Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή

«OYΚ ΕΣΤΙΝ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΒΡΩΣΙΣ καὶ ΠΟΣΙΣ»

,

Σχολιάστε

H ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟY ΧΡΙΣΤΙΑΝΟY, ΔΙΑ ΤHΣ EΡΗΜΟΥ, ΣΤΗΝ AΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ (Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος))

Ἡ μυστική πορεία τοῦ Χριστιανοῦ, διά τῆς ἐρήμου, στήν Ἀνάσταση καί τήν Πεντηκοστή

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

                                  .                      Ἡ περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, στήν ὁποία εἰσήλθαμε, εἶναι μιά περίοδος ἔντονης πνευματικῆς ζωῆς, μέ νηστεία, προσευχή, μετάνοια, ἐγκράτεια καί ὅλα τά μέσα τά ὁποῖα ἔχει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
.                                   Αὐτή ἡ ἔντονη πνευματική καί ἐσωτερική ζωή διασώζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας στίς ἱερές Ἀκολουθίες πού γίνεται αὐτή τήν περίοδο καί στά τροπάρια τά ὁποῖα ψάλλονται. Ὅταν διαβάση κανείς προσεκτικά τό βιβλίο Τριώδιο καί συμμετάσχει βιωματικά στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, θά διαπιστώση ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ Ἐκκλησία μας θέλει νά μᾶς δώση τήν αἴσθηση ποιός εἶναι ὁ σκοπός τοῦ Χριστιανοῦ καί ποιό εἶναι τό περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
.                                      Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἀγάπησαν ἰδιαίτερα αὐτήν τήν περίοδο, πού ὁδηγεῖ στό Πάσχα, καί τήν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου, γιατί μέσα σέ αὐτήν τήν περίοδο διακρίνουν τήν ἐσωτερική ἀναπνοή τῆς Ἐκκλησίας μας.
.                                       Μέ ἀφορμή τήν εἴσοδό μας σέ αὐτήν τήν περίοδο, θά ἤθελα νά κάνω ἕνα σχεδιάγραμμα τῆς πορείας τοῦ Χριστιανοῦ ἀπό τήν Αἴγυπτο τῶν παθῶν στήν ἔρημο τῆς ἀπαθείας καί τήν εἴσοδο στήν γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Αὐτή τήν πορεία τήν συναντᾶμε στά ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι μέ αὐτόν τόν τρόπο δείχνουν καί τόν σκοπό τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί τό νόημα τῆς ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Στήν πραγματικότητα εἶναι πορεία ἀπό τήν ἔναρξη τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μέχρι τό Πάσχα καί τήν Πεντηκοστή, σέ περίοδο πραγματικῆς ἐρημίας.
.                                   Ὡς βάση θά ἔχω τήν βιογραφία καί τήν θεολογία τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου, ὅπως τήν παρουσίασε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος. Μέ τόν τρόπον αὐτό θά δοῦμε ἀφ’ ἑνός μέν πῶς ἕνας ἅγιος ἑρμηνεύει ἕναν ἄλλον ἅγιο καί πῶς μέσα ἀπό αὐτήν τήν τήν ἑρμηνεία μποροῦμε νά καταλάβουμε τήν ἐσωτερική μυστική ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
.                                     Καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο, γιατί δυστυχῶς στίς ἡμέρες μας τά γεγονότα πού περνᾶμε μέ τήν ὑγιειονομική καί τήν θεολογική κρίση μᾶς ἀποπροσανατολίζουν καί δέν μᾶς ἀφήνουν νά αἰσθανθοῦμε αὐτήν τήν ὁρμή τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
.                                Εἶναι γνωστόν τό πρῶτο βιβλίο πού ἔγραψε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶναι τό βιβλίο μέ τόν τίτλο «ὁ Γέρων Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης» πού ἀργό­τερα, μετά τήν ἁγιο­κατάταξη τοῦ Γέροντος Σιλουανοῦ, κυκλο­φόρησε μέ τόν τίτλο «Ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης».
.                                     Τό βιβλίο αὐτό εἶναι ἕνας μεγάλος πνευματικός θησαυρός, ἕνας ἀκένω­τος πνευματικός πλοῦτος, μιά ζωντανή παρουσίαση τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στήν ἀπόλυτη μορφή της, μιά ζωντανή «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν», ὅπως βιώθηκε ἀπό δύο ἁγίους, τόν ἅγιο Σιλουανό, καί τόν ἅγιο Σωφρόνιο. Παρουσιάζει στόν τέλειο βαθμό καί μέ αὐθεντικό τρόπο τήν πορεία τῆς πνευματικῆς ζωῆς αὐτῶν πού ἐπιθυμοῦν τήν συνάντησή τους μέ τόν Χριστό.
.                      Θά καταγραφοῦν δέκα βασικά σημεῖα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως φαίνεται στό πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου μέ τίς θεολογικές διασαφήσεις τοῦ ἁγίου Σωφρονίου. Τά σημεῖα αὐτά πρέπει νά κατανοηθοῦν μέσα στήν προοπτική ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου γίνεται μέσα στήν  Ἐκ­κλησία, πού εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέ τήν ἕνωσή του μέ τόν Χριστό, ἐν Πνεύματι Ἁγίω, μέ τά Μυστήρια καί τήν κατά Χριστόν ἄσκηση.
.              Οἱ φράσεις ἐντός εἰσαγωγικῶν εἶναι λόγοι τοῦ ἁγίου Σωφρονίου.

1. «Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καί τά ἔσχατα δυνατά ὅρια στό κτιστό ὄν»

.                         Ἐάν κάθε ἀνθρώπινος λόγος ἔχει δύναμη καί ἐνέργεια, πολύ περισσό­τερο αὐτό ἰσχύει γιά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, πού ἔχει θεία ἐνέργεια. Ὁ Θεός μέ τόν λόγο Του δημιούργησε τόν κόσμο καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα σέ ὅλη τήν κτίση, εἶναι ἡ οὐσιοποιός, ζωοποιός καί ἡ προνοητική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
.                                     Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί ὁ λόγος Του εἶχε μεγάλη ἐνέργεια μέ τήν ὁποία ὁμιλοῦσε, θεράπευε καί ἀνέσταινε νεκρούς. Ὁ λόγος Του «περιβάλλεται μέ τήν ταπεινή, ἀντιλη­πτή στίς αἰσθήσεις, μορφή τοῦ ἀνθρώπινου κτιστοῦ λόγου, πού μπορεῖ νά δια­τυπωθεῖ ἀκόμη καί γραπτῶς». Παρά ταῦτα ὁ λόγος αὐτός «στό βάθος του, στήν βάση του, εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Μεγάλου Πανδημιουργοῦ Θεοῦ καί μπο­ροῦμε νά ποῦμε γι’ αὐτόν ὅ,τι λέγεται στή Γραφή γιά τόν Θεό, δηλαδή εἶναι “πῦρ καταναλίσκον” καί ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά τόν προσεγγίζει μέ μεγάλη “αἰδώ καί εὐλάβεια” (Ἑβρ. ιβ΄, 29 καί 28)».
.                                             Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει μέσα του ἕνα μυστήριο. «Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσο ἐγγύς, τόσο καταληπτός καί φυσικός, τόσο βαθιά οἰκεῖος στήν ἀνθρώπινη καρδιά, συγχρόνως ὅμως ὑπερβαίνει ἀναμφίβολα ἀπείρως τίς δυνατότητες τοῦ κτιστοῦ ὄντος». Ὅταν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ γίνεται δεκτός ἀπό τόν ἄνθρωπο, τότε τόν ὁδηγεῖ «στήν αἰώνια ζωή ἀπό ἕνα δρόμο πού θά συναντήσει πολλά ἀσυνήθιστα πράγματα, ἄγνωστα σέ ὅσους δέν ἀκολουθοῦν τόν Χριστό».
.                                             Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὡς ἐνέργεια εἶναι φῶς καί τό φῶς αὐτό «φθάνει ὡς τά ἔσχατα ὅρια τῆς σκοτεινῆς ἀβύσσου καί ἀποκαλύπτει τή φύση πολλῶν φα­σμάτων τῆς ἀληθείας, πού παρα­σύρουν τόν ἄνθρωπο μέσα στό σκοτάδι». Ἔτσι, «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι φωτιά, πού δοκιμάζει τό καθετί πού ὑπάρχει στόν ἄνθρωπο καί γενικότερα στόν κόσμο».
.                                             Ἐπίσης, «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι πνεῦμα καί ζωή αἰώνια, πλήρωμα τῆς ἀγάπης καί εὐφροσύνη αἰώνια. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄκτιστο Θεῖο Φῶς» καί «ὅταν γίνει δεκτός στή ζωή, ἀπεργάζεται τόν ἄνθρωπο θεό».
.                                             Αὐτό πρέπει νά τονίζεται στήν ἀρχή τῆς πορείας τῆς πνευματικῆς ζωῆς, γιατί ὅλα γίνονται μέ τήν θεολογική συνέρ­γεια, ὅτι δηλαδή ὁ Θεός εἶναι ὁ ἐνεργῶν καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ συνεργῶν. Ὅπως ὁ κόσμος καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ διά τοῦ λόγου Του, ἔτσι καί ἡ ἀναδημιουργία τοῦ κόσμου καί ἡ ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου  γίνεται μέ τήν ἐνέργεια τοῦ θείου λόγου.

2. «Ἡ ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ»

.                                             Ὁ λογισμός εἶναι ἡ ἀρχική πρόταση, ἡ ὁποία ἐξελίσσεται σέ ἁμαρτία καί πάθος, γι’ αὐτό ὁ ἀσκητής δίνει μεγάλη σημασία στό νά μή ἐξελιχθῆ ὁ λογι­σμός.
.                                             Ἡ πρώτη μορφή τοῦ λογισμοῦ εἶναι αὐτή πού προσεγγίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό ἔξω «καί εἶναι ἀσαφής, ἀόριστη», εἶναι μιά εἰκόνα καί ὅταν δέν ἐξελιχθῆ καί δέν συνδεθῆ μέ τήν θέληση τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό δέν λογίζεται ὡς ἁμαρτία. Οἱ εἰκόνες αὐτές ἔχουν ἄλλοτε «ἐποπτικό» καί ἄλλοτε «νοητικό» καί πολλές φορές «μικτό» χαρακτῆρα. Οἱ εἰκόνες πού ἑλκύουν μιά σκέψη καί ἔχουν αὐτό τό «μικτό» χαρακτῆρα (εἰκόνες καί νόημα) χαρακτηρίζονται στήν ἀσκητική φρασεολογία ὡς «λογισμός».
.                                             Ἡ ἐνέργεια τοῦ λογισμοῦ, ὅταν ὑπάρχη προδιάθεση στό πάθος, «προ­καλεῖ ἕνα αἴσθημα ἡδονῆς», ἀνάλογα μέ τό πάθος, καί στό σημεῖο αὐτό ἀρχίζει ὁ πειρασμός. Αὐτή εἶναι «ἡ πρό­τα­ση» τῆς ἁμαρτίας, καί ἡ στιγμή αὐτή τῆς ἐμφάνισης τῆς ἡδονῆς «παρότι μαρ­τυρεῖ γιά τήν ἀτέλεια τοῦ ἀνθρώπου, δέν λογίζεται ὡς ἁμαρτία». Ἐδῶ πρέπει νά δοθῆ σημασία: ἡ ἐμπλοκή τῆς ἡδονῆς μέ τόν λογισμό πού βρίσκεται ἀκόμη στό στάδιο τῆς «πρότασης» τῆς ἁμαρτίας.
.                                             Στήν συνέχεια αὐτή «ἡ προτεινόμενη ἐμπαθής ἡδονή προσελκύει τήν προσοχή τοῦ νοῦ». Ὅταν ἑνωθῆ ὁ νοῦς μέ τόν ἐμπαθῆ λογισμό, τότε ἀνα­πτύσσεται περαιτέρω, γιατί παρατη­ρεῖται ἡ «συμπάθεια», ἀκολουθεῖ ὁ «συνδυασμός», πού εἶναι δυνατόν νά ἐξελιχθῆ στήν «ἐνεργητική συγκα­τάθεση». Ἔπειτα, ὅταν αὐξηθῆ ἡ ἡδονή, τότε μπορεῖ νά κυριαρχήση «στό νοῦ καί τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου καί αὐτό λέγεται “αἰχμαλωσία”». Ἀμέσως μετά ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου πού αἰχμα­λω­τί­σθηκαν προχωροῦν στήν πραγματοποίηση τῆς ἁμαρ­τίας. Ἄν οἱ αἰχμαλωσίες αὐτές ἐπανα­λαμ­βά­νονται, τότε «ὁδηγοῦν στήν “ἕξη” τοῦ πάθους».
.                                             Παρατηρεῖ κανείς ἐδῶ τίς λεπτές ἀναλύσεις πού γίνονται στήν ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ σέ συνδυασμό μέ τίς εἰκόνες, τήν φαντασία, τήν ἡδονή, τόν νοῦ, τήν συμπάθεια, τήν συγκατάθεση, οἱ ὁποῖες ἀναλύσεις δείχ­νουν ἕναν ἔμπειρο ἄνθρωπο σέ αὐτόν τόν ἐσωτερικό λεπτό ἀγώνα, ἕναν μεγάλο ἀσκητή θεολόγο.
.                                             Ἐπειδή αὐτή εἶναι ἡ ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ πού γίνεται ἁμαρτία καί πάθος, γι’ αὐτό ὁ ἀσκητής πρέπει νά τόν ἀντι­με­τωπίση σέ ὅποιο στάδιο καταλάβη αὐτήν τήν ἐξελικτική του πορεία. Γιά νά ἀποφευχθῆ ἡ ἁμαρτία «εἶναι ἀνάγκη νά ἐγκα­τοικήση ὁ νοῦς μέ προσευχή μέσα στήν καρδιά». Πρέπει ὁ ἀσκητής νά κλείνη «τίς εἰσόδους τῆς καρδίας, τοποθετώντας ἐκεῖ ὡς φρουρό τό νοῦ πού ἀπαλλάχθηκε ἀπό φαντασίες καί διαλογισμούς καί εἶναι ὁπλι­σμένος μέ τήν προσευχή καί τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Αὐτή εἶναι «ἡ οὐσία τῆς νοερᾶς νήψεως, πού ἔχει ὡς σκοπό τόν ἀγώνα γιά τήν ἀπάθεια».
.                                             Ἡ ἀνάλυση αὐτή δέν δείχνει μόνον τήν γνώση τῆς ἐξελίξεως τοῦ λογι­σμοῦ, ἀλλά καί τήν γνώση τῆς ἀντιμετωπίσεώς του.

3. «Ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὁ ἀγώνας κατά τῶν παθῶν»

.                                             Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται κάτω «ἀπό δαιμονική ἐπή­ρεια», τότε «ὑφίσταται ἧττα στήν καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ ἐλευθερία του, καί ἔτσι στερεῖται τή θεία ζωή. Μιά τέτοια κατάσταση ὀνο­μάζεται “πάθος” καί γίνεται δοῦλος τῆς ἁμαρτίας». Ἡ στέρηση τῆς θείας ζωῆς εἶναι αὐτό πού χαρακτηρίζεται πάθος, πού στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ παρά φύση κίνηση τῶν ἐνερ­γειῶν τῆς ψυχῆς. Ἔτσι, τά πάθη δέν ἑρμηνεύονται ἐξωτερικά καί ἠθικιστικά, ἀλλά θεολογικά, εἶναι ὅταν ὁ ἀσκητής ἠττᾶται στήν κίνησή του πρός τό καθ’ ὁμοίωση, δηλαδή στήν θέωση, καί αὐτό σημαίνει ὅτι στερεῖται τήν μετοχή στήν θεία ζωή.
.                                             «Τά πάθη διαθέτουν κάποια ἑλκτική δύναμη». Ἀλλά τό νά ριζωθῆ καί νά στερρεωθῆ μιά ἐμπαθής εἰκόνα καί ἕνας λογισμός στήν ψυχή, «δέν μπορεῖ νά συμβεῖ χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ ἀνθρώπου γι’ αὐτό». Ὅλα τά θέματα καί στήν πάρα φύση κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καί στήν ὑπέρ φύση κατάστασή του προϋποθέτουν τήν συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, στήν πρώτη περίπτωση συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ἐπίδραση τοῦ δια­βόλου καί τοῦ λογισμοῦ, στήν δεύτερη περίπτωση συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου στήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
.                                             Ἔτσι, «ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ὁ ἀγώνας κατά τῶν παθῶν». Στόν ἀγώνα αὐτόν παρατηροῦνται δύο στάδια∙ τό πρῶτο στάδιο βρίσκεται στήν ἀποφυγή τῆς ἡδονῆς ἡ ὁποία ὅταν ἀνα­πτύσσεται αἰχμαλωτίζει τόν νοῦ, καί τό δεύτερο στάδιο εἶναι «ὅταν τό ἀνικανοποίητο πάθος ἀρχίζη νά τυραννᾶ τόν ἄνθρωπο μέ τίς πιό περίεργες ἀσθένειες». Τό πρῶτο θά ἦταν εὔκολο νά ἀντιμετωπιστῆ, ἀλλά τό δεύτερο εἶναι τό πιό δύσκολο, ἐπειδή χρειάζεται «μεγάλη ὑπομονή καί ἐπιμονή», «γιατί τό εὐεργετικό ἀποτέλεσμα τῆς ἀντιστάσεως στά πάθη δέν ἔρχεται σύντομα».
.                                             Ἐκτός ἀπό τά πάθη, πού εἶναι ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ καί βασανίζουν τόν ἄνθρωπο, ὑπάρχουν καί τά λεγόμενα «ἀδιάβλητα πάθη», δηλαδή οἱ διάφορες ἀνάγκες, ὅπως εἶναι «ἡ διατροφή, ὁ ὕπνος κτλ. πού χωρίς τήν ἱκανοποίησή τους γίνεται ἀδύνατη ἡ συνέχιση τῆς ζωῆς». «Γιά ὁρισμένα χρονικά διαστήματα ὁ ἀσκη­τής καταφρονεῖ τίς ἀνάγκες αὐτές». Ὅταν, ὅμως, ἀπειλεῖται ἀπό διάφορες ἀσθένειες, «τότε ὁ ἀσκητής ὁρισμένες στιγμές ἀντιστέ­κεται μέχρι θανάτου μέ τήν ἀπόφασή του νά μήν ὑποχωρήσει», καί συνήθως ὁ θάνατος δέν ἔρχεται, γιατί ὁ Θεός τόν διαφυλάσση. Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ἀπαιτεῖται μεγάλη ἀνδρεία, πού εἶναι «μιά ἀποφασιστικότητα μέχρι θανάτου», ἡ ὁποία «ὁμοιάζει μέ πύρινη φλόγα», τήν ὁποία ὁ ἀσκητής κρατᾶ μέσα στήν ψυχή του «χωρίς νά δείχνει ὁλόκληρη τή δύναμή της».
.                                             Ὁ ἀσκητής ἀπαλλάσσεται ἀπό τά πάθη ὅταν ὁ νοῦς του μέ τήν εὐχή κατεβαίνη στήν «βαθεία καρδία» καί μέ τήν καθαρότητα παρίσταται «ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ», δέχεται τό Θεῖο Φῶς, «ζεῖ τήν αἰώνια ζωή», ὑπερβαίνει τόν φόβο τοῦ θανάτου, γνωρίζει «ἐν Θεῷ τήν πρωτόκτιστη ὡραιότητα τοῦ ἀνθρώπου», «καί βλέπει τήν ἀμορφία καί ἀδοξία πού βασιλεύει στόν κόσμο» καί «ἔτσι θρηνεῖ καί ὀδύρεται», ὁπότε ἀνα­πτύσσεται, μέ φυσικό τρόπο, ἡ μετάνοια ὡς χάρισμα.
.                                             Ἡ ὅλη ἀνάπτυξη πού γίνεται στό βιβλίο αὐτό γιά τά πάθη προϋποθέτει μιά μεγάλη πνευματική πείρα τοῦ συγγραφέα στήν γνώση τῶν ἐσωτερικῶν διεργασιῶν, ὄχι μόνον τῶν παθῶν, ἀλλά καί τῆς θεραπείας τους. Πρόκειται γιά μιά πνευματική χειρουρ­γική ἐργασία ὑψηλῆς γνώσεως.

4. «Ἀγώνας ἐναντίον τῆς φαντασίας»

.                                             Ὁ ἀσκητής στόν ἀγώνα του γιά τήν καθαρότητα τοῦ ἐσω­τερικοῦ του κόσμου καί τήν διαφύλαξή της καλεῖται νά ἀγωνισθῆ ἐναντίον τῆς φαντασίας, ἡ ὁποία εἶναι μιά ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, πού ὅμως ὅταν λειτουργῆ παρά φύση καί δέχεται ἐπι­δράσεις ἀπό τόν ἔξω κόσμο καί ἀπό τόν διάβολο παραμορ­φώνει τήν ἐσωτε­ρική κατάσταση τοῦ ἀσκητοῦ.
.                                             «Ὁ κόσμος τῆς ἀνθρωπίνης φαντασίας εἶναι κόσμος τῶν “φαντα­σμάτων” τῆς ἀλήθειας, κοινός στούς ἀνθρώπους καί τούς πεπτωκότας ἀγγέλους καί γι’ αὐτό ἡ φαντασία γίνεται πολλές φορές ἀγωγός δαιμονικῆς ἐνεργείας». Ἔτσι μέσα ἀπό τήν φαντασία ἐνεργοῦν οἱ δαίμονες καί παραμορφώνουν τήν ἐσωτερική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου.
.                                             Ὁ ἀσκητής ἀγωνίζεται ἐναντίον ὅλων τῶν εἰδῶν τῆς φαντα­σίας πού τόν ἀποσποῦν ἀπό τόν Θεό. Κυρίως, παρατη­ροῦνται τέσσερα εἴδη φαντασίας.
.                                             Τό πρῶτο εἶδος «συνδέεται μέ τήν ἐνέργεια τῶν χονδρῶν σαρκικῶν παθῶν». «Κάθε πάθος ἔχει τή μορφή του» καί «ἡ ἐνέργεια τῆς ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας» πού συνδέεται μέ τό πάθος, «ἀποκτᾶ δύναμη στόν ἄνθρωπο ὅταν ἡ ἐμπαθής εἰκόνα γίνεται ἐσωτερικά δεκτή καί προσελκύει τό νοῦ μέ τό μέρος της». Ὅμως, «ἄν ὁ νοῦς δέν δεχθεῖ αὐτή τήν εἰκόνα, τό πάθος δέν μπορεῖ νά ἀναπτύξει τήν ἐνέργειά του». Ὁ ἀρχάριος μοναχός θεραπεύεται ἀπό αὐτήν τήν φαντασία μέ τήν νήψη, τήν μετάνοια, τήν ἐξομολόγηση καί τήν καθοδήγηση ἀπό κατάλληλο πνευμα­τικό ὁδηγό.
.                                             Τό δεύτερο εἶδος τῆς φαντασίας «ὀνομάζεται συνήθως ὀνει­ρο­πόληση-ρεμβασμός». Σέ αὐτήν τήν κατάσταση «ὁ ἄνθρωπος βγαίνει ἀπό τήν ἀντικειμενική κατάσταση τῶν πραγμάτων στόν κόσμο καί ζεῖ στήν σφαίρα τῆς φαντασίας». Σέ αὐτό τό εἶδος τῆς φαντασίας συγκα­ταλέγεται καί ἡ μέθοδος τοῦ χρι­στιανικοῦ «διαλογισμοῦ», ὅταν ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ μέσα του διάφορες «ἐποπτικές εἰκόνες ἀπό τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ ἤ ἄλλες ἱερές παραστάσεις». Αὐτή εἶναι μιά «φαντασιώδη προ­σευχή» ἀπό τήν ὁποία ἀγωνίζεται νά ἀπαλλαγῆ ὁ ἡσυχαστής, γιατί διαφο­ρετικά «φθάνει σέ παραισθήσεις καί ψυχικές ἀσθένειες ἤ στήν καλύτερη περίπτωση παραμένει στήν πλάνη περνώντας τή ζωή του σέ φανταστικό κόσμο». «Συνήθως στήν ἐργασία αὐτή καταφεύγουν οἱ ἀρχάριοι ἤ ἄπειροι ἀσκητές». Ἡ ἡσυχαστική ζωή μέ τήν νοερά προσευχή καί τήν βαθύτατη μετάνοια ἀποκλείει κάθε εἰκόνα καί ρεμβασμό, ὅταν νοῦς καί καρδιά ἑνώνονται μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
.                                             Τό τρίτο εἶδος τῆς φαντασίας, δηλαδή «τῆς ἐκδηλώσεως τῆς δυνάμεως τῆς φαντασίας», εἶναι ὅταν «ὁ ἄνθρωπος χρησιμοποιεῖ τήν ἱκανότητα τῆς μνήμης καί τῆς παραστάσεως καί ἔτσι μπορεῖ νά σκέπτεται, γιά νά βρεῖ τή λύση κάποιου προβλήματος». Αὐτό τό εἶδος τῆς φαντασίας «ἔχει μεγίστη σημασία γιά τόν πολιτισμό καί εἶναι ἀπαραίτητο στοιχεῖο στή δομή τῆς ζωῆς». Ὅμως, ὁ ἀσκητής πού θέλει νά ζήση μέ τήν καθαρά προσευχή ἀγωνίζεται καί ἐναντίον αὐτῆς καί ἐπιδιώκει νά δώση ὅλη τήν σκέψη του στόν Θεό καί «συγκεντρώνεται πλήρως στόν Θεό».
.                                             Τό τέταρτο εἶδος τῆς φαντασίας «εἶναι οἱ ἀπόπειρες τοῦ λογικοῦ νά διεισδύσει στά μυστήρια τοῦ εἶναι καί νά συλλάβει τό Θεῖο κόσμο». Στήν κατάσταση αὐτή ρέπουν ὅσοι προσπαθοῦν νά θεολογοῦν μέ τήν λογική καί τήν φαντασία τους, ὅπως τό κάνει καί ἡ φιλοσοφία, γι’ αὐτό καί πολλοί θεολόγοι κατέληξαν σέ αἵρεση. Πρόκειται γι’ αὐτό πού πολλοί ὀνομάζουν «θεολογική δημιουργία». Ὅμως, ὁ ἀσκητής πού ἀσχολεῖται μέ τήν ἐπιστήμη τῆς νοερᾶς ἡσυχίας καί τῆς καθαρᾶς προσευχῆς ἀγωνίζεται καί ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς φαντασίας, γιατί «ξεκινᾶ ἀπό τήν πίστη ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε ἐμᾶς καί ὄχι ἐμεῖς τόν Θεό», «γι’ αὐτό ἀποσπᾶται ἀπό κάθε θεολογική ἤ φιλοσοφική δημιουργία καί στρέφεται πρός τόν Θεό μέ μιά “ἀνείδεη” προσευχή».
.                                             Ἡ  ὅλη ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ πολυποίκιλου ἀγῶνος ἐναντίον τῆς φαντα­σίας δείχνει ἕναν πνευματικό ἰατρό πού κάνει λεπτές διαγνώσεις τοῦ ἐσωτε­ρικοῦ κόσμου καί δίνει καί τήν ὀρθή θερα­πεία.

5. «Νοερά ἡσυχία καί καθαρά προσευχή»

.                                             Νοερά ἡσυχία εἶναι ἡ νήψη, ἡ προσοχή γιά νά μή δεχθῆ ὁ ἀσκητής κάποιο λογισμό καί κάποια φαντασία, καί καθαρά προσευχή εἶναι ἡ προσευχή πού γίνεται ἀπό τόν καθαρό νοῦ, χωρίς νά ὑπάρχη σέ αὐτόν κάποιος λογισμός. Ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ τῆς νοερᾶς ἡσυχίας καί τῆς καθαρᾶς προσευχῆς, ἀφοῦ ἡ νοερά ἡσυχία εἶναι προϋπόθεση τῆς καθαρᾶς προσευχῆς καί ἀντιστρόφως.
.                                             Ἡ ἐξέλιξη τῆς προσευχῆς «συμπίπτει μέ τά στάδια τῆς φυσικῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος» πού ἀκολουθεῖ τρεῖς κινήσεις. Ἡ πρώτη κίνησή του εἶναι «ἡ πρός τά ἔξω κίνη­ση», γιατί θέλει νά παρατηρήση τόν κόσμο πού τόν περιβάλλει καί τόν ἐντυπωσιάζει καί αὐτό γίνεται μέ τήν χρησιμοποίηση τῶν αἰσθήσεων. Ἡ δεύτερη κίνησή του εἶναι «ἡ ἐπιστροφή στόν ἑαυτό του», ὅταν σκέπτεται γύρω ἀπό αὐτά τά ὁποῖα εἶδε μέ τίς αἰσθή­σεις του καί τά ἐπεξεργάζεται λογικά. Ἡ τρίτη κίνησή του εἶναι ἡ κίνηση «πρός τόν Θεό μέ τόν ἔσω ἄνθρωπο», δηλαδή δοξάζει τόν Θεό «ἐκ καρδίας» γιά ὅλη τήν δημιουργία.
.                                             Κατά τόν ἴδιο τρόπο ἡ  προσευχή ἀκολουθεῖ αὐτές τίς τρεῖς κινήσεις τοῦ νοῦ καί γι’ αὐτό ὑπάρχουν τρεῖς τρόποι προσευχῆς.  Ὁ πρῶτος τρόπος προ­σευχῆς χαρακτηρίζεται ἀπό τήν «φαντα­σία», ὁ δεύτερος ἀπό τήν «νόη­ση» καί ὁ τρίτος «ἀπό τήν κατάδυση στήν “θεωρία”». Ἡ ἀνάλυση τῶν τριῶν αὐτῶν τρόπων προσευχῆς δείχνει τήν μεγάλη ἀξία τῆς καθαρῆς ἤ νοερᾶς προσευχῆς.
.                                             Τό πρῶτο εἶδος τῆς προσευχῆς, ὅταν ὁ νοῦς ἐξέρχεται ἀπό τήν καρδιά καί διαχέεται στόν περιβάλλοντα κόσμο καί βεβαίως συνδέεται μέ τήν φαντασία, «κρατᾶ τόν ἄνθρωπο σέ διαρκῆ παρα­πλάνηση, στόν κόσμο τῆς φαντασιοκοπίας, τῆς ὀνειρο­πό­λησης» καί «τῆς ποιητικῆς δημιουργίας». Σέ αὐτήν τήν κατά­σταση τό θεῖο καί κάθε πνευματικό «παίρνει διάφορες φαντα­στικές μορ­φές» καί ἔπειτα «ἡ πραγματική ζωή λίγο-πολύ γεμίζει μέ στοιχεῖα ἀπό τή σφαίρα τῆς φαντασίας».
.                                             Κατά τόν δεύτερο τρόπο τῆς προσευχῆς, ἐπειδή «οἱ ἐσωτερικές εἴ­σο­δοι τῆς καρδίας καί τοῦ νοῦ εἶναι ἀνοικτές» «μποροῦν εὔκολα νά διεισδύσουν κάθε εἴδους ξένα στοιχεῖα». Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος «ζεῖ συνεχῶς ἔκθετος στίς παντός εἴδους ἐξωτερικές ἐπιδράσεις». Στήν κατάσταση αὐτήν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχη ἀποκτήσει καί ὁρι­σμέ­­νες θεολογικές γνώσεις, ἱκανοποιεῖται καί «παρασύρεται βα­θμη­δόν πρός τή διανοητική θεολογία». Τό χαρακτηριστικό γνώ­ρισμα αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῆς προσευχῆς εἶναι ὅτι ἡ προσοχή συγκεντρώνεται στόν ἐγκέφαλο καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται «σέ φιλοσοφικές θεωρίες», οἱ ὁποῖες εἰσάγουν τόν νοῦ του «στή σφαίρα τῶν ἀφηρημένων ἐννοιῶν καί τῆς φαντασίας».
.                                             Ὁ τρίτος τρόπος τῆς προσευχῆς πού εἶναι «ἡ ἕνωση τοῦ νοῦ μέ τήν καρδιά» ποθεῖται ἀπό τόν ἀσκητή καί αὐτή ἡ προσευχή «δίνεται ἄνωθεν» ἀπό τόν Θεό. Αὐτήν τήν ἕνωση νοῦ καί καρδίας τήν  αἰσθάνεται ὁ ἀσκητής «ὅταν προσεύχεται προσεκτικῶς “ἐκ καρδίας”». Ἔνδειξη ὅτι ὁ νοῦς ἑνώθηκε μέ τήν καρδιά εἶναι τά δάκρυα τῆς κατανύξεως κατά τήν προσευχή, καί τότε ὁ νοῦς βρῆκε τόν τρόπο τῆς καρδιᾶς πού εἶναι «τό πρῶτο σκαλοπάτι τῆς ἀναβάσεως πρός τόν Θεό». Τότε διακόπτεται ἡ ἐνέργεια τῆς φαντασίας. Ὁ νοῦς ἀπαλλάσσεται ἀπό κάθε εἰκόνα πού βρίσκεται σέ αὐτόν καί «γίνεται ὅλος ἀκοή καί ὅραση καί βλέπει καί ἀκούει κάθε λογισμό πού πλησιάζει ἀπό ἔξω, προτοῦ αὐτός μπεῖ στήν καρδιά». Ἔτσι ἀπαλλάσσεται ἀπό κάθε πάθος.
.                                             Εἶναι ὄντως μεγάλη πνευματική ἐπιστήμη ἡ προσευχή καί ἀκόμη μεγαλύτερη πνευματική ἐπιστήμη εἶναι ἡ γνώση τῶν διαφόρων τρόπων τῆς προσευχῆς, ἰδιαιτέρως ὅταν ἡ προσευχή γίνε­ται μέ ἀνίδεο καί ἀνείδεο τρόπο, δηλαδή χωρίς κάποια ἰδέα καί χωρίς κάποιο εἶδος, καί αὐτή ἡ προσευχή γίνεται ὅταν ὁ νοῦς ἑνώνεται μέ τήν καρδιά μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

6. «Τό ἄκτιστο Φῶς καί οἱ τρόποι θεωρίας του»

.                                             Τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι ἡ «θεία ἐνέργεια» «εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς Θεό­τητας».
.                                             Τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι «τελείως διαφορετικό ἀπό τό φυσικό φῶς», εἶναι ἡ θέα τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν θεόπτη μέσα στό Φῶς, καί στήν κατάστααη αὐτή «ἐπικρατεῖ προπαντός ἡ αἴσθηση τοῦ ζῶντος Θεοῦ πού ἀπορροφᾶ ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο». Δέν εἶναι αἴσθηση λογική, ἀλλά «αἴσθηση νοερή», «αἴσθηση μέ δύναμη ἐξου­σια­στική, πού ἀρπάζει τόν ἄνθρωπο σέ ἄλλον κόσμο, ὅμως τόσο γαλήνια, πού αὐτός δέν ἀντιλαμβάνεται τή στιγμή πού τοῦ συνέβη αὐτό καί δέν γνωρίζει ἄν ὁ ἴδιος βρίσκεται στό σῶμα ἤ ἐκτός τοῦ σώματος». Τότε ἀποκτᾶ «συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ του», ἀλλά «συγχρόνως λησμονεῖ τόν ἑαυτό του καί τόν κόσμο πλημμυ­ρισμένος ἀπό τή γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Βλέπει μέ τό πνεῦμα του τόν Ἀόρατο, Τόν ἀναπνέει καί βρίσκεται ὅλος ἐν Αὐτῷ».
.                                             Ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ γίνεται «ἔσωθεν» διά τῆς θεώσεως, γιατί τότε «ὁ ἄνθρωπος μένει στό φῶς καί ἐξομοιώνεται μέ τό φῶς πού βλέπει», «δέν βλέπει καί δέν αἰσθάνεται οὔτε τήν δική του ὑλικότητα οὔτε τήν ὑλικότητα τοῦ κόσμου». Ὁ Θεόπτης «δέν γνωρίζει οὔτε χῶρο οὔτε χρόνο οὔτε γέννηση οὔτε θάνατο οὔτε φῦλο οὔτε ἡλικία οὔτε κοινωνική ἤ ἱεραρχική θέση οὔτε ἄλλες συνθῆκες καί σχέσεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου». «Τό Θεῖο Φῶς θεωρεῖται ἀνεξάρτητα ἀπό συνθῆκες, καί στό σκοτάδι τῆς νύχτας καί στό φῶς τῆς ἡμέρας». Μερικές φορές ἡ ὅραση τοῦ θείου Φωτός γίνεται μέ τέτοιο τρόπο «ὥστε νά διατηρεῖται ἡ ἀντίληψη καί τοῦ σώματος καί τοῦ γύρω κόσμου». Τότε ὁ ἄνθρωπος «μπορεῖ νά μένει μέ τά μάτια ἀνοικτά καί συγχρόνως νά βλέπει δύο φῶτα, καί τό φυσικό καί τό Θεῖο Φῶς».
.                                             Τό φυσικό φῶς τοῦ ἡλίου ἤ τοῦ ἡλεκτρισμοῦ «προκαλεῖ τή γνωστή διέγερση τοῦ ὀπτικοῦ νεύρου, πού στήν συνέχεια μετα­βαίνει στήν ψυχολογική διαδικασία τῆς ὁράσεως», ἐνῶ «τό Θεῖο Φῶς εἶναι διαφορετικό κατά τή φύση του, εἶναι φῶς νοερό, φῶς πνευματικό, φῶς ἀγάπης, φῶς ζωῆς».
.                                             Ὁ χαρακτηρισμός τοῦ φωτός μπορεῖ νά δοθῆ καί σέ ἄλλες καταστάσεις, ὅπως, γιά παράδειγμα, «καί ἡ πίστη φῶς εἶναι, ἀλλά ἀνεπαρκές. Καί ἡ ἐλπίδα φῶς, ἀλλά ἀκόμη ἀτελές. Καί ἡ ἀγάπη φῶς, ἀλλά πλέον τέλειο». «Τό ἄκτιστο φῶς φέρει μέσα του τήν αἰώνια ζωή καί τήν πνοή τῆς Θείας ἀγάπης, μᾶλλον τό ἴδιο εἶναι καί ἡ αἰώνια ζωή καί ἡ Θεία ἀγάπη».
.                                             Ὑπάρχει καί ὁ λεγόμενος «γνόφος τῆς ἀπεκδύσεως» «ὅταν ἡ ψυχή τοῦ ἀσκητῆ βυθίζεται ἐσωτερικά», ὅταν «μέ τήν χρήση εἰδικῶν μεθόδων ἀπεκδύεται ἀπό κάθε παράσταση καί φαντασία τῶν ὁρατῶν πραγμάτων καί τῶν λοιπῶν συλλογισμῶν καί ἐν­νοιῶν, ὅταν “καθηλώνει” τό νοῦ καί τήν φαντασία». Σέ αὐτόν τόν «γνόφο τῆς ἀπεκδύσεως δέν βρίσκεται ἀκόμη ὁ Θεός. Ὁ Θεός ἐμφανίζεται ἐν τῷ Φωτί καί ὡς Φῶς καί εἰσάγει τόν ἄνθρωπο στό ἄδυτο Φῶς τῆς Θείας ὑπάρξεως» καί τότε καί τό σῶμα του ἀποκτᾶ χάρη μάρτυρος.

.                                             Ἡ διάκριση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου Φωτός, εἶναι τό χα­­ρα­κτηριστικό γνώρισμα τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας, πού γίνεται ἀπό ἐκεῖνον πού ἀπέκτησε πείρα τῆς θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φω­τός.

7. «Πνευματικές δοκιμασίες»

.                                             Ὅταν ὁ ἀσκητής δῆ τόν Θεό μέσα στό Φῶς, τότε βιώνει τό προ­σωπικό του Πάσχα, καί τήν προσωπική του Πεντηκοστή. Ἐπειδή, ὅμως, δέν μπορεῖ νά παραμείνη μόνιμα σέ αὐτήν τήν κατά­­σταση, δέχεται μιά «πνευματική δοκιμασία» ἀπό τήν λεγό­μενη «ἄρση τῆς Χάριτος», πράγμα πού τοῦ προκαλεῖ ἰδιαίτερο πόνο. Αὐτή ἡ ἄρση τῆς θείας Χάριτος «διαρκεῖ πολλά χρόνια». Τότε «ὁ Θεός μπορεῖ νά φανεῖ στήν ψυχή ἀνίλεως».
.                                             Τότε ὁ ἄνθρωπος «σάν τό πιό ἀνυπεράσπιστο ὄν αἰωρεῖται ἐπάνω ἀπό τή φοβερή ἄβυσσο καί ἐπικαλεῖται τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κανένας στε­ναγμός δέν εἰσακούεται. Ὁ Θεός φαίνεται σάν νά μήν ἐνδιαφέρεται καθόλου γιά τό πάθος του». Ὁ ἄνθρωπος «βυθίζεται στήν σκιά τοῦ θανάτου ὄχι φανταστικά, ἀλλά πραγματικά καί ὑποφέρει φρικτά, γιατί δέν βρίσκει κοντά του τόν Θεό, τόν Ὁποῖο ἐπικαλεῖται ἡμέρα καί νύχτα».
.                                             Σέ αὐτήν τήν ἐγκατάλειψη τοῦ ἀσκητοῦ ἀπό τόν Θεό «ἡ ψυχή κατεβαίνει στόν ἅδη, ὄχι ὅπως ἐκεῖνοι πού δέν γνώρισαν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὅσοι δέν ἔχουν μέσα τους τό φῶς τῆς ἀληθινῆς Θεογνωσίας καί συνεπῶς εἶναι τυφλοί. Ὄχι. Ἡ ψυχή κατεβαίνει ἐκεῖ ἱκανή νά κατανοήσει τό βαθύ σκοτάδι πού ἀντικρύζει».
.                                             Αὐτή ἡ κατάσταση γεννᾶ στόν ἄνθρωπο μεγάλη μετάνοια «ἀπευθύνεται πρός τόν Θεό μέ μεγάλο θρῆνο, μέ ὅλη τήν δύναμή του, μέ ὅλο τό εἶναι του καί ἔτσι μαθαίνει τήν προσευχή πού τόν ἀποσπᾶ ἀπό τόν κόσμο αὐτόν σέ ἕναν ἄλλο κόσμο, ὅπου ἀκούει ρήματα ἄρρητα γιά ἀνθρώπινη γλώσσα».
.                                             Αὐτές οἱ δοκιμασίες εἶναι ἄλλης καταστάσεως ἀπό τίς συνη­θισμένες δοκιμασίες πού αἰσθάνεται κανείς στόν ἀγώνα του ἐναν­τίον τῶν παθῶν, τῶν λογισμῶν καί τῆς φαντασίας. Εἶναι δοκιμα­σίες ἀπό τήν ἄρση τῆς θείας Χάριτος. «Καί ὅταν ἡ ψυχή περάσει ἀπό ὅλες αὐτές τίς βαρεῖς δοκιμασίες, διαβλέπει μέσα της ὅτι δέν ὑπάρχει στό κόσμο τόπος, πόνος, χαρά, δύναμη ἤ κτίσμα, πού θά μποροῦν νά τήν χωρίσουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί τό σκοτάδι ἀδυνατεῖ πιά νά καταβροχθίσει τό φῶς τῆς νέας ζωῆς πού ἔχει μέσα της».
.                                             Ὁ Θεός ἐπανέρχεται καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν αἴσθηση τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἔτσι, τήν πρώτη ὅραση τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖ ἡ ἄρση τῆς Χάριτος καί στήν συνέχεια ἐπανέρχεται ὁ Θεός καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν ἀδιατάρακτη αἴσθηση τῆς παρουσίας Του.
.                                             Στόν ἅγιο Σιλουανό σέ τέτοιες καταστάσεις ἄρσεως τῆς θείας Χάριτος, τοῦ ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Θεό τό: «Κράτα τόν νοῦ σου στόν ἅδη καί μή ἀπελπίζεσαι». Κατά τόν ἅγιο Σωφρόνιο ἐκείνη τήν νύκτα πού τοῦ ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Θεό αὐτή ἡ ἀλήθεια, στήν πραγματικότητα τοῦ ἀποκαλύφθηκε «τό μυστήριο τῆς πτώσεως καί τῆς λυτρώσεως καί ὅλη ἡ πνευματική πορεία τοῦ ἀνθρώπου».
.                                             Ὁ ἅγιος Σιλουανός στήν περίοδο τῆς ἄρσεως τῆς θείας Χά­ριτος γνώρισε τόν ἅδη, τό βαθύ σκοτάδι του, «γνώρισε πραγ­ματικά τήν κατάσταση τῶν βασάνων τοῦ ἅδη», ἀλλά συγχρόνως τοῦ ἀποκαλύφθηκε τό νά μήν ἀπελπίζεται. Ἔτσι, ἔκτοτε κρατοῦσε τόν νοῦ του στόν ἅδη, ἔχοντας ἐλπίδα στόν Θεό καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐκδίωκε κάθε πειρασμική κατά­σταση.
.                                             Μέ τόν τρόπο αὐτόν «μποροῦσε μέ μιά ὁρισμένη κίνηση τοῦ πνεύματός του» νά ἐπαναφέρη μέσα του «τό πραγματικό βίωμα τῶν κολάσεων τοῦ ἅδη», «ἄλλοτε σέ μεγαλύτερο καί ἄλλο­τε σέ μικρότερο βαθμό». «Καί ὅταν τό πῦρ τῶν κολάσεων τοῦ ἅδη προκαλοῦσε τήν ἐπιδιωκόμενη ἐνέργεια, δηλαδή φόνευε τόν ἐμπαθῆ λογισμό, τότε ἀντέτασσε στήν παμφάγο ἐνέργειά του τή σωτήρια ἐνέργεια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία ἐπίσης γνώρισε καί ἔφερε μέσα του». «Λίγοι μόνο μποροῦν νά ἀκολουθοῦν τόν τρόπο αὐτόν τῆς ἀσκήσεως».
.                                             Ἡ περιγραφή τῶν πνευματικῶν δοκιμασιῶν τοῦ Θεόπτου ἀσκητή μετά τήν ὅραση τοῦ ἀκτίστου Φωτός δείχνει ἕναν θεο­λόγο μεγάλου μεγέθους πού εἶναι δύσκολο νά βρεθοῦν μέτρα προσμετρήσεως τῆς πνευματικῆς αὐτῆς ἐμπει­ρίας καί τῆς ὁρά­σεως τοῦ Φωτός καί τῆς βιώσεως τοῦ ἅδου.

8. « Ἡ Χάρη καί ἡ δογματική συνείδηση»

.                                             Ὁ ἀσκητής μετά ἀπό μεγάλο ἀγώνα κατά τῶν παθῶν, ἀλλά καί ἀπό τίς ἐλεύσεις καί τίς ἀποκρύψεις τῆς θείας Χάριτος ἀποκτᾶ τήν λεγόμενη «δογματική συνείδηση». Ὅπως εἶναι κατανοητό ἀπό τά προηγούμενα ἡ «δογματική συνείδηση» δέν εἶναι μιά διανοητική γνώση τῶν δογμάτων τῆς πίστεως, ἀλλά μιά ἐσω­τερική πνευματική ἐμπει­ρία, πού προσφέρει ὁ Θεός στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.
.                                             Ὁ ὀρθόδοξος μοναχός αἰσθάνεται ὅτι ἡ θεία Χάρη ἀπό πλευρᾶς θεολογικῆς εἶναι «ἡ ἀγαθή δωρεά ἤ χάρισμα τῆς Θείας ἀγαθότητος», εἶναι «ἡ ἄκτιστη ὑπερκόσμια ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ὡς ἄκτιστη εἶναι “Θεότητα”». «Ὅταν ἡ Θεό­τητα εὐδοκήσει νά συνενωθεῖ μέ τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, τότε ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται μέσα του τήν παρουσία τῆς Θείας δυνά­μεως, πού τόν μεταμορφώνει, τόν κάνει θεοειδῆ ὄχι μόνον δυνά­μει, “κατ’ εἰκόνα”, ἀλλά καί ἐνεργείᾳ, “καθ’ ὁμοίωσιν”».
.                                             Ἡ ἀφομοίωση τῆς θείας Χάριτος, ὕστερα ἀπό πολλές ἐπι­σκέψεις καί ὁράσεις της, προσφέρει μιά «μορφή πνευματικῆς γνώσεως» καί αὐτό χαρακτηρίζεται ὡς «δογματική συνείδηση». Αὐτή ἡ «δογματική συνείδηση» «εἶναι καταστάλαγμα μακροχρόνιας πείρας τῆς Χάριτος καί ὄχι μιά διανοητική ἐργα­σία», εἶναι ἡ πνευματική γνώση πού συνδέεται μέ τήν «γνήσια ἐν τῷ Θεῷ ζωή» πού εἶναι δυνατή μόνο «ὅταν ἐνοικήσει ὁ Θεός μέσα μας».
.                                             Ἔτσι, καταλαβαίνουμε γιά τό ποιά εἶναι ἡ οὐσιώδης διαφορά μετα­ξύ στοχαστοῦ καί θεολόγου, μεταξύ φιλοσοφοῦντος αἱρε­τι­κοῦ καί ἐμπειρικοῦ θεολόγου Πατρός, μεταξύ «στοχαστικῆς ἀνα­λογίας» καί ἡσυχαστικῆς χαρι­σματικῆς θεολογίας, ἀλλά κατα­λα­βαίνουμε καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θεολόγησαν καί θεο­λογοῦν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στίς Οἰκουμενικές Συνό­δους. Χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ἡ «δογμα­τική συνείδηση».

9. «Ἡ διορατικότητα καί τά εἴδη της»

.                                             Ὁ ἀσκητής στήν πορεία τῆς πνευματικῆς του ζωῆς ἀποκτᾶ τό χάρισμα τῆς διορατικότητας πού ἔρχεται ἀπό τόν ἀγώνα του ἐναντίον τῶν λογισμῶν, τῆς φαντασίας καί τῶν παθῶν, ἀπό τήν ἐπήρεια τῶν δαιμόνων, ἀλλά καί ἀπό τήν ἔλευση τῆς θείας Χάριτος. Ἔτσι, «ὁ ἀσκητής συναντᾶται μέ τρία εἴδη διορατικό­τητας».
.                                             Τό πρῶτο εἶδος «εἶναι ἡ φυσική σέ ὁρισμένους ἀνθρώπους διαίσθηση, πού ἐκλεπτύνεται μέ τήν ἀσκητική ζωή». Αὐτό  μπο­ρεῖ νά φανῆ ὠφέλιμο γιά τόν  εὐσεβῆ καί ταπεινό ἄνθρωπο, ἀλλά βλάπτει τόν ὑπερήφανο καί ἐμπαθῆ ἄνθρωπο, γιατί τοῦ δίνει ἀφορμές γιά νά ἀναπτυχθοῦν τά πάθη. Τό δεύτερο εἶδος διορα­τικότητας «προέρχεται ἀπό δαιμονική ἐνέργεια» καί εἶναι ἐπι­κίνδυνο γιά ὅσους τό δέχονται, «γιατί ἀργά ἤ γρήγορα ὁδηγεῖ στήν ἀλγεινή διατάραξη ὅλων τῶν ψυχικῶν καί πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, παραμορφώνοντας φοβερά ἀκόμη καί τήν ἐξωτερική του ὄψη». Τό τρίτο εἶδος διορατικότητας εἶναι «δωρεά τῆς χάριτος» πού δέν δίνεται στόν ὑπερήφανο, ἀλλά αὐτό «συνδέεται μέ πολύ μεγάλη εὐθύνη καί εἶναι πηγή πολλῶν πνευ­ματικῶν θλίψεων γιά ὅποιον τό ἀξιώθηκε».
.                                             Καί τά τρία αὐτά εἴδη διορατικότητας «εἶναι αἰτία βασάνων» καί προκαλοῦν πόνο γιά διαφορετική αἰτία τό καθένα ἀπό αὐτά. Στό πρῶτο, δηλαδή «στή φυσική διαίσθηση» «ὁ πόνος ἐμφα­νίζεται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς μεγάλης λεπτότητας καί εὐαι­σθησίας τοῦ νευροψυχικοῦ συστήματος». Στό δεύτερο, «ὁ πόνος εἶναι συνακόλουθο τοῦ ἐν γένει καταστρεπτικοῦ χαρα­κτῆρα τῶν δαι­μονικῶν ἐνεργειῶν», πού φανερώνεται ὅταν περάσει πολύς χρόνος. Στό τρίτο, πού εἶναι «ἡ χαρισματική πνευματική διορατικότητα» εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ μέ τό ὁποῖο ἀποκα­λύπτονται τά βάθη τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, «δέν ἔχει καθόλου ψυχοπαθολικό χαρακτῆρα» καί «ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ εἶναι γεμάτη ἀγάπη καί βλέπει ὡς ἐπί τό πλεῖστον τήν ἀμορφία καί τήν ἀδοξία τοῦ ἀνθρώπου καί πονᾶ καί θλίβεται γι’ αὐτόν. Εἶναι πά­θος ἀγάπης». Ὅσοι ἔχουν αὐτό τό χάρισμα «δέν ἐπιδιώκουν ποτέ νά τό διατηρήσουν».
.                                             Αὐτό δείχνει τήν μεγάλη δωρεά τῆς ὑπάρξεως πνευματικῶν Πατέρων, ὑψηλῶν πνευματικῶν προδιαγραφῶν, ὅπως τούς καταρ­τίζει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι καθοδηγοῦν ἁπλανῶς τά πνευματικά τους παιδιά μέσα ἀπό ποικίλες πονηρές καταστάσεις  στήν θέωση καί «τήν ἄνω λαμπροφορία».

10. «Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς γιά ὅλο τόν κόσμο» καί «ἡ ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς».

.                                             Συνέπεια καί συνέχεια ὅλων τῶν ἀνωτέρω ὁ ἀσκητής πού πέρασε ἀπό αὐτές τίς καταστάσεις προσεύχεται γιά ὅλο τόν κόσμο. Βιώνοντας τήν «χριστοειδῆ ἀγάπη», μετέχοντας τῆς αἰωνιότητος στήν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἀλλά καί περνώ­ντας μέσα ἀπό τίς δοκιμασίες, καί μάλιστα τόν χαρισματικό πόνο τοῦ ἅδου, κατά φυσική συνέπεια ἀρχίζει νά προσεύχεται γιά ὅλον τόν κόσμο, κατά τό πρότυπο τοῦ Χριστοῦ.
.                                             Συνήθως «ἡ προσευχή γιά ὅλο τόν κόσμο, γιά ὅλο τόν Ἀδάμ, ὁδηγεῖ πολλές φορές στήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν εἰδική ὑπηρεσία πρός τούς ἀνθρώπους», γιατί ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτήν τήν κατάσταση δέν μπορεῖ νά συμβιβάση τήν προσευχή αὐτή μέ τήν ποιμαντική δράση στόν κόσμο, ὁπότε ἀποσύρεται στήν ἔρημο καί προσεύχεται μέρα καί νύκτα στόν Θεό γιά τούς ἀνθρώπους, ζῶν­τες καί κεκοιμημένους, γιά ὅλο τόν Ἀδάμ. Τό «νά προσεύχεσαι γιά τούς ἀνθρώπους σημαίνει νά χύνεις αἷμα».
.                                             Μιά τέτοια προσευχή τόν ὁδηγεῖ καί στήν ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς, γιατί αὐτή ἡ ἀγάπη εἶναι «τό κριτήριο τῆς γνήσιας κοινωνίας μέ τόν Θεό, τό γνώ­ρισμα τῆς ἐνεργείας τῆς χάριτος». Ἔτσι, ὁ ἡσυχαστής συμμετέχει στό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνα­στάσεως τοῦ Χριστοῦ.
.                                             Αὐτό δείχνει «τήν ὁδό τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ ἅγιος Σιλουανός ἔλεγε ὅτι «στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μᾶς δόθηκε ἡ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ἐπίγνωση τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ καί (Αὐτή)  εἶναι ἰσχυρή μέ τήν ἅγια σκέψη καί τήν ὑπομονή της». Καί ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἐπισημαίνει ὅτι «τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ πού γνωρίζει ἡ Ἐκκλησία ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ» πού θέλει «νά σωθοῦν οἱ πάντες». «Καί ἡ ὁδός πού πορεύεται ἡ Ἐκκλησία, γιά νά πετύχει τόν ἅγιο σκοπό Της, εἶναι ἡ ὑπομονή, δηλαδή ἡ θυσία».
.                                             Ἡ Ἐκκλησία κηρύσσει αὐτήν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ «καί καλεῖ ὅλους στό πλήρωμα τῆς θείας ζωῆς, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι δέν ἐννοοῦν τήν κλήση αὐτή καί τήν ἀπορρίπτουν». Ἔτσι, «ἡ Ἐκκλη­σία στέκεται στή μέση ὅλων τῶν ἐχθρικῶν δυνάμεων». Ἡ ὀργή πού ἔχουν οἱ ἄνθρωποι μέσα τους «ξεσπᾶ ἐναντίον της». «Καί ἡ Ἐκκλησία πού πραγματοποιεῖ τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς, δηλαδή τῆς σωτηρίας ὅλου τοῦ κόσμου, δέχεται συνειδητά ἐπάνω της τό βάρος τῆς γενικῆς ὀργῆς, ὅπως καί ὁ Χριστός σήκωσε ἐπάνω Του τίς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου». Ἔτσι, «καί ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀναπόφευκτα θά διωχθεῖ καί θά ὑποστῆ τό μαρτύριο». Αὐτό θά γίνη καί μέ τά πραγματικά παιδιά τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι οἱ ἅγιοι.
.                                             Πρέπει νά περάση κανείς ὅλες τίς προηγούμενες χαρισμα­τικές βαθμίδες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, γιά νά ἀποκτήση αὐτήν τήν καθαρή καί χαρισματική ἀγάπη γιά ὅλο τόν κόσμο καί πρός τούς ἐχθρούς, πράγμα πού δείχνει τό ἀποκορύφωμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἑνός μεγάλου ἐμπειρικοῦ θεολόγου καί Πατρός τῆς Ἐκκλη­σίας.
.                                             Τά δέκα αὐτά σημεῖα πού ἀνεφέρθησαν προηγουμένως, καί γιά τήν ἀνάλυσή τους χρησιμοποιήθηκαν τά ἴδια τά λόγια τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, δείχνουν τήν πορεία τοῦ ἀληθινοῦ ἀσκητοῦ καί ἡσυχαστοῦ, ἀλλά καί τοῦ ἀληθινοῦ Χριστιανοῦ μέ μετριώτερη μορφή καί ἀνάλογη προσαρμογή πρός τήν σωτηρία του. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὡς ἐνέργεια  εἰσέρχεται μέσα του καί ἀρχίζει νά ἐνεργῆ τό μυστήριο τῆς σωτηρίας, ἐνεργοποιεῖται τό κατ’ εἰκόνα πού εἶναι μέσα του καί στήν συνέχεια ἀνεβαίνει τίς βαθμίδες τοῦ πνευματικοῦ οὐρανίου θυσιαστηρίου.
.                                             Αὐτό σημαίνει ὅτι μέ τήν ἐνέργεια τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πού ἀπο­καλύπτεται στήν καρδιά, ὁ ἀσκητής καί ὁ Χριστιανός ἀνέρχεται τίς βαθμίδες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἤτοι: μέ τήν νήψη σταματᾶ τήν ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ· ἀγω­νίζεται ἐναντίον τῶν παθῶν, καί ἐναντίον τῆς φαντασίας· ἀσκεῖ τήν νοερά ἡσυχία καί τήν καθαρά προσευχή· ἄν ὁ Θεός θελήση ἀνέρχεται στήν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός· περνᾶ μέσα ἀπό τίς δοκιμασίες τῆς μειώσεως αὐτῆς τῆς μεγάλης θεοπτικῆς Χάριτος· ἀποκτᾶ τήν δογματική συνείδηση· μέ τό χάρισμα τῆς διορατι­κότητας ξεχωρίζει τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο, τό θεϊκό ἀπό τό δαιμονικό· καί στό τέλος προσεύχεται γιά ὅλο τόν κόσμο καί ἀγαπᾶ καί αὐτούς τούς ἐχθρούς του.
.                                             Αὐτή εἶναι «ἡ ὁδός τῆς Ἐκκλησίας», ἡ ὁδός τῆς ἁγιότητος, αὐτές εἶναι οἱ βαθμίδες πού ἀνεβαίνουν οἱ ἅγιοι. Καί βεβαίως αὐτές τίς βαθμίδες ἀνῆλθε προηγουμένως ὁ ἅγιος Σιλουανός καί στήν συνέχεια ὁ ἅγιος Σωφρόνιος. Ἔτσι, ὅσα ἀναφέρθησαν προη­γουμένως εἶναι ἀφ’ ἑνός μέν μιά θεολογική ἀνάλυση τῶν γραπτῶν τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δέ καί μιά αὐτο­βιογραφία τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Σωφρονίου.
.                                             Ὅλοι οἱ ἅγιοι ἔτσι ἔζησαν τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σαρακοστή, αὐτήν τήν ἔνδοξη πορεία πρός τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί στήν συνέχεια πρός τήν Πεντηκοστή.

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ Ο ΑΔΑΜ ΕΚΑΘΙΣΕ “ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ”;

«Γιατί ἐκάθισε ὁ Ἀδάμ ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου;»

Ἀπόσπασμα ὁμιλίας
τοῦ Μητροπολ. Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

 .                    «Ἐκάθισεν Ἀδὰμ τότε, καὶ ἔκλαυσεν ἀπέναντι τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου, χερσὶ τύπτων τὰς ὄψεις καὶ ἔλεγεν: Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα» (Οἶκος Ὄρθρου τῆς Κυριακῆς τῆς Τυροφάγου)
.                    «Ἐξορίζει ὁ Θεός τόν Ἀδάμ ἀπό τόν Παράδεισο, γιατί δέν μποροῦσε πλέον νά σταθεῖ ἐκεῖ. Καί μάλιστα ἐνέδυσεν αὐτόν μέ δερματίνους χιτῶνας. Τόν ἐφοδίασε μέ τά ἐφόδια ἐκεῖνα, τά ἀπαραίτητα, γιά νά κατοικεῖ στήν γῆ, μέ τήν ἐλαχίστη ἔστω συνείδηση τῆς ὑποστάσεώς του. Καί ἀκόμη, τό σπουδαιότερον, “κατῴκισεν αὐτὸν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου”. Δέν τόν ἀπομάκρυνε, ὁ Θεός, μακριά, νά μήν βλέπει τόν τόπον, ὅπου πρίν ἦταν τῆς τρυφῆς, τόν Παράδεισο. Ἀλλά “κατῴκισεν ἀπέναντι”, ἔναντι τοῦ Παραδείσου, γιά νά βλέπει τί ἔχασε, ἀλλά καί γιά νά ἔχει μέσα του τόν πόθο τοῦ παραδείσου. Αὐτό ἐκφράζει τήν πανανθρώπινη νοσταλγία τῆς κάθε ἀνθρώπινης ψυχῆς γιά τήν ἐπάνοδο στήν θεοκοινωνία στόν Παράδεισο τῆς θείας μακαριότητος.
.                    Γι’ αὐτό καί ὁ Ἀδάμ ὅταν εἶδε τόν Ἄγγελο νά κλείνει τήν θύρα τοῦ Παραδείσου, μεγάλως ἀναστέναξε καί εἶπε: “Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα” καί ἀκόμη βλέποντες τά φύλλα τῶν δένδρων τοῦ Κήπου τῆς Ἐδέμ εἶπε: “Συνάλγησον Παράδεισε καὶ τῷ ἤχῳ σου τῶν φύλλων, ἱκέτευσον τὸν Πλάστη”, δηλ. αὐτός ὁ ἦχος, πού κάνουν τά φύλλα τῶν δένδρων, ὡς ἄλλη ἱκεσία νά ἀκουστοῦν καί νά μέ συγχωρήσει καί ἐλεήσει, ὁ Θεός, ὥστε νά ἐπανέλθω καί νά ζῶ μαζί Του, ὅπως πρῶτα, πρίν τήν παρακοή μου.
.                    Oἱ Θεοφόροι Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, τῆς Ὀρθοδοξίας μας, θέσπισαν αὐτήν τήν Κυριακή, αὐτήν τήν ἀνάμνησιν, πάντα ταῦτα, νά ἐνθυμούμεθα καί νά μελετοῦμε βαθειά μέσα μας σ’ αὐτήν τήν περίοδο, πού ἤδη ξεκινᾶ, στόν προθάλαμο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, γιατί; Γιατί αὐτή ἡ χρονική ἐκκλησιαστική περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχήν περίοδος τῆς μετανοίας. Εἶναι ἡ περίοδος τῶν δακρύων, τῆς περισυλλογῆς, τῆς ἐγκρατείας, τῆς νηστείας, ὄχι μόνον ἀπό τίς τροφές, ἀλλά καί ἀπό τά ποικίλα πάθη.
.                    Εἶναι ἡ περίοδος τοῦ αὐτοελέγχου, τῆς ἐξομολογήσεως, ἡ περίοδος τῆς κατανύξεως, τῆς χαρμολύπης, τῆς ἐντόνου προσευχῆς καί ἱκεσίας καί δεήσεως. Ἀπό τούς Κατανυκτικούς Ἑσπερινούς μέχρι τό ὡραιότατο Μέγα Ἀπόδειπνο καί τίς Προηγιασμένες Θεῖες Λειτουργίες καί τούς Χαιρετισμούς εἰς τήν Παναγία Μητέρα μας. Δέν ὑπάρχει ὡραιοτέρα καί κατανυκτικοτέρα περίοδος ἀπό αὐτήν, τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
.                    Καί τό περιεχόμενόν της, ἐάν τό ἐξετάσουμε καί ἐμβαθύνουμε καί μελετήσουμε, ὅπως πρέπει, θά διαπιστώσουμε ὅτι ἐκεῖ εἶναι ἡ Φιλοσοφία καί ἡ Κοινωνιολογία καί ἡ Ψυχολογία καί ἡ Ἀνθρωπολογία τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὅλα ἐκεῖ περιέχονται. Ἐκεῖ θά καταλάβουμε τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποῖο τό μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ποία ἡ πτῶσις του καί ποιές οἱ δυνατότητες γιά τήν ἐπάνοδο στήν χαμένη πατρίδα.
.                    Ὅλοι μας, “ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν οὐδὲ συνετηρήσαμεν, οὐδὲ ἐποιήσαμεν καθὼς ἐνετείλω ἡμῖν”. Ἔφτασε ὁ καιρός τῆς μετανοίας. Τό στάδιον ἠνέωκται, εἶναι ἐνώπιόν μας. Καί ἄς σκεφθοῦμε πῶς μποροῦμε νά ἐπανέλθουμε καί πάλιν στόν Παράδεισο. Γιατί ὁ Παράδεισος εἶναι ἡ ἀληθινή ζωή. Ἡ ζωή εἶναι ὁ Θεός. Ἡ στέρηση τοῦ Θεοῦ, ὁ θάνατος».

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

 

, , ,

Σχολιάστε

ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΑΥΣΑΪΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ἀρξάμενος τοίνυν τῶν διηγήσεων οὐ τοὺς ἐν ταῖς πόλεσιν οὔτε τοὺς ἐν ταῖς κώμαις ἢ ἐρημίαις σοι καταλείψω ἀγνώστους τῷ λόγῳ. Οὐ γὰρ ὁ τόπος ἐστὶν ὁ ζητούμενος ἔνθα κατῴκησαν οὗτοι, ἀλλ᾿ ὁ τρόπος τῆς προαιρέσεως.

Περὶ Ἰσιδώρου

.                        Πρώτως πατήσας τὴν Ἀλεξανδρέων πόλιν ἐν τῇ δευτέρᾳ ὑπατείᾳ Θεοδοσίου τοῦ μεγάλου βασιλέως, ὃς νῦν ἐν ἀγγέλοις ὑπάρχει διὰ τὴν αὐτοῦ πίστιν εἰς τὸν Χριστόν, περιέτυχον ἐν τῇ πόλει ἀνδρὶ θαυμασίῳ παντόθεν κεκοσμημένῳ ἔν τε ἤθει καὶ γνώσει, Ἰσιδώρῳ πρεσβυτέρῳ ξενοδόχῳ ὄντι τῆς Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίας· ὃς τὰ μὲν πρῶτα τῆς νεότητος ἆθλα ἐλέγετο ἠνυκέναι ἐν τῇ ἐρήμῳ· οὗ καὶ τὴν κέλλαν ἐθεασάμην ἐν τῷ ὄρει τῷ τῆς Νιτρίας. Κατέλαβον δὲ τοῦτον ἐτῶν ἑβδομήκοντα γέροντα, ὃς ἐπιζήσας πεντεκαίδεκα ἔτη ἄλλα τελευτᾷ ἐν εἰρήνῃ. Οὗτος μέχρις αὐτῆς τῆς τελευτῆς οὐκ ὀθόνην ἐφόρεσεν ἐκτὸς φακιολίου, οὐ λουτροῦ ἥψατο, οὐ κρεῶν μετέλαβεν· ὃς ἔσχε τοιοῦτον τὸ σωμάτιον ὑπὸ τῆς χάριτος συγκροτούμενον, ὡς προσδοκῆσαι πάντας τοὺς ἀγνοοῦντας αὐτοῦ τὴν δίαιταν ὅτι ἐν τρυφῇ διάγει. Τούτου τὰς ἀρετὰς τῆς ψυχῆς ἐὰν θέλω διηγήσασθαι κατὰ μέρος ἐπιλείψει μοι ὁ χρόνος· ὃς τοσοῦτον ἦν φιλάνθρωπος καὶ εἰρηνικός, ὡς καὶ αὐτοὺς τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ τοὺς ἀπίστους αἰδεῖσθαι αὐτοῦ τὴν σκιὰν διὰ τὸ λίαν χρηστόν. Τοσαύτην δὲ ἔσχε γνῶσιν τῶν ἁγίων γραφῶν καὶ τῶν θείων δογμάτων, ὡς καὶ παρ᾿ αὐτὰ τὰ συμπόσια τῶν ἀδελφῶν ἐξίστασθαι τὴν διάνοιαν καὶ ἐνεάζειν· καὶ παρακαλούμενος διηγήσασθαι τὰ τῆς ἐκστάσεως, ἔλεγεν ὅτι «Ἀπεδήμησα τῇ διανοίᾳ, ἁρπαγεὶς ὑπὸ θεωρίας τινός». Ἔγνων κἀγὼ τοῦτον πολλάκις δακρύσαντα ἐπὶ τραπέζης, καὶ τὴν αἰτίαν πυθόμενος τῶν δακρύων ἤκουσα αὐτοῦ λέγοντος ὅτι «Αἰδοῦμαι μεταλαμβάνων ἀλόγου τροφῆς, λογικὸς ὑπάρχων καὶ ὀφείλων ἐν παραδείσῳ τρυφῆς διάγειν διὰ τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν παρὰ τοῦ Χριστοῦ ἐξουσίαν». Οὗτος γνώριμος ὢν τῇ κατὰ Ῥώμην συγκλήτῳ πάσῃ ταῖς τε γυναιξὶ τῶν μεγιστάνων, ὁπηνίκα σὺν Ἀθανασίῳ τῷ ἐπισκόπῳ ἀπεληλύθει τὸ πρῶτον, ἔπειπα σὺν Δημητρίῳ τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ περισσεύων πλούτῳ καὶ ἀφθονίᾳ χρειῶν, οὐ διαθήκην ἔγραψε τελευτῶν, οὐ νόμισμα καταλέλοιπεν, οὐ πρᾶγμα ταῖς ἰδίαις αὐτοῦ ἀδελφαῖς παρθένοις οὔσαις· ἀλλὰ παρέθετο αὐτὰς τῷ Χριστῷ λέγων· «Ὁ κτίσας ὑμᾶς οἰκονομήσει ὑμῶν τὴν ζωήν, ὡς κἀμέ». Ἦν δὲ σὺν ταῖς ἀδελφαῖς αὐτοῦ σύστημα παρθένων ἑβδομήκοντα. Οὗτος φοιτήσαντί μοι νέῳ ὄντι πρὸς αὐτὸν καὶ παρακαλοῦντι στοιχειωθῆναι ἐν τῷ μονήρει βίῳ, σφριγώσης ἔτι τῆς ἡλικίας καὶ λόγου μὴ δεομένης ἀλλὰ πόνων τῶν κατὰ σάρκα, ὡς καλὸς πωλοδάμνης ἐξήγαγέ με ἔξω τῆς πόλεως εἰς τὰ λεγόμενα ἐρημικὰ ἀπὸ σημείων πέντε.

, ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΕΝΑΡΞΕΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ (2021)

ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΕΝΑΡΞΕΙ
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ (2021)

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,
ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

* * *

Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,

.                         Εἰσερχόμεθα, εὐδοκίᾳ καί χάριτι τοῦ ἀγαθοδότου Θεοῦ, εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, εἰς τόν δόλιχον τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων. Ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία γνωρίζει τούς λαβυρίνθους τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί τόν μίτον τῆς Ἀριάδνης, τήν ὁδόν τῆς ἐξόδου ἀπό αὐτούς — τήν ταπείνωσιν, τήν μετάνοιαν, τήν δύναμιν τῆς προσευχῆς καί τῶν κατανυκτικῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν, τήν παθοκτόνον νηστείαν, τήν ὑπομονήν, τήν ὑπακοήν εἰς τόν κανόνα τῆς εὐσεβείας —, μᾶς καλεῖ καί ἐφέτος εἰς μίαν ἔνθεον πορείαν, μέτρον τῆς ὁποίας εἶναι ὁ Σταυρός καί ὁρίζων ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ.
.                         Ἡ προσκύνησις τοῦ Σταυροῦ, μεσούσης τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀποκαλύπτει τό νόημα τῆς ὅλης περιόδου. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ἠχεῖ καί συγκλονίζει: «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι … ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καθ᾿ ἡμέραν καί ἀκολουθήτω μοι». (Λουκ. θ’, 23). Καλούμεθα νά αἴρωμεν τόν ἰδικόν μας σταυρόν, ἀκολουθοῦντες τόν Κύριον καί ἀτενίζοντες τόν ζωηφόρον Σταυρόν Αὐτοῦ, ἐν ἐπιγνώσει ὅτι Κύριός ἐστιν ὁ σώζων καί ὄχι ἡ ἄρσις τοῦ ἡμετέρου σταυροῦ. Ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου εἶναι «ἡ κρίσις τῆς κρίσεώς μας», ἡ «κρίσις τοῦ κόσμου», καί συγχρόνως ἡ ὑπόσχεσις ὅτι τό κακόν, εἰς ὅλας τάς μορφάς του, δέν ἔχει τόν τελευταῖον λόγον εἰς τήν ἱστορίαν. Προσβλέποντες πρός τόν Χριστόν καί, ὑπό τήν σκέπην Αὐτοῦ ὡς τοῦ ἀγωνοθέτου, τοῦ εὐλογοῦντος καί κρατύνοντος τήν ἡμετέραν προσπάθειαν, ἀγωνιζόμεθα τόν καλόν ἀγῶνα, «ἐν παντί θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλύμενοι» (Β´ Κορ. δ´, 8-9). Αὐτή εἶναι ἡ βιωματική πεμπτουσία καί κατά τήν σταυροαναστάσιμον αὐτήν περίοδον. Πορευόμεθα πρός τήν Ἀνάστασιν διά τοῦ Σταυροῦ, διά τοῦ ὁποίου «ἦλθε χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ».
.                         Ἵσως τινές ἐξ ὑμῶν διερωτῶνται, διατί ἡ Ἐκκλησία, σοβούσης τῆς πανδημίας, προσθέτει εἰς τούς ἤδη ὑπάρχοντας ὑγειονομικούς περιορισμούς καί μίαν ἀκόμη «καραντίναν», αὐτήν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Πράγματι, καί ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι μία «καραντίνα», δηλαδή χρονική περίοδος διαρκείας τεσσαράκοντα ἡμερῶν. Ὡστόσον, ἡ Ἐκκλησία δέν ἔρχεται νά μᾶς ἐξουθενώσῃ ἔτι περαιτέρω μέ νέας ὑποχρεώσεις καί ἀπαγορεύσεις. Ἀντιθέτως, μᾶς προσκαλεῖ νά νοηματοδοτήσωμεν τήν καραντίναν πού βιώνομεν λόγῳ τοῦ κορωνοϊοῦ, μέσῳ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὡς ἀπελευθερώσεως ἀπό τόν ἐγκλωβισμόν εἰς τά τοῦ «κόσμου τούτου».
.                         Τό σημερινόν Εὐαγγελικόν ἀνάγνωσμα θέτει τούς ὅρους δι᾽ αὐτήν τήν ἀπελευθέρωσιν. Πρῶτος ὅρος εἶναι ἡ νηστεία, ὄχι μέ τήν ἔννοιαν τῆς ἀποχῆς μόνον ἀπό συγκεριμένας τροφάς, ἀλλά καί ἀπό τάς συνηθείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι μᾶς κρατοῦν προσκολλημένους εἰς τόν κόσμον. Ἡ ἀποχή αὐτή δέν συνιστᾷ ἔκφρασιν ἀπαξιώσεως τοῦ κόσμου, ἀλλά ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν ἐπαναπροσδιορισμοῦ τῆς σχέσεώς μας μέ αὐτόν καί βιώσεως τῆς μοναδικῆς εὐφροσύνης τῆς ἀνακαλύψεώς του ὡς πεδίου χριστιανικῆς μαρτυρίας. Διά τόν λόγον αὐτόν, καί εἰς τό στάδιον τῆς νηστείας, ἡ θέασις καί βίωσις τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν ἔχει πασχαλινόν χαρακτῆρα, γεῦσιν Ἀναστάσεως. Τό «σαρακοστιανό κλῖμα» δέν εἶναι καταθλιπτικόν, ἀλλά ἀτμόσφαιρα χαρᾶς. Αὐτήν τήν «χαράν τήν μεγάλην» εὐηγγελίσατο ὁ ἄγγελος «παντί τῷ λαῷ» κατά τήν Γέννησιν τοῦ Σωτῆρος (Λουκ. β΄, 10), αὐτή εἶναι ἡ ἀναφαίρετος καί «πεπληρωμένη χαρά» (Α´ Ἰωαν. α΄, 4) τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ὁ Χριστός εἶναι πάντοτε παρών εἰς τήν ζωήν μας, εὑρίσκεται πλησιέστερον εἰς ἡμᾶς ἀπό ὅσον ἡμεῖς εἰς τόν ἑαυτόν μας, πάσας τάς ἡμέρας, «ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη´, 20). Ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀκατάλυτος μαρτυρία περί τῆς ἐλθούσης Χάριτος καί περί τῆς ἐλπίδος τῆς Βασιλείας, τῆς πληρότητος τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Οἰκονομίας.
.                         Ἡ πίστις εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τήν φιλάνθρωπον συγκατάβασιν τοῦ Θεοῦ πρός ἡμᾶς, τό «Ναί» μέ ὅλην μας τήν ὕπαρξιν εἰς τόν «κλίναντα οὐρανούς καί καταβάντα», διά νά λυτρώσῃ τό ἀνθρώπινον γένος «ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἀλλοτρίου» καί νά μᾶς ἀνοίξῃ τήν ὁδόν τῆς κατά χάριν θεώσεως. Ἐκ τῆς δωρεᾶς τῆς Χάριτος πηγάζει καί τρέφεται ἡ θυσιαστική ἀγάπη πρός τόν πλησίον καί ἡ «φροντίς» διά τήν κτίσιν ὅλην. Ἐάν ἀπουσιάζῃ αὐτή ἡ φιλάδελφος ἀγάπη καί ἡ θεοτερπής μέριμνα διά τήν δημιουργίαν, τότε ὁ συνάνθρωπος καθίσταται ἡ «κόλασίς μου» καί ἡ κτίσις ἐγκαταλείπεται εἰς ἀλόγους δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι τήν μεταβάλλουν εἰς ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως καί εἰς περιβάλλον ἐχθρικόν διά τόν ἄνθρωπον.
.                         Ὁ δεύτερος ὅρος διά τήν ἀπελευθέρωσιν, τήν ὁποίαν ὑπόσχεται ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, εἶναι ἡ συγγνώμη. Λήθην τοῦ θείου ἐλέους καί τῆς ἀφάτου εὐεργεσίας, ἀθέτησιν τῆς Κυριακῆς ἐντολῆς, ὅπως καταστῶμεν τό «ἅλας τῆς γῆς» καί «τό φῶς τοῦ κόσμου» (Ματθ. ε´, 13-14), καί κακήν ἀλλοίωσιν τοῦ χριστιανικοῦ βιώματος, ἀποτελεῖ ἡ «κλειστή πνευματικότης», ἡ ὁποία ζῇ ἀπό τήν ἄρνησιν καί τήν ἀπόρριψιν τοῦ «ἄλλου» καί τοῦ κόσμου, νεκρώνει τήν ἀγάπην, τήν συγχώρησιν καί τήν ἀποδοχήν τοῦ διαφορετικοῦ. Αὐτήν τήν ἄγονον καί ὑπεροπτικήν στάσιν ζωῆς, ἀποδοκιμάζει μέ ἔμφασιν ὁ Εὐαγγελικός λόγος κατά τάς τρεῖς πρώτας Κυριακάς τοῦ Τριωδίου.
.                         Εἶναι γνωστόν ὅτι τοιαῦται ἀκρότητες παρουσιάζουν ἔξαρσιν ἰδιαιτέρως κατά τάς περιόδους, εἰς τάς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία καλεῖ τούς πιστούς εἰς πνευματικήν γυμνασίαν καί ἐγρήγορσιν. Ὅμως, ἡ γνησία πνευματική ζωή εἶναι ὁδός ἐσωτερικῆς ἀναγεννήσεως, ἔξοδος ἀπό τόν ἑαυτόν μας, ἀγαπητική κίνησις πρός τόν πλησίον. Δέν στηρίζεται εἰς σύνδρομα καθαρότητος καί ἀποκλεισμούς, ἀλλά εἶναι συγγνώμη καί διάκρισις, δοξολογία καί εὐχαριστία, κατά τήν ἐμπειρικήν σοφίαν τῆς ἀσκητικῆς παραδόσεως: «Οὐ τά βρώματα, ἀλλ᾿ ἡ γαστριμαργία κακή…, οὐδέ τό λέγειν, ἀλλ᾿ ἡ ἀργολογία…, οὐδέ ὁ κόσμος κακός, ἀλλά τά πάθη».
.                         Μέ αὐτήν τήν διάθεσιν καί τά αἰσθήματα, ἑνοῦντες τάς προσευχάς μας μαζί μέ ὅλους ἐσᾶς, ἀγαπητοί, διά τήν ὁριστικήν ὑπέρβασιν τῆς φονικῆς πανδημίας καί ταχεῖαν ἀντιμετώπισιν τῶν κοινωνικῶν καί οἰκονομικῶν συνεπειῶν της, καί ἐξαιτούμενοι τάς ἱκετηρίους ὑμῶν δεήσεις, διά τήν, πεντηκονταετίαν ὅλην μετά τήν ἄνωθεν, ὅλως ἀδίκως, ἐπιβληθεῖσαν σιωπήν, ἐπαναλειτουργίαν τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης, ὑποδεχόμεθα ἐν Ἐκκλησίᾳ τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, ᾄδοντες καί ψάλλοντες ὁμοθυμαδόν τό «Μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός», ᾯ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς ἀτελευτήτους αἰῶνας. Ἀμήν!

Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή ,βκα´

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

, ,

Σχολιάστε

H ΠΡΟEΛΕΥΣΗ, H ΦYΣΗ καὶ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ-2 «Οἱ Ὀρθόδοξοι Εἴμαστε “τυχεροὶ” ποὺ ἡ ἐπιβαλλομένη ἀπὸ τὸ κράτος καραντίνα ἐν μέρει συμπίπτει μὲ τὴν “ἱερὰ καραντίνα” τῆς Σαρακοστῆς»

Μέρος Α´ : H ΠΡΟEΛΕΥΣΗ, H ΦYΣΗ καὶ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ-1 (Καταχρηστικοὶ παραλληλισμοὶ καὶ ἀκραῖες θεωρίες) «Μία ἐκκλησία δὲν εἶναι ἕνας μαγικὸς τόπος, ἀπόλυτα προστατευμένος ἀπὸ τὸν περιβάλλοντα κόσμο, ὅπου κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κολλήσει»

Μέρος Γ´: H ΠΡΟEΛΕΥΣΗ, H ΦYΣΗ καὶ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ-3

, , ,

Σχολιάστε

ΥΜΝΟΙ ΜΕΓ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς 2020

Λόγος Κατηχητήριος
ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς (2020)

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,
ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

* * *

.                       Εὐχαριστήριον ὕμνον ἀναπέμποντες τῷ Θεῷ τῆς ἀγάπης, εἰσερχόμεθα καί πάλιν εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, εἰς τό στάδιον τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων, τῆς νηστείας καί τῆς ἐγκρατείας, τῆς νήψεως καί τῆς πνευματικῆς ἐγρηγόρσεως, τῆς φυλακῆς τῶν αἰσθήσεων καί τῆς προσευχῆς, τῆς ταπεινώσεως καί τῆς αὐτογνωσίας. Ἄρχεται ἡ νέα εὐλογημένη προσκυνηματική πορεία πρός τό Ἅγιον Πάσχα, τό ὁποῖον «ἤνοιξεν ἡμῖν παραδείσου τάς πύλας». Ἐν Ἐκκλησίᾳ καί ὡς Ἐκκλησία, ἀτενίζοντες τόν Ἀναστάντα Κύριον τῆς δόξης, συμπορευόμεθα ἅπαντες εἰς τήν ὁδόν τῆς κατά χάριν θεώσεως, τήν ὁδηγοῦσαν πρός τά ὑπερουράνια ἀγαθά, «ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α´ Κορ. β´, 9).
.                       Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὅπου τελεσιουργεῖται «τό ἀεί μυστήριον» τῆς Θείας Οἰκονομίας, τά πάντα ἔχουν ἄσειστον θεολογικόν θεμέλιον καί ἀκραιφνῆ σωτηριολογικήν ἀναφοράν. Ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ καί ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι οἱ πυλῶνες τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Πορευόμεθα πρός τόν αἰώνιον ἡμῶν προορισμόν, μέσα εἰς τήν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ «ἀεί ὑπέρ ἡμῶν», δέν εἶναι μία «ἀνωτέρα δύναμις», κεκλεισμένη εἰς τήν ὑπερβατικότητα καί τό μεγαλεῖον τῆς παντοδυναμίας καί τῆς ἁγιότητός της, ἀλλά «ὁ ἡμετέραν μορφήν ἀναλαβών» προαιώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διά νά καλέσῃ τήν ἀνθρωπότητα εἰς τήν κοινωνίαν τῆς ἁγιότητός Του, εἰς τήν ἀληθῆ ἐλευθερίαν. Ὁ ἐξ ἀρχῆς «ἐλευθερίᾳ τετιμημένος» ἄνθρωπος, καλεῖται νά ἀποδεχθῇ ἐλευθέρως τήν θείαν ταύτην δωρεάν. Εἰς τό θεανδρικόν μυστήριον τῆς σωτηρίας, ἡ συνεργία τοῦ ἀνθρώπου λειτουργεῖ καί ὡς μαρτυρία ἐν τῷ κόσμῳ περί τῆς βιωθείσης εὐεργεσίας -«τί δέ ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες;» (Α´ Κορ. δ´, 7)- διά τῆς «οὐ ζητούσης τά ἑαυτῆς» ἀγάπης πρός τόν «ἀδελφόν».
.                     Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι κατ᾿ ἐξοχήν καιρός βιώσεως αὐτῆς τῆς Χριστοδωρήτου ἐλευθερίας. Ἡ νηστεία καί ἡ ἄσκησις δέν εἶναι ἔξωθεν ἐπιβληθεῖσα πειθαρχία καί ἑτερονομία, ἀλλά ἑκούσιος σεβασμός τῆς ἐκκλησιαστικῆς πρακτικῆς, ὑπακοή εἰς τήν Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ νεκρόν γράμμα, ἀλλά παρουσίαν ζῶσαν καί ζωοποιόν, διαχρονικήν ἔκφρασιν τῆς ἑνότητος, τῆς ἁγιότητος, τῆς καθολικότητος καί τῆς ἀποστολικότητος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ γλῶσσα τῆς θεολογίας καί τῆς ὑμνολογίας ἀναφέρεται εἰς τό «χαροποιόν πένθος» καί εἰς τό «ἔαρ τῆς νηστείας». Ὁ γνήσιος ἀσκητισμός εἶναι πάντοτε χαροποιός, ἐαρινός καί φωτεινός. Δέν γνωρίζει δυϊσμούς καί διχασμούς, δέν ὑποτιμᾷ τήν ζωήν καί τόν κόσμον. Ἡ «καταθλιπτική ἄσκησις», ἡ ὁποία ὀδηγεῖ εἰς «ἀποξήρανσιν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως», οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μέ τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπου ἡ ἀσκητική ζωή καί ἡ πνευματικότης διαποτίζονται ἀπό ἀναστάσιμον εὐφροσύνην. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, ἡ νηστεία καί ἡ ἄσκησις ἐμπεριέχουν μίαν ἐναλλακτικήν πρότασιν ζωῆς ἀπέναντι εἰς τόν ὑποσχόμενον ψευδεῖς παραδείσους εὐδαιμονισμόν καί εἰς τόν μηδενιστικόν πεσιμισμόν.
.                       Οὐσιῶδες στοιχεῖον τῆς ὀρθοδόξου ἀσκητικῆς πνευματικότητος εἶναι καί ὁ κοινωνικός χαρακτήρ της. Ὁ Θεός τῆς πίστεώς μας εἶναι «ὁ πιό κοινωνικός Θεός», «Θεός σχέσεων». Προσφυέστατα ἐλέχθη ὅτι ἡ Ἁγία Τριάς εἶναι «ἡ ἄρνησις τῆς μοναξιᾶς». Ἡ ἐξατομίκευσις τῆς σωτηρίας καί τῆς εὐσεβείας, ἡ μετατροπή τῆς ἀσκήσεως εἰς ἀτομικόν κατόρθωμα, ἀγνοοῦν τήν τριαδοκεντρικήν ὑφήν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος. Ὅταν νηστεύωμεν διά τόν ἑαυτόν μας καί κατά τό ἰδικόν μας μέτρον, τότε ἡ νηστεία δέν ἐκφράζει τό πνεῦμα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Ἡ πνευματικότης εἶναι ζείδωρος παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖον εἶναι πάντοτε «πνεῦμα κοινωνίας». Ἡ γνησία ὀρθόδοξος πνευματική ζωή ἀναφέρεται πάντοτε εἰς τήν ἐκκλησιαστικοποίησιν τῆς ὑπάρξεώς μας καί ὄχι εἰς μίαν «πνευματικήν αὐτοπραγμάτωσιν».
.                       Στοιχοῦντες τῇ ἀφιερώσει τοῦ τρέχοντος ἔτος ὑπό τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας εἰς «τόν ποιμαντικόν ἀνακαινισμόν καί τήν ὀφειλετικήν μέριμναν διά τήν νεολαίαν», καλοῦμεν τούς ὀρθοδόξους νέους καί τάς νέας νά συμμετάσχουν εἰς τούς πνευματικούς ἀγῶνας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, διά νά βιώσουν τό ἀνθρωπολογικόν βάθος καί τό ἀπελευθερωτικόν πνεῦμα της, νά κατανοήσουν ὅτι ὁ ὀρθόδοξος ἀσκητισμός εἶναι ὁδός ἐλευθερίας καί ὑπαρξιακῆς ὁλοκληρώσεως ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς εὐλογημένης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, πυρήν τῆς ὁποίας εἶναι τό «ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ». Ἡ ὀρθόδοξος νεότης καλεῖται νά ἀνακαλύψῃ τόν ὁλιστικόν χαρακτῆρα τῆς νηστείας, ἡ ὁποία εἰς τό Τριώδιον ὑμνεῖται ὡς «πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή», ὡς «τροφή ψυχῆς», ὡς «μήτηρ τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων καί πασῶν τῶν ἀρετῶν». Δέν εἶναι ἁπλῶς ἀποχή ἀπό καθωρισμένας τροφάς, ἀλλά ἀγών κατά τῆς φιλαυτίας καί τῆς αὐταρεσκείας, εὐαισθησία διά τόν πάσχοντα συνάνθρωπον καί ἔμπρακτος βοήθεια πρός αὐτόν, εὐχαριστιακή χρῆσις τῆς δημιουργίας, ὑπαρξιακή πληρότης, κοινωνία ζωῆς καί ἀλληλεγγύη. Ἡ ἄσκησις, ἡ νηστεία, ἡ προσευχή, ἡ ταπείνωσις ἀναδίδουν τό ἄρωμα καί τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως, ἀπό τήν ὁποίαν ἀντλοῦν νόημα καί κατεύθυνσιν. Αὐτή, ὡς ἡ πεμπτουσία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί τοῦ ἐσχατολογικοῦ προσανατολισμοῦ της, συνδέει ἀρρήκτως τήν ζωήν τῆς ἀσκήσεως μέ τήν Θείαν Εὐχαριστίαν, τό μυστήριον τῆς προγεύσεως τῆς ἀνεκλαλήτου χαρᾶς τῆς Βασιλείας τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό γεγονός ὅτι εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡ Θεία Εὐχαριστία διετηρήθη ὡς κέντρον τῆς ζωῆς της, συνδέεται μέ τό ὅτι ἡ Ἀνάστασις εἶναι τό θεμέλιον τῆς πίστεώς της καί ὁ φωτεινός ὁρίζων τῆς ἀσκητικῆς πνευματικότητος καί τῆς καλῆς μαρτυρίας ἐν τῷ κόσμῳ.
.                       Μέ αὐτάς τάς σκέψεις, ἐπικαλούμεθα ἐν ταπεινώσει τό ἔλεος καί τήν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, διά νά διατρέξωμεν εὐσεβοφρόνως τόν δόλιχον τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, νά φθάσωμεν τό σωτήριον Πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καί, δοξάζοντες τήν ἄφατον Αὐτοῦ μακροθυμίαν, νά λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει τῆς λαμπροφόρου Ἐγέρσεως Αὐτοῦ, τῆς ἀγαγούσης ἡμᾶς ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ἄληκτον Ζωήν.

Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, βκ´

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

 

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

, ,

Σχολιάστε

ΑΣΚΗΣΗ καὶ ΙΕΡΑΡΧΙΑ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἄσκηση καὶ ἱεραρχία 

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ἀπομαγνητοφωνημένη Ὁμιλία κατά τόν Ἑσπερινό τῆς Συγχωρήσεως,
στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Δημητρίου Ναυπάκτου,
10 Μαρτίου 2019

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

[…]

.             Ἐφέτος ἔχουμε καθιερώσει νά ἀσχοληθοῦμε μέ τό θέμα τῆς ἀσκήσεως, γιά τό τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἄσκηση μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ὁ καθένας θά ἀναπτύσση μέ τόν δικό του τρόπο μιά ἰδιαίτερη πλευρά τοῦ θέματος αὐτοῦ.
.             Αὐτό εἶναι πάρα πολύ σημαντικό νά λέγεται, διότι τίποτα δέν γίνεται ἀπροϋποθέτως μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅπως καί γενικότερα ὅ,τι κάνει κανείς στήν ζωή του χρειάζεται νά ὑπάρχη προϋπόθεση. Γιά νά ἀποκτήση κανείς τήν ἀνθρώπινη γνώση καί σπουδή προϋπόθεση εἶναι ὁ ἀγώνας, ἡ ἄσκηση, ἡ προσπάθεια τήν ὁποία θά καταβάλη, προκειμένου νά ἀποκτήση τήν ἀνθρώπινη γνώση. Αὐτό ἀκριβῶς γίνεται καί μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Τίποτα δέν γίνεται ἀπροϋποθέτως. Εἶναι ἡ ἀνάγκη αὐτό νά λέγεται σήμερα γιατί, ὅσο περνᾶ ὁ καιρός τόσο καί περισσότερο ἀκούγονται διάφοροι πού ὁμιλοῦν καί κηρύττουν μέσα στήν Ἐκκλησία ἐν ὀνόματι τῶν Ἐπισκόπων, ἐν ὀνόματι γενικότερα τοῦ Χριστοῦ, καί ἰσχυρίζονται ἀπόψεις πού εἶναι ἀκατανόητες καί ἀπαράδεκτες ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως. Ὁμιλοῦν, γιά παράδειγμα, γιά τήν χαρά, ὁμιλοῦν γιά τόν γάμο, ὁμιλοῦν γιά τήν χριστιανική ζωή, ὁμιλοῦν γιά τήν θεία Λειτουργία, γιά τήν θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά αὐτό τό κάνουν ἐντελῶς συναισθηματικά καί ἀνθρώπινα, ἐντελῶς ἐξωτερικά. Ὅμως δέν μπορεῖ νά ὁμιλῆ κανείς γιά τά θέματα αὐτά παραθεωρώντας τήν ἄσκηση. Ἄρα ἡ ἄσκηση εἶναι ἀπαραίτητη μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας.Τό θέμα, τό ὁποῖο μέ μεγάλη συντομία θά παρουσιάσω στήν ἀγάπη σας σήμερα, ἔχει ἀνακοινωθῆ, εἶναι: «Ἄσκηση καί ἱεραρχία».

1.Τί εἶναι ἡ ἄσκηση

.             Ὁμιλώντας γιά ἄσκηση ἐννοοῦμε τήν γυμναστική, τήν ἐκγύμναση τῆς λογικῆς καί τοῦ σώματος καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο γιά ὅλους. Γιά παράδειγμα, ὁ ἀθλητής γιά νά ἐπιτύχη τά μεγάλα ρεκόρ, πρέπει νά κάνη πολύ μεγάλη ἄσκηση καί γυμναστική, νά ἀσκῆται ἐπί πολλές ὧρες τήν ἡμέρα. Καί ἄν θέλη νά συμμετάσχη στούς Ὀλυμπιακούς Ἀγῶνες, τότε χρειάζεται ὁπωσδήποτε ὀκτώ ὧρες τήν ἡμέρα νά γυμνάζεται κάτω ἀπό τήν καθοδήγηση ἑνός ἱκανοῦ καί πεπειραμένου προπονητοῦ.
.             Ὁ στρατιώτης προκειμένου νά ἐπιτύχη στόν ἀγώνα τόν ὁποῖο κάνει καί νά ἐπιφέρη καρπούς καί ἀποτελέσματα, γιά νά διατηρήση τήν ἀκεραιότητα τῆς πατρίδας μας, πρέπει καί ἐκεῖνος νά ἀσκῆται καθημερινῶς μέ τά γυμνάσια, ὥστε νά ἀποκτήση τήν ἱκανότητα νά ἀντιμετωπίση τά προβλήματα πού θά ἀνακύψουν.
.             Ὁ ἐπιστήμονας προκειμένου νά ἀποκτήση τήν ἀνθρώπινη γνώση, καί κυρίως ὁ ἐρευνητής, πρέπει νά παραμείνη πολλές ὧρες στά ἐργαστήρια, γιά νά κάνη ἔρευνα πού θά βοηθήση τούς ἀνθρώπους καί θά τούς ἀπαλλάξη ἀπό κάποιες ἀσθένειες, πού ἔρχονται στήν ζωή μας.
.             Ἔτσι ἀκριβῶς καί ὁ Χριστιανός πρέπει νά ἀσκῆται. Τό βλέπουμε αὐτό διάχυτα μέσα στήν Ἁγία Γραφή καί σέ ὅλη τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐάν δέ καί ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐάν μή νομίμως ἀθλήσῃ» (Β΄ Τιμ. β΄, 5). Ἐδῶ πρόκειται περί πνευματικῆς ἀθλήσεως. Καί ἀναφέρει παραδείγματα ἀπό τόν ἀθλητή, ὁ ὁποῖος πρέπει νά ἀγωνιστῆ νομίμως γιά νά ἀνταποκριθῆ στό ἔργο τό ὁποῖο ἐπιτελεῖ.
.             Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε στούς Ἀποστόλους: «Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καί ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμέ ἀθετεῖ» (Λουκ. ι΄, 16). Ἐκεῖνος πού ἀκούει ἐσᾶς, δηλαδή αὐτά πού θά διδάσκετε, ἐκεῖνος ἀκούει ἐμένα, καί ἐκεῖνος πού ἀθετεῖ ἐσᾶς, θά ἀθετήση ἐμένα. «Ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε» (Ἰω. ιδ΄, 15). Αὐτή εἶναι μία καθημερινή ἄσκηση τήν ὁποία κάνουμε, γιά νά τηροῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας.
.             Ὁπότε, ὅταν μιλᾶμε γιά ἄσκηση, ἐννοοῦμε τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε μπροστά μας τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος μᾶς φανέρωσε τήν ἀλήθεια, εἶναι τό πρότυπό μας, εἶναι τό ἀρχέτυπο τῆς δημιουργίας μας, εἶναι ἐκεῖνος πού μᾶς ἀναδημιούργησε, ὁ Ὁποῖος ἐνηνθρώπησε, μᾶς ἔδωσε ἐντολές τί πρέπει νά κάνουμε καί πῶς πρέπει νά ἐφαρμόσουμε αὐτές τίς ἐντολές. Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἄσκηση μέσα στήν Ἐκκλησία μας.

2. Τί εἶναι ἡ ἱεραρχία

.             Ἡ λέξη ἡ ἱεραρχία σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μία διαβάθμιση, μία ἱεράρχηση τῶν ἔργων τά ὁποῖα ἐπιτελοῦμε, μία ἱεράρχηση τῶν διαφόρων ἀξιῶν καί κατηγοριῶν. Παντοῦ σέ ὅλα τά στρώματα της κοινωνίας ὑπάρχει μία ἱεράρχηση, ὅπως καί στόν στρατό ὑπάρχουν οἱ ἀξιωματικοί μέ διάφορους βαθμούς, καί οἱ στρατιῶτες. Ἄρα λέμε ὅτι στόν στρατό ὑπάρχει μία ἱεραρχία, δέν μπορεῖ κανείς νά κάνη ὅ,τι θέλει. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια, λοιπόν, ἡ ἱεραρχία εἶναι μία διαβαθμισμένη ὀργάνωση, ἡ ὁποία δομεῖται σέ ἀνώτερους καί κατώτερους στρατιωτικούς. Αὐτό σημαίνει ἱεραρχία.
.             Συνήθως σήμερα ὅταν μιλᾶμε γιά ἱεραρχία στήν Ἐκκλησία, ὁ νοῦς μας πηγαίνει στήν συνάντηση ὅλων τῶν Μητροπολιτῶν πού γίνεται, γιά νά λύσουν διάφορα θέματα, ἡ σύγκληση τῆς Ἱεραρχίας, ἀλλά δέν εἶναι μόνο αὐτό ἱεραρχία, εἶναι αὐτό πού εἶπα προηγουμένως, ἡ διαβάθμιση τῆς κλίμακος πού δομεῖται σέ ἀνώτερους καί κατώτερους.
Φυσικά θά ὁμιλήσω στήν συνέχεια γιά τήν ἱεραρχία, ἔχοντας ὑπ’ ὄψη μου αὐτά πού ἔγραψε ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ μεγάλος αὐτός ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὁποῖος, μεταξύ τῶν ἄλλων ἔργων, ἔχει γράψει καί δύο κείμενα πού τά τιτλοφορεῖ τό ἕνα «περί οὐρανίου ἱεραρχίας», πού παρουσιάζει τήν ἱεραρχία πού ὑπάρχει στόν οὐράνιο κόσμο, τούς ἀγγέλους, καί τό ἄλλο «περί ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας», ὅτι δηλαδή καί μέσα στήν Ἐκκλησία ὑπάρχει μία ἱεραρχία.
.             Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ὅταν μιλᾶ γιά τήν ἱεραρχία, λέγει ὅτι ἱεραρχία εἶναι μία ἱερή πολιτεία, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ἱεραρχικῶς καί θεαρχικῶς. Πρῶτα-πρῶτα λετουργεῖ ἱεραρχικῶς, δηλαδή ὑπάρχει μία διαβάθμιση, αὐτό πού εἶπα προηγουμένως. Στήν οὐράνια ἱεραρχία ὑπάγονται οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἀρχάγγελοι, καί στήν ἐκκλησιαστική ἱεραρχία εἶναι ἡ διάκριση μεταξύ τῶν πιστῶν καί τῶν Κληρικῶν. Κάτω ἀπό τούς κληρικούς εἶναι οἱ πιστοί τῆς Ἐκκλησίας σέ διάφορες κατηγορίες, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καθαίρονται, φωτίζονται καί τελειοῦνται. Καί κάτω ἀπό τούς πιστούς ὑπάρχουν οἱ τάξεις τῶν κατηχουμένων.
.             Ὑπάρχει, δηλαδή, μία ἱεραρχία, εἶναι ἡ ἱερά πολιτεία, τό «θεῖο κάστρο», τό ὁποῖο λειτουργεῖ ἱεραρχικῶς, ἀλλά ταυτόχρονα λειτουργεῖ καί θεαρχικῶς. Θεαρχικῶς σημαίνει ὅτι εἶναι ὁ Θεός ὁ ὁποῖος ἔβαλε αὐτήν τήν τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία, φυσικά ἀνάλογα μέ τό πῶς ἀνταποκρίνονται καί οἱ ἄνθρωποι στήν ἐνέργειά Του.
.             Ἄρα ὁ Θεός ὁ ἴδιος εἶναι ἡ θεαρχία, εἶναι ἡ ἀρχή τῆς θεώσεως ὅλων ἐκείνων πού εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία καί ἀνταποκρίνονται σέ αὐτό τό ἔργο. Ὁ Θεός, λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, εἶναι τό «θεοπρεπές κάλλος», εἶναι ἡ θεοπρέπεια, εἶναι ἡ ὀμορφιά αὐτή πού «μεταδίδει ἀπό τό φῶς του σέ κάθε ὄν κατά τήν ἀξία του».
.             Νά σκεφθῆτε τόν ἥλιο, ὁ ὁποῖος ἔχει τήν λάμψη, τήν ὀμορφιά του καί στέλνει τίς ἀκτίνες του καί ὁ καθένας κατά ἀναλογία παίρνει τό φῶς ἀπό τόν ἥλιο. Στήν ἐκκλησιαστική, ὅμως, ἱεραρχία ὁ Θεός εἶναι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καί ἔχει τό «θεοπρεπές κάλλος».

3. Τά «μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως»

.             Ἀπό τά προηγούμενα φαίνεται ὅτι ἱεραρχία εἶναι «μιά εἰκόνα τῆς θεαρχικῆς ὡραιότητος, ἡ ὁποία (θεαρχική ὡραιότητα) τελεῖ τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεώς της καί τά τελεῖ μέ ἱεραρχικές τάξεις καί μέ ἐπιστῆμες».
.             Ἐδῶ ἔχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία αὐτή ἡ φράση τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ὅτι ἡ ἱεραρχία εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς θεαρχικῆς ὡραιότητος ἡ ὁποία τελεῖ τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεώς της.
.             Σήμερα ἐμεῖς μιλοῦμε γιά μυστήρια καί ἐννοοῦμε τήν Βάπτιση, τό Χρίσμα, τήν θεία Εὐχαριστία, τόν γάμο, τήν ἱερωσύνη κλπ. Βεβαίως, αὐτά εἶναι τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μέ τά ὁποῖα μεταδίδεται ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους. Ὅμως, ὁ ἅγιος Διονύσιος προχωρεῖ βαθύτερα καί λέγει ὅτι μέσα στήν ἐκκλησιαστική ἱεραρχία ὑπάρχουν «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως», ἐπί τῇ βάσει τῶν ὁποίων γίνονται τά ἄλλα μυστήρια μέσα στήν Ἐκκλησία. Καί αὐτά «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως», δηλαδή τά μυστήρια τοῦ φωτός, αὐτά γίνονται μέ τίς ἱεραρχικές τάξεις καί τίς ἐπιστῆμες.
.             Τί εἶναι αὐτή ἡ ἱεραρχική τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία; Εἶναι φυσική καταγωγή; Φυσικά ὄχι. Ποιές εἶναι οἱ τάξεις μέσα στήν Ἐκκλησία;
.             Λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ὅτι «τάξη ἱεραρχίας εἶναι ἄλλοι νά καθαίρωνται καί ἄλλοι νά καθαίρουν», εἶναι ἐκεῖνοι πού καθαρίζονται καί ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιτετραμμένοι στό νά καθαρίζουν. «Ἄλλοι νά φωτίζωνται καί ἄλλοι νά φωτίζουν, ἄλλοι νά τελειώνωνται καί ἄλλοι νά τελειώνουν» αὐτούς πού ἐπιδέχονται τήν τελείωση.
.             Φαίνεται καθαρά ὅτι τά μυστήρια γιά τά ὁποῖα κάνει λόγο ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης εἶναι «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως», τά μυστήρια τά ὁποῖα ἐνεργεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καί δημιουργεῖ τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση. Αὐτή εἶναι ἡ ἱεραρχική τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία.
.             Ἔτσι, αὐτά «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως» μέσα στήν Ἐκκλησία γίνονται ὄχι μόνον μέ τίς ἱεραρχικές τάξεις, ἀλλά καί μέ τήν ἐπιστήμη. Ὅταν ὁ ἅγιος Διονύσιος κάνει λόγο γιά «ἐπιστήμη», ἐννοεῖ τήν γνώση καί ὄχι τήν γνώση τήν διανοητική, ἀλλά ἐννοεῖ τήν πνευματική γνώση, ἀλλά συγχρόνως ἐννοεῖ καί τήν ἄσκηση. Ὅταν μιλᾶμε γιά ἐπιστήμη εἶναι καί ἡ γνώση καί ἡ ἄσκηση, προκειμένου νά ἐπιτύχη κανείς τήν ἐπιστήμη.
.             Συνεπῶς, αὐτή εἶναι ἡ ἱεραρχία. Ὁ Θεός εἶναι τό «θεοπρεπές κάλλος», ἡ ὀμορφιά, ὁ ἄκτιστος ἥλιος πού στέλλει τίς ἀκτίνες του καί ἐμεῖς φωτιζόμαστε καί λαμβάνουμε αὐτήν τήν Χάρη καί τόν φωτισμό.

4. Ἱεραρχία καί ἐνανθρώπηση

.             Αὐτή ἡ ἱεραρχία συνδέεται καί μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἔχουμε τόν ἥλιο πού φωτίζει τούς πλανῆτες ἀνάλογα μέ τήν δυνατότητα πού ἔχει κάθε ἕνας ἀπό αὐτούς καί ἔχουμε καί τόν ἄκτιστο ἥλιο, τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος.
.             Φαντάζεστε κάποτε ὁ αἰσθητός ἥλιος πού φωτίζει ὅλο τό πλανητικό μας σύστημα νά μετακινηθῆ καί νά ἔλθη μέσα στήν γῆ, νά ἔλθη μέσα στό σπίτι μας; Φοβερό! Καί ὅμως ὁ ἄκτιστος ἥλιος, δηλαδή ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί ἔγινε ὁ ἄνθρωπος. Αὐτήν τήν ἐνανθρώπηση ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης τήν ὀνομάζει «θεοπλαστία». Δηλαδή, «θεοπλαστία», εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ὁποία ὁ Θεός θέωσε τήν ἀνθρώπινη φύση καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν δυνατότητα καί ἐκεῖνος νά θεωθῆ, νά ἁγιασθῆ. Μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μόνον ἄνθρωπος, ἀλλά εἶναι ὑπέρ τούς ἀνθρώπους καί κατά τούς ἀνθρώπους, ἐπειδή ἔχει τήν ἀνθρώπινη φύση καί εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχήν φιλάνθρωπος, ὄχι ἁπλῶς ἄνθρωπος, ἀλλά φιλάνθρωπος.
.             Καί ὁ Χριστός, λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ἀσκεῖ στήν ἱεραρχία μία καινούργια ἐνέργεια. Πρίν τήν ἐνανθρώπηση ὁ Θεός φώτιζε ὅλον τόν κόσμο, τώρα ὅμως μέ τήν ἐνανθρώπηση ἀσκεῖ μία καινούργια ἐνέργεια καί αὐτήν τήν ἐνεργεια τήν ὀνομάζει «θεανδρική ἐνέργεια», ὄχι ὅμως μέ τήν ἔννοια ὅτι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔχει μόνο μία ἐνέργεια, ἐνῶ ἔχει δύο φύσεις.
.             Ἄν διαβάση κανείς τά συμφραζόμενα, θά δῆ ὅτι ἡ «θεανδρική ἐνέργεια» εἶναι μία καινούργια ἐνέργεια μέσα ἀπό τήν ἴδια τήν θεαρχία. Δηλαδή, τώρα ἡ θεαρχία δέν εἶναι ἔξω ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά εἰσέρχεται μέσα στόν κόσμο, μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί προσφέρει αὐτήν τήν ἐνέργεια καί τόν φωτισμό σέ ὅλη τήν κτίση, ἰδιαίτερα στούς ἀνθρώπους.
Αὐτή, λοιπόν, εἶναι ἡ ἱεραρχία κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη.

5. Τί κάνει ἡ ἱεραρχία μέ τά «μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως»

.             Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης λέγει ὅτι ἡ ἱεραρχία «καθιστᾶ τούς θιασῶτες του θεῖα ἀγάλματα». Ὅταν κάνουμε λόγο γιά ἀγάλματα, ἐννοοῦμε κάτι τό ὁποῖο μᾶς προκαλεῖ ἀγαλλίαση, χαρά, τό βλέπουμε καί χαιρόμαστε, ἀγαλλόμαστε, ὁπότε αὐτό πού μᾶς προξενεῖ τήν ἀγαλλίαση λέγεται ἄγαλμα. Λέγει, λοιπόν, ὁ ἅγιος: «Καθιστᾶ τούς θιασῶτες του θεῖα ἀγάλματα», δηλαδή τούς φωτίζει καί γίνονται καί ἐκεῖνοι ἀντικείμενα ἀγαλλιάσεως, τούς καθιστᾶ «πεντακάθαρους καί ἀκηλίδωτους καθρέπτες», γίνονται καθρέπτες πεντακάθαροι καί ἀκηλίδωτοι, ὁπότε ὅταν φωτίζονται, γίνονται ὁλόλαμπροι. Ἔτσι, καθιστᾶ τούς θια-σῶστες του πεντακάθαρους καθρέπτες «δεκτικούς τῆς ἀρχίφωτης καί θεαρχικῆς ἀκτίνας πού γεμίζουν οἱ ἴδιοι ἀπό τήν ἱερά αἴγλη πού τούς δίνεται καί τήν ἀντανακλοῦν ἀφθόνως στούς ἑπομένους σύμφωνα μέ τούς ἱερούς θεσμούς».
.             Ὑπάρχει τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία, ὁπότε ἕνας δέχεται τίς ἀκτίνες τῆς θεαρχίας, τίς ἀκτίνες τοῦ Θεοῦ, εἶναι λαμπρότατος καθρέπτης, ἄγαλμα θεῖο, καί ἐφ’ ὅσον εἶναι καθρέπτης ἱερότατος, στήν συνέχεια μεταδίδει αὐτήν τήν αἴγλη καί τήν ὀμορφιά καί στήν ἑπόμενη τάξη. Ἔτσι, θεώνει τούς μέν, ἐκεῖνοι μεταδίδουν σέ αὐτούς πού εἶναι στόν φωτισμό καί αὐτοί πού εἶναι στόν φωτισμό μεταδίδουν αὐτήν τήν χάρη, ἐνέργεια καί ἀγλαΐα, σέ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι καθαρίζονται καί εἶναι στήν τάξη τῶν καθαιρομένων.
.             Βλέπετε, λοιπόν ποιά εἶναι τά μυστήρια μέσα στήν Ἐκκλησία. Τά πραγματικά μυστήρια εἶναι αὐτά πού προκαλεῖ ἡ Θεαρχία, δηλαδή ὁ ἴδιος ὁ Θεός πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς θεώσεως καί ἐκπέμπει αὐτές τίς ἀκτίνες καί ἀνάλογα μέ τήν κατάσταση στήν ὁποία βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος ἐλλάμπεται καί μετά ἀκτινοβολεῖ αὐτήν τήν ἔλλαμψη καί στούς ἄλλους.

6. Ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας

.             Στό σημεῖο αὐτό θέλω νά συνδέσω τήν ἱεραρχία μέ τήν ἄσκηση. Ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας; Γιατί ὑπάρχει αὐτή ἡ ἱεραρχία;
Λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης: «Οὗτος ἐστίν τῆς καθ’ ἡμᾶς ἱεραρχίας σκοπός», δηλαδή αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς δικῆς μας ἱεραρχίας. Ποιός; «Ἡ πρός Θεόν ἡμῶν, ὡς ἐφικτόν, ἀφομοίωσίς τε καί ἕνωσις». Ὁ σκοπός τῆς δικῆς μας ἱεραρχίας εἶναι, κατά τό ἐφικτόν, ὅπως εἶναι δυνατόν, ἡ ἀφομοίωση μέ τόν Θεό καί ἡ ἕνωση μέ τόν Θεό. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας.
.             Καί πῶς ἐπιτυγχάνεται καί πραγματοποιεῖται αὐτός ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας; «Ταύτης δέ ὡς τά θεῖα διδάσκει Λόγια», πού εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή, Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, «ταῖς τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν ἀγαπήσεσι καί ἱερουργίαις μόνως τευξόμεθα».
.             Πρέπει νά γίνη μιά μικρή ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ χωρίου πού εἶναι καταπληκτικό.
.             Ὅποιος διαβάζει τά ἔργα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί μάλιστα τό πῶς ἀντικρούει τόν Βαρλαάμ, θά δῆ ὅτι χρησιμοποιεῖ πολλές φορές αὐτό τό χωρίο τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, γιατί ἤθελε νά πῆ στόν Βαρλαάμ ὅτι δέν εἶναι ἡ φιλοσοφία ἐκείνη πού ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο. Ὁ Βαρλαάμ ἰσχυριζόταν ὅτι οἱ φιλόσοφοι ἔχουν τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ἀποκτοῦν μέ τήν φιλοσοφία. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει ὅτι δέν εἶναι οἱ φιλόσοφοι πού ἀποκτοῦν τήν ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά αὐτοί πού μετέχουν τῶν θείων, αὐτοί πού τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ.
.             Μάλιστα, ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὅταν ἀναφέρεται σέ αὐτό τό χωρίο, χρησιμοποιεῖ μία παραπομπή ἀπό τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ πού λέγει ὅτι ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν λόγο μου, «καί ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ἰω. ιδ΄, 23). Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν λόγο μου, καί τηρεῖ τίς ἐντολές μου, ἐκεῖνος θά ἀγαπηθῆ ἀπό τόν Πατέρα μου καί θά ἔλθουμε μαζί μέ τόν Πατέρα μου καί τό Ἅγιο Πνεῦμα καί θά μείνουμε μέσα του.
.             Ἄρα, λοιπόν, ἐδῶ φαίνεται ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἱεραρχίας ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία Ἐκκλησία ζῆ καί βιώνει τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ ἱεραρχικῶς καί θεαρχικῶς. Ποιός, λοιπόν, εἶναι ὁ σκοπός τῆς Ἱεραρχίας; Τό ἐπαναλαμβάνω: «Ταύτης (τῆς ἑνώσεως μέ τόν Θεό) ὡς τά θεῖα διδάσκει Λόγια, ταῖς τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις μόνως τευξόμεθα».
.             Ἐδῶ κάνει λόγο γιά τό πῶς κανείς ἁγιάζεται. Καί πρῶτα ἀναφέρει τό «μόνως», πού εἶναι ὁ μοναδικός τρόπος, ἡ ἀποκλειστικότητα, ἀποκλειστικά καί μόνο. Καί ποιός εἶναι αὐτός ὁ τρόπος; Ἡ τήρηση τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἐδῶ ὁμιλεῖ γιά τίς «σεβασμιώτατες ἐντολές», πού σημαίνει ἔχει ἀπόλυτο σεβασμό στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ.
.             Ἀλλά πῶς θά τηροῦμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ; Λέγει «ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις», μέ τό νά ἀγαπᾶμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ὄχι νά τό κάνουμε βαρετά, ἀλλά νά ἀγαπᾶμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί νά ἱερουργοῦμε, μέ μία ἔννοια νά ἀφήνουμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ νά ἱερουργοῦν μέσα μας. Γιατί οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ ἔχουν ἐνέργεια καί ὅταν κανείς τηρῆ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, τότε λαμβάνει τήν ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ καί αὐτή ἡ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἰσέρχεται μέσα μας καί μᾶς ἁγιάζει, ὅταν κάνουμε ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί λέμε: «Τό θέλει ὁ Θεός νά τό κάνω ἔτσι;», «ὅ,τι πεῖ ὁ Θεός».
.             Ὅταν τό κάνουμε αὐτό, δέν εἶναι ὅτι ἁπλῶς ἐφαρμόζουμε κάτι ἐξωτερικό, ἀλλά εἰσέρχεται μέσα στήν ὕπαρξή μας ἡ ἐνέργεια τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτή εἶναι ἡ ἄσκηση. Αὐτή εἶναι ἡ χριστιανική ἐπιστήμη, κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη.
.             Ὅταν λέμε ἐντολές τοῦ Θεοῦ, τί ἐννοοῦμε; Μᾶς λέγει ὁ Χριστός τί πρέπει νά κάνουμε στήν καθημερινή μας ζωή, τί ἀγώνα πρέπει νά κάνουμε. Διαβάζουμε τίς ἐντολές Του καί μᾶς λένε: «μήν κάνεις ἐκεῖνο ἤ νά κάνης τό ἄλλο». «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεό σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί τῆς ἰσχύος καί τόν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν». Μέσα σέ αὐτά τά δύο εἶναι ὅλες οἱ ἐντολές, ἡ ἀγάπη στόν Θεό καί ἡ ἀγάπη στόν ἀδελφό, ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου.
.             Ὑπάρχουν καί ἄλλες ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Αὐτό εἶναι ἐντολή τοῦ Χριστοῦ καί ὅταν βαπτίζεται κανείς, τότε κάνει ὑπακοή στόν Χριστό. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε στούς Μαθητές Του: «Μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν» (Ματθ. κη΄, 19-20). Βλέπετε, χρησιμοποιεῖ δύο λέξεις: «Βαπτίζοντες καί διδάσκοντες». Εἶναι τό Βάπτισμα καί ἡ διδασκαλία. Ὅταν, λοιπόν, οἱ γονεῖς φέρνουν τό παιδί τους στήν Ἐκκλησία νά τό βαπτίσουν, τότε ὑπακούουν στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ.
.             Ἐντολή τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Δέν εἶναι ἁπλῶς οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ ἠθικά παραγγέλματα, ἀλλά ἐντολή τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὅταν ὁ Χριστός τέλεσε τόν Μυστικό Δεῖπνο εἶπε στούς Μαθητές Του: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. Ὁσάκις γάρ ἄν ἐσθίετε τόν ἄρτον τοῦτον καί τό ποτήριον τοῦτο πίνητε, τόν ἐμόν θάνατον καταγγέλλετε καί τήν ἐμήν ἀνάστασιν ὁμολογεῖτε». Εἶπε, λοιπόν, στούς Μαθητές Του νά τελοῦν συνεχῶς τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.
.             Ἔτσι, ἡ τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἐντολή τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι ἄλλο οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί ἄλλο τά Μυστήρια. Καί κάθε φορά πού τελοῦμε τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἐμεῖς οἱ Κληρικοί, κάνουμε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ. Καί κάθε φορά πού ἔρχεστε ἐσεῖς στήν θεία Εὐχαριστία, κάνετε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ. Καί ὅταν κοινωνοῦμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, κατόπιν προετοιμασίας, κάνουμε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ καί εἰσέρχεται ἡ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ μέσα μας.
.             Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Σημαίνουν ὅτι τό μεγάλο μυστήριο μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία λειτουργεῖ ὡς ἱεραρχία καί δέχεται τήν Θεαρχία, τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Χριστοῦ πού ἔγινε ἄνθρωπος. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο μυστήριο. Τό μεγάλο μυστήριο εἶναι αὐτό πού καθαρίζει τόν ἄνθρωπο, πού τόν φωτίζει καί τόν θεώνει. Αὐτά εἶναι «τά μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως». Καί αὐτό γίνεται καί μέ τήν ὑπακοή στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ στήν καθημερινή ζωή μας, καί μέ τήν προσευχή, γιατί ὁ Χριστός μᾶς εἶπε νά προσευχόμαστε, ἀλλά καί νά συμμετέχουμε στήν θεία Εὐχαριστία.
.             Ἑπομένως, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, γιά νά ὁλοκληρώσω τό σύντομο αὐτό κήρυγμα, θέλω νά πῶ ὅτι ἄσκηση δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Καί ἡ ἄσκηση αὐτή γίνεται ζώντας μέσα στήν Ἐκκλησία ἱεραρχικῶς, φωτιζόμενοι μέ τήν θεία ἐνέργεια καί μέ τήν δική μας συνέργεια, ἀλλά καί θεαρχικῶς. Καί βασικά, ὅταν τηρῆ κανείς μέ ἀγάπη -«ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις»- τίς σεβασμιώτατες ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, τότε ἁγιάζεται, μετέχει τοῦ Θεοῦ καί σώζεται μεσα στήν Ἐκκλησία.
.             Μακάρι αὐτή τήν κατανυκτική περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς νά μᾶς δώση ὁ Θεός νά καταλάβουμε τό φῶς πού ἔχει ἡ Ἐκκλησία, νά καταλάβουμε αὐτά τά μεγάλα «μυστήρια τῆς ἐλλάμψεως» καί νά μετέχουμε σέ αὐτά καί κυρίως νά ἐπιτυγχάνουμε τήν σωτηρία μας «ταῖς τῶν σεβασμιωτάτων ἐντολῶν ἀγαπήσεσιν καί ἱερουργίαις». Αὐτός εἶναι ὁ συνδυασμός ἀσκήσεως καί ἱεραρχίας. Εὔχομαι καλή καί εὐλογημένη Σαρακοστή.

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΑΡΧΗ ΠΝEΥΜΑΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ

Ἀρχὴ πνευματικῶν ἀγώνων

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.             Ἀνοίγουν οἱ πύλες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Εἶναι ἡ πιὸ κατανυκτική, ἡ πιὸ πνευματική, ἡ πιὸ ὡραία περίοδος τοῦ ἔτους.
.             Καλούμαστε πιὸ σοβαρά, πιὸ ὑπεύθυνα, πιὸ ὥριμα νὰ δοῦμε τὸ σπουδαῖο θέμα τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς μας καὶ νὰ προετοιμασθοῦμε γιὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, γιὰ ἕναν ἀληθινὸ καὶ πνευματικὸ ἑορτασμό.
.             Ἕνας ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ συγ­κεκριμένα τὸ δοξαστικὸ τῶν αἴνων τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς ἀρχίζει μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Ἔφθασε καιρός, ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή…». Λίγο πρὶν οἱ ὕμνοι μᾶς παρουσίασαν τὴ Μεγάλη Τεσσαρα­κοστὴ ὡς στάδιο ἀρετῶν, στὸ ὁποῖο ὅσοι θέλουν μποροῦν νὰ εἰσέλθουν καὶ ν᾿ ἀγωνισθοῦν. Καὶ τώρα μᾶς λέει ὁ ὑμνωδὸς πὼς ἔφθασε ὁ καιρὸς γιὰ ν᾿ ἀρχίσουν οἱ πνευματικοὶ ἀγῶνες, τὰ πνευματικὰ ἀθλήματα.
.             Μιὰ ἀπορία κυριαρχεῖ στὸ ἐσωτερικό μας: Τώρα ξεκινοῦν οἱ πνευματικοὶ ἀγῶνες; Σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ ὁ πιστὸς δὲν καλεῖται ν᾿ ἀγωνίζεται; Γιατί ἄραγε ἡ Ἐκ­κλησία μᾶς καλεῖ τώρα σὲ ἀρχὴ πνευματικῶν ἀγώνων;
.          Ἀσφαλῶς ὁ πιστὸς Χριστιανὸς ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ βαπτίζεται, μπαίνει μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀρχίζει ν᾿ ἀγωνίζεται· καὶ ἀ­γωνίζεται σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς του. Λέει χαρακτηριστικὰ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ὥστε ὅσον καιρὸ βρισκόμαστε σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο, εἶναι ἀνάγκη νὰ παλεύουμε, καὶ ὅταν βρισκόμαστε στὸ σπίτι καὶ ὅταν πηγαίνουμε στὴν ἀγορὰ καὶ ὅταν τρῶμε καὶ ὅταν εἴμαστε ἄρρωστοι καὶ ὅταν εἴμαστε ὑγιεῖς» (ΕΠΕ 5, 240).
.             Καλεῖται λοιπὸν ὁ καθένας μας νὰ βαδίσει τὸν δύσκολο καὶ ἀνηφορικὸ δρόμο, νὰ περάσει μέσα ἀπὸ τὴ «στενὴ πύλη» καὶ τὴν «τεθλιμμένη ὁδό», νὰ σηκώσει τὸν σταυρό του «καθ᾿ ἡμέραν» (Ματθ. ζ΄ 14, Λουκ. θ΄ 23) καὶ ν᾿ ἀγωνίζεται ἐναντίον τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους, νὰ παλεύει μὲ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ καὶ νὰ περιφρονεῖ τὸ φρόνημα τοῦ κόσμου.
.             Ὁ ἀγώνας αὐτὸς ἔχει καὶ τὶς στιγμὲς τῆς ἀδυναμίας, κατὰ τὶς ὁποῖες ἡ ψυχὴ λυγίζει, χαλαρώνει, κάποιες φορὲς ἀποπροσ­ανατολίζεται, ἀναστατώνεται μπροστὰ στὶς πολυποίκιλες παγίδες τοῦ πονηροῦ καὶ σταματᾶ. Χρειάζεται τότε μιὰ καινούργια ἀρχή, ἕνα νέο ξεκίνημα.
.             Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι ὁ κατάλληλος καιρὸς γιὰ μιὰ τέτοια ἀρχή. Διότι τὴν περίοδο αὐτὴ ὅλα βοηθοῦν ὥστε ἡ ψυχὴ νὰ ξεκινήσει πιὸ ἐντατικά, πιὸ συστηματικά. Νὰ ξεκινήσει καὶ πάλι αὐτὸν τὸν ἀγώνα καὶ ν᾿ ἀνεβεῖ πνευματικά. Νὰ θέσει στόχους συγκεκριμένους ποὺ θέλει νὰ ἐπιτύχει μὲ τὶς κατάλληλες συμβουλὲς τοῦ Πνευματικοῦ της καὶ νὰ προχωρήσει.
.             Ἔπειτα βοηθᾶ ἡ νηστεία τῆς περιόδου αὐτῆς, νηστεία στὰ ὑλικὰ καὶ στὰ πνευματικά. Ἡ προσπάθειά μας νὰ ἐγκρατευθοῦμε σὲ ὅλα μᾶς κάνει προσεκτικότερους στὸν ἑαυτό μας, εὐάρεστους στὸν Θεό.
.             Τὸ κατὰ Χριστὸν πένθος γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, χωρὶς ὅμως ἀπογοήτευση ἀλλὰ μὲ τὴν ἐλπίδα μας πάντοτε στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, μᾶς βοηθᾶ νὰ φθάσουμε στὴν ἀληθινὴ μετάνοια.
.             Ἀκόμη οἱ πολλὲς καὶ ποικίλες ἱερὲς Ἀκολουθίες μὲ τοὺς κατανυκτικοὺς ὕμνους, ἀλλὰ καὶ τὰ Ἀναγνώσματα μὲ τὰ πλούσια καὶ δυνατὰ μηνύματά τους μᾶς ἀνεβάζουν ψηλότερα. Ἡ σκέψη πὼς ὅλη ἡ Ἐκκλησία, ὅλοι οἱ πιστοί, βρίσκονται σὲ ἀγώνα αὐτὴ τὴν περίοδο «μιᾷ ψυχῇ συναθλοῦντες» (Φιλιπ. α΄ 27), ἐνισχύει τὸν ἀγώνα μας. Ἕνας πνευματικὸς συναγερμὸς ἔχει ξεσηκώσει ὅλους. Αὐτὴ ἡ πνευματικὴ συνάθληση παρακινεῖ καὶ τοὺς πιὸ νωθροὺς κάτι νὰ κάνουν, κάτι νὰ προσφέρουν στὸν προσωπικό τους ἀγώνα.
.            Ἔφθασε λοιπὸν ὁ καιρὸς γιὰ νὰ γίνει «ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή». «Πρὸ τῶν ἐπάθλων ἀθλεῖν», πρὶν ἀπὸ τὰ βραβεῖα ἀπαιτεῖται ἀγώνας (ΕΠΕ 25, 126), θὰ μᾶς ὑπενθυμίσει τὸ χρυσὸ στόμα τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «οὗτος ὁ τῶν σκαμμάτων καιρὸς καὶ τῶν ἀγώνων, ἐκεῖνος δὲ τῶν στεφάνων καὶ τῶν βραβείων» (ΕΠΕ 5, 178).
.             Τὴν εὐκαιρία αὐτὴ ὅλοι μας ἂς τὴν ἐκμεταλλευθοῦμε γιὰ νὰ κάνουμε ἕνα βῆμα μπροστὰ καὶ ἕνα ἅλμα στὴν πνευματικὴ ζωή, γιὰ νὰ φθάσουμε λαμπροφόροι στὴν Ἀνάσταση ποὺ προσμένουμε!

 

Σχολιάστε