Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀρχιμ. Νικόλ. Ἰωαννίδης

«ΜΕΡΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ»: ΜΙΑ “ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ” ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

 Ἀρχιμ. Νικολάου Ἰωαννίδη
Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
«Μέρες  Ἀποκάλυψης στὴν  Ἰωνία
– Τὸ δράμα τῶν Ἑλλήνων τῆς  Ἰωνίας 1914-1922»
(ἐκδ. «Ἀρχονταρίκι»)

.             Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς θλιβερῆς ἐπετείου τῶν ἑκατὸ ἐτῶν ἀπὸ τὴν Μικρασιατικὴ καταστροφὴ (1922) καὶ τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάνης (1923), θὰ ἤθελα νὰ δημοσιεύσω μία παρουσίαση τοῦ ἐκλεκτοῦ βιβλίου «Μέρες  Ἀποκάλυψης στὴν  Ἰωνία, τὸ δράμα τῶν Ἑλλήνων τῆς  Ἰωνίας 1914-1922» τοῦ φίλου Γιώργου Παπαθανασόπουλου, δημοσιογράφου, χημικοῦ καὶ θεολόγου. Τὸ βιβλίο, ὅσο θὰ ὑπάρχουν οἱ μνῆμες τῆς Γενοκτονίας τοῦ 1922, θὰ εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρο.
.             Τὸ βιβλίο «Μέρες  Ἀποκάλυψης στὴν  Ἰωνία, τὸ δράμα τῶν Ἑλλήνων τῆς  Ἰωνίας 1914-1922» εἶναι ἱστορικὸ μυθιστόρημα, ποὺ  ἀναδεικνύει τὸν κ. Παπαθανασόπουλο ὄχι μόνον ὡς ἕναν δόκιμο συγγραφέα καὶ δημοσιογράφο, ὅπως τὸν γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, ἀλλὰ καὶ ὡς ἕναν ὑψηλοῦ ἐπιπέδου γλαφυρὸ λογοτέχνη – μυθιστοριογράφο, τοῦ ὁποίου τὶς ἱκανότητες τὶς ἀναγνωρίζει καὶ τὶς χαίρεται ὅποιος διαβάσει τὸ βιβλίο αὐτό.
.             Προσωπικά, διαβάζοντας τὸ βιβλίο, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς σκέψεις ποὺ ἀνέφερα, ἔνιωσα πνευματικὴ κατάνυξη καὶ ἐθνικὴ ὑπερηφάνεια. Αἰσθάνθηκα τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴ σπουδαιότητα τῆς ἐθνικῆς καὶ πνευματικῆς μας ταυτότητας, καὶ τὸ πόσο σημαντικὸ εἶναι γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ μέλλον μας νὰ τὴν γνωρίζουμε.  Ὁ φίλος Γιῶργος Παπαθανασόπουλος εὐφυῶς διάλεξε τὸ εἶδος τοῦ ἱστορικοῦ μυθιστο-ρήματος, γιὰ νὰ καταγράψει τὸ κομμάτι αὐτὸ τῆς ἱστορίας μας, τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφή, καὶ νὰ μᾶς περάσει τὰ σπουδαῖα νοήματα ποὺ ἐξάγονται ἀπ’ αὐτή. Καὶ ἔπραξε ἄριστα, γιατί τὸ ἱστορικὸ μυθιστόρημα καταγράφει πιστῶς τὴν ἱστορία καὶ ἀναδεικνύει τὰ συμπεράσματα τῶν ἱστορικῶν γεγονότων, ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπόψη, καὶ προσφέρει -θὰ ἔλεγα διδάσκει- μὲ ἕναν εὐχάριστο καὶ ξεκούραστο τρόπο, ὅσους δυστυχῶς δὲν μποροῦν ἢ δὲν θέλουν νὰ ἀνατρέξουν σὲ ἐπιστημονικὲς ἱστορικὲς μελέτες.
.             Ἐπειδὴ ἐκτιμῶ πολὺ τὸ ἱστορικὸ μυθιστόρημα, γιατί εὔκολα μεταφέρει, ὅπως ἀνέφερα, ἱστορία, ἤθη, ἔθιμα κ.λπ., θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἀναφερθῶ γιὰ λίγο σ’ αὐτὸ καὶ νὰ πῶ ὅτι πρόκειται γιὰ ἐκεῖνο τὸ λογοτεχνικὸ εἶδος, στὸ ὁποῖο γίνεται ἀπόπειρα νὰ δημιουργηθεῖ μία δραματικὴ δομὴ μυθοπλασίας μέσα σὲ μία αὐστηρῶς ὁριοθετημένη ἱστορικὴ ἐποχή, τὴν ὁποία σκιαγραφεῖ ὁ δημιουργός του μετὰ ἀπὸ διεξοδικὴ καὶ ἀντικειμενικὴ μελέτη τῶν ἱστορικῶν γεγονότων, τῶν τόπων, τῶν χαρακτήρων, τῶν ἠθῶν καὶ συνηθειῶν, ἀκόμη καὶ τοῦ τρόπου ὁμιλίας, ποὺ χρησιμοποιοῦσαν τὰ πρόσωπα τῆς ἐποχῆς, ποὺ ὁ ἴδιος ἐπέλεξε γιὰ τὸ ἔργο του. Βεβαίως, ὀφείλω νὰ πῶ ὅτι πολλὲς φορὲς οἱ σχέσεις μυθιστορηματικῆς ἀφήγησης τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ἱστορίας τῶν γεγονότων, ποὺ περνᾶ ἀπὸ αὐστηρὴ ἐπιστημονικὴ βάσανο, δὲν βαίνουν παραλλήλως.
.             Στὸ ἐν λόγῳ, ὅμως, ἔργο καὶ ἡ ἱστορικὴ διεισδυτικὴ ἀκρίβεια τιμᾶται καὶ ἡ δροσερότητα τῆς μυθιστορηματικῆς πλοκῆς δὲν μειώνεται.  Ἔτσι, ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα ἐμπεριέχονται στὸ βιβλίο τοῦ κ. Παπαθανασόπουλου, καὶ βλέπουμε νὰ μᾶς μεταφέρει μὲ ἐνάργεια, πιστότητα καὶ ρεαλισμὸ τὶς κοινωνικὲς συνθῆκες, τὸ πνεῦμα καὶ τὶς συμπεριφορὲς τῶν προγόνων μας, ποὺ ἀσφαλῶς μπορεῖ νὰ ἐπηρεάσουν θετικὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ συμπεριφορὰ ὅλων μας.
.             Τὸ βιβλίο «Μέρες  Ἀποκάλυψης στὴν  Ἰωνία» ἐκπέμπει πολλὰ μηνύματα, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἀναλύσει κάποιος μόνος του -γιατί δὲν ἐμπίπτουν ὅλα στὴν ἁρμοδιότητα ἑνὸς ἀνθρώπου- καὶ γι’ αὐτό, συνήθως, ἡ παρουσίαση ἑνὸς βιβλίου γίνεται ἀπὸ περισσότερους παρουσιαστές.  Ἔτσι, ὅσον ἀφορᾶ τὸ πρόσωπό μου, θὰ ἀναφερθῶ στὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ θεολογικὰ μηνύματα τοῦ βιβλίου, ποὺ τὰ θεωρῶ πολὺ σημαντικὰ καὶ διδακτικά, ἰδιαίτερα γιὰ τὶς ἡμέρες μας, ποὺ ὅ,τι ἐκκλησιαστικό, θεολογικὸ καὶ πατριωτικὸ εὐτελίζεται, λοιδορεῖται καὶ ἀπαξιώνεται.

.             Τὸ πρῶτο θέμα ποὺ θέλω νὰ θίξω εἶναι ἡ πίστη, ἡ πίστη τῶν ἀνθρώπων ποὺ σκιαγραφοῦνται στὸ βιβλίο, δηλαδὴ τῶν προγόνων μας, ἡ πίστη μὲ τὴν ὁποία ἔζησαν, μεγαλούργησαν ἀλλὰ καὶ μαρτύρησαν, τόσο μὲ τὸ μαρτύριο τῆς συνειδήσεως, ὅσο καὶ μὲ τὸ μαρτύριο τοῦ αἵματος, ὅταν χρειάσθηκε.  Ἡ πίστη αὐτὴ ἀναφέρεται πρῶτον στὸν Θεὸ καὶ ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ποὺ ὑπῆρξε καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς ἐν γένει ζωῆς τῶν ἀνθρώπων τῆς Μικρασίας, ὅπως μᾶς τὸ μεταφέρει τὸ βιβλίο (βλ. σ. 16, 85, 189).
.             Τὸ πρῶτο γράμμα τοῦ ἀλφαβήτου τῆς ὀρθόδοξης πίστεως εἶναι ἡ πίστη στὸν ζῶντα καὶ τρισυπόστατο Θεό. Αὐτὴ εἶναι τὸ θεμέλιο καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ἡ ρίζα ἀπὸ τὴν ὁποία αὐξάνει καὶ ἀναπτύσσεται κάθε χριστιανός, κατὰ τὸ μέτρο, βέβαια, τοῦ ἀγώνα του καὶ τοῦ κόπου του στὸ στάδιο τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς του.  Ἡ πίστη χαρίζει τὴν πραγματικὴ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ χαρίζει στὴ συνέχεια καὶ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς συνανθρώπους. Εἶναι ἡ πρώτη βαθμίδα, πάνω στὴν ὁποία ἀνερχόμενος ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στὴν καινὴ ζωή, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς εἶναι καὶ κοινὴ ζωή, δηλαδὴ ζωὴ κοινωνίας καὶ ἑνότητας τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους. Καὶ βλέπουμε πολὺ καθαρὰ στὸ βιβλίο ὅτι ἡ ἑνότητα τῶν Μικρασιατῶν πατέρων μας βασιζόταν στὸν Χριστὸ καὶ στὴν  Ἐκκλησία Του, ποὺ ἦταν ἡ κοινὴ ἀναφορά τους, ἡ συνεκτικὴ δύναμις ποὺ τοὺς ἔνωνε μὲ δεσμοὺς ἀκατάλυτους στὴν ἐπίγεια ζωή, καὶ συνάμα τοὺς ἔδινε τὴ βεβαιότητα τῆς κοινωνίας μέσα στὴν αἰώνια ζωὴ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ (βλ. σ. 416). Μὲ τὴν πίστη κατόρθωναν νὰ ἀποφεύγουν τοὺς πειρασμοὺς τῶν παθῶν, τὶς πτώσεις καὶ ὅλες τὶς ἀντιξοότητες τῆς ζωῆς. Μὲ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως ὅ,τι κατόρθωναν ἦταν ἀποτέλεσμα συλλογικότητας, ἔργο κοινό, στὸ ὁποῖο καθένας κατέβαλλε τὸ χάρισμά του, τὴν ἱκανότητά του, καὶ δὲν τὰ κράταγε μόνον γιὰ τὸν ἑαυτό του.
.             Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ βιβλίο μᾶς παρουσιάζει μία κοινωνία ποὺ ξεπερνᾶ τὰ ὅρια καὶ τὸ περιεχόμενο μίας συμβατικῆς κοσμικῆς κοινωνίας ἀνθρώπων, ποὺ καθορίζει τὸν τρόπο τῆς κοινωνικῆς τους ὕπαρξης, ἔχοντας ὡς μέτρο τὰ κριτήρια τῶν διαφόρων κοινωνικῶν συστημάτων, ποὺ δὲν δίνουν καμμία θέση στὸν Θεάνθρωπο Χριστὸ καὶ οὔτε ἐπιτρέπουν τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιό Του νὰ παίζει κάποιο ρόλο στὴ διαμόρφωση τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τους. Οἱ Μικρασιάτες πατέρες μας στὴ δική τους κοινωνία εἶχαν ὡς κέντρο τὸν Ἰησοῦν Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιό Του, καὶ ὁλόκληρη ἡ ζωή τους ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ κατέληγε στὸν Χριστό. Εἴτε ἐν ἐπιγνώσει εἴτε ἀνεπιγνώστως δὲν ἀγωνίζονταν νὰ δημιουργήσουν μία κοινωνία – ἀνθρώπινο κατασκεύασμα, ἀλλὰ μὲ πίστη καὶ ταπείνωση εἰσέρχονταν στὴν «ἡτοιμασμένην» ἀπὸ καταβολῆς  κόσμου κοινωνία Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, μέσα στὴν ὁποία «ζοῦσαν καὶ κινοῦνταν καὶ ὑπῆρχαν», γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω τὰ λόγια τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων (17,28), μέσα στὴν ὁποία ζοῦσαν τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ ὑπέμεναν ὅλα τὰ λυπηρὰ τῆς ζωῆς.
.             Θὰ ἦταν λάθος νὰ χαρακτηρίσει κανεὶς τὴν κοινωνία αὐτὴ τῶν Μικρασιατῶν ὡς κοινωνία ἀποκλειστικὰ «ἐκκλησιαστικὴ» ἢ «κοσμική», διότι ὁ χριστιανὸς ζεῖ στὸν κόσμο, ἀλλὰ συμπεριφέρεται ὡς ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ, ἐφαρμόζοντας κατὰ τὸ δυνατὸν τὸ ἅγιο θέλημά Του. Συνεπῶς, ἕνας σαφὴς διαχωρισμὸς μεταξὺ «ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς» καὶ «κοσμικῆς ζωῆς» δὲν ὑπάρχει, καὶ αὐτὸ ἀναδύεται ἀβίαστα ἀπὸ τὸ ἐν λόγῳ βιβλίο. Ἡ καθημερινὴ ζωὴ τῶν Μικρασιατῶν ἀλληλο-περιεχωρεῖτο μὲ τὴν χριστιανικὴ – ἐκκλησιαστικὴ ζωή τους. Δὲν ἦσαν ἄλλοι μέσα στὴ ἐκκλησία καὶ ἄλλοι ἔξω ἀπ’ αὐτήν.  Ἡ καθημερινὴ ζωή τους ἦταν ἡ συνέχεια τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ συνάμα ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν ἑπόμενη Θεία Λειτουργία.
.             Ἡ γενναία καὶ χριστιανικὴ στάση τῶν Μικρασιατῶν ἔναντι τῶν θλίψεων καὶ τῶν πειρασμῶν, ποὺ μᾶς δείχνει τὸ βιβλίο, ἀποτελεῖ δείκτη τῆς πνευματικῆς τους κατάστασης, εἶναι σὰν νὰ γνώριζαν τοὺς πατερικοὺς λόγους ὅτι οἱ θλίψεις καὶ οἱ πειρασμοὶ διαχωρίζουν «τοὺς υἱοὺς τοῦ Θεοῦ… ἐκ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων». Οἱ «υἱοὶ τοῦ Θεοῦ» εἶναι ἐκεῖνοι, γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ Γραφὴ λέγει «ὂν ἀγαπᾶ Κύριος παιδεύει» ( Ἑβρ. 12,6), ἐνῶ οἱ λοιποί, οἱ ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ Γραφὴ ἀναφέρει οἱ «χωρὶς παιδείαν», «νόθοι ἐστὲ καὶ οὐχ υἱοί».
.             Ὁ συγγραφέας ἀποτυπώνει πολὺ παραστατικὰ καὶ μὲ γλαφυρότητα αὐτὴ τὴν κοινωνία τῶν Μικρασιατῶν, ἡ ὁποία πάλλεται ἀπὸ πατριωτικὸ αἴσθημα, ποὺ ἀναμφίβολα βασίζεται στὶς ἔννοιες τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀνεξιθρησκείας καὶ τῆς ἰσότητας· καὶ ἡ ἀφήγησή του δὲν ἔχει ἴχνος ἐξιδανικεύσεως -ἔστω καὶ ἂν κάποιοι ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὸν σημερινὸ τρόπο ζωῆς μπορεῖ νὰ θεωρήσουν ὅτι ὑπάρχει κάποιο εἶδος ἐξιδανίκευσης. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, αὐτοὶ ἦσαν καὶ ἔτσι ζοῦσαν· φυσιολογικοὶ ἄνθρωποι μὲ τὶς χάρες τους, ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη τους, ποὺ δὲν ἀποπειρᾶται ὁ συγγραφέας νὰ παραλείψει ἢ νὰ ἐξωραΐσει. Μὲ ἀντικειμενικότητα ἀναφέρεται σὲ θέματα ὅπως προδοσία, διχόνοια (βλ. σ. 144) κ.λπ. ὁ ἔρωτας ἢ ἁπλὲς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, ὅπως τοῦ κουτσομπολιοῦ καὶ μάλιστα μέσα στὸν Ναὸ (βλ. σ. 26).  Ἀκόμη μὲ ρεαλισμὸ καὶ συγκατάβαση στὶς  ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, μᾶς μιλᾶ γιὰ τὸν διάκονο Νήφωνα, ὁ ὁποῖος ἐγκατέλειψε τὴν ἱερωσύνη, γιὰ νὰ νυμφευθεῖ. Χωρὶς ἴχνος εὐσεβισμοῦ, ἀναφερόμενος στὸν ἔρωτα δίνει τὶς φυσιολογικές, ἀνθρώπινες διαστάσεις του, θὰ ἔλεγα καὶ τὶς χριστιανικὲς (βλ. σ. 71,74).
.             Μὲ τὸν ἴδιο ρεαλισμὸ ἀναφέρεται καὶ σὲ ἄλλες ἀδυναμίες τῶν ἀνθρώπων ἐκείνου τοῦ ἤθους, ὅπως τῆς δίκαιης ὀργῆς γιὰ τοὺς διῶκτες Τσέτες, ἀλλὰ καὶ σὲ ἀρετές, ὅπως στὴν ἔλλειψη μισαλλοδοξίας καὶ ἐκδικητικότητας (βλ. σ. 38-9 · 274), τὴ στάση τους ἔναντι τῶν ἑβραίων (βλ. σ. 41-42) καὶ τῶν μασώνων (βλ. σ. 42-43), τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἄλλου, τοῦ τίμιου ἄλλου, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἀλλόθρησκος (βλ. σσ. 36, 354, 450), τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς καλῶς ἐννοουμένης ὑπερηφάνειας γιὰ τὴν ἑλληνικὴ καταγωγή τους καὶ καταγωγή μας.  Ὅλα αὐτὰ σήμερα λοιδοροῦνται, καὶ ἂν κανένας τολμήσει νὰ τὰ ὑπερασπισθεῖ, θὰ χαρακτηρισθεῖ φασίστας καὶ ἄλλα φαιδρά.  Ὅμως, αὐτὰ μᾶς διδάσκουν· καὶ πρὸ πάντων μᾶς διδάσκει ἡ ἀταλάντευτη ἐμμονὴ τῶν Μικρασιατῶν Ἑλλήνων πατέρων μας στὶς ἀξίες, ποὺ ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε καὶ νὰ ὑπερασπιζόμαστε ὡς χριστιανοὶ καὶ ὡς  Ἕλληνες πατριῶτες.

 .             Ἰδιαίτερα θὰ ἤθελα νὰ ἀναφερθῶ στὴ μαρτυρία καὶ τὸ μαρτύριο, ποὺ ἦσαν πρόθυμοι οἱ Μικρασιάτες νὰ ὑποστοῦν γιὰ τὴν πίστη, γιὰ τὴν ἐλευθερία, γιὰ τὴν πατρίδα καὶ γιὰ τὴν τιμή τους.  Ὁ συγγραφέας μὲ πολλὴ διάκριση τὸ ἀναφέρει σὲ κάποια σημεῖα, μὴ θέλοντας νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνει συνεχῶς, προφανῶς γιὰ νὰ μὴ χάσει τὴν ἀξία του, ἡ μαρτυρική, ὅμως, διάθεσή τους εἶναι διάχυτη σ’ ὅλο τὸ βιβλίο. Θὰ ἤθελα νὰ διαβάσω ἕνα ἀπόσπασμα πολὺ χαρακτηριστικὸ (βλ. 262-3).

 .             Ἕνα ἄλλο θέμα, στὸ ὁποῖο θὰ ἤθελα νὰ σταθῶ, εἶναι ὁ ρόλος τῆς  Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κλήρου στὴ ζωὴ καὶ τὸν ἀγώνα τῶν Ἑλλήνων τῆς Μικρᾶς  Ἀσίας. Τὸ βιβλίο μᾶς δίνει πολλὲς ἀφορμές. Ἡ ἀναφορὰ στοὺς Μητροπολίτες Σμύρνης Χρυσόστομο,  Ἐφέσου  Ἰωακεὶμ καὶ στὸν παπα-Γιώργη -ἡ προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργο τοῦ ὁποίου ἐκπροσωπεῖ τὸ σύνολο σχεδὸν τῶν ἱερέων τῆς ἐποχῆς- εἶναι πολὺ ἀποκαλυπτική. Θὰ παραθέσω μόνο ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ πολλὰ καὶ θαυμάσια ποὺ ἀναφέρονται γιὰ τὸν Μητροπολίτη Σμύρνης (σ. 217). Τὰ ἴδια περίπου ἀναφέρονται καὶ γιὰ τὸν Μητροπολίτη  Ἐφέσου, καὶ ἰδιαίτερα θέλω νὰ σημειώσω τὴν ἀγαστὴ συνεργασία τῶν δύο ἀνδρῶν γιὰ τὸ καλὸ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανεν», καὶ γιὰ τὸ καλό του ἔθνους.
.             Ἰδιαίτερα συχνὴ καὶ ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ ἀναφορὰ στὸν παπὰ- Γιώργη, ὄχι γιατί ἦταν συγγενής, παπποὺς τοῦ συγγραφέα, ἀλλὰ πιστεύω ἐπειδὴ ὁ συγγραφέας ἤθελε νὰ δείξει ὅτι ὁ ἱερέας ἐκ τῆς θέσεώς του εἶναι κοντὰ στὸ ποίμνιό του, καὶ ὡς πατέρας καὶ διδάσκαλός του γίνεται ὁ καθοδηγητὴς καὶ ἐμνευστής του. Καὶ τὸ πετυχαίνει ὁ συγγραφέας μας· ὁ παπα-Γιώργης παρουσιάζεται ἔξοχα ὡς ἡ ψυχὴ τῆς τοπικῆς κοινωνίας, ὡς ὁ ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται ἐν ἐγρηγόρσει, ἀγωνιᾶ καὶ φροντίζει γιὰ ὅλες τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους θεωρεῖ ὅλους παιδιά του καὶ δὲν τοὺς ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ κατὰ σάρκα παιδιά του· φροντίζει γιὰ τὶς ἀνάγκες τὶς ὑλικὲς καὶ πνευματικές, διδάσκει, παρηγορεῖ, συμβουλεύει, ἐμπνέει, προτρέπει, διορθώνει μὲ τὴν θεία συγκατάβαση ποὺ δίδαξε ὁ Χριστός, θεραπεύει τὶς πνευματικὲς καὶ ὑλικὲς πληγὲς τῶν τέκνων του.
.             Ὅλα αὐτά, γιατί γνώριζε καλὰ ὁ παπα-Γιώργης, ὅτι ὡς ἱερέας εἶναι  μάρτυρας τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ καὶ μέτοχος στὴ δόξα του, ποὺ θὰ ἀποκαλυφθεῖ μελλοντικὰ (Πέτρ. 5,1-4). Γνώριζε καὶ ἐφάρμοζε τὴν πατερικὴ ρήση ὅτι τὸ ὑπούργημα τοῦ ἱερέα «εἶναι ἔργο καὶ ὄχι ἄνεσις, εἶναι φροντὶς καὶ ὄχι τρυφή, εἶναι λειτουργία ὑπεύθυνη καὶ ὄχι ἀρχὴ ἀνεξέταστος, εἶναι πατρικὴ κηδεμονία καὶ ὄχι τυραννικὴ αὐτονομία» (Βλ.  Ἰσίδωρο Πηλουσιώτη). Καὶ αὐτὸ τὸ ἀποδεικνύει ὁ παπ-Γιώργης μὲ ὅλη τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του καὶ προπάντων μὲ τὸν θάνατό του. Συνταπεινώθηκε καὶ θυσιάστηκε μὲ τὸν ταπεινωθέντα Δεσπότη Χριστό, τὴν ἱερωσύνη τοῦ Ὁποίου ἔφερε. Θυσιάστηκε κυριολεκτικὰ χάριν τοῦ ἑνὸς προβάτου, δηλ. τῆς γυναίκας ἐκείνης ποὺ πέθαινε καὶ ἔπρεπε νὰ τῆς μεταδώσει τὴ θεία Κοινωνία, πράγμα ποὺ ἔπραξε, παρὰ τὶς κακὲς καιρικὲς συνθῆκες, ἐνῶ γνώριζε καλὰ ὅτι θὰ ἐπηρεασθεῖ ἡ εὔθραστη ὑγεία του, ὅπερ καὶ ἐγένετο, καὶ τὸν ὁδήγησε τελικὰ στὸ θάνατο (σ. 312-13). Τὰ ὅσα ἀναφέρει ὁ συγγραφέας μας γιὰ τὸν παπα-Γιώργη εἶναι ἕνας ὕμνος στὴν ἱερωσύνη, τῆς ὁποίας τὸ ἔργο εἶναι ἔργο «καταλλαγῆς», δηλαδὴ συμφιλιώσεως τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θεὸ καὶ τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους. Εἶναι τὸ ἔργο ποὺ πάντοτε πρόσφερε στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ ὁ ὀρθόδοξος κλῆρος, ἄσχετα ἂν σήμερα παραθεωρεῖται, συκοφαντεῖται καὶ λοιδορεῖται.
.             Ὁ παπα-Γιώργης προβάλλεται ὡς ὁ γνήσιος καὶ ἀληθινὸς τύπος τοῦ ἱερέα, ποὺ κατέχει ὅλα τὰ προσόντα καὶ τὶς ἀρετές, ποὺ ὀφείλει νὰ ἔχει ὁ ἱερέας καὶ τὰ ὁποῖα λεπτομερῶς κατονομάζουν οἱ Πατέρες τῆς  Ἐκκλησίας: ταπεινόφρων, νηφάλιος, φιλάνθρωπος, σεμνός, εὐλαβής, συνετός, σοβαρὸς καὶ ἁπλός, σώφρων, διορατικός, προσηνής, κοινωνικός, ἀγωνιστής, ἀσκητικός, πράος, ἀφιλάργυρος, ἡγετικός, ἀνδρεῖος, διδακτικὸς κ.λπ. Τέτοιοι ἱερεῖς ὑπῆρξαν, ὑπάρχουν καὶ θὰ ὑπάρχουν, καὶ κάθε τέτοιος ἱερέας εἶναι «λύχνος», ποὺ φωτίζει τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ νὰ περπατᾶ στὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ ἀγώνα, τόσο γιὰ τὰ πνευματικὰ ὅσο καὶ γιὰ τὰ ἐθνικά μας πράγματα.

.             Ὅλα ὅσα μέχρι τώρα ἀνέφερα, πιστεύω ὅτι ἀποδεικνύουν τὸ ἦθος τῶν Μικρασιατῶν πατέρων μας, τὸ ἦθος τὸ χριστιανικό, τὸ ἑλληνικό, τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας, τῆς φιλανθρωπίας, τῆς ἐργατικότητας, τῆς δικαιοσύνης κ.λπ.· μὲ αὐτὸ τὸ ἦθος ἔζησαν καὶ μεγαλούργησαν στὴν Μικρασιατικὴ πατρίδα καὶ αὐτὸ μετέφεραν ἐδῶ στὴν  Ἑλλάδα.  Ἀλλὰ ἐδῶ στὴν  Ἑλλάδα μας, στὸ νεοελληνικὸ κράτος ποὺ διαμορφώθηκε καὶ ἀνδρώθηκε ὄχι μὲ τὰ πρότυπα τῶν προγόνων μας, ἀλλὰ μὲ τὰ πρότυπα τοῦ δυτικοῦ διαφωτισμοῦ, τὸ ἦθος τῶν Μικρασιατῶν δὲν ἔγινε δεκτό, δὲν ἀναγνωρίσθηκε ὡς δικό μας ἑλληνικὸ καὶ χριστανικὸ ἦθος. Καὶ τοῦτο γιατί οἱ νεοέλληνες ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τοῦ 1922 εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἀλλοτριώνονται κάτω ἀπὸ ξενόφερτες ἐπιδράσεις, οἱ ὁποῖες κατέκλυσαν τὴν κοινωνία μας καί, ὅπως διαπιστώνουμε σήμερα, ἀλλοίωσαν, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἀφάνισαν, ὅ,τι ἱερὸ καὶ ὅσιο εἴχαμε καὶ ἔπρεπε νὰ διαφυλάξουμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ.
.             Αὐτὸ τὸ ἦθος, ποὺ ἦταν τὸ ἦθος τῶν μεγάλων Πατέρων καὶ τῶν βυζαντινῶν Πατέρων τῆς  Ἐκκλησίας μας,  εἶχαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἐδῶ στὴν  Ἑλλάδα οἱ ἀπόγονοι τῶν Κολλυβάδων, τοῦ φιλοκαλικοῦ ἐκείνου κινήματος, ποὺ δίδασκε τοὺς ἀνθρώπους πῶς νὰ καλλιεργοῦν τὸν νοῦ τους προκειμένου νὰ βλέπουν, νὰ γνωρίζουν, νὰ ἀγαποῦν καὶ νὰ προσφέρουν τὴν ἁρμόζουσα εὐχαριστία γιὰ ὅ,τι εἶναι καλό, ἀληθινὸ καὶ ὄμορφο στὴν ἀνθρώπινη ζωή. Δίδασκαν δηλαδὴ τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, τὸ νόημα τῆς ζωῆς του καὶ τὸ σωστὸ προορισμό του, ποὺ δὲν τελειώνει στὰ ἐνθαδικὰ ἀλλὰ προεκτείνεται στὰ αἰώνια. Αὐτὸ τὸ ἦθος τὸ ὀρθόδοξο, τὸ ἑλληνικό, τὸ βυζαντινό, ἂν εἶχε ἀποδεχθεῖ καὶ ἀκολουθήσει τὸ νεοσύστατο τότε ἑλληνικὸ κράτος, σήμερα τὰ πράγματα θὰ ἦταν διαφορετικὰ καί, προπάντων, δὲν θὰ εἴχαμε πλήρως παραδοθεῖ στὴν ἐνδοκοσμικότητα τῆς εὐρωπαϊκῆς Δύσης, ἀλλὰ θὰ εἴχαμε διατηρήσει τὴν ὑπερβατικότητα τῆς ὀρθόδοξης  Ἀνατολῆς. Γι’ αὐτὸ ὁ φιλόκαλος συγγραφέας, ὁ ἀγαπητὸς φίλος Γιῶργος Παπαθανασόπουλος, ἐνῶ μᾶς διηγεῖται τοὺς πόνους καὶ γενικὰ τὴν τραγωδία τοῦ ξεριζωμοῦ τῶν Μικρασιατῶν καί, κυρίως, τὴν ἀπογοήτευσή τους ἀπὸ τὴν κακὴ ὑποδοχὴ ποὺ τοὺς ἐπεφύλαξαν ἐδῶ στὴν πατρίδα οἱ ἀλλοτριωμένοι ἀδελφοί τους νεοέλληνες, δὲν παραλείπει νὰ ἀναφέρει  πόσο ἀναπαύθηκε ἡ κυρὰ Βασιλεία, ἡ παπαδιὰ τοῦ παπα-Γιώργη, ἀπὸ τὴ συνάντησή της μὲ τοὺς φορεῖς αὐτοῦ τοῦ ἤθους, τῆς φιλοκαλικῆς παραδόσεως, τὸν παπα-Νικόλα Πλανᾶ, σήμερα ἅγιο Νικόλαο. Μάλιστα, γιὰ νὰ ἐπικυρώσει τῶν λόγων του τὸ ἀληθές, ἐπικαλεῖται καὶ τὴ μαρτυρία τοῦ μεγάλου λογοτέχνη μας τοῦ  Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τοῦ ἐπιλεγομένου καὶ ἁγίου τῶν γραμμάτων, ὁ ὁποῖος λίγα χρόνια ἐνωρίτερα τὸν ἐξυμνοῦσε (βλ. σ. 445-6).
.             Τὸ ἦθος ὅμως τῶν Μικρασιατῶν προσφύγων νίκησε, γιατί τελικὰ τὸ καλό, τὸ γνήσιο καὶ ἀληθινὸ πάντοτε νικᾶ, χωρὶς βέβαια νὰ ἐπικρατήσει, χωρὶς νὰ ἐπιβάλλεται καταναγκαστικὰ γιὰ νὰ ἑδραιωθεῖ. Οἱ Μικρασιάτες μὲ τὴν παρουσία τοὺς βοήθησαν τὸ ἑλληνικὸ κράτος, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρο, σὲ ὅλους τους τὸ-μεῖς: κατ’ ἀρχὰς στὴν οἰκονομία· μὲ τὴν ἐργατικότητά τους, τὴν τιμιότητά τους καὶ τὸ προοδευτικό τους πνεῦμα, συνέβαλαν στὴν οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη τῆς πατρίδας μας. Στὴν  Ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ἔγιναν παράγοντες πνευματικῆς ἀνάπτυξης.  Ὅλες οἱ προσφυγικὲς ἐνορίες ἔγιναν κέντρα ζωντανῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ πνευματικῆς ζωῆς, διατηρώντας ὅλες τὶς προγονικὲς παραδόσεις μας καὶ τιμῶν-τὰς τὰ ἱερὰ λείψανα, τὶς ἱερὲς εἰκόνες καὶ τὰ ἄλλα ἱερὰ ἀντικείμενα, ποὺ μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς τοὺς μετέφεραν, ἀντὶ ἄλλων προσωπικῶν ἀντικειμένων ποὺ θεωροῦσαν ἤσσωνος ἀξίας. Στὸν πολιτισμό, στὰ γράμματα καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους τομεῖς ἡ συμβολὴ τοὺς ὑπῆρξε τεράστια, καὶ θὰ ἔπαιρνε πολὺ χρόνο, ποὺ δὲν ἔχουμε, γιὰ νὰ τὰ ἀναφέρω.
.             Τελειώνοντας, θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω ὅτι, μέσα ἀπὸ τὸ βιβλίο, ποὺ ἄριστα περιγράφει τὴν κοινωνία τῶν Μικρασιατῶν πατέρων μᾶς διαφαίνεται ὅτι ἡ κοινωνία τῆς ἑνότητας τῶν πάντων πραγματώνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅπου δὲν μπορεῖ νὰ ἐπηρεασθεῖ ἀπὸ καμμιὰ φυσικὴ διαφορὰ ἡ ἀντίθεση: φύλο, φυλή, γλὼσ-σά, πολιτισμό, κοινωνικὴ τάξη. Ἡ Ἐκκλησία διακήρυξε διὰ στόματος τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅτι “οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ  Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θήλυ” (Γαλ. 3,28). Ἡ γυναίκα παίρνει τὴν ἰσότιμη θέση τῆς δίπλα στὸν ἄνδρα· ὁ φτωχὸς καὶ ὁ πλούσιος, ὁ δοῦλος καὶ ὁ ἐλεύθερος γίνονται ἰσότιμα μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.  Ἔτσι πραγματώνεται ἡ ὑπέρβαση τῶν διακρίσεων, τῶν ἀντιθέσεων καὶ διαιρέσεων, πράγμα ποὺ σήμερα τὰ κράτη καὶ οἱ κοινωνίες προσπαθοῦν νὰ ἐπιβάλουν μὲ νόμους, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπιτυγχάνουν πλήρως, γιατί οἱ νόμοι, ἂν δὲν ἔχουν γίνει συνείδηση καὶ πίστη, δὲν μποροῦν νὰ φέρουν μία οὐσιαστικὴ ἀλλαγή. Ἀλλὰ καὶ στὸ μέτρο ποὺ τὸ ἐπιτυγχάνουν, ἡ ἐπιτυχία αὐτὴ δὲν ἀνταποκρίνεται στὴν ὑπέρβαση τῶν διακρίσεων ποὺ πραγματοποιεῖται μέσα στὴν Ἐκκλησία, γιατί τὰ κράτη ἀγωνίζονται γιὰ τὸν ἄνθρωπο, βασισμένα στὰ διάφορα οὐμανιστικὰ συστήματα, ἔχοντας στὸ κέντρο τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι τὸν Θεάνθρωπο.
.             Ἡ Ἐκκλησία, ἔχοντας στὸ κέντρο της τὸν Θεάνθρωπο, εἶναι κοινωνία ἐν Χριστῷ, κοινωνία θεάνθρωπο-κεντρική, καὶ οἱ ἄνθρωποι μέσα σ᾽ αὐτὴν συνδέονται μὲ δεσμοὺς πιὸ ἰσχυροὺς ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς ἢ σαρκικούς, συνδέονται δηλαδὴ μὲ τοὺς δεσμοὺς τῆς κοινωνίας τῆς ζωῆς, τῆς κοινωνίας τῆς πίστεως, τῆς κοινωνίας τῆς ἀγάπης, τῆς κοινωνίας τῆς χαρᾶς καὶ τοῦ πόνου, τῆς κοινωνίας τῆς θυσίας καὶ τοῦ μαρτυρίου. Καὶ τελικὰ ὁδηγοῦνται στὴν οἰκοδομὴ μίας νέας, καινῆς καὶ καθολικῆς ζωῆς, μίας ζωῆς ποὺ εἶναι πραγματικὴ κοινωνία ἁγίων μὲ κέντρο τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, μίας κοινωνίας ποὺ βασίζεται στὴν ταπείνωση, ποὺ δὲν εἶναι θεμελιωμένη στὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν αὐτάρκεια, ποὺ ἀποτελοῦν τὴ βάση τῆς σημερινῆς οὐμανιστικῆς ψευδοκοινωνίας, ἡ ὁποία, τελικά, ὅπως ὅλοι συχνὰ διαπιστώνουμε, ὁδηγεῖ στὴν ἀντικοινωνικότητα.
.             Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν ἕνα μικρὸ δεῖγμα τῆς ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας, ποὺ ἀβίαστα ἀναδύεται ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἦθος τῶν Μικρασιατῶν, ὅπως περιγράφεται στὸ βιβλίο.  Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ διαβαστεῖ κυρίως ἀπὸ τοὺς νέους, γιὰ νὰ δοῦν ποιὲς εἶναι οἱ παραδόσεις καὶ οἱ ἀξίες μας, ποὺ σήμερα περιφρονοῦνται καὶ χλευάζονται. Νὰ τὸ διαβάσουν ὅμως μὲ μία προϋπόθεση: νὰ ἔχουν τὴ βεβαιότητα ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ κάποιο παραμύθι ποὺ ἐξιδανικεύει κάποιους γραφικοὺς τύπους, ἀλλὰ ὅτι πρόκειται γιὰ ἀληθινὴ παρουσίαση τῶν προγόνων μας, ποὺ ἤσαν φορεῖς αὐτοῦ του χαμένου –πιστεύω ὄχι ἀνεπιστρεπτὶ- ἤθους.

  .              Ὁ Γιῶργος Παπαθανασόπουλος, μὲ τὴ συγγραφὴ τοῦ ὡραιότατου αὐτοῦ βιβλίου, ἐκπλήρωσε τὸ χρέος του στὴν παπαδιὰ γιαγιὰ τοῦ Βασιλεία, ποὺ τοῦ ἄφησε ὡς παρακαταθήκη: «Θέλω νὰ περάσεις κι ἐσὺ τὰ ὅσα θὰ μάθεις στὰ παιδιά σου καὶ στὰ ἐγγόνια σου. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ αὐτό… Νὰ θυμᾶσαι πάντα στὴ ζωή σου πώς, ὅποιος ξεχνᾶ τὸ παρελθόν του, τὶς ρίζες του, δὲν ἔχει μέλλον καὶ ὅποιος χάνει τὴν πίστη του, εἶναι ἕνα τίποτε…». Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ χρέος ὅλων μας. –

Διαφήμιση

, , ,

Σχολιάστε

ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν μελέτη
Ἀρχιμ. Νικολάου Χ. Ἰωαννίδη
καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν
«Ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων-Θεοφανείων»,
ἐν «Τὸ Χριστιανικὸν Ἑορτολόγιον»,
Πρακτικὰ Η´ Πανελ. Λειτουργικοῦ Συμποσίου,
ἔκδ. τοῦ Κλάδου Ἐκδόσεων τῆς Ἐπικοινωνιακῆς
καὶ Μορφωτικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,
Ἀθῆναι 2007, σελ. 131 ἑπ.

[…]  Κατὰ τὴν ἔναρξη τοῦ ἑορτασμοῦ ἡ ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ σὲ πολλὲς Ἐκκλησίες ἦταν στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων καὶ ἑορτάζονταν στὴν Ἀνατολὴ ἀπὸ κοινοῦ, τὴν 6η Ἰανουαρίου, μὲ τὸ ὄνομα Θεοφάνεια ἢ Ἐπιφάνεια. Τὰ ὀνόματα αὐτά, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἱστορία τῶν ἑορτῶν, δείχνουν ὅτι ἀρχικὰ ἡ ἑορτὴ ἦταν ἀφιερωμένη στὴν ἀνάμνηση τῆς ἐπὶ γῆς φανερώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ γενικῶς, καὶ εἰδικότερα σὲ ὁρισμένα γεγονότα τῆς ζωῆς Του, στὰ ὁποῖα κατ’ ἐξοχὴν φανερωνόταν ἡ θεότητά του: ἡ Γέννηση, ἡ προσκύνηση τῶν μάγων, ἡ Βάπτιση στὸν Ἰορδάνη μὲ τὴν φανέρωση τῆς ἁγίας Τριάδος, τὸ ἐν Κανᾷ θαῦμα τῆς μεταβολῆς τοῦ ὕδατος σὲ οἶνο, ὁ χορτασμὸς τῶν πεντακισχιλίων ἀνθρώπων μὲ πέντε ἄρτους κ. ἄ., ὅπου φανερώνεται ἡ θεία δύναμη τοῦ Κυρίου. Ἡ ἑορτὴ λοιπὸν τῶν Θεοφανείων ὑπῆρξε στὴν ἀρχὴ συγκεντρωτικὴ ἑορτή, κατὰ τὴν ὁποία ἑορτάζονταν πολλὰ γεγονότα καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ ὀνομασία της Θεοφάνεια Ἐπιφάνεια εἶναι στὸν πληθυντικὸ ἀριθμό.
.               Ἡ ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων ἄρχισε νὰ ἑορτάζεται κατὰ τὴν τρίτη ἐκατονταετία στὴν Ἀνατολὴ καὶ ἰδιαίτερα στὴν Αἴγυπτο. Τὴν πρώτη μαρτυρία γιὰ τὴν ἑορτὴ βρίσκουμε στὸ ἔργο Στρωματεῖς τοῦ Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως († περὶ 250), ὁ ὁποῖος ἀναφέρει ὅτι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ γνωστικοῦ (αἱρετικοῦ) Βασιλείδη ἑόρταζαν στὴν Ἀλεξάνδρεια τὴ Βάπτιση τοῦ Κυρίου. Φαίνεται ὅτι οἱ γνωστικοὶ ἄρχισαν νὰ ἑορτάζουν τὴ Βάπτιση τοῦ Κυρίου ἀποδίδοντας σ᾽ αὐτὴ τὴ μεγαλύτερη σημασία ἀπ’ ὅλα τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, διότι σύμφωνα μὲ τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία τους ὁ Χριστὸς μέχρι τὴ Βάπτισή του ἦταν συνήθης ἄνθρωπος, ὑποκείμενος στὴν ἁμαρτία, καὶ ἔγινε Υἱὸς τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ὥρα τῆς Βαπτίσεως καὶ τῆς καθόδου τοῦ ἁγίου Πνεύματος κατ᾽ αὐτήν. Μποροῦμε ἀσφαλῶς νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι ἀντιδρώντας πρὸς τοὺς γνωστικοὺς ἄρχισαν νὰ ἑορτάζουν στὴν Ἀνατολὴ τὴν ἑορτὴ τῆς Βαπτίσεως ἀποδίδοντας σ᾽ αὐτὴν τὴν ὀρθὴ σημασία· δηλαδὴ ὅτι ὁ Χριστὸς καὶ πρὶν τὴ Βάπτιση ἦταν Θεός, μόνο ποὺ κατὰ τὴ Βάπτιση φανερώθηκε ἡ θεότητά του καὶ ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ἡ ἑορτὴ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἐπιφάνεια ἢ Θεοφάνεια.
[…]
.             Ἀπὸ τὶς παραπάνω μαρτυρίες βλέπουμε ὅτι ὁ ἑορτασμὸς τῶν Ἐπιφανείων Θεοφανείων ἀρχίζει κατὰ τὸν Γ´ αἰ. στὴν Ἀνατολὴ καὶ συνεχίζει νὰ ἑορτάζεται ὡς κοινὴ ἑορτὴ μέχρι τὰ τέλη περίπου τοῦ Δ´ αἰώνα.
.           Κατ τν Δ´ αἰ. Δύση δέχθηκε τν ορτ τν πιφανείων (6 αν.) π τν νατολ καὶ νατολ λίγο ργότερα παρέλαβε π τ Δύση τν ορτ τς Γεννήσεως το Χριστο (25 Δεκ.).
[…]
.           Ἔτσι περὶ τὰ τέλη τοῦ Δ´ καὶ ἀρχὲς τοῦ Ε´ αἰ. ἡ ἑορτὴ εἶχε ἐπικρατήσει στὴ Δύση καὶ ἑορταζόταν παντοῦ πλὴν τῶν δονατιστῶν, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀρνοῦνταν ὡς νεωτερισμό.
.           Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι ἡ ἑορτὴ τῆς Βαπτίσεως καὶ τῆς Γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέχρι τὰ μέσα περίπου τοῦ Δ´ αἰ. ἑορτάζονταν ὡς κοινὴ ἑορτὴ στὶς 6 Ἰανουαρίου. Τὸ στενὸ σύνδεσμο τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν δύο μεγάλων αὐτῶν ἑορτῶν διαπιστώνουμε καὶ σήμερα ἀπὸ τὶς ἀκολουθίες τους. Στὴν ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων συναντοῦμε στοιχεῖα ποὺ ἁρμόζουν στὰ Θεοφάνεια καὶ στὴν ἀκολουθία τῶν Θεοφανείων στοιχεῖα ποὺ ἁρμόζουν στὰ Χριστούγεννα.
.             π τ μέσα το Δ´ αώνα χουμε μαρτυρίες τι κοινς ορτασμς τν δύο μεγάλων γεγονότων τς ζως το Κυρίου, τς Γεννήσεως κα τς Βαπτίσεως, ρχισε ν ορτάζεται σ μερικς παρχίες ξεχωριστά.
[…]
.                 Σὲ γενικὲς γραμμές, μετὰ τὸ διαχωρισμὸ τῶν δύο ἑορτῶν, τὰ Χριστούγεννα λαμβάνουν τὴν ὀνομασία τὰ Γενέθλια ἢ τὰ Θεοφάνεια, ἐνῶ ἡ ἑορτὴ τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου λαμβάνει τὴν ὀνομασία τὰ Ἐπιφάνεια ἢ τὰ Φῶτα. Οἱ ὀνομασίες αὐτὲς διατηροῦνται μέχρι σήμερα μὲ ἐξαίρεση τὰ Θεοφάνεια, ποὺ δηλώνει συνήθως τὴν ἑορτὴ τῆς Βαπτίσεως

,

Σχολιάστε