Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀρχιμ. Σωφρόνιος Σαχάρωφ

«Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ (Σαχάρωφ), ὅπως τὸν γνώρισα»

Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, ὅπως τόν γνώρισα
τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Προδημοσίευση ἑνός κεφαλαίου ἀπό τό νέο βιβλίο μέ τίτλο
«Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, ὁ ἁγιορείτης καί ἡσυχαστής»,
περίπου 550 σελίδων μεγάλου μεγέθους πού θά κυκλοφορήση λίαν προσεχῶς.

*

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                 Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶναι ἀπό τούς ἀνθρώπους ἐκείνους γιά τούς ὁποίους μπορεῖ κανείς νά ὁμιλῆ γιά πολλά χρόνια. Ἀπό τότε πού εἶχα τήν μεγάλη εὐλογία ἀπό τόν Θεό νά τόν γνωρίσω, ὁμιλοῦσα καί ἔγραφα γι’ αὐτόν, καί διάφορα κείμενά μου δημοσιεύθηκαν σέ βιβλία μου. Μέ ἐπηρέασε πολύ στήν θεολογική καί ἱερατική μου ζωή. Ἀλλά πέρα ἀπό τά κατά καιρούς ἄρθρα ἔγραψα ἕνα βιβλίο μέ τίτλο Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ, στό ὁποῖο προσπάθησα νά περιγράψω τήν προσωπικότητά του καί τόν προφορικό του λόγο. Ὅμως, ἡ μορφή του εἶναι ἀνεξάντλητη καί δέν μπορῶ νά ἰσχυρισθῶ ὅτι παρουσίασα στήν ὁλότητα τόν ἅγιο Σωφρόνιο, τήν θεολογία καί τήν ζωή του μέ κάποια κείμενα πού ἔγραψα ἕως τώρα.
.                 Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὁμιλοῦσε συνεχῶς γιά τό πρόσωπο – ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου καί ὅλη ἡ θεολογία του ὑφαινόταν γύρω ἀπό αὐτό τό σπουδαῖο θέμα. Καί αὐτό συνδέεται μέ τό γεγονός ὅτι ὁ ἴδιος, ὕστερα ἀπό μιά ἀναζήτηση τοῦ ἀπρόσωπου Θεοῦ στήν ἰνδουϊστική φιλοσοφία, συνάντησε τόν Θεό στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, μέσα στό ἄκτιστο Φῶς, εἶδε ὅτι ὁ Θεός εἶναι πρόσωπο καί ἔτσι τό θέμα αὐτό κατέχει κεντρικό ρόλο στήν θεολογία του.
.                 Στήν παροῦσα συνάντηση θά προσπαθήσω νά παρουσιάσω μερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς ζωῆς του, ἡ ὁποία εἶχε μεταμορφωθῆ ἀπό τήν εὐπρεπεστάτη ἀλλοίωση τοῦ Θεοῦ.

1. Θεολόγος καί Πατέρας

.                 Κατά τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, θεολόγος εἶναι ἐκεῖνος πού γνώρισε ἐμπειρικά τόν Θεό, καί στήν συνέχεια ὁμιλεῖ γι’ Αὐτόν. Στήν κατηγορία αὐτή ἀνήκουν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅλοι οἱ Θεόπτες, πού λέγονται θεούμενοι. Κατά τόν  ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, θεολόγοι εἶναι ὅσοι ἔδωσαν ἐξετάσεις καί πέρασαν στήν θεωρία – θέα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως καθαρίσθηκαν στήν ψυχή καί τήν καρδία, ἤ τό μετριώτατον ὅσοι καθαίρονται. Οἱ ἄλλοι, πού γνωρίζουν τόν Θεό ἀπό τήν φαντασία τους καί τούς στοχασμούς τους, εἶναι «αὐτοχειροτόνητοι θεολόγοι».
.                 Ἐπίσης, Πατέρας, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι ἐκεῖνος πού γεννᾶ πνευματικά παιδιά. Ὁ ἴδιος εἶπε στούς Κορινθίους: «Ἐάν γάρ μυρίους παιδαγωγούς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ οὐ πολλούς πατέρας∙ ἐν γάρ Χριστῷ Ἰησοῦ διά τοῦ εὐαγγελίου ἐγώ ὑμᾶς ἐγέννησα» (Α΄ Κορ. δ΄ 15).
.                 Ἡ θεολογία συνδέεται στενά μέ τήν πνευματική πατρότητα, καί δέν νοεῖται τό ἕνα ἀνεξάρτητο ἀπό τό ἄλλο. Ὅποιος εἶναι θεολόγος, μέ τήν πατερική ἔννοια τοῦ ὅρου πού ἤδη προσδιορίσθηκε, γίνεται πόλος ἕλξεως πολλῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀναγεννῶνται ἀπό τόν θεολογικό του λόγο καί ἔτσι αὐτός γίνεται πνευματικός τους πατέρας.
.                 Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὑπάγεται σέ αὐτήν τήν κατηγορία τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως φαίνεται στά κείμενά του, εἶδε πολλές φορές στήν ζωή του τό ἄκτιστο Φῶς, πού εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς Θεότητος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀλλοιώθηκε ὁλοκληρωτικά ἀπό τήν ἄκτιστη θεία ἐνέργεια καί ἔγινε πραγματικός θεολόγος μέσα στήν Ἐκκλησία. Γνώρισε τίς ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας ὄχι ἁπλῶς ἀπό τήν μελέτη θεολογικῶν βιβλίων, οὔτε ἀπό τίς μελέτες πατερικῶν ἔργων, ἀλλά ἀπό τήν ἴδια τήν ἐμπειρία του.
.                 Ἔτσι, ὁ λόγος του ἦταν ἀναγεννητικός. Χιλιάδες ἄνθρωποι λάμβαναν ἕναν λόγο του καί τρέφονταν πνευματικά σέ ὅλη τους τήν ζωή καί αὐτός ὁ λόγος τούς ἀναγεννοῦσε στήν χριστιανική ζωή. Τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι τόν λόγο του τόν δέχονταν καί ἄνθρωποι πού δέν ἦταν μόνον μοναχοί, οὔτε ἀκόμη καί Ὀρθόδοξοι, ὅμως ὅλοι αὐτοί ἀγάπησαν τήν Ὀρθοδοξία, ἔγιναν τίμια μέλη της. Κάθε φορά πού συναντοῦσε κανείς τόν ἅγιο Σωφρόνιο ἄκουγε ἕναν θεολογικό του λόγο καί ἄνοιγε ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή του. Ὁ θεολογικός του λόγος ἦταν στήν πραγματικότητα θαυματουργικός καί συνδύαζε στενά τήν θεολογία μέ τήν πνευματική πατρότητα.

2. Ἡσυχαστής καί λειτουργός

.                 Ἡ ὀρθόδοξη ἡσυχία εἶναι μιά ὁλόκληρη ἐπιστήμη, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἐλέγχει τούς λογισμούς του καί δέν τούς ἐπιτρέπει νά γίνουν ἐπιθυμία καί πράξη, δηλαδή νά μήν εἰσέρχωνται μέσα στήν καρδιά. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν πρέπει νά ἐπηρεάζεται τό ἐπιθυμητικό τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό λογιστικό του, ἀλλά στό ἐπιθυμητικό καί τό θυμικό νά ὑπάρχη ἀδιάλειπτα τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ἀγαπᾶ τόν Χριστό καί φροντίζει νά τηρῆ τό θέλημά Του, τίς ἐντολές Του, ἐνῶ στό λογιστικό πρέπει νά παραμένουν οἱ λογισμοί, προκειμένου νά ἀντιμετωπίζη ὁ ἄνθρωπος διάφορα θέματα στήν κοινωνική του ζωή. Ἡ ἡσυχία λέγεται καί νήψη, καί τήν συναντᾶμε στά κείμενα τῶν Ἀποστόλων. Ὁπότε, ὁλόκληρη ἡ εὐαγγελική ζωή εἶναι νηπτική καί ἡσυχαστική ζωή. Γιά τήν νήψη κάνουν λόγο οἱ Ἀπόστολοι στίς ἐπιστολές τους.
.                 Κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ἡ θεία Λειτουργία, στήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται στόν σταυρωθέντα καί ἀναστάντα Χριστό καί κοινωνεῖ τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματός Του. Τήν ἀναίμακτη Μυσταγωγία ὁ Χριστός τήν προσφέρει ὡς μέγας Ἀρχιερεύς, ἀφοῦ ὁ Ἴδιος θυσιάσθηκε γιά τό ἀνθρώπινο γένος καί θυσιάζεται σέ κάθε θεία Λειτουργία γιά νά ζήση ὁ ἄνθρωπος. Δέν νοεῖται ὀρθόδοξος Χριστιανός ἄν δέν συμμετέχη πραγματικά καί οὐσιαστικά στήν θεία Κοινωνία.
.                 Εἶναι ἑπόμενο ὅτι συνδυάζεται στενά ἡ ὀρθόδοξη ἡσυχία μέ τήν θεία Λειτουργία, ἀφοῦ ἡ ἡσυχία ἔχει ἀναφορά στήν θεία Εὐχαριστία, ὅπως ἄλλωστε καί ὅλη ἡ ἐκκλησιαστική ζωή καί τά Μυστήρια, ἀλλά καί ἡ θεία Λειτουργία μετέχεται πραγματικά ἀπό ἐκεῖνον πού ἔχει τίς ὀρθόδοξες ἡσυχαστικές προϋποθέσεις. Πρέπει κανείς νά ζῆ ἀσκητικά καθ’ ὅλη τήν ἑβδομάδα, γιά νά μπορέση νά ζήση λειτουργικά τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς.
.                 Στόν ἅγιο Σωφρόνιο συνδυάζονταν καί τά δύο αὐτά γνωρίσματα πολύ στενά. Ἦταν μεγάλος ἡσυχαστής, ἀφοῦ μέσα στήν καρδιά του ὑπῆρχε ἀπόλυτη ἡρεμία. Γνώριζε πολύ καλά τήν μάχη μέ τούς λογισμούς, τίς εἰκόνες καί τίς φαντασίες. Γνώρισε τόν Χριστό καί, θά μποροῦσα νά πῶ, «πληγώθηκε» βαθειά ἀπό τήν θέα τοῦ δοξασμένου Χριστοῦ. Εἶναι ἀδύνατον κανείς νά γνωρίση τόν Θεό, μέσα στό Φῶς καί στήν συνέχεια νά στρέψη τήν προσοχή του σέ ἄλλες ἀγάπες καί σέ ἄλλα ἐνδιαφέροντα. Μέσα στήν προοπτική αὐτή πρέπει νά δοῦμε τήν ἀδιάλειπτη μετάνοια τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, πού ξεκινοῦσε ἀπό τήν ὅραση τῆς ἁγιότητος τοῦ Χριστοῦ. Ζοῦσε διαρκῶς στόν φωτισμό τοῦ νοῦ, πού εἶναι ἡ βάση τῆς ἡσυχαστικῆς καί νηπτικῆς ζωῆς, καί γι’ αὐτό ἦταν ἕνας ἀληθινός ἡσυχαστής.
.                 Αὐτό, ὅμως, ἦταν ἡ πραγματική προϋπόθεση συμμετοχῆς στήν θεία Λειτουργία. Ἐφ’ ὅσον συνεχῶς ζοῦσε «τό ἀληθινό ἱερατεῖο», πού εἶναι ἡ ἀέναη λειτουργία μέσα στήν καρδιά, ἦταν εὔκολο νά ζῆ τήν οὐσία καί τό περιεχόμενο τῆς θείας Λειτουργίας. Βλέποντας κανείς τόν ἅγιο Σωφρόνιο διέκρινε ὅτι ὡς ἡσυχαστής βρισκόταν συνεχῶς μέσα στό πνεῦμα τῆς θείας Λειτουργίας καί ὡς λειτουργός ἦταν μυσταγωγικός, ἀφοῦ ἦταν μέγας ἡσυχαστής.
.                 Αὐτός ἦταν ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁμιλοῦσε στούς συνομιλητές του γιά τήν νοερά προσευχή, ὡς βασική προϋπόθεση τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς, ἀλλά καί γιά τήν θεία Λειτουργία, ὡς ἄνοιγμα στόν πόνο ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας, ὡς βίωση τῆς Γεθσημανῆ. Ἄλλωστε, ὁ Χριστός στήν Γεθσημανῆ προσευχήθηκε γιά ὅλο τόν κόσμο, καί, συγχρόνως, βίωνε τόν πόνο τῶν ἀνθρώπων, μέ τό ποτήριο, καί αὐτή ἡ πνευματική κατάσταση ἦταν συνέχεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου.
.                 Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἔλεγε ὅτι μέ τήν νοερά προσευχή ἡ θεία ἐνέργεια τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ εἰσέρχεται μέσα στά βάθη τῆς ὑπάρξεώς μας καί μέ τήν θεία Λειτουργία εἰσερχόμαστε μέσα στόν πόνο καί τήν ὀδύνη τοῦ ὅλου Ἀδάμ. Συμβαίνει κατ’ ἀναλογία ὅ,τι μέ τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἀνέβηκε στόν Σταυρό, ἔπειτα τό σῶμα Του μαζί μέ τήν Θεότητα βρισκόταν στό μνημεῖο καί ἡ ψυχή Του μαζί μέ τήν Θεότητα κατέβηκε στόν Ἅδη. Ἄν δέν κενωθοῦμε πνευματικά καί ἐάν δέν ἑλκύσουμε ὅλους τούς ἀνθρώπους μέσα στήν καρδιά μας μέ ἀγάπη καί προσευχή, δέν μποροῦμε νά βιώσουμε τήν θεία Λειτουργία ὡς ἕνα παγκόσμιο γεγονός, ὡς μιά λυτρωτική προσφορά γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος.

3. Ἐρημίτης καί κοινωνικός

.                 Ἔρημος εἶναι ἕνας ἄγονος τόπος στόν ὁποῖο δέν ὑπάρχει ζωή, δέν ἀναπτύσσεται κοινωνία μέ τούς ἀνθρώπους, δέν ὑπάρχουν τά βασικά στοιχεῖα τῆς ζωῆς, ὅπως τό νερό, τό φαγητό. Ἔρημος στήν μοναχική ζωή εἶναι ἕνας τόπος ἀπομακρυσμένος ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀκόμη καί ἀπό τούς ἄλλους μοναχούς, ὅπου ὁ ἀσκητής ἀσκεῖται στήν κατά Χριστόν πολιτεία, δηλαδή ἀναζητᾶ τόν Θεό μέσα ἀπό τήν ξηρασία τοῦ σώματος καί τῆς φύσεως, μέσα στήν νέκρωση τῶν αἰσθήσεων καί τῶν παθῶν. Ἔρημος στό Ἅγιον Ὄρος εἶναι ὁ χῶρος ἐκεῖνος πού βρίσκεται στό ἄκρο τῆς Χερσονήσου τοῦ Ἄθω, κυρίως τά Καρούλια, τά Κατουνάκια καί ἡ περιοχή γύρω ἀπό τόν Ἄθωνα. Στήν ἔρημο ζοῦν οἱ μοναχοί πού χαρακτηρίζονται ἐρημίτες καί προσεύχονται στόν Θεό μέσα στό ἀδιάλειπτο πνεῦμα τῆς μετάνοιας, τοῦ κλάματος καί τῆς ἀναζητήσεώς Του.
.                 Κοινωνία εἶναι ὁ χῶρος στόν ὁποῖο ζοῦν πολλοί ἄνθρωποι καί ἀσκοῦνται μέ ἄλλο τρόπο στήν προσωπική καί πνευματική τους ζωή, ἀσκοῦν καί καλλιεργοῦν τήν ἀγάπη καί τήν φιλαδελφία. Κοινωνία εἶναι καί τό κοινόβιο Μοναστήρι, ὅπου ζοῦν πολλοί μοναχοί καί ἀγωνίζονται πνευματικά στόν δύσκολο ἀγώνα τῆς τηρήσεως τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν γιά τήν κατά Χάρη θέωσή τους.
.                 Ἡ ἔρημος καί ἡ κοινωνία δέν εἶναι δύο ἀντίθετες καταστάσεις, ἀφοῦ ἡ μία προϋποθέτει τήν ἄλλη. Συνήθως ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά καί ὁ μοναχός, ξεκινᾶ ἀπό τήν κοινωνία, εἶναι κοινωνικό ὄν καί στήν συνέχεια μπορεῖ νά ἀναχθῆ στήν ἔρημο. Στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ βλέπουμε ὅτι συνδυάζεται ἡ ἔρημος μέ τήν κοινωνία. Ὁ Χριστός ἐργαζόταν μέ τούς ἀνθρώπους, τούς δίδασκε, τούς εὐεργετοῦσε ποικιλοτρόπως, ἀλλά πολλές φορές ἐπιδίωκε νά ζῆ καί στήν ἔρημο, ἀνέβαινε στό ὄρος γιά νά προσευχηθῆ. Αὐτό τό ἔκανε ὄχι γιατί τό εἶχε ἀνάγκη, ἀλλά γιά νά μᾶς διδάξη ὅτι καί ἐμεῖς πρέπει νά ἀνατρέχουμε πολλές φορές στήν ἔρημο γιά νά ἀποκτοῦμε ὀρθό προσανατολισμό στήν ζωή μας, νά καθαρίζουμε τό παθητικό τῆς ψυχῆς, νά προσευχόμαστε ὁλοκληρωτικά στόν Θεό.
.                 Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἕνωνε στήν ζωή του πολύ στενά τήν ἔρημο μέ τήν κοινωνία. Αὐτό γινόταν μέ δύο τρόπους:
.                 Ὁ ἕνας, ἐπειδή ἔζησε καί στό κοινόβιο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καί στήν συνέχεια στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στά Καρούλια καί τό σπήλαιο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πλησίον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παύλου. Στήν Ἱερά Μονή ζοῦσε ὡς ἐρημίτης, γιατί εἶχε ἔντονη προσευχή, ἀκόρεστο κλάμα, καί ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός. Καί στήν ἔρημο αὔξησε αὐτήν τήν μετάνοια καί τό πένθος, εἶχε ἀκόρεστη προσευχή καί μεγάλες ἐμπειρίες τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, ἐκεῖ στήν ἔρημο, κατά τήν διάρκεια τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, προσευχόταν γιά τό δράμα τῶν ἀνθρώπων πού σκοτώνονταν στά πεδία τῶν μαχῶν καί ὑπέφεραν ποικιλοτρόπως, δηλαδή ζοῦσε τήν ἀγωνία τοῦ Χριστοῦ στήν Γεθσημανῆ, τήν παγμόσμια ἀγωνία τῶν ἀνθρώπων.
.                 Ὁ ἄλλος τρόπος εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, ἀφοῦ ἔζησε σέ ὅλο τό βάθος της τήν ἔρημο, στήν συνέχεια τήν μετέφερε διαρκῶς ὅπου πήγαινε, στήν Γαλλία κατ’ ἀρχάς καί στήν Ἀγγλία, στήν συνέχεια.
.                 Μέσα στό Μοναστήρι του ζοῦσε καί ὡς ἐρημίτης καί ὡς κοινωνικός. Ἀποσυρόταν ὁλόκληρες ὧρες καί ἡμέρες στό εὐλογημένο σπιτάκι του, καί, ὅταν κυκλοφοροῦσε μεταξύ τῶν μοναχῶν καί τῶν προσκυνητῶν, μετέφερε καί ἀνέδυε αὐτόν τόν ἀέρα τῆς ἐρήμου. Κάθε λόγος του ἦταν ἀπόρροια τῆς προσευχῆς καί ἐλευθερωτικός, ἦταν ξηροί καί εὔχυμοι, εὐλογημένοι καρποί τῆς ἐρήμου. Οἱ προσκυνητές τόν ἔβλεπαν νά συμπεριφέρεται φυσιολογικά μαζί τους, πολύ ἁπλά, δέχονταν τήν ἀγάπη του, ἐξομολογοῦνταν τά ἁμαρτήματά τους, συνομιλοῦσαν μαζί του, καί ἀνέπνεαν τό ἀεράκι τῆς ἐρήμου, ἄκουγαν μιά φωνή μέσα ἀπό τά Καρούλια τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Καί αὐτό συνέβαινε, γιατί ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἦταν ἀπελεύθερος Κυρίου.

4. Σύννους καί εὐχάριστος

.                 Ἡ λέξη σύννοια χρησιμοποιεῖται στά μοναχικά κείμενα καί σημαίνει τήν συγκέντρωση τοῦ νοῦ. Σύννους εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού εἶναι προσεκτικός στήν ζωή του, ὁ νοῦς του εἶναι συγκεντρωμένος στόν Θεό καί τίς ἐντολές Του, δέν διαχέεται στό περιβάλλον, δέν σκορπίζεται σέ κοσμικά θέματα, δέν πλανᾶται. Ὅταν γίνεται λόγος γιά ἀπλανῆ νοῦ, ἐννοεῖται ὅτι ὁ νοῦς δέν περιφέρεται δεξιά καί ἀριστερά, ἀλλά εἶναι πάντοτε συγκεντρωμένος στό ὄνομα  τοῦ Χριστοῦ καί στήν ἐνέργεια πού μεταδίδεται ἀπό τό εὐλογημένο αὐτό Ὄνομα, ἀναπαύεται μέσα στήν καρδιά, μέ τήν ἀσκητική ἔννοια τοῦ ὅρου. Ὁ σύννους ἄνθρωπος δέν εἶναι ἁπλῶς ὁ σοβαρός, ἀφοῦ ὑπάρχει διαφορά μεταξύ σύννοιας καί σοβαρότητας.
.                 Ὁ σύννους ἔχει συγκεντρωμένο τόν νοῦ του ἀδιάλειπτα στόν Θεό, ἐνῶ ὁ σοβαρός τό κάνει αὐτό ἐπιτηδευμένα, ἐξωτερικά ἴσως καί ὑποκριτικά καί γι’ αὐτό μέ τήν λέξη σοβαρότητα ἀποδίδεται, συνήθως, ὁ ἐγωϊστής, ὁ ὑπερήφανος, πού ἐπιτηδεύεται αὐτό πού κάνει.
.                 Εὐχάριστος ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού δημιουργεῖ εὐχάριστο κλίμα στούς γύρω του, πού δέν δημιουργεῖ προβλήματα στούς ἄλλους, δέν γκρινιάζει, δέν παραπονεῖται, δέν ἐλέγχει διαρκῶς τούς ἄλλους. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ στούς Χριστιανούς: «Εὐχάριστοι γίνεσθε» (Κολασ. γ΄, 16). Καί αὐτό, βέβαια, δέν πρέπει νά γίνεται ἐπιτηδευμένα, ἀλλά νά εἶναι ἀπόρροια τῆς ἐσωτερικῆς ἁπλότητας.
.                 Ὑπάρχει μεγάλη σχέση μεταξύ τοῦ σύννου καί τοῦ εὐχάριστου. Ὁ ἄνθρωπος, πού ἔχει ἐλεύθερο νοῦ ἀπό κοσμικά πράγματα, ἀπό ποικίλες διασπάσεις, πού ὁ νοῦς του εἶναι καθαρός, εἶναι συγχρόνως καί εὐχάριστος στούς συνομιλητές του, ἀφοῦ διακρίνεται γιά τήν ἁπλότητα τοῦ νοῦ του.
.                 Στόν ἅγιο Σωφρόνιο βλέπαμε συνδυασμένα καί τά δύο αὐτά γνωρίσματα, τῆς σύννοιας καί τοῦ εὐχάριστου. Ἐπειδή ὁ ἴδιος εἶχε φθάσει στήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός καί γνώρισε τόν Θεό, ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή του ἦταν ἑνοποιημένη καί δέν ὑπῆρχαν διασπάσεις στήν ἐσωτερική του ζωή. Τό λογιστικό, τό ἐπιθυμητικό καί τό θυμικό άναφέρονταν στόν Θεό καί μεταξύ τους ἦταν ἑνοποιημένα. Δέν μποροῦσε νά γίνη διάσπαση στόν ἐσωτερικό του κόσμο. Αὐτό στά νηπτικά καί ἡσυχαστικά κείμενα χαρακτηρίζεται ὡς ἁπλότητα. Ἐπειδή ὁ ἅγιος Σωφρόνιος διακρινόταν γιά τήν ἑνοποίηση καί τήν ἁπλότητα τοῦ ψυχικοῦ του κόσμου, γι’ αὐτό καί συνδύαζε πολύ στενά τήν σύννοια μέ τό εὐχάριστο. Μερικές ὧρες ἦταν σύννους –ὄχι σοβαρός– καί, ὅταν τόν πλησίαζες ἤ ὅταν ἐκεῖνος σέ πλησίαζε, ἦταν εὐχάριστος.
.                 Παρατηροῦσα στόν ἅγιο Σωφρόνιο ὅτι εἶχε ἔντονο χιοῦμορ, ἔλεγε διάφορα διδακτικά ἀνέκδοτα, ἀλλά ἀντί μέ αὐτά νά διαχέη τόν νοῦ τοῦ συνομιλητοῦ του, ἐν τούτοις τόν συγκέντρωνε, τοῦ ἄνοιγε τόν νοῦ του πρός τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία, τοῦ μετέδιδε ἐλπίδα καί ἐνέργεια. Δηλαδή, μέ ἕναν εὐχάριστο λόγο πού ἔβγαινε ἀπό τά χείλη του μετέδιδε καί μιά θαυμαστή ἐνέργεια καί συγκέντρωνε τόν νοῦ τοῦ συνομιλητοῦ του. Ἀλλά καί, ὅταν συζητοῦσε γιά σοβαρά θεολογικά θέματα, καί πάλι ἔβλεπε κανείς τήν ἁπλότητα τῆς σκέψεώς του, ἀλλά καί τό εὐχάριστο τοῦ χαρακτῆρος του.

5. Ἁγιορείτης καί οἰκουμενικός

 .                 Ἁγιορείτης λέγεται ὁ μοναχός ἐκεῖνος πού ἀσκεῖται στό Ἅγιον Ὄρος μέ τόν ποικιλότροπο τρόπο, εἴτε ὡς κοινοβιάτης, εἴτε ὡς σκητιώτης εἴτε ὡς κελλιώτης εἴτε ὡς ἐρημίτης. Ὁ τίτλος ἁγιορείτης ἔχει βάρος καί βάθος καί εἶναι εὐλογημένος, γιατί διακρίνεται ἀπό μιά ἐξαγιασμένη ζωή, πού βιώνει κανείς σέ ἕναν χῶρο, πού εἶναι κάτω ἀπό τήν προστασία τῆς Παναγίας, γι’ αὐτό καί τό Ἅγιον Ὄρος λέγεται «Τό περιβόλι τῆς Παναγίας».
.                 Ἐνῶ, ὅμως, ὁ ἁγιορείτης μοναχός ζῆ στόν ἄβατο χῶρο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐν τούτοις εἶναι οἰκουμενικός, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι μέσα στήν ὕπαρξή του ζῆ τό δράμα ὅλου τοῦ κόσμου, μέ τά πάθη του, τίς στενοχώριες, τίς θλίψεις, τίς ἀγωνίες καί ὅλα τά λεγόμενα ἐσωτερικά προβλήματα. Πέρα ἀπό αὐτήν τήν ἔννοια ὁ γνήσιος ἁγιορείτης μοναχός εἶναι οἰκουμενικός, ἐπειδή ξεπερνᾶ τήν διαίρεση τοῦ ἐθνικοῦ κόσμου, ἀφ’ ἑνός μέν γιατί στό Ἅγιον Ὄρος ζοῦν ἄνθρωποι ἀπό ὅλα τά κράτη καί τά ἔθνη, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιατί, ὅταν ζῆ κανείς σωστά μέσα στήν Ἐκκλησία, ὑπερβαίνει τόν ἐθνοφυλετισμό, τόν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία χαρακτηρίζει ὡς αἵρεση.
.                 Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶχε καί τά δύο αὐτά γνωρίσματα ἑνωμένα καί συνδυασμένα, δηλαδή ἦταν καί ἁγιορείτης καί οἰκουμενικός. Ἔζησε πάνω ἀπό εἴκοσι χρόνια στό Ἅγιον Ὄρος, ἐκεῖ ἐκάρη μοναχός, ἀλλά τό κυριότερο βίωσε στό βάθος ὅλο τό πνεῦμα τοῦ ὀρθοδόξου ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ, πού συνδέεται μέ τήν μετάνοια, τό κατά Θεόν πένθος, τήν ἀδιάλειπτη νοερά καρδιακή προσευχή, τήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τήν ἀγάπη γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος. Σέ ὅλη του τήν ζωή, καί τότε πού ἐξαναγκάσθηκε νά μετακινηθῆ ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, μετέφερε ἐκεῖ τό πνεῦμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἰδιαιτέρως στήν Μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στό Ἔσσεξ τῆς Ἀγγλίας ὅπου καί κοιμήθηκε. Αὐτό τό βλέπει κανείς μέ τήν κοινοβιακή ζωή, τήν θεία Λειτουργία, τήν φιλοξενία, τήν ἀγάπη πρός τούς προσκυνητές, τήν νοερά καρδιακή προσευχή, τήν βαθυτάτη του ταπείνωση.
.                 Συγχρόνως, ὅμως, ἦταν καί οἰκουμενικός, καθολικός, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι, ἐπειδή ἡ Ἱερά Μονή του στό Ἔσσεξ ἦταν κάτω ἀπό τήν κανονική δικαιοδοσία καί προστασία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, δραστηριοποιήθηκε, μέ τόν ἰδιαίτερο τρόπο, σέ ὅλον τόν κόσμο. Αὐτό γίνεται μέ τά κείμενα τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, πού μεταφράσθηκαν σέ πολλές γλῶσσες καί ἀναγεννοῦν πολλούς ἀνθρώπους. Πολλοί πού διάβαζαν γιά τόν ἅγιο Σωφρόνιο καί τήν θεολογία πού μετέφερε, πήγαιναν στό Μοναστήρι του ἀπό τά πέρατα τοῦ κόσμου γιά νά μυηθοῦν σέ αὐτήν τήν εὐαγγελική, ἀσκητική καί πατερική ζωή, δηλαδή τήν ἐκκλησιαστική ζωή καί νά ἀποκτήσουν τήν πραγματική γνώση τοῦ Θεοῦ.
.                 Ἔτσι, ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶναι συγχρόνως καί ἁγιορείτης καί οἰκουμενικός, δηλαδή εἶναι ἀληθινά ὀρθόδοξος, στήν ὁμολογία τῆς πίστεως καί στήν ποιμαντική διακονία σέ ὅλο τόν κόσμο, ἀλλά, κυρίως, στήν προσευχή. Ἄλλωστε, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ λέγεται Καθολική, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι Μία, Ἁγία καί Ἀποστολική. Καί ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶναι ἀληθινά ὀρθόδοξος, εἶναι ἁγιορείτης καί οἰκουμενικός.

6. Ἁγιογράφος καί ἐμπειρικός

.                 Ἡ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία δέν εἶναι μιά κοσμική τέχνη, ἀλλά ἐκκλησιαστική, γιατί δέν ἀποβλέπει στήν ἀπεικόνιση τοῦ κτιστοῦ κόσμου, ἀλλά στήν φανέρωση τῆς ἀκτίστου δόξης καί τοῦ δοξασμένου κόσμου, δηλαδή παρουσιάζει τόν κτιστό κόσμο πού ἔχει ἐμποτισθῆ ἀπό τό ἄκτιστο Φῶς.
.                 Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία διακρίνεται ἀπό τρία βασικά γνωρίσματα. Πρῶτον, παρουσιάζει τήν ἐσωτερική ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος φωτίζεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία Χάρη ἐνεργεῖ μέσα στήν καρδιά του, γι᾽ αὐτό τό φῶς δέν δημιουργεῖ σκιές. Δεύτερον, ἡ ὅλη παράσταση ἔχει μία μόνον διάσταση, δηλαδή δέν ἔχει βάθος καί τονίζονται τά βασικά πρόσωπα τῆς παράστασης, ἀνεξάρτητα ἄν εἶναι μεγαλύτερα ἀπό ἄλλα δευτερεύοντα πρόσωπα, πού σημαίνει ὅτι ὑπερβαίνεται ὁ χῶρος. Τρίτον, γίνεται ὑπέρβαση τοῦ χρόνου, γι᾽ αὐτό καί γεγονότα πού ἔγιναν σέ διάφορες χρονικές στιγμές παρουσιάζονται σέ μιά ἑνότητα, ὅπως γιά παράδειγμα ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.
.                 Ἔτσι, ὁ ὀρθόδοξος ἁγιογράφος δέν παρουσιάζει τήν πραγματικότητα πού γίνεται ἀντιληπτή στίς αἰσθήσεις, δέν παίζει μέ τίς φωτοσκιάσεις, πού σημαίνει ὅτι τό φῶς δέν προέρχεται ἀπό ἔξω καί δέν εἶναι κτιστό γιά νά ἀφήνη σκιές, ἀλλ’ εἶναι ἄκτιστο Φῶς, τό ὁποῖο εἰσέρχεται μέσα στόν θεούμενο ἄνθρωπο καί διά αὐτοῦ διαχέεται καί σέ ὅλη τήν κτίση.
.                 Ὅταν ὁ ἁγιογράφος εἰκονίζη τόν Χριστό, ἐκφράζει, ὅσο εἶναι δυνατόν, τήν Θεότητά Του, πού εἶναι θεία, ἀλλά καί τό Φῶς εἶναι θεῖο καί ἄκτιστο. Τό Φῶς αὐτό προχέεται καί ἀπό τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ καί τό Σῶμα γίνεται πηγή τοῦ ἀκτίστου Φωτός, λόγῳ τῆς ἑνώσεως θείας καί ἀνθρωπίνης φύσεως στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου. Ὅ,τι συνδέεται μέ τόν Χριστό εἶναι Φῶς καί ὅ,τι δέν μετέχει τοῦ Φωτός, ὅπως ὁ διάβολος, παρουσιάζεται ὡς σκοτεινό. Συγχρόνως, οἱ ἁγιογραφίες τῶν ἁγίων παρουσιάζονται σέ κανονικές διαστάσεις καί μέσα στό ἄπλετο ἄκτιστο Φῶς, ἐνῶ ἡ μορφή τοῦ διαβόλου παρουσιάζεται σμικρυσμένη – συρρικνωμένη, γιατί κάθε ὕπαρξη πού δέν συνδέεται μέ τόν Χριστό εἶναι σκοτεινή καί συρρικνωμένη.
.                 Ἔτσι, ὁ ὀρθόδοξος ἁγιογράφος εἰκονογραφεῖ τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ὡς Λόγος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Πατρός καί ἔχει τήν ἴδια οὐσία καί ἐνέργεια μέ τόν Πατέρα, ἀλλά βεβαίως εἰκονογραφεῖ τόν ἐνανθρωπήσαντα Χριστό. Συγχρόνως, εἰκονογραφεῖ καί τούς ἁγίους πού εἶναι εἰκονικά ὄντα, ἀφοῦ ὡς ἄνθρωποι δημιουργήθηκαν κατ’ εἰκόνα τοῦ Λόγου, καί μέ τήν κοινωνία τους μέ τόν Χριστό ἔφθασαν ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωση, στήν θέωση. Αὐτό δηλώνει ὅτι πράγματι ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκονικό ὄν. Ἐάν ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου (Κολ. α΄, 15), ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, δηλαδή εἰκόνα τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
.                 Ἐδῶ πρέπει νά σημειωθῆ κάτι σημαντικό. Ὅταν ὁ Θεόπτης φθάση στήν θέα τοῦ Θεοῦ, τότε βλέπει ἀοράτως τήν ἄκτιστη πραγματικότητα καί ἀκούει ἀνηκούστως ἄρρητα ρήματα, κατά τήν ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Β΄ Κορ. ιβ΄, 4). Στήν συνέχεια ὅμως, προκειμένου νά καθοδηγήση τούς ἀνθρώπους μεταφέρει καί μεταφράζει αὐτά τά ἄκτιστα ρήματα μέ κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα. Ἔτσι, ὁ Μωϋσῆς, βλέποντας τήν ἄκτιστη Σκηνή τοῦ Λόγου, τήν μεταφέρει σέ κτιστή σκηνή, κτιστό ναό, καί μετέχοντας τοῦ ἀκτίστου νόμου, τῆς κοινωνίας μέ τόν ἄσαρκο Λόγο, μεταφέρει αὐτήν τήν ἐμπειρία μέ κτιστό νόμο.
.                 Ἑπομένως, τά ἄκτιστα ρήματα μεταφέρονται μέ κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα, ὥστε στήν συνέχεια μέ αὐτά τά κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα νά ἀνέλθη ὁ ἄνθρωπος στήν ἄκτιστη πραγματικότητα, ὁπότε καταργοῦνται ὅλα τά κτιστά.
.                 Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά δοῦμε καί τήν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία. Δέν εἶναι μιά ζωγραφική, κοσμική τέχνη, ἀλλά ἐκκλησιαστική, πού εἶναι δημιούργημα ἁγίων ἀνθρώπων καί ὁδηγεῖ πρός τήν θέωση. Δέν εἶναι μιά παρουσίαση τοῦ φανταστικοῦ, τοῦ ἰδεατοῦ, τό ὁποῖο εἶναι ἀνύπαρκτο, ἀλλά ἀπεικόνιση, κατά τό δυνατόν, τοῦ πραγματικοῦ κόσμου, τόν ὁποῖο ὁ θεούμενος βλέπει μέσα ἀπό τήν μέθεξη τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ ἐνεργείας.
.                 Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος σπούδασε τήν ζωγραφική στήν Σχολή Καλῶν Τεχνῶν τῆς Μόσχας καί ἐξήσκησε τήν τέχνη του αὐτή μέ ἔμπνευση στήν προσπάθειά του νά συναντήση τό αἰώνιο. Ὅμως, τήν ἐγκατέλειψε καί ἐπιδόθηκε στήν ἀναζήτηση καί στήν συνάντηση μέ τόν Θεό καί τήν μέθεξη μαζί Του. Ἀξιώθηκε νά δῆ πολλές φορές στήν ζωή του τό ἄκτιστο Φῶς, τό ὁποῖο, κατά τήν περιγραφή του, εἶναι ἱλαρό, πράο καί σκορπᾶ εἰρήνη στόν ἄνθρωπο. Αὐτό σημαίνει ὅτι καί ὁ ἴδιος ζοῦσε μέσα στό Φῶς καί γι’ αὐτό ἀξιώθηκε νά τό δῆ, σύμφωνα μέ τό ψαλμικό «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς». Ὅταν καθαρίζεται ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά πάθη, ὅταν φωτίζεται ὁ νοῦς του, τότε ὁ ἄνθρωπος φθάνει, ἐάν καί ὁ Θεός τό ἐπιτρέψη, στήν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός καί ζῆ τήν κατά Χάρη θέωση. Ὁπότε, ὅταν χρειάσθηκε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος νά ἁγιογραφήση, τότε, κατά τρόπο φυσικό, πέρασε στήν ἁγιογραφία αὐτήν τήν ζωή πού βίωσε, γι’ αὐτό ἦταν ἁγιογράφος καί εἰκονικός, μέ τήν ἔννοια ὅτι παρουσίαζε τήν εἰκόνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τό ὁποῖο μεταμορφώνει τά πάντα.
.                 Βέβαια, αὐτό πρέπει νά ἐξετασθῆ ἀπό τήν ἄποψη ὅτι, πέρα ἀπό τήν πνευματική ἐμπειρία πού ἀξιώθηκε νά ἔχη, δηλαδή νά δῆ τό ἄκτιστο Φῶς, πού εἶναι ἡ δόξα τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ καί τό κάλλος τῆς ἀκτίστου Βασιλείας Του, συγχρόνως διέθετε ἰδιαίτερο φυσικό χάρισμα γιά νά ἐκφράση αὐτήν τήν ἐμπειρία μέ τίς ἁγιογραφίες. Πάντοτε ὑπάρχει ὁ συνδυασμός πνευματικῶν καί φυσικῶν χαρισμάτων. Τό ἴδιο γίνεται καί στήν θεολογία. Ὁ Θεός δίνει τό χάρισμα τῆς θεολογίας, ὡς διδασκαλία, στόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο πού ἔχει χωρητικότητα διανοίας καί τό ἰδιαίτερο χάρισμα γιά νά τήν ἐκφράση. Πολλοί ἀξιώνονται τῆς θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ὀλίγοι ὅμως μποροῦν νά διατυπώσουν αὐτήν τήν ἐμπειρία καί νά ἀντιμετωπίσουν τούς φιλοσοφοῦντες θεολόγους. Αὐτή ἡ διατύπωση- ἔκφραση χρειάζεται θεοπτική ἐμπειρία, χωρητικότητα διανοίας, ἰδιαίτερα χαρίσματα καί γνώση τῶν φιλοσοφικῶν ρευμάτων τῆς κάθε ἐποχῆς. Τό ἴδιο μποροῦμε νά ποῦμε καί γιά τόν ἁγιογράφο ἅγιο Σωφρόνιο. Εἶχε μέν τήν θεοπτική ἐμπειρία, ἀλλά διέθετε καί τό καλλιτεχνικό χάρισμα γιά νά τήν ἐκφράση.
.                 Ὅταν ἐπισκεπτόμουν τό Μοναστήρι, πολλές φορές καθόμουν γιά πολλή ὥρα νά βλέπω καί νά παρατηρῶ τίς τοιχογραφίες πού ἔκανε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, μέ τήν βοήθεια τῶν μοναχῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, στήν τραπεζαρία. Δέν ἔχω ἐξειδικευμένες γνώσεις γιά τά θέματα αὐτά, ἐκτός ἀπό τίς γενικές σπουδές μου, ἀλλά καταλάβαινα ὅτι αὐτές οἱ συγκεκριμένες ἁγιογραφίες εἶναι μοναδικές στό εἶδος τους, πρωτότυπες, χωρίς νά ἀλλοιώνουν τήν βυζαντινή τεχνοτροπία. Ἦταν μιά σύνθεση μεταξύ τῆς Κρητικῆς καί τῆς Μακεδονικῆς Σχολῆς ἤ ἀκόμη μιά σύνθεση μεταξύ τῆς αὐστηρῆς βυζαντινῆς τεχνοτροπίας καί τῆς ρωσικῆς τέχνης. Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος μέ τίς ἁγιογραφίες αὐτές δημιούργησε μιά ἰδιαίτερη παράδοση.
.                 Θά καταγράψω πῶς ἑρμηνεύω τήν ἁγιογραφική τεχνοτροπία καί, κυρίως, τήν θεολογία τοῦ ἁγιογράφου ἁγίου Σωφρονίου.
.                 Τό πρῶτο εἶναι ὅτι ὅλες οἱ εἰκόνες πού ἁγιογραφοῦσε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, κυρίως στούς τοίχους τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ἔχουν ἁπαλότητα καί πραότητα, εἶναι ἁγιογραφημένες μέ ἤρεμα καί ἁπαλά χρώματα. Εἶχε σπουδάσει ζωγραφική καί φυσικά γνώριζε ἀπό καλλιτεχνικῆς πλευρᾶς τήν σημασία καί τήν χρήση τῶν χρωμάτων, ἀλλά, ὅταν ἁγιογραφοῦσε τόν Χριστό καί τούς ἁγίους, ἐνεργοῦσε περισσότερο ὡς Θεόπτης παρά ὡς καλλιτέχνης. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐπηρεασμένος περισσότερο ἀπό τήν ἀσκητική καί τήν θεοπτική ἐμπειρία, παρά ἀπό τήν αἰσθητική καλλιτεχνία. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁμιλεῖ γιά τό ἄκτιστο Φῶς πού εἶδε καί τό ὁποῖο εἶναι «ἤρεμο, ἀκέραιο, ὁμοιογενές».
.                 Νομίζω ὅτι ἡ ἁπαλότητα καί πραότητα τῶν χρωμάτων εἶναι ἔκφραση τοῦ ἠρέμου καί πράου Φωτός, πού ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἔβλεπε κατά τίς θεοπτικές του ἐμπειρίες. Ὅπως γράφει στά κείμενά του, τό Φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστο, καθαρό, φωτεινό, ἱλαρό καί πράο. Ὡς Θεόπτης πού ἦταν, αὐτό πέρασε, κατά τρόπο φυσικό, καί στίς ἁγιογραφίες του. Μετέφραζε ἁγιογραφώντας τόν μεταμορφωμένο κόσμο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὅταν βλέπη κανείς τό ἄκτιστο Φῶς, τότε καταλαβαίνει ὅτι τίποτε δέν εἶναι ἔντονο, ἀλλ’ ὅλα λειτουργοῦν ἁπαλά, εἰρηνικά, ἀφοῦ καί αὐτό τό ἔντονο κτιστό φῶς τοῦ ἡλίου ἀποκτᾶ μιά ἱλαρότητα. Ὀ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν εἶδε τόν Χριστό μέσα στό Φῶς, πρό τῆς Δαμασκοῦ, εἶπε ὅτι τό θεῖο Φῶς ὑπερέβαινε τήν λαμπρότητα τοῦ φωτός τοῦ κτιστοῦ ἡλίου (Πράξ. κϛ΄, 13). Ὁ Θεόπτης βλέπει τό ἄκτιστο Φῶς νά ὑπερβαίνη τήν λαμπρότητα τοῦ κτιστοῦ φωτός, καί ἀφοῦ τό ἄκτιστο Φῶς, «γιά τήν ὑπερέχουσαν λαμπρότητα» – λάμψη, εἶναι γνόφος καί ἱλαρό, αὐτό σημαίνει ὅτι ὅλα τά ἔντονα κτιστά πράγματα ταπεινώνονται μπροστά του, ἀποκτοῦν καί αὐτά μιά ἱλαρότητα. Βέβαια, σέ ἔντονη φωτοχυσία ὁ κόσμος ὁλόκληρος παρέρχεται καί λησμονεῖται. Πάντως, ὁλόκληρη ἡ κτίση, ὅταν διαποτίζεται ἀπό τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, φανερώνει τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
.                 Ἔτσι, τά χρώματα πού χρησιμοποιοῦσε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος στίς ἁγιογραφίες του εἶναι τά ἁπαλά πού δημιουργοῦν εἰρήνη καί πραότητα καί δέν προκαλοῦν σύγχυση καί ταραχή. Ἐμπνέουν καί δέν καθηλώνουν, προβάλλουν τόν μεταμορφωμένο κόσμο ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί δέν προκαλοῦν θαυμασμό, καθησυχάζουν τίς αἰσθήσεις καί δέν τίς ἐξάπτουν. Ὁ καθένας πού εἰσέρχεται στόν Ναό μπορεῖ νά αἰσθανθῆ τήν διαφορά μεταξύ τοῦ κόσμου τῆς συγχύσεως, τῆς ταραχῆς, τῆς ἀπογνώσεως καί τῆς ὀδύνης, καί τοῦ θαυμαστοῦ κόσμου τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι ἀπαύγασμα τοῦ εἰρηναίου πνεύματος.
.                 Πέραν αὐτοῦ, ὁ ἅγιος Σωφρόνιος σέ σχετική μου παρατήρηση ὅτι τά χρώματα πού χρησιμοποιεῖ εἶναι γλυκά, μοῦ ἀπάντησε ὅτι δέν φροντίζει νά εἶναι γλυκά, ἀλλά ἁπαλά. Μοῦ ἐξήγησε ὅτι ἄλλο εἶναι τά γλυκά χρώματα καί ἄλλο τά ἁπαλά. Προφανῶς, ὡς ἀσκητής πού ἦταν, δέν ἤθελε νά προκαλέση τόν αἰσθησιασμό καί νά ἐγείρη τό συναίσθημα, ὅπως τό κάνουν τά γλυκά χρώματα. Καί στήν θεολογία του καί στήν ἁγιογραφία του ἐπεδίωκε νά ἀνυψώση τόν ἄνθρωπο ἀπό τό ψυχολογικό στό πνευματικό ἐπίπεδο. Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὁμιλοῦσε καί ἔγραφε γιά ἀσκητική καί ὄχι γιά αἰσθητική.
.                 Ὅμως, τά χρώματα πού χρησιμοποιοῦσε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος δείχνουν καί κάτι ἄλλο πολύ σημαντικό, δηλαδή τήν κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό, τήν ἀναφορά του καί τήν ὁρμή του πρός Αὐτόν. Γι’ αὐτήν τήν ὁρμή τοῦ πνεύματος κάνει πολλές φορές λόγο στά κείμενά του καί θυμίζει τό σχετικό χωρίο τοῦ Προφήτου Ἰεζεκιήλ: «Καί τό πνεῦμα ἐξῆρέν με καί ἀνέλαβέν με, καί ἐπορεύθην ἐν ὁρμῇ τοῦ πνεύματός μου, καί χείρ κυρίου ἐγένετο ἐπ’ ἐμέ κραταιά. καί εἰσῆλθον εἰς τήν αἰχμαλωσίαν μετέωρος» (Ἰεζ. γ΄, 14-15).
.                 Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, ὅταν ἁγιογραφοῦσε, δέν χρησιμοποιοῦσε τά στατικά- σκληρά χρώματα πού εἶναι πολύ πηκτά, ἀλλά τά ἁπαλά χρώματα, τά διάφανα, διότι μόνον αὐτά δείχνουν αὐτήν τήν κίνηση καί τήν ὁρμή. Δέν ἤθελε νά ὑπάρχη στατικότητα στά χρώματα, ἀλλά νά φαίνεται ἡ κίνηση, ἡ ἀναφορά, ἡ ὁρμή. Ὅποιος γνώριζε τόν ἅγιο Σωφρόνιο καί συζητοῦσε μαζί του, καταλάβαινε ἀπό τίς λέξεις πού χρησιμοποιοῦσε πῶς ἑρμήνευε τήν πνευματική πραγματικότητα. Ὅταν ὁμιλοῦσε γιά τήν πνευματική ζωή, δέν χρησιμοποιοῦσε τόν ὅρο «πνευματική κατάσταση», γιατί αὐτός ὁ ὅρος δείχνει στατικότητα καί ἀδράνεια, ἀλλά ἔκανε λόγο γιά «ὁρμή», γιά «θανατηφόρα δίψα». Νομίζω ὅτι αὐτό ἐκφράζεται κατά τόν καλύτερο τρόπο μέ τά ἁπαλά, διάφανα χρώματα, τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦσε.
.                 Τό δεύτερο, πού ἔχω ἐντοπίσει, εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἁγιογράφησε τόν ἔνθρονο Χριστό, τόν Ὁποῖο συναντᾶμε καί στό ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου His life is mine. Χρειάζεται μεγάλη ἀνάλυση αὐτῆς τῆς εἰκόνος, γιατί νομίζω ὅτι εἶναι τό χαρακτηριστικότερο δεῖγμα τῆς ἁγιογραφίας τοῦ ἁγίου Σωφρονίου πού εἶναι ἀπαύγασμα τῆς θεοπτίας του.
.                 Κατ’ ἀρχάς ἡ τεχνοτροπία τῆς εἰκόνας αὐτῆς δέν θυμίζει οὔτε τήν βυζαντινή οὔτε τήν ρωσική τέχνη, ἀλλά εἶναι κάτι ἰδιαίτερο καί πρωτότυπο, πού συνδέεται ἀφ’ ἑνός μέν μέ τήν θεολογία του, ἀφ’ ἑτέρου δέ μέ τήν προσωπικότητά του. Περισσότερο δείχνει τήν οἰκουμενικότητα τοῦ ἁγίου Σωφρονίου καί τήν ὑπέρβαση τῶν ἐθνικιστικῶν διαιρέσεων.
.                 Ἰδιαίτερη προσοχή πρέπει νά δοθῆ στήν ἔκφραση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχουν εἰκόνες διαφόρων ἁγιογράφων πού δείχνουν ἄλλοτε τήν ἱλαρότητα, ἄλλοτε τό ἔλεος, ἄλλοτε τήν δικαιοσύνη, ἄλλοτε τήν παντοδυναμία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ εἰκόνα πού ἁγιογράφησε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος φανερώνει, κατά ἕναν θαυμαστό τρόπο, ὅλες αὐτές τίς ἰδιότητες τοῦ Χριστοῦ, ἤτοι τήν ἱλαρότητα, τήν ἐλεημοσύνη, τήν ἀγάπη, τήν δικαιοσύνη, τήν παντοδυναμία, τήν κρίση κλπ. Πρόκειται γιά ἔκφραση ἑνός ὑπερτάτου ὄντος τῶν πάντων. Αὐτή ἡ ἔκφραση τοῦ προσώπου συνδέται ἀναπόσπαστα μέ τίς φράσεις «ὁ Ὤν» (ὁ Ὑπάρχων) καί «Ἐγώ εἰμι», πού δείχνουν τό συναΐδιο τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιον Πνεῦμα καί ἀσφαλῶς εἶναι ἀπεικόνιση, κατά τό δυνατόν, τῆς ἐμπειρίας πού εἶχε ὁ ἅγιος Σιλουανός καί ὁ ἴδιος, κατά τήν ὁποία ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκοή καί ἡ ἀκοή τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅραση, ἀφοῦ κατά τήν θεοπτία οἱ αἰσθήσεις τοῦ Θεόπτου ἑνοποιοῦνται.
.                 Τό πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ εἶναι φωτεινό, ἀφοῦ καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πηγή τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί χαρακτηρίζεται «ὁμόθεον». Παρατηροῦμε ὅτι ὁ ἅγιος Σωφρόνιος γιά νά εἰκονογραφήση τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, δέν ἀκολουθεῖ τήν μέθοδο νά θέτη τά φωτίσματα καί τίς ψιμιθιές πάνω στό πρόπλασμα, ἀλλά διατηρεῖ τό σῶμα- πρόπλασμα καί τό καλύπτει ἐξ ὁλοκλήρου μέ φώτισμα. Αὐτό νομίζω ὅτι τό κάνει γιά νά δείξη ὅτι ὅλο τό πρόσωπο φωτίζεται ἀπό τόν ἔσωθεν φωτισμό, τήν δόξα τῆς Θεότητος, χωρίς νά ἀφήνη φωτοσκιάσεις. Ἔτσι ἐκφράζεται κατά τόν καλύτερο τρόπο ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου «ὅτι ὁ Θεός φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία» (Α΄ Ἰω. α΄, 5). Πρόκειται γιά μεταφορά μέ εἰκονίσματα τῆς ἀκτίστου φωτεινῆς πραγματικότητος.
.                 Ἐνδιαφέρον ἔχει καί ὁ τρόπος ἁγιογραφήσεως τῶν ἱματίων τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι λευκά. Στόν χιτώνα τοῦ Χριστοῦ δέν τίθενται διάφοροι χρωματισμοί. Πρόκειται γιά τά λευκά ἱμάτια τοῦ Χριστοῦ κατά τήν Μεταμόρφωση, ἀφοῦ καί αὐτά ἔγιναν «λευκὰ ὡς τό φῶς» (Ματθ. ιζ΄, 2) καί τά ἱμάτιά Του μετά τήν Ἀνάσταση. Βέβαια, πρωτοτυπία ἀποτελεῖ τό νά ἁγιογραφῆται ὁ Χριστός ἔνθρονος μέ λευκά ἱμάτια, διότι προφανῶς πρόκειται γιά ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στόν ἅγιο Σωφρόνιο καί συνδυάζεται, ὅπως εἴπαμε πιό πάνω, ὁ ἔνθρονος Χριστός μέ τόν Μεταμορφωθέντα καί Ἀναστάντα Χριστό.
.                 Ἡ ὅλη ἁγιογράφηση τοῦ ἐνθρόνου Χριστοῦ, πού εἶναι φωτεινός μέ φόντο τό κυανοῦν χρῶμα, πρέπει νά τεθῆ στήν προοπτική τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Σωφρονίου περί τῆς θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτός. Σέ ἕνα σημεῖο τοῦ βιβλίου του γράφει τό πῶς ἐνατένιζε ἐπίμονα τόν καθαρό καί κυανοῦν οὐρανό, προσήλωνε τό βλέμμα του σέ μιά κατεύθυνση καί πολλές φορές διέτρεχε τόν οὐρανό ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρου. Ὅταν ἔφθανε στόν ὁρίζοντα, μετέβαινε νοερῶς καί πέραν αὐτοῦ καί τότε ἔβλεπε τόν κυανοῦν οὐρανόν νά περιβάλλη τόν πλανήτη τῆς γῆς. Συγχρόνως, προσπαθοῦσε νά εἰσχωρήση στά βάθη του καί νά ἀνιχνεύση τά ὅριά του. Αὐτή ἡ ἐνατένιση τῆς οὐράνιας σφαίρας, γεμάτης ἀπό τό φῶς, τόν ἔθελγε διά τοῦ μυστηρίου της. Στήν συνέχεια γράφει: «Ὅταν ὅμως ἀξιώθηκα μέ Ἄνωθεν δωρεά νά δῶ τό ἄκτιστο Φῶς τῆς Θεότητος, τότε στόν κυανό οὐρανό τοῦ “κυανοῦ πλανήτου” μας ἀναγνώρισα μέ χαρά τό σύμβολο τῆς ἀκτινοβολίας τῆς ὑπερκόσμιας δόξης». Καί συμπληρώνει ὅτι «τό κυανό εἶναι τό χρῶμα τοῦ ἐπέκεινα, τῆς ὑπερβατικότητας».
.                 Ἔτσι, ὁ ἔνθρονος Χριστός εἶναι πλήρης φωτός, τά ἱμάτιά Του φωτεινά, ὅπως ἐμφανίσθηκε κατά τήν Μεταμόρφωση, καί στό βάθος τῆς εἰκόνας (φόντο) εἶναι τό κυανοῦν φῶς καί τοῦ κτιστοῦ κόσμου, ἀλλά καί τοῦ ἐπέκεινα. Ἄλλωστε, κατά τήν θεοπτική ἐμπειρία ὁ Θεόπτης βλέπει δύο φῶτα, τό κτιστό καί τό ἄκτιστο καί ἀντιλαμβάνεται σαφέστατα τήν διαφορά καί τήν ποιότητά τους. Κατά τήν μαρτυρία τοῦ ἁγίου Σωφρονίου «Τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι διαφορετικό κατά τή φύση του, καί ἡ θεωρία του δέν εἶναι ὅμοια μέ τή φυσική ὅραση».
.                 Πάντως, κυριαρχοῦσα μορφή στήν εἰκόνα αὐτή εἶναι ὁ ἀποκαλυφθείς Χριστός μέσα στό ἄκτιστο Φῶς, ὅπως ὁ ἴδιος τόν εἶδε καί γράφει σέ κείμενά του ὅτι μέ τήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός «Γεννήθηκαν μέσα μου νέες δυνάμεις, ἄλλη ὅραση, ἄλλη ἀκοή. Μπόρεσα νά γνωρίσω ἀπερίγραπτη ὡραιότητα». Τό ἄκτιστον Φῶς εἶναι «Φῶς καταυγάζον».
.                 Τό τρίτο πού διέκρινα βλέποντας τίς ἁγιογραφίες τοῦ ἁγίου Σωφρονίου εἶναι ὅτι ἡ καρδιά εἶναι τό κέντρο στά σώματα τῶν ἁγιογραφημένων Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων. Ὁ νοῦς τους δέν βρίσκεται συγκεντρωμένος στήν λογική καί τόν ἐγκέφαλο, ἀλλά ἔχει κατεβῆ στήν καρδιά. Σέ ἕνα σημεῖο τῶν γραπτῶν του ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ὁμιλώντας γιά τήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός γράφει: «Τό βλέπουμε, ἀλλά ἡ προσοχή στρέφεται στά ἐνδότερα τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, στήν καρδιά πού φλέγεται ἀπό τήν ἀγάπη, ἀγάπη ἄλλοτε τῆς εὐσπλαχνίας καί ἄλλοτε τῆς εὐγνωμοσύνης». Αὐτή ἡ θεολογία του ἁγιογραφεῖται κατά τόν καλύτερο τρόπο στίς εἰκόνες τῶν Ἀποστόλων κατά τόν Μυστικό Δεῖπνο.
.                 Τά ἁγιογραφημένα πρόσωπα τῶν Ἀποστόλων δείχνουν ὅτι ὁ ἐγκέφαλος ἔχει ἀδειάσει, ἀφοῦ δέν ὑπάρχουν μέσα οἱ λογισμοί, καί ὁ νοῦς, εὑρισκόμενος στήν καρδιά, προσεύχεται. Οἱ ἐλαφρές, ἐξωτερικές κινήσεις τοῦ προσώπου δείχνουν τήν ἔκσταση ἀπό αὐτήν τήν ὅραση τῆς καρδιᾶς πού προσεύχεται. Αὐτήν τήν διαδικασία τήν συναντᾶμε στήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ὅταν ὁ νοῦς εὑρίσκεται στήν καρδιά καί προσεύχεται αὐτοκινήτως, ὡς πρός τήν δική του ἐνέργεια, ἑτεροκινήτως δέ ὡς πρός τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ λογική παρακολουθεῖ ἐκστατική τήν ἐργασία τοῦ νοῦ, διότι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι λογική καί νοερά, καί οἱ δύο αὐτές ἐνέργειες κινοῦνται παραλλήλως.
.                 Ἔτσι, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι στήν ἁγιογραφία τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου βρίσκονται κοντά στόν Χριστό, βλέπουν τόν Χριστό, προσέχουν τόν λόγο Του, μετέχουν τῆς Χάριτος ἡ ὁποία προχέεται ἀπό τόν Χριστό, ὅμως αὐτό γίνεται ὄχι μέ τήν λογική, ἀλλά μέ τήν καρδιά. Διαφέρει, βέβαια, ἡ στάση τοῦ Ἰούδα, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει οὔτε κοινωνία μέ τόν Χριστό, ἀλλά οὔτε καί ὁ νοῦς του βρίσκεται μέσα στήν καρδιά. Ἄλλωστε, ἡ ἕνωση νοῦ καί καρδιᾶς γίνεται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἐν κοινωνίᾳ μέ τόν Χριστό.
.                 Μέ τήν ἀπεικόνιση τοῦ κέντρου τοῦ προσώπου νά βρίσκεται στήν καρδιά, ἐκτός τοῦ ὅτι δείχνει ὅτι τό πρόσωπο εἶναι ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος (Α΄ Πέτρ. γ΄, 4), συγχρόνως, φαίνεται καθαρά ἡ διαφορά μεταξύ τῆς ἡσυχαστικῆς θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς σχολαστικῆς θεολογίας ἀκόμη καί τῆς ἠθικολογίας πού ἀναπτύχθηκε στήν Δύση. Κατά τήν ὀρθόδοξη ἡσυχαστική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐκεῖνος πού ἀποκτᾶ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καί ὁρᾶ τόν Θεό, ἐνῶ κατά τόν σχολαστικισμό ἡ λογική ἀναζητᾶ, ἐρευνᾶ καί ἐπεξεργάζεται τόν Θεό, καί κατά τόν ἠθικισμό ἡ χριστιανική ζωή ἐξαντλεῖται μόνον ἐξωτερικά. Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης κάνει λόγο γιά τήν κυκλική κίνηση τοῦ νοῦ πρός τόν Θεό, ὅταν ὁ νοῦς ἀποσπᾶται ἀπό τόν αἰσθητό κόσμο, ἐπιστρέφει στήν καρδιά καί ἀπό ἐκεῖ ἀνέρχεται στόν Θεό. Αὐτό φαίνεται εὐδιάκριτα στίς ἁγιογραφίες τοῦ ἁγίου Σωφρονίου πού παρουσιάζουν ὅλην τήν ἡσυχαστική μέθοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
.                 Τό τέταρτο σημεῖο εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἁγιογραφώντας τά πρόσωπα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἴσως χωρίς νά τό συνειδητοποιῆ, ἁγιογραφοῦσε τόν ἑαυτό του, καί ὡς πρός τόν ἐξωτερικό καί τόν ἐσωτερικό κόσμο του. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ μορφή τῶν ἁγιογραφημένων Ἀποστόλων ὁμοιάζει μέ τήν μορφή τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, ἀλλά καί στά πρόσωπά τους ἀποτυπώνεται ἡ σύννοια τοῦ ἁγίου Σωφρονίου. Βεβαίως, αὐτό εἶναι τό πρόβλημα κάθε ζωγράφου, ἀφοῦ δέν μπορεῖ νά ἀποδεσμευθῆ ἀπό τήν κατάσταση τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλά ἐδῶ γίνεται κατά ἕναν φυσικό τρόπο, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ζοῦσε ἔντονα τό μυστήριο τῆς πνευματικῆς μεταμορφώσεώς του καί αὐτό περνοῦσε, χωρίς νά τό συνειδητοποιῆ, καί στίς ἁγιογραφίες.
.                 Ἔτσι, ὅταν ἐξετάζη κανείς προσεκτικά τίς ἁγιογραφίες τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, θά διασπιστώση ὅτι τά πρόσωπα τῶν περισσοτέρων Ἀποστόλων, ἰ διαιτέρως στόν Μυστικό Δεῖπνο, εἶναι προσωπογραφίες τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, σέ διάφορες ἡλικίες του, ἀλλά καί σέ διάφορες πνευματικές του καταστάσεις. Ἄλλωστε, τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων. Ὅταν τά διαβάζη κανείς προσεκτικά, διαπιστώνει κάθε φορά τήν πνευματική κατάστασή τους.
.                 Γενικά, ἡ ἁγιογραφία τοῦ ἁγίου Σωφρονίου εἶναι ἀπαύγασμα ὅλης τῆς θεολογίας του. Βλέποντας τίς ἁγιογραφίες αὐτές καταλαβαίνει κανείς τήν θεολογία του, καί διαβάζοντας τήν θεολογία του τήν βλέπει ἁγιογραφημένη στούς τοίχους τῆς Μονῆς του. Οἱ ἁγιογραφίες του δείχνουν ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι «εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. α΄, 15) καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκών τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά πρέπει νά φθάση καί στό καθ’ ὁμοίωση γιά νά ἐκπληρώση τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς του.
.                 Μέ ὅσα ἀνέφερα προηγουμένως, φαίνεται τό πῶς γνώρισα τόν ἅγιο Σωφρόνιο, πῶς τόν εἶδα, ὅταν λειτουργοῦσε, ὅταν ὁμιλοῦσε, ὅταν συζητοῦσε, ὅταν γελοῦσε, ὅταν σιωποῦσε, ὅταν προσευχόταν, ὅταν ἁγιογραφοῦσε. Ἔτσι, προσπάθησα νά σᾶς τόν μεταφέρω μέ τόν πενιχρό μου λόγο. Ἄς ἔχουμε τήν εὐχή του.–

 

, ,

Σχολιάστε

H ΤΡΑΓΩΔΙΑ τοῦ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ἀπόσπασμα ἀπὸ
τὸ βιβλίο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου (†)
«Ἡ ζωή Του ζωή μου»
ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ
Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 48-49

Ἡ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου

.                 Ἡ τραγωδία τῆς ἐποχῆς μας βρίσκεται κυρίως στὴν ἄγνοιά μας ἢ τὴν ἀδυναμία μας νὰ καταλάβουμε ὅτι ὑπάρχουν δύο βασίλεια, τὸ πρόσκαιρο καὶ τὸ αἰώνιο. Θὰ θέλαμε νὰ χτίσουμε τὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν στὴ γῆ ἀπορρίπτοντας κάθε ἰδέα γιὰ ἀνάσταση καὶ αἰωνιότητα. Ἡ ἀνάσταση εἶναι ἕνας μύθος. Ὁ Θεὸς εἶναι νεκρός.
.                 Ἂς ἐπιστρέψουμε πίσω στὴ βιβλικὴ ἀποκάλυψη, στὴ δημιουργία τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, καὶ στὸ πρόβλημα τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας. «Ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία» (Α´ Ἰωάν. 1,5). Ἡ ἐντολὴ ποὺ δόθηκε στοὺς πρωτοπλάστους στὸν παράδεισο, ἀποδεικνύει καὶ συγχρόνως δηλώνει ὅτι, παρότι ὁ Ἀδὰμ εἶχε ἀπόλυτη ἐλευθερία ἐκλογῆς, ἡ ἐκλογή του νὰ φάει ἀπὸ τὸ δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ θὰ εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα μία διακοπὴ σχέσεως μὲ τὸ Θεό, τὴ μοναδικὴ πηγὴ τῆς ζωῆς. Λαβαίνοντας γνώση τοῦ κακοῦ – μὲ ἄλλα λόγια μὲ τὴν ὑπαρξιακὴ σχέση μὲ τὸ κακό, ἀφοῦ γεύτηκε ὁ Ἀδὰμ τὸ κακό, ἀναπόφευκτα διέκοψε τὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος μὲ κανένα τρόπο δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει σχέση μὲ τὸ κακὸ (Β´ Κορ. 6,14.15). Διακόπτοντας τὴ σχέση μὲ τὸ Θεὸ ὁ Ἀδὰμ πεθαίνει. «ᾟ δ’ ἂν ἡμέρα φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ» καὶ ἔτσι ἀπομακρυνθεῖτε ἀπὸ ἐμένα, περιφρονώντας τὴν ἀγάπη μου, τὴν ἐντολή μου, τὸ θέλημά μου, «θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γέν. 2,17). Ὁ ἀκριβὴς τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖο «ἐδοκίμασεν» ὁ Ἀδὰμ τὸν καρπὸ τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ δὲν εἶναι οὐσιώδης. Ἡ ἁμαρτία τοῦ ἦταν ἡ ἀμφιβολία του γιὰ τὸν Θεό, ἡ ἐπιθυμία του νὰ καθορίσει τὴ ζωή του ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ Θεό, ἀκόμα ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ αὐτὸν κατὰ τὸν τύπο τοῦ Ἑωσφόρου. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ. Ἦταν μία κίνηση πρὸς αὐτοθεοποίηση. Ὁ Ἀδὰμ μποροῦσε νὰ ἐπιθυμεῖ φυσικὰ τὴν θεοποίηση, ἄλλωστε εἶχε δημιουργηθεῖ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, ἀλλὰ ἁμάρτησε στὸν τρόπο θεοποιήσεως, γιατί αὐτὴ δὲν ἔγινε διὰ μέσου της ἑνώσεώς του μὲ τὸν Θεὸ ἀλλὰ μὲ ρήξη. Τὸ ἑρπετὸ ἐξαπάτησε τὴν Εὔα, τὴ σύζυγο ποὺ ὁ Θεὸς εἶχε δημιουργήσει γιὰ τὸν Ἀδάμ, ἰσχυριζόμενο ὅτι ὁ Θεὸς ἔθετε αὐτὴ τὴν ἀπαγόρευση ποὺ τοὺς περιόριζε τὴν ἐλευθερία τους νὰ ἀναζητήσουν γνώση Θείας πληρότητας, τὴν ὁποία ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμοῦσε γι’ αὐτοὺς ποὺ «θὰ ἦταν ὡς θεοὶ γινώσκοντες τὸ καλὸν καὶ τὸ κακὸν» (Γέν. 3,5).
.           Συνάντησα τὴν ἰδέα τῆς τραγωδίας ὄχι στὴ ζωὴ ἀλλὰ στὴ φιλολογία. Οἱ σπόροι τῆς τραγωδίας –τὸ διαπίστωσα στὴ νεαρή μου ἠλικία– σπέρνονται ὅταν ὁ ἄνθρωπος συναρπάζεται ἀπὸ κάποιο ἰδανικό. Γιὰ νὰ πετύχει αὐτὸ τὸ ἰδανικό, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕτοιμος νὰ διακινδυνεύσει κάθε θυσία, κάθε ταλαιπωρία, ἀκόμα κι αὐτὴ τὴ ζωή του. Συμβαίνει ὅμως, ὅταν πετύχει τὸ ἀντικείμενο τῶν προσπαθειῶν του, ν’ ἀποδεικνύεται ὅτι αὐτὸ εἶναι μία ἀνόητη χίμαιρα. Ἡ πραγματικότητα δὲν ἀνταποκρίνεται σ’ αὐτὸ ποὺ εἶχε κατὰ νοῦ. Αὐτὴ ἡ λυπηρὴ ἀνακάλυψη ὁδηγεῖ σὲ βαθειὰ ἀπαγοήτευση, σ’ ἕνα τραυματισμένο πνεῦμα, ἕνα τερατώδη θάνατο.
.           Πολλοὶ ἄνθρωποι ἔχουν διαφορετικὰ ἰδανικά. Ὑπάρχει τὸ ἰδανικό τῆς δυνάμεως, ὅπως συνέβη μὲ τὸν Μπόρις Γκοντούνωφ. Στὴν ἐπιδίωξη τοῦ σκοποῦ του δὲν δίστασε οὔτε μπροστὰ στὴν αἱματοχυσία. Κατόπιν ὅμως ἀνακάλυψε ὅτι δὲν ἀπέκτησε αὐτὸ ποὺ ἀνέμενε· «ἔφτασα στὸ ὕψος τῆς δυνάμεως, ἀλλὰ ἡ ψυχή μου δὲν γνωρίζει εὐτυχία». Ἂν καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὸ πνεῦμα ἀπαιτοῦν εὐγενέστερη ἔρευνα, ὁ ἰδιοφυὴς στὸ βασίλειο τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τέχνης ἀργὰ ἢ γρήγορα ἀνακαλύπτει τὴν ἀνικανότητά του νὰ πραγματοποιήσει τὰ ἀρχικά του ὁράματα. Καὶ πάλι ἡ λογικὴ κατάληξη εἶναι ὁ θάνατος.
.           Ἡ μοίρα τοῦ κόσμου μὲ συγκλόνισε βαθειά. Ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ σὲ ὁποιοδήποτε στάδιο ἦταν ἀναπόφευκτα συνδεδεμένη μὲ ταλαιπωρίες. Ἀκόμα καὶ ἡ ἀγάπη ἦταν γεμάτη ἀντιθέσεις καὶ πικρὲς κρίσεις. Ἡ σφραγίδα τῆς καταστροφῆς ἦταν παντοῦ.

 

 

, , ,

Σχολιάστε

«Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ στερεὸν θεμέλιον τῆς ἐλπίδος διὰ τὴν μεταμόρφωσιν τῆς ζωῆς ἡμῶν ὅλης».

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡΙΟΥ ΦΩΤΟΣ

ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸν
ΛΟΓΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΝ
στὸ βιβλίο
Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
«ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ»,
Ἱ. Μ. Τ. Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 1996,
σελ. 172-176

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ.               Καὶ οὕτω (διὰ τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος) κατέστημεν σκήνωμα τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, τὰ δὲ σώματα ἡμῶν ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἰδού, παρὰ ταῦτα, εἴμεθα πτωχοὶ τῷ πνεύματι. Ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς γῆς ὑπάρχει ἀκόρεστος πείνα καὶ ἄσβεστος δίψα Θεογνωσίας, διότι ὁ ἀγὼν ἡμῶν εἶναι νὰ φθάσωμεν τὸν Ἄφθαστον, νὰ ἴδωμεν τὸν Ἀόρατον, νὰ γνωρίσωμεν τὸν ἐπέκεινα πάσης γνώσεως. Ἡ ὁρμὴ αὕτη αὐξάνει ἀκαταπαύστως εἰς ἕκαστον ἄνθρωπον, ὅταν τὸ Φῶς τῆς Θεότητος εὐδοκήσῃ νὰ καταυγάσῃ αὐτόν, ἔστω καὶ διά τινὸς ἀμυδρᾶς προσεγγίσεως Αὐτοῦ, διότι τότε εἰς τοὺς νοεροὺς ἡμῶν ὀφθαλμούς, ἀποκαλύπτεται ἐν ποίᾳ ἀβύσσῳ διαμένομεν. Ἡ ὅρασις αὔτη καταπλήττει ὅλον τὸν ἄνθρωπον, καὶ τότε ἡ ψυχὴ αὐτοῦ δὲν γνωρίζει ἀνάπαυσιν καὶ δὲν δύναται νὰ εὕρῃ αὐτήν, μέχρις ὅτου ἐλευθερωθῇ πλήρως ἀπὸ τοῦ περικρατοῦντος αὐτὴν σκότους, μέχρις ὅτου τὸ Φῶς τοῦτο πληθυνθῇ ἐν τῇ ψυχῇ καὶ ἑνωθῇ μετ’ αὐτῆς, τοσοῦτον ὥστε Φῶς καὶ ψυχὴ νὰ γίνουν ἕν, προκαταγγέλον τὴν θέωσιν ἡμῶν ἐν τῇ Θείᾳ δόξῃ.
.                Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ στερεὸν θεμέλιον τῆς ἐλπίδος διὰ τὴν μεταμόρφωσιν τῆς ζωῆς ἡμῶν ὅλης – ἥτις νῦν εἶναι πλήρης κόπου, ἀσθενείας, φόβου- εἰς ζωὴν ἄφθαρτον καὶ θεοειδῆ. […] Εἰς τοιαύτας ὥρας μαρτυρικῆς παραμονῆς, ἐν τοῖς ὀρίοις μεταξὺ τοῦ ἕλκοντος πρὸς ἑαυτὸ Ἀπροσίτου Φωτὸς τῆς Θεότητος καὶ τῆς ἀπειλητικῆς ἀβύσσου τοῦ σκότους […] ἐνδυναμωθῶμεν διὰ τῆς κραταιᾶς ἐλπίδος εἰς Ἐκεῖνον, Ὅστις διὰ τῆς παλάμης Αὐτοῦ βαστάζει ἀκόπως πᾶσαν τὴν κτίσιν. Ἐνθυμηθῶμεν ὅτι ἐν τῇ ζωῇ ἡμῶν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ὁμοιοτρόπως πᾶν ὅ,τι ἐτελέσθη ἐν τῇ ζωῇ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου, διὰ νὰ ἐλευθερωθῶμεν ἀπὸ παντὸς φόβου καὶ ὀλιγοψυχίας. Ἡ ὁδὸς εἶναι κοινὴ εἰς πάντας ἡμᾶς, κατὰ τὸν λόγον Αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός”· ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶναι καὶ μοναδική, διότι «οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα, εἰ μὴ δι’ Ἐμοῦ”. … ἐν ἀληθείᾳ, ὁ Κύριος κατέστη ὅμοιος πρὸς ἡμᾶς ἄνθρωπος, καὶ ἐν τῇ σαρκὶ ἡμῶν ἐφανέρωσε τὴν Θείαν τελειότητα, ὑπολιμπάνων Ἑαυτὸν ὑπογραμμὸν δι’ ἡμᾶς, τὸν ὁποῖον πολλοὶ προφῆται καὶ δίκαιοι “ἐπεθύμησαν ἰδεῖν”. Τοῦτο δὲ ὀφείλομεν νῦν νὰ πραγματοποιήσωμεν ἡμεῖς, ἕκαστος ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ, ὥστε διὰ τῆς ὁμοιώσεως πρὸς τὸν Χριστόν, κατὰ τὴν εἰκόνα τῆς ἐπιγείου ζωῆς Αὐτοῦ, νὰ καταστῶμεν ὅμοιοι Αὐτῷ καὶ κατὰ τὴν εἰκόνα τῆς Θείας ὑπάρξεως.
.              Παρακαλῶ ὑμᾶς, ὅπως μὴ ὀλιγοψυχήσωμεν ἀκούοντες τοὺς λόγους τῆς διδαχῆς ταύτης.
.          […] Αὕτη εἶναι ἡ ὀρθόδοξος πίστις καὶ ἡ ἀσάλευτος ἐλπίς, ἡ ὁποία δὲν θὰ καταισχυνθῆ, διότι θεμέλιον αὐτῆς εἶναι ἡ ἀψευδὴς μαρτυρία τοῦ Κυρίου. Καὶ ἐὰν νόθος ταπείνωσις θελήσῃ νὰ ὀνομάσῃ τοῦτο ὑπέρμετρον παρρησίαν ἢ εἰσέτι καὶ μωρίαν, τότε μνησθῶμεν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅστις ἀποκόπτων ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ὀλιγοψυχίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν παράλογον ὑπερηφανίαν τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος, λέγει ὅτι «εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας», ἀπορρίπτων τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν, καὶ μεταβάλλων εἰς μωρίαν τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου. Καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἡ πείρα τῆς ἀνθρωπότητος δεικνύει σταθερῶς εἰς ἡμᾶς ὅτι οἱ «σοφοὶ καὶ συνετοὶ» τοῦ αἰῶνος τούτου δὲν δύνανται νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Χριστόν, οὔτε εἰς τὸ Θαβώρ, οὔτε εἰς τὸν Γολγοθᾶν, οὔτε εἰς τὸ ὅρος τῶν Ἐλαιῶν. Οὕτως ἀγαπητοὶ δεῦτε, καὶ διὰ τῆς δυνάμεως τῆς πίστεως ἀναβῶμεν εἰς τὸ «ὄρος Κυρίου», σταθῶμεν ἀοράτως ἐν τῇ πόλει τοῦ Ζῶντος Θεοῦ, καὶ μετάρσιοι τῷ πνεύματι, ἴδωμεν τὴν ἄυλον Θεότητα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος, ἐν τῷ Μονογενεῖ Υἱῷ ἀπαστράπτουσαν. Ἀναβῶμεν οὐχὶ μετὰ ὑπερηφάνου παρρησίας, ἀλλὰ μετὰ φόβου καὶ τρόμου, ὡς ἀνάξιοι τῆς ἀναβάσεως καὶ ὁράσεως ταύτης, ἐν τούτοις ὅμως, μετ’ ἐλπίδος, ὅτι καὶ «ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς”, κατὰ τὴν ἄμετρον ἀγαθότητα τοῦ Οὐρανίου Πατρός, «θὰ λάμψη τὸ ἀΐδιον Φῶς» τῆς Θεότητος, ἡ ἄστεκτος λάμψις τοῦ ὁποίου ἔρριψε πρηνεῖς ἐπὶ τοῦ Θαβὼρ τοὺς ἐκλεκτοὺς Ἀποστόλους.

[…]

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: orp.gr

,

Σχολιάστε

«Ω, ΚΑΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΑΜΕ ΠΟΣΟ ΑΓΑΠΑ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΟΣΟΥΣ ΤΗΡΟΥΝ ΤΙΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ»

 Ἀπὸ τὸ βιβλίο

Ἀρχιμ. Σωφρονίου
«Ὁ Γέροντας [Ἅγιος] Σιλουανὸς [ὁ Ἀθωνίτης]»

Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ 1985, σελ. 427-429

.           Ἡ ψυχή μου γεμίζει ἀπὸ φόβο καὶ τρόμο, ὅταν ἀναλογίζωμαι τὴν δόξα τῆς Θεομήτορος.
.            Εἶναι ἐνδεὴς ὁ νοῦς μου καὶ φτωχὴ κι ἀδύναμη ἡ καρδιά μου, ἀλλὰ ἡ ψυχή μου χαίρεται καὶ παρασύρομαι στὸ νὰ γράψω ἔστω καὶ λίγα λόγια γι᾽ Αὐτήν.
.           Ἡ ψυχή μου φοβᾶται νὰ τὸ ἀποτολμήση, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη μὲ πιέζει νὰ μὴν κρύψω τὶς εὐεργεσίες τῆς εὐσπλαγχνίας Της.
.           Ἡ Θεοτόκος δὲν παρέδωσε στὴν Γραφὴ οὔτε τὶς σκέψεις Της οὔτε τὴν ἀγάπη Της γιὰ τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Της οὔτε τὶς θλίψεις τῆς ψυχῆς Της, κατὰ τὴν ὥρα τῆς σταυρώσεως, γιατί οὔτε καὶ τότε θὰ μπορούσαμε νὰ τὰ συλλάβωμε. Ἡ ἀγάπη Της γιὰ τὸν Θεὸ ἦταν ἰσχυρότερη καὶ φλογερότερη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῶν Χερουβεὶμ καὶ τῶν Σεραφεὶμ κι ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν Ἀγγέλων καὶ Ἀρχαγγέλων ἐκπλήσσονται μ᾽ Αὐτήν.
.           Παρ᾽ ὅλο ὅμως ποὺ ἡ ζωὴ τῆς Θεοτόκου σκεπαζόταν, θὰ λέγαμε, ἀπὸ τὴν ἁγία σιγή, ὁ Κύριος ὅμως φανέρωσε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας πὼς ἡ Παναγία μας ἀγκαλιάζει μὲ τὴν ἀγάπη Της ὅλο τὸν κόσμο καὶ βλέπει μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς γῆς καί, ὅπως καὶ ὁ Υἱός Της, ἔτσι κι Ἐκείνη σπλαγχνίζεται καὶ ἐλεεῖ τοὺς πάντες.
.              Ὤ, καὶ νὰ γνωρίζαμε πόσο ἀγαπᾶ ἡ Παναγία ὅλους, ὅσους τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, καὶ πόσο λυπᾶται καὶ στενοχωριέται γιὰ κείνους ποὺ δὲν μετανοοῦν! Αὐτὸ τὸ δοκίμασα μὲ τὴν πείρα μου.
.              Δὲν ψεύδομαι, λέω τὴν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πὼς γνωρίζω πνευματικὰ τὴν Ἄχραντη Παρθένο. Δὲν Τὴν εἶδα, ἀλλὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νὰ γνωρίσω Αὐτὴν καὶ τὴν ἀγάπη Της γιά μᾶς. Χωρὶς τὴν εὐσπλαγχνία Της ἡ ψυχή μου θὰ εἶχε χαθῆ ἀπὸ πολὺν καιρό. Ἐκείνη ὅμως εὐδόκησε νὰ μ᾽ ἐπισκεφθῆ καὶ νὰ μὲ νουθετήση, γιὰ νὰ μὴν ἁμαρτάνω. Μοῦ εἶπε: «Δὲν μ᾽ ἀρέσει νὰ βλέπω τὰ ἔργα σου». Τὰ λόγια Της ἦταν εὐχάριστα, ἤρεμα, μὲ πραότητα καὶ συγκίνησαν τὴν ψυχή. Πέρασαν πάνω ἀπὸ σαράντα χρόνια, μὰ ἡ ψυχή μου δὲν μπορεῖ νὰ λησμονήση ἐκείνη τὴν γλυκειὰ φωνὴ καὶ δὲν ξέρω πῶς νὰ εὐχαριστήσω τὴν ἀγαθὴ καὶ σπλαγχνικὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ.
.           Ἀληθινά, Αὐτὴ εἶναι ἡ βοήθειά μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ μόνο τ᾽ ὄνομά Της χαροποιεῖ τὴν ψυχή. Ἀλλὰ κι ὅλος ὁ οὐρανὸς κι ὅλη ἡ γῆ χαίρονται μὲ τὴν ἀγάπη Της.
.           Ἀξιοθαύμαστο κι ἀκατανόητο πράγμα. Ζῆ στοὺς οὐρανοὺς καὶ βλέπει ἀδιάκοπα τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ δὲν λησμονεῖ κι ἐμᾶς τοὺς φτωχοὺς κι ἀγκαλιάζει μὲ τὴν εὐσπλαγχνία Της ὅλη τὴν γῆ κι ὅλους τοὺς λαούς.
.            Κι αὐτὴ τὴν Ἄχραντη Μητέρα Του ὁ Κύριος τὴν ἔδωσε σ᾽ ἐμᾶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἐλπίδα μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πνευματική μας Μητέρα καὶ βρίσκεται κοντά μας κατὰ τὴν φύση σὰν ἄνθρωπος καὶ κάθε χριστιανικὴ ψυχὴ ἑλκύεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς Αὐτήν.

 

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΦΡΙΚΑΛΕΟ ΚΑΡΟΥΛΙ 2 «Καὶ αὐτοὶ οἱ τολμῶντες αἰσθάνονται ὅτι διαπερνοῦν μὲ τὸ “πορθμεῖον” εἰς μίαν ἄλλην ζωὴν καὶ ἄλλον τόπον.»

ΤΟ ΦΡΙΚΑΛΕΟ ΚΑΡΟΥΛΙ [Β´]

Μοναχὸς Χαρίτων
Καρούλια, 2.5.1992

περιοδ. «ΠΡΩΤΑΤΟΝ», 
ἀρ. τ. 35
(Μάϊος-Ἰούν. 1992)

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: ΣΤΟ ΦΡΙΚΑΛΕΟ ΚΑΡΟΥΛΙ 1 https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/17/στὸ-φρικαλέο-καρούλι/

.          Στὴν ἑπόμενη Καλύβη κατοικεῖ ὁ Σέρβος Ἱερομόναχος παπα-Στεφάν. Σ’ αὐτὴν ἀσκήτευσε προπολεμικῶς καὶ ὁ Γερο-Σωφρόνιος. Ἐδῶ συνέγραψε καὶ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Γέροντος Σιλουανοῦ. Ἔκτισε ὁ παπα-Στεφὰν μικρὸ ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Σάββα ἀρχιεπισκόπου Σερβίας. Ἐπὶ καθημερινῆς βάσεως κρούει τὴν καμπάνα τὰ μεσάνυχτα καὶ ξυπνᾶ τοὺς ἀμελεῖς. Εἶναι συγγραφεὺς καὶ τὸν πλησιάζουν τὰ πουλιὰ ὡς μαρτυρεῖ καὶ μιὰ φωτογραφία σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ βιβλία του.
.          Λίγο πιὸ πάνω εἶναι τὸ ξεροκάλυβο -σπηλιὰ τοῦ μοναχοῦ Θεολόγου, ὁ ὁποῖος τέλειωσε τὴν ζωή του μὲ πτῶσι ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ βράχια. Ὁ παπα-Νίκων ἐτελείωσε τὴν ζωή του σ’ ἕνα σπιτάκι δεξιὰ ὅπως ἀνεβαίνουμε τὸ λιθόστρωτο καλντερίμι.
.          Ἔπειτα συναντοῦμε τὴν Καλύβυη τοῦ μοναχοῦ Νείλου τοῦ Ρώσου, ὁ ὁποῖος εἶχε σκάψει τὸν τάφο του κι ἐκεῖ ἔκανε τὶς ἀκολουθίες του· ὅπως διηγεῖται ὁ μοναχὸς Σάββας Νεοσκητιώτης, τὸν βρῆκε καθιστὸν καὶ προσευχόμενον μὲ τὸ κομποσχοίνι τεθνεῶτα ἤδη. Τὴν Καλύβη του ἐπῆρε καὶ ἀνεκαίνισε ἐκ βάθρων ὁ μοναχὸς Γερόντιος Πελοποννήσιος, κατὰ κόσμον Γεώργιος Κερκεμέζος, ταξίαρχος τῆς Ἑλληνικῆς Ἀστυνομίας σὲ πολεμικὴ διαθεσιμότητα.
.          Προχωρώντας συνασντοῦμε δεξιά μας τὸ Καλύβι τοῦ Ρώσου Ἰωήλ, ἀσκητικοῦ καὶ ἀγωνιστοῦ μοναχοῦ Μάρκου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ἁπλοῦς καὶ ἀπέριττος μοναχός. Πιὸ πάνω εἶναι ἡ Καλύβη τῆς Ἁγίας Τριαάδος. Ἐδῶ ἐμόνασε ὁ παπα-Θεοδόσιος πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου Πετρουπόλεως. Ἔζησε ἐδῶ ἀπὸ τὸ 1900 ἕως τὸ 1937. Τὸν εἶχαν καλέσει γιὰ πατριάρχη στὴ Ρωσία πρὶν ἀπὸ τὸν Νίκωνα ἀλλὰ δὲν δέχθηκε. Τὸν παρασημοφόρησε ἡ ρωσικὴ σύνοδος καὶ ὁ τσάρος. Ὑπάρχει καὶ σχετικὴ τιμητικὴ περγαμηνή, ἡ ὁποῖα φυλάσσεται στὰ Καρούλια.
.          Κατὰ τὸ ἔτος 1920 κατέφθασε πεζοπορῶν ἐκ Ρωσίας ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ τσαρικοῦ στρατοῦ, ὁ μετέπειτα στάρετς Νικοντίμ. Ἔμεινε ἐπὶ δεκαεπτὰ ἔτη ὡς ὑποτακτικὸς τοῦ παπα -Θεοδόσιου καὶ ἐκοιμήθη τὸ ἔτος 1984 εἰς ἡλικίαν 98 ἐτῶν. Προηγουμένως ἀναφέραμε τὶς τελευταῖες μέρες του, οἱ ὁποῖες ἐπισφράγισαν τὴν ὁσιακὴ βιοτή του. Ἔφυγε ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἀπὸ τὴν μαρξιστικὴ λαίλαπα ποὺ σάρωσε τὴν πατρίδα του καὶ βρῆκε καταφύγιο στὰ ἀφιλόξενα βράχια τῶν Καρουλίων. Ὁ γράφων αὐτὲς τὶς γραμμὲς ἐνθυμεῖται μὲ πόσην συγκίνησιν τὸν ἐδέχθη ὁ στάρετς Νικοντίμ, ὅταν τὸν ἐπεσκέφθη σὲ μιὰ ἀναστάσιμη ἐποχὴ καὶ ἔψαλε τὸ Χριστὸς Ἀνέστη! Ὁ ἀσκητής, ὅταν ρωτήθηκε γιὰ τὴν στάση τῶν Ἑλλήνων, ἀπάντησε μὲ δάκρυα καὶ συγκίνηση ὅτι αὐτοὶ τοὺς περιέβαλαν μὲ ἀγάπη, ποὺ ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸ μοναστήρι τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου καὶ διεχέετο καὶ πρὸς αὐτοὺς καὶ στὶς πλούσιες ψυχὲς τῶν φτωχῶν ἀσκητῶν τῆς περιοχῆς.
.          Στὸ μέσα Καρούλι ἡ προσπέλασις γίνεται μόνο μὲ ἁλυσίδες. Χαίνων γκρεμὸς καὶ σκληροὶ βράχοι προκαλοῦν τὸν ἴλιγγο. Λίγοι ἀποτολμοῦν τὴν μετάβασιν ἐπειδὴ ὁ τόπος αὐτὸς δὲν προσφέρεται για ἐρασιτέχνες τοῦ πνεύματος, διότι καὶ αὐτοὶ οἱ τολμῶντες αἰσθάνονται ὅτι διαπερνοῦν μὲ τὸ «πορθμεῖον» εἰς μίαν ἄλλην ζωὴν καὶ ἄλλον τόπον. Ἡ πρώτη σπηλιὰ ποὺ συναντοῦμε εἶχε κάποτε ἐντός της κτίσματα καὶ σώζεται κτιστὸ εἰκονοστάσι καθὼς καὶ πηγάδι γιὰ βρόχινο νερό. Συνεχίζοντας τὸ μονοπάτι βλέπουμε ἐρείπια Καλυβῶν καὶ στέρνες γιὰ βρόχινο νερό. Ἔπειτα κατεβαίνουμε τὶς ἀπότομες καὶ μετέωρες σκάλες καὶ συναντοῦμε τὴν προαναφερθεῖσα σπηλιὰ τῆς Γεννήσεως, ὅπου ζοῦσε γιὰ ἀρκετὲς δεκαετίες ὁ ἀσκητὴς Παχώμιος, ποὺ βρῆκε τραγικὸ θάνατο ἐκ πτώσεως στὸ κενὸ ἐνῶ μετέφερε τὰ καλάθια του.
.          Ἔπειτα συναντοῦμε τὴν Καλύβη τοῦ Γέροντος Διονυσίου Διονυσιάτου, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη κατὰ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1960. Ἐσχάτως ἐδῶ ἔμενε ὁ παπα-Ἀντώνης ὁ Ρῶσος. Συγγραφεὺς καὶ γλωσσομαθής, ὁ ὁποῖος λόγῳ βαρειᾶς ἀσθενείας κατέφυγε στὴν μονὴ τοῦ ρωσικοῦ.
.          Πάνω ἀπὸ αὐτὸ ὑπάρχει ἡ κατεστραμμένη σήμερα Καλύβη μὲ βαθὺ σπήλαιο, ὅπου ἔζησε ἐπὶ 50 σχεδὸν χρόνια ὁ μεγάλος ἀσκητὴς Βαρθολομαῖος Διονυσιάτης. Λίγο πιὸ ψηλὰ καὶ δεξιὰ εἶναι τὸ ἡσυχαστήριο τῆς Προρταϊτίσσης. Ἐδῶ ἔζησαν ἐσχάτως ὁ Ρῶσος στάρετς Ἀλέξανδρος κάτοχος τῆς νοερᾶς προσευχῆς, μὲ τὸν ὑποτακτικό του Ἑλληνοπόντιο Ἀνδρέα.
.          Ἀκριβῶς ἀπέναντι βρίσκεται τὸ προμνημονευθὲν ἱστορικὸ κελλὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Πίσω ἀπ’ αὐτὸ εἶναι τὸ ἀσκητήριο τοῦ μοναχοῦ Φιλαρέτου. Ἦταν προηγουμένως προϊστάμενος στὴν μονὴ Σταυρονικήτα ἀλλὰ ἐγκατέλειψε τ’ ἀξιώματα καὶ τὶς δόξες καὶ προτίμησε τὴν ἀνωνυμία καὶ τὴν ἀφάνεια. Ἦτο ἀκτήμων καὶ ἀνυπόδητος καὶ ἔφτασε στὸ σημεῖο τὸ μοναδικὸ παντελόνι του νὰ φθάνη μέχρι τὰ γόνατα ἀπ’ ὅπου ἐκρέμονταν τὰ κρόσια πρὸς τὰ κάτω… Ἐπρόκειτο περὶ ἀκάκου καὶ ὁσίου μοναχοῦ. Περὶ αὐτοῦ ἔγραψαν Ἕλληνες καὶ ξένοι συγγραφεῖς. Παραπλεύρως ὑπάρχουν δυὸ ἀπρόσιτες ἀητοφωλιές. Μία ἐκ τῶν δύο κατοικεῖται ἀπὸ τὸν μοναχὸ Ἀρσένιο τὸν βιβλιοδέτη.
.          Πάνω ψηλὰ ὡς ἐπιστέγασμα τῶν Καρουλίων σώζονται τὰ ἐρείπια τοῦ περίφημου βιαστοῦ Γέροντος-Γαβριὴλ Πελοποννησίου. Ὑπῆρχε καὶ ναὸς τῶν Ἀρχαγγέλων. Ἦτο μονοχίτων καὶ μέγας νηστευτής. Τὸ μοναδικό του παντελόνι μὲ πολυάριθμα μπαλώματα σώζεται σήμερα στὴν Καλύβη τῶν Ἀβραμιαίων στὴν Ν. Σκήτη. Τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του βρῆκε καταφύγιο ὁ καταταλαιπωρημένος ἀσκητὴς στὴν ἀδελφότητα τῶν Δανιηλαίων. Ἡ ἀδελφότης αὐτὴ ἐνίσχυσε καὶ περιέθαλψε πολλοὺς ἐρημίτας εἰς ὅλην τὴν περιοχήν. «Τοιαύτη ἡ Καλύβη τοῦ Δανιήλ, ὅν ἐπαξίως δύναταί τις νὰ ὀνομάση τὸν προεστῶτα τῶν Κατουνακίων» κατὰ τὸν Εὐλόγιο Κουρίλα στὴν Ἱστορία τοῦ Ἀσκητισμοῦ. Ὁ ἴδιος συγγραφεὺς ἐν συνεχείᾳ: «Οὐδεμία σχεδὸν παρηγορία ἐκ τῶν προϊόντων τοῦ ἐδάφους ὑπάρχει ἐνταῦθα, ἀφοῦ τὸ σπουδαῖον στοιχεῖον, τὸ ὕδωρ, λείπει ἐντελῶς καὶ πίνουσιν ὄμβριον…». Τὸ μόνο ἄφθονο προϊὸν ἐδῶ εἶναι τὰ φραγκόσυκα.
.          Στὴν σημερινὴ ἐποχὴ τῶν ἀνέσεων καὶ τῆς καταστροφῆς τοῦ ἁγιορειτικοῦ τ’ ἀπαράκλητα Καρούλια ὑπενθυμίζουν σ’ ὅλους μας τὴν προσήλωσι στὸ ἀσκητικὸ καὶ πατερικὸ ἱδεῶδες τῶν ἀρχαίων χρόνων. Οἱ πατέρες ἐδῶ ἄντεξαν στὶς παντοειδεῖς δοκιμασίες καὶ ἐτάφησαν ἐδῶ ἐμπνεόμενοι καὶ φωτιζόμενοι ἀπὸ τὸ ἐπικὸ Ἀπολυτίκιο τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν καὶ προστάτου Ἀθανασίου: «Τὴν ἐν σαρκὶ ζωήν σου κατεπλάγησαν, Ἀγγέλων τάγματα, πῶς μετὰ σώματος, πρὸς ἀοράτους συμπλοκὰς ἐχώρησας ἀοίδιμε, καὶ κατετραυμάτισας τῶν δαιμόνων τὰς φάλαγγας· Ὅθεν Ἀθανάσιε, ὁ Χριστὸς σὲ ἠμείψατο, πλουσίαις δωρεαῖς· διὸ πάτερ πρέσβευε σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

, , ,

Σχολιάστε

ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΙΟΘΕΣΙΑΝ (Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ) 7

✝ Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΙΟΘΕΣΙΑΝ

Ἀπὸ τὸ περιοδ. «ΠΡΩΤΑΤΟΝ»,

(ἀρ. τ. 45, Ἰαν.-Φεβρ. 1994)


Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

[Ζ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/19/ἀπὸ-τὴν-μετάνοιαν-εἰς-τὴν-υἱοθεσία/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/20/ἀπὸ-τὴν-μετάνοιαν-εἰς-τὴν-υἱοθεσία-2/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/21/ἀπὸ-τὴν-μετάνοιαν-εἰς-τὴν-υἱοθεσία-3/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/22/ἀπὸ-τὴν-μετάνοιαν-εἰς-τὴν-υἱοθεσία-4/
Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/23/ἀπὸ-τὴν-μετάνοιαν-εἰς-τὴν-υἱοθεσία-5/
ϛ´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/27/ἀπὸ-τὴν-μετάνοιαν-εἰς-τὴν-υἱοθεσία-6/

Ἡ Υἱοθεσία

.         Δὲν ἐνθυµοῦµαι ἐὰν ἀπήντησα εἰς µίαν ἐρώτησιν, ποὺ εἶχε ὑποβάλει γραπτῶς ἕνας ἀπὸ σᾶς: «Πότε ὁ Ἰσραὴλ ἔλαβε τὴν υἱοθεσίαν;» Ἴσως ἔπρεπε νὰ λεχθοῦν δύο λόγια διὰ τὸ θέµα αὐτό.
.         Ὅταν ἐν τῇ προσευχῇ στρεφώµεθα πρὸς τὸν Θεόν, κατὰ τὴν συµβουλὴν τοῦ ἁγιορείτου γέροντος ποὺ εἶχα ἀναφέρει προηγουµένως, δὲν θὰ τοῦ ζητήσωµεν µικρὰ πράγµατα, ἀλλὰ θὰ ἀπευθυνώµεθα εἰς τὸν µέγαν Θεὸν διὰ µεγάλα πράγµατα. Ὅµως, νὰ διακρίνετε αὐτὰς τὰς δύο «στιγµάς»: ποῦ τελειώνει ἡ ἠθικὴ καὶ ποῦ ἀρχίζει ἡ θεϊκὴ ὀντολογία … Ἀναγινώσκοµεν εἰς τοὺς Ψαλµοὺς τὴν ἑξῆς ἔκφρασιν «Σός εἰµι ἐγώ, σῶσόν µε» (Ψ. ριη´ 95). Ὅταν προφέρωµεν αὐτὰ τὰ λόγια, εἶναι δυνατὸν νὰ µᾶς φανοῦν ὑπερβολικά. Πῶς, ἐσὺ ἄνθρωπε, ἠµπορεῖς νὰ πεῖς εἰς τὸν Θεὸν «Σός εἰµι ἐγώ, σῶσόν µε»; Μήπως ὁ Θεὸς ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἐσένα; Αὐτὸ ποὺ κάνεις εἶναι ἆραγε τόσον σπουδαῖον, ὥστε πρέπει ὁ Θεὸς νὰ ἔλθη νὰ σὲ συναντήση; Ὑπάρχει ὅµως µία στιγµή, ποὺ ὁ Θεὸς λέγει αἰφνιδίως εἰς τὸν ἄνθρωπον: «Υἱός µου εἶ σύ, ἐγὼ σήµερον γεγέννηκά σε» (Ψ. β´ 7). Ὅταν προσευχώµεθα, λέγοντες «Σός εἰµι ἐγώ, σῶσόν µε», δὲν πρόκειται νὰ ξεπεράσωµεν τὸ ἠθικὸν ἐπίπεδον. Πράγµατι, δυνάµεθα νὰ ζητήσωµεν τὴν υἱοθεσίαν, ἀλλὰ δὲν ἠµποροῦµε νὰ εἴµεθα βέβαιοι, ὅτι τοῦτο ἐπραγµατοποιήθη δι᾽ ἡµᾶς. Μόνον ὁ Θεὸς ἠµπορεῖ νὰ βεβαιώση τοῦτο. Εναι, πράγµατι, νόητον γχείρηµα ν ζητήσωµεν τν θέωσιν χωρς τν Θεόν, πως τ καµε δµ ες τν Παράδεισον. Μόνον ταν διος Θες διορθώση τν διατύπωσιν ατήν, λέγοντας «Ναί, Υἱός µου ε σύ», τότε υοθεσία λαµβάνει ριστικν κα αώνιον χαρακτήρα.
.         Τὸ «Σός εἰµι ἐγώ, σῶσόν µε» σηµαίνει, ὅτι εἰς τὰ ὅρια τοῦ ἠθικοῦ µου εἶναι, δὲν βλέπω κανένα καλλίτερον ἀπὸ Ἐσένα, ἀλλὰ Ἐσὺ σῶσον µε. Τοῦτο ὄµως δὲν σηµαίνει καθόλου ὅτι εἶµαι υἱός Σου, µέχρι νὰ µαρτυρήσης Ἐσὺ ὅτι, πράγµατι, εἶµαι. Εἰς τὰ τρία συνοπτικὰ Εὐαγγέλια γράφεται, ὅτι ἠκούσθη ἡ φωνὴ τοῦ Πατρὸς λέγουσα διὰ τὸν Ἰησοῦν «Οὗτος ἐστιν ὁ Υἱός µου ὁ ἀγαπητός, αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. ιζ´ 5, Μκ θ´ 7, Λκ θ´ 35). Ἐχρειάζετο ἡ µαρτυρία τοῦ ἰδίου τοῦ Πατρὸς διὰ νὰ βεβαιωθῆ µετὰ δυνάµεως, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι, ὄντως, υἱὸς τοῦ Πατρός.

.          Ἀλλὰ φοβοῦµαι µήπως ὑπερβῶ τὸ µέτρον καὶ σᾶς κουράσω, πέραν τῶν ἀνθρωπίνων δυνάµεων. Νὰ µὲ συγχωρῆτε καὶ ἂς τελειώσω µὲν ἐδῶ καὶ ἂς εὐχαριστήσωµεν τὴν Θεοτόκον ποὺ ἐγέννησε εἰς τὸν κόσµον τὸν Λόγον τοῦ Πατρός, τὸν Λόγον, τὸν πάντων τῶν ἁγίων ἁγιώτερον Λόγον.

+ Ἀρχιµανδρίτης Σωφρόνιος

, ,

Σχολιάστε

ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΙΟΘΕΣΙΑΝ (Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ) 6 «Νὰ παραµένετε ἐν πνεύµατι ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκεται ὁ Κύριος».


✝ Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΙΟΘΕΣΙΑΝ

Ἀπὸ τὸ περιοδ. «ΠΡΩΤΑΤΟΝ»,

(ἀρ. τ. 45, Ἰαν.-Φεβρ. 1994)


Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

[ϛ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/19/ἀπὸ-τὴν-μετάνοιαν-εἰς-τὴν-υἱοθεσία/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/20/ἀπὸ-τὴν-μετάνοιαν-εἰς-τὴν-υἱοθεσία-2/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/21/ἀπὸ-τὴν-μετάνοιαν-εἰς-τὴν-υἱοθεσία-3/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/22/ἀπὸ-τὴν-μετάνοιαν-εἰς-τὴν-υἱοθεσία-4/ 

Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/23/ἀπὸ-τὴν-μετάνοιαν-εἰς-τὴν-υἱοθεσία-5/

Πῶς νὰ διάγωµεν εἰς τὴν σύγχρονον ἀποστασίαν;

.         Κατὰ τὴν σηµερινὴν ἐποχὴν ὁ κόσµος ἀποστρέφεται τὸν Χριστόν. Καί τοῦτο εἶναι τὸ θλιβερώτερον τὸ τραγικώτερον, τὸ φοβερώτερον γεγονὸς τῆς ἐποχῆς µας. Νὰ χάσωµεν, δηλαδή, τὸν Χριστὸν διὰ δευτέραν φοράν, ὅπως τὸν ἔχασε καὶ ὁ Ἀδὰµ εἰς τὸν Παράδεισον. Πῶς εἶναι δυνατόν;
.         Πρέπει νὰ ὑποφέρωµεν τὰς µικρὰς θλίψεις τῆς καθηµερινῆς µας ζωῆς καὶ νὰ µὴ πέσωµεν εἰς τὴν ὀργήν, εἰς τὸ µῖσος ἢ ὁ,τιδήποτε παρόµοιον, καὶ ἔτσι θὰ ἠµποροῦµεν νὰ βλέπωµεν τὸν πόνον τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὄχι τὴν κακὴν αὐτοῦ πλευράν. Μία τέτοια στάσις χαρακτηρίζει τὴν ζωὴν ἑνὸς ἀληθῶς µεγάλου ἀνθρώπου, ἡ ὁποία µᾶς ὑπερβαίνει καὶ περὶ τῆς ὁποίας δὲν δυνάµεθα ἀκόµη νὰ ὁμιλήσωµεν. Ἀλλ᾽ ὅµως τοῦτο ἀρχίζει ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου καταλήγω, σχεδόν, εἰς τὴν κάθε σύναξίν µας. Ἀκόµη καὶ εἰς τὰς µικροτέρας λεπτοµερείας τῆς ζωῆς, νὰ παραµένετε ἐν πνεύµατι ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκεται ὁ Κύριος, πέραν τοῦ «καταπετάσµατος» τῆς ὀγδόης ἡµέρας. Παραµένετε ἐκεῖ ἐν πνεύµατι, ἀλλὰ σωµατικῶς νὰ συνηθίζετε νὰ ζῆτε εἰς τὰς συγκεκριµένας περιστάσεις τῆς ζωῆς σας. Τὸ πνεῦµα τοῦ ἀνθρώπου εὑρίσκεται εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς διὰ νὰ µάθη νὰ διακρίνη µέσα εἰς αὐτὰ τὸ Ὄν. Συχνὰ ὁ Κύριος συµπεριφέρεται µαζί µας, ὡσὰν νὰ µἡ ἀντιλαµβάνεται τὴν ἀδυναµίαν µας. Δὲν θὰ ἦτο ὑποφερτὸς ὁ κόσµος αὐτός, ἂν ὁ Χριστὸς δὲν ἦτο Θεός. Ἀλλ᾽ ἐφ᾽ ὅσον εἶναι Θεός, τὰ πάντα εἶναι κατορθωτά. Καὶ ἂς εἴπωµεν εἰς τὸν Πατέρα αὐτὸν – διότι εἶναι Πατὴρ ἡµῶν – εἰς ὄλας τὰς θλίψεις µας «Δόξα σοι, Ὕψιστε Θεέ, δόξα σοι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».

, ,

Σχολιάστε