Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀρχιμ. Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-3 «Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά»

Πορεία τς Ψυχς (3)

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),

«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

Μέρος 1: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1
Μέρος 2: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2

.           Ἔχομε τώρα τὴν τιναγμένη ψυχή, τὴν πεταγμένη ψυχὴ ποὺ εἶναι κλουβιασμένη (ἐκ τοῦ κλωβός=κλουβί) μέσα σὲ τέσσερις τοίχους καὶ δὲν βλέπει τίποτε. Αὐτὴ ἡ ψυχὴ σκέπτεται νὰ σπάση τὸν φραγμὸ αὐτό, νὰ σπάση τοὺς τοίχους, στοὺς ὁποίους ζῆ καὶ νὰ ἑνωθῆ μὲ τὸν Θεό. Πῶς θὰ πρέπει νὰ προχωρήση;
.           Δὲν ὑπάρχει “πρέπει”. Δὲν ὑπάρχουν “πρέπει” στὴν χριστιανικὴ ζωή. Τὸ “πρέπει” εἶναι ἀπόρροια τοῦ νοός. Τὸ “πρέπει” τὸ βγάζω ὡς λογικὸ συμπέρασμα ἐγώ, ὅτι ἐφ᾽ ὅσον τὸ Εὐαγγέλιο λέγει ἔτσι καὶ ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶπε ἐκείνη τὴν παραβολὴ καὶ ἔκανε ἐκεῖνο τὸ θαῦμα καὶ εἶπε “μακάριοι” οἱ τάδε, ἄρα πρέπει ἐγὼ αὐτὸ νὰ κάνω ἀκριβῶς.
.           Τὸ “πρέπει” δὲν συγκινεῖ. Τὸ “πρέπει” σοῦ δίνει τὴν αἴσθηση τῆς σκλαβιᾶς, σὲ κάνει νὰ μὴ θέλης νὰ προχωρήσεις. Τὸ “πρέπει” δὲν ὑποκινεῖ τὸν Θεὸν οὔτε τὴν καρδιὰ οὔτε τίποτε. Τὸ “πρέπει” ἀναφέρεται μόνο στὴν ἀνθρώπινη βούλησι, στὴν ἀνθρώπινη ἔντασι, ἡ ὁποία πάντοτε ξέρομε ὅτι εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο σπάει πάρα πολὺ εὔκολα.
.         Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιὰ μὲ ὅλες της τὶς βουλήσεις καὶ μὲ ὅλες της τὶς ἐντάσεις. Ἐκεῖ ποὺ σὲ ἀγαπῶ, μπορεῖ νὰ σὲ μισήσω. Ἐκεῖ ποὺ σὲ μισῶ, μπορεῖ νὰ σὲ ἐρωτευτῶ. Ἐκεῖ ποὺ σὲ κατηγορῶ, μπορεῖ νὰ καταλάβω ὅτι εἶσαι ὁ ὑπ᾽ ἀριθμὸν ἄλφα ἄνθρωπος τοῦ κόσμου. Ἐκεῖ ποὺ σὲ ἀνυψώνω, σὲ στέλνω μέσα στὴν κόλαση . Ἐκεῖ ποὺ λέγω «θὰ γίνω ἅγιος», ἐκεῖ μπορεῖ ἀμέσως νὰ γίνω ἕνας σατανᾶς.
.          “Πρέπει” δὲν ὑπάρχει. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ: «Τί πρέπει νὰ κάνω τώρα;». Θὰ πρέπη ἡ ψυχὴ μόνη της νὰ προχωρήση στὴν ἐποπτεία της, στὴν αἴσθησί της.
.         Προχωροῦμε ἀπὸ τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἔχομε μπροστά μας. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλέον διωγμένος ἀπὸ τὸν παράδεισο, ἡ ψυχὴ εἶναι ἐξωσμένη. Αὐτὸ ποὺ καταλαβαίνει, ὅταν εἶναι ἔξω, εἶναι ὁ πόνος τὸν ὁποῖον ἔχει. Μὲ πόνο θὰ γεννήσης, μὲ πόνο θὰ τρυγήσης τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, μὲ πόνο θὰ σπείρης, ὁ,τιδήποτε θὰ κάνης, θὰ εἶναι μὲ πόνο.
.           Ὁ πόνος ὅμως αὐτὸς ἀρχίζει ἀπὸ πότε; Ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς ἡδονῆς. Ἡ ὀδύνη ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἡδονή. Ἡ ἡδονὴ ἀρχίζει ἀπὸ πότε; Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος γυμνός. Θυμηθῆτε τὸν Ἀδὰμ μέσα στὸν παράδεισο. Ἔφαγε τὸν καρπό. Τὴν ὥρα ποὺ ἤδη σκέφθηκε νὰ δοκιμάση τὸν καρπό, εἶχε γυμνωθῆ. Ἡ Εὔα ἦταν ἤδη γυμνή, ἀλλὰ δὲν εἶδε τὴν γύμνωσί της καὶ τὴν γύμνωσι τοῦ Ἀδάμ, παρὰ μόνο ὅταν εἶχε φάει τὸν καρπό. Ἀλλὰ ἤδη ἡ γύμνωσις εἶχε γίνει. Ἀλλοιῶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φάη τὸν καρπό. Ἡ τροφὴ αὐτὴ καὶ ἡ αἴσθηση τῆς ἡδονῆς τῆς ἀπεκάλυψαν τὴν γύμνωση τὴν δική της καὶ τὴν γύμνωσι τοῦ Ἀδάμ.
.           Προσέξτε, διότι ἔχει πάρα πολὺ μεγάλη σημασία ἡ πορεία τῆς ψυχῆς.
.         Ἑπομένως ἀρχίζομε ἀπὸ τὸν πόνο, ὁ πόνος ἔχει ἄμεση σχέσι, ὅπως εἴπαμε, μὲ τὴν γύμνωσι. Θὰ πρέπει νὰ καταλάβη ἡ ψυχὴ ὅτι εἶναι μία γυμνὴ ψυχή, ὅτι δὲν εἶναι ἁπλῶς κάτι τὸ πεταγμένο ἀλλὰ εἶναι κάτι τὸ γυμνό. Νὰ καταλάβη πλέον ὅτι δὲν εἶναι τίποτε. Τί ἦταν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα; Ἦταν, ἂς τὸ ποῦμε ἔτσι, οἱ συμπεριπατοῦντες μὲ τὸν Θεόν, ἦταν ὁμόσκηνοι τοῦ Θεοῦ, ἦσαν σύντροφοι τοῦ Θεοῦ, συνοδοιπόροι, συνέκδημοι τοῦ Θεοῦ.
.           Καὶ μέσα σὲ μία στιγμὴ ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα γίνονται ἕνα τίποτε, ἕνα ἐξουθένωμα, τέτοιοι ποὺ ἕνα φίδι νὰ μπορῆ νὰ τοὺς περιγελᾶ καὶ ἡ φύσις ἡ φθαρτή, στὴν ὁποία εἶχε δώσει ὀνόματα καὶ τὴν ἐξουσίαζε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα, νὰ μπορῆ νὰ ἐπανίσταται ἐναντίον τους. Καὶ τὸ πιὸ τρεμουλιάρικο πλάσμα μέσα στὴν ἱστορία γίνεται ὁ ἄνθρωπος!
.           Εἶναι, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος ὁ γυμνὸς κάτι τὸ ἀνύπαρκτο. Εἶναι ἕνας οὐδεὶς καὶ ἔχει τὴν αἴσθηση τῆς γυμνότητος· θὰ λέγαμε τὴν αἴσθησι τῆς ἁμαρτίας του, τοῦ ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός. Ὄχι νὰ πῆ ὅτι εἶμαι ἁμαρτωλός, ὄχι ὅτι πρέπει νὰ ἐξομολογηθῶ, πρέπει νὰ ὁμολογήσω τὴν ἁμαρτία μου, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ νὰ ζήση τὴν ἁμαρτία της.
.         Εἴδατε, ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ἦσαν γυμνοὶ προηγουμένως. Δὲν εἶχαν αἰσθανθῆ ὅμως ποτὲ τὴν γύμνωσί τους. Ὅταν ἁμάρτησαν, εἶδαν ὅτι εἶναι γυμνοὶ καὶ ντύθηκαν. Τὸ ἔνοιωσαν, ὅτι ἦσαν γυμνοί. Ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ νὰ νοιώση ὅτι εἶναι γυμνὴ ἀπὸ ἀρετή, ἀπὸ ἁγιότητα, ἀπὸ θεότητα· ὅτι εἶναι μέσα στὴν ἁμαρτία ριγμένη, εἶναι ντυμένη μὲ τὰ φύλλα τὰ δικά της, μὲ τὰ φύλλα τῆς ἁμαρτίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-4

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2

Πορεία τς Ψυχς (1)

ρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),

«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

Μέρος 1: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1

.                 Ἀλλά, ἐν ὅσῳ δὲν νοιώθουμε ἕναν μεσότοιχο ἀνάμεσά μας καὶ στὸν Θεό, δὲν νοιώθομε ὅτι εἴμαστε ἐξόριστοι, δὲν ὑπάρχει κἂν ἔναρξις σκέψεως γιὰ πνευματικὴ ζωή.
.           Βλέπετε, ἀπὸ μίαν ἐποπτεία, ὄχι ἀπὸ μίαν ἀνάλυσι, παράστασι ἀρχίζει ἡ πνευματικὴ ζωή. Αἰσθάνομαι τοῦτο ἐδῶ, τὸ νοιώθω ὅτι εἶναι τοῖχος καὶ δὲν ξέρω τί γίνεται ἀπὸ πίσω.
.                 Ὅταν λοιπὸν ἡ ψυχὴ θὰ ἀντιληφθῆ τὴν ἀπόστασι, ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα σ’ αὐτὴν καὶ στὸν Θεὸ – μία ἀπόστασι ποὺ ὅσο κι ἂν φωνάξη, δὲν πρόκειται νὰ ἀκουσθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ – τότε θὰ ἀναλογισθῆ ὅτι εἶναι πολὺ ἀφελὲς νὰ μὴν μπορῆ αὐτὴ νὰ μιλήση στὸν Θεό. Καὶ θὰ ζητήση νὰ τὸν πλησιάση, νὰ τὸν φέρη κοντά της ἢ νὰ πάη ἐκείνη κοντὰ στὸν Θεό.
.                 Ὅταν ἡ ψυχὴ θὰ νοιώση αὐτὸ ποὺ λέμε “ἀπερριμμένη”, ὅτι εἶναι κάτι τὸ πεταγμένο – ὅταν θὰ δῆς κάτι τὸ πεταγμένο, θέλεις νὰ τὸ βάλης στὴ θέση του–, ὅταν θὰ αἰσθανθῆ ἡ ψυχή, αὐτὴ ἡ ψυχὴ ποὺ μπορεῖ νὰ τὴν κατακλύζουν οἱ ἔπαινοι, οἱ καλακεῖες, οἱ ἀρετὲς πιθανόν, ἡ ἁγνότης, ἡ καθαρότης, πνευματικὰ ἰδιώματα, ὁραματισμοὶ μεγάλοι, ἐφέσεις θεϊκές, αὐτὴ ἡ ψυχή, παρ᾽ ὅλα ταῦτα, ἂν καταλάβη τελικὰ ὅτι εἶναι κάτι τὸ πεταγμένο καὶ ποὺ θὰ πρέπει νὰ βρῆ τὴν θέσι του μέσα στὴν ἱστορία καὶ μέσα στὸ κοινὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, στὸ ὁποῖο ἀνήκει, τότε μπορεῖ νὰ πῆ: “Θὰ ἀναζητήσω τὸν τόπο μου”.
.           Ἑπομένως ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν αἴσθησι τῆς ἐξώσεως, τῆς ὑπερορίας, τοῦ ὑψώματος τὸ ὁποῖο ἔχει ἐνώπιόν της, καὶ ἀπὸ τὴν διάθεσι νὰ πάψη νὰ εἶναι κάτι τὸ πεταγμένο. Ἐφ᾽ ὅσον δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν αἴσθησι, δὲν ἀρχίζει ποτὲ τίποτε. Μπορεῖ νὰ ζῆ χριστιανικὴ ζωή, ἀλλὰ κατὰ τὸ λεγόμενον, κατὰ τὸ δοκοῦν, κατὰ τὸν λόγον, κατὰ τὴν ἀντίληψι τοῦ νοὸς μπορεῖ νὰ ζῆ χριστιανικὴ ζωή. Ἐφ᾽ ὅσον ὅμως δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ δυνατὴ αἴσθησις, δὲν βάλαμε ἀκόμη καμία ἀρχή. “Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς” δὲν βάλαμε στὴ ζωή μας. Εἴμεθα ἀκόμη πολὺ μακριά, γιὰ νὰ φθάσωμε στὸ σημεῖο νὰ βάλωμε τὸ “Εὐλογητός” τοῦ Μεσονυκτικοῦ – ὄχι τοῦ ὄρθρου-, γιὰ νὰ πᾶμε ἐν συνεχείᾳ στὴν θεία Λειτουργία, ποὺ θὰ μᾶς ἑνώση μὲ τὸν Θεὸ κατ᾽ εἰκόνα.
.             Τὸ πρῶτο λοιπόν, στοιχεῖο ποὺ χρειάζεται ὡς ἐναρκτήριο εἶναι αὐτὴ ἡ αἴσθησις.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-3 «Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά»

,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1

Πορεία τς Ψυχς (1)

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),

«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

.                 Τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι πολὺ μεγάλο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ πῆ κανεὶς ὅτι θὰ τὸ ἀναλύση.
.           Τὰ θέματα περὶ πνευματικῆς ζωῆς δὲν ἔχουν ἁπλῶς ὡς ἐναρκτήριο στοιχεῖο τὴν λογική, δὲν ἀρχίζουν ἀπὸ τὴ λογική. Γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ὅταν γίνεται συζήτησις γιὰ ἕνα πνευματικὸ θέμα τὸ ὁποῖο ἀναλύεται, καταστρέφεται, διότι δὲν μπορεῖ νὰ τὸ συλλάβη ἡ λογική.
.                 Τὸ θέμα μας εἶναι ἡ πορεία τῆς ψυχῆς. Ὄχι ἀπὸ τότε ποὺ ἀποφασίζει νὰ ζήση χριστιανικά, ἀλλὰ ἀπὸ τότε ποὺ ἀρχίζει νὰ ἀντιμετωπίζη τὸ πρόβλημα τῆς πνευματικῆς πορείας. Αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ ψυχὴ βιοῦσα.
.                Ἑπομένως τὸ θέμα μας δὲν εἶναι οὔτε θεολογικὸ οὔτε ἐπιστημονικὸ οὔτε δογματικὸ κτλ. Εἶναι καθαρῶς πρακτικό, ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε, καὶ τὸ συναντᾶμε μέσα στὴν καθημερινή μας πρᾶξι. Ὅπως ὅταν ξέρης ὅτι βαδίζοντας ἀπὸ ἐδῶ γιὰ νὰ πᾶς στὴν Ὁμόνοια, θὰ περάσης ἀπὸ ἐκεῖ, θὰ κάνης τοῦτο, θὰ κάνης τὸ ἄλλο, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπόρροια μιᾶς πρακτικῆς ζωῆς καὶ ὄχι μιᾶς θεωρητικῆς ἐνατενίσεως τῶν πραγμάτων. Γι᾽ αὐτὸ μερικὰ πράγματα θὰ σᾶς φανοῦν ἴσως διαφορετικά, βεβαίως, σχετικά.
.                 Λοιπόν, πότε μία ψυχὴ μπορεῖ νὰ ἀρχίση νὰ σκέπτεται μία πνευματικὴ ζωή; Πότε ἀρχίζει νὰ σκέπτεται, προκειμένου νὰ κάνη κάτι ἄλλο, ὁ,τιδήποτε; Τότε ἔχουμε τὴν ἀφετηρία. Προσέξτε ὅμως αὐτὸ ποὺ λέμε ὅτι σκέπτεται ἡ ψυχή. Δανειζόμεθα τὸ ρῆμα “σκέπτομαι” ἐκ τῶν κοινῶς λεγομένων, διότι δὲν σκέπτεται ἡ ψυχὴ γιὰ τὴν πορεία της. Βιοῖ μόνον κάτι. Καὶ ἑπομένως ὅταν λέμε πότε ἡ ψυχὴ σκέπεται νὰ ἀρχίση κάτι, σημαίνει πότε δονεῖται ἡ ψυχὴ ἀπὸ μία διάθεση νὰ ἐγκαταλείψη τὸν τόπο εἰς τὸν ὁποῖο εἶναι καὶ νὰ βρεθῆκάπου ἀλλοῦ ἢ νὰ ζήση κάπως διαφορετικά.
.             Βλέπετε, οἱ ὅροι ποὺ χρησιμοποιοῦμε εἶναι ὅλοι ἐμφανεῖς. Ὅταν ὁμιλοῦμε περὶ ὁράσεως ἢ περὶ σκέψεως, περὶ ἀποφάσεως ἢ περὶ γνώσεως, ἁπλῶς χρησιμοποιοῦμε παρεμφερεῖς ἐκφράσεις τοῦ ἐξωτερικοῦ μας κόσμου, οἱ ὁποῖες ὅμως δὲν ἀντιστοιχοῦν ὄντως μὲ τὴν πραγματική μας ὕπαρξη καὶ τὰ πνευματικὰ νοήματα.
.         Πότε μία ψυχὴ λέγει «πρέπει νὰ ζήσω μία χριστιανικὴ ζωή, πρέπει νὰ ζήσω κάτι τὸ διαφορετικό»; Ὅταν ἤδη θὰ ἔχη ἀποκτήσει τὴν αἴσθησι ὅτι εἶναι μία ἐξωσμένη ψυχή, ὅτι εἶναι κάτι ποὺ ἐκτινάχθηκε καὶ βρέθηκε ἔξω ἀπὸ τὸν τόπο της, ἔξω ἀπὸ τὸν παράδεισο, εἰς μίαν ὑπερορίαν, ἐκτὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἦταν φτιαγμένα γι᾽ αὐτὴν τὴν ἴδια. Αὐτὸ σημαίνει ἐξόριστος. Καὶ ὅταν συνειδητοποιήση αὐτὸ καὶ θυμηθῆ τὴν πατρίδα, τότε μπορεῖ νὰ πῆ: «Πρέπει νὰ πάω στὴν πατρίδα».
.             Αὐτὴ εἶναι ἡ σκέψις: ἡ ψυχὴ νὰ ζήση ζωὴ χριστιανική. Ἀπὸ ἐδῶ ἀρχίζει· ὅταν, δηλαδὴ θὰ νοιώση αὐτὸ ποὺ λέγει τὸ Εὐαγγέλιο «τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ» (Ἐφ. β´ 14), τὸ μεσότοιχον τὸ ὁποῖο ὑψώθηκε ἀνάμεσα σέ μᾶς καὶ στὸν Θεόν καὶ μᾶς τὸν ἐχώρισε.
.             Ἑπομένως ὅταν ἡ ψυχὴ θὰ νοιώση, θὰ ἀντιληφθῆ ὅτι δὲν ἔχει Θεόν, διότι ἐξωρίσθηκε, δὲν ἔχει πατρίδα, δὲν ἔχει πατέρα, εἶναι μακρὰν τοῦ Δημιουργοῦ, κάτι τὸ ἐκτετιναγμένον μακράν, ὅπως εἶπα προηγουμένως, ὁπότε δὲν ἔχει οὐσιαστικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεόν, τότε μπορεῖ νὰ πῆ μέσα στὴν ἐξορία: «Τρέφομαι μαζὶ μὲ τοὺς χοίρους ἐγὼ καὶ τρώγω βελανίδια. Θὰ γυρίσω στὸν πατέρα μου».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΘΑΒΩΡΙΟ ΦΩΣ “ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ” ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία
«Ὁ μοναχὸς καὶ τὸ θαβώριον φῶς»
τοῦ Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου
ἐν «Λόγοι Ἑόρτιοι Μυσταγωγικοί»,
β´ ἔκδ., σελ. 194-198,
ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθῆναι 2014

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.           Ἡ ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως θέτει ἐνώπιόν μας τὸ φῶς καὶ τὸν πόθο τῆς ἐλλάμψεως. Ἀναζητώντας ἢ ἀγαπώντας τὸ φῶς, δὲν ἀγαπᾶμε τίποτε ἄλλο παρὰ τὸν Ἴδιον τὸν Θεὸν – διότι, ὅπως μᾶς παρέδωσε ἡ Ἐκκλησία μας, μόνον ὡς φῶς μποροῦμε νὰ τὸν δοῦμε, νὰ μετάσχωμε στὴν ζωή του καὶ νὰ τὴν ἀπολαύσωμε. Αὐτὸ γινόταν καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀκόμη καὶ στὶς σκηνὲς καὶ στὰ στρατόπεδα τῶν Ἰουδαίων, ὅταν ζοῦσαν στὴν ἔρημο, ἀλλὰ καὶ στοὺς προφῆτες καὶ σὲ ὅλους τοὺς θεόπτες, πολὺ δὲ περισσότερο στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ στὴν ἐκκλησιαστική μας ἱστορία.
.           Προφανῶς, ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι φῶς, διότι, ἐὰν ἦταν, ὁ Θεὸς δὲν θὰ ἦταν ὁ Θεός μας. Ὁ Θεός, μὲ τὸ νὰ εἶναι ἔξω καὶ πέρα ἀπὸ κάθε νοητὴ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο οὐσία, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι οὔτε καὶ φῶς. Ἐνεργεῖ ὅμως ὡς πρὸς ἐμᾶς ὡς φῶς, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ἰδιότητά του. Στὴν πραγματικότητα βέβαια δὲν θὰ μπορούσαμε κἂν νὰ μιλήσωμε γιὰ ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ, διότι ἔτσι πλάθομε ἕναν ἀνθρωπόμορφον Θεόν· τοῦ δίνομε τὰ χαρακτηριστικά τῆς δικῆς μας σκέψεως, κινήσεως καὶ ζωῆς, ἀκόμη καὶ τὰ δικά μας βιώματα. Ὁ Θεὸς βεβαίως εἶναι πέραν καὶ τῶν ἰδιοτήτων, ἀλλ᾽ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂς ποῦμε ὅτι ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ ὡς φῶς. Ἔτσι, ὁποῖος ἀγαπᾶ τὸ φῶς, ἀγαπᾶ τὸν Θεόν.
.           Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν ὁρᾶ τὸν Θεὸν ὡς φῶς, τὸν λαμβάνει ὡς φῶς καὶ ὡς φῶς τὸν κατέχει. Μὴ ἔχοντας τὸ φῶς ἢ μὴ λαμβάνοντας ἢ μὴ ὁρώντας φῶς, σημαίνει ὅτι δὲν μετέχει τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι στὰ χέρια του, ὅπως «οἱ κλῆροι του» (Ψαλμ. Λ´16), καὶ ἑπομένως ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀκόμη κλῆρος του. Ἐδῶ ἰσχύει ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ Κύριος: «Ἔστω ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ» (Ματθ. ε´ 37). Ὄντως, ἢ ἔχομε τὸν Θεὸν ὡς φῶς ἢ δὲν τὸν ἔχομε· δὲν χωρεῖ καὶ “ναὶ” καὶ “ὄχι”.
.           Ὁμιλῶντας περὶ φωτός, δὲν ἐννοοῦμε οὔτε τὸ αἰσθητὸ οὔτε τὸ νοητὸ φῶς, διότι αὐτὰ εἶναι συλλήψεις, ἁρπάγματα, ἐγχειρήματα τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς. Ἡ ψυχὴ ὁρᾶ, αἰσθάνεται, νοεῖ, ἀλλὰ δὲν μιλᾶμε γι᾽ αὐτό. Ὁ Θεὸς δὲν κατανοεῖται ἔτσι. Ἑπομένως, τὸ θέμα μας δὲν εἶναι δoγματικό, εἶναι καθαρῶς βιωματικό. Ὁμιλῶντας περὶ τοῦ φωτός, ὁμιλοῦμε σαφῶς περὶ τοῦ ἀκτίστου φωτός, ὅπως τὸ διδάσκουν οἱ Πατέρες μας· αὐτὸ δὲν εἶναι ὑλικό, νοητικὸ ἢ διανοητικὸ φῶς.
.           Τὸ ἄκτιστο φῶς ἔχει ἀρχικῶς σχέσι μὲ τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖο, ἀναγνωρίζοντας τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν ἀφετηρία του, συνάπτει τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ μὲ τὴν θεία ζωὴ κατὰ μονιμώτερο καὶ αἰσθαντικώτερο τρόπο. Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι φῶς, γιὰ μᾶς σημαίνει ὅτι μποροῦμε μέσα στὴν βαθυτάτη ὕπαρξί μας, στὴν θεοειδῆ μας ὑπόστασι, νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεόν, ἀφοῦ μέσα μας ἔχομε τὸ θεῖο ἐμφύσημα ποὺ μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ «τραπῶμεν εἰς Θεόν», τουτέστι νὰ «μηκυνθῶμεν εἰς Θεὸν» (Βλ. σχετ. Μ. Βασιλείου Ὁμ. ἐν Λαζικοῖς 9, PG 31,1456C), νὰ καλλιεργήσωμε τὸ ἐν ἡμῖν θεῖον σπέρμα. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος φέροντας τὸ θεῖον σπέρμα γίνεται θεο-τόκος, γεννᾶ Θεόν, ἔσωθεν ἐκπέμπει φῶς. Αὐτὸ τὸ φῶς ἑνώνεται μὲ ὅλον τὸν ἄνθρωπο, διότι δὲν ὑπάρχει κάτι κεχωρισμένο στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξι. Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀχώριστο ἀπ᾽ ὅ,τι καθαρώτερο καὶ αἰώνιο ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο, καὶ ἑπομένως ὁ Θεός, ἀναγνωρίζοντας τὴν εἰκόνα του στὸν ἄνθρωπο, τὸν καθιστᾶ θεὸν ὁλόκληρον καὶ ὄχι µόνον ἕνα µέρος του. Δὲν µένει τίποτε ἀπρόσληπτο. Ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξις τοῦ ἀνθρώπου προσλαµβάνεται ἀπὸ τὸ φῶς, πληροῦται ὑπὸ τοῦ φωτός, ὅπως δὲν ἐµεινε τίποτε ἀπρόσληπτο ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύσι κατὰ τὴν κένωσι τοῦ Λόγου, κατὰ τὴν ἐνσάρκωσί του ἐπὶ τῆς γῆς.
.               Λέγοντας ἐποµένως ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι φῶς, ἐννοοῦµε κάτι µεγαλειῶδες καὶ φοβερὰ ἐνθαρρυντικὸ καὶ αἰσιόδοξο, ὅτι δηλαδὴ ὁ Θεὸς προαιωνίως καὶ οἰκονοµικῶς, ὡς πρὸς τὴν πρόγνωσι καὶ τὴν φιλανθρωπία του, εἶναι φτιαγµένος στὰ µέτρα µας, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος τίποτε δὲν καταλαβαίνει τόσο, ὅσο αὐτὸ ποὺ βλέπει. Οἱ ὀφθαλµοί, ὡς πιστότεροι τῶν ὤτων, µᾶς κάνουν νὰ συνάπτωµε δυνατώτερη σχέσι µἐ τὸ κάθε τι.
.             Ἔτσι, ὁ Θεὸς κατ᾽ οἰκονοµίαν πρέβλεψε καὶ κατέστησε τὸν ἑαυτό του φωτεινὸ ἐνέργηµα, γιὰ νὰ µπορῆ νὰ προσλαµβάνεται ἀπὸ ἐµᾶς. Ὁ Θεὸς ἔρχεται στὰ µέτρα µας. Σύµφωνα µἐ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν ἀγάπη του ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο κατὰ τὸ δικό του πρότυπο, δηλαδὴ ἱκανὸν νὰ δέχεται τὸ φῶς, νὰ συλλαμβάνη τὴν φωτεινότητά Του, τὸν ἴδιον τὸν Θεόν. Βεβαίως, τὸ φῶς δὲν εἶναι ἀπόρροια τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀκτινοβόληµά Του· ὁπότε, ἐνεργώντας ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ὡς φῶς, δὲν χάνεται κάτι ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ.
.               Εἴµαστε λοιπὸν ἔτσι πλασµένοι, ὥστε νὰ µποροῦµε ἀδιαλείπτως νὰ ἔχωµε τὸν Θεόν. Καὶ µόνον στὴν σκέψι αὐτοῦ, καταλαµβάνεται κανεὶς ἀπὸ τέτοιον ἐνθουσιασµὸ καὶ ἀπὸ τέτοιο παραλήρηµα χαρᾶς, ὥστε οἱ µὴ ἔχοντες αὐτὴ τὴν ἐµπειρία νὰ λένε γιὰ ἐκείνους ποὺ τὴν ἔχουν, «αὐτοὶ ἤπιαν καὶ µέθυσαν» (Βλ. Πράξ. β´ 13), καὶ δίκαιο ἔχουν.
.                   Μετὰ ἀπὸ ἀγῶνες αἰώνων, τώρα ὑπάρχει µεγάλος ἐνθουσιασµὸς στὴν Ἐκκλησία µας, διότι εἶναι ἡ µόνη ποὺ διέσωσε τὴν ἔννοια τοῦ ἀκτίστου ἐνεργήµατος ἐν τῷ Θεῷ, καὶ ἡ µόνη ποὺ µπορεῖ νὰ προσλάβη Θεόν. Στὶς ἄλλες Ἐκκλησίες δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ πίστις, ἡ δὲ ἔλλειψίς της εἶναι οὐσιῶδες κριτήριο ὅτι δὲν µπορεῖ νὰ ὑπάρχη ἄλλη Ἐκκλησία, ἀφοῦ Ἐκκλησία εἶναι µόνον τὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Ἀσφαλῶς θὰ ὑπάρχουν πρόσωπα ποὺ πιστεύουν στὶς ἄκτιστες ἐνέργειες, ἀλλὰ εἶναι σὰν νὰ µπαίνουν καὶ νὰ εὐφραίνωνται στὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σὲ ὅ,τι ὡς θησαύρισµα διέσωσε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία· εἶναι ὅµως κάτι ποὺ δὲν µποροῦν νὰ τὸ κατέχουν καὶ νὰ τὸ ἀπολαύσουν, διότι δὲν γίνεται κτῆµα τους, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι δὲν εἶναι µέσα στὸν χῶρο, µέσα στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, ὅπου τὸ ἄκτιστο ἐνέργηµα εἶναι περιουσία της. Γι᾽ αὐτό, ὁ πιστὸς ἐνθουσιάζεται πολύ, ὅταν γνωρίζη ὅτι εἶναι τόσον εὐχερὲς νὰ κοινωνῆ μὲ τὸν Θεὸν καὶ νὰ γίνεται καὶ ὁ ἴδιος Θεός.
.             Βεβαίως, ὁ Θεὸς ἀκτινοβολῶντας διὰ τῶν φωτεινῶν ἀκτίνων Του δὲν πάσχει καµίαν ἀλλοίωσι, διότι οἱ ἀκτῖνες δὲν κενώνουν τὴν οὐσία του, καθ᾽ ὅτι δὲν εἶναι στοιχεῖο τῆς οὐσίας του. Ἂς µὴ χρησιµοποιοῦµε ὅµως τόσο τὸν ὅρο «ἀκτῖνες», γιατί µᾶς θυµίζει ἀνθρώπινη πραγµατικότητα, ὅσο τὸν ὅρο «λαµπηδόνες», ποὺ τὸν συναντᾶµε στοὺς Πατέρες καὶ σηµαίνει κυρίως κάτι ποὺ λάµπει καθ᾽ ἑαυτό. Ὁ Θεὸς λάµπει ἀληθῶς, καὶ µέσα σὲ αὐτὴ τὴν λάµψι του γίνοµαι καὶ ἐγὼ φωτεινός. Γιὰ νὰ µπορέσω λοιπὸν νὰ δῶ τὸ φῶς, πρέπει νὰ εἰσέλθω στὸν χῶρο τοῦ φωτὸς ἤ, καλύτερα, αὐτὸ νὰ εἰσέλθη ἐντός µου. Τὸ φῶς δὲν κινεῖται· ἐγὼ εὑρίσκοµαι αἰφνιδίως ἐν τῷ φωτί, καταλαµβάνοµαι ὑπὸ τοῦ φωτός. Ὅταν ἀνατείλη ὁ ἥλιος καὶ µὲ βρῆ στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ, µἐ γεµίζει µὲ τὸ φῶς του. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συµβαίνει καὶ µὲ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ· καὶ τότε ἀνακαλύπτω µέσα µου τὸν Θεὸν καὶ ὅτι ἐγὼ εἶµαι ἐντὸς τοῦ Θεοῦ, ὅτι γίνοµαι θεός, ὅτι λόγῳ τῆς πληρότητος τῆς προσωπικότητός μου, ἐκ τοῦ εἶναι μου, ἐκ τῶν ἐγκάτων μου, ἐκ τῶν θησαυρῶν μου, ἐκ τῆς καρδίας μου ἀκτινοβολῶ καὶ ἐγὼ τὸν Θεόν. Τὸ φῶς πληροῖ τὸν νοῦν, τὶς αἰσθήσεις, τὸ σῶμα, ἀφοῦ προηγουμένως ὅλα αὐτὰ ὑποστοῦν μίαν ἀλλοίωσιν διὰ τῆς θείας ἐνεργείας, διότι ἀπὸ μόνα τους δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ γίνουν συμμέτοχα τοῦ φωτός, νὰ συλλάβουν τὸν Θεόν. Μόνον τὸ ὅμοιο συλλαμβάνει τὸ ὅμοιον.
.             Ἑπομένως ἡ ὅρασις τοῦ φωτός, ὅπως εἴθισται νὰ λέγεται, εἶναι δική μας μεταμόρφωσις καὶ ὄχι τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς δὲν ἔπαθε κάτι τὴν ὥρα τῆς μεταμορφώσεως. Ὁ Χριστὸς παρέμεινε ὅπως καὶ κατὰ τὴν σύλληψί Του στὴν κοιλία τῆς Ἀειπαρθένου. Ἐφ᾽ ὅσον συνελήφθη ὡς Θεάνθρωπος, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἦταν ὅ,τι εἶδαν οἱ μαθηταὶ ἐπάνω στὸ Θαβώρ. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ποὺ εἶδαν ἦταν ἐλάχιστο ἐκείνου ποὺ εἶναι στὴν πραγματικότητα ὁ Χριστός.
.         Τὸ θεῖο φῶς λοιπὸν μεταποιεῖ καὶ πληροῖ τὴν ὕπαρξί μας, γίνεται ἕνα μὲ αὐτὴ καὶ ταυτοχρόνως ὑπέρκειται αὐτῆς. Ἔτσι πραγματοποιεῖται καὶ ἡ θέωσίς μας, ἀλλὰ καὶ διασώζεται ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ.

 

 

 

 

, , ,

Σχολιάστε

«ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΓΙΝΗ Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ»

«ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΓΙΝΗ Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο:
Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου
«ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ–
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΒΒΑ ΗΣΑΪΑ»

Ἐκδόσεις Ἴνδικτος
(Σελ. 492-496)

 Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.        Ὅ,τι πιάνουν τὰ χέρια σου καὅ,τι βλέπουν τὰ μάτια σου καὶ μὅ,τι ζυμώνεται ἡ καρδιά σου, αὐτἀγαπᾶς. Ἐὰν μέχρι στιγμῆς δὲν μᾶς δίνη ὁ Θεὸς πνευματικὰ πετάγματα στὴν βασιλεία του, ἐὰν δὲν μᾶς δίνη πνευματικὲς χαρές, εἶναι γιατί δὲν τὸ ποθήσαμε, δὲν ἀγωνισθήκαμε, δὲν σκιρτήσαμε γιὰ τὴν βασιλεία του. Ἂς τὸ ἐπιδιώξωμε. Αὐτὸ ὅμως πετυχαίνεται μὲ μόχθο, ποὺ σημαίνει ζωὴ στὴν σιωπὴ μέσα στὸ κελλί.
.        (…) Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, ὅταν κανεὶς ἀποφασίση νὰ ζήση μιὰ τέτοια ζωή, θὰ συναντήση στὴν ἀρχὴ κάποια ἀπογοήτευσι, κάποια ἀπελπισία, διότι ἡ καρδιά μας εἶναι κλεισμένη, εἶναι μπουκωμένη, θὰ λέγαμε. Ὅπως, ὅταν βάλη κανεὶς στὸ στόμα του πολὺ φαγητό, τοῦ φαίνεται ὅτι θὰ πνιγῆ, ἔτσι παθαίνουν καὶ οἱ ψυχές μας καὶ δὲν χωροῦν καθόλου Θεόν. Οἱ καρδιές μας εἶναι κλεισμένες γιὰ τὸν Θεόν, γιατί εἶναι δοσμένες σἄλλα πράγματα. Τὸ κλείσιμο τῆς καρδιάς εἶναι ἕνα σπάσιμο καὶ ἕνα πάγωμα. Ἡ καρδιά μας εἶναι σπασμένη, μοιρασμένη, χωρισμένη σὲ χίλιες ἀνάγκες, σὲ χίλια προβλήματα, σὲ χίλια αἰτήματα, σὲ χίλια ἐνδιαφέροντα· εἶναι κομματιασμένη, καὶ ὅταν πᾶς νὰ μαζέψης τὰ κομμάτια αὐτά, δὲν μπορεῖς. Εἶναι σὰν νὰ μαζεύης κομμάτια πάγου, χωρὶς ὅμως νὰ μπορῆς νὰ τὰ συναρμολόγησης, γιὰ νὰ κάνης τὸ ἀρχικὸ κομμάτι. Εἶναι παγωμένη ἡ καρδιά μας γιὰ τὸν Θεόν. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος κάνη τὴν ἀρχὴ καὶ δὲν δικαιολογῆται ἀλλὰ ἐπιμένη, τότε, παρ’ ὅλο τὸ σπάσιμο καὶ τὸ πάγωμά του, ἡ καρδιά του θὰ ἀνοίξη καὶ θὰ βρῆ τὸν Θεόν.
.        Οἱ περισσότεροι, ὅταν βλέπουν πόσο παγωμένη καὶ σπασμένη εἶναι ἡ καρδιά τους, ἔρχονται καὶ λένε: Τί νὰ κάνω, Γέροντα; Ἡ καρδιά μου δὲν λέει τίποτε, δὲν νοιώθω τίποτε! Καὶ ἀπαντῶ: Ἐὰν δὲν νοιώθη καρδιά σου τίποτε, αὐτὸς δὲν εἶναι λόγος νὰ  σταματήσης. Ἀντίθετα, εἶναι λόγος νὰ ἐπιμείνης, νὰ ἐπιταχύνης τοὺς κτύπους τῆς καρδιάς σου καὶ νὰ ἐπαύξησης τὶς γονυκλισίες σου καὶ τὰ δάκρυά σου. Ὅταν τὸ κάνης, τότε νοιώθεις σιγὰ σιγὰ νὰ ἀνοίγη ἡ καρδιά σου. Ὅπως στὸ χῶμα, ὅταν εἶναι  ξηρὸ καὶ ἀρχίζη νὰ πέφτη ἡ βροχούλα, ἀνοίγουν οἱ πόροι καὶ ἀπορροφοῦν τὴν βροχή, ἔτσι καὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, σὰν μία ἄλλη βροχή, κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴν καρδιά καὶ ἀνοίγει τοὺς πόρους της.
.        Ὅλα τὰ κάνει ὁ Θεός, ἀρκεῖ ἐγὼ νὰ ἐπιμείνω στὸν μόχθο μου, στὸ πένθος μου, στὴν ζήτησι τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅπως ἡ γῆ, ὅταν δεχθῆ τὴν βροχή, ἀρχίζει νὰ βλαστάνη τοὺς σπόρους ἀπὸ τὰ ἔγκατά της καὶ ἐν συνεχείᾳ τὰ φυτὰ μεγαλώνουν, ἔτσι ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ σέ μας. Ἡ ψυχή μας, ἀφοῦ δεχθῆ σὰν βροχὴ τὴν θεία χάρι, ἀρχίζει καὶ βλαστάνει ἀπὸ μέσα της τοὺς σπόρους ποὺ μᾶς ἔχει σπείρει τὸ χωριό μας, ἡ μάννα μας, ὁ πατέρας μας, ἡ παιδική μας ἡλικία, τὰ ὄνειρά μας, τὸ δόσιμό μας, ὁ Γέροντάς μας. Οἱ σπόροι βλαστάνουν, ἀνθίζουν, καρποφοροῦν.
.        Ἑπομένως ὅλα ὅσα μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεὸς χωρὶς ἀγώνα μένουν μέσα μας, σαπίζουν, ἀλλὰ δὲν βλαστάνουν. Δὲν ἑνώνομαι δηλαδὴ οὔτε μὲ τὸν Γέροντά μου, ὁ ὁποῖος ἔσπειρε μέσα μου, οὔτε μὲ τὰ βιβλία μου, οὔτε μὲ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος μὲ καλλιέργησε, οὔτε μὲ τὸν πάτερα μου, οὔτε μὲ τὴν μάννα μου. Πιθανὸν νὰ τοὺς μνημονεύω, νὰ τοὺς κάνω τρισάγια, ἀλλὰ δὲν γίνεται τίποτε! Παραμένω σπόρος, ὅπως ἔπεσα. Θὰ σαπίσω, ἀλλὰ δὲν θὰ καρποφορήσω. Γι᾽ αὐτὸ τὰ πάντα μοῦ φαίνονται ξένα, τὰ πάντα μοῦ φαίνονται παγωμένα.
.        Ἐὰν δὲν κλεισθῆς στὸ κελλάκι σου, μέχρις ὅτου ἀνοίξη ἡ καρδιά σου, ἔστω καὶ μετὰ ἀπὸ χρόνια –θὰ ἔρθη ὅμως ἐκείνη ἡ ὥρα–, δὲν θὰ νοιώσης οὔτε τὸν Γέροντά σου ὡς Γέροντά σου, οὔτε τὸν πάτερα σου ὡς πάτερα σου, οὔτε τὸν Θεὸν ὡς Θεόν σου· θὰ εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ (Ματθ. κβ´ 32), θὰ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ Θεὸς τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Νυμφίος τῆς νύμφης, ἀλλὰ δὲν θὰ γίνη ποτὲ ὁ δικός σου Νυμφίος.
.        Παράδωσε λοιπὸν τὴν καρδιά σου στὸν Θεόν, γιὰ νὰ τὴν ἀνοίξη ἐκεῖνος. Καὶ τὴν ἀνοίγει σὲ ὅποιον περιμένει, σὲ ὅποιον παλεύει, σὲ ὅποιον ἐμμένει, σὲ ὅποιον δὲν ἀγανακτεῖ, δὲν ἀντιδρᾶ, δὲν ἀνυπομονεῖ ἀλλὰ ὑπακούει· σὲ αὐτὸν ὁ ὁποῖος ὑπομονετικὰ περιμένει καὶ λέγει, ἥξει ἡ ὥρα. Καὶ ὄντως, ἡ ὥρα θὰ ἔρθη! Εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν ἔρθη. Ἀλλοιῶς, δὲν ὑπάρχει Θεός. Ἐὰν ὑπάρχη, ὑπάρχει γι’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν στιγμή. Αὐτὴ τὴν στιγμὁ Θεὸς θὰ γίνη ὁ Θεός μου.

, ,

Σχολιάστε

«ΠΕΣ ΣΤΟ ΠΑΙΔΑΚΙ ΣΟΥ ΤΟ ΚΑΛΟ»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν «Λόγο περὶ νήψεως»
τοῦ Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου

(σελ. 89, Ἐκδ. «ΙΝΔΙΚΤΟΣ»)

.      Τὸ σκοτάδι, ὡς συνέπεια τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, δὲν βγάζει ποτὲ στὸ φῶς. Τὸ φῶς διαλύει τὸ σκοτάδι, διότι τὸ σκοτάδι εἶναι ἀνυπόστατο, δὲν ἔχει οὐσία. Ὑπάρχει ὅμως μία περίπτωσις τὴν ὁποία πανσόφως ἐκμεταλλεύεται ὁ παντουργὸς Θεὸς γιὰ τὸ καλό μας, βγάζοντας καὶ ἀπὸ τὸ κακὸ καλό, ἀπὸ τὸ σκοτάδι φῶς. Πῶς; Διὰ τῆς μετανοίας. Βλέπω τὴν κακία μου, τὴν ἁμαρτία μου, μετανοῶ, κλαίω, θρηνῶ, ὁδηγοῦμαι στὸν Θεόν, ἀναλαμβάνω τὶς εὐθύνες μου, νήφω, καρτερῶ, καὶ μέσα μου καλλιεργεῖται ὁ καινούργιος ἄνθρωπος ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν μετάνοια. ρα, τ καλ δν βγαίνει π τ κακό, λλ π τν μετάνοια, πο εναι λλος νος, νος πο τν παρέχει Θες μέσα στν καρδιά.
.    Ὅταν ἀνησυχῆ, λόγου χάριν, ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα, ἐπειδὴ ἁμαρτάνει τὸ παιδί, καὶ τὸ κτυπᾶ, ὁπωσδήποτε θὰ βγάλη ἀντίθετο ἀποτέλεσμα. Διότι, ἐὰν τὸ παιδὶ κάνη ἁμαρτίες, σημαίνει ὅτι ζητάει τὴν ἁμαρτία καὶ θὰ τὰ βάλη μὲ σένα, ποὺ γίνεσαι κήρυξ τῆς ἀρετῆς. Καὶ τώρα μν φοβται ν μαρτήση, λλ μόλις πελευθερωθ π σένα, θ δηγηθ μέσως στ κακό. βία, τ κακό, δν μπορε ν βγάλη καλό.

.   Πὲς λοιπὸν στὸ παιδάκι σου τὸ καλό, μάθε του τί εἶναι ὁ Θεός. Μίλησέ του ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς δικῆς σου καρδιᾶς, φώτισέ του λίγο τν συνείδησι μ τν δική σου λαχτάρα κα θεία μπειρία, καὶ μπαίνοντας μέσα του ὁ Θεός, θὰ τὸν ἀγαπήση. Μπορεῖ νὰ βρίζη, μπορεῖ νὰ κάνη ἁμαρτίες, ἀλλὰ ἔχοντας τὰ σπέρματα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι τόσο ἰσχυρά, ὁ Θεὸς τὰ καλλιεργεῖ καὶ βγαίνει ἡ καινούργια φύτρα, τὸ καινούργιο βλαστάρι, τὸ ὁποῖο δίδει καινούργια ζωή. Αὐτὴ εἶναι ἡ μετάνοια.
.   Τ παιδ δηλαδ ατό, πειδ τ φήνεις λεύθερο, πειδ τ σέβεσαι, πειδ το επες τν λήθεια, πειδ το πεκάλυψες τί χει καρδούλα σου κα τί κόσμοι πάρχουν μέσα σ ατήν, λέγει μετά: Μά, τί φρικτ ζω πο κάνω! Τί εναι ατ μαρτία! «ναστήσομαι κα πιστρέψω ες τν Πατέρα» (Λουκ. ιε´ 18). Κα βλαστς τς μετανοίας βγάζει τν καρπ τς καινς ζως. Ἔτσι τὰ καταφέρνει ὁ Θεὸς νὰ βγάζη καὶ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ λύκου τὴν σωτηρία.
.    Ὁ Ἰώβ, ἀπὸ τὴν κατάρα στὴν ὁποία εἶχε πέσει, ἔβγαλε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνεκαινίσθη. Ὁ Μωυσῆς ὁ Αἰθίοψ ἀπὸ τὰ ἐγκλήματα καὶ τὶς ληστεῖες ἔβγαλε τὴν καινούργια ἀσκητικώτατη ζωὴ καὶ ἔγινε ἀγνώριστος. Δὲν τὸν γνώρισαν κὰν οἱ παλαιοὶ σύντροφοί του καὶ οἱ ἄλλοι ληστὲς· τόσο «ἀνεκαινίσθη ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης τοῦ» (Ψαλμ. Ρβ´ 5), ἔγινε καινούργια ἡ ζωή του.
.    Ἑπομένως, μποροῦμε νὰ ποῦμε: ποιος εναι θυμώδης, ς στρέψη λον τν θυμό, λη τν σωτερικ ντασί του πρς τὴν γάπη το Θεο, πρς τν ερήνη, πρς τ σωτήρια λόγια, πρς τ «Κύριε ησο Χριστέ, λέησον μέ, τν μαρτωλόν», χρησιμοποιώντας ὅποιον τρόπο τὸν βοηθεῖ. Κάποιος τὸ ἔλεγε κτυπώντας τὰ χέρια του. Τὸν εἶδα καὶ τὸν ρώτησα: Τί κάνεις ἐκεῖ; Καὶ μοῦ ἀπήντησε: Εἶχα μάθει μὲ τὰ μηχανήματα νὰ κουνῶ τὰ χέρια μου καὶ δὲν μπορῶ τώρα νὰ κάνω ἀλλοιῶς. Μπράβο, τοῦ λέγω, συγχαρητήρια. Βλέπετε πῶς τὸ κακό, ὁ θόρυβος, ποὺ εἶναι τὸ χειρότερο κακό, μπορεῖ νὰ βγάλη καὶ καλό; Κάποιος θαλασσινὸς τὸ ἔλεγε ἔχοντας τὴν ἐντύπωσι ὅτι ἔπιανε τὰ κουπιά, γι᾽ αὐτὸ καὶ κουνοῦσε τὰ χέρια του. Πραγματικὰ ἔπιανε τὸ κουπί, τὸν Χριστόν.
.      Ἄρα, τὸ πᾶν μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσωμε. Ὅ,τι μᾶς δίνει ὁ Θεός, ὅ,τι μᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι, ὅ,τι παθαίνομε μέσα μας καὶ γύρω μας, λα εναι μεταγωγικ πρς τν Θεόν. Τόσο ἀπέραντη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μόνον τὰ ἀποβράσματα τοῦ ἐγώ μας δὲν εἶναι σωτήρια. Αὐτὰ μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸν Θεόν.

, , ,

Σχολιάστε