Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἁγία Τριάς

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς)

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Ἰουστίνου [Πόποβιτς],
Δογματική, Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς Ἀλήθειας,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου,
Ἅγιον Ὄρος 2019, σελ. 173-174

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφίας»

.           […] Ὅλοι ἑνωνόμαστε στὸ ἕνα σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὡστόσο καθένας ἀπὸ ἐμᾶς παραμένει μιὰ ξεχωριστὴ καὶ ὁλοκληρωμένη προσωπικότητα.
.     Αὐτὸ συντελεῖται διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐφ᾽ ὅσον «ἐν ἑνὶ Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν, εἴτε Ἰουδαῖοι εἴτε Ἕλληνες εἴτε δοῦλοι εἴτε ἐλεύθεροι, καὶ πάντες ἓν [Πνεῦμα] ἐποτίσθημεν». Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἑνώνει, διὰ τῆς θείας δυνάμεώς του, ὅλους τοὺς πιστοὺς σὲ ἕνα σῶμα, στὴν Ἐκκλησία. κενο εναι ὁ κτίτωρ καὶ οκοδόμος τς κκλησίας. Σύμφωνα μὲ τὰ θεόπνευστα λόγια τοῦ ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου «τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀρχιτεκτονεῖ Ἐκκλησίαν Θεοῦ». Μ τ γιον Πνεμα ντασσόμαστε στὸ οἰκοδόμημα, συναρμοζόμαστε, ἐνσωματωνόμαστε στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Δι’ Ατο, βαπτιζόμαστε σὲ ἕνα σῶμα, στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δι’ Αὐτοῦ γινόμαστε «σύσσωμοι» τοῦ Χριστοῦ. Στὴν πραγματικότητα, διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ ἄνθρωπος γίνεται τοῦ Χριστοῦ, γίνεται χριστιανός, γίνεται μέρος τῆς Ἐκκλησίας. Ατ νχριστώνει κα χριστοποιε, νεκκλησιάζει κα κκλησιοποιε. Αὐτὸ καταργεῖ ὅλες τὶς διαφορὲς μεταξὺ τῶν Ἑβραίων, ὡς τοῦ περιουσίου λαοῦ, καὶ τῶν ὑπολοίπων λαῶν, τῶν ἐθνικῶν, ἑνώνοντάς τους σὲ ἕνα σῶμα, σὲ ἕναν ὀργανισμό. Μ τ γιον Πνεμα πραγματώθηκε καὶ οκοδομεται, συνεχς, τ γιο, θεανθρώπινο, καθολικ σμα τς κκλησίας, τὸ ἕνα καὶ ἀδιαίρετο. Σὲ αὐτὸ τὸ καθολικὰ μοναδικὸ σῶμα κάθε ἄνθρωπος, Ἑβραῖος ἢ Ἕλληνας, δοῦλος ἢ ἐλεύθερος, πλούσιος ἢ φτωχός, μορφωμένος ἢ ἀμόρφωτος, γίνεται καινς νθρωπος· ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος γιὰ αὐτὸν τὸν καινὸ ἄνθρωπο εἶναι οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα σὲ ὅλους τοὺς κόσμους. Ὁτιδήποτε ὑπάρχει στὸ ὂν τοῦ ἀνθρώπου καὶ νιώθει πείνα γιὰ τὸ αἰώνιο καὶ τὸ θεῖο, τροφοδοτεῖται μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τρέφεται χωρὶς νὰ ξαναπεινάσει καὶ νὰ ξαναδιψάσει. Ἕνα πράγμα εἶναι ἀναμφίβολο, πὼς μόνο μ τ γιον Πνεμα γίνεται τοῦ Χριστο. Ἐπειδή, ὅπου εἶναι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκεῖ εἶναι καὶ ὁ Χριστός, ὅπως ἐπίσης, ὅπου εἶναι ὁ Χριστὸς ἐκεῖ εἶναι καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· μὲ ἕναν λόγο, ἐκεῖ εἶναι Ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα. Καὶ τὰ πάντα ἀπὸ Αὐτὴν πηγάζουν καὶ ἐν Αὐτῇ τὰ πάντα ὑπάρχουν. Ἀπόδειξη γι’ αὐτό, τὸ ἱερὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος ἐντριαδώνεται, προκειμένου κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς του, μὲ τὴν ἄσκηση τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν, νὰ τριαδοποιηθεῖ πλήρως, πράγμα ποὺ σημαίνει νὰ ζεῖ ἐκ τοῦ Πατρός, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. Δεχόμενος τὸ ἅγιο βάπτισμα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐνδύεται τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν Ἁγία Τριάδα. Ὁ βίος του μετὰ τὸ βάπτισμα δὲν εἶναι ἄλλο, καὶ οὔτε θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι, ἀπὸ μία διαρκῆ βίωση τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅλων ὅσων ἀνήκουν σὲ Αὐτόν, μία ἀδιάλειπτη βίωση τῆς Τριάδος καὶ ὅλων ὅσα ἀνήκουν σὲ Αὐτήν.

, , , , ,

Σχολιάστε

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓ. ΤΡΙΑΔΟΣ ἡ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

ορτ τς γίας Τριάδος ἡ Πεντηκοστή

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
-Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο
καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία–

σελ. 336-338,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
(Πελαγίας), 2008

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.                 Ἡ ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ μ τν κάθοδο το γίου Πνεύματος μαθαίνουμε τι Θες εναι Τριαδικός. Καὶ προηγουμένως τόσο στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, σκιωδῶς, ὅσο καὶ στὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ οἱ ἄνθρωποι μάθαιναν τὸ Τριαδικὸ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀπέκτησαν ἐμπειρικὴ πείρα τῆς τριαδικῆς ὑποστάσεώς του κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Ἔτσι, ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἑορτὴ τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας.
.                 Κάνοντας λόγο γιὰ ὀρθόδοξη θεολογία λέμε ὅτι ἄλλο εἶναι ὁ λόγος περὶ τοῦ Θεοῦ (θεολογία) καὶ ἄλλος ὁ λόγος περὶ τῆς ἐνσαρκώσεως (οἰκονομία). Ἑπομένως, τν μέρα τς Πεντηκοστς θεολογομε ρθόδοξα, γιατί μαθαίνουμε τι Θες εναι Τριαδικός, Πατήρ, Υἱὸς κα γιον Πνεμα. Σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη ἀποκαλυπτικὴ διδασκαλία ὁ Πατὴρ εἶναι ἄναρχος, ἀναίτιος καὶ ἀγέννητος, δηλαδὴ δὲν ἔχει ἀπὸ κανέναν τὴν αἰτία τῆς ὑπάρξεώς Του. Ὁ Υἱὸς προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα γεννητῶς, τὸ δὲ Ἅγιον Πνεῦμα προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα ἐκπορευτῶς. Αὐτοὶ οἱ ὅροι, ἀγεννησία, γέννηση καὶ ἐκπόρευση, μᾶς ἀποκαλύφθηκαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς κατανοήσουμε λογικά, γι’ αὐτὸ καὶ πάλι παραμένουν μυστήριο. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα προέρχονται ἀπὸ τὸν Πατέρα μὲ διαφορετικὸ τρόπο, δηλαδὴ ἔχουν ἰδιαίτερο ὑποστατικὸ ἰδίωμα, τρόπο ὑπάρξεως, ἀλλὰ ἔχουν τὴν ἴδια οὐσία μὲ Αὐτόν.
.                 Παρὰ τὸ ὅτι ὁ Πατὴρ εἶναι προβολεύς, ὁ Υἱὸς γέννημα τοῦ Πατρὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα πρόβλημα, δηλαδὴ ἐκπόρευμα, ἐν τούτοις ἔχουν τὴν ἴδια φύση-οὐσία καὶ δόξα-ἐνέργεια. Καὶ τὰ τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ὁμοούσια, ὁμόδοξα, ὁμοδύναμα, καὶ κανένα δὲν εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ ἄλλο. Δηλαδή, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δὲν εἶναι μικρότερης ἀξίας ἀπὸ τὸν Πατέρα. Καὶ ὅταν κάνουμε λόγο γιὰ Πρῶτο, Δεύτερο καὶ Τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, δὲν τὰ ἀξιολογοῦμε κατὰ τὴν ἀξία, τὴν ἀνωτερότητα καὶ τὴν δύναμη, ἀλλὰ κατὰ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεώς τους (Μ. Βασίλειος). Τελικά, ἡ λογική τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀνθρώπινες ἔννοιες καὶ λέξεις εἶναι ἀδύνατες νὰ διατυπώσουν τὸ μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
.                   Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔζησαν αὐτὸ τὸ μυστήριο, ὅσο ἦταν δυνατόν, κατὰ τὴν ἀποκαλυπτικὴ ἐμπειρία. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος κάνει λόγο γιὰ τρία φῶτα, τὰ ὁποῖα τὸν περιέλαμψαν κατὰ τὴν ἀποκάλυψη ποὺ εἶχε. Γράφει: «Οὐ φθάνω τὸ ἓν νοῆσαι, καὶ τοῖς τρισὶ περιλάμπομαι, οὐ φθάνω τὰ τρία διελεῖν καὶ εἰς τὸ ἓν ἀναφέρομαι».
.                Τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος μᾶς ἀποκαλύφθηκε ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος μιλώντας στοὺς Μαθητάς Του εἶπε ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ πέμπεται ἀπὸ Αὐτὸν τὸν Ἴδιο (Ἰω. ιε´, 26). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δὲν συμμετέχει στὴν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ συμμετέχει στὴν πέμψη καὶ ἀποστολή του στὸν κόσμο, καὶ αὐτὴ ἡ πέμψη εἶναι ἡ κατ’ ἐνέργειαν φανέρωση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι πέμπεται δι κα κ το Υο, μόνον κατ τν νέργεια κα φανέρωσή Του στν κόσμο, κα χι κατ τν κατ’ οσίαν παρξή Του. λλο παρξη το γίου Πνεύματος κα λλο κατνέργειαν φανέρωσή Του.
.                 Ὁ Πατὴρ εἶναι ἀπροσδεὴς καὶ γεννᾶ πρὸ πάντων τῶν αἰώνων, ἀϊδίως, ἴσον μὲ τὸν ἑαυτό Του Θεό, τὸν Υἱό, καὶ ἴσον ἐκπορεύει Θεό, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, χωρὶς νὰ χωρισθῆ ἡ θεότητα μὲ τὴν διαίρεση τῶν Προσώπων, ἀλλὰ εἶναι ἑνωμένη ἀσυγχύτως μὲ τὴν ἀπαρίθμηση τῆς Τριάδος. Τὸ ὅτι ὁ Υἱὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι νεώτερα ἀπὸ Αὐτόν, ἀφοῦ δὲν παρεμβάλλεται χρόνος μεταξύ τῆς ἀγεννησίας τοῦ Πατρὸς καὶ τῆς γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ, ὅπως καὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἀΐδια, συνάναρχα, ὁμοταγῆ καὶ ὁμότιμα.

, ,

Σχολιάστε

ΤΡΙΑΔΟΣ Η ΦΑΝΕΡΩΣΙΣ ΣΤΗΝ ΒΑΠΤΙΣΙ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
-Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο
καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία–

σελ. 112-113,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
(Πελαγίας), 2008

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.               Κατὰ τὴν βάπτιση τοῦ Χριστοῦ φανερώθηκε ἡ Ἁγία Τριάδα. Ἄλλωστε, ἕνας ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ Θεός, καίτοι ἔχει μία οὐσία καὶ φύση, ὅμως εἶναι τρισυπόστατος, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἔτσι λοιπόν, ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ Πατρός, ποὺ μαρτυρεῖ καὶ ἐπιβεβαιώνει ὅτι ὁ εὑρισκόμενος στὸν Ἰορδάνη τὴν ὥρα ἐκείνη εἶναι ὁ Υἱός του, καθὼς ἐπίσης παρίσταται καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα «ὡσεὶ περιστερά», σὰν περιστέρι.
.               Ἡ ἴδια ἀποκάλυψη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἴδια ἐπιβεβαίωση τοῦ Πατρὸς συνέβη καὶ λίγο πρὸ τοῦ πάθος τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴν μεταμόρφωσή του, ποὺ ἔγινε στὸ Θαβώρ.[…]
.               Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀναλύει θεολογικότατα καὶ θαυμάσια γιατί ἐμφανίζεται ὁ Τριαδικὸς Θεὸς τὴν στιγμὴ ἐκείνη. Διδάσκει ὅτι φανερώνεται ὁ Τριαδικὸς Θεὸς κατὰ τὴν δημιουργία καὶ τὴν ἀναδημιουργία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πλάση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κοινὴ ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ «ὁ Πατήρ, δι᾽ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» ποιεῖ τὰ πάντα. Ἄλλωστε στὴν Ἁγία Γραφὴ λέγεται ὅτι ὁ Τριαδικὸς Θεὸς ἀπεφάσισε τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου: «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν». Ὁ Πατὴρ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα τοῦ Λόγου καὶ ἐνεφύσησε τὴν ζωὴ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Καὶ ἐπειδὴ κοινὴ εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, γιὰ αὐτὸ ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάδα συμμετέσχε στὴν δημιουργία του. Ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ φανερωθῆ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς καὶ κατὰ τὴν ἀνάπλαση καὶ ἀναδημιουργία τοῦ ἀνθρώπου. Ἄλλωστε, μετὰ τὴν βάπτισή του ὁ Χριστὸς ἄρχισε ἐπισήμως τὸ ἔργο του γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
.               Ἡ φανέρωση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ἀνάπλαση τοῦ ἀνθρώπου δείχνει καὶ μία ἄλλη θεολογικὴ ἀλήθεια, ὅτι δηλαδὴ μόνον ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐπίγειος μύστης καὶ προσκυνητὴς τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλὰ καὶ ὅτι εἶναι ὁ μόνος κατ’ εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ δημιουργημένος. Ὅπως ἐπεξηγεῖ θεολογικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὰ ζῶα δὲν ἔχουν νοῦ καὶ λόγο, ἀλλὰ μόνο πνεῦμα ζωτικό, τὸ ὁποῖο πνεῦμα δὲν ὑφίσταται καθεαυτό, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι, ὅταν πεθαίνουν τὰ ζῶα, χάνεται καὶ τὸ πνεῦμα, δὲν παραμένει, ἀφοῦ δὲν ἔχει οὐσία, ἀλλὰ μόνο ἐνέργεια. Ἐπίσης οἱ ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι ἔχουν νοῦ καὶ λόγο, ἀλλὰ δὲν ἔχουν πνεῦμα ποὺ ζωοποιεῖ σῶμα, ἀφοῦ εἶναι ὑπὲρ αἴσθηση. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ἔχει νοῦ, λόγο καὶ πνεῦμα ποὺ ζωοποιεῖ συνημμένο σῶμα, γι᾽ αὐτὸ καὶ αὐτὸς μόνο εἶναι κατ’ εἰκόνα τῆς τρισυποστάτου θεότητος. Ἄλλωστε γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, προκειμένου νὰ σώση καὶ νὰ μεταμορφώση τὸν κόσμο, ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ὄχι ἄγγελος, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ περίληψη τῆς δημιουργίας. Ἔτσι, διὰ τοῦ θεουμένου ἀνθρώπου ἔχουμε καὶ τὴν μεταμόρφωση καὶ ἀλλαγὴ τῆς κτίσεως.

, , , , ,

Σχολιάστε

ΛΙΤΑΝΕΥΕΤΑΙ ΑΡΑΓΕ Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ;

ΛΙΤΑΝΕΥΕΤΑΙ ΑΡΑΓΕ Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ;

Ὁ θεολογικός σύμβουλος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μάνης καθηγητής τῆς Λειτουργικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Γ. Φίλιας, στόν ὁποῖο θέσαμε τό παραπάνω ἐρώτημα, ἔδωκε τήν παρακάτω ἀπάντησιν, τήν ὁποίαν καί προσυπογράφουμε.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΑΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Γ´

 

Η ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ

.             §1 Ἡ ἀπεικόνισις τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἀπότοκος τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ καταγράφει τὶς σχέσεις μεταξὺ τῶν τριῶν Προσώπων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Εἰκονολογίαν ἐπιτρεπτὴ εἶναι ἡ ἀπεικόνισις μόνον ὅσων εἴδαμεν καὶ συνέβησαν ἱστορικῶς, τῶν προφητικῶν ὁράσεων καὶ συμβόλων τοῦ σαρκωθέντος Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἁγίων.
.             Εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡ ἀπεικόνισις τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἀπαγορευμένες, ἐπειδὴ ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀπαγορεύει σὲ πολλὰ ἐδάφια τὶς ἀπεικονίσεις τῆς ἀόρατης Θεότητας1. Σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἡ Ἐνσάρκωσις τοῦ Λόγου δίδει τὴν δυνατότητα ἀπεικονίσεως μόνον τοῦ Υἱοῦ, καὶ μόνον κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν Του. Μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου, κατὰ τὴν τελευταίαν βυζαντινὴν περίοδον καὶ ἑξῆς, ἤρχισε νὰ ὑποστηρίζεται ἡ ἄποψις ὅτι καὶ ὁ ἄναρχος Πατὴρ πρέπει νὰ ζωγραφίζεται καθὼς ἐφάνη εἰς τὸν προφήτην Δανιὴλ ὡς «Παλαιὸς τῶν Ἡμερῶν».
.             Ἡ ἀπεικόνισις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς περιστεριοῦ ἐπιτρέπεται μόνον εἰς τὴν εἰκόνα τῶν Θεοφανείων, ὅπου τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐμφανίστηκε «ἐν εἴδει περιστερᾶς». Ἐπιτρέπεται, ἐπίσης, ἡ ἀπεικόνισις τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν Πεντηκοστήν, ὅταν «διεμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός» ἦλθον καὶ ἐστάθηκαν ἐπάνω τῆς κεφαλῆς τῶν Ἀποστόλων (Πράξεις 2, 3).

.             §2 Εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ὑπάρχουν δύο ἀπεικονίσεις τοῦ συνόλου τῆς Ἁγίας Τριάδος: ἡ πρώτη εἶναι ἡ παράστασις τῶν τριῶν Ἀγγέλων καὶ φέρει τὴν ἐπιγραφὴν «Ἡ Ἁγία Τριάς» ἤ «Ἡ φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ». Ἡ ἀπεικόνισις αὐτὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἡ παραδοσιακὴ καὶ γενικῶς ἡ πλέον ἀποδεκτή.
.             Ἡ δευτέρα ἀπεικόνισις εἶναι ἡ παράστασις τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλαδὴ τοῦ Πατρὸς ὡς γέροντος μὲ λευκὰ μαλλιὰ καὶ γένια, τοῦ Υἱοῦ ποὺ εἰκονίζεται καθισμένος εἰς τὰ δεξιά Του καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴ μορφὴν περιστερᾶς νὰ ἵπταται ἀνάμεσά τους. Ὁ τύπος αὐτὸς τῆς ἀπεικονίσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος μαρτυρεῖται (ὅπως προανεφέρθη) εἰς τοὺς ἔσχατους βυζαντινοὺς καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς μεταβυζαντινοὺς χρόνους ἐξ αἰτίας δυτικῆς ἐπιδράσεως.
.             Ὑπάρχει καὶ μία τρίτη ἀπεικόνισις, εἰς τὴν ὁποίαν παρουσιάζεται ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάς, χωρὶς ὡστόσο τὸ ἀντικείμενον τῆς εἰκόνος νὰ ἀναφέρεται εἰς Αὐτήν. Εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου, ποὺ ἴσως νὰ εἶναι καὶ ἡ πλέον ἀντιπροσωπευτικὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος.

.             §3 Νὰ ἐπιμείνομεν εἰδικότερον περὶ τῆς ἀπεικονίσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος μέσῳ τοῦ γεγονότος τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ.
.             Διὰ τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ρητὲς μαρτυρίες τῆς Καινῆς Διαθήκης, μαρτυροῦνται καὶ ὑπαινιγμοὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι καὶ ἡ εμφάνισις τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν Ἀβραὰμ ὑπὸ τὴν μορφὴν τριῶν ἀνδρῶν.
Εἰς τὴν Γένεσιν (18,1)  ἀναφέρεται ὅτι ἐνῶ ὁ Ἀβραὰμ ἐκάθητο πλησίον τῆς δρυὸς τοῦ Μαμβρῆ, ὅπου εἶχε κατασκηνώσει, τὸν ἐπεσκέφθηκαν τρεῖς ἄγνωστοι ἄνδρες. Ὁ Ἀβραὰμ τοὺς ὑπεδέχθη μὲ ἐγκαρδιότητα καὶ ἀγάπη, ἐν συνεχείᾳ δὲ τοὺς παρέθεσε πλούσιον γεῦμα. Κατὰ τὴν συζήτησιν οἱ ἄγνωστοι ἐπισκέπται ἀνήγγειλαν εἰς τὸν Ἀβραὰμ ὅτι ἡ γυναίκα του, Σάρρα, θὰ ἀποκτήσει συντόμως παιδί, ὅπως καὶ ἔγινε.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ βιβλικὸν αὐτὸ γεγονὸς εἶδον μίαν προτύπωσιν τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸ ὁποῖον ἀπεκαλύφθη πλήρως εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην. Ἐπειδὴ- εἰς τὴν συνέχειαν τῆς βιβλικῆς διηγήσεως- οἱ δύο ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἄνδρας ἐμφανίζονται ὡς Ἄγγελοι, ἐπεκράτησε νὰ εἰκονίζονται καὶ οἱ τρεῖς μὲ τὴν ἀγγελικὴν μορφήν. Παρόμοια εἰκόνα ὑπῆρχε καὶ ἐτιμᾶτο εἰς τοὺς ἀρχαίους καιροὺς εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἔγινε ἡ φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας. 

Ἡ ὑπεροχὴ τοῦ μέσου Ἀγγέλου ἐπεκράτησε εἰς πολλὰς εἰκόνας τῆς φιλοξενίας. Αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσαν ὁρισμένοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός) εἰς τὸ γεγονός.
.             Οἱ Πατέρες εἶδαν (εἰς τὸ γεγονὸς τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ) τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ συνοδευομένου ὑπὸ δύο Ἀγγέλων, ἐνῶ ἄλλοι Πατέρες (Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρείας, Ἀμβρόσιος ὁ Μεδιολάνων) ἑρμήνευσαν τὴν ἐπίσκεψιν τῶν τριῶν ἀνδρῶν ὡς προτύπωσιν ὁλοκλήρου τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι ὁ μέσος Ἄγγελος ὄχι μόνον ὑπερέχει εἰς μέγεθος τῶν δύο ἄλλων, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὁ μόνος ποὺ κρατᾶ εἰλητάριον. Αὐτὸ ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸν στοιχεῖον τῆς εἰκονογραφίας τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους· διὰ τοῦτο καὶ ὑπεστηρίχθη ὅτι, ἐπειδὴ μάλιστα ἔχει καὶ ἔνσταυρον φωτοστέφανον, συμβολίζει τὸν Χριστὸν ἤ κατ᾿ ἄλλους τὸν Θεὸν Πατέρα.
Εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν (κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἄγγελοι εἰκονίζονται ὡς ἰσοκέφαλοι, χωρὶς δηλαδὴ διάκρισιν μεγέθους καὶ ἄλλων χαρακτηριστικῶν), ἡ εἰκόνα θέλει νὰ δηλώσει τὴν ἰσοτιμίαν τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος.
.             Ἡ πατερικὴ ἑρμηνεία τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραὰμ ὡς συμβολισμοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπηρέασε καὶ τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔτσι, ἕνα τροπάριον τῆς Κυριακῆς τοῦ Παραλύτου παρουσιάζει ὡραιότατα τὸν συμβολισμόν: «Μέτοικος ὑπάρχων ὁ Ἀβραάμ, κατηξιώθη τυπικῶς ὑποδέξασθαι, ἑνικὸν μὲν Κύριον ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν, ὑπερούσιον, ἀνδρικαῖς δέ μορφώσεσιν» (Κανὼν Μεσονυκτικοῦ, ᾠδὴ ϛ´).

.             §4 Ἄς ἐπιμείνομεν περισσότερον εἰς τὴν θεολογικὴν ἑρμηνείαν τοῦ γεγονότος τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραὰμ ὡς ἀπεικονίσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος.
.             Ποῖα τὰ σημάδια ὅτι οἱ τρεῖς ξένοι εἶναι ὁ Θεός; Ὁ Ἀβραὰμ τρέχει καὶ τοὺς προσκυνᾶ ὡς τὸ ἔδαφος. Προσκύνησις καὶ μάλιστα ἐδαφιέα, οἱ Ἑβραῖοι ἐπεφύλασσαν μόνον εἰς τὸν Θεόν. Ἄς θυμηθοῦμε τοὺς τρεῖς παίδας ἐν καμίνῳ, οἱ ὁποῖοι ἐμαρτύρησαν διότι δὲν προσεκύνησαν τὸν Ναβουχοδονόσωρα καὶ τὴν εἰκόνα του. Συνεπῶς, ἡ ἐδαφιέα προσκύνησις μαρτυρεῖ ὅτι τὸ πρόσωπον ποὺ προσκυνεῖται εἶναι ὁ Θεός. Ὁ Ἀβραὰμ ἀποκαλεῖ τὸν ἕναν ἀπὸ τοὺς τρεῖς ὡς «Κύριο». Εἰς τὴν Π. Διαθήκην, «Κύριος» εἶναι μόνον ὁ Γιαχβέ, ὁ Θεός. Συνεπῶς, ὁ Ἀβραὰμ ἔχει θεοφάνειαν καὶ ἀναγνωρίζει εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἑνὸς Ἀγγέλου τὸν Θεόν.
.             Τὸ δεύτερον ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἀπὸ τὴν διήγησιν εἶναι τὸ ἀκόλουθον: οἱ τρεῖς αὐτοὶ ἄνδρες εἶναι τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος; Σαφῶς καὶ ὄχι. Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι μόνον ὁ ἕνας (ὁ μεσαῖος ἄνδρας). Γιατὶ αὐτὸν ἀπεκάλεσεν ὡς «Κύριον» ὁ Ἀβραάμ. Εἰς τὸ κείμενον ὑπάρχουν τρεῖς ἄνδρες, ὁ Ἀβραὰμ ὅμως ἀπευθύνεται μόνον πρὸς τὸν ἕνα καὶ τὸν ἀποκαλεῖ ὡς «Κύριον». Ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες; Ὅπως θὰ ἀποκαλυφθεῖ εἰς τὸ κείμενον ἀπὸ τὴν διήγησιν τῶν Σοδόμων καὶ τῶν Γομόρων (τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ μετὰ τὴν διήγησιν περὶ τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ), οἱ δύο ἀπὸ τοὺς τρεῖς εἶναι Ἄγγελοι. Ὁ τρίτος εἶναι ὁ ἄσαρκος Λόγος, τὸ δεύτερον Πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος. Διότι, οἱ προφῆται καὶ οἱ θεούμενοι (εἰς τὴν Π. Διαθήκην), καθὼς καὶ οἱ Ἀπόστολοι εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην, βλέπουν μόνον τὸν Λόγον· ἄσαρκον εἰς τὴν Παλαιὰν καὶ σαρκωμένον εἰς τὴν Καινήν. Ὁ «μελέκ-Γιαχβέ» («Ἄγγελος Κυρίου»), ὁ «Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος» εἰς τὴν Π. Διαθήκην, εἶναι ὁ ἄσαρκος Λόγος.
.             Ἔτσι, ὁ θεόπτης Μωυσῆς, μέσα εἰς τὴν φλεγομένην καὶ μὴ καιομένην βάτον, συνομιλεῖ μὲ τὸν «μελέκ-Γιαχβέ», τὸν ἄσαρκον Λόγον, τὸν Υἱὸν τοῦ Πατρός. Ἔτσι καὶ ὁ Ἀβραὰμ βλέπει καὶ προσκυνεῖ τὸν ἄσαρκον Λόγον, τὸν Υἱὸν τοῦ Πατρός. Ὅμως, ὅπως γνωρίζομεν ἀποκαλυπτικῶς πλέον ἀπὸ τὴν Καινὴν Διαθήκην, μέσα εἰς τὸν Υἱὸν εὑρίσκεται καὶ ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὅταν ὁ Φίλιππος λέγει εἰς τὸν Χριστόν: «Δεῖξε μας τὸν Πατέρα», ὁ Χριστὸς τοῦ ἀπαντᾶ: «Τόσον καιρὸ εὑρίσκεσαι μαζί μου Φίλιππε καὶ δὲν βλέπεις τὸν Πατέρα; Ὁ ἐμὲ ἑωρακώς, ἑώρακε καὶ τὸν Πατέρα» (Ἰω. ιδ´: 8-9). «Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί εστι» (Ἰω. ιδ´: 10). Δηλαδή, λέγει ὁ Χριστὸς: «Αὐτὸς ποὺ βλέπει ἐμένα, βλέπει καὶ τὸν Πατέρα. Γιατὶ ἐγὼ εὑρίσκομαι μέσα εἰς τὸν Πατέρα καὶ ὁ Πατέρας μέσα σὲ ἐμένα». Καὶ ὁ ἀπ. Παῦλος γράφει πρὸς τοὺς Κολασσαεῖς: «Μέσα στον Χριστὸ κατοικεῖ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (β´: 9). Δηλαδή, μέσα εἰς τὸν Χριστὸν κατοικεῖ ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάς. Ἔτσι, οἱ θεούμενοι καὶ οἱ προφῆται τῆς Π. Διαθήκης ἔβλεπαν τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μέσα εἰς τὸν ἄσαρκον Λόγον. Βλέποντας τὸν ἄσαρκον Λόγον, ἀντιλαμβάνονταν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῶν ἄλλων δύο Προσώπων. Ἔτσι καὶ ὁ Ἀβραάμ, ἀξιώθηκε νὰ φιλοξενήσῃ τὴν Ἁγίαν Τριάδα εἰς τὸ Πρόσωπον τοῦ ἄσαρκου Λόγου.

.             §5 Εἰς τὴν εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου παρουσιάζεται ὁλόκληρος ἡ Ἁγία Τριάς, χωρὶς ὡστόσο τὸ ἀντικείμενον τῆς εἰκόνος νὰ ἀναφέρεται εἰς Αὐτήν. Εἰς τὸ ἄνω τμῆμα τῆς εἰκόνος ὑπάρχει ἕνα ἡμικύκλιον, τὸ ὁποῖον συμβολίζει τὸ ἄνοιγμα τῶν οὐρανῶν. Ἀπὸ αὐτὸ ἐξέρχονται ἀκτίνες καὶ κατεβαίνει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Χριστοῦ «ἐν εἴδει περιστερᾶς». Οἱ οὐρανοὶ εἶναι ὁ τόπος τοῦ Θεοῦ-Πατέρα, ὁ ὁποῖος εἰς ὁρισμένας εἰκόνας τῆς Βαπτίσεως (ὅπως π.χ. εἰς τὴν Βάπτισιν τῆς Μονῆς τοῦ Δαφνίου καὶ τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ εἰς τὴν Φωκίδα) σημαίνεται μὲ ἕνα χέρι ποὺ εὐλογεῖ. Ἡ φανέρωσις τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι τὸ σημαντικότερο σὲ σημασία στοιχεῖο εἰς τὴν εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως.
.             Ἡ εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως ἀποτελεῖ μίαν ὀρθὴν ἀπεικόνισιν τῆς Ἁγίας Τριάδος (ἄν καὶ ὄχι τὴν πλέον ἐνδεδειγμένην), διότι εἰς τὴν εἰκόνα ἀπεικονίζεται ὁ Ἰησοῦς Χριστός, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ τὴ μορφὴν περιστερᾶς καὶ ὁ Πατέρας εἰς τὸν οὐρανόν, εἴτε εὐλογῶν διὰ τῆς χειρός, εἴτε ὄχι. Ἄλλωστε, ἡ μορφὴ τοῦ Πατρὸς δὲν μαρτυρεῖται εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν, παρὰ μόνον ἡ παράστασις τοῦ Θεοῦ Πατέρα ὡς «Παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν», εἰς τὸ προφητικὸν βιβλίον τοῦ Δανιήλ (7,9).

.             §6 Ὁ δεύτερος τύπος τῆς εἰκόνος εἶναι ἡ παράστασις τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλαδὴ τοῦ Πατρὸς ὡς γέροντος, τοῦ Υἱοῦ ποὺ εἰκονίζεται ἀπὸ τὰ δεξιά Του καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴν μορφὴν περιστερᾶς. Ὁ τύπος αὐτὸς τῆς ἀπεικονίσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀναφέρεται (ὅπως προαναφέρθηκε) εἰς τοὺς ἐσχάτους βυζαντινοὺς καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς μεταβυζαντινοὺς χρόνους ἐξαιτίας δυτικῆς ἐπιδράσεως.
.             Εἰς τὴν βυζαντινὴν ἁγιογραφίαν ὁ Πατὴρ δὲν εἰκονίζεται, ἀλλ᾿ ἀντιπροσωπεύεται κατὰ κανόνα ἀπὸ τὸν Υἱὸν γιὰ δύο λόγους: πρῶτον, διότι ὁ Πατὴρ δὲν σαρκώθηκε, ὅπως ὁ Υἱὸς μὲ τὴν Ἐνανθρώπησίν Του καὶ συνεπῶς οὐδεὶς ἔχει δεῖ τὸν Θεὸν Πατέρα. Δεύτερον, διότι ἕκαστον Πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ὁλόκληρος ὁ Θεός. Ἐξαίρεσιν ἀπὸ τὸν κανόνα αὐτὸν ἀποτελεῖ (ὅπως προανεφέρθη) ἡ παράστασις τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ὡς «Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν (Δανιήλ, ζ´: 9).
.             §7 Εἰς τὸν ναὸν τῆς Παναγίας Κουμπελίδικης εἰς τὴν Καστο-ριά (περίπου 1260-1280) ὑπάρχει μία πολὺ ἐνδιαφέρουσα καὶ σπάνια ἀπεικόνισις τῆς Ἁγίας Τριάδoς. Ἡ ἀπεικόνισις αὐτὴ καταλαμβάνει τὸν θόλον τοῦ ἐσωνάρθηκος τοῦ ναοῦ καὶ ὁ εἰκονογραφικός της τύπος εἶναι αὐτός «τῆς Πατρότητος». Ὁ Θεὸς Πατέρας, ὁλόσωμος, μὲ τὴν μορφὴν τοῦ «Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν», κάθεται ἐπὶ ἑνὸς οὐρανίου τόξου κρατώντας εἰς τὴν ἀγκαλιάν του ἕνα γενειοφόρον Χριστὸν εἰς ὥριμον ἡλικίαν. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ τὴν μορφὴν περιστερᾶς ἔχει τοποθετηθεῖ εἰς τὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ μέσα σὲ ἕνα «μετάλλιο» φωτός. Ὁ Θεὸς Πατέρας φέρει φωτοστέφανον σὲ σχῆμα σταυροῦ.
.             Αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἀπεικονίσεως, ὅπου τὰ τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀναπαριστῶνται σὲ κάθετον ἄξονα, εἶναι σπάνιον εἰς τὴν Δυτικὴν καὶ Ἀνατολικὴν χριστιανικὴν τέχνην πρὶν ἀπὸ τὸν 13ο αἰώνα.

.             §8 Σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ «Πηδαλίου» (σσ. 320-321), «καὶ ὁ ἄναρχος Πατὴρ πρέπει νὰ ζωγραφίζεται καθὼς ἐφάνη εἰς τὸν προφήτην Δανιὴλ ὡς παλαιός ἡμερῶν» καὶ «τὸ Ἅγιον Πνεῦμα πρέπει νὰ ζωγραφίζεται ἐν εἴδει περιστερᾶς».

.             Συμπερασματικῶς

1. Εἰς τὴν ὀρθόδοξον ἁγιογραφίαν ἡ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἡ φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ. Ἡ ἁγιογραφία δὲν εἶναι ζωγραφική, ἀλλὰ εἶναι θεολογία. Ὁ ἁγιογράφος θεολογεῖ μέσα ἀπὸ τὴν εἰκόνα.
.             Ἡ ἀπεικόνισις τῆς Ἁγίας Τριάδος διὰ τοῦ γέροντος Πατρός, τοῦ νεώτερου Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡσεὶ περιστερᾶς εἶναι εἰκόνα ξένη πρὸς τὴν διδασκαλίαν τῶν Πατέρων, μεταφερθεῖσα εἰς τὸν ὀρθόδοξον χῶρον ἀπὸ τὴν Δύσιν, μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντι-νουπόλεως καὶ ἐμπερικλείει σοβαρὲς ἀνακολουθίες θεολογίας καὶ πίστεως.
Πρῶτον λάθος, ὅτι τὰ πρόσωπα δὲν εἶναι ὅμοια, ἐφόσον οἱ δύο εἶναι ἄνθρωποι καὶ τὸ τρίτον εἶναι πτηνόν. Ἑπομένως, δὲν ὑπάρχει ὁμοουσιότητα εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα. Ἄλλο λάθος εἶναι ὅτι ὁ Πατὴρ εἰκονίζεται μὲ ἄσπρα μαλλιὰ καὶ ὁ Υἱὸς μὲ μαῦρα. Συνεπῶς, ὁ ἕνας εἶναι γεροντότερος καὶ ὁ ἄλλος νεώτερος. Τοῦτο σημαίνει ὅτι τοποθετοῦμε κτιστὸν χρόνον εἰς τὴν ἄκτιστον Ἁγίαν Τριάδα (ὅπως ἔπραξεν ὁ Ἄρειος καὶ διακηρύσσουν οἱ νεο-Ἀρειανοὶ Μάρτυρες τοῦ Ἱεχωβᾶ). Ἄλλο λάθος εἶναι ὅτι εἰκονίζονται ὁ Πατέρας καὶ τὸ Πνεῦμα μὲ σάρκα. Ἐμεῖς γνωρίζομεν, ὅμως, ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅτι μόνον ὁ Υἱὸς σαρκώθηκε. Ἐὰν ἐσαρκοῦντο καὶ τὰ ἄλλα δύο Πρόσωπα, τότε θὰ εἴχομεν πρόβλημα εἰς τὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα, δηλαδὴ εἰς τὰ προσωπικὰ γνωρίσματα τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Πατὴρ γεννᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐὰν σαρκώνονται, δηλαδὴ γεννῶνται καὶ τὰ ἄλλα δύο Πρόσωπα, τότε ἔχομεν σύγχυσιν Προσώπων μέσα εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα, μὲ πολυθεϊστικὲς προεκτάσεις.
.             Ἀλλά, ἐπίσης, ἡ ἀπεικόνισις αὐτὴ ἀποτελεῖ συγκεκαλυμμένην εἰδωλολατρίαν, καθὼς μέσα ἀπὸ ὀρθολογιστικὲς διαδικασίες περιθέτει σωματικὰ σχήματα εἰς τὴν θεότητα. Ἡ ἀποτύπωσις τῶν ἐνδοτριαδικῶν σχέσεων εὐνοεῖ τὴν παπικὴν ἀντίληψιν περὶ τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδὴ ἐκπορευομένου ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν (ἡ γνωστὴ πλάνη του filioque).

2. Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀσχολήθηκε, ὡς γνωστόν, ἀποκλειστικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν εἰκόνων. Τὸ θέμα τῆς ἀπεικονίσεως τοῦ Θεοῦ Πατέρα ὡς «Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν» ὑπῆρξε ἀντικείμενον ἐξετάσεως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐκεῖ οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου ἐρωτοῦν: «Διὰ τὶ τὸν πατέρα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ οὐχ ἱστοροῦμεν καὶ ζωγραφοῦμεν;»· διὰ νὰ δώσουν ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν: «Ἐπειδὴ οὐκ οἴδαμεν τὶς εστιν (…) καὶ εἰ ἐθεασάμεθα καὶ ἐγνωρίσαμεν καθὼς τὸν Υἱὸν Αὐτοῦ, κακεῖνον ἄν εἴχομεν ἱστορῆσαι καὶ ζωγραφῆσαι».
.             Ἐπίσης, διὰ τὴν ἀπεικόνισιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ἴδια ἡ Σύνοδος ἀναφέρει: «… καίτοι τῶν εὐαγγελικῶν οὐδαμῶς παραδεδοκότων γραμμάτων, ὅτι γέγονε περιστερὰ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλ᾽ ὅτι ἐν εἴδει περιστερᾶς ὤφθη ποτέ».
.             Πρέπει νὰ σημειωθοῦν ἐδῶ δύο στάσεις συμπληρωματικὲς τῶν ἀνωτέρω κειμένων τῆς Ζ΄ Οἰκ. Συνόδου, δύο ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ ἁγίου Μακαρίου Καλογερᾶ ἐκ Πάτμου καὶ τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ ἁγιορείτου. Ὁ πρῶτος, ἐπικρίνοντας τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ἐρωτᾶ: «Εἶναι χριστιανοὶ αὐτοί, ποὺ ἀντίθετα πρὸς τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον ἀναπαριστάνουν τὸν ἀόρατον Πατέρα;». Ἀπὸ τὴν πλευράν του, ὁ ἅγιος Νικόδημος παρατηρεῖ: «Συμπεραίνεται ὅτι ὁ ἄναρχος Πατὴρ πρέπει νὰ ζωγραφίζεται καθὼς ἐφάνη εἰς τὸν προφήτην Δανιὴλ ὡς παλαιὸς τῶν ἡμερῶν. Εἰ δὲ καὶ Πάπας Γρηγόριος ἐν τῇ πρὸς τὸν Ἴσαυρον Λέοντα ἐπιστολὴν λέγει, ὅτι δὲν ἱστοροῦμεν τὸν Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τοῦτο λέγει ἁπλῶς, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐζωγραφοῦμεν αὐτὸν κατὰ τὴν θείαν φύσιν» (Πηδάλιον, σελ. 320).
.             Ἀλλὰ τὸ θέμα τῆς ἀπεικονίσεως  τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχει λήξει τελεσιδίκως εἰς τὴν Μεγάλην Σύνοδον τῆς Μόσχας τὸ 1666, τῆς ὁποίας τὸ κεφάλαιον 43 εἶναι ἀφιερωμένον εἰς τὸ θέμα τῆς ἀπεικονίσεως τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Αὐτὸ τὸ κεφάλαιον ἔχει τὸν τίτλον: «Περὶ τῶν εἰκονογράφων καὶ τοῦ Σαβαώθ».
.           Εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου περὶ τοῦ συγκεκριμένου θέματος ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς: «Ἐντελλόμεθα νὰ μὴν ζωγραφίζεται στὸ ἑξῆς ἡ εἰκόνα τοῦ Κυρίου Σαβαὼθ σύμφωνα μὲ μὴ λογοκριμένες ὁράσεις καὶ ἀνάρμοστες, διότι οὐδεὶς ἔχει δεῖ τὸν Κύριο Σαβαώθ (δηλαδὴ τὸν Θεὸ Πατέρα) μὲ σάρκα. Μόνος ὁ Χριστὸς ἔχει εἰκονιστεῖ, ὅπως τὸν εἶδαν σαρκωμένο, δηλαδὴ ἀναπαριστανόμενο μὲ τὸ σῶμα Του καὶ ὄχι κατὰ τὴν θεότητά Του… Εἶναι ἐντελῶς παράλογο νὰ εἰκονογραφοῦν τὸν Κύριο Σαβαώθ (δηλαδὴ τὸν Πατέρα), μὲ ἄσπρα γένια, μὲ τὸν μονογενὴ Υἱὸ στὸ στῆθος Του καὶ ἕνα περιστέρι ἀνάμεσά Τους, διότι οὐδεὶς εἶδε τὸν Πατέρα μέσα εἰς τὴν Θεότητά Του. Ὁ Πατέρας, πράγματι, δὲν ἔχει σάρκα καὶ ὁ Υἱὸς δὲν ἐγεννήθη κατὰ σάρκα ἀπὸ τὸν Πατέρα πρὸ τῶν αἰώνων. Κι’ ἄν ὁ προφήτης Δαβίδ λέει: «ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε» (Ψαλμ. ΡΘ΄ 3), αὐτὴ ἡ γέννηση, σίγουρα, δὲν εἶναι σωματική· αὐτὴ ἦταν ἀνέκφραστη καὶ ἀπερινόητη. Διότι, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς λέγει εἰς τὸ Εὐαγγέλιο: «οὐδεὶς γινώσκει τὸν Πατέρα εἰ μὴ ὁ Υἱός». Καὶ ὁ προφήτης Ἠσαΐας ζητᾶ εἰς τὸ 40ο κεφάλαιο: «τίνι ὡμοιώσατε κύριον καὶ τίνι ὁμοιώματι ὡμοιώσατε αὐτόν; μὴ εἰκόνα ἐποίησεν τέκτων ἤ χρυσοχόος χωνεύσας χρυσίον περιεχρύσωσεν αὐτὸν ὁμοίωμα κατασκεύασεν αυτόν; (18-19)». Τὸ ἴδιο καὶ ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος λέγει εἰς τὸ κεφάλαιο 17 τῶν Πράξεων: «γένος οὖν ὑπάρχοντες τοῦ Θεοῦ οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν χρυσῷ ἤ ἀργύρῳ ἤ λίθῳ χαράγματι τέχνης καὶ ἐνθυμήσεως ἀνθρώπου τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον».

.             3. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς λέγει ἐπίσης (Περὶ οὐρανοῦ, κεφ. 20): «Μόνον δὲ τὸ Θεῖον ἀπερίγραπτόν ἐστι πάντα πληροῦν καὶ πάντα περιέχον καὶ πάντα περιορίζον ὡς ὑπὲρ πάντα ὄν καὶ πάντα δημιουργήσαν». Ἐξ ἄλλου, εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσόστομου χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ εὐχή, στὴν ὁποία ὑποδηλώνεται τὸ ἀδύνατον τῆς ἀναπαραστάσεως τοῦ Κυρίου Σαβαώθ: «Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος…..«.
.             Καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δὲν εἶναι ἀπὸ τὴ φύση Του ἕνα περιστέρι, ἀλλὰ Θεός. Οὐδείς, λοιπόν, εἶδε τὸν Θεόν, καθὼς μαρτυρεῖ ὁ ἅγιος εὐαγγελιστὴς καὶ θεολόγος Ἰωάννης. Ὡστόσο, εἰς τὴν ἁγίαν Βάπτισιν τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν Ἰορδάνην ποταμόν, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐφάνη μὲ τὴν μορφὴν περιστερᾶς καὶ γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς μποροῦμε νὰ τὸ ἀναπαριστάνουμε μὲ τὴν μορφὴν αυτὴν εἰς τὴν ἀπεικόνισιν τῆς Βαπτίσεως.
.             Συνεπῶς, ἡ μόνη ὀρθὴ ἀπεικόνισις τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἡ ἀπεικόνισις τῆς Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ.
.             Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, ἀποφαινόμεθα ὅτι μπορεῖ νὰ λιτανευθῇ ἡ εἰκὼν τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ, ἐφόσον τὸ θρησκευτικὸν συναίσθημα τοῦ λαοῦ μας ἔχει συνδέσει τὴν λιτάνευσιν μὲ τοὺς πανηγυρίζοντας ἱεροὺς Ναούς, τοὺς ἀφιερωμένους εἰς τιμὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος.

 

1 Ἐνδεικτικῶς ἀναφέρομεν τὰ ἀκόλουθα:

«οὐκ εἴδετε ὁμοίωμα ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἐλάλησε Κύριος πρὸς ὑμᾶς ἐκ μέσου τοῦ πυρός» (Δευτ. δ΄: 15-17). «Γένος οὖν ὑπάρχοντες τοῦ Θεοῦ, οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν χρυσῷ ἤ ἀργύρῳ ἤ λίθῳ, χαράγματι τέχνης καὶ ἐνθυμήσεως ἀνθρώπου, τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον» (Πράξεις ιζ΄: 29.) «Τίνι ὡμοιώσατε Κύριον καὶ τίνι ὁμοιώματι ὡμοιώσατε αὐτόν;” (Ἠσαΐα μ΄: 18). «Οὐχ ὅτι τὸν Πατέρα τις ἑώρακεν» (Ἰω. ϛ΄: 46). «Τὶς ἑώρακεν αὐτὸν καὶ ἐκδιηγήσεται;» (Σοφία Σειράχ μγ΄: 31). «Ὅν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων, οὐδὲ ἰδεῖν δύναται”. (Α΄ Τιμ., ϛ΄: 16). «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πόποτε» (Ἰω. α΄: 18).

 

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

 

, , ,

Σχολιάστε

ΕΝΑΣ ΝΑΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ «ΕΝΑ» ΑΝΤΙΘΕΟ

“Οκος τοῦ νός” θ χωράει
Χριστιανούς, Μουσουλμάνους καὶ βραίους

Πρωτοποριακὸ σχέδιο ἀπὸ τὸ Βερολίνο.

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ».: Μεγαλειώδης πρωτοπορεία στὴν Πανθρησκεία. Μία στέγη. “Ἕνας Θεός”. Χωρὶς αὐταπάτες καὶ προσωπεῖα. Ὁλοφάνερα! Ὁ οἶκος τοῦ Ἑνός, δηλ. τοῦ Οὐδενὸς ἀληθινοῦ ἢ μᾶλλον τοῦ Ἑνὸς ἀληθινοῦ Ἀντιθέου!
Υ. Γ.: Πολὺ ἐνδιαφέρον θὰ ἔχουν τὰ «ἐγκαίνια» τὸ 2016, ὅπου θὰ σπεύσουν οἱ κλόουν τῶν «οἰκουμενικῶν ὁραματισμῶν»!… 

 .             Θρησκευτικὴ ἱστορία ἑτοιμάζεται νὰ γράψει ἡ πόλη τοῦ Βερολίνου μὲ τὴν ἀνέγερση ἑνὸς ναοῦ ποὺ θὰ στεγάζει χώρους προσευχῆς Χριστιανῶν, Μουσουλμάνων καὶ Ἑβραίων. Τὸ κτίριο θὰ ὀνομαστεῖ “Οἶκος τοῦ Ἑνὸς” καὶ θὰ εἶναι χωρισμένο ἰσομερῶς σὲ ἐκκλησία, συναγωγὴ καὶ τζαμί, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ βρίσκονται γιὰ πρώτη φορὰ κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια στέγη.
.           Σύμφωνα μὲ τὸ BBC,τὰ σχέδια ἐγκρίθηκαν μετὰ ἀπὸ ἀρχιτεκτονικὸ διαγωνισμὸ τοῦ ὁποίου νικητὴς ἀναδείχθηκε ὁ Wilfried Kuehn, ἐνῶ τὸ ἔργο θὰ κατασκευαστεῖ στὸ κέντρο τοῦ Βερολίνου, στὴν περιοχὴ Petriplatz. Ἡ τοποθεσία θεωρεῖται ἀρκετὰ σημαντικὴ γιὰ τὸν Ραβίνο Tovia Ben Chorin, ὁ ὁποῖος ἀνέφερε πὼς ὁ ναὸς γιὰ τὶς τρεῖς μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες ποὺ χάραξαν τὴν κουλτούρα τῆς Εὐρώπης γίνεται στὴν πόλη ὅπου σχεδιάστηκε ὁ διωγμὸς τῶν Ἑβραίων ἀπὸ τοὺς Ναζί.
.               Ἀπὸ τὴν πλευρά του ὁ ἰμάμης Kadir Sanci, ἀνέφερε πὼς ἡ κίνηση αὐτὴ θὰ βοηθήσει τὸν κόσμο νὰ κατανοήσει πὼς ἡ πλειοψηφία τῶν Μουσουλμάνων εἶναι καλοὶ ἄνθρωποι καὶ ὄχι βίαιοι, ἐνῶ προσέθεσε πὼς οἱ πιστοὶ καὶ ἀπὸ τὶς τρεῖς θρησκεῖες θὰ ἔχουν νὰ μοιραστοῦν πολλὰ πράγματα μεταξύ τους.
.               Ὁ πάστορας Gregor Hohberg ἐπισήμανε ἀπὸ τὴν πλευρά του τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Οἶκος θὰ κατασκευαστεῖ στὸ σημεῖο ποὺ κάποτε φιλοξενοῦσε τὴν πρώτη ἐκκλησία τοῦ Βερολίνου τὸν 12ο αἰώνα καὶ εἶπε χαρακτηριστικά: «Μία συναγωγή, ἕνα τζαμὶ καὶ μία ἐκκλησία κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια στέγη θὰ εἶναι τὸ παράδειγμα τῆς οἰκουμενικότητας καὶ τῆς συμφιλίωσης ποὺ θέλουμε νὰ δώσουμε σὲ μία πόλη μὲ ἑκατομμύρια ἐπισκέπτες ἀπὸ ὅλες τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου». Τὸ χρονοδιάγραμμα ὁλοκλήρωσης τοῦ ναοῦ ἔχει ὁριστεῖ μέσα στὸ 2016 μὲ δεδομένο ὅτι θὰ ὑπάρξει ἔγκαιρη ἀνταπόκριση γιὰ τὶς δωρεὲς ποὺ ἀπαιτοῦνται.
.             Στὸ παρελθόν, διαφορετικὲς θρησκεῖες ἔχουν χρησιμοποιήσει τὰ ἴδια τὰ κτίρια, ἀλλὰ δὲν ἦταν στὸ ἴδιο χρονικὸ διάστημα. Γιὰ παράδειγμα, τζαμιὰ στὴ νότια Ἱσπανία μετατράπηκαν σὲ καθεδρικοὺς ναούς, μετὰ τὴν κατάκτηση [sic] τῆς χώρας ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς. [Ἐρώτηση «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»:  Τὸ Ἰσλάμ ἆραγε προηγήθηκε τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν Ἰβηρικὴ χερσόνησο; Ἔτσι μόνον ὡς ἁπλῆ ἀπορία!] Ἀντιθέτως στὴν Τουρκία, ἐκκλησίες μετατράπηκαν σὲ τζαμιά. [ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Τόσο ἁπλά. Τί ὡραία διατύπωση. Θυμίζει τὸν περιλάλητο “συνωστισμό”!]

 

ΠΗΓΗ: news247 (ἀπὸ bbc) ἐπιμ.: Στέφανος Νικήτας

 

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
(Ἀπόσπασμα Λόγου εἰς τὰ Ἅγια Θεοφάνεια)

[…]                   Ὅπως λοιπὸν κατὰ τὴν ἀρχὴ μετὰ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, «ἂς κατασκευάσωμε ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσί μας», ἀφοῦ ἐπλάσθηκε ἡ φύσις μας στὸν Ἀδάμ, τὸ ζωαρχικό Πνεῦμα, ἀφοῦ φανερώθηκε κι ἐδόθηκε μὲ τὸ ἐμφύσημα πρὸς αὐτόν, συνεφανέρωσε καὶ τὸ τριαδικὸ τῶν ὑποστάσεων τῆς δημιουργοῦ θεότητος ἐπάνω στὰ ἀλλὰ κτίσματα, τὰ ὁποῖα παράγονταν μὲ μόνο τὸ ρῆμα τοῦ Λόγου καὶ τοῦ λέγοντος Πατρός· ἔτσι τώρα, ποὺ ἀναπλασσόταν στὸν Χριστὸ ἡ φύσις μας, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, φανερωθὲν διὰ τῆς πρὸς αὐτόν καθόδου ἀπὸ τὰ ὑπερουράνια, καθὼς βαπτιζόταν στὸν Ἰορδάνη, φανέρωσε τὸ μυστήριο τῆς ὕψιστης καὶ παντουργοῦ Τριάδος, τὸ σωστικὸ γιὰ τὰ λογικὰ κτίσματα.

.                 Γιὰ ποιό λόγο φανερώνεται τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅταν πλάσσεται καὶ ἀναπλάσσεται ὁ ἄνθρωπος; χι μόνο διότι εναι μόνος πίγειος μύστης κα προσκυνητής της, λλ κα διότι εναι μόνος κατ τν εκόνα της. Πραγματικὰ τὰ μὲν αἰσθητικὰ καὶ ἄλογα ζῶα ἔχουν μόνο πνεῦμα ζωϊκό, ἀλλὰ κι’ αὐτό μὴ δυνάμενο νὰ ὑφίσταται καθ’ ἑαυτό, στεροῦνται ὅμως τελείως νοῦ καὶ λόγου· τὰ δὲ ἐντελῶς ὑπὲρ τὴν αἴσθησι, ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι, ὡς νοεροί καὶ λογικοί, ἔχουν νοῦ καὶ λόγο, ἀλλὰ ὄχι καὶ πνεῦμα ζωοποιό, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν οὔτε σῶμα ποὺ νὰ ζωοποιῆται ἀπὸ αὐτό. Ὁ δὲ ἄνθρωπος εἶναι ὁ μόνος ποὺ κατ’ εἰκόνα τῆς τρισυπόστατης φύσεως ἔχει νοῦ καὶ λόγο καὶ πνεῦμα ζωοποιὸ τοῦ σώματος, ἐπειδὴ ἔχει καὶ τὸ ζωοποιούμενο σῶμα.

, , ,

Σχολιάστε

«ΤΙΣ ΘΕΟΣ ΜΕΓΑΣ ΩΣ Ο ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ;» (Δευτέρα τοῦ ἁγίου Πνεύματος)

Δευτέρα τοῦ ἁγίου Πνεύματος
«ΤΙΣ ΘΕΟΣ ΜΕΓΑΣ ΩΣ Ο ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ;»

«Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια (μόνος)» (Ψαλμ. οϛ´14-15)
(ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου
στὸν Ἱ. Ν.  Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος, 14-6-1976)

.         Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε μεγάλη ἑορτὴ καὶ πανήγυρις. Ἑορτάζει τὸ Πνεῦμα. Ὄχι ἁπλῶς τὸ πνεῦμα. Ὑπάρχει πνεῦμα μὲ πῖ μικρὸ καὶ Πνεῦμα μὲ πῖ κεφαλαῖο.Στὴν ἁγία Γραφὴ πνεῦμα (μὲ μικρὸ πῖ) ὀνομάζεται ὁ ἀέρας, ποὺ εἶνε μὲν ἀόρατος, ἀλλὰ γίνεται αἰσθητὸς ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματά του. Σὲ ἄλλα χωρία πνεῦμα ὀνομάζεται ὁ ἄνθρωπος, ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἰδίως ὅταν σκέπτεται τὰ μεγάλα καὶ τὰ ὑψηλά. Ἐπίσης πνεύματα ἄυλα ὀνομάζονται οἱ ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι. Ἀλλὰ στὴν κορυφὴ ὅλων τῶν ἀΰλων πνευμάτων εἶνε ὁ Θεός. Αὐτὸ εἶνε ἀποκάλυψις τῆς ἁγίας Γραφῆς. Ἐκεῖ ὑπάρχει τὸ σπουδαιότατο ἐκεῖνο ῥητὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς παρὰ τὸ φρέαρ Συχάρ, ὅτι «Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰωάν. 4,23). Πνεῦμα εἶνε ὁ Θεός. Καὶ Πνεῦμα ἅγιον (μὲ πῖ κεφαλαῖο) λέγεται εἰδικῶς τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Θεότητος, τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶνε δηλαδὴ ἕνας μῦθος, μία θεωρία, μία ἰδέα πλατωνικὴ ἢ κάτι ἄλλο, ἀλλὰ εἶνε μία ὀντότης, μία ὑπόστασις, ἕνα πρόσωπο τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα.

* * *

.         Ποιός, ἀδελφοί μου, αἰσθάνεται τὸ μεγαλεῖο τῆς σημερινῆς ἡμέρας; Ἂς εἴμεθα εἰλικρινεῖς· ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι στεκόμαστε ἐμπρὸς στὸ μέγα τοῦτο μυστήριο. Γιατί; τί συμβαίνει; Ἀπαντῶ διὰ παραδείγματος. Ὅποιος ἔχασε τὴν αἴσθησι τῆς ὀσφρήσεως, καὶ ἂν ἀκόμα τὸν βάλῃς μέσα σ᾽ ἕνα περιβόλι γεμᾶτο ἄνθη, δὲν αἰσθάνεται καμμία εὐωδία. Κι ὅποιος ἔχασε τὴν αἴσθησι τῆς ἀκοῆς, κι ἂν ἀκόμα βρίσκεται ἐνώπιον συναυλίας Μπετόβεν, τίποτα δὲν ἀκούει. Κι ὅποιος ἔχασε τὴν ὅρασί του, δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ δῇ τί μεγαλεῖο ἔχει ἡ χαραυγὴ τοῦ ἡλίου. Ὅπως λοιπὸν αὐτοὶ ποὺ χάνουν τὶς αἰσθήσεις δὲν ἀντιλαμβάνονται τὰ μεγαλεῖα τῆς φύσεως, κατὰ παρόμοιο τρόπο κι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν χάσει τὴν πίστι τὴν ὀρθόδοξο, τὴν ἕκτη αἴσθησι, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ αἰσθανθοῦν τὰ μεγαλεῖα τοῦ ὑπερφυσικοῦ, τοῦ ὑπερπέραν, τοῦ πνευματικοῦ κόσμου.Ἀλλὰ τώρα δὲν εἴμεθα μόνο ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι ἀπέναντι τοῦ μυστηρίου τῆς ἁγίας Τριάδος καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος εἰδικώτερον· στὶς ἡμέρες μας παρουσιάστηκαν καὶ ἐμπαῖκται καὶ χλευασταὶ καὶ βλάσφημοι τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ποτέ ἄλλοτε στὴν ἱστορία τοῦ γένους μας δὲν παρουσιάστηκε τέτοιο φαινόμενο. Γιὰ ν᾽ ἀντιληφθῆτε τὸ μέγεθος τῆς βλασφημίας, σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς. Τὰ συντάγματα τῆς πατρίδος μας ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι σήμερα, ὅλα, ἔχουν κάτι μοναδικὸ στὸν κόσμο. Ἐνῷ τῶν ἄλλων λαῶν τὰ συντάγματα ἀρχίζουν «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ λαοῦ» ἢ κάτι ἄλλο παρόμοιο, τὸ ἑλληνικὸ εἶνε τὸ μόνο σύνταγμα ποὺ ἀρχίζει «Εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος». Αὐτὰ ὁμολογοῦμε· ὅτι παραπάνω ἀπὸ τὸν πρωθυπουργὸ καὶ τὸν πρόεδρο δημοκρατίας, παραπάνω ἀπ’ ὅλα εἶνε ἡ ἁγία Τριάς. Ἁγία Τριάς, ἐλέησον τὸν κόσμον! Ἀλλ’ ἐνῷ αὐτὴ εἶνε ἡ πίστι τῶν προγόνων μας, βρέθηκε τώρα κάποιος ὁ ὁποῖος στὰ γραπτά του ἐμπαίζει καὶ χλευάζει μὲ τὸν αἰσχρότερο τρόπο τὴν ἁγία Τριάδα. Κι ὅμως τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ διδάσκονται στὰ σχολεῖα μας, γιὰ νὰ διαπλασθῇ μία νέα γενεὰ ποὺ νὰ μὴ πιστεύῃ στὴν ἁγία Τριάδα. Ὁ συγγραφεὺς αὐτὸς εἶνε ὁ Καζαντζάκης, τὸν ὁποῖο πολλοὶ θαυμάζουν.Καταντήσαμε ἔθνος ἀντιφάσεων· ἐνῷ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὁμολογοῦμε ὅτι στὴν κορυφὴ εἶνε ἡ ἁγία Τριάς, ἀπὸ τὸ ἄλλο ἐπιτρέπουμε σὲ διαφόρους ὄχι μόνο νὰ ἀρνοῦνται τὸ ὕψιστο μυστήριο ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ βλασφημοῦν.Ἀλλ’ ὅποιος δὲν πιστεύει στὸ Θεὸ θὰ πιστέψῃ στὸν διάβολο. Καὶ ἡ σημερινὴ ἀνθρωπότης, ὅπως εἶπε ἕνας Γάλλος φιλόσοφος, δὲν πιστεύει στὴν ἁγία Τριάδα· πιστεύει – ποῦ; Σὲ μιὰ ἄλλη τριάδα, σατανική. Ποιά εἶνε ἡ σατανικὴ τριάς; Τρεῖς θεοὶ – τρία εἴδωλα. Ἕνα εἶνε τὸ χρῆμα, τὰ τριάκοντα ἀργύρια, ὁ μαμωνᾶς. Δεύτερο εἶνε ἡ γροθιά, ποὺ ὑψώνεται νὰ θρυμματίσῃ τὸν ἀντίπαλο, ἡ βία. Καὶ τρίτο εἶνε τὸ σέξ, ἡ αἰσχρὰ ἡδονὴ τῆς σαρκός. Σ᾽ αὐτὴ τὴν σατανικὴ τριάδα πιστεύουν σήμερα πολλοί. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀπευθύνομαι σὲ ἀπίστους· ἀπευθύνομαι σὲ πιστούς. Καὶ παρακαλῶ τὴν ἁγία Τριάδα, ἡ σπίθα αὐτὴ τῆς πίστεως νὰ μὴ σβήσῃ, ἀλλὰ νὰ γίνῃ φλόγα πυρός, ἀπὸ τὶς γλῶσσες ἐκεῖνες ποὺ φάνηκαν στὸ ὑπερῷο ὅταν κατῆλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο στοὺς δώδεκα ἀγραμμάτους μαθητάς.Οἱ δώδεκα ἀπόστολοι κατώρθωσαν ἔργο μεγαλύτερο τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Ἀριστοτέλους, μεγαλύτερο τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου· ἀνεγέννησαν τὸν κόσμο. Πῶς, μὲ ποιά δύναμι; Μόνο μὲ τὴ δύναμι τοῦ Θεοῦ. «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια (μόνος)» (Ψαλμ. 76,14-15).Εἶνε ἀσύλληπτο τὸ μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας· «καὶ τὸ μυστήριον ὅσον; ὡς μέγα τε καὶ σεβάσμιον!» (στιχηρ. ἑσπερ. Πεντ.). Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, πατὴρ τῆς Δύσεως καὶ τῆς οἰκουμένης ὁλοκλήρου, ἕνα ἀπὸ τὰ δέκα μεγαλοφυέστερα πνεύματα τῆς ἀνθρωπότητος, φιλοσόφησε ἐπὶ τοῦ μυστηρίου τῆς ἁγίας Τριάδος. Καὶ τὸ συμπέρασμά του στὸ τέλος ποιό ἦταν· Παραδίδω τὰ ὅπλα, εἶνε ἀδύνατον ἡ ἀνθρωπίνη διάνοια νὰ εἰσέλθῃ στὸ μέγα τοῦτο μυστήριο… Ἐὰν μπορῇ σ᾽ ἕνα ποτήρι τοῦ νεροῦ νὰ χωρέσῃ ἡ θάλασσα, τότε θὰ μπορέσῃ καὶ τὸ μικρὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐννοήσῃ τὸ μέγα μυστήριο. Σκουλήκια ποὺ ἕρπουν ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου, μόλις διὰ τῶν κεραιῶν τῆς πίστεως τὸ προσεγγίζουμε καὶ κλίνοντες γόνυ λέμε· Ἁγία Τριάς, ἐλέησον τὸν κόσμον· ἁγία Τριάς, ἐλέησον καὶ τὴν πατρίδα μας, ποὺ συνεστήθη «εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος». Γι’ αὐτό, ἐφ᾽ ὅσον θὰ ὑπάρχουν ἄστρα καὶ θ’ ἀνατέλλῃ ὁ ἥλιος καὶ θὰ ῥέουν οἱ ποταμοὶ καὶ θὰ θάλλουν οἱ δάφνες, ὁ λαός μας, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δὲν θὰ λατρεύσῃ τὴν σατανικὴ τριάδα, οὔτε τὸ χρῆμα οὔτε τὴν ἡδονὴ οὔτε τὴ βία· θὰ πιστεύῃ στὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, τὸ προσκυνητὸν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

* * *

.         Πρὶν τελειώσω θέλω νὰ σᾶς μεταφέρω μία παραστατικὴ εἰκόνα γιὰ τὸν πλοῦτο τῶν εὐλογιῶν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Στὸ τεσσαρακοστὸ ἕβδομο (μζ΄) κεφάλαιο τοῦ προφήτου Ἰεζεκιὴλ ὑπάρχει τὸ ἑξῆς ὅραμα. Ὁ προφήτης βλέπει ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ ναοῦ τῆς πόλεως του Κυρίου νὰ βγαίνῃ μιὰ φλέβα νεροῦ καὶ νὰ σχηματίζῃ ποτάμι. Τὸ ποτάμι στὴν ἀρχὴ τρέχει ἥσυχα καὶ τὸ νερό του φτάνει μέχρι τοὺς ἀστραγάλους τοῦ προφήτου. Μετὰ ἀπὸ ὡρισμένο διάστημα τὸ ῥεῦμα ἀρχίζει ν’ αὐξάνεται καὶ φτάνει τότε μέχρι τοὺς μηρούς του. Μετὰ ἀπὸ λίγο ὑψώνεται ἀκόμη περισσότερο καὶ καλύπτει τὴ μέση του. Τέλος, καθὼς συνεχῶς μεγαλώνει, κάνει τὸ ποτάμι ἀδιάβατο. Ὁ προφήτης θαυμάζει, καὶ ὁ θαυμασμός του γίνεται μεγαλύτερος ὅταν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ βλέπει νὰ ἔχῃ ἀναπτυχθῆ πλουσιωτάτη καὶ ἀειθαλὴς βλάστησι. Πλῆθος δέντρα καὶ οἱ καρποί τους πλούσιοι. Καὶ ὅταν ὁ ποταμὸς φτάνει στὶς ἐκβολές, τὸ ζωογόνο ῥεῦμα του κάνει τὴ θάλασσα νὰ γεμίζη ἀπὸ ψάρια. Ἄφθονα ψάρια, καὶ ἁλιευτικὰ συνεργεῖα ῥίχνουν τὰ δίχτυα τους καὶ ψαρεύουν.Τί σημαίνει τὸ ὅραμα; ποιό εἶνε τὸ ποτάμι αὐτό; Εἶνε ἡ Ἐκκλησία μας. Ξεκίνησε ἀπὸ μία μικρὴ φλέβα, μιὰ φούχτα ἀγράμματους ψαρᾶδες. Οἱ δώδεκα ἔγιναν ἑκατὸν εἴκοσι, οἱ ἑκατὸν εἴκοσι τρεῖς χιλιάδες, οἱ τρεῖς χιλιάδες πέντε χιλιάδες, οἱ πέντε χιλιάδες ἑκατομμύρια. Σήμερα ὅπου νὰ πᾶτε, εἴτε στὴ Σαχάρα εἴτε στὸ Βόρειο Πόλο, ὑπάρχουν Χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι ποὺ πιστεύουν. Καὶ στὶς πέντε ἠπείρους οἱ εὐγενέστερες ψυχὲς πιστεύουν στὸ Εὐαγγέλιο ὀρθοδόξως. Ἀπὸ μία φλέβα ἔγινε ὁ μεγάλος αὐτὸς καὶ ἀστείρευτος ποταμός, ἡ ἁγία μας θρησκεία. «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια (μόνος)».Κι ὄχι μόνο ποσοτικῶς ἀλλὰ καὶ ποιοτικῶς αὐξήθηκε ὁ χριστιανισμός. Καὶ αὐτὸ εἶνε τὸ σπουδαιότερο. Ἄπιστε καὶ ἄθεε, ἔλα νὰ μοῦ ἐξηγήσῃς ἕνα φαινόμενο· μπορεῖ ἕνας λαγὸς νὰ γίνῃ λιοντάρι; Καὶ ὅμως ἔγινε. Ποιός ἦταν ὁ λαγός; Ὁ Πέτρος. Αὐτός, ποὺ φοβήθηκε ἐμπρὸς σὲ μιὰ ὑπηρέτρια καὶ ἀρνήθηκε, σήμερα κηρύττει ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου!

* * *

.         Δὲν ὑπάρχει, ἀδελφοί μου, δὲν ὑπάρχει ἄλλη θρησκεία σὰν τὴ δική μας, δὲν ὑπάρχει τίποτε σὰν τὸ μεγαλεῖο τῆς ἁγίας Τριάδος. Πιστεύετε! Κι ἂν ἀκόμα ὅλος ὁ κόσμος γονατίσῃ καὶ προσκυνήσῃ τὴν τριάδα τοῦ διαβόλου, ἐσεῖς νὰ μὴ γονατίσετε! Ἀλλὰ καὶ σήμερα καὶ αὔριο καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας νὰ λατρεύετε τὴν ἁγία Τριάδα. Ἁγία Τριάς, ἐλέησον τὸν κόσμον. Ἁγία Τριάς, ὁ Πατὴρ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, σκέπε τὰ τέκνα σου· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 

ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ: «Ο “ΘΕΟΣ” ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΟΛΑΤΙΝΩΝ ΕΙΝΑΙ ΦΡΙΚΤΟΣ»

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ 

Μητροπολίτου Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως ερεμίου

1. Τὸ πολυτιμότερο πράγμα, ἀδελφοὶ χριστιανοί, εἶναι ἡ πίστη μας, ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μας. Ἡ πίστη μας αὐτὴ εἶναι θεία ἀποκάλυψη. Δὲν εἶναι δηλαδὴ ἐφεύρημα τῶν παπάδων καὶ τῶν δεσποτάδων, δὲν εἶναι ἀνακάλυψη ἀνθρώπινου νοῦ, ἀλλὰ εἶναι ἀποκάλυψη. Ἀποκάλυψη τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ποὺ σαρκώθηκε καὶ ἦρθε σὲ μᾶς καὶ μᾶς τὴν φανέρωσε. Καὶ ἡ πίστη μας αὐτὴ ἔφτασε σὲ μᾶς μὲ ἀγῶνες καὶ θυσίες πολλές, χωρὶς κἂν νὰ ἀλλοιωθεῖ οὔτε στὸ παραμικρό. Αὐτό, χριστιανοί μου, εἶναι θαῦμα.
.           Γιὰ νὰ καταλάβετε τὸ θαῦμα αὐτό, φανταστεῖτε κάποιον νὰ κρατᾶ στὰ χέρια του μία γυάλα γεμάτη μὲ ἕνα πολύτιμο ὑγρό, νὰ περπατάει σὲ ἕναν ὀλισθηρὸ δρόμο καὶ γύρω του ἄνθρωποι νὰ τὸν σπρώχνουν καὶ νὰ τὸν πιέζουν συνεχῶς γιὰ νὰ τοῦ πέσει ἡ γυάλα καὶ νὰ τοῦ χυθεῖ τὸ ὑγρό. Καὶ ὅμως ὁ ἄνθρωπος αὐτός, μὲ τὰ τόσα ἐμπόδια ἀπὸ τοὺς γύρω του, περπάτησε τὸν μακρὺ – μακρὺ ὀλισθηρὸ δρόμο του, χωρὶς νὰ τοῦ χυθεῖ οὔτε μία σταγόνα ἀπὸ τὸ πολύτιμο καὶ ἀκριβὸ ὑγρὸ ποὺ κρατοῦσε.
.           Αὐτὸ εἶναι ἡ πίστη μας, ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μας, ἀδελφοί μου χριστιανοί. Τὴν πολέμησαν πολλοί, βασάνισαν τοὺς πιστούς, βάλθηκαν νὰ τὴν ἐξαφανίσουν ἢ νὰ τὴν νοθεύσουν καὶ ὅμως ἡ πίστη μας κρατήθηκε ἀναλλοίωτη, ὅπως τὴν παρέδωσε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στοὺς Ἀποστόλους Του καὶ ὅπως αὐτοὶ τὴν παρέδωσαν στοὺς διαδόχους τους. Χωρὶς νὰ χυθεῖ οὔτε μία σταγόνα, χωρὶς δηλαδὴ νὰ παραλλαγεῖ «οὔτε μία κεραία οὔτε ἕνα ἰῶτα» ἀπὸ τὰ δόγματά της. Ἡ γυάλα – τὸ ποτήρι δόθηκε ἀπὸ χέρι σὲ χέρι, ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, καὶ ἔφτασε μέχρι τὰ δικά μας χέρια, ὅπως ἀκριβῶς δόθηκε ἀπὸ τὸ πρῶτο χέρι. Αὐτὸ ὅμως, χριστιανοί μου, δημιουργεῖ καὶ σὲ μᾶς τὴν ὑποχρέωση νὰ παραδώσουμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας ὅπως καὶ τὴν παραλάβαμε, δηλαδὴ χωρὶς νὰ τὴν παραλλάξουμε καὶ νὰ τὴν ἀλλοιώσουμε οὔτε στὸ παραμικρό. Ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μας εἶναι σὰν τὸ μάτι μας. Τὸ μάτι μας δὲν δέχεται μέσα του οὔτε μία τρίχα. Ἔτσι καὶ ἡ πίστη μας δὲν δέχεται οὔτε ἕνα «γιώτα».

 2. Καὶ ἐπειδὴ ἡ σειρὰ τῶν μαθημάτων μας εἶναι γιὰ τὴν Ἁγία Τριάδα, ναί, γιὰ ἕνα «ι» (γιῶτα) δόθηκαν μεγάλες μάχες στὴν Ἐκκλησία μας. Καὶ τὸ ἐξηγῶ αὐτό: Πιστεύουμε, Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καὶ ἀχώριστον. Ὥστε λοιπόν, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ΟΜΟΟΥΣΙΟΣ μὲ τὸν Πατέρα. Θεὸς ὁ Πατέρας, Θεὸς ὁμοούσιος καὶ ὁ Υἱός, Θεὸς ὁμοούσιος καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Οἱ αἱρετικοὶ ἀρειανοὶ στὴ λέξη ὁμοούσιος, ἔβαζαν ἕνα «γιώτα» καὶ διάβαζαν ὁμΟΙούσιος. Οἱ ὀρθόδοξοι ἔλεγαν τὸν Χριστό, ὁμοούσιο μὲ τὸν Πατέρα, ὅπως ἔτσι εἶναι. Οἱ αἱρετικοὶ ὅμως τὸν ἔλεγαν ὁμΟΙούσιο. Δηλαδὴ ἡ διαφορά μας ἦταν σὲ ἕνα «γιῶτα». Καὶ ὅμως, χριστιανοί μου, ἡ Ἐκκλησία μας γι᾽ αὐτὸ τὸ «γιῶτα» ἔδωσε πολλὲς καὶ σκληρὲς μάχες. Γιατί, ἂν ποῦμε τὸν Χριστὸ ὁμοούσιο μὲ τὸν Πατέρα, ὅπως τὸν λέμε οἱ ὀρθόδοξοι, τότε τὸν ὁμολογοῦμε γιὰ Θεό.  Ἂν ὅμως τὸν ποῦμε ὁμΟΙούσιο μὲ τὸν Πατέρα, τότε τὸν δεχόμαστε ὡς ἄνθρωπο ποὺ ὁμοιάζει μὲ τὸν Θεό, ὄχι ὅμως Θεό, ποὺ ἔχει τὴν ἴδια οὐσία μὲ Αὐτόν, δηλαδὴ ΟΜΟΟΥΣΙΟ.

 3. λη πίστη μας, δελφοί μου χριστιανοί, ξεκινάει π τί Θε χουμε. Καὶ ὁ Θεός μας εἴπαμε εἶναι Τριαδικός: Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιος καὶ ἀχώριστος. Εἶναι ὁ γλυκὸς Θεός, «ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν», ὅπως Τὸν ψάλλουμε στὴν Ἐκκλησία μας. Εἶναι ὁ Θεός μας, πού, ἂν καὶ εἴμαστε παραβάτες τῶν ἐντολῶν Του, ὅμως τοῦ λέμε τὸ «Κύριε ἐλέησέ μας» καὶ τοῦ μιλᾶμε ἐλεύθερα. Τοῦ λέμε τὸν πόνο μας, ἀκόμη καὶ τὸ παράπονό μας. Γλυκὸς Θεός! «Ἰησοῦ γλυκύτατε Χριστέ, Ἰησοῦ μακρόθυμε»!
.           Καὶ ὅλο αὐτὸ εἶναι γιατί, ὅπως εἴπαμε στὰ μαθήματά μας, οἱ ἅγιοι Πατέρες κάνουν διάκριση μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Θεό, ὥστε: Ἂν καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ᾽ρθοῦμε σὲ κοινωνία μὲ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ὅμως ὁ Θεὸς μὲ τὶς θεῖες Του ἐνέργειες μᾶς ἀγκαλιάζει καὶ μᾶς λούζει καὶ εἶναι πολὺ κοντά μας. Εἶναι μέσα μας! Καὶ ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι μιλᾶμε γιὰ ἐν- Τριάδωση καὶ ἐν-Χρίστωση. Μέσα μας ἔχουμε τὸν Θεό μας! Θες μως τν Φραγκο- λατίνων, τν Ρωμαιοκαθολικν δηλαδή, πως λέγονται, εναι φρικτός. Δὲν μπορῶ νὰ προσευχηθῶ σὲ ἕναν τέτοιο Θεό, ὅπως τὸν δέχονται οἱ Παπικοί.
.           Οἱ Παπικοὶ δὲν δέχονται τὴν διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Θεό, ὅπως κάνουν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, ἀλλὰ δέχονται ἕναν Θεὸ ὡς οὐσία μόνο. Δηλαδή, οἱ Παπικοὶ ἔχουν ἕνα Θεὸ μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει κοινωνία. Πραγματικά, ἂν ὁ Θεὸς εἶναι οὐσία μόνο, τότε δὲν μπορεῖ νὰ ἔχουμε κοινωνία μαζί Του, γιατί δὲν μποροῦμε νὰ μετέχουμε στὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Δν τν θέλουμε τν Θε τν Δυτικν. Δν εναι καλς Θεός. Ἀλλὰ οὔτε καὶ τὰ δικά τους τὰ παιδιὰ δὲν τὸν θέλουν καὶ δὲν τὸν δέχονται αὐτὸν τὸν Θεό, γι᾽ αὐτὸ καὶ μὲ πανώ στοὺς δρόμους τὰ παιδιὰ τῶν Δυτικῶν διαλαλοῦν καὶ λέγουν: «ΠΕΘΑΝΕ Ο ΘΕΟΣ»!…Ποιὸς Θεὸς πέθανε; Ὁ Θεὸς τῶν Δυτικῶν, ὅπως τοὺς τὸν δίνουν οἱ Πάπες τους. Καλ τος τ λεγε δικός μας γιος Γρηγόριος Παλαμς, πο κήρυττε Θε χι μόνο μ θεία οσία, λλ κα μ θεες νέργειες. λεγε στος Δυτικούς: «Θες νενέργητος, ρα ΘΕΟΣ ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΣ»! Ἡ ἄλλη δὲ πλάνη τῶν Παπικῶν περὶ τοῦ Φιλιόκβε, γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχουμε μιλήσει, μπερδεύει ἀκόμη περισσότερο τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κάνει περισσότερο ἀποκρουστική. Τί Θεὸ τέλος πάντων ἔχουν αὐτοὶ οἱ Παπικοί;!…

 4. Τὸ Τριαδικὸ δόγμα, ἀδελφοὶ χριστιανοί, ὅπως καὶ ὅλα τὰ δόγματα, μᾶς δόθηκαν ὄχι γιὰ νὰ γνωρίζουμε θεωρητικὰ ὁρισμένες ἀλήθειες, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς γίνονται οἱ ἀλήθειες αὐτὲς ζωή. Καὶ ἡ ἑνότητα τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸ ὁμοούσιον δηλαδὴ τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μᾶς διδάσκει καὶ μᾶς ἐπιβάλλει καὶ τὴν δική μας ἑνότητα ὡς χριστιανῶν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν παρακαλοῦσε τὸν Πατέρα Του γιὰ τὴν ἀγάπη τῶν ἰδικῶν Του καὶ γιὰ τὴν ἑνότητα μεταξύ τους, ἀναφέρθηκε στὴν ἑνότητα τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος (βλ. Ἰωάν. ιζ´ 11). Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὴν Θεία Λειτουργία, γιὰ νὰ ὁμολογήσουν οἱ χριστιανοὶ τὴν πίστη τους στὸν Θεό, τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ ἱερέας τοὺς λέει πρῶτα τὸ «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους». Γι᾽ αὐτὸ πάλι καὶ ἀββάδες, Ρῶσοι συνήθως, ἀφιερώνουν κάποιο Μοναστήρι ποὺ κτίζουν στὴν Ἁγία Τριάδα, γιὰ νὰ εἶναι ἀγαπημένοι καὶ ἑνωμένοι οἱ Μοναχοὶ ποὺ θὰ ἀσκοῦνται σ᾽ αὐτό.

 Μὲ πολλὲς εὐχές,
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως Ἱερεμίας

 ΠΗΓΗ: agiostherapon.blogspot.gr

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ “ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ” ΜΗΤΡ. ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ “ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ” ΜΗΤΡ. ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

Περγάμου Ἰωάννης πρὸς Ναυπάκτου Ἱερόθεον:
«Ἡ ὁμολογία ἑνὸς σφάλματος εἶναι πάντοτε δύσκολη».

.            Μὲ ἐπιστολή μου τῆς 17ης Σεπτεμβρίου ἐ.ἔ. πρὸς τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἰερόθεον διαμαρτυρήθηκα ἐντόνως, γιατί διέστρεψε δημοσιευμένα κείμενά μου δίνοντας τὴν ἐντύπωση ὅτι ὑπάρχει κακοδοξία στὶς θέσεις, ποὺ ἐκφράζω στὶς Πανεπιστημιακὲς Παραδόσεις μου στὸ μάθημα τῆς Δογματικῆς. Τοῦ ἐδήλωσα ὅτι μὲ τὴν παραποίηση αὐτὴ τῶν κειμένων μου, διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἀποσιωπητικῶν, μὲ ἐμφανίζει, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ὅτι ἀσπάζομαι κακοδοξία, τὴν ὁποία ρητῶς καταδικάζω στὸ ἐν λόγῳ ἔργο μου. Μὲ πόνο ψυχῆς γιὰ τὴν ἐνέργειά του αὐτὴ τοῦ ἀπηύθυνα τὸ ἐρώτημα: γιατί τὸ ἔκανε; Ἐκ παραδρομῆς –ὁπότε θὰ ἀρκοῦσε μία ἔκφραση λύπης ἐκ μέρους του– ἢ ἐσκεμμένα –πράγμα δύσκολο νὰ τὸ διανοηθῶ;
.             Στὸ γράμμα μου αὐτὸ ὁ Σεβασμιώτατος ἔσπευσε νὰ ἀπαντήσει ταχύτατα, μὲ δικό του γράμμα τῆς 21ης Σεπτεμβρίου, ἀπέφυγεν ὅμως νὰ δώσει ἀπάντηση στὸ πιὸ πάνω κρίσιμο ἐρώτημά μου. Μὲ μία βιαστικὴ ἀναφορὰ σχεδὸν ὡς «ἐν παρόδῳ» δηλώνει ὅτι δὲν εἶχε τὴν πρόθεση νὰ παραποιήσει τὰ κείμενά μου (σὰν νὰ ἔχει σημασία ἡ πρόθεση καὶ ὄχι ἡ πράξη – ἄλλωστε τὰ κείμενα ὁμιλοῦν ἀπὸ μόνα τους), σπεύδει ὅμως νὰ συγκαλύψει τὸ πρόβλημα ἀναφερόμενος σὲ εὐρύτερες διαφωνίες του μαζί μου: ἡ παραποίηση αὐτὴ δὲν ἔχει σημασία, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως ἡ διαφωνία μας ἐπεκτείνεται καὶ σὲ ἄλλα θέματα (π.χ. στὸ θέμα τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου)! Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ἀπαντήσεώς του.
.             Κατανοῶ ἀπόλυτα τὴν θέση τοῦ ἁγίου ἀδελφοῦ: ἡ ὁμολογία ἑνὸς σφάλματος εἶναι πάντοτε δύσκολη· δὲν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση. Πρόθεσή μου, εἰλικρινά, δὲν ἦταν, οὔτε εἶναι, νὰ δυσχεράνω τὴν θέση τοῦ Σεβασμιωτάτου. Ἐκπλήσσομαι ὅμως, εἰλικρινά, ἀπὸ τὴν ἔλλειψη κάθε εὐαισθησίας ἐκ μέρους του. Ἐκτός, ἀπὸ τὸ δημοσίευμά του στὸν τόμο τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς (ὁ ὁποῖος καί, ἀκούω, μεταφράζεται στὴν ἀγγλική!) πληροφοροῦμαι ὅτι τὴν παραποιημένη ἀναφορά του στὸ κείμενό μου τὴν ἀνήρτησε καὶ στὸ διαδίκτυο, ὅπου καί, κατὰ τὴν ἱστοσελίδα, διαβάστηκε περισσότερες ἀπὸ 16.000 φορές! Ἂν ἐξαιρέσουμε τοὺς σοβαροὺς καὶ εἰδικοὺς γνῶστες τοῦ θέματος, οἱ ὁποῖοι καὶ διέγνωσαν ἀμέσως ὅτι πρόκειται γιὰ πλαστογράφηση τῆς πραγματικότητος, χιλιάδες ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουν πρόσβαση στὰ κείμενά μου καὶ τώρα καὶ στὸ μέλλον θὰ θεωροῦν γνήσιο τὸ παραποιημένο κείμενό μου. Καὶ αὐτὸ δὲν φαίνεται νὰ σημαίνει τίποτε γιὰ τὸν ἅγιο ἀδελφό, ὁ ὁποῖος θὰ κοιμᾶται μὲ ἥσυχη τὴν συνείδησή του!
.             Ἐφ’ ὅσον ὁ ἅγιος Ναυπάκτου θέλει γιὰ εὐνοήτους λόγους νὰ παρακάμψει τὸ θέμα αὐτὸ καί, προφανῶς, δὲν προτίθεται νὰ διορθώσει τὸ λάθος του (ἀφοῦ δὲν τὸ ἀναγνωρίζει καὶ δὲν λυπεῖται γι’ αὐτὸ) κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ σταματήσει ἐδῶ ἡ συνομιλία μας. Ἐπειδὴ ὑποσχέθηκα ὅμως ὅτι θὰ ἀπαντήσω καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν ἰσχυρισμῶν του, στοὺς ὁποίους καὶ ἐπανέρχεται στὴν ἀπαντητικὴ ἐπιστολή του, ἐλπίζω σύντομα νὰ τὸ πράξω δίνοντας τέλος σὲ μία, δυστυχῶς, ἀδιέξοδη ὑπόθεση.
.             Ὡς πρὸς τὸ ἐρώτημα τοῦ Ἁγίου Ναυπάκτου, γιατί συνέδεσα τὸ ὅλον θέμα μὲ ἐκεῖνο τῆς πολεμικῆς ποὺ ἀσκεῖται κατὰ τῶν θεολογικῶν διαλόγων, τοῦ ὑπενθυμίζω ὅτι τὸ παραποιημένο κείμενό μου βρίσκεται σὲ ὁμιλία του ποὺ χειροκροτήθηκε ἀπὸ σύναξη, κατὰ τὴν ὁποία ἀκούστηκαν τὰ μύρια ὅσα κατὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῶν θεολογικῶν διαλόγων του.
.             Τέλος, ὡς πρὸς τὴν ἐπιστολή του τῆς 7ης Ὀκτωβρίου 2009, ὅπως μαρτυρεῖ τὸ περιεχόμενό της, δὲν ἀπήντησα, διότι ἀναφέρεται σὲ θέματα ἐσωτερικῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στὰ ὁποῖα δὲν εἶχα κανένα δικαίωμα νὰ ἀναμειχθῶ. Εἶμαι πάντως ὑποχρεωμένος γιὰ λόγους δικαιοσύνης πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου νὰ δηλώσω ὅτι τὸ θέμα τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μὲ τὴν Ρώμη τὸ ἔφερε ὄντως στὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο, καὶ ἡ σχετικὴ ἀπόφαση ἦταν συνοδική.

 Ἀθήνα, 27 Σεπτεμβρίου 2012

 ΠΗΓΗ: Amen.gr

 Ναυπάκτου Ἱερόθεος πρὸς Περγάμου Ἰωάννην:
«Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν “παπίζουμε”»

.             Ἔλαβα γνώση ἀπὸ τὸ διαδίκτυο τῆς ἀπὸ 27-9-2012 δήλωσης τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννη, ὕστερα ἀπὸ δική μου ἀπάντηση σὲ ἐπιστολή του, ἡ ὁποία προηγήθηκε.
.             Λυπᾶμαι ποὺ ἐξαναγκάζομαι νὰ ἀκολουθήσω τὸν δικό του τρόπο καὶ νὰ ἀπαντήσω στὴν ἀσυνήθιστη τακτικὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου καὶ στὸν ἀσυνήθιστο τρόπο ποὺ ἐνεργεῖ στὴν παροῦσα περίπτωση, καὶ μάλιστα ὅταν δὲν ἔχη ἀπαντήσει μέχρι τώρα στὶς ἀρνητικὲς κριτικὲς ποὺ ἔχουν ἐξασκήσει ἀκαδημαϊκοὶ διδάσκαλοι καὶ συνάδελφοί του γιὰ θέσεις ποὺ κατὰ καιροὺς ὑποστηρίζει.
.             Θὰ ὑπογραμμίσω τέσσερα συγκεκριμένα σημεῖα ποὺ ἐκεῖνος θέτει μὲ τὴν δήλωσή του.

 1. Ἡ βούληση εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου

.             Στὴν γνωστὴ εἰσήγησή μου σὲ Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς ἀσχολοῦμαι μὲ τὸ θέμα τῆς «ὀντολογίας τοῦ προσώπου» καὶ σημειώνω ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ συνιστᾶ μία «μεταπατερικὴ θεολογία».
.             Στὴν συγκεκριμένη δὲ παράγραφο ἐντόπιζα τὴν κακόδοξη ἄποψη ὅτι «ἡ δῆθεν ἐλευθερία τοῦ προσώπου ἔχει ἀξία, διότι ὑπερβαίνει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης, ὅτι ἡ φύση συνδέεται μὲ τὴν ἀνάγκη καὶ ἡ βούληση μὲ τὸ πρόσωπο». Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ παρέθεσα δύο φράσεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννη γιὰ τὴν ἄποψή του περὶ τοῦ «ἐλευθέρου θελήματος τοῦ Πατρὸς» καὶ γιὰ «τὴν ἔννοια τῆς βουλήσεως».
.             Τὶς καταγράφω: «Τὸ ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρὸς εἶναι αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο πηγάζει ἡ τριαδικὴ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ, ὑποστασιάζεται ἡ οὐσία σὲ τριαδικὸ Θεό… Ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς».
.             Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης μὲ ἐπιστολή του ἐκφράζει «τὴν κατάπληξή» του γιατί ἔγινε παραποίηση τοῦ κειμένου του. Ὅμως, τὰ ὅσα ἔγραψα στὴν προηγούμενη ἐπιστολή μου πρὸς τὸν Σεβασμιώτατο Περγάμου ἰσχύουν ἀπολύτως καὶ τὰ ἐπαναλαμβάνω γιὰ μία ἀκόμη φορὰ γιὰ νὰ γίνουν κατανοητά: «Τὴν φράση ποὺ ἐπισημαίνετε (ἔγραφα στὸν Σεβασμιώτατο Περγάμου) “ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς” τὴν ἀποδίδετε στοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ στὴν δυνατότητα ἐπιλογῆς ποὺ γίνεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.  Ὅμως, στὸ συγκεκριμένο κείμενό μου μὲ ἐνδιέφερε πολὺ καὶ τὸ τονίζω ἐμφαντικά, ὅτι ἡ θέληση-βούληση τόσο στὸν Θεὸ ὅσο καὶ στὸν ἄνθρωπο συνδέεται μὲ τὴν φύση, εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου, ἐνῶ ἡ προαίρεση, δηλαδὴ ἡ ἐπιλογὴ –ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει στὸν Θεό, ἀλλὰ μόνον στοὺς ἀνθρώπους– ἀνήκει στὴν ὑπόσταση-πρόσωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ καίριας σημασίας θέμα, ὅτι καὶ στοὺς ἀνθρώπους ἡ βούληση δὲν εἶναι ἐπιλογή, ἀλλὰ ὄρεξη τῆς φύσεώς τους. Ἡ ἐπιλογὴ συνδέεται μὲ τὴν προαίρεση».
.             Μὲ αὐτὴν τὴν ἐπισήμανση δὲν ἔκανα κάποια ὑπεκφυγή, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ Σεβασμιώτατος στὴν δήλωσή του, ἀλλὰ ὑπογράμμιζα ὅτι δὲν μποροῦμε ἀπὸ ὀρθοδόξου ἀπόψεως νὰ κάνουμε λόγο γιὰ τὸ «ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρός», οὔτε γιὰ τὸ ὅτι «ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς» στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς φράσεις εἶναι ἄστοχες ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς, ὅπως φαίνεται στὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, καὶ ἔχω ἀναλύσει σὲ ἕνα προηγούμενο κείμενό μου. Ἡ βούληση τόσο στὸν Θεὸ ὅσο καὶ στὸν ἄνθρωπο εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου, ἐνῶ ἡ ἐπιλογὴ στὸν ἄνθρωπο εἶναι γνώρισμα τῆς προαιρέσεως καὶ ὄχι τῆς βουλήσεως. Αὐτὸ ἦταν τὸ βασικὸ θέμα ποὺ μὲ ἐνδιέφερε στὴν περίπτωση αὐτή. Σὲ αὐτὸ δὲν ἔγινε καμμία παραποίηση καὶ καταλαβαίνω καλὰ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ἐνοχλήθηκε ὁ Σεβασμιώτατος Περγάμου καὶ ἔχασε τὴν ψυχραιμία του.
.             Καὶ ἂν ἀκόμη ἔθετα τὶς δύο αὐτὲς φράσεις του ξεχωριστὰ –χωρὶς τὰ ἀποσιωπητικὰ– ἡ οὐσία τοῦ θέματος δὲν θὰ ἄλλαζε, ἀφοῦ ἡ βούληση-θέληση στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι ἐπιλογὴ τοῦ προσώπου. Μὴν προσπαθῆ ὁ Σεβασμιώτατος νὰ θέτη διλήμματα, γιὰ νὰ ξεφύγη ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ θέματος.
.             Ατ δν γινε οτε κ παραδρομς (μ τν ννοια τς προσεξίας) οτε σκεμμένως (μ τν ννοια τς σκόπιμης παραποίησης). θελα νὰ ναφερθ στν κακόδοξη διδασκαλία τι βούληση κάνει πιλογή.
.             Ἀκόμη, στὴν δήλωση τοῦ Σεβασμιωτάτου φαίνεται ἡ ἀντιφατικότητά του, διότι ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν ἀρνεῖται τὴν δική μου πρόθεση νὰ μὴ παραποιήσω κείμενό του –ὅταν ἔγραφα «δὲν εἶχα καμμία πρόθεση νὰ κάνω κάτι τέτοιο»– μὲ τὴν αἰτιολογία «σὰν νὰ ἔχη σημασία ἡ πρόθεση καὶ ὄχι ἡ πράξη», ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ὁ ἴδιος στὴν ἑπομένη παράγραφο τῆς δήλωσής του ἀναφέρεται στὴν δική του πρόθεση: «πρόθεσή μου, εἰλικρινά, δὲν ἦταν, οὔτε εἶναι νὰ δυσχεράνω τὴν θέση τοῦ Σεβασμιωτάτου». Δν μπορ νὰ ξηγήσω ατν τν διπλ συμπεριφορς πρς τς «προθέσεις» μφοτέρων.
.             Ἑπομένως, γιὰ ὅσα ἀνέφερα μέχρι τώρα καὶ κυρίως γιὰ ὅσα θὰ ἀναφερθῶ στὴν συνέχεια μὲ σεβασμὸ παρακαλ τν Σεβασμιώτατο νὰ νακαλέση τ περ «παραποιήσεως τν θέσεών» του, γιατί εναι προσβλητικ γι τ πρόσωπό μου.

 2. Παρερμηνεία τοῦ χωρίου τοῦ Μ. Ἀθανασίου

.             Μελετώντας περισσότερο τὸ θέμα ποὺ θίγει ὁ Σεβασμιώτατος Περγάμου στὴν ἐπιστολή του καὶ στὴν ἐν συνεχείᾳ δήλωσή του φαίνεται μὲν ὅτι δὲν δέχεται τὴν αἱρετικὴ ἄποψη τῶν Ἀρειανῶν ὅτι ὁ Υἱὸς προῆλθε ἀπὸ τὴν βούληση-θέληση τοῦ Πατρὸς καὶ ἑπομένως εἶναι κτίσμα, μάλιστα δὲ ἐπισημαίνει ὅτι εἶναι «κακόδοξη ἀντίληψη» τὸ νὰ ἐκλαμβάνεται ὅτι «ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπόφαση ἐπιλογῆς», ἀλλὰ θεωρῶ ὅτι παρερμηνεύει τὸ σχετικὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου μὲ κάποιους σχολαστικοὺς ἑλιγμούς, γιὰ νὰ φθάση σὲ δύο συμπεράσματα ποὺ ἀποκλίνουν ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ παράδοση.
.             Τὸ πρῶτον εἶναι ὅτι «Τὸ ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρὸς εἶναι αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο πηγάζει ἡ τριαδικὴ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ, ὑποστασιάζεται ἡ οὐσία σὲ τριαδικὸ Θεό…». Καὶ τὸ δεύτερον εἶναι ὅτι παρουσιάζει τὸν Μ. Ἀθανάσιο νὰ θέλη «μία ἐλεύθερη βούληση, αἰώνια, ἀΐδια» τοῦ Πατρός, «ἡ ὁποία νὰ μὴν εἶναι βούληση ἐκλογῆς μεταξὺ δύο δυνατοτήτων», καὶ ὁμιλεῖ γιὰ τὴν «κακόδοξη ἀντίληψη ὅταν ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπόφαση ἐπιλογῆς μεταξὺ δυνατοτήτων» καὶ γιὰ τὴν «εὐσεβῆ ἔννοια τῆς θελήσεως», ποὺ εἶναι «ἡ ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς θελήσεως», σύμφωνα μὲ τὸ σχετικὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τὸ ὁποῖο παρερμηνεύει κατὰ τὴν γνώμη μου.
.             Ὁ καθηγητὴς Νίκος Ματσούκας στὴν Δογματική του ἐπισημαίνει αὐτὸ τὸ λάθος τοῦ Σεβασμιωτάτου Περγάμου. Γράφει ὅτι ὁ Μ. Ἀθανάσιος «ἐγκαινιάζει κατ᾽ ἀρχὴν» «καὶ ἀκολουθοῦν οἱ μετέπειτα ὀρθόδοξοι πατέρες» τὴν διάκριση τῆς «κατὰ φύσιν γεννήσεως» καὶ τῆς «κατὰ βούλησιν δημιουργίας». Αὐτὴν τὴν πατερικὴ θέση, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Νίκος Ματσούκας «φαίνεται νὰ ἀρνεῖται» κείμενο τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα «προφανῶς ἀπὸ ἀστοχία ἢ κάποια παραδρομή». Στὴν συνέχεια παραθέτει τὸ σχετικὸ κείμενο τοῦ Σεβασμιωτάτου: «Ἀναλυτικώτερα αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεός, ὡς Πατὴρ καὶ ὄχι ὡς “οὐσία”, μὲ τὸ νὰ “εἶναι” διαρκῶς ἐπιβεβαιώνει τὴν ἐλευθέραν θέλησίν του νὰ ὑπάρχη, καὶ τὴν διαβεβαίωσιν αὐτὴν συνιστᾶ ἀκριβῶς ἡ Τριαδική Του ὕπαρξις: ὁ Πατὴρ ἀπὸ ἀγάπην –δηλαδὴ ἐλεύθερα– γεννᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα. Ἂν ὑπάρχη Θεός, ὑπάρχει διότι ὑπάρχει ὁ Πατήρ, δηλαδὴ Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἀγάπην ἐλευθέραν γεννᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα».
.             Καὶ στὴν συνέχεια σχολιάζει ὁ καθηγητὴς Νίκος Ματσούκας: «Ἀλλὰ τὸ “κατὰ φύσιν” δὲν ὑπόκειται στὴν ἐλευθερία τῆς θέλησης παρὰ μονάχα τὸ “κατὰ βούλησιν”.  Ὁ Ἄρειος σὲ τούτη ἀκριβῶς τὴν κακοδοξία εἶχε περιπέσει, τὴν ὁποία πολέμησε ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ Λόγος εἶναι προϊὸν τῆς ἐλεύθερης βούλησης τοῦ Πατέρα, πράγμα ποὺ κατὰ τὸν Μ. Ἀθανάσιο ἰσχύει μονάχα γιὰ τὴ δημιουργία τῆς κτίσης.  Ἑπομένως ὁ Μ. Ἀθανάσιος κάνει διάκριση μεταξὺ ἀΐδιας καὶ οἰκονομικῆς Τριάδας, ἐνῶ ὁ Ἄρειος δὲν κάνει τούτη τὴ διάκριση. Κατὰ τὸν Ἄρειο εἶναι δυνατὴ ἡ διάκριση θείας οὐσίας καὶ θείας ἐνέγειας τοῦ Πατέρα, ἀλλὰ τὰ δύο ἄλλα πρόσωπα, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, δὲν κατατάσσονται στὴν οἰκογένεια τῆς ἄκτιστης καὶ ὁμοούσιας Τριάδας. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει, γιατί ὁ Λόγος, κατὰ τὸν Ἄρειο πάντοτε, προέρχεται ἀπὸ τὴν βουλητικὴ ἐνέργεια τοῦ Πατέρα, καὶ φυσικὰ ὄχι ἀπὸ μία “κατὰ φύσιν” σχέση τοῦ Πατέρα πρὸς τὸν Υἱό. Ὅπως θὰ δοῦμε ἀργότερα, οἱ ἐπιπτώσεις αὐτὲς εἶναι ἀλλοτριωτικὲς στὴν ἐμπειρία καὶ τὴ διδασκαλία τῆς ἀπολύτρωσης» (Ν. Α. Ματσούκα, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β´: Ἔκθεση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὴ Δυτικὴ Χριστιανοσύνη, Φ.Θ.Β. 3, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 96-97, ὑπ. 56).
.             Ἑπομένως, πρόκειται γιὰ παρερμηνεία ποὺ κάνει ὁ Σεβασμιώτατος Περγάμου τοῦ χωρίου τοῦ Μ. Ἀθανασίου, γιὰ νὰ φθάση στὴν ἐλευθερία τοῦ προσώπου τοῦ Πατρὸς καὶ στὴν διάκριση μεταξὺ τῶν δύο ἀντιλήψεων περὶ τῆς θελήσεως, ἡ μία «κακόδοξη ἀντίληψη» καὶ ἡ ἄλλη «ἡ εὐσεβὴς ἔννοια τῆς θελήσεως».
.             Ἂς δοῦμε ὅμως ἀναλυτικότερα πῶς ἔχει τὸ θέμα αὐτό, γιὰ νὰ διαπιστωθῆ ἡ παρερμηνεία τοῦ πατερικοῦ κειμένου ἢ «ἀπὸ ἀστοχία» ἢ ἀπὸ «κάποια παραδρομή», ὅπως ἐπισημαίνει μὲ ἀκαδημαϊκὴ εὐπρέπεια ὁ καθηγητὴς Νίκος Ματσούκας. Ἑτοιμάζω δὲ εἰδικὴ μελέτη, γιὰ νὰ ἐντοπίσω τὴν ἐσφαλμένη ἑρμηνευτικὴ μεθοδολογία του. Ἁπλῶς ἐδῶ θὰ κάνω μία εὐσύνοπτη παρουσίαση τοῦ θέματος.
.             Διαβάζοντας κανεὶς προσεκτικὰ τὸ σχετικὸ κείμενο τοῦ Μ. Ἀθανασίου, καθὼς ἐπίσης καὶ ὅσα προηγοῦνται καὶ ἕπονται αὐτοῦ, διαπιστώνει ὅτι ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἀντιμετώπισε τὸ δίλημμα ποὺ τοῦ ἔθεταν οἱ Ἀρειανοί, ἐὰν ὁ Υἱὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ Πατρός, ποὺ γι᾽ αὐτοὺς ἦταν κατ᾽ ἀνάγκη, ἢ δημιουργήθηκε κατὰ τὴν βούληση τοῦ Πατρός, κάτι τὸ ὁποῖο πίστευαν οἱ ἴδιοι, καὶ εἶναι κτίσμα.
.             Ὁ Μ. Ἀθανάσιος μὲ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα ἐξουδετέρωσε τὴν ἄποψη τῶν Ἀρειανῶν ὅτι ὁ Υἱὸς προῆλθε ἀπὸ τὴν βούληση τοῦ Πατρός, γιατί τότε θὰ ἦταν κτίσμα, καὶ ὑποστήριξε τὴν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρὸς γέννηση τοῦ Υἱοῦ. Μάλιστα δὲ τὸ κεντρικότερο σημεῖο τοῦ συγκεκριμένου χωρίου τοῦ Μ. Ἀθανασίου εἶναι ὅτι θεωρεῖ παράφρονα ἐκεῖνον ποὺ θέτει μεταξὺ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ βούληση καὶ σκέψη, καὶ γι᾽ αὐτὸ γράφει: «Μαίνοιτο γὰρ ἄν τις μεταξὺ τιθεὶς Πατρὸς καὶ Υἱοῦ βούλησιν καὶ σκέψιν. Καὶ γὰρ ἕτερόν ἐστι λέγειν, Βουλήσει γέγονεν, ἕτερον δὲ ὅτι Ἴδιον φύσει τὸν Υἱὸν αὐτοῦ ἀγαπᾶ καὶ θέλει αὐτόν».
.             Συγχρόνως ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὑποστήριξε ὅτι τὸ κατ᾽ οὐσίαν δὲν εἶναι κατ᾽ ἀνάγκη, γι᾽ αὐτὸ γράφει: «ὥσπερ γὰρ τῆς ἰδίας ὑποστάσεώς ἐστι θελητὴς (ἐνν. ὁ Πατὴρ) οὕτω καὶ ὁ Υἱός, ἴδιος ὢν αὐτοῦ τῆς οὐσίας, οὐκ ἀθέλητος ἐστιν αὐτῷ». Τὸ «θελητὴς» χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο γιὰ νὰ ἀπορρίψη τὸ «ἀθέλητος», τὸ «κατ᾽ ἀνάγκην» τῆς οὐσίας, τὸ ὁποῖο πρέσβευαν οἱ Ἀρειανοί, καὶ νὰ ἐκφράση ὅτι εἶναι θελητς τς οσίας Του καὶ ὄχι ἀθέλητος.
.             Ἡ λέξη «θελητὴς» δὲν ἑρμηνεύεται μὲ τὴν ἔννοια τῆς θελήσεως, τὴν ὁποία θέληση προηγουμένως ὁ Μ. Ἀθανάσιος εἶχε ἀπορρίψει γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Υἱοῦ, ἀλλὰ μ τν ννοια τοῦ πιθυμητς (θελητὸς=ἐπιθυμητός, κατὰ τὸ Liddel-Scott), ἀγαπητός.  Ἔτσι μετέφρασε τὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου ὁ μεταφραστὴς στὶς «Πατερικὲς Ἐκδόσεις» (Μ. Ἀθανασίου, Ἔργα 3, Κατὰ Ἀρειανῶν Γ´, 66, ΕΠΕ, Εἰσαγ.-Κείμ.-Μετφρ.-Σχόλ. Σοφοκλέους Τοκατλίδη, “Γρηγόριος Παλαμᾶς”, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 193) ποὺ μᾶλλον προσεγγίζει καλύτερα τὸ θέμα. Μεταφράζει: «Διότι ὅπως (ὁ Πατὴρ) ἐπιθυμεῖ τὴν ἰδικήν Του ὑπόστασιν, τοιουτοτρόπως καὶ ὁ Υἱός, ὁ ὁποῖος ἔχει κοινὴν πρὸς τὸν Πατέρα οὐσίαν, δὲν εἶναι ἀνεπιθύμητος εἰς αὐτόν». Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία εἶναι ὀρθή, γιατί φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Μ. Ἀθανάσιος συνδέει τὸ «θελητὴς» μὲ τὴν ἀγάπη, παραπέμποντας στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «ὁ γὰρ πατὴρ φιλεῖ τὸν υἱὸν καὶ πάντα δείκνυσιν αὐτῷ ἃ αὐτὸς ποιεῖ» (Ἰω. ε´, 20). Καὶ ἐπισημαίνει: «Θελέσθω καὶ φιλείσθω τοίνυν ὁ Υἱὸς παρὰ τοῦ Πατρὸς καὶ οὕτω τὸ θέλειν καὶ τὸ μὴ ἀβούλητον τοῦ Θεοῦ τις εὐσεβῶς λογιζέσθω. Καὶ γὰρ ὁ Υἱὸς τῇ θελήσει ἢ θέλεται παρὰ τοῦ Πατρός, ταύτῃ καὶ αὐτὸς ἀγαπᾶ, καὶ θέλει, καὶ τιμᾶ τὸν Πατέρα καὶ ἕν ἐστι θέλημα τὸ ἐκ Πατρὸς ἐν Υἱῷ, ὡς καὶ ἐκ τούτου θεωρεῖται τὸν Υἱὸν ἐν τῷ Πατρί, καὶ τὸν Πατέρα ἐν τῷ Υἱῷ».
.             Φαίνεται σαφέστατα ὅτι στὸ χωρίο αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὴν κοινὴ φυσικὴ ἐνέργεια τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχουν κοινὴ φύση καὶ κοινὴ ἐνέργεια καὶ ὅ,τι θέλει ὁ Πατὴρ θέλει καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Δν φίσταται διαφορετικ θέληση στ Πρόσωπα τς γίας Τριάδος καί, βεβαίως, δν φίσταται διαφορετικὴ λευθερία τν Προσώπων.
.             Καὶ γιὰ νὰ μὴ νομισθῆ ὅτι αὐτὸ τὸ «θελητὴς» ἀναφέρεται στὸ «θέλημα τοῦ Πατρὸς» μὲ τὸ ὁποῖο δῆθεν ἦλθε στὴν ὕπαρξη ὁ Υἱός, ὁ Μ. Ἀθανάσιος συμπεραίνει: «Οὐκοῦν μὴ λεγέσθω θελήματος δημιούργημα ὁ Υἱός, μηδὲ τὰ Οὐαλεντίνου ἐπεισαγέσθω τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀλλὰ βουλὴ ζῶσα, καὶ ἀληθῶς φύσει γέννημα, ὡς τοῦ φωτὸς τὸ ἀπαύγασμα». Ὅπως τὸ ἀπαύγασμα (ἡ λάμψη) «φύσει αὐτοῦ (τοῦ φωτὸς) γέννημα θελόμενον παρὰ τοῦ φωτὸς καὶ γεννήσαντος αὐτὸ» καὶ δὲν γίνεται «ἐν σκέψει βουλήσεως, ἀλλὰ φύσει καὶ ἀληθείᾳ», ἔτσι, θὰ μποροῦσε νὰ πῆ κανείς, ὅτι συμβαίνει καὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, «ὅτι ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ καὶ θέλει τὸν Υἱόν, καὶ ὁ Υἱὸς ἀγαπᾶ καὶ θέλει τὸν Πατέρα». Ἑπομένως, δὲν θέλει μόνον ὁ Πατὴρ τὸν Υἱό, ἀλλὰ καὶ ὁ Υἱὸς τὸν Πατέρα. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
.             Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος ὁ Μ. Ἀθανάσιος σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ ἰδίου λόγου του κατὰ Ἀρειανῶν σαφῶς ποφαίνεται τι «το βούλεσθαι τ κατ φύσιν πέρκειται, καὶ  φύσις οχ πόκειται τ βουλήσει».
.             Ὁ δὲ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀναφερόμενος σὲ αὐτὸ τὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου γράφει ὅτι ὁ Υἱὸς γεννήθηκε ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Πατρὸς καὶ ὄχι ἐκ τῆς θελήσεως καὶ ἀποφαίνεται: «ἡ γέννησις εὐδοκία καὶ θέλησις οὐκ ἔστιν, ἀλλ᾽ ὑπὲρ εὐδοκίαν καὶ θέλησιν –φύσει γὰρ δείκνυσιν ἐκ Πατρὸς ὄντα τὸν Υἱὸν ὡς αὐτῷ γνήσιον καὶ ὁμοούσιον, ἀλλ᾽ οὐ θελήσει καθὰ τὰ κτίσματα». Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρὸς (Γρηγορίου Παλαμᾶ, Συγγράμματα, ἔκδ. Παναγιώτη Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 98-99).
.             Ἡ ὁποιαδήποτε διαφορετικὴ ἑρμηνεία τῆς φράσεως τοῦ Μ. Ἀθανασίου: «τῆς ἰδίας ὑποστάσεώς ἐστι θελητής», παραπέμπει σὲ κακόδοξη ἄποψη ὅτι δῆθεν ὁ Πατὴρ εἶναι θελητὴς καὶ τῆς δικῆς Του ὑπάρξεως, δηλαδὴ τοῦ ἑαυτοῦ Του!
.             Πάντως, συνιστᾶ ἔντονο θεολογικὸ πρόβλημα τὸ γιατί ἡ φράση «τῆς ἰδίας ὑποστάσεώς ἐστι θελητὴς» (ὁ Πατὴρ) ποὺ ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο τίθεται γιὰ νὰ ἀντιμετωπισθῆ τὸ «κατ᾽ ἀνάγκην» τῆς φύσεως τῶν Ἀρειανῶν καὶ νὰ δείξη ὅτι ὁ Υἱὸς γεννήθηκε κατὰ φύσιν ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀπὸ τὸν Σεβασμιώτατο Περγάμου ἐπεκτείνεται στὴν «μία ἐλεύθερη βούληση, αἰώνια, ἀΐδια» τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὅτι «τὸ αἴτιο τῆς ἐλευθερίας τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ» δὲν εἶναι «ἡ ἐλευθερία ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν οὐσία, εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ αἰτίου, τοῦ Πατρός».
.             Ἑπομένως, ναὶ μὲν ὁ Σεβασμιώτατος δὲν δέχεται ὅτι ὁ Υἱὸς προῆλθε ἀπὸ τὴν βούληση τοῦ Πατρός, κατὰ τὸν τρόπο ποὺ ὁμιλοῦσαν οἱ Ἀρειανοί, ἀλλὰ ὅταν ὁμιλῆ γιὰ «τὸ ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρὸς» καὶ ὅταν γράφη σὲ ἄλλο κείμενό του ὅτι «Ἀλλ᾽ ἐὰν ὁ λόγος τῆς ὀντολογικῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ ἔγκειται ἁπλῶς εἰς τὴν “φύσιν” του, εἰς τὸ ὅτι δηλαδὴ ἐκ φύσεως εἶναι ἄκτιστος, ἐνῶ ἐμεῖς ἐκ φύσεως κτιστοί, τότε καμμιὰ ἐλπίς, καμμιὰ δυνατότης δὲν ὑπάρχει διὰ τὸν ἄνθρωπον νὰ γίνη ποτὲ πρόσωπον, μὲ τὴν ἔννοιαν ποὺ εἶναι ὁ Θεός, δηλαδὴ ὄντως πρόσωπον. Ἀλλ᾽ ὄχι ὁ λόγος τῆς ὀντολογικῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ δὲν ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν Του, ἀλλὰ εἰς τὴν προσωπικήν Του ὕπαρξιν, δηλαδὴ εἰς τὸν “τρόπον ὑπάρξεως” μὲ τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ὡς θεία φύσις (ὑποσημ.: Ἐάν, ἄλλωστε, συνδέσωμε τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν φύσιν Του, αὐτόματα, ὅπως δείξαμε πρὸ ὀλίγου, τὴν ἀναιροῦμε!)» (Ἰω. Ζηζιούλα, Ἀπὸ τὸ προσωπεῖον εἰς τὸ πρόσωπον. Ἡ συμβολὴ τῆς πατερικῆς θεολογίας εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ προσώπου, ἐν Ἱμάτια Φωτὸς Ἀρρήτου: Διεπιστημονικὴ Προσέγγιση τοῦ Προσώπου, ἐπιμ. Λ. Χρ. Σιάσου, Πουρναρᾶς: Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 94), καθὼς ἐπίσης ὅταν ὑποστηρίζη ὅτι «ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀσκεῖ ὁ Θεὸς τὴν ὀντολογικὴν ἐλευθερίαν Του, ἐκεῖνο ἀκριβῶς ποὺ Τὸν κάνει νὰ εἶναι ὀντολογικὰ ἐλεύθερος, εἶναι τὸ ὅτι ὑπερβαίνει καὶ καταργεῖ τὴν ὀντολογικὴν ἀναγκαιότητα τῆς οὐσίας μὲ τὸ νὰ εἶναι Θεὸς ὡς Πατήρ, δηλαδὴ ὡς Ἐκεῖνος ποὺ “γεννᾶ” τὸν Υἱὸν καὶ “ἐκπορεύει” τὸ Πνεῦμα», αὐτὸ ὁδηγεῖ σὲ ἀποκλίσεις ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία.
.             Ὑπογραμμίζω καὶ πάλι ὅτι ὑπάρχει διάκριση μεταξὺ βούλησης-θέλησης καὶ προαίρεσης. Ἡ βούληση-θέληση, στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ θέληση-βούληση δὲν ἔχει δυνατότητα ἐπιλογῶν, ὅπως διδάσκει ἡ δυτικὴ φιλοσοφία, ἐνῶ ἡ προαίρεση στὸν ἄνθρωπο –ὄχι στὸν Θεό, ποὺ δὲν ἔχει προαίρεση– συνδέεται μὲ τὶς ἐπιλογὲς ποὺ κάνει.
.             Ἀλλὰ καὶ ἡ προαίρεση αὐτὴ στὸν ἄνθρωπο συνιστᾶ ἀτέλεια, γιατί ὁ ἐν Χριστῷ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος, ὁ ἅγιος ἐν Χριστῷ ἀποκτᾶ καὶ τὴν ἀτρεψία τῆς προαιρέσεως. Αὐτὸ διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος καὶ θὰ τὸ ἀναλύσω σὲ νέο ἐκτενὲς κείμενό μου. Μν προσπαθε, λοιπόν, Σεβασμιώτατος Περγάμου ν ξεπερν τ σοβαρ ατ θέματα μ τν δθεν παραποίηση τν θέσεών του.
.             Ὁ ἱερομόναχος π. Μάξιμος Λαυριώτης ἤδη τὸ 1990, πρὶν 22 χρόνια, πολὺ εὐφυῶς ἀσχολήθηκε μὲ τὸ σοβαρὸ αὐτὸ θέμα καὶ παρουσίασε τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Σὲ ἄρθρο του μὲ τίτλο «Ἐλευθερία καὶ σωτηρία», στὸ πρῶτο μέρος ἀσχολεῖται μὲ τὸ «σωτηριῶδες κεφάλαιον», καὶ στὸ δεύτερο μέρος ἀσχολεῖται μὲ τὸ περὶ τῆς «αἱρετικῆς ἐλευθερίας». Ἀναφερόμενος σὲ ἀπόψεις «ὡρισμένων ἀθεράπευτα ρομαντικῶν Ρώσων “θεολόγων” καὶ φιλοσόφων» καὶ ἀναλύοντας ἀπόψεις τοῦ Εὐδοκίμωφ γιὰ τὴν σχέση ἐλευθερίας καὶ προσώπου, σὲ σύγκριση μὲ πατερικὰ χωρία, παρατηρεῖ: «Εἶχαν πάθει σύγχυση λοιπὸν ὅλοι οἱ Πατέρες; “Τὸ γὰρ αὐτεξούσιον, θέλησιν ὡρίσαντο” καὶ τὴν θέληση “φυσικὴν καὶ αὐτεξούσιον ὀρεκτικὴν τοῦ νοῦ κίνησιν”. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀναφορὰ τοῦ αὐτεξουσίου στὸ… “πρόσωπο” ἀπὸ κανένα Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχουν ὅμως πολλὲς ἀπὸ πολλοὺς αἱρετικοὺς (Εὐνομιανούς, Νεστοριανούς, Ὠριγενιστὲς καὶ προπαντὸς Μονοθελῆτες καὶ Μονοενεργῆτες), τῶν ὁποίων κοινὸ χαρακτηριστικὸ εἶναι “τὸ μὴ εἰδέναι τὴν διαφορὰν τοῦ φυσικοῦ καὶ τοῦ ὑποστατικοῦ θελήματος”, δηλαδὴ ὅτι “ἡ μὲν θέλησις τουτέστιν ἡ θελητικὴ δύναμις καὶ αὐτὸ τὸ ἁπλῶς θέλειν, φυσικόν, τὸ δὲ θελητόν, τουτέστιν τὸ τί θέλειν, γνωμικὸν καὶ ὑποστατικόν”.
.             Σὲ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ: «Εἶναι λοιπὸν ἡ ἐλευθερία οὐσία προσωπικὴ καὶ ὄχι φυσικὴ ἐνέργεια, ἢ –ἔστω– ὑποστατική; Καὶ διαθέτει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο ἄραγε ὡς ἰδιαίτερη δική του οὐσία τὴν ἐλευθερία, ξεχωριστὰ ἀπὸ τὴν φύση ἢ οὐσία ποὺ ὑποστασιάζει; Στοὺς εἴκοσι αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ δὲν ἐμφανίσθηκαν ποτὲ φοβερώτερες πλάνες ἀπ’ αὐτές, παρμένες ὅλες ἀπὸ περιλάλητο ἔργο “Ὀρθοδοξία”, μὲ τὸ ὁποῖο ἔγινε διδάκτωρ καὶ καθηγητὴς στὸν Ἅγιο Σέργιο τῶν Παρισίων ὁ Εὐδοκίμωφ».
.             Πιὸ κάτω γράφει: «Κανένας Πατὴρ δὲν συνέδεσε ποτὲ πρόσωπο καὶ ἐλευθερία, ἢ φύση καὶ ἀναγκαιότητα. Κανεὶς δὲν μίλησε ποτὲ γιὰ ὑποστατικὴ ἐλευθερία. Εἶναι τῶν Μονοθελητῶν καὶ Μονοενεργητῶν αὐτὸ τὸ δόγμα καὶ ἔχει καταδικασθῆ ἀπὸ τὴν Ϛ´ Οἰκουμ. Σύνοδο. Ἀλλὰ καὶ οἱ Μονοθελῆτες ἀκόμη εὐρίσκοντο σὲ πολὺ καλύτερη θέση ἀπ’ τοὺς Ρώσους Σλαυοφίλους καθότι συμφωνοῦσαν ἀπόλυτα μὲ τοὺς ὀρθοδόξους ἀντιπάλους των στὸ ὅτι: θέλησις-ατεξούσιον-λευθερία σήμαιναν κριβς τὸ διο πράγμα. Καμμία διάκρισις μεταξ “ψυχολογικν” κα “μεταφυσικν” ρόλων σ᾽ ατος τος ρους. Ἀκόμη καὶ ἡ “βούλησις” ὁρίζεται ἀπ᾽ τοὺς ὀρθοδόξους παρὰ τὸν γνωμικό της χαρακτήρα ὡς “ποιὰ φυσικὴ θέλησις”, ἁπλούστατα διότι γίνεται κατανοητό, πὼς καὶ τ γνωμικ θέλημα δν εναι παρ προσωπικς τρόπος χρήσεως τς φυσικς θελήσεως, καὶ π᾽ οδεν λόγ μία διαίτερη θελητικὴ νέργεια, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ πρόσωπο σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς ὅσες πηγάζουν ἀπὸ τὴν φύση». (βλ. Ὀρθόδοξος Τύπος, 23-3-1990 καὶ 30-3-1990).
.             Ὅλα αὐτὰ μὲ ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα τι Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου ωάννης φείλει νὰ ποκαταστήση τ πράγματα κα νὰ νακαλέση χι μόνο τὰ φορντα στ πρόσωπό μου, λλ κυρίως τὰ φορντα στν Μ. θανάσιο, τν ποο παρουσιάζει ν δέχεται σφαλμένες πόψεις.
.             Αὐτὰ πρὸς τὸ παρὸν γιὰ τὸ θέμα τῆς βουλήσεως-θελήσεως.

 3. Τὸ Συνέδριο γιὰ τὴν «μεταπατερικὴ θεολογία»

.             Ὅσον ἀφορᾶ στὴν εἰσήγησή μου, ἡ ὁποία προκάλεσε τὸν Σεβασμιώτατο, θέλω νὰ ὑπογραμμίσω ὅτι συμμετεῖχα στὸ Συνέδριο τὸ ὁποῖο διοργάνωσε ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Πειραιῶς γιὰ τὴν μεταπατερικὴ θεολογία ὕστερα ἀπὸ πρόσκληση τοῦ Σέβ. Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ καὶ διατύπωσα τὴν ἄποψή μου γιὰ τὴν «μεταπατερικὴ θεολογία», να σοβαρ θέμα πο μπορε νὰ πονομεύση τ θεμέλια τς συγχρόνου θεολογίας, γιατί ποτελε μία «ψευδομόρφωση» στν σύγχρονη θεολογία καὶ χει κκλησιολογικς κα ποιμαντικς προεκτάσεις.
.             Γιατί, μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὸ νὰ χωρίζεται ἡ ἐκκλησιολογία σὲ «εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία» καὶ «θεραπευτικὴ ἐκκλησιολογία», ὅτι δηλαδὴ οἱ Πατέρες τῶν πρώτων αἰώνων ἐξέφραζαν τὴν πρώτη καὶ οἱ μεταγενέστεροι Πατέρες ἐξέφραζαν τὴν δεύτερη, ἐπηρεασθέντες ἀπὸ τὸν Ὠριγένη καὶ τὸν Εὐάγριο, καὶ ἀργότερα ἔγινε ἡ σύνθεση τὸ νὰ ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ «θεραπευτικὴ ἐκκλησιολογία» τῶν Πατέρων ὑπῆρξε «ἀνατροπὴ» τῆς «εὐχαριστιακῆς-ἐσχατολογικῆς ἐκκλησιολογίας» κλπ. εἶναι νάρκη στὰ θεμέλια της ὀρθοδόξου θεολογίας.
.             Πάντως, στὸ συγκεκριμένο Συνέδριο συμμετεῖχα καὶ διατύπωσα νομίζω μὲ νηφαλιότητα καὶ θεολογικὴ εὐκρίνεια τὶς ἀπόψεις μου καὶ μάλιστα στὸ τέλος ἀναφέρθηκα καὶ σὲ λόγο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου ὅτι «Τὸ μέλλον ἀνήκει εἰς μίαν αὐθεντικὴν “πατερικὴν” θεολογίαν, πέραν ἀπὸ τὸν νεοπατερισμὸν καὶ τὸν μεταπατερισμόν, εἰς μίαν ἐκκλησιαστικὴν θεολογίαν, ἡ ὁποία ζωογονεῖται ἀπὸ τὴν ἔντασιν μεταξὺ τοῦ “ἤδη” καὶ τοῦ “ὄχι ἀκόμη” τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ».
.             Ὅμως, μὲ προβληματίζει ἡ σκοπιμότητα τῆς ἀνάμειξης τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὅσον μὲ ἀφορᾶ. Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου δὲν πρέπει νὰ διεκδικῆ τὸ ἀπόλυτο καὶ τὸ μοναδικὸ στὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο. Καὶ ἡ ἐλαχιστότητά μου τὸ ἔχει ἀποδείξει στὴν πράξη καὶ εἶναι μεμαρτυρημένο.
.             Ἔπειτα, δὲν συμμετεῖχα σὲ ἕνα Συνέδριο αἱρετικῶν. Τὸ διοργάνωσε ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Πειραιῶς, καὶ ὁ Σεβ. Μητροπολίτης της κ. Σεραφείμ, ἐκπροσωποῦνταν Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ φορεῖς τοῦ Ποιμνίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου καὶ ἐτέθησαν θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Ἄλλωστε, σὲ ἕνα Συνέδριο ὁ καθένας φέρει τὴν εὐθύνη τῶν δικῶν τοῦ ἀπόψεων. Ἀσφαλῶς τὸ γνωρίζει αὐτὸ ὁ Σεβασμιώτατος ἀπὸ τὰ Συνέδρια στὰ ὁποῖα συμμετέχει.

 4. Ὁ «ἐπίσημος διάλογος τῶν Ὀρθοδόξων μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς»

.             Τὸ θέμα τοῦ «ἐπισήμου διαλόγου μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς» τὸ ἀντιμετωπίζει ὁ Σεβ. Περγάμου πολὺ ἐπιφανειακά. Στὴν ἐπιστολὴ ποὺ τοῦ ἀπέστειλα ἔθεσα σοβαρὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα παρακάμπτει. Ἄλλωστε, δὲν εὐθύνεται ὁ ἴδιος γι᾽ αὐτά.
.             Ἔγραφα ὅτι δὲν ἐλήφθη ἀπόφαση ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρὶν τὸ 2008 γιὰ τὸ θέμα αὐτό, καὶ δὲν ἐννοοῦσα τὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο.
.             Πάντως, ἡ συγκεκριμένη ἐξουσιοδότηση ποὺ τοῦ δόθηκε ἀπὸ τὸν Μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο μὲ ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀφοροῦσε στὸ νὰ συνεχισθῆ ὁ διάλογος μὲ τοὺς «Ρωμαιοκαθολικούς», σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ μεγάλο θέμα τῆς Οὐνίας.
.             Γράφει ἡ σχετικὴ ἐξουσιοδότηση: «Παρὰ τὶς ὑφισταμένας δυσκολίας, αἵτινες πηγάζουν ἐκ τῆς συνεχίσεως τῆς προσηλυτιστικῆς δράσεως τῆς Οὐνίας εἰς βάρος τοῦ ποιμνίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ ἐν λόγῳ Θεολογικὸς Διάλογος δέον, ὅπως συνεχισθῆ. Πεποίθαμεν, ὅτι δέον ὅπως ὁριστικῶς καὶ ἀπεριφράστως καταδικασθῆ ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος, ἡ ὁποία, ὅπου ἐφηρμόσθη, ἀπέτυχε νὰ ὑπηρετήση τὸν σκοπὸν τῆς προσεγγίσεως τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀντιθέτως, προεκάλεσε νέας διαιρέσεις καὶ ἐλειτούργησεν ὡς μέθοδος προσηλυτισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων εἰς τὴν Ρωμαιοκαθολικὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ Οὐνία ἀποτελεῖ Ἐκκλησιαστικήν, Νομοκανονικήν, καὶ Δογματικὴν ἐκτροπὴν καὶ βιαίαν ἀπόσπασιν καὶ ἀπόσχισιν πιστῶν ἀπὸ τὴν Μητέρα Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ καταδικασθῆ καὶ νὰ καταργηθῆ.
.             Ὡς πρὸς τὴν θεματολογίαν τοῦ Διαλόγου, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ συνεχισθῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Οὐνίας, ὅπερ οὐδόλως ἔχει ἐξαντληθῆ, δεδομένου, ὅτι συνεχίζει νὰ ὑπάρχη καὶ νὰ δρᾶ εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας.
.             Ἡ συζήτησις αὐτή, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς πορείας τοῦ Διαλόγου, δύναται νὰ διεξαχθῆ ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς ἐκκλησιολογίας ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦ πρωτείου»..             Δὲν γνωρίζω ὅμως ἐὰν στὸν διάλογο ἔγινε συζήτηση γιὰ τὴν Οὐνία.Ὅμως, γιὰ τὸ θέμα τοῦ διαλόγου ἰσχύει κατὰ πάντα ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ ἔτους 2010, ἐπὶ ἀρχιεπισκοπείας Ἱερωνύμου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία, μεταξὺ τῶν ἄλλων:

 «1. Διεπιστώθη ἡ ἀνάγκη περαιτέρω πληρεστέρας ἐνημερώσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, στὰ σημαντικὰ αὐτὰ ζητήματα. (σημ. Γνωρίζω καλὰ ὅτι αὐτὸ διατυπώθηκε πολὺ εὐγενικά). Δηλώθηκε δὲ ὅτι ἐφεξῆς ἡ Ἱεραρχία θὰ λαμβάνη γνώση ὅλων τῶν φάσεων τῶν Διαλόγων, διαφορετικὰ κανένα κείμενο δὲν δεσμεύει τὴν Ἐκκλησία. Ἄλλωστε αὐτὸ συνιστᾶ τὸ Συνοδικὸ Πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας.

2. Ὁ Διάλογος πρέπει νὰ συνεχισθεῖ, μέσα ὅμως στὰ ὀρθόδοξα ἐκκλησιολογικὰ καὶ κανονικὰ πλαίσια, πάντοτε ὕστερα ἀπὸ συνεννόηση μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ὅπως πανορθοδόξως ἔχει ἀποφασισθεῖ».

.             Ἡ πόφαση ατ τς εραρχίας τς κκλησίας τς λλάδος εναι σαφέστατη κα δείχνει τν πιθυμία της νὰ νημερώνεται πλέον ρκούντως γι τ θέμα τν διαλόγων καὶ τι «πίσημος διάλογος τν ρθοδόξων μ τος Ρωμαιοκαθολικος» πρέπει ν γίνεται σὲ ρθόδοξα κκλησιολογικ κα κανονικ πλαίσια.
.             Λυπμαι πο κα στν «δήλωση» το Σεβασμιωτάτου διέκρινα τν αχμηρ καὶ περοπτικ τρόπο, μ τν ποον γραψε κα τν πιστολή του.
.             Γνωρίζω ὅτι στν ρθόδοξη κκλησία δν «παπίζουμε», ὅλοι εἴμαστε «διδακτοὶ Θεοῦ», κατὰ τὴν ἀναλογία τῆς πίστεως, μέσα στὴν βιβλικοπατερικὴ παράδοση, ὅταν ἑρμηνεύεται ὀρθῶς, καὶ τ θεολογεν εναι ργο τοῦ πισκόπου, τὸ ποο δν μπορε νὰ σκται μονομερς πὸ καδημαϊκος διδασκάλους.
.             Ὅλοι μετέχουμε, κατὰ διαφόρους βαθμούς, στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἐμπειρία τῶν θείων καὶ οἱ ἀληθινοὶ θεολόγοι ὁμιλοῦν κατὰ τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, «ἁλιευτικῶς καὶ οὐκ ἀριστοτελικῶς».

 + Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἰερόθεος

ΠΗΓΗ: Romfea.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΝΥΝ ΤΟ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΕΠΙ ΠΑΣΑΝ ΣΑΡΚΑ ΕΚΚΕΧΥΤΑΙ»

«ΝΥΝ ΤΟ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΕΠΙ ΠΑΣΑΝ ΣΑΡΚΑ ΕΚΚΕΧΥΤΑΙ»

ΛΑΜΠΡΟΣ  ΣΚΟΝΤΖΟΣ
Θεολόγος – Καθηγητής 

.         Ἡ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει καὶ πανηγυρίζει λαμπρά, φέρνει στὴ σκέψη ὅλων ἡμῶν τῶν πιστῶν τὸ τρίτο Πρόσωπο τῆς Τριαδικῆς Θεότητας, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸν Παράκλητο κι αὐτὸ διότι, τὸ Θεῖο Αὐτὸ Πρόσωπο εἶναι ὁ πρωτοστάτης αὐτῆς τῆς ἑορτῆς. Ἡ κάθοδός Του στὸν κόσμο τὴν εὐλογημένη ἐκείνη ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλὴμ (Πράξ. β´ 1) σήμανε μία νέα ἐποχὴ γιὰ τὴν πορεία τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἱστορία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
.         Γιὰ τὸν πολὺ κόσμο καὶ  δυστυχῶς καὶ γιὰ πολλοὺς πιστοὺς ὁ Κύριος καὶ Θεός μας Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ὁ «μεγάλος ἄγνωστος» καὶ λίαν δυσχερὴς ἡ κατανόησή Του. Δὲν εἶναι ἄμοιρη εὐθυνῶν, βεβαίως, ἡ δυτικῆς ἐμπνεύσεως εἰκονογραφία τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὁποία παρουσιάζει τὸν Θεὸ Παράκλητο μὲ τὴν ἀπαράδεκτη πτηνομορφικὴ παράσταση, μὲ συνέπεια νὰ μὴν ἐκλαμβάνεται Αὐτός, ἀπὸ τοὺς μὴ ἔχοντας θεολογικὴ παιδεία καὶ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση, ὡς θεῖον Πρόσωπο, ἀλλὰ ὡς μία ἁπλὴ συμβολικὴ παράσταση κάποιας ἀφηρημένης δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ εἶναι ἀνάγκη, ἡ ἐν λόγῳ εἰκονικὴ παράσταση τῆς Ἁγίας Τριάδος νὰ ἀποσυρθεῖ ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξο λατρεία καὶ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὴν συμβολικὴ παράσταση τῶν τριῶν ἀγγελικῶν μορφῶν, τῆς Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνήσια ὀρθόδοξη εἰκονογράφηση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
.         Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δὲν εἶναι κάποια ἀπρόσωπη δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὅπως βλάσφημα δίδασκαν καὶ διδάσκουν οἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες πνευματομάχοι αἱρετικοί. Εἶναι τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, Θεὸς ἀληθινός, διότι μετέχει τῆς θείας οὐσίας ἰσότιμα μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό. Εἶναι ἐπίσης πρόσωπο ἀληθινό, προσωπικότητα ἐνσυνείδητη, ἔχοντας τὴ δική Του ὑποστατικὴ ἰδιότητα, ἡ ὁποία Τὸν καθιστᾶ ξεχωριστὴ καὶ μοναδικὴ προσωπικότητα, χωρὶς νὰ συγχέεται μὲ τὰ ἄλλα πρόσωπα τῆς Θεότητος. Σύμφωνα μὲ τὴν βιβλικὴ διδασκαλία, ἡ ὁποία κατανοήθηκε ὀρθῶς μόνο μέσα στὴν Ἐκκλησία, τὸ προσωπικὸ ὑποστατικὸ ἰδίωμα τοῦ Κυρίου Παρακλήτου, τὸν Ὁποῖο τὸν καθιστᾶ μοναδικό, εἶναι ἡ ἀΐδια ἐκπόρευσή Του ἀπὸ τὸν Πατέρα.
.         Ἡ αἱρετικὴ προσθήκη ἀπὸ τὴν παπικὴ ἑτεροδοξία τῆς βλάσφημης διδασκαλίας τῆς «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύσεώς» Του (Filioque), ἀποτελεῖ σοβαρὴ ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν βιβλικὴ καὶ ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία τῆς ἀρχέγονης Ἐκκλησίας καὶ ἀνατροπὴ τῆς χριστιανικῆς πίστεως περὶ ὑποστατικῶν ἰδιωμάτων τῶν Θείων Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ φράγκικη αὐτὴ σοβαρὴ κακοδοξία, ἡ ὁποία ἐνσωματώθηκε αὐθαίρετα στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τὸ 1019, ἀπὸ τὴν παπικὴ ἐκκλησία καὶ ἔγινε πίστη της, ἀποτελεῖ τὴν κυριότερη αἰτία τοῦ σχίσματος τοῦ 1054 καὶ τὸ σοβαρότερο σημεῖο τριβῆς τῶν σχέσεων τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τοῦ παπισμοῦ. Δὲν θὰ πρέπει νὰ ξεχνᾶμε πὼς οἱ Δυτικοὶ ἐμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους μᾶς θεωροῦν αἱρετικούς, διότι ἀπορρίπτουμε τὴν διδασκαλία τοῦ Filioque!
.            Οἱ μετὰ τὸ σχίσμα Πατέρες, Ὁμολογητὲς καὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας, μὲ προεξάρχοντες τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, τὸν Ἅγιο Μάρκο Ἐφέσου τὸν Εὐγενικό, τὸν Γεώργιο Σχολάριο καὶ ἄλλους πολλούς, ἔδωσαν τιτάνιους ἀγῶνες κατὰ αὐτῆς τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας, διότι θεωρήθηκε ὡς μία ἀκόμα σοβαρὴ τριαδολογικὴ κακοδοξία, ἡ ὁποία βεβηλώνει (τὸ σχετικῶς ἀποκεκαλυμμένο) μυστήριο τῆς ὑπάρξεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἐπιγραμματικὰ ἀναφέρουμε ὅτι ἡ αἱρετικὴ πίστη τοῦ Filioque καταργεῖ τὴν μοναρχία τῆς Θεότητος καὶ δημιουργεῖ δύο ἀρχὲς στὴν Ἁγία Τριάδα. Συγχέει τὸ προσωπικὸ ὑποστατικὸ ἰδίωμα τοῦ Πατρός, περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Πνεύματος, μὲ αὐτὸ τοῦ Υἱοῦ καὶ ὑποβιβάζει τὴν θέση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς πρὸς τὴν ἰσότιμη ὕπαρξή Του στὴ Θεότητα, ὡς δῆθεν πρόσωπο ὑπηρετοῦντος τὴν θέληση τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ! Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ κακοδοξία αὐτή, ἡ ὁποία δυστυχῶς συντηρεῖται ἐπιδεικτικὰ ἀπὸ τοὺς παπικούς, ἔχει τεράστιες σωτηριολογικὲς ἐπιπτώσεις στὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ ἀποτελεῖ τὸ σημαντικότερο ἐμπόδιο ἐπαναπροσέγγισης Ὀρθοδοξίας καὶ δυτικῶν ἑτεροδόξων.
.             Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἦταν πάντοτε παρόν, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα δύο Θεῖα Πρόσωπα τῆς Τριάδος, στὴν διαδικασία τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἐπεργασία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. «Πνεῦμα Κυρίου πεπλήρωκε τὴν οἰκουμένην» (Σοφ.Σολ. α´7). Εἶναι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ (Ματθ. ιη´ 28), τὸ Ὁποῖο ἐπισκιάζει, διαπερνᾶ καὶ ζωογονεῖ τὰ πάντα. Τακτοποιεῖ καὶ ὡραιοποιεῖ τὴν δημιουργία τοῦ Θεοῦ. «Ἑξαποστελεῖς τὸ πνεῦμα σου, καὶ κτισθήσονται, καὶ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς» ἀναφωνεῖ ὁ ψαλμωδὸς (Ψαλμ. ργ´ 30). Τὸ «Πνεῦμα τοῦ Κυρίου» (Πράξ. ε´ 9) μεταμορφώνει ἀνθρώπινες προσωπικότητες τῆς προχριστιανικῆς ἀρχαιότητος, ὥστε νὰ γίνουν ὄργανα τῆς θείας βουλήσεως γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὅπως οἱ προφῆτες, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν οἱ διαμηνυτὲς τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο (Πράξ. κη´ 25, Ἑβρ. α´ 1).
.             Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἔγινε τῇ συνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι» (Λουκ. α´ 35) ἀνήγγειλε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ στὴν Θεοτόκο τὴ στιγμὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ Της καὶ «Τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ (τῇ Παρθένῳ) γεννηθὲν ἐκ Πνεύματος ἐστὶν Ἁγίου» (Ματθ. α´ 20) διαβεβαίωσε ὁ ἄγγελος Κυρίου στὸν Ἰωσήφ. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἀναπαύεται στὸ Χριστὸ (Ἡσ. ξα´ 1), παρίσταται στὴν Βάπτισή Του γιὰ τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς μεσσιανικῆς Του ἰδιότητος (Ματθ. γ´15).  Τὸν στηρίζει ὡς ἄνθρωπο στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου (Ματθ. δ´ 1). Μέσῳ τοῦ Πνεύματος τοῦ Κυρίου εὐαγγελίζεται τοὺς πτωχούς, ἰατρεύει τοὺς ἀσθενεῖς, κηρύσσει τὴν ἐλευθερία στοὺς αἰχμαλώτους καὶ δίνει τὴν ἀνάβλεψη τῶν τυφλῶν (Λουκ. δ´ 18). «Ἐν Πνεύματι Θεοῦ» διώχνει τὰ δαιμόνια (Ματθ. ιβ´ 28). Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὁ σύνδεσμός Του μὲ τὸν Πατέρα (Λουκ. ι´ 21).
.             Ὁ Παράκλητος, «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας», θὰ γίνει ὁ συνεχιστὴς τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ «εἰς τὸν αἰώνα» (Ἰωάν. ιδ´15). Αὐτὸς θὰ πάρει τὴ θέση Του στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας, «ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν (τὸν Παράκλητον) πρὸς ἡμᾶς καὶ ἐλθὼν ἐκεῖνος ἐλέγξει τὸν κόσμον περὶ ἁμαρτίας καὶ περὶ δικαιοσύνης καὶ περὶ κρίσεως. Ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰωάν.ιϛ´ 7,13) διαβεβαίωσε ὁ Χριστὸς τοὺς μαθητές Του, λίγο πρὶν τὸ ἑκούσιο πάθος Του. Σὲ ἐρώτηση τῶν μαθητῶν πρὸς τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μετὰ τὴν ἀνάστασή Του: «Κύριε ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ;», τοὺς ἀπάντησε πὼς «οὐχ ὑμῶν γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἴδιᾳ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξ. α´ 6-8). Μὲ τὴν ἔμμεση αὐτὴ ἀπάντησή Του ὁ Κύριος δήλωνε πὼς ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία Του. Ἡ ἁγία ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι ἡ ἀπαρχὴ μίας νέας ἐποχῆς, τῆς ἐσχατολογικῆς, ἡ ὁποία θὰ περατωθεῖ μὲ τὸ τέλος τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας.
.             Ἡ εὐλογημένη ἐπαγγελία τοῦ Χριστοῦ πραγματοποιήθηκε τὴν ἁγία αὐτὴ ἡμέρα. Πενήντα ἡμέρες μετὰ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασή Του, τὸ Πανάγιο Πνεῦμα κατῆλθε στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ, ὅπου «ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτὸ» συνηγμένοι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι (Πράξ. β´1). Ὁ ἐρχομός Του ἦταν κάτι σὰν «ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας» καὶ ἡ ὁρατὴ παρουσία Του ἦταν ὡς «γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός», τὸ Ὁποῖον «ἐκάθισέ τε ἐφ᾽ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν (τῶν μαθητῶν)» (Πράξ. β´ 3-4). Σύμφωνα μὲ τὸν θεόπνευστο συγγραφέα τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, τὸ «Εὐαγγέλιον τοῦ Πνεύματος», ὅπως ἀποκαλεῖται αὐτό, μεταμόρφωσε κυριολεκτικὰ τοὺς ἀγράμματους μαθητὲς σὲ νέες δυναμικὲς προσωπικότητες, μὲ πρῶτο ὁρατὸ σημεῖο τὸ φαινόμενο τοῦ «λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι» (Πράξ. β´ 4), ἐκπληρώνοντας τὴν θαυμαστὴ προφητεία τοῦ Ἰωήλ, πὼς στοὺς ἐσχάτους καιροὺς θὰ γίνει ἡ ἔκχυσις τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ἐπὶ πᾶσαν σάρκα» σὲ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, ὑπερνικώντας τὸ ἐμπόδιο τῆς γλωσσικῆς καὶ ὁποιασδήποτε ἄλλης διαφορᾶς (Ἰωήλ, γ´1).  Ἕτερο ἁπτὸ φαινόμενο τῆς προσωπικῆς μεταμορφώσεως τῶν Ἀποστόλων ὑπῆρξε ἡ θαρραλέα ὁμιλία τοῦ Πέτρου πρὸς τοὺς ἐκστατικούς, μπροστὰ στὸ παράδοξο φαινόμενο, ὄχλους τῆς Ἱερουσαλὴμ (Πράξ. β´14-36). Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν συγκλονιστικό. Ὁ ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ λόγος τοῦ κορυφαίου ἀποστόλου «κατενύγησε τὴν καρδίαν» τῶν ὄχλων (Πράξ. β´ 37) μὲ ἀποτέλεσμα εὐθὺς ἀμέσως νὰ ζητοῦν ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους: «τί ποιήσομεν ἄνδρες ἀδελφοί;». Ὁ Πέτρος τοὺς προέτρεψε: «μετανοήσατε, καὶ βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καὶ λήψεσθε τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἐκεῖνοι «ἀσμένως ἀποδεξάμενοι τὸν λόγον αὐτοῦ ἐβαπτίσθησαν, καὶ προσετέθησαν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαὶ ὡσεὶ τρισχίλιαι» (Πράξ. β 37-41). Ἔτσι γεννήθηκε τὸ ὁρατὸ ἐπὶ γῆς στρατευόμενο μέρος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἁγία Πεντηκοστὴ θεωρεῖται ὡς ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι γενέθλιος ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας μας!
.            Ἡ  Ἁγία μας Ἐκκλησία εἶναι, σύμφωνα μὲ τὴν βιβλικὴ θεολογία, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ Αὐτὸς ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος (Ἐφεσ. ε´ 23) Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ αὐτοῦ σώματος. Ὅπως στὸ φυσικὸ ἀνθρώπινο σῶμα ἡ ψυχὴ ζωοποιεῖ τὸ σῶμα, τὸ ἴδιο καὶ ἡ παρουσία τοῦ Παρακλήτου ζωοποιεῖ τὴν Ἐκκλησία, κάνει τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα εὔρωστο, δυνατὸ καὶ ἀθάνατο. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὰ μέλη τοῦ σώματος, οἱ πιστοὶ (Α´Κορ.ιβ´ 12), ζοῦμε, μέσα στὴν Ἐκκλησία, χάρις στὸ ἐνοικοῦν σὲ Αὐτὴ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τὴν ὄντως ζωή. Μέσα σὲ αὐτὴ ὑπάρχουμε, τρεφόμαστε μὲ οὐράνια τροφή, κεχαριτωνόμαστε, ἁγιαζόμαστε, σωζόμαστε καὶ θεωνόμαστε. «Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἠμῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν» (Ρωμ. ε´ 5) διακηρύττει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.
.             Ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν τονίζει ἐπίσης κατηγορηματικὰ πὼς «Οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Α´Κορ. ιβ´ 3). Αὐτὸ σημαίνει πὼς ὁ Θεὸς Παράκλητος εἶναι πλέον ὁ κύριος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κόσμου, μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς μᾶς κάνει γνωστὸ τὸν Λυτρωτή μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ἐνεργοποιεῖ τὸ σωτήριο ἔργο Του σὲ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ θέλει νὰ σωθεῖ. Κατὰ συνέπεια, ὄχι μόνο ἡ ἄρνηση τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἄρνηση τῆς συμμετοχῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴ λυτρωτικὴ διαδικασία τοῦ κόσμου, ἀποτελεῖ πρωταρχικὴ αἰτία ἀπώλειας τῆς σωτηρίας πολλῶν.
.             Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν κόσμο ἐκδηλώνεται ποικιλότροπα, μὲ «διαιρέσεις χαρισμάτων», μὲ «διαιρέσεις διακονιῶν», μὲ «διαιρέσεις ἐνεργημάτων» (Α´ Κορ. ιβ´ 4-6), μὲ καρποφορία πνευματικῶν καρπῶν (Γαλ. ε´ 22). Κάθε ἀγαθὸ καὶ δωρεὰ ποὺ δίνεται στοὺς ἀνθρώπους εἶναι προϊὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σὲ κάθε ἄνθρωπο «δίδεται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος πρὸς τὸ συμφέρον» αὐτοῦ (Α´Κορ. ιβ´ 7)
.             Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μοιράζει χαρίσματα στοὺς πιστούς, τὰ ὁποῖα εἶναι χρήσιμα γιὰ τὴ σωτηρία τὴ δική τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ σωστικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Σὲ ἄλλον «δίδοται λόγος σοφίας, ἄλλῳ δὲ λόγος γνώσεως κατὰ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, ἑτέρῳ δὲ πίστις ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, ἄλλῳ δὲ χαρίσματα ἰαμάτων ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, ἄλλῳ δὲ ἐνεργήματα δυνάμεων, ἄλλῳ δὲ προφητεία, ἄλλῳ δὲ διακρίσεις πνευμάτων, ετέρῳ δὲ γένη γλωσσῶν, ἄλλῳ δὲ ἑρμηνεία γλωσσῶν. Πάντα δὲ ταῦτα ἐνεργεῖ τὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, διαιροῦν ἰδίᾳ ἑκάστῳ καθὼς βούλεται» (Α´ Κορ. ιβ´ 8-11).
.             Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μοιράζει διακονίες στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες ὑπάρχουν γιὰ νὰ διακονοῦν καθολικὰ τὶς πνευματικὲς καὶ ὑλικὲς ἀνάγκες του, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ζεῖ ὁ πιστὸς ἀποκλειστικὰ μέσα στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μὴν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὰ «σκύβαλα» τοῦ κόσμου (Φιλιπ. γ´ 8). Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει γιὰ νὰ μεταλλάσσει ὁλοκληρωτικὰ καὶ καθολικὰ τὸν ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς σὲ νέα ἀναγεννημένη καὶ χαριτωμένη ὕπαρξη. Πρῶτ᾽ ἀπ᾽ ὅλα τὸ «Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ» (Πραξ. κ´ 28). Ἀκολούθως ὅρισε «ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν» (Α´Κορ. ιβ´ 28). Ἐπίσης τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ «ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, πρὸς καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. δ´ 11-12).
.             Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καρποφορεῖ στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν ὑπέροχους καὶ σπανίους πνευματικοὺς καρπούς, ὡς ἀποτέλεσμα ἐπίπονης καλλιέργειας. Ὁ θεόπνευστος ἀπόστολος ἀφοῦ ἀναφέρει τὰ βδελυρὰ ἔργα τῆς σαρκός, τὰ ὁποῖα εἶναι οἱ καρποὶ τῆς ἁμαρτίας, παραθέτει στὴ συνέχεια τοῦ καρποὺς τοῦ Πνεύματος, οἱ ὁποῖοι εἶναι «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. ε´ 22-23). Οἱ καρποὶ τῆς σαρκὸς καταδεικνύουν τὸν ἄνθρωπο τῆς πτώσεως, τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς, οἱ δὲ καρποὶ τοῦ Πνεύματος φανερώνουν, «ὡς πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη» (Ματθ. ε´14), τὸν ἀναγεννημένο ἐν Χριστῷ ἄνθρωπο τῆς χάριτος καὶ τῆς σωτηρίας. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς εἶχε πεῖ πὼς «ἐκ γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται» (Ματθ. ιβ´33), ἔτσι καὶ ὁ πνευματικὸς ἀναγεννημένος ἄνθρωπος ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι στολισμένος.
.             Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συνεχίζει τὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ μας μετὰ τὴν εἰς Οὐρανοὺς Ἀνάληψή Του. Αὐτὸς διαχέει τὶς ἄκτιστες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους καὶ ὁλόκληρη τὴν δημιουργία. Αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς τελετουργὸς τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας, μέσῳ τῶν ὁποίων οἱ πιστοὶ ἁγιαζόμαστε καὶ σωζόμαστε. Αὐτὸς καθιστᾶ τοὺς λειτουργοὺς τῆς Ἐκκλησίας μας κεχαριτωμένα ὄργανά Του, γιὰ τὴν ἐπιτέλεση τοῦ σωστικοῦ ἔργου τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς ἐμπνέει πνεύματα προφητείας καὶ σοφίας. Αὐτὸς διαφυλάσσει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν ὀργάνων τῆς πλάνης καὶ τοῦ ψεύδους (Ἰωάν.ιϛ´13). Αὐτὸς μοιράζει χαρίσματα στοὺς πιστοὺς (Α´Κορ.ιβ´ 4) καὶ πραγματοποιεῖ τὴν υἱοθεσία μας στὸν Θεὸ (Γαλ. δ´ 6). Αὐτὸς συγκροτεῖ ὅλον τὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας (Λουκ. κδ´ 49).
.             Ἡ παρουσία λοιπὸν τοῦ Κυρίου μας Παρακλήτου στὴν Ἐκκλησία εἶναι τόσο σημαντικὴ ὥστε «Εἰ μὴ Πνεῦμα παρῆν, οὐκ ἂν συνέστη ἡ Ἐκκλησία», τονίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (Ε.Π.50,459). Χάρις στὴν παρουσία Ἐκείνου βιώνουμε τὸ μυστήριο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ γευόμαστε τὶς ἀκένωτες σωτήριες δωρεές Του. «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες· αὕτη γὰρ ἡμᾶς ἔσωσεν». Δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ κλείνουμε γόνυ λατρείας καὶ προσκυνήσεως πρὸς Αὐτὸν καὶ νὰ Τοῦ ζητήσουμε ἔτι φωτισμὸ γνώσεως καὶ ψυχοσωματικὴ κάθαρση ἀπὸ κάθε ρύπο ἁμαρτίας.

ΠΗΓΗ: apostoliki-diakonia.gr

, , , ,

Σχολιάστε