Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀρχιμ. Εὐσέβιος Βίττης

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΟΥΡΑΝΟΠΟΛΙΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ

 Δέκα χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση
τοῦ σύγχρονου ἱεραποστόλου Εὐσεβίου Βίττη
(4 Νοεμβρίου 2009)

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

γέρ. Εὐσ. Βίτ.png.             Γιὰ τὰ πνευματικὰ ἀναστήματα τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας μόνον ἐξ ἴσου ἅγια ἀναστήματα μποροῦν τὰ ὁμιλοῦν. Ἔτσι, γιὰ τὸν σύγχρονο Ἅγιο Ἱεραπόστολο τῆς Σουηδίας, τὸν μακαριστὸ Γέροντα Εὐσέβιο Βίττη, ποιός ἄλλος θὰ μποροῦσε νὰ γράψει, παρὰ ὁ Ἅγιος Μητροπολίτης Χαλκίδος, Νικόλαος Σελέντης; Αὐτὸς στὸ προσωπικό του ἡμερολόγιο, μὲ τὴν ζεστὴ φωνὴ τῆς προσευχητικῆς καρδιᾶς του γράφει πηγαῖα καὶ αὐθόρμητα, γιὰ τὸν τότε λαϊκό, νεαρὸ φοιτητή, Στέργιο: «Κύριε, φύλαξε τὸν Στέργιό μας!… Ὁ Στέργιος· Ἡ μεγάλη αὐτὴ ψυχὴ ποὺ γεννήθηκε γιὰ νὰ ἁγιάσει!..»
.             Ἡ οἰκοδομὴ τῆς ἀρετῆς τοῦ πλησίον ἦταν τὸ πρωταρχικὸ μέλημα τοῦ Γέροντος Εὐσεβίου. Μήπως αὐτὴ δὲν εἶναι καὶ ἡ γενικὴ ἔννοια τῆς ἱεραποστολῆς; Ὁ Γέροντας δὲν περιοριζόταν μόνο στὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τὸ κήρυγμα αὐτὸ τὸ συνόδευε σὲ ὅλη του τὴν ζωή, σὲ κάθε τόπο δράσεώς του, ἀπὸ πράξεις ἀγάπης, ἀφοῦ «πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι» (Ἰακ. β´ 20). Αὐτὴ ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη, ἡ ἐνεργὸς ἀγάπη, στηριζόμενη στὴν ζῶσά του πίστη καὶ τὴν βεβαία του ἐλπίδα γιὰ ἐπικράτηση τῆς ἀληθείας στὸν κόσμο καὶ δόξα τοῦ ὀνόματος τοῦ γλυκυτάτου μας Ἰησοῦ, διήνθιζε καὶ ὀμόρφαινε τὴν ζωὴ του. Μὲ ζέση σιγοτραγουδοῦσε τὸ ἐμβατήριο τῶν κατηχητικῶν μας χρόνων:
Ὅλα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ,
νάτο τὸ μέγαλο σύνθημά μας,
ὅλα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ,
ἀπ’τὰ πρῶτα χρόνια ὡς τὰ στερνά μας.

Ὁ Γέροντας σώζει ψυχὴν ἐκ θανάτου.

.             Γέροντας Εὐσέβιος πάντοτε «ταχὺς εἰς τὸ ἀκοῦσαι» (Ἰακ. α´ 19), ἔσπευδε νὰ βοηθήσει ὅλους τοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας καὶ κυρίως αὐτοὺς ποὺ τὸ ρεῦμα τῆς ἁμαρτίας θὰ τοὺς παρέσυσε στὸν ἀπέραντο ὠκεανὸ τῆς ψυχικῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Δὲν τὸ ἔπραττε ἀπὸ ἱερατικὴ ὑποχρέωση· τὸ ἔνοιωθε ὡς καθῆκον πρὸς μία ψυχὴ «ὑπὲρ ἧς Χριστὸς ἀπέθανε» (῾Ρωμ. ε´ 9), ἀφοῦ κάθε ἄνθρωπος μικρὸς ἢ μεγάλος, πλούσιος ἢ πτωχός, ἰσχυρὸς ἢ ἀδύναμος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μας κατὰ τὸν Ἀλεξανδρέα Κλήμη, ὁ ὁποῖος λέγει: «Εἶδες τὸν ἀδελφόν σου, εἶδες Κύριον, τὸν Θεόν σου». Ἄλλωστε ὡς μελετητὴς τῆς Ἁγίας Γραφῆς βαθυνούστατος ὁ Γέροντας γνώριζε ὅτι «ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὐτοῦ σώσει ψυχὴν αὐτοῦ ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν» (Ἰακ. ε´ 20).
.             Μιὰ ἑλληνοκυπρία βασανισμένη, διαζευγμένη μὲ ἕνα παιδί, βρέθηκε στὴν Σουηδία. Ἀλληλογραφοῦσε μὲ κάποιο συμπατριώτη της πού, ὅμως, δὲν τὸν γνώριζε προσωπικά. Αὐτὸς τὴν ἔφερε στὴν χώρα αὐτὴ τοῦ βορρᾶ ὑποσχόμενος ὅτι θὰ τὴν παντρευθεῖ. Ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ καὶ συναντήθηκε μαζί του διαπίστωσε ὅτι ἐκεῖνος εἶχε τὴν διπλάσια ἀπὸ αὐτὴν ἡλικία καὶ ὅτι οἱ προθέσεις του γι’ αὐτὴν δὲν ἦσαν ἁγνές. Ἠθελε νὰ ἀνοίξει οἶκο ἀνοχῆς, γιὰ νὰ κερδίσει χρήματα, καὶ δὲν τὸν ἔμελλε οὔτε ὁ γάμος οὔτε ἡ ἀπώλεια τῶν ψυχῶν τῶν ἁμαρτανόντων. Τὴν καλοδέχθηκε καὶ μὲ ὄμορφο, ἀλλὰ δόλιο τρόπο ποὺ ἔκρυβε δηλητήριο, τὴν παρώτρυνε πρὸς τὴν ἁμαρτία.
.             Ξένη καὶ ἔρημη ἡ ταλαίπωρη ψυχὴ δὲν εὕρισκε κάπου νὰ ἀκουμπήσει. Ἔνοιωθε ἀδύναμη καὶ μόνη στὸν παγωμένο βορρᾶ. Ἔσφιγγε στὴν ἀγκαλιά της τὸ μικρὸ βλαστάρι της, τὴν μόνη ἐπὶ γῆς παρηγοριά της καί, εὐτυχῶς, ἔστρεφε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ ζητώντας τὴν ἐξ ὕψους βοήθεια.
.             Στὴν ἀπελπισία της κατέφυγε στὸν ἱερέα τῆς ἑλληνικῆς παροικίας. Αὐτὸς τὴν κατεύθυνε στὸν Γέροντα Εὐσέβιο πού, ὅμως, βρισκόταν, τριακόσια χιλιόμετρα μακριά. Τοῦ ἔγραψε μία ἐπιστολὴ διεκτραγωδώντας τὴν κατάστασή της. Καὶ αὐτὸς δὲν ἔμεινε ἀδρανής. Δὲν παρέμεινε μόνο στὴν προσευχή, ἀλλὰ ἔστειλε ἀμέσως χρήματα, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἡ γυναίκα ἀπὸ τὸν μαστροπὸ καὶ διεφθαρμένο ἐκεῖνον ἄνθρωπο, καὶ σὲ λίγες ἡμέρες κατέβηκε στὴ Στοκχόλμη νὰ τὴν συναντήσει. Πολλὰ ἀπὸ τὰ ἐκεῖ πνευματικά του παιδιὰ ὁ Γέροντας ἐπιστράτευσε γιὰ τὴν ἐξεύρεση τῶν ἀναγκαίων πρὸς κάλυψη τῶν ἀναγκῶν καὶ τὴν ἄμεση ἀρωγή της. Τὴν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸν ἐπίβουλο ἄνθρωπο τῆς ψυχῆς της, τὴν σπούδασε καὶ τὴν ὁδήγησε σὲ ἔντιμο γάμο καὶ δημιουργία μιᾶς εὐλογημένης οἰκογένειας. Πῶς αὐτὴ νὰ μὴν ἦταν εὐγνώμων στὸν σωτήρα της, τὸν Γέροντα ποὺ μεριμνοῦσε γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα; Ἂς εἶναι αὐτὸ μικρὸ μνημόσυνο στὴν ἀγαπητική του καρδιά.

ΑΣΚΗΤΗΡΙΟΝ

Τὸ ἀσκητήριο τοῦ Γέροντος

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

,

Σχολιάστε

«ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ καὶ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ στὴν ἀδυναμία τοῦ ἄλλου» (†Ἀρχιμ. Εὐσέβ. Βίττης)

«Ἡ ἀγάπη καὶ τὸ συναίσθημα»
ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἱερομ. Εὐσεβίου Βίττη (†)
«Ἐμεῖς καὶ ἡ ἀγάπη μας»
ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 19-24

.             Ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ εἶναι ἀγάπη πρώτιστα στὸν Ἰησοῦ καὶ διὰ Ἰησοῦ ἡ ἔκφρασή της στοὺς ἀδελφούς μας. Θὰ πρέπει νὰ ἀγνοηθῆ ὁ ρόλος τοῦ συναισθήματος; Θὰ ἦταν λάθος ἡ παραγνώρισή του. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἄγγελος, γιὰ νὰ ἀγαπάη σὰν ἄγγελος.  Καὶ ὡς ἄνθρωπος ἔχει τὴν ἰδιοτυπία του στὴν ἔκφραση τῆς ἀγάπης του. Μιλώντας γιὰ ἀγάπη δὲν μποροῦμε νὰ ἀποφύγουμε νὰ μιλήσουμε γιὰ τρυφερότητα καρδιᾶς, γιὰ εὐαισθησία κ.λπ. Ἡ ἀγάπη λειτουργεῖ μέσα μας ὄχι ὡς κάτι ξένο πρὸς τὸ μηχανισμὸ τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου. Ὅμως ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη δὲν εἶναι μόνο συναισθηματισμός. Εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ, στὸ ὁποῖο καλεῖται νὰ συμμετάσχει καὶ ὁ συναισθηματισμός μας ἐξαγιαζόμενος.
.             Ὁ Κύριός μας δὲν καταργεῖ τὸ συναίσθημα, ἀλλὰ τὸ ἐξαγιάζει. Προσέχοντας στὸ παράδειγμά Του βλέπουμε πόση ἀνθρωπιὰ δείχνει, πόσο γλυκὸς εἶναι. Τὸν συγκινοῦν τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα παίρνει στὴν ἀγκαλιά Του καὶ τὰ παρουσιάζει ὡς εἰκόνες γιὰ μία ὥριμη καὶ συνετὴ ἀθωότητα καὶ παιδικότητα. Στενάζει μπροστὰ στὸν ἀνθρώπινο πόνο, τὸν ὁποῖο ἀπαλείφει ἀπὸ πολλὲς καρδιές. Κλαίει μπροστὰ στὸ θέαμα τοῦ θανάτου, ποὺ θέτει τέρμα στὴν ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς. Καὶ μιλάει λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ θεῖο πάθος Του μὲ μία ἀπέραντη τρυφερότητα στοὺς μαθητάς Του, ποὺ δὲν διστάζει νὰ τοὺς ὀνομάση «τεκνία» Του. Θυμηθῆτε τὴν ὡραία καὶ τόσο παραστατικὴ εἰκόνα, ποὺ χρησιμοποιεῖ ἀπευθυνόμενος μὲ θλίψη στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν ἄρνησή της νὰ δεχθῆ τὴν ἀγάπη Του: «Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ!… ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ὄρνις τῆς ἑαυτῆς νοσσιὰν ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε!». Πόση θλιμμένη τρυφερότητα δὲν κρύβει αὐτὸ τὸ παράπονο!
.             Καὶ οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ἀκολούθησαν τὰ ἴχνη τοῦ Κυρίου, δὲν παραγνώρισαν τὸν μεγάλο θησαυρὸ τῆς εὐαισθησίας καὶ τῆς συναισθηματικότητος, προκειμένου νὰ ἐκφράσουν τὴν πεντακάθαρη ἀγάπη τους στὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, τὰ πνευματικά τους ἀδέρφια. Πρῶτος καὶ καλύτερος ὁ μεγάλος ἀπόστολος Παῦλος. Πόση ἦταν ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Κύριο, τὸ γνωρίζουμε καλά. Καὶ δὲν μᾶς εἶναι ἄγνωστη ἡ ὑπερβολὴ τῆς ἀγάπης του γιὰ τοὺς πιστούς, τοὺς ὁποίους «ἐγέννησεν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ». Ἔτσι σὲ μία στιγμὴ ξεσπάσματος τῆς καρδιᾶς του ἀφήνει νὰ ἀκουστῆ ἐτούτη ἡ κραυγή: «Τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν! Ἤθελον δὲ παρεῖναι πρὸς ὑμᾶς ἄρτι καὶ ἀλλάξαι τὴν φωνήν μου!» (Γαλ. δ´ 19-20). Καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση: «Τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι;» (Β´ Κορ. ια´ 29), ἔκραζε μὲ πόνο πολύ. Πῶς νὰ μὴ συγκινήσουν τὶς καρδιὲς τέτοιες ἐκδηλώσεις ἀγάπης θεϊκῆς σὲ μεγαλεῖο καὶ ντυμένης τόση ἀνθρωπιὰ καὶ κατανόηση;
.               Ἂς ἀκούσουμε καὶ δύο ἄλλες φωνές, ἀπὸ τὶς πάμπολλες, μέσα ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
.               Εἶναι κλασικὸ καὶ ἀνυπέρβλητο τὸ χωρίο τοῦ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, ὅπου μιλάει γιὰ «καῦσιν καρδίας». Νὰ τί λέει, γιὰ νὰ τὸ ὑπενθυμίσω στὴν ἀγάπη σας: «Καρδία ἐλεήμων ἐστί καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, καὶ τῶν ὀρνέων, καὶ τῶν ζῴων, καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος. Καὶ ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν, καὶ τῆς θεωρίας αὐτῶν ρέουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ δάκρυα. Ἐκ τῆς πολλῆς καὶ σφοδρᾶς ἐλεημοσύνης τῆς συνεχούσης τὴν καρδίαν, καὶ ἐκ τῆς πολλῆς καρτερίας σμικρύνεται ἡ καρδία αὐτοῦ, καὶ οὐ δύναται βαστάσαι, ἢ ἀκοῦσαι, ἢ ἰδεῖν βλάβην τινά, ἢ λύπην μικρὰν ἐν τῇ κτίσει γενομένην. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὑπὲρ τῶν ἀλόγων, καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας, καὶ ὑπὲρ τῶν βλαπτόντων αὐτὸν ἐν πάσῃ ὥρᾳ εὐχὴν μετὰ δακρύων προσφέρει, τοῦ φυλαχθῆναι αὐτούς, καὶ ἱλασθῆναι αὐτούς, ὁμοίως καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως τῶν ἑρπετῶν ἐκ τῆς πολλῆς αὐτοῦ ἐλεημοσύνης τῆς κινουμένης ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἀμέτρως καθ’ ὁμοιότητα τοῦ Θεοῦ». (Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Τὰ εὑρεθέντα ἀσκητικά, Λόγος ΠΑ´. ἐκδ. Σπανοῦ, Ἀθῆναι, σελ. 306)

Καὶ μὲ ἁπλὰ λόγια: «Καρδιὰ ἐλεήμων, δηλαδὴ καρδιὰ γεμάτη τρυφερὴ ἀγάπη, εἶναι τελικὰ θέρμη καρδιᾶς, ποὺ καίγεται κυριολεκτικὰ γιὰ ὅλα τὰ δημιουργήματα, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ τὰ πουλιά, γιὰ τὰ ζῶα καὶ γιὰ τοὺς δαίμονες καὶ γενικὰ γιὰ κάθε κτίσμα. Καὶ στὴν ἀνάμνησή τους καὶ στὴ θέα τους τὰ μάτια τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἔχει ἐλεήμονα καρδιά, πλημμυρίζουν ἀπὸ δάκρυα. Ἀπὸ τὴν πολλὴ καὶ ἔντονη ἀγαπητικὴ διάθεση, ποὺ συνέχει τὴν καρδιά του, καὶ ἀπὸ τὴν πολλὴ καρτερικότητά της γίνεται πολὺ εὐαίσθητη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀνεχθῆ ἢ νὰ ἀκούση ἢ νὰ ἰδῆ νὰ συμβαίνη κάποια βλάβη ἢ κάποια μικρὴ λύπη στὴ Δημιουργία. Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ προσεύχεται μὲ δάκρυα καὶ γιὰ τὰ χωρὶς λογικὸ δημιουργήματα καὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς της ἀλήθειας καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ τοῦ προξενοῦν ζημιὲς καὶ βλάβες παρακαλώντας τὸ Θεὸ νὰ φυλαχτοῦν καὶ νὰ συγχωρεθοῦν. Τὸ ἴδιο προσεύχεται ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ ἑρπετὰ (ποὺ γι’ αὐτὰ νιώθει κανένας ἐνστικτώδη ἀποστροφή). Καὶ τὸ κάνει αὐτὸ ἐξαιτίας τῆς ἀμέτρητης εὐαισθησίας, ποὺ ἔχει στὴν καρδιά του, ὅπως ὁ Θεός».

.           Ἕνα ἄλλο δεῖγμα ἱερῆς τρυφερότητος ἀναφέρεται στὸν διακριτικώτατο καὶ σοφώτατο Ἀββᾶ Ποιμένα, ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους Ἀββάδες. «Παρέβαλόν τινες τῶν γερόντων πρὸς τὸν Ἀββᾶ Ποιμένα καὶ εἶπον αὐτῷ· θέλεις, ἐὰν ἴδωμεν τοὺς ἀδελφοὺς νυστάζοντας εἰς τὴν σύναξιν, ἵνα νύξωμεν αὐτούς, ἵνα γρηγορῶσιν εἰς τὴν ἀγρυπνίαν; Ὁ δὲ λέγει αὐτοῖς· ἐγὼ τέως ἐὰν ἴδω τὸν ἀδελφὸν νυστάζοντα, τιθῶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπὶ τὰ γόνατά μου καὶ ἀναπαύω αὐτόν». (Γεροντικόν, ἐκδ. «Άτέρος», Ἀθῆναι 1970, σελ. 99, Ἀββᾶς Ποιμήν).

 Πῆγαν, λέει ἡ διήγηση, κάποιοι γέροντες στὸν Ἀββᾶ Ποιμένα καὶ τοῦ εἶπαν·  ἐπιτρέπεις, ἂν ἰδοῦμε τοὺς ἀδελφοὺς νὰ νυστάζουν τὴν ὥρα τῆς ἱερῆς συνάξεως, νὰ τοὺς σκουντήσουμε λιγάκι, γιὰ νὰ μὴ κοιμοῦνται κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀγρυπνίας; Ὁ Ἀββᾶς τοὺς ἀποκρίθηκε· ἐγώ, ἂν ἰδῶ τὸν ἀδελφό μου νὰ νυστάζει, τοῦ βάζω τὸ κεφάλι στὰ γόνατά μου καὶ τὸν ξεκουράζω.

.               Ἀλήθεια. Τί ὑπερβολὴ τρυφερότητος καὶ κατανοήσεως τοῦ κόπου ἢ τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἄλλου!
.             Ἡ ὑπερφυσικὴ καὶ οὐράνια ἀγάπη δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφρασθεῖ καλύτερα, ἐξαγνισμένη καὶ ἁγιασμένη ἐν Χριστῷ, ἀπὸ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἐκφράζονται καὶ οἱ ἀνωτέρω Πατέρες, ἀλλὰ καὶ πάρα πολλοὶ ἄλλοι. Γι’ αὐτὸ δὲν σταυρώθηκε ὁ Κύριος καὶ δὲν ἀνέστη, γιὰ νὰ μεταμορφώση τὴ φύση μας καὶ νὰ τὴν κάνη ἀπὸ θηριώδη καὶ ἀγριωπή, λεπτή, τρυφερή, πονετική, γεμάτη κατανοοῦσα ἀγάπη; Ἡ μεταμορφώνουσα τὴν «πεπτωκυῖαν» φύση μας χάρις χύνεται πλούσια στὴν ἀνθρώπινη καρδιά, τὴν ἀνασταίνει ἀπὸ τὴ σκληρότητα καὶ διαφθορά της, ὥστε νὰ μπορῆ ἄνετα διὰ μέσου της νὰ ἐκφράζωνται τὰ πλούσια χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα, τὸ κυριότερο δέ, εἶναι ἡ ἀγάπη. (Γαλ. ε´ 22)
.               Ἑπομένως, προκειμένου νὰ ἐκφράσουμε τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὰ ἔξω, δὲν πρέπει νὰ ἀλλοιώσουμε ἀφύσικα τὴν καρδιά μας καὶ νὰ στραγγαλίσουμε τὴν εὐαισθησία της, ἀλλὰ κυρίως νὰ ἀφήσουμε τὴ Χάρη τοῦ Κυρίου νὰ κατευθύνεται σωστὰ καὶ νὰ κυριαρχῆ μεταμορφωμένη στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό της, μὲ πλήρη αὐτολησμοσύνη της, χάριν τοῦ ἀγαπωμένου, «μὴ ζητοῦσα τὰ ἑαυτῆς». Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο νὰ καταπνίγουμε τὴν καρδιά μας καὶ νὰ τὴ διαστρέφουμε καὶ νὰ τὴ μικραίνουμε καὶ τὸ ἴδιο νὰ τὴ θέτουμε στὴν ὑπηρεσία τῆς πνευματικῆς ἀγάπης, νὰ τὴν εὐαισθητοποιοῦμε πιὸ πολύ, νὰ τὴν κάνουμε πλατειὰ καὶ εὐρύχωρη, ξένη πρὸς κάθε μικρότητα καὶ κάθε φίλαυτη καὶ ἐγωιστικὴ ἐπιδίωξη, ποὺ σ’ αὐτὴ θὰ μᾶς ὠθοῦσε εὐχαρίστως «ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος» (Ρωμ. ϛ´6).
.             Δὲν ἀγνοοῦμε τοὺς κινδύνους, ποὺ ἐλλοχεύουν στὸ σημεῖο αὐτό. Ὑπάρχει πάντοτε ὁ φόβος νὰ προχωρήσουμε στὴν ἀντίθετη κατεύθυνση καὶ νὰ ὑποχωρήσουμε στὶς κατώτερες κλίσεις μας, ἂν δὲν προσέξουμε. Συνεπῶς δὲν εἶναι εὔκολος ὁ δρόμος τῆς ἀγάπης, ὑποδεικνύοντας νὰ θέτουμε ὅλον τὸν συναισθηματικό μας πλοῦτο, ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος, καὶ θέτοντάς τον στὴν ὑπηρεσία τῆς ἀγάπης.  Χρειάζεται γι’ αὐτὸ ὁλοκληρωτικὴ αὐταπάρνηση. Μὴ λησμονοῦμε πὼς ἡ αὐταπάρνηση, ποὺ εἶναι ἕνα εἶδος ζωντανοῦ θανάτου, μία ἑκούσια χάριν τοῦ Ἰησοῦ σταύρωση, δὲν ἀποβλέπει παρὰ στὴν ἀνάσταση, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τώρα καὶ θὰ τελειωθῆ κατὰ τὴν τελικὴ καὶ ὁριστικὴ ἀνάστασή μας. Δύσκολη καὶ ἴσως κουραστικὴ ἡ ὁδὸς τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ πλούσιοι οἱ καρποί της καὶ ἐν τῷ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, ὅπου θὰ τελειώσουν οἱ ἀγῶνες καὶ θὰ μᾶς χαρισθῆ μία ὑπὲρ ἔννοιαν καὶ ὑπὲρ κατανόηση ἄλλη βιοτή, μὲ ἄλλο, πνευματικότατο καὶ μακάριο περιεχόμενο.

, , ,

Σχολιάστε

«ΚΥΡΙΕ ΚΛΕΦΤΗ, ΠΑΡΕ Ο,ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ» [Ἀφιέρωμα στὴ μνήμη τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Εὐσεβίου Βίττη] (Χαρ. Μπούσιας)

Κύριε κλέφτη, πάρε ὅ,τι θέλεις!

15 Φεβρουαρίου, μνήμη Ὁσίου Εὐσεβίου, τοῦ Αἰθρίου.
Ἀφιέρωμα στὴ μνήμη τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Εὐσεβίου Βίττη

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

600744_491341940931200_214659382_n.             Πολλὰ θὰ γραφοῦν στὸ μέλλον γιὰ τὸ φωτισμένο καὶ ἁγιασμένο Γέροντα, τὸν ἐρημίτη τοῦ δάσους τῆς Φαιᾶς Πέτρας, τὸν ὁμόζηλο καὶ ἰσοστάσιο τῶν παλαιῶν ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου, πατέρα Εὐσέβιο Βίττη. Τότε ποὺ θὰ ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς νὰ ἀναδειχθεῖ αὐτὸς ὡς μεγάλη προσωπικότης λόγῳ τοῦ ἱεραποστολικοῦ του ζήλου, τῆς προσευχητικῆς του καταστάσεως, τοῦ κηρυκτικοῦ του ἔργου, τοῦ ὕψους τῆς κενωτικῆς ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας του, τοῦ ἀπύθμενου βάθους τῆς θεολογικῆς του σκέψεως, τῶν μοναδικῶν συγγραμμάτων του. Γιὰ τὰ κηρύγματά του ποὺ εἶχαν ἀμεσότητα στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν ἐργαζόταν συστηματικὰ καὶ ταυτόχρονα προσευχόταν. Ὅταν κάποτε τὸν ρώτησαν γιατὶ προετοιμάζεται τόσο πολὺ γιὰ τὶς ὁμιλίες του εἶχε ἀπαντήσει μὲ πλάγια ἐρώτηση: «Πόσα ξύλα πρέπει νὰ κάψουμε γιὰ μιὰ χούφτα στάχτη»; Μὲ αὐτὴ τὴ φράση ἐννοοῦσε, ὅτι γιὰ νὰ πεῖ κάποιος λίγα ζουμερὰ λόγια χρειάζονται πολλὲς προετοιμασίες.
.             Ὁ πατὴρ Εὐσέβιος ἦταν ἕνας διάττοντας ἀστέρας ποὺ ἀνέτειλε στὴ Βλάστη τῆς Μακεδονίας μας καὶ φώτισε στὸ πέρασμά του τόσο τὴ Σουηδία ὅσο καὶ τὰ μέρη τοῦ Σιδηροκάστρου τῆς εὐλογημένης μας Ἑλλάδος, καὶ ἔδυσε σὲ αὐτὸ χωρὶς νὰ παύσει νὰ φωτίζει μὲ τὴ φωταύγεια τῶν συγγραμμάτων του, τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεών του ὅλο τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς πατρίδος μας.
.             Ὁ πατὴρ Εὐσέβιος ὑπῆρξε πνευματικός, θεολόγος, συγγραφέας, ἀκάματος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, ἀληθινὸς μυσταγωγός, ἀλλὰ καὶ μορφὴ ἀσκητικὴ ἀνυπέρβλητη, ποὺ ζοῦσε τὴν πτωχεία τοῦ Ἰησοῦ, μὲ λόγο λιτό, σαφῆ, σεμνό, μόνιμα ἐκκλησιαστικὸ καὶ πάντα ψυχωφελῆ.
.             Στὴ Σουηδία ὁ Γέροντας ἐργάσθηκε σκληρὰ ἐνῶ ταυτόχρονα ἔκανε μελέτες σὲ πανεπιστημιακὰ κέντρα. Πρόσφερε τὴ βοήθειά του στοὺς μετανάστες, ἐργαζόμενος ὡς κοινωνικὸς λειτουργὸς καὶ ὡς ἀποκλειστικὸς νοσοκόμος. Μετὰ τὴν χειροτονία του ὡς Ἱερεὺς ἀναλώθηκε στὴν ἱεραποστολικὴ διακονία τῶν Ὀρθοδόξων στὴν εὐρύτερη περιοχὴ Σουηδίας, Δανίας καὶ Νορβηγίας.
.             Μὲ τὴν ἐπιστροφή του στὴν Ἑλλάδα ὁ Γέροντας κάνοντας ὑπακοὴ στὸν πνευματικό του ἐγκαταστάθηκε στὸ χωριὸ Φαιὰ Πέτρα Σιδηροκάστρου, μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ τότε ἐπιχωρίου Σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου, κυροῦ Ἰωάννου Παπάλη, τοῦ πραγματικοῦ Ἐπισκόπου εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ. Ἐκεῖ, συμμετέχοντας πάντοτε στὶς χειρωνακτικὲς ἐργασίες, ἔκτισε μὲ τὴ βοήθεια τῶν πιστῶν τὸ Ἱερὸ Ἡσυχαστήριο τῶν Ἁγίων, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Πρωτομάρτυρος Στεφάνου καὶ Ἰσαποστόλου Ὄλγας.
.             Ἡ ἀναχωρητικὴ τοῦ πατρὸς Εὐσεβίου διάθεση καὶ ὁ πόθος του μόνον «Χριστῷ συνεῖναι» τὸν ὤθησαν νὰ ἀπομακρυνθεῖ ψηλότερα στὸ βουνό, στὴν τοποθεσία Κρυονέρι, ὅπου ἔκτισε τὸ κελλάκι τῶν Ὁσίων, Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, Ματρώνης τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ τῶν δύο αὐταδέλφων, τῶν ἁγιασθέντων διὰ τῆς εὐχῆς, Μαξίμου καὶ Δομετίου. Σὲ αὐτὸ παρέμεινε τριάντα χρόνια μέχρι τὴν ὁσιακὴ τελευτή του. Τὸν Ὅσιο Σάββα εὐλαβεῖτο ἰδιαιτέρως ὁ Γέροντας ὡς τῆς ἐρήμου οἰκιστή, τὴν Ὁσία Ματρώνα, γιατὶ στὴ Σουηδία μία ἀφωσιωμένη διακόνισσά του λεγόταν Ματρώνα, καὶ τὰ δύο ἀδέλφια, Μάξιμο καὶ Δομέτιο, γιατὶ ἀξιώθηκαν νὰ ἁγιάσουν μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, αὐτὴ στὴν ὁποία καὶ ὁ ἴδιος σχόλαζε νύκτα καὶ ἡμέρα.
.             Στὸ δάσος τοῦ Κρυονερίου ὁ Γέροντας Εὐσέβιος περιφερόταν προσευχόμενος καὶ σχεδὸν ἄστεγος μιμούμενος τὸν Ἅγιο ποὺ εἶχε τὸ ὄνομά του, τὸν Ὅσιο Εὐσέβιο τὸν Αἴθριο, αὐτὸν ποὺ ὅλη του τὴ ζωὴ πέραση στὴν ὕπαιθρο. Κύριο μέλημά του εἶχε τὴν ἕνωσή του μὲ τὸ ἐφετὸ τῆς καρδιᾶς του, τὸν Κυριό μας Ἰησοῦ, μέσα ἀπὸ τὴν προσευχή, τὴν ἄσκηση, τὴ νηστεία καὶ τὴν καταπόνηση τοῦ σαρκίου. Στὸ κελλάκι του ἀναπαυόταν μόνο στὴ συγγραφὴ θεολογικῶν μελετῶν καὶ προετοιμασία τῶν κηρυγμάτων του. Τὴν ἱερὴ ἐξομολόγηση ἐξασκοῦσε μὲ αὐταπάρνηση ὡς λειτούργημα καὶ προσφορὰ στὶς πονεμένες καὶ πάσχουσες καρδιές.
.             Ἔξω ἀπὸ τὸ κελλάκι του ὁ Γέροντας εἶχε στὴν πόρτα τῆς περιφράξεως πινακίδα ποὺ ἔγραφε «ἄβατον», ἀφοῦ ἦταν στὴν πραγματικότητα ἄβατο γιὰ τὶς γυναῖκες καὶ δύσβατο γιὰ τοὺς ἄνδρες, καὶ δίπλα εἶχε τοποθετημένο ἕνα γυάλινο βάζο ποὺ ἔγραφε: «Ἀφῆστε τὸ σημείωμά σας. Χρήματα δὲν γίνονται δεκτά». Οἱ ἐλεημοσύνες τοῦ ἀφιλοχρήματου Γέροντος Εὐσεβίου γίνονταν μὲ πολὺ διακριτικὸ τρόπο. Ἔπαιρνε πληροφορίες γιὰ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν ἀνάγκες καὶ προσπαθοῦσε τὶς ἀνάγκες αὐτὲς νὰ τὶς θεραπεύσει μὲ τὴν καλύτερη καὶ πιὸ ἀθόρυβη μέθοδο. Ἀκόμη καὶ σὲ βενζινάδικα ἔπαιρνε τηλέφωνο καὶ ἔδινε ἐντολὴ νὰ πάνε πετρέλαιο θερμάνσεως σὲ σπίτια ποὺ δὲν εἶχαν τὴν παραμικρὴ θέρμαση, χωρὶς νὰ φαίνεται ὁ δωρητής.
.             Γιὰ τὶς μετακινήσεις του ὁ Γέροντας χρησιμοποιοῦσε τὰ ἀγροτικὰ αὐτοκίνητα πιστῶν κατάλληλα γιὰ δύσβατους δρόμους, τὰ ὁποῖα καὶ μετέφεραν στὸ κελλάκι του πόσιμο νερὸ καθὼς καὶ τὰ ἐλάχιστα ἀναγκαῖα τρόφιμα. Πλῆθος κόσμου, ἀπὸ ὅλη τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ τὴν Κύπρο, τὸν ἐπισκεπτόταν γιὰ νὰ τὸν ἀκούσει καὶ νὰ πάρει τὴν εὐλογία του.
.             Ἐνῶ στὰ φτωχὰ καὶ στὰ ταπεινὰ κλέφτες δὲν πᾶνε, τὸ κελλάκι τοῦ Γέροντος Εὐσεβίου, τὸ ταπεινὸ καὶ ἀπέριττο κάποτε τὸ ἐπισκέφθηκαν. Δὲν βρῆκαν, φυσικά, κάτι ἀξιόλογο νὰ πάρουν, ἀλλὰ τὰ ἔκαναν ὅλα ἄνω κάτω. Αὐτὰ τὰ «ὅλα» ἦταν τὰ βιβλία τοῦ Γέροντος, ἡ μοναδική του περιουσία. Ὅταν ὁ Γέροντας γύρισε ἀπὸ τὸ βουνό, ὅπου ἔμενε περιπλανώμενος καὶ προσευχόμενος, εἶδε ἀναστατωμένο καὶ κελλὶ καὶ λυπήθηκε. Λυπήθηκε ὄχι τόσο γιὰ τὴν ἀναστάτωση ποὺ τοῦ προκάλεσαν, ὅσο γιὰ τὸν ἴδιο τὸν κλέφτη ποὺ ἔκανε τόσο ταξίδι γιὰ νὰ ἔλθει σὲ αὐτὸ τὸ ἀπόμακρο κελλὶ καὶ νὰ μὴν ἀποκομίσει λεία, ἀφοῦ τίποτα πολύτιμο δὲν ὑπῆρχε σὲ αὐτό. Ὅταν τακτοποίησε τὸ χῶρο καὶ ἔφυγε πάλι γιὰ τὴν περιπλάνησή του στὸ βουνὸ ἄφησε πίσω του ἕνα γραπτὸ σημείωμα πρὸς ὁποιονδήποτε μελλοντικὸ ἐπίδοξο κλέφτη:
.             «Κύριε κλέφτη, σὲ παρακαλῶ, πάρε ὅ,τι θέλεις, μὴν μοῦ ἀναστατώνεις μόνο τὰ βιβλία».
.             Γι’ αὐτά, μόνον ἐνδιαφερόταν ὁ Γέροντας. Περιουσία εἶχε τὴν ἀγάπη στὸ Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους, περιουσία ποὺ οἱ κλέφτες δὲν μποροῦν νὰ τὴν ἁρπάξουν. Αὐτὴν τὴν εἶχε ἀποκτήσει μὲ πολλὴ προσευχὴ καὶ πολλὰ δάκρυα.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

11-2-16

,

Σχολιάστε

ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ-1 (Ἀρχιμ. Εὐσεβίου Βίττη)

Ἀρχιμ. Εὐσεβίου Βίττη (†)
ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Κοινωνικὲς διαστάσεις τῆς Ὀρθόδοξης Πνευματικότητας»,
ἔκδ. Ἱ. Μητρ. Σιδηροκάστρου, Σιδηρόκαστρον 1983, σελ. 23 ἑπ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.           Σκοπὸς τοῦ Τριωδίου εἶναι κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας νὰ μᾶς θυμίσει μὲ συντομία ὅλες τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, τὶς ὁποῖες μᾶς ἔκανε ἀπὸ τότε ποὺ μᾶς δημιούργησε καὶ θέλει ἀκόμη νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ μὴν ξεχάσουμε πὼς εἴμαστε πλάσματα τοῦ Θεοῦ μὲ τελικό μας προορισμὸ τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Θεό. Ἐξ αἰτίας ὅμως τῆς ἁμαρτωλότητός μας εἴμαστε ὑποχείριοι τῆς ἁμαρτωλῆς λήθης, ὅπως λένε οἱ ὅσιοι νηπτικοὶ Πατέρες καὶ εὔκολα λησμονοῦμε τὸν ἀγώνα ποὺ πρέπει νὰ διεξαγάγουμε στὸν πνευματικὸ χῶρο, γιὰ νὰ μορφώσουμε τὸν ἑαυτό μας σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ θεοῦ, ἐὰν θέλουμε τελικὰ νὰ ἑνωθοῦμε μαζί του.
.           Ἐπειδὴ δὲν ὑποταχθήκαμε στὸ θέλημα τοῦ θεοῦ, ὁδηγηθήκαμε ἔξω ἀπὸ τὸν παράδεισο τῆς τρυφῆς. Βέβαια ἀφορμὴ γιὰ τὸ κατάντημά μας στάθηκε ἀρχικὰ ὁ φθόνος τοῦ διαβόλου, ποὺ ὄντας αὐτὸς ὁ ἀρχέκακος ὄφις δηλητηρίασε τὴν ὕπαρξή μας μὲ τὸ ψέμα καὶ τὴν ἀπάτη καὶ μᾶς γύμνωσε ἀπὸ τὴν θεία χάρη. Παρόλη ὅμως τὴν ζηλόφθονη παρέμβαση τοῦ διαβόλου στὴν σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι μικρὴ ἡ εὐθύνη ποὺ βαραίνει ἐμᾶς τοὺς ἴδιους. Στὸ δράμα, ποὺ παίχτηκε στὸν Παράδεισο, ἔφταιξε καὶ ἡ δική μας ἔπαρση καὶ ὑψηλοφροσύνη, ποὺ ρίζα της εἶχε τὴν δική μας ἐγωκεντρικότητα. Ζητώντας νὰ κάνουμε τὸν ἑαυτό μας αὐτόνομο καὶ αὐτὸν κέντρο τῆς ὕπαρξής μας καταντήσαμε μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ σὲ μιὰ θλιβερὴ καὶ κακοδαίμονα ἀπομόνωση, ὑποχείριοι τοῦ παγκάκιστου ἐχθροῦ μας, τοῦ διαβόλου, καὶ τῶν ἀναρίθμητων παθῶν μας.
.           Ὁ Υἱὸς ὅμως καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ δική του αὐτοπροαίρετη ἀγάπη κλίνας οὐρανοὺς κατέβηκε ὣς τὴν δική μας ἐσχατιὰν καί, ἀφοῦ κατοίκησε στὴν Παναγία Παρθένον -Μητέρα του- ἔγινε ἄνθρωπος σὰν κι ἐμᾶς καὶ γιὰ μᾶς. Μὲ τὴν ἁγία ζωή Του καὶ τὴν διδασκαλία Του μᾶς ἔδειξε τὸν τρόπο τῆς ἀνόδου μας στὸν οὐρανό. Μᾶς δίδαξε πρὸ πάντων τὴν ἀπέραντη ταπείνωση.[…]
.           Τὸ Τριώδιο μᾶς μιλάει ἀκόμα καὶ γιὰ τὰ ἅγια Πάθη τοῦ Κυρίου μας, γιὰ τὴν ἀνάστασή Του καὶ τὴν ἄνοδό Του στοὺς οὐρανούς. Καὶ πῶς μὲ τὸ κήρυγμα τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ ἁπλώθηκε παντοῦ τὸ σωτήριο μήνυμα τοῦ Κυρίου. […]
.           Τὸν τόνο καὶ τὸ χρῶμα στὸ Τριώδιο τὸν δίνουν οἱ τρεῖς Κυριακὲς ποὺ προηγοῦνται σὰν προανάκρουσμα ὅλης τῆς ἁρμονίας του. Οἱ Κυριακὲς αὐτὲς εἶναι ἡ Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, ἡ Κυριακή του Ἀσώτου καὶ ἡ Κυριακή τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.[…]

.           Πρώτη πρώτη τοποθετεῖται ἡ Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου μὲ ἀνάγνωση τῆς σχετικῆς εὐαγγελικῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου. Ὅλη ἡ ἑβδομάδα ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν Κυριακὴ αὐτὴ ἀποτελεῖ προεισαγωγὴ καὶ προετοιμασία γιὰ τὴν πνευματικὴ περίοδο τοῦ Τριωδίου καὶ εἰδικὰ τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ποὺ πρόκειται νὰ ἀρχίσει[…]

Χαρακτηριστικὰ τῆς φαρισαϊκῆς ψυχῆς

Α´ Ἡ ἀπόνοια

.           Ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς κάνει μίαν ἀνάλυση τῆς πνευματικῆς καταστάσεως τοῦ Φαρισαίου καὶ παρουσιάζει διάφορα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, τὰ ὁποῖα μᾶς καλεῖ νὰ προσέξουμε. Ἡ κατάσταση τοῦ Φαρισαίου χαρακτηρίζεται πρῶτα πρῶτα ὡς ἀπόνοια. Τί εἶναι ἡ ἀπόνοια; Εἶναι ἡ παρέκκλιση ἀπὸ τὴ λογικὴ καὶ τὸ σωστό. Εἶναι κατάσταση τρέλας καὶ παραφροσύνης, εἶναι κατάσταση ἀνόητης ὑπερηφανείας καὶ αὐταρεσκείας. Ἀλλὰ ἡ μὲν παραφροσύνη ἑνὸς ἀνθρώπου, ποὺ χωρὶς νὰ τὸ θέλει στερήθηκε ἀπὸ τὸ λογικό του, ἀποτελεῖ μία ἀξία λύπης καὶ συμπόνοιας γιὰ τὸ συνάνθρωπό μας παθολογικὴ κατάσταση. Ἡ πνευματικὴ ὅμως ἀπονοια, γιὰ τὴν ὁποία κάνει ἐδῶ ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς λόγο χαρακτηρίζοντας τὴν ἐσωτερικὴ κατάσταση τοῦ Φαρισαίου, εἶναι ἀρρώστια ἀξιοκατάκριτη καὶ ἄξια ἀποστροφῆς. Ἕνα πρῶτο ἐκδήλωμα αὐτῆς τῆς ἀπονοίας εἶναι ἡ ἀλαζονικὴ αὐτοδικαίωση, ἡ ἀνακήρυξη τοῦ Φαρισαίου ἀπὸ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ ὡς δικαίου. […] Κάθε καλὸ ποὺ τυχὸν κάνει ὁ ἄνθρωπος, κάθε καλὴ πράξη του, κάθε τυχὸν ἀρετή του, ἂν δὲν προσέξει καὶ ξεπέσει στὴν πνευματικὴ ἀπόνοια, ποὺ χαρακτήριζε τὸν Φαρισαῖο, ἀδειάζει αὐτόματα, κενώνει, ἐξαφανίζει τὸ περιεχόμενό τους καὶ μένει τελικὰ ἕνα ἄδειο ἀπὸ οὐσία καὶ περιεχόμενο τσόφλι. Ἀπομένει δηλαδὴ μία φενάκη, ἕνα ἐξωτερικὸ φαινόμενο χωρὶς οὐσιαστικὴ ἀξία καὶ σημασία. Καὶ εἶναι κενὸ καὶ κούφιο κάθε ἀγαθὸ ποὺ γίνεται ἐν ἀπονοίᾳ, γιατί δὲν τὸ ἀναγνωρίζει ὁ Θεός. Καὶ ὅ,τι δὲν ἀναγνωρίζει ὁ Θεὸς δὲν ὑπάρχει.

Β´ Ἡ οἴησις

.           Τὸν φαρισαῖο τὸν χαρακτηρίζει ἀκόμη κατὰ τὸν ἱερὸν ὑμνωδὸν ἡ οἴησις, δηλαδὴ ἡ μεγάλη ἰδέα ποὺ εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Τὴν οἴησι ποὺ ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς τὴν θεωρεῖ ὡς κάτι τὸ συγγενικὸ μὲ τὴν ἀπόνοια -καὶ εἶναι πραγματικὰ- τὴν ὀνομάζει ὄγκον φρενοβλαβῆ καὶ φύσημα βδελυκτόν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸ φρόνημα αὐτὸ ἀποτέλεσε τελικὰ τὸν ἐξευτελισμὸ τοῦ Φαρισαίου μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Ἡ οἴηση τυφλώνει τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ πραγματοποιήσει αὐτὸ ποὺ νομίζει πὼς ἔχει, νὰ γίνει αὐτὸ ποὺ νομίζει πὼς εἶναι.
.            Ἀλλὰ ἡ λύση δὲν εἶναι χαρακτηριστικὸ μόνο τῆς φαρισαϊκῆς ψυχῆς, τοῦ συγκεκριμένου ἐκείνου προσώπου τῆς παραβολῆς. Ἡ οἴηση εἶναι ἕνα συνηθισμένο δυστυχῶς παθολογικὸ φαινόμενο τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , ,

Σχολιάστε

«NA, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ! Δὲν κάνουμε προσευχή. Δὲν ἔχουμε ἀναγάγει τὴν προσευχὴ σὲ πρῶτο στοιχεῖο τῆς ζωῆς μας» (γέρ. Εὐσ. Βίττης)

Ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ μακαριστοῦ γέροντος Εὐσεβίου Βίττη
στὴν Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους, 20.8.1998
Περιοδ. «Ὅσιος Γρηγόριος», ἀρ. τ. 38, 2013, σελ. 70-71
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.               […] Νὰ πιστέψουμε βαθιὰ στὴν προσευχή. Νομίζω, ὅτι σ᾽ αὐτὸ ὑστεροῦμε. Δὲν τὸ κάνουμε ζήτημα προσευχῆς. Ἦταν κάποιος μοναχός – πολὺ πιστὸς ἄνθρωπος- καὶ συνάντησε ἕνα γέροντα. “Πῶς τὰ πᾶτε, παιδί μου”, λέει ὁ γέροντας. “Καλά, ἀλλὰ νά δὲν ἔχουμε βροχή”. “Βροχή; Δὲν κάνετε προσευχή;”. “Κάνουμε προσευχή, ἀλλὰ δὲν ἔρχεται”. “Δὲν ἔρχεται;”. Σήκωσε τὰ χέρια του. Προτοῦ τὰ κατεβάση, ἦρθε ἡ βροχή. Νά, αὐτὴ εἶναι προσευχή. Δὲν κάνουμε προσευχή. Δὲν ἔχουμε ἀναγάγει τὴν προσευχὴ σὲ πρῶτο στοιχεῖο τῆς ζωῆς μας καὶ στὶς πιὸ μεγάλες λεπτομέρειες, διότι, ἐὰν πιστεύουμε στὸν Παντοδύναμο Θεὸ καὶ ἂν πιστεύουμε στὴν ἀξία τῆς προσευχῆς, νομίζω, ἐκεῖ θὰ ποῦμε τὰ παράπονά μας.
.                  Πολλὲς φορὲς μπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα: Π.χ. βλέπω ἕνα ἀδελφὸ ποὺ κάνει κάτι καὶ μοῦ κάνει ἐντύπωσι, καὶ τὸν κατακρίνω. Μπορῶ ὅμως νὰ κάνω τὸ ἑξῆς, γιὰ νὰ μὴ πέσω στὴν ἁμαρτία: «Κύριέ μου, ὁ ἀδελφὸς ἔκανε αὐτό. Εἶναι ἁμαρτία; Συγχώρησέ τον. Τὸν κρίνω ἄδικα ἐγώ; Συγχώρησέ με». Μὲ τέτοιον τρόπο ξεφεύγω πλέον ἀπὸ τὴν κατἀκρισι καὶ ἔρχεται καὶ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ» Καὶ θὰ ᾽ρθῇ ὁ ἀδελφὸς καὶ θὰ τὸ αἰσθανθῇ, διότι θὰ προσευχηθῶ γι᾽ αὐτόν. […]

, , ,

Σχολιάστε

Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ «Γιὰ νὰ ἐκφράσουμε τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὰ ἔξω, δὲν πρέπει νὰ ἀλλοιώσουμε ἀφύσικα τὴν καρδιά μας καὶ νὰ στραγγαλίσουμε τὴν εὐαισθησία της».) [Ἀρχιμ. Εὐσ. Βίττης]

γάπη κα τ συναίσθημα

Ἀρχιμανδρίτου Εὐσεβίου Βίττη

«Ἐμεῖς καὶ ἡ ἀγάπη μας»
Ἐκδ. Ἱ Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου
Ἅγιον Ὄρος 2012
σελ. 30-37

.           Ἡ ἀγάπη, εἴπαμε, πρέπει νὰ εἶναι ἀγάπη πρώτιστα στὸν Ἰησοῦ καὶ διὰ Ἰησοῦ ἡ ἔκφρασή της στοὺς ἀδελφούς μας. Θὰ πρέπει νὰ ἀγνοηθεῖ ὁ ρόλος τοῦ συναισθήματος; Θὰ ἦταν λάθος ἡ παραγνώρισή του. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἄγγελος, γιὰ νὰ ἀγαπάει σὰν ἄγγελος. Καὶ ὡς ἄνθρωπος ἔχει τὴν ἰδιοτυπία του στὴν ἔκφραση τῆς ἀγάπης του. Μιλώντας γιὰ ἀγάπη δὲν μποροῦμε νὰ ἀποφύγουμε νὰ μιλήσουμε γιὰ τρυφερότητα καρδιᾶς, γιὰ εὐαισθησία κ.λπ. Ἡ ἀγάπη λειτουργεῖ μέσα μας ὄχι ὡς κάτι ξένο πρὸς τὸν μηχανισμὸ τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου. Ὅμως ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη δὲν εἶναι μόνο συναισθηματισμός. Εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ, στὸ ὁποῖο καλεῖται νὰ συμμετάσχει καὶ ὁ συναισθηματισμός μας ἐξαγιαζόμενος.
.           Ὁ Κύριός μας δὲν καταργεῖ τὸ συναίσθημα, ἀλλὰ τὸ ἐξαγιάζει. Προσέχοντας στὸ παράδειγμά Του βλέπουμε πόση ἀνθρωπιὰ δείχνει, πόσο γλυκὸς εἶναι. Τὸν συγκινοῦν τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα παίρνει στὴν ἀγκαλιά Του καὶ τὰ παρουσιάζει ὡς εἰκόνες γιὰ μία ὥριμη καὶ συνετὴ ἀθωότητα καὶ παιδικότητα.
.           Στενάζει μπροστὰ στὸν ἀνθρώπινο πόνο, τὸν ὁποῖο ἀπαλείφει ἀπὸ πολλὲς καρδιές. Κλαίει μπροστὰ στὸ θέαμα τοῦ θανάτου, ποὺ θέτει τέρμα στὴν ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς. Καὶ μιλάει λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ θεῖο πάθος Του μὲ μία ἀπέραντη τρυφερότητα στοὺς μαθητάς Του, ποὺ δὲν διστάζει νὰ τοὺς ὀνομάσει «τεκνία» Του.
.           Θυμηθεῖτε τὴν ὡραία καὶ τόσο παραστατικὴ εἰκόνα, ποὺ χρησιμοποιεῖ ἀπευθυνόμενος μὲ θλίψη στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν ἄρνησή της νὰ δεχθεῖ τὴν ἀγάπη Του: «Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ,… ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ὄρνις τῆς ἑαυτῆς νοσσιὰν ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε!».
.           Πόση θλιμμένη τρυφερότητα δὲν κρύβει αὐτὸ τὸ παράπονο!
.           Καὶ οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ἀκολούθησαν τὰ ἴχνη τοῦ Κυρίου, δὲν παραγνώρισαν τὸν μεγάλο θησαυρὸ τῆς εὐαισθησίας καὶ τῆς συναισθηματικότητος, προκειμένου νὰ ἐκφράσουν τὴν πεντακάθαρη ἀγάπη τους στὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, τὰ πνευματικά τους ἀδέρφια. Πρῶτος καὶ καλύτερος ὁ μεγάλος ἀπόστολος Παῦλος. Πόση ἦταν ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Κύριο, τὸ γνωρίζουμε καλά. Καὶ δὲν μᾶς εἶναι ἄγνωστη ἡ ὑπερβολὴ τῆς ἀγάπης του γιὰ τοὺς πιστούς, τοὺς ὁποίους «ἐγέννησεν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ». Ἔτσι σὲ μία στιγμὴ ξεσπάσματος τῆς καρδιᾶς του ἀφήνει νὰ ἀκουστεῖ ἐτούτη ἡ κραυγή: «Τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν! Ἤθελον δὲ παρεῖναι πρὸς ὑμᾶς ἄρτι καὶ ἀλλάξαι τὴν φωνήν μου!». Καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση: «Τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι;», ἔκραζε μὲ πόνο πολύ. Πῶς νὰ μὴ συγκινήσουν τὶς καρδιὲς τέτοιες ἐκδηλώσεις ἀγάπης θεϊκῆς σὲ μεγαλεῖο καὶ ντυμένης τόση ἀνθρωπιὰ καὶ κατανόηση;
.           Ἂς ἀκούσουμε καὶ δύο ἄλλες φωνές, ἀπὸ τὶς πάμπολλες, μέσα ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
.           Εἶναι κλασικὸ καὶ ἀνυπέρβλητο τὸ χωρίο τοῦ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, ὅπου μιλάει γιὰ «καῦσιν καρδίας». Νὰ τί λέει, γιὰ νὰ τὸ ὑπενθυμίσω στὴν ἀγάπη σας: «(Καρδία ἐλεήμων ἐστι) καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, καὶ τῶν ὀρνέων, καὶ τῶν ζώων, καὶ τῶν δαιμόνων, καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος. Καὶ ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν, καὶ τῆς θεωρίας αὐτῶν ρέουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ δάκρυα. Ἐκ τῆς πολλῆς καὶ σφοδρᾶς ἐλεημοσύνης τῆς συνεχούσης τὴν καρδίαν, καὶ ἐκ τῆς πολλῆς καρτερίας σμικρύνεται ἡ καρδία αὐτοῦ (= τοῦ θεωροῦντος καὶ δακρύοντος), καὶ οὐ δύναται βαστάξαι, ἢ ἀκοῦσαι, ἢ ἰδεῖν βλάβην τινά, ἢ λύπην μικρὰ ἐν τῇ κτίσει γινομένην. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὑπὲρ τῶν ἀλόγων, καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας, καὶ ὑπὲρ τῶν βλαπτόντων αὐτὸν ἐν πάσῃ ὥρᾳ εὐχὴν μετὰ δακρύων προσφέρει, τοῦ φυλαχθῆναι αὐτούς, καὶ ἱλασθῆναι αὐτοῖς, ὁμοίως καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως τῶν ἑρπετῶν ἐκ τῆς πολλῆς αὐτοῦ ἐλεημοσύνης τῆς κινουμένης ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἀμέτρως καθ’ ὁμοιότητα τοῦ Θεοῦ».
.           Καὶ μὲ ἁπλὰ λόγια: «Καρδιὰ ἐλεήμων, δηλαδὴ καρδιὰ γεμάτη τρυφερὴ ἀγάπη, εἶναι τελικὰ θέρμη καρδιᾶς, ποὺ καίγεται κυριολεκτικὰ γιὰ ὅλα τὰ δημιουργήματα, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ τὰ πουλιά, γιὰ τὰ ζῶα καὶ γιὰ τοὺς δαίμονες καὶ γενικὰ γιὰ κάθε κτίσμα. Καὶ στὴν ἀνάμνησή τους καὶ στὴν θέα τους τὰ μάτια τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἔχει ἐλεήμονα καρδιά, πλημμυρίζουν ἀπὸ δάκρυα. Ἀπὸ τὴν πολλὴ καὶ ἔντονη ἀγαπητικὴ διάθεση, ποὺ συνέχει τὴν καρδιά του, καὶ ἀπὸ τὴν πολλὴ καρτερικότητά της γίνεται πολὺ εὐαίσθητη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀνεχθεῖ ἢ νὰ ἀκούσει ἢ νὰ ἰδεῖ νὰ συμβαίνει κάποια βλάβη ἢ κάποια μικρὴ λύπη στὴ Δημιουργία. Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ προσεύχεται μὲ δάκρυα καὶ γιὰ τὰ χωρὶς λογικὸ δημιουργήματα καὶ γιὰ τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἀλήθειας καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ τοῦ προξενοῦν ζημιὲς καὶ βλάβες παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ φυλαχτοῦν καὶ νὰ συγχωρεθοῦν. Τὸ ἴδιο προσεύχεται ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ ἑρπετὰ (ποὺ γι’ αὐτὰ νιώθει κανένας ἐνστικτώδη ἀποστροφή). Καὶ τὸ κάνει αὐτὸ ἐξ αἰτίας τῆς ἀμέτρητης εὐαισθησίας, ποὺ ἔχει στὴν καρδιά του, ὅπως ὁ Θεός».
.           Ἕνα ἄλλο δεῖγμα ἱερῆς τρυφερότητος ἀναφέρεται στὸ διακριτικότατο καὶ σοφότατο Ἀββᾶ Ποιμένα, ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους Ἀββάδες. «Παρέβαλον τινὲς τῶν γερόντων πρὸς τὸν Ἀββᾶ Ποιμένα καὶ εἶπον αὐτῷ· θέλεις, ἐὰν ἴδωμεν τοὺς ἀδελφοὺς νυστάζοντας εἰς τὴν σύναξιν, νύξωμεν αὐτούς, ἵνα γρηγορῶσιν εἰς τὴν ἀγρυπνίαν; Ὁ δὲ λέγει αὐτοῖς· ἐγὼ τέως ἐὰν ἴδω τὸν ἀδελφὸν νυστάζοντα, τίθω τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπὶ τὰ γόνατά μου καὶ ἀναπαύω αὐτόν». «Πῆγαν, λέει ἡ διήγηση, κάποιοι γέροντες στὸν Ἀββᾶ Ποιμένα καὶ τοῦ εἶπαν· ἐπιτρέπεις, ἂν ἰδοῦμε τοὺς ἀδελφοὺς νὰ νυστάζουν τὴν ὥρα τῆς ἱερῆς συνάξεως, νὰ τοὺς σκουντήσουμε λιγάκι γιὰ νὰ μὴν κοιμοῦνται κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀγρυπνίας; Ὁ Ἀββὰς τοὺς ἀποκρίθηκε· ἐγώ, ἂν ἰδῶ τὸν ἀδελφό μου νὰ νυστάζει, τοῦ βάζω τὸ κεφάλι στὰ γόνατά μου καὶ τὸν ξεκουράζω». Ἀλήθεια. Τί ὑπερβολὴ τρυφερότητος καὶ κατανοήσεως τοῦ κόπου ἢ τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἄλλου! Ἡ ὑπερφυσικὴ καὶ οὐράνια ἀγάπη δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφρασθεῖ καλύτερα, ἐξαγνισμένη καὶ ἁγιασμένη ἐν Χριστῷ, ἀπὸ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἐκφράζονται καὶ οἱ ἀνωτέρω Πατέρες, ἀλλὰ καὶ πάρα πολλοὶ ἄλλοι.
.           Γι’ αὐτὸ δὲν σταυρώθηκε ὁ Κύριος καὶ δὲν ἀνέστη, γιὰ νὰ μεταμορφώσει τὴν φύση μας καὶ νὰ τὴν κάνει ἀπὸ θηριώδη καὶ ἀγριωπή, λεπτή, τρυφερή, πονετική, γεμάτη κατανοοῦσα ἀγάπη;
.           Ἡ μεταμορφώνουσα τὴν «πεπτωκυῖαν» φύση μας χάρις χύνεται πλούσια στὴν ἀνθρώπινη καρδιά, τὴν ἀνασταίνει ἀπὸ τὴν σκληρότητα καὶ διαφθορά της, ὥστε νὰ μπορεῖ ἄνετα διὰ μέσου της νὰ ἐκφράζονται τὰ πλούσια χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα, τὸ κυριότερο δέ, εἶναι ἡ ἀγάπη.
.           Ἑπομένως, προκειμένου ν κφράσουμε τν γάπη μας πρς τ ξω, δν πρέπει ν λλοιώσουμε φύσικα τν καρδιά μας κα ν στραγγαλίσουμε τν εαισθησία της, ἀλλὰ κυρίως νὰ ἀφήσουμε τὴν χάρη τοῦ Κυρίου νὰ κατευθύνεται σωστὰ καὶ νὰ κυριαρχεῖ μεταμορφωμένη στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό της, μὲ πλήρη αὐτολησμοσύνη της, χάριν τοῦ ἀγαπωμένου, «μὴ ζητοῦσα τὰ ἑαυτῆς». Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο νὰ καταπνίγουμε τὴν καρδιά μας καὶ νὰ τὴ διαστρέφουμε καὶ νὰ τὴ μικραίνουμε καὶ τὸ ἴδιο νὰ τὴ θέτουμε στὴν ὑπηρεσία τῆς πνευματικῆς ἀγάπης, νὰ τὴν εὐαισθητοποιοῦμε πιὸ πολύ, νὰ τὴν κάνουμε πλατειὰ καὶ εὐρύχωρη, ξένη πρὸς κάθε μικρότητα καὶ κάθε φίλαυτη καὶ ἐγωιστικὴ ἐπιδίωξη, ποὺ σ’ αὐτὴ θὰ μᾶς ὠθοῦσε εὐχαρίστως «ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος».
.           Δὲν ἀγνοοῦμε τοὺς κινδύνους, ποὺ ἐλλοχεύουν στὸ σημεῖο αὐτό. Ὑπάρχει πάντοτε ὁ φόβος νὰ προχωρήσουμε στὴν ἀντίθετη κατεύθυνση καὶ νὰ ὑποχωρήσουμε στὶς κατώτερες κλίσεις μας, ἂν δὲν προσέξουμε. Συνεπῶς δὲν εἶναι εὔκολος ὁ δρόμος τῆς ἀγάπης, ὑποδεικνύοντας ν θέτουμε λον τν συναισθηματικό μας πλοτο, πο μς δωσε Κύριος, κα θέτοντάς τον στν πηρεσία τς γάπης. Χρειάζεται γι’ ατ λοκληρωτικ αταπάρνηση.
.           Μὴ λησμονοῦμε πὼς ἡ αὐταπάρνηση, ποὺ εἶναι ἕνα εἶδος ζωντανοῦ θανάτου, μία ἑκούσια χάριν τοῦ Ἰησοῦ σταύρωση, δὲν ἀποβλέπει παρὰ στὴν ἀνάσταση, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τώρα καὶ θὰ τελειωθεῖ κατὰ τὴν τελικὴ καὶ ὁριστικὴ ἀνάστασή μας.
.           Δύσκολη καὶ ἴσως κουραστικὴ ἡ ὁδὸς τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ πλούσιοι οἱ καρποί της καὶ ἐν τῷ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, ὅπου θὰ τελειώσουν οἱ ἀγῶνες καὶ θὰ μᾶς χαρισθεῖ μία ὑπὲρ ἔννοιαν καὶ ὑπὲρ κατανόηση ἄλλη βιοτή, μὲ ἄλλο, πνευματικότατο καὶ μακάριο περιεχόμενο.

 ΠΗΓΗ: ΙΕΡΕΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (iereasanatolikisekklisias.blogspot.com)

, ,

Σχολιάστε

«ΘΕΩΡΕΙΝ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥΝ»: Εἶναι μία ἀπρόσιτη πραγματικότητα ποὺ τὴν γεύονται ὅσοι εἶναι ὅλο φωτιά. (Ἀρχιμ. Εὐσ. Βίττης)

Θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦν
Ἀρχιμ.  Εὐσεβίου Βίττη (✝)

.            Ἡ δυνατότητα τοῦ ὁρᾶν, τοῦ βλέπειν, ἡ θέαση τῶν ἀντικειμένων γύρω μας καὶ πρὸ πάντων τῶν συνανθρώπων μας, ἀποτελεῖ μία ἀπ’ τὶς πιὸ μεγάλες καὶ ὄμορφες δυνατότητες ἐπικοινωνίας. Ὅταν τὸ βλέμμα συναντᾶ τὸ βλέμμα, βρισκόμαστε στὴν πιὸ ἀποφασιστικὴ στιγμὴ ἐπικοινωνίας, ἐφ’ ὅσον φυσικὰ προϋπάρχουν καὶ οἱ ψυχολογικὲς προϋποθέσεις ποὺ δίνουν στὸ βλέμμα τὸ ἰδιαίτερο βάθος καὶ τὴν δυνατότητα διεισδύσεως. Τὸ ἕνα βλέμμα βυθίζεται μέσα στὸ ἄλλο μὲ τρόπο ἀνεξήγητο, μυστικό. Ὁ καθένας γίνεται ὑποκείμενο καὶ ἀντικείμενο θεωρίας ταυτόχρονα, θεωρὸς καὶ θεωρούμενος. Τὸ βλέμμα προχωρεῖ βαθειὰ μέσα ἀπ’ τὴν ζωντανὴ θυρίδα τῶν ματιῶν. Ὅλη ἡ ψυχὴ γίνεται ματιὰ καὶ εἰσδύει στὴν ἄλλη ματιὰ ὅλη δι’ ὅλης. Ὁσοσδήποτε λόγος κι ἂν γίνει γιὰ τὴν ἀξία καὶ τὸν τρόπο λειτουργίας τοῦ βλέμματος δὲν θὰ μπορέσει νὰ παραστήσει σ’ ὅλο της τὸ βάθος καὶ τὴν ἔκταση τὴν σημασία τῆς ἐνέργειας «τοῦ θεωρεῖν».
.         Ἡ θέαση, «τὸ θεωρεῖν», ἔπαιξε πρωταρχικὴ σημασία στὴν σχέση μὲ τὸν Ἰησοῦ. Ὁ Ἰησοῦς ὑπῆρξε ἀντικείμενο θέας τῶν πρώτων μαθητῶν του. Τὸν εἶδαν, τὸν θεώρησαν. Καὶ μετὰ τὸν γνώρισαν καὶ προχώρησαν στὴν βαθύτερη καὶ μυστικότερη θεωρία του. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης εἶναι πολὺ σαφής; «Ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν…ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν…» (Α´ Ἰωάν. α´ 1-3). Ἡ θέαση αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ σὰν ἀνθρώπου καὶ αἰσθητὰ ψηλαφητοῦ ἦταν ἀναγκαία, γιατί χωρὶς αὐτὴν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ξεφύγει ἡ θεωρία τοῦ Ἰησοῦ ἀπ’ τὸ συγκεκριμένο καὶ τὸ ὁρισμένο στὸ ἀόριστο καὶ ἀπροσδιόριστο, ἢ καλύτερα σ’ ἕνα θολὸ καὶ σκοτεινὸ μυστικισμό, ὅπου χάνονται τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὸ ἀληθινὸ καὶ στὸ πλασματικό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς ἐπιμένει: «Καὶ ἡμεῖς τεθεάμεθα καὶ μαρτυροῦμεν…» (Α´ Ἰωάν. δ´ 14). Εἶναι ὅμως φανερὸ πὼς ἡ θέαση τοῦ Ἰησοῦ δὲν ἦταν, δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι μία ἁπλὴ λειτουργία τῆς ὁράσεως. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρὸς» (Ἰωάν. α´ 14). Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε σάρξ, χωρὶς νὰ παύσει ὅμως νὰ εἶναι ὅ,τι ἦταν. Κάθε τί ποὺ γίνεται κάτι ἄλλο ἀποκτώντας τὶς ἰδιότητες ἐκείνου τοῦ ἄλλου, παύει νὰ εἶναι ὅ,τι ἦταν προηγουμένως. Εἶναι κάτι καινούργιο πιά.
.         Ὁ οἶνος ποὺ ἔγινε τὸ νερὸ στὶς ὑδρίες τοῦ θαύματος στὴν Κανὰ δὲν εἶχε πιὰ τίποτε τὸ κοινὸ μ’ αὐτὸ ποὺ ἦταν. Μονάχα ὁ Λόγος μποροῦσε νὰ εἶναι ταυτόχρονα καὶ Λόγος καὶ «σὰρξ» ξεπερνώντας τῆς φύσεως τοὺς ὅρους. Τὸ φυσιολογικὸ βλέμμα ἔδειχνε τὸν Ἰησοῦ. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἦταν ἀρκετὸ νὰ δώσει πληροφορίες ἱκανοποιητικὲς γι’ αὐτόν. Χρειαζόταν καὶ ἄλλου εἴδους βλέμμα, γιὰ νὰ δεῖ καὶ τὸν Λόγο ποὺ κρυβόταν πίσω ἀπὸ τὴν «σάρκα». Χρειαζόταν μία εἰδικὴ δυνατότητα θεωρίας καὶ θεάσεως τῆς δόξας του, τῆς μοναδικῆς του δόξας σὰν Υἱοῦ Μονογενοῦς. Ποιά εναι εδικ ατ ματιά, καλύτερα, σ τί πρέπει ν μεταμορφωθε ματιά, γι ν θεωρήσει τν ησον ληθιν κα σωστά; Μς τ λέει διος: «Τοτο στ τ θέλημα το πέμψαντός με, να πς θεωρν τν υἱὸν κα πιστεύων ες ατν η ζων αώνιον» (Ἰωάν. ϛ´ 40). Τ «θεωρεν» δ γίνεται ταυτόσημο μ τ «πιστεύειν». Παύει δηλαδ τ βλέμμα ν ποτελε μία καθαρ νέργεια τς ασθήσεως μόνο. Τ βλέμμα γίνεται πίστη. Τὸ θεωρεῖν ἔχει λόγον ὑπάρξεως τότε μόνον, ὅταν γίνεται ὄχημα πίστεως. Ἀλλιῶς μένει μία ἁπλὴ φυσιολογικὴ ἐνέργεια χωρὶς βάθος καὶ ἰδιαίτερη σημασία. «Ἑωράκατέ με καὶ οὐ πιστεύετε» (Ἰωάν. ϛ´ 36). Εἶναι μία διαπίστωση καὶ ἕνα παράπονο τοῦ Ἰησοῦ, γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔμεναν στὸ πεδίο τῆς φυσιολογίας μόνον. Ἀλλὰ τὸ «θεωρεῖν» αὐτὸ γίνεται ἀφορμὴ καταδίκης. Γιατί ἐνέχει μέσα του τὸ στοιχεῖο τῆς κρίσεως. «Εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται» (Ἰωάν. θ´ 39) καὶ «εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν, νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει» (αὐτ. στίχ. 41). Ὁ ἄνθρωπος καταδικάζεται στὴν περίπτωση αὐτὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του νὰ μένει στὸ χῶρο τοῦ γήινου καὶ τοῦ ἐγκόσμιου χωρὶς νὰ ἀξιώνεται νὰ γίνει θεωρὸς τῶν ἐπέκεινα.
.         Ὁ Ἰησοῦς ὅμως δὲν εἶναι τώρα καὶ σωματικὰ παρὼν στὸν κόσμο. Παύει ἄραγε ἡ δυνατότητα τοῦ θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦν; Τώρα ἔχουμε ἀντιστροφὴ τοῦ ἄξονα θεωρεῖν-πιστεύειν. Γίνεται πιστεύειν-θεωρεῖν. Μὲ τὴν πίστη καθαρίζει τὸ βλέμμα καὶ προχωρεῖ στὴν ἄμεση ἐσωτερικὴ θεωρία τοῦ Ἰησοῦ, καθαρίζει τὸ βλέμμα τῆς ψυχῆς. Καθαρίζει τὸ «διορατικόν», ὁ νοῦς, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ μάτι τῆς ψυχῆς. Σ’ αὐτὸ ἐνεργεῖ καὶ ἕνας ἄλλος παράγων ποὺ θὰ τὸν δοῦμε πιὸ κάτω. Τώρα δημιουργοῦνται, μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε χωρὶς δυσκολία, ὄροι καὶ προϋποθέσεις καλύτερες «τοῦ ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν», πολὺ καλύτερες ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ εἶχαν οἱ ἄνθρωποι τότε ποὺ ὁ Ἰησοῦς ἦταν καὶ σωματικὰ στὴν γῆ. «Ἕως πότε τὴν ψυχὴν ἡμῶν αἴρεις;» (Ἰωάν. γ´ 18). Ἡ ἀμφιβολία καὶ ὁ δισταγμὸς βασάνιζαν τὶς καρδιὲς τῶν ἀκροατῶν του καὶ τότε, ἐφ’ ὅσον τὸ βλέμμα τους ἔμενε μόνο στὸν ραββί. Τὸν ἔβλεπαν, τὸν ἄκουγαν, τὸν ψηλαφοῦσαν, καὶ ὅμως ἔβλεπαν χωρὶς νὰ βλέπουν καὶ ἄκουγαν χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν. «Τυφλοὶ τὰ τ’ ὦτα τόν τε νοῦν τὰ τ’ ὄμματα». Δὲν λειτουργοῦσε ἡ ἐσωτερικὴ αἴσθηση, καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ματιά. Γιατί; Κι ἂν ὑποθέσουμε πὼς ὑπῆρχε καλὴ διάθεση, ὅμως «οὔπω ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι ὁ Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη» (Ἰωάν. ζ´ 39). Ἔτσι ἐρχόμαστε στὸν παράγοντα ποὺ παίζει τὸν πιὸ ἀποφασιστικὸ ρόλο στὸ ζήτημά μας.

.         θεωρία το ησο δν εναι ζήτημα ξυπνάδας, ξύνοιας, ξυδέρκειας λλων ψυχικν κα πνευματικν δεξιοτήτων. Δὲν εἶναι προνόμιο μερικῶν ψυχῶν ποὺ ρέπουν στὴν μυστικὴ καὶ ἐσωτερικὴ ζωή, ποὺ εὔκολα βυθίζονται σὲ ἐνοράσεις καὶ χάνονται σὲ κόσμους ἀνεξέλεγκτους καὶ αὐθαίρετης ὑποκειμενικότητας. Ὁ Ἰησοῦς χάνεται ἀπὸ τὸ αἰσθητὸ ὀπτικὸ πεδίο, «μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτε με», ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἀπομάκρυνσή του θὰ γίνει ἀφορμὴ νὰ τὸν ξαναδοῦν οἱ μαθηταί του καὶ τότε καὶ τώρα καθαρότερα: «Πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με, ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν Πατέρα μου» (Ἰωάν. ιϛ´ 16). Ὁδηγὸς στὴν θέα αὐτὴν εἶναι ὁ Παράκλητος. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ ὁδηγὸς «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν». Ἐκεῖνος θὰ διδάξει καὶ θὰ ἀποκαλύψει τὴν ἀλήθεια καὶ γιὰ τὸν Ἰησοῦ. Ἐκεῖνος θὰ τὸν δοξάσει (αὐτ., στ. 14). Θὰ μιλήσει γι’ αὐτὸν καὶ θὰ τὸν φανερώσει στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται καὶ πάλι στὴν Ἐκκλησία του διὰ τοῦ Παρακλήτου. «Ἔτι μικρὸν καὶ ὁ κόσμος με οὐκέτι θεωρεῖ, ὑμεῖς δὲ θεωρεῖτε με…ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ (ὅταν δηλ. θὰ ἔλθει ὁ Παράκλητος) γνώσεσθε ὑμεῖς ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ Πατρί μου καὶ ὑμεῖς ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ὑμῖν». Ὁ Παράκλητος μιλάει στὶς καρδιὲς καὶ φυτεύει τὴν πίστη. «Ὅτι καὶ ἑώρακάς με, Θωμᾶ, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες» (Ἰωάν. κ´ 29). Ἀπὸ τώρα δὲν θὰ εἶναι ἀναγκαία ἡ αἰσθητὴ ψηλάφηση. Τώρα πιὰ εἶναι κατατεθειμένη ἡ μαρτυρία γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸ Πνεῦμα θὰ φανερώνει τὸ βαθύτερο καὶ μυστικότερο νόημά της.
.         Τὸ Πνεῦμα ὑπάρχει μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τ νήκειν στν κκλησίαν, τ εναι μέλος τς κκλησίας, πο ποτελε τ μυστικ σμα το Χριστο, ποτελε τ χέγγυο τς μετοχς στ Πνεμα κα τς χορηγήσεως π ατ τς δωρες «το δεν τν ησον». ξω π τν κκλησία νήκει κανες στν κόσμο κα «ο δύναται λαβεν» (Ἰωάν. ιδ´ 17) τὸ Πνεῦμα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ. Ὅλες οἱ προσπάθειες γιὰ τὴν ἀπομύθευση τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν ἀνατομία της ὑπὸ τὸ φῶς τῆς γνώσεως τοῦ κόσμου αὐτοῦ καὶ μὲ κριτήριο τὶς ἀνθρώπινες δυνατότητες κατανοήσεως δὲν κατέληξε παρὰ στὴν ἐξαφάνιση τοῦ Ἰησοῦ. Καθόλου παράξενο γιατί μετὰ τόση συζήτηση γίνεται λόγος «περὶ τίνος Ἰησοῦ τεθνηκότος», ὃν φασὶν οἱ πιστοὶ ζῆν (Πρ. κε´ 19). Τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα, ἀδύναμο καθὼς εἶναι, εἶναι ἀνίκανο νὰ ξεπεράσει τοὺς φυσικοὺς ὅρους, ποὺ τὸ διέπουν καὶ τὸ κρατοῦν δέσμιο τοῦ παρόντος, καὶ νὰ κατανοήσει καὶ ἀκόμη πιὸ πολύ, νὰ θεωρήσει τὸν Ἰησοῦ. Μέσα ὅμως στὴν Ἐκκλησία ἐμφανίζεται ὁ Ἰησοῦς. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ Παράκλητος μᾶς ὁδηγεῖ στὴν θεωρία τοῦ Ἰησοῦ. Μᾶς ἀποκαλύπτει τὸν Ἰησοῦ.
.         Ἡ Ἐκκλησία στηριζομένη στὸ θεμέλιο τῶν ἀποστόλων (Ἐφεσ. β´ 20) ποὺ κατέθεσαν μὲ τὸ αἷμα τους τὴν μαρτυρία γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ στὴν χειραγωγία τοῦ Πνεύματος ποὺ τὴν ἐμψυχώνει καὶ τὴν ὁδηγεῖ στὴν ἐσωτερικὴ γνώση τοῦ Ἰησοῦ, κινεῖται ἀνάμεσα στὶς δύο παρουσίες τοῦ Ἰησοῦ μέσα στὴν ἱστορία. Καὶ ζεῖ μὲ τὴν μυστικὴ θεωρία του καὶ τὴν ἀναμονή του, ἕως ὅτου τὸν δεῖ «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α´ Κορ. ιγ´ 12). Τὴν θεωρία αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ τὴν ζεῖ κάθε ἀληθινὰ πιστὸς μὲ ἕνα τρόπο πολὺ προσωπικό, ἀλλὰ πραγματικὸ καὶ ἀληθινό. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ σύμπτωση τῆς μυστικῆς ἐμπειρίας τῶν μεγάλων ἁγίων ποὺ τὴν καταθέτουν στὸ κοινὸ θησαυροφυλάκιο τῆς Ἐκκλησίας μας.
.         Μιλᾶμε γιὰ τὴν θεωρία τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ ἔννοια αὐτή, ἢ καλύτερα, ἡ πραγματικότητα ποὺ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴν ἔννοια αὐτή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφεῖ, ὅπως καὶ κάθε συναφὴς πραγματικότητα ποὺ ἀναφέρεται στὴν οὐράνια καὶ ὑπερβατικὴ πραγματικότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκφρασθεῖ μὲ λέξεις, ποὺ ἀδυνατοῦν ἀκόμα καὶ τὴν περιγραπτὴ καὶ ἁπλὴ πραγματικότητα νὰ περιγράψουν. Αὐτὲς τὶς πραγματικότητες «οὐκ ἐξὸν λαλῆσαι» στὴν ἀνθρώπινη γλώσσα (Β´ Κορ. ιβ´ 4). Καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο τὸν ἔχει ἡ ἄμεση ἐσωτερικὴ βίωση καὶ ἡ φανέρωση τοῦ Πνεύματος. Ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ μονάχα νὰ λεχθεῖ εἶναι τοῦτο: Τ θεωρεν τν ησο δν εναι λέξεις χωρς ντίκρυσμα. Εναι μία πρόσιτη πραγματικότητα πο τν γεύονται σοι εναι λο φωτι κα θεο ρωτα. Ὧρες-ὧρες ἐκφράζεται καὶ μὲ δάκρυα καὶ μὲ ἐσωτερικὸ κατακλυσμὸ χαρᾶς καὶ ἀνείπωτης εὐτυχίας, μὲ συναισθηματικὴ εὐφορία καὶ πνευματικὴ ἀνάταση καὶ ἄρρητο γλυκασμὸ ποὺ εἶναι μία ἰσχυρὴ πρόγευση τοῦ Ἰησοῦ καὶ μία ἀνείπωτη παρηγοριὰ τοῦ πιστοῦ ποὺ γιὰ τὸν Ἰησοῦ πονᾶ, θλίβεται καὶ πάσχει στὸν κόσμο αὐτὸ καὶ μαρτυρεῖ ἀκόμα καὶ γιὰ χάρη του. Αὐτὰ ὅμως δὲν συμβαίνουν πάντοτε. Δὲν εἶναι ὁ κανόνας. Κανόνας εἶναι ἡ πίστη. Κανόνας εἶναι ἡ «ἐν ἐσόπτρῳ καὶ ἐν αἰνίγματι» (Α´ Κορ. ιγ´ 12) θέαση τοῦ Ἰησοῦ. Δν εναι σπάνιες ο περιπτώσεις πο ψυχ στν γώνα της κα τν πάλη της ν σταθε πιστ κα φοσιωμένη στν ποθητό της νυμφίο περνάει ρες σκληρς μφιβολίας κα δέρνεται μέσα στὴν συννεφι κα τν φουρτούνα τς βεβαιότητος. λλ στν κρίσιμη στιγμ φτάνει μία μικρ νακίνηση το πυκνο παραπετάσματος π τν πνο το Πνεύματος γι ν φήσει ν διαφανε πραγματικ πραγματικότης. Ν διαφανε ησος

.       Μερικοὶ συγκεκριμένοι «τρόποι» θεωρίας τοῦ Ἰησοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία:

1) Τ Μυστήριο τς θ. Εχαριστίας. Στὸ μυστήριο ὑπάρχει ὁ Ἰησοῦς. Στὸ Μυστήριο συνεχίζεται ἡ ἔνσαρκος οἰκονομία του μὲ τὸ ἴδιο καὶ πιὸ πολὺ τονισμένο τὸ στοιχεῖο τῆς ταπεινώσεως τοῦ Ἰησοῦ. Στὴν παράδοση τῆς ὀρθόδοξης εὐσέβειας ἀναφέρονται περιπτώσεις ἁγίων ἀνθρώπων ποὺ «ἐθεώρουν» τὸν Ἰησοῦ κρυμμένο πίσω ἀπὸ τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο. Ἐμεῖς οἱ κοινοὶ πιστοὶ δὲν τὸν θεωροῦμε μὲ τὸν τρόπο αὐτό. Τὸν βλέπουμε μόνο μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως. Πιστεύουμε πὼς εἶναι «οὐσιωδῶς παρὼν» στὴν Θ. Εὐχαριστία. Τὸν ἀγκαλιάζουμε μυστικά. Τὸν δεχόμαστε στὴν καρδιά μας.
.         Ὤ, σπάνιες στιγμὲς πνευματικῆς εὐφροσύνης! Νοιώθει κανεὶς πὼς τότε βρίσκεται στὴν προβαθμίδα τοῦ «θεωρεῖν τὴν δόξαν τοῦ Ἰησοῦ, ἣν δέδωκεν αὐτῷ ὁ Πατὴρ» (Ἰωάν. ιζ´ 24). Μέσα στὸ Μυστήριο λοιπὸν μποροῦμε νὰ «ἀφορῶμεν εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν» (Ἑβρ. ιβ´ 2) μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα, μὲ τὴν ἴδια βεβαιότητα ποὺ μποροῦσε νὰ ἔχει ὁ Πρωτομάρτυρας, ὅταν ἔλεγε: «Θεωρῶ τὸν οὐρανὸν ἀνεωγότα καὶ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ἑστῶτα» (Πρ. Ζ´ 56).

2) Ο δελφοί. Κάθε δελφς εναι τ ντίτυπο το ησο. Πίσω ἀπὸ τὸν κάθε ἀδελφὸ κρύβεται ὁ Ἰησοῦς. Αὐτὸ ἀποτελεῖ πρώιμη συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ὅπως βλέπουμε στὴν συνοπτικὴ παράδοση: (Ματθ. κε´ 31-46). Θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦ σημαίνει στὴν πρακτικὴ κοινωνικὴ ζωὴ θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦ στὰ πρόσωπα τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν του. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἔχει δύο ἐκφράσεις ποὺ μιλοῦν γιὰ τὸ ζήτημα αὐτό; «Ἀμήν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με, ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν (Ἰωάν. ε´ 24). Καί: «Ἡμεῖς οἴδαμεν, ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ὅτι ἀγαπῶμεν τοὺς ἀδελφούς· ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν μένει ἐν τῷ θανάτῳ» (Α´ Ἰωάν. γ´ 14). Τόσο ἡ πίστη ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅσο καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς εἶναι μετάβαση πρὸς τὴν ζωή. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἡ ζωή, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πίστη συγκλίνουν στὸ ἴδιο σημεῖο: στὸν Ἰησοῦ. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναχθεῖ στὴν θέα τοῦ Ἰησοῦ χωρὶς τὰ δύο αὐτὰ φτερά.

3) γενικότερη συνεπς φαρμογ τς ντολς το ησο. σύγκρουση μ τν πραγματικότητά μας, τν καθόλου εδυλλιακ μαρτωλ πραγματικότητά μας μ τς σκήμιες της κα τς τρικλοποδις πο μς βάζει στν προσπάθειά μας ν φανομε συνεπες, μς βγάζει π τς αταπάτες κα τς φαντασιοπληξίες, λλ κα μς στερεώνει περισσότερο στν πιθυμία το «δεν τν ησον». Θέλεις νὰ δεῖς τὸν Ἰησοῦ; Ἀγάπησέ τον θερμά, ὅσο γίνεται πιὸ θερμά, πιὸ δυνατά, πιὸ παράφορα. Θέλεις ν δοκιμάσεις γνησιότητα τς γάπης σου πρς τν ησο; Τήρησε τς ντολές του, σο κι ν εναι δύσκολη φαρμογή τους. «Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν μὲ ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτὸν» (Ἰωάν. ιδ´ 21). Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν θέα τοῦ Ἰησοῦ. Εἶναι ὁ ὁμαλὸς καὶ ἀσφαλὴς δρόμος, στὸν ὁποῖο πατοῦμε μὲ τὸ ἕνα πόδι, ἡ πραγματικότητα στὴν ὁποία ζοῦμε, δηλ., ἐνῶ μὲ τὸ ἄλλο πατοῦμε στὴν ἄλλη πραγματικότητα, τὴν μυστική, τῆς ὁποίας εἴμαστε δυνάμει μέτοχοι. Τηρώντας κανες τν ντολ το ησο φεύγει π τν πραγματικότητα το κόσμου κα μπαίνει στν ερ περιοχ τς νοσταλγίας του κα τν μυστικν πόθων του. τήρηση τν ντολν εναι μία προσπάθεια ν ρθε αλαία το κόσμου κα τς μαρτίας πο παρεμβάλλονται νάμεσα σ μς κα στν ησο. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν εἶναι ἡ προχώρηση γιὰ νὰ συναντήσουμε τὸν Ἰησοῦ, ποὺ ἔρχεται γιὰ νὰ «ἐμφανίση ἑαυτὸν» καὶ «νὰ θεωρῶμεν τὴν δόξαν αὐτοῦ».
.         Εἶναι τόση ἡ εὐτυχία καὶ ἡ μακαριότητα τῆς ψυχῆς ποὺ «εἶδε», ἔστω καὶ ἀμυδρὰ τὸν Ἰησοῦν, ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ μένει μόνη στὴν θέα αὐτή, θέλει καὶ ἄλλες ψυχὲς νὰ γευτοῦν τὴν ἴδια πραγματικότητα. Ἡ μακαριότητα τῆς συν-θέας, τῆς συν-θεωρήσεως γίνεται αὐτόματα πιὸ μεγάλη, πιὸ βαθειά. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι εἶδαν τὸν Ἰησοῦν δὲν παρέμειναν σὲ μία ἀδράνεια, ἀλλὰ σκορπίστηκαν στὸν τετραπέρατο κόσμο καὶ διεκήρυξαν: «ὃ ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἠμῶν ἐψηλάφισαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς –καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν— ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ἡμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ’ ἡμῶν καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Α´ Ἰωάν. α´ 1-3). Εἶναι φανερὸς ὁ σύνδεσμος θέας καὶ μαρτυρίας. Θεάσεως καὶ ἀπαγγελίας, καὶ εὐαγγελισμοῦ καὶ συν-κοινωνίας καὶ ἄλλων στὸ ἄρρητο αὐτὸ θέαμα. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστικὸ καὶ ἡ βιωματικὴ ἀφετηρία κάθε ἱεραποστολικῆς προσφορᾶς καὶ προοπτικῆς. Τίποτε ἄλλο. Τὰ ἄλλα ὅλα εἶναι δευτερεύοντα συμπληρώματα. πηγ τς εραποστολικς θέρμης κα δράσεως εναι τ γεγονς τι εραπόστολος «εδε» κα θεται ξακολουθητικ τν ησον. Καὶ γίνεται ἡ βίωσή του αὐτὴ φωνή. Καὶ γίνεται ὅλη φωτιά. Καὶ συνεχίζει μὲ ἐσωτερικὴ βεβαιότητα τὸ ἔργο ἐκείνων ποὺ πρῶτοι εἶδαν τὸν Ἰησοῦ. Τὸν ἀνακάλυψαν ἐκεῖνοι καὶ μᾶς εἶπαν τί ἦταν αὐτὸ ποὺ βρῆκαν. Τὸν γευτήκαμε καὶ ἐμεῖς ἐλάχιστα καὶ βλέπουμε ὅτι εἶχαν τόσο δίκαιο στὶς διακηρύξεις τους. Αὐτὴ ἡ ἐλάχιστη ἐμπειρία μας πρέπει νὰ γίνει πιὸ μεγάλη καὶ πιὸ βαθειά. Νὰ ἀνάβει τὴν λαχτάρα νὰ θεαθοῦμε πιὸ πολὺ τὸν Ἰησοῦ. Νὰ τὸν θεαθοῦμε ὅσο γίνεται καὶ στὴν γῆ τούτη, ἀλλὰ νὰ τὸν θεώμεθα καὶ στὸν οὐρανὸ ὅπου «πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (Α´ Θεσ. δ΄17) «θεωροῦντες τὴν δόξαν» του (Ἰωάν. ιζ´ 24) προχωρώντας ἐκ μακαριότητος εἰς μακαριότητα…

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: pemptousia.gr

, , , , , ,

Σχολιάστε