Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀρσένιος μον. Βατοπεδινός

ΣΤΟ ΕΔΩΛΙΟ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ

Στ δώλιο 14 τομα γι τν πόθεση Βατοπεδίου

.           Στὸ ἑδώλιο τοῦ Τριμελοῦς Ἐφετείου Κακουργημάτων θὰ καθίσουν συνολικὰ 14 ἄτομα τὰ ὁποῖα φέρονται νὰ ἐμπλέκονται στὴν πολύκροτη ὑπόθεση τοῦ Βατοπεδίου καὶ μὲ τὴ «βούλα» τοῦ Ἀρείου Πάγου.
.         Τὸ Ποινικὸ Τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου μὲ τὸ ὑπ᾽ ἀριθμ. 1221/2014 βούλευμα τοῦ ἀπέρριψε τὴν ἀναίρεση ποὺ εἶχε ἀσκήσει ὁ ἀντεισαγγελέας τοῦ Ἀρείου Πάγου Γεώργιος Μποροδῆμος κατὰ τοῦ παραπεμπτικοῦ βουλεύματος μὲ τὴν ὁποία ὑποστήριζε ὅτι ἔχει ἀντιφάσεις, ἐλλείψεις καὶ λογικὰ σφάλματα. Ἔτσι, ἀναβιώνει τὸ 2000/2013 βούλευμα τοῦ Τριμελοῦς Συμβουλίου Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, μὲ τὸ ὁποῖο παραπέμπονται νὰ δικαστοῦν γιὰ σωρεία κακουργηματικῶν καὶ πλημμεληματικῶν πράξεων 14 κατηγορούμενοι.
.           Σύμφωνα μὲ τὸ βούλευμα, θὰ κληθοῦν νὰ λογοδοτήσουν στὴ δικαιοσύνη ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Βατοπεδίου Ἐφραίμ, ὁ μοναχὸς Ἀρσένιος, ἡ Αἰκατερίνη Πελέκη καὶ οἱ δικηγόροι Διονύσιος καὶ Δημήτριος Πελέκης. Δίπλα τους στὸ ἑδώλιο θὰ καθίσουν, ἐπίσης, ὁ πρώην πρόεδρος τῆς Κτηματικῆς Ἑταιρείας τοῦ Δημοσίου (ΚΕΔ), καθηγητὴς Πέτρος Παπαγεωργίου, ὁ πρώην διευθύνων σύμβουλος τῆς ΚΕΔ Κωνσταντῖνος Γκράτσιος καὶ ὁ πρώην διευθυντὴς τῆς ὑπηρεσίας διαχείρισης ἀκινήτων της ΚΕΔ, Γεώργιος Μητρόπουλος. Ἐπίσης, παραπέμπονται ὁ πρώην γενικὸς γραμματέας του τότε ὑπουργείου Γεωργίας Κωνσταντῖνος Σκιαδὰς καὶ ἡ πρώην διευθύντρια τοῦ ὑπουργείου Ἀγροτικῆς Ἀνάπτυξης Σταματούλα Μαντέλη. Κατηγορούμενοι εἶναι, ἀκόμη, στελέχη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους ὅπως ὁ τέως ἀντιπρόεδρος ΝΣΚ Γρηγόρης Κρόμπας, ὁ τέως σύμβουλος Χριστόδουλος Μπότσιος, καθὼς καὶ οἱ Στέφανος Δέτσης καὶ Ἰωάννης Διονυσόπουλος.
.         Ὑπενθυμίζεται ὅτι τῆς ἀναίρεσης τοῦ κ. Μποροδήμου εἶχε προηγηθεῖ σχετικὴ αἴτηση τοῦ ἡγούμενου Ἐφραίμ, τοῦ μοναχοῦ Ἀρσένιου καθὼς καὶ τοῦ δικηγορικοῦ γραφείου Δημήτρη Πελέκη.

ΠΗΓΗ: newsbeast.gr

, ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Γ´] «Ἐκεῖ ποὺ οἱ αὐτοκράτορες νόμιζαν ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς θὰ χαθεῖ, χιλιάδες καὶ μυριάδες πιστοὶ ξεφύτρωναν, ἀπὸ τὴν ἔμπρακτη ὁμολογία τῶν μαρτύρων καὶ τὰ θαυμαστὰ γεγονότα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴν μαρτυρία τους».

Μοναχοῦ Ἀρσενίου Βατοπαιδινοῦ
Εἰς τὸν Βίον
τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου [Γ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/23/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/24/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-2/

.          Ὅμως μετὰ τὸν διασυρμό, τὸ μαστίγωμα καὶ τὶς τόσες ἄλλες δυσκολίες, τὴν ὥρα τῆς Σταυρώσεώς Του, ὅταν παρέδωσε τὸ Πνεῦμά Του, σαλεύθηκε ἡ γῆ, ὁ ἥλιος ἔχασε τὸ φῶς του, οἱ δίκαιοι νεκροὶ ἀναστήθηκαν καὶ μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες νικήθηκε μέχρι τέλους ὁ θάνατος. Ὁ Ἰησοῦς ὁ Θεὸς ἀναστήθηκε, τὸ μαρτυροῦσε ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ κατοικοῦσε πλούσια στὴν καθαρή του καρδιά. Θεουργικὸς ἔρωτας προσέθετε πάνω στὴν ἀνδρεία του ψυχὴ τὴν δύναμη ποὺ χρειαζόταν νὰ ὁμολογήση καὶ ἐκεῖνος γιὰ τὸν σαρκωθέντα Ἰησοῦ, νὰ μιμηθεῖ τὸ πάθος Του, νὰ βρεθεῖ κοντὰ στὸν ἀγαπημένο, ποὺ πρῶτος ἔπαθε γι’ αὐτόν, γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τὸν παρότρυνε «μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ σκοτώνουν τὸ σῶμα, δὲν μποροῦν ὅμως νὰ σκοτώσουν τὴν ψυχὴ» καὶ ὅποιος «μέσα στὴν δική μου Χάρη μὲ ὁμολογήσει ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἄνθρωπο μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω κι ἐγὼ μέσα στὴν ἴδια ὕπαρξή του, μπροστὰ στὸν Οὐράνιο Πατέρα μου».
.          Παρουσία φωτὸς ἀρρήτου, ἔρωτας γλυκύτατος, ἔπαψαν οἱ αἰσθήσεις οἱ γήϊνες, ἡ πρόσκληση ἦταν βεβαία. Ὁ Ἰησοῦς σὰν φίλος καὶ ἀγαπητός, καλοῦσε τὸν Γεώργιο κοντά Του· πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἀρνηθεῖ τέτοια πρόσκληση; Δάκρυα χαρᾶς, αἴσθηση μεγάλης ταπεινώσεως, πρόσκληση σ’ αὐτὸν τὸν θνητὸ Γεώργιο ἀπὸ τὸν οὐράνιο Φίλο στὸ ἀξίωμα τῆς ἀθανασίας, στὸ χάρισμα τῆς υἱοθεσίας, συγκληρονόμος Χριστοῦ.
.          Πῆρε ἀμέσως τὴν ἀπόφαση, χάρισε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς πτωχούς, ἐλευθέρωσε τοὺς δούλους του. Ὁ πιὸ πιστὸς ἀπ’ αὐτούς, ποὺ ἦταν καὶ Χριστιανός, πληροφορήθηκε τί ἔμελλε νὰ κάνει ὁ κύριός του καὶ δὲν τὸν ἐγκατέλειψε, ἔμεινε κοντά του. Ἀπὸ αὐτὸν γνωρίζουμε τὸ μαρτύριό του.
.          Ἡ ὑπερηφάνεια –ὁ θεὸς τοῦ Διοκλητιανοῦ– μεγάλωνε, ἡ σύγχυση καὶ ἡ ταραχὴ στὸν λαὸ ἐπίσης. Ἡ ἀπόφαση νὰ μὴ μείνει κανένας Χριστιανὸς στὴν γῆ, ἔκανε τὸν Διοκλητιανὸ νὰ καλέσει μεγάλο ἀνοικτὸ συνέδριο μὲ πολλοὺς ἡγεμόνες, διοικητὲς καὶ στρατηλάτες –παρουσία καὶ τοῦ λαοὺ– καὶ νὰ ἀνακοινώσει ἀλαζονικὰ ὅτι θὰ γίνουν μεγάλες θυσίες στοὺς θεούς, ὅτι θὰ ἀφανιστεῖ ἀπὸ τὴν γῆ κάθε Χριστιανός. Ἐκεῖ βρισκόταν καὶ ὁ Γεώργιος, γιατί σὲ λίγο θὰ ἔπρεπε νὰ λάβει τὸ ἀξίωμα τοῦ στρατηλάτη.
.          Μπροστὰ στὰ πρόθυρα τῶν βασιλικῶν ἀνακτόρων πολλὰ βασανιστήρια ὄργανα καὶ μηχανήματα ἐκτέθηκαν καὶ δημιουργοῦσαν κατάπληξη στὸ νὰ τὰ βλέπει κανείς. Ὁ Γεώργιος κοντοστάθηκε, τὰ κοίταξε: «Αὐτὰ ἦταν λοιπὸν τὰ φόβητρα· πανάγαθε Χριστὲ Ἰησοῦ μου, βοήθησέ με» ψιθύρισε καὶ πάλι μὲ πίστη ἀτένισε στὸν Γολγοθά, στὸν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ. Δὲν ἦταν ἄπειρη ἡ ψυχή του ἀπὸ μάχες καὶ θανάτους, ἀφοῦ ἦταν ἀξιωματοῦχος τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατοῦ, ἐδῶ ὅμως ἀνοιγόταν στάδιο ἀγώνα κατὰ τοῦ θανάτου, μὲ θεωροὺς βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνες, τὴν ἀφρόκρεμα τῆς πόλης, τοὺς συστρατιῶτες του, τοὺς γνωστούς, τοὺς φίλους, μὲ θεωροὺς τοὺς οὐράνιους ἀγγέλους, τοὺς Ἁγίους, αὐτοὺς τοὺς ἴδιους τοὺς γονεῖς του, ποὺ προσεύχονταν γι’ αὐτὸν στὸν οὐράνιο Κύριο· θὰ ἦταν ἐπίσης καὶ ἡ παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου καὶ τῆς πανάχραντης Μητέρας Του.
.          Στὸ στάδιο εἶχε νὰ ἀγωνιστεῖ μὲ δύο ἐχθρούς. Τὰ παμπόνηρα πνεύματα τῆς πονηρίας ποὺ λυσσαλέα ἐπιζητοῦσαν τιμὲς θεῶν ἢ τέλος πάντων νὰ καταστρέψουν τὴν ψυχή του χωρίζοντάς την ἀπὸ τὸν Χριστό, καὶ μὲ τὸν ἀξιολύπητο ἐκεῖνο καὶ δυστυχῆ αὐτοκράτορα καὶ τοὺς ἡγεμόνες, ποὺ ἦταν αἰχμάλωτοι τῶν δαιμόνων. Ὄντως ψυχὲς γιὰ λύπηση!
.          Ἡ πολιτικὴ τοῦ αὐτοκράτορα εἶχε πετύχει. Οἱ Χριστιανοὶ ἦταν ἤδη ταλαιπωρημένοι. Ἐκεῖνος διασκέδαζε μὲ ἑορτὲς καὶ λατρεῖες τῶν θεῶν του, τὴν στιγμὴ ποὺ αὐτοὶ ἔκλαιγαν τοὺς νεκρούς τους καὶ ἀνέμεναν μὲ πόνο τὴν αὐριανὴ σύλληψή τους, χωρὶς νὰ ἔχουν κανένα ἀκόμα μεγάλο παράδειγμα ἀνδρείας καὶ ὁμολογίας, ὅπως ἄκουγαν πὼς συνέβαινε σὲ ἄλλες περιοχὲς ἢ λίγο πιὸ πρὶν μὲ ἄλλους μεγάλους μάρτυρες. Ἡ παρουσία τῶν μεγάλων μαρτύρων ἦταν ὑπέρτατο στήριγμα σ’ αὐτούς, γιατί ἐκτὸς ἀπὸ τὸ κουράγιο ποὺ ἔπαιρναν ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀνδρεία τους, ὁ Θεὸς συνόδευε τὴν μαρτυρία τους μὲ πολὺ θαυμαστὰ γεγονότα, ποὺ τοὺς μὲν βασιλεῖς ἐξέπλητταν, στοὺς Χριστιανοὺς ἐπιβεβαίωναν τὴν πίστη τους καὶ τοὺς ἐνθάρρυναν.
.          Πολλοὶ εἰδωλολάτρες ποὺ ἦταν καλόψυχοι πίστευαν στὸν Χριστὸ καὶ ἡ φήμη τῶν γεγονότων ἔφτανε μέχρι τὶς πιὸ ἀπομακρυσμένες πόλεις, ἀκόμη καὶ στὴν Ρώμη, ἔτσι ὥστε κε πο ο ατοκράτορες νόμιζαν τι Χριστιανισμς θ χαθε, χιλιάδες κα μυριάδες πιστο ξεφύτρωναν, π τν μπρακτη μολογία τν μαρτύρων κα τ θαυμαστ γεγονότα τς παρουσίας το Θεο στν μαρτυρία τους.
.          Στὸ συνέδριο οἱ πάντες συναινοῦσαν μὲ τὶς ἀπόψεις τοῦ βασιλιᾶ, λέγοντες: «Ἐμεῖς μέγιστε καὶ ἀήττητε βασιλιά, ἀναγνωρίζοντας πόσο μᾶς προστατεύεις καὶ μᾶς προνοεῖς, ἀποδεχόμαστε μὲ χαρὰ νὰ τιμήσουμε τοὺς θεούς μας μαζί σου. Συμφωνοῦμε ἐπίσης νὰ καταστρέφεται μὲ βάσανα ὅποιος ὀνομάζει τὸν ἑαυτὸ τοῦ Χριστιανό». Ἔτσι ἔλεγαν γιατί ἀπολάμβαναν τῆς τιμῆς, τῆς δόξας καὶ τῆς εὐπορίας, ποὺ ὁ Διοκλητιανὸς τοὺς χάριζε.
.          Ὁ Γεώργιος, μέχρι στιγμῆς, δὲν εἶχε πεῖ τίποτα. Ἔκρινε ὅμως ὅτι ἦταν ἡ καταλληλότερη στιγμὴ νὰ δώσει τὴν μάχη του. Κατ’ ἄνθρωπον φαινόταν τελείως μόνος· μέσα του ὅμως ὁ θεουργικὸς ἔρωτας μαρτυροῦσε ὅτι ὁ Κύριος ἦταν μαζί του. Εἶχε ἐξ ἄλλου ἐμπειρία μεγάλη στὴν ζωή του ἀπὸ τὴν προστασία ποὺ τοῦ παρεῖχε ὁ Κύριος, ὅταν σ’ ὅλες τὶς μάχες αὐτὸς ἔβγαινε νικητὴς καὶ σ’ ὅλες τὶς δύσκολες στιγμές, μὲ θαυμαστὸ τρόπο τὸν ἔσωζε ὁ Κύριος.
.          Ζήτησε τὸν λόγο ἀπὸ τὸν βασιλιά, προχώρησε μὲ παρρησία στὸ βῆμα. Ὅλων τὰ μάτια στράφηκαν πάνω του. Τί θὰ ἔλεγε ὁ νεαρὸς αὐτὸς κόμης μὲ τὸ ἀνδρεῖο καὶ εὐγενικὸ παράστημα μπροστὰ στὸν φοβερὸ αὐτοκράτορα, ποὺ μὲ ἕνα νεῦμα του καὶ μόνο μποροῦσε νὰ τοῦ ἀφαιρέσει τὴν ζωή, μπροστὰ σ’ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἦταν ἕτοιμοι νὰ κατασπαράξουν ὅποιον τοῦ ἀντιμιλοῦσε, μπροστὰ στοὺς τόσους ἡγεμόνες καὶ στρατηλάτες ποὺ τὸν ἔτρεμαν, μπροστὰ στὰ φοβισμένα μάτια τοῦ κόσμου;
.          «Μεγαλειότατε, δὲν θὰ σᾶς κουράσω! Παρακολουθῶ τὸν πόλεμο κατὰ τῶν Χριστιανῶν· τὸν θεωρῶ τελείως ἀνίερο. Ἡ εἰρήνη καὶ ἡ δικαιοσύνη ἀνάμεσα στὸν λαό, πρέπει νὰ ἐκπορεύεται ἀπὸ σᾶς ποὺ εἶστε οἱ κυβερνῆτές του. Ἐσεῖς ὅμως ἐναντίον δικαίων καὶ ἁγίων ἀνθρώπων κηρύξατε πόλεμο, γιατί πιστεύουν σ’ Αὐτὸν ποὺ δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ, χωρὶς νὰ ἔχουν πράξει κανένα κακό, ἀφοῦ οἱ ἐντολές Του εἶναι μόνο ἀρετές, μόνο ἀγάπη. Μεγαλειότατε, δὲν ἀνέχομαι νὰ μὴ λατρεύεται ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, νὰ πορεύεστε μέσα στὸ σκοτάδι, νὰ λατρεύετε ἀναίσθητα εἴδωλα καὶ δαίμονες γιὰ θεούς. Ἀκοῦστε με! Ἀφῆστε τὸ σκοτάδι! Ἐλᾶτε στὸ θεϊκὸ φῶς ποὺ εἶναι ἡ ἐπίγνωση Ἰησοῦ τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀξιωθεῖτε αἰώνια δόξα! Ἡ δόξα ποὺ ἔχετε τώρα, εἶναι πρόσκαιρη καὶ ματαία· σὰν χορτάρι θὰ μαραθεῖ κι εἶναι γιὰ μένα καλύτερο νὰ μὲ παραδώσετε σὲ μύριους θανάτους παρὰ νὰ ἀκούω τὶς βλασφημίες σας».
.          Ὁ βασιλιὰς ταράχθηκε, κοκκίνισε, θύμωσε, δὲν μποροῦσε νὰ μιλήσει. Ἔκανε νεῦμα στὸν ἡγεμόνα Μαγνέντιο νὰ μιλήσει, κι’ αὐτὸς εἶπε:

– Ποιό εἶναι τὸ ὄνομά σου, ποιός εἶσαι ποὺ μὲ τόσο θράσος ἀνέβηκες σ’ αὐτὸ τὸ φοβερὸ βῆμα γιὰ νὰ μιλήσεις ἔτσι μπροστὰ σ’ ὅλους μας;
– Τὸ πιὸ τίμιο ὄνομα ποὺ μοῦ προκαλεῖ χαρὰ καὶ δόξα εἶναι τὸ Χριστιανός. Τὸ ἀπὸ τὴν γέννησή μου Γεώργιος, ὅπως ὁ Θεός μου θέλησε.
– Καὶ γιὰ ποιά αἰτία παρουσιάστηκες σήμερα ἐδῶ στὸ μέγα τοῦτο κριτήριο;
– Ἡ ἀλήθεια μὲ παρότρυνε.
– Καὶ τί εἶναι ἀλήθεια;
– Ἡ ἀλήθεια εἶναι Χριστὸς ὁ Θεὸς ποὺ ἐσεῖς καταδιώκετε. Αὐτὸς ὅμως εἶναι Θεὸς ἀληθινὸς καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς ἀπὸ Αὐτὸν ἔχουν τὴν ἐξουσία, ἐνῶ τ σεβάσματά σας ξίζουν μόνο μπαιγμό, γιατί εναι μύθοι κα φεύρεση διαβολική, πο στέλνουν στν καταστροφ ατος πο σχολονται μ τν λατρεία τους.
.          Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀπάντηση, σύγχυση καὶ θόρυβος μεγάλος ἔγινε στὸ πλῆθος καὶ ὁ αὐτοκράτορας πρόσταξε τοὺς φύλακες νὰ κρατήσουν τὴν τάξη. Ἐπικράτησε σιγή. Ὁ Μαγνέντιος δὲν περίμενε τέτοιο θάρρος. Ὁ Διοκλητιανὸς παρακολουθοῦσε τὴν νεότητά του, τὴν συμμετρία τῶν μελῶν του, τὴν ὡραιότητα τοῦ προσώπου του, τὸ γεμάτο ἀνδρεία νεανικὸ παράστημά του, τὴν παρρησία του ποὺ δὲν ἔκρυβε κανένα φόβο καὶ σάστισε θαυμάζοντας. Μετὰ ὅμως μὲ ὑποκριτικὴ ἠρεμία εἶπε:
– Γεώργιε, ἐγὼ γνωρίζω γιὰ σένα ὅτι εἶσαι εὐγενής, ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια, μὲ συνετὴ σκέψη καὶ ἀνδρεία κοσμημένος, μὲ πολλὰ ἐπίσης ἀξιώματα ποὺ σοῦ χαρίστηκαν ἀπὸ τὴν βασιλεία μου, τὰ ὁποῖα πιστεύω ὅτι τὰ ἔλαβες ἀπὸ τὴν πρόνοια τῶν μεγάλων θεῶν. Μὴν εἶσαι ἀγνώμων καὶ ἀχάριστος πρὸς τοὺς εὐεργέτες. Προτιμῶ νὰ σοῦ μιλῶ πατρικὰ καὶ νὰ σοῦ παρουσιάσω πόσες ἀκόμα τιμὲς καὶ δόξες θὰ πάρεις, ἂν ἀφήσεις τὴν ἀνώφελη αὐτὴ πίστη καὶ θυσιάσεις στοὺς θεούς, παρὰ νὰ σοῦ ἐκθέσω πόσα βασανιστήρια καὶ ποιὰ ὀξύτατα βάσανα σὲ περιμένουν, ποὺ προκαλοῦν φρίκη μόνο στὸ ἄκουσμά τους.
– Οἱ τιμές σου βασιλιὰ καὶ οἱ ἀτιμίες δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν. Θὰ ἐξαφανιστοῦν κι αὐτὲς ὡς φθαρτές, ἀφοῦ κι ἐσὺ φθαρτὸς εἶσαι, κι ἐσὺ ποὺ αὐτὴ τὴν στιγμὴ φαίνεται ὅτι ὑποτάσσεις τὰ πάντα, μετὰ ἀπὸ λίγο δὲν θὰ ὑπάρχεις κι οὔτε ἴχνος ἀπὸ τὴν τωρινὴ εὐτυχία σου δὲν θὰ φαίνεται στὴν ζωὴ αὐτή. Γι’ αὐτὸ καλύτερα νὰ πιστέψεις στὸν ἀληθινὸ καὶ αἰώνιο Θεό μου, γιὰ νὰ σοῦ χαρίσει τὴν ἐπουράνια βασιλεία Του. Καὶ μὴν πιστεύεις ὅτι θὰ μὲ πείσεις νὰ θυσιάσω στοὺς δαίμονες, οὔτε νὰ ἀφήσω τὸ φῶς γιὰ χάρη τοῦ σκοταδιοῦ, γιατί ἡ σύνεση διδάσκει ἀπὸ τὸν θάνατο πρὸς τὴν ζωὴ νὰ ἐπιστρέφουμε.

.         Κι ὁ βασιλιὰς εἶπε:

– Κι ἔτσι ἁπλὰ καταστρέφεις τὴν νεότητά σου καὶ ἀφήνεις τὴν γλυκιὰ ζωὴ καὶ προτιμᾶς τὴν ἀπώλειά σου καὶ τὸν θάνατο;
– Δὲν εἶναι βασιλιὰ ὁ θάνατος αὐτὸς ἐδῶ ἀπώλεια, ἀλλὰ χαρά, γλυκύτητα, καὶ ἀγαλλίαση. Μ’ αὐτὰ ποὺ ἐσὺ νομίζεις θλιβερά, ἐμεῖς θὰ ἀπολαύσουμε τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ μακαριότητα κι ὅσα δὲν μπορεῖς νὰ φανταστεῖς ἀγαθά, ποὺ μᾶς ἑτοίμασε ὁ Θεός.

.          Ὁ βασιλιὰς ἐξοργίστηκε καὶ κοιτώντας τον θυμωμένος, φώναξε:

– Ἐγὼ θέλοντας νὰ σὲ σώσω καὶ νὰ σοῦ δώσω πολλὰ ἀγαθά, ἀνέχθηκα τὴν ἀναίδειά σου. Ἐσὺ ὅμως δὲν ὑπολογίζεις ὅσα σοῦ προσέφερα καὶ ὀνειροπολεῖς, ἀπὸ τὰ βάσανα ποὺ θὰ σοῦ δώσω, ὅτι θὰ κερδίσεις αἰώνια ἀγαθά. Πάρε λοιπὸν αὐτὰ ποὺ θέλεις καὶ νὰ δοῦμε ποιὰ εἶναι ἡ ἐλπίδα σου.
.          Καὶ ἀμέσως διέταξε τοὺς πιὸ ἰσχυροὺς φρουροὺς νὰ τὸν κτυπήσουν μὲ μαστίγια, ἀπὸ βοδινὰ νεῦρα κατασκευασμένα. Ὁ Γεώργιος πολλὴ ὥρα ὑπέμεινε, χωρὶς νὰ στενάξει καὶ ὁ βασιλιὰς διέταξε νὰ τὸν κρεμάσουν ἀπὸ ἕνα ξύλο καὶ νὰ τὸν κτυπήσουν μὲ δόρυ στὴν κοιλιά, γιὰ νὰ χυθοῦν ἔξω τὰ σπλάγχνα του. Ὅμως τὸ σιδερένιο δόρυ, κατὰ τὸ κτύπημα, στράβωσε σὰν νὰ ἦταν μολυβένιο κι ὁ μάρτυς εἶπε:

– Σ’ εὐχαριστῶ Χριστέ μου, γιατί τὸ σπαθὶ τοῦ ὑπηρέτη τοῦ διαβόλου ἀπέστρεψες ἀπὸ μένα καὶ τὴν ὑπερηφάνειά του κατέστρεψες.
.          Μετὰ ἀπὸ τόσα κτυπήματα ποὺ μὲ ἀνδρεία καὶ πραότητα ὑπέμεινε ὁ Γεώργιος, μετὰ ἀπὸ τὴν θαυμαστὴ διάσωσή του ἀπὸ τὸν θάνατο, ἀντὶ νὰ ταπεινωθεῖ ἡ ἀλαζονεία τοῦ ὑπερήφανου, θύμωσε πιὸ πολὺ καὶ μὲ μανία διέταξε νὰ τὸν ξέουν μὲ νύχια σιδερένια. Κατόπιν τὸν ἔστειλε στὴν φυλακή, τὰ πόδια του τὰ ἔβαλαν στὸ τιμωρητικὸ ξύλο καὶ πάνω στὸ στῆθος του ἔβαλαν μὲ σχοινιὰ μία τεράστια πέτρα, προκειμένου νὰ συντριφθεῖ τὸ σῶμα του. Τὴν ὥρα ποὺ οἱ ἰσχυροὶ ἄνδρες ἔβαζαν στὸ στῆθός του τὸν ὀγκόλιθο, ἐκεῖνος εὐχαριστοῦσε τὸν Θεὸ καὶ ἐπέζησε, παρόλο ποὺ ὁ βασιλιὰς νόμιζε ὅτι θὰ εἶχε πεθάνει.
.          Μόνο καρδιά, ψυχὴ καὶ σῶμα γεμᾶτα ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα μποροῦσαν νὰ ἀντέξουν σ’ αὐτὲς τὶς φρικαλεότητες. Ὁ Γεώργιος ἔχοντας μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ τὸν θεουργικὸ ἔρωτα τοῦ Ἰησοῦ, ἀναπολοῦσε τὰ οὐράνια ἀγαθά, τὴν συναυλία μὲ τοὺς Ἁγίους, βίωνε πολὺ ἔντονα τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν ὁποία περνοῦσε μέσα ἀπ’ αὐτὲς τὶς θλίψεις, ἐνίωθε τὴν παρουσία τοῦ Ἰησοῦ νὰ ἐλαφρύνει τὸν σταυρό του. Ἀγαπημένε Γεώργιε ἔλεγε· «Ὁ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστι».
.          Τὴν ἑπομένη, ἔμαθε ὁ Διοκλητιανὸς ἀπὸ τοὺς φρουρούς, ὅτι ὁ Γεώργιος παρ’ ἐλπίδα ζεῖ. Αὐτὸ τοῦ προξένησε ἔκπληξη, ἀλλὰ αἰχμάλωτος ἀπὸ τὰ πάθη του, δὲν μποροῦσε νὰ ἐννοήσει ὅτι ὑπερφυσικὴ ἦταν πάντως ἡ σωτηρία του. Προστάζει μὲ μανία νὰ κατασκευαστεῖ ἕνας μεγάλος τροχός, μὲ τὸν ἄξονά του νὰ ἀνεβοκατεβαίνει πάνω σὲ δύο στύλους καὶ ἀνάμεσα στοὺς στύλους κάτω ἀπὸ τὸν τροχό, νὰ τοποθετηθεῖ δοκάρι ξύλινο, πάνω στὸ ὁποῖο θὰ ἔπρεπε νὰ φυτευθοῦν καρφιὰ ὀξύτατα, διάφορα σπαθιὰ καὶ μαχαίρια, ὥστε ὅταν ὁ τροχὸς θὰ γύριζε κατεβαίνοντας σιγὰ-σιγά, νὰ κατέκοβε τὸ σῶμα τοῦ Γεωργίου ἕως θανάτου.
.          Ὅταν τὸν ἔφεραν στὸν τόπο ποὺ ἦταν ὁ τροχὸς καὶ εἶδε μὲ τί διαβολικὴ τέχνη ἦταν κατασκευασμένος, θυμήθηκε καὶ πάλι τὸν ἐσταυρωμένο ἀνάμεσα στοὺς δύο ληστὲς Ἰησοῦ, ἔδωσε κουράγιο στὸν ἑαυτό του καὶ ψιθύρισε: «Ἐσύ, ποὺ ἂν καὶ ἀθάνατος γεύτηκες γιὰ τὴν σωτηρία μας θάνατο, δῶσε μου αὐτὴ τὴν ὥρα νὰ φυλάξω τὴν πίστη καὶ τὴν ὁμολογία μου. Φύλαξε τὴν ψυχή μου ἀπὸ τὶς τέχνες τοῦ ἐχθροῦ», καὶ παραδόθηκε ὅλος στὴν φλόγα τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ θείου πόθου νὰ πάθει γι’ Αὐτὸν ποὺ γιὰ μᾶς ἔπαθε.
.          Οἱ δήμιοι σὰν θηρία τὸν ἅρπαξαν ἀμέσως στὸ νεῦμα τοῦ τυράννου, ἄρχισαν νὰ δένουν καὶ νὰ καρφώνουν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια του στὸν τροχό, νὰ σφίγγουν πάνω σ’ αὐτὸν μὲ σιδερένια δεσίματα τὸ σῶμα του καὶ νὰ περιστρέφουν καὶ κατεβάζουν σιγά-σιγὰ τὸν τροχό. Ἔτριζε ὁ τροχὸς καὶ τὰ κοφτερὰ ξίφη ἄρχισαν νὰ τεμαχίζουν σιγά-σιγὰ τὸ σῶμα του. Οἱ σάρκες διαλύονταν, τὰ ὀστᾶ συντρίβονταν, ποτάμια τὸ αἷμα καὶ οἱ παρόντες ἔστρεφαν ἀλλοῦ τὸ πρόσωπό τους, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ βλέπουν τὸ θέαμα. Ὁ Γεώργιος οὔτε κὰν βογγοῦσε. Ἡ παρουσία τῆς Χάριτος, μετέβαλλε τοὺς πόνους σὲ χαρὰ καὶ ὁ θάνατος, ποὺ φυσιολογικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε ἤδη ἔρθει, δὲν ἔφθανε, γιατί ἐκεῖ ἦταν Ἐκεῖνος ποὺ εἶπε· «Ἐγώ εἰμι ἡ Ζωή· ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται». Ἀλλὰ ὁ Διοκλητιανὸς νόμιζε καὶ πάλι ὅτι ὁ Γεώργιος πέθανε καὶ μὲ κομπασμὸ εἶπε στοὺς παρισταμένους: «Βλέπετε ὅλοι σας, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος θεός, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἀπόλλωνα, τὸν Ποσειδώνα καὶ τοὺς ἄλλους θεούς. Ποῦ εἶναι τώρα ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου; Γιατί δὲν φάνηκε νὰ τὸν σώσει ἀπὸ τὰ βάσανα ποῦ τοῦ κάναμε;». Διέταξε λοιπὸν νὰ παραμείνει στὸν τροχὸ ὁ Γεώργιος ἔτσι πεθαμένος, πρὸς ἐξουδένωση τοῦ Χριστοῦ καὶ φόβητρο τοῦ κόσμου κι αὐτὸς πῆγε στὰ βασίλεια.
.          Κατὰ τὶς μία ἡ ὥρα τὸ μεσημέρι, σκοτείνιασε ὁ ἥλιος ἀπὸ βαριὰ σύννεφα, ἀστραπὲς καὶ βροντὲς ἔσειαν τὸν ἀέρα καὶ φωνὴ ἀκούστηκε ποὺ ἔλεγε: «Μεῖνε ἀνδρεῖος Γεώργιε! Νὰ εἶσαι ἀδίστακτος στὴν πίστη σου καὶ πολλοὶ ἐξ αἰτίας σου θὰ πιστέψουν σὲ μένα».
.          Οἱ στρατιῶτες τῆς φρουρᾶς φοβήθηκαν καὶ τό ᾽βαλαν στὰ πόδια. Ἄγγελος ὅμως Κυρίου ἐμφανίστηκε μπροστὰ στὸν Γεώργιο, τὸν ἔλυσε, τὸν ἀποκατέστησε τελείως ὑγιῆ καὶ τοῦ εἶπε: «Νὰ χαίρεσαι ἐν Κυρίῳ πραγματικὰ Γεώργιε. Εἶσαι ἀληθινὰ εὐτυχής, γιατί ἔδωσες τὸν ἑαυτό σου σὲ θάνατο γιὰ Ἐκεῖνον ποὺ γιὰ σένα πρῶτος λογίστηκε στοὺς νεκρούς. Πάρε δύναμη ἀπὸ τὴν δύναμή Του, νίκησε κατὰ κράτος τὴν ἀσέβεια καὶ μὲ στεφάνι δόξας οὐρανίου φωτός, θὰ κατακοσμηθεῖς ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τῆς δόξης Χριστό».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/01/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-4/

, ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ [Β´] «Μία ἀσεβέστατη πρὸς τοὺς θεοὺς θρησκεία, ἡ λεγομένη τῶν Χριστιανῶν, μὲ τὴν παρουσία της σαλεύει τὴν εἰρήνη στὴν κραταιὰ αὐτοκρατορία μας καὶ σέβεται κάποιον Ἰησοῦ, ποὺ κατακρίθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους σὲ σταυρικὸ θάνατο»

Μοναχοῦ Ἀρσενίου Βατοπαιδινοῦ
Εἰς τὸν Βίον
τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου [Β´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/23/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-1/

.         Ὁ Διοκλητιανὸς ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς μεθυσμένους ἀπὸ τὴν αὐτοθέωσή τους αὐτοκράτορες, ὁ ὁποῖος λάτρευε ἀντὶ τοῦ Δημιουργοῦ, τὰ πονηρὰ σκοτεινὰ κτίσματά Του, ποὺ ἔπαιζαν θεατρινίστικα τὸν ρόλο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Διοκλητιανὸς ἦταν στὴν ἐξουσία, ὅταν πάνω σ’ αὐτὴ τὴν γῆ ἔλαμψε μοναδικά, γιὰ νὰ συνεχίσει πλέον νὰ λάμπει αἰώνια, ὁ μεγαλομάρτυς Γεώργιος.
.         Γιὰ τοὺς γονεῖς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου γνωρίζουμε ἀπὸ τὸν βιογράφο τοῦ μαρτυρίου του –ποὺ ἦταν πιστὸς ἀκόλουθός του– ὅτι καταγόταν ἀπὸ γενεὰ Χριστιανῶν προγόνων καὶ ὅτι καὶ οἱ δύο ὑπῆρχαν τόσο ἐνάρετοι, ὥστε σήμερα νὰ τιμῶνται ὡς Ἅγιοι. Ὁ μὲν πατέρας του Γερόντιος μαρτύρησε ἐνῶ ἦταν στρατηλάτης στὸ ἀξίωμα, ἡ δὲ μητέρα του ζώντας ὀσιακά, μεγάλωσε τὸ μονάκριβο ὀρφανό της καὶ πέθανε εἰρηνικὰ πρὶν γνωρίσει τὴν μελλοντικὴ οὐράνια δόξα του.
.         Ἡ Καππαδοκία ἦταν ἡ πατρίδα τους καὶ ἀπὸ τέτοιους γονεῖς ἦταν τελείως φυσικὸ νὰ προβάλει ὁ συγκεκριμένος υἱός, ὁ Γεώργιος, ποὺ ἔγινε στὴν συνέχεια ἡ παρηγοριὰ κάθε Χριστιανοῦ, ὅπως ὁ ποιητὴς ἀναφέρει στὸ ἀπολυτίκιό του: «Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτὴς καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής· ἀσθενούνων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, τροπαιοφόρε μεγαλομάρτυς Γεώργιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἠμῶν».
.         Νέος στὴν ἡλικία, γεννημένος μέσα στὸ φῶς τῆς προσευχῆς τῶν γονέων του, ἀναθρεμμένος μὲ τὶς ἀρετὲς ποὺ ἐκεῖνο τὸ φῶς μεταδίδει στοὺς λάτρες του, γεμάτος ἀπὸ σύνεση, σωφροσύνη καὶ σοφία, πρόσθεσε, μὲ τὴν αὔξηση τῆς ἡλικίας του, στὴν σεμνότητά του, τὴν δικαιοσύνη καὶ σὰν ἰδιαίτερο τελείως δικό του χαρακτηριστικό, μία ἀξεπέραστη ἀνδρεία, ποὺ πήγαζε ἀπὸ τὴν μεγάλη πίστη του πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν πρόνοιά Του, πίστη ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὴν πλούσια θεωρία τοῦ φωτὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ κατοικοῦσε μέσα του.
.         Αὐτὸ τὸ φῶς διηύθυνε τὶς αἰσθήσεις του, τὶς σκέψεις του, τὰ λόγια του. Αὐτὸ τὸ φῶς τὸν δίδασκε γνώση ὄχι μόνο στὰ ὑπεραισθητά, ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὰ ἀκόμη τὰ γήϊνα, ὥστε νὰ ξεχωρίζει ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς καὶ πολὺ σύντομα νὰ τοῦ δοθοῦν ἀξιώματα πολιτικοῦ καὶ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ.
.         Δὲν ξεπερνοῦσε τὰ 22 χρόνια της ζωῆς του κι ἐνῶ τὸν περίμεναν μεγαλύτερα ἀξιώματα, μιὰ ποὺ ἐκτὸς τῶν ἀρετῶν του, τῆς φυσικῆς ὀμορφιᾶς καὶ σωματικῆς δυνάμεώς του εἶχε κληρονομήσει καὶ γήϊνα πλούτη ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, ξαφνικὰ τὰ μοίρασε ὅλα στοὺς φτωχοὺς καὶ πῆρε τὴν μεγάλη ἀπόφαση –σὰν μυθικὸς ἥρωας ποὺ ὅμως ἦταν κατὰ πάντα συνάνθρωπός μας– γυμνὸς ἀπὸ τὰ γήϊνα –πράξη αὐτοθυσίας ποὺ ὁ κάθε ἐχέφρων ἀντιλαμβάνεται τὸ μέγεθος της– νὰ περπατήσει τὸν δρόμο ποὺ πρῶτος περπάτησε ὁ Θεὸς στὴν γῆ γιὰ μᾶς· κι αὐτὸ δὲν ἔγινε καθόλου ἄκαιρα.
.         Ὁ Διοκλητιανὸς –διὰ τοῦ Μαξιμιανοῦ τοῦ γαμβροῦ του– εἶχε πετύχει μεγάλες νίκες κατὰ τῶν Περσῶν. Ὁ Μαξιμιανὸς εἶχε τότε τὴν ἕδρα του στὴν Νικομήδεια, κι ἀφοῦ κατ’ ἀρχὰς εἶχε πολλάκις νικηθεῖ ἀπὸ τοὺς Πέρσες, ποὺ κατέστρεφαν τὴν περιοχή του, τὴν Παλαιστίνη, τὴν Ἀρμενία καὶ τὴν Καππαδοκία, κάλεσε τὸν Διοκλητιανό, ποὺ μὲ τὴν σημαντικότερη στρατειά του κατέφθασε ἀπὸ τὴν Ρώμη μὲ τὴν γυναίκα του Ἀλεξάνδρα –ἡ ὁποία ἤθελε νὰ δεῖ τὴν κόρη της ποὺ εἶχε παντρευτεῖ τὸν Μαξιμιανὸ– ἔχοντας μαζί τους, τοὺς πιὸ στενοὺς συγγενεῖς τους, Μαγνέντιο, Θέογνι καὶ Δαδιανό, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τοπάρχες τῆς Λιβύης, τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Συρίας, ἐνίσχυσε τὸν Μαξιμιανὸ μὲ τὴν στρατειά του, ὁ ὁποῖος τελικὰ πέτυχε ὁλοκληρωτικὲς νίκες κατὰ τῶν Περσῶν καὶ γύρισε πίσω στὴν Νικομήδεια, ὅπου συναθροίστηκαν ὅλοι οἱ συγγενεῖς, βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνες.
.         Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐπιτυχία, θέλησαν, μὲ μεγάλες πανηγύρεις, νὰ κάνουν θυσίες στοὺς θεοὺς καὶ μάλιστα στὸν Ἀπόλλωνα, ποὺ λατρευόταν ἰδιαίτερα σ’ ἐκεῖνα τὰ μέρη. Τότε θυμήθηκαν ὅτι ὑπῆρχαν κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία τους ἄνθρωποι, οἱ Χριστιανοί, ποὺ δὲν λάτρευαν τοὺς θεούς τους. Αὐτὸ τοὺς πίκρανε ἀφάνταστα καὶ ἀποφάσισαν ὅτι ὅλοι αὐτοὶ ἢ ἔπρεπε νὰ λατρεύουν τοὺς θεούς τους ἢ νὰ πεθάνουν. Οἱ θεοί τους εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν ἐνδιαφέρονταν γιὰ τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὴν δόξα τους.
.         Μαζεύτηκαν λοιπὸν ὅλοι οἱ ἡγεμόνες, μὲ πρόεδρο καὶ πρῶτο τὸν αὐτοκράτορα καὶ ἀποφάσισαν νὰ στείλουν παντοῦ αὐτοκρατορικὰ διατάγματα, ποὺ ἔλεγαν περίπου τὰ ἑξῆς: «Ὁ Διοκλητιανός, ὁ μέγιστος ἀεισέβαστος αἰώνιος βασιλιάς, στοὺς στρατηγοὺς καὶ ἡγεμόνες καὶ προϊσταμένους ποὺ ἡγεμονεύουν στὶς χῶρες καὶ ἐπαρχίες τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, χαίρετε! Ἐπειδὴ ἀκούσαμε ὅτι μία ἀσεβέστατη πρὸς τοὺς θεοὺς θρησκεία, ἡ λεγομένη τῶν Χριστιανῶν, μὲ τὴν παρουσία της σαλεύει τὴν εἰρήνη στὴν κραταιὰ αὐτοκρατορία μας καὶ σέβεται κάποιον Ἰησοῦ, ποὺ κατακρίθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους σὲ σταυρικὸ θάνατο, βλασφημοῦν δὲ καὶ εἰρωνεύονται τὸν μέγα θεὸ Ἀπόλλωνα, τὸν Ἑρμῆ καὶ τὸν Διόνυσο, τὸν Ἡρακλῆ καὶ τὸν Δία, οἱ ὁποῖοι χαρίζουν εἰρήνη στὴν αὐτοκρατορία, γι’ αὐτὸ διατάζουμε νὰ συλλαμβάνονται καὶ νὰ τιμωροῦνται αὐστηρότατα, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ὥστε νὰ ἀρνοῦνται τὴν θρησκεία τους. Ἂν μὲ τὶς ἀπειλὲς καὶ τὶς τιμωρίες ἀλλάξουν ἄποψη, νὰ τοὺς δίνονται σοβαρὲς δωρεές, σὲ διαφορετικὴ ὅμως περίπτωση –μετὰ ἀπὸ πολλὰ βάσανα καὶ τιμωρίες– νὰ ἀποκεφαλίζονται μὲ ξίφος. Ἐὰν δὲν ἐφαρμόσετε μὲ ἀκρίβεια τὰ προστασσόμενα, θὰ ὑποστεῖτε τὶς ἴδιες τιμωρίες. Σπουδάστε νὰ ἐκτελέσετε τὶς διαταγές μας!».
.         Τὰ διατάγματα στάληκαν σὲ κάθε χώρα, σὲ κάθε πόλη. Ἑτοιμάστηκαν βασανιστήρια ὄργανα καὶ δόθηκε ἡ εὐκαιρία σ’ ὅσους ἔτρεφαν ἔχθρα καὶ μίσος κατὰ τῶν Χριστιανῶν νὰ ἐκπληρώσουν τὴν ἐπιθυμία τοὺς αὐτή, προδίδοντας τοὺς πιστοὺς στοὺς ἄρχοντες. Καὶ ἄλλοι μὲν ἀπὸ τοὺς πιστοὺς προετοιμασμένοι μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀρετή, ἀγωνίζονταν περνώντας ἀπὸ φρικαλέα βασανιστήρια καὶ νικοῦσαν, «μάρτυρες γενόμενοι τῆς ἀληθείας» καὶ σὰν ἄλλα νοητὰ ἀστέρια καὶ ἥλιοι λάμπουν μέχρι σήμερα στὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλοι ὅμως δυστυχῶς δὲν ἄντεχαν μέχρι τὸ τέλος καὶ ἔχαναν τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
.        Ἀνάμεσα στὸν πόνο καὶ στὸν θόρυβο τῶν ἡμερῶν, περιερχόταν ὁ εἰκοσιδυάχρονος Γεώργιος παρακολουθώντας τὰ δρώμενα. Ἦταν ἤδη τιμημένος μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ Κόμη καὶ τοῦ εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Διοκλητιανὸς καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Στρατηλάτη. Σεμνός, ἀνδρεῖος καὶ δυνατὸς στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, ἀναλογιζόταν προσευχόμενος τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ, πῶς τὸν πρόδωσε ὁ μαθητής Του, τὸν συνέλαβαν, πῶς τὸν ὁδήγησαν οἱ συνάνθρωποί του στὸ πραιτώριο, πῶς τὸν ἐνέπαιζαν, πῶς τὸν κορόϊδευαν, πῶς τὸν ράπιζαν καὶ τὸν ὁδήγησαν οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες μπροστὰ στὸν Πιλάτο νὰ ἀπολογηθεῖ, πῶς ὑπέμεινε τὴν συκοφαντικὴ ἐπίθεση τῶν Ἰουδαίων ἀρχιερέων ποὺ σούβλιζε τὴν καρδιὰ μέχρι τὰ τρίσβαθα τῆς ψυχῆς· «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου», εἶχε πεῖ ὁ Κύριος ποὺ προγνώριζε ὅτι θὰ συμβοῦν ὅλα αὐτά.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/04/27/εἰς-τὸν-βίον-τοῦ-ἁγ-γεωργίου-3/

, , ,

Σχολιάστε