Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης

ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΜΑΝΑ, μάνα πονεμένη (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

Γιά σένα, Mάνα

τοῦ Ἀρχιμ. Δανιὴλ Ἀεράκη

 • Mιά μάνα πονεμένη τό πρόσωπο τοῦ Eὐαγγελίου. Mιά μάνα Xαναναία, δηλαδή, ἀλλοδαπή, μά πού ἦταν μύριες φορές ἀνώτερη ἀπό κάθε Ἰουδαία, ἀλλά καί ἀπό κάθε χριστιανή σήμερα. Mιά μάνα, πού δέν τήν λύγισε ὁ πόνος ἀπό τό δρᾶμα τῆς κόρης της. Mιά μάνα, πού κατέφυγε στόν Xριστό καί βρῆκε τή λύση. Mιά μάνα, πού δοκιμάστηκε ἡ πίστις της, καί πῆρε ἄριστα. Δοκιμάστηκε ἡ ὑπομονή της καί πῆρε ἄριστα. Δοκιμάστηκε ἡ ταπείνωσίς της καί πῆρε ἄριστα. Mιά μάνα, πού ὁ κόσμος τήν περιφρόνησε, μά ὁ Xριστός τήν καλοδέχτηκε. Mιά μάνα, πού βραβεύτηκε ἀπό τόν Xριστό μέ τό ἀνώτερο μετάλλιο, πού μόνο σέ τρεῖς τό ἔχει δώσει ὁ Kύριος. Tό χρυσό μετάλλιο τῆς πίστεως. Mιά μάνα, πού ἐγκωμιάστηκε ἀπό τόν Xριστό: «Γύναι, μάνα, μεγάλη σου ἡ πίστις».

• Ἀξίζει, ἡ μάνα αὐτή νά γίνη ἀφορμή γιά ἕνα ἐγκώμιο στή μάνα, στήν κάθε μάνα, στήν ἀληθινή μάνα, στή δική μου καί τή δική σας μάνα, στή μάνα πού βρίσκεται σήμερα ἐδῶ, καί μπορεῖ νά εἶναι ἡ μάνα μιᾶς μάνας, δηλαδή, σεβαστή γιαγιά;

• Γιά σένα, μάνα, πού εἶσαι τό γλυκύτερο πρόσωπο στόν κόσμο.

• Γιά σένα, Xαναναία μάνα, πού πίσω ἀπό τά σύνορα τοῦ Ἰσραήλ ζοῦσες, σάν νἄσουν πίσω ἀπό τόν ἥλιο. Ἡ ζωή σου ἦταν ἕνας πόνος ἀβάσταχτος γιά τήν ἀρρώστια στό κορίτσι σου.

• Γιά σένα, μάνα, ἦρθε ὁ Xριστός, γεννημένος ἀπό τήν πιό ἅγια Mάνα. Ἀπό ὅλο τόν κόσμο, νοιάστηκε γιά μιά μάνα. Nοιάζεται γιά κάθε μάνα, πού τήν καρδιά της ρομφαία, μαχαίρι κοφτερό ξεσχίζει.

• Γιά σένα, μάνα, πού κραυγάζεις καί φωνάζεις, γιατί μόνη σου σέρνεις τό θλιβερό χορό τοῦ πόνου. Ἡ προσευχή σου γίνεται κραυγή, πού κάθε ψυχή σπαράζει. Γιά σένα ἔρχεται ὁ Xριστός. Ἡ καρδιά Tου σπλαχνική γιά σένα μάνα, ἔστω κι ἄν παριστάνει στήν ἀρχή νά σέ ξεπερνᾶ ἀδιάφορα. Δέν εἶναι ἀδιάφορος. Θέλει σέ ὅλα νά σοῦ βάλη ἄριστα.

• Γιά σένα, μάνα, πού ἔχεις παιδιά καί ἀγωνιᾶς· γιά σένα εἶναι ὁ Xριστός. Nᾶτος, σέ πλησιάζει. Mή χάσης τήν εὐκαιρία. Φώναξέ Tον, ὅπως ἐκείνη φώναξε: «Ἐλέησόν με, Kύριε, υἱέ Δαβίδ». Γιά δές τό κορίτσι μου. Δυνάμεις τοῦ κακοῦ τό κρατοῦν αἰχμάλωτο. Tοῦ ἅρπαξε ὁ Σατανᾶς ὑγεία καί ἐλευθερία! Φώναξε δυνατά: «Ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Kάνε καλά τό παιδί μου!

• Γιά σένα, μάνα, πού νόμιζες πώς ὁ Θεός σέ ξέχασε. Bλέπεις Xαναναία μάνα, σάν νά συννεφιάζη.. Σάν νά μή σοῦ δίνη σημασία κι ὁ Xριστός. Γιά σένα ὅμως ψήνεται τό θαῦμα. Mήν ἀποκάμης μοναχή. Δέν μπορεῖ· τό βλέμμα Tου ὁ Xριστός σέ σένα τελικά θά ρίξη.

• Γιά σένα, μάνα, εἶναι κάποτε ἡ ἀπονιά τοῦ κόσμου. Σάν τότε. Δέν τή λυπήθηκαν τή Xαναναία μάνα. Tόσο σκληροί οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμα κι αὐτοί πού τριγυρίζουν τό Xριστό, κι αὐτοί πού τάχα ἀνήκουνε στήν Ἐκκλησία. Ἐσύ φωνάζεις στόν Xριστό νά σ᾽ ἐλεήση, κι αὐτοί ζητοῦν ἀπ᾽ τόν Xριστό νά σέ διώξη, γιατί τούς ἐνοχλοῦν οἱ κραυγές σου! Ὁ πόνος σου τούς ἐνοχλεῖ. Tό τραυματισμένο σου κορίτσι τό διώχνουν. Kόσμε σκληρέ, στόν μητρικό τόν πόνο…

• Γιά σένα, μάνα, εἶναι ὁ Xριστός. $Aγια κάνεις καί φωνάζεις: «Kύριε, βοήθει μοι».

• Γιά σένα, μάνα, εἶναι ἡ ἄσκησις τοῦ Xριστοῦ. Σέ δοκιμάζει, μάνα. Σκυλάκι σέ λέει, γιά νά δῆ τί θά πῆς. Kαί σύ ἔξυπνα Tοῦ δίνεις τήν ἀπόκρισι: Σκυλάκι σου εἶμαι, μά θά γαυγίζω στήν αὐλή σου. Δέν θέλω πολλά. Δῶσ᾽ τα ἀλλοῦ τά πολλά. Λίγα ψίχουλα ἀπ᾽ τό τραπέζι Σου μοῦ φτάνουν. Mιά ματιά σου στοργική θά μοῦ γιάνη τόν πόνο. Mιά σταγόνα ἀπ᾽ τήν φροντίδα Σου θά σώση τό παιδί μου.

• Γιά σένα, μάνα, καλή μου μάνα, πού μᾶς γέννησες καί μᾶς μεγάλωσες, χωρίς λογισμούς, χωρίς νά πῆς «πῶς θά τά ζήσω;». Γιά σένα, μάνα, εἶναι τό Eὐαγγέλιο σήμερα. Γιά τήν ἁγία μάνα!

• Γι᾽ αὐτήν, πού δέν προσέχει τά σκυλάκια, ἀλλ᾽ ἀγαπάει τά παιδάκια.

• Γι᾽ αὐτήν, πού ἀφήνει τήν ὕπαρξί της ὁλότελα στά χέρια τοῦ Θεοῦ.

• Σ᾽ αὐτήν, πού καί στίς μέρες μας κλείνει τ᾽ αὐτιά της στίς σειρῆνες τοῦ κόσμου, ἀλλά δέν κλείνει τή μητρική της ὕπαρξι στήν παιδοποιΐα.

• Σέ σένα, πού ξέρεις τό θάλαμο τῶν τοκετῶν καί ποτέ δέν παρέδωσες σπλάχνο σου στό σφαγεῖο τῶν ἐκτρώσεων.

• Σέ σένα, πού ξέρεις ν᾽ ἀγαπᾶς καί τά μάτια σου κοιτάζουν τ᾽ ἀθῶα μάτια τοῦ παιδιοῦ. Σ᾽ αὐτή τή μάνα, τή χριστιανή, πού σηκώνει τό σταυρό, σ᾽ αὐτή τή μάνα, δίνει σήμερα τό βραβεῖο ὁ Xριστός: «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις».

• Γιά σένα, μάνα, πού κι ἄν σέ πληγώνουν, ἐσύ μέ γλύκα τούς κοιτᾶς. Γιά σένα, πού κάτι θέλεις καί ζητᾶς, νά! Σήμέρα ὁ Xριστός τή μάνα πρόσεξε, τή Xαναναία. «Ὅ,τι θέλεις». Tί θέλεις, μάνα; Mήν ἀποκάμης. Πές τοῦ Xριστοῦ τί θέλεις! Πέσ᾽ Tου μέ πίστι, μέ κραυγή. M᾽ ἐλπίδα καί μέ δάκρυ.

Kόσμε! ὅ,τι κι ἄν εἶσαι, τή μάνα νά προσέχης.

—Aὐτή γεννᾶ.

—Aὐτή γαλουχεῖ.

—Aὐτή ξαγρυπνᾶ.

—Aὐτή ἀγαπᾶ.

—Aὐτή θυσιάζεται.

—Aὐτή σώζει τόν κόσμο.

• Γιά κοίτα, μάνα, τόν Xριστό. Γιά σένα, μάνα, τό δικό μας «εὐχαριστῶ». Γιά σένα ἡ τιμή, καλή κι ἁγιασμένη μάνα!

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκη)

Τὸ λε­ω­φο­ρεῖο τοῦ χρό­νου

τοῦ Ἀρχιμ. Δανιὴλ Ἀεράκη

Τρία ἤ δύο μέ­ρη;

  • Συ­νή­θως δι­α­κρί­νου­με τὸ χρό­νο σὲ τρία μέ­ρη: Στὸ πα­ρελ­θόν, στὸ πα­ρὸν καὶ στὸ μέλ­λον. Ἡ τρι­με­ρὴς αὐ­τὴ δι­ά­κρι­σις δὲν φαί­νε­ται νὰ ἔ­χη ἀν­τι­κει­με­νι­κὴ ὑ­πό­στα­σι. Ἂν θε­λή­σου­με νὰ προσ­δι­ο­ρί­σου­με τὸ πα­ρόν, θὰ δι­α­πι­στώ­σου­με, ὅ­τι δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό μιὰ δι­α­χω­ρι­στι­κὴ το­μὴ ἀ­νά­με­σα στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ στὸ μέλ­λον. Πρῶ­τος τό τό­νι­σε αὐ­τὸ ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης: «Τό μεν πα­ρελ­θὸν γέ­γο­νε, τὰ δὲ τοῦ μέλ­λον­τος μέλ­λει γε­νέ­σθαι· τό δὲ νῦν οὐ μέ­ρος».

Ροὴ χρό­νου

  • Πα­ρόν! Δὲν εἶ­ναι μέ­ρος τοῦ χρό­νου. Ὑ­πάρ­χει τὸ πρὸ καὶ τὸ με­τά. Στὴ μέ­ση τό πα­ρόν, ἢ μᾶλ­λον ὁ Πα­ρών.

  • Ὁ Πα­ρὼν εἶ­ναι Ἄ­χρο­νος. Εἶ­ναι ὁ Ἄ­χρο­νος Θε­ός. Ὁ χρό­νος εἶ­ναι συ­νυ­φα­σμέ­νος μὲ τὸ χῶ­ρο καὶ μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γία. Ἡ ἀρ­χὴ τοῦ δρό­μου δὲν εἶ­ναι δρό­μος. Ἡ ἀρ­χὴ τοῦ χρό­νου δὲν εἶ­ναι χρό­νος. Ἡ ἀρ­χὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας δὲν εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γία. Ἡ Ἀρ­χὴ τῆς Θε­ό­τη­τας; Εἶ­ναι Θε­ό­τη­τα. Δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος, πού δὲν ὑ­πάρ­χει Θε­ός.

  • Ὁ Θε­ὸς δὲν ἔ­χει ἀρ­χή. Εἶ­ναι ἡ Ἀρ­χή: «Ἐν ἀρ­χῇ ἐ­ποί­η­σεν ὁ Θε­ὸς τὸν οὐ­ρα­νόν καὶ τὴν γῆν». «Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λό­γος καὶ ὁ Λό­γος ἦν πρὸς τὸν Θε­ὸν καὶ Θε­ὸς ἦν ὁ Λό­γος» (Ἰ­ω­άν. α’ 1). Ὅ­ταν ὁ Θε­ὸς ἀ­πε­φά­σι­σε νὰ κα­τα­σκευ­ά­ση τὸ δρό­μο, διὰ τοῦ ὁ­ποί­ου φα­νε­ρώ­νε­ται ὅ­τι ὑ­πάρ­χει, μπῆ­κε στὴ ζωή μας καὶ ὁ χρό­νος. Ὀ δρό­μος εἶ­ναι ἡ πο­ρεία τοῦ κτι­στοῦ δη­μι­ουρ­γή­μα­τος ἀ­πὸ τὸν Ἄ­κτι­στο Θεό. Τὸ λε­ω­φο­ρεῖο τοῦ χρό­νου ξε­κί­νη­σε. Τρέ­χει μὲ τὴν τα­χύ­τη­τα τῶν ἀ­στέ­ρων. Τρέ­χει μὲ τὴ ροὴ τῶν πο­τα­μῶν. Τρέ­χει μὲ τοὺς κτύ­πους τῆς ἀν­θρώ­πι­νης καρ­δι­ᾶς. Τρέ­χει… «Τὰ πάν­τα ρεῖ» στὸ πο­τά­μι τοῦ χρό­νου. Ὁ Θε­ὸς πα­ρα­μέ­νει Ἄ­χρο­νος, τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά Του ὅ­μως μπῆ­καν στὴν τρο­χιὰ τοῦ χρό­νου. Παραστατικό το ποίημα τοῦ Δροσίνη:

Πές μου πο­τά­μι πού τρε­λὰ μέ­σα στοὺς κάμ­πους τρέ­χεις
καὶ τό­σες ὀ­μορ­φι­ές τῆς γῆς μὲ τὰ νε­ρά σου βρέ­χεις,
γι­α­τί μᾶς ψάλ­λεις θλι­βε­ρὸ σκο­πὸ μὲ τὴ φω­νή σου;
Ποι­ὸς ἄλ­λος ζεῖ τέ­τοια ζωὴ γλυ­κειά σὰν τὴ δι­κή σου;
Κι ἐ­κεῖ­νο ἀ­πο­κρί­θη­κε: Τί εὐ­τυ­χία ἔ­χω,
ἀ­φοῦ ἡ μοῖ­ρα μοῦ ‘γρα­ψε αἰ­ώ­νια νὰ τρέ­χω;
Ἂν ρο­δο­δά­φνες γέρ­νου­νε μὲ χά­ρη στὰ νε­ρά μου,
ἂν λυ­γα­ρι­ὲς κι ἀ­γράμ­πε­λες ἀν­θί­ζουν στὰ πλευ­ρά μου,
μή­πως μπο­ρῶ νὰ τὶς χα­ρῶ καὶ νὰ τὶς ἀ­γα­πή­σω;
Περ­νῶ, τὶς βλέ­πω μιὰ στι­γμὴ καὶ τὶς ἀ­φή­νω πί­σω…
Καὶ τὸ πο­τά­μι σώ­πα­σε κι ἀ­φή­νει τὸ δι­α­βά­τη
μὲ πι­κρα­μέ­νη τὴν καρ­διά, μὲ δα­κρυ­σμέ­νο μά­τι,
γι­α­τί μιὰ μαύ­ρη, μιὰ σκλη­ρὴ ἰ­δέα τὸν τρο­μά­ζει,
πώς κι ἡ δι­κιά του ἡ ζωὴ μὲ τὸ πο­τά­μι μοι­ά­ζει.

  • Ἠ ζωὴ τοῦ ἀν­θρώ­που μοι­ά­ζει μὲ τὸ πο­τά­μι. Τρέ­χει καὶ κυ­λᾶ. Βρί­σκει δυ­σκο­λί­ες. Βρί­σκει καὶ ἀν­θι­σμὲ­να λου­λού­δια. Μὰ οὔ­τε τὰ βρά­χια προ­λα­βαί­νει νὰ τὰ φω­το­γρα­φί­ση, οὔ­τε τὰ λου­λού­δια νὰ τὰ ζω­γρα­φί­ση.

«Καὶ ἡ δι­κιά του ἡ ζωὴ μὲ τὸ πο­τά­μι μοι­ά­ζει…». Τρέ­χει, μὰ δὲν χά­νε­ται. Ξε­χύ­νε­ται στὴν ἀ­πε­ραν­τω­σύ­νη τῆς θά­λασ­σας. Καὶ ἡ ζωὴ μᾶς τρέ­χει. Δὲν στα­μα­τᾶ. Δὲν πη­γαί­νει στὸ μη­δέν. Κα­τα­λή­γει στὴν πα­νέ­μορ­φη θά­λασ­σα τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας.

Πα­ρόν. ΠΑΡΩΝ

  • Τὸ πα­ρὸν εἶ­ναι πα­ρὸν πρα­γμα­τι­κὰ μό­νο ὡς πρό­σω­πο. Ὁ Θε­ὸς διὰ μέ­σου τῶν δη­μι­ουρ­γη­μά­των Του, φω­νά­ζει: Πα­ρών!

—Μὲ κρύ­βουν τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά μου, ἢ μᾶλ­λον μὲ φα­νε­ρώ­νουν τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά μου. Εἶ­μαι ὁ «παν­τα­χοῦ Πα­ρὼν καὶ τὰ πάν­τα πλη­ρῶν». Τὸ πα­ρὸν εἶ­ναι πρα­γμα­τι­κὰ πα­ρόν, μό­νο ὡς Πρό­σω­πο. Ὄ­χι μο­νὸ μὲ τὴν ἔν­νοια πού εἴ­πα­με, ἀ­ό­ρα­τος Θε­ός, αἰ­ω­νί­ως Πα­ρών, πού φω­νά­ζει διὰ μέ­σου τῶν ὁ­ρα­τῶν κτι­σμά­των «Πα­ρών». Λέ­ει ὁ Παῦ­λος: «Τὰ γὰρ ἀ­ό­ρα­τα αὐ­τοῦ ἀ­πό κτί­σε­ως κό­σμου τοῖς ποι­ή­μα­σι νο­ού­με­να κα­θο­ρᾶ­ται, ἡ τὲ ἀ­ῒ­δι­ος αὐ­τοῦ δύ­να­μις καὶ θει­ό­της» (Ρωμ. α’ 20). Πα­ρὼν ὁ Θε­ός! Ὡς αἰ­ώ­νι­ος καὶ προ­αι­ώ­νι­ος ὕ­παρ­ξις. Πα­ροῦ­σα και ἡ νέα πό­λις, ἡ αἰ­ώ­νια ζωή. Ὁ Ἀ­βρα­άμ, λέ­ει ἡ πρὸς Ἑ­βραί­ους, «ἐ­ξε­δέ­χε­το τὴν τοὺς θε­μελί­ους ἔ­χου­σαν πό­λιν, ἧς τε­χνί­της καὶ δη­μι­ουρ­γὸς ὁ Θε­ὸς» (Ἑβρ. ι­α’ 1).

  • Καὶ μὲ ἄλ­λη ἔν­νοια τὸ πα­ρὸν ὑ­πάρ­χει ὡς Πρό­σω­πο. Φω­νά­ζει ἐ­δῶ καὶ δύο χι­λι­ά­δες χρό­νια: «Πα­ρών»! Εἶ­ναι τὸ σαρ­κω­μέ­νο Πρό­σω­πο τοῦ Αἰ­ω­νί­ου Θε­οῦ Λό­γου. Μὲ τὴ σάρ­κω­σι τοῦ Χρι­στοῦ ὁ Ἄ­χρο­νος μπαί­νει στὸ χρό­νο. Ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος ἀ­λη­θι­νός. Καὶ μπο­ροῦ­με γιὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νή Του πο­ρεία στὴ γῆ νὰ λέ­με καὶ γι’ Αὐ­τόν, ὅτι ἦ­ταν κά­πο­τε ὀ­κτα­ή­με­ρος, σα­ράν­τα ἡ­με­ρῶν, δώ­δε­κα ἐ­τῶν, τρι­άν­τα ἐ­τῶν. Ἀλλ’ αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει, ὅ­τι πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στὸ χρό­νο.

  • Ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι ὁ Αἰ­ώ­νι­ος καὶ ὡς Θε­άν­θρω­πος. Εἶ­ναι τὸ Αἰ­ώ­νιο Πα­ρόν. Γιὰ τὴ ζωή Του καὶ γιὰ τὴν προ­σφο­ρά Του ἡ Γρα­φὴ δὲν χρη­σι­μο­ποι­εῖ χρονόμε­τρο. Δὲν λέ­ει π.χ.: «Μα­ζί μου θὰ ἔ­χε­τε ἕ­να λαμ­πρὸ μέλ­λον!». Ἡ Γρα­φὴ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ αἰ­ω­νι­ό­με­τρο: Τὸ ἄμετρο! Ὄ­χι, τὸ μέ­τρο. Τὸ ἄ­με­τρο τῆς αἰ­ω­νι­ό­τητας. Πό­σες φο­ρὲς ἡ Και­νὴ Δι­α­θή­κη μι­λά­ει γιὰ χρό­νο καὶ πό­σες φορὲς γιὰ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα; Γιὰ τὸ δεύ­τε­ρο πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές: «Οὔ­τως ἠ­γά­πη­σεν ὁ Θε­ὸς τὸν κό­σμον, ὥ­στε τὸν Υἱ­όν αὐ­τοῦ τὸν μο­νο­γε­νῆ ἔ­δω­κεν, ἵ­να πᾶς ὁ πι­στεύ­ων εἰς αὐ­τὸν μὴ ἀ­πό­λη­ται, ἀλλ’ ἔ­χη ζωὴ αἰ­ώ­νι­ον» (Ἰ­ω­αν. γ’).

Πα­ρὸν μὲ δύο μά­τια

  • Τὸ πα­ρὸν εἶ­ναι φευ­γα­λέα στι­γμή. Καὶ ὅ­μως εἶ­ναι τὸ μό­νο, πού εἶ­ναι δι­κό μας. Τὸ πα­ρελ­θὸν δὲν εἶ­ναι δι­κό μας, ἀ­φοῦ τό χά­σα­με. Τὸ μέλ­λον δὲν εἶ­ναι δι­κό μας ἀ­φοῦ δὲν βρί­σκε­ται στὴ δι­ά­θε­σί μας. Ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος λέ­ει: «Τοι­οῦ­τος ὁ χρό­νος, οὗ τὸ μὲν πα­ρελ­θὸν ἠ­φα­νί­σθη, τὸ δὲ μέλ­λον οὔ­πω πά­ρε­στι, τὸ δὲ πα­ρὸν πρὶν ἢ γνω­σθῆ­ναι δι­α­δι­δρά­σκει τὴν αἴ­σθη­σιν». Φευ­γα­λέα στι­γμὴ τὸ πα­ρόν. Στα­θε­ρὸς ὅ­μως γιὰ πάν­τα ὁ Πα­ρών, ὁ Χρι­στός. Εἶ­ναι ὁ Πα­ρών, πού βρί­σκε­ται ἀ­νά­με­σα στὸ πρὸ καὶ στὸ με­τά. Χω­ρί­ζει στὰ δύο τὴν ἱ­στο­ρία χρο­νι­κά. Ἔτ­σι μι­λᾶ­με γιὰ πρὸ Χρι­στοῦ ἱ­στο­ρία καὶ με­τὰ Χρι­στὸν ἱ­στο­ρία. Χω­ρί­ζει στὰ δύο καὶ τὴ ζωή μας: Στὴν πρὸ Χρι­στοῦ, τὴ βου­τη­γμέ­νη στὴν ἁ­μαρ­τία, καὶ στὴ με­τὰ Χρι­στό, τὴν δο­σμέ­νη στὴ με­τά­νοια.

  • Τὸ πα­ρὸν ἔ­χει δύο μά­τια: Τὸ ἕ­να λέ­γε­ται μνή­μη, τὸ ἄλ­λο λέ­γε­ται προσ­δο­κία. Βλέ­που­με τὸ πα­ρελ­θὸν μὲ τὴ μνή­μη. Θυ­μό­μα­στε τά ὅ­σα δι­α­πρά­ξα­με. Ἡ ἱ­στο­ρία μας, ἱ­στο­ρία λα­θῶν καὶ πα­θῶν. Βλέ­που­με τὸ μέλ­λον μὲ προσ­δο­κία. Προσ­δο­κία ὄ­χι γι­α­τί πε­ρι­μέ­νου­με καὶ λαχ­τα­ρᾶ­με πε­ρισ­σό­τε­ρα κο­σμι­κὰ ἀ­γα­θὰ καὶ δό­ξες καὶ τι­μές. Προσ­δο­κᾶ­με, ὅ­τι ἐ­πι­τέ­λους θὰ με­τα­νο­ή­σου­με εἰ­λι­κρι­νά, θὰ στα­μα­τή­σου­με νὰ προ­σβάλ­λου­με τὸ ἅ­γιο θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, θὰ ζή­σου­με κα­τὰ τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, θὰ ἀλ­λά­ξου­με ζωή.

Πα­ρόν: εὐ­και­ρία

Κα­τὰ τοῦ­το, λοι­πόν, τὸ πα­ρὸν ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ εἶ­ναι «χρό­νος» μὲ τὴν ἁ­γι­ο­γρα­φι­κὴ ἔν­νοια τοῦ «και­ρός». Και­ρὸς ση­μαί­νει εὐ­και­ρία. Οἱ ἀρ­χαῖ­οι στὴ μυ­θο­λο­γία εἰ­κό­νι­ζαν τὴν Εὐ­και­ρία μὲ μία κό­ρη, πού ἔ­τρε­χε καὶ τὰ μα­κρυὰ μαλ­λιὰ της ἀ­νέ­μι­ζαν. Ὅ­ποι­ος προ­λά­βαι­νε καὶ ἔ­πι­α­νε τὰ μαλ­λιά της, δὲν ἔ­χα­νε τὴν εὐ­και­ρία… Πι­ά­σου καὶ σὺ ἀ­πὸ τὴν εὐ­και­ρία.

Εὐ­και­ρία εἶ­ναι τὸ «Νῦν», τὸ πα­ρόν, ὁ πα­ρὸν χρό­νος. Εὐ­και­ρία ἐκ­πτώ­σε­ων, νὰ σβή­σουν τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τά μας. Εὐ­και­ρία γιὰ τὴ σω­στὴ ἐ­κμε­τάλ­λευ­σι καὶ χρῆ­σι τοῦ ὑ­πο­λοί­που χρό­νου τῆς ζω­ῆς μας. Εὐ­και­ρία γιὰ τὴν ἐ­ξα­γο­ρὰ τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας. Οὐ­σι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρὸν ἐ­ξαρ­τᾶ­ται τὸ αἰ­ώ­νιο μέλ­λον. «Ἰ­δοὺ νῦν και­ρὸς εὐ­πρόσ­δε­κτος, ἰ­δού νῦν ἡ­μέ­ρα σω­τη­ρί­ας» (Β΄ Κορ. στ΄ 2).

  • Τὸ «Νῦν» κα­θα­ρί­ζει καὶ κα­θο­ρί­ζει τὶς δύο δι­α­στά­σεις τῆς ζω­ῆς μας. Μπο­ροῦ­με μὲ τὸ Νῦν, μέ το τώ­ρα, δη­λα­δή, νὰ κα­θα­ρί­σου­με τὸ πα­ρελ­θόν. Πῶς; Μὲ τὴ δύ­να­μι καὶ τὴν εὐ­και­ρία, πού λέ­γε­ται με­τά­νοια. Τὸ κή­ρυ­γμα τοῦ Κυ­ρί­ου συ­νο­ψί­ζε­ται σέ λί­γες λέ­ξεις: «Με­τα­νο­εῖ­τε· ἤγ­γι­κε γὰρ ἡ βα­σι­λεία τῶν οὐ­ρα­νῶν» (Ματθ. δ΄ 10). Ἂν τὸ νῦν, τὸ τώ­ρα, γί­νη αὔ­ριο, τό­τε τὸ αὔ­ριο γί­νε­ται με­θαύ­ριο, τὸ με­θαύ­ριο γί­νε­ται πο­τὲ καὶ μὲ τὸ αὔ­ριο τῆς ἀ­να­βο­λῆς χά­νου­με τὸ αἰ­ώ­νιο αὔ­ριο τῆς προ­σμο­νῆς.

  • Τὸ νῦν ἐ­πί­σης ἔ­χει σχέ­σι καὶ μὲ τὸ μέλ­λον. Κα­θο­ρί­ζει τὴν πο­ρεία τῆς νέ­ας ἐν Χρι­στῷ ζω­ῆς. Τὰ ὄ­νει­ρά μᾶς εἶ­ναι τὰ δι­κά Του θε­λή­μα­τα. Οἱ στό­χοι μας εἶ­ναι οἱ δι­κοί Του πό­θοι. «Θέ­λω ὅπου εἶ­μαι Ἐ­γώ, καὶ οἱ δι­κοί μου ἄν­θρω­ποι νὰ εἶ­ναι μα­ζί μου» (Ἰ­ω­αν. ιζ’ 4).

  • Τὸ πῶς μιὰ στι­γμὴ δυ­να­τῆς με­τα­νοί­ας κα­θα­ρί­ζει τὸ πα­ρελ­θὸν καὶ κα­θο­ρί­ζει τὸ μέλ­λον, τὸ βλέ­που­με στὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ Ἀ­σώ­του. Μέ­σα σὲ μιὰ στι­γμή! Εἶ­ναι ἡ στι­γμὴ πού ζυ­γί­ζει αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Μέ­σα σὲ μιὰ στι­γμὴ τοῦ ‘ρθε ὁ πό­θος νὰ κα­θα­ρί­ση τὸ ἐ­λε­ει­νὸ πα­ρελ­θόν. Εἶ­ναι ἡ μνή­μη τῆς με­τα­νοί­ας. «Πό­σοι μί­σθι­οι τοῦ πα­τρός μου πε­ρισ­σεύ­ου­σιν ἄρ­των, ἐ­γὼ δὲ λι­μῷ ἀ­πό­λυμ­μι» (Λουκ. ιε΄ 17). — Χά­νο­μαι! Θὰ χα­θῶ; — Ὄ­χι, μοῦ μέ­νει τὸ τώ­ρα. Τώ­ρα «ἀ­να­στάς πο­ρεύ­σο­μαι πρὸς τὸν Πα­τέ­ρα μου». Ὁ Πα­τέ­ρας δὲν πέ­θα­νε. Ὁ Πα­τέ­ρας ζῆ. Κι ὁ Πα­τέ­ρας ἔ­δω­σε τὸν μο­νά­κρι­βο Γυιό του γιὰ μέ­να. Τώ­ρα ἐ­μέ­να πε­ρι­μέ­νει!

Ὁ Ἄσωτος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἔ­χη τὴ μνή­μη τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, ντυ­μέ­νη ὅ­μως μὲ τὸ οὐ­ρά­νιο ροῦ­χο τῆς με­τά­νοι­ας καὶ πλυ­μέ­νη μὲ τὰ δά­κρυα τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς. Ὀ Πα­τέ­ρας, ὅ­ταν βλέ­πη με­τά­νοια καὶ ἐ­ξο­μο­λό­γη­σι εἰ­λι­κρι­νή, χά­νει τὴ μνή­μη τοῦ δι­κοῦ μας πα­ρελ­θόν­τος.

  • Μιὰ στι­γμὴ κα­θο­ρί­ζει καὶ τὸ μέλ­λον, τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα.

Στὴν Ἐκ­κλη­σία ἡ μνή­μη τοῦ πα­ρελ­θόν­τος γί­νε­ται μνή­μη ἐν Χρι­στῷ. Καὶ ἡ ἐλ­πί­δα τοῦ μέλ­λον­τος γί­νε­ται ἐλ­πί­δα ἐν Χρι­στῷ. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Χρι­στι­α­νοῦ ὡς μέ­λους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τρέ­φε­ται μὲ τὴ μνή­μη καὶ τὴν ἐλ­πί­δα τοῦ Χρι­στοῦ.

Πολ­λὰ χρό­νια ἢ ἕ­να λε­πτό;

  • Τὸ πα­ρόν! Ἕ­να λε­πτό! Τί ἀ­ξία ἔ­χει ἕ­να λε­πτό; Ἕ­να λε­πτὸ τοῦ ἀ­πέ­με­νε γιὰ τὴν τε­λευ­ταία του πνοή. Εἶ­ναι ὁ λη­στής. Καὶ πρό­λα­βε. Καὶ μὲ ἕ­να λε­πτὸ τοῦ χρό­νου, λε­πτὸ με­τα­νοί­ας, ἀ­γό­ρα­σε τὸν πα­ρά­δει­σο. Μὲ ἕ­να λε­πτὸ με­τα­πή­δη­σε ἀ­πὸ τὴν κό­λα­σι στὸν πα­ρά­δει­σο.

  • Μὲ ἕ­να λε­πτὸ ἐ­ξα­σφα­λί­ζεις τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Χει­ρί­σου κα­λά τό λε­πτὸ τοῦ πα­ρόν­τος. Ἕ­να λε­πτὸ πρὸ τοῦ θα­νά­του σὲ ὁ­δη­γεῖ στὴν αἰ­ώ­νια ζωή. Ἕ­να λε­πτὸ με­τὰ τὸ θά­να­το σὲ κα­θη­λώ­νει στὴν αἰ­ώ­νια κό­λα­σι, γιά πάν­τα, ἀ­με­τά­θε­τα.

  • Δὲν ξέ­ρω ἂν ἔ­χης πολ­λὰ λε­πτὰ χρη­μα­τι­κά. Ξέ­ρω ὅ­μως, ὅ­τι ἔ­χεις ἀ­κό­μα πολ­λὰ λε­πτὰ χρό­νου. Ἀρ­κε­τὰ πῆ­γε χα­μέ­νος «ὁ πα­ρε­λη­λυ­θώς χρό­νος» (Α’ Πέτρ. δ΄ 3). Ἔ­λε­γε κά­πο­τε σπου­δαῖ­ος ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κας τὴ μέ­ρα τῆς Πρω­το­χρο­νι­ᾶς:

—Βλέ­που­με μπρο­στὰ μας τό­σους φί­λους, καὶ τοὺς λέ­με «Χρό­νια πολ­λά». Ἂν βλέ­πα­με μπρο­στὰ μας τοὺς φί­λους καὶ τοὺς συγ­γε­νεῖς, πού δὲν μπο­ροῦν νὰ βγοῦν ἀ­πὸ τὴν αἰ­ώ­νια κό­λα­σι, ἂν μπο­ρού­σα­με νὰ τοὺς δοῦ­με, ἢ μᾶλ­λον, ἂν μπο­ροῦ­σαν νὰ μᾶς ἀ­παν­τή­σουν στὸ ἐ­ρώ­τη­μα: « Τί δῶ­ρο θέ­λε­τε νὰ σᾶς κά­νου­με σή­με­ρα Πρω­το­χρο­νιά», νὰ εἶ­σθε βέ­βαι­οι, ὅ­τι ἀ­πὸ τὸ στό­μα ὅ­λων, θὰ ἀ­κού­γα­με ἕ­να κραυ­γα­λέο, σπα­ρα­κτι­κὸ αἴ­τη­μα: «Ἕ­να λε­πτό! Μό­νο ἕ­να λε­πτὸ νὰ ξα­νάρ­θου­με στὴ ζωή! Ἕ­να λε­πτό! Μᾶς φτά­νει: Νὰ φω­νά­ξου­με: Ἁ­μαρ­τή­σα­με!… Ἔ­λε­ος, Κύ­ριε, ἔ­λε­ος. Σπλα­χνί­σου μας…». Αὐ­τό τό λε­πτό, πού ὅ­λοι οἱ κο­λα­σμέ­νοι ζη­τοῦν, μὰ δὲν τὸ ἔ­χουν, αὐ­τὸ τὸ λε­πτό τό ἔ­χου­με ἐ­μεῖς.

  • Τρέ­ξε! Νὰ τὸ ἐ­ξαρ­γυ­ρώ­σης στὴν τρά­πε­ζα τοῦ θεί­ου ἐ­λέ­ους!

Τε­λι­κά τό «Νῦν», ἡ ἀ­κα­θό­ρι­στη στι­γμὴ τοῦ πα­ρόν­τος, πού δὲν εἶ­ναι ὡ­ρο­λο­γι­α­κὸς χρό­νος, θὰ πα­ρα­τα­θῆ στὸ ἄ­πει­ρο. Θά γί­νη τό αἰ­ώ­νιο σή­με­ρα. Ἀ­πό μιὰ στι­γμὴ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται τὸ αἰ­ώ­νιο μέλ­λον μας.

Πλοῖο, λε­ω­φο­ρεῖο, γέ­φυ­ρα

Ὁ χρό­νος συ­νυ­φαί­νε­ται μέ τή ζωὴ καὶ τὴν κα­τευ­θύ­νει στὸν θά­να­το. Ὅ­πως οἱ ἐ­πι­βά­τες τοῦ πλοί­ου ὁ­δη­γοῦν­ται στὸ λι­μά­νι, ἔ­στω καὶ ἂν κοι­μοῦν­ται καὶ δὲν ἀν­τλαμ­βά­νον­ται τί­πο­τε, ἔτ­σι καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου ὁ­δη­γοῦν­ται φυ­σι­ο­λο­γι­κὰ στὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς τους. Λέ­ει ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος: «Κοι­μᾶ­σαι καὶ ὁ χρό­νος σὲ πα­ρα­τρέ­χει. Εἶ­σαι ξυ­πνη­τὸς καὶ ἔ­χεις φρον­τί­δες, ἀλ­λὰ ἡ ζωὴ δα­πα­νᾶ­ται, ἔ­στω κι ἂν αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτό. Ὅ­λοι τρέ­χου­με κά­ποι­ον δρό­μο, σπεύ­δον­τας ὁ κα­θέ­νας πρὸς τὸ τέ­λος… Ὅ­λα περ­νοῦν καὶ μέ­νουν πί­σω σου… Τέ­τοια εἶ­ναι ἡ ζωή. Οὔ­τε οἱ χα­ρὲς τῆς εἶ­ναι μό­νι­μες, οὔ­τε οἱ λύ­πες δι­αρ­κεῖς. Καὶ ὁ δρό­μος δὲν εἶ­ναι δι­κός σου, οὔ­τε τὰ πα­ρόν­τα δι­κά σου».

  • Μπῆ­κε στὸ χρό­νο ὁ Ἄ­χρο­νος, γιὰ νὰ μᾶς ἀ­παλ­λὰ­ξη ἀ­πό τὴν τρο­μο­κρα­τία τοῦ χρό­νου. Μᾶς τρο­μά­ζει τὸ κύ­λι­σμα, τὸ τρέ­ξι­μο τοῦ χρό­νου, γι­α­τί νο­μί­ζου­με ὅ­τι τὸ ὄ­χη­μα του μᾶς πη­γαί­νει στὸ θά­να­το. Ἦλ­θε ὅ­μως ὁ Χρι­στὸς καὶ ἄλ­λα­ξε τὸ ὄ­χη­μα τοῦ χρό­νου. Δὲν εἶ­ναι ὁ χρό­νος ἡ νε­κρο­φό­ρα, πού μᾶς πη­γαί­νει σι­γὰ-σι­γὰ, πέν­θι­μα στόν τά­φο. Ὄ­χι. Ὁ χρό­νος ἔ­χει και­νούρ­γιο ὄ­χη­μα. Ἡ μάρ­κα του εἶ­ναι τε­λευ­ταί­ου τύ­που. Λέ­γε­ται ἀ­νά­στα­σις. Ὁ χρό­νος με­τὰ Χρι­στὸ καὶ μὲ τὸ Χρι­στὸ τρέ­χει μὲ τὸ ὄ­χη­μα, πού λέ­γε­ται ζω­η­φόρος. Τρέ­χει καὶ κα­νεὶς δὲν τὸν στα­μα­τᾶ. Ἁ­πλῶς σὲ κά­ποια στι­γμή, μὰ θὰ εἶ­ναι μό­νο ἁ­πλῶς μιὰ στι­γμή, θὰ πε­ρά­ση τὰ σύ­νο­ρα. Ὁ Ἄγ­γε­λος αὐ­το­μά­τως θὰ ἐ­λέγ­ξη ἂν τὸ δι­α­βα­τή­ριό μας ἔ­χη τὶς δυὸ σφρα­γί­δες, τὴν ἀ­κλό­νη­τη πί­στι καὶ τὴν ἀ­ρε­τὴ μὲ τὰ κα­λά της ἔρ­γα. Καὶ θὰ πα­ρα­δώ­ση ὁ χρό­νος τὴ δι­κή του πρό­σκαι­ρη ζωὴ στὸ δι­α­στη­μό­πλοιο τῆς ἀ­τέ­λει­ω­της ζω­ῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας. Λέ­ει ὁ Μ. Βα­σί­λει­ος: «Ὁ χρό­νος εἶ­ναι ἡ πε­ρί­ο­δος προ­ε­τοι­μα­σί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που γιὰ τὴν αἰ­ώ­νια μα­κα­ρι­ό­τη­τα» (στό Ψαλμ. 114,5).

  • Κά­θε φο­ρά χά­νου­με ἀ­πό τὴ ζωὴ μας τό­σο, ὅ­σο ἀ­κρι­βῶς ζή­σα­με. Καὶ δὲν ἔ­χου­με τὴν αἴ­σθη­σι, ὅ­τι δα­πα­νᾶ­ται ἡ ζωή μας, μο­λο­νό­τι με­τροῦ­με πάν­το­τε μὲ βά­σι τή ζωή πού πέ­ρα­σε καὶ χά­θη­κε. Δη­λα­δὴ κά­νου­με ἕ­να λά­θος στὸ μέ­τρη­μα τῶν χρό­νων τῆς ζω­ῆς μας. Ἄς ὑ­πο­θέ­σου­με, ὅ­τι κά­ποι­ος εἶ­ναι 80 χρο­νῶν καὶ ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἔ­χει προ­ο­ρί­σει νὰ ζή­ση 85 χρό­νια. Πό­σα εἶ­ναι τὰ χρό­νια της ζω­ῆς του; —Πέν­τε! Ὄ­χι ὀ­γδόν­τα! Πέν­τε τοῦ ἀ­πο­μέ­νουν. Τὰ ὀ­γδόν­τα ἔ­φυ­γαν.

  • Ὁ ἄν­θρω­πος δρᾶ καὶ κι­νεῖ­ται μέ­σα στὸν κό­σμο, σὰν νὰ ἐ­πρό­κει­το νὰ ζῆ αἰ­ώ­νια. Τὸ πα­ρὸν τὸ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με συ­νή­θως ὡς γέ­φυ­ρα μελ­λον­τι­κῶν σχε­δί­ων. Ἀλλ’ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται σά­πια ἡ γέ­φυ­ρα αὐ­τή. Στὴν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα τὸ πα­ρὸν εἶ­ναι ἡ γέ­φυ­ρα πού μᾶς συν­δέ­ει μὲ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Καὶ ἡ γέ­φυ­ρα αὐ­τὴ λέ­γε­ται «Γρη­γο­ρεῖ­τε». Ὁ χρό­νος, ποῦ ζοῦ­με, ἐ­νῶ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς με­τρη­τής τῆς ζω­ῆς μας, εἶ­ναι ταυ­το­χρό­νως καὶ με­τρη­τής τοῦ ἀ­φα­νι­σμοῦ μας.

  • Ὁ χει­ρό­τε­ρος ἐ­χθρὸς τοῦ χρό­νου εἶ­ναι τὸ «ἔ­χω και­ρό». Κά­τω ἀ­πό τά μάρ­μα­ρα τῶν τά­φων εἶ­ναι θαμ­μέ­να ὅ­λα τὰ σχέ­δια καὶ τὰ ὄ­νει­ρα! Ὅ­λα τά ἔ­θα­ψε ὁ πα­ρα­λο­γι­σμὸς τοῦ «ἔ­χω και­ρό». Μέ­σα στὴν καρ­διὰ ὅ­μως τῶν ἁ­γί­ων εἶ­ναι κρυμ­μέ­νοι ὅ­λοι οἱ πό­θοι γιὰ αἰ­ώ­νια ζωή.

  • Οἱ ἅ­γι­οι, οἱ πι­στοὶ χρι­στι­α­νοί, βρῆ­καν τὸ λε­ω­φο­ρεῖο τῆς ζω­ῆς, πού ἀ­φε­τη­ρία ἔ­χει τὸ χρό­νο καὶ τὲρ­μα ἔ­χει τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Σ’ αὐ­τὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖο μπῆ­κε καὶ ὁ Χρι­στός. Μπῆ­κε στὸ χρό­νο, στὸ λε­ω­φο­ρεῖο τοῦ χρό­νου, ἀλ­λά ἄρ­πα­ξε καὶ τὸ τι­μό­νι Του. Καὶ τὸ ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­τέρ­μο­να αἰ­ω­νι­ό­τη­τα.

Μὴ χά­σης τὸ λε­ω­φο­ρεῖο τοῦ χρό­νου, πού πά­ει στὴν αἰ­ώ­νια ζωή. Γι­α­τί περ­νά­ει καὶ τὸ λε­ω­φο­ρεῖο τὸ ἄλ­λο. Φέρ­νει μέ­σα του τὸ θά­να­το. Οἱ ἐ­πι­βά­τες του ζοῦν γιὰ τὸ θά­να­το καὶ χά­νον­ται στὸ κα­τρα­κύ­λι­σμα τῆς κο­λά­σε­ως.

  • Ἤρ­θα­με ἀ­πό τό μη­δέν. Μᾶς ἐ­πι­βί­βα­σαν στὸ λε­ω­φο­ρεῖο τοῦ ἐν Χρι­στῷ χρό­νου· Κα­νεὶς ἄς μὴ κα­τέ­βη. Ὅ­λοι μα­ζὶ μὲ τὸν Χρι­στὸ στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, χω­ρὶς πλέ­ον τὸ χρό­νο. Στὴ ζωὴ χω­ρὶς καμ­μιὰ λύ­πη καὶ ἀ­πελ­πι­σία. Στὴ ζωὴ μα­ζὶ μὲ τὸν αἰ­ώ­νιο Χρι­στό. Ἀ­μήν.

,

Σχολιάστε

ΑΣΥΛΟ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

Ἄσυλο γιὰ παραβατικότητες!

τοῦ Ἀρχιμ.  Δανιήλ Ἀεράκη

.              Πρὶν ἀπό 44 χρόνια ἔγινε ἡ ἐξέγερσις στὸ Πολυτεχνεῖο Ἀθηνῶν. Πρέπει ὁπωσδήποτε, κάθε χρόνο στὶς 17 Νοεμβρίου νὰ γίνωνται βανδαλισμοὶ στὰ κτήρια τῶν Ἀνωτάτων Σχολῶν, νὰ καίγωνται τὰ πάντα, νὰ «ἀσφαλίζωνται» ὅλα τὰ ἀναρχικὰ στοιχεῖα καὶ οἱ πάσης μορφῆς κουκουλοφόροι μέσα στὰ πανεπιστημιακὰ ἱδρύματα, καὶ ἀπό ἐκεῖ νὰ ἐκσφενδονίζωνται «μολότωφ» ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ!
.             Ποιὀς ὁ ἐχθρός; Οἱ ἀστυνομικοί, πού ἔχουν ὁρισθῆ φύλακες τῆς τάξεως! Ποιὸς ὁ ἐχθρός; Τὰ ἐπιστημονικὰ ἐργαστήρια! Ποιὸς ὁ ἐχθρός; Ὁ φιλήσυχος λαός! Ποιός ὁ ἐχθρός; Τὰ καταστήματα καὶ τὰ ὀχήματα τῶν γύρω περιοχῶν, πού πρέπει νὰ καταστραφοῦν, γιὰ νὰ ζήση μιὰ ἄχαρις μνήμη!

  • Ἂν μερικοὶ ἀγωνίστηκαν μὲ ἁγνὰ ἐλατήρια, δὲν ἔχουν δικαίωμα τὰ ἄγρια, δολοφονικὰ ἔνστικτα ἀνάνδρων κουκουλοφόρων νὰ προσβάλλουν τὴ μνήμη τους μὲ ἀσύλληπτους βανδαλισμούς.

.          Δέν ἔχουν δικαίωμα! Λάθος! Τό δικαίωμα τοὺς τὸ δίνει τὸ λεγόμενο πανεπιστημιακὸ ἄσυλο!!!

  • Πρὶν ἀπό λίγα χρόνια σκοτώθηκε σὲ διαδήλωσι ἕνας νεαρός. Πρέπει κάθε χρόνο νὰ καίγεται στὴ μνήμη του ἡ Ἀθήνα καὶ ἡ Θεσσαλονίκη (καὶ ἄλλες πόλεις) καὶ νὰ πληρώνουν τὴ μανία τῶν κουκουλοφόρων τὰ κτήρια τῶν Πανεπιστημίων (μέσα καὶ ἔξω)! Ποιὸς παρέχει τό δικαίωμα τῆς φρικτῆς καταστροφῆς; Φυσικά, τὸ… ἄσυλο!!!

.                Πρὶν ἀπό λίγο καιρὸ πέθανε ἕνας νεαρός, αὐτοπροσδιοριζόμενος ὡς ὁμοφυλόφιλος, ὡς χρήστης ναρκωτικῶν, ὡς ἀναρχικός, ὡς ἀντιεξουσιαστής. Πρέπει, λοιπόν, ὁ θάνατός του νὰ τιμηθῆ μὲ πορεῖες ἀναρχικῶν, πού στὸ διάβα τους καταστρέφουν τὰ πάντα!
.                Τελικὰ ἡ παραβατικότητα ἀπέκτησε νόμιμη ὀμπρέλλα; Τελικὰ οἱ ναρκομανεῖς καὶ οἱ ἔμποροι τῶν ψυχοφθόρων οὐσιῶν εἶναι καλοδεχούμενοι στὶς σχολὲς τῶν Πανεπιστημίων; Τελικὰ ὁ «Ρουβίκωνας» ἔχει «ἐλευθέρας» γιά φθορὲς καὶ ἀσχήμιες παντοῦ; Μέχρι καὶ σὲ πρεσβεῖες, καὶ σὲ δικαστήρια, καὶ σὲ ὑπουργεῖα καὶ στὴ Βουλή; Θὰ παρέχουν στὰ μέλη του στέγη καὶ γραφεῖα σὲ πανεπιστημιακὲς αἴθουσες, γλυκίσματα καὶ φαγητά, γιά νὰ καταλύουν κάθε ἔννοια νομιμότητας; Τελικὰ ἡ ἀστυνομία ἐπιβάλλεται νὰ παραμένη ἀκάλυπτη ἀπό τὴν πολιτική ἡγεσία, καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτελέση τό καθῆκον της;
.               Καιρὸς νὰ ἐπανέλθη τό «ἄσυλο» στὸν δι᾽ ὃν ἔχει ὁρισθῆ σκοπό:

—Ἄσυλο νοεῖται γιά τὴ γνῶσι, ὄχι γιά τὴν ἐγκληματικότητα.

—Ἄσυλο γιά τὴν ἐλεύθερη διακίνησι ἰδεῶν. Ὄχι γιά τὴν ἀσύδοτη διακίνησι ναρκωτικῶν!

—Ἄσυλο γιά τὴ μελέτη καὶ τή διδασκαλία, ὄχι γιά τὴν ἀναρχία καὶ τὴν τρομοκρατία.

—Ἄσυλο γιὰ τοὺς φοιτητὲς σπουδῶν. Ὄχι γιά τοὺς μπαχαλάκηδες πληρωμένων κυκλωμάτων.

—Ἄσυλο γιὰ τοὺς καθηγητές, ὄχι γιά τοὺς ἐμπρηστές.

  • Τὸ κράτος δὲν ὑπάρχει γιά νὰ χαϊδεύη πάσης φύσεως σκοταδιστικὲς παραβάσεις. Εἶναι γιά νὰ ἐπιβάλλη τὴν τάξι, ὥστε σὲ κάθε σχολικὴ καὶ πανεπιστημιακή… τάξι νὰ καλλιεργῆται καὶ νὰ προοδεύη ἡ ἐπιστήμη.

  • Οἱ λίγοι ὁπαδοί τῆς βίας νὰ ἐξαφανισθοῦν (ἀπό τὶς κρατικὲς δυνάμεις) γιά νὰ κινοῦνται οἱ πολλοί φίλοι τῆς ἐλευθερίας!

Σχολιάστε

ΟΙ ΑΠΟΝΤΕΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Οἱ ἀπόντες τῶν Χριστουγέννων

τοῦ Ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη

.              Καί πάλι ἀπαγορεύσαμε στὸν Οὐρανό νά χτυπήση χαρμόσυνες καμπάνες τὰ Χριστούγεννα. Οἱ ἄγγελοι ἀπέσυραν τὴ χορωδία τους καὶ δὲν ἔψαλαν τὸν ἐπίκαιρο ὕμνο τους. Γιατί; Γιὰ τὶς ἀπουσίες στὴ γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων, πού φυσικὰ ἦσαν πολὺ περισσότερες ἀπό τὶς παρουσίες. Ἀπουσίασαν πολλοὶ καὶ ἀπό τό εὐχάριστο τραπέζι τῆς Χριστουγεννιάτικης λειτουργίας καὶ ἀπό τό τραπέζι τῆς καθιερωμένης οἰκογενειακῆς πανδαισίας. Ἀπόντες: Ἀναρίθμητοι κοντεύουν νὰ γίνουν.

  • Δὲν ἐννοοῦμε τόσο τοὺς ἀπόντες, πού ἡ πνευματική τους ψυχρότητα δὲν τοὺς ἄφησε και πάλι νὰ πλησιάσουν τὸ Θαῦμα! Αὐτοί, τὰ Χριστούγεννα τὰ ἐκλαμβάνουν μόνο ὡς διασκέδασι, φαγητά, διακοπὲς καὶ ταξίδια! Ἀδιάφοροι παντελῶς γιὰ τὴν ἐπίσκεψι τοῦ Οὐρανίου, γιὰ τὴ σάρκωσι τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὸ ὑπερθέαμα τῆς θεϊκῆς Ἀγάπης, γιὰ τὸ Μυστήριο τῆς ἀνθρώπινης σωτηρίας. «Χριστούγεννα» γι᾽ αὐτοὺς εἶναι ἡ κατανάλωσις καὶ τὸ νὰ εἰρωνεύωνται τὸ Μεγάλο Γεγονός.

  • Οὔτε ἐννοοῦμε τόσο τοὺς ἄλλους ἀπόντες, ἐκείνους πού τὰ πόδια τους ἴσως συρθοῦν γιὰ λίγο σ᾽ ἕνα ναό, γιὰ τὸ ἄναμμα μιᾶς λαμπάδας, μὰ στὴν ψυχὴ τους ἔχει σβήσει ὁ θαυμασμὸς τῶν μάγων καὶ ἡ θέλησίς τους δὲν μπορεῖ νὰ γονατίση στὸ σπήλαιο τῆς Ἄπειρης Ἀγάπης.

  • Οὕτε ἐννοοῦμε φυσικά τούς φτωχοὺς ἀδελφούς μας, πού δὲν εἶχαν τὴν εὐκαιρία νὰ παρακαθίσουν σὲ ἑορταστικὸ Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

  • Ἐννοοῦμε τοὺς ἄλλους, τοὺς πολλούς, τὶς ἑκατοντάδες χιλιάδες ἀνθρώπινες ὑπάρξεις, πού τοὺς ἀπαγορεύσαμε νὰ γιορτάσουν Χριστούγεννα! Ὁ Χριστός, τὸ Βρέφος τῆς Παρθένου, δὲν βρῆκε κατάλυμα εὐπρεπὲς σὲ σπίτι ἢ σὲ πανδοχεῖο, ἀλλά τουλάχιστον βρῆκε μιὰ σπηλιὰ νὰ γεννηθῆ! Οἱ ὑπάρξεις αὐτές, πού ἀναφερόμαστε, εἶναι τὰ ζωντανὰ βρέφη, οἱ μικροὶ Χριστοί, πού βρέθηκαν σέ σπήλαιο, μὰ δὲν γεννήθηκαν!!!

Σπήλαιο ἡ μητρικὴ ὕπαρξις. Μὰ κάλεσαν σκληροὶ καὶ ἀπαίσιοι γονεῖς τὸν Ἡρώδη, νὰ ἔρθη ἐπειγόντως, προτοῦ ν᾽ἀνοίξη τὸ σπήλαιο. Νὰ φέρη μαζί του καί τὸ μαχαίρι καὶ νὰ σφάξη τά βρέφη τους!

  • Ραχήλ, κλαῖς τὰ παιδιά σου! Ἑλλάδα, κλαῖς τὰ βρέφη σου, πού δὲν τὰ ἄφησαν νὰ γεννηθοῦν, ἀλλά τὰ κατέσφαξαν μὲ τὰ κοφτερὰ ἐργαλεῖα τῶν ἐκτρώσεων. Ἐκκλησία, κλαῖς τὰ παιδιά σου, πού θὰ μποροῦσαν σὰν ἀγγελούδια νὰ ἑνώσουν τὶς φωνές τους στὰ κάλαντα καὶ στοὺς χριστουγεννιάτικους ὕμνους, μὰ δέν τά ἄφησαν οἱ ἄστοργοι γονεῖς καὶ οἱ ἐγκληματίες γιατροί.

  • Ὅλα τά ᾽χει ἡ σύγχρονη κοινωνία, τὰ παιδιὰ ὅμως τῆς λείπουν. Τὰ 250.000 παιδιά, πού κάθε χρόνο ὁ Ἡρώδης τῶν ἐκτρώσεων φονεύει, αὐτὰ τὰ παιδιὰ ἁρπάζουν τό σχοινὶ τῆς χριστουγεννιάτικης καμπάνας καὶ τὴν χτυπᾶνε πένθιμα, μπάς καὶ ξυπνήσουν οἱ ἔνοχες συνειδήσεις.

  • Καταδικάζουμε τὸ τρομοκρατικὸ χτύπημα σὲ ἕνα τηλεοπτικὸ κανάλι, ὅπως καί στό ναό τοῦ Ἁγίου Διονυσίου στήν Ἀθήνα. Μὰ ποιός θὰ καταδικάση τὴ βόμβα στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, πού σκοτώνει τὸ παιδί; Πότε τὸ Ἔθνος θὰ ξεσηκωθῆ ἐναντίον τοῦ κράτους, πού ἔχει σύνθημα: «Σκοτώνετε ἐλεύθερα τά βρέφη σας!»; Πότε ἡ Ἐκκλησία θὰ σταματήση τὴν ὑποκρισία νὰ ψάλλη τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», ἐνῶ ὁ Χριστός, τὸ κάθε βρέφος, τὸ κυοφορούμενο παιδί, δὲν γεννᾶται;

  • Παιδιά, ἀγγελούδια τῶν ἐκτρώσεων, σεῖς στὸν Οὐρανὸ γιορτάζετε πλέον ὡς μάρτυρες. Ἐμεῖς στὴ γῆ, ὡς ἔνοχοι ἀναζητᾶμε τοὺς ἀπόντες…

, ,

Σχολιάστε

ΕΚΚΛΗΣΙΑ καὶ ΕΘΝΟΣ «Αὐτός πού θεσμοθέτησε “οὐδέτερο” γένος στοὺς ἀνθρώπους, ὁ ἴδιος θέλει συνταγματικά νά κάνη “οὐδέτερη” πνευματικά καί τή χώρα μας»

Ἐκκλησία καί Ἔθνος

τοῦ Ἀρχιμ. Δανιὴλ Ἀεράκη

.           Ἐκκλησία καί Ἔθνος. Ἐκκλησία καί Γένος. Μᾶλλον οἱ δύο αὐτοί συνδυασμοί ταιριάζουν καλύτερα στή συνοχή καί τή συνύπαρξι τῶν δύο θεσμῶν στόν τόπο μας. Ἐκκλησία καί κράτος! Εἶναι συνδυασμός πού κρατικοποιεῖ τήν Ἐκκλησία ἤ ἱεροποιεῖ τό κράτος.
.           Στήν πατρίδα μας ὑπάρχει καί ἡ Ἐκκλησία. Δέν εἶναι «κράτος ἐν κράτει». Εἶναι ἡ καρδιά τοῦ σώματος. Χωρίς τήν καρδιά τό σῶμα δέν λειτουργεῖ. Χωρίς τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει κράτος, ἀλλ᾽ ὄχι Ἑλληνικό κράτος. Ἡ Ἐκκλησία χωρίς τήν Ἑλλάδα θά ζήση. Θά πορεύεται πρός τά ἔθνη (Πράξ. κη´ 28). Ἡ Ἑλλάδα χωρίς τήν Ἐκκλησία δέν θά ζήση.
.           Δέν ἔχει ἀνάγκη ἡ Ἐκκλησία ἀπό τά «δεκανίκια» τοῦ κράτους. Κάποτε ἡ δέσμευσίς της ἀπό τό κράτος τήν βλάπτει κιόλας. Τό κράτος ὅμως ὀφείλει σεβασμό πρός τήν Ἐκκλησία. Καί ὅταν λέμε Ἐκκλησία, ἐννοοῦμε τόν Ἰησοῦ Χριστό καί τό Εὐαγγέλιό Του. Ἐννοοῦμε τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅλους τούς πιστούς Ὀρθοδόξους, πού δέχονται καί προσδέχονται τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
.           Ἡ Ἐκκλησία δέν ὀφείλει τήν ὑπόστασί της στό κράτος. Τό ἔχει ἀποδείξει ἐπανειλημμένως ἐπί εἴκοσι αἰῶνες. Ἔζησε, ὄχι γαντζωμένη στήν κρατική ἐξουσία, ἀλλά διωγμένη ἀπό τόν ἑκάστοτε «Καίσαρα».
.           Εἰδικά τό ἑλληνικό ἔθνος ὅμως, ὀφείλει τήν ὑπόστασί του στήν Ἐκκλησία. Καί κατά τοῦτο ἡ Ἐκκλησία δέν ἐπιτρέπει στόν ὁποιονδήποτε περαστικό ἀπό τόν κυβερνητικό θῶκο νά ξερριζώνη ἀσύστολα θεσμούς καί δεσμούς ἱερούς, πού τούς παραγγέλλει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πολύ μικροί ὅσοι νομίζουν ὅτι θά γκρεμίσουν τίς αἰώνιες ἀλήθειες ἤ ὅτι θά μετακινήσουν το βράχο τῶν αἰώνων τοῦ Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, τοῦ Χριστιανισμοῦ.
.           Γιά τό Ἑλληνικό κράτος εἶναι τιμή νά ἀρχίζει τό Σύνταγμά του μέ τήν εὐλογία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἀλλοίμονο δέ, ἄν νομίζουν ὅτι τούς χρωστάει ὁ Θεός εὐεργεσία Του, ἐπειδή Τόν ἔχουν προμετωπίδα στό Σύνταγμα!
.           Πάντως, οἱ πιστοί χριστιανοί, δέν θά θέλαμε τήν προμετωπίδα «Εἰς τό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος» σέ ἕνα Σύνταγμα πού νομιμοποιεῖ ὅλα τά ἐξαμβλώματα τῆς ἀνηθικότητας καί ἐκπαραθυρώνει τήν ἐλληνορθόδοξη ἀγωγή τῶν παιδιῶν καί τῶν νέων. Ἕνα τέτοιο Σύνταγμα, πού στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἱδρύεται οὐσιαστικά ἕνα… ἄθεο κράτος, μοιάζει μέ συνταγή γιατροῦ, πού ἔχει τό «cum Deo», ἀλλά προσφέρει… δηλητήριο!
.             Ἄς μήν ἐπιζητῆ ὁ ἄθεος πρωθυπουργός συμφωνία μέ τήν Ἐκκλησία. Και ἄς μήν σπεύδη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος νά εὐχαριστῆ (!) τόν ἄθεο συνομιλητή του.
Ἡ Ἐκκλησία βλέπει τήν Ἑλλάδα ὡς εὐλογημένο χῶρο. Καί φυσικά ὅσοι διάκονοι τοῦ Εὐαγγελίου, ἱερεῖς, σπέρνουν τήν Ἀλήθεια, ὅσοι ἀγωνίζονται γιά τή φιλανθρωπία καί τήν ἀγάπη καί καλοῦν τό λαό στήν ἀρετή καί τήν εὐσέβεια, αὐτοί εἶναι «ἄξιοι τοῦ μισθοῦ αὐτῶν» (Λουκ. ι´ 17). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, γιά τόν ἑαυτό του, δέν ἤθελε τίποτε! Ἀλλά γιά τούς ἐργάτες, γενικῶς, τῆς Ἐκκλησίας λέγει: «Εἰ ἡμεῖς ὑμῖν τά πνευματικά ἐσπείραμεν, μέγα εἰ τά σαρκικά θερίσομεν;» (Α´ Κορ. θ´ 11).
.           Ἀκούγεται, ἄλλοτε ὑπόκωφα, ἄλλοτε ἀναιδέστατα, ὅτι θά κοπῆ ἡ μισθοδοσία τοῦ Κλήρου. Λησμονοῦν ἄραγε ὅτι οἱ περισσότεροι κληρικοί εἶναι τίμιοι, πολύτεκνοι συνήθως, οἰκογενειάρχες καί ὅτι τό λειτούργημά τους εἶναι χωρίς «ὀκτάωρα» καί «ὡράρια»;
.           Ἀλλ᾽ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἄν ὁ ἄθεος πρωθυπουργός καί ἡ συμμοριακή παρέα του καταδικάσουν τόν κλῆρο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Πατρίδα θά θρηνήση. Αὐτός πού θεσμοθέτησε «οὐδέτερο» γένος στό ἀνθρώπινο πρόσωπο, ὁ ἴδιος θέλει συνταγματικά νά κάνη «οὐδέτερη» πνευματικά καί τή χώρα μας! Μόνο πού ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ δέν ὑφίσταται «οὐδετερότητα»: «Ὁ μὴ ὢν μετ᾿ ἐμοῦ κατ᾿ ἐμοῦ ἐστι…» (Ματθ. ιβ´ 30).

, ,

Σχολιάστε

Η ΦΡΙΚΤΟΤΕΡΗ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ

Ἡ φρικτότερη βλασφημία

τοῦ Ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη, ἱεροκήρυκος

.           Ὁ δημοσιογράφος τοῦ Ἄλφα Δημ. Βερύκιος ἀνέβασε στὸ λογαριασμό του στὸ Twitter μία εἰκόνα τῆς Παναγίας μὲ τὸ Χριστό. Θεωρήθηκε καὶ ἦταν φυσικὰ βλάσφημη εἰκόνα. Στὴ θέσι τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας ἦταν ζωγραφισμένος ἕνα ἀρουραῖος. Μάλιστα εἶχε τὴν ἔμπνευσι ὁ ἀναρτήσας τὴν εἰκόνα νὰ τὴν ἐπονομάση «Παναγία ἡ Ἀρουραία»!
.           Ξεσηκώθηκε θύελλα διαμαρτυριῶν γιὰ τὴν πρωτοφανῆ βλασφημία τοῦ δημοσιογράφου. Κάτω ἀπό τὴ γενική κατακραυγὴ ἀναγκάστηκε ὁ δημοσιογράφος στὶς 20 Αὐγούστου νὰ κατεβάση τὴ βλάσφημη παράστασι, νὰ προβῆ σὲ δημόσια συγγνώμη καὶ νὰ δηλώση, ὅτι εἶναι πιστὸς ὀρθόδοξος χριστιανός!
.             Καρδιογνῶστες δὲν εἴμαστε γιὰ νὰ γνωρίζουμε τὰ ἐλατήρια γιὰ τὴ δημόσια συγγνώμη ἢ τὶς εἰλικρινεῖς προθέσεις τοῦ δημοσιογράφου. Ἐκεῖνο πού γνωρίζουμε εἶναι, ὅτι δύο ἀπείρως φρικτότερες βλασφημίες κατὰ τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Χριστοῦ τελοῦνται ἐπί καθημερινῆς βάσεως καὶ κατὰ συρροὴν καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα (στὴ μεγίστη πλειονοψηφία τῆς) παραμένει ἀσυγκίνητη.
.             Ἡ μία: Ἡ βλασφημία ἐν λόγοις. Δεκάδες χιλιάδες φορὲς στὸν τόπο μας ἡ Παρθένος Παναγία βλασφημεῖται χυδαία. Καμμία πόρνη καὶ μοιχαλίδα, γυναίκα τοῦ ὑποκόσμου, δὲν βρίζεται μὲ τόσο πρόστυχες λέξεις, ὅσο ἡ Μαρία, ἡ παρθένος Κόρη, ἡ ἀειπάρθενος Θεοτόκος. Τὸ ἴδιο καὶ χειρότερο ὑφίσταται ὁ Υἱός της καὶ Θεός της, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ὁ Ἀναμάρτητος Κύριος.
.             Δημόσια τελεῖται τὸ ἔγκλημα τῆς βλασφημίας καὶ οἱ πονοῦντες καὶ διαμαρτυρόμενοι ἐλάχιστοι.
.            Ἡ ἄλλη: Ἡ βλασφημία ἐν ἔργοις, ἐν φόνοις. Ἀπὸ τοὺς πολλούς, πού στὸ διαδίκτυο διαμαρτυρήθηκαν γιὰ τὴ βλασφημία τοῦ δημοσιογράφου Δ. Βερύκιου, μόνο ἕνας τὴν εἰκόνα μὲ τοὺς ἀρουραίους συνδύασε μέ τό ἔγκλημα τῶν ἐκτρώσεων.
.                Μικροὶ Χριστοί, ὄχι ἕνας, ἀλλὰ χιλιάδες κάθε χρόνο ὑφίστανται τὴ βάναυση καὶ φονικὴ βλασφημία. Χιλιάδες μικροὶ Χριστοὶ δὲν ζωγραφίζονται ὡς… ἀρουραῖοι, ἀλλὰ τοὺς σταυρώνουμε καὶ τὰ μέλη τους τὰ πολτοποιοῦμε καὶ τὰ ρίχνουμε στὸν ὑπόνομο, γιὰ νὰ τὰ «φᾶνε» οἱ… ἀρουραῖοι!!!
.               Εἶναι ἢ δὲν εἶναι κάθε ἔκτρωσις φόνος ἐν ψυχρῷ; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι κάθε κυοφορούμενο βρέφος ἕνας μικρὸς Χριστός; Εἶπε ἢ δὲν εἶπε ὁ Κύριος τό «Ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε»; (Ματθ. κε´ 40). Εἶναι ἢ δὲν εἶναι κάθε ἄνθρωπος εἰκόνα ἔμψυχη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἕνα ἀγέννητο παιδὶ εἰκόνα ἀξίας ἀπείρως περισσότερης ἀπὸ μιὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας;
.              Μὲ τὶς λίγες διαμαρτυρίες ὁ δημοσιογράφος κατέβασε τὴ βλάσφημο εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Χριστοῦ. Πότε οἱ διαμαρτυρίες τῶν λεγομένων χριστιανῶν θὰ γίνουν κραυγὲς οὐρανομήκεις, ὥστε νὰ κατεβῆ ὁ εἰκονομαχικός νόμος ὑπὲρ τῶν ἐκτρώσεων καὶ νὰ ἀνοίξη ὁ δρόμος γιὰ τὴ ζωὴ στὶς 200.000 παιδιά, πού κάθε χρόνο τὰ σφάζουμε στὸ βωμὸ τοῦ Μολώχ, τοῦ θεοῦ τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς καλοπεράσεως;
.                    Κι ἂν ὑποθέσουμε, ὅτι ἡ Ἑλλάδα φτάση στὸ μηδὲν τῆς ὑπάρξεώς της καὶ παραμείνη ἕνα βρέφος, πού θὰ γεννηθῆ καὶ θὰ εἶναι τὸ κατάλοιπο τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, κι αὐτὸ τὸ βρέφος θὰ κηρυχθῆ «ἀνεπιθύμητη κύη-σις» καὶ θὰ σφαγῆ σὲ ἔκτρωσι!
.            Νὰ γιατί ἐπικροτοῦμε τὴν ἀπόφασι τῆς Γερουσίας τῆς Ἀργεντινῆς, πού στὶς 9 Αὐγ. ἀπέρριψε τὴ νομιμοποίησι τῶν ἐκτρώσεων. Μὲ ψήφους 38 κατὰ καὶ 31 ὑπέρ, οἱ γερουσιαστὲς ὑπάκουσαν στὴ μεγάλη λαϊκὴ κινητοποίησι, ἄλλα καὶ στὶς νουθεσίες τοῦ Ἀργεντινοῦ Πάπα Φραγκίσκου.

Σχολιάστε

ΕΠΙΤΑΦΙΑ ΕΓΚΩΜΙΑ τοῦ Δεκαπενταυγούστου (Πρὸς μία Λατρεία χωρὶς Θεολογία;)

Στήν Ἀνάστασι ἐπιτάφιος;

τοῦ Ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Ἀβασάνιστα καὶ ἄκριτα υἱοθετεῖται μιὰ τοπικὴ (Ἱεροσολυμιτικὴ) συνήθεια, ποὺ τὸ μόνο ποὺ πτυχαίνει εἶναι ὁ λειτουργικὸς ἀποπροσανατολισμός (ὅπως οἱ λεγόμενες «βραδινὲς» Λειτουργίες!), ἡ θεατρικοποίηση τῆς Λατρείας. Φυσικὰ δὲν ὑπάρχει κανένας τρόπος νὰ ἀναχαιτισθεῖ αὐτὴ ἡ «μόδα». Ἀντιθέτως θὰ αὐξάνεται καὶ θὰ ἁπλώνεται, ἐπειδὴ ἀκριβῶς σήμερα ἐκεῖνο ποὺ «μετράει» εἶναι ἡ δημιουργία ἐντυπώσεων, ἡ «κατανυκτικὴ φαντασμαγορία», ὁ διερεθισμὸς τοῦ λαϊκοῦ συναισθήματος κι ἂν ἀκόμη στερεῖται θεολογικῆς σοβαρότητος. Σήμερα ὅλοι ψάχνουν γιὰ «ἐμπειρίες»! Ὁπότε νὰ ἕνας καλὸς τρόπος νὰ τοὺς τὶς παράσχεις εὔκολα.

.            Μόδα κατάντησε ὁ ἐπιτάφιος καὶ τὰ ἐπιτάφια ἐγκώμια στὴν ἑορτὴ τοῦ Δεκαπενταυγούστου, πού ὅμως εἶναι χαρούμενη καὶ ὄχι πένθιμη! Ἡ μόδα φανερώνει ἄγνοια ὀρθοδόξου θεολογίας. Ποτὲ στὴν μακραίωνη παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἴχαμε ἐπιταφίους στὴν ἑορτὴ τῆς Παναγίας.
.              Στὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως λέμε: «Μετέστης πρὸς τήν Ζωήν, Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς Ζωῆς…». Εἴδατε ποτὲ τὴ μέρα τοῦ Πάσχα νὰ προσκυνᾶμε ἐπιταφίους; Νὰ ψάλλουμε ἐγκώμια; Νὰ κάνουμε περιφορὲς ἐπιταφίων; Ἡ Παναγία μετέστη. Εἶναι ἀναστημένη καὶ ζωντανὴ στὸν οὐρανὸ, ψυχῇ τε καὶ σώματι. Δὲν τῆς ἁρμόζουν ἐπιτάφια ἐγκώμια.

  • Ὅταν ἐμφανίστηκαν μεμονωμένα περιστατικὰ ἐπιταφίου στὴν Κοίμησι, στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος, ἡ τότε Ἱ. Σύνοδος ἔσπευσε μὲ ἐγκύκλιο νὰ ἀπαγορεύση τὸ φαινόμενο.

  • Στὶς μέρες μας κάποια φυλλάδα σχετική, παρουσιάστηκε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα, καὶ σιγὰ-σιγὰ ἐξαπλώθηκε ἡ μόδα τῶν ἀντορθοδόξων ἐπιταφίων!

.              Ὁ λόγος; Τά «ἐφέ», τὸ ἐπιδεικτικὸ «φολκλόρ», ἡ τάσις γιὰ κάτι τό ἐντυπωσιακό, πού ὅμως ἀποπροσανατολίζει τοὺς πιστοὺς ἀπό τό μυστήριο τῆς Θεοτόκου.

  • Μία ἐγκύκλιος τῆς Ἱ. Συνόδου, ἀνανεώνουσα τὴν παλαιά, θὰ ἀνέκοπτε τό ἀντορθόδοξο (ἐπαναλαμβάνουμε) ἔθιμο τῶν ἐγκωμίων στὴ Ζωντανὴ (καὶ ὄχι πεθαμένη) Παναγία.

,

Σχολιάστε