Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος

ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Δώδεκα χρόνια χωρὶς Χριστόδουλο

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Σήμερα, 28 Ἰανουαρίου 2020, συμπληρώνονται δώδεκα χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Ἡ κηδεία του πάνδημη. Ἀκόμη καὶ ὅσοι τὸν μίσησαν καὶ τὸν πολέμησαν εἶπαν τὰ καλά τους λόγια. Ἴσως μὲ τὴ λογικὴ ὅτι «ὁ ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας», ἴσως ἀπὸ τύψεις, ἴσως ἀπὸ ἀνακούφιση… Ὁ ἐκλιπὼν μένει στὴν Ἱστορία ὡς ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ποὺ πέραν τοῦ δημιουργικοῦ πνευματικοῦ, ποιμαντικοῦ, ἐκκλησιαστικοῦ καὶ κοινωνικοῦ του ἔργου, ἐξέφραζε δημόσια, ἐλεύθερα καὶ ὑπεύθυνα τὴν ἄποψή του καὶ πὼς γι’ αὐτὸ διώχθηκε ἀπηνῶς ἀπὸ τὴν ἀντιεκκλησιαστικὴ κοσμικὴ ἐξουσία καὶ ἀπὸ τὴν ἀθεϊστικὴ καὶ ἐθνομηδενιστικὴ ἰντελιγκέντσια.
.             Οἱ ἐχθροί του τὸν κατηγοροῦσαν ὅτι τοῦ ἄρεσε νὰ μιλάει ξεπερνώντας τὰ ἐκκλησιαστικά του καθήκοντα. Φυσικὰ ἤθελαν καὶ ἐπιδίωκαν νὰ μὴν μιλάει γιὰ νὰ μὴν ἀκούει ἡ κοινὴ γνώμη καὶ μίαν ἄλλη ἄποψη, διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ δική τους. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἀντίθετη ἀπὸ τὴν ἐναντίον του προπαγάνδα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος γνώριζε ὅτι εἶχε ἀπέναντί του ἰσχυρότατες κοσμικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ δὲν ἤθελε ὁ λαὸς νὰ μένει σὲ μία μονομερῆ ἐνημέρωση καὶ στὴν ἐξ αὐτῆς καλλιέργεια μιᾶς συγκεκριμένης ἰδεολογίας, ποὺ κατέτρωγε τὴ συνείδηση καὶ τὴν ταυτότητά του.
.            Τὸ ὅτι αὐτὸ πίστευε ἀποδεικνύεται ἀπὸ ὅσα εἶχε γράψει σὲ ἀνύποπτο χρόνο, ὡς Μητροπολίτης Δημητριάδος τὸ 1984 (Σημ. χαρακτηριστικὴ χρονολογία μὲ βάση τὸν τίτλο τοῦ ὑπέροχου μυθιστορήματος τοῦ Ὄργουελ):
«Ὁ Ἐπίσκοπος δὲν εἶναι διωρισμένος ὑπάλληλος, μετακλητὸς ἢ ἐπὶ θητείᾳ, οὔτε ὑπηρετεῖ τὸ Κράτος ἢ ὁποιοδήποτε ἄλλο νομικὸ πρόσωπο. Ἡ ἱερωσύνη του δὲν εἶναι νομικὴ σχέση, ἀλλὰ χαρισματικὴ ἰδιότητα… Ὁ Ἐπίσκοπος δὲν ὑπηρετεῖ κανένα κατεστημένο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ συμπλέει μὲ κανένα ἀνθρώπινο σχηματισμὸ ποὺ προβάλλει συμφέροντα καὶ ἰδιοτέλειες. Εἶναι ποιμένας καὶ διδάσκαλος, ταγμένος νὰ λαλεῖ ἀπερίτμητο καὶ ἀκαινοτόμητο τὸν λόγο τῆς ἀληθείας, μακριὰ ἀπὸ καιροσκοπισμοὺς καὶ συμβιβασμένους ὑπολογισμούς. Μὲ δύναμη προφήτου καὶ μὲ παρρησία ἁγίου εἶναι δείκτης πορείας μέσα στὴ σύγχυση τοῦ αἰώνα, ὁδηγὸς ψυχῶν καὶ ἡγέτης λαοῦ. Ἕτοιμος νὰ προκινδυνεύσει καὶ νὰ θυσιασθῆ στὸ βωμὸ αὐτῆς τῆς ἀποστολῆς.
.             »Ὁ Ἐπίσκοπος δὲν εἶναι διακοσμητικὸ στοιχεῖο στὴν πεζότητα τῆς ζωῆς. Ἂν δὲν εἶναι ἀγωνιστὴς καὶ πρωτοπόρος, δὲν μπορεῖ νὰ λέγεται Ἐπίσκοπος. Ἀλλ’ αὐτὸ σημαίνει θυσίες καὶ διωγμούς, ταλαιπωρίες καὶ δοκιμασίες. Ὅσοι μισοῦν τὴ δράση του, περνοῦν στὴν ἀντίδραση. Καὶ ὅσοι θέλουν τὴν Ἐκκλησία νεκρὰ καὶ δέσμια, ἄνευρη καὶ φιμωμένη, αὐτοὶ δὲν διστάζουν νὰ τὸν πολεμοῦν…
»Ὁ Ἐπίσκοπος δὲν κάμπτεται, οὔτε πρὸ τῶν ἀπειλῶν, οὔτε πρὸ τῶν πιέσεων. Στέκει ἐκεῖ στὸν προμαχώνα του, ὀλύμπιος καὶ σταθερός. Φυσοῦν οἱ ἄνεμοι, σηκώνουν καταιγίδα, ἐπιζητοῦν νὰ κάμψουν, νὰ λυγίσουν τὸ φρόνημά του. Μά, ὄχι. Ἐκεῖνος… μπροστάρης ἀνεπαίσχυντος» (Βλ.σχ. Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Οἰκονόμου «Χριστόδουλος, Μητροπολίτης Δημητριάδος καὶ Ἁλμυροῦ (1974-1998)», ἔκδ. Κέντρου Ἐπιστημονικῶν Ἐρευνῶν Ι. Μ. Κύκκου, Λευκωσία, 2019, σελ. 99-100).
.             Αὐτὰ τὰ δώδεκα χρόνια, μὲ τὸν θάνατο τοῦ «ἐνοχλητικοῦ» Ἀρχιεπισκόπου, ὅλα ἔχουν ἠρεμήσει καὶ οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ ἄθεου κράτους   ἀνενόχλητοι προωθοῦν τὰ σχέδιά τους.-

,

Σχολιάστε

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ τῆς ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ τοῦ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ κυροῦ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟY

Τὰ πρῶτα χρόνια τῆς διακονίας στὴν Ἐκκλησία
τοῦ Μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου κυροῦ Χριστοδούλου

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

[Ὁμιλία στὸν Ἱερὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ Ἁγίου Νικολάου, τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος, στὸν Βόλο, τὴν Δευτέρα 27 Ἰανουαρίου 2020, κατὰ τὴν παρουσίαση τοῦ βιβλίου τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Σ. Οἰκονόμου «Χριστόδουλος – Μητροπολίτης Δημητριάδος καὶ Ἁλμυροῦ 1974 – 1998», Ἔκδοση τοῦ Κέντρου Ἐπιστημονικῶν Ἐρευνῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου (Λευκωσία, 2019)].

.              Διαβάζοντας τὸ βιβλίο γιὰ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, μεταπτυχιακὴ ἐργασία τοῦ προσφιλοῦς μου πατρὸς Ἐπιφανίου Οἰκονόμου συγκινήθηκα, διότι πολλὰ μοῦ θύμισε. Εἶμαι μάρτυς τοῦ πόσο κοπίασε γιὰ τὴν ἐργασία αὐτὴ ποὺ ἐξεδόθη σὲ βιβλίο. Ὡς μέλισσα ἀναζητοῦσε ἄρθρα τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου σὲ βιβλιοθῆκες καὶ ἐρευνοῦσε συνεχῶς καὶ ἐπιμελῶς γιὰ ἄρθρα ποὺ εἶχε γράψει. Χάρη στὸν π. Ἐπιφάνιο ἔχει συγκεντρωθεῖ καὶ ἐν πολλοῖς ἔχει δημοσιευθεῖ τὸ μέγιστο μέρος τῶν ὅσων ἔχει γράψει ὁ μακαριστός. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι δὲν εἶναι κάτι εὔκολο. Ὁ Μακαριστὸς θέλοντας νὰ ἐκφράζει τὴν ἄποψή του, ὡς κληρικοῦ καὶ μέλους τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, σὲ ὅποιον τὴν ζητοῦσε ἔχει γράψει ἄρθρα ἀκόμη καὶ σὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες ποὺ δὲν εἶχαν μεγάλη κυκλοφορία, ἢ εἶχαν εἰδικὸ κοινό.
.        Μοῦ ἀνετέθη νὰ μιλήσω γιὰ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο ἀπὸ τότε ποὺ ἦταν λαϊκὸς ἕως τὴν ἐκλογή του στὴ Μητρόπολη Δημητριάδος, πράγμα ποὺ θὰ κάνω ἀφοῦ εὐχαριστήσω γιὰ τὴν πρόσκληση τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιο καὶ τὸν π. Ἐπιφάνιο καὶ ἐσᾶς ὅλους ποὺ παρευρίσκεσθε γιὰ νὰ τιμήσετε τὸν συγγραφέα τοῦ βιβλίου, ἀλλὰ καί, κυρίως, τὴ μνήμη τοῦ ἀείμνηστου Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου.
.        Τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο τὸν γνώρισα τὸ 1959. Ἤμουν 13 ἐτῶν καί, ἔχοντας κερδίσει χρόνο στὸ σχολεῖο πήγαινα στὴν Γ΄ Γυμνασίου. Ὁ μακαριστὸς ἦταν 20 ἐτῶν, Χρῆστος τὸ βαφτιστικό του ὄνομα, λαϊκὸς ἀκόμη, φοιτητὴς τῆς Νομικῆς καὶ κατηχητής μου στὸ Μέσο Κατηχητικὸ τῆς ἐνορίας τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος Σταδίου. (Σημ. Στὸ Παγκράτι. Σήμερα κοντὰ στὸ Ναὸ βρίσκεται τὸ Μουσεῖο Μοντέρνας Τέχνης Γουλανδρῆ). Ἀπὸ τὴν ἀρχή μοῦ ἔκαμε ἐντύπωση ὡς ἄνθρωπος καὶ ὡς δάσκαλος. Ὅλα τὰ παιδιὰ τὸν ἐκτιμούσαμε καὶ τὸν σεβόμασταν, ἂν καὶ ἦταν νεαρός. Οἱ καθηγητές μας τότε στὸ Γυμνάσιο ἦσαν συνήθως ἡλικιωμένοι.
.        Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς γνωριμίας μας, παιδὶ ὅπως σᾶς εἶπα ἐγώ, μοῦ ἔδωσε τὴν αἴσθηση ὅτι εἶχε προσωπικότητα ἡγέτη, μὲ ἰδιαίτερες ἱκανότητες καὶ ἐπιδόσεις σὲ πολλὰ θέματα καὶ πολλὴ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό, γιὰ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἰδιαίτερα γιὰ τοὺς νέους, καὶ γιὰ τὴν Πατρίδα. Τοῦ ἄρεσε νὰ μᾶς μιλάει καὶ γιὰ ἄλλα θέματα πέραν τοῦ μαθήματος. Μᾶς ἔλεγε καὶ ἀνέκδοτα. Ἦταν πάντοτε ἀκένωτη πηγὴ ἀνεκδότων. Καὶ μᾶς ἄφηνε νὰ παίζουμε, μαθαίνοντάς μας παράλληλα τὸ «μηδὲν ἄγαν». Τὴν ἡμέρα τοῦ μαθήματος πηγαίναμε νωρίτερα ἀπὸ τὴν καθορισμένη ὥρα καὶ στὸ προαύλιο τοῦ Ναοῦ καὶ παίζαμε ποδόσφαιρο. Τὸ παιχνίδι μᾶς παρέσυρε, ὁ κ. Παρασκευαΐδης ἐρχόταν, τὸν χαιρετούσαμε καὶ …συνεχίζαμε τὸ παιχνίδι… Ἦταν γιὰ μένα ἐντυπωσιακὸ τὸ πῶς μᾶς ἔπειθε νὰ μαζευτοῦμε καὶ τὸ πῶς μάζευε τὰ μυαλά μας καὶ μπορούσαμε νὰ παρακολουθήσουμε χωρὶς διασπάσεις τὸ μάθημα.
.              Τὸν ἑπόμενο χρόνο ἤμουν πρώτη Λυκείου καὶ ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος μὲ εἶχε ὁδηγήσει νὰ βοηθῶ στὸ Ἱερὸ Βῆμα τὸν γέροντά του, νῦν πρώην Μητροπολίτη Πειραιῶς κ. Καλλίνικο, στὸ Ναΐδριο τῶν Ταξιαρχῶν Ἀμαλιείου Ὀρφανοτροφείου, στὴν ὁδὸ Στησιχόρου, δίπλα στὸ Προεδρικὸ Μέγαρο καὶ κοντὰ στὸ πατρικὸ σπίτι μου, στὸ Παγκράτι. Στὸ ἐν λόγῳ ναΐδριο εἶχε διορισθεῖ, ἀφοῦ εἶχε πρὸ ὀλίγου καιροῦ χειροτονηθεῖ εἰς πρεσβύτερο – ἀρχιμανδρίτη. Στὸ Ἱερὸ Βῆμα ἦταν πάντα μαζὶ μὲ τὸν π. Καλλίνικο ὁ τότε κ. Ἀθανάσιος Λενής, φοιτητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΕΚΠΑ καὶ σήμερα πρ. Μητροπολίτης Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας. Ὁ τότε κ. Παρασκευαΐδης δὲν ἐρχόταν στὸ Ἀμαλίειο. Πήγαινε ἀκόμη στὸ Ναὸ τῆς γειτονιᾶς του, τὴν Ἁγία Ζώνη τῆς Κυψέλης, ὅπου ἔψελνε. Στὸ Ἀμαλίειο ἔψελναν εὐρωπαϊκὰ καὶ δὲν τοῦ ἄρεσε τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Προτιμοῦσε τὴ Βυζαντινὴ Μουσική, ὑπῆρξε ἀριστοῦχος μαθητὴς τοῦ ἀείμνηστου Περιστέρη στὸ Ὠδεῖο Ἀθηνῶν καὶ εἶχε, ὅπως ξέρουμε ὅλοι, ὡραία καὶ καλλιεργημένη φωνή. Νὰ ποῦμε ὅτι ὡς ἱεροψάλτης στὴν Ἁγία Ζώνη εἶχε καὶ τὸ χαρτζιλίκι του, μὴ θέλοντας νὰ ἐπιβαρύνει στὰ λιγοστὰ ἔξοδά του τοὺς γονεῖς του. Τὸν βλέπαμε πάντα ἀξιοπρεπῆ καὶ φροντισμένο, μὲ τὸ κουστούμι καὶ μὲ τὴν γραβάτα του, ἀλλὰ χωρὶς τίποτε τὸ ἰδιαίτερο. Ὁ ρουχισμός του ὄχι σὲ μεγάλη ποικιλία καὶ πολυφορεμένος. Μὲ τὴν εὐκαιρία νὰ πῶ ὅτι πάντοτε κρατοῦσε ἐλάχιστα χρήματα στὶς τσέπες του, ὅσα τοῦ χρειάζονταν γιὰ τὶς μετακινήσεις του, ἢ ἂν τοῦ χρειαζόταν κάτι ἄλλο τὸ ἀπαραίτητο. Ἀργότερα, ὅταν ὁ Μητρ. πρώην Πειραιῶς συνέστησε τὴν Ἀδελφότητα τῆς «Χρυσοπηγῆς» καὶ εἰσῆλθε σὲ αὐτήν, τὸ 1960, ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος, ἐναπέθετε σὲ αὐτὸν τὰ ὅποια ἔσοδά του καὶ ἐκεῖνος τὰ διαχειριζόταν μὲ φρόνηση καὶ ἀξιοπρέπεια. Αὐτὴ ἡ μοναστικὴ ἀντίληψη συνεχίστηκε καὶ ὅταν εἶχε μισθὸ ὡς διάκονος καὶ ἀρχιμανδρίτης, ἀκόμα καὶ ὅταν κατέστη Μητροπολίτης Δημητριάδος.
.        Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1961 κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ γιὰ μένα. Ὁ Γέροντας μὲ ἐνημέρωσε ὅτι μαζὶ μὲ τὰ πνευματικά του παιδιὰ Χρῆστο Παρασκευαΐδη, Ἀθανάσιο Λενὴ καὶ κάποια ἀκόμη ἀμέσως μετὰ τὸ Πάσχα θὰ ἀναχωροῦσαν γιὰ τὰ Μετέωρα, ὅπου καὶ θὰ ἐγκαταβίωναν στὴ Μονὴ Βαρλαάμ. Ὁ Θεὸς τὰ ἔφερε ἔτσι τὰ πράγματα οἱ πατέρες νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ἀθήνα τὸν Αὔγουστο τοῦ 1962. Ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος τὸ 1961 χειροτονήθηκε διάκονος καὶ τὸ 1962 πῆρε τὸ πτυχίο τῆς Νομικῆς. Παρένθεση: Ἀργότερα, τὸ 1967, πῆρε καὶ τὸ πτυχίο τῆς Θεολογικῆς καὶ τὰ δύο μὲ «ἄριστα», σπάνια περίπτωση γιὰ τὴν ἐποχή. Τὸ 1981 ἐγκρίθηκε ἡ ἐναίσιμος ἐπὶ διδακτορίᾳ διατριβή του, ποὺ ὑπεβλήθη στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο τῆς Θεσσαλονίκης μὲ θέμα «Ἱστορικὴ καὶ Κανονικὴ θεώρησις τοῦ παλαιοημερολογητικοῦ ζητήματος κατά τε τὴν γένεσιν καὶ τὴν ἐξέλιξιν αὐτοῦ ἐν Ἑλλάδι», ἡ μόνη ἐπιστημονικὴ μελέτη ποὺ ἔχει γραφεῖ γιὰ τὸ Παλαιοημερολογητικό, πρόβλημα ποὺ ταλανίζει ἀκόμη τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος..
.        Ὅταν ἐπέστρεψαν οἱ πατέρες στὴν Ἀθήνα καὶ ἐπειδὴ ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος ἦταν μὲν κληρικός, Χριστόδουλος πιά, ἀλλὰ πτυχιοῦχος ὄχι τῆς Θεολογικῆς σχολῆς, ἀλλὰ τῆς Νομικῆς, ὑπηρέτησε ὡς Διάκονος κανονικὰ τὴν στρατιωτικὴ θητεία του. Πρῶτα στὸ 6ο Σύνταγμα Πεζικοῦ, στὴν Κόρινθο, καὶ στὴ συνέχεια στὴ Σχολὴ Εὐελπίδων. Στὴν Κόρινθο γνώρισε τὸν πρωτοσύγκελλο τῆς ἐκεῖ Μητροπόλεως, ἀείμνηστο ἐξαίρετο κληρικὸ π. Νεκτάριο Μαρμαρινό, ὁ ὁποῖος τοῦ συμπαραστάθηκε τὸν καιρὸ ποὺ ἔμεινε ἐκεῖ. Ὁ μακαριστὸς πάντοτε διατηροῦσε πρὸς τὸν π. Νεκτάριο αἰσθήματα σεβασμοῦ καὶ εὐγνωμοσύνης. Τὸ 1965 ὁ π. Χριστόδουλος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ τοῦ ἐδόθη τὸ ὀφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτου.
.        Μὲ τὴν ἐπιστροφή τους στὴν Ἀθήνα οἱ τρεῖς πατέρες ἔκαμαν κέντρο τῆς ἱεραποστολικῆς τους δραστηριότητας τὸ Παγκράτι, ὅπου καὶ διέμεναν. Ὁ π. Καλλίνικος εἶχε διοριστεῖ ἱεροκήρυκας στὸν Προφήτη Ἠλία Παγκρατίου, ἀλλὰ καὶ στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα καὶ στὸν Ἅγιο Νικόλαο Καισαριανῆς (Σημ. Τότε ἀνῆκε στὴν Ἀρχιεπισκοπή). Τὸ 1964 ὁ Γέροντας δημιούργησε τὸν Σύνδεσμο Ἀγάπης «Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος», τὸν ὁποῖον ἀποτελοῦσαν εὐσεβεῖς γυναῖκες καὶ ἄνδρες τῆς περιοχῆς. Πρώτη αἴθουσα συγκεντρώσεών τους ἦταν ἕνα ἡμιυπόγειο μίας πολυκατοικίας κοντὰ στὸν Προφήτη Ἠλία Παγκρατίου. Ὁ πρ. Μητροπολίτης Πειραιῶς εἶχε ἀναλάβει ἐπίσης τὸ Ἀνώτερο Κατηχητικό τῆς ἐνορίας, μὲ προσέλευση ἄνω τῶν 80 νέων τοῦ Λυκείου. Τὸ 1965 διοργάνωσε τὴν πρώτη κατασκήνωση μὲ τριάντα περίπου ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς μαθητές. Τόπος τῆς κατασκήνωσης ἡ παραλία τῆς Ἀταλάντης Φθιώτιδας, σὲ κτῆμα ποὺ τοῦ παραχώρησε εὐσεβὴς χριστιανός, ὑποθηκοφύλακας τῆς ἐν λόγῳ κωμόπολης στὸ ἐπάγγελμα. Μαζί του στὴν κατασκήνωση φυσικὰ καὶ οἱ διάκονοι πατέρες Χριστόδουλος καὶ Ἀμβρόσιος. Μαζὶ καὶ ὁ ὁμιλῶν, ἂν καὶ φοιτητὴς πλέον τοῦ Χημικοῦ Τμήματος τοῦ ΕΚΠΑ. Μὲ εἶχαν ὀνομάσει «ὑπαρχηγὸ τῆς κατασκήνωσης». Στὴν λειτουργία της συμπαραστάθηκαν ἐθελοντικὰ κυρίες τοῦ Συνδέσμου, ποὺ εἶχε δημιουργήσει στὸ Παγκράτι. Ὀφείλω νὰ πῶ ὅτι ἐκεῖ πέρασα ἀπὸ τὶς ὡραιότερες ἡμέρες τῆς ζωῆς μου καὶ ἕως σήμερα μοῦ μένουν ἔντονα χαραγμένες στὴ μνήμη μου. Ἕως καὶ σήμερα θυμᾶμαι τὸ σύνθημά της «Ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος» (Τιμ. γ΄ 17).
.             Μερικὰ ἀπὸ τὰ στοιχεῖα, ποὺ μοῦ τὴν κατέστησαν ἀλησμόνητη: Εἴχαμε τοὺς πατέρες κοντά μας, ὁ π. Ἀμβρόσιος ἔπαιζε μαζί μας βόλεϊ, ὑπῆρχε πρόγραμμα, ποὺ τηρούσαμε, ἔμαθα – τρόπος τοῦ λέγειν – νὰ τρώω φαγητὰ ποὺ ἔκανα τὸν δύσκολο στὴ ἀείμνηστη μητέρα μου νὰ τὰ τρώγω. Κυρίως εἴχαμε, γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωή μας, εὐκαιρίες πνευματικῶν ἐνασχολήσεων, συζητήσεων καὶ συμμετοχῆς σὲ πρότυπες ἀκολουθίες – ἑσπερινοῦ καὶ παρακλήσεων – καί, ὡς ἀποκορύφωμα, στὴ Θεία Λειτουργία. Τὶς ἀκολουθίες τὶς κάναμε σὲ ἕνα τσιμεντένιο σκελετωμένο πολεμικὸ παρατηρητήριο, κατὰ τὰ δειλινά, ὅταν ὁ ἥλιος βασίλευε πραγματικά, μὲ τὰ πορφυρὰ χρώματα ποὺ φοροῦσε. Τὴ νύχτα, ἀσέληνη ἢ μὲ σελήνη, καὶ ἐνῶ τὰ παιδιὰ – κατασκηνωτὲς εἶχαν πάει γιὰ ὕπνο, καθόμουν μὲ τοὺς πατέρες Χριστόδουλο καὶ Ἀμβρόσιο στὴν παραλία καὶ κάναμε πνευματικὲς συζητήσεις, ποὺ τόσο μοῦ ἄρεσαν, ὥστε ἔλεγα νὰ μὴν τελειώσουν…
.                 Ὁ Γέροντας π. Καλλίνικος ἤθελε ὁ Σύνδεσμος νὰ μετοικήσει ἀπὸ τὸν ὑπόγειο χῶρο σὲ ἕνα κοντινὸ ἰδιόκτητο παλαιὸ κτίριο, τοῦ Μεσοπολέμου. Τὸ πέτυχε σύντομα. Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ κύρος ποὺ διέθετε συγκέντρωσε κοντά του ἀνθρώπους πιστούς, ἀνιδιοτελεῖς καὶ ἱκανούς. Μὲ τὴ συμπαράστασή τους, οἰκονομικὴ καὶ τεχνική, ἀγοράστηκε τὸ οἴκημα, στὴν ὁδὸ Πυργοτέλους 3, κοντὰ πάντα στὸν Προφήτη Ἠλία Παγκρατίου. Εἶχε ἰσόγειο, μία μικρὴ αὐλὴ καὶ ἕναν ὄροφο. Αὐτὸ ἔγινε γιὰ χρόνια τὸ κέντρο τῆς δραστηριότητας τῶν τριῶν ἱερέων. Ἀργότερα στὴ θέση αὐτοῦ τοῦ οἰκήματος, πάντα μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου, τὶς ἱκανότητες τοῦ Γέροντα καὶ τὴ συμπαράσταση τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου, τοῦ π. Ἀμβροσίου καὶ πολλῶν κυρίων καὶ κυριῶν, ἀνηγέρθη πολυκατοικία μὲ μεγάλη αἴθουσα γιὰ ἐκκλησιασμὸ καὶ διαλέξεις καὶ σύγχρονες ἐγκαταστάσεις γιὰ τὴν φιλοξενία μαθητῶν στὴν ἀρχὴ καὶ ἀργότερα φοιτητῶν, Ἑλλήνων καὶ ἀλλοδαπῶν
.                 Ἡ πρώτη ὅμως, ἀπὸ τὸ 1965, ἦταν ἡ «ἡρωική», ὅπως τὴ χαρακτηρίζω, καὶ παραδεισένια ἐποχὴ τοῦ πρώτου παλαιοῦ οἰκήματος, ὅπου, ὅταν ἔβρεχε, βάζαμε σκάφες γιὰ νὰ μαζεύουμε τὰ νερὰ ἀπὸ τοὺς κοιτῶνες, ποὺ ὑπῆρχαν στὸν πάνω ὄροφο… Μὲ τὴν ἀγορά του ἄρχισε νὰ ὑλοποιεῖται ὁ σκοπὸς τῶν τριῶν κληρικῶν, ποὺ ἦταν πρῶτον ἡ πνευματικὴ οἰκοδομὴ τῶν χριστιανῶν καὶ δεύτερον ἡ πρακτικὴ πνευματικὴ καὶ κοινωνικὴ προσφορά. Καὶ αὐτὴ ἦταν ἡ συγκέντρωση ἄνω τῶν τριάντα ἐμπερίστατων παιδιῶν –πτωχῶν, ὀρφανῶν, μὲ οἰκογενειακὲς δυσκολίες– ἀπὸ διάφορες περιοχὲς τῆς χώρας, ποὺ νὰ τὰ περιθάλψουν καὶ νὰ τὰ σπουδάσουν. Ὅλα ἦρθαν μὲ σύσταση τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου ἢ κάποιου ἄλλου κληρικοῦ. Τὰ περισσότερα δὲν ἤξεραν τὶς πυτζάμες –τὶς νόμιζαν κυριακάτικα ροῦχα–, δὲν φοροῦσαν τὰ συνήθη παπούτσια καὶ παρακολουθοῦσαν πλημμελῶς τὸ σχολεῖο, ἀφοῦ δὲν εἶχαν κάποιον νὰ τὰ ὠθήσει στὰ γράμματα καὶ νὰ τὰ βοηθήσει.
.                 Δύσκολο τὸ ἔργο τῶν πατέρων αὐτὰ τὰ παιδιὰ νὰ σπουδάσουν καὶ νὰ ἀνταγωνιστοῦν στὰ κανονικὰ σχολεῖα τῶν Ἀθηνῶν τὰ παιδιὰ τῶν ἀστικῶν οἰκογενειῶν. Ὅμως τὰ κατάφεραν. Τὰ παιδιὰ αὐτὰ σήμερα εἶναι καλοὶ οἰκογενειάρχες, καὶ καλοὶ ἐπαγγελματίες, πολλὰ εἶναι ἐπιστήμονες (δικαστικοί, ἰατροί, οἰκονομολόγοι) ἕνας πετυχημένος ζωγράφος – ἁγιογράφος μὲ μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὴν ὀνομαστὴ σχολὴ τῶν Beaux Arts στὸ Παρίσι καὶ δύο χειροτονήθηκαν κληρικοί, ὁ ἕνας εἶναι ὁ σημερινὸς ἡγούμενος τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας Χρυσοπηγῆς, π. Ἐφραὶμ Παναούσης καὶ ὁ ἄλλος ὁ ἀρχιμανδρίτης τῆς Μονῆς π. Χριστοφόρος Καρακάσης.
.                 Σὲ αὐτὸ τὸ Ἵδρυμα ἀποφασιστικὴ ἦταν ἡ βοήθεια τῶν ἀείμνηστων κυριῶν, ποὺ ἐθελοντικὰ βοηθοῦσαν τὸ ἔργο τῶν πατέρων. Μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡ ἀείμνηστη μητέρα μου. Μαγείρευαν, περιποιοῦντο τὰ παιδιὰ σὰ δικά τους, συγύριζαν, συγκέντρωναν συνδρομὲς γυρίζοντας ὅλο τὸ Παγκράτι καὶ ὄχι μόνο. Ἀποφασιστικὸς ἦταν καὶ ὁ ρόλος τῶν φοιτητῶν, ποὺ παράλληλα μὲ τὶς ὑποχρεώσεις τους ἀφιέρωναν ὧρες γιὰ νὰ βοηθήσουν τὰ παιδιὰ νὰ φτάσουν στὸ ἐπίπεδο τῶν συμμαθητῶν τους.
.                 Πρέπει νὰ σᾶς πῶ ὅτι ὁ Γέροντας συγκρότησε φοιτητικὸ σύνδεσμο ἀπὸ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἀνωτέρου Κατηχητικοῦ, ὅταν μπήκαμε σὲ Ἀνώτατες Σχολές. Σὲ αὐτὸν ἤμασταν περισσότεροι ἀπὸ τριάντα φοιτητὲς διαφόρων σχολῶν. Κάποιοι ἀφιερώναμε ὧρες πολλὲς στὸ διάβασμα τῶν παιδιῶν. Ὡς σύνδεσμος βλεπόμασταν κάθε ἑβδομάδα. Συνήθως ὑπῆρχε μία εἰσήγηση ἀπὸ τὸν Γέροντα, πότε – πότε ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο, καὶ ἀκολουθοῦσε συζήτηση. Στὴ συζήτηση πιὸ ἀνοικτὰ μιλούσαμε μὲ τὸν μακαριστὸ ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ἡ εὐρυμάθειά του καὶ ἡ σὲ βάθος γνώση θεμάτων ἔξω ἀπὸ τὴ Θεολογία καὶ τὴ Νομική, ἐπιστῆμες ποὺ εἶχε σπουδάσει. Ἀπὸ τότε εἶχε τὴν ἔφεση νὰ ἐνημερώνεται γιὰ τὰ πιὸ σύγχρονα θέματα καὶ νὰ εἶναι ἕτοιμος μὲ ἐπιτυχία νὰ ἀντιμετωπίσει τὰ ὅσα ὑποστήριζε ἡ ἀθεϊστική, μηδενιστικὴ καὶ ἡδονιστικὴ προπαγάνδα.
.                 Παράλληλα ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος εἶχε ἀπὸ τότε καὶ ἐκεῖνος ποιμαντικὴ μέριμνα γιὰ τὸ Ἵδρυμα. Εἶχα τὴν εὐλογία σὲ ἕνα διάστημα, ποὺ τὸ Ἵδρυμα μὲ τὰ πάνω ἀπὸ 30 παιδιὰ ἔμεινε χωρὶς διευθυντή, νὰ ἐπιστρατευθῶ σὲ μία δύσκολη μάλιστα περίοδο γιὰ τοὺς πατέρες καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὸν Γέροντα Καλλίνικο. Ἦταν τὸ φθινόπωρο τοῦ 1967, ὅταν οἱ Χριστόδουλος καὶ Ἀμβρόσιος ἀποσπάσθηκαν μαζὶ μὲ ἄλλους κληρικοὺς τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς ἀπὸ τὸν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο ὁ πρῶτος στὸ Κιλκὶς καὶ ὁ δεύτερος στὸ Ξινὸ Νερὸ Φλωρίνης, γιὰ ἱεραποστολικὴ ἐνίσχυση τῶν ἐκεῖ Μητροπόλεων. Μὲ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο στὸ διάστημα αὐτὸ διατηρήσαμε ἀλληλογραφία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀτίμητο πνευματικὸ θησαυρὸ γιὰ μένα.
.                 Θὰ σᾶς διαβάσω ἐνδεικτικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὶς ἐπιστολές του, ποὺ δείχνουν ὅτι ἀπὸ νέος -28 ἐτῶν ἦταν τότε- εἶχε πνευματικὴ ὡριμότητα καὶ ἱεραποστολικὸ ζῆλο. Στὶς 8 Ὀκτωβρίου 1967 μοῦ ἔγραψε: «Τὸ ἔργον σου εἶναι δύσκολον. Ναί. Τὸ ἔχεις ἤδη διαπιστώσει. Τὰ παιδιὰ φέρουν ἐνίοτε καταβολὰς βαθέως ἐρριζωμένας καὶ δυσκόλως ἀποσπωμένας. Ἔχεται ἀληθείας τὸ “φύσιν πονηρὰν μεταβαλεῖν οὐ ράδιον”. Ὅσην καὶ ἂν ἀποδίδωμεν ἀξίαν εἰς τὴν ἀγωγήν, φαίνεται ὅτι εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις συναντῶμεν γρανιτώδη ἐδάφη ἀνεπίδεκτα καλλιεργείας. Παρὰ ταῦτα χρειάζεται νὰ ἐπιμείνωμεν. Εἶναι ὄντως γρανίτης ἢ μήπως πετρώδης ὄγκος εὐκόλως παραμεριζόμενος ἢ διαλυόμενος; Παρὰ ταῦτα μᾶς ἀναμένουν ἀπογοητεύσεις. Δὲν θὰ θερίσωμεν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀγροὺς τὴν αὐτὴν συγκομιδήν. Ἡ αὐτὴ σπορά, ὁ ἴδιος κόπος, δὲν θὰ ἀνταμειφθεῖ ἰσοτίμως πανταχόθεν. Εἶναι ἀποδεδειγμένον αὐτό. Δι’ αὐτὸ σὺ βάδιζε, ὅπως βαδίζεις καὶ πράττε ὅπως πράττεις. Τὸν Κύριόν μας ἀγάπα, τὰ πλάσματά Του συμπόνα καὶ τὸ καθῆκον σου ἐπιτέλει. Διὰ τὰ περαιτέρω ἔχει τὸν λόγον ὁ Θεός».
.                 Καὶ ἕνα δεύτερο: «Πολλάκις συλλαμβάνομεν τὸν ἑαυτόν μας παρεκτρεπόμενον. Τότε κρημνίζεται παταγωδῶς ἐντός μας τὸ ἀπαίσιον τεῖχος ποὺ ὤρθωσε, τῇ ἀνοχῇ μας, ὁ ἐγωισμός μας. Πρὸ τῶν ἐρειπίων καὶ τῶν συντριμμάτων, ὁ πληγεὶς ἐγωισμὸς θρηνεῖ τότε. Δὲν πιστεύει εἰς ὅσα βλέπει. Πασχίζει νὰ συγκαλύψη προχείρως, ὅπως-ὅπως τὴν πτῶσιν. Νὰ δικαιολογήση αὐτήν, νὰ ἀνεύρη ἐλαφρυντικά. Ἂν ὁ θόρυβος τοῦ καταρρέοντος πύργου καὶ αἱ οἰμωγαὶ τοῦ τραυματισθέντος γοήτρου μας ἀφυπνίσουν ἐντός μας τὴν αὐτογνωσίαν, τότε ἡ λύπη εἰς χαρὰν τραπήσεται καὶ ἡ ἧττα εἰς νίκην».
.                 Καὶ ἕνα τρίτο, περὶ ἱεραποστολῆς. Τὸ ἔγραψε στὶς 16 Ὀκτωβρίου 1967: «Κάποτε ὡμιλήσαμε περὶ ἱεραποστολῆς. Εἶναι κάτι ποὺ μοῦ ἀρέσει, μὲ ἱκανοποιεῖ, μὲ εὐχαριστεῖ. Εἶναι μέγα ὄντως ὑπούργημα, νὰ γίνεσαι νυμφαγωγὸς ψυχῶν πρὸς Κύριον. Σκέπτομαι πὼς αὐτὸ ἦτο τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου καὶ ἀπὸ τῶν Ἀποστόλων μέχρι τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ καὶ τῶν συγχρόνων μας, διὰ νὰ περιορισθῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα μας. Εἶναι ἔργον φλόγας, ποὺ καίει τὰ ξερὰ κι ἑτοιμάζει τὸ ἔδαφος γιὰ τὴν καρποφορίαν. Μόνον πρέπει νὰ ἀγρυπνῶ “μήπως ἄλλοις κηρύξας, αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι…”. Κι ὁ κίνδυνος αὐτὸς εἶναι μεγάλος. Ἂν ξεπέσωμε στὸ “λέγουσι καὶ οὐ ποιοῦσι”, τότε ὁ φαρισαϊσμὸς θὰ μᾶς κυριαρχήση, καὶ ἀντὶ σωτηρίας τὴν κατάκρισίν μας θὰ ἐλκύσωμε. Πάντοτε τὴν ἱεραποστολὴν τὴν ἀγαποῦσα, σὰν μέσο σωτηρίας τῆς ψυχῆς μου, κατὰ τὸ “ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὐτοῦ… σώσει ψυχὴν ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν”. Ὅταν ὅμως αὐτὴ γίνεται αἰτία μείζονος καταδίκης μου, τότε ἂς μοῦ ἔλειπε. Χρειάζεται προσοχὴ καὶ ἐπαγρύπνησις καὶ πλήρης καὶ τελεία ἐξάρτησις ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ τὸν πνευματικόν μου. Πιστεύω ὅτι ὁ Κύριος θὰ φανῆ ἵλεως. Καὶ αὐτὸ μὲ παρηγορεῖ».
.                 Ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος, ὅταν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, διορίστηκε στὸ Ἱερὸ Ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, στὴν περιοχὴ Ἀσύρματος, στὰ σύνορα τῆς συνοικίας Ἁγίου Δημητρίου (Μπραχαμίου) μὲ τὴ Νέα Σμύρνη. Τὸ 1965 ἡ περιοχὴ εἶχε τὶς ἐγκαταστάσεις τοῦ ἀσυρμάτου καὶ ἦταν ἀραιοκατοικημένη μὲ χαμηλά, πτωχικὰ σπίτια, κυρίως προσφύγων ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία. Οἱ περισσότεροι κάτοικοι ἐργάτες καὶ κτηνοτρόφοι. Σὰν ἄνθρωποι ἦσαν πολὺ θερμοὶ καὶ μὲ ἕνα αὐθορμητισμὸ στὰ συναισθήματά τους ἀγκάλιασαν ἀμέσως τὸν νέο ἀρχιμανδρίτη. Θυμᾶμαι ἀκόμη τὸ πανηγύρι, κυριολεκτικὰ τὸ λέγω, ποὺ κάνανε ὅταν πῆγε στὸ ναὸ γιὰ πρώτη φορά. Καὶ ὁ ναὸς μικρὸς καὶ πρόχειρος τότε….
.                 Ἐκεῖ ἔμεινε λίγο καιρό, πρὸς μεγάλη θλίψη τους. Πῆγε ὄχι μακριά τους, ἀλλὰ σὲ μία μεγαλύτερη καὶ μὲ ἄλλη σύνθεση ἐνορία, τῆς «Παναγίτσας» τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου. Καὶ ἐκεῖ πρόσφυγες, ἀλλὰ Κωνσταντινουπολίτες οἱ πολλοί, ἀστοὶ στὴ νοοτροπία. Κάποιοι ἀπὸ τὸν Ἀσύρματο τὸν ἀκολούθησαν καὶ ἐκκλησιάζονταν στὴ νέα του ἐνορία. Ἐκεῖ πάλι μεγαλούργησε. Ἐπιστράτευσε ἀπὸ τὸ Παγκράτι φοιτητὲς καὶ τοὺς διόρισε κατηχητές, γιὰ νὰ βοηθήσουν στὸ ποιμαντικὸ ἔργο του στοὺς νέους καὶ στὶς νέες. Ἡ σύζυγός μου, τότε νέα ἐπιστήμων χημικός, ἀνέλαβε τὸ ἀνώτερο κατηχητικὸ τῶν κοριτσιῶν, ὁ ἴδιος ἔκαμε τὸ ἀνώτερο τῶν ἀρρένων, στὸν ὁμιλοῦντα εἶχε ἀναθέσει τὸ Μέσο καὶ στὸν φυσικὸ Χρίστο Χριστοδούλου, ἐπίσης ἀπὸ τὸν Σύνδεσμο Φοιτητῶν τοῦ Παγκρατίου, τὸ κατώτερο. Ἐξέδωσε τότε ἕνα πρωτοποριακὸ γιὰ τὴν ἐποχὴ νεανικὸ περιοδικό, στὸ ὁποῖο, κατόπιν προτροπῆς του, γράφαμε καὶ ἐμεῖς. Τελειοποίησε τὸν ἐπιβλητικὸ Ναὸ καὶ δημιούργησε στὸ ὑπόγειό του μεγάλη αἴθουσα, ποὺ χρησιμοποιεῖται ὡς πνευματικὸ κέντρο. Συνεργαζόταν μὲ τὸν Γεώργιο Καψάνη, ὡς λαϊκό, καὶ μὲ τὴν νεανική του κίνηση, ἐπίσης στὸ Παλαιὸ Φάληρο, ποὺ ἔχει τὸ ὄνομα «Παντοκράτωρ».
.                 Τοῦ ἄρεσε συνεχῶς νὰ διαβάζει καὶ νὰ γράφει. Εἶχε ἀπλησίαστη γιὰ μᾶς ἀντίληψη καὶ ταχύτητα ἀφομοίωσης στὸ διάβασμα καὶ ἦταν ταχύτατος στὴ διατύπωση τῶν σκέψεών του, εἴτε χειρόγραφα εἴτε στὴ γραφομηχανή. Κάποτε, στὴν Ἱερὰ Σύνοδο τοῦ εἶπαν γιατί δὲν μαθαίνει τὸ «τυφλὸ σύστημα» στὴ γραφομηχανή, γιὰ νὰ γράφει πιὸ γρήγορα. Ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε «Μὰ γράφω πολὺ γρήγορα». Τοῦ εἶπαν ἀστειευόμενοι: «Δηλαδὴ θὰ μποροῦσες νὰ ἀνταγωνιστεῖς μία ἐπαγγελματία δακτυλογράφο;». Τοὺς προκάλεσε νὰ κάνουν μία δοκιμή. Τοῦ ἔφεραν κείμενο μίας σελίδας καὶ τοῦ εἶπαν τὸν χρόνο ποὺ ἔκαμε ἡ ἐπαγγελματίας δακτυλογράφος. Ἐκεῖνος ἔκαμε λιγότερο. Ἀπὸ τότε δὲν ξανασυζήτησαν τὸ θέμα…
.                  Ἀπὸ τὰ βιβλία του τὸ πρῶτο χρονολογικὰ ἦταν ἡ μεταφορὰ στὰ γαλλικὰ τῆς ἱστορίας τῆς Μονῆς Βαρλαὰμ Μετεώρων καὶ τῶν θησαυρῶν, ποὺ ὑπάρχουν σὲ Αὐτήν. Ὅπως γνωρίζετε, εἶχε τελειώσει τὴ Λεόντειο ἑλληνογαλλικὴ σχολὴ καὶ ἤξερε ἄριστα τὰ γαλλικὰ καὶ ὄχι μόνο. Εἶχε ἕνα ταλέντο στὴν εὔκολη ἐκμάθηση τῶν ξένων γλωσσῶν. Ὡς Ἀρχιεπίσκοπος μποροῦσε νὰ συνεννοηθεῖ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ γαλλικά, στὰ ἀγγλικά, ἰταλικά, λιγότερο στὰ γερμανικὰ καὶ στὰ ρωσικά. Τὸ 1968 ἐξεδόθη ἡ ἐξαιρετικὴ μετάφρασή του ἀπὸ τὰ γαλλικὰ τοῦ πολυσέλιδου καὶ σημαντικότατου ἔργου-ντοκουμέντου τοῦ Ρώσου ἐμιγκρὲ στὸ Παρίσι συγγραφέα Νικήτα Στροῦβε «Οἱ Χριστιανοὶ εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν». Τὴν περίοδο ποὺ οὐδεὶς μιλοῦσε γιὰ τοὺς διωγμοὺς τῶν χριστιανῶν στὰ ὁλοκληρωτικὰ κομμουνιστικὰ καθεστῶτα καὶ γιὰ τοὺς νεομάρτυρες σὲ αὐτά, ὁ μακαριστὸς τόλμησε καὶ τὸ μετέφρασε καὶ ἡ «Χρυσοπηγὴ» τόλμησε καὶ τὸ ἐξέδωσε, παρὰ τὸ ὑψηλὸ κόστος ποὺ εἶχε ἡ ἔκδοση. Τὸ βιβλίο βγῆκε σὲ ἀρκετὰ ἀντίτυπα, ἀλλὰ γρήγορα ἐξαντλήθηκε καὶ δὲν ἐπανεκδόθηκε. Ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος ἦταν ὁ πρῶτος στὴν Ἑλλάδα ποὺ διὰ τοῦ βιβλίου-ντοκουμέντου τοῦ Στροῦβε ἔκαμε γνωστὸ στὴν Ἑλλάδα τὸν Ρῶσο ἅγιο Λουκᾶ τὸν ἰατρό. Ὁ σημερινὸς Μητροπολίτης Ἀργολίδος Νεκτάριος (Ἀντωνόπουλος) στὴ βιογραφία ποὺ ἔχει γράψει γιὰ τὸν Ἅγιο Λουκᾶ πολλάκις μνημονεύει τὸ βιβλίο τοῦ Στροῦβε, ἀλλά, παραδόξως, δὲν ἀναφέρει τὸν μεταφραστὴ τοῦ βιβλίου στὰ ἑλληνικά. Πάντως ὅταν ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος νοσηλευόταν στὸ «Ἀρεταίειο» νοσοκομεῖο, ὁ τότε Ἀρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος τοῦ πῆγε νὰ προσκυνήσει τεμάχιο τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου. Γιὰ τὸ ἴδιο θέμα τὸ 1970 ὁ μακαριστὸς ἔγραψε τὴ μελέτη «Ἐκκλησία καὶ κράτος ἐν Ρωσίᾳ. Σύντομος ἱστορικὴ ἐπισκόπησις τῆς διαμορφώσεως τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας κατὰ τὴν τελευταίαν 50ετίαν». Ἐξεδόθη στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἔχει καὶ αὐτὸ ἐξαντληθεῖ.
.                 Σημαντικὴ καὶ ἡ ἔκδοση ἀπὸ τὴ «Χρυσοπηγὴ» τῆς σύντομης μελέτης τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου γιὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Ε΄. Ἀπὸ τότε δὲν μποροῦσε νὰ ἀνεχθεῖ τὴν ἀδικία ποὺ γινόταν πρὸς τὸν ἐθνοϊερομάρτυρα. Αὐτή του τὴ μελέτη τὴν ἐπεξεργάστηκε ἐπὶ ἔτη καὶ τὴ διαμόρφωσε σὲ ἕνα πολυσέλιδο ἀξιόλογο ἔργο, ποὺ ἐξεδόθη ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Διακονία τὸ 2004.
.                 Σπουδαία εἶναι καὶ ἡ μελέτη του, τοῦ 1963, «Ἡ δίκη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ αἱ κατ᾽ αὐτὴν δικονομικαὶ παραβάσεις». Τὴ μελέτη ἀπέστειλε στὴν ἐφημερίδα «Καθημερινή», ἀλλὰ δὲν δημοσιεύθηκε. Δημοσιεύθηκε ἀργότερα ἀπὸ τὸν ἴδιο. Ἐπίσης σπουδαῖες καὶ πρωτότυπες ἦσαν οἱ μελέτες του γιὰ τὸν Πατριάρχη Μελέτιο τὸν Πηγᾶ, καὶ «Ἡ συμβολὴ τῶν μετὰ τὴν Ἅλωσιν Μονῶν καὶ Μοναχῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Παλιγγενεσίαν». Καὶ οἱ δύο ἐκδόθηκαν τὸ 1971, ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν εὐκαιρία τῶν 150 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821. Θὰ ἦταν μία προσφορὰ στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸ Ἔθνος, ἂν συγκεντρώνονταν καὶ ἐκδίδονταν οἱ μελέτες, ἄρθρα, ἐγκύκλιοι καὶ ὁμιλίες τοῦ Μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου γιὰ τὸ 1821, μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς 200ετηρίδας, ποὺ τὸ ἑπόμενο ἔτος θὰ ἑορτάσουμε.
.                 Τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο ἀπασχολοῦσε πολὺ τὸ θέμα τῆς στάσης καὶ τοῦ τρόπου συμμετοχῆς στὴ λατρεία τῶν ἱεροψαλτῶν. Τὸ 1968 ἐξεδόθη ἡ σχετικὴ μελέτη του, μὲ τίτλο «Εἶναι οἱ ψάλται κληρικοί;». Λίγο ἀργότερα, τὸ 1971, ἐκδόθηκαν οἱ μελέτες του «Ἡ Βυζαντινὴ Μουσικὴ ὡς Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιαστικὴ ὑμνωδία» καὶ τὸ «Ἐγχειρίδιον ἱεροψάλτου»
.                 Τὸ 1967 ἐκδόθηκε ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις «Χρυσοπηγὴ» τὸ ὀλιγοσέλιδο ἀλλὰ μὲ τόση δύναμη ψυχῆς δοσμένο βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου «Μορφὲς τοῦ Πάθους». Περιγράφει μὲ ὑψηλὴ πνευματικὴ ἔμπνευση πρόσωπα ποὺ συμμετέσχον μὲ θετικὸ ἢ ἀρνητικὸ τρόπο στὸ πάθος τοῦ Κυρίου.
.                 Ἀπὸ τὸ 1970 εἶχε προΐδει τὰ προβλήματα τῆς οἰκογένειας καὶ ἔγραψε τότε, ποὺ τὸ πρόβλημα οὐσιαστικὰ δὲν ὑπῆρχε, τὸ βιβλίο «Ἐκκλησία καὶ πολιτικὸς γάμος». Ὅπως ἀποδείχθηκε καὶ ἀπὸ τὴν μετέπειτα ἐκκλησιαστικὴ πορεία του ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα τὴ νεολαία καὶ ἔδινε ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴν ποιμαντικὴ σὲ αὐτήν. Τὸ 1971 ἔγραψε τὸ βιβλίο «Νεανικὰ ναυάγια».
.                 Ὧρες μπορῶ νὰ ὁμιλῶ γιὰ τὸν μακαριστό. Ἤδη σᾶς κούρασα. Περατώνω τὸν λόγο μου λέγοντας ὅτι ἀπὸ νέος στὴν ἡλικία ἔδειξε τὶς ἱκανότητές του καὶ τὰ χαρίσματά του, τὰ τάλαντά του. Πνευματικότης, ὁμιλία, ἀντίληψη, ἀμεσότητα, εὐχάριστη διάθεση, ἀγάπη στὸ διάβασμα, ψάλσιμο, γνώσεις καὶ Γνώση, καλοσύνη, ἀγάπη στὸν συνάνθρωπο, θάρρος στὴν ἔκφραση τῆς γνώμης του εἶναι αὐτὰ πού μοῦ ἔρχονται στὸ μυαλό.
.           Σᾶς εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ἀκούσατε, ποὺ μὲ ὑπομείνατε. Καὶ πάλι συγχαρητήρια στὸν π. Ἐπιφάνιο γιὰ τὸ ἐξαιρετικὸ βιβλίο, ποὺ ἔγραψε γιὰ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο καὶ εὐχαριστίες στὸν Σεβασμιώτατο γιὰ τὴ φιλοξενία. Νὰ ἔχομε ὅλοι τὴν εὐχὴ τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Ἦταν μία μεγάλη, ἱστορικὴ ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα, ποὺ σὺν τῷ χρόνῳ πιστεύω ὅτι θὰ ἐκτιμᾶται ὁλοένα καὶ περισσότερο ἀπὸ τὸν πιστὸ Ἑλληνικὸ λαὸ καὶ ὄχι μόνον.-

,

Σχολιάστε

1204: Η ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ! «Ἀντὶ νὰ πλήξουν τὴν ἡμισέληνο βεβήλωσαν τὸν Σταυρό!» (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

1204: Ἡ Σταυροφορία κατὰ τοῦ Σταυροῦ!

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.           Μία ἀπὸ τὶς μελανότερες σελίδες τῆς παγκόσμιας Ἱστορίας εἶναι ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Φράγκους, στὶς 13 Ἀπριλίου τοῦ 1204. Ὀκτακόσια δέκα πέντε χρόνια μετὰ τὸ τραγικὸ γεγονὸς οἱ ἐπιπτώσεις του παραμένουν ζωντανὲς καὶ ἡ νοοτροπία τῶν ἰσχυρῶν τῆς Δύσης δὲν διαφέρει πολὺ ἀπὸ αὐτήν τοῦ τότε Πάπα Ἰννοκεντίου Γ΄.
.           Ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν στὸ κλασικὸ ἔργο του «Σταυροφορίες» σημειώνει ὅτι ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Φράγκους δὲν ἔχει παρόμοιά της στὴν ἱστορία. Ἀπὸ τὴν πλευρά του ὁ Ρ. Μπράουνινγκ στὴ μελέτη του «Ἡ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία» γράφει: «Ἂν ὑπῆρξε ἕνα καὶ μόνο μοιραῖο κτύπημα γιὰ τὴν ἐξόντωση τοῦ Βυζαντίου, αὐτὸ ἔγινε τὸ 1204 καὶ ὄχι τὸ 1453».
.           Οἱ σταυροφορίες ἦσαν ἰδέα τῆς Παποσύνης. Ὅπως γράφει ὁ ρωμαιοκαθολικὸς ἱερομόναχος π. Μάρκος Φώσκολος «χωρὶς τὴ “Γρηγοριανὴ Μεταρρύθμιση” δὲν θὰ ὑπῆρχε ἡ ἔννοια τῆς σταυροφορίας». Καὶ ἐξηγεῖ: «Μὲ τὸ μεταρρυθμιστικό του ἔργο, ποὺ ἀποσκοποῦσε στὸ νὰ φέρει τὴν παποσύνη ἐπικεφαλῆς τῆς χριστιανοσύνης,… ὁ Πάπας Γρηγόριος Ζ΄ (1073 – 1085) καλλιέργησε τὴν ἰδέα (τῆς σταυροφορίας)» πιστεύοντας σὲ μεγάλα ὀφέλη. Ὁ ἴδιος συνέταξε τὸ κείμενο «Dictatus Papae». Πρόκειται γιὰ τὸ ντοκουμέντο, ποὺ ἐκφράζει τὴν διαχρονικὴ πεποίθηση τῆς Ρώμης περὶ τῆς ἀπόλυτης ἐξουσίας τοῦ Πάπα ἐπὶ τῆς Γῆς. Οὐσιαστικὰ ὁ Πάπας Γρηγόριος Ζ΄ εἶναι ὁ πρῶτος θεωρητικὸς τοῦ παποκαισαρισμοῦ καὶ τῆς θεοκρατικῆς ἀπολυταρχίας καὶ ὁ πρῶτος ἐκ δογματικῆς πεποιθήσεως πλανητάρχης.
.           Οἱ ἑπόμενοι πάπες ὑλοποίησαν τὸ σχέδιο τοῦ Γρηγορίου Ζ΄, μὲ πρῶτο τὸν Οὐρβανὸ Β΄, ποὺ ὀργάνωσε τὴν Πρώτη Σταυροφορία. Οἱ σταυροφορίες σκοπὸ εἶχαν νὰ ἀπελευθερώσουν τοὺς Ἁγίους Τόπους ἀπὸ τοὺς Μουσουλμάνους. Παράλληλα ὅμως γίνονταν πολλὰ πολιτικὰ καὶ στρατιωτικὰ παιχνίδια, γιὰ νὰ φτάσουν στὴν κατάντια οἱ σταυροφόροι στὴν Δ΄ Σταυροφορία ἀντὶ γιὰ τὰ κατακτημένα ἀπὸ τὸ Ἰσλὰμ Ἱεροσόλυμα νὰ κτυπήσουν τὴν Χριστιανικὴ Βασιλεύουσα, ἀντὶ νὰ πολεμήσουν τοὺς Μουσουλμάνους νὰ ἐξοντώσουν τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ἀντὶ νὰ πλήξουν τὴν ἡμισέληνο νὰ βεβηλώσουν τὸν Σταυρό!
.           Τί τοὺς ἔκανε νὰ προβοῦν σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ φρικτότερα ἐγκλήματα τῆς Ἱστορίας; Ὄχι βέβαια τὰ ἐσωτερικὰ προβλήματα σὲ ἐπίπεδο ἡγεσίας τοῦ Βυζαντίου. Ὁ φθόνος γιὰ τὸ μεγαλεῖο τῆς Βασιλεύουσας, καὶ ἡ ἀκόρεστη βάρβαρη ἐπιθυμία λεηλασίας τοῦ ὑλικοῦ, πνευματικοῦ, καὶ πολιτισμικοῦ πλούτου της. Ὁ ἐκ τῶν κατακτητῶν Γοδεφρεῖδος Βιλλαρδουίνος στὸ χρονικό, ποὺ ἔγραψε γιὰ τὴν ἅλωση τῆς Πόλης, περιγράφει τὸ λάγνο μάτι τῶν βαρβάρων πολιορκητῶν, ὅταν τὴν ἀντίκρισαν: «Τώρα μπορεῖτε νὰ μάθετε πῶς κοίταζαν ἐπίμονα τὴν Κωνσταντινούπολη… Δὲν μποροῦσαν ποτὲ νὰ σκεφτοῦν πὼς μπορεῖ νὰ ὑπάρχει σὲ ὅλο τὸν κόσμο μία τόσο πλούσια πόλη, ὅταν εἶδαν αὐτὰ τὰ ψηλά της τείχη καὶ τοὺς πλούσιους πύργους κι αὐτὰ τὰ πλούσια παλάτια κι αὐτὲς τὶς ψηλὲς ἐκκλησίες, ποὺ ἦταν τόσο πολλὲς ποὺ κανεὶς δὲν θὰ τὸ πίστευε, ἂν δὲν τὸ ἔβλεπε μὲ τὰ μάτια του… Δὲν ὑπῆρξε ἄνθρωπος ποὺ τὴν εἶδε καὶ δὲν ἀνατρίχιασε…».
.           Ἡ περιγραφὴ τῶν λεηλασιῶν καὶ τῶν βεβηλώσεων ἀπὸ τοὺς κατακτητὲς «σταυροφόρους» εἶναι πτωχὴ μπρὸς στὴν πραγματικότητα. Ὁ Βιλλαρδουίνος στὸ Χρονικό του σημειώνει σχετικά: «Πολλοὶ ποὺ εἶχαν σκορπιστεῖ στὴν πόλη πήρανε πολλὰ ποὺ κανεὶς δὲν ἤξερε νὰ πεῖ πόσα, χρυσάφι καὶ ἀσήμι καὶ σκεύη πολύτιμα πετράδια καὶ μετάξια καὶ γούνινα φορέματα ἀπὸ γκρίζο σκίουρο καὶ ἀπὸ ἐρμίνα καὶ ὅλα τὰ ἀκριβὰ πράματα ποὺ βρέθηκαν ποτὲ στὴ γῆ… Καὶ μεγάλη ἦταν ἡ χαρὰ γιὰ τὰ πλούτη καὶ γιὰ τὴ νίκη ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεός. Γιατί ἐκεῖνοι ποὺ ἦσαν φτωχοί, βρεθήκανε σὲ πλούτη καὶ σὲ πολυτέλεια…».
.           Οἱ ἁρπαγὲς τῶν τιμαλφῶν ἦταν ἡ μία πλευρὰ τῆς λεηλασίας. Ἡ ἄλλη ἦσαν οἱ ἁρπαγὲς τῶν πολύτιμων ἔργων τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ καὶ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ, καθὼς καὶ τὰ πολλὰ λείψανα ἁγίων. Ὅλα σήμερα βρίσκονται στὴ Δύση… Ἕνα ὁρατὸ παράδειγμα: Τὰ τέσσερα μπρούτζινα ἄλογα ποὺ ἦσαν στὸν Ἱππόδρομο τῆς Κωνσταντινούπολης βρίσκονται σήμερα στὴν Ἐκκλησία (!) τοῦ Ἁγίου Μάρκου, στὴ Βενετία… Φρικτότερη γιὰ τοὺς χριστιανοὺς καὶ γιὰ κάθε πολιτισμένο ἄνθρωπο ἦταν ἡ βεβήλωση τῶν ἐντὸς τῶν Ναῶν καὶ τῶν Μοναστηριῶν ἱερῶν σκευῶν.

Ἡ συγγνώμη τοῦ Πάπα

.           Οἱ Ἕλληνες διατηροῦν μὲ πικρία στὴ μνήμη τους τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Φράγκους. Κατὰ τὴν ἐπίσκεψη, μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας Κων. Στεφανόπουλου, τοῦ Πάπα Ἰωάννου Παύλου Β΄ στὴν Ἀθήνα ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος τοῦ ἔθεσε ἐνώπιον τῆς παγκόσμιας κοινῆς γνώμης καὶ γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ Ὀρθόδοξο Χριστιανὸ Προκαθήμενο τὴν «ἀφιλάδελφο» συμπεριφορὰ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας (Δ΄ Σταυροφορία, Φραγκοκρατία, Οὐνία) πρὸς τοὺς Ἕλληνες Ὀρθοδόξους καὶ τοῦ ἐπισήμανε ὅτι γι’ αὐτὴν ἡ Ρώμη οὐδέποτε ζήτησε συγγνώμη.
.           Στὴν ἀπάντησή του πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο ὁ Πάπας εἶπε: «Γιὰ ὅλες τὶς παρελθοῦσες καὶ παροῦσες περιστάσεις ὅπου τὰ τέκνα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἁμάρτησαν μὲ πράξεις καὶ παραλείψεις κατὰ τῶν Ὀρθοδόξων ἀδελφῶν τους, ὁ Κύριος ἂς μᾶς χορηγήσει τὴ συγχώρηση, ποὺ τοῦ ζητοῦμε… Ἀναλογίζομαι τὴ δραματικὴ ἅλωση τῆς αὐτοκρατορικῆς πόλεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία ἀπὸ τόσο μακροὺς χρόνους ἦταν ὁ προμαχώνας τὴ Χριστιανοσύνης στὴν Ἀνατολή. Εἶναι τραγικὸ ὅτι οἱ ἐπιδρομεῖς, ξεκινώντας γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἐλεύθερη πρόσβαση τῶν χριστιανῶν στοὺς Ἁγίους Τόπους, ἐστράφησαν κατὰ τῶν ἀδελφῶν τους ἐν τῇ πίστει. Τὸ γεγονὸς ὅτι χριστιανοὶ λατίνοι συμμετεῖχαν σ’ αὐτὸ προκαλεῖ στοὺς καθολικοὺς βαθιὰ θλίψη». Οἱ δύο ὁμιλίες εἶναι ἱστορικὲς καὶ ἀποσπάσματά τους περιέχονται σὲ διάφορες γλῶσσες στὴν Wikipedia καὶ στὸ λῆμμα «Ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης (1204)». –

 

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἡ παρακαταθήκη Χριστόδουλου γιὰ τὴ Μακεδονία

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.           Ἡ Μακεδονία γιὰ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο ἀποτελοῦσε πάντα ζήτημα ἰδιαίτερης μέριμνας. Κατ᾽ ἐπανάληψιν εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὴ Θεσσαλονίκη καὶ τὶς ἄλλες πόλεις τῆς Μακεδονίας καὶ πάντα μιλοῦσε καὶ γιὰ τὴν ἑλληνικότητα τῆς περιοχῆς. Ἀπόδειξη ἦταν πὼς ἡ τελευταία του ποιμαντικὴ ἐπίσκεψη, πρὶν νὰ εἰσαχθεῖ στὸ Ἀρεταίειο νοσοκομεῖο καὶ ἔκτοτε νὰ μὴν ἀνανήψει, ἦταν στὴν Ἔδεσσα. Βρέθηκε ἐκεῖ τὴν 1η Ἰουνίου 2007 – στὶς 9 εἰσήχθη στὸ Ἀρεταίειο – γιὰ νὰ συμμετάσχει στὶς ἐκδηλώσεις γιὰ τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκτέλεση τῶν Μακεδονομάχων Τέλλου Ἄγρα καὶ Ἀντώνη Μίγγα. Σὲ κάθε εὐκαιρία ποὺ τοῦ δόθηκε μίλησε ἐνώπιον μεγάλου πλήθους Μακεδόνων, οἱ ὁποῖοι ἐνθαρρύνθηκαν ἀπὸ τοὺς λόγους του καὶ τὸν καταχειροκρότησαν.
.           Στὴν ἀρχὴ τῆς κεντρικῆς ὁμιλίας του, στὶς 3 Ἰουνίου 2007, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὴν παρακαταθήκη του γιὰ τοὺς Ἕλληνες,   σημείωσε: «Εἴμαστε σήμερα ὅλοι ἐδῶ ἑνωμένοι κάτω ἀπὸ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του γιὰ τὴν ἀπότιση τοῦ χρέους τῆς μνήμης καὶ τῆς ἀλήθειας, ἔναντι τῶν Ἑλλήνων ἡρώων τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, ἐπειδὴ πιστεύουμε ὅτι ἡ συντήρηση τῆς ἱστορικῆς μνήμης δὲν ἀποτελεῖ παραχώρηση στὴ μισαλλοδοξία καὶ στὸν φανατισμό, ἀλλὰ εἶναι εὐλαβικὸ κερί, ποὺ τονίζει τὴν εὐγνωμοσύνη μας πρὸς τοὺς ἐθνικούς μας ἥρωες καὶ τονώνει τὸ ἠθικὸ καὶ πατριωτικό μας φρόνημα». Καὶ στὴ συνέχεια τόνισε μὲ νόημα: «Στὰ “πύρινα χρόνια” τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα κρίθηκε ἡ ἑλληνικότητα αὐτῆς τῆς γῆς τῶν Μακεδόνων, χωρὶς νὰ ἐξαγορασθῆ μὲ εὐτελὲς τίμημα καιροσκοπικῆς διπλωματίας, ἀλλ’ ἐπιβεβαιώθηκε μὲ τὸ αἷμα καὶ τὴ θυσία τῶν ἄξιων παιδιῶν της καὶ τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων, ποὺ προσέτρεξαν ἐθελοντικὰ καὶ πολέμησαν μὲ θαυμαστὴ αὐτοθυσία γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν τιμή. Ἂν οἱ ἥρωες σκέπτονταν ὅπως κάποιοι – εὐτυχῶς ὀλίγοι – τὴν καλοπέρασή τους, τὸν συμβιβασμὸ καὶ τὸ συμφέρον τους, δὲν θὰ εἴχαμε αὐτὴν ἐδῶ τὴν Πατρίδα. Τὴν ἔχουμε, ἐπειδὴ πλήρωσαν γι’ αὐτὴν μὲ τὴ ζωή τους οἱ Μακεδονομάχοι καὶ ὅλοι οἱ ἀγωνιστὲς ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος».
.           Τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας – παρακαταθήκης του ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος ἦταν μία ἔκκληση στοὺς Μακεδόνες: «Μείνετε ὄρθιοι στὶς ἐπάλξεις, σταθεῖτε καὶ φυλάξτε τὶς ἐθνικὲς καὶ θρησκευτικές μας παραδόσεις, διατηρεῖστε τὴν ἑνότητα μὲ τὶς ρίζες μας γιὰ νὰ μὴν ξεραθῆ ἡ ψυχή σας, ἀλλὰ νὰ εἶναι πάντα καρποφόρα. Τὸ μήνυμα τοῦτο προσλαμβάνει σήμερα ἰδιάζον βάρος γιὰ ὅλους τους Ἕλληνες καὶ μάλιστα τοὺς Μακεδόνες. Στὸ διάβα τῆς ἱστορίας μας ἡ Μακεδονία ἀπετέλεσε μῆλον ἔριδος πολλῶν γειτόνων μας. Οἱ ἀγῶνες καὶ οἱ θυσίες τῶν πατέρων μας ἔσωσαν τὴν Μακεδονία ἀπὸ τὴ βία καὶ τὴν τρομοκρατία τότε, πρὶν 100 χρόνια, τοῦ βουλγαρικοῦ κομιτάτου. Ἦταν ἀγῶνες δύσκολοι καὶ ἦταν οἱ θυσίες βαριές. Ἡ Ἐκκλησία στάθηκε ὄρθια, ὅταν τίποτε ἄλλο δὲν προσεφέρετο νὰ στηρίξει τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα. Ἔκλεισε μέσα στὸ ράσο τῶν παπάδων καὶ δεσποτάδων Της ὅλα τὰ παιδιά Της καὶ ἔδωσε πρώτη τὸ παράδειγμα τῆς αὐτοθυσίας καὶ τοῦ ἡρωισμοῦ… Ὅλοι τὸ ξέρουμε καὶ ὅλοι τὸ διαλαλοῦμε. Χωρὶς νὰ λησμονοῦμε μάθαμε νὰ συγχωροῦμε αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀδίκησαν καὶ μᾶς ἀδικοῦν. Αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος μας, ὅπως τὸ ἔχουμε διδαχθεῖ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία μας καὶ τὸν Ἑλληνισμό μας. Μπορεῖ νὰ πικραινόμαστε γιὰ κάποιες ὕποπτες συμπεριφορὲς μερικῶν παιδιῶν τῆς Πατρίδας μας, ποὺ ἀποκλίνουν ἀπὸ τὴν ἐθνική μας συμπόρευση. Στὴν Ἑλλάδα καὶ πρὶν καὶ σήμερα καὶ αὔριο κανένας δὲν μπόρεσε οὔτε θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ κάμψει τὸ φρόνημά μας. Ἀπὸ ἐμᾶς ἐξαρτᾶται νὰ δικαιωθοῦν οἱ θυσίες τῶν ἡρώων μας Μακεδονομάχων».
.           Ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος δὲν ἔμεινε μόνο στοὺς λόγους Πίστης καὶ Ἐλπίδας πρὸς τοὺς Μακεδόνες Ἕλληνες. Μὲ δύο ἐπιστολές του πρὸς τὸν Πρόεδρο τῶν ΗΠΑ Τζὸρτζ Μπούς, τὸν νεότερο, ὑπογράμμισε τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδας ἔναντι τῶν σφετεριστῶν τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς ὀνομασίας τῆς Μακεδονίας γειτόνων της. Ἡ πρώτη ἐστάλη στὶς 10 Νοεμβρίου 2004 καὶ ἡ δεύτερη ἀκολούθησε στὶς 17 Νοεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους. Καὶ οἱ δύο ἐγράφησαν μετὰ τὴν ἀπόφαση τῶν ΗΠΑ νὰ ἀναγνωρίσουν τὰ Σκόπια μὲ τὸ συνταγματικό τους ὄνομα «Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας».
.           Ὅπως σημειώνει ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος στὴν πρώτη του ἐπιστολή, ἡ χρήση τοῦ ὀνόματος «Μακεδονία» ἀπὸ τὰ Σκόπια εἶναι κάτι περισσότερο ἀπὸ μίαν ἁπλὴ καὶ ἀθώα πολιτιστικὴ ὑπεξαίρεση. Γιατί, καθὼς ἔγραψε, «τὰ ὅρια τοῦ πολιτιστικοῦ, τοῦ πολιτικοῦ καὶ τοῦ ἐπεκτατικοῦ εἶναι ἀμυδρά». Καὶ ἐπισημαίνει στὴ συνέχεια: «Οἱ Ἕλληνες θεωροῦμε πὼς ἡ ἀναγνώριση τοῦ ὅμορου μὲ τὴν Ἑλλάδα κράτους τῆς πΓΔΜ μὲ τὸ ἐθνωνύμιο “Μακεδονία” ὄχι μόνο δὲν ἐξυπηρετεῖ κανένα βαλκανικὸ κράτος, ἀφοῦ ἀνεβάζει τὴ θερμοκρασία τῆς ἔντασης καὶ τῆς καχυποψίας στὴν περιοχή, ἀλλὰ φαίνεται πὼς δικαιώνει ὅλους ὅσοι κτίζουν τὴν ἱστορία τους μὲ κλοπιμαῖα ὑλικὰ καὶ ἐπιβραβεύει ὅσους διατηροῦν ἄσβηστη τὴ σπίθα τῆς ἀταξίας καὶ τῆς μόνιμης ἀστάθειας σὲ μία κρίσιμη γιὰ τὴν Εὐρώπη περιοχὴ καὶ σὲ μίαν ἐποχὴ ἀδιάκοπων ἐντάσεων». Περαίνων τὴν ἐπιστολή του ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος, ἀφοῦ τονίζει ὅτι τὸ ὄνομα «Μακεδονία» ἀποτελεῖ κύριο στοιχεῖο τῆς πολιτιστικῆς μας κληρονομιᾶς καὶ συστατικὸ μέρισμα τῆς ἐθνικῆς μας ἰδιοπροσωπίας ὑπογραμμίζει:
«Ἐξοχότατε, εἶμαι πεπεισμένος πὼς ἡ περιστολὴ τῆς πολιτικῆς καὶ δὴ τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς στὴν ψυχρὴ καὶ μόνο ἐξυπηρέτηση ἐφήμερων καὶ ἰδιοτελῶν συμφερόντων, ἀποτελεῖ βασικὸ αἴτιο τῆς παγκόσμιας ἀστάθειας καὶ ἀταξίας στὴ μετὰ-διπολικὴ ἐποχὴ ποὺ διανύουμε. Ὡς ὀργανικὸ μέλος ἑνὸς ἱστορικοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου οἱ προτεραιότητες οὐδέποτε ὑπῆρξαν ἐφήμερες, οὔτε καν ἰδιοτελεῖς, καὶ ὡς ἐκκλησιαστικὸς ὑπηρέτης τῆς Ὀρθοδοξίας… ἐπιθυμῶ διὰ τῆς παρούσης νὰ ἐκδηλώσω μὲ τὸν πλέον ἔντονο τρόπο τὰ αἰσθήματα ἀγωνίας ποὺ μὲ διακατέχουν γιὰ τὸν κόσμο ποὺ διαμορφώνουμε μὲ πλήρη ἀπαξία στὴν ἀντικειμενικότητα καὶ τὴν ἀλήθεια».
.           Στὴ δεύτερή του ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Ἀμερικανὸ πρόεδρο ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος ἐπανέρχεται στὸ θέμα τῆς ὀνομασίας καὶ τοῦ ἐπισημαίνει προφητικά: «Μία ὀνομασία τοῦ γειτονικοῦ κράτους ποὺ νὰ περιέχει τὸν ὅρο “Μακεδονία” δὲν δύναται νὰ ἀνατρέψει τοὺς ἱστορικοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ Ἑλλάδα κατὰ τῆς ὑφαρπαγῆς τοῦ ὀνόματος ἀπὸ τὴν πΓΔΜ. Κάθε Ἕλληνας φέρει μέσα του αὐτὸ τὸ ἱστορικὸ ψῆγμα. Δὲν εἶναι μόνο τὰ ἑλληνικὰ χώματα, τὰ ὁποῖα ἀναδύουν στὴν ἐπιφάνεια τὰ ἀπομεινάρια τῆς Μακεδονικῆς δυναστείας. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ πολιτισμὸς καὶ τὰ γονίδια τὰ ὁποῖα ἔχουν κληροδοτηθεῖ σὲ μᾶς μέσω τῶν αἰώνων. Γιὰ τοὺς λόγους αὐτούς… οἱαδήποτε ἐξαναγκασμένη παρέκκλιση ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἱστορικὴν ἀλήθεια δὲν θὰ ἀποφέρει ὥριμα φροῦτα εἰρήνης καὶ καλῆς γειτονίας ἀλλὰ ἄγουρους καρποὺς καχυποψίας καὶ ἐχθρότητας μεταξὺ τῶν δύο “Μακεδονιῶν”».
.           Στὴν ὁμιλία του στὴν Ἔδεσσα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἶπε πὼς δὲν μπορεῖ νὰ σιωπᾶ, ὅταν βλέπει ὅτι κινδυνεύει ἡ Πατρίδα καὶ τὸ ποίμνιό του, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ τοῦ στοιχίζει πολὺ ἀκριβά. Ἐκ τῶν πραγμάτων εἶναι γνωστὸ ὅτι τοῦ στοίχισε. Ὅμως οἱ παρακαταθῆκες του μένουν μέτρο ἀναφορᾶς καὶ σύγκρισης γιὰ τοὺς ἑπόμενούς του Ἀρχιερεῖς.-

,

Σχολιάστε

ΟΓΔΟΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Ὀγδόντα χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Χριστόδουλου

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Στὶς 17 Ἰανουαρίου συμπληρώθηκαν ὀγδόντα χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Αὐτὴ τὴν ἡμερομηνία εἶχε γεννηθεῖ στὴν Ξάνθη τὸ 1939, προσφυγόπουλο ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη. Ἡ ἐπέτειος τῆς γέννησής του συνέπεσε περίπου μὲ τὸ συλλαλητήριο στὴν Πλατεία Συντάγματος γιὰ τὴ Μακεδονία. Ὑπενθυμίζεται ὅτι ἡ τελευταία του δημόσια ὁμιλία ἦταν γιὰ τὴ Μακεδονία. Στὶς 3 Ἰουνίου 2007 μίλησε στὴν Ἔδεσσα ἐνώπιον πλήθους ἐνθουσιῶντος λαοῦ, γιὰ τὴν ἐπέτειο τῶν ἑκατὸ ἐτῶν ἀπὸ τὴν δολοφονία τῶν Μακεδονομάχων Τέλλου Ἄγρα καὶ Ἀντωνίου Μίγγα καὶ στὶς 9 Ἰουνίου εἰσήχθη στὸ Ἀρεταίειο Νοσοκομεῖο. Ἀπὸ τότε ἦταν καταδικασμένος σὲ θάνατο καὶ σύντομα μάλιστα. Ἀνεξήγητο τὸ ὅλο ἐπικοινωνιακὸ σενάριο ἕως τὴν κοίμησή του, στὶς 28 Ἰανουαρίου 2008. Ἴσως οἱ γιατροὶ κάποια μέρα μιλήσουν. Ἴσως κάποια ἡμέρα ἀποκαλυφθεῖ ὁ ρόλος ὁρισμένων παρατρεχάμενων.
.             Τὸ πρῶτο ἑξάμηνο τοῦ 2007 ἦταν ἕνα καθημερινὸ ψυχικὸ καὶ σωματικὸ μαρτύριο γιὰ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο. Ἀπέναντί του δὲν ἦταν μόνο ἡ ἀθεϊστικὴ καὶ ἐλαυνόμενη ἀπὸ τὴν ἄθεη γαλλικὴ κουλτούρα ἰντελιγκέντσια, ἡ περὶ τὸν Κώστα Σημίτη καὶ τὴν ἀμελητέα τότε Ἀριστερά. Δὲν ἦταν ἐπίσης μόνο ὁ ἰσχυρὸς ἐξωτερικὸς παράγων, ποὺ ἐπιχειροῦσε, εἰς μάτην, νὰ τὸν «συνετίσει», διὰ ἐπισκέψεων στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ πρέσβεων καὶ ἀνωτάτων κρατικῶν στελεχῶν. Ἦταν καὶ ἡ ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ἐξοντωτικῆς διάθεσης «ἀντιπολίτευση», στὴν ὁποία συμμετεῖχε καὶ ὁ σημερινὸς Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος.
.             Παρὰ τὶς ψυχοφθόρες πικρίες ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος μετέβη τὸν Μάϊο τοῦ 2007 στὴν Κύπρο καὶ τὸν Ἰούνιο στὴ Μακεδονία, στὴν Ἔδεσσα, ὅπου καὶ ἐκφώνησε πατριωτικοὺς λόγους. Στὴν Ἔδεσσα ὁ δημόσιος λόγος του ἦταν σὰ νὰ γνώριζε τί τὸν περιμένει. Εἶπε: «Μοῦ λένε νὰ σιωπήσω. Δὲν μπορῶ νὰ σιωπήσω, ὅταν βλέπω νὰ ὑπονομεύονται οἱ ἀξίες καὶ οἱ ἀρχὲς τοῦ πολιτισμοῦ μας… ὅταν κινδυνεύει ἡ Πατρίδα μας… Δὲν μπορῶ νὰ σιωπήσω, ἔστω καὶ ἂν τὸ ὅτι ὁμιλῶ μοῦ κοστίζει πολὺ ἀκριβά». Καὶ τοῦ στοίχισε…
.             Ἡ ὁμιλία του γιὰ τοὺς Μακεδονομάχους Ἄγρα καὶ Μίγγα εἶναι προφητική. Τόνισε, μεταξὺ ἄλλων, ὅτι οἱ κριτὲς τῆς γῆς καὶ τὰ φερέφωνά τους «κανοναρχοῦν τὸ τροπάριο τῆς εἰρήνης, τῆς προσέγγισης τῶν λαῶν καὶ τῶν πολιτισμῶν ὑπὸ ἕναν ὅρο: τὴν ἀπάρνηση τῆς ἱστορίας μας, τὴν ἀπάλειψη τῶν θυσιῶν τῶν πατέρων μας, τὸν εὐνουχισμὸ τῆς νεολαίας μας μὲ τὴν ὑπόσχεση τῆς σεξομανίας, τοῦ εὐδαιμονισμοῦ καὶ τῆς ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς θρησκείας, τῶν θεσμῶν, τῆς οἰκογένειας. Ἔτσι ὅμως ἐκκολάπτονται ἢ ἐπιχειρεῖται νὰ ἐκκολαφθοῦν Ἐφιάλτες καὶ γραικύλοι, ἕτοιμοι νὰ παραδώσουν ὅλα καὶ νὰ πουλήσουν τὰ ἠθικὰ καὶ ἐθνικά τους πρωτοτόκια στὴν ἀγορὰ τῶν συνειδήσεων…».
.             Ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος μιλοῦσε καὶ εἶχε ἐπιρροὴ στὸ λαό. Ἔφτασε στὸ νὰ ἔχει θετικὴ ἄποψη γι’ αὐτὸν τὸ 80% καὶ πλέον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτὸ τρομοκράτησε τὸ κατεστημένο… Ὁ Χριστόδουλος δὲν εἶναι πλέον μαζί μας. Ὅμως προχθές, στὸ συλλαλητήριο, μοῦ ἔμεινε ὁ λόγος ἑνὸς ἱερέα ποὺ ἦταν κοντά μου καὶ πιάσαμε τὴ συζήτηση: «Ἐγὼ εἶμαι μὲ τὸν “πεθαμένο” Χριστόδουλο καὶ ὄχι μὲ τὸν “ζωντανὸ” Ἱερώνυμο». –

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ – ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Μὲ διακυμάνσεις οἱ σχέσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κ. Ἱερωνύμου
μὲ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο
(Ι)

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Οἱ σχέσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κ. Ἱερωνύμου μὲ τὸν Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο ἔχουν πολλὲς καὶ σοβαρὲς διακυμάνσεις καὶ οὐδεὶς μπορεῖ νὰ προβλέψει τὴν ἐξέλιξή τους. Ἐπὶ ἀειμνήστου Ἀρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ ὁ κ. Ἱερώνυμος, ὡς Μητροπολίτης Θηβῶν, ἀκολουθοῦσε τὴν πολιτική του. Ἕως τὴν ἀνάρρηση στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο τοῦ κ. Βαρθολομαίου δὲν ὑπῆρχε κάποιο ζήτημα στὶς σχέσεις τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Τὰ προβλήματα ἄρχισαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, διὰ τοῦ Προέδρου της, Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ, στὶς 9 Ὀκτωβρίου 1992 (Ἀριθμ. Πρωτ. 3394/1992), ἀπέστειλε ἐπιστολὴ στὸν κ. Βαρθολομαῖο (Σημ. Εἶχε ἀναλάβει Πατριάρχης στὶς 22 Ὀκτωβρίου 1991), στὴν ὁποία σημειώνει: «Ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις, ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πληροφορεῖται ὅτι ἡ Ὑμετέρα Παναγιότης, ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεως αὐτῆς εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν θρόνον, ἤρχισεν ἀνακινοῦσα, ὡς μὴ ὤφελε, καὶ θίγουσα ζητήματα ἁπτόμενα τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου, καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἀφορῶντα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, καλῶς δὲ καὶ παγίως κείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὅμως Αὕτη μεθοδεύει ἐπεμβάσεις καὶ μονομερεῖς ἐνεργείας καὶ ρυθμίσεις….
Ἐξένισεν ἡμᾶς ἡ ἀκουσθεῖσα ἀπίθανος εἴδησις περὶ μελετωμένης ἀνακλήσεως τῆς ἀπὸ 4ης Σεπτεμβρίου 1928 Πατριαρχικῆς καὶ Συνοδικῆς Πράξεως, περὶ διοικητικῆς ἀφομοιώσεως τῶν ἐν Ἑλλάδι Ι. Μητροπόλεων (τῶν λεγομένων Νέων Χωρῶν) διοικουμένων ἔκτοτε “ἐπιτροπικῶς” καὶ κατὰ πάντα ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ ἑξηκονταπενταετίαν.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετος. Ἡ ὀνομασία “Νέαι Χῶραι” οὐδεμίαν σύγχρονον πραγματικότητα ἐκφράζει. Καὶ ὁ ὅρος “ἐπιτροπικῶς” – ἵνα μὴ εἴπωμεν σχῆμα λόγου – θὰ ἐχαρακτηρίζετο παρ’ ἡμῶν μόνον ὡς σχῆμα καὶ τρόπος ἐκχωρήσεως, χωρὶς καμμίαν ἄλλην οὐσιαστικὴν προοπτικήν. Ἀπ’ ἀρχῆς ἄλλως τε κατεφάνη ἡ ἐθνικὴ ἀναγκαιότης, ὅπως ἀκολουθηθῆ ἡ ἰσχύουσα κανονικὴ ἐπιταγὴ “τὰ ἐκκλησιαστικὰ τοῖς πολιτικοῖς εἴωθε συμμεταβάλλεσθαι”. Καὶ αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐπαρχίαι ἠξίουν καὶ ἀνέμενον τὴν οἰκείαν θέσιν εἰς τὴν ἐλευθέραν ἤδη Ἑλλάδα καὶ εἰς τὸ Συνταγμάτιον τῆς πρὸ πολλοῦ Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Ἀποροῦμεν πῶς σκέπτεται τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐν προκειμένῳ. Εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἀποκοπῆ ἐκκλησιαστικῶς τὸ ἥμισυ τῆς Ἑλλάδος; Ὅταν ἐθνικοὶ κίνδυνοι ἀπειλοῦν τὰς βορείους καὶ ἀνατολικὰς ἀκριτικὰς ἐπαρχίας τῆς χώρας, εἶναι ἀδιανόητον νὰ χαραχθοῦν κάτωθεν τῆς ἐπιμάχου Μακεδονίας τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Θὰ δικαιώσωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ τὰς διεκδικήσεις τῶν Σκοπίων, αἵτινες σημειωτέον ἤρχισαν ἀπὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς χειραφετήσεως, διὰ νὰ ἐξελιχθῶσιν εἰς γεωγραφικὰς ἀπαιτήσεις καὶ ἀλλοίωσιν τῆς ἱστορίας;…». (Βλ.σχ. «Ἡ ρύθμιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς Διοικήσεως τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων τῶν ἀπελευθερωθεισῶν περιοχῶν τῆς Ἑλλάδος μετὰ τὸ 1914», Τόμος Α´, Ἔκδ. Ι. Μ. Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττου, σελ. 290-295). (Σημ. οἱ ὑπογραμμίσεις τοῦ ὑπογράφοντος).

.         Ἡ ἐπιστολικὴ ἀντίδραση τοῦ τότε Ἀρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ γνώρισε τὴν ὁμοφωνία ὅλων τῶν Μητροπολιτῶν, πλὴν τοῦ Μητροπολίτη Μεγάρων Βαρθολομαίου, ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε κάποιες ἐπιφυλάξεις, ἀλλὰ πάντως, ὡς συνοδικός, ψήφισε καὶ αὐτὸς τελικὰ τὸ κείμενο τῆς ἐπιστολῆς. Μεταξὺ αὐτῶν ποὺ στήριξαν τότε τὴ στάση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ ἦταν καὶ οἱ Μητροπολίτες Ἰωαννίνων Θεόκλητος καὶ Θηβῶν Ἱερώνυμος. Ὁ Μητροπολίτης Ἰωαννίνων, ὁ ὁποῖος ἐπὶ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου μεταβλήθηκε σὲ ἀμύντορα τῶν «δικαίων τοῦ Φαναρίου», ἐπὶ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ, μιλώντας στὴν Ἱερὰ Σύνοδο, εἶπε γιὰ τὸ τί ἀπεκόμισε ἀπὸ τὸ ταξίδι του στὴν Κωνσταντινούπολη: «Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις ὑπάρχει ἡ ἄποψις, ὅτι πρέπει νὰ ἔχη ὁ Πατριάρχης τὴν Ἐποπτείαν καὶ τὴν κηδεμονίαν ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν. Καὶ ὅτι ἐκεῖ τιτρώσκεται ἡ τιμὴ τῆς ἐπισκοπικῆς ἀξίας. Συγχοροστασία ἔγινε ἄνευ ἐγκολπίων ἐνώπιον τοῦ Πατριάρχου, ἐνῶ ὁ ἀποκρισάριος τοῦ Πατρ. Ἱεροσολύμων ἔφερεν ἐγκόλπιον…» (Αὐτ. σελ. 381. Ἡ ὑπογρ. τοῦ ὑπογρ.). Ἡ στάση ποὺ τήρησαν ἐπὶ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ ἐν ὁμοφωνίᾳ οἱ Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δὲν ἄφησαν περιθώρια στὸ Φανάρι ἐπιβολῆς τῶν σχεδίων του ἐπὶ τῶν «Νέων Χωρῶν». Πέραν ἀπὸ κάποιες θεωρητικὲς συζητήσεις καὶ ἑνὸς «non paper» πρὸς «Ἁρμόδιους παράγοντες» (Σημ. ;), τὸ Φανάρι, ἕως τὸν θάνατο τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ, δὲν ἐπανῆλθε γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ καθεστῶτος ποὺ ἴσχυε ἐπὶ 65 χρόνια στὶς Μητροπόλεις τῶν «Νέων Χωρῶν». (Βλ. σχ. Μητρ. Σεβαστείας Δημητρίου (Κομματᾶ) «Ἡ πατριαρχικὴ καὶ συνοδικὴ Πράξις τοῦ 1928 παρακωλυομένη τοῖς ὅροις», Θεσσαλονίκη, 2006, 518-527)
.         Ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς Ἀρχιεπισκοπίας τοῦ προκατόχου του, μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, ὁ κ. Ἱερώνυμος συνδέθηκε στενὰ μὲ τὸ Φανάρι καὶ κατέστη ὑπερασπιστὴς τῶν θέσεών του ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Σὲ ἰδιωτικὴ ἐπίσκεψη τοῦ Πατριάρχη στὴν Ἀθήνα, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2000 καὶ στὶς ἡμέρες τῆς ὀνομαστικῆς ἑορτῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, ὁ κ. Ἱερώνυμος τὸν προσκάλεσε στὴν Μονὴ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ὅπου καὶ τοῦ παρέθεσε δεῖπνο. Κατ’ αὐτὸ καὶ πρὸς ἱκανοποίηση μεγάλη τοῦ Πατριάρχου, προσφωνώντας τον, εἶπε: «Ἡ Αὐτοκεφαλία δὲν ἔλυσε τὰ προβλήματα. Ἀντίθετα ἀπὸ τὸ 1833 δημιουργήθηκαν πολλὰ ζητήματα». Καὶ καταλήγοντας τόνισε: «Ἡ παρουσία σας, Παναγιώτατε, καὶ ἡ συχνότερη ἐπικοινωνία μαζί σας εἶναι ἀναγκαῖες περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά. Ἰδιαίτερα στὶς ἡμέρες μας, ποὺ βλέπουμε νὰ ἑδραιώνεται μία ἐκκοσμικευμένη ἀντίληψη περὶ Ἐκκλησίας, ποὺ συρρικνώνει καὶ ἐγκλωβίζει τὸν ρόλο της σὲ στενὰ κρατικά, φυλετικὰ καὶ ἀτομικὰ ὅρια». (Ρεπορτὰζ Γρ. Καλοκαιρινοῦ, Ἐφημ. «Καθημερινή», 25 Ὀκτωβρίου 2000, σελ. 3 καὶ 26 Ὀκτωβρίου 2000, σελ. 4). Παρὼν στὸ γεῦμα καὶ ὁ Μητροπολίτης Κορίνθου, ὁ ὁποῖος πρότεινε νὰ καταργηθεῖ τὸ Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ Αὐτὴ νὰ ἐπανέλθει στὸ Φανάρι! Τί γλυκύτερα στὰ αὐτιά του θὰ μποροῦσε νὰ ἀκούσει ὁ κ. Βαρθολομαῖος, ἀπὸ τὸ ὅτι «κακῶς ὑπάρχει ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος», ἡ ὁποία ἔχει «ἐκκοσμικευμένη ἀντίληψη τῶν πραγμάτων καὶ εἶναι ἐγκλωβισμένη σὲ στενὰ κρατικὰ καὶ φυλετικὰ ὅρια»;…
.         Εἶχε προηγηθεῖ, στὴν Ἱεραρχία τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1999, μία ἄλλη, ὑπὲρ τοῦ Φαναρίου, ἐκδήλωση τοῦ κ. Ἱερωνύμου, κατὰ τὴν εἰσήγηση τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Μεσσηνίας κυροῦ Χρυσοστόμου «Περὶ τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Πρώτου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος». Τότε ἀπὸ τὸ Φανάρι κακοπίστως θεωρήθηκε ὅτι τὸ θέμα εἶναι κίνηση ἐναντίον του καὶ ὁ κ. Ἱερώνυμος πῆρε θέση ὑπὲρ τοῦ Φαναρίου. Μαζί του καὶ ἄλλοι δεκαπέντε Μητροπολίτες.
.          Ὑπενθυμίζεται ὅτι ἤδη εἶχε ἀρχίσει ἡ ἔνταση στὶς σχέσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου μὲ τὸν τότε πρωθυπουργὸ κ. Κ. Σημίτη γιὰ τὰ θέματα τῶν ταυτοτήτων καὶ τῆς διατηρήσεως τῆς ἐθνικῆς Παράδοσης τῶν Ἑλλήνων. Ἀρωγὸς στὰ σχέδια τῆς σοσιαλιστικῆς κυβέρνησης ἦταν ὁ Οἰκ. Πατριάρχης. Παράλληλα μὲ τὸν ἀδυσώπητο πόλεμο τῆς κυβέρνησης εἶχε ἀρχίσει καὶ ὁ Πατριάρχης νὰ ἐπιτίθεται ἐναντίον τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιεπισκόπου συνεχῶς, ἀναιτίως καὶ βιαίως. Στὸ «πολεμικὸ» αὐτὸ κλίμα ὁ κ. Ἱερώνυμος βρισκόταν στὸ πλευρὸ τῶν κ.κ. Βαρθολομαίου καὶ Σημίτη.
.         Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2001 ὁ κ. Ἱερώνυμος μαζὶ μὲ ἄλλους εἴκοσι πέντε Ἀρχιερεῖς ἐξέφρασαν τὴν «ἰδιαίτερη ἀνησυχία τους» γιὰ τὴν πορεία τῶν σχέσεων Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ ὁποία, ὅπως ἔγραψαν, ἂν συνεχισθεῖ ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα, «ἀσφαλῶς θὰ ὁδηγήσει εἰς καταστάσεις μὴ ἐπιθυμητάς, μὴ ἀποκλειομένου καὶ αὐτοῦ τοῦ σχίσματος» (Σημ. γρ. !!!). Ἐπρόκειτο περὶ ἐμμέσου, πλὴν σαφοῦς ἀπειλῆς: Ἢ ὑποχωροῦμε στὰ κελεύσματα τοῦ Φαναρίου περὶ τῶν Μητροπόλεων τῆς Μακεδονίας, τῆς Θράκης, τῆς Ἠπείρου καὶ τῶν νησιῶν τοῦ ἀνατολικοῦ Αἰγαίου, ἢ προκαλεῖται σχίσμα…
.         Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2003, μὲ Δελτίο Τύπου τῆς Μητροπόλεως Θηβῶν καὶ Λεβαδείας ὁ κ. Ἱερώνυμος τόνισε, μεταξὺ ἄλλων: «Οἱ Σεβασμ. Μητροπολίτες, ποὺ διαποιμαίνουν ἐπαρχίες τῆς Βορείου Ἑλλάδος ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐξελέγησαν, γνώριζαν καὶ γνωρίζουν ὅτι θὰ διακονήσουν Μητροπόλεις τοῦ Πατριαρχείου. Στὴν Πατριαρχικὴ Πράξη τοῦ 1928 ὀφείλουν τὴν ὑπόστασή τους καί, ὡς ἐκ τούτου, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τηροῦν τοὺς ὅρους τῆς Πράξεως αὐτῆς. Ὅπως ἔχει διαμορφωθεῖ σήμερα ἡ κατάσταση, ὀφείλουν ἢ νὰ εἶναι συνεπεῖς σ’ αὐτό, ποὺ ὁλοπρόθυμα δέχθηκαν νὰ ὑπηρετοῦν ἢ σ’ ἀντίθετη περίπτωση, νὰ παραιτηθοῦν». Τότε τὸ κλίμα μεταξὺ Φαναρίου καὶ Ἀθηνῶν ἦταν ἰδιαίτερα ὀξυμένο γιὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸ καθεστὼς τῶν Μητροπόλεων τῶν λεγομένων «Νέων Χωρῶν», μετὰ τὶς ἀπαράδεκτες ἐκκλησιολογικὰ καὶ κανονικὰ ἀπαιτήσεις τοῦ κ. Βαρθολομαίου. Ὁ κ. Ἱερώνυμος πάντα στὸ πλευρὸ τοῦ Πατριάρχου….
.           Στὶς 2 Δεκεμβρίου 2006 καὶ μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐκ μέρους τοῦ τότε Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου προώθηση νέου Νόμου περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοσύνης, γιὰ νὰ καταστεῖ αὐτὴ σύμφωνη μὲ τοὺς γενικοὺς κανόνες δικαίου, χωρὶς νὰ ἀφίσταται τοῦ κανονικοῦ δικαίου, ὁ κ. Ἱερώνυμος καὶ ἄλλοι ἕντεκα Μητροπολίτες (Μεγάρων Βαρθολομαῖος, Περιστερίου Χρυσόστομος, Μαντινείας Ἀλέξανδρος, Μυτιλήνης Ἰάκωβος, Ν. Ἰωνίας Κωνσταντῖνος, Τρίκκης Ἀλέξιος, Φιλίππων Προκόπιος, Γουμενίσσης Δημήτριος, Ἱερισσοῦ Νικόδημος, Διδυμοτείχου Νικηφόρος καὶ Ζακύνθου Χρυσόστομος), μὲ ἐπιστολὴ ποὺ ὑπέγραψαν, ζήτησαν ἀπὸ τὸν κ. Βαρθολομαῖο «νὰ ἀσκήσει τὰς κανονικὰς Αὐτοῦ ἁρμοδιότητας (Σημ. ὑπογρ. Ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος) πρὸς ἀποφυγὴν μειζόνων καὶ ἀπροβλέπτων ἐκκλησιαστικῶν προβλημάτων». Στὴν ἐπιστολὴ ὑπονοήθηκε καὶ πάλι τὸ ἐνδεχόμενο προκλήσεως σχίσματος ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος…. Σημειώνεται ὅτι τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2009 στὴν Ἱεραρχία ἐπανῆλθε τὸ θέμα τοῦ Νόμου περὶ ἐκκλησιαστικῶν δικαστηρίων, μὲ εἰσηγητὴ τὸν ἀείμνηστο Μητροπολίτη Φιλίππων Προκόπιο. Ἡ πρότασή του περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἰσχύοντος ἀναχρονιστικοῦ Νόμου 5383/1932 ἐνεκρίθη ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία, ἀλλὰ οὐδέποτε ὑλοποιήθηκε.
.         Μπροστὰ στὴν ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος θερμὴ ὑποστήριξη πρὸς τὶς θέσεις τοῦ Φαναρίου ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἱερωνύμου καὶ ὁμάδας Ἀρχιερέων, ποὺ τὸ 2008 συνέβαλαν στὴν ἐκλογή του, καὶ τὴν ἀβουλία καὶ ἄγνοια τῶν ἐκκλησιστικῶν καὶ ἐθνικῶν ζητημάτων στελεχῶν τῆς τότε κυβερνήσεως ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ὑποχρεώθηκε νὰ δεχθεῖ μέρος τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ κ. Βαρθολομαίου. «Θὰ γίνει αὐτὸ ποὺ θέλει ἡ πλειοψηφία τῶν Μητροπολιτῶν», εἶπε τότε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καὶ πρόσθεσε: «Εὔχομαι νὰ μὴν τὸ μετανιώσουν».-

, ,

Σχολιάστε

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Δέκα χρόνια χωρὶς Χριστόδουλο

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

   Ὁ θαρραλέος λόγος τοῦ Χριστοδούλου

.         Συμπληρώνονται δέκα χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Ἡ θαρραλέα φωνή του λείπει ἀπὸ τὸν λαό μας. Φωνὴ σωτηρίας, παρηγορίας, ἐλπίδας. Φωνὴ ἀξιοπρέπειας καὶ ἀλήθειας. Φωνὴ ποὺ ἐξέπεμπε ντόμπρα καὶ καθαρὰ Πίστη καὶ Ἑλλάδα, χωρὶς ἐθνικισμοὺς καὶ ἀκρότητες. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μιλοῦσε μὲ παρρησία χωρὶς νὰ φοβᾶται τὶς συνέπειες ἀπὸ τὰ «πεπυρωμένα βέλη» τῶν ἐχθρῶν του ἐντὸς καὶ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῶν συνόρων τῆς Ἑλλάδος.
.         Ἡ προσωπικότητά του κατέκτησε τὴν πλειονοψηφία τῶν Ἑλλήνων. Κατὰ τὶς κοσμικὲς δημοσκοπήσεις ἡ ἀποδοχή του προσέγγιζε τὸ πρωτοφανὲς καὶ ἀκατάρριπτο ἕως σήμερα ποσοστὸ τοῦ 90% τῶν πολιτῶν. Ατ π τ δεολογικοπολιτικ κατεστημένο θεωρήθηκε μέγιστος κίνδυνος. τσι π τν μέρα τς κλογς του ως τν θάνατό του ρχισε μία συστηματικ πιχείρηση ξόντωσής του. Τὴν ἡμέρα τῆς ἐκλογῆς του ὑψηλὸ κυβερνητικὸ στέλεχος διεμήνυσε ὅτι ἡ κυβέρνηση Σημίτη δὲν θὰ τὸν ἀφήσει ἀνεξέλεγκτο νὰ μιλάει…
.           Λίγους μῆνες μετὰ τὴν ἐκλογή του καὶ συγκεκριμένα στὶς 12 Δεκεμβρίου 1998, τὸ περιοδικὸ Economist, σὲ ἀνταπόκρισή του ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα προέβη σὲ μία βίαιη σὲ βάρος του ἐπίθεση. Τὸν κατηγόρησε, μεταξὺ τῶν ἄλλων, γιὰ ἐθνικισμὸ καὶ λαϊκισμό. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, διὰ τοῦ τότε Ἀρχιγραμματέως της καὶ σήμερα Μητροπολίτου Καισαριανὴς κ. Δανιήλ, ἀπάντησε ἀντικρούοντας ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὅσα τὸ περιοδικὸ ἀνέφερε. Ἡ ἀπάντησή του οὐδέποτε δημοσιεύθηκε.
.           Στὶς 5 Ὀκτωβρίου 1999, ἑνάμισι χρόνο ἀπὸ τὴν ἐκλογή του, στὴν εἰσαγωγική του ὁμιλία στὴν Ἱεραρχία ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος σημείωσε τὶς ἀντιδράσεις ποὺ ὑπῆρχαν στὶς ὁμιλίες του, ὅταν μιλοῦσε «γιὰ τὰ βιώματα τοῦ λαοῦ καὶ συντηροῦσε τὶς μνῆμες καὶ τοὺς ὁραματισμούς του». Καὶ προσέθεσε: «Θὰ μπορούσαμε νὰ ἐπιλέξουμε τὴν ὁδὸ τῆς διαχείρισης τῆς ποιμαντικῆς μας θέσεως, ἀντὶ τῆς εὐθύνης τῆς διακονίας μας. Θὰ μπορούσαμε νὰ ἀρκούμεθα στὴν μακαριότητα τῆς αὐτάρκειάς μας καὶ νὰ μὴν ἐνοχλοῦμε κανέναν, γιὰ νὰ μὴν ἔχουμε ἀντιδράσεις… Ἂν ἐπρόκειτο ἐξ ὅλων αὐτῶν ποὺ λέγονται ἢ γράφονται νὰ τραυματισθῆ ἢ καὶ νὰ συντριβῆ τὸ ἰδικόν μου πρόσωπον μόνο, ἴσως νὰ ἐπέλεγα τὴ σιωπή… Δὲν ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πράξω, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σιωπήσω. Ὑπεράνω τοῦ προσώπου μου εἶναι ἡ προστασία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία μεγάλη πνευματικὴ δύναμη, ποὺ ὁ λαός μας τὴν ἔχει ἀνάγκη. Καὶ ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ τοῦ τὴν προσφέρουμε μὲ ἁγνότητα προθέσεων καὶ μὲ ἀνιδιοτέλεια ἐπιδιώξεων». Στὴ συνέχεια τῆς ἴδιας ὁμιλίας του εἶπε: «Τὴν παρρησίαν μου οὐδέποτε ὑπέστειλα γιὰ νὰ φαίνομαι ἀρεστὸς στοὺς ἰσχυρούς. Μπροστά τους διακηρύττω τὴν εὐαγγελικὴ ἀλήθεια, ποὺ ὄχι μόνο δὲν “ψελλίζω”, ἀλλὰ μὲ στεντόρεια φωνὴ καλῶ τοὺς πάντες σὲ σύναξη πίστεως, ἀγάπης καὶ ἀλληλεγγύης πρὸς δόξαν Χριστοῦ, στήριξη τοῦ Λαοῦ καὶ ἐνδυνάμωση τῆς Πατρίδας».
.           Περαίνοντας τὴν ὁμιλία του ὁ τότε νέος ἀκόμη Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος διερωτήθηκε ἂν εἶναι τυχαία ἡ σὲ βάρος του ἐπίθεση «ποὺ συμπίπτει μὲ τὴ διαμόρφωση νέων συνθηκῶν ζωῆς στὴ χώρα μας, ὅπου ἐπιδιώκεται ἡ ἀφομοίωσή μας στὸ βάραθρο τῆς παγκοσμιοποίησης… Καὶ που τ παραδοσιακ ρείσματα το λληνισμο, ρθοδοξία, Παράδοση κα γλῶσσα, πιδιώκεται ν ποχωρήσουν κα τελικς ν χρηστευθον» γιὰ νὰ προσθέσει: «Εὑρισκόμεθα στὸ μάτι τοῦ κυκλώνα. Ἄλλοι μελετοῦν πῶς θὰ μᾶς περιορίσουν, ἄλλοι πῶς θὰ μᾶς ἐκθέσουν καὶ ἄλλοι πῶς θὰ μᾶς φιμώσουν».
.           Τὸ ἑπόμενο ἔτος 2000 ἡ κυβέρνηση Σημίτη ἀποφάσισε νὰ βάλει μπρὸς τὸ σχέδιό του νὰ περιορίσει τὸ κύρος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἀποδοχὴ ποὺ εἶχε στὸ λαό. Ἤγειρε λοιπὸν τὸ θέμα τῆς κατάργησης τῆς ἀναγραφῆς τοῦ θρησκεύματος στὶς ἀστυνομικὲς ταυτότητες. Ἤθελε νὰ προκαλέσει καὶ νὰ ταπεινώσει τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο. Στὴν Ἱεραρχία ἐξέφρασε τὴν ἀντίθεσή του στὰ τεκταινόμενα ἀπὸ τὴν κυβέρνηση καὶ σημείωσε πὼς «μόνον μύωπες δὲν κατανοοῦν ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον μίας νέας εἰκονομαχίας ἐπιδιωκούσης τὴν κατάλυσιν προαιωνίων πλαισίων ἐθνικῆς καὶ κοινωνικῆς παρουσίας τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τὸ προσκήνιον τῶν ἱστορικῶν δρωμένων τοῦ ἔθνους καὶ τὴν ἀλλοτρίωσιν τῶν συνειδήσεων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ δὴ τῶν νεωτέρων γενεῶν», γιὰ νὰ προσθέσει: «Ἐπηκολούθησεν ὁ γνωστὸς κονιορτὸς καὶ ἡ λάσπη, τὴν ὁποίαν μετὰ μανίας ἤρχισε νὰ ρίπτη πρὸς τὴν πλευρὰν τῆς Ἐκκλησίας ἡ γνωστὴ μερὶς τοῦ τύπου, γραπτοῦ, προφορικοῦ καὶ ἠλεκτρονικοῦ, λάσπη ἡ ὁποία κατευθύνεται κυρίως κατὰ τοῦ προσώπου ἡμῶν». Στὰ διλήμματα καὶ στὶς ἐπιφυλάξεις ποὺ ἐξέφρασε μερίδα Ἱεραρχῶν ἀπάντησε: «Εἴμεθα ὑπεύθυνοι ποιμένες τοῦ λαοῦ καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸν διδάξωμεν ὅτι χάριν τῆς πίστεως ἡμῶν εἴμεθα ἕτοιμοι καὶ εἰς τὸ πῦρ καὶ εἰς τὸν θάνατον νὰ χωρήσωμεν».
.           Μὲ καθημερινὸ πνευματικὸ πόλεμο κατὰ τῶν κυριάρχων τοῦ κόσμου τούτου πέρασαν δέκα χρόνια ποιμαντορίας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Στὴν Ἔδεσσα καὶ λίγες ἡμέρες πρὶν εἰσαχθεῖ στὸ νοσοκομεῖο, μίλησε ἐνώπιον μεγάλου καὶ ἐνθουσιώδους πλήθους λαοῦ, ὅπως πάντα, γιὰ Χριστὸ καὶ γιὰ Ἑλλάδα, γιὰ τὴ Μακεδονία. Στὸ τέλος τῆς ὁμιλίας του εἶπε: «Δὲν μπορῶ νὰ σιωπήσω, ὅταν βλέπω νὰ ὑπονομεύονται οἱ ἀξίες καὶ οἱ ἀρχὲς τοῦ Πολιτισμοῦ μας, ἡ Θρησκεία μας, ἡ Οἰκογένεια, ἡ Παιδεία, ἡ Πατρίδα μας. Ὅταν τὰ βλέπω αὐτὰ νὰ κινδυνεύουν, δὲν μπορῶ νὰ σιωπήσω. Δὲν μπορῶ νὰ σιωπήσω, ἔστω καὶ ἂν τὸ ὅτι ὁμιλῶ μοῦ κοστίζει πολὺ ἀκριβά».
.           Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ἕως τὸ τέλος τῆς ζωῆς του δὲν ἔπαυσε νὰ ὁμιλεῖ δημόσια, μεταξὺ τῶν ἄλλων, γιὰ τὴ Μακεδονία καὶ νὰ τονώνει τὸ ἠθικὸ τῶν Ἑλλήνων. Ἀπεβίωσε πρόωρα καὶ μ παράξενο τρόπο. Ἀπὸ τὸν θάνατό του πολλοὶ ἀνακουφίστηκαν, στὴν Ἑλλάδα καὶ στὸ Ἐξωτερικό. ν ληθεύουν τ ναγραφόμενα στ Wikileaks μερικανικ πρεσβεία στν θήνα προέβλεψε σωστ τ πότε θ πεθάνει κα σημείωσε τι κλογ το διαδόχου του «κατ πᾶσα πιθανότητα θ πηρεάσει τ συζήτηση θεμάτων πολιτικς κα κυρίως τ Μακεδονικ ζήτημα το νόματος».

Εἶπε καὶ ἔγραψε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος

.            «Ἡ Ἐκκλησία ἐνοχλεῖ κάθε φορὰ ποὺ ἔχει λόγο, ἐνοχλεῖ κάθε φορᾶ ποὺ διεκδικεῖ γιὰ τὸν ἑαυτόν της νὰ ὁμιλεῖ γιὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὸ ποίμνιό της… Ἐμεῖς, σὰν πνευματικοὶ πατέρες, μποροῦμε νὰ ποῦμε ἐὰν πονᾶς καὶ πεινᾶς… Καὶ ἐσεῖς, ποὺ εἶστε τὰ πνευματικά μας παιδιά, θὰ μᾶς ἀνεχθεῖτε σὰν πνευματικοὺς πατέρες σας, ὅταν κοιτᾶμε νὰ εἰσπράττουμε τὸν μισθό μας καὶ νὰ κάνουμε μία Λειτουργία στὴν Ἐκκλησία μας καὶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα ἀδιαφοροῦμε; Ἐμεῖς δὲν θέλουμε νὰ αὐτοκαταργηθοῦμε…» Κατανυκτικὸς Ἑσπερινὸς Ἱ. Ν. Ἁγίας Εἰρήνης Γαλατσίου, 11 Μαρτίου 2007

«Ἡ κρίση ποὺ διέρχεται ἡ χώρα δὲν εἶναι οὐσιαστικὰ οἰκονομική, ὅπως συνήθως λέγεται… Στὴ βάση της εἶναι ἠθική. Ὁ Σωκράτης τὸ εἶχε διατυπώσει ἐπιγραμματικά: οὐκ ἀπὸ χρημάτων ἡ ἀρετή, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀρετῆς τὰ χρήματα». Ἑπομένως ὅταν τὰ ἤθη, ἡ ἀρετὴ καὶ τὸ πνεῦμα ἔχουν τεθεῖ στὸ περιθώριο, τότε ὅλα τὰ ἄλλα δεινοπαθοῦν… Χρόνια τώρα οἱ κάθε λογῆς τερμίτες κατέτρωγαν τὰ σωθικὰ τοῦ Γένους, γκρεμίζοντας τὶς βάσεις τοῦ πολιτισμοῦ μας… Παντοῦ ἐπεβλήθη μία νέα τάξη πραγμάτων… Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε τραγικό. Τὸ διαπιστώνουμε σήμερα». «Ἐλεύθερος Τύπος», 9 Ἰουνίου 1990

Ὁ Χριστόδουλος καὶ ἡ Μακεδονία

.           Ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εἶχε ἰδιαίτερη ἀδυναμία στὴ Μακεδονία. Σὲ πόλη της, στὴν Ἔδεσσα, ἦταν καὶ ἡ τελευταία ὁμιλία του, στὶς 3 Ἰουνίου 2007, ἐλάχιστες ἡμέρες πρὶν τὴν ἐκδήλωση τῆς ἀσθενείας του, στὶς 8 Ἰουνίου, ποὺ τὸν ὁδήγησε στὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Ἕνα μήνα πρὶν (29 Ἀπριλίου – 6 Μαΐου 2007) εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὴν ἄλλη του πολυαγαπημένη, τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου. Μακεδονία καὶ Κύπρος οἱ δύο τελευταῖες του ἐπισκέψεις.
.           Στὴν Ἔδεσσα εἶχε μεταβεῖ γιὰ νὰ συμμετάσχει στὴν ἐκδήλωση μνήμης γιὰ τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὴν δολοφονία τῶν Μακεδονομάχων ἐθνομαρτύρων Τέλλου Ἄγρα καὶ Ἀντωνίου Μίγγα. Στὴν ὁμιλία ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει καὶ πρὸ τῆς ἐκφωνήσεώς της ἔκαμε ἰδιόγραφες προσθῆκες, ποὺ ἔχουν τὴν ἱστορική τους ἀξία.
.           Ἡ πρώτη ἦταν: «Εἴμαστε ὅλοι ἐδῶ ἑνωμένοι κάτω ἀπὸ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, γιὰ τὴν ἀπότιση τοῦ χρέους, τῆς μνήμης καὶ τῆς ἀλήθειας, ἔναντι δύο Ἑλλήνων ἡρώων τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, ἐπειδὴ πιστεύουμε ὅτι ἡ συντήρηση τῆς ἱστορικῆς μνήμης δὲν ἀποτελεῖ παραχώρηση στὴ μισαλλοδοξία καὶ στὸν φανατισμό, ἀλλ’ εἶναι εὐλαβικὸ κερί, ποὺ τονίζει τὴν εὐγνωμοσύνη μας πρὸς τοὺς ἐθνικούς μας ἥρωες καὶ τονώνει τὸ ἠθικὸ καὶ τὸ πατριωτικό μας φρόνημα».
.           Ἡ δεύτερη ἦταν: «Στὰ “πύρινα χρόνια” τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα κρίθηκε ἡ ἑλληνικότητα αὐτῆς τῆς γῆς τῶν Μακεδόνων, χωρὶς νὰ ἐξαγορασθῆ μὲ εὐτελὲς τίμημα καιροσκοπικῆς διπλωματίας, ἀλλ’ ἐπιβεβαιωθεῖσα μὲ αἷμα καὶ θυσία τῶν ἄξιων παιδιῶν της καὶ τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων, ποὺ προσέτρεξαν ἐθελοντικὰ καὶ πολέμησαν μὲ θαυμαστὴ αὐτοθυσία γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν τιμή».
.           Ἡ τρίτη προσθήκη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἦταν: «Ἂν οἱ ἥρωες ἐσκέπτονταν ὅπως κάποιοι – εὐτυχῶς ὀλίγοι – τὴν καλοπέρασή τους, τὸν συμβιβασμὸ καὶ τὸ συμφέρον τους, δὲν θὰ εἴχαμε αὐτὴν τὴν Πατρίδα. Τὴν ἔχουμε, ἐπειδὴ πλήρωσαν γι’ αὐτὴν μὲ τή ζωὴ τους οἱ Σαλαμινομάχοι, οἱ Θερμοπυλομάχοι, οἱ Τουρκομάχοι, οἱ Μακεδονομάχοι καὶ ὅλοι οἱ ἀγωνιστὲς ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος».
.           Ἡ τέταρτη ἰδιόχειρη προσθήκη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου ἦταν: «Βαρειὰ ἡ παρακαταθήκη καὶ ἀσήκωτη ἡ κληρονομιὰ τῶν Μακεδονομάχων. Αὐτὴν σήμερα ὑποβαθμίζουν ἢ καὶ καταδικάζουν εἰς μαρασμὸν τὰ συμφέροντα τῶν κριτῶν τῆς γῆς καὶ τὰ φερέφωνά των, ποὺ σὲ ὅλες τὶς κλίμακες κανοναρχοῦν τὸ τροπάριο τῆς εἰρήνης, τοῦ διαλόγου, τῆς ἀνεκτικότητας, τῆς προσέγγισης λαῶν καὶ πολιτισμῶν ὑπὸ ἕναν ὅρο: Τὴν ἀπάρνηση τῆς ἱστορίας μας, τὴν ἀπάλειψη τῶν θυσιῶν τῶν πατέρων μας, τὸν εὐνουχισμὸ τῆς νεολαίας, μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, τῆς σεξομανίας καὶ τῆς δῆθεν ἀπελευθέρωσής τους ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς θρησκείας, τῶν θεσμῶν, τῆς οἰκογένειας. Ἔτσι ὅμως ἐκκολάπτονται ἢ ἐπιχειρεῖται νὰ ἐκκολαφθοῦν Ἐφιάλτες καὶ Γραικύλοι, ἕτοιμοι νὰ τὰ παραδώσουν ὅλα καὶ νὰ πουλήσουν τὰ ἠθικὰ καὶ ἐθνικά τους πρωτοτόκια στὴν ἀγορὰ τῶν συνειδήσεων. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ ἀντιστέκεται μέχρις ὥρας. Καθῆκον μας νὰ τὴν στηρίξουμε μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις».

 

,

Σχολιάστε