Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ἀρχέτυπον

«ΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΤΟ ΑΡΧΕΤΥΠΟ τῆς ΠΑΝΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ»

ΑΠΑΤΗΛΟΙ ΣΩΤΗΡΕΣ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΗΓΕΤΑΙ
Γράφει ὁ ἱερομόναχος π. Μάξιμος Λαυριώτης,
Cambridge (U.K.)

ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος»,
ἀρ. τ. 2288/27.12.2019

.             Ἐλάχιστοι ἄνθρωποι συνειδητοποιοῦν ἀκόμα τὴν συγκλονιστικὴ σημασία ἑνὸς γεγονότος ποὺ διαμόρφωσε σχεδὸν ἀποκλειστικὰ τὶς ἱστορικὲς συνθῆκες τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Πολλοὶ Χριστιανοὶ οὔτε κἄν φαντάζονται τὸν ρόλο ποὺ ἔπαιξε τὸ “δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου” στὴν ἔλευση τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά μας σὲ συγκεκριμένο τόπο καὶ χρόνο. Τὸ διάταγμα γιὰ τὴν ἀπογραφὴ “πάσης τῆς Οἰκουμένης” ἀπετέλεσε τὴν πιὸ εὔστοχη πρόφαση πρὸς κάλυψη τῆς ἀφίξεως τοῦ Λόγου ὡς ἀνθρώπου  στὸν πλανήτη μας. Δὲν ὑπῆρχε πιὸ πολύτιμη εὐκαιρία ἀπ’ αὐτὴν γιὰ Ἐκεῖνον ποὺ ἐπεδίωκε νὰ ἐμφανισθῆ ἀνάμεσά μας ὅσο γίνεται πιὸ ἀθόρυβα καὶ νὰ συναναστραφῆ μαζί μας ὄχι ἁπλῶς σὰν κάποιος ἀπό μᾶς, ὄχι σὰν ἕνα ἀκόμη ἄτομο μέσα στὴν κοσμοπλημμύρα, ἀλλὰ σὰν ὁ πραγματικὸς καὶ ἀδιαμφισβήτητος ἑαυτός μας, ἡ ἴδια μας ἡ ταυτότητα…
.             Ἀνέκαθεν μᾶς ἤθελε ἕνα μὲ τὸν Ἑαυτό Του. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ μᾶς ἔπλασε κατ’ εἰκόνα Του. Ὅπως ἀκριβῶς στὴν δική Του θεία φύση, ἡ πολλαπλότητα δὲν λυμαίνεται τὴν ἑνότητα, ἀλλ’ ὑποτάσσεται σ’ αὐτήν, ἔτσι ὥστε νὰ μὴ πιστεύουμε σὲ τρεῖς Θεοὺς ἀλλὰ σ’ Ἕνα, ἀδιαίρετο καὶ ἀχώριστο στὶς ὑποστάσεις Θεό, ἐντελῶς ὅμοια αὐτὸς ὁ Ἕνας καὶ Μοναδικὸς Θεὸς ἔκτισε μία καὶ μόνη ἀνθρωπότητα, γιατί ἦταν ἀδύνατον ν’ ἀποτυπώσει πάνω σ’ αὐτὴν κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴν Μία καὶ Μοναδικὴ Εἰκόνα τοῦ Ἑαυτοῦ Του προαναγγέλλοντας ἔτσι ἐξ ἀρχῆς ὅτι κάποτε θ’ ἀξίωνε τὴν ἐπιστροφὴ τῆς Εἰκόνας στὸ Ἀρχέτυπό της. Εὔλογα λοιπὸν διάλεξε τὴν ἀπογραφή, γιὰ νὰ ὑλοποιήσει αὐτή Του τὴν ἀξίωση: ἦταν ἡ πρώτη φορά στὴν ἱστορία μετὰ τὴν Βαβέλ, ποὺ αὐτὴ ἡ ἀνθρωπότητα ἀποπειράθηκε νὰ ὑπερβῆ τὸν θανατηφόρο ἰὸ τοῦ μερισμοῦ καὶ τῆς διάσπασης, νὰ ξανασυναρμολογηθῆ σὲ ἑνιαία Εἰκόνα, ὥστε νὰ μπορέσει ἐπιτέλους νὰ δῆ τὸν ἀληθινὸ Ἑαυτό της. Ἡ ἀπόπειρα βέβαια γινόταν ἀπὸ ἀναρμόδιο πρόσωπο, τὸν Καίσαρα, μὲ τὴν ἀφελῶς ἐπικρατοῦσα ἀντίληψη πὼς οἱ ὑπήκοοί του ἀποτελοῦ­σαν καὶ ἀναφαίρετη προσωπικὴ ἰδιοκτησία του.  Τότε ἀκριβῶς ἐμφανίστηκε Αὐτός, ποὺ ἀνέκαθεν ἦταν τὸ Ἀρχέτυπό μας καὶ ὑπενθύμισε ἔγκαιρα καὶ διακριτικὰ πὼς κάθε γνήσια ἰδιοκτησία φέρει ἀπαραιτήτως χαραγμένη ἐπάνω της τὴν Εἰκόνα καὶ Ἐπιγραφὴ τοῦ ἰδιοκτήτου της. (Ματθ. 22:20) Ἔγινε ὁρατὸς ἀνεπαίσθητα – ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ ἀπωλεσθῆ οὐδὲ εἷς τῶν μικρῶν τούτων –  τὴν στιγμὴ ποὺ ὅλοι  ἔσπευδαν νὰ προσδιορίσουν γενεαλογικὰ τὴν ἀνθρώπινη προέλευσή τους, ὥστε νὰ προκύπτει σὰν ἐντελῶς φυσιολογικὸ ἀποτέλεσμα ὅτι δῆθεν ἦσαν δοῦλοι τοῦ Καίσαρος μὲ μοναδικὸ κριτήριο τὸ ὅτι εἶχαν γεννηθῆ στὴν ἐπικράτειά του. Γεννήθηκε στὴν ἴδια ἐπικράτεια, γιὰ νὰ δείξει πόσο γνήσια εἶναι ἡ Εἰκὼν καὶ ἡ Ἐπιγραφὴ ποὺ κατὰ φύσιν φέρουν οἱ δικοί Του δοῦ­λοι, οἱ ὁποῖες καὶ τοὺς καθιστοῦν ἀναπαλλοτρίωτους ἀπὸ κάθε εἴδους σῳσίες Του: ἀπατηλοὺς κυριάρχους, πνευματικοὺς τυράννους-γνωστοὺς κοινῶς ὡς Χριστιανοὺς Ἡγέτες- ἢ Καίσαρες τῆς ἐποχῆς, αἰσθητοὺς ἤ νοητούς…
.             Αὐτὴν τὴν φαινομενικὰ φυσιολογικὴ ἐξάρτηση ἀπὸ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου ἐρχόταν ν’ ἀμφισβητήσει ὁ Θεάνθρωπος, μὲ μόνη τὴν σιωπηρὴ Παρουσία Του: “οὐκ ἐρίσει, οὐδὲ κραυγάσει, οὐδὲ ἀκούσει τις ἐν ταῖς πλατείαις τὴν φωνὴν Αὐτοῦ”, εἶχαν προαναγγείλει οἱ Προφῆτες. Ἡ λογική Του ἦταν ἁπλή: Μόλις ἐμφανισθῆ τὸ Ἀρχέτυπο, οἱ ἀπειράριθμες ψηφίδες τῆς πανανθρώπινης Εἰκόνας, θὰ ἀνανέωναν τὴν ἀρχέγονή τους ἰδιότητα: τὸ νὰ σπεύδουν ἀκάθεκτες νὰ βροῦν τὸ ἀληθινὸ πλήρωμά τους “ἐν Αὐτῷ” (Κολ.2, 10), ἀποβάλλοντας κάθε ἰδιαιτερότητα, ἰδιοτροπία καὶ ἰδιοπροσωπία ποὺ μέχρι τότε τὶς κρατοῦσε ἀσφυκτικὰ σὲ προσωπικὴ ἀπομόνωση καὶ ἀπονοημάτιζε ἐντελῶς τὴν πρὸς  φυσικὴ κοινωνία ροπὴ τῆς ὕπαρξής τους. Τί αὐτοσυνειδησία μπορεῖ νὰ ἀναπτύξει κάθε μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη ψηφίδα, ἂν δὲν ὑποψιάζεται κἄν ὅτι ἀνήκει σὲ Εἰκόνα; Πῶς νὰ μὴ ποθεῖ τὴν ἕνωση ποὺ ἐπαληθεύει τὴν ἀληθινή της ταυτότητα; Πανανθρώπινος ὁ πόθος, ἀκαταμάχητη ἡ ἕλξη ἐπιστροφῆς στὸν Ἑαυτό μας, ἀφότου Ἐκεῖνος ὑψώθηκε “ἐκ τῆς γῆς” (Ἰω.12, 32) καρφωμένος πάνω σ᾽ ἕνα ξύλο: ὑπέρτατη ἔκφραση κενώσεως, ὥστε νὰ ἐπέλθει τὸ πλήρωμα…
.             Ὕστερα ἀπὸ μιὰ τόσο δυναμικὴ Παρουσία πάνω στὴ γῆ, ποὺ ἐξακολουθεῖ ἀπ’ τὸν καιρὸ τῆς ἀπογραφῆς νὰ παραμένει ἐντελῶς ἀπαρατήρητη (Λουκ.17, 20), ἀθόρυβη καὶ ἀπόλυτα πραγματική, δὲν εἶναι καθόλου παράδοξο πὼς ὑπάρχουν ἀκόμα σήμερα “Χριστιανοὶ” καὶ προπαντὸς “θεολόγοι”, ποὺ ἐξακολουθοῦν ν’ ἀναζητοῦν τὴν “χαμένη” ἀνθρώπινη ταυτότητα, μὰ καὶ τὴν ταυτότητα τοῦ κρυμμένου μέσα στὴν ἀνθρώπινη σάρκα Θεοῦ – ποὺ παραμένει ἀδιάκοπα “κρύφιος καὶ ἐν τῇ ἐκφάνσει” – καὶ – ἀλλοίμονο –  ἀναζητοῦν ἀκόμα καὶ ταυτότητα Ἐκκλησίας, Ἔθνους, Πολιτισμοῦ, Παραδόσεως, δηλαδὴ κάθε φευγαλέας σκιᾶς, κάθε ἀπατηλοῦ ὀνείρου τοῦ παρόντος αἰῶνος. Εἶναι γιατί ἐπιμένουν νὰ φαντάζονται μέχρι σήμερα πώς κάθε εἴδους συλλογικὴ ταυτότητα δὲν εἶναι παρὰ μία ἐπὶ μέρους ἰδιαιτερότητα μὲ πολὺ συγκεκριμένα χαρακτηριστικὰ ποὺ μποροῦν καὶ πρέπει νὰ προσδιορισθοῦν, νὰ διακηρυχθοῦν παντοῦ καὶ νὰ βαλσαμωθοῦν ὡς ἱστορικὴ παρακαταθήκη ὑπερτάτης ἀξίας, ὥστε νὰ μὴ μποροῦν νὰ τὴν σφετερίζονται οἱ βάρβαροι, οἱ ἐχθροὶ καὶ οἱ ἀνίδεοι…
.             Σίγουρα ὅλοι οἱ ἀναζητητὲς ταυτοτήτων δὲν κατάλαβαν τίποτε ἀπὸ τὸ συγκλονιστικὸ νόημα τῆς ἀπογραφῆς ἐπὶ Καίσαρος Αὐγούστου… Φοβοῦνται ἀκόμα καὶ τώρα ἀπώλεια ταυτότητος, σὰν νὰ μὴ ὑπῆρξε ποτὲ Χριστός, σὰν νὰ μὴ σαρκώθηκε ποτὲ δι’ ἡμᾶς: τοὺς ἀνθρώπους. Τρέμουν, μήπως ἐπέλθουν ἀλλοιώσεις στίς ἐθνικὲς ἢ ἐκκλησιαστικές τους ἰδιοπροσωπίες καὶ γι’ αὐτὸ ἐπιζητοῦν συχνὲς καὶ συνεχεῖς ἐπαληθεύσεις τους. Μεταβάλλονται σὲ στυγνοὺς ἱεροεξεταστὲς προκειμένου νὰ ὑπερασπισθοῦν ἀσύλληπτες ὁμαδικὲς ἢ ἀτομικὲς ἰδιαιτερότητες. Δὲν ὑποψιάζονται πὼς μόνον ὅταν καταργηθῆ τὸ “ἐκ μέρους” (Α΄Κορ.13, 10) θὰ ἐπικρατήσει ὁ Τέλειος καὶ Ἀμερὴς καὶ Ἀμέριστος. Ξεχνοῦν ἐντελῶς πὼς πρέπει νὰ παρέλθει ὁ κόσμος οὗτος, ὥστε νὰ ἔλθει ἡ ἄκτιστη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ γι’ αὐτὸ νομίζουν – ὅπως ὁ Αὔγουστος Καίσαρας – πὼς ἂν καταγράψουν ἐπιμελῶς ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς παράδοσης ἢ τοῦ πολιτισμοῦ ἑνὸς κράτους, θὰ ἐξασφαλίσουν αἰωνιότητα στὸ πολλαπλὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ παρέρχεται… Ἢ – τὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλα – πιστεύουν πώς ἡ τυπικὴ προσκόλληση σὲ θρησκευτικὲς φόρμουλες καὶ λατρευτικὲς συνάξεις μπορεῖ ἀπὸ μόνη της νὰ δώσει ἀληθινὴ ταυτότητα σὲ ἄτομα ἢ σὲ σύνολα, σὲ κάποια Ἐκκλησία ἢ κάποιο Γένος…
.             Εἶναι χαρακτηριστικὸ ἐσχάτης παρακμῆς τὸ ν’ ἀποζητοῦν οἱ ἄνθρωποι ταυτότητες γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα, ἀγνοώντας προκλητικὰ πὼς ἡ μόνη ἀληθινὴ ταυτότητά μας εἶναι χαραγμένη ἀνεξίτηλα ἐπάνω μας πρό καταβολῆς κόσμου: ὁ Θεὸς ἀνέκαθεν ἤθελε τὴν ἀνθρωπότητα νὰ ὑπάρχει ὡς δική Του Εἰκὼν καὶ Ἐπιγραφή, γιατί ἦταν ἀνέκαθεν ἀποφασισμένος νὰ σαρκωθῆ καὶ νὰ γίνει ταυτότητά μας, ἀπαραχάρακτη μὲ ὁποιοδήποτε μέσο χθὲς καὶ σήμερον ὁ Αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Γι’ αὐτό, γιορτάζουμε Χριστούγεννα χωρὶς νὰ καταγράφουμε – ὅπως ὁ Καίσαρας – τὰ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, γιατί δὲν φοβόμαστε καμμία ἀλλοτρίωση μέσα σ’ αὐτὸ τὸ Σῶμα – ἀντίθετα γνωρίζουμε ἀπὸ τώρα ἐμπειρικά, ὅτι “Χριστὸς διαφθορᾶς ἐδείχθη ἀλλότριος” καὶ προσδοκοῦμε καρτερικὰ τὸ χάραγμα τῆς ἀφθαρσίας Του πάνω στὰ θνητὰ σώματά μας.
.             Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ δεύτερη καὶ τελικὴ ἀπογραφή μας, ποὺ ἀπὸ τώρα χαρακτηριστικὰ ὀνομάζουμε Δευτέρα Παρουσία, καὶ ἐνῷ νομίζουμε ὅτι πρόκειται νὰ παρουσιασθοῦμε ὅλοι ἐμεῖς οἱ κατ’ εἰκόνα Του ἐνώπιόν Του, ἐν τούτοις, Ἐκεῖνος μᾶλλον θὰ παρουσιασθῆ σέ μᾶς καὶ θὰ ἑνωθῆ μαζί μας δείχνοντας ἔτσι τὴν ἀληθινή Του παν­ανθρώπινη ταυτότητα ἐπάνω μας καὶ θὰ γίνει “τὰ πάντα ἐν πᾶσι.”

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Ε´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)
Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Μέρος Δ´: « Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

Β΄. ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

.               Τὸ τελευταῖον σημεῖον μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν πυρῆνα τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ προβλήματος, ὅπως τοῦτο ἀντιμετωπίζεται σήμερον. Ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν περικλείει, εἶναι ἡ πλέον νευραλγικὴ ἀνθρωπολογικὴ ἀλήθεια, ὀδυνηρὰ ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ σωτήριος διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον. Ὀδυνηρὰ μέν, διότι πατάσσει εἰς τὴν ρίζαν του καὶ τὸ ἐλαχιστότερον σκίρτημα διεκδικήσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου αὐτονομίας· σωτήριος δέ, διότι ἀνοίγει ἐνώπιον τοῦ ἀνθρώπου μεγαλειώδεις καὶ ἀτέρμονας ὁρίζοντας διὰ μίαν πραγματικὴν καὶ ἀληθῶς ἀνθρωπίνην δρᾶσιν καὶ ἀνάπτυξιν. Θὰ προσπαθήσωμεν νὰ διερευνήσωμεν δι’ ὀλίγων τὰς δύο αὐτὰς πτυχάς.

1) Ἐνηλικιωμένος ἄνθρωπος, ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος

.               Δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν τυχαῖον το γεγονὸς ὅτι ὁ Παῦλος εἰς τὴν Πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολήν, ὅπου ὑμνεῖ τὸν Χριστὸν ὡς «Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκον πάσης κτίσεως…», καλεῖ «πάντα ἄνθρωπον» νὰ γίνῃ «τέλειος ἐν Χριστῷ» καὶ τοὺς πιστοὺς νὰ εἶναι «πεπληρωμένοι ἐν αὐτῷ». Τοῦτο συμβαίνει διότι ἀκριβῶς, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, «τὸν ἀληθινὸν ἄνθρωπον καὶ τέλειον… πρῶτος καὶ μόνος ἔδειξεν ὁ Σωτήρ». Πρὶν ἑνωθῇ ὑποστατικῶς ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, πρὶν δηλαδὴ ἐμφανισθῇ ὁ Χριστός, ὁ ἄνθρωπος ἦτο καὶ προπτωτικῶς προ-Χριστοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἦτο ἀτελής, «νήπιος», προωρισμένος νὰ ἀναδειχθῇ εἰς «ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
.               Ἐφ’ ὅσον προορισμὸς του ἦτο νὰ γίνῃ «Εἰκών», ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὅσῳ ἔμενεν εἰς τὸ «κατ’ εἰκόνα», ἦτο ἀτελής. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὁλοκληρωθῇ μὲ τὸ νὰ τείνῃ ἁπλῶς, ἔπρεπε νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἕνωσιν μὲ τὸ ἀρχέτυπον. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε τέλειος, ὅταν ὑψώθη εἰς Θεάνθρωπον. Πρὸ τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἔλειπεν ἡ καθ’ αὐτὸ ἀνθρωπίνη «μορφή», ἡ «μορφὴ» τοῦ Υἱοῦ, τὸ χριστοειδὲς «εἶδος», ἀκόμη περισσότερον, τὸ «κατὰ Χριστὸν ὑποστῆναι».
.               Ἐξ ἄλλου, ἐφ’ ὅσον ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διὰ τὴν πατερικὴν σκέψιν εἶναι ταυτόσημον μὲ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς ἀληθοῦς ἀνθρωπότητος, καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐν ὅσῳ χρόνῳ δὲν εἶχεν ἀκόμη λάβει τὴν ὑπόστασιν τοῦ Λόγου, ἦτο ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως χωρὶς πραγματικὴν ὑπόστασιν, τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος ἦτο τρόπον τινὰ ἀκέφαλον. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, πρὶν «ἀνακραθῇ» ἢ «συνουσιασθῇ» μὲ τὴν θείαν φύσιν ἦτο ὡς μία γυναῖκα ἄγαμος, στείρα, κατὰ τὸν Παῦλον «ἀκέφαλος». Ἡ θεολογία τῆς Α΄ Περὶ Κορινθίους ἐπιστολῆς (11, 1-16) εἶναι χαρακτηριστικὴ διὰ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει: κεφαλὴ γυναικὸς ὁ ἀνήρ· κεφαλὴ ἀνδρὸς ὁ Χριστός· κεφαλὴ Χριστοῦ ὁ Θεός. Ἡ γραμμὴ εἶναι συνεχής. Ὅπου καὶ ἐὰν ὑπάρξῃ τομή, ὑπάρχει διακοπὴ κοινωνίας, ἔλλειψις πληρότητος, στειρότης.
.               Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν ἅγιον Ἰωάννην Δαμασκηνόν, «μέσος νοῦ καὶ ὕλης ἱστάμενος, σύνδεσμος ἐστιν ὁρατῆς καὶ ἀοράτου κτίσεως». Πότε ὅμως ὠλοκληρώθη ὁ προορισμὸς αὐτὸς τοῦ ἀνθρώπου; «Ἑνωθεὶς ὁ δημιουργὸς Λόγος τοῦ Θεοῦ τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων, ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος Πατήρ, δι’ αὐτῆς ἁπάσῃ τῇ κτίσει ἥνωται». Καὶ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν τεραστίων ἀνθρωπολογικῶν ἐπιπτώσεων τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ, ἀναφωνεῖ χαρακτηριστικῶς: «ἑορτάσωμεν οὖν τὴν λύσιν τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως». Ἡ λύσις τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔγιναν ἅγιοι ἐν Χριστῷ, ὅλοι δὲ οἱ πιστοὶ «γεγέννηνται, τοῦ Χριστοῦ τὸν βίον τοῦτον εἰσεληλυθότος καὶ γεννηθέντος». Ἡ γέννησις πράγματι τῆς κεφαλῆς «τῶν μελῶν τῶν μακαρίων γέννησις ἦν· τοῦτο ἦν συστῆναι τὰ μέλη, τὸ γεννηθῆναι τὴν κεφαλήν».
.               Πρὸ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀληθὴς καὶ πλήρης πνευματικὴ ζωή. Ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς πτώσεως ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν ἦτο πλήρης, ἐφ’ ὅσον, ὅπως εἴδομεν, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἦσαν χωρισμέναι. Ὑπῆρχεν ὁ ἀρραβὼν τοῦ «κατ’ εἰκόνα», δὲν εἶχεν ὅμως πραγματοποιηθῆ εἰσέτι ἡ ὑποστατικὴ ἕνωσις. Ὑπῆρχεν ἐπαφή τις μεταξὺ τῶν δύο φύσεων, ἀλλ’ ὄχι ἡ κοινωνία τῆς γαμηλίου μίξεως καὶ ἀνακράσεως. Ὑπῆρχε βεβαίως ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ δὲν εἶχε φανερωθῆ πλήρως ὡς «σὰρξ» καὶ «σῶμα» Χριστοῦ. Τὸ πανάγιον Πνεῦμα εἶχε δώσει τὴν πνοήν Του, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ἀδὰμ εἶχεν ἀναδειχθῆ εἰς «ψυχὴν ζῶσαν», ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀκόμη «πληρώσει πᾶσαν σάρκα», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἐπραγματοποιήθη διὰ πρώτην φορὰν τὴν Πεντηκοστήν. Διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν ρητὴν διαβεβαίωσιν τῶν πατέρων, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Δ´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)

Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Σκοπὸς καὶ τέρμα τοῦ «κατ’ εἰκόνα» ὁ Χριστὸς

.             Ἀναφέραμεν ἤδη ὅτι, διὰ τοὺς Εἰρηναῖον, Ὠριγένην, Ἀθανάσιον καὶ ἄλλους πατέρας, μεταξὺ τῶν ὁποίων Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καὶ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ ἀρχέτυπον εἶναι ὁ Χριστός. Ἓν κείμενον τοῦ Νικολάου Καβάσιλα δὲν ἐπιτρέπει οὐδεμίαν ἐπ’ αὐτοῦ ἀμφιβολίαν. Ὁμοιάζει χαρακτηριστικῶς πρὸς τὸ κείμενον τοῦ Γρηγορίου Νύσσης, τὸ ὁποῖον ἀναφέραμεν ἀνωτέρω, ταυτοχρόνως δὲ τὸ ἑρμηνεύει ἀποφασιστικῶς: «Καὶ γὰρ διὰ τὸν καινὸν ἄνθρωπον ἀνθρώπου φύσις συνέστη τὸ ἐξ ἀρχῆς· καὶ νοῦς καὶ ἐπιθυμία πρὸς ἐκεῖνον κατεσκευάσθη· καὶ λογισμὸν ἐλάβομεν, ἵνα τὸν Χριστὸν γινώσκωμεν, ἐπιθυμίαν, ἵνα πρὸς ἐκεῖνον τρέχωμεν, μνήμην ἔσχομεν, ἵν’ ἐκεῖνον φέρωμεν, ἐπεὶ καὶ δημιουργουμένοις αὐτὸς ἀρχέτυπον ἦν. Οὐ γὰρ ὁ παλαιὸς τοῦ καιροῦ, ἀλλ’ ὁ νέος Ἀδὰμ τοῦ παλαιοῦ παράδειγμα».
.           Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι λοιπὸν ἁπλῶς ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ἀλλ’ ὁ σαρκωθεὶς Λόγος. Ὁ «ἄνθρωπος πρὸς τὸν Χριστὸν ἵεται οὐ διὰ τὴν θεότητα μόνον, ἣ πάντων οὖσα τυγχάνει τέλος, ἀλλὰ καὶ τῆς φύσεως ἕνεκα τῆς ἑτέρας». Δὲν ἔχει σημασίαν τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ Χριστὸς ἱστορικῶς κατὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ Ἀδάμ. Ἀποτελεῖ θεμελιώδη βιβλικὴν διδασκαλίαν τὸ ὅτι ὁ Χριστός, εἰς τὴν ὑπερχρόνον πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ «πρωτότοκος πάσης κτίσεως… ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς… τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται». Ἡ «εἰσαγωγὴ τοῦ πρωτοτόκου εἰς τὴν οἰκουμένην» ἀποτελεῖ τὴν προαιώνιον βουλὴν τοῦ Θεοῦ, τὸ ὕψιστον μυστήριον «τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν». Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὄψει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη ὅλη ἡ ὑλικὴ κτίσις, «ὕστατος ἁπάντων τῆς γῆς ἐξελήλυθεν», εἶναι ἀσφαλῶς λογικὸν ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς ὁλοκλήρου τῆς ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς δημιουργίας, νὰ εἶναι μεταγενέστερος τοῦ Ἀδάμ, διότι ὅλα τὰ πράγματα ἀπὸ ἀτελῆ ὁδηγοῦνται εἰς τὴν τελειότητα. Ὁ Χριστὸς ὡς ὑψίστη πραγμάτωσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι φυσικὸν νὰ ἀποτελῇ τὸ τέλος τῆς ἀνοδικῆς πορείας τῆς ἀνθρωπότητος, τὴν ἀρχὴν ἀλλὰ καὶ τὸ τέρμα τῆς ἱερᾶς ἱστορίας.
.               Ἐντὸς τῆς πρώτης αὐτῆς ἀληθείας περικλείεται μία δευτέρα, ἐξ ἴσου σημαντική. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἀδὰμ ἐδημιουργήθη «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Χριστοῦ σημαίνει ὅτι ὤφειλε νὰ ὑψωθῇ ἕως τὸ ἀρχέτυπον ἢ ἀκριβέστερον νὰ καθαρθῇ καὶ νὰ ἀγαπήσῃ τόσον τὸν Θεόν, ὥστε νὰ ἔλθῃ νὰ σκηνώσῃ ἐν αὐτῷ ὁ Θεός, νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν ἄνθρωπον ὑποστατικῶς ὁ Λόγος καὶ νὰ φανερωθῇ τοιουτοτρόπως ἐν τῇ ἱστορίᾳ ὁ Χριστός, νὰ ἀναδειχθῇ ὁ Θεάνθρωπος. Διότι ὁ Χριστὸς «ἦν ἡ βουλὴ καὶ ἡ θέλησις τοῦ Πατρός». Αὐτὸς ἦτο ὁ προορισμὸς καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ φυσιολογικὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου. Πρὸς τὸν Χριστὸν ὁ ἄνθρωπος «ὥσπερ εἰς κανόνα τινὰ καὶ ὅρον κατεσκευάσθη τὸ ἐξ ἀρχῆς…, ὥστε Θεὸν ὑποδέξασθαι δυνηθῆναι». Ὁ ἐκτροχιασμὸς δὲ ἐκ τῆς πορείας αὐτῆς ἀπετέλεσεν ἀκριβῶς τὴν πτῶσιν.
.             «Οὐκοῦν ἡ ἀπ’ ἀρχῆς παραγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου, δι’ αὐτὸν (τὸν Χριστὸν) κατ’ εἰκόνα πλασθέντος τοῦ Θεοῦ, ἵνα δυνηθῇ ποτὲ χωρῆσαι τὸ ἀρχέτυπον· καὶ ὁ ἐν τῷ παραδείσῳ παρὰ Θεοῦ νόμος δι’ αὐτὸν» (τὸν Χριστόν, διὰ νὰ βοηθήσῃ δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπον νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὸν Χριστόν), λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς. Καὶ ὁ θεῖος Μάξιμος: «Τοῦτο ἐστὶ τὸ μέγα καὶ ἀπόκρυφον μυστήριον· τοῦτο ἐστὶ τὸ μακάριον, δι’ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος· τοῦτο ἐστὶν ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπός, ὃν ὁρίζοντες εἶναι φαμὲν προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μὲν πάντα, αὐτὸ δὲ οὐδενὸς ἕνεκα· πρὸς τοῦτο τὸ τέλος ἀφορῶν (τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως, τὸν Χριστόν), τὰς τῶν ὄντων ὁ Θεὸς παρήγαγεν οὐσίας».
.             Καὶ ἀκόμη σαφέστερον ὁ ἱερὸς Καβάσιλας: «Ἐπεὶ μηδ’ ἔκτισε τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὁ Θεὸς πρὸς ἄλλο τι βλέπων… ἀλλὰ τοῦτο ζητῶν ἐποίησεν, ἵνα γεννηθῆναι δεῆσαν, τὴν μητέρα παρ’ αὐτῆς λάβῃ· καὶ ταύτην ὑποθέμενος πρότερον, καθάπερ τινὰ κανόνα τὴν χρείαν (τὸν Χριστόν, τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν) εἰς αὐτὴν ἔπειτα πλάττει τὸν ἄνθρωπον».
.             Τὸ ὅτι συνεπῶς ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον «κατ’ εἰκόνα» σημαίνει εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν, ὅτι τὸν ἔπλασε, τείνοντας πρὸς τὴν Εἰκόνα, ὅτι τοῦ ἔδωσε χάριτι, ἀλλὰ πραγματικῶς, ὅλας τὰς δυνατότητας καὶ τὸν σκοπὸν νὰ διακονήσῃ ἐνεργητικῶς εἰς τὴν ἐνσάρκωσιν τοῦ Λόγου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ τελεία καὶ μοναδικὴ «Εἰκὼν τοῦ Πατρός». Καὶ οὕτω ὁ ἄνθρωπος, ἐνυποστασιαζόμενος εἰς τὸν Λόγον, νὰ ὑψωθῇ καὶ ὁ ἴδιος εἰς «Εἰκόνα», νὰ ἀναδειχθῇ καὶ ὁ ἴδιος «Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ».
.             Τοῦτο καθιστᾷ φανερὸν τὴν ἀλήθειαν ὅτι τὸ «κατ’ εἰκόνα» πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐν τῷ ἀνθρώπων ὡς δῶρον, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ ὡς σκοπός, ὡς περιουσία, ἀλλὰ συνάμα καὶ ὡς προορισμός, ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς ὡς μία δυνατότης. Εἶναι ὁ ἀληθὴς ἀρραβών, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸν «γάμον», τὴν ὑποστατικὴν δηλαδὴ ἕνωσιν τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, καὶ μόνον μετὰ τὸν γάμον τὸ «κατ’ εἰκόνα» ὁλοκληροῦται καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐνδεικνύεται «Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» ἐν τῷ Χριστῷ, δηλαδὴ πλήρης καὶ τέλειος ἄνθρωπος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Γ´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´:
Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)

.               Ὅπως ἡ ἀλήθεια καὶ αἱ δυνατότητες τῆς ὑλικῆς κτίσεως ἀποκαλύπτονται εἰς τὸν πνευματικὸν ἄνθρωπον, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἡ ἀλήθεια τοῦ κτιστοῦ ἀνθρώπου, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ σωτηρία του, εὑρίσκονται εἰς τὸν ἄκτιστον Θεόν. Καθίσταται οὕτω φανερὸν ὅτι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος παραμένει καὶ θὰ παραμείνῃ διὰ τὴν ἐπιστήμην μονίμως μυστήριον, εἶναι τὸ ὅτι ἐκ φύσεως εὑρίσκεται οὗτος πέραν τῆς ἐπιστήμης, τὸ ὅτι εἰς τὸν πυρῆνά του, ἐκ κατασκευῆς εἶναι ὂν θεολογικόν.

γ) Ἡ ἐν Χριστῷ ἀρχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ τελευταῖον τοῦτο μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸ θέμα τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀνθρώπου, μᾶς ὑποχρεώνει δὲ νὰ ἐξετάσωμεν ὄχι πλέον μόνον τὴν ἀναλογίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀντολογίαν τοῦ «κατ’ εἰκόνα».
.                 Διὰ νὰ ὁμοιάζῃ, πράγματι, ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὸν Θεὸν καὶ διὰ νὰ τείνῃ πρὸς αὐτόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ μέσα του ἓν στοιχεῖον θεῖον. Ποῖον ὅμως καὶ τί ἀκριβῶς εἶναι τὸ στοιχεῖον τοῦτο; Τὸ ἐρώτημα εἶναι βασικόν. Εἰς τὴν οὐσίαν πρόκειται διὰ τὸ μέγα ἐρώτημα ὅλων τῶν σοβαρῶν φιλοσοφιῶν καὶ θεολογιῶν, δηλαδὴ διὰ τὴν σχέσιν Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, Κτίστου καὶ κτίσεως. Πρὸς λύσιν τοῦ προβλήματος τούτου εἶναι γνωστὸν ὅτι διετυπώθησαν ποικίλαι θεωρίαι: ἡ θεωρία π.χ. τῶν ἰδεῶν (Πλάτων), τοῦ Λόγου (Φίλων), τῆς ἀπορροῆς (Γνωστικοῦ), τῆς αὐτονομίας (ἄθεοι) κ.λπ.
.                 Ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, συνοψίζων ὅλην τὴν πρὸ αὐτοῦ πατερικὴν παράδοσιν, γράφει, ὅτι «πάντα ἀπέχει τοῦ Θεοῦ, οὐ τόπῳ ἀλλὰ φύσει». Ὁ δὲ Φλωρόβσκυ, ἑρμηνεύων τὴν φράσιν αὐτήν, διατυπώνει τὴν βασικὴν θέσιν ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ διάστασις θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως «οὐδέποτε αἴρεται, ἀλλὰ μόνον οἱονεὶ καλύπτεται διὰ τῆς ἀπείρου ἀγάπης τοῦ Θεοῦ». Ἡ οὐσιαστικὴ διάστασις κτιστῆς καὶ ἀκτίστου φύσεως εἶναι πράγματι ἀπόλυτος καὶ ἄπειρος. Ἡ ἐξ ἴσου ὅμως ἄπειρος ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ χωρὶς νὰ ἄρῃ τὴν διάκρισιν αὐτήν, ηὐδόκησε νὰ τὴν γεφυρώσῃ ἐξ ἀρχῆς κατὰ τρόπον πραγματικὸν διὰ τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς τὸ «κατ’ εἰκόνα». Ὁ ἄνθρωπος ὑπῆρξεν οὕτω τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς κτίσεως –«χοῦς ἀπὸ τῆς γῆς»–, τὸ ὁποῖον συνεδέθη ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς διὰ τοῦ «κατ’ εἰκόνα» μὲ τὸν Θεόν, ἡ πρώτη μορφὴ βιολογικῆς ζωῆς –προφανῶς ἡ ἀνωτέρα ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ τὴν ἕκτην ἡμέραν τῆς δημιουργίας–, ἡ ὁποία ὑψώθη διὰ τῆς πνοῆς τοῦ Πνεύματος εἰς ζωὴν πνευματικήν, δηλαδὴ ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς θεοκεντρικήν. Ἡ κτιστὴ ὕλη –ὁ «χοῦς ἀπὸ τῆς γῆς–, ὠργανώθη οὕτω διὰ πρώτην φορὰν θεολογικῶς, ἡ ζωὴ ἔγινε ἐπάνω εἰς τὴν γῆν ἐνσυνείδητος καὶ προσωπική.
.               Παραλλήλως ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἀκολουθῶν τοὺς ἁγίους Ἰωάννην τὸν Δαμασκηνὸν καὶ Γρηγόριον τὸν Παλαμᾶν, διδάσκει ὅτι τρεῖς τρόποι ἑνώσεως καὶ κοινωνίας ὑπάρχουν παρὰ τῷ Θεῷ· ὁ κατ’ οὐσίαν, ὁ καθ’ ὑπόστασιν καὶ ὁ κατ’ ἐνέργειαν. Καὶ οὐσιαστικῶς μὲν εἶναι ἡνωμένα μόνον τὰ τρία πρόσωπα τῆς παναγίας Τριάδος· τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν ἐπραγματοποίησεν ὁ Λόγος, ὅταν προσέλαβε τὴν σάρκα· ἐνῷ, ὅσα εἴπομεν ἀνωτέρω, καθιστοῦν σαφὲς ὅτι ἡ κατ’ ἐνέργειαν ἕνωσις ἐχαρίσθη εἰς τὸν ἄνθρωπον κατὰ τὴν κατ’ εἰκόνα δημιουργίαν του. Ἡ τρίτη ὅμως αὐτὴ ἕνωσις –καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι κεφαλαιῶδες διὰ τὸ θέμα μας– εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν εἶναι πλήρης, διότι δὲν αἴρει τὴν διάστασιν μεταξὺ θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως· ἁπλῶς τὴν ἐπικαλύπτει. Ὅλη ἡ σημασία της εὑρίσκεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι προετοιμάζει καὶ ὁδηγεῖ εἰς τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν, ἡ ὁποία εἶναι πλήρης καὶ τελική, διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ θεία καὶ ἀνθρωπίνη φύσις ἔχουν ἐν τῷ Χριστῷ τὸ αὐτὸ πρόσωπον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς χωρίζῃ οὐδεμία ἀπόστασις.
.                Σκοπὸς δὲ τῆς «κατ’ ἐνέργειαν», ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν ἀνθρωπότητα ἐν τῷ Ἀδάμ, ἦτο νὰ φθάσῃ εἰς τὴν πλήρη καὶ τελικήν, τὴν «καθ’ ὑπόστασιν» ἕνωσιν. Ὁ σκοπὸς οὗτος ἀπετέλεσε τὸν κατ’ ἀρχὴν προορισμὸν τοῦ Ἀδὰμ καί, μετὰ τὴν πτῶσιν, παρέμεινε πάντοτε ἀναλλοίωτος, –«ἀμετάθετοι γὰρ αἱ βουλαὶ τοῦ Κυρίου»–, διότι ἐξηκολούθησε νὰ ἀποτελῇ τὴν οὐσίαν τῆς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ παιδαγωγίας τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, κεντρικὸν περιεχόμενον ὄχι μόνον τῶν προφητειῶν, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς ἱερᾶς ἱστορίας.
.                 Καθίσταται διὰ τῶν ἀνωτέρω φανερὸν ὅτι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν ὕλην ἐκ τῆς ὁποίας ἐπλάσθη, ἀλλ’ εἰς τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει. Αὐτὸς δὲ εἶναι ἀκριβῶς ὁ λόγος, διὰ τὸ ὁποῖον εἰς τὴν πατερικὴν θεώρησιν τοῦ θέματος τῆς καταγωγῆς τοῦ ἀνθρώπου ἡ θεωρία τῆς ἐξελίξεως ἀποτελεῖ πρόβλημα δευτερεῦον καὶ ἐπουσιῶδες. Ἀποτελεῖ ψευδοπρόβλημα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὸ νὰ προσπαθῇ κανεὶς νὰ εὕρῃ τὴν λειτουργικὴν σημασίαν μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς εἰκόνος εἰς τὸ εἶδος τοῦ ξύλου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔχει κατασκευασθῆ. Ἡ ἀλήθεια τῆς εἰκόνος εὑρίσκεται, κατὰ τὴν ζ΄ οἰκουμενικὴν σύνοδον, εἰς τὸ εἰκονιζόμενον πρόσωπον. Καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου εὑρίσκεται, κατὰ τοὺς πατέρας, εἰς τὸ ἀρχέτυπόν του. Ἀκριβῶς, διότι τὸ ἀρχέτυπον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀργανώνει, σφραγίζει καὶ μορφοποιεῖ τὴν ὕλην καὶ ταυτοχρόνως τὴν ἕλκει.
.             Τὰ δύο αὐτὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα, ὅπως ἤδη εἴδομεν, ἀποτελοῦν τὴν ὀντολογίαν τοῦ «κατ’ εἰκόνα» καὶ ἀποκαλύπτουν τὴν καθ’ αὑτὸ πραγματικότητα τοῦ ἀνθρώπου, ὑπογραμμίζονται μὲ σαφήνεια εἰς ἓν χαρακτηριστικὸν κείμενον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης: «Καθάπερ ὁ ὀφθαλμός, γράφει, διὰ τῆς ἐγκειμένης αὐτῷ φυσικῆς αὐγῆς ἐν κοινωνίᾳ τοῦ φωτὸς γίνεται, διὰ τῆς ἐμφύτου δυνάμεως τὸ συγγενὲς ἐφελκόμενος, οὕτως ἀναγκαῖον ἦν ἐγκραθῆναί τι τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, συγγενὲς πρὸς τὸ θεῖον, ὡς ἂν διὰ τοῦ καταλλήλου πρὸς τὸ οἰκεῖον τὴν ἔφεσιν ἔχοι… Διὰ τοῦτο καὶ ζωῇ καὶ λόγῳ καὶ σοφίᾳ καὶ πᾶσι τοῖς θεοπρεπέσιν ἀγαθοῖς κατεκοσμήθῃ, ὡς ἂν δι’ ἑκάστου τούτων πρὸς τὸ οἰκεῖον τὴν ἐπιθυμίαν ἔχοι… Ταῦτα τῇ περιληπτικῇ φωνῇ δι’ ἑνὸς ῥήματος ὁ τῆς κοσμογονίας ἐνεδείξατο λόγος, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ τὸν ἄνθρωπον γεγενῆσθαι λέγων».
.                 Εἰς τὸ κείμενον τοῦτο καθίσταται φανερὰ 1) ἡ θεολογικὴ δομὴ τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου («διὰ τοῦτο καὶ ζωῇ καὶ λόγῳ καὶ σοφίᾳ καὶ πᾶσι τοῖς θεοπρεπέσιν ἀγαθοῖς κατεκοσμήθην») καὶ 2) ἡ «ἕλξις», τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἐκ τῶν ἔνδον ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἀρχέτυπον («διὰ τῆς ἐμφύτου δυνάμεως τὸ συγγενὲς ἐφελκόμενος»).
.                 Ποῖον ὅμως εἶναι, περισσότερον συγκεκριμένως, τὸ ἐν λόγῳ ἀρχέτυπον; Τὸ σημεῖον τοῦτο ἔχει ἀποφασιστικὴν σημασίαν καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινισθῇ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

, , , ,

Σχολιάστε