Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀρχιμ. Βασίλειος

«Η ΑΡΡΩΣΤΕΙΑ ΠΡΟΧΩΡΕΙ. Η ΚΑΤΑΡΑ τῆς ΣΥΓΧΥΣΕΩΣ»

Ἅγιον Ὄρος καὶ δρόμοι

Ἀρχιμ. Βασιλείου [Γοντικάκη]

περιοδικὸ “Ὁ  Ὅσιος Γρηγόριος” τ. 4, 1979

Παραθέτουμε ἕνα παλαιὸ κείμενο τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη
-ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν Καθηγουμένου τῶν μονῶν Σταυρονικήτα καὶ Ἰβήρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους-
τοῦ 1979, ποὺ σαράντα καὶ πλέον χρόνια μετά, διδάσκει καὶ προβληματίζει 
(ἱστολ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»)

ΠΗΓΗ: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

 * * *

.                         Τὸ θέμα τῆς διανοίξεως ἀρτηριακῶν ὁδῶν εἰς τὸ Ἅγιον  Ὄρος διὰ τὴν σύνδεσιν τῶν Ἱερῶν Μονῶν μεταξύ των καὶ μὲ τὰς Καρυὰς καὶ τὴν Δάφνην ἀπασχολεῖ τελευταίως τὸ Ἅγιον  Ὄρος.
.                         Ἡ Ἱερὰ Μονή μας κατ’ ἐπανάληψιν ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ διάνοιξις ἀρτηριακῶν ὁδῶν θὰ καταστρέψη τὸν ἡσυχαστικὸν χαρακτήρα τοῦ Ἱεροῦ Τόπου, θὰ διευκολύνη τὴν εἴσοδον τοῦ τουρισμοῦ καὶ τοῦ κόσμου καὶ θὰ συντελέση εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ τελευταίου μοναστικοῦ κέντρου τῆς Ὀρθοδοξίας.
.                         Εὐχαρίστως δημοσιεύομεν ἐμπεριστατωμένον ὑπόμνημα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα πρὸς τὴν Ἔκτακτον Διπλὴν Ἱερὰν Σύναξιν, τοῦ παρελθόντος Ἀπριλίου, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ κρισιμώτατον αὐτὸ ζήτημα ἐξετάζεται ἐν σχέσει μὲ τὴν γενικωτέραν πνευματικὴν κρίσιν ποὺ ἀντιμετωπίζομεν.

* * *

.                         Εἰς τὰ θέματα τῆς προσεχοῦς Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, ὡς ἤδη ἐπληροφορήθημεν, ἅγιοι Πατέρες καὶ ἀδελφοί, συμπεριλαμβάνεται πάλιν τὸ θέμα τῶν δρόμων καὶ τῆς διακινήσεως τῶν ὀχημάτων, τὸ ὁποῖον ἐρρυθμίσθη κατὰ τὴν Ἔκτακτον Διπλὴν Ἱερὰν Σύναξιν Αὐγούστου.
.                         Γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ δὲν ἐξετελέσθη, παρ’ ὅλον ὅτι ἐλήφθη μετὰ ἀπὸ τόσας ἀναβολάς,, κατόπιν τόσων συζητήσεων καὶ ἀφορᾶ εἰς ἕνα τόσον σημαντικὸν θέμα διὰ τὸν Ἱερὸν ἠμῶν Τόπον.
.                         Νὰ μείνωμεν ἀδρανεῖς, νὰ παραθεωρήσωμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔγινε καὶ νὰ προχωρήσωμεν, ὡς νὰ μὴ ἔχει συμβῆ τίποτε, δὲν νομίζομεν ὅτι εἶναι σοβαρόν. Πολὺ περισσότερον σήμερον, ὅταν γνωρίζομεν τί τεκταίνεται ὁ πονηρὸς γύρω μας, πόσαι δυνάμεις ἀγωνίζονται νὰ ἐπεκτείνουν τὴν κυριαρχίαν των εἰς τὸν ἅγιον Τόπον μας. Καὶ ὅταν βλέπωμεν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια τῆς Παραδόσεώς μας νὰ ἀγνοοῦνται καὶ νὰ ἐκποιοῦνται ἀντὶ πινακίου φακῆς.

***

.                         Καὶ ἐρωτῶμεν: Ἡ ἡγεσία τῆς χώρας μας γνωρίζει τί εἶναι ὀρθόδοξος Παράδοσις καὶ ποίαν βαθείαν σχέσιν ἔχει μὲ τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ μας; Ἀντιλαμβάνεται ὅτι μόνον δι’ αὐτῆς δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἑαυτόν μας, νὰ κατοχυρώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν μας καὶ νὰ ἑξασφαλίσωμεν τὴν ἐπιβίωσίν μας; Ἔχει συνείδησιν ὅτι ἐάν, ὡς Νεοέλληνες, ἔχωμεν κάτι ἀληθινόν, αὐθεντικὸν καὶ αὐθόρμητον, τὸ ὁποῖον μᾶς βοηθεῖ νὰ γνωρίσωμεν τὸ παρελθόν μας καὶ ρίπτει φῶς εἰς τὸν δρόμον τοῦ μέλλοντος, αὐτὸ εἶναι τὸ τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας;
Δὲν νομίζομεν.
.                         Πολιτιστικῶς στρεφόμεθα ἄνευ ὅρων, ὡς ἀδαεῖς, πρὸς τὴν Δύσιν. Μεγάλη Ἰδέα μας ἔγινε ἡ κοινὴ ἀγορά. Ὁ εὐρωπαϊκὸς οὐμανισμὸς μᾶς ζαλίζει. Ἡ ἀνεδαφικότης μᾶς μαστίζει.
.                         Χαρακτηριστικά μας: Ἐπιδιώξεις εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Ὁρολογίαι ξέναι πρὸς τὴν Παράδοσίν μας. Περιεχόμενον ἀλλότριον πρὸς τὸ ἦθος τοῦ λειτουργημένου λαοῦ μας.
.                         Δὲν παρουσιάζεται ἁπλῶς ἀλλαγὴ κατευθύνσεως, ἀλλὰ ἀποπροσανατολισμός, σύγχυσις κριτηρίων, ἀπώλεια συνειδήσεως τοῦ τί εἴμεθα. Κατακόρυφος πτῶσις τῆς στάθμης τῆς Παραδοσιακῆς μας Παιδείας. Ἐκβαρβαρισμός.
.                         Ἀπὸ τὴν θρησκευτικὴν ἀδιαφορίαν προχωροῦμεν εἰς μίαν ἐπίμονον ἀντεκκλησιαστικὴν πολιτικὴν καὶ συστηματικὴν προσπάθειαν γελοιοποιήσεως τῆς Ἐκκλησίας, καταρρακώσεως τοῦ κύρους της. Καὶ δὲν ἀντιλαμβανόμεθα ποιὸν πλήττομεν δι’ ὅλου αὐτοῦ τοῦ μένους μας.
.                         Ἡ ἀρρώστεια προχωρεῖ. Ὁ Ὀρθόδοξος ἀποχρωματισμὸς ἐπεκτείνεται διαρκῶς.
.                         Ὁ ἀνώτατος ἄρχων τῆς χώρας μας διὰ τοῦ μηνύματός του ἐπὶ τῇ θείᾳ Ἐπιφανείᾳ καὶ τῷ νέω ἔτει ἁπλῶς μᾶς ἀναγγέλλει ὅτι γινόμεθα μέλος τῆς κοινῆς ἀγορᾶς.
.                         Ἀθεϊστικαὶ προπαγάνδαι δροῦν πυρετωδῶς εἰς τὰ σχολεῖα. Οἰκουμενιστικαὶ ἐπιπολαιότητες διατυποῦνται ἀπὸ στόματος ὀρθοδόξων ἀρχιερέων.
.                         Ἀπειλεῖται ἡ γνησιότης τῆς πίστεώς μας. Ἡ ἀγωγὴ τῶν νέων μας, ἡ ἐδαφικὴ ἀκεραιότης τῆς χώρας μας.
.                         Εὑρισκόμεθα εἰς χῶρον σεισμογενῆ καὶ εἰς ἐποχὴν κρίσιμον.
.                         Ἐπιβουλαὶ ἐξ ἀνατολῆς καὶ ἀμφίβολοι ἐξελίξεις ἐκ τοῦ βορρᾶ.
.                         Ὁ ἐχθρὸς δὲν εὑρίσκεται πρὸ τῶν θυρῶν, ἤδη ἔχει εἰσέλθει εἰς τὰ ἐνδότερα.
.                         Οἱ χιλιασταὶ ἐπιδιώκουν καὶ ἐπιτυγχάνουν τὴν στρατιωτικήν των σχεδὸν ἀπαλλαγήν.
.                        Οἱ Ἑβραῖοι ζητοῦν καὶ κατορθώνουν νὰ κατεβάσουν τὰς εἰκόνας ἀπὸ τὰ λεωφορεῖα.
.                         Ὀνομάζομεν τὸ 1979 ἔτος Παραδόσεως καὶ ὁ καθεὶς πασχίζει νὰ ἀφαιρέση ἀκρογωνιαίους λίθους ἀπὸ τὴν παράδοσιν.
.                         Νομιμοποιοῦνται φόνοι ἀθώων ὑπάρξεων διὰ τῶν ἀμβλώσεων. Ἀπειλοῦνται καὶ διαλύονται οἰκογένειαι δι’ αὐτομάτων διαζυγίων. Πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν πράττουν οὔτε ἔθνη τῆς Δύσεως, τὰ ὁποῖα θαυμάζομεν.
.                         Δὲν πρόκειται περὶ ὑπονοιῶν διὰ μελλοντικοὺς κινδύνους, ἀλλὰ περὶ λύμης, ἡ ὁποία ἔχει ἐνσκήψει καὶ κατατρώγει τὸ σῶμα τῆς ἀντοχῆς τοῦ λαοῦ μας.
.                         Τί νὰ πράξωμεν λοιπόν; Νὰ καταληφθῶμεν ἀπὸ πανικόν; Ἀσφαλῶς ὄχι. Μόνο δι’ ἐπιπολαίους ἐνεργείας δὲν εἶναι καιρὸς εἰς μίαν τοιαύτην ὄντως ἐμπόλεμον περίοδον.
.                         Ἐν ὄψει ὅλης αὐτῆς τῆς περιβαλλούσης ἡμᾶς πραγματικότητος καὶ ἐντὸς ἑνὸς πνεύματος, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ πρωτεῖον εἰς τὴν πνευματικὴν ὑπόστασιν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐλήφθησαν αἱ ἀποφάσεις τῆς παρελθούσης ΕΔΙΣ.
.                         Μήπως δὲν διετυπώθησαν ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῶν ἁγίων ἀντιπροσώπων ὄλαι αὐταὶ αἱ ἀπόψεις;
.                         Μήπως ἐξέλιπον οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους ἀναφέραμεν; Ἢ μήπως ἔχασε τὸ Ἅγιον  Ὄρος τὴν μοναδικήν του ἀξίαν;
.                         Τότε πρὸς τί νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὰ αὐτά;
.                         Μήπως ἐλπίζει κανεὶς ὅτι πρόκειται νὰ μᾶς πείση διὰ νὰ ἐνδώσωμεν καὶ νὰ παραδώσωμεν τὸ Ὄρος εἰς τὸν ἐχθρόν, χάριν τῆς ἀνέσεως τῶν εὐκόλων διακινήσεων;
.                         Ἐξακολουθοῦμεν νὰ πιστεύωμεν ὅτι ὅσα παρεχώρησεν ἡ παρελθοῦσα ΕΔΙΣ διὰ τοὺς δρόμους καὶ τὰ ὀχήματα, εἶναι πολὺ περισσότερα τῶν ὅσων ἐπιτρέπουν οἱ δύσκολοι καιροί μας· καλύπτουν πλήρως τὰς ἀνάγκας μας. Καὶ δὲν θὰ πρέπη νὰ κάνωμεν καμμίαν ὑποχώρησιν, ἐφ’ ὅσον θέτωμεν τὸ Ἅγιον Ὄρος  ὑπεράνω τῶν ὁποιωνδήποτε ὑλικῶν μας ἀνέσεων.
.                         Τὸ Ἅγιον  Ὄρος ἀποτελεῖ τὴν κιβωτὸν τῶν παραδόσεων τοῦ Γένους καὶ τῆς πίστεώς μας. Καὶ τὸ φυτώριον τῶν ἀμαράντων ἐλπίδων μας.
.                         Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασίαν δι’ ὁλόκληρον τὸν κόσμον – καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἀνθρωπίνως οἱ Ἁγιορεῖται εἴμεθα οἱ ἀπολύτως ὑπεύθυνοι – εἶναι νὰ διατηρηθῆ τὸ Ὄρος ἅγιον.
.                         Ἡ παρακαταθήκη, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὰς χεῖρας μας, ὅπως δίδεται ὁ ἅγιος Ἄρτος εἰς τὰς χεῖρας τοῦ χειροτονουμένου ἱερέως, εἶναι τὸ Ἅγιον  Ὄρος. Αὐτὸ θὰ μᾶς ζητηθῆ ἀπὸ τὸν Κύριον τὴν ἡμέρα ἐκείνη.
.                         Ὅλον τὸ χρέος τῆς ζωῆς μας ἀνακεφαλαιοῦται εἰς τὸ νὰ εἴμεθα ἁγιορεῖται καὶ μόνον. Δι’ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ποιοῦμεν τὰ πάντα ὀρθῶς: Προσευχόμεθα, ἀγαπῶμεν, κηρύττομεν, ὁμολογοῦμεν τὴν πίστιν μας.
.                         Σκοπός μας δὲν εἶναι τὸ πῶς θὰ διευκολυνθῶμεν εἰς τὸ ἅγιον σῶμα του, ἀλλὰ τὸ πῶς οἰκονομοῦντες καὶ τὰς ὑλικάς μας ἀνάγκας, δὲν θὰ ἀλλοιώνωμεν τὸν χαρακτήρα τοῦ Ὄρους, ἀλλὰ θὰ ἀναδεικνύωμεν τὸ ἦθος του καὶ θὰ πιστοποιοῦμεν τὴν γνησιότητα τῆς ἁγιορειτικῆς μας ἰδιότητος.
.                         Οἱαδήποτε ἀτομικὰ σχέδια καὶ προγράμματα ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, ὡς καταλύοντα τὸν θεσμόν, τὴν μορφὴν καὶ τὴν ἁγιότητα τοῦ τόπου εἶναι ἀπαράδεκτα.
.                         Ἐδῶ λαμβάνομεν ἀγωγήν, δὲν δίδομεν. Συμμορφούμεθα μὲ τὴν ἱεροπρέπειαν καὶ τὴν ὑψηλὴ εὐγένειαν τοῦ Τόπου, δὲν αὐτοσχεδιάζομεν.
.                         Ὑποτασσόμενοι ἑκουσίως εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Παραδόσεως τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἐπιτυγχάνομεν τὴν ἀληθινήν μας ἐλευθερίαν. Καὶ βαπτιζόμενοι εἰς τὴν ἡσυχίαν του, δυνάμεθα γονίμως νὰ δράσωμεν.
.                         Οὐδενὸς ἡ ἁγιότης ἀποκεκομμένη ἀπὸ τὸ ἦθος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ σοφία του μεμονωμένη ἢ ὁ κόπος του αὐτοβούλως προσανατολιζόμενος δύναται νὰ προσφέρη κάτι γνήσιον εἰς τὸν ἑαυτόν του καὶ εἰς τοὺς ἄλλους.
.                         Παίρνει νόημα ὁ λόγος μας, πλοῦτον ἡ πτωχεία μας. Καὶ ἡμεῖς οἱ ἀδύνατοι τὰ πάντα ἰσχύομεν ὄντες συνδεδεμένοι μετὰ τοῦ ζῶντος Ἁγίου Ὄρους – τὴν κοινωνίαν τῶν ὁσίων του καὶ τὴν ἁγιότητα τοῦ σώματός του. Ἐνταῦθα πραγματοποιεῖται τὸ προφητικόν: “Ἀλεῖται ὡς ἔλαφος ὁ χωλός, τρανὴ δὲ ἔσται γλῶσσα μογιλάλων”.
.                         Ἐὰν ἀντιθέτως δι᾽ ἐπιπολαίων ἐπεμβάσεων ἑξαρθρώνωμεν τὴν ἀρχιτεκτονικὴν τοῦ πνευματικοῦ καὶ ἀχειροποιήτου τούτου ναοῦ, ποὺ εἶναι τὸ Ἅγιον  Ὄρος, καὶ ταυτοχρόνως ἰσχυριζώμεθα ὅτι κάνομεν πνευματικὴν ζωὴν εἰς αὐτό, ἁπλῶς προδίδομεν τὴν κεκρυμμένην ὕπαρξιν μίας σχιζοφρενοῦς εἰκονοκλαστικῆς διαθέσεως.
.                         Ὁλόκληρον τὸ Ἅγιον  Ὄρος εἶναι οὐρανὸς ἐπίγειος, εἰκὼν τῆς ἀχειροποιήτου σκηνῆς.
.                         Εἶναι γέννημα τῆς ὀρθοδόξου εὐσεβείας καὶ μόρφωμα ἐμπειριῶν τῶν θεοφόρων ὁσίων μας.
.                         Τὸ ἐπλαστούργησεν ἡ “οὐρανώσασα τὸ γεῶδες ἡμῶν φύραμα” θεομητορικὴ στοργή. Τὸ συνετήρησεν ἡ χάρις τῶν τεταπεινωμένων οἰκητόρων του.
.                         Εἶναι μία φανέρωσις τοῦ ἀκτίστου καὶ ἀϊδίου κάλλους εἰς τὸν κτιστὸν κόσμον καὶ τὴν διοργάνωσιν τῆς προσκαίρου ζωῆς μας.
.                         Διὰ τοῦτον τὸν λόγον μόνη ἡ μορφὴ καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ὄρους ὁδηγεῖ ἀπλανῶς εἰς τὸν Ἀσχημάτιστον καὶ Ἀνείκαστον.
.                         Ἡ ἀκίνητος στάσις τῶν σκηνωμάτων του κινεῖ εἰς δοξολογίαν ἀέναον
.                         Ἡ σιγὴ καὶ ἡ ὕπαρξίς του μυσταγωγεῖ εἰς τὰ ὑπὲρ λόγον καὶ ἔννοιαν.
.                         Ἡ ἐνταῦθα παραμονὴ γίνεται πνευματικὴ αὔξησις, ἡ ὁδοιπορία προσευχή, ὁ κόπος ἀνάπαυσις, ἡ ἡσυχία ἀγγελικὸς ὕμνος.
.                         Ὁ Θεάνθρωπος Κύριος καὶ ἡ Θεοτόκος Μήτηρ Του εἶναι ὁ φωτισμὸς καὶ ὁ ἁγιασμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων τῶν οἰκητόρων τοῦ “Περιβολιοῦ τῆς Παναγίας”.
.                         Δι᾽ αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλη ἡ ζωή μας καὶ ἄλλη ἡ ὁμολογία τῆς πίστεώς μας.
.                          Δὲν εἶναι ἄλλος ὁ ἀγὼν διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς μας καὶ ἄλλη ἡ προσπάθεια νὰ διατηρήσωμεν τὸ Ὄρος ἅγιον.
.                         Τὰ πάντα ἐδῶ πράττονται ἑνιαίως καὶ ὁδηγοῦν εἰς θεοειδῆ κατάπαυσιν. Ρυθμίζονται θεανθρωπίνως καὶ συνυπάρχουν περιχωρούμενα.
.                 Αὐτὸ ὑπογραμμίζει καὶ ἡ πατερικὴ ρῆσις: “Μοναχοὺς ὀνομάζομεν ἐκ τῆς τοῦ Θεοῦ καθαρᾶς ὑπηρεσίας… καὶ τῆς ἀμερίστου καὶ ἑνιαίας ζωῆς ὡς ἑνοποιούσης αὐτούς… εἰς θεοειδῆ μονάδα” (Ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης).
.                         Ἡ ἐλευθερία ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι ὅλων τῶν μοναστῶν εἰς Μονάς, Σκήτας καὶ Κελλία μᾶς ἑνοποιεῖ. Καὶ ὁ σεβασμὸς εἰς τὴν Παράδοσιν καὶ τὴν μορφὴν τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Τόπου μᾶς χαρίζει τὴν ὄντως ἐλευθερίαν καὶ ἀγωγήν.
.               Ἀγωνιζόμενοι ἠρέμως καὶ ἐνσυνειδήτως διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ Ὄρους, ὀλίγα πράττομεν καὶ πολλὰ γίνονται ἀπὸ τὸν Κύριον καὶ τὴν Παναγίαν Μητέρα Του, διότι ἡ ἀξία εὑρίσκεται εἰς τὸ γεγονὸς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ὄχι εἰς τὴν πτωχήν μας συμβολήν.
.                         Τὸ  Ὄρος ὡς ἔχει, σῶμα καὶ πνεῦμα, μορφὴ καὶ οὐσία, παρηγορεῖ, ἐμπνέει καὶ διδάσκει.
.                         Αὐτὸ τὸ σύνολον ἔχει ἀνάγκην ὁ κόσμος. Αὐτό, διὰ μιᾶς, τὸ δίδει μόνον ἡ Ὀρθοδοξία καὶ διὰ τοῦ Ἁγίου Ὄρους Της. Καὶ δι᾽ αὐτὸ ὁ διάβολος τοῦτο τὸ σύνολον ἐπιδιώκει νὰ καταστρέψη.
.                         Ἡμεῖς, ὡς ἀδελφότης τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα, ὁμολογοῦμεν ὅτι ἀναπαυόμεθα ἀπὸ τὸ σύνολον Ἅγιον Ὄρος. Δεχόμεθα τὴν Παράδοσιν καὶ τὴν μορφήν του. Ὅσον περνᾶ ὁ καιρὸς αἰσθανόμεθα – ὁ καθεὶς προσωπικῶς καὶ ὅλοι ὡς κοινότης – ὅτι, τὸ νὰ μᾶς καλέση ἡ Παναγία εἰς τὸ Περιβόλι Της εἶναι μεγαλυτέρα τιμὴ ἀπ᾽ ὅ,τι ἀξίζομεν. Ὅσον παραμένωμεν εἰς αὐτό, ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι εἶναι μεγαλυτέρα ἡ ἀξία τοῦ Ἁγίου Ὅρους ἀπ’ ὅ,τι νομίζομεν.
.                         Δὲν ἔχομεν νὰ εἴπωμεν τίποτε περισσότερον ἀπ’ ὅ,τι λέγει τὸ Ὄρος διὰ τῆς ὑπάρξεώς του.
.                         Δὲν δυνάμεθα νὰ σιωπήσωμεν εὐκρινέστερον ἀπὸ ὅσον ἡ σιωπὴ τοῦ Ὄρους.
.                         Δὲν ἔχομεν νὰ προτείνωμεν ἀλλαγάς, ἀλλοιώσεις, ἢ “βελτιώσεις” εἰς τὸν χαρακτήρα καὶ τὸ ἦθος του.
.                         Θέλομεν νὰ παραμείνη ὡς ἔχει: Αὐστηρὸν καὶ φιλάνθρωπον. Ἀπόκοσμον καὶ ἐνσταλάζον εἰς τὴν καρδίαν ὅλου τοῦ κόσμου παράκλησιν καὶ ἐλπίδα ἀκαταίσχυντον.
.                         Ὅταν παρ’ ὅλα ταῦτα θέλωμεν νὰ συμπληρώσωμεν εἰς τὸ ἅγιον σῶμα τοῦ ὁδικὰ δίκτυα καὶ νὰ τρέχωμεν ἀνέτως μὲ τὰ ὀχήματά μας ἀπὸ τὴν μίαν ἄκρην εἰς τὴν ἄλλην τοῦ Ὄρους, ἔχομεν συνείδησιν τοῦ ποίαν συμφορὰν ἐτοιμάζομεν διὰ τὴν Ἐκκλησίαν; Ἁπλῶς ποιοῦμεν τὰς ὁδοὺς λείας διὰ τὴν εἴσοδον ὅλων ἐκείνων τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι θέλουν νὰ “ἀξιοποιήσουν” τὸ Ἅγιον Ὅρος. Νὰ τὸ προβάλουν τουριστικῶς. Νὰ τὸ ἐκμεταλλευθοῦν οἰκονομικῶς. Νὰ τὸ ἀφανίσουν πνευματικῶς.
.                         Ἐπιβοηθοῦμεν τὸ βδέλυγμα τῆς συγχρόνου ἐρημώσεως νὰ ἐγκατασταθῆ ἐν τόπῳ ἁγίῳ
.                         Θεωρήσατέ μας ὡς ἀφελεῖς –ἀλλὰ  δὲν πιστεύομεν ὅτι δὲν παραμορφώνει τὸν ὅλον χαρακτήρα, τὴν παραδοσιακὴν ζωὴν καὶ ἁγιότητα τοῦ Ὄρους ἡ συμπλήρωσις τοῦ ὁδικοῦ δικτύου.
.                         Θεωρήσατέ μας ὡς ἀνοήτους· ἀλλὰ πιστεύομεν ὅτι, ὅταν τοῦτο συμπληρωθῆ, οὐδεὶς θὰ δύναται νὰ θέση φραγμὸν εἰς τὸν ἀριθμὸν καὶ τὸ εἶδος τῶν κινουμένων τροχοφόρων.
.                         Καὶ ὅταν αὐτὰ γίνουν – τὰ ὁποῖα θὰ πραγματοποιηθοῦν πολὺ ἐνωρίτερον ἀπ’ ὅ,τι νομίζομεν – οὐδεὶς θὰ δύναται νὰ ἀποκλείση τὴν σύνδεσιν, ἡ ὁποία ἤδη ὑπάρχει, μὲ τὸ ἐξωτερικὸν ὁδικὸν δίκτυον. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀλληλένδετα καὶ ἀναπόφευκτα.
.                         Καὶ ὅταν αὐτά, ὃ μὴ γένοιτο, συμπληρωθοῦν, ὅλοι θὰ μεταμεληθῶμεν. Ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀργά.
.                         Θὰ ἔχωμεν κερδίσει τὴν κατάραν τῆς συγχύσεως καὶ θὰ ἔχωμεν χάσει τὴν εὐλογίαν τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
.                         Δὲν θὰ εὐρισκόμεθα ἔξω τοῦ παραδείσου. Θὰ ἔχωμεν κάμει τὸν παράδεισον κόλασιν.
.                         Ποῖος δύναται σήμερον νὰ λυτρώση τὰ Μετέωρα ἀπὸ τὸν τουριστικὸν συρφετὸν καὶ τὸ πανδαιμόνιον τοῦ θορύβου, διὰ νὰ ἐπαναβιώση ἡ μυσταγωγία τῆς ἀγγελικῆς ζωῆς; Ἢ ποῖος δύναται νὰ ἀπαλλάξη τὴν Ἱερὰν Μονὴν τοῦ Δαφνίου ἀπὸ τὴν μουσειακὴν ψυχρότητα καὶ νὰ ἐπαναφέρη τὴν παλαιὰν θέρμην τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, τὴν ὁποίαν μαρτυροῦν τὰ σωζόμενα ψηφιδωτά; Ἀσφαλῶς οὐδείς.

* * *

.                         Ἐπειδὴ ἔτσι βλέπομεν τὰ πράγματα καὶ ἐπειδὴ αἰσθανόμεθα ὅτι εἴμεθα μόνον Ἁγιορεῖται – καὶ ὄχι ὀλίγον Ἁγιορεῖται καὶ ὀλίγον κάτι ἄλλο – δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θεωροῦμεν ἀνεπαρκὲς τὸ νὰ περιοριζώμεθα εἰς γραπτὰς μόνον διαμαρτυρίας, τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπειλεῖται ἡ ὕπαρξις τῆς πνευματικῆς μας πατρίδος.
.                         Ἐπὶ τούτοις ζητοῦντες τὰς ἀδελφικὰς Ὑμῶν εὐχὰς διατελοῦμεν μετὰ πολλῆς τῆς ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι φιλαδελφίας.

Ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα
† Ἀρχιμ. Βασίλειος καὶ οἱ σὺν ἐμοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ

 

ΠΗΓΗ: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

 

, ,

Σχολιάστε

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΝΟΗΜΑ (Ἀρχιμ. Βασίλειος, 26.05.2014)

Ἀναζητώντας τὸ νόημα

Ἀρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης,
Προηγούμενος Ἱ. Μ. Ἰβήρων Ἁγίου Ὄρους

ΠΗΓΗ: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

,

Σχολιάστε

«ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΣΕΣΑΡΚΩΜΕΝΗΣ ΣΥΓΧΥΣΕΩΣ καὶ ΑΝΟΗΣΙΑΣ. ΑΛΛΑ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ» (Ἀρχιμ. Βασίλειος)

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν εἰσήγηση
τοῦ Ἀρχιμ. Βασιλείου (Γοντικάκη):
«Ἡ διακονία τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐξομολογήσεως»,
στὸ βιβλίο «Ἐξομολογητική»
ἔκδ.  Ἱδρ. Ποιμαντικῆς Ἐπιμορφώσεως Ἱ. Ἀρχ. Ἀθηνῶν,
Ἀθήνα 2013, σελ. 116 ἑξ.

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.          […] Ἡ ἐποχή μας εἶναι ταραγμένη. Τὸ βλέπομε, τὸ αἰσθανόμεθα ποικιλοτρόπως. Ἀκοῦμε τί λένε οἱ πνευματικοὶ ἡγέτες, τί λένε οἱ πολιτικοὶ ἡγέτες, τί λέει ὁ κόσμος. Εἴμαστε μάρτυρες τῆς σεσαρκωμένης συγχύσεως καὶ ἀνοησίας. Ἀκριβῶς γι᾽ αὐτὸ τὸν λόγο δὲν ὑπάρχει ἀλλη λύσι. Εἶναι καιρὸς νὰ μιλήση ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, νὰ μιλήση ὁ Θεάνθρωπος Κύριος, ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ φανερώνεται διὰ τῆς Ἑκκλησίας καὶ διὰ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ ἁπλοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι «ὁ τῆς Ἀναστάσεως τὴν πεῖραν εἰληφώς».
.              […]  Στὴν ἀρχὴ τῆς Σαρακοστῆς ἄκουσα ἕνα κήρυγμα κάποιου ποὺ ἔλεγε: «Πρέπει νὰ νηστεύωμε. Δὲν μπορεῖς νὰ μὴν νηστεύης, γιατὶ ἡ νηστεία εἶναι ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ὅταν δὲν νηστεύης, πᾶς στὴν κόλασι.!
.             Δὲν εἶναι ἔτσι. Ἂν τὴ ζοῦσε σωστὰ τὴ νηστεία, θὰ μίλαγε διαφορετικά. Θὰ ἔνιωθε ὅτι ἡ νηστεία εἶναι τροφοδοσία, δὲν εἶναι στέρησι. Στὸ Τριώδιο ἀναφέρεται ὅτι κατὰ τὴν περίοδο τῆς νηστείας «ἔχομε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἑστιάτορα πλούσιον». Μᾶς ἐνισχύει ἡ νηστεία. Καὶ νιώθεις ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία διὰ τῆς νηστείας τρεφόμαστε καὶ διὰ τῆς ὑπακοῆς ἐλευθερούμεθα. Καὶ τὶς ἐντολὲς τὶς ἐφαρμόζομε ἀπὸ ἀγάπη, γιὰ νὰ δείξωμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας σὲ Αὐτὸν ποὺ πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς.
.              Νομίζω ὅτι ἂν ἡ σημερινὴ πραγματικότητα εἶναι ἡ διάλυσι τῶν πάντων, γι᾽ αὐτὸ παρουσιάζεται ὡς δυνατότητα σωτηρίας ἡ Ἐκκλησία. Καὶ ὅταν αὐτὸ τὸ βλέπης καὶ τὸ ζῆς, τότε νιώθεις ὅτι πράγματι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολική. Εἶναι ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς» (ψαλμ. ΞΔ´ 6) Καὶ γι᾽ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν καὶ γιὰ ὅσους δὲν πιστεύουν. Καὶ γι᾽ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἄλλη πίστι καὶ γι᾽ αὐτοὺς ποὺ γεννήθηκαν καὶ θὰ γεννηθοῦν μετὰ ἀπὸ χιλιετίες. Τὰ πάντα παρέρχονται, ἀλλὰ ἡ «ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α´ Κορ. ιγ´ 8)
.           […] Ἂν λοιπὸν ἡ σημερινὴ πραγματικότητα εἶναι τρελοκομεῖο, τότε πρέπει νὰ εὐχαριστήσωμε τὴν σημερινὴ πραγματικότητα, διότι ἔτσι ποὺ εἶναι μᾶς ὑπογραμμίζει τὰ δικά μας τὰ χάλια ἀλλὰ φανερώνει καὶ μία ἀλήθεια: Ὑπάρχει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ μποροῦμε νὰ σωθοῦμε.

, , ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-8 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)

Ἀρχιμ. Βασιλείου
Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα
(νῦν Προηγουμένου Ἱ. Μ. Ἰβήρων)

 Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

ἐκδ. «ΔΟΜΟΣ», Ἀθῆναι 1990

[η´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ1/
Β´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ2/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ3/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ4/
Ε´ Μέρος:
 https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ5/
ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/03/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ6/
Ζ´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/03/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ7/

Ἡ παραβολὴ καὶ ἐμεῖς (σελ. 33-39)

.           Ἔχει ἄμεση σχέση ἡ παραβολὴ αὐτὴ μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ χαρακτηριστικὰ χωρίζεται σὲ δύο μέρη, σὲ δύο γιούς.
.           Ἐμεῖς ποῦ βρισκόμαστε; Ποιόν ἀντιπροσωπεύαμε;
.           Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ποῦμε. Εἶναι ἐπικίνδυνο βιαστικὰ νὰ ἀπαντήσωμε· αὐτὸ μᾶς διδάσκει ἡ παραβολή.
.           Ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπὸ τὴν ἀρχή, ποὺ ζήτησε στανικὰ τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας (καὶ ποιος τοῦ εἶπε ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ κάμη κάτι τέτοιο;), μέχρις ὅτου δαπανήση τὰ πάντα, καὶ γίνη ἰσχυρὸς λιμὸς σ᾽ ὅλη τὴ μακρινὴ χώρα, καὶ πεθάνη τῆς πείνας αὐτὸς καὶ οἱ πολίτες τῆς χώρας ἐκείνης… Μέχρις ὅτου γίνουν ὅλα αὐτά, ἦταν ζαλισμένος, δὲν ἦταν στὰ καλά του, ἦταν ἐκτὸς ἑαυτοῦ. Δὲν μποροῦσε νὰ διακρίνη, νὰ καταλάβη τί ἔκανε. Μόνο μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ «ἦλθεν εἰς ἑαυτόν».
.           Ἄρα, ἂν βρισκώμαστε στὴν κατάσταση αὐτὴ τοῦ νεώτερου γιοῦ, πρὶν ἔλθη εἰς ἑαυτόν, σημαίνει ὅτι εἴμαστε στὴν πραγματικότητα ἐκτὸς ἑαυτῶν καὶ δὲν ξέρομε ποῦ βρισκόμαστε, τί μᾶς γίνεται, τί ἀντιπροσωπεύομε. Ἢ καὶ ἂν νομίζωμε ὅτι ξέρομε –ποὺ συνήθως νομίζομε– πέφτομε ἔξω. Καὶ μόνο ἂν ἔλθωμε εἰς ἑαυτοὺς κάποτε, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀνακαλύψωμε τὴ φτώχεια καὶ τὴ γυμνότητά μας.
.           Ἀλλὰ καὶ ὁ πρεσβύτερος υἱὸς δὲν εἶναι λιγότερο ἐκτὸς ἑαυτοῦ. Ἢ καλύτερα, αὐτὸς δὲν παρουσιάζεται ποτὲ στὴν παραβολὴ νὰ ἔρχεται εἰς ἑαυτόν, δηλαδὴ νὰ ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα, νὰ αἰσθάνεται καὶ νὰ ὁμολογῆ μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὴ συμπεριφορά του τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Ἀλλὰ ψεύδεται καὶ ἀλλοφρονεῖ: Κάνει πεισματικὰ τὸ θέλημά του –«ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν»– καὶ νομίζει ὅτι ἔχει ὅλο τὸ δίκιο μὲ τὸ μέρος του. Ἐνῶ κρίσις δικαία εἶναι ἐκείνου ποὺ δὲν κάνει τὸ δικό του θέλημα ἀλλὰ μόνο τὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός.
.           Αὐτοδικαιώνεται μὲ τὰ λόγια του καὶ ταυτόχρονα ἀναιρεῖται μὲ τὴ διαγωγή του, ἀποδεικνυόμενος κενὸς οἰηματίας, ξένος πρὸς τὸ ἦθος τοῦ οὐρανίου Πατρός.
.           «Τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι»: Ὑπολογίζει τὸν χρόνο, τὴν κτίση ὄχι τὴν αἰωνιότητα, τὴν ἄκτιστη χάρη, ποὺ μιᾷ ροπῇ κάνει θεολόγο τὸν ληστὴ ποὺ μετανοεῖ.
.           Κατηγορεῖ τὸν ἀδελφό του γιὰ ἀσωτεία καὶ ἀνταρσία καὶ ὁ ἴδιος δὲν ὑπακούει στὸν πατέρα του. Ἐνῶ διαλαλεῖ τὴ διαρκῶς ἄψογη στάση του –«οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον»– τὴν ἴδια στιγμὴ ὄχι ἐντολὴ αὐστηρὴ γιὰ δουλειὰ ἀρνεῖται, ἀλλὰ παράκληση πατρικὴ γιὰ συμμετοχὴ σὲ οἰκογενειακὴ χαρὰ καταπατεῖ.
.           Ἄρα, δὲν εἶναι εὔκολο μόνοι μας νὰ ποῦμε ποῦ βρισκόμαστε, γιατὶ μπορεῖ νὰ πέφτωμε ἔξω, μπορεῖ νὰ εἴμαστε ἐκτὸς ἑαυτῶν καὶ νὰ μὴν τὸ ξέρωμε, νὰ μὴν τὸ ἀντιλαμβανώμαστε.
.           Τί φοβερ ν εσαι τόσο μακριά, ν βρίσκεσαι μέσα στ σπίτι! Καὶ τὸ ἀκόμη φοβερότερο, νὰ ἐφαρμόζης τὶς ἐντολὲς καὶ νὰ μὴν καταλήγης στὴ γεύση τοῦ μόσχου τοῦ σιτευτοῦ, νὰ μὴ γίνεσαι δαιτυμὼν λαμπρὸς τοῦ μεγάλου Συμποσίου ποὺ προσφέρεται «ὑπὲρ τῆς Οἰκουμένης».

 Ἐμεῖς ὡς πατέρες πνευματικοὶ

 .           Ὑπάρχει μία ἰσορροπία στὴν ὅλη ἱστορία, γιατί ὁ πατέρας ὅλα τὰ ρυθμίζει θείως, ὅλα τὰ ὑποφέρει. Σηκώνει γαλήνια τὸν σταυρὸ τῆς ὅλης περιπέτειας τοῦ σπιτιοῦ. Καὶ τὰ δύο παιδιά του εἶχαν προβλήματα· βασανίστηκαν καὶ τὸν βασάνισαν. Αὐτὸς ὅμως ἔπραξε ἄψογα, θεϊκά. Οὔτε τὸν νεώτερο υἱὸ χαρακτήρισε ἄσωτο οὔτε τὸν πρεσβύτερο ἐπέπληξε, ἐπειδὴ τοῦ μίλησε ἄπρεπα. Ἡ συμπεριφορά του φανερώνει ἀπέραντη ἀγάπη καὶ φέρνει παρηγοριά.
.           Ἐφ᾽ ὅσον ἔχομε ἕναν τέτοιο Πατέρα, μποροῦμε νὰ ἐλπίζωμε. Μποροῦμε νὰ βροῦμε τὸν δρόμο γιὰ τὸ σπίτι, μποροῦμε νὰ βροῦμε τὸν ἑαυτό μας.
.           Στὴ ζωή μας ὡς ἄνθρωποι εἴμαστε πάντοτε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ· καὶ ὑπόδειγμα γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα εἶναι ὁ νεώτερος υἱός. Βρισκόμαστε ὅμως καὶ στὴ θέση τοῦ πατρὸς ἢ τοῦ πνευματικοῦ πατρός. Τότε πάλι τὸ πῶς πρέπει νὰ συμπεριφερθοῦμε πρὸς τὰ τέκνα ἢ πνευματικά μας τέκνα μᾶς φανερώνει ἡ συμπεριφορὰ τοῦ «ἀνθρώπου» τῆς παραβολῆς.
.           Ἂν βρισκώμαστε στὴν κατάσταση τοῦ νεωτέρου ποὺ ἐπέστρεψε ἢ ἐπιστρέφει, τότε μποροῦμε νὰ ἀνεχώμαστε τὸν ἄλλο, τὸ παιδί μας. Τότε μποροῦμε νὰ νοιώθουμε –καὶ νὰ τὸ ὁμολογοῦμε– ὅτι εἴμαστε ἀδύνατοι, πολὺ ἀδύνατοι –«χωρὶς αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδὲν»–, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀπογοητευώμαστε, γιατί ἔχομε Πατέρα «δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν».
.           Ἂν βρισκώμαστε εἴτε στὴν κατάσταση τοῦ νεώτερου υἱοῦ σὲ χώρα μακρινὴ ζῶντες ἀσώτως, εἴτε στὴν κατάσταση τοῦ πρεσβύτερου υἱοῦ, ποὺ δικαιώνει τὸν ἑαυτό του καὶ καταδικάζει τοὺς ἄλλους, τότε ὁπωσδήποτε θὰ παραποιοῦμε τὴ διαγωγὴ τοῦ ἀληθινοῦ Πατρός. Παρ᾽ ὅλη τὴν πιθανῶς καλή μας διάθεσι, θ βασανιζώμαστε κα πρ παντς θ βασανίζωμε.
.           Σύμφωνα μ᾽ αὐτὰ μποροῦμε νὰ διακρίνωμε δύο ἐκτροπὲς συμπεριφορᾶς πατρὸς ἢ πνευματικοῦ πατρός:

Α´. Οἱ πρῶτοι –κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ νεωτέρου πρὸ τῆς ἐπιστροφῆς– παρουσιάζονται ς πολ φιλελεύθεροι, συγκαταβατικο κα νεκτικοί. Δν κάνουν παρατηρήσεις. Δικαιολογον τος νέους. Δν τος θεραπεύουν ρρώστιες (δν χουν τέτοια κανότητα). τιδήποτε κάνουν τ παιδιά τους, τ θεωρον φυσικά, δικαιολογημένα κα τέλεια. Ατ δν εναι ποτέλεσμα γάπης λλ συνέπεια διαφορίας κα πιπολαιότητας· προσπάθεια ν ποκτήσουν τν πρόσκαιρη φιλία τν παιδιν. Ατο ο δάσκαλοι–πατέρες καλύπτουν τν νικανότητα κα γνοιά τους μ ποτιθέμενη φιλανθρωπία κα κατανόηση, ν πρόκειται γι πραγματικ καταφρόνηση κα γκατάλειψη το νθρώπου, ποος χει νάγκη π τ μέγιστα κα τίμια.
.           Ατος τος δηγος κολουθον ο νέοι γι λίγο, ξεγελασμένοι π τν πίφαση τς τόλμης τους κα τν παραπλανητικ φιλελευθερισμό τους. λλ γρήγορα τος γκαταλείπουν, ν χουν γνήσιες παιτήσεις κα δυνατ πνευματικ κράση, γιατί ντιλαμβάνονται τν πικίνδυνη κουφότητά τους. Ατο εναι λλότριοι, ξένοι πρς τ ζωή, τ φύση κα βαθι δίψα το νθρώπου. «Κα ο νθρωποι λλοτρίῳ ο μ κολουθήσωσιν, λλ φεύξονται π᾽ ατο, τι οκ οδασι τν λλοτρίων τν φωνν».

 Β´. Οἱ δεύτεροι μένουν φαινομενικὰ στὸ σπίτι τοῦ πατέρα –παράδειγμα ὁ πρεσβύτερος υἱὸς– ἐνῶ βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης του.
.           Αὐτοχειροτονοῦνται πνευματικοὶ πατέρες, ἐπειδὴ «τοσαῦτα ἔτη» δουλεύουν. Καὶ ἐνεργοῦν ὡς βάναυσοι ἐπιτιμητὲς τῶν ἄλλων. Ὁ προσωπικός τους ἀγώνας γιὰ μετάνοια καὶ ταπείνωση, κατὰ τὰ λεγόμενά τους, ἔχει τελειώσει. Τώρα ἀσχολοῦνται μὲ τὰ προβλήματα τῶν ἄλλων (καὶ συνήθως αὐτόκλητοι). ,τι κάνουν, δν παγορεύεται π δολη πατρικ γάπη –τος εναι ξένη– λλ π μία μοχθηρ καρδι κα δικαιολόγητη γι τ χρόνια τους ζηλοφθονία. τσι σύντομα γίνεται σ᾽ λους κδηλη σωτερική τους καταστασία κα κδικητικ μανία. Ἡ φωνὴ καὶ ἡ συμπεριφορά τους εἶναι ξένη πρὸς τὴ φωνὴ τοῦ γνήσιου ποιμένα, ποὺ θυσιάζει τὴν ψυχή του ὑπὲρ τῶν προβάτων καὶ «τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ᾽ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτὰ».
.           Γι᾽ αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι τοὺς ἐγκαταλείπουν. Καὶ ὅσο ἀπομακρύνονται –καὶ δικαιολογημένα– τόσο αὐτοὶ δαιμονίζονται, ἐκσφενδονίζοντας ἀπειλὲς καὶ κατάρες γι᾽ αὐτοὺς ποὺ δὲν ζητοῦν τὶς συμβουλές τους.
.           Δὲν μποροῦμε, δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτρεπτό, νὰ δείξωμε οὔτε περισσότερη οὔτε λιγότερη ἐπιείκεια ἢ αὐστηρότητα ἀπ᾽ ὅση ἔδειξε ὁ οὐράνιος Πατέρας. Ἢ διαφορετικὰ νὰ ποῦμε: καὶ ἡ ἐπιείκεια καὶ ἡ αὐστηρότητά μας εἶναι ἀνεπαρκεῖς καὶ περιττὲς γιὰ τὸν ἄλλο. Ατ πο χρειάζεται, εναι ν παύσωμε, ν μπορομε, ν ζομε τν κατ φαντασίαν βίο, κα ν ζομε γι τν πρ μν ποθανόντα κα ναστάντα. Ἔτσι θὰ ζοῦμε καὶ γιὰ ὅλους. Καὶ δι᾽ ἡμῶν θὰ φανερώνεται Ἐκεῖνος, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς, καὶ ὄχι οἱ σχετικὲς καὶ ἄνευ ἀξίας δικές μας ἀπόψεις καὶ ἐνέργειες.
.           Αὐτὸς ποὺ ἐπέστρεψε ἢ ἐπιστρέφει βλέπει μόνο τὴν ἀναξιότητά του («οὐκ εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου»). Γι᾽ αὐτὸ διακρίνει καὶ ἐκπλήσσεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Βλέπει τὸν ἑαυτό του πρῶτο τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ τοὺς ἄλλους καθαρούς. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ «καθ᾽ ὁμοιότητα τοῦ Θεοῦ», ἀγαπᾶ μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ σώζει καὶ κρίνει. Δι᾽ αὐτοῦ ἀγαπᾶ καὶ φανερώνεται μόνον ὁ Θεός. Αὐτὸς γίνεται Θεὸς κατὰ χάριν καὶ ὄχι θεολόγος κατὰ φαντασίαν. Τὸ πρῶτο εἶναι δύσκολο καὶ δυσεύρετο, τὸ δεύτερο εὐτελὲς καὶ καθημερινό.
.           Οἱ ἁγιαζόμενοι, οἱ ἄγιοι, μᾶς παρηγοροῦν, μᾶς σώζουν. Αὐτοὶ μποροῦν νὰ ἀναλάβουν τὸ ἔργο τοῦ πατρός, γιατί λένε τὴν ἀλήθεια μὲ τὸν λόγο καὶ τὴ ζωή τους. Παρουσιάζουν ὅτι ὁ ἀγώνας τους ὑπάρχει μέχρι τέλους. Μπορεῖ ν᾽ ἀλλάζη, ἀλλὰ δὲν τελειώνει, μέχρι νὰ μπῆ ὁ ἄνθρωπος στὸν τάφο. Τὸ ἔργο τῆς μετανοίας ἀκολουθεῖ ὅσο ζοῦμε. Ἡ ἡμέρα τῆς ταφῆς μας εἶναι ἡ ὥρα τοῦ σαββατισμοῦ.
.           Καὶ μεῖς, ποὺ εἴμαστε ἀδύνατοι, ποὺ ἔχομε προβλήματα, τοὺς ἀκοῦμε, τοὺς ἐμπιστευόμαστε τὸ εἶναι μας, τοὺς πλησιάζομε, θέλομε, ὅσο γίνεται περισσότερο, νὰ μένωμε κοντά τους. Γιατί νοιώθουμε ὅτι μᾶς νοιώθουν, μᾶς εὐεργετοῦν, μᾶς θεραπεύουν, ὅσο σκληροὶ κι ἂν εἶναι –ὅταν εἶναι. Ἡ φιλανθρωπία τους εἶναι δραστική, σωτήρια, καὶ ἡ αὐστηρότητά τους φιλάνθρωπη.
.           Χωρὶς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ τὴν παρουσία τῶν Ἁγίων, ποὺ κάνουν αἰσθητὴ τὴ στοργὴ καὶ τὸ φῶς Του, ἡ ζωὴ στὴ γῆ σκοτεινιάζει καὶ κρυώνει σὰν κόλαση: Οἱ πολίτες τῆς «μακρινῆς χώρας» σὲ καταστρέφουν στέλνοντάς σε νὰ βόσκης χοίρους, πάθη σαρκός. Καὶ οἱ «δίκαιοι» –τύπου πρεσβύτερου υἱοῦ– σὲ καταδικάζουν δὲν δέχονται τὴ μετάνοιά σου.
.           Ὑπάρχει ὅμως πάντοτε ὁ Πατέρας ποὺ σὲ γέννησε, σὲ πονᾶ καὶ σὲ σώζει.
.           Τὸ σύμπαν εἶναι κατοικήσιμο, ἐφ᾽ ὅσον ἔχομε τὸν Θεὸ πατέρα καὶ τὸν συνάνθρωπο ἀδελφό μας.

, ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-7 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)

Ἀρχιμ. Βασιλείου
Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα
(νῦν Προηγουμένου Ἱ. Μ. Ἰβήρων)

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

ἐκδ. «ΔΟΜΟΣ», Ἀθῆναι 1990

[ζ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ1/
Β´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ2/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ3/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ4/
Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ5/

ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/03/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ6/

Χαρακτηριστικὰ τοῦ πατέρα (σελ. 30-32)

.           Ὁ πατέρας τῆς παραβολῆς ξέρει πότε μιλᾶ καὶ πότε ὄχι. Πότε μοιράζει τὴν περιουσία ὁλόκληρη, χωρὶς νὰ πῆ λέξη. Καὶ πότε δὲν δίδει οὔτε ἕνα ἐρίφιο καὶ ἐπεξηγεῖ τὸ γιατί. Πότε καὶ ποιὸν γιό του ἀσπάζεται, χωρὶς ἄλλα σχόλια. Πότε καὶ ποιὸν γιό του δὲν ἀσπάζεται, ἀλλὰ τὸν παρακαλεῖ καὶ τὸν συμβουλεύει, πατρικὰ καὶ βραχύλογα.
.           Δὲν χρειάζονται πολλὰ λόγια καὶ ἐπεξηγήσεις. Ἀπαιτεῖται χρόνος, προσωπικὴ αὐτοπαρακολούθηση καὶ δοκιμασία, γιὰ νὰ καταλάβωμε –ἂν καταλάβωμε– περὶ τίνος πρόκειται.
.           Ἔχει σημασία λοιπὸν νὰ ξέρη κανεὶς πότε θὰ πῆ σὲ κάποιον κάτι. Καὶ μέχρι ποῦ θὰ προχωρήση. Στὴ συνέχεια σταματᾶ τὴν ἐπεξήγηση, χωρὶς νὰ προχωρῆ, ἐνῶ τὸ θέμα δὲν λύθηκε, δὲν τακτοποιήθηκε.
.           Δὲν ρωτᾶ τὸν νεώτερο γιό του τί σκέφτεται νὰ κάμη καὶ πότε. Γι᾽ αὐτὸ τὸν ἀφήνει ἐλεύθερο νὰ μείνη στὸ σπίτι ὅσες μέρες θέλει μετὰ τὴ μοιρασιὰ τῆς περιουσίας (αὐτὸς φεύγει «μετ᾽ οὐ πολλὰς ἡμέρας»). Οὔτε τὸν ἐρωτᾶ ποῦ θὰ πάη· ἂν σκέφτεται νὰ πάη κοντὰ ἢ μακριὰ («εἰς χωρὰν μακράν»), ἢ ἂν θὰ πάρη ὅλα τὰ πράγματά του ἢ τὰ μισὰ («συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν»).
.           Οὔτε τὸν πρεσβύτερο υἱὸ ρώτησε τί ἀποφασίζει, ἀφοῦ ἄκουσε ὅσα τοῦ εἶπε ἡ πατρική του ἀγάπη. Τὸν ἀφήνει ἐλεύθερο νὰ ἀποφασίση ὅταν καὶ ὅπως θέλει. Ἀφήνει τὸ θέμα ἀνοιχτό. Ἁπλῶς περιορίζεται στὸ νὰ τοῦ πῆ τί ἔπρεπε νὰ κάμη: «Εὐφρανθῆναι καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη».
.           Καὶ ἡ παράκληση, ἡ προτροπὴ τοῦ πατέρα, μένει ἀναπάντητη, τὸ τέλος ἄγνωστο. Κόβεται ἡ συζήτηση ἀπότομα, σταματᾶ, μένει ἀκέφαλη. Γιατί δὲν τελειώνει; Γιατί δὲν φτάνει σὲ τελεία καὶ παύλα;
.           Ἔτσι γίνεται. Δν βρίσκεται τέλος μ συζητήσεις στ θέματα ατ κα μ νθρώπους πο βρίσκονται σ᾽ ατ τν κατάσταση. Δὲν ὑπάρχει τέλος σὲ συζητήσεις γιὰ θέματα ποὺ ἡ φύση τους ξεπερνᾶ πάντα λόγον καὶ αἴσθησιν. λλωστε οτε κα τ πρόβλημα, ρρώστια το νεωτέρου, τακτοποιήθηκε μ συζητήσεις, λλ μ μία φαινομενικ γκατάλειψη, φεση στ ν μάθη δι το πάθους του. Ἔτσι εἶναι. Μόνον ὁ Θεὸς νὰ κάμη τὸ θαῦμα Του.
.           Κουβέντες κα προτροπς δν φέρνουν κανένα ποτέλεσμα σ νθρώπους πο χουν καταπι τ μίσος, τ λογικὴ τῆς ατοδικαιώσεως, τς καταδίκης λων τν λλων. Μποροῦν νὰ σοῦ ἀραδιάσουν ἀτέλειωτα σὲ στιγμὴ χρόνου· νὰ συσσωρεύουν ἀναρίθμητες δικές τους ἀρετὲς καὶ ἐγκλήματα τῶν ἄλλων. Ὅσα δὲν ἐλέχθησαν –καὶ δὲν λέγονται– μποροῦν νὰ τὰ ἐκστομίσουν, γιὰ νὰ ἐξοντώσουν τὸν ἀδελφό τους καὶ νὰ δικαιώσουν τὸν ἑαυτό τους. Ἀλλὰ δὲν ἀλλάζουν γνώμη. Δὲν μποροῦν νὰ μετανοήσουν. Δὲν ἀγαποῦν. Εἶναι ξένο πρὸς τὴ φύση τους. Αὐτὴ εἶναι ἡ κόλασή τους.
.           Πῶς μπορεῖς ν᾽ ἀγαπᾶς αὐτοὺς ποὺ δὲν ἀγαποῦν; Αὐτὸ εἶναι ἕνας μεγάλος σταυρός. Σοῦ ἀρνοῦνται τὴν ἀγάπη· εἶναι κόλαση γι᾽ αὐτούς. Ὑποφέρουν, βασανίζονται. Ἀλλὰ πῶς μπορεῖς νὰ τοὺς συμπαρασταθῆς, νὰ τοὺς συνδράμης, χωρὶς ἀγάπη; Αὐτοὶ ζητοῦν ὄχι τὴ σωτηρία, ἀλλὰ τὴν καταδίκη, τὴν ἐξόντωση πάντων. Ἔτσι καταδικάζουν καὶ τὸν ἑαυτό τους. (Θεολογία καὶ πολιτεία κολάσεως.)
.           Ὁ Πατέρας παρατρέχει τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ πρεσβύτερου γιοῦ. Δὲν τοῦ κάνει καμιὰ κριτική: οὔτε τὸν ψέγει γιὰ κάποιο λάθος του, οὔτε τοῦ ἀναφέρει κάτι καλὸ ποὺ ἔκαμε. Δν χρειάζεται ν καθυστερήση καθόλου μέσα στ λογικ ατή, ποὺ δὲν ὁδηγεῖ πουθενὰ ἀλλοῦ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο τῆς κολάσεως. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τοῦ ἀρνηθῆ τὴν κάποια καλή του προσπάθεια, ἀλλὰ τὸ κακὸ ἦταν ὅτι δὲν εἶχε καταλάβει ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ἦταν ἄσωτος, δὲν ἦταν μόνον ὁ ἀδελφός του.

, ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-6 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)

Ἀρχιμ. Βασιλείου
Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα
(νῦν Προηγουμένου Ἱ. Μ. Ἰβήρων)

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

ἐκδ. «ΔΟΜΟΣ», Ἀθῆναι 1990

[ϛ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ1/
Β´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ2/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ3/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ4/
Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ5/

Ἀντιπαραβολὴ τῶν δύο υἱῶν (σελ. 28-30)

.           Ὁ νεώτερος υἱὸς ὑπόδειγμα ἐπιστροφῆς καὶ φανέρωση τοῦ τί εἶναι ἐξομολόγηση: καρπὸς μετανοίας, ὁμολογία τῶν οὐσιαστικῶν μου σφαλμάτων, ἐγκλημάτων. Συντριβὴ καὶ ἐκζήτηση ἐλέους.
.           Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ὑπόδειγμα μὴ ἐπιστροφῆς καὶ φανέρωση τοῦ τί δὲν εἶναι ἐξομολόγηση: Ἀναφορὰ τῶν δικῶν μου κατορθωμάτων καὶ τῶν ἐγκλημάτων τῶν ἄλλων. Σκληροκαρδία καὶ κατάκριση.
.           Μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου καὶ τὴν ὀδυνηρὴ πείρα ἔφυγε ἀπὸ τὸν νεώτερο ἡ ἰδέα ὅτι κάτι μπορεῖ νὰ βρῆ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, χωρὶς τὸν πατέρα. Γνώρισε τὴν κουφότητα τῆς ζωῆς μακριὰ ἀπὸ τὴν πηγή της.
.           Ἀντίθετα, ὅσο περνᾶ ὁ καιρός, ὁ πρεσβύτερος δὲν ὡριμάζει πνευματικά, ἀλλὰ σκληραίνει τὴ στάση του. Συνεχῶς καὶ περισσότερο κατακρίνει τοὺς ἄλλους καὶ τὸν πατέρα του, μέσα σὲ μία ψευδαίσθηση ὅτι εἶναι «κάποιον τί».
.           Ὁ νεώτερος υἱὸς μὲ τὴ συμπεριφορά του λέει τὸν λόγο τῆς μετανοίας: «Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον».
.           Ὁ πρεσβύτερος ἀντιθέτως λέει: Ἐσὺ εἶσαι ὁ μόνος φταίχτης.
.           Τὸ ὅτι ὁ νεώτερος ἐπαναστάτησε στὴν ἀρχή, πρὶν περάσουν τὰ χρόνια, μπορεῖ κάπως νὰ δικαιολογηθῆ.
.           Τὸ νὰ ἀντιδρᾶ ὅμως ὁ πρεσβύτερος μετὰ «τοσαῦτα ἔτη» καὶ νὰ μὴ θέλη νὰ μπῆ στὸ σπίτι, τὴν ὥρα τῆς μεγάλης χαρᾶς, ἀλλὰ νὰ ζητᾶ ἐρίφι –ὄχι ἀμνὸ– γιὰ νὰ εὐφρανθῆ μὲ τοὺς φίλους του (οἱ φίλοι του ἤσαν μεταξὺ τῶν ἐρίφων, τῶν ἐξ εὐωνύμων, ὄχι μεταξὺ τῶν εὐλογημένων, τῶν ἐκ δεξιῶν), αὐτὸ εἶναι βαρὺ καὶ δύσκολα θεραπεύεται.
.           Ὅταν ἔχης νὰ κάμης μὲ πατέρα οὐράνιο, ἔχεις ἄλλες σχέσεις, μιλᾶς ἄλλη γλώσσα, ἀναφέρεις ἄλλες ἀπώλειες καὶ κέρδη. Δὲν ἀμύνεσαι, ἀλλὰ αὐτοεξουθενώνεσαι, γιατί βρίσκεις τὸν ἑαυτό σου ἔνοχο –τὸν μόνο ἔνοχο– μπροστὰ σ᾽ ἕναν τέτοιο πατέρα, ποὺ ὄχι μόνο ἀγαπᾶ, ἀλλὰ εἶναι ἡ Ἀγάπη.
.           Ὅταν δὲν θεωρῆς τὸν Θεὸ πατέρα ποὺ ἀγαπᾶ, τότε ἡ ἐξομολόγηση καταργεῖται, χάνει τὸ νόημά της, δὲν γίνεται. Ἢ ὅταν πάη νὰ γίνη, ξεπέφτει σὲ μία νομικὴ ἀντιδικία, ὁπού κατηγορεῖται ὁ ἀναίτιος, ὁ εὐεργέτης. Ὅταν βλέπης μπροστά σου ἐργοδότη, ποὺ ὑπολογίζει τὰ δοῦναι καὶ λαβεῖν, ἑτοιμάζεσαι γιὰ διαμάχη καὶ ἀναμέτρηση οἰκονομική, δικανικὴ τακτοποίηση· νὰ δοῦμε ποιὸς θὰ ἐπιβληθῆ σὲ ποιόν.
.           Ἂν μποροῦμε νὰ ἀγαπᾶμε, θὰ γνωρίσωμε τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Χωρὶς ἀγάπη, ὑψώνοντας τὴ φωνή μας, ἀποκαλύπτομε τὸ ψέμα τῆς ζωῆς μας.

Ζ´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/03/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ7/

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-5 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)

Ἀρχιμ. Βασιλείου
Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα
(νῦν Προηγουμένου Ἱ. Μ. Ἰβήρων)

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

ἐκδ. «ΔΟΜΟΣ», Ἀθῆναι 1990

[Ε´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ1/
Β´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ3/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ4/

Τὸ ἀνανεούμενο βάσανο τοῦ πατέρα.
Συνάντηση μὲ τὸν πρεσβύτερο υἱὸ (σελ. 22-28)

.           Ἀπὸ τὸν μακρινὸ ἀγρό, ὅπου ἔβοσκε χοίρους, γύρισε συντετριμμένος ὁ νεώτερος υἱὸς καὶ μπῆκε στὸν Παράδεισο. Ἀπὸ τὸν ἀγρὸ τοῦ πατέρα ἐπέστρεψε ὀργισμένος ὁ πρεσβύτερος καὶ φανέρωσε τὴν κόλαση ποὺ κουβαλοῦσε μέσα του. «Ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν», ἀφοῦ πληροφορήθηκε ἀπὸ τοὺς δούλους τί γινόταν στὸ σπίτι.
.           Εἶναι ἀνανεούμενο βάσανο ἡ ζωὴ τοῦ πατέρα. Μόλις τελειώνει ἡ μία δοκιμασία, ἀρχίζει ἡ ἄλλη. Ὅταν ὁ νεώτερος ἐπιστρέφη ἀπὸ τὴν ἀσωτεία, ὁ πρεσβύτερος, ποὺ μένει στὸ σπίτι, ἀρνεῖται νὰ μπῆ μέσα.
.           Κάθε μεγάλη μέρα ὁ πειρασμὸς δημιουργεῖ προβλήματα, προκαλεῖ ἀφορμὲς θλίψεως. Θέλει νὰ μολύνη τὴ χαρά, νὰ θολώση τὴν καθαρότητα τῆς γιορτῆς. Νὰ μὴν ἀφήση καρδιὰ ἀπλήγωτη. Ἀλλὰ ὁ πατέρας τῆς παραβολῆς εἶναι ὠκεανὸς ἀγάπης καὶ ἀνοχῆς: «Ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν».
.           Ὁ πατέρας γνωρίζει τὴν ἀρρώστια τοῦ μεγαλύτερου παιδιοῦ του, ὅτι ζηλεύει καὶ φθονεῖ. Γι᾽ αὐτό, ἀπὸ ἀγάπη κινούμενος, μετριάζει τὶς ἐκδηλώσεις τῆς πατρικῆς του στοργῆς. Δὲν τρέχει –«δραμών»– ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ νεωτέρου, ἀλλὰ ἐξέρχεται βαρὺς ἀπὸ τὸν πόνο. Καὶ δὲν τὸν «καταφιλεῖ» –ἂν ἔκανε κάτι τέτοιο, θὰ τὸν κατέκαιγε, θὰ τὸν τάραζε ὁλόκληρο– οὔτε κὰν τὸν φιλεῖ. Μόνο τοῦ μιλᾶ παρακλητικά. Καὶ δέχεται καρτερικὰ ὅλα τὰ κύματα τῆς ὀργῆς τοῦ πρεσβύτερου υἱοῦ.
.           Σὰν νὰ εἶχε ἕτοιμη τὴν ἐπίθεση (ὅπως ὁ νεώτερος τὴν ἐξομολόγηση). Λὲς καὶ περίμενε τὴν ἀφορμὴ γιὰ νὰ ξεσπάση, νὰ βγάλη ἔξω ὅσα μαζεύονταν καὶ ἔβραζαν μέσα του ὁλόκληρη σειρὰ ἐτῶν.
.           «Τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι…»
.           Δὲν τὸν ὀνομάζει καμιὰ φορὰ οὔτε τὸν βλέπει ὡς πατέρα, ἀλλὰ σὰν ἀφεντικό, καὶ μάλιστα ἄδικο. Τὸν ἑαυτό του τὸν ὑποτιμᾶ, τὸν βλέπει σὰν μισθωτὸ δοῦλο.
.           Μέσα σ᾽ ὅλην αὐτὴ τὴ νομικιστικὴ σχέση δικαιώνει ἐξ ὁλοκλήρου τὸν ἑαυτό του καὶ καταδικάζει ἀπόλυτα τὸν πατέρα του.
.           «Οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον». Εἶμαι ἐν τάξει πάντοτε. Εἶμαι ἄμεμπτος. Ποτὲ δὲν ἔσφαλα σὲ κάτι.
.           Ἐσὺ ἀντίθετα εἶσαι ὁλοκληρωτικὴ ἀποτυχία. «Οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ».
.           Ἐγὼ οὐδέποτε ἔκαμα κάτι κακό. Ἐσὺ οὐδέποτε ἔκαμες κάτι καλό.
.           Τὸν ἀδελφό του δὲν τὸν ὀνομάζει ἀδελφό, ἀλλὰ γιὸ τοῦ πατέρα του. Καὶ τὸ σφάλμα τοῦ νεωτέρου, ποὺ δὲν τὸ ἔχει διορθώσει, δὲν εἶναι ὅτι πρόσβαλε τὸν πατέρα του, ἀλλὰ ὅτι ξόδεψε χρήματα, κατέφαγε περιουσία. Καὶ αὐτὸς πρῶτος καὶ μόνος κατηγορεῖ τὸν ἀδελφό του ὅτι κατέφαγε τὴν περιουσία «μετὰ πορνῶν».
.           Ἡ πρώτη διόρθωση τοῦ πατέρα γίνεται μὲ τὴν προσφώνηση: «Τέκνον». Ἐσὺ δὲν μὲ καλεῖς πατέρα, ἐγὼ σὲ θεωρῶ καὶ σὲ ὀνομάζω παιδί μου. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο. Δὲν εἶσαι δοῦλος μου, οὔτε καταδυναστευόμενός μου.
.           Στὸ ἀρνητικὸ ἐπίρρημα οὐδέποτε τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ ὁ πατέρας ἀντιπαραθέτει τὸ θετικὸ πάντοτε: «Σὺ πάντοτε μετ᾽ ἐμοῦ εἶ». Εἶσαι πάντοτε μαζί μου. Αὐτὸς εἶναι ὁ παράδεισος, ἡ ἐλευθερία, ὁ πλοῦτος τοῦ υἱοῦ, τὸ ὅτι μένει ἐν τῇ οἰκίᾳ» (Ἰω. η´ 35), μένει μὲ τὸν πατέρα μαζί. «Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοὶ ἐστὶ».
.           Καὶ στὴν αἴτηση τοῦ ἐλαχίστου καὶ μικροῦ –ἐριφίου– ἀπαντᾶ μὲ τὸ πάντα. «Πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστι».
.           Στὴν ὀργὴ καὶ στὸ μίσος ποὺ τὸν κατατρώει («ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν») ἀντιπαραθέτει τὸ «εὐφρανθῆναι καὶ χαρῆναι ἔδει», γιατί ὁ ἀδελφός σου ἀναστήθηκε καὶ σώθηκε.

 Χαρακτηριστικὰ τοῦ νεωτέρου υἱοῦ

.           Στὸν νεώτερο υἱὸ ἐφαρμόζεται ὁ λόγος τῆς Ἀποκαλύψεως: «Ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστὸς» (Ἀποκ. γ´ 15).
.           Ὅταν ἔφυγε, ἦταν ἀπόλυτος ἀντάρτης: «συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν». Ἔπεσε μὲ τὰ μοῦτρα στὴν ἁμαρτία. Τὰ ἔδωσε, τὰ ἔχασε ὅλα.
.           Ὅταν ἔφτασε στὴν ἐσχάτη ἀνάγκη, «ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης». Τὸ ἐκολλήθη δείχνει τὴν ὁλόψυχή του προσπάθεια νὰ πιαστῆ ἀπὸ κάποια σανίδα σωτηρίας.
.           Ὅταν ἐπέστρεφε, ἦταν τὸ ἴδιο θερμὸς καὶ ἀπόλυτος: ἦρθε νὰ ὁμολογήση ἀπερίφραστα τὴν ὁλική του ἀποτυχία καὶ ἁμαρτία.
.           Τὰ χάνει ὅλα τὴν πρώτη φορά. Προσφέρει τώρα ὅλο του τὸν ἑαυτό, ἔστω χαμένο καὶ νεκρὸ –πάντως ὅλο– στὸν πατέρα του· χωρὶς κανένα ἐνδοιασμό, χωρὶς καμιὰ ἐπιφύλαξη ἢ ὄρο.
.           Ἡ φιλαυτία –ἡ ἀρρωστημένη προσκόλληση στὸ ἐγώ μας– εἶναι ξένη πρὸς τὴν Ἀγάπη ποὺ μᾶς ἔπλασε, πρὸς τὴν πνοὴ ποὺ Αὐτὴ μᾶς φύσηξε στὰ σπλάγχνα. Γι᾽ αὐτὸ κάνοντας τὸ θέλημά του ἀντάρτικα ὁ νεώτερος γιός, χάνει τὸν ἄξονα τῆς ζωῆς του, ἀθετεῖ τὴ φύση του, καταστρέφει τὸν ἑαυτό του· βρίσκεται ἐκτὸς ἑαυτοῦ. Μόλις «ἔρχεται εἰς ἑαυτόν», ἐπιστρέφει στὸ σπίτι του. Βρίσκει τὸν πατέρα του, ποὺ εἶναι ἀγάπη, ποὺ δὲν κλείνεται στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ «δι᾽ ὑπερβολὴν τῆς ἐρωτικῆς ἀγαθότητας ἔξω ἑαυτοῦ γίνεται … καὶ ἐν πᾶσι κατάγεται». Τὸν πατέρα ποὺ τρέχει ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, γιὰ νὰ ἀγκαλιάση τὸν νεώτερό του γιὸ ποὺ ἐπιστρέφει, καὶ βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι του, ἀπὸ τὴν ἴδια ἀγάπη κινούμενος, γιὰ νὰ παρακαλέση τὸν πρεσβύτερο.
.           Ἡ ἐκστατικὴ ἀγάπη –προσφορὰ στὸν Ἄλλον– μᾶς ὁδηγεῖ στὸν ἑαυτό μας. Βρίσκομε τὸ εἶναι μας καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἂν αὐτὴν ἔχωμε –ὅσο μακριὰ κι ἂν βρισκώμαστε– θὰ μᾶς φέρη στὸν Παράδεισο. Ἂν δὲν τὴν ἔχωμε –καὶ στὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου νὰ εἴμαστε– ἡ ἔλλειψη τῆς ἀγάπης, τὸ μίσος, δὲν θὰ μᾶς ἀφήση νὰ μποῦμε, ἀλλὰ θὰ μᾶς πετάξη μακριά.

 Χαρακτηριστικὰ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ

 .           Ὁ πρεσβύτερος νοσεῖ, ἔχει μέσα του κόλαση. Μόνο βάσανο καὶ ταραχὴ τοῦ προκαλεῖ ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα πρὸς αὐτόν, ἡ ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῆ ἐδῶ ἡ ἐντολὴ τοῦ μεγάλου Δειπνοκλήτορος: «ἀνάγκασον εἰσελθεῖν» . Μία τέτοια ἐπιμονὴ γιὰ εἴσοδο στὸν Παράδεισο σὲ ἄνθρωπο ποὺ ζηλοφθονεῖ, πολλαπλασιάζει τὸν δαιμονισμό. Τὸν βασανίζει περισσότερο. Τοῦ κάνει τὴ ζωὴ ἀβάσταχτη κόλαση.
.           Αὐτὸς μὲ σίγουρους συλλογισμοὺς καὶ ἀτράνταχτα ἐπιχειρήματα ἀνατρέπει ὅλα. Τὰ ἀποδεικνύει ἀπαράδεκτα. Βρίσκει ἐνόχους καὶ καταδικαστέους ὅσους συνέπραξαν γιὰ μία τέτοια γιορτή· γιὰ ἕναν παράδεισο, ὅπου ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἐπιστρέψη, νὰ σωθῆ, νὰ ζήση· γιὰ ἕνα πασχάλιο δεῖπνο, ὅπου «ὁ μόσχος πολὺς» καὶ ἀκούγεται ἡ κλήση: «Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως … τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος». Δὲν ἀνέχεται τέτοιες καινοτομίες. Δὲν μπορεῖ νὰ μπῆ σὲ τέτοιο κλίμα. Δὲν ὑποφέρει «συμφωνίες καὶ χορούς». Τοῦ εἶναι ξένο καὶ ἀπαράδεκτο τὸ γεγονός, ὁ Θεὸς νὰ ἀγκαλιάζη τὸν ἄσωτο ποὺ μετανοεῖ καὶ νὰ τοῦ χαρίζη «τὴν στολὴν τὴν πρώτην». Δὲν μπορεῖ νὰ ἀνεχθῆ αὐτὴ τὴν ἀδικία, αὐτὴ τὴν προσβολὴ πρὸς τὴν «ἀλήθεια», τὴ «δικαιοσύνη».
.           Ὁ πατέρας μειλίχια τὸν προσκαλεῖ στὴ χαρά, στὸ εὐχαριστιακὸ τραπέζι. Καὶ εἶναι σὰν νὰ τοῦ ζητᾶ νὰ μπῆ στὴν κόλαση. Φουντώνει μέσα του τὸ μίσος· καὶ ἀκούει τὴ στοργικὴ πρόσκληση τοῦ πατέρα σὰν ὀργισμένη ἀποπομπή.
.           Μήπως ὅλα αὐτὰ λένε κάτι γιὰ τὸ πῶς θὰ γίνη ἡ τελικὴ κρίση στὴ δευτέρα Παρουσία;
.           Μήπως ἡ ὀργὴ («ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν») κάνει τὴ μοχθηρὴ καρδιὰ νὰ βλέπη ὀργισμένο καὶ βλοσυρὸ τὸ ἱλαρὸ πρόσωπο τοῦ ἐλεήμονος Θεοῦ; Καὶ τὸ μίσος, ποὺ δὲν ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὸ ἔχει νὰ μπῆ στὸ κοινὸ πανηγύρι τῆς χαρᾶς, παραποιεῖ γι᾽ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὴν πρόσκληση γιὰ τὸν Παράδεισο σὲ ἀποπομπὴ πρὸς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερο; Μήπως τὸ μίσος εἶναι κόλαση ποὺ κατατρώει τὰ σωθικά μας; Καὶ ἡ θεία ἀγάπη παράδεισος ποὺ μᾶς ἀναζωογονεῖ; Μήπως ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι παράδεισος γιὰ τοὺς σωσμένους, ὑγιεῖς, ποὺ ἀγαποῦν, ποὺ μετανοοῦν καὶ ἔχουν νοῦν Χριστοῦ; Καὶ ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη εἶναι κόλαση γιὰ τοὺς ἀρρώστους, δηλαδὴ γιὰ κείνους ποῦ δὲν ἀγαποῦν, δὲν μετανοοῦν, δὲν ἔχουν νοῦν Χριστοῦ;
.           Μήπως ἡ μία κλήση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος «θέλει πάντας σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», θὰ ἀκουσθῆ ἀπὸ ὅσους δὲν ἀγαποῦν, λόγῳ τῆς διαστροφῆς καὶ τῆς ἀμετανοησίας τους: «Πορεύεσθε ἀπ᾽ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον»· καὶ ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου…»;
.           Μήπως ἀπὸ σήμερα δὲν κρινόμαστε; Μήπως ἀπὸ σήμερα δὲν ἑτοιμαζόμαστε γιὰ τὸ ποιά θέση θὰ πάρωμε τότε μόνοι μας; Δὲν ἑτοιμαζόμαστε γιὰ τὴν κρίση τῆς ἀγάπης; Δηλαδὴ γιὰ τὸ ἂν δεχώμαστε, ἂν ζοῦμε τὴν ἀγάπη ὡς παράδεισο ἢ ὡς κόλαση;

ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/03/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ6/

, ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-4 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)

Ἀρχιμ. Βασιλείου
Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα
(νῦν Προηγουμένου Ἱ. Μ. Ἰβήρων)

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

ἐκδ. «ΔΟΜΟΣ», Ἀθῆναι 1990

[Δ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ1/
Β´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ3/

Ἐπιστροφὴ ποὺ σὲ ἐλευθερώνει (σελ. 19-22)

.           Ὁ νεώτερος υἱὸς σκεφτόταν νὰ ζητήση νὰ μείνη στὸ σπίτι «ὡς εἷς τῶν μισθίων». Αὐτὸ ἂν τοῦ δινόταν, θὰ ἦταν ἤδη παράδεισος μέγας γι᾽ αὐτόν. Θὰ βρισκόταν σὲ δρόσο Ἀερμών. Ὅμως ὁ Θεὸς Πατέρας τὸν κάνει τὸ κεντρικὸ πρόσωπο καὶ τὴν ἀφορμὴ τοῦ μεγάλου πανηγυριοῦ. Καὶ αὐτὸ τὸν καταπλήττει καὶ τὸν κατακαίει. Ὁ Θεὸς καταδικάζει μὲ τὸ πλῆθος τῆς ἀγάπης Του. Καὶ νοιώθεις ἀνάξιος γι᾽ Αὐτήν. Ἀποτραβιέσαι στὴ θέση τοῦ δούλου, ποὺ σοῦ ταιριάζει, σοῦ ὑπεραρκεῖ, σὲ ἀναπαύει. Δὲν ἀναπαύει ὅμως τὸν Θεό, ποὺ τόσο ἀγαπᾶ, ποὺ τόσο συγχωρεῖ, ποὺ σὲ συνθλίβει, σὲ λιώνει μὲ τὴν ἀγάπη Του τὴν ἄμετρη. Καὶ κλαῖς ἀπὸ χαρὰ γιὰ τὸ θαῦμα τοῦτο. Καὶ τὸ κλάμα φανερώνει τὴν πλησμονὴ τῆς ἀγαλλιάσεως.
.           Γι᾽ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι, τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ὀνομάζουν τὸν ἑαυτό τους δοῦλο Χριστοῦ. Καὶ νοιώθουν ὅτι αὐτὸ ξεπερνᾶ τὴν ἀξία τους καὶ τοὺς πλημμυρίζει μὲ τιμή. Τὸ ἄλλο, τὸ νὰ γίνεται παιδὶ κατὰ χάρη καὶ τὸ κεντρικὸ πρόσωπο τοῦ πανηγυριοῦ, ὁπού θύεται ὁ μόσχος ὁ σιτευτός, αὐτὸ ξεπερνᾶ τὶς ἀνθρώπινες προσδοκίες· ὑπαγορεύεται καὶ πραγματοποιεῖται μόνο ἀπὸ τὴν ἀπερινόητη καὶ ἄφατη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρός.
.           Ἐξουθενώνει τὸν ἑαυτό του καὶ δοξάζεται. Δὲν βλέπει ἀνθρώπινα τὴ δόξα ποὺ θὰ ἀκολουθήση. Μένει μόνο στὴν ἐξουθένωση. Τοῦ ἀρκεῖ νὰ εἶναι στὸ σπίτι τοῦ Πατρός. «Ἐξελεξάμην παραρριπτεῖσθαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μου μᾶλλον ἢ οἰκεῖν με ἐν σκηνώμασιν ἁμαρτωλῶν». Δὲν ζητᾶ χαρίσματα –αὐτὸ γίνεται ἐκ βαθέων– γι᾽ αὐτὸ τοῦ δίδονται ὅλα.
.           Ὅταν ζητᾶς κάτι μικρό, ἕνα ἐρίφιο, δὲν παίρνεις τίποτε. Ὅταν δὲν ζητᾶς τίποτε –οὔτε νὰ γίνης δοῦλος– τὰ παίρνεις ὅλα.
.           Ἐπειδὴ εἶναι ἀληθινὴ ἡ μετάνοιά του, ἤδη τὸν ἔβαλε στὸν Παράδεισο· διαιτᾶται σὲ χαρὰ ποὺ ἀκατάπαυστα αὐξάνει. Αὐτὸ τὸ ξέρει ὁ πατέρας. Γι᾽ αὐτὸ θύει τὸν μόσχο τὸν σιτευτό. Ἐνδύει τὴ χαρὰ μὲ τὴ χαρά. Τὸν υἱὸ τὸν ἄξιο τοῦ πατέρα μὲ τὴ στολὴ τὴν πρώτη. Αὐτὸ γίνεται αὐθόρμητα. Ὅπως ἀπὸ τὸν τάφο τῆς σκοτεινῆς γῆς, ὁ σπόρος ποὺ πεθαίνει, προχωρεῖ φυσιολογικὰ καὶ φτάνει στὴν ἀνθοφορία –«ἡ γῆ αὐτομάτη καρποφορεῖ»– ἔτσι ἀπὸ τὴ συντετριμμένη καρδιὰ τοῦ ταλαιπωρημένου, τοῦ χαμένου γιοῦ, ἀνατέλλουν τὰ πάμφωτα χαρίσματα καὶ τὸν ντύνουν. Τὸν περιβάλλει τὸ φῶς ὡς ἱμάτιον στολὴ πρώτη καὶ ἀνέγγιχτη.
.           Ἀλλιῶς –ἂν δὲν εἶχε αὐτὴ τὴ διαλυτικὴ τῶν πάντων συντριβὴ– δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀνθέξη καὶ τὰ ἐλάχιστα χαρίσματα, θὰ τοῦ κάνανε κακό. Θὰ τὰ πέταγε πέρα. Καὶ ὁ ἴδιος θὰ πεταγόταν ἔξω ἀπὸ τὴ μοναδικὴ χαρά, τὴν πανήγυρη τῆς ἀγάπης· ὅπως ἔκαμε ὁ πρεσβύτερος υἱός.
.           «Καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾽ ὑμῶν». Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τοῦ πάρη τούτη τὴ χαρά, νὰ τοῦ τὴν ἀφαιρέση, νὰ τὴν ἀπομακρύνη. Γιατί πηγάζει ἀπὸ μέσα του, ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, εἶναι ὁ Χριστὸς ποὺ ζῆ μέσα του. Δὲν ζῆ πιὰ αὐτός.

 Ἐπιστροφὴ ποὺ σὲ πνίγει

.           Μία διαφορετικὴ ἐπιστροφή, ὄχι θεϊκὴ ἐν ταπεινώσει καὶ ἐξουθενώσει –ποὺ εἶναι γεννητικὴ τῆς ἀφθάρτου δόξης– ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴ λογικὴ καὶ τὴ στάση τοῦ πρεσβύτερου υἱοῦ, ποὺ δὲν εἶναι ἐπιστροφὴ ἀλλὰ περιπλοκὴ χειρότερη τῶν πραγμάτων, θὰ ἦταν κάπως ἔτσι:
.           Λοιπόν, πατέρα, γυρίζω νὰ τὰ συζητήσωμε, νὰ δοῦμε τὰ πράγματα ψύχραιμα. Νὰ δοῦμε σὲ τί φταῖς καὶ σὲ τί φταίω. Νὰ βροῦμε ἕναν τρόπο συμβιώσεως.
.           Ὄχι ὅτι δὲν μπορῶ νὰ ζήσω μακριὰ ἀπὸ σένα. Μπορῶ κάλλιστα, ἀλλὰ εἶπα, μιὰ καὶ εἶσαι πατέρας μου, νὰ γυρίσω. Τώρα ὅμως πρέπει νὰ προσέξωμε, γιὰ νὰ μὴν ἐπαναληφθοῦν τὰ ἴδια. Γιατί ἂν δὲν ἔδινες ἀφορμὴ μὲ τὴ συμπεριφορά σου, δὲν εἶμαι ἀνόητος νὰ σηκωνόμουνα νὰ ἔφευγα στὰ καλὰ καθούμενα.
.           Λοιπόν, τί λὲς τώρα; Ὑπάρχει τρόπος συμβιώσεως, ναὶ ἢ ὄχι;
.           Καὶ μὴν κρατήσης κακία. Ἀλλὰ νὰ τὰ ξεχάσης ὅλα. Καὶ νὰ μοῦ βάλης τὴν πρώτη στολή, γιὰ νὰ μὴ νοιώθω μειωμένος ἀπέναντι τῶν ἄλλων.
.           Γιὰ πανηγύρι χαρᾶς δὲν τοῦ κάνει λόγο, γιατί αὐτὴ ἡ λογικὴ δὲν ἔχει σχέση μὲ καμιὰ χαρά. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρρώστια, τὰ ράκη τῆς πεπτωκυίας φύσεως, ὄχι ἡ στολὴ τῆς πρώτης καινῆς κτίσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ κόλασι τῆς «δικαιοσύνης».
.           Ὑπάρχει παραμονὴ στὸ σπίτι ποὺ εἶναι περιπλάνηση σὲ χώρα μακρινή. Ὑπάρχει ἐπιστροφὴ ποὺ εἶναι μεγαλύτερη ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ σπίτι.

Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ5/

,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-3 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)

Ἀρχιμ. Βασιλείου
Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα
(νῦν Προηγουμένου Ἱ. Μ. Ἰβήρων)

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

ἐκδ. «ΔΟΜΟΣ», Ἀθῆναι 1990

[Γ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ1/
Β´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ2/

Συνάντηση νεώτερου υἱοῦ μὲ τὸν πατέρα (σελ. 16-19)

.           Πρὶν φτάση στὸ σπίτι, ὁ πατέρας τὸν βλέπει καὶ τρέχει. Χωρὶς νὰ τοῦ πῆ τίποτε, πέφτει ὁλόκληρος στὸν τράχηλό του, τὸν ἀγκαλιάζει καὶ τὸν καταφιλεῖ.
.           Ἤδη ὁ γιὸς κατάλαβε, πῆρε τὴν ἀπάντηση: Ὁ πατέρας ἄκουσε τὴν ἐξομολόγηση, τὴν ξέρει πρὶν τοῦ τὴν πῆ. Βλέπει τὸν γιο του πρὶν νὰ γυρίση. Ἦταν μαζί του, χωρὶς νὰ τὸν βλέπη ὁ γιός. Αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ μὲ τὴν τέλεια ἀγάπη «ἀπὼν ὡς παρὼν συναναστρέφεται, μὴ ὁρώμενος ὑπό τινος».
.           Ὁ γιὸς ὅμως ἀρχίζει τὴν ἐξομολόγηση· λέγεται μόνη της, βγαίνει ἀπὸ τὴν καρδιά του, πρέπει νὰ ἐξωτερικευθῆ. Εἶναι μία ἀνάσα ποὺ πρέπει νὰ βγῆ ἀπὸ τὰ σπλάγχνα του, γιὰ νὰ ἐλευθερωθῆ. Τὴν λέει ὅπως ἀκριβῶς γεννήθηκε μέσα του, ἀλλὰ δὲν τὴν τελειώνει. Ἀναφέρει τὸ ἁμάρτημα, τὸ ἔγκλημά του, καὶ σταματᾶ. Δὲν τολμᾶ νὰ συμπληρώση τὴ φράση νὰ ζητήση νὰ γίνη δοῦλος τοῦ πατέρα. Τὰ χάνει μὲ τὸν χείμαρρο τῆς ἀγάπης ποὺ τὸν παρασύρει, τὸν διαλύει· καὶ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει σ᾽ Αὐτὴν ὑποδείξεις. Ὁμολογεῖ τὸ ἔγκλημά του καὶ σιωπᾶ.
.           Τὸν λόγο παίρνει ὁ πατέρας, ποὺ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μιλᾶ ξεκάθαρα ἐν σιωπῇ: Δὲν λέει τίποτε στὸ παιδί του γιὰ τὸν ἑαυτό του· οὔτε ἂν πόνεσε, οὔτε πόσο πόνεσε, ὅταν ἔφυγε· οὔτε πόσο χαίρεται ἢ ἂν χαίρεται, τώρα ποὺ γύρισε. Αὐτὰ δὲν λέγονται· διαγράφονται ὅλα ὡς περιττά. Δὲν μπορεῖ νὰ μιλήση σ᾽ αὐτὸν τὸν γιὸ ποὺ εἶναι ἄξιος τῆς σιγῆς, τῆς ἄφατης πατρικῆς του ἀγάπης. Πῶς νὰ ἀρθρώση τὰ ἄρρητα ἢ πῶς νὰ μειώση τὴν ἐνάργεια ὅσων λέγονται ἐν σιγῆ;
.           Στὸν γιὸ δὲν λέει τίποτε. Ἡ μυσταγωγία τῆς σχέσεώς τους ἱερουργεῖται σὲ χῶρο βαθιᾶς σιωπῆς. Πυράκτωμα ἀγάπης ποὺ παραλύει τὴ γλώσσα.
.           Μιλᾶ, δίδει ἐντολὲς στοὺς δούλους: «ἐξενέγκατε τὴν στολὴν … ἐνδύσατε … θύσατε τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν», ἂς εὐφρανθοῦμε, γιατί «οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη».
.           Μόνο στοὺς ἄλλους μπορεῖ νὰ μιλήση γιὰ τὸ θέμα τοῦ γιοῦ του.
.           Τὸ «νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη», ποὺ ὁ πατέρας λέει στοὺς δούλους, δείχνει τὸ μεγάλο δράμα καὶ τὴ χαρὰ ποὺ ἔζησαν καὶ ποὺ ζοῦν οἱ δυό τους, πατέρας καὶ γιός.
.           Δὲν μίλησε ὁ πατέρας στὴν ἀρχὴ οὔτε τώρα, ὄχι γιατί ἦταν ἀδιάφορος ἢ δὲν γνώριζε τὸ μέγεθος τοῦ δράματος ἢ δὲν εἶχε συνείδηση τοῦ κινδύνου ποὺ ἐπρόκειτο νὰ περάση τὸ παιδί του. Δὲν ἔχει κανένα στοιχεῖο ἀπαθείας ποὺ φανερώνει ἀδιαφορία ἢ ἔλλειψη αἰσθήσεως. Ὅλα τὰ ζῆ. Ὅλα τὰ ξεπερνᾶ μὲ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του. Τὸν παρακολουθεῖ, τὸν συνοδεύει μέχρι τὴν ἀπώλεια, τὸν θάνατο. Συνθάπτεται μαζί του. Ξέρει, χωρὶς νὰ τοῦ πῆ ὁ γιὸς λεπτομέρειες, ὅλη τὴν ὀδύσσεια ποὺ πέρασε, ὅτι γεύτηκε ὄντως τὴν κόλασι, τὸν χαμό, τὸν θάνατο.
.           Καὶ βρέθηκε, σώθηκε, ἀνέζησε ἀπὸ ἄλλη δύναμι, ποὺ ὑπῆρχε μέσα του καὶ τὸν παρακολουθοῦσε γύρω του διακριτικά. Ὑπάρχει ἡ δύναμι τῆς υἱότητος καὶ τῆς πατρότητας. Ἦταν αὐτὸς γιὸς καὶ εἶχε πῆ στὴν ἀρχὴ «πάτερ» (καὶ ὅταν ἔφευγε καὶ ὅταν γύρισε). Καὶ αὐτὸς ἦταν πατέρας, δὲν ἤθελε νὰ στραπατσάρη τὸ παιδί του, ἔστω καὶ ἂν ὑπῆρχε ὁ κίνδυνος τοῦ χαμοῦ, τοῦ θανάτου τοῦ ἴδιου τοῦ παιδιοῦ. Τοῦ ἔδωσε τὴν ἐπικίνδυνη καὶ σωτήρια ἀγωγὴ τῆς ἐλευθερίας καλύπτοντάς τον μὲ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του πάντοτε.
.           Καὶ νίκησε ἡ πατρικὴ ἀγάπη τὸν θάνατο. Καὶ ἄναψε τούτη ἡ χαρά, τὸ πανηγύρι, ποὺ θύεται ὁ μόσχος ὁ σιτευτός. Αὐτὸς ὁ μόσχος λένε οἱ Πατέρες ὅτι εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ πανηγύρι ἡ θεία Λειτουργία, ἡ σύναξη καὶ ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ4/

,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-2 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)

Ἀρχιμ. Βασιλείου
Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα
(νῦν Προηγουμένου Ἱ. Μ. Ἰβήρων)

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

ἐκδ. «ΔΟΜΟΣ», Ἀθῆναι 1990

[Β´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ1/

Τὸ ψεύτικο χάνεται, μᾶς ἐγκαταλείπει (σελ. 14-16)

.           Μέσα στὸ πῦρ τῆς πραγματικότητας φανερώθηκε τὸ ψεύτικο, τὸ ἀπατηλό, ποὺ χάνεται καὶ φεύγει. Μᾶς ἀφήνει μόνους, ἔρημους καὶ νηστικοὺς σὲ χώρα ἀλλοδαπή, ὅπου τὰ πάντα ξοδεύονται χωρὶς νὰ ἀνανεώνωνται –«δαπανήσαντος αὐτοῦ πάντα».
.           Δὲν δαπανήθηκαν μόνο τὰ δικά του πάντα, ἀλλὰ ἔγινε ἐπὶ πλέον λιμὸς ἰσχυρὸς «κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην». Στὴ μακρινὴ χώρα κανεὶς δὲν ζῆ καλὰ γιὰ πάντα. Στὸ τέλος ἰσχυρὸς λιμὸς βασανίζει ὅλους. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ βοηθήση κανένα. Ὑπάρχει μία ἔκπτωση, ἐξαθλίωση, τελικὴ ἀπώλεια τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅταν ζητᾶς βοήθεια, ὅταν πᾶς νὰ προσκολληθῆς «ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης», αὐτὸς σὲ σπρώχνει πιὸ χαμηλά, σὲ στέλνει νὰ βόσκης χοίρους, νὰ ποιμαίνης πάθη. Σὲ κάνει χοιροβοσκό. Σὲ κάνει χοῖρο. Ἀρνεῖται τὴ φύση, τὴν εὐγένειά σου. Σὲ θεωρεῖ ζῶο. Σοῦ ἀρνεῖται τὴν τροφὴ τῶν χοίρων. Ἀλλὰ καὶ ὅταν σοῦ τὴν δίδη, εἶναι σὰν νὰ μὴ σοῦ δίδη τίποτε. Μένεις νηστικός, γιατί δὲν τρώγεται ἡ τροφὴ τῶν χοίρων. Ἐσὺ ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ ἄλλη τροφή.

 Τὸ ἀληθινὸ μένει, μᾶς σώζει

.           Ἡ δοκιμασία τοῦ νεώτερου γιοῦ στὴ μακρινὴ χώρα φανέρωσε καὶ τὸ τί ἔκρυβε μέσα του, τί ἀντοχὴ εἶχε, τί ἔμεινε ἀνέπαφο, ποιὸς μποροῦσε νὰ τὸν βοηθήση, σὲ ποιὸν νὰ κολληθῆ –«ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δὲ ἀντελάβετο ἡ δεξιά σου»– σὲ ποιὸν νὰ καταφύγη, ποιὸς εἶναι «οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων», ποῦ ὑπάρχει τροφή, ζωὴ καὶ ἀνάσταση γιὰ ὅλους.
.           Μπορεῖ νὰ τὰ ἔχασα ὅλα. Μπορεῖ νὰ χάθηκα καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος –«ἀπολωλὼς ἦν»–, κυριολεκτικὰ νὰ πέθανα –«νεκρὸς ἦν»–, ἀλλὰ κάτι ὑπάρχει ποὺ δὲν χάνεται, δὲν πεθαίνει· εἶναι ὁ Πατέρας μου καὶ ἡ ἀγάπη Του. Αὐτὸς εἶναι «δυνατὸς ἐν ἐλέει καὶ ἀγαθὸς ἐν ἰσχύϊ». Τὸ ξέρω, τὸ ζῶ.
.           Δὲν σκέφτομαι τὰ παιδιά του –εἶμαι ἀνάξιος γιὰ κάτι τέτοιο– σκέφτομαι τοὺς μισθωτούς του, πῶς τοὺς φέρεται, πῶς τοὺς χορταίνει. Εἶμαι μισθωτὸς χωρὶς μισθό· δοῦλος χωρὶς ψωμί.
.           Θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ γυρίσω πίσω καὶ θὰ πῶ στὸν πατέρα μου: Ἁμάρτησα στὸν οὐρανὸ καὶ σὲ σένα. Σὲ σένα ποὺ εἶσαι πατέρας ἐπουράνιος. Σὲ σένα ποὺ ἔχεις τέτοια ἀγάπη, ποὺ γεμίζει οὐρανὸ καὶ γῆ. Σὲ σένα ποὺ ἀκόμη ἐδῶ, στὴ μακρινὴ χώρα τῆς στερήσεως, τῆς ἀσωτείας, τῆς κολάσεως, μὲ παρακολουθεῖς, μὲ συνοδεύεις.
.           Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λέγομαι γιός σου. Ξέπεσα, ἔχασα τὴν υἱοθεσία. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἁμαρτία, τὸ ἔγκλημά μου τὸ ἕνα. Δὲν εἶναι ἡ περιουσία σου ποὺ ἔφαγα. Δὲν εἶναι κάτι μικρό, ὑλικό, ποὺ μπορῶ νὰ ἐπανορθώσω μὲ τὶς δυνάμεις μου· δὲν εἶναι κάτι ποὺ μπορῶ νὰ κερδίσω μὲ τὴ δουλειά μου, γιὰ νὰ σοῦ τὸ ἐπιστρέψω. Καθύβρισα τὴ μιὰ σχέση τοῦ υἱοῦ πρὸς τὸν πατέρα. Δὲν μπορῶ τίποτε νὰ κάμω, ἐφ᾽ ὅσον μὲ σεβάστηκες περισσότερο ἀπ᾽ ὅ,τι ἄξιζα. Μὲ καταδικάζει ἡ συμπεριφορά σου.
.           Ἂν δὲν ἤσουν τόσο ἄρχοντας τῆς ἀγάπης, ἂν δὲν μοῦ εἶχες φερθῆ ὅπως μοῦ φέρθηκες, ἂν δὲν ἤσουν τέλειος σὲ ὅλα, ἂν λίγο κάπου μοῦ ἔφταιγες· ἴσως νὰ εὕρισκα σὰν δικαιολογία κάτι νὰ πῶ. Τώρα δὲν εἶναι ἔτσι. Τώρα μὲ ἀφήνει ἀναπολόγητο, ἄναυδο καὶ μουγκό, ἡ ἀνείκαστή σου στοργὴ καὶ ἀνοχή, ποὺ μόλις συνειδητοποιῶ.
.           Ἔπρεπε νὰ πάω τόσο μακριά, γιὰ νὰ τὸ νοιώσω; Ἔπρεπε νὰ φτάσω στὴν ἀπώλεια καὶ στὸν θάνατο, γιὰ νὰ καταλάβω τί θὰ πῆ σωτηρία καὶ ζωή; Δὲν ξέρω τί νὰ πῶ. Ὅλα ὅμως ἀποδεικνύουν ἕνα πράγμα: τὴ δική μου ἀφιλοτιμία, ἀφροσύνη. Καὶ τὴ δική σου βασιλεία, ἀγάπη, ποὺ μὲ διαλύει.
.           Ἔρχομαι πρὸς ἐσένα, τραβηγμένος ἀπὸ σένα· ἀπὸ τὴν ἀγάπη σου, ποὺ μὲ ἕλκει ἔσωθεν καὶ μοῦ κάνει συντροφιά.
.           Κάνε με δοῦλο σου. Ἡ ἐνοχὴ εἶναι δική μου. Ἡ ἀνοχή, ἡ ζωή, εἶσαι ἐσύ.
.           «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου».
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/02/ἡ-παραβολὴ-τοῦ-ἀσώτου-υἱοῦ3/

,

Σχολιάστε