.
.                Καὶ ἐνῶ ἡ Ρεβούλα μεγάλωνε, δὲν ἔδειχνε κανένα ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν γάμο καὶ δὲν εἶχε τὴν παραμικρὴ διάθεση νὰ παντρευτεῖ. Ὅταν ἔγινε δώδεκα ἐτῶν, ζητήθηκε σὲ γάμο, παρὰ τὴν ἄρνησή της, ἀπὸ τὸν προεστὸ Γεώργιο Πλατυπόδη, ὁ ὁποῖος ἦταν γόνος ἐπιφανοῦς ἀρχοντικῆς οἰκογένειας τῶν Ἀθηνῶν μὲ μεγάλη περιουσία. Ἡ ἐνάρετη καὶ γλυκομίλητη ὅμως θεόσδοτη κόρη τῶν Μπενιζέλων ἔτρεφε μέσα στὴν ψυχή της τὸν διακαῆ πόθο νὰ μείνει ἄγαμος καὶ παρθένος καὶ νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ἀκολουθώντας τὴν ἀσκητικὴ ζωή. Ὅμως οἱ διαρκεῖς πιέσεις τῶν γονέων της, οἱ ὁποῖοι ἐπέμεναν στὸν γάμο τῆς μονάκριβης κόρης τους, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ κληρονομήσει τὴ μεγάλη περιουσία λόγῳ καὶ τῶν ἰδιαίτερα δύσκολων συνθηκῶν τῆς περιόδου ἐκείνης, τὴν ἀνάγκασαν νὰ παντρευτεῖ τὸν ἐπιφανῆ Ἀθηναῖο ἄρχοντα, παρὰ τὴν ἀντίθεσή της. Ἀλλὰ ὁ σύζυγος τῆς Ρεβούλας ἀποδείχθηκε ἀπὸ τὶς πρῶτες κιόλας ἑβδομάδες τοῦ γάμου της ὅτι πρόκειται γιὰ ἕναν ἄνθρωπο σκληρό, ἀπάνθρωπο, ἀπότομο, τσιγκούνη καὶ ἰσχυρογνώμονα. Καθημερινὰ τὴ βασάνιζε καὶ τὴ στεναχωροῦσε καὶ ἦταν ἀναγκασμένη νὰ συμβιώνει μ’ ἕναν τύραννο, ἐνῶ ἦταν κλεισμένη μέσα στὸ σπίτι καὶ ἀποκομμένη ἀπὸ γονεῖς καὶ φίλους. Ἡ μόνη της παρηγοριὰ μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀπομόνωση ἦταν τὸ διάβασμα, τὸ ἐργόχειρό της καὶ οἱ κρυφὲς ἀγαθοεργίες, στὶς ὁποῖες ἐπιδιδόταν. Παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ φωτίσει τὸν ἀπάνθρωπο σύζυγό της γιὰ νὰ ἀλλάξει συμπεριφορὰ καὶ πορεία ζωῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ὑπῆρξε καμία ἀλλαγὴ στὸ φέρσιμο αὐτοῦ τοῦ θηριώδους καὶ φαύλου ἀνθρώπου. Ἐνδεικτικὸ εἶναι ὅτι κάποια ἡμέρα ποὺ ἐπέστρεψε ὁ σκληρόκαρδος σύζυγός της ἀπὸ ταξίδι ποὺ εἶχε πάει στὴν Κωνσταντινούπολη, πῆγε ἀμέσως στὸ κελάρι τοῦ σπιτιοῦ γιὰ νὰ διαπιστώσει, ἐὰν ἔχει λιγοστέψει τὸ λάδι στὰ πιθάρια, φοβούμενος ὅτι ἡ Ρεβούλα τὸ μοιράζει στοὺς φτωχούς, ὅπως εἶχε πράγματι κάνει. Ἀλλὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔγινε αὐτὸ ἀντιληπτό, ἀφοῦ ἡ θεόσδοτη κόρη τῶν Μπενιζέλων ἔριξε μέσα στὰ πιθάρια νερό, τὸ ὁποῖο μετατράπηκε θαυματουργικῶς σὲ λάδι! Ἡ τυραννικὴ συμβίωση διήρκησε τρία χρόνια καὶ ἡ Ρεβούλα ὑπέμεινε τὰ βάσανα καὶ τὶς θλίψεις ἀγόγγυστα καὶ μὲ πολλὴ ὑπομονή, μέχρι ποὺ μία ἡμέρα ἔφθασε στὸ σπίτι ἡ θλιβερὴ εἴδηση ὅτι ὁ σύζυγός της πέθανε ξαφνικά, ἐνῶ βρισκόταν στὸ καφενεῖο.
.                Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ συζύγου της ἐπέστρεψε στὸ πατρικό της σπίτι μὲ μοναδικὸ σκοπὸ νὰ εὐαρεστήσει τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀφοσιωθεῖ ὁλοκληρωτικὰ σ’ Αὐτόν. Γι’ αὐτὸ καὶ Τὸν παρακαλοῦσε καθημερινὰ νὰ τὴν ἐνισχύσει ψυχικά, ὥστε νὰ ἐκπληρώσει αὐτὸ ποὺ ἤθελε ἀπὸ τὴν παιδική της ἡλικία, ποὺ ἦταν νὰ ἐνδεδυθεῖ τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ἔτσι μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια θλίψεων καὶ στερήσεων ἐξ αἰτίας τῆς ἀπάνθρωπης συμπεριφορᾶς τοῦ συζύγου της, ξαναβρῆκε τὴν ψυχική της γαλήνη καὶ ἄρχισε καὶ πάλι νὰ ἐπιδίδεται σὲ ἔργα φιλανθρωπίας καὶ εὐλαβείας. Ἀλλὰ οἱ γονεῖς της ἐπέμεναν νὰ τὴν ξαναπαντρέψουν. Ἐκείνη ὅμως ἀπέρριπτε κάθε τέτοια σκέψη, ἀφοῦ ἡ ἐπιθυμία της ἦταν νὰ ἀφιερωθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεὸ καὶ νὰ προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες της μέσα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὥστε νὰ ἀνακουφισθοῦν οἱ Ἕλληνες καὶ νὰ διασωθεῖ τὸ Γένος μας ἀπὸ τὴ λαίλαπα τῶν Ἀγαρηνῶν. Εἶχαν περάσει δέκα ὁλόκληρα χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ἡ θεόσδοτη κόρη τῶν Μπενιζέλων εἶχε χηρέψει, ὅταν οἱ εὐσεβεῖς, ἐνάρετοι καὶ πλούσιοι γονεῖς της ἐγκατέλειψαν τὴν ἐπίγεια ζωή. Μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων της, ἡ Ρεβούλα ἐπιδόθηκε μὲ μεγαλύτερη ταπεινοφροσύνη καὶ μὲ πιὸ ἔνθερμο ζῆλο σὲ προσευχές, ἀγρυπνίες καὶ νηστεῖες, ἐνῶ ἄρχισε νὰ κατηχεῖ τὶς ὑπηρέτριές της, ὥστε νὰ ἀσκηθοῦν στὴν ἀρετὴ καὶ νὰ καταστοῦν δοχεῖα τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Βλέποντας ὅμως ὅτι ἡ Ἀθήνα βρίσκεται διαρκῶς κάτω ἀπὸ τὸν ἀσφυκτικὸ ζυγὸ τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς καὶ ἐπιθυμώντας διακαῶς τὴν ἀποτίναξη τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ, ἀποφασίζει, κατόπιν τῆς διὰ ὁράματος ἐντολῆς τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου, νὰ οἰκοδομήσει ἕναν «Παρθενώνα», ἕνα δηλαδὴ γυναικεῖο μοναστήρι, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, τὸ ὁποῖο νὰ διαθέτει κελιά, ἀλλὰ καὶ ἀπαραίτητα οἰκοδομήματα, καθὼς καὶ μετόχια καὶ ἀγροκτήματα γιὰ τὴ συντήρηση τῶν μοναζουσῶν.
.                Τὸ μοναστήρι βρισκόταν στὸν χῶρο, ὅπου εἶναι σήμερα κτισμένο τὸ Μέγαρο τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, ἐπὶ τῆς σημερινῆς ὁδοῦ Ἁγίας Φιλοθέης. Ὡς καθολικὸ τῆς μονῆς χρησιμοποιήθηκε παλαιὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, ἱδρυθεὶς σύμφωνα μὲ τὸν ἀκαδημαϊκὸ καὶ πολυγραφότατο ἱστοριοδίφη Δημήτριο Καμπούρογλου κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες, τὸν ὁποῖο καὶ ἀνακαίνισε ἡ ἐνάρετη καὶ θεοσεβὴς Ρεβούλα. Ὁ ναὸς αὐτὸς κατεδαφίσθηκε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν Γερμανοῦ Καλλιγᾶ (1889-1896) καὶ στὴ θέση του ἀνεγέρθηκε νέος ναός, ὁ ὁποῖος μέχρι σήμερα κοσμεῖ τὸν αὔλειο χῶρο τοῦ Μεγάρου τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν. Ὅταν ὁλοκληρώθηκε ἡ οἰκοδόμηση τῆς μονῆς, ἡ ὁποία θὰ λειτουργοῦσε ὡς πνευματικὸ ὀχυρὸ τόσο γιὰ τὴ διατήρηση τῆς φλόγας τῆς χριστιανικῆς πίστεως στὰ δύσκολα χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀποτίναξη τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς, ἐκάρη ἡ Ρεβούλα μοναχή, λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Φιλοθέη. Κατόπιν τὸ μοναχικὸ σχῆμα ἐνδύθηκαν ὅσες ὑπηρέτριες εἶχαν κατηχηθεῖ ἀπὸ αὐτὴ στὸ πατρικό της σπίτι, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἄλλες κοπέλες, προερχόμενες μάλιστα ἀπὸ ἀρχοντικὲς οἰκογένειες τῶν Ἀθηνῶν. Ὅλες αὐτὲς οἱ ψυχὲς ποὺ συνάχθηκαν γύρω ἀπὸ τὴν ἡγουμένη Φιλοθέη, βρῆκαν κοντά της τὴν ψυχικὴ ἀνάπαυση καὶ παρηγοριά, ἀγωνίζονταν δὲ νυχθημερὸν γιὰ τὴν κατὰ Θεὸν πνευματική τους προκοπή, ἀκολουθώντας πιστὰ τὶς πνευματικές της ὁδηγίες, ἀλλὰ καὶ παραδειγματιζόμενες ἀπὸ τὴν πραότητα καὶ τὴν ἐνάρετη πολιτεία της. Πολὺ σύντομα τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου κατέστη κάστρο τοῦ Γένους καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τῆς ἡγουμένης Φιλοθέης, ἡ ὁποία ὡς Ρωμιὰ μαΐστρα εἶχε κατορθώσει νὰ ἀναστήσει μία θεϊκὴ πολιτεία μέσα στὴν τουρκικὴ σκλαβιά, ἀφοῦ ἔσωζε καὶ λύτρωνε ἀπὸ τὸν φόβο καὶ τὴν ἀπόγνωση ἀναρίθμητες ψυχὲς ραγιάδων. Παράλληλα ἔδειχνε ἔμπρακτα τὴ συμπάθεια καὶ τὴ φιλανθρωπία της πρὸς τοὺς φτωχούς, τοὺς πεινασμένους καὶ τοὺς ἀρρώστους, ἐνῶ δίδασκε τοὺς ἀγράμματους καὶ προστάτευε τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά. Τὸ μοναστήρι ἦταν πάντα ἀνοικτὸ γιὰ κάθε ταλαιπωρημένη ψυχή, ἡ ὁποία εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ στέγη, τροφή, περίθαλψη ἢ γηροκόμηση. Ἀκόμη καὶ οἱ φτωχὲς ἄγαμες μητέρες ἔβρισκαν καταφύγιο στὸ μοναστήρι, κοντὰ στὸ ὁποῖο ἔκτισε ἡ Φιλοθέη ὀρφανοτροφεῖο, νοσοκομεῖο, γηροκομεῖο καὶ ξενώνα. Πολλὰ ὀρφανὰ καὶ φτωχὰ κορίτσια ἔμαθαν γράμματα, ἀλλὰ καὶ τέχνες, ὅπως ὑφαντικὴ καὶ πλεκτική, χάρη στὴν ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεος τῆς φωτισμένης Φιλοθέης. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ μοναστήρι της ἀναδείχθηκε πνευματικὸς φάρος κοινωνικῆς καὶ φιλανθρωπικῆς προσφορᾶς ποὺ ἔλαμπε μέσα στὴν τουρκοκρατούμενη Ἀθήνα τοῦ 16ου αἰώνα μὲ μεγάλη φήμη καὶ ἀπήχηση σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὶς παραδουνάβιες χῶρες. Ὅμως ἡ συνεχὴς προσφορὰ καὶ βοήθεια τῆς Φιλοθέης πρὸς ὅλους ὅσους εἶχαν ὑλικὲς ἀνάγκες ὁδήγησε τὸ μοναστήρι σὲ τόσο μεγάλα ἔξοδα, ὥστε οἱ μοναχὲς ποὺ ὁ ἀριθμός τους εἶχε αὐξηθεῖ σημαντικά, ἄρχισαν νὰ στεροῦνται ἀκόμη καὶ τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα, γεγονὸς ποὺ τὶς ἔκανε νὰ μικροψυχοῦν καὶ νὰ γογγύζουν ἐναντίον της. Ὅμως ἡ ἐνάρετη καὶ φωτισμένη Φιλοθέη τὶς συμβούλευε νὰ ἔχουν πίστη στὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ τὶς ἐγκαταλείψει. Καὶ πράγματι μετὰ ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες ἐπισκέφθηκαν τὸ μοναστήρι δύο ἄρχοντες, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν πλουσιοπάροχα τὶς δωρεές τους, γεγονὸς ποὺ ἀνακούφισε οἰκονομικὰ τὴν μονή, οἱ δὲ μοναχὲς δόξασαν τὸ ὄνομα τοῦ Παναγάθου καὶ Παντοδυνάμου Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ θαύμασαν τὴν ἀκλόνητη πίστη τῆς ἡγουμένης Φιλοθέης. Ἀλλὰ ἡ φωτισμένη καὶ χαρισματικὴ Φιλοθέη, τὴν ὁποία ὄχι μόνο Γραικοί, ἀλλὰ καὶ Μουσουλμάνοι ὀνόμαζαν «κυρὰ καὶ μαΐστρα» εἶχε ἀνοιχτὴ τὴν πόρτα τῆς μονῆς σὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς δυστυχισμένους καὶ κατατρεγμένους ποὺ τῆς ζητοῦσαν προστασία καὶ βοήθεια, ἀφοῦ στήριζε ἀδιακρίτως Ἕλληνες καὶ Τούρκους.
.                   Τὴν ἐποχὴ ὅμως αὐτὴ ζοῦσαν στὴν Ἀθήνα γυναῖκες, τὶς ὁποῖες οἱ Τοῦρκοι εἶχαν αἰχμάλωτες ἀπὸ διάφορους τόπους καὶ τὶς εἶχαν σὰν δοῦλες τους. Τὶς σκλαβωμένες αὐτὲς γυναῖκες ἀνέλαβε ἡ Φιλοθέη, ἀψηφώντας τοὺς κινδύνους καὶ τοὺς πειρασμούς, νὰ τὶς προστατεύσει ἀπὸ τὴν ἀλλαξοπιστία καὶ τὴν ἀτίμωση καὶ νὰ τὶς ἀπελευθερώσει ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τῶν Τούρκων. Μάλιστα τέσσερις αἰχμάλωτες γυναῖκες, ἔχοντας πληροφορηθεῖ γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν προστασία ποὺ προσφέρει ἡ ἡγουμένη Φιλοθέη, κατόρθωσαν καὶ δραπέτευσαν κρυφὰ ἀπὸ τοὺς ἀφέντες τους, οἱ ὁποῖοι τὶς πίεζαν νὰ ἀπαρνηθοῦν τὴ χριστιανική τους πίστη, καὶ κατέφυγαν σ’ αὐτή. Ἡ «κυρὰ μαΐστρα Φιλοθέη» τὶς ὑποδέχθηκε μὲ ἰδιαίτερη καλοσύνη καὶ στοργὴ καὶ τὶς συμβούλεψε νὰ ἔχουν σταθερὴ καὶ ἀκλόνητη πίστη καὶ νὰ μὴν στεναχωριοῦνται γιὰ τὴ σκλαβιὰ τοῦ σώματος, ἐνῶ περίμενε τὴν κατάλληλη χρονικὴ στιγμὴ γιὰ νὰ τὶς στείλει στὸν τόπο τους. Ὅμως ἡ δραστηριότητα τῆς Φιλοθέης νὰ ἀγοράζει ἀπὸ τὰ σκλαβοπάζαρα παρθένες καὶ νὰ τὶς ἀπελευθερώνει, νὰ βοηθᾶ νὰ δραπετεύουν αἰχμάλωτες γυναῖκες, νὰ παίρνει χριστιανὲς καὶ μουσουλμάνες καὶ νὰ τὶς φυγαδεύει στὰ αἰγαιοπελαγίτικα νησιά, νὰ βαπτίζει χριστιανὲς Τουρκάλες καὶ μερικὲς ἀπὸ αὐτὲς νὰ τὶς κάνει μοναχές, εἶχε ἀρχίσει νὰ ἐξαγριώνει τοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπαν πλέον τὴ Φιλοθέη ὡς ἐμπόδιο καὶ κίνδυνο στὴν ἐξουσία τους. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔπρεπε νὰ ἐκδιωχθεῖ ἡ θεόσδοτη κόρη τῆς ἀρχοντικῆς οἰκογένειας τῶν Μπενιζέλων καὶ νὰ σταματήσει μὲ κάθε τρόπο ἡ πολύπτυχη δραστηριότητά της. Ἔτσι πληροφορούμενοι οἱ Τοῦρκοι ὅτι ἡ Φιλοθέη περιέθαλπτε τὶς τέσσερις αἰχμάλωτες γυναῖκες, ὅρμησαν σὰν τὰ ἄγρια θηρία μέσα στὸ κελί της καὶ παρόλο ποὺ ἦταν ἄρρωστη καὶ βρισκόταν πολλὲς ἡμέρες στὸ κρεβάτι, τὴν ἅρπαξαν μὲ τὴ βία καὶ τὴν ὁδήγησαν στὸν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ τὴν κλείσουν στὴ φυλακή. Πρὶν τὴ συλλάβουν στὸ κελί της, εἶχε δώσει τὴν ἐντολὴ νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ μοναστήρι οἱ ὑπόλοιπες μοναχὲς γιὰ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὴν ἐκδικητικὴ μανία τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς προκάλεσαν ἀνυπολόγιστες ζημιὲς μέσα σ᾽αὐτό. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα συγκεντρώθηκε πλῆθος Τούρκων ποὺ φώναζε ὅτι ἡ Φιλοθέη εἶναι ἔνοχη θανάτου. Τότε ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ τὴ βγάλουν ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ νὰ τὴ φέρουν ἐνώπιόν του. Ἀμέσως ὁ ἡγεμόνας τὴ ρώτησε τί ἀπὸ τὰ δύο προτιμᾶ: νὰ θανατωθεῖ διὰ ξίφους ἢ νὰ ἀπαρνηθεῖ τὴν πίστη της στὸν Ἰησοῦ Χριστό. Τότε ἡ πανεύφημος Φιλοθέη τοῦ ἀπάντησε μὲ παρρησία καὶ μὲ ἀνδρεῖο φρόνημα ὅτι εἶναι ἕτοιμη καὶ ἀποφασισμένη νὰ ὑπομείνει ὁποιοδήποτε βασανιστήριο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀκλόνητη πίστη τῆς «κυρᾶς καὶ μαΐστρας τῶν Ἀθηνῶν» θὰ ὁδηγοῦσε στὴ θανατική της καταδίκη, ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶχε ἄλλα σχέδια γι’ αὐτήν. Ἔτσι τὴν ὁδήγησαν καὶ πάλι στὴ φυλακή, ὅπου τὴν περίμενε μία μεγάλη καὶ ἀπρόσμενη ἔκπληξη. Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν αἰχμαλωτίσει τρεῖς καλόγριες ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ τὶς εἶχαν φέρει στὸ κελί της. Ἐκεῖ ἡ ἐνάρετη καὶ φωτισμένη, ἀλλὰ ἀδύναμη καὶ ἄρρωστη Φιλοθέη τὶς ἐνίσχυσε ψυχικά, λέγοντας ὅτι παρὰ τὰ ἐμπόδια καὶ τοὺς κινδύνους ὁ Θεὸς δὲν θὰ τοὺς ἐγκαταλείψει καὶ θὰ δώσει τὴ σωτήρια λύση γιὰ νὰ ἀπελευθερωθοῦν καὶ νὰ συνεχίσουν τὸ ἀξιέπαινο ἔργο τους. Καὶ πράγματι δὲν ἄργησε νὰ ἔρθει ἡ λύτρωση, ἀφοῦ κάποιοι χριστιανοὶ προύχοντες φρόντισαν καὶ ἔδωσαν χρήματα στὸν ἡγεμόνα καὶ ἔτσι ἡ Φιλοθέη μὲ τὶς τρεῖς καλόγριες ἀπελευθερώθηκαν καὶ ἐπέστρεψαν στὸ ἀγαπημένο τους μοναστήρι.
.                   Ἐπιστρέφοντας στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου ἡ Φιλοθέη συνέχισε τὸ πολύπτυχο ἔργο της μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἔτσι καὶ πάλι «ὁ Παρθενώνας τῆς κυρᾶς τῶν Ἀθηνῶν» ἢ «κυρᾶς τοῦ Ἀγγέλου», ὅπως ὀνομαζόταν ἡ πανεύφημος Ἀθηναία Ἁγία, κατέστη ἡ ἐλπίδα τοῦ Γένους, ἀφοῦ στήριζε τὶς κλονισμένες συνειδήσεις, ἐνίσχυε τὴν πίστη καὶ πολεμοῦσε τὴν ἀμάθεια. Ἐνδεικτικὸ εἶναι ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναζουσῶν εἶχε ἤδη αὐξηθεῖ πολύ, γεγονὸς ποὺ παρακίνησε τὴν ἡγουμένη Φιλοθέη νὰ ἱδρύσει στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῶν Ἀθηνῶν δύο μετόχια. Τὸ ἕνα μετόχιο ἱδρύθηκε στὰ Πατήσια μὲ ναὸ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος ἀνεγέρθηκε μετὰ τὸ 1550. Μετὰ τὸ 1595 τὸ μετόχιο παρήκμασε καὶ ἐρημώθηκε. Ἀκόμη καὶ ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου ἐρειπώθηκε, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1936-1950 ἀναστηλώθηκε σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ Ἀναστασίου Ὀρλάνδου καὶ ἀπέκτησε καὶ πάλι τὴν ἀρχική του μορφή. Κατὰ τὰ ἔτη 1948-1952 ἱστορήθηκε ὁ ναὸς ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Φώτη Κόντογλου καὶ σήμερα εἶναι ἐπισκέψιμος μὲ πλούσια λατρευτικὴ ζωή. Ὁ ἱστορικὸς αὐτὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου [πάγεται σήμερα στ συλο νιάτων] καὶ βρίσκεται ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Λευκωσίας 40, πλησίον τῆς πλατείας Ἀμερικῆς. Τὸ ἄλλο μετόχιο ἱδρύθηκε στὴν περιοχὴ τῆς Καλογρέζας, ἡ ὁποία ἔλαβε αὐτὸ τὸ ὄνομα ἀπὸ τοὺς ἀλβανόφωνους κατοίκους τῆς περιοχῆς καὶ ἀπὸ τὴ λέξη «Καλογραία», δηλαδὴ καλογριά, ποὺ ἀναφερόταν στὸ πρόσωπο τῆς Ἁγίας Φιλοθέης. Τὸ μετόχιο τῆς Καλογρέζας, τὸ ὁποῖο ὀνομαζόταν καὶ «μετόχι τοῦ Περσοῦ» ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ ποταμοῦ ποὺ περίσσευε καὶ ποὺ ἔδωσε ἀργότερα καὶ τὸ ὄνομα στὸν συνοικισμὸ τοῦ Περισσοῦ τῆς Ν. Ἰωνίας, ἱδρύθηκε σὲ περιοχή, ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε πατρικὴ ἰδιοκτησία τῆς Ἁγίας καὶ ὅπου, σύμφωνα μὲ τὸν ἀκαδημαϊκὸ Δημήτριο Καμπούρογλου, ὑπῆρχε πρὶν τὸν 16ο αἰώνα μονὴ μὲ ναὸ ἀφιερωμένο στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Ἡ Φιλοθέη ἀγόρασε τεράστιες ἐκτάσεις γύρω ἀπὸ τὸ μετόχιο τῆς Καλογρέζας, οἱ ὁποῖες περιλάμβαναν μία ἐπιφάνεια, ἡ ὁποία σήμερα καλύπτει τὸ σύνολο τῆς ἐκτάσεως τοῦ Ὀλυμπιακοῦ Σταδίου, τὶς συνοικίες Ἀλσούπολη καὶ Καλογρέζα τῆς Ν. Ἰωνίας, τὴν περιοχὴ τοῦ προαστίου τῆς Φιλοθέης καὶ τὴ σημερινὴ συνοικία, ὅπου βρίσκεται ὁ ναὸς τοῦ μετοχίου τῆς Καλογρέζας καὶ ἡ ὁποία μὲ σχετικὴ ἀπόφαση τοῦ Δήμου Ἁμαρουσίου μετονομάσθηκε τὸ 2002 σὲ «Ἁγία Φιλοθέη Ἁμαρουσίου». Σήμερα ἀπὸ τὸ μετόχιο τῆς Καλογρέζας, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ἱστορικὸ μνημεῖο καὶ τὸ μοναδικὸ σωζόμενο βυζαντινὸ μοναστικὸ κτηριακὸ σύνολο στὴν περιοχὴ τῶν Ἀθηνῶν, σώζεται μόνο τὸ ἐπ’ ὀνόματι τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου καθολικό τοῦ μετοχίου, καθὼς καὶ ἕνα μικρὸ τμῆμα τοῦ περιτοιχίσματος, ἡ αὐλόθυρα καὶ μερικὰ ἐρειπωμένα κελιά. Ἡ Ἁγία Φιλοθέη διέθετε ἐπίσης μετόχιο καὶ στὴν Κέα, τὴν ἐπονομαζόμενη καὶ Τζιά, καὶ συγκεκριμένα δυτικά τῆς Χώρας, τῆς πρωτεύουσας τοῦ νησιοῦ, τὸ ὁποῖο μέχρι σήμερα φέρει τὴν προσωνυμία «Μονὴ Δάφνης». Στὸ μετόχιο αὐτὸ ἐγκαταβίωναν περὶ τὶς εἴκοσι μοναχὲς καὶ χρησίμευε ὡς καταφύγιο γιὰ τὴν προστασία τῶν μοναζουσῶν ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τῶν Τούρκων. Ἐκεῖ διέμεινε γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἡ πανεύφημος αὐτὴ νύμφη τοῦ Χριστοῦ, κατηχώντας καὶ καθοδηγώντας πνευματικὰ τὶς ἀσκούμενες μοναχές, ἀφοῦ στὸ μετόχιο τῆς Κέας ἔστελνε ὅσες μοναχὲς φοβοῦνταν νὰ μείνουν στὴν Ἀθήνα καὶ διέτρεχαν ἄμεσα τὸν κίνδυνο τοῦ ἐξισλαμισμοῦ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἡ μονὴ τῆς Δάφνης λειτούργησε ὡς γυναικεῖο κοινόβιο μέχρι τὸν 19ο αἰώνα, ὅταν λεηλατήθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους.
.                 Ὅμως παρόλο ποὺ ἡ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου εἶχε δύο μετόχια στὴν Ἀθήνα, ἕνα στὴν Κέα, ἀλλὰ καὶ τεράστια κτηματικὴ περιουσία στὴν Ἀττική, ἐνῶ κτήματα διέθετε ἀκόμη καὶ στὴν Αἴγινα, ὑπῆρχε μεγάλη ἀνάγκη γιὰ οἰκονομικὴ ἐνίσχυση, προκειμένου νὰ συνεχισθεῖ τὸ θεάρεστο κοινωνικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ ἔργο τῆς «κυρᾶς τῶν Ἀθηνῶν». Γι’ αὐτὸ καὶ ζήτησε τὴ στήριξη καὶ συνδρομὴ τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ἀφοῦ οἱ Τοῦρκοι εἶχαν καταλάβει κτήματα τῆς μονῆς λόγῳ τῶν ὀφειλῶν της πρὸς αὐτούς. Τὸ Πατριαρχεῖο ἔστειλε στὴν Ἀθήνα τὸν μέγα λογοθέτη τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, Ἱέρακα, ὁ ὁποῖος ἦταν «ἀνὴρ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν περὶ τούτων γνῶσιν πεπειραμένος ὡς ἄριστα», γιὰ νὰ ἐρευνήσει ἀπὸ κοντὰ τὰ γεγονότα καὶ νὰ ἐνημερώσει μὲ ἀκρίβεια τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη. Ἐρχόμενος ὁ Ἱέρακας στὴν Ἀθήνα συναντήθηκε μὲ τὸν Μητροπολίτη τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς Ρωμιοὺς προεστοὺς τῆς πόλεως, καὶ ἐνημερώθηκε γιὰ τὴν πολύπτυχη δραστηριότητα τῆς ἡγουμένης Φιλοθέης, ἡ ὁποία στήριζε τοὺς ἐναρέτους στὴν ἀρετή, ὁδηγοῦσε τοὺς ἁμαρτωλοὺς στὴν μετάνοια καὶ προσέφερε πλουσιοπάροχα τὴν ἐλεημοσύνη της πρὸς τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀρρώστους. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Ἱέρακας ἐπισκέφθηκε τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου θαύμασε τὸ θεάρεστο ἔργο ποὺ ἐπιτελεῖται ἐκεῖ. Παράλληλα ἐνημερώθηκε γιὰ τὶς δυσκολίες καὶ τοὺς κινδύνους ποὺ ὑπάρχουν καὶ παρεμποδίζουν τὴ συνέχιση τῆς κοινωνικῆς καὶ φιλανθρωπικῆς δραστηριότητας τῆς Ἁγίας, ἀλλὰ καὶ δημιουργοῦν προβλήματα στὴν ἐπιβίωση τῆς μονῆς, ἀφοῦ ἡ Ἁγία Φιλοθέη εἶχε ἔρθει σὲ διένεξη γιὰ κτηματικὲς διαφορὲς ἀκόμη καὶ μὲ τὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Πεντέλης, Ἅγιο Τιμόθεο Ἀρχιεπίσκοπο Εὐρίπου (1510-1590). Ὁ Ἱέρακας ὑποσχέθηκε νὰ ἐνημερώσει μὲ κάθε λεπτομέρεια τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, ὥστε νὰ στηρίξει ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ τὸ ἀξιέπαινο ἔργο τῆς Ἁγίας. Ὅμως ἡ «μαΐστρα καὶ κυρὰ τῶν Ἀθηνῶν» δὲν ἀρκέστηκε μόνο στὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ἱέρακα. Ἔστειλε ἐπιστολὴ καὶ πρὸς τὴ Γερουσία τῶν Ἐνετῶν γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐξασφαλίσει οἰκονομικὴ βοήθεια, ὥστε νὰ ἐπιβιώσει τὸ μοναστήρι καὶ νὰ ἀποπληρώσει τὸ τεράστιο χρέος ποὺ ὑπῆρχε , ἀφοῦ γιὰ νὰ τὸ προστατεύσει ἀπὸ τὶς λεηλασίες καὶ τὴν καταστροφικὴ μανία τῶν Τούρκων καὶ νὰ συνεχίσει τὸ ἀναμορφωτικό της ἔργο, ἔβαλε ὡς ἐνέχυρο τὰ σκεύη τοῦ ναοῦ καὶ ὁλόκληρη τὴν περιουσία τοῦ μοναστηριοῦ. Ἡ ἀποσταλεῖσα μέσω τοῦ ἱερέως Σεραφεὶμ Παγκάλου ἐπιστολὴ βρῆκε θετικότατη ἀνταπόκριση καὶ ἔτσι στὶς 10 Μαΐου 1584 δόθηκε ἡ πολυπόθητη οἰκονομικὴ βοήθεια ποὺ εἶχε ζητήσει ἡ Φιλοθέη. Ἔτσι κατόρθωσε ἡ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου νὰ ἐπιζήσει καὶ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο της πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ Γένους τῶν Ἑλλήνων.
.                 Ἀλλὰ ἡ Ἁγία ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἐπιτελέσει μὲ τὴν χάρη Του καὶ πάμπολλα θαύματα. Ἀξιομνημόνευτο εἶναι τὸ θαῦμα ποὺ ἐπιτέλεσε σ’ ἕναν νεαρὸ βοσκὸ προβάτων, ὁ ὁποῖος ἐπιδιδόταν σὲ κλεψιὲς καὶ ραδιουργίες. Ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς νοσηρῆς συμπεριφορᾶς ὁ νεαρὸς βοσκὸς κυριεύθηκε ἀπὸ δαιμόνιο καὶ περιφερόταν στὰ βουνὰ γυμνός, παρουσιάζοντας ἕνα ἀξιολύπητο καὶ ἀποκρουστικὸ θέαμα. Ὅταν ὅμως συνερχόταν, κατέφευγε στὰ μοναστήρια γιὰ νὰ θεραπευθεῖ. Θεραπεία ὅμως στὸ πρόβλημά του δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ, μέχρι ποὺ τὸν ὁδήγησαν στὴν Ἁγία, ἡ ὁποία προσευχήθηκε στὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴ χάρη Του ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ μάστιγα. Στὴ συνέχεια μὲ τὴν προτροπή της ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔζησε τὴν ὑπόλοιπη ζωή του μὲ μετάνοια καὶ ἄσκηση. Τὸ ἐπιτελεσθὲν αὐτὸ θαῦμα, ἀλλὰ καὶ ἄλλες ἰάσεις ἀσθενῶν ἀπὸ ψυχικὰ καὶ σωματικὰ νοσήματα ἔκαναν τὴν Ἁγία Φιλοθέη γνωστὴ σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἀθήνα καὶ πολλοὶ ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ κατέφευγαν στὸ μοναστήρι της γιὰ νὰ καθοδηγηθοῦν πνευματικὰ καὶ νὰ στερεωθοῦν στὴν πίστη τους. Ὅμως ἡ ὁλοένα καὶ μεγαλύτερη συρροὴ κόσμου στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου παρεμπόδιζε τὴν ἥσυχη ἀσκητικὴ ζωὴ τῆς ἡγουμένης Φιλοθέης. Γι’ αὐτὸ καὶ συχνὰ κατέφευγε στὸ μετόχιο τῆς μονῆς ποὺ εἶχε ἱδρύσει στὰ Πατήσια, ὅπου ὁ ναὸς ἦταν καὶ ἐκεῖ ἀφιερωμένος στὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα τὸν Πρωτόκλητο. Στὸ μετόχιο τῶν Πατησίων ἐπιδιδόταν στὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ ἀσκήτευε μαζὶ μὲ τὶς μοναχές, οἱ ὁποῖες ἐγκαταβίωναν σ’ αὐτό. Στὸ ὄμορφο αὐτὸ μετόχιο, τὸ ὁποῖο εἶχε καταστεῖ ἕνα ἀληθινὸ κόσμημα γιὰ τὴν Ἀθήνα, ἀποφάσισε ἡ Φιλοθέη μαζὶ μὲ τὶς ὑπόλοιπες μοναχὲς νὰ τελέσουν ὁλονύχτια ἀγρυπνία τὴ νύχτα τῆς 2ης πρὸς τὴν 3η Ὀκτωβρίου τοῦ 1588 ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου ἱερομάρτυρος Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Ὅμως μέσα στὴν πνευματικὴ πανδαισία τῆς ὁλονύχτιας ἀκολουθίας, ὅπου ὁ οὐρανὸς εἶχε ἀνοίξει τὶς πύλες του καὶ οἱ μοναχὲς βρίσκονταν προσευχόμενες σὲ μία ἄλλη διάσταση, ἀκούσθηκε ξαφνικὰ ἕνας τρομακτικὸς θόρυβος, σὰν νὰ γινόταν σεισμός. Πέντε Τοῦρκοι εἶχαν πηδήξει ἀπὸ τὸν μαντρότοιχο τοῦ μετοχίου καὶ εἶχαν εἰσβάλει μέσα στὸ καθολικό. Ἀφοῦ ἅρπαξαν μὲ λυσσαλέα ὀργὴ τὴν Φιλοθέη, ἄρχισαν νὰ τὴν μαστιγώνουν ἀνελέητα καὶ μάλιστα μὲ τέτοια μανία, ὥστε ἀπὸ τὸν βασανισμὸ καὶ τὶς κακώσεις τὴν ἄφησαν σχεδὸν μισοπεθαμένη. Ἦταν μάλιστα τόσο μεγάλο τὸ μίσος τῶν Τούρκων γιὰ τὴν Ἁγία, ὥστε τὴν ἔβγαλαν μὲ ἄγριες διαθέσεις στὸ προαύλιο τοῦ ναοῦ καὶ τὴν ἔδεσαν σὲ μία κολώνα, ἡ ὁποία σώζεται μέχρι σήμερα. Στὴν κρίσιμη αὐτὴ στιγμὴ γιὰ τὴν ζωή της, ἡ Φιλοθέη εὐχαριστοῦσε τὸν Θεὸ ποὺ τὴν ἀξίωσε νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸ πάντιμο ὄνομά Του. Οἱ ὑπόλοιπες μοναχὲς κατόρθωσαν καὶ ἔφυγαν, ἀλλὰ ὅταν ἐπέστρεψαν, βρῆκαν τὴν πολυαγαπημένη τους ἡγουμένη σὲ ἄθλια κατάσταση, ἀφοῦ ἦταν βαρύτατα τραυματισμένη. Τότε οἱ μοναχὲς ἀποφάσισαν γιὰ λόγους ἀσφαλείας νὰ τὴ μεταφέρουν στὸ μετόχιο τῆς Καλογρέζας, γνωστὸ καὶ ὡς «μετόχιο τοῦ Περσοῦ», γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἀναρρώσει, ἀλλὰ καὶ νὰ προστατευθεῖ ἀπὸ τὴ λυσσαλέα ὀργὴ τῶν Τούρκων. Στὸ μετόχιο τῆς Καλογρέζας ἔμεινε νοσηλευόμενη ἐπὶ πέντε μῆνες, ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1588 ἕως τὶς 19 Φεβρουαρίου τοῦ 1589, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ «κυρὰ καὶ μαΐστρα τῶν Ἀθηνῶν» παρέδωσε τὴν πάναγνη ψυχή της στὸν Κύριο, τὸν Ὁποῖο μὲ τόσο ζῆλο διηκόνησε σὲ ὅλη της τὴν ἐπίγεια πορεία. Ἐνταφιάσθηκε στὸ μετόχιο τῆς Καλογρέζας καὶ μόλις μετὰ ἀπὸ εἴκοσι ἡμέρες εὐωδίαζε ὁ τόπος, στὸν ὁποῖο εἶχε ἐναποτεθεῖ τὸ ἱερὸ σῶμα της. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἀνακομιδὴ τοῦ ἱεροῦ της λειψάνου, ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα μετὰ ἀπὸ ἕνα ἔτος, ἀποδείχθηκε περίτρανα ἡ θεάρεστη βιοτή της, ἀφοῦ τὸ ἱερό της λείψανο βρέθηκε ἀκέραιο καὶ εὐωδιάζον πρὸς δόξαν τοῦ ὀνόματος τοῦ Παναγάθου καὶ Παντοδυνάμου Θεοῦ. Μετὰ τὴν ἀνακομιδὴ τοῦ ἱεροῦ σκηνώματός της καὶ τὰ θαυμαστὰ καὶ παράδοξα γεγονότα ποὺ ἔλαβαν χώρα, ἀπαίτησαν οἱ Ἀθηναῖοι νὰ πάρουν τὸ ἄφθαρτο λείψανο καὶ νὰ τὸ μεταφέρουν στὴν Ἀθήνα πρὸς εὐλογία καὶ ἁγιασμὸ τῶν κατοίκων της. Ἡ ἀπαίτηση αὐτὴ τῶν Ἀθηναίων προκάλεσε ἀντιδράσεις, ἀλλὰ καὶ συγκρούσεις μὲ τοὺς κατοίκους τῶν περιοχῶν Ἀμαρουσίου καὶ Χαλανδρίου, ἀλλὰ τελικὰ τὸ λείψανο μεταφέρθηκε στὴν Ἀθήνα καὶ ἐναποτέθηκε στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ Ἁγίου Βήματος τοῦ καθολικοῦ της μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, ὅπου βρίσκεται σήμερα τὸ Μέγαρο τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν. Μετὰ τὴν ἐρήμωση τῆς μονῆς τὸ εὐωδιάζον καὶ ἀκέραιο λείψανο τῆς Ἁγίας μεταφέρθηκε μαζὶ καὶ μὲ τὴν παλαιότερη σωζόμενη φορητὴ εἰκόνα της (1703) στὸν ναὸ τῆς Παναγίας Γοργοεπηκόου, ὁ ὁποῖος χρονολογεῖται ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 12ου αἰώνα καὶ τὸ 1862 μετονομάσθηκε σὲ Ἅγιος Ἐλευθέριος. Ἀργότερα τὸ ἱερὸ καὶ ἄφθαρτο σκήνωμα μεταφέρθηκε στὸν Καθεδρικὸ Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ Θεοτόκου Ἀθηνῶν, ὅπου καὶ φυλάσσεται μέχρι σήμερα.


.               Ἡ ἔνδοξος ὁσιομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Φιλοθέη τιμήθηκε λίγα μόλις χρόνια μετὰ τὴ μαρτυρικὴ τελείωσή της, τὸ δὲ πολύπτυχο καὶ θεάρεστο ἔργο της ἀναγνωρίσθηκε καὶ καταξιώθηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπίσημη ἀνακήρυξή της ὡς Ἁγίας ἔγινε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ματθαίου Β΄ (1595 -1600) ὕστερα ἀπὸ τὴ σχετικὴ ἀναφορὰ τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν Νεοφύτου, τὴν ὁποία συνυπέγραψαν οἱ Μητροπολίτες Κορίνθου καὶ Θηβῶν μαζὶ καὶ μὲ τὸν ἱερὸ κλῆρο καὶ τοὺς προκρίτους τῶν Ἀθηνῶν. Στὴν ἀναφορὰ ζητοῦσαν τὴν ἐπίσημη ἀναγνώρισή της ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἀφοῦ πάμπολλα ἦταν τὰ θαύματα ἀπὸ τὸ εὐωδιάζον ἱερό της λείψανο. Τὸ 1775 ἐκδόθηκε στὴ Βενετία ὑπὸ Λεονάρδου ποτὲ Δημητρίου Καπετανάκη τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν ἡ συνταχθεῖσα πρὸς τιμήν της Ἀκολουθία, ἔργο ἀγνώστου ὑμνογράφου, στὴν ὁποία παρατίθεται καὶ ὁ βίος της. Ἡ πανίερη μνήμη της τιμᾶται καὶ γεραίρεται στὶς 19 Φεβρουαρίου καὶ ἐτήσια λαμπρὰ πανήγυρη τελεῖται στὸν Ἱερὸ Καθεδρικὸ Ναὸ Ἀθηνῶν, ὅπου φυλάσσεται μέσα σὲ ἀσημένια λειψανοθήκη τὸ ἱερό της σκήνωμα, τὸ ὁποῖο καὶ λιτανεύεται μὲ τὴν πρέπουσα ἐκκλησιαστικὴ τάξη. Ἀλλὰ ἡ μνήμη της ἑορτάζεται πανηγυρικὰ καὶ στὸ ὄμορφο προάστιο τῆς Φιλοθέης, ὅπου σὲ μαγευτικὸ καταπράσινο λόφο εἶναι κτισμένος ὁ γραφικὸς ὁμώνυμος ἱερὸς ἐνοριακὸς ναὸς καὶ μάλιστα πλησίον τῆς ἐξόδου τῆς Κρύπτης τῆς Ἁγίας Φιλοθέης. Ἡ Κρύπτη αὐτὴ εἶναι μία σήραγγα διαφυγῆς, μία κτιστὴ ὑπόγεια δίοδος, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ τὸ μετόχιο τῆς Καλογρέζας καὶ καταλήγει στὸν λόφο, ὅπου ἔχει ἀνεγερθεῖ ὁ ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἀθηναίας Ἁγίας ἱερὸς ναὸς τῆς πολιούχου καὶ ἐφόρου τοῦ προαστίου τῆς Φιλοθέης. Σύμφωνα μάλιστα μὲ μία παράδοση ἡ Ἁγία Φιλοθέη ἐνταφιάσθηκε στὴν Κρύπτη τῆς Καλογρέζας. Ἄλλωστε ὁλόκληρη ἡ περιοχὴ τῆς Φιλοθέης ἀνῆκε στὴν Ἁγία καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα ἀπὸ αὐτή. Ἐνδεικτικὸ εἶναι ὅτι μέχρι τὸ 1936 ἡ περιοχὴ τῆς Φιλοθέης ὀνομαζόταν «Νέα Ἀλεξάνδρεια» καὶ ἀποτελοῦσε τὸν συνοικισμὸ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὅμως τὸ 1934 κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐξόρυξης κοκκινόπετρας ποὺ προοριζόταν γιὰ τὸ χτίσιμο τῶν σπιτιῶν τῆς περιοχῆς, 
ἀνακαλύφθηκε ἡ Κρύπτη τῆς Ἁγίας Φιλοθέης, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὑπῆρχε μικρὸ σπήλαιο μὲ μικρογραφία Ἁγίας Τραπέζης. Ἔτσι τὸ 1936 ἡ κοινότητα τῆς Νέας Ἀλεξάνδρειας μετονομάσθηκε σὲ Φιλοθέη. Ἀλλὰ καὶ ἡ γειτονικὴ περιοχὴ τοῦ Ψυχικοῦ ἔλαβε αὐτὴ τὴν ὀνομασία ἀπὸ ἕνα πηγάδι, τὸ ὁποῖο εἶχε ἀνοίξει ἡ Ἁγία Φιλοθέη λόγῳ τῆς ἔλλειψης νεροῦ. Χάρη σ’ αὐτὸ τὸ πηγάδι λύθηκε τὸ πρόβλημα, ἀφοῦ ἡ Ἁγία μ’ αὐτὴ τὴν πράξη της ἔκανε ἕνα «ψυχικό». Ἀλλὰ καὶ ἡ συνοικία τῆς Καλογρέζας τοῦ Δήμου Ν. Ἰωνίας ἔλαβε αὐτὴ τὴν ὀνομασία ἀπὸ τὴ λέξη «Καλογραία» ποὺ σημαίνει καλογριὰ καὶ ἀναφέρεται στὸ πρόσωπο τῆς Ἁγίας Φιλοθέης, ἡ ὁποία εἶχε ἱδρύσει στὴν περιοχὴ τὸ μετόχιο τῆς Καλογρέζας, στὸ ὁποῖο καὶ μεταφέρθηκε μετὰ τὸν βάναυσο τραυματισμό της, ὅπου καὶ ἐκοιμήθη στὶς 19 Φεβρουαρίου 1589. Ἡ Ἁγία Φιλοθέη τιμᾶται ἐπίσης στὴν Ἀττικὴ μὲ ὁμώνυμο παρεκκλήσιο στὴν περιοχὴ Διώνη Πικερμίου, καθὼς στὴν περιοχὴ τῆς Ἐκάλης μὲ ὁμώνυμη γυναικεία Ἱερὰ Μονή, ἡ ὁποία ἱδρύθηκε τὸ 1960 ἀπὸ τὸ ἀοίδιμο Ἀρχιμανδρίτη π. Κοσμᾶ Καράμπελα (1915 -… +20 Ἰουνίου 2003). Στὸν χῶρο τῆς Μονῆς ἱδρύθηκε τὸ 1963 Οἰκοτροφεῖο Θηλέων ὑπὸ τὴν ἐπωνυμία «Ἁγία Τριάς», ὅπου φιλοξενοῦνται νέες προεφηβικῆς καὶ ἐφηβικῆς ἡλικίας. Ἐνοριακὸς ναὸς ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Φιλοθέης ὑπάρχει ἐπίσης στὸν Πύργο Ἠλείας, ὅπου δίπλα λειτουργεῖ καὶ τὸ Οἰκοτροφεῖο – Ὀρφανοτροφεῖο Θηλέων «Ἡ Ἁγία Φιλοθέη», ἐνῶ στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας εἶναι ἀφιερωμένα παρεκκλήσια στοὺς ἱεροὺς ναοὺς Ἁγίας Αἰκατερίνης πόλεως Ἄργους καὶ Ἁγίου Κωνσταντίνου στὸ χωριὸ Χαλκιάδες Ἄρτας.

.               Ἡ «θεαρέστως βιώσασα καὶ ἐν κακουχίαις τελευτήσασα» στὶς 19 Φεβρουαρίου 1589 ἔνδοξος ὁσιομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Φιλοθέη ἡ Ἀθηναία ἀναδείχθηκε στοὺς δύσκολους καὶ σκοτεινοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας «τῶν διωκομένων τὸ ἀσφαλὲς καταφύγιον» καὶ «τῶν αἰχμαλώτων νεανίδων ἡ ἀναρρυσις», ἀφοῦ τὸ περιώνυμο μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου κατέστη τηλαυγέστατος φάρος ἐλπίδος καὶ παραμυθίας καὶ πνευματικὴ ἑστία ποὺ ἀκτινοβολοῦσε φῶς Χριστοῦ καὶ Ρωμιοσύνη. Ἵδρυσε τὸ πρῶτο σχολεῖο θηλέων στὴν νεώτερη ἱστορία τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀναδείχθηκε «ἄνθος εὐῶδες καὶ φῶς ἱλαρὸν ἐν τῷ βαρεῖ τῆς δουλείας χειμῶνι ἐν ταῖς κλειναῖς Ἀθήναις», διδάσκοντας καὶ παραδειγματίζοντας μὲ τὴν ἐνάρετη πολιτεία της, ἀφοῦ ἡ ἴδια κατέστη «παράδεισος ἀρετῆς καὶ σεμνότητος». Ἂς ἐπικαλεσθοῦμε λοιπὸν τὶς πρεσβεῖες της καὶ στοὺς σημερινοὺς χαλεποὺς καιρούς μας, ὥστε νὰ ἀντισταθοῦμε στὴν ὁλοένα καὶ αὐξανόμενη πνευματικὴ ἀλλοτρίωση, ἀλλὰ καὶ νὰ κρατήσουμε σταθερὴ τὴν πίστη μας καὶ τὰ ὑψηλὰ ἰδανικὰ τοῦ ἑλληνορθοδόξου Γένους μας.

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος

Ἐκπαιδευτικὸς

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.gr

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

H ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ «ἡ Κυρὰ τῶν Ἀθηνῶν, ἡ Μαΐστρα»: Φαινόμενο στὴν παγκόσμια ἱστορία τῆς παιδείας καὶ κoινωνικῆς προνοίας.

Μαρίας-Ἐλευθερίας Γιατράκου

 H ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ

 Ἀπὸ τὸν τόμο:

50ό ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ:
«Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ
ΓΙΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΥΠΑ»
,
(τοῦ συλλόγου Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολικῆς Δράσεως
 «Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ» – Τομεὺς Ἐπιστημόνων)
[ΑΘΗΝΑ 29 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2009, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 3 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2010,
ΠΑΤΡΑ 6-7 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2010]
σελ. 45-52 

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

EIΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Εὐτυχῶς … ποὺ ἠ προσωπικότητά της καὶ τὸ ἔργο της διδάσκονται στὰ «ὁραματικὰ» ἑλληνικὰ Σχολεῖα (τῆς Ντροπῆς , τοῦ Γραικυλισμοῦ, τῆς Προδοσίας, τῆς Ἀπανθρωπίας, καὶ τῆς Διαστροφῆς)! 

ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ.                Στὴν χορεία τῶν Μεγάλων Διδασκάλων καὶ ἀναµορφωτῶν τοῦ Γένους, ἐντάσσεται καὶ ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἡ Ἀθηναία. Βρισκόµαστε στὸν δέκατο ἕκτο αἰώνα, ἴσως ἀπ᾽ τοὺς βαρύτερους γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἀθήνα εἰδικότερα. Ἡ γραφίδα τῶν περιηγητῶν περιγράφει µὲ τὰ µἐλανότερα χρώµατα τὴν κατάσταση: « … εἶναι χερσωµένη, µοιάζει μὲ σκλάβα … ποὺ τὴν ἀποκαλοῦσαν ἄλλοτε ἄνθος τοῦ κόσµου. Καὶ τὰ περίλαµπρα µνηµεία της καὶ τὰ κτίριά της σωριασµένα … ». Αὐτὰ συνέβαιναν τὸ 1530.
.                Ὁ ἴδιος περιηγητὴς καταγράφει τοὺς βαρύτατους φόρους ποὺ εἰσέπρατταν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες οἱ Τοῦρκοι κατακτητές. Ἀνάλογες παρατηρήσεις κάνει καὶ ὁ γραµµατικὸς τοῦ Γάλλου περιηγητῆ d᾽ Αramοn. Οἱ κάτοικοί της δὲν ξεπερνοῦσαν τὶς 6.000. Ἐνδεχοµένως οἱ Ἀθηναῖοι τούρκεψαν ἀπὸ βίαιο ἐξισλαµισµὸ καὶ ἡ Ἀθήνα δὲν µπόρεσε νὰ ἀποφύγει τὸ παιδοµάζωµα, ὅπως ἐξ ἄλλου, προκύπτει ἀπὸ τὸ χρονικὸ τοῦ Λάµπρου. Τὸ κακὸ ἐπιτείνεται ἀπὸ τὶς θεοµηνίες καὶ τὴν πανώλη ποὺ ξεκληρίζουν ὁλόκληρες οἰκογένειες. Ἀδιάψευστα τεκµήρια ἀποτελοῦν τὰ χαράγµατα στὶς κολῶνες τῶν ἀρχαίων µνηµείων ποὺ ἀναφέρονται στὰ ὀνόµατα τῶν ἀπαγχονισθέντων ἀπὸ τοὺς Τούρκους, καθὼς ἐπίσης ὀνόµατα ἄλλων ποὺ πέθαναν ἀπὸ λοιµούς. Παράλληλη µάστιγα, ἡ πειρατεία. Τὸ μορφωτικὸ ἐπίπεδο τῶν κατοίκων ἀνησυχητικό. Τὰ ἀνήσυχα πνεύµατα ἔφυγαν γιὰ τὴν Δύση. Ἡ γλῶσσα τῶν Ἀθηναίων ἀνεµείχθη μὲ τῶν Ἀρβανιτῶν, σύµφωνα μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ Θεοδόση Ζυγοµαλᾶ. Δὲν ὑπάρχουν πληροφορίες γιὰ ὕπαρξη σχολείων. Πιθανῶς τὰ ἀρχοντόπουλα νὰ μορφώνονταν μὲ οἰκοδιδασκάλους ἢ ἀπὸ τὸν παπά, μὲ λίγα γράµµατα ἀπὸ τὸ Ψαλτήρι.
.                Μέσα σ᾽ αὐτὲς τὶς τραγικὲς συνθῆκες τῆς πρώτης Τουρκοκρατίας γεννιέται στὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Ἄγγελου Μπενιζέλου καὶ µετὰ ἀπὸ πολλὲς προσευχὲς ἡ Παρασκευούλα – Ρεβούλα. Ὁ πατέρας της, ἕνας ἀπ᾽ τοὺς δηµογέροντες τῶν Ἀθηνῶν, κι ἡ µητέρα τῆς Συρίνα ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τῶν Παλαιολόγων.
.                Ἡ µικρὴ Ρεβούλα ἀπέκτησε ἐπιµεληµένη μόρφωση κοντὰ σὲ ἰδιωτικὸ δάσκαλο, σπάνια περίπτωση γιὰ τὴν ἐποχή, ἀλλὰ κυρίως γιὰ τὰ κορίτσια. Κατὰ τὸ παράδειγµα τῆς µητέρας τῆς ἀγαποῦσε ἀπὸ µικρὴ τὶς ἐλεηµοσύνες. οἱ γονεῖς της τὴν ὑπάνδρευσαν σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν, ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Κατακτητῆ, παρὰ τὶς δυσκολίες καὶ ἀντιδράσεις της καὶ σύµφωνα μὲ τὸ συναξάρι της «ἔστερξε καὶ ἀκουσίως συνεζεύχθη νοµίµῳ ἀνδρί, ὅστις μὲ τὸ νὰ ἔτυχε γνώµης σκληρᾶς καὶ σχεδὸν ἀπανθρώπου, τὴν ἔθλιβε καθηµερινῶς μὲ διαφόρους κακώσεις καὶ τιµωρίας». Σὲ ἡλικία 17 ἐτῶν µένει χήρα, ξαναγυρίζει στὸ πατρικὸ καὶ δὲν προχωρεῖ σὲ δεύτερο γάµο παρὰ τὴν παρακίνηση τῶν γονέων της.
.                Ἡ Ρεβούλα τώρα προσανατολίζεται πρὸς τὸν Θεὸ ἐξ ὁλοκλήρου καὶ πρὸς τὴν πτωχή, ἀνήµπορη, σκλάβα, ταλαιπωρηµένη καὶ παραστρατηµένη γυναίκα, πρὸς τὰ ὀρφανά, τοὺς αἰχµαλώτους, στὰ σκλαβοπάζαρα, ποὺ τοὺς αἰσθάνεται ν᾽ ἁπλώνουν τὸ χέρι καὶ νὰ ζητοῦν τὴν βοήθειά της.
.                Μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων της κληρονοµεῖ τὴν ἀπέραντη περιουσία τους. Τὸ ἀρχοντικὸ τῶν Μπενιζέλων ποὺ σώζεται ἀκόµη στὴν Πλάκα καὶ πολλὰ κτήµατα στὰ Πατήσια, Περισσό, Καλογρέζα, Φιλοθέη, Ψυχικὸ καὶ ἀλλοῦ.
.                Ἡ ἀρχoντoπoύλα Ρεβούλα μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ παίρνει τὴν γενναία ἀπόφαση νὰ δράσει στὴν Τουρκοκρατούµενη Ἀθήνα. Νὰ ἐλαφρύνει τὸν ἀνθρώπινο πόνο, νὰ µετριάσει τὴν σκλαβιά, νὰ καταπολεµήσει τὴν ἀµάθεια. Δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν προσωπική της ἡσυχία, ἀλλὰ γιὰ τὸν πόνο ποὺ ὑπάρχει γύρω της.
.                Μὲ πρῶτο ἀνθρώπινο πυρήνα τὶς γυναῖκες ποὺ ἐργάζονταν στὸ πατρικό της σπίτι χτίζει κοντὰ στὴν σηµερινὴ Μητρόπολη τῶν Ἀθηνῶν, στὸν περίγυρο τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, τὸν Παρθενώνα της, γύρω στὸ 1571, στὸν ὁποῖο ἀφιερώνει τὴν περιουσία της. Ἡ σταυροπηγιακὴ αὐτὴ μονὴ συνδέεται ἀρρήκτως μὲ τὴν ἱστορία τοῦ τόπου ἐπὶ Τουρκοκρατίας, «οὐχὶ ἅπαξ καταδιωκοµένους ἐπροστάτευσε καὶ περιέσωσε καὶ φυγάδευσε, οὐχὶ ἅπαξ κατεστράφη ὑπὸ τῶν Τούρκων καὶ πρὶν καὶ ἀφοῦ ἡ ἱδρύσασα ταύτην ἔπεσε θύµα τοῦ ἱεροῦ καθήκοντός της». Μεγαλύτερη καταστροφή, θὰ ὑποστεῖ ἡ Μονὴ κατὰ τὴ Μοροζίνεια λαίλαπα τοῦ 1687.
.                Παρὰ τὶς ἄπειρες δυσκολίες ἡ «Κυρὰ τ᾽ Ἀγγέλου, ἡ Κυρὰ τῶν Ἀθηνῶν, ἡ Μαΐστρα», ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσαν, δὲν κάµπτεται. Τὸ Μοναστήρι χάρη σ᾽ αὐτήν, πλαισιωµένο ἀπὸ μοναχὲς καὶ τὶς μοναστηρίσιες, τὶς ἐξωτερικές, ὅπως τὶς ἔλεγαν, γίνεται κυψέλη ἐργασίας. Μὲ ἐργαστήρια καὶ ἀργαλειούς, μὲ κεντῆστρες, ράφτρες καὶ γυναῖκες ποὺ ἐργάζονταν γιὰ τὴν ἐπιβίωσή τους. Κι ἐνῶ οἱ μοναχὲς εἶχαν κανονικὰ κελλιά, ἡ Ἁγία εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό της ἕνα ἀσκηταριό, ποὺ κατέβαινε μὲ πολλὰ σκαλοπάτια.
.                Ἀλλά, ἡ Φιλοθέη δὲν φροντίζει μόνο γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν τῶν ἐργαζοµένων. Ἐπιθυµεῖ νὰ κτυπήσει τὴν ἀµάθεια. Καὶ ἱδρύει τὸ πρῶτο Σχολεῖο Θηλέων στὴ νεώτερη Ἱστορία τῆς Ἑλλάδας καὶ τῆς Εὐρώπης, στὴν ἐρειπωµένη Ἀθήνα. Αὐτὸ θὰ εἶναι στὸ ἑξῆς ἡ ἐλπίδα τοῦ Γένους, ὕστερα ἀπὸ τὴν πτώση τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ θὰ προστατεύσει τὰ κορίτσια ἀπὸ τὴν αὐθαιρεσία τῶν Τούρκων καὶ θὰ προφυλάξει τὸ Γένος ἀπὸ τοὺς ἐξισλαµισµούς, θὰ  δυναµώσει τὴν πίστη στὴν Θρησκεία καὶ στὸν Ἑλληνισµό. Θὰ φυλάξει ἕνα πλῆθoς πτωχὲς εὐκατάστατες κόρες στὴν μονή, στὰ µετόχια της σὲ συγγενικὰ σπίτια ἢ σὲ γύρω νησιά.
.                Πρωτοποριακὴ ἡ κίνηση τῆς Φιλοθέης στὸν χῶρο τῆς παιδείας, τῆς φιλανθρωπίας, τῆς κοινωνικῆς προσφορᾶς. Μία νέα Βασιλειάδα θὰ µποροῦσε νὰ χαρακτηριστεῖ τὸ παιδευτικὸ καὶ φιλανθρωπικό της συγκρότηµα. Μὲ Σχολεῖα, Γηροκοµεῖο, ἐργαστήρια καὶ χειροτεχνεῖα, Νοσοκοµεῖο, ξενώνα, γιὰ νὰ φιλοξενοῦνται οἱ περαστικοί, ὀρφανοτροφεῖο.
.                Ἔργο θαυµαστὸ γιὰ µιὰ ἐποχὴ δύσκολη στὴν Ἑλλάδα, ὅπως μαρτυροῦν ἀκόµη καὶ ξένοι καὶ ἑτερόδοξοι, ἀκόµη καὶ ὁ καθολικὸς ἐπίσκοπος Ζακύνθου Paulo Del Grasso, σὲ ἐπιστoλὴ ποὺ ἀπηύθυνε στὸν Δόγη τῆς Βενετίας. Φαινόµενο στὴν παγκόσµια ἱστορία τῆς παιδείας καὶ κoινωνικῆς προνοίας. Κι ὅλα αὐτά, ἀγνοώντας τὶς ἐπικρίσεις καὶ τοὺς ψιθυρισµούς. Συγκινητικὲς οἱ μαρτυρίες τῆς ἐπoχῆς. Κι ὅταν χάρη στὴν φιλανθρωπία τῆς Φιλοθέης ἄδειαζαν οἱ ἀποθῆκες καὶ τὰ κελλάρια τῆς Moνῆς, ἡ Φιλοθέη μὲ πίστη ἀντιµετώπιζε τοὺς γογγυσµοὺς τῶν μοναχῶν. Κι ἡ βoήθεια ἔρχεται ἀναπάντεχα ἀπὸ διάφορα µέρη ἀκόµη κι ἀπ᾽ τοὺς Ἕλληνες τῆς Βράϊλας τῆς Ρουµανίας, ποὺ ἐπισκέφθηκαν τὴν Μονή. Ἡ Φιλοθέη ἀναζωσµένη τὸ ράσo της τρέχει ἀσταµάτητα, ἀπὸ τὸν κατὴ στὸν βοεβόδα, κι ἀπ᾽ τὸν φλαµπουριάρη στὸν σούµπαση. Ἀγοράζει ἀπ᾽ τὰ σκλαβοπάζαρα παρθένες, βοηθάει αἰχµάλωτες νὰ δραπετεύσουν, δίνει µπαξίσια καὶ παίρνει χριστιανὲς ἀπὸ τὰ χαρέµια. Κι ὅλες τὶς φυγαδεύει μὲ ἀνθρώπους δικούς της στὰ νησιά, στὴν Ἄνδρο καὶ στὴν Τζιά, στὰ µετόχια ποὺ ἔκτισε γι᾽ αὐτὸ τὸν σκοπό. Κι ἀπὸ ἐκεῖ ἥσυχα τὶς στέλλει στὶς πατρίδες … τους.
.                Τὰ βενετικὰ Ἀρχεῖα μᾶς παρέχουν πολύτιμες ἱστορικὲς εἰδήσεις γιὰ τὴν φιλανθρωπικὴ δράση τῆς Ἁγίας. Οἱ προσπάθειες τῆς Ἁγίας σὲ ὅλους τοὺς τοµεῖς πρωτοποριακές. Ἤδη ἀπὸ τὸν 16ο αἰώνα ἡ Φιλοθέη εἶχε λύσει τὸ θέµα τῶν φυλετικών διακρίσεων, βοηθοῦσε ἀδιακρίτως Ἕλληνες καὶ Τούρκους, πιστοὺς καὶ ἀπίστους. Ἀκόµη καὶ Τουρκάλες κατέφευγαν στὸ Μοναστήρι της καὶ κάποιες ἀπὸ αὐτὲς ἔγιναν χριστιανὲς καὶ μοναχές, γεγονὸς ποὺ ἐξῆπτε περισσότερο τὴν μανία τῶν Τούρκων ἐναντίον της. Συλλαµβάνεται, φυλακίζεται, ὑφίσταται μαρτύρια. Ἡ ἴδια γράφει: « … καθ᾽ ἑκάστην ὥραν μὲ ἔδιδαν μαρτύριον νὰ γίνω τούρκισσα, ἐγώ τε καὶ οἱ ἀδελφὲς ἢ νὰ μὲ καύσουν». Γιὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν ὑποχρεώνεται νὰ δώσει στοὺς Τούρκους «ὀγδοήκοντα χιλιάδες ἄσπρα», γεγονὸς ποὺ ὁδήγησε τὸ μοναστήρι σὲ χρέος βαρύτατο.
.                Πιεσµένη ἀπὸ τὴν ἀνάγκη αὐτή, ἡ Φιλοθέη ἐπιτυγχάνει τοὺς σκοπούς της ἀναπτύσσοντας ὄχι ἁπλῶς δηµόσιες ἀλλὰ διεθνεῖς σχέσεις. Κι ἀπευθύνεται μὲ ἐπιστολή της στὸν Δόγη τῆς Βενετίας καὶ στὴν Γερουσία τῆς Βενετίας, ζητώντας βοήθεια γιὰ νὰ ἐξοφλήσει τὸ χρέος τῶν ἑξήντα χιλιάδων ἄσπρων, ποὺ χρεωστοῦσε ἡ Μονή. Ἡ ἐπιστολή της αὐτὴ σώζεται στὰ Ἀρχεῖα τῆς Βενετίας. Μετὰ ἀπὸ ἐξονυχιστικὴ ἐξέταση τοῦ θέµατος, ἡ Γερουσία τῆς Γαληνοτάτης Δηµοκρατίας ἀποφασίζει στὶς 7.8.1583 μὲ 147 ψήφους ὑπὲρ καὶ 2 κατὰ νὰ δοθεῖ ἐπιχορήγηση 200 χρυσῶν τζεκινίων κι ἔτσι ἡ Μονὴ ἀνακουφίστηκε ἀπὸ τὴν ἀγωνία τοῦ Τούρκου. Κι ὁ Μέγας Λογοθέτης Ἱέραξ, ὁ ὁποῖος ἐστάλη ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴν Ἀθήνα, θαύµασε τὴν ἐργασία τῆς Φιλοθέης, τῆς σπουδαίας καὶ δυναµικῆς γυναίκας ποὺ κρυβόταν κάτω ἀπὸ τὸ ράσο. Βεβαίως, γιὰ τὸ γιγάντιο ἔργο της γνώρισε καὶ τὸν φθόνο, ἀκόµη κι ἀπὸ τοὺς συµπατριῶτες της, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν ἀκολουθία της:  «Οἱ ἀττικοὶ … τὰς µὲν ἀρετὰς µισοῦσιν τὰς δὲ κακίας φιλοῦσι … διὰ τοῦτο οὖν καὶ αὐτὴ σιωπῇ πολλὰς ὕβρεις ἀκούουσα, ὡς ἤχους θαλάττης, κλύδωνι µαινοµένης …». Αὐτός, δυστυχῶς, εἶναι πάντοτε ὁ φόρος τῶν µεγάλων ἰδανικῶν. Ἀλλά, κι οἱ Τοῦρκοι ποτὲ δὲν χώνεψαν τούτη τὴν καλόγρια, ποὺ εἶχε µετατρέψει τὸ μοναστήρι σὲ ἑστία ἐθνικῆς ἀκτινοβολίας. Ἡ αὐταπάρνηση καὶ οἱ θυσίες της ἦταν µιὰ πρόκληση γι᾽ αὐτούς. Ζητοῦσαν διαρκῶς εὐκαιρία νὰ τὴν ἐξοντώσουν. Ἔτσι, στὶς 2 Ὀκτωβρίου τοῦ 1588, παραµονὴ τῆς γιoρτῆς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, κατὰ τὴν ὁλονυκτία µπῆκαν πέντε Τοῦρκοι σὰν σίφουνας στὴν Ἐκκλησία, «ἥρπασαν τὴν Φιλοθέη καὶ ἀπὸ τὰς περισςὰς µάστιγας καὶ τὰ τραύµατα τὴν ἄφησαν σχεδὸν ἡµιθανῆ».
.            Ἔζησε ἡ Ἁγία µέχρι τὶς 19 Φεβρουαρίου 1589, µέρες μαρτυρικὲς καὶ ποτὲ δὲν συνῆλθε ἀπὸ τὶς φρικτὲς κακώσεις.
.            Πέρασε στὴν χορεία τῶν νεοµαρτύρων ποὺ πότισαν μὲ τὸ αἷµα τους τὸ δένδρο τῆς δικῆς μας ἐλευθερίας. Μετὰ τὸν θάνατό της εὐωδίασε ὁ τόπος, ὅπου τὴν εἶχαν ἀποθέσει, καὶ µετὰ ἕνα χρόνο βρέθηκε τὸ σῶµα της ἀκέραιο. Τὸ μοναστήρι συνέχισε τὴν δράση του µέχρι τὶς ἡµέρες τῆς Ἐπαναστάσεως μὲ δάσκαλο κάποιον καλόγηρο Παΐσιο.
.            Μετὰ ἀπὸ δέκα χρόνια τὸ Πατριαρχεῖο ἀνακήρυξε τὴν Φιλοθέη Ἁγία καὶ ὅρισε ἡµέρα τῆς µνήµης της τὴν 19η Φεβρουαρίου, «Ἵνα µὴ ὁ πανδαµάτωρ χρόνος λήθην τῶν ἀνδραγαθηµάτων αὐτῆς προξενήσῃ», ἀναφέρεται στὸ συνοδικὸ ἔγγραφο.
.            Ἡ Ἁγία Φιλοθέη λάµπρυνε μὲ τὴν προσωπικότητα, τὸ ἔργο, τὴν πνευµατική της ἀκτινοβολία ὁλόκληρο τὸν 16ο αἰώνα στὴν Ἀθήνα καὶ ἀναστήλωσε τοὺς γυρµένους ἀπὸ τὴν σκλαβιὰ Ἕλληνες.
.            Ἆραγε πόσες τέτοιες πρoσωπικότητες ἔχει νὰ ἐπιδείξει ἡ παγκόσµια Ἱστορία σὰν τῆς «Κυρᾶς τ᾽ ἀγγέλου τῆς Μαΐστρας», τῆς Φιλοθέης  Μπενιζέλου;

,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ

.        Ἡ Ὁσία Φιλοθέη γεννήθηκε τὸ ἔτος 1522 μ.Χ. στὴν τουρκοκρατούμενη τότε Ἀθήνα. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς της ὀνομάζονταν Ἄγγελος καὶ Συρίγα Μπενιζέλου. Ἡ μητέρα της ἦταν στείρα καὶ ἀπέκτησε τὴν Ἁγία μετὰ ἀπὸ θερμὴ καὶ συνεχὴ προσευχή.
.        Ὁ Κύριος ποὺ ἱκανοποιεῖ τὸ θέλημα ἐκείνων ποὺ Τὸν σέβονται καὶ Τὸν ἀγαποῦν, ἄκουσε τὴν δέησή της. Καὶ πράγματι, μία ἡμέρα ἡ Συρίγα μπῆκε κατὰ τὴν συνήθειά της στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ ἀπὸ τὸν κόπο τῆς ἔντονης καὶ ἐπίμονης προσευχῆς τὴν πῆρε γιὰ λίγο ὁ ὕπνος. Τότε ἀκριβῶς εἶδε ἕνα θαυμαστὸ ὅραμα. Ἕνα φῶς ἰσχυρὸ καὶ λαμπρὸ βγῆκε ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος καὶ εἰσῆλθε στὴν κοιλιά της. Ἔτσι ξύπνησε ἀμέσως καὶ ἔκρινε ὅτι τὸ ὅραμα αὐτὸ σήμαινε στὴν ἱκανοποίηση τοῦ αἰτήματός της. Ἔτσι κι ἔγινε. Ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ ἡ Συρίγα ἔμεινε ἔγκυος καὶ ἔφερε στὸν κόσμο τὴ μονάκριβη θυγατέρα της.
.       Μαζὶ μὲ τὴν Χριστιανικὴ ἀνατροφή, ἔδωσαν στὴν μοναχοκόρη τους καὶ κάθε δυνατή, γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, μόρφωση. Ἔτσι ἡ Ρηγούλα, αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομά της προτοῦ γίνει μοναχή, ὅσο αὔξανε κατὰ τὴν σωματικὴ ἡλικία, τόσο προέκοπτε καὶ κατὰ τὴν ψυχή, ὅπως λέει τὸ συναξάρι της.
.     Σὲ ἡλικία 14 χρονῶν, οἱ γονεῖς της τὴν πάντρεψαν μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τῆς Ἀθήνας. Ἀργότερα, ἀφοῦ πέθαναν οἱ γονεῖς καὶ ὁ σύζυγός της, ᾖρθε ἡ ὥρα νὰ πραγματοποιήσει ἕνα μεγάλο πόθο της. Ἀφιερώνεται ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Χριστό, γίνεται μοναχὴ καὶ παίρνει τὸ ὄνομα Φιλοθέη.
.       Κατ’ ἀρχήν, ὕστερα ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα τοῦ Πρωτόκλητου, τὸν ὁποῖο εἶδε σὲ ὅραμα, οἰκοδόμησε ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι μὲ ἀρκετὰ κελιά, στὸ ὁποῖο καὶ ἔδωσε τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου γιὰ νὰ τὸν τιμήσει. Στὸ μοναστήρι πρόσθεσε καὶ ἄλλα ἀναγκαῖα οἰκοδομήματα καὶ ἐκτάσεις καὶ τὸ προικοδότησε μὲ μετόχια καὶ ὑποστατικά, ποὺ ὑπερεπαρκοῦσαν γιὰ τὴ διατροφὴ καὶ συντήρηση τῶν μοναζουσῶν.
.       Τὸ μοναστήρι αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα σῳζόταν στὴν Ἀθήνα, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐπὶ πολλὰ ἔτη μετὰ τὴν κοίμηση τῆς Ἁγίας καὶ ἦταν πλουτισμένο, ὄχι μόνο μὲ ὑποστατικὰ καὶ διάφορα μετόχια, ἀλλὰ καὶ μὲ πολυειδὴ χρυσοΰφαντα ἱερατικὰ ἄμφια καὶ σκεύη, ἀπαραίτητα γιὰ τὶς ἐτήσιες ἱερὲς τελετὲς καὶ ἀγρυπνίες. Προπαντὸς ὅμως τὸ μοναστήρι σεμνυνόταν καὶ ἐγκαλλωπιζόταν μὲ τὸ θησαυρὸ τοῦ τιμίου καὶ ἁγίου λειψάνου τῆς Ἁγίας, τὸ ὁποῖο ἦταν ἀποθησαυρισμένο καὶ ἀποτεθειμένο στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὅπου καὶ τὸ ἀσπάζονταν μὲ εὐλάβεια ὅλοι οἱ Χριστιανοί. Τὸ τίμιο λείψανο τῆς Ἁγίας σκορποῦσε εὐωδία, γεγονὸς ποὺ ἀποτελοῦσε ἐμφανὴ μαρτυρία καὶ ἀπόδειξη τῆς ἁγιότητας αὐτῆς.
.       Τὸ παράδειγμά της, λοιπόν, νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Χριστό, τὸ ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλες νέες. Σὲ λίγο διάστημα, ἡ μονὴ ἔφθασε νὰ ἔχει διακόσιες ἀδελφές. Ἡ μονὴ τῆς Ὁσίας Φιλοθέης γίνεται πραγματικὸ λιμάνι. Ἐκεῖ βρίσκουν προστασία ὅλοι οἱ ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὴν σκλαβιά. Ἐκεῖ οἱ ἄρρωστοι βρίσκουν θεραπεία, οἱ πεινασμένοι τροφή, οἱ γέροντες στήριγμα καὶ τὰ ὀρφανὰ στοργή.
.        Ἡ Ὁσία, παρὰ τὶς ἀντιδράσεις τῶν Τούρκων, οἰκοδομεῖ διάφορα φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, νοσηλευτήρια, ὀρφανοτροφεῖα, «σχολεα δι τος παδας τν θηναίων, δι ν’ νοίξ τος φθαλμος ατν πρς τν παράδοσιν κα τν δόξαν τν προγόνων των». Πρωτοστατεῖ σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔργα ἡ ἡγουμένη Φιλοθέη. Διδάσκει μὲ τὰ λόγια καὶ μὲ τὴ ζωή της. Στηρίζει τοὺς πονεμένους σκλάβους μὲ τὴν προσευχή της. Ἰδιαίτερες εἶναι οἱ φροντίδες της γιὰ νὰ σώσει ἀπὸ τὸν ἐξισλαμισμὸ ἢ τὴν ἁρπαγὴ τῶν Τούρκων τὶς νέες Ἑλληνίδες.
.        Ἡ ὅλη ὅμως δράση τῆς Ἁγίας Φιλοθέης ἐξαγρίωσε κάποτε τοὺς Τούρκους. Κάποια στιγμὴ τὴν συλλαμβάνουν καὶ ἐκείνη μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ὁμολογεῖ: «γ διψ ν πομείνω διάφορα εδη βασανιστηρίων γι τ νομα το Χριστο, τν ποο λατρεύω κα προσκυν μ λη μου τν ψυχ κα τν καρδιά, ς Θε ληθιν κα νθρωπο τέλειο κα θ σς χρωστάω μεγάλη εγνωμοσύνη ν μπορετε μία ρα πρωτύτερα ν μ στείλετε πρς Ατν μ τ στεφάνι το μαρτυρίου». Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἡρωικὴ αὐτὴ ἀπάντηση πρὸς τοὺς κατακτητές, ὅλοι πίστευαν ὅτι ἡ πανευτυχὴς καὶ φερώνυμη Φιλοθέη ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἐτελειοῦτο διὰ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Ὅμως, κατὰ θεία βούληση, τὴν τελευταία σχεδὸν στιγμὴ πρόφθασαν κάποιοι Χριστιανοὶ καὶ καταπράϋναν τὸν ἡγεμόνα μὲ διάφορους τρόπους. Ἔτσι πέτυχαν νὰ ἐλευθερώσουν τὴν Ἁγία.
.        Ἀφεθεῖσα πλέον ἐλεύθερη, ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἐπέστρεψε ἀναίμακτη στὸ μοναστήρι της, ὅπως ἐπὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὁ μυροβλύτης Νικόλαος καὶ πολλοὺς αἰῶνες ἀργότερα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Φρόντιζε δέ, ὄχι μόνο γιὰ τὴ σωτηρία τῆς δικῆς της ψυχῆς ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων, ἀφοῦ τοὺς μὲν ἐνάρετους τοὺς στερέωνε στὴν ἀρετή, τοὺς δὲ ἁμαρτωλοὺς τοὺς βελτίωνε ἠθικὰ καὶ τοὺς ὁδηγοῦσε στὴ μετάνοια. Καὶ ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ πέρασε στὴ νῆσο Τζιὰ (Κέα), ὅπου πρὸ πολλοῦ εἶχε οἰκοδομήσει μετόχι, γιὰ νὰ ἀποστέλλει ἐκεῖ τὶς μοναχὲς ἐκεῖνες ποὺ φοβοῦνταν γιὰ διαφόρους λόγους νὰ διαμένουν στὴν Ἀθήνα. Στὴν Τζιὰ ἔμεινε ἀρκετὸ χρόνο καὶ κατήχησε θεαρέστως τὶς ἀσκούμενες ἀδελφὲς στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν κανόνων τῆς μοναστικῆς ζωῆς. Μόλις τελείωσε τὸ ἔργο της ἐκεῖ, ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Ἀθήνα.
.        Ἔτσι λοιπόν, ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἀφοῦ ἔφθασε στὴν τελειότητα καὶ στὴν πράξη καὶ στὴν θεωρία, ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα, πρὸς ἀπόδειξη τοῦ θαυματουργικοῦ της χαρίσματος, θὰ μνημονεύσουμε ἕνα μόνο, τὸ ἀκόλουθο: Ζοῦσε στὴν ἐποχή της ἕνας νέος, ποιμένας προβάτων, ὁ ὁποῖος ἀπὸ πολὺ μικρὸς εἶχε συνηθίσει στὶς κλεψιὲς καὶ στὶς ρᾳδιουργίες. Ὁ νέος αὐτός, κατὰ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, κυριεύθηκε ἀπὸ τὸν Σατανᾶ. Ἐξ αἰτίας τούτου περιφερόταν στὰ βουνὰ καὶ στὶς σπηλιὲς γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος , θέαμα ὄντως ἐλεεινό. Πολλὲς φορές, ὅταν συνερχόταν ἀπὸ τὴν τρέλα, στὴν ὁποία τὸν εἶχε ὁδηγήσει ὁ Σατανᾶς, σύχναζε στὰ γύρω μοναστήρια γιὰ νὰ βρεῖ θεραπεία στὴν ἀσθένειά του. Δὲν μποροῦσε ὅμως νὰ πετύχει τίποτε. Κάποιοι, ποὺ τὸν εὐσπλαγχνίστηκαν, τὸν ὁδήγησαν στὴν Ἁγία Φιλοθέη ἡ ὁποία, ὕστερα ἀπὸ πολὺ καὶ ἐκτενὴ προσευχὴ τὸν λύτρωσε ἀπὸ ἐκείνη τὴ διαβολικὴ μάστιγα. Ἔπειτα, ἀφοῦ τὸ νουθέτησε ἀρκετά, τὸν εἰσήγαγε καὶ στὴν τάξη τῶν μοναχῶν. Καὶ ἔτσι ὁ νέος ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἐκάρη μοναχός, πέρασε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του μὲ μετάνοια καὶ ἄσκηση, θαυμαζόμενος ἀπ’ ὅλους.
.      Μάταια οἱ Τοῦρκοι προσπαθοῦν νὰ ἀνακόψουν τὴν δράση της. Ὥσπου μία νύχτα, στὶς 2 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1588, πῆγαν στὸ μονύδριο ποὺ εἶχαν οἰκοδομήσει στὰ Πατήσια (ἔτυχε τότε νὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ ἡ Ἁγία μαζὶ μέ τὶς ἄλλες ἀδελφὲς βρίσκονταν στὸν ἱερὸ ναὸ ἐπιτελώντας ὁλονύκτια ἀγρυπνία) καὶ πέντε ἀπὸ αὐτοὺς ἀνέβηκαν στὸν ἐξωτερικὸ τοῖχο καὶ πήδησαν μέσα στὴν αὐλή. Στὴν συνέχεια εἰσέβαλαν στὸ ναό, ὅπου ἅρπαξαν τὴν Ἁγία καὶ τὴν μαστίγωσαν μὲ μανία καὶ βαναυσότητα. Τὸ ἀσκητικό της σῶμα δὲν ἄντεξε πολύ. Ἡ Δορκὰς τῶν Ἀθηνῶν ὑπέκυψε.
Εἴκοσι ἡμέρες μετὰ ἀπὸ τὴν κοίμηση τῆς Ἁγίας, ὁ τάφος της εὐωδίαζε. Ἀκόμη, ὅταν μετὰ ἀπὸ ἕνα ἔτος ἔγινε ἡ ἀνακομιδή, τὸ τίμιο λείψανό της βρέθηκε σῶο καὶ ἀκέραιο. Ἐπιπλέον ἦταν γεμάτο μὲ εὐωδιαστὸ μύρο, τρανὴ καὶ λαμπρὴ ἀπόδειξη τῆς θεάρεστης καὶ ἐνάρετης πολιτείας της, πρὸς δόξα καὶ αἶνο τοῦ Θεοῦ καὶ καύχημα τῆς πίστεώς μας. Τὸ ἱερὸ λείψανό της βρίσκεται σήμερα στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Ἀθηνῶν.

ΠΗΓΗ: http://ieronproskynymagnekt.blogspot.com/

, ,

Σχολιάστε