Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀρχιμ. Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης

Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-2 (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

 

Μέρος Α´: Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-1 «Ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἡ λειτουργία ἐνεργεῖ Χριστόν». (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

Διαφημίσεις

, ,

Σχολιάστε

Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-1 «Ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἡ λειτουργία ἐνεργεῖ Χριστόν». (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ
«Θεία Λατρεία – Προσδοκία καὶ ὅρασις Θεοῦ»,
Κατηχήσεις καὶ Λόγοι-4,
ἐκδ. «Ὀρμύλια», 2003, σελ. 180 ἑπ.
ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

.                 Ἐν τῇ Λειτουργίᾳ εἷς ἕκαστος μετέχει προσωπικῶς εἰς τὸ ἔργον τῆς θείας οἰκονομίας, διότι οἰκειοποιεῖται τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου. […] Εἰς τὸ μυστήριον τῆς θεοποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ τῆς κτίσεως συμβάλλει τὸ κάθε πρόσωπο. Ὁ καθείς μας διακονεῖ. Ὁ ἄνθρωπος παρέχει ἑαυτὸν καὶ τὰ ἑαυτοῦ δῶρα εἰς τὸν Θεὸν καὶ ὁ Θεὸς παρέχει εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸ ἑαυτοῦ δῶρον, τὸν ἄρτον τὸν οὐράνιον, τὸν ἑαυτοῦ Υἱόν, εἰς βρῶσιν καὶ πόσιν μεθ᾽ ὅλων τῶν θεϊκῶν δώρων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γινόμεθα ἅγιοι, λαμβάνομεν χαράν, εἰρήνην, ἀγάπην, πραότητα, Πνεῦμα Ἅγιον. Δὲν γινόμεθα ἡμεῖς ἅγιοι διὰ τῆς ζωῆς μας, ἀλλὰ μᾶς ἁγιάζει ὁ Θεὸς δι᾽ αὐτῆς τῆς ἀλληλουχίας τῶν ἀνταποδόσεων ἀγάπης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου.
.                 Ὁμιλοῦντες περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς ἑνώσεως, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι σήμερα περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχὴν ὁ ἄνθρωπος βιοῖ δύο καταστάσεις ἀντιθέτους πρὸς τὴν Λειτουργίαν: τὸν περισπασμὸν καὶ τὴν διαίρεσιν. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ καρφώση κάπου τὸν νοῦ του· φεύγει ἀδιαλείπτως. Περισπᾶται ἡ ἀνθρωπίνη ὕπαρξις. Ἀλλὰ καὶ ἡ διαίρεσις εἶναι ἐμφανὴς εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Τὸ πρῶτον, ὁ περισπασμός, κατακερματίζει τὸν ἄνθρωπον, τὸν κατατσακίζει. Τὸ δεύτερον, ἡ διαίρεσις, τὸν διαλύει, τὸν ἀποσυνθέτει. Δὲν ὑπάρχει ἀποτελεσματικώτερον ὅπλον καὶ φάρμακον κατὰ τῆς διπλῆς αὐτῆς μάστιγος ἀπὸ τὴν λειτουργίαν, ἡ ὁποία ἑνοποιεῖ ὄχι μόνον ἡμᾶς αὐτοὺς ἐν ἑαυτοῖς ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς μετὰ τοῦ Θεοῦ, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων καὶ μεθ’ ὅλης τῆς κτίσεως.
.                 Γνωρίζομε δὲ ὅτι ὁ κόσμος τώρα δὲν κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν φωτεινὴν μορφὴν ἑνὸς ἀνθρώπους, σοφοῦ ἡγέτου ἢ προφήτου ἢ πνευματικοῦ ταγοῦ καὶ τροφοῦ, ἀλλὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ μίαν ἀντίληψιν συνδικαλισμῶν· καὶ ἡ λέξις συνδικαλισμὸς μὲ ὅλες τὶς ἔννοιες, ὄχι μόνον μὲ ἐκείνην τῆς πολιτικῆς, σημαίνει συνωστισμός, συνωθισμός, συμπαρασυρμὸς καὶ ἐξικνεῖται μέχρι τῆς νηπιακῆς ἡλικίας. Λείπει ἡ ἑνοῦσα μορφὴ καὶ κυριαρχεῖ ἡ συνένωσις, ὁ συμπαρασυρμός, ὁπότε οἱ ἄνθρωποι γίνονται κύματα ἀγόμενα καὶ φερόμενα, τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦν νὰ δράσουν, ἀλλὰ μποροῦν μόνον νὰ ἀναστατώνουν. Ὁ κόσμος ἀκόμη ὑφίσταται δεσποτείαν ρευμάτων καὶ συστημάτων οἰκονομικῶν, φιλοσοφικῶν, θρησκευτικῶν, πολιτικῶν, βιοθεωρητικῶν, ἕνα σύνολον συστημάτων ἰδεολογικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἑνώνουν τὸν ἄνθρωπον μὲ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ τὸν ἀπομονώνουν ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους, διότι τὸν κάνουν νὰ νοιώθη ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθής. Λείπει ἀπὸ μίαν τοιαύτην κατάστασιν ὁ Θεὸς καὶ ἡ θεολογία.
.                 Αὐτὰ τὰ δύο στοιχεῖα τοῦ κόσμου, ὁ περισπασμὸς καὶ ἡ διαίρεσις, ἔχουν βαθείας συνεπείας εἰς τὴν ψυχολογικὴν καὶ πνευματικὴν ζωὴν τῶν προσώπων καὶ δι’ αὐτὸ ἡ λειτουργία εἶναι κάτι ἄλλο. Εἰσέρχεται εἰς τὴν διαλελυμένην κοινωνίαν, τὴν προσλαμβάνει, τὴν συνάπτει μὲ τὸν λειτουργικὸν χῶρον καὶ τὴν καθιστᾶ τόπον, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ λατρεύεται ὁ Θεός. Πῶς ἀλλοιῶς νὰ φαντασθῆ ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεώς του εἶναι ἡ ἕνωσις μὲ τὸν Θεόν; Ποῦ νὰ τὸ θυμηθῆ; Πῶς νὰ τὸ καταλάβη; Ποιός νὰ τοῦ τὸ πῆ; Ὅλοι τρέχουν, ὠθοῦνται, βιάζονται. Ἡ προσωπικὴ κοινωνία, ἡ ἕνωσις μὲ τὸν Θεὸν ποὺ χαρίζει τὴν εἰρήνην, τὴν χαράν, τὰ χαρακτηριστικὰ γενικῶς τῆς θεότητος, χωρὶς νὰ ἀπόλλυται ἡ προσωπικότης τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι κάτι ποὺ διατηρεῖται καὶ παρέχεται μόνον εἰς τὴν λειτουργίαν.
.                 Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας σιγὰ σιγὰ παύει νὰ μεγαλώνει μὲ τὸν Θεόν. Ἀλλοιῶς διαπαιδαγωγοῦνται τὰ παιδιὰ σήμερα· δὲν παιδαγωγοῦνται ἐν Θεῷ. Δὲν ὡριμάζει ὁ ἄνθρωπος ὡς θεανθρωπίνη προσωπικότης. Ἀκόμη καὶ αὐτοὶ οἱ χριστιανοὶ συχνὰ φτιάχνουν ἕνα χριστιανισμὸν εἰς τὰ μέτρα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Ζῆ ὁ ἄνθρωπος τὸν κόσμον καὶ παραδέχεται τὴν Ἐκκλησίαν· παραδέχεται τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ζῆ τὸν κόσμον. Ἔχει κοινὴν ζωὴν καὶ ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ζωήν· ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ζωὴ καὶ ζῆ κοινὴν ζωήν. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος!
.                 Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ λειτουργία, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἁπλῶς καλλωπίζει τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ δὲν τὴν γεμίζει. Δὲν εἶναι ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ἡ διασπάθησις τοῦ χρόνου καὶ αἱ μέριμναι ἐπιφέρουν τὸν ἐξοβελισμὸν τῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας. Ποιός πηγαίνει στὸν ἑσπερινό, στὸν ὄρθρο; Πόσοι κάνουν ἀπόδειπνο; Ποιοί γνωρίζουν τὰς ἀκολουθίας μας; Ποιοὶ ἀκούουν κανόνες τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ πλοῦτος τῶν ἀκολουθιῶν παρα-χωρεῖται, σπρώχνεται σὲ κάποια γωνία. Θεωρεῖται ἀρκετὸν μόνον ἡ θεία λειτουργία –μάλιστα οὐχὶ καὶ ὁλοκλήρου τῆς λειτουργίας ἡ ἀκρόασις– ὡς ἕνα ἑβδομαδιαῖον ἱερὸν θέαμα καὶ ἀκρόαμα. Οἱ πιστοί μας ἀναπαύονται μὲ τὴν παρουσίαν των εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, μερικοὶ δὲ προσθέτοντες καὶ τὴν θείαν κοινωνίαν νομίζουν ὅτι εἶναι καλύτεροι ἀπὸ ὅσους μόνον παρίστανται. Ἔτσι ὅμως ἡ λειτουργία, ὅπως εἴπαμε, δὲν μᾶς τρέφει, δὲν μᾶς ἀλλοιώνει, δὲν μᾶς ἀνεβάζει εἰς θεῖα βιώματα. Πιστεύομεν εἰς τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν θείαν ἐπιφάνειαν, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν τὴν ἁγιότητα ὡς προσωπικήν μας μέθεξιν καὶ ἰδιότητα καὶ ἐνώπιον τῆς θείας ἐπιφανείας δὲν διατιθέμεθα «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας», διὰ νὰ γίνωμεν ἡμεῖς ἅγιοι.
.                 Ἐνθυμεῖσθε τὸν ἅγιον Μαρδάριον, ἕνα ἀπὸ τοὺς πέντε Μάρτυρας, […] Ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ του εἶδε τὸν μάρτυρα Εὐστράτιον, ποὺ ἐπήγαινε νὰ μαρτυρήση. Ἐσκίρτησε ἡ καρδιά του καὶ σκέφθηκε ὅτι καὶ δι’ αὐτὸν εἶναι ἡ ἁγιότης. Ἔτσι, δὲν ἠθέλησε νὰ στεφανωθῆ μόνον ὁ Εὐστράτιος. Ἀγκαλιάζει τὴν γυναῖκα του, τὴν ἀσπάζεται, παίρνει τὴν εὐχή της, τὴν ὁποίαν ἐκείνη τοῦ δίδει ἀμέσως, χαιρετᾶ καὶ εὐλογεῖ τὰ δύο παιδιά του καὶ ἀκολουθεῖ τὸν μάρτυρα Εὐστράτιο νὰ πάρη στέφανον νίκης καὶ οὐρανίου ἐπιτυχίας. Δὲν τὸν νοιώθομε αὐτό, δὲν πηγαίνομε γιὰ νὰ διακονήσωμε, νὰ λειτουργήσωμε τὴν ἁγιότητά μας, ἀλλὰ πηγαίνομε νὰ παραστῶμεν, νὰ ἀκούσωμεν, νὰ κοινωνήσωμεν· αὐτὸ ὅμως εἶναι κάτι ἄλλο.
.                 Ἡ λειτουργία δὲν εἶναι ἁπλῶς μία τέλεσις τῆς θείας εὐχαριστίας.
Εἶναι ἡ παρεδρία τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, ὅλων ἡμῶν, διότι ἕκαστος παρὼν μὲν συντρέχει, ἀπουσιάζων δὲ δημιουργεῖ ἔλλειψιν. Λειτουργία εἶναι ἡ ὅλη λατρεία καὶ ἀποκορύφωμα βεβαίως ἡ εὐχαριστία· εἶναι ἡ ζωὴ ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐκκλησία σώζει τὸν ἄνθρωπον. Λειτουργία εἶναι ἡ ζωοποιὸς ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν Θεόν. Ἔτσι ἑρμηνεύομε τὴν λειτουργίαν εἰς τὰς διαφόρους διαστάσεις τὰς ὁποίας παίρνει καὶ εἰς τὰς σχέσεις μας μὲ τὸν Θεόν.
.                 Ἡ Ἐκκλησία εἶναι λειτουργία καὶ ἡ λειτουργία εἶναι ἅπασα ἡ Ἐκκλησία. Ἡ ζωὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἶναι μιὰ πνευματικὴ λατρεία· ὄχι μόνον μία τύπωσις τῆς λατρείας τοῦ οὐρανοῦ ἢ τῆς μελλοντικῆς λατρείας, ἀλλὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ζωή μας, αὐτὸς ὁ Χριστός μας. Ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἡ λειτουργία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἐνεργῶ σημαίνει ὅτι ὁλόκληρος εἶναι ἐστραμμένος σὲ κάτι, ἀσχολοῦμαι μὲ αὐτό, τὸ φτιάχνω, τὸ ὁλοκληρώνω, βάζω σὲ αὐτὸ τὴν ὕπαρξί μου καὶ τὸ ἑνώνω ὀντολογικὰ μὲ ἐμένα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σκυμμένη καὶ ἐστραμμένη εἰς τὸν Χριστόν, δουλεύει ἐν αὐτῷ καὶ δουλεύεται ὑπ’ αὐτοῦ, τὸν παριστᾶ, τὸν δημιουργεῖ κατὰ κάποιον τρόπον μέσα της, τὸν ἐμποιεῖ ἐν αὐτῇ.
.                 Ἑπομένως, λειτουργῶ σημαίνει ὅτι ἐγὼ ζῶ τὸν Χριστόν. Τὸ Πνεῦμα ἐπιτελεῖ τὴν ἐν Χριστῷ μεταβολήν μου, διότι δὲν κατέρχεται διὰ τὰ δῶρα ἀλλὰ δι’ ἐμέ. Ὡς ἐκ τούτου καὶ ἐγὼ ἐνεργῶ τὸν Χριστόν. Ὅπως μεταβάλλονται ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος, ἔτσι μεταβάλλομαι καὶ ἐγώ. Ὁ ἱερεὺς εἰς πᾶν μυστήριον μεταβάλλει. Ἐδῶ ὅμως ἱερεὺς εἶναι καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Πατὴρ καὶ πᾶς τις ὅστις παρευρίσκεται εἰς τὴν λειτουργίαν· εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-2 (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

, , ,

Σχολιάστε

«ΤΟΝ ΕΙΔΕ. ΠΩΣ ΤΟΝ ΕΙΔΕ; ΕΚΕΙΝΟΣ ΞΕΡΕΙ. ΕΙΔΕ. ΤΙ ΕΙΔΕ; ΕΙΔΕ ΤΟ ΛΑΜΠΡΟΤΑΤΟ ΦΩΣ».

«ΤΟΝ ΕΙΔΕ. ΠΩΣ ΤΟΝ ΕΙΔΕ; ΕΚΕΙΝΟΣ ΞΕΡΕΙ.
ΕΙΔΕ. ΤΙ ΕΙΔΕ; ΕΙΔΕ ΤΟ ΛΑΜΠΡΟΤΑΤΟ ΦΩΣ.»

Ἐπιλεγμένο ἀπόσπασμα ὁμιλίας
τοῦ Ἀρχιμ. Ἐλισσαίου Σιμωνοπετρίτου
μὲ θέμα: «Βίος καὶ διδαχὲς Γέροντος Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου»
(1934 – 9 Μαΐου 2019),
ποὺ ἐκφωνήθηκε κατὰ τὸν Κατανυκτικὸ Ἑσπερινὸ
τῆς Κυριακῆς τῆς Σταυροπροσκυνήσεως
στὴ Μητρόπολη Καλαμαριᾶς, 31 Μαρτίου 2019

[…] Νὰ δοῦμε ἕναν ἄνθρωπο ἀνικανοποίητο ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή. Ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὰ ὅρια αὐτοῦ τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου καὶ νὰ βρεῖ μία ἄλλη ζωή, ποὺ νὰ ἀνταποκρίνεται στὴν πείνα καὶ στὴν δίψα τῶν βαθυτάτων μυχίων τοῦ εἶναι του. Μία ζωὴ πού, ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος, «ἀξίζει νὰ τὴν ζεῖ κανείς». Μία ζωὴ ἀντάξια τοῦ ἀνθρώπου ποὺ εἶναι στολισμένος μὲ νοῦν καὶ ζωντανὴ ψυχή.
[…] Ν δομε ναν θεοερωτευμένο, ποὺ μπλέκεται σὲ μία περιπέτεια, ὅπου χρειάζεται νὰ τὰ παίξει ὅλα γιὰ ὅλα, ὥστε νὰ κερδίσει τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγάπησε.
.             Στὴν περιπέτεια αὐτὴ ἀρχίζει προκαλώντας πολὺ ἔντονα τὸ ἀγαπημένο πρόσωπο ποὺ μένει ἐπίμονα κρυμμένο – καταλαβαίνετε ποιὸ εἶναι αὐτὸ τὸ πρόσωπο, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς – τὸν προκαλεῖ λοιπὸν ὁ Γέροντας νὰ τοῦ φανερωθεῖ, γιὰ νὰ ἀρχίσουν τὸν διάλογο. Φτάνει στὴν πλήρη ἐξάντληση ἀπὸ τὶς ἀδίστακτες προσπάθειες καὶ κραυγὲς καὶ προσδοκίες καὶ προσμονές. Τότε λοιπόν, μέσα σὲ αὐτὸν τὸν ἀγώνα, τὴν ἀγωνία, τὴν ἄσκηση, ἔρχεται ὁ πρῶτος ψίθυρος ἀπὸ τὸ κρυμμένο πρόσωπο. Τί τοῦ λέει; – Ἡσύχασε. Εἶμαι ἐδῶ, δὲν χρειάζεται νὰ μὲ ψάχνεις καὶ νὰ φωνάζεις δυνατά. Ἡσυχάζει πλέον ὁ ἀναζητητὴς καὶ σιγὰ-σιγὰ ἡ σιωπή του βαθύνεται μέσα του καὶ τὸν κατακτᾶ ἐντελῶς καθὼς συνοδεύεται μὲ μία θέρμη ἀγάπης καὶ ἀγωνίας.
.             Μέσα στὸ μυστήριο αὐτῆς τῆς βαθιᾶς καὶ σιωπηλῆς ἐντρυφήσεως ἀντιλαμβάνεται κάτι γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Γέροντας. Ἀντιλαμβάνεται νὰ ἔρχεται ἀπὸ πίσω του – τρόπον τινὰ νὰ τοῦ κλείνει τὰ μάτια – καὶ νὰ τὸν ρωτάει μυστικά: Μάντεψε ποιός εἶμαι! Ὁ ἴδιος ἀναρωτιέται. Ποιός να εἶναι ἆραγε; Μήπως εἶσαι ὁ τάδε φίλος μου; Μήπως ὁ τάδε; Ὄχι! –Μήπως εἶσαι ὁ Θεός μου; Εἶμαι! Ἐγὼ εἶμαι, ἀπαντᾶ τὸ κρυμμένο πρόσωπο. Τοῦ λύνει τὰ μάτια. Ἔρχεται μπροστά του. Ἀνοίγει τὰ χέρια καὶ τὸν ἀγκαλιάζει. Τὸν ρωτάει: Ἐσὺ εἶσαι ὁ Θεός μου ποὺ σὲ ψάχνω; Ναί, ἐγὼ εἶμαι. Δὲν μὲ γνωρίζεις; Τόσον καιρὸ μὲ φωνάζεις καὶ τώρα ρωτᾶς ποιός εἶμαι; Μένει ἔκθαμβος γιὰ πολύ, ἀφοῦ ὁ φίλος χάθηκε πάλι. Εἶδε γιὰ πρώτη φορὰ «ὃν ἠγάπησε ἡ ψυχή του». Τν εδε. Πς τν εδε; κενος ξέρει. Εδε. Τί εδε; Εδε τ λαμπρότατο φς. Ἀλλὰ ὅταν ἔμεινε πάλι μόνος, τὸ βίωμά του ἐξελίχθηκε καὶ ἄλλαξε. Ἄρχισε τότε μία περιπέτεια ποὺ δὲν τὴν φαντάστηκε ποτέ. Τί ἔγινε δηλαδή; Τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸν ἔκανε νὰ δεῖ θέλοντας καὶ μὴ τὸν ἑαυτό του. Τὸν ἐσωτερικὸ ἑαυτό του. Μετὰ τὸ ὁλόλαμπρο θέαμα εἶδε τὸ ὁλοσκότεινο θέαμα, τὸ θέαμα τοῦ ἑαυτοῦ του. Τὸ εἶδε καθαρὰ μέσα στὸ φῶς. Δὲν τὸ ἤξερε. Νόμιζε, ὅπως νομίζει ὁ καθένας μας, ὅτι ἦταν σπουδαῖος πνευματικός. Ἀνώτερος. Τώρα βλέπει τὴν ἀλήθεια, ἐνῶ ὣς τώρα ἔπεφτε ἔξω. Εἶχε ἀπατηθεῖ. Δὲν ἀντέχει αὐτὴν τὴν ἀλήθεια. Δὲν μπορεῖ νὰ τὴν παραδεχτεῖ.
.             Ὅλοι λέμε ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Ἀλλὰ κάτι μέσα μας μᾶς λέει ὅτι εἴμαστε καὶ κάτι. Ἔχουμε αὐτὰ τὰ χαρίσματα. Εἴμαστε ἱκανοί. Εἴμαστε τὸ ἕνα, εἴμαστε τὸ ἄλλο. Ἀλλὰ ἔχουμε μέσα μας αὐτὴν τὴν ἀδυναμία, τὸ σκότος. Τότε ὁ Γέροντας κλαίει καὶ πονάει. Συγχρόνως θυμᾶται καὶ τὸν ἀγαπημένο φίλο του. Τὰ βιώματά του ἀναμοχλεύουν καὶ ἐκεῖνος ὁ κρυμμένος φίλος του ἀρχίζει νὰ τοῦ κάνει μυστικὲς προκλήσεις, τοῦ κάνει ὅπως λέμε ἀντεπίθεση.
.             Ἂν θέλεις τὴ φιλία μου, εἶναι ἀνάγκη νὰ παραδεχτεῖς τὴ γύμνια σου. Ἂν τὴν παραδεχτεῖς, θὰ σὲ γεμίσω μὲ ὅλα τὰ καλὰ καὶ θὰ διώξω ἀπὸ πάνω σου κάθε ἀσχήμια καὶ κάθε κακία. Νὰ πῶς ξεκινάει ἀδελφοί μου ἡ μετάνοια. Ἡ ἀληθινὴ γνῶσις τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἂν ὄχι, ἂν δὲν τὴν παραδεχθεῖς αὐτὴν τὴ γύμνωση καὶ πεῖς ὅτι εἶσαι κάτι, τότε θὰ μένεις ὅπως εἶσαι. Ἂν ἀποφασίζεις νὰ κρύβεις τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸν ἑαυτό σου καὶ νὰ μὴν τὴν παραδέχεσαι, θὰ φύγω, θὰ ἀπουσιάσω. Μὲ κόπο ὁ ἀναζητητὴς ἀποφάσισε τὸ «Ναί». Ἡ χαρὰ ξαναῆλθε στὴν ψυχή. Μέσα στὴν ταπεινωμένη πλέον ὕπαρξη κυριάρχησε τὸ σκίρτημα τοῦ ἠγαπημένου. Ναί, ατς εμαι. λα, λοιπόν, σύ, λαμπρός, τ φς. λα, κα ντύσε με. Ντύσε τν γυμν ψυχή μου. Τὸ βίωμα ἐξελίσσεται. Ξαναέρχεται Ἐκεῖνος καὶ πάλι ξαναπλημμύρισε τὸ φῶς. Ἀλλὰ τώρα τὸ φῶς μπῆκε βαθιὰ μέσα του. Φώτισε ὅλα τὰ σκοτάδια, τὶς πιὸ κρυφὲς σπηλιὲς τῆς καρδιᾶς. Παραδέχεσαι λοιπὸν ὅτι εἶσαι μηδὲν καὶ Ἐγὼ τὸ πᾶν γιὰ σένα; Ἂν ναί, εἶμαι μαζί σου.
.             Στὸ ἑξῆς λοιπόν, δὲν ἔχουμε ἁπλῶς ἐξέλιξη τοῦ βιώματος ἀλλὰ μία καινούργια ζωή. Σὲ ἐκείνη τὴν κρισιμότατη στιγμὴ τῆς ὁλοκληρωτικῆς αὐτογνωσίας ποὺ τὸ «ναὶ» ἢ τὸ «ὄχι» θὰ εἶχε αἰώνιες διαστάσεις ὁ Γέροντας Αἰμιλιανὸς ἔνιωσε μέσα του ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ παραδέχτηκε τὴν νέκρα τῆς μεγάλης πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Κατάλαβε πς πεσε νθρωπος κα κατάλαβε τί εναι τραυματισμς τς νθρωπίνης φύσεως.
.             Μὲ πανηγυρικὴ λοιπὸν διάθεση δόθηκε ὅλος στὸν ἠγαπημένο του Χριστὸ χωρὶς καμμία προϋπόθεση. Νίκησε τὸν παντοδύναμο. Κέρδισε τὸν πολύτιμο μαργαρίτη. Ἔγινε ἕτοιμος γιὰ κάθε ὑπακοὴ σὲ Αὐτόν, γιὰ κάθε ὑπηρεσία ποὺ θὰ τοῦ ζητήσει, γιὰ κάθε θέλημά του. Γέμισε ἀπὸ ὅλες τὶς χάρες καὶ τὶς ἀρετὲς τοῦ Παναρέτου. Προπαντὸς λαβώθηκε ἀπὸ τὴν ἀπερίγραπτη ἀγάπη, τὴν κραταιὰ ὡς θάνατον. Ὅλο καὶ περισσότερο διψᾶ νὰ εἰσχωρήσει ὁλόκληρος καὶ γιὰ πάντα μέσα στὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Νὰ γίνει ἕνα μὲ Αὐτόν. Ὁ ὑπερκόσμιος φίλος, ὡς παντοδύναμος, τὸν ἁρπάζει καὶ τὸν μεταφέρει ἐκεῖ ἐπάνω – ὅπως πολλὲς φορὲς ἔλεγε ὁ ἴδιος – «ἐκεῖ ἐπάνω». Εἶχε τὸ βίωμα τοῦ «ἐκεῖ ἐπάνω». Αὐτὸ ἐπαναλήφθηκε πολλὲς φορές. Παρὰ τὴν ὁλοσχερῆ ἐπιθυμία του νὰ μείνει γιὰ πάντα «ἐκεῖ ἐπάνω» πάντοτε ἐπέστρεφε κάτω στὴ γῆ, ἀνάμεσα στὰ παιδιά του καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Ἀκόμη δὲν ἀνέβηκε – Κύριος οἶδε γιατί – στὰ ποθητὰ σκηνώματα. Ἡ θεϊκὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ τὸν θέλει ἀκόμη ἀνάμεσά μας.
.             Ὅλα αὐτά, ψάχνοντας μὲ προσοχή, – καὶ νομίζετε ὅτι σᾶς λέω κάτι πολὺ μυστικό– ψάχνοντας μὲ προσοχή, τὰ συναντᾶς συνεχῶς στὰ κείμενα τοῦ Γέροντα ποὺ τὰ περιγράφει μὲ λεπτομέρειες καὶ τὰ ἀποκαλύπτει κάπως κρυμμένα. Γιὰ νὰ ξυπνήσουν τὴ δίψα γιὰ πνευματικὴ ζωὴ σὲ ὅσους τὸ θέλουν. Ὅπως ὅλοι οἱ ἅγιοι πατέρες προτρέπουν, ὅμως καλὸ εἶναι νὰ μὴν ἀρχίσει κανεὶς ἀμέσως νὰ ἀναζητᾶ αὐτὰ τὰ βιώματα. Ὄχι. Ὅλοι πρέπει νὰ ἀρχίσουμε ἀπὸ τὸ νὰ νιώσουμε τὸ πρῶτο βίωμα, ὅτι εἴμαστε γυμνοί, ἁμαρτωλοί, σκοτάδια ἔχουμε μέσα μας. Ἀπὸ τὴν ταπείνωση, τὴν ὑπακοή, τὴν ἄσκηση, καὶ ὅλα θὰ ἐπακολουθήσουν μόνα τους.
.             Αὐτὴ λοιπόν, ἀδελφοί μου, εἶναι ἡ κλ(ῆ)ίσις τοῦ Γέροντος Αἰμιλιανοῦ. Ἔκτοτε αὐτὸ τὸ γεγονός, αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, ἡ συνεχόμενη ἐμπειρία, καθορίζει τὴν πορεία του ποὺ εἶναι συνεχῶς μυστικὴ ἕνωσις μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἐπηρεάζει τὸ φρόνημα καὶ τὴν ἀγωγὴ ποὺ δίδει καὶ ἐμπνέει στοὺς ἄλλους.
[…]

 

ΠΗΓΗ: orp.gr

Σχολιάστε

«ΠΡΟΣΕΞΕ τοὺς ΓΚΡΙΝΙΑΡΗΔΕΣ, τοὺς ΘΡΗΣΚΟΛΗΠΤΟΥΣ, τοὺς ΨΕΥΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ, τοὺς ΤΕΛΕΙΟΥΣ» (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός †)

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ († 09.05.2019),
Κ
αθηγουμένου Ἱ. Μ. Μονῆς Σίμωνος Πέτρας Ἁγ. Ὄρους

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κεφάλαιο:
«Ὁ Γάμος, τὸ μέγα Μυστήριον»
ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Περὶ Θεοῦ λόγος αἰσθήσεως»
Ἱ . Κοινόβιο Εὐαγγελισμοῦ Ὀρμύλια Χαλκιδικῆς,
ἐκδ. «Ἴνδικτος», Ἀθῆναι 2004.

.                 Ἐπίσης, ὅταν πρόκειται νὰ διαλέξης τὸν ἄνθρωπο τῆς ζωῆς σου, πρόσεξε μήπως εἶναι κλειστὸς τύπος, ὁπότε δὲν ἔχει φίλους. Ἂν σήμερα δὲν ἔχη φίλους, αὔριο θὰ δυσκολευθῆ πολὺ νὰ ἔχη ἐσένα ὡς φίλο καὶ σύζυγο.
.                 Πρόσεξε τος γκρινιάρηδες, τος παραπονιάρηδες, τος μελαγχολικος πο μοιάζουν μ κλαψοπούλια. Πρόσεξε ἐκείνους ποὺ συνεχῶς παραπονοῦνται: Δὲν μὲ ἀγαπᾶς, δὲν μὲ καταλαβαίνεις. Κάτι σὲ αὐτὰ τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ δὲν πηγαίνει καλά. Πρόσεξε κόμη τος φανατικος κα τος θρησκόληπτους. χι τος θρησκευόμενους λλ τος θρησκόληπτους, ο ποοι ταράσσονται γι σήμαντα πράγματα, λα τος φτανε κα εναι περευαίσθητοι. Πῶς θὰ μπόρεσης νὰ ζήσης μὲ ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο; Θὰ εἶναι σὰν νὰ κάθεσαι πάνω σὲ ἀγκάθια.
.                 Ἀκόμη πρόσεξε ἐκείνους ποὺ βλέπουν τὸν γάμο σὰν κάτι τὸ κακό, σὰν μία φυλακή. Ἐκείνους ποὺ λένε: Μά, δὲν σκέφθηκα ποτὲ στὴν ζωή μου τὸν γάμο.
.                 Πρόσεξε κα κάτι ψευτοχριστιανούς, πο βλέπουν τν γάμο σν κάτι τ χαμηλό, σν μαρτία, ποὺ χαμηλώνουν ἀμέσως τὰ μάτια τους, ὅταν ἀκούσουν κάτι σχετικὸ μὲ τὸν γάμο. Ἐὰν παντρευθῆς ἕναν τέτοιο, θὰ εἶναι ἀγκάθι γιὰ σένα, φόρτωμα γιὰ τὸ μοναστήρι του, ἂν καλογερέψη.
.                 Πρόσεξε σους νομίζουν τι εναι τέλειοι κα δν βρίσκουν στν αυτό τους κανένα λάττωμα, ν στος λλους βρίσκουν συνεχς λαττώματα. Πρόσεξε ὅσους νομίζουν ὅτι εἶναι «οἱ ἐκλεκτοί τοῦ Θεοϋ» καὶ μποροῦν νὰ ἀναμορφώσουν ὅλον τὸν κόσμο.
.                 Νὰ προσέξης καὶ ἕνα σοβαρὸ θέμα, τὸ κληρονομικό. Νὰ γνωρίσης καλὰ τὸν πατέρα, τὴν μάννα, τὸν παππού, τὴν γιαγιά, τὸν θεῖο. Ἀκόμη νὰ ὑπάρχουν οἱ στοιχειώδεις ὑλικὲς προϋποθέσεις.
.                 Πρὸ πάντων ὅμως νὰ προσέξης τὴν πίστι τοῦ ἀνθρώπου. Ἔχει πίστι; Ἔχει ἰδανικὰ ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον σκέπτεσαι νὰ κάνης σύντροφο τῆς ζωῆς σου; Ἂν ὁ Χριστὸς γι᾽ αὐτὸν δὲν σημαίνη τίποτε, πῶς θὰ μπόρεσης νὰ μπῆς ἐσὺ στὴν καρδιά του; Ἐὰν δν μπόρεσε ν κτιμήση τν Χριστόν, χεις τν ντύπωσι πς θ κτιμήση σένα; Λέγει στὸν ἄνδρα ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ γυναίκα σου νὰ εἶναι «γυνὴ διαθήκης σου», δηλαδὴ τῆς πίστεώς σου, τῆς θρησκείας σου, νὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ θὰ σὲ συνδέη μὲ τὸν Θεόν. Τότε μόνον μπορεῖς νὰ κάνης, ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἕναν γάμο «μετὰ γνώμης τοῦ ἐπισκόπου», δηλαδὴ μὲ ἔγκρισι ἐκκλησιαστικὴ καὶ ὄχι μὲ τυπικὴ ἄδεια. Προηγουμένως συζήτησε μὲ τὸν πνευματικό σου. Ἐξέτασε μαζί του τὸ κάθε τί καὶ ἐκεῖνος θὰ σταθῆ πλάι σου σὰν πραγματικὸς φίλος καί, ὅταν φθάσετε στὸ ποθούμενο τέρμα, τότε πλέον ὁ γάμος θὰ εἶναι γιὰ σένα ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ. θὰ εἶναι ἕνα χάρισμα, διότι «ἕκαστος ἴδιον χάρισμα ἔχει». Στὸν καθένα μας ὁ Θεὸς δίνει τὸ δικό του χάρισμα. Στέλνει τὸν ἕναν στὸν γάμο καὶ τὸν ἄλλον στὴν παρθενία. Ὄχι ὅτι ὁ Θεὸς κάνει τὴν ἐκλογὴ λέγοντας ἐσεῖς νὰ πᾶτε ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἐσεῖς ἀπὸ ἐκεῖ, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ διαλέγει ἡ καρδιά μας, γιὰ ἐκεῖνο μᾶς δίνει ὁ Θεὸς τὸ θάρρος, τὸ κουράγιο, τὴν δύναμι, γιὰ νὰ τὸ φέρωμε εἰς πέρας.
.                 Ἂν ἔτσι διαλέξετε τὸν ἄνθρωπό σας, τότε εὐχαριστήσατε τὸν Θεόν. Συνδέστε τον μὲ τὸν πνευματικό σας. Ἂν δὲν ἔχετε, διαλέξτε καὶ οἱ δύο ἕναν πνευματικό, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ὁ Γέροντάς σας, ὁ πατέρας σας, ἐκεῖνος ποὺ θὰ σᾶς θυμίζη καὶ θὰ σᾶς δείχνη τὸν Θεόν.
.                 Θὰ ἔχετε πολλὲς δυσκολίες στὴν ζωή. Τ ρωτηματικ θ ρχωνται βροχή. Ο μέριμνες θ σς περικυκλώνουν κα θ βλέπετε συχν πυκν τν χριστιανική σας ζω ν γίνεται δύσκολη. Μν νησυχτε. Θες θ βοηθήση. σ κάνε κενο πο περνάει π τ χέρι σου. Μπορες ν μελετήσης πέντε λεπτ τν μερα; Μελέτησε. Μπορες ν προσευχηθς πέντε λεπτ τν μέρα; Προσευχήσου. Κα ν δν μπορς πέντε, προσευχήσου δύο. Τ πόλοιπα εναι πόθεσις το Θεο.

 

,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-6

Πορεία τς Ψυχς (6)

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),
«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

Μέρος 1: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1
Μέρος 2: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2
Μέρος 3: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-3 «Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά»
Μέρος 4: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-4
Μέρος 5: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-5

.             Αὐτὴ τώρα ἡ τάσις τῆς ἐπαναστροφῆς στὸν ἑαυτόν μου, αὐτὴ ἡ ἐπιστρεπτικὴ κίνησις, αὐτὴ ἡ κυκλικὴ κίνησις, αὐτὴ ἡ πορεία τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς γυμνότητός μου, ἂς τὸ ποῦμε ἔτσι, μοῦ δημιουργεῖ μίαν ἄλλη τάσι: τὴν τάσι τῆς φυγῆς. Δηλαδὴ ὅταν στέκομαι στὸν ἑαυτόν μου, θέλω νὰ τὸν περιποιηθῶ πλέον, νὰ ἀπασχοληθῶ μαζί του. Ποῦ ἀπασχολεῖσαι καλύτερα, μέσα στὸν θόρυβο ἢ μέσα στὴν ἡσυχία; Ὅταν σὲ κοιτάζουν ὅλα τὰ μάτια ἢ ὅταν εἶσαι μόνος σου; Προφανῶς μέσα στὴν ἀπομόνωσι.
.             Ἡ ψυχή, λοιπόν, ἡ ὁποία φθάνει στὸ στάδιο αὐτὸ καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν ἐπιστροφὴ διὰ μιᾶς φυγῆς, ἔχει μίαν ἰσχυρὰ τάσι πρὸς τὴν φυγή. Ἔχει μίαν ἰσχυρὰ ἕλξι ἀπὸ ἕναν ἄλλον πόλο.
.             Ἡ φυγὴ αὐτὴ μᾶς πάει στὸ χαρακτηριστικὸ τῆς ξενιτείας. Γιὰ νὰ φύγω ἀπὸ ἐδῶ μέσα, πρέπει νὰ σᾶς ξεχάσω, νὰ γίνω ξένος ἀπὸ ἐσᾶς. Ὁπότε τὸ αἴσθημα, ἡ ἕλξις, ἡ διάθεσις, ἡ ροπή, ἡ τάσις τῆς φυγῆς μᾶς φέρνουν στὴν ἀνάγκη τῆς ξενιτείας, διότι δὲν γίνεται ἄνευ ξενιτείας, ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε καμία φυγή. Ἡ αἴσθησις, ἡ ἀνάγκη, ἡ τάσις πάλι τῆς ξενιτείας θὰ μὲ ὁδηγήση στὴν αἴσθησι τῆς μονώσεως. Τῆς μονώσεως ὄχι τῆς ψυχικῆς ἀλλὰ τῆς πραγματικῆς, τῆς πνευματικῆς. Διότι ἡ ψυχικὴ ἀπομόνωσις εἶναι πλασματικὴ ἀπομόνωσις.
.             Ὅταν εἶμαι στὴν ψυχικὴ ἀπομόνωσι, λέγω ὅτι κανεὶς δὲν μὲ ἀγαπᾶ, κανεὶς δὲν μὲ σκέπτεται, κανεὶς δὲν μὲ προσέχει κτλ. Εἴμαστε ὅλοι μαζὶ καὶ ἐσὺ σκέπτεσαι: “Εἶδες; Καθόλου δὲν κοίταξε ἐμένα. Ἐνῶ κοιτοῦσε συνεχῶς τὶς ἄλλες”. Ψυχικὴ ἀπομόνωσις. Εἶναι μία κατάστασις, εἶναι μία ψευτιά, εἶναι μία ψευδαίσθησις. Μὲ ψευδαισθήσεις δὲν μπορεῖ νὰ τραφεῖ ἡ ψυχή. Διότι ἡ ψευτιὰ εἶναι πάλι μία ἀπόκρυψις τοῦ πραγματικοῦ μας ἑαυτοῦ. Εἶναι ἕνα φύλλον συκῆς.
.             Ἡ πραγματικὴ ἀπομόνωσις εἶναι ἡ πνευματική, μόνος ἐγὼ μὲ μόνον τὸν Θεόν. Παύεις νὰ ἔχης γιὰ μένα ἐσὺ σημασία. Μὰ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, ἂν δὲν μὲ σκέπτεσαι, ἂν μὲ ἀγαπᾶς. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει κἂν ἂν ὑπάρχεις πλάι μου ἐσύ. Μὲ ἐνδιαφέρει μόνον ὁ ἐαυτός μου, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ποὺ λέγαμε στὴν ἀρχή, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια τὴν πραγματική: γιὰ νὰ ἀνακαλύψω τὴν γυμνότητά μου.
.             Ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἐγὼ καὶ σύ, Θεέ μου. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐπιτύχω αὐτὴν τὴν πραγματικὴ ἀπομόνωσι, ποὺ εἶναι βασικὸ στοιχεῖο πνευματικῆς ζωῆς – δὲν μπορῶ νὰ γίνω ἅγιος, ἅμα δὲν γίνω μόνος, ἀπομονωμένος – , πρέπει νὰ κάνω μίαν φυγή, πρέπει νὰ πετύχω τὴν ἀποξένωσι, ὅπως λέγαμε προηγουμένως, τὴν ξενιτεία. Ὁ σκοπός μας εἶναι νὰ γνωρίσω τὸν Θεὸν καὶ νὰ μείνω μόνο μόνῳ τῷ Θεῷ. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι κάτι τὸ εὔκολο, διότι ἔχομε μάθει νὰ ζῶμεν μὲ αἰσθήσεις σωματικὲς καὶ πρέπει τώρα νὰ ζῶμεν καὶ νὰ νοιώθωμε μὲ αἰσθήσεις νοερές, πνευματικές. Αὐτὸ γιὰ νὰ γίνη, γιὰ νὰ γίνη δηλαδὴ μία μετάνοια, μία ἀνακαίνισις, ἕνα ξανακαινούργωμα, μία πέρα γιὰ πέρα ἀλλαγὴ μέσα στὴν ψυχή μου, ἐγὼ ὁ ἴδιος νὰ γίνω κάτι τὸ ἄλλο, ἕνα καινὸν πράγμα, πρέπει νὰ νοιώσω τὸν Θεόν.
.           Ὅταν λέμε τώρα – προσέξτε – φυγή, εἴπαμε ὅτι ἡ φυγὴ αὐτὴ εἶναι κάτι τὸ οὐσιαστικό, δὲν εἶναι κάτι τὸ τοπικό. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ἐπειδὴ εἶναι αἰσθητός, ἔχει καὶ τὴν τάσι τῆς αἰσθητῆς φυγῆς, διότι νοιώθει ὅτι, ὅταν τὸν βλέπουν, ὅταν γίνεται θόρυβος, ὅταν εἶναι μὲ ἄλλους, εἶναι πιὸ δύσκολο νὰ νοιώση μόνος. Ὁπότε, ἀφοῦ εἶναι αὐτὸ πιὸ εὔκολο στὴν ἀπομόνωσι τὴν τοπική, μέσα στὴν ἐρημία, θὰ πεῖ: “Διατὶ οὐχὶ μᾶλλον ἀναχωρῶ διὰ τὴν ἐρημίαν καὶ ἡσυχίαν; Διατί, λοιπόν, ἀφοῦ εἶναι πιὸ εὔκολο ἐκεῖ, νὰ μὴν πάω εἰς τὴν ἡσυχίαν;”. Ἐντεῦθεν ἡ τάσις τῆς μοναστικῆς ζωῆς, ποὺ ἔρχεται τόσο αὐθόρμητα σὲ μίαν ψυχή, ὅταν σκεφθῆ τὸν Θεόν.
.           Συνήθως τὴν τάσι πρὸς τὴν ἐρημία τὴν θεωροῦν οἱ ἄνθρωποι σὰν κάτι τὸ ἐπικίνδυνο, διότι μπορεῖ νὰ παραπλανηθῆ ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ θρέψη μέσα του ἰδέες φανταστικὲς καὶ πράγματα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ κάνη. Τίποτε. νθρωπος πο δν θ σκεφθ τν φυγ κάποτε, κόμη κα μ τν εδικ ννοια το μοναχισμο, σημαίνει τι εναι ρρωστος τι οδέποτε οσιαστικ πησχολήθη μ τν ψυχή του. Κάποιος πο θ πασχοληθ στω κα π πέντε λεπτ μ τν Θεόν, ν εσθε βέβαιες τι τ πι πολ διάστημα τν πέντε λεπτν θ εναι σκέψεις ν πάη στ μοναστήρι. Ἔτσι εἶναι. Εἶναι ἡ ψυχὴ ποὺ σκέπτεται, εἴπαμε, τὸν ἑαυτόν της, ἀγαπᾶ τὴν ἄνεσί της καὶ ἐκεῖ εὑρίσκει τὴν ἄνεσί της νὰ ἐπικοινωνήση μὲ Αὐτὸν τὸν ὁποῖον ζητεῖ, ποὺ θέλει νὰ τὸν ἀνακαλύψη, τὸν Θεὸν δηλαδή.
.           Τελικῶς, μπορεῖ νὰ ἀρνηθῆ αὐτὴν τὴν φυγὴ τὴν τοπική. Δὲν θὰ ἀρνηθεῖ ὅμως, ἐφ᾽ ὅσον θὰ συνεχίση νὰ ζῆ ζωὴ ἀνάγουσα ἑαυτήν, δὲν θὰ ἀποφύγει τὴν φυγὴ τὴν οὐσιαστική, τὴν φυγὴ τὴν τροπική, τὴν φυγὴ τὴν βιοτική.

, ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-5

Πορεία τς Ψυχς (5)

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),
«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

Μέρος 1: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1
Μέρος 2: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2
Μέρος 3: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-3 «Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά»
Μέρος 4: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-4

.             Τὸ ἄλλο ποὺ θὰ μπορεῖ νὰ κάνη ἡ ψυχὴ εἶναι νὰ παραδεχθῆ καὶ νὰ πῆ: “Ἐγὼ θὰ μεριμνήσω γιὰ τὴν γυμνότητά μου. Ἐγὼ θὰ ἀναγγείλω τὴν ἁμαρτία μου, θὰ ὁμολογήσω τὴν ἁμαρτία μου, τὴν γυμνότητά μου. Καὶ ὅπως εἶμαι γυμνός, ἔτσι θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Θὰ τοῦ πῶ: “Ντύσε μὲ Σύ”. Αὐτὸ χρειάζεται, καταλαβαίνετε, πάρα πολὺ μεγάλη δύναμι. Χρειάζεται μίαν αὐθεντικότητα ἐσωτερική, γιὰ νὰ μπορέσω νὰ βγῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο. Ποιό θὰ εἶναι τὸ μέτρο, τὸ ὁποῖο θὰ μὲ πάει ἀπὸ ἐδῶ ἢ ἀπὸ ἐκεῖ; Αὐτὸ ποὺ τὸ ὀνομάζουμε ἐγωισμός. Ὄχι ἐγωισμὸς μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς πλάστιγγος, αὐτῆς τῆς ζυγαριᾶς ποὺ εἶναι μέσα μας καὶ ποὺ λέγεται ἐγώ.
.             Θυμηθῆτε τὸν ἅγιο τῆς Ἰππῶνος, τὸν ἱερὸ Αὐγουστίνο. Πόσα χρόνια ὑπέφερε καὶ ἤθελε νὰ μετανοήση! Γιατί; Ἐρχόταν σὲ σύγκρουσι μὲ τὸ ἐγώ του. Πότε ἔβαζε τὸ ἐγὼ μπροστὰ στὴ φιλοσοφία. Ἡ φιλοσοφία τοῦ ἔκλεινε τὸ δρόμο. Πότε ἔμπαινε μπροστὰ ἡ αἵρεσις, ὅπως ὁ Μανιχαϊσμός, σὰν γνῶσις. Ἡ γνῶσις ἔμπαινε μπροστά, γινόταν ἕνα κάλυμμα, ποὺ τοῦ σκέπαζε τὴν γυμνότητα. Ὅταν ἔσκυψε, ὅταν ταπεινώθηκε, τότε βαπτίσθηκε μαζὶ μὲ τὸ νέο παιδί του. Τότε ἀπεκάλυψε τὴν γυμνότητά του καὶ τότε ἐνεδύθη τὸ ἔνδυμα τῆς δικαιοσύνης, ποὺ τοῦ ἐφόρεσε ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Κατόπιν, βλέπετε, ἔγινε καὶ ἐπίσκοπος!
.             Εἶναι, λοιπόν, αὐτὴ ἡ πλάστιγγα αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἐμεῖς τὸ λέγομε ἐσωτερικὴ διάθεσις. Ἡ διάθεσις, τὸ ὑπομόχλιο αὐτό, εἶναι τὸ ἐγώ μου. Πάνω σὲ αὐτὸ στηρίζομαι. Τί θὰ θελήση τὸ ἐγώ; Νὰ στηρίξη τὸν ἑαυτό μου ἢ νὰ ἀρνηθῆ τὸν ἑαυτό του, τὸ “ἀπαρνησάσθω”, ποὺ λέγει ὁ Χριστός; Εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ ἀπαρνηθῶ ἢ θὰ δεχθῶ τὸν ἑαυτό μου, τὸν κατώτερο ἑαυτό μου.
.             Λοιπόν, ἢ γυμνὸς ἢ θὰ ράψω φύλλα συκῆς. Ἐὰν θὰ μείνω γυμνὸς – προσέξτε νὰ δεῖτε -, ὅταν θὰ παρουσιασθῶ γυμνὸς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τότε ἀρχίζει ἕνα τρίτο στάδιο τῆς πορείας τῆς ψυχῆς.
.             Ἀκόμη δὲν μπήκαμε στὴν πορεία της. Ἀκόμη ἔχομε τὶς προϋποθέσεις, ἔχομε τὶς προετοιμασίες, γιὰ ν᾽ ἀποφασίση ἡ ψυχὴ νὰ ζήση μία ζωὴ χριστιανική. Ἔχομε τώρα τὴν ἔναρξι αὐτῆς τῆς πορείας. Αὐτὴ ἡ πορεία εἶναι μία ἀνωστική, εἶναι μία ἄνω ὠθοῦσα δύναμις, ἢ καλύτερα, εἶναι μία ἐπιστροφικὴ κίνησις, εἶναι πλέον μία ἐκτίναξις τῆς ψυχῆς, τὴν ὁποία τὴν κάνει μόνη της. Πῶς, ὅταν μοῦ πεῖς κάτι ποὺ θὰ μὲ θίξη, ἀμέσως τινάζομαι καὶ ἀντιδρῶ χωρὶς νὰ τὸ σκεφθῶ; Ἔτσι καὶ ἐδῶ, εἶναι μία ἐκτίναξις τοῦ εἶναι μου. Μία στιγμιαία, μία πηγαία, μία ἐσωτερικὴ ἀντίδρασις.
.             Ἡ ψυχή, ἑπομένως, πρέπει νὰ κάνη μίαν τοιαύτη ἐκτίναξι τοῦ εἶναι της. Εἶναι ἐπιστροφικὴ θὰ πῆ: νὰ ἐπιστρέψη ἐκεῖ ἀπ᾽ ὅπου ἐξῆλθε, νὰ ἐπιστρέψη εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Θεοῦ, νὰ ἐπιστρέψη μέσα στὴν πτωχεία της. Θὰ μοῦ πεῖτε: “Πτωχὸς ἦταν ὁ ἄνθρωπος στὸν παράδεισο;”.
.             Θυμηθεῖτε τὸν πρωτόπλαστο. Ἦταν πλούσιος, εἶχε τὰ σύμπαντα δικά του. Τοῦ λέγει ὁ ὄφις: “Τί σοῦ εἶπε ὁ Θεός; Νὰ κάνης ἔτσι καὶ ἔτσι, νὰ μὴ φᾶς ἀπὸ τὸν καρπὸ γιὰ νὰ γίνης θεός; Ἂν θὲς νὰ γίνης θεός, ἂν θὲς νὰ κατακτήσης τὸν ὁρίζοντα, νὰ φᾶς ἀπὸ τὸν καρπὸ αὐτόν”.
.             Τοῦ δεικνύει ἕναν ἄλλο δρόμο. Ἀναγκάζεται τώρα ἡ ψυχὴ νὰ ἀναγνωρίση ὅτι εἶναι πολὺ πτωχὴ μπροστὰ στὴ σοφία ἑνὸς ὄφεως καὶ τρώγει, γιὰ νὰ γίνη πλουσία, γιὰ νὰ γίνη θεός! Εἰς τὴν θέσι αὐτὴν βρίσκεται τώρα καὶ ἡ δική μας ψυχή, μόλις ἔφαγε τὸν καρπό, μόλις κατάλαβε ὅτι ἔτρωγε τὸν καρπό. Θὰ πρέπει, λοιπόν, τώρα ἡ ψυχὴ νὰ ἐπιστρέψη εἰς τὴν προτέρα πτωχεία της. Δηλαδὴ ἐκεῖ ποὺ ἐνόμιζε ὅτι ἦταν πτωχεία, νὰ καταλάβη ὅτι ἡ πτωχεία της ἦταν ἡ ὀμορφιά της, ἦταν ἡ θεότητά της, ἦταν ὁ προθάλαμος γιὰ τὸν οὐρανό. Θὰ κάνει ἐπιστροφικὴ κίνηση. Ἂς τὸ πῶ διαφορετικά: θὰ κάνει μίαν κυκλικὴ κίνησι.
.             Τί σημαίνει κυκλική; Γιατί λέγω κυκλική; Μία κίνησις μπορεῖ νὰ εἶναι εὐθεία. Μία εὐθεία ὅμως εἶναι μὲν ταχυτέρα πάσης ὁδοῦ, ἀλλὰ σὲ ἀπομακρύνει. Μπορεῖ ἐπίσης νὰ εἶναι μία τεθλασμένη κίνησις. Μπορεῖ νὰ εἶναι μία κυκλική, ποὺ σὲ φέρνει πάλι στὸν ἑαυτό σου. Σὲ κυκλώνει. Ὁπότε ἡ κίνησις αὐτὴ ἡ κυκλική, ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν ἔχει τὴν τάσι τῆς ψυχῆς πρὸς τὰ ἔξω, ἀφ᾽ ἑτέρου ὅμως σὲ ἐπαναφέρει πάλι σὲ σένα.
.             Ἑπομένως, ἔχομε τὴν κίνησι τῆς ἐπιστροφῆς, τῆς ἀπωθήσεώς μας, γιὰ νὰ ξαναπᾶμε ἐκεῖ ἀπ᾽ ὅπου εἴχαμε ἐκτιναχθῆ, καὶ γι᾽ αὐτὸ εἴμεθα πάλι μέσα στὸν ἑαυτόν μας. Δὲν ξεφεύγομε ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μας. Ὅπως εἶναι ἡ ἀπώθησις, ποὺ λέγαμε προηγουμένως, ὅπως εἶναι ὑποκατάστασις ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιοῦμε, ὅπως εἶναι ἡ ἔνδυσις δι᾽ ἄλλων πραγμάτων: τῆς σοφίας, τῆς δυνάμεως, τῆς γνώσεως, τῶν σχεδίων μας, τῆς ἀρετῆς μας. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐπικαλύμματα, εἶναι φυγὴ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μας.
.             Ἡ κυκλικότης μᾶς κρατάει μέσα στὸ πλαίσιο τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτόχρονα εἴμεθα πάλι μέσα στὴν δική μας τὴν ζωή. Γι᾽ αὐτὸ τὴν ὀνόμασα ἐπιστρεπτική, διότι μᾶς ἐπιστρέφει. Καὶ κυκλική, διότι μένομε στὸν πραγματικὸ ἑαυτόν μας, μένομε στὸ δικό μας τὸ εἶναι.
.             Ἀρχίζομε ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει. Ἡ ψυχὴ μένει καθ᾽ ἑαυτήν. Μένει – προσέξτε – μόνη της, χωρὶς τὸν Θεόν. Ὅταν κάνης κυκλικὴ στροφή, ἔχεις τὴν τάσι νὰ φύγης πρὸς τὰ ἔξω – φυγόκεντρος κίνησις -, ἀπὸ ἐκεῖ ἀπ᾽ ὅπου εἶχες ἐκτιναχθεῖ. Τελικῶς, ὅμως ἐπειδὴ εἶσαι γερὰ δεμένος, παραμένεις ἐκεῖ πάλι, γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σου. Αὐτὸ μᾶς ἐνδιαφέρει: μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεόν, νὰ μείνω μὲ τὸν ἑαυτόν μου, γιὰ νὰ ἰδῶ τὴν γύμνωσίν μου, τὴν ὁποίαν, ὅπως λέγαμε, πρέπει νὰ κατανοήσω προηγουμένως.

,

Σχολιάστε

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ. «Ἡ ἔρημος ἡ διψῶσα, ποὺ μπορεῖ νὰ γεμίσει ἀπὸ τὸν Κύριον, εἶναι ἡ δική μας ὕπαρξις, ἡ δική μας ψυχή. Βάλε τὸν Ἑαυτό Σου μέσα στὶς δικές μας ψυχές, ποὺ εἶναι ξηρὲς καὶ στεγνές»

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου,
«Λόγοι Ἑόρτιοι Μυσταγωγικοί»
Β´ ἔκδ.
ἔκδ. «Ἴνδικτος», Ἀθῆναι 2014, σελ. 28-30

.         «Φωνὴ κυρίου», λέγει ἕνα τροπάριο, «ἐπὶ τῶν ὑδάτων». Ὁ Κύριος ἦλθε ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν. «Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων» ἀκούγεται στὸν Ἰορδάνη, ἐπάνω στὰ σύννεφα, πέρα στὸ στερέωμα, ὁπουδήποτε ὑπάρχει ὕδωρ. Ὁ Κύριος «ἐφάνη ἁγίασε τὰ ὕδατα». Ὅπου εἶναι ὕδατα, ἐκεῖ ἔρχεται ὁ Χριστός, γιὰ νὰ τὰ ἁγιάση. Μήπως δὲν ἔρχεται ὁ Κύριος καὶ στὰ ὕδατα τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν, γιὰ νὰ βροντήση καί, μὲ τὸν συσσεισμὸ αὐτό, νὰ κάνη καὶ ἐμᾶς νὰ τρομάξωμε καί, ὅπως ἐστράφη ὀπίσω ὁ Ἰορδάνης, νὰ στραφοῦν πίσω καὶ τὰ παραπτώματά μας, τὰ ἁμαρτήματα, τὰ ἀνομήματα, οἱ λογισμοὶ καὶ τὰ πάθη μας; Ὕδατα, στὰ ὁποῖα ἔρχεται νὰ περιπατήση ὁ Κύριος, δὲν εἶναι οἱ σκέψεις μας οἱ ὄμορφες καὶ οἱ πνευματικές; Δὲν ἔρχεται γιὰ νὰ τὶς ἁγιάσει; Ὕδατα πολλὰ δὲν εἶναι οἱ ἀγῶνες μας, οἱ ἀγρυπνίες μας, δὲν εἶναι ὅλες ἐκεῖνες οἱ προβολὲς καὶ οἱ ἀνατάσεις τῆς ψυχῆς μας πρὸς τὸν Κύριον; Δὲν εἶναι τὰ κυκλώματα γύρω ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο ἡμέρα καὶ νύχτα; Ἔρχεται ὁ Κύριος, νὰ ἁγιάσει κι αὐτά. Ὅ,τι βρίσκει ἐντός μας, ὅ,τι μᾶς πλημμυρίζει, ὅπως τὰ ὕδατα, τὰ ἁγιάζει, τὸ κάνει δικό του, τὸ γεμίζει μὲ τὴ δική του παρουσία.
.               Μία ἀπὸ τὶς προφητεῖες τῶν Θεοφανείων λέγει: «Εὐφράνθητι ἔρημος διψῶσα». Ἔρημος διψῶσα, ἔλα νὰ εὐφρανθῆς, διότι θὰ ἀποκτήσης τόσο νερό, ὥστε θὰ γίνης πηγή, κατακλυσμός. «Ἔρημος διψῶσα» εἶναι ἡ στεγνὴ γῆ, ἡ κατάξερη, ἡ γῆ ποὺ τῆς λείπει παντελῶς ἡ ἰκμάδα καὶ ἡ δύναμις, τῆς λείπει ὁ Θεός. Αὐτὴ ἡ ἔρημος ἡ διψῶσα, ποὺ μπορεῖ νὰ γεμίση ἀπὸ τὸν Κύριον, εἶναι ἡ δική μας ὕπαρξις, ἡ δική μας ψυχή, τὰ δικά μας φτωχὰ λόγια καὶ ὄνειρα, οἱ δικοί μας μηδαμινοὶ ἀγῶνες, τὰ ψεύτικα ἐπιτεύγματά μας, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐλάχιστες ἐκδηλώσεις τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ ὁ μελωδὸς ἀπευθυνόμενος στὸν Χριστὸ τοῦ λέγει: «Οἴκισον ψυχαῖς ἡμετέραις σαυτόν, φιλάνθρωπε» [Μεγάλαι Ὧραι Θεοφανείων, δοξαστικὸν Τρίτης Ὥρας]. Κατοίκισε τὸν ἑαυτό σου, βάλε τὸν ἑαυτό σου μέσα στὶς δικές μας ψυχές, ποὺ εἶναι ξηρὲς καὶ στεγνές, γιατί ζοῦν χωρὶς ἐσένα· γίνει τὸ νερὸ ποὺ θὰ τὶς ποτίση, γιὰ νὰ μὴν εἶναι ποτὲ πιὰ διψασμένες.
.                 Ἀλλὰ δὲν τὸ κάνει αὐτὸ ὁ Θεός, ὅταν ἐμεῖς τοῦ κλείνωμε ὅλες τὶς «ὀπὲς» καὶ δὲν μπορεῖ νὰ περάση, ὅταν τὰ μάτια μας, τὸ στόμα μας, ἡ μύτη μας καὶ τὰ αὐτιά μας εἶναι ἀνοιχτὰ σὲ χίλια δυὸ πράγματα, καὶ μόνον Ἐκεῖνον ξεχνοῦν, καὶ τὸν θυμοῦνται πιθανὸν κάποιες στιγμὲς στὸν Κανόνα ἢ στὴν ἀκολουθία. Ὅμως, Θεέ μου, «Οἴκισον σαυτόν», κατοίκησε ἐντός μας. Ὅσο κι ἂν σὲ περιορίζομαι ἐμεῖς, ὅσο καὶ ἂν σὲ ἐμποδίζουμε, ὅσο καὶ ἂν σὲ ἐξαναγκάζουμε, μὲ τὶς ἀποστάσεις ποὺ δημιουργοῦμε ἀπὸ Σένα – μὲ τοὺς λογισμούς μας, μὲ τὸν χαρακτῆρα μας, μὲ τὸ κλείσιμο τῶν πνευματικῶν καὶ ψυχικῶν μας ὀφθαλμῶν–, ἐσὺ καταδέξου νὰ μπῆς, παραβιάζοντας τὶς κλεισμένες «θύρες», καταργώντας τὴν ἀπόστασι.
.           Τὸ κάνει αὐτὸ ὁ Θεός. Τὸ βλέπω καὶ ἐγώ, τὸ νιώθετε κι ἐσεῖς. Ὁ Κύριος σπρώχνει τὶς «πύλες» τῆς βουλήσεώς μας, τῶν ἐπιθυμιῶν μας, γιὰ νὰ ἀνοίξουν, ὥστε νὰ μπορῆ νὰ μπῆ. Τὸ κάνει ὁ Θεός. Ἂς κάνωμε κι ἐμεῖς ὅ,τι μποροῦμε. Ἀνεώχθησαν οἱ οὐρανοί. Ἂς προσπαθοῦμε καὶ ἐμεῖς, ὥστε νὰ ἀνοίγουν οἱ οὐρανοὶ μπροστά μας, καὶ νὰ μᾶς κατακλύζη τὸ ὕδωρ τὸ οὐράνιο, τὸ ὕδωρ τὸ «ἁλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον».

,

Σχολιάστε