Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή

H ΠΡΟEΛΕΥΣΗ, H ΦYΣΗ καὶ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ-2 «Οἱ Ὀρθόδοξοι Εἴμαστε “τυχεροὶ” ποὺ ἡ ἐπιβαλλομένη ἀπὸ τὸ κράτος καραντίνα ἐν μέρει συμπίπτει μὲ τὴν “ἱερὰ καραντίνα” τῆς Σαρακοστῆς»

Μέρος Α´ : H ΠΡΟEΛΕΥΣΗ, H ΦYΣΗ καὶ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ-1 (Καταχρηστικοὶ παραλληλισμοὶ καὶ ἀκραῖες θεωρίες) «Μία ἐκκλησία δὲν εἶναι ἕνας μαγικὸς τόπος, ἀπόλυτα προστατευμένος ἀπὸ τὸν περιβάλλοντα κόσμο, ὅπου κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κολλήσει»

Μέρος Γ´: H ΠΡΟEΛΕΥΣΗ, H ΦYΣΗ καὶ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ-3

, , ,

Σχολιάστε

ΥΜΝΟΙ ΜΕΓ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς 2020

Λόγος Κατηχητήριος
ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς (2020)

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,
ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

* * *

.                       Εὐχαριστήριον ὕμνον ἀναπέμποντες τῷ Θεῷ τῆς ἀγάπης, εἰσερχόμεθα καί πάλιν εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, εἰς τό στάδιον τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων, τῆς νηστείας καί τῆς ἐγκρατείας, τῆς νήψεως καί τῆς πνευματικῆς ἐγρηγόρσεως, τῆς φυλακῆς τῶν αἰσθήσεων καί τῆς προσευχῆς, τῆς ταπεινώσεως καί τῆς αὐτογνωσίας. Ἄρχεται ἡ νέα εὐλογημένη προσκυνηματική πορεία πρός τό Ἅγιον Πάσχα, τό ὁποῖον «ἤνοιξεν ἡμῖν παραδείσου τάς πύλας». Ἐν Ἐκκλησίᾳ καί ὡς Ἐκκλησία, ἀτενίζοντες τόν Ἀναστάντα Κύριον τῆς δόξης, συμπορευόμεθα ἅπαντες εἰς τήν ὁδόν τῆς κατά χάριν θεώσεως, τήν ὁδηγοῦσαν πρός τά ὑπερουράνια ἀγαθά, «ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α´ Κορ. β´, 9).
.                       Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὅπου τελεσιουργεῖται «τό ἀεί μυστήριον» τῆς Θείας Οἰκονομίας, τά πάντα ἔχουν ἄσειστον θεολογικόν θεμέλιον καί ἀκραιφνῆ σωτηριολογικήν ἀναφοράν. Ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ καί ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι οἱ πυλῶνες τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Πορευόμεθα πρός τόν αἰώνιον ἡμῶν προορισμόν, μέσα εἰς τήν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ «ἀεί ὑπέρ ἡμῶν», δέν εἶναι μία «ἀνωτέρα δύναμις», κεκλεισμένη εἰς τήν ὑπερβατικότητα καί τό μεγαλεῖον τῆς παντοδυναμίας καί τῆς ἁγιότητός της, ἀλλά «ὁ ἡμετέραν μορφήν ἀναλαβών» προαιώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διά νά καλέσῃ τήν ἀνθρωπότητα εἰς τήν κοινωνίαν τῆς ἁγιότητός Του, εἰς τήν ἀληθῆ ἐλευθερίαν. Ὁ ἐξ ἀρχῆς «ἐλευθερίᾳ τετιμημένος» ἄνθρωπος, καλεῖται νά ἀποδεχθῇ ἐλευθέρως τήν θείαν ταύτην δωρεάν. Εἰς τό θεανδρικόν μυστήριον τῆς σωτηρίας, ἡ συνεργία τοῦ ἀνθρώπου λειτουργεῖ καί ὡς μαρτυρία ἐν τῷ κόσμῳ περί τῆς βιωθείσης εὐεργεσίας -«τί δέ ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες;» (Α´ Κορ. δ´, 7)- διά τῆς «οὐ ζητούσης τά ἑαυτῆς» ἀγάπης πρός τόν «ἀδελφόν».
.                     Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι κατ᾿ ἐξοχήν καιρός βιώσεως αὐτῆς τῆς Χριστοδωρήτου ἐλευθερίας. Ἡ νηστεία καί ἡ ἄσκησις δέν εἶναι ἔξωθεν ἐπιβληθεῖσα πειθαρχία καί ἑτερονομία, ἀλλά ἑκούσιος σεβασμός τῆς ἐκκλησιαστικῆς πρακτικῆς, ὑπακοή εἰς τήν Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ νεκρόν γράμμα, ἀλλά παρουσίαν ζῶσαν καί ζωοποιόν, διαχρονικήν ἔκφρασιν τῆς ἑνότητος, τῆς ἁγιότητος, τῆς καθολικότητος καί τῆς ἀποστολικότητος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ γλῶσσα τῆς θεολογίας καί τῆς ὑμνολογίας ἀναφέρεται εἰς τό «χαροποιόν πένθος» καί εἰς τό «ἔαρ τῆς νηστείας». Ὁ γνήσιος ἀσκητισμός εἶναι πάντοτε χαροποιός, ἐαρινός καί φωτεινός. Δέν γνωρίζει δυϊσμούς καί διχασμούς, δέν ὑποτιμᾷ τήν ζωήν καί τόν κόσμον. Ἡ «καταθλιπτική ἄσκησις», ἡ ὁποία ὀδηγεῖ εἰς «ἀποξήρανσιν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως», οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μέ τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπου ἡ ἀσκητική ζωή καί ἡ πνευματικότης διαποτίζονται ἀπό ἀναστάσιμον εὐφροσύνην. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, ἡ νηστεία καί ἡ ἄσκησις ἐμπεριέχουν μίαν ἐναλλακτικήν πρότασιν ζωῆς ἀπέναντι εἰς τόν ὑποσχόμενον ψευδεῖς παραδείσους εὐδαιμονισμόν καί εἰς τόν μηδενιστικόν πεσιμισμόν.
.                       Οὐσιῶδες στοιχεῖον τῆς ὀρθοδόξου ἀσκητικῆς πνευματικότητος εἶναι καί ὁ κοινωνικός χαρακτήρ της. Ὁ Θεός τῆς πίστεώς μας εἶναι «ὁ πιό κοινωνικός Θεός», «Θεός σχέσεων». Προσφυέστατα ἐλέχθη ὅτι ἡ Ἁγία Τριάς εἶναι «ἡ ἄρνησις τῆς μοναξιᾶς». Ἡ ἐξατομίκευσις τῆς σωτηρίας καί τῆς εὐσεβείας, ἡ μετατροπή τῆς ἀσκήσεως εἰς ἀτομικόν κατόρθωμα, ἀγνοοῦν τήν τριαδοκεντρικήν ὑφήν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος. Ὅταν νηστεύωμεν διά τόν ἑαυτόν μας καί κατά τό ἰδικόν μας μέτρον, τότε ἡ νηστεία δέν ἐκφράζει τό πνεῦμα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Ἡ πνευματικότης εἶναι ζείδωρος παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖον εἶναι πάντοτε «πνεῦμα κοινωνίας». Ἡ γνησία ὀρθόδοξος πνευματική ζωή ἀναφέρεται πάντοτε εἰς τήν ἐκκλησιαστικοποίησιν τῆς ὑπάρξεώς μας καί ὄχι εἰς μίαν «πνευματικήν αὐτοπραγμάτωσιν».
.                       Στοιχοῦντες τῇ ἀφιερώσει τοῦ τρέχοντος ἔτος ὑπό τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας εἰς «τόν ποιμαντικόν ἀνακαινισμόν καί τήν ὀφειλετικήν μέριμναν διά τήν νεολαίαν», καλοῦμεν τούς ὀρθοδόξους νέους καί τάς νέας νά συμμετάσχουν εἰς τούς πνευματικούς ἀγῶνας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, διά νά βιώσουν τό ἀνθρωπολογικόν βάθος καί τό ἀπελευθερωτικόν πνεῦμα της, νά κατανοήσουν ὅτι ὁ ὀρθόδοξος ἀσκητισμός εἶναι ὁδός ἐλευθερίας καί ὑπαρξιακῆς ὁλοκληρώσεως ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς εὐλογημένης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, πυρήν τῆς ὁποίας εἶναι τό «ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ». Ἡ ὀρθόδοξος νεότης καλεῖται νά ἀνακαλύψῃ τόν ὁλιστικόν χαρακτῆρα τῆς νηστείας, ἡ ὁποία εἰς τό Τριώδιον ὑμνεῖται ὡς «πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή», ὡς «τροφή ψυχῆς», ὡς «μήτηρ τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων καί πασῶν τῶν ἀρετῶν». Δέν εἶναι ἁπλῶς ἀποχή ἀπό καθωρισμένας τροφάς, ἀλλά ἀγών κατά τῆς φιλαυτίας καί τῆς αὐταρεσκείας, εὐαισθησία διά τόν πάσχοντα συνάνθρωπον καί ἔμπρακτος βοήθεια πρός αὐτόν, εὐχαριστιακή χρῆσις τῆς δημιουργίας, ὑπαρξιακή πληρότης, κοινωνία ζωῆς καί ἀλληλεγγύη. Ἡ ἄσκησις, ἡ νηστεία, ἡ προσευχή, ἡ ταπείνωσις ἀναδίδουν τό ἄρωμα καί τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως, ἀπό τήν ὁποίαν ἀντλοῦν νόημα καί κατεύθυνσιν. Αὐτή, ὡς ἡ πεμπτουσία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί τοῦ ἐσχατολογικοῦ προσανατολισμοῦ της, συνδέει ἀρρήκτως τήν ζωήν τῆς ἀσκήσεως μέ τήν Θείαν Εὐχαριστίαν, τό μυστήριον τῆς προγεύσεως τῆς ἀνεκλαλήτου χαρᾶς τῆς Βασιλείας τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό γεγονός ὅτι εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡ Θεία Εὐχαριστία διετηρήθη ὡς κέντρον τῆς ζωῆς της, συνδέεται μέ τό ὅτι ἡ Ἀνάστασις εἶναι τό θεμέλιον τῆς πίστεώς της καί ὁ φωτεινός ὁρίζων τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητος καί τῆς καλῆς μαρτυρίας ἐν τῷ κόσμῳ.
.                       Μέ αὐτάς τάς σκέψεις, ἐπικαλούμεθα ἐν ταπεινώσει τό ἔλεος καί τήν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, διά νά διατρέξωμεν εὐσεβοφρόνως τόν δόλιχον τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, νά φθάσωμεν τό σωτήριον Πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καί, δοξάζοντες τήν ἄφατον Αὐτοῦ μακροθυμίαν, νά λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει τῆς λαμπροφόρου Ἐγέρσεως Αὐτοῦ, τῆς ἀγαγούσης ἡμᾶς ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ἄληκτον Ζωήν.

Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, βκ´

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

 

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

, ,

Σχολιάστε

ΑΣΚΗΣΗ καὶ ΙΕΡΑΡΧΙΑ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἄσκηση καὶ ἱεραρχία 

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ἀπομαγνητοφωνημένη Ὁμιλία κατά τόν Ἑσπερινό τῆς Συγχωρήσεως,
στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Δημητρίου Ναυπάκτου,
10 Μαρτίου 2019

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

[…]

.             Ἐφέτος ἔχουμε καθιερώσει νά ἀσχοληθοῦμε μέ τό θέμα τῆς ἀσκήσεως, γιά τό τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἄσκηση μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ὁ καθένας θά ἀναπτύσση μέ τόν δικό του τρόπο μιά ἰδιαίτερη πλευρά τοῦ θέματος αὐτοῦ.
.             Αὐτό εἶναι πάρα πολύ σημαντικό νά λέγεται, διότι τίποτα δέν γίνεται ἀπροϋποθέτως μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅπως καί γενικότερα ὅ,τι κάνει κανείς στήν ζωή του χρειάζεται νά ὑπάρχη προϋπόθεση. Γιά νά ἀποκτήση κανείς τήν ἀνθρώπινη γνώση καί σπουδή προϋπόθεση εἶναι ὁ ἀγώνας, ἡ ἄσκηση, ἡ προσπάθεια τήν ὁποία θά καταβάλη, προκειμένου νά ἀποκτήση τήν ἀνθρώπινη γνώση. Αὐτό ἀκριβῶς γίνεται καί μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Τίποτα δέν γίνεται ἀπροϋποθέτως. Εἶναι ἡ ἀνάγκη αὐτό νά λέγεται σήμερα γιατί, ὅσο περνᾶ ὁ καιρός τόσο καί περισσότερο ἀκούγονται διάφοροι πού ὁμιλοῦν καί κηρύττουν μέσα στήν Ἐκκλησία ἐν ὀνόματι τῶν Ἐπισκόπων, ἐν ὀνόματι γενικότερα τοῦ Χριστοῦ, καί ἰσχυρίζονται ἀπόψεις πού εἶναι ἀκατανόητες καί ἀπαράδεκτες ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως. Ὁμιλοῦν, γιά παράδειγμα, γιά τήν χαρά, ὁμιλοῦν γιά τόν γάμο, ὁμιλοῦν γιά τήν χριστιανική ζωή, ὁμιλοῦν γιά τήν θεία Λειτουργία, γιά τήν θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά αὐτό τό κάνουν ἐντελῶς συναισθηματικά καί ἀνθρώπινα, ἐντελῶς ἐξωτερικά. Ὅμως δέν μπορεῖ νά ὁμιλῆ κανείς γιά τά θέματα αὐτά παραθεωρώντας τήν ἄσκηση. Ἄρα ἡ ἄσκηση εἶναι ἀπαραίτητη μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας.Τό θέμα, τό ὁποῖο μέ μεγάλη συντομία θά παρουσιάσω στήν ἀγάπη σας σήμερα, ἔχει ἀνακοινωθῆ, εἶναι: «Ἄσκηση καί ἱεραρχία».

1.Τί εἶναι ἡ ἄσκηση

.             Ὁμιλώντας γιά ἄσκηση ἐννοοῦμε τήν γυμναστική, τήν ἐκγύμναση τῆς λογικῆς καί τοῦ σώματος καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο γιά ὅλους. Γιά παράδειγμα, ὁ ἀθλητής γιά νά ἐπιτύχη τά μεγάλα ρεκόρ, πρέπει νά κάνη πολύ μεγάλη ἄσκηση καί γυμναστική, νά ἀσκῆται ἐπί πολλές ὧρες τήν ἡμέρα. Καί ἄν θέλη νά συμμετάσχη στούς Ὀλυμπιακούς Ἀγῶνες, τότε χρειάζεται ὁπωσδήποτε ὀκτώ ὧρες τήν ἡμέρα νά γυμνάζεται κάτω ἀπό τήν καθοδήγηση ἑνός ἱκανοῦ καί πεπειραμένου προπονητοῦ.
.             Ὁ στρατιώτης προκειμένου νά ἐπιτύχη στόν ἀγώνα τόν ὁποῖο κάνει καί νά ἐπιφέρη καρπούς καί ἀποτελέσματα, γιά νά διατηρήση τήν ἀκεραιότητα τῆς πατρίδας μας, πρέπει καί ἐκεῖνος νά ἀσκῆται καθημερινῶς μέ τά γυμνάσια, ὥστε νά ἀποκτήση τήν ἱκανότητα νά ἀντιμετωπίση τά προβλήματα πού θά ἀνακύψουν.
.             Ὁ ἐπιστήμονας προκειμένου νά ἀποκτήση τήν ἀνθρώπινη γνώση, καί κυρίως ὁ ἐρευνητής, πρέπει νά παραμείνη πολλές ὧρες στά ἐργαστήρια, γιά νά κάνη ἔρευνα πού θά βοηθήση τούς ἀνθρώπους καί θά τούς ἀπαλλάξη ἀπό κάποιες ἀσθένειες, πού ἔρχονται στήν ζωή μας.
.             Ἔτσι ἀκριβῶς καί ὁ Χριστιανός πρέπει νά ἀσκῆται. Τό βλέπουμε αὐτό διάχυτα μέσα στήν Ἁγία Γραφή καί σέ ὅλη τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐάν δέ καί ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐάν μή νομίμως ἀθλήσῃ» (Β΄ Τιμ. β΄, 5). Ἐδῶ πρόκειται περί πνευματικῆς ἀθλήσεως. Καί ἀναφέρει παραδείγματα ἀπό τόν ἀθλητή, ὁ ὁποῖος πρέπει νά ἀγωνιστῆ νομίμως γιά νά ἀνταποκριθῆ στό ἔργο τό ὁποῖο ἐπιτελεῖ.
.             Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε στούς Ἀποστόλους: «Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καί ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμέ ἀθετεῖ» (Λουκ. ι΄, 16). Ἐκεῖνος πού ἀκούει ἐσᾶς, δηλαδή αὐτά πού θά διδάσκετε, ἐκεῖνος ἀκούει ἐμένα, καί ἐκεῖνος πού ἀθετεῖ ἐσᾶς, θά ἀθετήση ἐμένα. «Ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε» (Ἰω. ιδ΄, 15). Αὐτή εἶναι μία καθημερινή ἄσκηση τήν ὁποία κάνουμε, γιά νά τηροῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας.
.             Ὁπότε, ὅταν μιλᾶμε γιά ἄσκηση, ἐννοοῦμε τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε μπροστά μας τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος μᾶς φανέρωσε τήν ἀλήθεια, εἶναι τό πρότυπό μας, εἶναι τό ἀρχέτυπο τῆς δημιουργίας μας, εἶναι ἐκεῖνος πού μᾶς ἀναδημιούργησε, ὁ Ὁποῖος ἐνηνθρώπησε, μᾶς ἔδωσε ἐντολές τί πρέπει νά κάνουμε καί πῶς πρέπει νά ἐφαρμόσουμε αὐτές τίς ἐντολές. Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἄσκηση μέσα στήν Ἐκκλησία μας.

2. Τί εἶναι ἡ ἱεραρχία

.             Ἡ λέξη ἡ ἱεραρχία σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μία διαβάθμιση, μία ἱεράρχηση τῶν ἔργων τά ὁποῖα ἐπιτελοῦμε, μία ἱεράρχηση τῶν διαφόρων ἀξιῶν καί κατηγοριῶν. Παντοῦ σέ ὅλα τά στρώματα της κοινωνίας ὑπάρχει μία ἱεράρχηση, ὅπως καί στόν στρατό ὑπάρχουν οἱ ἀξιωματικοί μέ διάφορους βαθμούς, καί οἱ στρατιῶτες. Ἄρα λέμε ὅτι στόν στρατό ὑπάρχει μία ἱεραρχία, δέν μπορεῖ κανείς νά κάνη ὅ,τι θέλει. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια, λοιπόν, ἡ ἱεραρχία εἶναι μία διαβαθμισμένη ὀργάνωση, ἡ ὁποία δομεῖται σέ ἀνώτερους καί κατώτερους στρατιωτικούς. Αὐτό σημαίνει ἱεραρχία.
.             Συνήθως σήμερα ὅταν μιλᾶμε γιά ἱεραρχία στήν Ἐκκλησία, ὁ νοῦς μας πηγαίνει στήν συνάντηση ὅλων τῶν Μητροπολιτῶν πού γίνεται, γιά νά λύσουν διάφορα θέματα, ἡ σύγκληση τῆς Ἱεραρχίας, ἀλλά δέν εἶναι μόνο αὐτό ἱεραρχία, εἶναι αὐτό πού εἶπα προηγουμένως, ἡ διαβάθμιση τῆς κλίμακος πού δομεῖται σέ ἀνώτερους καί κατώτερους.
Φυσικά θά ὁμιλήσω στήν συνέχεια γιά τήν ἱεραρχία, ἔχοντας ὑπ’ ὄψη μου αὐτά πού ἔγραψε ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ μεγάλος αὐτός ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὁποῖος, μεταξύ τῶν ἄλλων ἔργων, ἔχει γράψει καί δύο κείμενα πού τά τιτλοφορεῖ τό ἕνα «περί οὐρανίου ἱεραρχίας», πού παρουσιάζει τήν ἱεραρχία πού ὑπάρχει στόν οὐράνιο κόσμο, τούς ἀγγέλους, καί τό ἄλλο «περί ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας», ὅτι δηλαδή καί μέσα στήν Ἐκκλησία ὑπάρχει μία ἱεραρχία.
.             Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ὅταν μιλᾶ γιά τήν ἱεραρχία, λέγει ὅτι ἱεραρχία εἶναι μία ἱερή πολιτεία, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ἱεραρχικῶς καί θεαρχικῶς. Πρῶτα-πρῶτα λετουργεῖ ἱεραρχικῶς, δηλαδή ὑπάρχει μία διαβάθμιση, αὐτό πού εἶπα προηγουμένως. Στήν οὐράνια ἱεραρχία ὑπάγονται οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἀρχάγγελοι, καί στήν ἐκκλησιαστική ἱεραρχία εἶναι ἡ διάκριση μεταξύ τῶν πιστῶν καί τῶν Κληρικῶν. Κάτω ἀπό τούς κληρικούς εἶναι οἱ πιστοί τῆς Ἐκκλησίας σέ διάφορες κατηγορίες, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καθαίρονται, φωτίζονται καί τελειοῦνται. Καί κάτω ἀπό τούς πιστούς ὑπάρχουν οἱ τάξεις τῶν κατηχουμένων.
.             Ὑπάρχει, δηλαδή, μία ἱεραρχία, εἶναι ἡ ἱερά πολιτεία, τό «θεῖο κάστρο», τό ὁποῖο λειτουργεῖ ἱεραρχικῶς, ἀλλά ταυτόχρονα λειτουργεῖ καί θεαρχικῶς. Θεαρχικῶς σημαίνει ὅτι εἶναι ὁ Θεός ὁ ὁποῖος ἔβαλε αὐτήν τήν τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία, φυσικά ἀνάλογα μέ τό πῶς ἀνταποκρίνονται καί οἱ ἄνθρωποι στήν ἐνέργειά Του.
.             Ἄρα ὁ Θεός ὁ ἴδιος εἶναι ἡ θεαρχία, εἶναι ἡ ἀρχή τῆς θεώσεως ὅλων ἐκείνων πού εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία καί ἀνταποκρίνονται σέ αὐτό τό ἔργο. Ὁ Θεός, λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, εἶναι τό «θεοπρεπές κάλλος», εἶναι ἡ θεοπρέπεια, εἶναι ἡ ὀμορφιά αὐτή πού «μεταδίδει ἀπό τό φῶς του σέ κάθε ὄν κατά τήν ἀξία του».
.             Νά σκεφθῆτε τόν ἥλιο, ὁ ὁποῖος ἔχει τήν λάμψη, τήν ὀμορφιά του καί στέλνει τίς ἀκτίνες του καί ὁ καθένας κατά ἀναλογία παίρνει τό φῶς ἀπό τόν ἥλιο. Στήν ἐκκλησιαστική, ὅμως, ἱεραρχία ὁ Θεός εἶναι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καί ἔχει τό «θεοπρεπές κάλλος».

3. Τά «μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως»

.             Ἀπό τά προηγούμενα φαίνεται ὅτι ἱεραρχία εἶναι «μιά εἰκόνα τῆς θεαρχικῆς ὡραιότητος, ἡ ὁποία (θεαρχική ὡραιότητα) τελεῖ τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεώς της καί τά τελεῖ μέ ἱεραρχικές τάξεις καί μέ ἐπιστῆμες».
.             Ἐδῶ ἔχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία αὐτή ἡ φράση τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ὅτι ἡ ἱεραρχία εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς θεαρχικῆς ὡραιότητος ἡ ὁποία τελεῖ τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεώς της.
.             Σήμερα ἐμεῖς μιλοῦμε γιά μυστήρια καί ἐννοοῦμε τήν Βάπτιση, τό Χρίσμα, τήν θεία Εὐχαριστία, τόν γάμο, τήν ἱερωσύνη κλπ. Βεβαίως, αὐτά εἶναι τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μέ τά ὁποῖα μεταδίδεται ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους. Ὅμως, ὁ ἅγιος Διονύσιος προχωρεῖ βαθύτερα καί λέγει ὅτι μέσα στήν ἐκκλησιαστική ἱεραρχία ὑπάρχουν «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως», ἐπί τῇ βάσει τῶν ὁποίων γίνονται τά ἄλλα μυστήρια μέσα στήν Ἐκκλησία. Καί αὐτά «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως», δηλαδή τά μυστήρια τοῦ φωτός, αὐτά γίνονται μέ τίς ἱεραρχικές τάξεις καί τίς ἐπιστῆμες.
.             Τί εἶναι αὐτή ἡ ἱεραρχική τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία; Εἶναι φυσική καταγωγή; Φυσικά ὄχι. Ποιές εἶναι οἱ τάξεις μέσα στήν Ἐκκλησία;
.             Λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ὅτι «τάξη ἱεραρχίας εἶναι ἄλλοι νά καθαίρωνται καί ἄλλοι νά καθαίρουν», εἶναι ἐκεῖνοι πού καθαρίζονται καί ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιτετραμμένοι στό νά καθαρίζουν. «Ἄλλοι νά φωτίζωνται καί ἄλλοι νά φωτίζουν, ἄλλοι νά τελειώνωνται καί ἄλλοι νά τελειώνουν» αὐτούς πού ἐπιδέχονται τήν τελείωση.
.             Φαίνεται καθαρά ὅτι τά μυστήρια γιά τά ὁποῖα κάνει λόγο ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης εἶναι «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως», τά μυστήρια τά ὁποῖα ἐνεργεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καί δημιουργεῖ τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση. Αὐτή εἶναι ἡ ἱεραρχική τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία.
.             Ἔτσι, αὐτά «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως» μέσα στήν Ἐκκλησία γίνονται ὄχι μόνον μέ τίς ἱεραρχικές τάξεις, ἀλλά καί μέ τήν ἐπιστήμη. Ὅταν ὁ ἅγιος Διονύσιος κάνει λόγο γιά «ἐπιστήμη», ἐννοεῖ τήν γνώση καί ὄχι τήν γνώση τήν διανοητική, ἀλλά ἐννοεῖ τήν πνευματική γνώση, ἀλλά συγχρόνως ἐννοεῖ καί τήν ἄσκηση. Ὅταν μιλᾶμε γιά ἐπιστήμη εἶναι καί ἡ γνώση καί ἡ ἄσκηση, προκειμένου νά ἐπιτύχη κανείς τήν ἐπιστήμη.
.             Συνεπῶς, αὐτή εἶναι ἡ ἱεραρχία. Ὁ Θεός εἶναι τό «θεοπρεπές κάλλος», ἡ ὀμορφιά, ὁ ἄκτιστος ἥλιος πού στέλλει τίς ἀκτίνες του καί ἐμεῖς φωτιζόμαστε καί λαμβάνουμε αὐτήν τήν Χάρη καί τόν φωτισμό.

4. Ἱεραρχία καί ἐνανθρώπηση

.             Αὐτή ἡ ἱεραρχία συνδέεται καί μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἔχουμε τόν ἥλιο πού φωτίζει τούς πλανῆτες ἀνάλογα μέ τήν δυνατότητα πού ἔχει κάθε ἕνας ἀπό αὐτούς καί ἔχουμε καί τόν ἄκτιστο ἥλιο, τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος.
.             Φαντάζεστε κάποτε ὁ αἰσθητός ἥλιος πού φωτίζει ὅλο τό πλανητικό μας σύστημα νά μετακινηθῆ καί νά ἔλθη μέσα στήν γῆ, νά ἔλθη μέσα στό σπίτι μας; Φοβερό! Καί ὅμως ὁ ἄκτιστος ἥλιος, δηλαδή ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί ἔγινε ὁ ἄνθρωπος. Αὐτήν τήν ἐνανθρώπηση ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης τήν ὀνομάζει «θεοπλαστία». Δηλαδή, «θεοπλαστία», εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ὁποία ὁ Θεός θέωσε τήν ἀνθρώπινη φύση καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν δυνατότητα καί ἐκεῖνος νά θεωθῆ, νά ἁγιασθῆ. Μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μόνον ἄνθρωπος, ἀλλά εἶναι ὑπέρ τούς ἀνθρώπους καί κατά τούς ἀνθρώπους, ἐπειδή ἔχει τήν ἀνθρώπινη φύση καί εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχήν φιλάνθρωπος, ὄχι ἁπλῶς ἄνθρωπος, ἀλλά φιλάνθρωπος.
.             Καί ὁ Χριστός, λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ἀσκεῖ στήν ἱεραρχία μία καινούργια ἐνέργεια. Πρίν τήν ἐνανθρώπηση ὁ Θεός φώτιζε ὅλον τόν κόσμο, τώρα ὅμως μέ τήν ἐνανθρώπηση ἀσκεῖ μία καινούργια ἐνέργεια καί αὐτήν τήν ἐνεργεια τήν ὀνομάζει «θεανδρική ἐνέργεια», ὄχι ὅμως μέ τήν ἔννοια ὅτι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔχει μόνο μία ἐνέργεια, ἐνῶ ἔχει δύο φύσεις.
.             Ἄν διαβάση κανείς τά συμφραζόμενα, θά δῆ ὅτι ἡ «θεανδρική ἐνέργεια» εἶναι μία καινούργια ἐνέργεια μέσα ἀπό τήν ἴδια τήν θεαρχία. Δηλαδή, τώρα ἡ θεαρχία δέν εἶναι ἔξω ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά εἰσέρχεται μέσα στόν κόσμο, μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί προσφέρει αὐτήν τήν ἐνέργεια καί τόν φωτισμό σέ ὅλη τήν κτίση, ἰδιαίτερα στούς ἀνθρώπους.
Αὐτή, λοιπόν, εἶναι ἡ ἱεραρχία κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη.

5. Τί κάνει ἡ ἱεραρχία μέ τά «μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως»

.             Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης λέγει ὅτι ἡ ἱεραρχία «καθιστᾶ τούς θιασῶτες του θεῖα ἀγάλματα». Ὅταν κάνουμε λόγο γιά ἀγάλματα, ἐννοοῦμε κάτι τό ὁποῖο μᾶς προκαλεῖ ἀγαλλίαση, χαρά, τό βλέπουμε καί χαιρόμαστε, ἀγαλλόμαστε, ὁπότε αὐτό πού μᾶς προξενεῖ τήν ἀγαλλίαση λέγεται ἄγαλμα. Λέγει, λοιπόν, ὁ ἅγιος: «Καθιστᾶ τούς θιασῶτες του θεῖα ἀγάλματα», δηλαδή τούς φωτίζει καί γίνονται καί ἐκεῖνοι ἀντικείμενα ἀγαλλιάσεως, τούς καθιστᾶ «πεντακάθαρους καί ἀκηλίδωτους καθρέπτες», γίνονται καθρέπτες πεντακάθαροι καί ἀκηλίδωτοι, ὁπότε ὅταν φωτίζονται, γίνονται ὁλόλαμπροι. Ἔτσι, καθιστᾶ τούς θια-σῶστες του πεντακάθαρους καθρέπτες «δεκτικούς τῆς ἀρχίφωτης καί θεαρχικῆς ἀκτίνας πού γεμίζουν οἱ ἴδιοι ἀπό τήν ἱερά αἴγλη πού τούς δίνεται καί τήν ἀντανακλοῦν ἀφθόνως στούς ἑπομένους σύμφωνα μέ τούς ἱερούς θεσμούς».
.             Ὑπάρχει τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία, ὁπότε ἕνας δέχεται τίς ἀκτίνες τῆς θεαρχίας, τίς ἀκτίνες τοῦ Θεοῦ, εἶναι λαμπρότατος καθρέπτης, ἄγαλμα θεῖο, καί ἐφ’ ὅσον εἶναι καθρέπτης ἱερότατος, στήν συνέχεια μεταδίδει αὐτήν τήν αἴγλη καί τήν ὀμορφιά καί στήν ἑπόμενη τάξη. Ἔτσι, θεώνει τούς μέν, ἐκεῖνοι μεταδίδουν σέ αὐτούς πού εἶναι στόν φωτισμό καί αὐτοί πού εἶναι στόν φωτισμό μεταδίδουν αὐτήν τήν χάρη, ἐνέργεια καί ἀγλαΐα, σέ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι καθαρίζονται καί εἶναι στήν τάξη τῶν καθαιρομένων.
.             Βλέπετε, λοιπόν ποιά εἶναι τά μυστήρια μέσα στήν Ἐκκλησία. Τά πραγματικά μυστήρια εἶναι αὐτά πού προκαλεῖ ἡ Θεαρχία, δηλαδή ὁ ἴδιος ὁ Θεός πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς θεώσεως καί ἐκπέμπει αὐτές τίς ἀκτίνες καί ἀνάλογα μέ τήν κατάσταση στήν ὁποία βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος ἐλλάμπεται καί μετά ἀκτινοβολεῖ αὐτήν τήν ἔλλαμψη καί στούς ἄλλους.

6. Ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας

.             Στό σημεῖο αὐτό θέλω νά συνδέσω τήν ἱεραρχία μέ τήν ἄσκηση. Ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας; Γιατί ὑπάρχει αὐτή ἡ ἱεραρχία;
Λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης: «Οὗτος ἐστίν τῆς καθ’ ἡμᾶς ἱεραρχίας σκοπός», δηλαδή αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς δικῆς μας ἱεραρχίας. Ποιός; «Ἡ πρός Θεόν ἡμῶν, ὡς ἐφικτόν, ἀφομοίωσίς τε καί ἕνωσις». Ὁ σκοπός τῆς δικῆς μας ἱεραρχίας εἶναι, κατά τό ἐφικτόν, ὅπως εἶναι δυνατόν, ἡ ἀφομοίωση μέ τόν Θεό καί ἡ ἕνωση μέ τόν Θεό. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας.
.             Καί πῶς ἐπιτυγχάνεται καί πραγματοποιεῖται αὐτός ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας; «Ταύτης δέ ὡς τά θεῖα διδάσκει Λόγια», πού εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή, Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, «ταῖς τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν ἀγαπήσεσι καί ἱερουργίαις μόνως τευξόμεθα».
.             Πρέπει νά γίνη μιά μικρή ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ χωρίου πού εἶναι καταπληκτικό.
.             Ὅποιος διαβάζει τά ἔργα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί μάλιστα τό πῶς ἀντικρούει τόν Βαρλαάμ, θά δῆ ὅτι χρησιμοποιεῖ πολλές φορές αὐτό τό χωρίο τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, γιατί ἤθελε νά πῆ στόν Βαρλαάμ ὅτι δέν εἶναι ἡ φιλοσοφία ἐκείνη πού ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο. Ὁ Βαρλαάμ ἰσχυριζόταν ὅτι οἱ φιλόσοφοι ἔχουν τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ἀποκτοῦν μέ τήν φιλοσοφία. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει ὅτι δέν εἶναι οἱ φιλόσοφοι πού ἀποκτοῦν τήν ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά αὐτοί πού μετέχουν τῶν θείων, αὐτοί πού τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ.
.             Μάλιστα, ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὅταν ἀναφέρεται σέ αὐτό τό χωρίο, χρησιμοποιεῖ μία παραπομπή ἀπό τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ πού λέγει ὅτι ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν λόγο μου, «καί ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ἰω. ιδ΄, 23). Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν λόγο μου, καί τηρεῖ τίς ἐντολές μου, ἐκεῖνος θά ἀγαπηθῆ ἀπό τόν Πατέρα μου καί θά ἔλθουμε μαζί μέ τόν Πατέρα μου καί τό Ἅγιο Πνεῦμα καί θά μείνουμε μέσα του.
.             Ἄρα, λοιπόν, ἐδῶ φαίνεται ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία Ἐκκλησία ζῆ καί βιώνει τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ ἱεραρχικῶς καί θεαρχικῶς. Ποιός, λοιπόν, εἶναι ὁ σκοπός τῆς Ἱεραρχίας; Τό ἐπαναλαμβάνω: «Ταύτης (τῆς ἑνώσεως μέ τόν Θεό) ὡς τά θεῖα διδάσκει Λόγια, ταῖς τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις μόνως τευξόμεθα».
.             Ἐδῶ κάνει λόγο γιά τό πῶς κανείς ἁγιάζεται. Καί πρῶτα ἀναφέρει τό «μόνως», πού εἶναι ὁ μοναδικός τρόπος, ἡ ἀποκλειστικότητα, ἀποκλειστικά καί μόνο. Καί ποιός εἶναι αὐτός ὁ τρόπος; Ἡ τήρηση τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἐδῶ ὁμιλεῖ γιά τίς «σεβασμιώτατες ἐντολές», πού σημαίνει ἔχει ἀπόλυτο σεβασμό στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ.
.             Ἀλλά πῶς θά τηροῦμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ; Λέγει «ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις», μέ τό νά ἀγαπᾶμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ὄχι νά τό κάνουμε βαρετά, ἀλλά νά ἀγαπᾶμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί νά ἱερουργοῦμε, μέ μία ἔννοια νά ἀφήνουμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ νά ἱερουργοῦν μέσα μας. Γιατί οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ ἔχουν ἐνέργεια καί ὅταν κανείς τηρῆ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, τότε λαμβάνει τήν ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ καί αὐτή ἡ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἰσέρχεται μέσα μας καί μᾶς ἁγιάζει, ὅταν κάνουμε ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί λέμε: «Τό θέλει ὁ Θεός νά τό κάνω ἔτσι;», «ὅ,τι πεῖ ὁ Θεός».
.             Ὅταν τό κάνουμε αὐτό, δέν εἶναι ὅτι ἁπλῶς ἐφαρμόζουμε κάτι ἐξωτερικό, ἀλλά εἰσέρχεται μέσα στήν ὕπαρξή μας ἡ ἐνέργεια τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτή εἶναι ἡ ἄσκηση. Αὐτή εἶναι ἡ χριστιανική ἐπιστήμη, κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη.
.             Ὅταν λέμε ἐντολές τοῦ Θεοῦ, τί ἐννοοῦμε; Μᾶς λέγει ὁ Χριστός τί πρέπει νά κάνουμε στήν καθημερινή μας ζωή, τί ἀγώνα πρέπει νά κάνουμε. Διαβάζουμε τίς ἐντολές Του καί μᾶς λένε: «μήν κάνεις ἐκεῖνο ἤ νά κάνης τό ἄλλο». «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεό σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί τῆς ἰσχύος καί τόν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν». Μέσα σέ αὐτά τά δύο εἶναι ὅλες οἱ ἐντολές, ἡ ἀγάπη στόν Θεό καί ἡ ἀγάπη στόν ἀδελφό, ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου.
.             Ὑπάρχουν καί ἄλλες ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Αὐτό εἶναι ἐντολή τοῦ Χριστοῦ καί ὅταν βαπτίζεται κανείς, τότε κάνει ὑπακοή στόν Χριστό. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε στούς Μαθητές Του: «Μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν» (Ματθ. κη΄, 19-20). Βλέπετε, χρησιμοποιεῖ δύο λέξεις: «Βαπτίζοντες καί διδάσκοντες». Εἶναι τό Βάπτισμα καί ἡ διδασκαλία. Ὅταν, λοιπόν, οἱ γονεῖς φέρνουν τό παιδί τους στήν Ἐκκλησία νά τό βαπτίσουν, τότε ὑπακούουν στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ.
.             Ἐντολή τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Δέν εἶναι ἁπλῶς οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ ἠθικά παραγγέλματα, ἀλλά ἐντολή τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὅταν ὁ Χριστός τέλεσε τόν Μυστικό Δεῖπνο εἶπε στούς Μαθητές Του: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. Ὁσάκις γάρ ἄν ἐσθίετε τόν ἄρτον τοῦτον καί τό ποτήριον τοῦτο πίνητε, τόν ἐμόν θάνατον καταγγέλλετε καί τήν ἐμήν ἀνάστασιν ὁμολογεῖτε». Εἶπε, λοιπόν, στούς Μαθητές Του νά τελοῦν συνεχῶς τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.
.             Ἔτσι, ἡ τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἐντολή τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι ἄλλο οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί ἄλλο τά Μυστήρια. Καί κάθε φορά πού τελοῦμε τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἐμεῖς οἱ Κληρικοί, κάνουμε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ. Καί κάθε φορά πού ἔρχεστε ἐσεῖς στήν θεία Εὐχαριστία, κάνετε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ. Καί ὅταν κοινωνοῦμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, κατόπιν προετοιμασίας, κάνουμε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ καί εἰσέρχεται ἡ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ μέσα μας.
.             Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Σημαίνουν ὅτι τό μεγάλο μυστήριο μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία λειτουργεῖ ὡς ἱεραρχία καί δέχεται τήν Θεαρχία, τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Χριστοῦ πού ἔγινε ἄνθρωπος. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο μυστήριο. Τό μεγάλο μυστήριο εἶναι αὐτό πού καθαρίζει τόν ἄνθρωπο, πού τόν φωτίζει καί τόν θεώνει. Αὐτά εἶναι «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως». Καί αὐτό γίνεται καί μέ τήν ὑπακοή στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ στήν καθημερινή ζωή μας, καί μέ τήν προσευχή, γιατί ὁ Χριστός μᾶς εἶπε νά προσευχόμαστε, ἀλλά καί νά συμμετέχουμε στήν θεία Εὐχαριστία.
.             Ἑπομένως, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, γιά νά ὁλοκληρώσω τό σύντομο αὐτό κήρυγμα, θέλω νά πῶ ὅτι ἄσκηση δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Καί ἡ ἄσκηση αὐτή γίνεται ζώντας μέσα στήν Ἐκκλησία ἱεραρχικῶς, φωτιζόμενοι μέ τήν θεία ἐνέργεια καί μέ τήν δική μας συνέργεια, ἀλλά καί θεαρχικῶς. Καί βασικά, ὅταν τηρῆ κανείς μέ ἀγάπη -«ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις»- τίς σεβασμιώτατες ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, τότε ἁγιάζεται, μετέχει τοῦ Θεοῦ καί σώζεται μεσα στήν Ἐκκλησία.
.             Μακάρι αὐτή τήν κατανυκτική περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς νά μᾶς δώση ὁ Θεός νά καταλάβουμε τό φῶς πού ἔχει ἡ Ἐκκλησία, νά καταλάβουμε αὐτά τά μεγάλα «μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως» καί νά μετέχουμε σέ αὐτά καί κυρίως νά ἐπιτυγχάνουμε τήν σωτηρία μας «ταῖς τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις». Αὐτός εἶναι ὁ συνδυασμός ἀσκήσεως καί ἱεραρχίας. Εὔχομαι καλή καί εὐλογημένη Σαρακοστή.

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΑΡΧΗ ΠΝEΥΜΑΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ

Ἀρχὴ πνευματικῶν ἀγώνων

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.             Ἀνοίγουν οἱ πύλες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Εἶναι ἡ πιὸ κατανυκτική, ἡ πιὸ πνευματική, ἡ πιὸ ὡραία περίοδος τοῦ ἔτους.
.             Καλούμαστε πιὸ σοβαρά, πιὸ ὑπεύθυνα, πιὸ ὥριμα νὰ δοῦμε τὸ σπουδαῖο θέμα τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς μας καὶ νὰ προετοιμασθοῦμε γιὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, γιὰ ἕναν ἀληθινὸ καὶ πνευματικὸ ἑορτασμό.
.             Ἕνας ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ συγ­κεκριμένα τὸ δοξαστικὸ τῶν αἴνων τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς ἀρχίζει μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Ἔφθασε καιρός, ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή…». Λίγο πρὶν οἱ ὕμνοι μᾶς παρουσίασαν τὴ Μεγάλη Τεσσαρα­κοστὴ ὡς στάδιο ἀρετῶν, στὸ ὁποῖο ὅσοι θέλουν μποροῦν νὰ εἰσέλθουν καὶ ν᾿ ἀγωνισθοῦν. Καὶ τώρα μᾶς λέει ὁ ὑμνωδὸς πὼς ἔφθασε ὁ καιρὸς γιὰ ν᾿ ἀρχίσουν οἱ πνευματικοὶ ἀγῶνες, τὰ πνευματικὰ ἀθλήματα.
.             Μιὰ ἀπορία κυριαρχεῖ στὸ ἐσωτερικό μας: Τώρα ξεκινοῦν οἱ πνευματικοὶ ἀγῶνες; Σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ ὁ πιστὸς δὲν καλεῖται ν᾿ ἀγωνίζεται; Γιατί ἄραγε ἡ Ἐκ­κλησία μᾶς καλεῖ τώρα σὲ ἀρχὴ πνευματικῶν ἀγώνων;
.          Ἀσφαλῶς ὁ πιστὸς Χριστιανὸς ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ βαπτίζεται, μπαίνει μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀρχίζει ν᾿ ἀγωνίζεται· καὶ ἀ­γωνίζεται σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς του. Λέει χαρακτηριστικὰ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ὥστε ὅσον καιρὸ βρισκόμαστε σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο, εἶναι ἀνάγκη νὰ παλεύουμε, καὶ ὅταν βρισκόμαστε στὸ σπίτι καὶ ὅταν πηγαίνουμε στὴν ἀγορὰ καὶ ὅταν τρῶμε καὶ ὅταν εἴμαστε ἄρρωστοι καὶ ὅταν εἴμαστε ὑγιεῖς» (ΕΠΕ 5, 240).
.             Καλεῖται λοιπὸν ὁ καθένας μας νὰ βαδίσει τὸν δύσκολο καὶ ἀνηφορικὸ δρόμο, νὰ περάσει μέσα ἀπὸ τὴ «στενὴ πύλη» καὶ τὴν «τεθλιμμένη ὁδό», νὰ σηκώσει τὸν σταυρό του «καθ᾿ ἡμέραν» (Ματθ. ζ΄ 14, Λουκ. θ΄ 23) καὶ ν᾿ ἀγωνίζεται ἐναντίον τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους, νὰ παλεύει μὲ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ καὶ νὰ περιφρονεῖ τὸ φρόνημα τοῦ κόσμου.
.             Ὁ ἀγώνας αὐτὸς ἔχει καὶ τὶς στιγμὲς τῆς ἀδυναμίας, κατὰ τὶς ὁποῖες ἡ ψυχὴ λυγίζει, χαλαρώνει, κάποιες φορὲς ἀποπροσ­ανατολίζεται, ἀναστατώνεται μπροστὰ στὶς πολυποίκιλες παγίδες τοῦ πονηροῦ καὶ σταματᾶ. Χρειάζεται τότε μιὰ καινούργια ἀρχή, ἕνα νέο ξεκίνημα.
.             Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι ὁ κατάλληλος καιρὸς γιὰ μιὰ τέτοια ἀρχή. Διότι τὴν περίοδο αὐτὴ ὅλα βοηθοῦν ὥστε ἡ ψυχὴ νὰ ξεκινήσει πιὸ ἐντατικά, πιὸ συστηματικά. Νὰ ξεκινήσει καὶ πάλι αὐτὸν τὸν ἀγώνα καὶ ν᾿ ἀνεβεῖ πνευματικά. Νὰ θέσει στόχους συγκεκριμένους ποὺ θέλει νὰ ἐπιτύχει μὲ τὶς κατάλληλες συμβουλὲς τοῦ Πνευματικοῦ της καὶ νὰ προχωρήσει.
.             Ἔπειτα βοηθᾶ ἡ νηστεία τῆς περιόδου αὐτῆς, νηστεία στὰ ὑλικὰ καὶ στὰ πνευματικά. Ἡ προσπάθειά μας νὰ ἐγκρατευθοῦμε σὲ ὅλα μᾶς κάνει προσεκτικότερους στὸν ἑαυτό μας, εὐάρεστους στὸν Θεό.
.             Τὸ κατὰ Χριστὸν πένθος γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, χωρὶς ὅμως ἀπογοήτευση ἀλλὰ μὲ τὴν ἐλπίδα μας πάντοτε στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, μᾶς βοηθᾶ νὰ φθάσουμε στὴν ἀληθινὴ μετάνοια.
.             Ἀκόμη οἱ πολλὲς καὶ ποικίλες ἱερὲς Ἀκολουθίες μὲ τοὺς κατανυκτικοὺς ὕμνους, ἀλλὰ καὶ τὰ Ἀναγνώσματα μὲ τὰ πλούσια καὶ δυνατὰ μηνύματά τους μᾶς ἀνεβάζουν ψηλότερα. Ἡ σκέψη πὼς ὅλη ἡ Ἐκκλησία, ὅλοι οἱ πιστοί, βρίσκονται σὲ ἀγώνα αὐτὴ τὴν περίοδο «μιᾷ ψυχῇ συναθλοῦντες» (Φιλιπ. α΄ 27), ἐνισχύει τὸν ἀγώνα μας. Ἕνας πνευματικὸς συναγερμὸς ἔχει ξεσηκώσει ὅλους. Αὐτὴ ἡ πνευματικὴ συνάθληση παρακινεῖ καὶ τοὺς πιὸ νωθροὺς κάτι νὰ κάνουν, κάτι νὰ προσφέρουν στὸν προσωπικό τους ἀγώνα.
.            Ἔφθασε λοιπὸν ὁ καιρὸς γιὰ νὰ γίνει «ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή». «Πρὸ τῶν ἐπάθλων ἀθλεῖν», πρὶν ἀπὸ τὰ βραβεῖα ἀπαιτεῖται ἀγώνας (ΕΠΕ 25, 126), θὰ μᾶς ὑπενθυμίσει τὸ χρυσὸ στόμα τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «οὗτος ὁ τῶν σκαμμάτων καιρὸς καὶ τῶν ἀγώνων, ἐκεῖνος δὲ τῶν στεφάνων καὶ τῶν βραβείων» (ΕΠΕ 5, 178).
.             Τὴν εὐκαιρία αὐτὴ ὅλοι μας ἂς τὴν ἐκμεταλλευθοῦμε γιὰ νὰ κάνουμε ἕνα βῆμα μπροστὰ καὶ ἕνα ἅλμα στὴν πνευματικὴ ζωή, γιὰ νὰ φθάσουμε λαμπροφόροι στὴν Ἀνάσταση ποὺ προσμένουμε!

 

Σχολιάστε

«Η ΑΣΚΗΣΙΣ ΩΣ ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ ΑΠΟ ΤΟ “ΕΜΟΝ” ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης» [Λόγος Κατηχητήριος ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς (2019)]

Λόγος Κατηχητήριος
ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς (2019)

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,
ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

* * *

.             Χάριτι τοῦ πανδώρου Θεοῦ, ἐφθάσαμεν καί ἐφέτος εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, εἰς τό στάδιον τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων, διά νά καθάρωμεν ἑαυτούς, συνεργοῦντος τοῦ Κυρίου, ἐν προσευχῇ, ἐν νηστείᾳ καί ταπεινώσει, καί νά εὐτρεπισθῶμεν πρός ἔνθεον βίωσιν τῶν σεπτῶν Παθῶν καί ἑορτασμόν τῆς λαμπροφόρου Ἐγέρσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.
.             Μέσα εἰς ἕνα κόσμον πολλαπλῶν συγχύσεων, ἡ ἀσκητική πεῖρα τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποτελεῖ τιμαλφέστατον πνευματικόν κεφάλαιον, ἀνεξάντλητον πηγήν θεογνωσίας καί ἀνθρωπογνωσίας. Ἡ εὐλογημένη ἄσκησις, τό πνεῦμα τῆς ὁποίας διαποτίζει σύνολον τόν καθ᾿ ἡμᾶς τρόπον τοῦ βίου, – «Ἀσκητισμός εἶναι ὁλόκληρος ὁ Χριστιανισμός»-, δέν ἀποτελεῖ προνόμιον τῶν ὀλίγων ἤ τῶν ἐκλεκτῶν, ἀλλά «ἐκκλησιαστικόν γεγονός», κοινόν ἀγαθόν, κοινήν εὐλογίαν, καί κοινήν κλῆσιν διά πάντας ἀνεξαιρέτως τούς πιστούς. Οἱ ἀσκητικοί ἀγῶνες δέν εἶναι, βεβαίως, αὐτοσκοπός, δέν ἰσχύει ἡ ἀρχή «ἡ ἄσκησις διά τήν ἄσκησιν». Ὁ στόχος εἶναι ἡ ὑπέρβασις τοῦ ἰδίου θελήματος καί τοῦ «φρονήματος τῆς σαρκός», ἡ μετάθεσις τοῦ κέντρου τῆς ζωῆς ἀπό τήν ἀτομικήν ἐπιθυμίαν καί τό «δικαίωμα» εἰς τήν «οὐ ζητοῦσαν τά ἑαυτῆς» ἀγάπην, κατά τό βιβλικόν, «μηδείς τό ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλά τό τοῦ ἑτέρου ἕκαστος»[1].
.             Αὐτό τό πνεῦμα κυριαρχεῖ καθ᾿ ὅλην τήν μακράν ἱστορικήν πορείαν τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἰς τό Νέον Μητερικόν συναντῶμεν μίαν ὑπέροχον περιγραφήν αὐτοῦ τοῦ ἤθους τῆς παραιτήσεως ἀπό τό «ἐμόν» ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης: «Παρέβαλόν ποτε σκητιῶται τῇ ὁσίᾳ Σάρρᾳ, ἡ δέ παρέθηκεν αὐτοῖς κανίσκιον μετά χρειῶν˙ οἱ δέ γέροντες ἀφέντες τά καλά, ἔφαγον τά σαπρά. Εἶπε δέ αὐτοῖς ἡ τιμία Σάρρα˙ “ὄντως ἐν ἀληθείᾳ, σκητιῶταί ἐστε”»[2] . Αὐτή ἡ κατανόησις καί ἡ θυσιαστική χρῆσις τῆς ἐλευθερίας εἶναι ξένη πρός τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας, τό ὁποῖον ταυτίζει τήν ἐλευθερίαν μέ ἀτομικάς διεκδικήσεις καί δικαιωματισμόν. Ὁ σύγχρονος «αὐτόνομος» ἄνθρωπος δέν θά ἔτρωγε τούς σαπρούς καρπούς, ἀλλά τούς καλούς, καί θά ἦτο βέβαιος ὅτι τοιουτοτρόπως ἐκφράζει καί χρησιμοποιεῖ αὐθεντικῶς καί ὑπευθύνως τήν ἐλευθερίαν του.
.             Εἰς τό σημεῖον αὐτό εὑρίσκεται ἡ ὑψίστη ἀξία τῆς ὀρθοδόξου θεωρήσεως τῆς ἐλευθερίας διά τόν σύγχρονον ἄνθρωπον. Πρόκειται περί μιᾶς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία δέν ἀπαιτεῖ ἀλλά μοιράζεται, δέν διεκδικεῖ ἀλλά θυσιάζεται. Ὁ ὀρθόδοξος πιστός γνωρίζει ὅτι ἡ αὐτονομία καί αὐτάρκεια δέν ἀπελευθερώνουν τόν ἄνθρωπον ἀπό τόν κλοιόν τοῦ ἐγώ, τῆς αὐτοπραγματώσεως καί τῆς αὐτοδικαιώσεως. Ἡ ἐλευθερία, «ᾗ Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσεν»[3] , ἐνεργοποιεῖ τάς δημιουργικάς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, πραγματώνεται ὡς ἄρνησις τοῦ αὐτοεγκλεισμοῦ, ὡς ἀπροϋπόθετος ἀγάπη καί κοινωνία τῆς ζωῆς.
.             Τό ὀρθόδοξον ἀσκητικόν ἦθος δέν γνωρίζει διχασμούς καί δυϊσμούς, δέν ἀπορρίπτει τήν ζωήν, ἀλλά τήν μεταμορφώνει. Ἡ δυϊστική θεώρησις καί ἀπόρριψις τοῦ κόσμου δέν εἶναι χριστιανική. Ὁ γνήσιος ἀσκητισμός εἶναι φωτεινός καί φιλάνθρωπος. Εἶναι χαρακτηριστικόν τῆς ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας, ὅτι ἡ περίοδος τῆς νηστείας εἶναι διαποτισμένη ἀπό σταυροαναστάσιμον χαράν. Καί οἱ ἀσκητικοί ἀγῶνες τῶν ὀρθοδόξων, ὅπως καί συνολικῶς ἡ καθ᾿ ἡμᾶς πνευματικότης καί ἡ λειτουργική ζωή, ἀναδίδουν τό ἄρωμα καί τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Ὁ Σταυρός εὑρίσκεται εἰς τό κέντρον τῆς ὀρθοδόξου εὐσεβείας, δέν εἶναι ὅμως τό τελικόν σημεῖον ἀναφορᾶς τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό εἶναι ἡ ἀνεκλάλητος χαρά τῆς Ἀναστάσεως, ὁδόν πρός τήν ὁποίαν ἀποτελεῖ ὁ Σταυρός. Κατά ταῦτα, καί εἰς τήν περίοδον τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ βιωματική πεμπτουσία τῶν Ὀρθοδόξων παραμένει ὁ πόθος τῆς «κοινῆς ἀναστάσεως».
.             Εὔχεσθε καί προσεύχεσθε, τιμιώτατοι ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ, νά ἀξιωθῶμεν, ἄνωθεν ἐπινεύσει καί ἀρωγῇ, πρεσβείαις δέ τῆς Ἁγιοπρώτου Θεοτόκου καί πάντων τῶν Ἁγίων, νά διατρέξωμεν χριστοπρεπῶς καί χριστοτερπῶς τόν δόλιχον τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀσκοῦντες μετ᾿ εὐφροσύνης, ἐν ὑπακοῇ πρός τόν κανόνα τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, τό «κοινόν ἄθλημα» τῆς παθοκτόνου νηστείας, προσκαρτεροῦντες τῇ προσευχῇ, βοηθοῦντες τοῖς πάσχουσι καί τοῖς ἐν ἀνάγκαις, συγχωροῦντες ἀλλήλοις καί «ἐν παντί εὐχαριστοῦντες»[4], διά νά προσκυνήσωμεν εὐσεβοφρόνως τά «Ἅγια καί Σωτήρια καί Φρικτά Πάθη» καί τήν ζωηφόρον Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾯ ἡ δόξα καί τό κράτος καί ἡ εὐχαριστία εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.

Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή ,βιθ´

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

 

—————-

[1] Α´ Κορ. ι´, 24.
[2] Π. Β. Πάσχου (ἐπιμ.), Νέον Μητερικόν (Ἀθῆναι, ἐκδ. Ἀκρίτας, 1990), 31.
[3] Γαλ. ε´, 1.
[4] Πρβλ. Θεσσ. ε´, 18.

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

,

Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ Μήνυμα τοῦ Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου «τά πάντα ὑπενθυμίζουν τό ὑπέρλαμπρο θαῦμα τῆς δημιουργίας, τό φοβερό δρᾶμα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί τήν θριαμβευτική λύση τοῦ δράματος ὑπό τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ».

Μήνυμα τοῦ Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ´
γιά τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

.           Εὑρισκόμεθα στήν ἔναρξη τῆς πλέον κατανυκτικῆς περιόδου τῆς Ἐκκλησίας μας πού ὀνομάζεται Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Πρόκειται γιά τήν περίοδο πού ἀρχίζει τήν Καθαρή Δευτέρα καί περατοῦται τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου.
.           Εἶναι μία περίοδος κατ’ ἐξοχήν πνευματική πού μᾶς προετοιμάζει γιά τό Ἅγιο Πάσχα. Κατά τήν Μεγ. Τεσσαρακοστή τά πάντα ὑπενθυμίζουν τό ὑπέρλαμπρο θαῦμα τῆς δημιουργίας, τό φοβερό δρᾶμα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί τήν θριαμβευτική λύση τοῦ δράματος ὑπό τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Μέ ἁδρές καί ἑντόνως παραστατικές γραμμές ἀφήνουν οἱ θεοφόροι Ἅγιοι Πατέρες καί οἱ ἱεροί ὑμνογράφοι νά διέλθουν πρό τῶν ὁφθαλμῶν μας ἐκτάκτου σπουδαιότητας ἱστορικά γεγονότα δεκάδων αἰώνων. Διά μέσον αὐτῶν, ἀφ’ ἑνός μέν, φαίνεται ἡ εξαθλίωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν αἰχμαλωσία στήν ἁμαρτία, ἀφ’ ἑτέρου  δέ, διαλάμπει ἡ πάνσοφη πρόνοια τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία προπαρεσκεύαζε τό ἔργον τῆς σωτηρίας μας.
.           Ἔτσι τήν περίοδο αὐτή, ἀκοῦμε στούς ναούς μας, τούς πλέον διδακτικούς καί ὡραίους ὕμνους, οἱ ὁποῖοι δονοῦν τίς ψυχές μας καί μᾶς ἀναβιβάζουν ὑψηλά. Εἰλικρινά, κατανύσσεται ἡ καρδιά μας καί χαλυβδώνεται ἡ ἀπόφασή μας νά ζήσουμε ζωή ἀληθοῦς μετάνοιας καί πραγματικῆς χριστιανικῆς βιοτῆς.
.           Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, μᾶς παροτρύνει: «τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται˙ οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε». Εἶναι μία πνευματική πρόσκληση, τώρα στήν ἀρχή τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς, γιά ἐντονότερο πνευματικό ἀγῶνα. Καί ὁ ἀγῶνας αὐτός διεξάγεται μέ τήν μετάνοια, τήν νηστεία, τήν προσευχή.

   .           Ἀνέφερα τά τρία αὐτά ἀγωνίσματα. Ἂς τά προσέξουμε:

Α) Μετάνοια, σημαίνει ἀλλάζω νοοτροπία. Ἀπό τήν κατάσταση τῆς ἀμαρτωλότητας, ἀγωνίζομαι νά συμφιλιωθῶ μέ τό Θεό, νά σταματήσω νά βαζίζω τόν δρόμο τῆς ἀσωτίας καί τοῦ κακοῦ καί μέ αὐτοέλεγχο καί ἐπίγνωση βαδίζω στό δρόμο τοῦ Θεοῦ καί μόνον. Ἐξομολογοῦμαι, μετανοῶ καί ζητῶ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ Πολυεύσπλαγχνος καί Φιλάνθρωπος Θεός βλέπει τήν μετάνοια μας, μᾶς συγχωρεῖ καί μᾶς χαρίζει πλούσια τήν Χάριν Του.

Β) Νηστεία, σημαίνει ἀποφυγή ὡρισμένων τροφῶν πού ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία ἀλλά καί ἀπομάκρυνση ἀπό τήν ἁμαρτία καί καταπολέμηση τῶν παθῶν μας. Ἡ Μεγ. Τεσσαρακοστή δέν εἶναι μόνο μία περίοδος αὐστηρᾶς, πράγματι, νηστείας ἀπό φαγητά ἀλλά μία περίοδος ἂσκησης για τήν ἀπόκτηση ἀρετῶν. Εἶναι μία περίοδος γιά τήν καταπολέμηση τῶν πειρασμῶν πού μᾶς φέρνει ὁ διάβολος καί εἶναι συγχρόνως ἕνας καλός ἀγῶνας γιά σύνδεση μέ τόν Χριστό. Ἂς ἀγαπήσουμε, λοιπόν, τή νηστεία καί θά συγκεντρώσουμε πολύ πλοῦτο θείας ἀρετῆς.

Γ) Προσευχή, εἶναι ὁ διάλογος μέ τόν Θεό. Εἶναι ἡ συνομιλία μας, ἡ εὐχαριστία καί ἡ ἱκεσία μας πρός τόν Δημιουργόν μας. Ὑπάρχει τί θαυμασιότερο ἀπό τό νά ἀξιώνεται ὁ χοϊκός ἂνθρωπος νά ἀνοίγει τήν ψυχή του καί νά δοξολογεῖ καί νά ἱκετεύει τόν Κύριον τῶν ὃλων! Πρό πάντων, ἡ Μεγ. Τεσσαρακοστή, προσφέρεται ὡς καί ἐξοχήν περίοδος προσευχῆς. Μέ ὃλες τίς Ἱερές Ἀκολουθίες τούς Κατανυκτικούς Ἑσπερινούς, τά Ἀπόδειπνα, τούς Χαιρετισμούς, τόν Μέγα Κανόνα, τίς Προηγιασμένες Θεῖες Λειτουργίες. Μεγάλη βοήθεια μᾶς παρέχει ἡ Ἐκκλησία γιά περισσότερη προσευχή, περισσότερη ἐνατένιση καί ὃραση καί πρόγευση τῆς δόξας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Πιό συγκεκριμένα τώρα τήν περίοδο αὐτή ἀξίζει νά λέμε τήν ὡραία καί τόσο πνευματική μικρή μέν,  μεγάλη δέ, σέ οὐσιαστικό περιεχόμενο προσευχή.
.           Εἶναι ἡ προσευχή: «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, καί ἀργολογίας μή μοι δῷς.
Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονής καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα, καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν».
.           Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, μᾶς καλεῖ νά εἰσέλθουμε μέ ἐνθουσιασμό, καί ἁποφασιστικότητα στό στίβο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων. Ὅταν ἀγωνιστοῦμε, τότε μέ “καθαρά” τή στολή τῆς ψυχῆς θά πανηγυρίσουμε καί θα ἑορτάσουμε καί τήν Ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας, τοῦ Νικητοῦ τοῦ θανάτου καί Ἀρχηγοῦ τῆς ζωῆς.
Καλή καί εὐλογημένη
Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

Μετά πατρικῶν εὐχῶν

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο ΜΑΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Γ´

 

,

Σχολιάστε