Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀριστείδης Θεοδωρόπουλος

Η ΑΓΙΑ ΤΑΤΙΑΝΗ Ἡ θεομακάριστος διάκονος καὶ πάνσεμνος νύμφη τοῦ Χριστοῦ

Η ΑΓΙΑ ΤΑΤΙΑΝΗ
θεομακάριστος διάκονος κα πάνσεμνος νύμφη το Χριστο

Τοῦ Ἀριστείδη Θεοδωρόπουλου
Ἐκπαιδευτικοῦ

.           Μέσα στὸ πολυπληθὲς νέφος τῶν ἐνδόξων μαρτύρων τῆς χριστιανικῆς πίστεως κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες συγκαταλέγεται καὶ ἡ ἀθληφόρος παρθενομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Τατιανή, ἡ ὁποία ἀναδείχθηκε «τῆς Ἐκκλησίας θεῖον κλέϊσμα», «τῶν διακόνων σεπτὸν ἐγκαλλώπισμα», «τῆς ἀρετῆς τὸ καύχημα» καὶ «τῆς θυσίας τὸ ἀγλάϊσμα».
%CE%91%CE%93%CE%99%CE%91+%CE%A4%CE%91%CE%A4%CE%99%CE%91%CE%9D%CE%970010.           Ἡ τιμώμενη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας στὶς 12 Ἰανουαρίου πάνσεμνος νύμφη καὶ ἔνδοξος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Τατιανή, ἡ «περιβεβλημένη ταῖς ἀρεταῖς τὸ ἀήττητον, καὶ πεποικιλμένη ἐλαίῳ τῆς ἁγνείας καὶ τῷ αἵματι τῆς ἀθλήσεως», καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ ἔζησε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξάνδρου Σεβήρου (222-235μ.Χ.). Ἦταν γόνος πλούσιας καὶ ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας καὶ ὁ πατέρας της εἶχε διατελέσει τρεῖς φορὲς ὕπατος, ποὺ ἦταν τὸ ἀνώτατο αἱρετὸ δημόσιο ἀξίωμα τῶν Ρωμαίων. Ἡ ἀρχοντικὴ καταγωγὴ καὶ ἡ εὐμάρεια τῆς οἰκογένειάς της ἐξασφάλισαν στὴν ἐνάρετη καὶ ὄμορφη Τατιανὴ τὴν ἀπαιτούμενη ἀγωγὴ καὶ παιδεία. Τὸ γεγονὸς μάλιστα αὐτὸ τὴν κατέστησε ἀξιοπρόσεκτη καὶ περιζήτητη μέσα στὴν κοινωνία τῆς Ρώμης. Παράλληλα ὅμως ἡ πλήρης ἀφοσίωσή της στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ὁ διαρκὴς πνευματικός της ἀγώνας σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὴν παρακίνησαν στὸ νὰ προσφέρει πλουσιοπάροχα τὶς ὑπηρεσίες της ὡς διακόνισσα ποὺ ἀποτελοῦσε ἄλλωστε θεσμὸ τῆς ἀρχαίας χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἐπιδόθηκε μὲ ὅλες τὶς φυσικὲς δυνάμεις καὶ τὰ πνευματικά της χαρίσματα στὴ διακονία τῶν συνανθρώπων καὶ κυρίως τῶν ἀναξιοπαθούντων, ἀφοῦ τὸ ἔργο τῶν διακονισσῶν ἦταν πρωτίστως τὰ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας. Γι’ αὐτὸ καὶ περιποιόταν τοὺς ἀσθενεῖς, ἐφοδίαζε μὲ τρόφιμα τοὺς ἐνδεεῖς καὶ τοὺς πεινασμένους, ἐπισκεπτόταν τοὺς φυλακισμένους καὶ καθοδηγοῦσε τὶς γυναῖκες στὸν δρόμο τῆς ἐναρέτου πολιτείας καὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ σωτηρίας. Μάλιστα ἡ ἀριστοκρατικὴ καταγωγή της σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ἔνθεο καὶ ἀκάματο ζῆλο, μὲ τὸν ὁποῖο ἐπιτελοῦσε τὰ διακονικά της καθήκοντα, τὴν ἔκαναν νὰ ἀποκτήσει ξεχωριστὴ θέση μεταξὺ τῶν χριστιανῶν, ἐνῶ οἱ εἰδωλολάτρες ἀποροῦσαν μὲ τὸ θυσιαστικὸ πνεῦμα καὶ τὴν αὐταπάρνηση ποὺ ἐπιδείκνυε στὸ φιλανθρωπικὸ ἔργο καὶ τὴ διακονία τῶν ἀναξιοπαθούντων. Ἀξιομνημόνευτος ἦταν ὁ ἐνθουσιασμὸς ποὺ εἶχε, ὅταν βοηθοῦσε τοὺς ἱερεῖς στὶς βαπτίσεις τῶν γυναικῶν, ἀλλὰ καὶ ὅταν τηροῦσε τὴν τάξη στὶς γυναῖκες κατὰ τὴν τέλεση τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἀπέναντι σὲ κάθε ἀναξιοπαθοῦντα ἀδελφὸ ἐπιδείκνυε ἀξιοθαύμαστη στοργὴ καὶ εὐαισθησία.
.         Τὸ θεάρεστο ὅμως ἔργο τῆς θεομακαρίστου νύμφης τοῦ Χριστοῦ Ἁγίας Τατιανῆς προκάλεσε, ὅπως ἦταν φυσικό, τὸ μίσος τῶν εἰδωλολατρῶν τῆς Ρώμης. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν κηρύχθηκε διωγμὸς ἐναντίον τῶν χριστιανῶν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξάνδρου Σεβήρου, βρῆκαν τὴν εὐκαιρία οἱ φανατικοὶ εἰδωλολάτρες νὰ καταγγείλουν στὶς ρωμαϊκὲς ἀρχὲς τὴν πάνσεμνο Τατιανὴ ὡς χριστιανή. Ἔτσι συνελήφθη γιὰ τὴν πίστη της καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τῶν ἀρχόντων γιὰ νὰ ἀπολογηθεῖ. Κατὰ τὴν ἀνάκριση ποὺ διατάχθηκε, ἡ ἐνάρετος καὶ εὐσεβὴς Τατιανὴ ὁμολόγησε μὲ ξεχωριστὴ παρρησία καὶ ἀξιοθαύμαστο θάρρος τὴν πίστη της στὸν Ἐνανθρωπήσαντα Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ Ἀναστάντα. Ὅμως παρὰ τὶς προσπάθειες ποὺ καταβλήθηκαν εἴτε μὲ ὑποσχέσεις γιὰ πλούσια δῶρα εἴτε μὲ κολακεῖες ἢ ἀκόμα καὶ μὲ ἀπειλὲς γιὰ φρικτὰ μαρτύρια, δὲν κατόρθωσαν οἱ εἰδωλολάτρες ἄρχοντες νὰ τὴ μεταπείσουν νὰ ἀρνηθεῖ τὴ χριστιανική της πίστη καὶ νὰ προσκυνήσει τὰ ψεύτικα εἴδωλα. Μάλιστα κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἴδιου τοῦ αὐτοκράτορος ὁδηγήθηκε μετὰ βίας στὸν εἰδωλολατρικὸ ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνα γιὰ νὰ προσφέρει θυσία στὰ ἄψυχα εἴδωλα. Ἐκεῖ ἀφοῦ προσευχήθηκε μὲ ὅλη της τὴ δύναμη στὸν Κύριο, συνταράχθηκαν τὰ εἰδωλολατρικὰ ἀγάλματα ποὺ βρίσκονταν μέσα στὸ ναὸ καὶ μάλιστα μὲ τέτοια ἔνταση, ὥστε ὅλα κατέπεσαν καὶ συνετρίβησαν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξαγρίωσε τὸν αὐτοκράτορα καὶ τοὺς παριστάμενους στρατιῶτες σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε μετὰ καὶ τὴ θαρραλέα ὁμολογία της στὸν Ἰησοῦ Χριστό, δόθηκε ἡ ἐντολὴ νὰ τὴν ὑποβάλουν σὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Ἀρχικὰ τὴ χτύπησαν ἀνελέητα στὸ πρόσωπο, ἐνῶ μὲ σιδερένια νύχια τῆς ἔσχισαν τὰ βλέφαρα καὶ τὰ μάγουλα. Ἡ Τατιανὴ παρέμεινε ὅμως σταθερὴ καὶ ἀλύγιστη στὴ χριστιανική της πίστη, ἐνῶ προσευχόταν γιὰ τὴ σωτηρία τῶν βασανιστῶν της, ὥστε νὰ γνωρίσουν καὶ ἐκεῖνοι τὸν ἀληθινὸ Θεό. Ἔτσι ἡ προσευχὴ τῆς ἀθληφόρου μάρτυρος ἦταν τόσο δυνατή, ὥστε ὀκτὼ στρατιῶτες πίστεψαν στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ τῆς ζήτησαν νὰ τοὺς συγχωρήσει. Ἡ μεταστροφὴ ὅμως τῶν βασανιστῶν τῆς Ἁγίας ἐξόργισε τὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἀμέσως τὴ διαταγὴ νὰ τοὺς κρεμάσουν καὶ νὰ τρυπήσουν τὰ σώματά τους μὲ κοφτερὰ σπαθιά, ἐνῶ κατόπιν τοὺς ἀποκεφάλισαν.
.               Μετὰ τὴ μαρτυρικὴ τελείωση τῶν ὀκτὼ βασανιστῶν ὁδηγήθηκε καὶ πάλι ἡ ἀθληφόρος μάρτυς ἐνώπιον τῶν ἀρχόντων γιὰ νὰ τὴν πείσουν νὰ θυσιάσει στοὺς ψεύτικους εἰδωλολατρικοὺς θεούς. Μάλιστα προσπάθησαν νὰ τὴ δελεάσουν μὲ διάφορες ὑποσχέσεις καὶ κολακεῖες. Ὅμως ἡ πλήρης ἀφοσίωσή της στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ἐξαγρίωσε καὶ πάλι τοὺς φανατικοὺς εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ τὴ γύμνωσαν, ἄρχισαν νὰ τὴ χτυποῦν μὲ σιδερένια ραβδιά. Κατόπιν τὴν κρέμασαν καὶ τῆς κατέσχισαν τὸ ἁγνό της σῶμα μὲ σιδερένια ἄγκιστρα καὶ χτένια, ἐνῶ στὴ συνέχεια τὴν ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Ὅμως κανένα ἀπὸ τὰ φρικτὰ βασανιστήρια δὲν ἔκαμψε τὸ σθεναρὸ ἀγωνιστικό της φρόνημα καὶ τὴν ἀκλόνητη πίστη της στὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεό. Προκειμένου μάλιστα νὰ τὴν ταπεινώσουν καὶ νὰ τὴ διασύρουν, τῆς ἔκοψαν ὅλες τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς της, ξυρίζοντάς την. Μ’ αὐτὸν τὸν ἀναίσχυντο τρόπο ἐξευτελισμοῦ πίστευε ὁ εἰδωλολάτρης αὐτοκράτορας ὅτι θὰ λύγιζε καὶ θὰ ἀναγκαζόταν ντροπιασμένη νὰ προσκυνήσει τὰ ἄψυχα καὶ ψευδῆ εἴδωλα. Ἐκείνη ὅμως θεωροῦσε τὸν ὀνειδισμὸ γιὰ τὸν Χριστὸ τιμή, ἡ ὁποία θὰ προσετίθετο στὶς πολλαπλὲς εὐλογίες ποὺ εἶχε ἤδη δεχθεῖ πλουσιοπάροχα ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅμως τὰ φρικτὰ βασανιστήρια τῆς παρθενομάρτυρος Τατιανῆς, τὰ ὁποῖα ὑπέμεινε μὲ ἀνείπωτη ἀγαλλίαση καὶ ὑπομονή, συνεχίστηκαν μὲ ἀμείωτη ἔνταση, ἀφοῦ διατάχθηκε νὰ τὴ ρίξουν καὶ σὲ πυρακτωμένο καμίνι. Ἀλλὰ καὶ μέσα στὴ φωτιὰ ἡ ἀθληφόρος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ διαφυλάχθηκε σώα καὶ ἀβλαβὴς χάρη στὴν πανσθενουργὸ δύναμη τοῦ Κυρίου, ὅπως εἶχε συμβεῖ καὶ μὲ τοὺς ἐν Καμίνῳ Ἁγίους Τρεῖς Παῖδες Ἀνανία, Ἀζαρία καὶ Μισαήλ. Κατόπιν τὴν ἔριξαν σὲ πεινασμένα ἄγρια θηρία γιὰ νὰ τὴν κατασπαράξουν, ἀλλὰ ἐκεῖνα δὲν τῆς ἐπιτέθηκαν καθόλου καὶ ἔτσι δὲν τῆς προξένησαν ἀπολύτως καμία βλάβη.
.            Βλέποντας ὁ αὐτοκράτορας Ἀλέξανδρος Σεβῆρος τὸ συνεχιζόμενο ἀκμαῖο ἀγωνιστικὸ φρόνημα καὶ τὴν ἀκλόνητη χριστιανικὴ πίστη τῆς πολυάθλου μάρτυρος παρὰ τὰ φρικτὰ βασανιστήρια, στὰ ὁποῖα ὑποβλήθηκε, διέταξε νὰ τὴν ἀποκεφαλίσουν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Τότε ἡ πάνσεμνος νύμφη τοῦ Χριστοῦ ὁδηγήθηκε στὸν χῶρο τῆς θανατικῆς της ἐκτέλεσης καὶ ἀφοῦ προσευχήθηκε στὸν Οὐράνιο Νυμφίο ποὺ τὴν ἀξίωσε νὰ μείνει μέχρι τέλους ἀφοσιωμένη καὶ πιστὴ σ’ Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος σταυρώθηκε καὶ ἀναστήθηκε γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, δέχθηκε μὲ ἀγαλλίαση τὸ ἐπίγειο τέλος της. Ἔτσι μὲ τὴν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ μαρτυρική της τελείωση ἔλαβε ἐπάξια ἀπὸ τὸν ἀθλοθέτη Κύριο τὸν καλλίνικο καὶ ἀμάραντο στέφανο τοῦ μαρτυρίου, γιὰ νὰ συνευφραίνεται αἰώνια μαζὶ μὲ τὸν Νυμφίο Χριστό. Ἔκτοτε ἡ θεομακάριστος διάκονος καὶ πάνσεμνος νύμφη τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Τατιανή, ἡ ὁποία ἀναδείχθηκε «κλέος καὶ σεπτὸ ἐγκαλλώπισμα τῶν χριστομαρτύρων», τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας στὶς 12 Ἰανουαρίου. Παράλληλα ὑμνεῖται καὶ γεραίρεται τόσο μέσα ἀπὸ τὴν Ἀσματική της Ἀκολουθία, ἡ ὁποία ἐποιήθη στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1916 μὲ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ ἐξ Αἰγίνης Μοναχοῦ Διονυσίου, τοῦ ἐνασκουμένου στὴν Ἱερὰ Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων ὅσο καὶ μέσα ἀπὸ τὸν Παρακλητικὸ Κανόνα ποὺ συντάχθηκε πρὸς τιμήν της ἀπὸ τὸν Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη π. Νικόδημο Ἀεράκη, Ἱεροκήρυκα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Αἰγίνης, κατόπιν παρακλήσεως τῆς φιλαγίου κ. Σουλτάνας Χαραλάμπους Παπαστάμου ἐκ Πτολεμαΐδος. Ἀπὸ τὰ ἱερά της λείψανα ἡ τιμία κάρα της μεταφέρθηκε μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1490 στὴ Μονὴ Μπίστριτσα ποὺ βρίσκεται πλησίον της πόλεως Κραϊόβα τῆς Ρουμανίας, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ 1955 φυλάσσεται πλέον στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Κραϊόβας.

.           Ἡ Ἁγία παρθενομάρτυς Τατιανὴ τιμᾶται ἰδιαιτέρως στὴν Αἴγινα, ἀφοῦ στὴ θέση Λάκκα τῆς πόλεως Αἰγίνης ὑπάρχει ὁμώνυμος ἱερὸς ναός, ὁ ὁποῖος ἀνεγέρθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος μετὰ ἀπὸ τὶς κατ’ ὄναρ ἀλλεπάλληλες ἐμφανίσεις τῆς ἴδιας τῆς Ἁγίας στὴν Ἑλένη Θεοδοσίου Μοίρα (τὸ γένος Ἰωάννου Κολοκέντη) καὶ τὴν ἐπακολουθήσασα θαυματουργικὴ ἀνεύρεση τῆς ἱερᾶς εἰκόνος της. Ὅλα ξεκίνησαν στὶς 22 Σεπτεμβρίου 1898, ὅταν ἕνα ἀπροσδόκητο ὄνειρο συντάραξε τὴν ἠρεμία τῆς νύχτας στὸ σπίτι τῆς Ἑλένης Μοίρα. Στὴν εὐσεβῆ αὐτὴ γυναίκα ἐμφανίσθηκαν ξαφνικὰ στὸν ὕπνο της δύο λευκοντυμένες γυναῖκες, οἱ ὁποῖες τῆς παρέδωσαν μία ἐπιστολή. Στὴν ἀξιοπερίεργη αὐτὴ οὐράνια ὀπτασία δὲν ἔδωσε ἀρχικὰ καμία ἀπολύτως σημασία. Μετὰ ὅμως ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες παρουσιάσθηκε στὸν ὕπνο της ἕνας ἡλικιωμένος, ὁ ὁποῖος καθόταν στὴν κορυφὴ ἑνὸς βουνοῦ. Ἀφοῦ τὴν κάλεσε κοντά του, ξαφνικὰ τὸ βουνὸ ἐξαφανίσθηκε καὶ ἡ εὐσεβὴς Ἑλένη βρέθηκε μέσα σὲ μία ἐκκλησία, ὅπου στὸ Ἅγιο Βῆμα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα ὑπῆρχε μία χρυσὴ εἰκόνα καὶ ἕνα ἀναμμένο καντήλι, ἐνῶ μπροστὰ στὴν πόρτα ὑπῆρχε ἕνα συναξάριο μὲ τὴν ἐπιγραφή: «Τὸ μαρτύριον τῆς Ἁγίας Τατιανῆς». Μετὰ τὴν ἀπροσδόκητη αὐτὴ ἀποκάλυψη ἄρχισε ἡ εὐσεβὴς γυναίκα φωνάζοντας νὰ καλεῖ τοὺς χριστιανοὺς νὰ προσκυνήσουν, ἀλλὰ μία γυναίκα μ’ ἕνα βρέφος στὰ χέρια, τῆς ἀπαγόρευσε νὰ φωνάζει. Ἡ δυσερμήνευτη αὐτὴ ὀπτασία ἔκανε τὴν Ἑλένη νὰ ἀπορεῖ καὶ νὰ διστάζει, χωρὶς νὰ γνωρίζει τί ἀκριβῶς σημαίνουν αὐτὰ ποὺ εἶδε καὶ τί πρέπει νὰ κάνει. Ἐπὶ πέντε ὅμως συνεχῆ ἔτη παρουσιαζόταν ἡ Ἁγία Τατιανὴ στὸν ὕπνο της, ἐκφράζοντας ἔντονα τὸ παράπονο γιὰ τὸν δισταγμὸ καὶ τὴν ἀδιαφορία ποὺ ἐπιδείκνυε στὸ νὰ σκάψει στὸ σημεῖο τοῦ κτήματός της ποὺ ὅριζε ἡ ἴδια ἡ Ἁγία, ὥστε νὰ ἀνευρεθεῖ ἡ ἱερὰ εἰκόνα της καὶ νὰ ἀνεγερθεῖ κατόπιν ἱερὸς ναὸς ἐπ’ ὀνόματί της. Μετὰ ὅμως ἀπὸ τὶς ἀλλεπάλληλες κατ’ ὄναρ ἐμφανίσεις τῆς Ἁγίας ἀποφάσισε κάποια στιγμὴ ἡ Ἑλένη νὰ ἄρει τὶς ἐπιφυλάξεις καὶ τοὺς δισταγμούς της καὶ νὰ σκάψει στὸ σημεῖο τοῦ κτήματός της στὴ θέση Λάκκα τῆς πόλεως Αἰγίνης γιὰ νὰ διαπιστώσει, ἐὰν τὰ ὄνειρά της ἀνταποκρίνονται στὴν πραγματικότητα. Ἔτσι στὶς 4 Δεκεμβρίου τοῦ 1903 καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀνασκαφῆς εὑρέθη εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, κατόπιν εὑρέθη εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου (ἐπ’ ὀνόματί του τιμᾶται τὸ ἀριστερὸ κλίτος τοῦ Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Κοιμήσεως Θεοτόκου Αἰγίνης), ἐνῶ στὶς 17 Δεκεμβρίου, ἡμέρα μνήμης καὶ ἑορτασμοῦ τοῦ πολιούχου τοῦ νησιοῦ Ἁγίου Διονυσίου (ἐπ’ ὀνόματί του τιμᾶται τὸ δεξιὸ κλίτος τοῦ Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Κοιμήσεως Θεοτόκου Αἰγίνης), ἀνευρέθη ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τατιανῆς. Τὸ θαυμαστὸ καὶ ὑπερφυὲς αὐτὸ γεγονὸς προκάλεσε αἰσθήματα ἀπερίγραπτης πνευματικῆς ἀγαλλίασης στοὺς εὐσεβεῖς κατοίκους τοῦ εὐλογημένου νησιοῦ τῆς Αἴγινας καὶ ὅλοι ἐπιδόθηκαν μὲ ἰδιαίτερη χαρὰ καὶ ἐπιμέλεια στὴν ἀνέγερση τοῦ ἱεροῦ ναοῦ στὸ κτῆμα, ὅπου ἀνευρέθη ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Ἁγίας. Πρόκειται μάλιστα γιὰ τὸν μοναδικὸ σὲ ὁλόκληρο τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο καταγεγραμμένο ναὸ ἐπ’ ὀνόματί της, ὁ ὁποῖος σήμερα ἀποτελεῖ παρεκκλήσιο τοῦ χρονολογούμενου ἀπὸ τὸ 1806 ἱστορικοῦ Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Κοιμήσεως Θεοτόκου Αἰγίνης.
.                 Μετὰ τὴ θαυματουργικὴ ἀνεύρεση τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τατιανῆς καὶ τὴν ἀνέγερση τοῦ ὁμωνύμου ἱεροῦ ναοῦ ἡ Ἑλένη Θεοδοσίου Μοίρα ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ καὶ μάλιστα μετὰ τὴ χηρεία της ἐκάρη μοναχὴ λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Τατιανή. Πάμπολλα εἶναι καὶ τὰ θαύματα ποὺ ἔχει ἐπιτελέσει ἡ ἀθληφόρος μάρτυς διὰ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Μεταξὺ αὐτῶν παιδὶ ποὺ συνταξίδευε μὲ τὴ μητέρα του καὶ ἔπεσε στὴ θάλασσα, διασώθηκε ἀπὸ τὴν Ἁγία, ἀφοῦ βρέθηκε μέσα σὲ λέμβο, ἐνῶ κοπέλα ἀπὸ τὸ Καστελλόριζο ποὺ ἔπασχε ἀπὸ αἱμορραγία καὶ θεραπεύθηκε, δώρισε ἀπὸ εὐγνωμοσύνη ἕνα βραχιόλι στὸν ναὸ τῆς Ἁγίας στὴν Αἴγινα. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ναοῦ στὴν Αἴγινα δεκατριάχρονο κορίτσι εἶδε κατ’ ὄναρ τὴν Ἁγία Τατιανή, ἡ ὁποία τοῦ ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ ἀνοίξει πλησίον του ναοῦ πηγάδι, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀνέβλυσε ἄφθονο νερό. Ὅμως ἀκόμη καὶ κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια ἀρκετοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν γίνει ἀποδέκτες τῶν θαυμάτων τῆς Ἁγίας, γεγονὸς ποὺ ἐπιβεβαιώνει περίτρανα τὴ ζωντανή της παρουσία καὶ τὴ θαυματουργική της χάρη στὸ εὐλογημένο νησὶ τῆς Αἴγινας. Ἂς ἐπικαλεσθοῦμε λοιπὸν τὶς πρεσβεῖες της στὴ σημερινὴ τεχνοκρατικὴ ἐποχή μας γιὰ νὰ παραδειγματιστοῦμε ἀπὸ τὸν ἔνθερμο ζῆλο της στὴ διακονία τῶν ἀναξιοπαθούντων ἀδελφῶν μας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀκλόνητη πίστη της στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό.

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

Βιβλιογραφία

  • Ἀεράκη Νικοδήμου Γ., Ἀρχιμανδρίτου –Ἱεροκήρυκος, Κανὼν Παρακλητικός τῆς Ἁγίας ἐνδόξου μάρτυρος Τατιανῆς, Ἀθῆναι 2009.
  • Βίος καὶ Ἀκολουθία τῆς Ἁγίας Τατιανῆς, Ἐπιμέλεια Ἀθηνᾶς Νικολάου Χριστοπούλου, Ἀθήνα 1989.

ΠΗΓΗ: kallimasia.blogspot.gr

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ὁ «ἐκ τελώνου κληθεὶς εἰς μαθητείαν καὶ Εὐαγγελιστὴς γενόμενος» πανεύφημος Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ
«κ τελώνου κληθες ες μαθητείαν
κα
Εαγγελιστς γενόμενος»
πανεύφημος
πόστολος το Χριστο

Ἀριστ. Θεοδωρόπουλος,
Ἐκπαιδευτικός

.           Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ὑπῆρξε ὁ συγγραφέας τοῦ πρώτου ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἀφοῦ ὀκτὼ χρόνια μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου συνέγραψε στὴν ἑβραϊκὴ γλῶσσα, ἡ ὁποία τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν ἡ καθομιλουμένη στὴν Παλαιστίνη ἀραμαϊκή, τὸ πρῶτο Εὐαγγέλιο, τὸ ὁποῖο φέρει καὶ τὸ ὄνομά του.
%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%83+%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B8%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%83+20002.           Ὁ ἐξαίσια ὑμνηθεὶς ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ὡς «τῶν πεπλανημένων ὁδηγὸς πρὸς σωτηρίαν καὶ πρεσβευτὴς παντὸς τοῦ κόσμου θερμότατος» ὀνομαζόταν ἀρχικὰ Λευὶ καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Κανὰ τῆς Γαλιλαίας. Ἦταν γιὸς τοῦ Ἀλφαίου καὶ προτοῦ κληθεῖ στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα, ἐξασκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ τελώνη, δηλαδὴ τοῦ φοροεισπράκτορα. Μάλιστα οἱ Ἑβραῖοι θεωροῦσαν τὸ ἐπάγγελμα αὐτὸ ἄδικο καὶ μισητό, ἀφοῦ οἱ τελῶνες πλούτιζαν ἀπὸ τὶς ἀδικίες ποὺ ἔκαναν μὲ τὴν ὑπερβολικὴ εἴσπραξη τῶν φόρων. Γι’ αὐτὸ καὶ μαζὶ μὲ τὶς πόρνες θεωροῦνταν ὡς οἱ πλέον ἁμαρτωλοί. Κάποια ἡμέρα ὅμως ποὺ ὁ Λευὶ καθόταν στὸ τελωνεῖο, πέρασε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος μόλις τὸν εἶδε, τοῦ εἶπε: «Ἀκολούθει μοι» (Ματθ. θ´ 9). Μὲ τὸ ἄκουσμα αὐτῆς τῆς πρόσκλησης ὁ τελώνης Λευὶ ἄφησε ὄχι μόνο τὸ ἐπάγγελμά του, ἀλλὰ καὶ τὸ σπίτι καὶ τὴν οἰκογένειά του καὶ ἀκολούθησε τὸν Ἰησοῦ Χριστό, γενόμενος πιστὸς μαθητὴς καὶ ἀπόστολός Του καὶ λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Ματθαῖος ποὺ σημαίνει δῶρο τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα προτοῦ ἀκολουθήσει τὸν Κύριο, παρέθεσε στὸ σπίτι του ἕνα πλούσιο γεῦμα, στὸ ὁποῖο ἔλαβαν μέρος ὄχι μόνο ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀλλὰ καὶ συγγενεῖς του καὶ πολλοὶ τελῶνες, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε τὸν σκανδαλισμὸ καὶ τὴν κατάκριση τῶν Φαρισαίων. Ἀλλὰ ὁ Κύριος τοὺς ἀπάντησε: Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ’ οἱ κακῶς ἔχοντες· πορευθέντες δὲ μάθετε τί ἐστιν ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν· οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν (Ματθ. θ´ 13-14).
.           Ὁ Ματθαῖος ἔγινε πιστὸς μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ Τὸν ἀκολούθησε σὲ ὅλη τὴν πορεία Του στὴν Παλαιστίνη, γενόμενος αὐτόπτης μάρτυς καὶ κοινωνὸς τῆς σωτηριώδους διδασκαλίας Του καὶ τῶν πολυαρίθμων θαυμάτων Του, τόσο πρὶν ἀπὸ τὴ Σταύρωση ὅσο καὶ μετὰ τὴν ἔνδοξο Ἀνάστασή Του. Κατὰ τὴν εὐφρόσυνο ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, κατὰ τὴν ὁποία κατῆλθε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐπὶ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἔλαβε τὴν ἐντολὴ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στοὺς συμπατριῶτες του, τοὺς Ἑβραίους, τοὺς ὁποίους ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο συνέγραψε τὸ πρῶτο Εὐαγγέλιο μεταξὺ τῶν ἐτῶν 42-65μ.Χ., χρονολογία ὅμως ποὺ μέχρι σήμερα δὲν εἶναι ἐπαρκῶς ἐπιβεβαιωμένη. Τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο γράφτηκε στὴν ἀραμαϊκὴ γλῶσσα, ποὺ μιλοῦσαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη οἱ κάτοικοι τῆς Παλαιστίνης, ἐνῶ λίγα χρόνια ἀργότερα καὶ σύμφωνα μὲ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο μεταφράσθηκε στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰάκωβο τὸν Ἀδελφόθεο, τὸν καὶ πρῶτο ἱεράρχη τῶν Ἱεροσολύμων, κατόπιν δὲ ἀντιγράφηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀπόστολο Βαρθολομαῖο. Μάλιστα τὸ κείμενο τοῦ Εὐαγγελίου στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα ἀντικατέστησε τὸ ἑβραϊκὸ πρωτότυπο κείμενο, τοῦ ὁποίου ἀντίγραφο δὲν μᾶς διασώθηκε. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἑλληνικὴ μετάφραση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ματθαίου διαδόθηκε καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ στὰ τέλη τοῦ 1ου μ.Χ. αἰῶνος εἶχε καταστεῖ ἰδιαίτερα λαοφιλὴς καὶ διαδεδομένη.
.             Ὁ Ἀπόστολος Ματθαῖος ἀπευθύνεται μὲ τὸ Εὐαγγέλιό του στοὺς Ἑβραίους, θέλοντας νὰ τοὺς ἀποδείξει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Μεσσίας ποὺ ἀναμένουν ὅτι θὰ ἔρθει. Ἔτσι τ συγγραφν π τν Ματθαο Εαγγέλιο ποτελε τν συνδετικ κρίκο τς Παλαις μ τν Καιν Διαθήκη, φο κάθε ναφορ στ ζωή, τ διδασκαλία, τ Σταύρωση κα τν νάσταση το Κυρίου ποσκοπε στ ν πείσει τος βραίους τι λα ποτελον κπλήρωση τν προφητειν τς Παλαις Διαθήκης. Γι’ αὐτὸ καὶ τονίζεται ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ ἐρχόμενος Μεσσίας καὶ Ἐκεῖνος ποὺ χαρίζει τὴν αἰώνια ζωή. Ὅσοι λοιπὸν ἀσπασθοῦν τὴ σωτηριώδη διδασκαλία Του, θὰ κληρονομήσουν τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐνῶ δὲν παραλείπει νὰ διακηρύξει τὴν παγκοσμιότητα τοῦ μηνύματος τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ: Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη (Ματθ. κη´ 19). Στὸ Εὐαγγέλιό του, τὸ ὁποῖο γράφτηκε ὀκτὼ χρόνια μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὁ Ἀπόστολος Ματθαῖος ἀναφέρεται στὴν κατὰ σάρκα Γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ γεγονότα ποὺ ἐπακολούθησαν (Κεφ. 1-2), στὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, τὴ Βάπτιση τοῦ Κυρίου καὶ τοὺς πειρασμοὺς στὴν ἔρημο (Κεφ. γ´ 1 – δ´ 11), στὴ δράση τοῦ Κυρίου στὴ Γαλιλαία, τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία Του καὶ τὴν κλήση του ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο (Κεφ. δ´ 12 – ι´ 42), στὴ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου στὴ Γαλιλαία (Κεφ. ιθ´- κ´), στὴ θριαμβευτικὴ εἴσοδο τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὴ σύγκρουσή Του μὲ τὸ θρησκευτικὸ κατεστημένο τῆς ἐποχῆς (Κεφ. κα´- κε´), στὴ σύλληψη, τὴν καταδίκη, τὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάστασή Του (Κεφ. κϛ´1 – κη´ 15) καὶ τέλος στὴν ἀποστολὴ τῶν μαθητῶν Του στὸν κόσμο (κη´ 16-20).
.           Μετὰ τὴ συγγραφὴ τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Ἀπόστολος Ματθαῖος συνέχισε τὸ ἱεροκηρυκτικό του ἔργο στὴ χώρα τῶν Πάρθων καὶ τῶν Μήδων, ὅπου ἵδρυσε Τοπικὲς Ἐκκλησίες, ἀλλὰ ὑπέστη καὶ πολλὲς δοκιμασίες ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες. Ὅταν ἔφθασε στὴν εὑρισκόμενη ἐπὶ τοῦ Εὐφράτη ποταμοῦ Ἱεράπολη τῆς Συρίας, διέδωσε μὲ τὸ πύρινο κήρυγμά του τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε πολυάριθμοι εἰδωλολάτρες ἀσπάσθηκαν τὴ χριστιανικὴ πίστη, ἐνῶ χειροτόνησε διακόνους, ἱερεῖς καὶ ἐπίσκοπους καὶ διὰ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ τέλεσε πολλὰ θαύματα. Ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ σὲ προχωρημένη ἡλικία καὶ ἐνταφιάσθηκε μὲ τὶς πρέπουσες τιμές, ἐνῶ ἡ μνήμη του τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας στὶς 16 Νοεμβρίου.
.           Σύμφωνα μὲ μεταγενέστερη συναξαριακὴ παράδοση, ἡ ὁποία στηρίχθηκε στὴ συνταχθεῖσα βιογραφία τοῦ Ἁγίου ἀπὸ τὸν ἱστορικό, ἁγιολόγο καὶ λειτουργιολόγο Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιστημονικὰ τεκμηριωμένη, ὁ Ἀπόστολος Ματθαῖος ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια καὶ ὑπέστη τὸν διὰ πυρὸς θάνατο. Σύμφωνα μ’ αὐτὴ τὴν ἐκδοχὴ μετὰ τὴν ἱεραποστολική του δράση στὴ χώρα τῶν Πάρθων καὶ τῶν Μήδων ἀποφάσισε νὰ ἀποσυρθεῖ σὲ ἀπομονωμένο τόπο γιὰ νὰ ἐπιδοθεῖ μὲ μεγαλύτερη ἀφοσίωση καὶ ἐπιμέλεια στὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχή. Ἔτσι κατέφυγε σὲ ἐρημικὴ περιοχὴ ἑνὸς βουνοῦ, ὅπου ἐκεῖ μία ἡμέρα ὁ Κύριος τοῦ φανερώθηκε μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς παιδιοῦ. Μάλιστα τοῦ ἔδωσε ἕνα ραβδί, λέγοντάς του νὰ πάει νὰ τὸ φυτεύσει πλησίον της ἐκκλησίας στὴν πόλη Μυρμήνη. Ἐπιπλέον τοῦ εἶπε ὅτι τὸ ραβδὶ αὐτὸ θὰ γίνει μὲ τὴ δύναμή Του πολύκαρπο δένδρο μὲ κλαδιὰ ποὺ θὰ στάζουν γλυκύτατο μέλι, ἐνῶ ἀπὸ τὴ ρίζα του θὰ ρέει νερό, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ λούζονται οἱ κακόψυχοι ἄνθρωποι, γιὰ νὰ ἀναγεννηθοῦν πνευματικά. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ ἀλλάξουν τρόπο ζωῆς καὶ συμπεριφορᾶς. Ὁ Ἀπόστολος Ματθαῖος πῆρε τότε τὸ ραβδὶ ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀλλὰ στὴν πορεία του συνάντησε τὴ βασίλισσα τῆς πόλεως ποὺ ὀνομαζόταν Φουλβάνα, ἡ ὁποία συνοδευόταν ἀπὸ τὸν γιὸ καὶ τὴ νύφη της. Καὶ οἱ δύο ὅμως ἦταν δαιμονισμένοι. Μάλιστα ἀπευθυνόμενοι στὸν Ματθαῖο, τὸν ρώτησαν ποιὸς τὸν ἀνάγκασε νὰ ἔρθει στὸν τόπο τους καὶ προσπαθεῖ μ’ αὐτὸ τὸ ραβδὶ νὰ τοὺς καταστρέψει. Τότε ὁ πανεύφημος Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ τοὺς θεράπευσε ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τῶν δαιμόνων καὶ κατόπιν τὸν ἀκολούθησαν μὲ ἀπόλυτη εὐταξία. Μόλις πληροφορήθηκε ὁ ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Πλάτων τὴν παρουσία τοῦ Ἀποστόλου Ματθαίου, τὸν ὑποδέχθηκε μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς κληρικούς. Ἀφοῦ φυτεύθηκε τὸ ραβδί, αὐτὸ πράγματι βλάστησε καὶ ἔγινε πολύκαρπο δένδρο, ἐνῶ νερὸ ἀνέβλυσε ἀπὸ τὴ ρίζα του. Τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονὸς διαδόθηκε ἀμέσως σὲ ὁλόκληρη τὴν πόλη καὶ πλῆθος κόσμου ἄρχισε νὰ συρρέει γιὰ νὰ γευθοῦν τὸν γλυκὸ καρπὸ καὶ νὰ λουσθοῦν μὲ τὸ ἀναβλύζον νερὸ γιὰ νὰ ἀπελευθερωθοῦν ἀπὸ τὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ ἀποκτήσουν πραότητα στὴν ψυχή τους.
.          Μόλις ὁ βασιλιὰς πληροφορήθηκε τὰ γενόμενα, ἀποφάσισε νὰ θανατώσει τὸν Ἀπόστολο Ματθαῖο, ρίχνοντάς τον στὴ φωτιά. Ὅμως ὁ Κύριος του παρουσιάσθηκε μία νύκτα καὶ τὸν ἐμψύχωσε, λέγοντάς του ὅτι θὰ βρίσκεται δίπλα του βοηθὸς καὶ συμπαραστάτης. Ἡ προστασία τοῦ Κυρίου στὸν Ἀπόστολο καὶ μαθητὴ Τοῦ φάνηκε, ὅταν συνολικὰ ὀκτὼ στρατιῶτες ποὺ στάλθηκαν γιὰ νὰ τὸν συλλάβουν, τυφλώθηκαν ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ λάμψη ποὺ ἐξέπεμψε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ποὺ ἐμφανίσθηκε μὲ τὴ μορφὴ παιδιοῦ. Τότε ἐξοργισμένος ὁ βασιλιὰς ἀποφάσισε νὰ τὸν θανατώσει μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια, ἀλλὰ μόλις τὸν πλησίασε, τυφλώθηκε καὶ ὁ ἴδιος. Ἀμέσως ὅμως ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Ἀπόστολου, παρακαλώντας τον νὰ τὸν συγχωρήσει καὶ νὰ τοῦ χαρίσει καὶ πάλι τὴν ὅρασή του, ὅπως καὶ ἔγινε. Μόλις ὅμως ἐπανέκτησε τὸ φῶς του, διέταξε ὁ βασιλιὰς νὰ τὸν ὑποβάλουν σὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Ἀλλὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ τὸ καμίνι ποὺ ἑτοιμάστηκε γιὰ νὰ κάψουν τὸν Ἀπόστολο, δὲν ἔκαιγε καθόλου. Τότε ὁ βασιλιὰς ἀποφάσισε νὰ ἀποδείξει τὴν παντοδυναμία του, ὑποβάλλοντας τὸν Ἀπόστολο σὲ νέα δοκιμασία. Ἡ προσπάθειά του ὅμως ἔπεσε στὸ κενό, ἀφοῦ ἡ φωτιὰ κατέκαψε τὰ ἀγάλματα τῶν εἰδωλολατρικῶν θεῶν, ἐνῶ ἀπείλησε καὶ τὸν ἴδιο τὸν βασιλιά, ὁ ὁποῖος διασώθηκε μὲ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς τοῦ Ἀποστόλου, ὁ ὁποῖος κατόπιν παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο.
.           Τὸ πάνσεπτό του λείψανο ἔμεινε ἀβλαβὲς ἀπὸ τὴ φωτιὰ καὶ κατ’ ἐντολὴν τοῦ βασιλιᾶ τοποθετήθηκε μέσα σὲ μία σιδερένια θήκη καὶ ρίχθηκε στὴ θάλασσα γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ, ἐὰν θὰ καταποντισθεῖ ἢ ἐὰν θὰ τὸ προστατεύσει ὁ Θεός. Τότε ὁ Ἀπόστολος Ματθαῖος παρουσιάσθηκε τὴ νύχτα στὸν Ἐπίσκοπο Πλάτωνα καὶ τοῦ ζήτησε νὰ μεταβεῖ σὲ συγκεκριμένο τόπο γιὰ νὰ βρεῖ τὸ ἱερό του λείψανο μαζὶ μὲ τὴ σιδερένια θήκη, ὅπως καὶ ἔγινε. Τὸ νέο συγκλονιστικὸ αὐτὸ θαῦμα ἔκανε τὸν βασιλιὰ νὰ πιστέψει στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ νὰ ζητήσει ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο νὰ τὸν βαπτίσει. Μάλιστα τοῦ δόθηκε τὸ ὄνομα Ματθαῖος, ὁ δὲ Ἐπίσκοπος Πλάτων ἔλαβε τὴν ἐντολὴ ἀπὸ τὸν πανεύφημο Ἀπόστολο, ποὺ τοῦ ἐμφανίσθηκε σὲ ὅραμα, νὰ χειροτονήσει τὸν βασιλιὰ πρεσβύτερο καὶ τὸν γιό του διάκονο. Τοῦ εἶπε ἐπίσης ὅτι μετὰ τὴν ἔλευση τριῶν ἐτῶν, ὅπου ὁ Κύριος θὰ τὸν καλέσει κοντά Του, ὁ βασιλιὰς Ματθαῖος θὰ γίνει ἐπίσκοπος, ἐνῶ διάδοχός του θὰ γίνει ἀργότερα ὁ γιός του, ὅπως καὶ ἔγινε.
.         Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος εἶναι ὁ προστάτης ἅγιος τῶν τελωνειακῶν ὑπαλλήλων καὶ ἡ ἡμέρα τῆς μνήμης του καθιερώθηκε ὡς ἐπίσημη ἑορτὴ τῶν τελωνειακῶν μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 109 προεδρικὸ διάταγμα (ΦΕΚ 25/Α/8-2-1979). Μάλιστα μὲ δαπάνη τῶν τελωνειακῶν τῆς Μακεδονίας ἀνεγέρθηκε περίτεχνο μαρμαρόγλυπτο προσκυνητάριο μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου στὸν Ἱερὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Θεσσαλονίκης, ὅπου κατ’ ἔτος οἱ τελωνειακοί τῆς Μακεδονίας ἑορτάζουν τὸν προστάτη τους ἅγιο, ἐνῶ παρεκκλήσιο ἐπ’ ὀνόματί του ἔχει ἀνεγερθεῖ στὸ Τελωνεῖο Κήπων Ἕβρου. Ἐπίσης τὸ 1993 ἡ Ἕνωση Τελωνειακῶν Ὑπαλλήλων Θεσσαλονίκης ἐξέδωσε τὴν Ἀκολουθία, τὸν Παρακλητικὸ Κανόνα καὶ τοὺς Χαιρετιστήριους Οἴκους ποὺ ποιήθηκαν πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Μέγα Ὑμνογράφο τῆς Μεγάλης του Χριστοῦ Ἐκκλησίας, Μοναχὸ Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη. Ἀκολουθίες πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου ἔχουν ἐπίσης συντάξει ὁ Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας Δρ. Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας () καὶ ἡ Μοναχὴ Ἰσιδώρα Ἁγιεροθεΐτισσα.

.         Τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Ματθαίου φέρει ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα καὶ ὡραιότερα χωριὰ τῆς Κέρκυρας, γνωστὸ στὴν κερκυραϊκὴ ντοπιολαλιὰ ὡς «Ἅη Μαθιᾶς», ὅπου ὑπάρχει καὶ ὁμώνυμος ἐνοριακὸς ναὸς μὲ ἐπιβλητικὸ κωδωνοστάσιο, ὁ ὁποῖος ἀποτέλεσε τὸ λατρευτικὸ κέντρο τῶν πρώτων κατοίκων τοῦ χωριοῦ. Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιχώρια προφορικὴ παράδοση τὸ χωριὸ ὀνομαζόταν ἀρχικὰ Ἅγιος Νικόλαος (Ἅη Νικόλας) χάρη σ’ ἕναν ὁμώνυμο μικρὸ ναό. Ἀργότερα ὅμως μετονομάσθηκε σὲ Ἅγιος Ματθαῖος (Ἅη Μαθιᾶς) καὶ ἀνεγέρθηκε μεγάλος ναὸς πρὸς τιμήν του, ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὴν τοπικὴ παράδοση ἕνας γέροντας ἐμφανίσθηκε ξαφνικὰ ἐνώπιον κάποιων ἐμπόρων κρασιοῦ ποὺ πήγαιναν στὸ χωριό, ἀλλὰ ἔχασαν τὸν προσανατολισμό τους ἐξ αἰτίας μίας σφοδρότατης κακοκαιρίας. Μάλιστα ὁ γέροντας αὐτὸς τοὺς ὑπέδειξε καὶ τὸν σωστὸ δρόμο γιὰ νὰ μεταβοῦν στὸ χωριό. Ὅταν ἔφτασαν ἐκεῖ, ἀναζήτησαν τὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν Θεὸ ποὺ τοὺς ἔσωσε, ἀλλὰ καὶ ποὺ ἔφτασαν μὲ ἀσφάλεια στὸν σωστὸ προορισμό. Ὅταν ὅμως μπῆκαν στὸν ναό, εἶδαν σὲ μία εἰκόνα τὴ μορφὴ τοῦ γέροντα, ποὺ εἶχε παρουσιασθεῖ ξαφνικὰ μπροστά τους καὶ τοὺς εἶχε βοηθήσει νὰ σωθοῦν. Ἡ μορφὴ αὐτὴ δὲν ἦταν ἄλλη ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀπόστολο καὶ Εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο. Τὸ ὑπερφυὲς αὐτὸ γεγονὸς θεωρήθηκε ἀπὸ τοὺς κατοίκους ὡς θαῦμα καὶ ἔτσι τὸ χωριὸ μετονομάσθηκε σὲ Ἅγιος Ματθαῖος.
.             Ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου εἶναι ἀφιερωμένοι ἐπίσης οἱ ἐνοριακοὶ ναοὶ στὰ χωριὰ Ἄνω Γαρέφι Ἀλμωπίας τοῦ νομοῦ Πέλλης καὶ Πτελεώνας Ἑορδαίας τοῦ νομοῦ Κοζάνης, ἀλλὰ καὶ ὁ σταυροειδὴς μετὰ τρούλου περικαλλὴς ἐνοριακὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου στὴ συνοικία Κοφινὰς τῆς πόλεως Χίου, ὁ ὁποῖος ἀνοικοδομήθηκε ἐκ βάθρων ἀπὸ τὸ Σωματεῖο τῶν «Κουντουράδων», ἐνῶ στὸ χωριὸ Βασιλεώνοικο τῆς Χίου ὑπάρχει καὶ ἐξωκκλήσιο ἐπ’ ὀνόματί του. Διάσπαρτα εἶναι τὰ ἐξωκκλήσια τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου καὶ σὲ διάφορα νησιὰ τῶν Κυκλάδων καὶ συγκεκριμένα στὴν Ἄνδρο, τὴν Τῆνο, τὴ Μύκονο, τὴ Νάξο καὶ τὴ Σαντορίνη. Ἀξιομνημόνευτο εἶναι τὸ ἐξωκκλήσιο τοῦ Ἁγίου στὴν περιοχὴ τοῦ χωριοῦ Βίβλος (Τρίποδες) Νάξου, ἀφοῦ εἶναι κτισμένο πάνω σὲ παλαιοχριστιανικὴ βασιλική, ἐνῶ ἔξω ἀπὸ τὸν ναὸ σώζεται μία μεγάλη μαρμάρινη κολυμβήθρα μὲ ἀνάγλυφους σταυρούς. Ἱστορικὸ ἐνδιαφέρον παρουσιάζει καὶ τὸ χρονολογούμενο ἀπὸ τὸ 1638 ἐξωκκλήσιο τοῦ Ἁγίου στὸ Παλιὸ Χωριὸ (Μέσα ἢ Ἐπισκοπὴ Γωνιὰ) Σαντορίνης, ὅπου κάθε χρόνο στὶς 16 Νοεμβρίου τελεῖται ὁ ἑορτασμός, τῆς μνήμης του. Ἐπίσης στὴν παλαίφατη Ἱερὰ Μονὴ Μεγάλης Παναγίας τῆς νήσου Σάμου ὑπάρχει ἐντὸς τῶν κελλίων παρεκκλήσιο ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Ματθαίου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ καὶ τῆς Ἁγίας Φιλοθέης τῆς Ἀθηναίας.
.           Στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Ματθαίου εἶναι ἀφιερωμένος καὶ ὁ εὑρισκόμενος ναὸς ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ταξιάρχου Μαρκοπούλου στὸ Ἡράκλειο Κρήτης, ὁ ὁποῖος στὴν πρώτη του μορφὴ χρονολογεῖται ἀπὸ τὴ Β΄ βυζαντινὴ περίοδο, ἐνῶ τὸ σημερινὸ κτίσμα ἀνεγέρθηκε μετὰ τὸ σεισμὸ τοῦ 1508. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας παραχωρήθηκε σὲ μοναχούς της Μονῆς Σινᾶ, ἀφοῦ οἱ Ὀθωμανοὶ εἶχαν μετατρέψει σὲ τζαμὶ τὸ Σιναΐτικο μετόχιο τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στὸ Ἡράκλειο. Σ’ αὐτὸν τὸν ναό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένος μὲ τὴ ζωὴ τοῦ Ἡρακλείου καὶ εἶναι γνωστὸς ὡς «Ἅγιος Ματθαῖος τῶν Σιναϊτῶν» ἐκκλησιάζονταν ὅλοι οἱ χριστιανοὶ μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Κρήτης ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς. Σήμερα φιλοξενεῖ μία σπάνια συλλογὴ ἐξαίρετων φορητῶν εἰκόνων τῆς Κρητικῆς Σχολῆς. Στὸν Ἅγιο Ματθαῖο εἶναι ἐπίσης ἀφιερωμένος καὶ ναὸς στὸ Ἀκρωτήρι Χανίων, ὅπου κατ’ ἔτος ἑορτάζεται μὲ ἰδιαίτερη λαμπρότητα ἡ μνήμη του. Πρόκειται γιὰ παρεκκλήσιο τῆς ἐνορίας Ἁγίου Νικολάου Χαλέπας στὴν περιοχὴ «Φρούδια», τὸ ὁποῖο κτίσθηκε στὴ δεκαετία τοῦ 1960 πάνω σὲ ἐρείπια ὁμώνυμου παλαιοῦ ναοῦ ποὺ ἀποτελοῦσε καθολικὸ γυναικείας μονῆς, ἡ ὁποία καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους κατὰ τὴν κατάληψη τῆς Κρήτης. Στὸν χῶρο ποὺ βρίσκεται σήμερα ὁ ναός, λειτούργησε τὸ 1974 Ἐκκλησιαστικὴ Σχολή, ἡ ὁποία τὸ 2005 μετονομάσθηκε σὲ Γενικὸ Ἐκκλησιαστικὸ Λύκειο καὶ Ἐκκλησιαστικὸ Γυμνάσιο Κρήτης. Ἐνδεικτικὸ εἶναι ὅτι ἡ τιμὴ ποὺ ἀπολαμβάνει ὁ Ἅγιος Ματθαῖος στὴν Κρήτη, ὁδήγησε τὸν ἀοίδιμο λόγιο καὶ φιλάγιο Μητροπολίτη Ρεθύμνης καὶ Αὐλοποτάμου Ἱλαρίωνα νὰ συμπεριλάβει τὴν Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου στὸ βιβλίο τῶν Κρητῶν Ἁγίων, τὸ ὁποῖο ἐκδόθηκε τὸ 1877 μὲ δική του δαπάνη καὶ ἐπιμέλεια.
.         Ἡ καλύτερη τιμὴ ὅμως στὸν Ἅγιο Ἀπόστολο καὶ Εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο εἶναι νὰ παραδειγματιστοῦμε ἀπὸ τὴ μετάνοια καὶ τὴ μεταστροφή του, ἀφοῦ ἀπὸ ἁμαρτωλὸς ἀρχιτελώνης κατέστη πιστὸς μαθητὴς καὶ ἀκόλουθος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀφήνοντας πίσω τὸ ἁμαρτωλὸ παρελθόν του καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸ ἀκόμη καὶ φίλους, συγγενεῖς καὶ περιουσίες, προκειμένου νὰ κερδίσει κοντὰ στὸν Κύριο τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἄλλωστε ἡ κατάκτηση τῆς αἰώνιας ζωῆς κοντὰ στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ εἶναι ἡ κυρίαρχη ἔννοια καὶ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου του, ἀφοῦ ὅπως τονίζει, αὐτὴ τὴ Βασιλεία ἦρθε καὶ ἀποκάλυψε ὁ προαναγγελθεὶς ἀπὸ τοὺς προφῆτες Μεσσίας. Γι’ αὐτὸ καὶ καλεῖ τοὺς χριστιανοὺς νὰ βρίσκονται σὲ διαρκῆ ἐγρήγορση, νὰ ἐπιδίδονται σὲ ἀγαθοεργίες καὶ νὰ ἀγωνίζονται πνευματικά, ὥστε νὰ κερδίσουν τὴν αἰωνιότητα.

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

Βιβλιογραφία 

  • Βίος καὶ Ἀκολουθία τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου Προστάτου Τελωνειακῶν, Ἔκδοση Ἑνώσεως Τελωνειακῶν Ὑπαλλήλων Β´ Περιφέρειας, Θεσσαλονίκη 1993.
  • Λέκκου Εὐαγγέλου Π., Οἱ 4 Εὐαγγελιστές, Ἐκδόσεις Σαΐτης, χ.χ.

ΠΗΓΗ: kallimasia.blogspot.gr

,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΘΕΚΛΑ Ἡ παμμακάριστος καὶ πανεύφημος πρωτομάρτυς καὶ ἰσαπόστολος τοῦ Χριστοῦ

Η ΑΓΙΑ ΘΕΚΛΑ
παμμακάριστος κα πανεύφημος πρωτομάρτυς
κα
σαπόστολος το Χριστο

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

.           Ἡ πλούσια ἱεραποστολικὴ δράση τοῦ οὐρανοβάμονος Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου ἔδωσε τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίσουν τὸ σωτήριο μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ ἄνδρες καὶ γυναῖκες ποὺ σαγηνεύτηκαν ἀπὸ τὸ σταυροαναστάσιμο κήρυγμά του καὶ ἀναδείχθηκαν κατόπιν πύρινοι κήρυκες τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. Ἀνάμεσα στὶς ἁγιασμένες μορφὲς ποὺ ἐγκολπώθηκαν τὸν Κύριο «ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ μέσα ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ μεγάλου κήρυκος καὶ εὐαγγελιστοῦ τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, Ἀποστόλου Παύλου, εἶναι καὶ ἡ τιμωμεένη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας στὶς 24 Σεπτεμβρίου πρωτομάρτυς καὶ ἰσαπόστολος τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Θέκλα, ἡ «τοῦ Παύλου συνέκδημος, ὡς καθαρὰ τὴν ψυχήν, καὶ πρώταθλος πέφηνας, ἐν γυναιξὶν εὐκλεῶς», ὅπως ὑμνεῖται μέσα ἀπὸ τὸ ἀπολυτίκιό της.
.           Περὶ τὰ μέσα τοῦ 1ου μ.Χ. αἰώνα καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς πρώτης ἀποστολικῆς του περιοδείας ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔφτασε ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια στὸ Ἰκόνιο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Στὴν περιοδεία του αὐτὴ τὸν συνόδευαν ὁ Δημᾶς καὶ ὁ Ἑρμογένης, οἱ ὁποῖοι προσποιοῦνταν ὅτι εἶναι εὐσεβεῖς, στὴν πραγματικότητα ὅμως διακρίνονταν γιὰ τὴν πονηρία καὶ τὴν ὑποκρισία τους. Στὸ Ἰκόνιο ὁ Παῦλος φιλοξενήθηκε μαζὶ μὲ τοὺς δύο συνοδούς του στὸ σπίτι τοῦ εὐσεβοῦς Ὀνησιφόρου, ὁ ὁποῖος τὸν ὑποδέχθηκε στὴν πόλη μὲ ἰδιαίτερο σεβασμὸ καὶ ἀγάπη, ἐνῶ μέσα ἀπὸ τὴν εἰρωνικὴ συμπεριφορὰ τῶν δύο συνοδῶν ἀντιλήφθηκε ἀμέσως τὸν πονηρὸ τρόπο σκέψης τους. Τὸ σπίτι τοῦ Ὀνησιφόρου μετατράπηκε σύντομα σὲ χῶρο διδασκαλίας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ πλῆθος ἀνθρώπων συνέρεε ἐκεῖ γιὰ νὰ ἀκούσει τὸ κήρυγμα τοῦ θεηγόρου Ἀποστόλου. Ἀπὸ τὸ Ἰκόνιο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καταγόταν ὅμως καὶ ἡ Θέκλα, ἡ μετέπειτα ἔνδοξος πρωτομάρτυς καὶ ἰσαπόστολος τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἦταν κόρη εἰδωλολατρῶν, κάποιου εὐγενοῦς ἀνδρὸς ποὺ τὸ ὄνομά του παραμένει ἄγνωστο καὶ τῆς Ἑλληνίδος Θεοκλείας, ἐνῶ σὲ ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν ἀρραβωνιάστηκε μ’ ἕναν νέο, ὀνόματι Θάμυρι. Ἀκούγοντας ἡ πάνσεμνος Θέκλα ἀπὸ ἕνα παράθυρο τοὺς γλυκυτάτους καὶ θεοπνεύστους λόγους τοῦ μακαρίου Παύλου, σαγηνεύτηκε τόσο πολὺ ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ὥστε ἐπὶ τρία ὁλόκληρα μερόνυχτα ἄκουγε μὲ θαυμασμὸ καὶ εὐχαρίστηση τὸ κήρυγμα γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, λησμονώντας ἀκόμη καὶ νὰ φάει καὶ νὰ πιεῖ νερό.
.             Ἡ ἀπρόσμενη αὐτὴ ἀλλαγὴ συμπεριφορᾶς τῆς Θέκλας ἀνησύχησε τὴ μητέρα της, ἡ ὁποία ἐνημέρωσε ἀμέσως τὸν ἀρραβωνιαστικό της, τὸν Θάμυρι, ζητώντας του νὰ πάει ἀμέσως στὸ σπίτι τοῦ Ὀνησιφόρου, ὅπου ὁ Ἀπόστολος Παῦλος κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, προκειμένου νὰ τὴν πείσει νὰ ἐπιστρέψει στὸ σπίτι της. Ἡ Θέκλα ὅμως ἔμεινε σταθερὴ καὶ ἀκλόνητη στὴν ἀπόφασή της νὰ γίνει νύμφη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ διαφυλάξει τὴν παρθενία της. Μάλιστα παρὰ τὶς ἀπειλὲς τοῦ ἀρραβωνιαστικοῦ της παρέμεινε προσηλωμένη στὸ κήρυγμα τοῦ οὐρανοβάμονος Ἀποστόλου. Τότε ὁ Θάμυρις ἐξοργίστηκε γιὰ τὴν ἐπιμονὴ καὶ προσκόλλησή της στὴ διδασκαλία τοῦ Παύλου καὶ ἀποφάσισε νὰ τὸν ἐκδικηθεῖ. Μόλις οἱ δύο πανοῦργοι συνοδοὶ τοῦ Παύλου, ὁ Δημᾶς καὶ ὁ Ἑρμογένης, ἀντιλήφθηκαν τὴν ὀργὴ καὶ τὴν ἀγανάκτησή του, τὸν ἐνημέρωσαν ὅτι ὁ Παῦλος διδάσκει ὅτι ὅποιος διαφυλάσσει τὴν παρθενία του μένει ἀθάνατος. Ἔτσι μὲ τὸν λόγο του αὐτὸ παροτρύνονται οἱ γυναῖκες νὰ μένουν παρθένες καὶ νὰ χωρίζουν ἀπὸ τοὺς ἄνδρες τους. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ δύο μιαροὶ συνοδοὶ τοῦ Παύλου παρότρυναν τὸν Θάμυρι νὰ διαβάλει τὸν θεόπνευστο Ἀπόστολο στὸν ἡγεμόνα τῆς πόλεως, ὥστε νὰ τιμωρηθεῖ παραδειγματικά. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ φοβόταν ἡ Θέκλα καὶ θὰ ἀναγκαζόταν νὰ ἐπιστρέψει στὸν σύζυγό της. Ἔτσι ὁ ἐξαγριωμένος Θάμυρις εἰσέβαλε στὸ σπίτι τοῦ Ὀνησιφόρου καὶ ὁδήγησε διὰ τῆς βίας τὸν Παῦλο στὸν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ τὸν φυλακίσουν γιὰ μερικὲς ἡμέρες μέχρι νὰ δικαστεῖ.

.             Μόλις πληροφορήθηκε ἡ Θέκλα τὰ συμβάντα, ἀποφάσισε πυρπολουμένη ἀπὸ θεῖο ἔρωτα νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ πῆγε στὴ φυλακὴ καὶ ἀφοῦ πλησίασε τὸν δεσμοφύλακα, τοῦ ἔδωσε ὅλα τὰ χρυσά της κοσμήματα μὲ τὴν ὑπόσχεση νὰ τῆς ἐπιτρέψει νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν Παῦλο. Ὁ δεσμοφύλακας τὴν ἄφησε καὶ τότε ἡ Θέκλα κατηχήθηκε ἀπὸ τὸν θεηγόρο Ἀπόστολο στὸν θησαυρὸ τῆς χριστιανικῆς πίστεως, γενομένη ἔνθερμος ἀκόλουθος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὅμως ἄρχισε ὁ Θάμυρις νὰ τὴν ἀναζητᾶ, τὴν ἀνακάλυψε κατόπιν πληροφοριῶν ἀπὸ κάποιον δοῦλο μέσα στὴ φυλακὴ καὶ μάλιστα καθισμένη μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Τὸ ὅλο θέαμα τὸν ἐξόργισε σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ἀποφάσισε νὰ συγκεντρώσει τὸν ὄχλο καὶ νὰ πάει στὸν ἡγεμόνα, ζητώντας τὴν παραδειγματικὴ τιμωρία τόσο τοῦ Παύλου ὅσο καὶ τῆς Θέκλας. Ἔτσι κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἡγεμόνα ὁδηγήθηκαν καὶ οἱ δύο ἐνώπιόν του. Ὁ Παῦλος ἀφέθηκε ἐλεύθερος, ἀφοῦ πρῶτα μαστιγώθηκε ἀνελέητα, κατόπιν δὲ ἀναγκάσθηκε νὰ διωχθεῖ ἀπὸ τὸ Ἰκόνιο. Γιὰ τὴ Θέκλα ὅμως δόθηκε ἡ ἐντολὴ νὰ καεῖ στὴ μέση τοῦ θεάτρου, γιὰ νὰ φοβηθοῦν οἱ ὑπόλοιπες γυναῖκες καὶ νὰ μὴν ἐγκαταλείπουν τοὺς ἄνδρες τους. Ἡ τιμωρία μάλιστα αὐτὴ ἐπελέγη μὲ τὴν προτροπὴ τῆς ἴδιας τῆς μητέρας της ποὺ ἐξαγριώθηκε ἀπὸ τὴν προσήλωση τῆς κόρης της στὸν Παῦλο. Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη στιγμὴ ἡ ἐνάρετος καὶ πάνσεμνος νύμφη τοῦ Χριστοῦ Θέκλα ἐνισχύθηκε ψυχικὰ ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος μὲ τὴ μορφὴ τοῦ Παύλου κάθισε ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ποὺ εἶχε συγκεντρωθεῖ στὸ θέατρο. Μόλις ἐνθαρρύνθηκε ἀπὸ τὴ θεόσταλτη αὐτὴ παρουσία, εἶδε τὸν Κύριο νὰ ἀνεβαίνει στοὺς οὐρανούς, γεγονὸς ποὺ τὴν ἔκανε νὰ βεβαιωθεῖ γιὰ τὴν αὐθεντικότητα τῆς διδασκαλίας τοῦ Παύλου καὶ τῆς ἀκράδαντης ἀλήθειας ποὺ ἐμπεριέχεται στοὺς θεόπνευστους λόγους του. Ἔτσι ὁπλισμένη μὲ ἀξιοθαύμαστο θάρρος καὶ ἀνείπωτη χαρὰ πορευόταν πρὸς τὸ μαρτύριο πρὸς δόξαν τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μας. Μόλις ἔβαλαν φωτιὰ καὶ τὴ γύμνωσαν, ὁ ἡγεμόνας κυριεύτηκε ἀπὸ βαθιὰ λύπη, ἀντικρίζοντας τὴν ἀπερίγραπτη ὀμορφιὰ τῆς νεαρῆς κοπέλας. Ἡ Θέκλα ὅμως ἔμεινε ἀκλόνητη στὴν πίστη της καὶ προσευχόταν ἀδιάλειπτα στὸν Νυμφίο Χριστό. Ἡ παρουσία καὶ ἡ θαυματουργική Του ἐπέμβαση δὲν ἄργησε νὰ φανεῖ, ἀφοῦ ἰσχυρὲς βροντὲς καὶ ἀστραπὲς γέμισαν τὸν οὐρανό, ἐνῶ στὴ συνέχεια ἡ ἰσχυρότατη βροχόπτωση σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ τὸ χοντρὸ χαλάζι ἔσβησαν τὴ φωτιά. Παράλληλα πολλοὶ ποὺ εἶχαν ἔρθει στὸ θέατρο γιὰ νὰ παρακολουθήσουν τὴν τιμωρία τῆς «ἄνομης» Θέκλας, βρῆκαν ἀκαριαῖο θάνατο.
.             Μετὰ τὴ διάσωσή της διὰ τῆς πανσθενουργοῦ χάριτος τοῦ Θεοῦ ἐνδύθηκε τὸ ἱμάτιό της καὶ ἀναζήτησε τὸν Παῦλο, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὸν Ὀνησιφόρο καὶ τὴν οἰκογένειά του εἶχαν καταφύγει σ’ ἕναν παλιὸ τάφο. Ἐκεῖ κρύβονταν χωρὶς τροφὴ ἐπὶ τρεῖς ὁλόκληρες ἡμέρες, γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὴ σύλληψη. Ὅμως ἡ ἔλλειψη τροφῆς ἀνάγκασε τὸν Παῦλο νὰ πουλήσει τὸ πανωφόρι του προκειμένου νὰ ἀγοράσει μὲ τὰ χρήματα ψωμί. Γι᾽αὐτὸ καὶ ἔστειλε ἕνα παιδὶ τοῦ Ὀνησιφόρου στὴν ἀγορά. Ἐκεῖ τὸ νεαρὸ παιδὶ συνάντησε ἔκπληκτο τὴ Θέκλα, ἀφοῦ πίστευε ὅτι εἶχε ριχθεῖ στὴ φωτιὰ καὶ δὲν ζοῦσε πλέον. Ἀφοῦ βεβαιώθηκε γιὰ τὴν ὕπαρξή της, τὴν ὁδήγησε στὸ μυστικὸ καταφύγιο τοῦ Παύλου, ὁ ὁποῖος προσευχόταν ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα γιὰ τὴ σωτηρία της. Ἡ συνάντηση τοῦ Παύλου μὲ τὴ Θέκλα δημιούργησε ἀτμόσφαιρα ἀπερίγραπτης πνευματικῆς ἀγαλλίασης, ἐνῶ ἡ Θέκλα ζήτησε ἀπὸ τὸν Παῦλο νὰ τῆς κόψει τὰ μαλλιὰ καὶ νὰ φορέσει ἀνδρικὰ ἐνδύματα γιὰ νὰ γίνει πιστὴ καὶ ἀχώριστη συνοδοιπόρος στὶς ἱεραποστολικές του περιοδεῖες. Ὁ Παῦλος ὅμως ἀρνήθηκε μία τέτοια πρόταση, διότι πίστευε ὅτι λόγῳ τῆς ὀμορφιᾶς της θὰ κινδύνευε νὰ ἀντιμετωπίσει πειρασμό, ὁ ὁποῖος θὰ ἦταν πολὺ χειρότερος ἀπὸ τὸν πρῶτο. Τοῦ ζήτησε ὅμως νὰ τὴ σταυρώσει γιὰ νὰ τὴν ἐνισχύσει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ ἀντιμετωπίσει κάθε δυσκολία καὶ κάθε πειρασμό.
.             Στὸ μεταξὺ ὁ Ὀνησιφόρος μὲ τὴν οἰκογένειά του ἐπέστρεψε στὸ Ἰκόνιο, ἐνῶ ὁ Παῦλος μὲ τὴ Θέκλα ἀναχώρησαν γιὰ τὴν Ἀντιόχεια. Φτάνοντας ἐκεῖ συναντήθηκαν μὲ τὸν πρῶτο ἄρχοντα τῆς πόλεως, τὸν Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος διακρινόταν γιὰ τὴν πανουργία καὶ τὴν ἀνήθικη ζωή του. Μόλις ἀντίκρισε τὴ Θέκλα, κυριεύτηκε ἀπὸ ἰσχυρὴ ἐρωτικὴ ἕλξη. Γι’ αὐτὸ τὴ ζήτησε γιὰ σύζυγό του ἀπὸ τὸν Παῦλο, μὲ τὴν ὑπόσχεση ὅτι θὰ τοῦ δώσει ὡς ἀντάλλαγμα τὸ χρηματικὸ ποσὸ ποὺ θὰ ἐπιθυμοῦσε. Μάλιστα ὁ Ἀλέξανδρος τὴν ἅρπαξε καὶ ἄρχισε νὰ τὴ φιλάει στὴ μέση τοῦ δρόμου μπροστὰ στὸν κόσμο. Ἡ πάνσεμνος κόρη δὲν ἔχασε τὸ θάρρος καὶ τὴν ψυχραιμία της καὶ ἀφοῦ ἀπέρριψε τὴν προκλητικὴ καὶ ξεδιάντροπη πρότασή του, τοῦ ἔσχισε τὸ πανωφόρι του καὶ ἔριξε ἀπὸ τὸ κεφάλι του τὸ στέμμα ποὺ φοροῦσε. Ἡ στάση αὐτὴ τῆς Θέκλας γελοιοποίησε τὸν Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος ἐξοργισμένος τὴν ἀπείλησε ὅτι ἐὰν δὲν συμμορφωθεῖ στὴν ἐπιθυμία του, θὰ τὴ διαβάλει στὸν ἀνθύπατο καὶ θὰ τοῦ ζητήσει νὰ τὴ θανατώσουν. Ἡ Θέκλα ἔμεινε ὅμως σταθερὴ καὶ ἀκλόνητη στὴν ἐπιλογή της νὰ ἔχει Νυμφίο τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶχε ὡς συνέπεια νὰ κατηγορηθεῖ στὸν ἀνθύπατο ὡς ἱερόσυλος καὶ νὰ δοθεῖ ἡ ἐντολὴ νὰ ριχθεῖ στὰ ἄγρια σαρκοφάγα θηρία.
.             Μέχρι ὅμως νὰ ἐκτελεσθεῖ ἡ ποινή, ἡ Θέκλα ζήτησε νὰ τὴν παραδώσουν σὲ μία ἐνάρετη γυναίκα γιὰ νὰ τὴ διαφυλάξει καθαρὴ καὶ ἀμόλυντη γιὰ τρεῖς ἡμέρες. Ὁ ἀνθύπατος τὴν παρέδωσε τότε στὴν Τρύφαινα, ἡ ὁποία πρόσφατα εἶχε χάσει τὴν κόρη της, τὴ Φαλκονίλλα. Μάλιστα τὴν περιέβαλε μὲ τέτοια ἀγάπη καὶ στοργή, ὥστε τὴν εἶχε σὰν κόρη της. Ὅταν ἔφτασε ἡ κρίσιμη στιγμή, ρίχθηκε δεμένη ἡ Θέκλα στὰ ἄγρια θηρία. Ἀνάμεσα σ’ αὐτὰ ἦταν καὶ μία ἄγρια λέαινα, ἡ ὁποία ἀντὶ νὰ ἐπιτεθεῖ στὴν Ἁγία, δὲν τὴν πείραξε καθόλου. Τότε ὁ ὄχλος ποὺ παρακολουθοῦσε ἔκπληκτος τὸ ἀνεξήγητο αὐτὸ φαινόμενο, θεώρησε ὅτι ἡ καταδίκη τῆς Θέκλας ἦταν ἄδικη, ἐνῶ ἡ Τρύφαινα πῆρε τὴ Θέκλα καὶ τὴν ὁδήγησε στὸ σπίτι, ὅπου φιλοξενεῖτο. Μάλιστα ἡ ἐνάρετη αὐτὴ γυναίκα εἶδε στὸν ὕπνο της τὴν κεκοιμημένη κόρη της νὰ τῆς λέει νὰ ἔχει τὴ Θέκλα ὡς μονάκριβο καὶ ἀγαπημένο της παιδί, παρακάλεσε δὲ τὴ μητέρα της νὰ ζητήσει ἀπὸ τὴ Θέκλα νὰ προσευχηθεῖ στὸν Κύριο γιὰ νὰ τὴν ἀναπαύσει μεταξὺ τῶν Δικαίων, ὅπως καὶ ἔπραξε μὲ μεγάλη προθυμία. Ὁ ἀνθύπατος ὅμως ἦρθε στὸ σπίτι, ὅπου φιλοξενεῖτο ἡ Θέκλα καὶ ἀπαίτησε ἀπὸ τὴν Τρύφαινα νὰ τὴ στείλει γιὰ νὰ θανατωθεῖ. Ἡ Τρύφαινα ἀρνήθηκε νὰ παραδώσει τὴ νέα της κόρη, ἀλλὰ ἐστάλησαν στρατιῶτες καὶ τὴν πῆραν μὲ τὴ βία. Τότε ἡ ἐνάρετη γυναίκα ποὺ ἐπέδειξε τόση ἀγάπη καὶ εὐσπλαχνία στὴ Θέκλα, ἄρχισε νὰ κλαίει καὶ νὰ ὀδύρεται, λέγοντας ὅτι μέσα σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα θὰ συνοδεύσει στὸν τάφο τὴ δεύτερη ἀγαπημένη κόρη της. Ἔτσι ἡ Θέκλα ὁδηγήθηκε καὶ πάλι στὰ ἄγρια θηρία, ἀλλὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἔμεινε καὶ πάλι ἀβλαβής. Τὸ γεγονὸς προκάλεσε ἀπόγνωση καὶ ὀργὴ καὶ τότε ἀποφασίστηκε νὰ τὴ ρίξουν σὲ μία λίμνη μὲ ἄγριες φώκιες γιὰ νὰ τὴν κατασπαράξουν. Ἡ Ἁγία ὅμως προσευχήθηκε στὸν Κύριο καὶ μπαίνοντας μέσα στὸ νερὸ τῆς λίμνης, ἔλαβε διὰ τῆς χάριτος τοῦ Κυρίου τὸ Ἅγιο Βάπτισμα, ἐνῶ ἡ ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ ἦταν καταλυτική, ἀφοῦ ἀστραπὲς τοῦ οὐρανοῦ ἔπεσαν μὲ τὴ μορφὴ φωτιᾶς στὶς φώκιες καὶ τὶς ἔκαψαν. Ἡ ἐκ νέου ἀνεπιτυχὴς προσπάθεια θανάτωσης τῆς Ἁγίας ἐξόργισε καὶ πάλι τὸν Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος διέταξε τὸν ἀνθύπατο νὰ ρίξει τὴ Θέκλα σὲ δύο ἄγριους ταύρους, ἀλλὰ καὶ πάλι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τὴν προστάτευσε. Βλέποντας ἡ Τρύφαινα τὶς συνεχιζόμενες ἀποτρόπαιες προσπάθειες θανάτωσης τῆς Θέκλας, ἔπεσε κάτω λιπόθυμη, γεγονὸς ποὺ τρομοκράτησε τὸν Ἀλέξανδρο καὶ τὸν ἀνθύπατο, ἐπειδὴ ἡ Τρύφαινα ἦταν συγγενὴς τοῦ Καίσαρα. Στὴν περίπτωση μάλιστα ποὺ πληροφορεῖτο ὁ Καίσαρας τὰ συμβάντα, θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς τιμωρήσει. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀνθύπατος κάλεσε τὴ Θέκλα γιὰ νὰ τοῦ ἐξηγήσει τὰ δυσερμήνευτα ποὺ συμβαίνουν. Τότε ἡ Ἁγία ὁμολόγησε μὲ παρρησία τὴν πίστη της στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς ποὺ προστατεύει ὅποιον Τὸν πιστεύει καὶ Τὸν ὁμολογεῖ. Μόλις ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἀνθύπατος, διέταξε νὰ τὴν ἀφήσουν ἐλεύθερη.
.             Κατόπιν ἡ Θέκλα ἀναχώρησε γιὰ τὰ Μύρα τῆς Λυκίας, ἐπειδὴ εἶχε πληροφορηθεῖ ὅτι ἐκεῖ βρίσκεται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Κατὰ τὴ συνάντηση τοὺς ὁ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος τῆς εἶπε ὅτι τὴν ἄφησε μόνη γιὰ τὴ δική της πνευματικὴ ὠφέλεια, ἀφοῦ ἔπρεπε νὰ μάθει νὰ στηρίζεται ἀποκλειστικὰ στὸν Κύριο καὶ τὴ δύναμή Του καὶ ὄχι στὴ δική του συμπαράσταση καὶ βοήθεια. Μάλιστα τὴν πνευματικὴ αὐτὴ ὠφέλεια ὁμολόγησε καὶ ἡ ἴδια ἡ Ἁγία, ἡ ὁποία χάρη στὸν Κύριο ὑπέμεινε τόσα βασανιστήρια, ἀλλὰ καὶ διαφύλαξε τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός της. Κατόπιν ὁ Παῦλος τὴν προέτρεψε νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα της, τὸ Ἰκόνιο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπως καὶ ἔπραξε. Φτάνοντας ἐκεῖ ἐπισκέφθηκε τὸν Ὀνησιφόρο στὸ σπίτι του, ἀλλὰ καὶ τὸν τάφο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, ὅπου εἶχαν καταφύγει παλαιότερα ὁ Παῦλος καὶ ὁ Ὀνησιφόρος. Παράλληλα προσευχήθηκε γιὰ νὰ τὴν καθοδηγήσει ὁ Κύριος στὴν πορεία ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσει. Στὸ μεταξὺ πληροφορήθηκε τὸν θάνατο τοῦ ἄλλοτε μνηστήρα της, τοῦ Θάμυρι, ἐνῶ ἡ προσπάθειά της νὰ διδάξει τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στὴ εἰδωλολάτρισσα μητέρα της, τὴ Θεόκλεια, ὑπῆρξε ἄκαρπη καὶ ἀναποτελεσματική.
.         Κατόπιν καθ’ ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου κατευθύνθηκε ἀπὸ τὸ Ἰκόνιο στὴ Σελεύκεια ποὺ βρίσκεται στὸν ποταμὸ Ὀρόντη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀνέβηκε στὸ βουνὸ Καλαμὼν ποὺ βρίσκεται στὴν πόλη Μααλούλα τῆς Συρίας. Σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ ἀνακάλυψε ἕνα σπήλαιο, στὸ ὁποῖο ἐγκαταβίωσε γιὰ πολλὰ χρόνια ἀντιμετωπίζοντας ποικίλους δαιμονικοὺς πειρασμούς, τοὺς ὁποίους κατενίκησε μὲ τὴν πανσθενουργὸ χάρη τοῦ Κυρίου. Ἡ φωταυγὴς ἀσκητική της παρουσία στὸ σπήλαιο ἄρχισε στὸ μεταξὺ νὰ προσελκύει ὁλοένα καὶ περισσότερες γυναῖκες ποὺ τὴν ἐπισκέπτονταν γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν πνευματικά. Μάλιστα πολλὲς ἀπὸ αὐτὲς τὴν ἀκολούθησαν στὴν ἀρετὴ τῆς ἀσκήσεως καὶ ἐγκατέλειψαν τὸν κοσμικὸ τρόπο ζωῆς καὶ σκέψης. Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ ὑπέφεραν ἀπὸ ψυχικὰ καὶ σωματικὰ νοσήματα, θεραπεύτηκαν ἀπὸ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς της στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. Ὅμως οἱ ἰατροὶ τῆς περιοχῆς πληροφορούμενοι ὅτι ἡ Ἁγία Θέκλα ἔχει ἀναδειχθεῖ σὲ ἐπιφανῆ ἄμισθο ἰατρό, ποὺ θεραπεύει δωρεὰν τοὺς προστρέχοντες σ’ αὐτὴν ἀσθενεῖς, αἰσθάνθηκαν τόσο μεγάλο φθόνο, ὥστε ἄρχισαν νὰ τὴ συκοφαντοῦν, ἰσχυριζόμενοι ὅτι εἶναι ἱέρεια τῆς θεᾶς Ἀρτέμιδος καὶ μὲ τὴ βοήθεια αὐτῆς ἐπιτελεῖ τὰ θαύματα καὶ διατηρεῖ τὴν παρθενία της. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀποφάσισαν νὰ τῆς στείλουν ἀσελγεῖς νεαροὺς γιὰ νὰ τὴ μολύνουν σωματικά. Ἡ Ἁγία Θέκλα δὲν ἔχασε ὅμως τὸ θάρρος της καὶ τοὺς ἀντιμετώπισε μὲ ψυχραιμία, ἐπικαλούμενη τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ προσευχήθηκε στὸν Κύριο ζητώντάς Του νὰ διαφυλάξει τὴν παρθενία της, ἀκούστηκε θεϊκὴ φωνὴ ποὺ τῆς ἔλεγε ὅτι ἡ πέτρα ποὺ βρίσκεται ἐνώπιόν της θὰ σχισθεῖ γι’ αὐτὴν καὶ ἐκεῖ μέσα θὰ κατοικήσει αἰώνια. Μόλις ἀκούστηκαν αὐτὰ τὰ θεόπνευστα λόγια, σχίσθηκε μία μεγάλη πέτρα καὶ ἀφοῦ πέρασε ἡ Ἁγία μέσα, ἡ πέτρα ξανάκλεισε. Οἱ ἀσελγεῖς νεαροὶ ποὺ προσπάθησαν νὰ τὴ μιάνουν, ἔμειναν ἄναυδοι ἀπὸ τὸ ὑπερφυὲς αὐτὸ γεγονὸς καὶ τὸ μόνο ποὺ πρόλαβαν, ἦταν νὰ ἁρπάξουν τὸν χιτώνα ποὺ φοροῦσε στοὺς ὤμους της. Ἔτσι ἡ πρωτομάρτυς καὶ ἰσαπόστολος τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Θέκλα σὲ ἡλικία 90 ἐτῶν ἔλαβε τὸν ἀμάραντο στέφανο τῆς ἁγιότητος γιὰ νὰ συνευφραίνεται μαζὶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους μάρτυρες τῆς πίστεως δίπλα στὸν Νυμφίο Χριστό.

.           Στὸ σπήλαιο, ὅπου ἀσκήτευσε, βρίσκεται σύμφωνα μὲ μαρτυρία τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας Μακαρίου Γ´ καὶ ὁ τάφος της, ἐνῶ στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ σπηλαίου ὑπάρχει μία πηγὴ μὲ ἁγίασμα. Στὸν εὐλογημένο αὐτὸ χῶρο ἱδρύθηκε τὸν 4ο μ.Χ. αἰώνα τὸ ὀρθόδοξο μοναστήρι τῆς Ἁγίας Θέκλας (Mar Taqla), τὸ ὁποῖο ἀνήκει στὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας καὶ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ παλαιότερα μοναστήρια τῆς Συρίας. Δίπλα στὸ μοναστήρι καὶ μεταξὺ τῶν τεράστιων βράχων ὑπάρχει ἕνα φαράγγι, τὸ ὁποῖο εἶναι ὁ βράχος ποὺ σχίσθηκε γιὰ νὰ κρύψει τὴν Ἁγία. Δυστυχῶς τὸ ἱστορικὸ αὐτὸ μοναστήρι καταστράφηκε καὶ λεηλατήθηκε ὁλοσχερῶς ἀπὸ τοὺς φανατικοὺς ἰσλαμιστὲς ἀντάρτες τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2013. Ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἁγίας πρωτομάρτυρος καὶ ἰσαποστόλου Θέκλης εἶναι ἀφιερωμένη καὶ περιώνυμη ἱερὰ μονὴ στὸ χωριὸ Μοσφιλωτὴ τῆς ἐπαρχίας Λάρνακος στὴν Κύπρο, ἡ ὁποία ἱδρύθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου μ.Χ. αἰώνα ἀπὸ τὴν Ἁγία Ἑλένη σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιχώρια προφορικὴ παράδοση ποὺ κατέγραψε τὸ 1815 ὁ Ἄγγλος περιηγητὴς Γουίλλιαμ Τέρνερ. Ὅταν ἔφτασε ἡ Ἁγία Ἑλένη στὴν περιοχὴ αὐτὴ τῆς Κύπρου, ἀνέπεμψε δέηση στὸν Θεό, ὁπότε ἄρχισε νὰ ρέει ἀπὸ τὴ γῆ ἁγίασμα, τὸ ὁποῖο ὑφίσταται μέχρι σήμερα καὶ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴ θεραπεία δερματικῶν νοσημάτων. Πάνω ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ ἔρεε τὸ ἁγίασμα, ἀνήγειρε κατόπιν ναὸ ἀφιερωμένο στὴν Ἁγία Θέκλα.

.           Τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας φέρουν οἰκισμὸς τοῦ δήμου Κύμης – Ἀλιβερίου στὴν Εὔβοια, ὁ ὁποῖος κοσμεῖται μὲ ὁμώνυμο βυζαντινὸ σταυρεπίστεγο ναὸ ποὺ χρονολογεῖται τὸν 13ο – 14ο αἰώνα καὶ διαθέτει ἀξιόλογες τοιχογραφίες, καθὼς καὶ χωριὸ τῆς ἐπαρχίας Παλικῆς στὴ δυτικὴ Κεφαλονιά, ὅπου στὸν ὁμώνυμο ἐνοριακὸ ναὸ φυλάσσεται ἡ εἰκόνα τῆς Ἁγίας ποὺ ἔφερε ἀπὸ τὸ Βυζάντιο ἡ οἰκογένεια τῶν Λοβέρδων, ποὺ ὑπῆρξαν καὶ οἱ πρῶτοι κάτοικοι τοῦ χωριοῦ. Ἐνοριακὸς ναὸς ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἁγίας ὑπάρχει καὶ στὸ Μηλοχώρι τῆς ἐπαρχίας Ἑορδαίας τοῦ νομοῦ Κοζάνης, ὁ ὁποῖος ἄρχισε νὰ ἀνεγείρεται τὸ 1957 καὶ ὁλοκληρώθηκε τὸ 1960, ἐνῶ διαδεδομένη εἶναι ἡ τιμὴ τῆς Ἁγίας στὶς Κυκλάδες μὲ ὁμώνυμους ναοὺς (παρεκκλήσια – ἐξωκκλήσια) στὴν Ἄνδρο, τὴν Τῆνο, τὴ Σέριφο καὶ τὴν Ἀμοργό. Ἀξιομνημόνευτος εἶναι ὁ ἱερὸς ναὸς τῆς Ἁγίας Θέκλης στὸν Πύργο τῆς Τήνου ποὺ ἀποτελεῖ ἰδιοκτησία τῆς γνωστῆς καλλιτεχνικῆς οἰκογένειας τῶν Φιλιπππότηδων.

Στὴ θέση τοῦ πρώτου ἐξωκκλησίου ἀνεγέρθηκε μὲ τὴ φροντίδα τοῦ ἀοιδίμου πρώην Μητροπολίτου Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικὴς κυροῦ Ἀγαθονίκου Φιλιππότη (+1 Σεπτεμβρίου 2015) νέος ἱερὸς ναὸς ποὺ ἐγκαινιάσθηκε τὸ 1977, ἐνῶ στὸν προαύλιο χῶρο ἀνεγέρθηκαν δύο ἀκόμη παρεκκλήσια, καθὼς καὶ Ἐκκλησιαστικὸ Μουσεῖο. Τὸ ὅλο συγκρότημα ἀποτελεῖ ἕνα κοινωφελὲς ἵδρυμα μὲ τὴν ἐπωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΑΘΟΝΙΚΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ ΑΓΙΑΣ ΘΕΚΛΗΣ ΠΥΡΓΟΥ ΤΗΝΟΥ», τὸ ὁποῖο συστάθηκε τὸ 1994 μὲ σχετικὸ Προεδρικὸ Διάταγμα (ΦΕΚ 749 τ. 2/5-10-94). Στὸ βορειοανατολικὸ Αἰγαῖο ἡ Ἁγία Θέκλα τιμᾶται μὲ ὁμώνυμους ναοὺς στὴ Λέσβο καὶ συγκεκριμένα στοὺς Πύργους Θερμῆς καὶ στὸ χωριὸ Καγιάνι (Ταξιάρχες), ἐνῶ στὴ βόρεια Εὔβοια καὶ συγκεκριμένα στὴν περιοχὴ τῆς Ἁγίας Ἄννας ὑπάρχουν δύο ἐξωκκλήσια ἀφιερωμένα στὴν ἰσαπόστολο καὶ πρωτομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, εὑρισκόμενα στὴν παραλία τῆς Ἁγίας Ἄννας καὶ στὴ θέση Παλαιοβρύση.

.           Ἰδιαίτερης ἱστορικῆς καὶ καλλιτεχνικῆς ἀξίας εἶναι οἱ εὐρισκόμενοι στὴν Ἀττικὴ δύο ναοὶ τῆς Ἁγίας, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται ἐκκλησιαστικὰ στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς. Ὁ ἕνας ναὸς βρίσκεται στὸν Σταυρὸ Ἁγίας Παρασκευῆς ἐπὶ τῆς Λεωφόρου Μεσογείων καὶ εἶναι ἰδιαίτερα λαοφιλὴς στοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς. Τὸ ἀρχικὸ κτίσμα χρονολογεῖται στὰ τέλη τοῦ 12ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 13ου αἰώνα, ἐνῶ ὁ σημερινὸς ναὸς ρυθμοῦ μονόκλιτης ξυλόστεγης βασιλικῆς κτίσθηκε στὰ τέλη τοῦ 16ου μὲ ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰώνα. Ὑπῆρξε μετόχιο τῆς ἱστορικῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Κυνηγοῦ, ποὺ βρίσκεται στὴ δυτικὴ πλευρὰ τοῦ Ὑμηττοῦ, γεγονὸς ποὺ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ σωζόμενο κιόνιο τοῦ μοναχοῦ Νεοφύτου, διαδόχου του μοναχοῦ Λουκᾶ, ἡγουμένου τῆς Μονῆς, τὸ ὁποῖο φέρει ἐγχάρακτη ἐπιγραφὴ καὶ χρονολογία 1238. Ὁ ἄλλος ναὸς ποὺ εἶναι θολωτὴ βασιλικὴ μὲ δίρρικτη στέγη βρίσκεται στὸ Μαρκόπουλο Μεσογαίας, στὸ κέντρο τῆς πόλεως καὶ νοτιοδυτικὰ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, δίπλα στὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Κτίσθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1730-1750 καὶ κοσμεῖται μὲ τοιχογραφίες ἐξαίρετης βυζαντινῆς τέχνης, τὶς ὁποῖες φιλοτέχνησε μαθητὴς τῶν ἀξιόλογων Ἀργείων ἁγιογράφων Γεωργίου καὶ Ἀντωνίου Μάρκου. Τὸ ἔργο τῆς περίτεχνης ἁγιογραφήσεως τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ ναοῦ ὁλοκληρώθηκε τὸ 1767. Ναὸς ἐπ᾽ ὀνόματι τῆς Ἁγίας ὑπῆρχε καὶ στὸ κέντρο τῶν Ἀθηνῶν, στὴν περιοχὴ τοῦ Μοναστηρακίου, στὴ συμβολὴ τῶν σημερινῶν ὁδῶν Ἑρμοῦ καὶ Ἁγίας Θέκλας, ὁ ὁποῖος ὑπέστη σοβαρότατες ζημιὲς ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ κατεδαφίσθηκε τὸ 1848. Μεταξὺ τῶν κειμηλίων τοῦ ναοῦ εἶναι καὶ ἡ διασωθεῖσα φορητὴ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Θέκλας (Ἀγαθοκλείας), ἡ ὁποία ἔκτοτε φυλάσσεται στὸν Ἱερὸ Ναὸ Κοιμήσεως Θεοτόκου (Παναγίας Παντανάσσης) ποὺ βρίσκεται στὴν πλατεία Μοναστηρακίου.
.             Ἡ τιμωμένη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας στὶς 24 Σεπτεμβρίου πρωτομάρτυς καὶ ἰσαπόστολος τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Θέκλα, ἡ ὁποία ὑμνεῖται καὶ γεραίρεται τόσο μέσα ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία καὶ τὸν Παρακλητικὸ Κανόνα ποὺ ἐποιήθησαν ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Ὑμνογράφο τῆς Μεγάλης του Χριστοῦ Ἐκκλησίας, Γεράσιμο Μοναχὸ τὸν Μικραγιαννανίτη, ὅσο καὶ μέσα ἀπὸ τοὺς Χαιρετιστηρίους Οἴκους ποὺ ἐποιήθησαν ἀπὸ τὸν Μέγα Ὑμνογράφο τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας, Δρ. Χαραλάμπη Μ. Μπούσια, προβάλλεται στὴ σημερινὴ ἀλλοπρόσαλλη ἐποχή μας ὡς φωτεινὸ πρότυπο ἀκλόνητης πίστεως μὲ ἀγωνιστικὸ καὶ ἱεραποστολικὸ φρόνημα καὶ ὡς ἀπαράμιλλο σύμβολο ψυχικῆς καὶ σωματικῆς καθαρότητος, ἀφοῦ ἐπέλεξε στὴν ἐπίγεια διαδρομή της ὡς μοναδικὸ καὶ ἀχώριστο συνοδοιπόρο καὶ συμπαραστάτη τὸν ἀρχηγὸ τῆς πίστεώς μας, τὸν Κύριο ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστό.

 

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

Βιβλιογραφία

  • Βίος καὶ Ἀκολουθία τῆς Ἁγίας ἐνδόξου πρωτομάρτυρος καὶ ἰσαποστόλου Θέκλας ὡς καὶ Παρακλητικὸς Κανών, Ἵδρυμα Ἀγαθονίκου Φιλιππότη Ἁγία Θέκλα Πύργου Τήνου, Β´ Ἔκδοση 2006.

 

ΠΗΓΗ: kallimasia.blogspot.gr

,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ὁ ἐν Ἀθήναις δι’ ἀγχόνης τελειωθεὶς ἔνθεος φιλόσοφος καὶ φλογερὸς ἀπολογητής

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ
ὁ ἐν Ἀθήναις δι’ ἀγχόνης τελειωθεὶς ἔνθεος φιλόσοφος
καὶ φλογερὸς ἀπολογητής

Γράφει ὁ Ἀριστείδης Θεοδωρόπουλος

.                     Μέσα στὴ μακρόχρονη πορεία τῆς ἐνδόξου ἱστορίας τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀθηνῶν διέλαμψαν ἀπὸ τοὺς πρώτους κιόλας χριστιανικοὺς αἰῶνες φωτεινὲς καὶ ἁγιασμένες μορφὲς ποὺ ἀγωνίστηκαν μὲ σθένος καὶ παρρησία γιὰ τὴν κατάρριψη τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων καὶ τὴ θεμελίωση τῆς διδασκαλίας τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς τοὺς φωταυγεῖς πνευματικοὺς ἀστέρες ποὺ λαμπρύνουν τὸ πνευματικὸ στερέωμα, συναριθμεῖται καὶ ὁ «τῷ Χριστῷ προσηνεχθεὶς θυσία ἄμωμος καὶ ὁλοκάρπωμα θεῖον αἰωρηθεὶς ἀπηνῶς ἐν ἀγχόνῃ», ὅπως ψάλλει ὁ ἱερὸς ὑμνωδός, ἠγλαϊσμένος καὶ στεφανηφόρος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, Ἅγιος Ἀριστείδης, ὁ ἐπιφανὴς αὐτὸς Ἀθηναῖος φιλόσοφος καὶ φλογερὸς ἀπολογητὴς τοῦ 2ου μ.Χ. αἰώνα, τὸν ὁποῖο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας τιμᾶ καὶ γεραίρει στὶς 13 Σεπτεμβρίου. Ὁ κλεινὸς αὐτὸς γόνος τῶν Ἀθηνῶν καὶ θαρραλέος ὁμολογητὴς τῆς χριστιανικῆς πίστεως κατέστη εὐρέως γνωστὸς στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία καὶ Πατρολογία ἀπὸ τὴν ἀρχαιότερη σωζόμενη ἀπολογία του ὑπὲρ τῶν διωκομένων χριστιανῶν, ποὺ φέρει τὸν τίτλο «Περὶ θεοσεβείας» καὶ ἡ ὁποία τὸν ἀνέδειξε σὲ ἐγκαλλώπισμα καὶ θησαύρισμα μέσα στὴν εὐλογημένη χορεία τῶν διδασκάλων καὶ ἀπολογητῶν τῆς χριστιανικῆς πίστεως.
.               Ὁ ὑμνηθεὶς ὡς «ὡράισμα» τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀθηνῶν ἅγιος Ἀριστείδης γεννήθηκε καὶ διέλαμψε κατὰ τὸν 2ο μ.Χ. αἰώνα στὴν περιώνυμη πόλη τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ὑπῆρξε ἀνέκαθεν σπουδαιότατο πολιτιστικὸ καὶ καλλιτεχνικὸ κέντρο, ἀφοῦ συνέβαλε ἀποφασιστικὰ στὴν ἐξέλιξη τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ καὶ τὴν ἀνοδικὴ πορεία τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος. Ἔμεινε γνωστὸς μὲ τὸν τίτλο «ὁ φιλόσοφος», ἀφοῦ σπούδασε κλασικὴ φιλοσοφία στὴν περίφημη Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ πνευματικὴ ὅμως ἀκτινοβολία τῶν δύο χαρισματικῶν καὶ φωτισμένων Ἀθηναίων ἱεραρχῶν, τοῦ ἁγίου Ἰεροθέου καὶ τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, οἱ ὁποῖοι κήρυτταν στὸ περιώνυμο «κλεινὸν ἄστυ» Σταυρωθέντα καὶ Ἀναστάντα Κύριο, σαγήνευσε τὸν διαπρεπῆ Ἀθηναῖο φιλόσοφο Ἀριστείδη σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ἐγκολπώθηκε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, ἀφοῦ προηγουμένως κατέστη περίδοξος καὶ εὐπειθέστατος μαθητής τους. Μάλιστα οἱ δύο αὐτοὶ ἐπιφανεῖς καὶ θεόπνευστοι ἐπίσκοποι τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν μεταλαμπάδευσαν τόσο βαθιὰ τὴ χριστιανικὴ πίστη στὸν μέχρι πρότινος εἰδωλολάτρη φιλόσοφο Ἀριστείδη, ὥστε ἀργότερα ἀναδείχθηκε ἔνθερμος ὑπερασπιστὴς τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τοῦ ἤθους τῶν χριστιανῶν, διαπρύσιος κήρυκας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ ἀκλόνητος στύλος τῶν διωκομένων χριστιανῶν.
.               Ὁ μεταστραφεὶς στὸν χριστιανισμὸ ἐπιφανὴς Ἀθηναῖος φιλόσοφος συνέβαλε ἀποφασιστικὰ καὶ δυναμικὰ στὴν ἑδραίωση καὶ διάδοση τοῦ μηνύματος τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας στὴν «κατείδωλον» πόλη τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἀγωνίστηκε μὲ τὴ φλογερή του πίστη καὶ τὸ σθεναρό του φρόνημα σὲ μία ἰδιαίτερα δύσκολη καὶ κρίσιμη ἐποχὴ γιὰ τὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλωστε ὁ ἀγώνας του γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀκραιφνοῦς χριστιανικῆς πίστεως καὶ τῶν αἰωνίων ἀληθειῶν τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἰδιαίτερα ἐπίπονος καὶ ἐπικίνδυνος, ἀφοῦ οἱ εἰδωλολάτρες ἔπρεπε νὰ ἐπηρεαστοῦν θετικὰ ὑπὲρ τῆς πίστεως στὸν ἕναν καὶ ἀληθινὸ Θεὸ καὶ νὰ σταματήσει ἡ ἰουδαϊκὴ ἀμφισβήτηση ἔναντι τοῦ χριστιανισμοῦ.
.                 Ὅμως τὴν ἐποχὴ αὐτὴ οἱ σκληροὶ διωγμοὶ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν τῆς Ρώμης, ἔθεσαν σὲ μεγάλο κίνδυνο καὶ τοὺς χριστιανοὺς τῆς Ἀθήνας ποὺ ἀποτελοῦσαν μία ὀλιγάριθμη χριστιανικὴ κοινότητα. Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη χρονικὴ στιγμὴ ὁ εὐγλωττότατος Ἀθηναῖος χριστιανὸς φιλόσοφος Ἀριστείδης ἀνέλαβε μὲ ἀξιομνημόνευτη παρρησία τὴν ὑπεράσπιση τῶν διωκομένων χριστιανῶν. Ἔτσι αἰσθανόμενος τὴν ἀνάγκη νὰ ἀποκρούσει τὶς ἄδικες καὶ ἀήθεις κατηγορίες, ποὺ εἶχαν προσάψει οἱ εἰδωλολάτρες ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπεραμυνθεῖ τῆς ἐναρέτου βιοτῆς τους καὶ τῆς ὑπεροχῆς τῆς διδασκαλίας τοῦ χριστιανισμοῦ ἔναντι τῶν ἄλλων θρησκειῶν, συνέγραψε τὴν περίφημη ἀπολογία «Περὶ θεοσεβείας», ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἀρχαιότερο σωζόμενο ἀπολογητικὸ κείμενο. Στὴν ἀπολογία αὐτή, ἡ ὁποία ἐπιδόθηκε στὸν αὐτοκράτορα Ἀδριανὸ (117-138) σύμφωνα μὲ τὸν ἐκκλησιαστικὸ ἱστορικὸ Εὐσέβιο ἢ στὸν διάδοχό του, Ἀντωνίνο τὸν Εὐσεβῆ (138-161) σύμφωνα μὲ τὴ συριακὴ μετάφραση τῆς ἀπολογίας, καταρρίπτεται ἡ πίστη στοὺς εἰδωλολατρικοὺς θεούς, στηλιτεύεται ὁ ἔκλυτος βίος τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ προβάλλεται ἡ ὑπεροχὴ τῆς χριστιανικῆς πίστεως.
.             Τὸ ἀπολογητικὸ αὐτὸ κείμενο ποὺ ἀποτελεῖ πνευματικὸ καρπὸ τῆς ἄρτιας γνώσεως τοῦ Ἁγίου τόσο στὴν Ἁγία Γραφὴ ὅσο καὶ στὰ κυρίαρχα φιλοσοφικὰ ρεύματα τῆς ἐποχῆς του, ἀποτελεῖται συνολικὰ ἀπὸ δέκα ἑπτὰ κεφάλαια. Στὴν ἀρχὴ προσπαθεῖ νὰ δημιουργήσει κλίμα εὐμενοῦς ἐπικοινωνίας μὲ τὸν αὐτοκράτορα, ἀφοῦ ὁμολογεῖ ὅτι ἦρθε στὸν κόσμο «προνοίᾳ Θεοῦ» καὶ ἀφοῦ παρατήρησε τὴ γῆ, τὴ θάλασσα καὶ τὸν ἥλιο, θαύμασε τὴν «διακόσμησιν τούτων». Κατόπιν ὁμολογεῖ ὅτι παρατηρώντας «τὸν κόσμον καὶ τὰ ἐν αὐτῷ πάντα» κατανόησε ὅτι ὅλα κινοῦνται καὶ συγκροτοῦνται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀφοῦ «πᾶν τὸ κινοῦν ἰσχυρότερον τοῦ κινουμένου καὶ τὸ διακρατοῦν ἰσχυρότερον τοῦ διακρατουμένου ἐστίν». Γι’ αὐτὸ καὶ ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Θεὸς ἐκ τῆς φύσεώς Του εἶναι ἀσύλληπτος, αὐτογενὲς εἶδος, ἄναρχος, ἀτελεύτητος, ἀπεριόριστος, ἄρρητος, ἐνῶ δὲν ἔχει ὀργὴ καὶ ὀργιλότητα, δὲν πλανᾶται καὶ δὲν λησμονεῖ, δὲν ἔχει τὴν ἀνάγκη θυσίας καὶ σπονδῆς, ἀφοῦ ὅλοι καὶ ὅλα Τὸν ἔχουν ἀπόλυτη ἀνάγκη.
.             Στὴ συνέχεια διαιρεῖ τοὺς ἀνθρώπους σὲ τρία γένη ἀνάλογα μὲ τὶς θρησκευτικές τους ἀντιλήψεις. Ἔτσι ὑπάρχουν οἱ Ἐθνικοί, δηλαδὴ οἱ προσκυνητὲς τῶν εἰδωλολατρικῶν θεῶν ποὺ ὑποδιαιροῦνται σὲ Χαλδαίους, Ἕλληνες καὶ Αἰγυπτίους, οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ Ἕλληνες. Γιὰ τοὺς Χαλδαίους ὑποστηρίζει ὅτι ἔπεσαν σὲ μεγάλη πλάνη, ἀφοῦ χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει ὅτι «Πλάνην μεγάλην ἐπλανήθησαν οἱ Χαλδαῖοι ὀπίσω τῶν ἐπιθυμημάτων αὐτῶν, σέβονται γὰρ τὰ φθαρτὰ στοιχεῖα καὶ τὰ νεκρὰ ἀγάλματα καὶ οὐκ αἰσθάνονται ταῦτα θεοποιούμενοι». Ὅμως καὶ οἱ Ἕλληνες στηλιτεύονται ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀριστείδη, ἀφοῦ δὲν πιστεύουν στὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεό, ἀλλὰ μένουν προσηλωμένοι στοὺς ψεύτικους εἰδωλολατρικοὺς θεοὺς τοῦ ἑλληνικοῦ πανθέου μὲ τὸν ἔκλυτο βίο τους. Ἀναφέρει μάλιστα χαρακτηριστικὰ γι’ αὐτούς: «ἐμωράνθησαν χεῖρον τῶν Χαλδαίων, παρεισάγοντες θεοὺς πολλοὺς γεγενῆσθαι, τοὺς μὲν ἄρρενας, τὰς δὲ θηλείας, παντοίων δούλους παθῶν καὶ παντοδαπῶν δημιουργοὺς ἀνομημάτων». Μάλιστα ἡ πλάνη τῶν εἰδωλολατρικῶν θεῶν, τοὺς ὁποίους οἱ Ἕλληνες παρουσιάζουν ὡς μοιχούς, δολοφόνους, κλέφτες, πατροκτόνους καὶ ἀδελφοκτόνους, προκάλεσε στὴν ἀνθρωπότητα πολέμους, λοιμούς, σφαγὲς καὶ αἰχμαλωσίες, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύει τὴν ἔκπτωση τῶν ψεύτικων θεῶν τῶν Ἑλλήνων καὶ τὴν ἀδυναμία ἐπιστροφῆς τους στὸν ἀληθινὸ Θεό. Ἐνδεικτικὸ εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Ἀριστείδης παρουσιάζει λεπτομερῶς τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα γιὰ κάθε εἰδωλολατρικὸ θεὸ ποὺ ἀποδεικνύουν τὴν ἠθικὴ ἔκπτωσή του. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀναδεικνύεται καὶ θεμελιώνεται ἡ ἀνωτερότητα τῆς διδασκαλίας τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ ἡ ὑπεροχὴ τοῦ ἤθους τῶν χριστιανῶν. Ἀναφορικὰ μὲ τοὺς Αἰγυπτίους ἐπισημαίνει ὅτι ἐπέδειξαν μεγάλη ἀφροσύνη, ἀφοῦ θεοποίησαν καὶ λάτρευσαν τὰ ζῶα: «ἀλλ’ ἔτι καὶ ἄλογα ζῶα παρεισήγαγον θεοὺς εἶναι χερσαῖα τε καὶ ἔνυδρα καὶ τὰ φυτὰ καὶ βλαστά, καὶ ἐμιάνθησαν ἐν πάσῃ μανίᾳ καὶ ἀσελγεία χεῖρον πάντων τῶν ἐθνῶν ἐπὶ τῆς γής». Ἰδιαίτερη βαρύτητα ἔχει ἡ ἄποψη τοῦ Ἁγίου γιὰ τοὺς Ἕλληνες λόγιους καὶ σοφούς, ἀφοῦ κρίνονται μὲ βάση τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ οἱ ἴδιοι θέσπισαν. Αὐτὸ σημαίνει κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ Ἁγίου ὅτι ἐὰν οἱ νόμοι εἶναι δίκαιοι, τότε οἱ θεοὶ ποὺ διέπραξαν διάφορα ἀνομήματα, εἶναι ἄδικοι, ἐνῶ ἐὰν οἱ ἁμαρτωλὲς πράξεις τους εἶναι ὀρθές, τότε οἱ νόμοι εἶναι ἄδικοι, διότι θεσμοθετήθηκαν ἐναντίον τῶν θεῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ αὐτοὶ ποὺ λατρεύονται ὡς θεοὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, εἶναι ψεύτικοι: «ταῦτα πάντα τὰ πολύθεα σεβάσματα πλάνης ἔργα καὶ ἀπωλείας», ἐνῶ ὁ ἀληθινὸς Θεὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ βλέπει, κινεῖ καὶ δημιουργεῖ τὰ πάντα: «οὐ χρὴ θεοὺς ὀνομάζειν ὁρατοὺς καὶ μὴ ὁρῶντας· ἀλλὰ τὸν ἀόρατον καὶ πάντα ὁρῶντα καὶ πάντα δημιουργήσαντα δεῖ Θεὸν σέβεσθαι». Γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ἀναφέρει ὅτι λατρεύουν τὸν Θεὸ καὶ ὄχι τὰ ἔργα Του, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ εἶναι πλανεμένοι, ἐπειδὴ λατρεύουν ἀντὶ τοῦ Θεοῦ τοὺς ἀγγέλους.
.             Στὸ τέλος τῆς ἀπολογίας του ὁ ἅγιος Ἀριστείδης ἀναφέρεται στοὺς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι «γενεαλογοῦνται ἀπὸ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ἡ ἐπιχειρηματολογία του μάλιστα ἐπικεντρώνεται ἰδιαίτερα στὸ ἦθος καὶ τὴν ἀλήθεια τῶν χριστιανῶν. Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τονιστεῖ ὅτι μὲ τὸν ὄρο «ἦθος», νοεῖται ἡ ζωὴ τῶν χριστιανῶν ὡς πραγμάτωση τοῦ μηνύματος τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ μὲ τὸν ὄρο «ἀλήθεια» νοεῖται ἡ διδασκαλία τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας ὡς σωτηριώδης λόγος τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο. Γι’ αὐτὸ καὶ αὐτὸ ποὺ λέγεται ἀπὸ τὸ στόμα τῶν χριστιανῶν, ποὺ διακρίνονται γιὰ τὴν ἀγάπη, τὴ δικαιοσύνη, τὴ σεμνότητα καὶ τὴν ἀλληλεγγύη τους, εἶναι θεῖο, ἡ δὲ διδασκαλία τους εἶναι πύλη φωτός. Ὁ ἅγιος Ἀριστείδης προτείνει μάλιστα νὰ σταματήσουν ἀμέσως οἱ διωγμοὶ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, ὅσοι δὲ ἀμφισβητοῦν τὴν ὀρθότητα τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ὀφείλουν νὰ μελετήσουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπὸ τὰ θεόπνευστα κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἄλλωστε, ὅπως τονίζει ὁ Ἅγιος, ἡ ἐχθρικὴ στάση τῶν Ἑλλήνων ἀπέναντι στοὺς χριστιανοὺς φανερώνει τὴ μανιώδη προσπάθεια τῶν πρώτων νὰ καλύψουν καὶ νὰ δικαιολογήσουν τὰ ἀνοσιουργήματά τους.
.             Ὁ διαρκὴς καὶ ἐπίπονος ἀγώνας τοῦ ἁγίου Ἀριστείδου γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τοῦ ἤθους καὶ τῆς διδασκαλίας τῶν χριστιανῶν καὶ ἡ ἀκλόνητη πίστη του στὸ παντιμο ὄνομα τοῦ Σταυρωθέντος καὶ Ἀναστάντος Κυρίου μας προκάλεσαν ἔντονη δυσφορία καὶ ἀγανάκτηση στὸν Ρωμαῖο αὐτοκράτορα Ἀδριανό, ὁ ὁποῖος ἀποφάσισε τὴ δίωξή του. Στὸν ἀγώνα του αὐτὸ ὁ διαπρεπὴς Ἀθηναῖος φιλόσοφος καὶ ἀπολογητὴς εἶχε συμπαραστάτη καὶ συνοδοιπόρο τὸν Ἰησοῦ Χριστό, στὸν Ὁποῖο ἀδιάλειπτα προσευχόταν γιὰ νὰ ἀντλήσει δύναμη καὶ νὰ διατηρήσει ἀκμαῖο τὸ ἀγωνιστικό του φρόνημα. Σύμφωνα μάλιστα μὲ διασωθεῖσα προφορικὴ παράδοση ἕνα ἀπομονωμένο σπήλαιο στὴ νοτιοδυτικὴ πλευρὰ τοῦ λόφου τοῦ Λυκαβηττοῦ πλησίον τοῦ παρακειμένου Ἱεροῦ Ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἰσιδώρων, τὸ ὁποῖο σώζεται μέχρι σήμερα καὶ φέρει τὸ ὄνομά του, ἀποτέλεσε τὸ ἀσφαλὲς πνευματικό του καταφύγιο καὶ τὴν ἀέναη πηγὴ δυνάμεως στὶς δύσκολες στιγμὲς τοῦ ἀγώνα του.
.             Ὅμως ἡ ὁλοένα καὶ αὐξανόμενη ἐχθρικὴ στάση τοῦ αὐτοκράτορος Ἀδριανοῦ τὸν ἀνάγκασε νὰ μεταβεῖ στὴ Ρώμη γιὰ νὰ ἀπολογηθεῖ, ἀλλὰ κατόπιν μεταφέρθηκε στὴν Ἀθήνα, ὅπου συνέχισε τὴν ἱεραποστολική του δράση ὡς διαπρύσιος κήρυκας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ θαρραλέος ὁμολογητὴς τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Ὑποβλήθηκε σὲ πλῆθος βασανιστηρίων, ἀλλὰ μὲ γενναιότητα καὶ καρτερία τὰ ὑπέμεινε, ὑπερασπιζόμενος μὲ σθένος τὴν ἀκραιφνῆ χριστιανικὴ πίστη καὶ τὶς αἰώνιες ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Στὸ τέλος ὅμως τῆς ἐπίγειας πορείας του ὁδηγήθηκε ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους στὴν Ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου ἀφοῦ τὸν κρέμασαν, ὑπέστη τὸν δι’ ἀγχόνης μαρτυρικὸ θάνατο στὶς 13 Σεπτεμβρίου τοῦ 120 ἢ 134 μ.Χ., ποὺ εἶναι καὶ ἡ ἡμέρα ἑορτασμοῦ τῆς πανίερης μνήμης του ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Ἡ φλογερὴ πίστη, τὸ ἀκμαῖο ἀγωνιστικὸ φρόνημα καὶ ἡ δι’ ἀγχόνης μαρτυρική του τελείωση ὑμνοῦνται καὶ γεραίρονται καὶ μέσα ἀπὸ τὰ ἐξαίσια ὑμνογραφήματα τοῦ Μεγάλου Ὑμνογράφου τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας Δρ. Χαραλάμπους Μ. Μπούσια, ὁ ὁποῖος πρὸς τιμὴν τοῦ ἐπιφανοῦς Ἀθηναίου Ἁγίου ἔχει ποιήσει Ἀκολουθία, Παρακλητικὸ Κανόνα καὶ Χαιρετιστηρίους Οἴκους. Ἀλλὰ καὶ ἡ εὐσέβεια τοῦ ὀρθόδοξου ἑλληνικοῦ λαοῦ σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου ποὺ φέρουν πολυάριθμοι Ἕλληνες, συνετέλεσε στὸ νὰ ἀνεγερθοῦν ἱεροὶ ναοὶ ἐπ’ ὀνόματί του, οἱ ὁποῖοι εἶναι διαρπαρτοι στὴν ἑλληνικὴ ἐπικράτεια. Ἔτσι ὁ Ἅγιος τιμᾶται στὴν Κρήτη μὲ τέσσερις ναοὺς (Ζερβιανὰ Κισάμου, Ἀνώγεια Μυλοποτάμου, Λυγαριὰ Ἡρακλείου, Στύλος Ἀποκορώνου), στὶς Κυκλάδες μὲ τρεῖς ναοὺς (Φηρὰ Σαντορίνης καὶ δύο ναοὶ στὴν Τῆνο), στὴ Ρούμελη μὲ δύο ναοὺς (Ἀρκίτσα Λοκρίδος, Καρπενήσι), ἐνῶ ναΰδριο τοῦ Ἁγίου κοσμεῖ καὶ τὸν προαύλιο χῶρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου στὴ συνοικία Γαρδικάκι τῶν Τρικάλων.
.             Ὁ ἐτήσιος ἑορτασμὸς τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου μάρτυρος Ἀριστείδου τοῦ φιλοσόφου καὶ ἀπολογητοῦ, τοῦ ἐν Ἀθήναις ἀθλήσαντος κατὰ τὸν 2ο μ.Χ. αἰώνα, μᾶς δίνει τὸ ἔναυσμα νὰ ἀφυπνιστοῦμε πνευματικὰ καὶ νὰ ἐπαναπροσδιορίσουμε τὴ σχέση μας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του. Γι’ αὐτὸ καὶ καλούμαστε νὰ παραδειγματιστοῦμε ἀπὸ τὸ ἀκμαῖο φρόνημα καὶ τὴ σθεναρὴ ὁμολογία πίστεως τοῦ διαπρεποῦς Ἀθηναίου φιλοσόφου καὶ μάρτυρος τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μας, ὥστε νὰ μείνουμε προσηλωμένοι στὴν ἀκραιφνῆ χριστιανικὴ πίστη καὶ διδασκαλία, ἐφαρμόζοντάς την πιστὰ στὴ ζωή μας, ὅπως ἔπραξαν οἱ πρῶτοι ἐνάρετοι χριστιανοὶ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, τοὺς ὁποίους μὲ τόσο σθένος ὑπερασπίσθηκε ὁ δι’ ἀγχόνης τελειωθεὶς Ἅγιος Ἀριστείδης.

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

Βιβλιογραφία 

  • Θεοδωροπούλου Ἀριστείδου Γ., Ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης, Ἐκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος, Α΄ Ἔκδοση, Ἀθήνα 2008.
  • Θεοδωροπούλου Ἀριστείδου Γ., Ὁ Ἅγιος Ἀριστείδης –Ἕνας ἐπιφανὴς Ἀθηναῖος φιλόσοφος καὶ πανεύφημος μάρτυς Χριστοῦ

 

ΠΗΓΗ: kallimasia.blogspot.gr

 

,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΙΛΑΣ, Ὁ μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου συνιδρυτὴς τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῶν Φιλίππων (Ἀρ. Θεοδωρόπουλος)

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΙΛΑΣ
μετ το ποστόλου Παύλου συνιδρυτς τς ποστολικς κκλησίας τν Φιλίππων

Γράφει ὁ Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

.                     Μέσα στὴν εὐλογημένη χορεία τῶν Ἁγίων Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων συναριθμεῖται καὶ ὁ τιμώμενος στὶς 30 Ἰουλίου Ἅγιος Ἀπόστολος Σίλας, ὁ καὶ συνέκδημος τοῦ θεηγόρου Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου, ἀλλὰ καὶ συνεργάτης τοῦ κορυφαίου Ἀποστόλου Πέτρου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι στὴν πρώτη του ἐπιστολὴ τὸν χαρακτηρίζει ὡς «πιστὸ ἀδελφό». Ἄλλωστε μέσα ἀπὸ τὴν ἐπίγεια βιοτὴ καὶ τὴν ἱεραποστολική του δράση διακρίθηκε γιὰ τὸν ἔνθερμο ζῆλο, τὴν ἀκλόνητη καὶ ζωντανὴ πίστη, τὸ θυσιαστικὸ φρόνημα καὶ τὴν ἀξιομνημόνευτη καρτερία.

.               Ὁ ἔνδοξος καὶ πανεύφημος Ἅγιος Ἀπόστολος Σίλας, ποὺ τὸ ὄνομά του εἶναι συντετμημένη μορφὴ τοῦ ὀνόματος Σιλουανός, μὲ τὸ ὁποῖο μάλιστα ἀναφέρεται τόσο στὴ Β´ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς Κορινθίους ὅσο καὶ στὴν Α´ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ἀπολάμβανε τὴν ἰδιαίτερη ἐκτίμηση καὶ τὸν μεγάλο σεβασμὸ στὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀναδείχθηκε μεταξὺ τῶν ἐκλεκτῶν καὶ ἡγετικῶν στελεχῶν της, γεγονὸς ποὺ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων στὰ Κεφάλαια 15, 16 καὶ 17. Ἡ μεγάλη ἀναγνώριση τῆς προσωπικότητος τοῦ Ἁγίου Σίλα στὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου μνημονεύεται ὡς «ἡγούμενος ἐν τοῖς ἀδελφοῖς», παρακίνησε τοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους νὰ ἐπιλέξουν αὐτὸν καὶ τὸν Ἰούδα, τὸν ἐπονομαζόμενο Βαρσαβά, γιὰ νὰ συνοδεύσουν τοὺς Ἀποστόλους Παῦλο καὶ Βαρνάβα στὴν Ἀντιόχεια. Ἐκεῖ θὰ ἐπέδιδαν τὴν ἐπιστολὴ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ποὺ περιεῖχε τὴν ἀπόφαση τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου τῆς Ἱερουσαλήμ, παρέχοντας παράλληλα καὶ τὶς ἀπαραίτητες ἐπεξηγήσεις, ὥστε νὰ ἀποφευχθεῖ ὁ ἐνδεχόμενος κίνδυνος παρανόησης τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς τῆς Συνόδου.
.               Φτάνοντας στὴν Ἀντιόχεια ὁ Ἅγιος Σίλας παρέδωσε στοὺς Ἀντιοχεῖς τὴν ἀπόφαση τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου καὶ παρέμεινε μαζὶ μὲ τὸν Ἰούδα γιὰ νὰ ἐργασθεῖ μὲ ἔνθερμο ἱεραποστολικὸ ζῆλο γιὰ τὴ διάδοση τοῦ μηνύματος τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ «Ἰούδας τε καὶ Σίλας, καὶ αὐτοὶ προφῆται ὄντες, διὰ λόγου πολλοῦ παρεκάλεσαν τοὺς ἀδελφοὺς καὶ ἐπεστήριξαν, Πράξεις (ιε´ 32)». Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς παραμονῆς του στὴν Ἀντιόχεια συνδέθηκε ἰδιαίτερα μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος βρῆκε στὸ πρόσωπο τοῦ Σίλα τὸν ἔμπιστο καὶ πολύτιμο συνεργάτη καὶ συνοδοιπόρο του. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἐπέλεξε ὡς τὸν πλέον κατάλληλο συνοδό του γιὰ τὴ Β´ Ἀποστολική του περιοδεία τὸν Μάρτιο τοῦ 49μ.Χ., προκειμένου νὰ διαδοθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἔθνη. Ἄλλωστε ὁ Σίλας διέθετε ἔνθερμο ἱεραποστολικὸ ζῆλο καὶ βαθιὰ πίστη, εὐφυΐα καὶ δυναμισμό, τόλμη καὶ παρρησία, ἐνῶ ἀπολάμβανε τὴν ὑψηλὴ ἀναγνώριση τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Ἐπιπλέον ἦταν, ὅπως καὶ ὁ Παῦλος, Ρωμαῖος πολίτης. Ἐνδεικτικὸ εἶναι μάλιστα τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Σίλας ἐπελέγη ἀπὸ τὸν Παῦλο ὡς συνοδὸς καὶ συνεργάτης του ἀντὶ τοῦ Ἀποστόλου Μάρκου. Ἔτσι ἀκολούθησε τὸν Παῦλο στὶς περιοδεῖες του στὴν Καρία, τὴν Κιλικία, τὴ Λυκαονία, τὴ Φρυγία, τὴ Γαλατία καὶ τὴν Τρωάδα, ὑπομένοντας τὶς θλίψεις, τὶς στερήσεις καὶ τὶς ταλαιπωρίες ποὺ ὑπέστη ὁ θεηγόρος καὶ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν. Παράλληλα ὁ Σίλας, ὁ πιστὸς καὶ ἔνθεος αὐτὸς συνακόλουθός του, ἐπέδειξε ἀξιοθαύμαστη ὑπομονὴ καὶ καρτερία, ἀλλὰ καὶ ξεχωριστὴ αὐτοθυσία, γεγονὸς ποὺ ἐγκωμιάζεται στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων.
.                     Ὁ Σίλας ὅμως συνόδευσε τὸν Παῦλο καὶ στὴν ἱεραποστολική του περιοδεία στὴ Μακεδονία, ὅπου μετέβη γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ κατόπιν θαυμαστοῦ ὁράματος. Σύμφωνα μ’ αὐτὸ ἄνδρας ἀπὸ τὴ Μακεδονία ἐμφανίσθηκε στὸν Παῦλο καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ ἔρθει στὴ γῆ τῆς Μακεδονίας γιὰ νὰ κηρύξει τὴ χριστιανικὴ πίστη. Ἔτσι ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σίλας ἀναχώρησαν ἀπὸ τὴν Τρωάδα καὶ διὰ μέσου της Σαμοθράκης ἀποβιβάστηκαν στὴ Νεάπολη ποὺ εἶναι ἡ σημερινὴ πόλη τῆς Καβάλας. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔφτασαν στοὺς Φιλίππους ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες πόλεις τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ ταυτόχρονα καὶ Ρωμαϊκὴ ἀποικία. Στὸν τόπο αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εὐρισκόμενος ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη κοντὰ στὸν ποταμὸ Ζυγάκτη κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ἀκροατὲς τοῦ κηρύγματός του ἦταν γυναῖκες, μεταξὺ δὲ αὐτῶν καὶ ἡ ἐκ Θυατείρων τῆς Μ. Ἀσίας Λυδία ἡ πορφυρόπωλις, ἡ μετέπειτα ἁγία καὶ ἰσαπόστολος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία ἀκούγοντας τὴ διδασκαλία τοῦ Παύλου γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ βαπτίσθηκε χριστιανή, ὅπως καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά της. Στοὺς Φιλίππους ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θεράπευσε μὲ τὴν προσευχητικὴ συμμετοχὴ καὶ τοῦ πιστοῦ συνοδοιπόρου καὶ συνεργάτου του, τοῦ Ἁγίου Σίλα, ἕνα κορίτσι ποὺ βρισκόταν κάτω ἀπὸ ἰσχυρὴ δαιμονικὴ ἐπήρεια καὶ μὲ τὶς μαντεῖες της ἐπέφερε πολλὰ κέρδη στοὺς κυρίους της. Τὸ κορίτσι αὐτὸ ἀκολουθοῦσε ἐπίμονα τὸν Παῦλο καὶ τὸν Σίλα καὶ φώναζε γιὰ πολλὲς ἡμέρες τὸ ἀκόλουθο: «οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας». Τότε οἱ δύο κήρυκες τῆς χριστιανικῆς πίστεως κατάλαβαν ὅτι τὸ νεαρὸ κορίτσι ἦταν δαιμονισμένο καὶ ἁπλὰ ἀκολουθοῦσε τοὺς δύο Ἀποστόλους, πιστεύοντας ὅτι ἔχουν μία ἀνώτερη δύναμη, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχει συνειδητοποιήσει τὴ χάρη καὶ τὴν εὐεργεσία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος μὲ τὴ συμπροσευχὴ τοῦ Σίλα ἀπευθυνόμενος στὸν δαίμονα ποὺ εἶχε τὸ νεαρὸ κορίτσι μέσα στὴ ψυχή του, εἶπε: «Παραγγέλω σοι, ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ’ αὐτῆς, καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ». Ἀμέσως τὸ κορίτσι ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ δαίμονος καὶ εἰσῆλθε μέσα στὴν ψυχή της ἡ δύναμη τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
.               Ὅμως ἡ θαυματουργικὴ δύναμη καὶ τὸ πύρινο κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων Παύλου καὶ Σίλα στοὺς Φιλίππους προκάλεσε ἀναταραχὴ στὴν πόλη καὶ ἐξόργισε τοὺς ἀνώτατους ἄρχοντες, ἀφοῦ ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τῆς Ρωμαϊκῆς παροικίας. Αὐτὸ εἶχε ὡς συνέπεια νὰ ξεσηκωθεῖ ὁ λαὸς ἐναντίον τους καὶ νὰ δοθεῖ ἡ ἐντολὴ νὰ ραβδιστοῦν ἀνηλεῶς οἱ δύο κήρυκες τῆς πίστεως. Ἔτσι ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σίλας, ἀποσιωπώντας τὴν ἰδιότητά τους ὡς «Ρωμαῖοι πολίτες» , ὑπέστησαν σκληροὺς καὶ ἀπάνθρωπους ραβδισμοὺς καὶ κατόπιν ρίχθηκαν σὲ σκοτεινὴ ἐσωτερικὴ φυλακή, ἐνῶ τοποθετήθηκε καὶ δεσμοφύλακας γιὰ νὰ ἐπιβλέπει τὴ φύλαξή τους. Ἐνδεικτικὸ εἶναι ὅτι τὰ πόδια τους ἦταν στερεωμένα πάνω σὲ ξύλο, ἀλλὰ παρὰ τὶς κακουχίες οἱ δύο Ἀπόστολοι προσεύχονταν ὅλη τὴ νύχτα, ὑμνώντας καὶ δοξολογώντας τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα οἱ φυλακισμένοι στὰ ἄλλα κελιὰ ἄκουγαν μὲ θαυμασμὸ τοὺς οὐράνιους αὐτοὺς ὕμνους ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὸ κελὶ τῶν δύο Ἀποστόλων. Δὲν ἄργησε ὅμως νὰ ἔρθει καὶ ἡ λυτρωτικὴ λύση καὶ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου, ἀφοῦ ἕνας αἰφνίδιος καὶ ἰσχυρὸς σεισμὸς τράνταξε τὰ θεμέλια της φυλακῆς. Ἀμέσως ἄνοιξαν διάπλατα ὅλες οἱ πόρτες καὶ ἔσπασαν οἱ ἁλυσίδες ὅλων τῶν φυλακισμένων. Βλέποντας ἔντρομος ὁ δεσμοφύλακας αὐτὸ τὸ ἀπρόσμενο καὶ ἀκατάληπτο γεγονὸς καὶ γνωρίζοντας τὶς τραγικὲς συνέπειες ποὺ θὰ εἶχε γιὰ ἐκεῖνον, ἀποφάσισε μὲ τὸ σπαθί του νὰ δώσει τέλος στὴ ζωή του. Τότε ὁ Παῦλος τοῦ φώναξε δυνατά: «μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γὰρ ἐσμεν ἐνθάδε». Ἀκούγοντας ἔντρομος ὁ δεσμοφύλακας τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Παύλου, ρώτησε τοὺς δύο κήρυκες τῆς πίστεως τί πρέπει νὰ κάνει γιὰ νὰ σωθεῖ. Τότε ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν νὰ πιστέψει στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ σωθεῖ τόσο ἐκεῖνος ὅσο καὶ ἡ οἰκογένειά του. Κατόπιν ὁ δεσμοφύλακας, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα μέλη τῆς οἰκογένειάς του βαπτίσθηκαν χριστιανοί, ἐνῶ παρέθεσε στοὺς δύο Ἀποστόλους πλούσιο τραπέζι. Ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι πρὶν τὴ βάπτισή του περιποιήθηκε ἀκόμη καὶ τὶς πληγές τους.
.               Στὸ μεταξὺ οἱ ἄρχοντες τῶν Φιλίππων ποὺ εἶχαν φυλακίσει καὶ τιμωρήσει μὲ ραβδισμοὺς τοὺς δύο Ἀποστόλους, πρόσταξαν νὰ τοὺς ἀπελευθερώσουν. Ὁ δεσμοφύλακας ἐνημέρωσε τὸν Παῦλο, ὁ ὁποῖος ὅμως διαμαρτυρήθηκε ἔντονα, λέγοντας ὅτι χωρὶς νὰ δικασθεῖ ἐκεῖνος καὶ ὁ Σίλας, μαστιγώθηκαν καὶ φυλακίστηκαν, παρόλο ποὺ ἦταν Ρωμαῖοι πολίτες καὶ τώρα τοὺς καλοῦν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν πόλη κρυφά. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀρνήθηκαν νὰ πράξουν κάτι τέτοιο. Μόλις ὅμως οἱ ἄρχοντες πληροφορήθηκαν ὅτι εἶναι Ρωμαῖοι πολίτες, τοὺς ζήτησαν συγγνώμη καὶ τοὺς παρακάλεσαν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν πόλη. Τότε οἱ δύο Ἀπόστολοι βγῆκαν ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ ἀφοῦ πῆγαν στὸ σπίτι τῆς Λυδίας, ὅπου εἶχαν συναθροιστεῖ πολλοὶ χριστιανοί, τοὺς καθοδήγησαν πνευματικὰ καὶ κατόπιν ἔφυγαν ἀπὸ τοὺς Φιλίππους, ὅπου χάρη στὴν εὐεργετικὴ παρουσία καὶ τὴ διδασκαλία τους ἱδρύθηκε σ’ αὐτὴ τὴν ἱστορικὴ περιοχὴ τῆς Μακεδονίας ἡ πρώτη χριστιανικὴ Ἐκκλησία τῆς Εὐρώπης.
.             Μετὰ τὴν ἀναχώρησή τους ἀπὸ τοὺς Φιλίππους πέρασαν ἀπὸ τὴν Ἀμφίπολη καὶ τὴν Ἀπολλωνία καὶ ἔφθασαν στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου ὑπῆρχε συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων. Ἐκεῖ συνέχισαν μὲ τὸν ἴδιο ἔνθερμο ἱεραποστολικὸ ζῆλο τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ οἱ ραβδισμοὶ καὶ οἱ φυλακίσεις ποὺ εἶχαν ὑποστεῖ, δὲν ἔκαμψαν καθόλου τὸ ἀγωνιστικό τους φρόνημα. Ἡ πνευματικὴ παρουσία τῶν δύο Ἀποστόλων στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἡ πύρινη διδασκαλία τους γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Μεσσία ποὺ ἔπρεπε νὰ σταυρωθεῖ καὶ νὰ ἀναστηθεῖ ἐκ νεκρῶν, παρακίνησε ἀρκετοὺς Ἰουδαίους νὰ πιστέψουν στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ νὰ γίνουν μαθητὲς τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Σίλα. Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ προσήλυτοι Ἕλληνες, ὅπως καὶ γυναῖκες ποὺ εἶχαν μεγάλη ἐπιρροὴ στὴν κοινωνία, ἀσπάσθηκαν τὴ χριστιανικὴ πίστη. Ὅμως ἡ ἀπήχηση τοῦ κηρύγματος γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ στὴ Θεσσαλονίκη ἦταν τόσο ἰσχυρή, ὥστε οἱ Ἰουδαῖοι ποὺ δὲν πίστεψαν στὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Σίλα, ἀντέδρασαν καὶ ἐπηρεάζοντας πονηροὺς ἀνθρώπους, ξεσήκωσαν τὸν ὄχλο καὶ προκάλεσαν ἀναταραχὴ στὴν πόλη. Μάλιστα ἀναζήτησαν τοὺς δύο Ἀποστόλους, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν τοὺς βρῆκαν, κατηγόρησαν τὸν Ἰάσονα ὅτι τοὺς φιλοξενεῖ στὸ σπίτι του, ἰσχυριζόμενοι ὅτι εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἔφεραν τὴν ἀναταραχὴ στὴν πόλη. Ὅμως κατόπιν χρηματικῆς ἐγγυήσεως, ἄφησαν ἐλεύθερους τὸν Ἰάσονα καὶ ἄλλους χριστιανούς, ἐνῶ ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σίλας ἀναγκάσθηκαν νὰ φυγαδευτοῦν τὴ νύχτα καὶ νὰ καταφύγουν στὴ Βέροια.
.                 Οἱ Ἰουδαῖοι τῆς Βέροιας ἦταν πιὸ καλοπροαίρετοι σὲ σύγκριση μ’ αὐτοὺς ποὺ ζοῦσαν στὴ Θεσσαλονίκη καὶ γι’ αὐτὸ καὶ ἀποδέχθηκαν μὲ μεγάλη προθυμία τὸ κήρυγμα γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἐνῶ καθημερινὰ μελετοῦσαν τὴν Ἁγία Γραφὴ γιὰ νὰ διαπιστώσουν, ἐὰν αὐτὰ ποὺ κήρυτταν οἱ Ἀπόστολοι συμφωνοῦσαν μὲ τὰ γραφόμενα. Ἡ παρουσία τῶν Ἀποστόλων Παύλου, Σίλα καὶ Τιμοθέου στὴ Βέροια ὑπῆρξε ἰδιαίτερα εὐεργετική, ἀφοῦ πολλοὶ Ἰουδαῖοι ἀσπάσθηκαν τὴ χριστιανικὴ πίστη, μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ Σωσίπατρος, ὅπως καὶ γυναῖκες τῆς ἀνώτερης κοινωνικῆς τάξεως. Μόλις ὅμως πληροφορήθηκαν οἱ Ἰουδαῖοι τῆς Θεσσαλονίκης ὅτι οἱ ἐκδιωχθέντες τρεῖς κήρυκες τῆς πίστεως βρίσκονται στὴ Βέροια καὶ κηρύττουν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, πῆγαν ἐκεῖ καὶ ξεσήκωσαν τὸν ὄχλο ἐναντίον τους. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀνάγκασε τοὺς χριστιανοὺς τῆς Βέροιας νὰ φυγαδεύσουν τὸν Παῦλο στὴν Ἀθήνα, ἐνῶ ὁ Σίλας καὶ ὁ Τιμόθεος παρέμειναν στὴ Βέροια. Ἀργότερα ὅμως κατ’ ἐντολὴν τοῦ Παύλου ἐγκατέλειψαν καὶ οἱ δύο τὴ Βέροια καὶ μετέβησαν στὴν Κόρινθο, ὅπου βρισκόταν ὁ θεηγόρος καὶ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος. Ἐκεῖ συνέδραμαν τὸν Παῦλο στὸ ἱεραποστολικό του ἔργο καὶ μάλιστα σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ὁ Σίλας κατέστη ἰδιαίτερα ἀγαπητὸς στὸν λαὸ τῆς Κορίνθου καὶ ἀναδείχθηκε ἀκάματος ἐργάτης στὸ κηρυκτικὸ ἔργο τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Ἐνδεικτικὸ μάλιστα τῆς ἀγάπης τοῦ κορινθιακοῦ λαοῦ στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀποστόλου Σίλα εἶναι ὅτι μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ οὐρανοβάμονος Παύλου ἀπὸ τὴν Κόρινθο, ὁ Σίλας ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως τῆς Κορίνθου καὶ ἐκεῖ παρέδωσε εἰρηνικὰ τὸ πνεῦμα του στὸν ἀθλοθέτη Κύριο.
.             Ἡ δράση τοῦ Ἀποστόλου Σίλα μνημονεύεται καὶ στὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 423 ἀρχαῖο χειρόγραφο τῆς Ἱεροσολυμιτικῆς Βιβλιοθήκης, ὅπου τὸ ὄνομά του ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων στὴ δέκατη πέμπτη σειρά. Ἀλλὰ ὁ Σίλας ὑπῆρξε συνεργάτης καὶ τοῦ κορυφαίου Ἀποστόλου Πέτρου, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε γνωρισθεῖ προτοῦ γίνει συνοδοιπόρος τοῦ θεηγόρου Ἀποστόλου Παύλου. Μάλιστα συμμετεῖχε καὶ στὴ συγγραφὴ τῆς Α´ Ἐπιστολῆς τοῦ Πέτρου, ὁ ὁποῖος τὸν χαρακτηρίζει σ’ αὐτὴ «πιστὸ ἀδελφό». Τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ὁ Πέτρος τοῦ τὴν ἔδωσε γιὰ νὰ τὴν κομίσει στὶς Τοπικὲς Ἐκκλησίες ποὺ βρίσκονταν στὶς περιοχὲς τοῦ Πόντου, τῆς Γαλατίας, τῆς Καππαδοκίας, τῆς δυτικῆς Μ. Ἀσίας καὶ τῆς Βιθυνίας. Ἡ πολύπτυχη ἱεραποστολικὴ δράση τοῦ τιμωμένου στὶς 30 Ἰουλίου Ἁγίου ἐνδόξου καὶ πανευφήμου Ἀποστόλου Σίλα ὑμνεῖται καὶ γεραίρεται τόσο μέσα ἀπὸ τὴν Ἀσματική του Ἀκολουθία, τὴν ποιηθεῖσα ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Μοναχὸ Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, Ὑμνογράφο τῆς Μεγάλης του Χριστοῦ Ἐκκλησίας ὅσο καὶ μέσα ἀπὸ τὸν Παρακλητικὸ Κανόνα ποὺ συντάχθηκε πρὸς τιμήν του ἀπὸ τὸν Ἱερομόναχο Ἀθανάσιο Σιμωνοπετρίτη, ἐπίσης Ὑμνογράφο τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.
.                   Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Σίλας μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο εἶναι οἱ συνιδρυτὲς τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῶν Φιλίππων ποὺ ὑπῆρξε καὶ ἡ πρώτη χριστιανικὴ Ἐκκλησία τῆς Εὐρώπης. Ἀξιοσημείωτη εἶναι καὶ ἡ σχετικὴ ἐπιχώρια παράδοση ὅτι στοὺς πρόποδες τῶν λόφων πάνω ἀπὸ τὴ σημερινὴ πόλη τῆς Καβάλας σταμάτησαν γιὰ ἀνάπαυση οἱ Ἀπόστολοι Παῦλος, Σίλας, Τιμόθεος καὶ Λουκᾶς κατὰ τὴ διάρκεια τῆς κοπιώδους ὁδοιπορίας τους ἀπὸ τὸ λιμάνι τῆς Νεαπόλεως πρὸς τοὺς Φιλίππους. Στὸν εὐλογημένο αὐτὸ τόπο θεμελιώθηκε στὶς 12 Ἰουνίου 1937 μικρὸς ναὸς ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Σίλα, ὁ ὁποῖος ὅμως κατὰ τὴ διάρκεια τῆς γερμανοβουλγαρικῆς κατοχῆς (1941 -1944) ὑπέστη μεγάλες καταστροφές. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁδήγησε τὸν ἀοίδιμο Μητροπολίτη Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου κυρὸ Χρυσόστομο Χατζησταύρου (1924-1962), τὸν καὶ μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος (1962 – +9 Ἰουνίου 1968) νὰ μετατρέψει τὸ ἐξοχικὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Σίλα σὲ ἀνδρώα Ἱερὰ Μονὴ ἐπ’ ὀνόματί του κατόπιν σχετικοῦ βασιλικοῦ διατάγματος (26/1946, ΦΕΚ 275/9-9-46). Ἀργότερα καὶ μὲ σχετικὴ πρωτοβουλία του θεμελιώθηκε νέος περικαλλὴς ἱερὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος ἐγκαινιάσθηκε στὶς 20 Μαΐου 1956.

Σήμερα ἡ εὑρισκόμενη σὲ ἀπόσταση μόλις τριῶν χιλιομέτρων ἀπὸ τὴν Καβάλα Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Σίλα εἶναι ἀνακαινισμένη καὶ δέχεται πολυπληθεῖς προσκυνητὲς ποὺ καταφθάνουν γιὰ νὰ ζητήσουν τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπικαλεσθοῦν τὴ θαυματουργική του χάρη, ἀφοῦ ἀναρίθμητα εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἔχει ἐπιτελέσει ὁ ἔνθεος καὶ πανεύφημος αὐτὸς Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ.
.             Ἰδιαίτερη τιμὴ ἀπολαμβάνει ὁ Ἅγιος Σίλας στὴ Ρόδο, ὅπου σὲ ἀπόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων ἀπὸ τὸ χωριὸ Σορωνὴ καὶ σὲ κατάφυτη ἀπὸ πεῦκα περιοχὴ βρίσκεται τὸ παλαιὸ ἐξωκκλήσιο τοῦ Ἁγίου, γνωστὸ στὸν ροδιακὸ λαὸ ὡς «Ἅγιος Σουλᾶς».

Ἐντὸς τοῦ ναοῦ ὑπάρχει θαυματουργὸ ἁγίασμα, τὸ ὁποῖο θεραπεύει διάφορες δερματικὲς ἀσθένειες καὶ ἰδιαίτερα τὴν ψώρα. Ἡ ἀποδιδόμενη τιμὴ στὸν Ἅγιο Σίλα στὴ Ρόδο καὶ ἡ ὕπαρξη ὁμωνύμου ἱεροῦ ναοῦ μὲ μεγάλη θαυματουργικὴ φήμη συνδέεται μὲ παλαιὰ τοπικὴ παράδοση. Σύμφωνα μ’ αὐτὴ ὁ Ἅγιος Σίλας ἦρθε στὴ Ρόδο μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο γιὰ νὰ κηρύξουν τὸν χριστιανισμό. Ὅταν ὁ Ἅγιος Σίλας ἐπισκέφθηκε τὴν περιοχὴ τῆς Σορωνῆς, ὅπου βρίσκεται σήμερα ὁ ὁμώνυμος ναός, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὑπῆρχε εἰδωλολατρικὸς βωμός. Μόλις ὁ Ἅγιος ἄρχισε νὰ κηρύττει γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, οἱ κάτοικοι τὸν ἀντιμετώπισαν μὲ μεγάλη δυσπιστία καὶ καχυποψία. Τότε γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴ θαυματουργικὴ δύναμη τοῦ Κυρίου σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ψεύτικη θρησκεία τῶν εἰδωλολατρικῶν θεῶν, πρότεινε νὰ φέρουν ἕναν ἀσθενῆ τῆς περιοχῆς ποὺ ἔπασχε ἀπὸ ψώρα καὶ νὰ προσευχηθοῦν οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων γιὰ τὴ θεραπεία του. Στὴν περίπτωση ποὺ ὁ ἀσθενὴς θεραπευτεῖ ἀπὸ τὶς προσευχὲς τῶν ἱερέων τῶν εἰδωλολατρῶν, τότε θὰ ἀσπασθεῖ καὶ ἐκεῖνος τὴν εἰδωλολατρικὴ θρησκεία. Ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρξει θεραπεία τοῦ ἀσθενοῦς, τότε θὰ προσευχηθεῖ στὸν ἕναν καὶ ἀληθινὸ Θεὸ καὶ θὰ ἀποδειχθεῖ περίτρανα ἡ ἀνωτερότητα τοῦ Θεοῦ, τὸν Ὁποῖο διδάσκει καὶ πιστεύει. Ἡ πρόταση ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τοὺς κατοίκους καὶ ὅπως ἦταν αὐτονόητο, οἱ προσευχὲς τῶν ἱερέων τῶν ψεύτικων εἰδώλων δὲν ἔφεραν ἀπολύτως κανένα ἀποτέλεσμα. Ἀπεναντίας ἡ προσευχὴ τοῦ Ἁγίου στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ θεράπευσε τὸν ἀσθενῆ καὶ ἔτσι οἱ κάτοικοι πίστεψαν στὴ χριστιανικὴ θρησκεία.

Μέχρι σήμερα πλῆθος προσκυνητῶν συρρέει κάθε χρόνο στὶς 30 Ἰουλίου στὴ λαοφιλῆ πανήγυρη τοῦ Ἁγίου στὸν ὁμώνυμο ἱερὸ ναὸ τῆς Σορωνῆς Ρόδου.
.                 Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Σίλας τιμᾶται καὶ στὴν ἡρωικὴ καὶ φιλόξενη μεγαλόνησο τῆς Κρήτης, ὅπου τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου φέρει χωριὸ τῆς ἐπαρχίας Τεμένους τοῦ νομοῦ Ἡρακλείου, στὸ ὁποῖο ὁ ἔνδοξος καὶ πανεύφημος Ἀπόστολος σεμνύνεται μὲ δύο ὁμωνύμους ἱεροὺς ναούς, τὸν παλαιὸ καὶ τὸν νέο ἐνοριακό, καθὼς καὶ οἰκισμὸς κοντὰ στὸ χωριὸ Δαμαβόλου τῆς ἐπαρχίας Μυλοποτάμου τοῦ νομοῦ Ρεθύμνης, ὅπου ὑπάρχει ἐπίσης ὁμώνυμος ναός. Ναοὶ (ἐξωκκλήσια –παρεκκλήσια) ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Σίλα στὴν Κρήτη ὑπάρχουν ἐπίσης στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ νομοῦ Λασιθίου καὶ συγκεκριμένα στὴ Νεάπολη, στὰ χωριὰ Καλὸ Χωριὸ καὶ Μάλες, στὸν οἰκισμὸ Βαθὺ Κριτσᾶς, καθὼς καὶ στὸ χωριὸ Κεράσια τῆς ἐπαρχίας Μαλεβιζίου τοῦ νομοῦ Ἡρακλείου. Στὴν Ἀττικὴ ὁ Ἅγιος Σίλας τιμᾶται στὴν ὄμορφη καὶ πευκόφυτη περιοχὴ τῆς Νέας Πεντέλης μὲ ὁμώνυμο παρεκκλήσιο, τὸ ὁποῖο ὑπάγεται στὸν ἱερὸ ἐνοριακὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς τῆς περιοχῆς καὶ ὅπου κάθε χρόνο στὴ μνήμη του προσέρχονται πολυάριθμοι χριστιανοὶ γιὰ νὰ τὸν τιμήσουν. Τέλος ἐξωκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Σίλα ὑπάρχει καὶ στὴν περιοχὴ τοῦ χωριοῦ Μόρια τῆς νήσου Λέσβου, ἐνῶ στὴν Κύπρο στὸ προάστιο Ὕψωνας τῆς Λεμεσοῦ καὶ σὲ περιοχὴ ποὺ φέρει τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου σώζονται τὰ ἐρείπια τῆς ἀρχαίας Μονῆς τοῦ Ἁγίου Σίλα, ὅπου κατ’ ἔτος στὶς 30 Ἰουλίου ἑορτάζεται μὲ εὐλάβεια ἡ πανίερη μνήμη του.
.         Ἂς ἐπικαλεστοῦμε λοιπὸν τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἐνθέου καὶ παμμακαρίστου Ἁγίου ἐνδόξου καὶ πανευφήμου Ἀποστόλου Σίλα στὴν καθημερινὴ ζωὴ καὶ τὸν προσωπικό μας πνευματικὸ ἀγώνα, ὥστε νὰ ἀποκτήσουμε καὶ ἐμεῖς τὸν ἔνθερμο ἱεραποστολικό του ζῆλο, τὴν ἀκλόνητη πίστη του καὶ τὴν ὑπομονή του στὴ σημερινὴ ἀλλοπρόσαλλη ἐποχὴ μὲ τοὺς πάμπολλους πνευματικοὺς κινδύνους καὶ τὰ τόσα ὑπαρξιακὰ ἀδιέξοδα.

 

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

Βιβλιογραφία

  • Βίος καὶ Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Σίλα, Ἐκδόσεις «Παρουσία», 2η Ἔκδοση, Καβάλα 2011.

Εἰκόνες

[01] Φορητὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Σίλα σὲ προσκυνητάρι στὸν ὁμώνυμο Ἱερὸ Ναὸ Ν. Πεντέλης Ἀττικῆς. Ἱστορήθηκε τὸ 1955 ἀπὸ τὴν Ἀδελφότητα τῶν Ἀβραμαίων στὴ Νέα Σκήτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

ΠΗΓΗ: kallimasia.blogspot.gr

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ἕνας φλογερὸς ὑπερασπιστὴς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἕνας πολυγραφότατος ἐκκλησιαστικὸς συγγραφέας

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ
νας φλογερς περασπιστς τς ρθοδοξίας
κα
νας πολυγραφότατος κκλησιαστικς συγγραφέας

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικός 

%CE%91%CE%93%CE%99%CE%9F%CE%A3+%CE%99%CE%95%CE%A1%CE%A9%CE%9D%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%A3+-+2.                 Ἀνάμεσα στοὺς μαχητικότερους ἀντιαιρετικοὺς διδασκάλους καὶ πολυγραφότερους ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς τῆς ἀμωμήτου ὀρθοδόξου πίστεως ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ τιμώμενος ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας στὶς 15 Ἰουνίου Ἅγιος Ἱερώνυμος, ὁ ὁποῖος διακρίθηκε ὡς ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἑρμηνευτὴς τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ ἀναδείχθηκε ὡς ὁ πατὴρ τῆς ἁγιολογίας, τῆς ἱστοριογραφίας καὶ τῆς μεταφράσεως.
.                 Ὁ πεντάγλωσσος ἅγιος Ἱερώνυμος ὑπῆρξε ἄνθρωπος τῆς ὁλόθερμης προσευχῆς καὶ τῆς αὐστηρῆς ἀσκήσεως καὶ κατέστη γνήσια εἰκόνα τῆς ἁγιότητος τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἑλκύστηκε ἀπὸ τὸν ἀσκητικὸ τρόπο ζωῆς τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἐγκολπώθηκε ψυχῇ τε καὶ σώματι τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπερασπίσθηκε μὲ ξεχωριστὴ ἀφοσίωση τὴν ἀλήθεια τῆς ὀρθῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψή του ἀποτελοῦσε τὴ θεμελιώδη ἀρχὴ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Παράλληλα ἀναδείχθηκε χάρη στὸν ἀκάματο θεολογικό του ζῆλο καὶ τὴ δυναμικὴ ἀντιαιρετική του στάση μία γνήσια ὀρθόδοξη πνευματικὴ προσωπικότητα μὲ αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ πλούσια συγγραφικὴ δραστηριότητα.
.               Ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος γεννήθηκε τὸ 347 στὴν πόλη Στριδώνα τῆς Δαλματίας, ἡ ὁποία καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Γότθους καὶ βρίσκεται κοντὰ στὴ σημερινὴ Λιουμπλιάνα τῆς Σλοβενίας. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Εὐσέβιος, ἐνῶ παραμένει μέχρι σήμερα ἄγνωστο τὸ ὄνομα τῆς μητέρας του. Εἶχε μία ἀδελφὴ ποὺ ἔγινε μοναχὴ καὶ ἕναν μικρότερο ἀδελφό, τὸν Παυλιανό, ὁ ὁποῖος τὸν ἀκολούθησε στὴν Ἀνατολὴ καὶ ἔγινε ἱερομόναχος. Τὰ πρῶτα γράμματα ἔμαθε στὴν πατρίδα του, τὴ Στριδώνα, ἀλλὰ σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν μετέβη στὴ Ρώμη μαζὶ μ’ ἕναν παιδικό του φίλο, τὸν Βονῶσο, γιὰ νὰ συνεχίσουν ἐκεῖ τὶς ἐγκύκλιες σπουδές τους ποὺ βασίζονταν στὴ φιλολογικὴ μελέτη ποιητῶν, ὅπως ὁ Βιργίλιος καὶ ὁ Τερέντιος, καὶ ἱστορικῶν καὶ ρητόρων, ὅπως ὁ Σαλλούστιος καὶ ὁ Κικέρωνας. Στὴ Ρώμη ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος διδάχθηκε τὴ ρητορικὴ ἀπὸ τὸν περίφημο γραμματικὸ Δονάτο, ὁ ὁποῖος τοῦ ἀφύπνισε τὴν ἔφεση πρὸς τὴν τέχνη τοῦ λόγου, καλλιεργώντας του μάλιστα τὴν ἱκανότητα νὰ τὸν χειρίζεται ἄριστα. Παράλληλα ἐπεδείκνυε ἕναν ξεχωριστὸ ζῆλο στὴν ἀνάγνωση καὶ μελέτη τῶν βιβλίων, παρόλο ποὺ στὴ Ρώμη ὡς νεαρὸς σπουδαστὴς εἶχε ἐπιδοθεῖ σὲ διάφορες ἐκδηλώσεις ψυχαγωγίας καὶ ἐφήμερες ἀπολαύσεις, ὅπως τὸ τσίρκο καὶ τὸ θέατρο, παρασυρόμενος ἀπὸ τὴν ἐφηβεία καὶ τὶς νεανικές του συναναστροφές. Μάλιστα γιὰ αὐτὸν τὸν τρόπο τῆς ζωῆς κατὰ τὴν περίοδο τῆς νεότητός του δὲν σταμάτησε ποτὲ νὰ μετανοεῖ, ἐπικρίνοντάς τον ὡς μέγα ὀλίσθημα τῆς ἐφηβείας του. Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν σπουδῶν του συνδέθηκε στενὰ καὶ μὲ τὸν Ρουφίνο ἀπὸ τὴν Ἀκυληία (πόλη καὶ λιμάνι στὶς ἀκτὲς τῆς Ἀδριατικῆς), ἐνῶ τὸ 363 μὲ τὸν θάνατο τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία χάρη στὴν ἐλευθερία ἔκφρασης τῆς Ἐκκλησίας στὴ Ρώμη νὰ ἐπισκεφθεῖ τόσο λατρευτικοὺς χώρους, ὅπου λάμβαναν χώρα πολυάριθμες εὐχαριστιακὲς συνάξεις, ὅσο καὶ τοὺς τάφους τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν μαρτύρων, ὅπου αὐξάνονταν διαρκῶς οἱ ἐκδηλώσεις τιμητικῆς προσκύνησης μέσα στὶς κατακόμβες.
.           Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, περὶ τὸ 367-368, καὶ ἀφοῦ εἶχε λάβει τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα, ἀναχώρησε ἀπὸ τὴ Ρώμη γιὰ τοὺς Τρεβήρους (σημερινὴ πόλη Τρίερ τῆς Γερμανίας), ἕδρα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς, ἀναζητώντας μία καλύτερη σταδιοδρομία στὴ ζωή του. Στὴν πόλη αὐτὴ ἔμεινε μέχρι τὸ 370, ὅπου χάρη στὸ ἔντονο ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματολογία, ἀντέγραψε δύο ἔργα δογματικοῦ χαρακτήρα τοῦ ἁγίου Ἱλαρίου Πικτάβων. Παράλληλα στὴν πόλη αὐτὴ ἄναψε καὶ ἡ δίψα τοῦ ἀσκητισμοῦ σύμφωνα μὲ τὸ ἀνατολικὸ μοναχικὸ ἰδεῶδες τοῦ ἐρημητισμοῦ τόσο γιὰ ἐκεῖνον ὅσο καὶ γιὰ τὸν ὁμόσκηνο φίλο του, τὸν Βονῶσο, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἀναχώρησε πρῶτος γιὰ νὰ ἀσκητέψει. Μετὰ τοὺς Τρεβήρους ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος μετέβη στὴν Ἀκυληία, ὅπου ὁ ἱερέας Χρωμάτιος, ὁ ὁποῖος ἀργότερα διετέλεσε ἐπίσκοπός της, εἶχε δημιουργήσει ἕναν κύκλο ἀπὸ κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς ποὺ ἐμπνεόταν ἀπὸ τὸ ἰδεῶδες τοῦ ἀσκητισμοῦ καὶ τὴν ὁμολογία πίστεως τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ἐπιδιδόταν σὲ πνευματικὲς ὁμιλίες. Στὸν κύκλο αὐτὸ ποὺ ἀποκαλεῖτο «χορὸς τῶν μακαρίων», συμμετεῖχαν μεταξὺ ἄλλων καὶ οἱ φίλοι καὶ συσπουδαστές του, Βονῶσος καὶ Ρουφίνος, ἐνῶ τὴν περίοδο αὐτὴ ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίσει ἕναν μορφωμένο χριστιανὸ γέροντα, τὸν Παῦλο, ὁ ὁποῖος διέθετε μία σημαντικὴ ἐκκλησιαστικὴ βιβλιοθήκη μὲ ἔργα ἐπιφανῶν χριστιανῶν Λατίνων, τὰ ὁποῖα ἀποτέλεσαν γιὰ ἐκεῖνον ἀνεξάντλητη πηγὴ μελέτης καὶ εὐχάριστης ἐνασχόλησης.
.                   Περὶ τὸ 373 ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν Ἀκυληία καὶ ἔφθασε στὴν Ἀντιόχεια, ἔχοντας μαζί του καὶ τὴν προσωπική του βιβλιοθήκη. Ἐκεῖ ἔμεινε στὸ σπίτι τοῦ ἱερέα Εὐαγρίου, ὅπου τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ μελετᾶ τοὺς ἀγαπημένους του συγγραφεῖς μέσα ἀπὸ τὴν πλούσια βιβλιοθήκη ποὺ διέθετε ὁ ἱερέας. Τὴν περίοδο μάλιστα αὐτὴ μελετᾶ ἐνδελεχῶς τοὺς προφῆτες καὶ ἀποστέλλει ἐπιστολὲς ποὺ ἀποδεικνύουν ἔμπρακτα τὸν μεγάλο πνευματικό του ζῆλο καὶ τὸν ἐνθουσιασμό του γιὰ τὸ μοναχικὸ ἰδεῶδες. Ὅμως ἡ ἐπιδημία ποὺ ἔπληξε τὴν περιοχὴ τῆς Ἀντιόχειας, ἔπληξε καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἅγιο Ἱερώνυμο, ὁ ὁποῖος στὰ μέσα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς προσβλήθηκε ἀπὸ ἰσχυρὸ πυρετὸ καὶ ἔφθασε μάλιστα στὰ πρόθυρα τοῦ θανάτου. Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη στιγμὴ γιὰ τὴ ζωή του εἶδε στὸν ὕπνο του ἕνα θαυμαστὸ καὶ ἀποκαλυπτικὸ ὅραμα. Σύμφωνα μ’ αὐτὸ εἶδε τὸν ἑαυτό του νὰ παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ποὺ δὲν ἦταν ἄλλο ἀπὸ τὸ θεϊκὸ βῆμα. Ἐκεῖ σὲ σχετικὸ ἐρώτημα τοῦ δικαστῆ δήλωσε τὴ χριστιανική του ἰδιότητα, ἀλλὰ ὁ δικαστὴς τοῦ εἶπε ὅτι ψεύδεται, ἀφοῦ δὲν εἶναι χριστιανός, ἀλλὰ ὀπαδὸς τοῦ Κικέρωνα. Μάλιστα διέταξε νὰ τὸν χτυπήσουν καὶ τότε ὁ τυπτόμενος ἀπὸ τὴ συνείδησή του ἅγιος Ἱερώνυμος ἄρχισε νὰ φωνάζει νὰ τὸν ἐλεήσει ὁ Θεὸς καὶ ὑποσχέθηκε ὅτι ἐὰν ἀποκτήσει καὶ διαβάσει ξανὰ εἰδωλολατρικὰ βιβλία, αὐτὸ θὰ σημαίνει ὅτι ἀρνεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ξύπνησε ἀπὸ τὸ παράδοξο αὐτὸ ὅραμα καὶ ἔκτοτε ἀσχολήθηκε μὲ ξεχωριστὸ ζῆλο καὶ ἀγάπη μὲ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
.             Κατὰ τὴν πρώτη περίοδο τῆς παραμονῆς του στὴν Ἀντιόχεια συνέγραψε καὶ τὸ πρῶτο του ἔργο ποὺ ἀφοροῦσε τὸν Προφήτη Ὀβδιού, ἐνῶ ποθώντας περισσότερη ἡσυχία καὶ ἄσκηση, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν ἔρημο κοντὰ στὴ Χαλκίδα τῆς Συρίας, περίπου ἐνενήντα χιλιόμετρα νοτιοανατολικὰ τῆς Ἀντιόχειας, μιμούμενος τὰ παλαίσματα τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου. Ὅμως παρὰ τὴν αὐστηρὴ νηστεία καὶ τὴν ἀδιάλειπτη ἄσκηση, συχνὰ κάτω ἀπὸ ὀδυνηρὲς συνθῆκες σκληραγωγίας, δοκιμαζόταν ἀπὸ ἀλλεπάλληλους λογισμοὺς καὶ ἀναμνήσεις γύρω ἀπὸ τὶς ἡδονὲς καὶ τὶς ἀπολαύσεις τῆς νεότητός του. Γι’ αὐτὸ καὶ καθημερινὰ ἐρχόταν ἀντιμέτωπος μὲ τὸ ἁμαρτωλὸ παρελθόν του καὶ μὲ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, ἀφοῦ κλυδωνιζόταν ἀπὸ τοὺς ρυπαροὺς λογισμοὺς τῆς ἄστατης ἐφηβικῆς του ζωῆς. Παρόλα αὐτὰ εὑρισκόμενος στὴν ἔρημο, αἰσθανόταν ἀπερίγραπτη ἀγαλλίαση, ἀφοῦ ὁ ἐρημητισμὸς ἦταν γιὰ ἐκεῖνον ὁ ἰδεώδης τρόπος ζωῆς καὶ ἔκφρασης. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἔμπρακτα καὶ μέσα ἀπὸ τὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν φίλο καὶ συσπουδαστή του, Ἡλιόδωρο, ἀφοῦ ἔγινε ἡ αἰτία προσέλκυσης πολλῶν ἀνθρώπων στὸν μοναχισμό. Παράλληλα ἐπιδόθηκε στὴν ἄσκηση τῆς διανοίας, ἀφοῦ τελειοποίησε τὶς γνώσεις του στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ἔμαθε ἑβραϊκὰ καὶ ἀλληλογραφοῦσε συχνὰ μὲ τοὺς φίλους του. Στὴν ἔρημο τῆς Χαλκίδος ἔμεινε ἀπὸ τὸ 375 μέχρι καὶ τὸ 377, ἀφοῦ ἡ ἔντονη δογματικὴ ἔριδα ποὺ δίχαζε τὴν περίοδο ἐκείνη τὸν χριστιανικὸ κόσμο τῆς Ἀντιόχειας, τὸν ἀνάγκασε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν περιοχή.
.           Ἡ κατάσταση ποὺ προκάλεσε τὸ σχίσμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας ἔγινε ἀκόμη πιὸ περίπλοκη, ὅταν ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ὑποστήριξε ὅτι ὁ ὅρος «ὑπόστασις» εἶναι συνώνυμος τοῦ ὅρου «οὐσία». Τὴν ἴδια ἄποψη εἶχε καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος ταύτιζε πλήρως τὴν οὐσία μὲ τὴν ὑπόσταση. Σύμφωνα μ’ αὐτὴ τὴν ταύτιση ὁμολογεῖται μία καὶ μοναδικὴ οὐσία στὸν Θεὸ σὲ ἀντίθεση μὲ ἐκείνους ποὺ ὁμολογοῦν τρεῖς ὑποστάσεις. Μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴν πρόκληση ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ἀπέστειλε τόσο ἐπιστολὴ στὸν πάπα Δάμασο ζητώντας του νὰ δώσει λύση στὴ διένεξη ὅσο καὶ γράμμα στὸν πρεσβύτερο Μάρκο, ὅπου διαμαρτύρεται γιὰ τὴν ἀμφισβήτηση καὶ περιφρόνηση ποὺ ἀντιμετωπίζει ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς ὀρθοδόξους. Ἔτσι ἐπέστρεψε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Παυλίνο μὲ τὸν ἀπαραίτητο ὅρο βέβαια νὰ μὴν ἀσκήσει ποτὲ τὰ ἱερατικά του καθήκοντα, ἀφοῦ σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ὡς ἕναν ἁπλὸ μοναχό. Παράλληλα συνέχισε τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀφοῦ στὴν Ἀντιόχεια δίδασκαν μεγάλοι θεολόγοι καὶ ἑρμηνευτὲς τῆς Βίβλου, ὅπως ὁ σοφὸς Ἀπολλινάριος Λαοδικείας, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔμαθε τὴν ἑρμηνευτικὴ μέθοδο ποὺ ἐπικεντρωνόταν στὴν ἱστορικὴ καὶ κυριολεκτικὴ σημασία τοῦ κειμένου. Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ συνέγραψε τὸν βίο τοῦ μακαρίου Παύλου τοῦ πρώτου ἐρημίτη, ἐνῶ μετέφρασε καὶ τὸ χρονικὸ τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας.%CE%91%CE%93%CE%99%CE%9F%CE%A3+%CE%99%CE%95%CE%A1%CE%A9%CE%9D%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%A3+-+1
.             Γύρω στὸ 379-380 ἔφτασε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου συναντήθηκε μὲ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, τὸν ὁποῖο ὁ Ἅγιος ἀποκαλοῦσε «ἄνδρα εὐφραδέστατο», ἐνῶ ὑπῆρξε διδάσκαλος τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου στὴν ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ σύμφωνα μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος μετέφρασε τὸ χρονικὸ τοῦ Εὐσεβίου ποὺ ἀποτελεῖ βαρυσήμαντο ἔργο, ἀφοῦ ἀποδεικνύει τὴν ἱστορικὴ προτεραιότητα τῆς ἀληθινῆς πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴν αἵρεση. Ἐπιρροὴ ὅμως στὸν ἅγιο Ἱερώνυμο δὲν ἄσκησε μόνο ἡ προσωπικότητα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης ποὺ συμμετεῖχε στὴ σύνοδο τοῦ 381 στὴν Κωνσταντινούπολη. Τὸ γεγονὸς μάλιστα αὐτὸ τὸν ὤθησε στὴν ἀνάγνωση καὶ μετάφραση τῶν ἔργων τοῦ Ὠριγένη. Στὸ μεταξὺ μετὰ τὸν αἰφνίδιο θάνατο τοῦ Μελετίου Ἀντιοχείας ἀνέλαβε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀναγκάσθηκε νὰ παραιτηθεῖ. Τὸ 382 ὁ αὐτοκράτορας Γρατιανὸς συγκάλεσε σύνοδο στὴ Ρώμη, ἡ ὁποία ἀναγνώρισε ὡς κανονικὸ ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας τὸν Παυλίνο, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Ἐπιφάνιο ἐπίσκοπο Σαλαμίνος (Κωνσταντίας) τῆς Κύπρου προσκάλεσαν τὸν ἅγιο Ἱερώνυμο ποὺ εἶχε ἐπιστρέψει στὴν Ἀντιόχεια γιὰ νὰ τοὺς συνοδεύσει στὴ Ρώμη, ὅπου θὰ συγκαλεῖτο ἡ σύνοδος. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἀνέλαβε καθήκοντα γραμματέα τοῦ ὀγδοντάχρονου πάπα Δαμάσου, ἀφοῦ τοῦ εἶχε ἀναθέσει νὰ ἀπαντᾶ στὶς γνωμοδοτήσεις τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσης, ἐνῶ κατὰ τὴν παραμονή του στὴ Ρώμη ἐπιδόθηκε μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια καὶ ζῆλο στὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πάπας Δάμασος τὸν ρωτοῦσε γιὰ τὴ σημασία λέξεων καὶ παραβολῶν μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἑρμηνεία διαφόρων θεμάτων ποὺ προέκυπταν ἀπὸ τὴ μελέτη τῆς Βίβλου. Μόλις ὁ πάπας διεπίστωσε τὶς ἐξαιρετικὲς ἱκανότητες τοῦ Ἁγίου στὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τοῦ ζήτησε νὰ ἀναλάβει μία νέα λατινικὴ μετάφραση τῶν Εὐαγγελίων μὲ βάση τὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο μεταφράστηκαν, ἀναθεωρώντας τὶς παλαιὲς ἀνακριβεῖς λατινικὲς μεταφράσεις. Μάλιστα βάσει τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου ἀναθεώρησε καὶ τὴ λατινικὴ μετάφραση τοῦ Ψαλτηρίου.
.           Ἡ φήμη του ὡς ἀρίστου ἐρμηνευτοῦ τῆς Ἁγίας Γραφῆς συνέβαλε στὸ νὰ ἔρθει σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἀριστοκρατικοὺς κύκλους τῆς Ρώμης καὶ νὰ γίνει ὁ πνευματικὸς καθοδηγητὴς ἑνὸς κύκλου εὐγενῶν καὶ εὐσεβῶν γυναικῶν ποὺ βρισκόταν στὸν Ἀβεντίνο λόφο καὶ εἶχαν συγκεντρωθεῖ γύρω ἀπὸ τὴ Μαρκέλλα, μία νεαρὴ χήρα ποὺ ζοῦσε ἀσκητικὸ βίο μαζὶ μὲ τὴ μητέρα της, Ἀλμπίνα. Στὶς γυναῖκες αὐτὲς ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος δίδασκε τόσο τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὅσο καὶ τὶς ἀρχὲς τῆς ἀσκητικῆς πολιτείας καὶ ἀπαντοῦσε μὲ ἐπιστολὲς στὰ ἐρωτήματα ποὺ προέκυπταν. Στὴ βιβλικὴ μελέτη διακρίθηκε γιὰ τὸν ζῆλο καὶ τὶς ἱκανότητές της ἰδιαίτερα ἡ Μαρκέλλα, ἐνῶ τρεῖς γυναῖκες, ἡ Παύλα, ἡ Βλεσίλλα καὶ ἡ Ἰουλία – Εὐστοχία παρακολουθοῦσαν τὶς ἁγιογραφικὲς διαλέξεις τοῦ Ἁγίου καὶ μάθαιναν ἑβραϊκά. Μέσα ἀπὸ τὴ διδασκαλία του ἐξύμνησε τόσο πολὺ τὸν ἀσκητικὸ βίο, ὥστε τὸν ταύτιζε μὲ τὴν παρθενία. Ἦταν μάλιστα τέτοιος ὁ ζῆλος καὶ ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ τὴν παρθενία, ὥστε πολλοὶ τὸν ἐπέκριναν γιὰ τὴν ἀρνητική του στάση ἀπέναντι στὸν γάμο, ὅπως ὁ Ἐλβίδιος, ἕνας Ρωμαῖος λαϊκός, ὁ ὁποῖος σὲ μία πραγματεία του, ἀμφισβητώντας τὸ ἀειπάρθενο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, δὲν θεωροῦσε τὴν παρθενία ἀνώτερη ἀπὸ τὸν γάμο. Ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ἀπάντησε ὅμως στὸν προκλητικὸ καὶ ἀσεβῆ Ρωμαῖο μὲ τὸ ἔργο «Κατὰ Ἐλβιδίου», στὸ ὁποῖο τονίζει ὅτι ἀμφισβητώντας τὴ μητέρα τοῦ Κυρίου, προσβάλλεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἀφοῦ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο κατηγορεῖται «ὁ ναὸς τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου». Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ἐξύμνηση τῆς παρθενίας ἐπέκρινε τοὺς ψευδοχριστιανοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς μὲ κοσμικὴ ἐμφάνιση καὶ συμπεριφορά, ἀφοῦ τὰ ἐνδιαφέροντα καὶ ἡ δραστηριότητά τους ἐπικεντρώνεται στὴν ἀμφίεση, τὰ ἀρώματα, τὰ φαρδιὰ παπούτσια, τὰ περιποιημένα μαλλιὰ καὶ τὰ δαχτυλίδια στὰ δάχτυλα, εἰκόνα ποὺ παραπέμπει περισσότερο σὲ γαμπροὺς παρὰ σὲ κληρικούς. Κατακριτέοι εἶναι ὅμως καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἡ ἀποκλειστικὴ ἐνασχόλησή τους εἶναι στὸ νὰ συλλέγουν πληροφορίες γιὰ τὶς μεγάλες κυρίες, τὰ σπίτια ποὺ διαμένουν καὶ τὶς συνήθειές τους. Ἡ ἐπικριτικὴ αὐτὴ στάση τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου ἀπέναντι στὸν γάμο καὶ τοὺς κοσμικοὺς κληρικοὺς προκάλεσε ἔντονες ἀντιπάθειες στὸ πρόσωπό του, οἱ ὁποῖες ὀξύνθηκαν ἀκόμη περισσότερο μετὰ τὸν θάνατο τῆς εἰκοσάχρονης Βλεσίλλας καὶ κυρίως μετὰ τὴν ἐκδημία τοῦ πάπα Δαμάσου στὶς 11 Δεκεμβρίου τοῦ 384, ὁ ὁποῖος ἦταν ἔνθερμος ὑπερασπιστής του. Ἔτσι κάποια στιγμὴ ὁδηγήθηκε σὲ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο, κατηγορούμενος γιὰ τὴ στενή του σχέση μὲ τὸν κύκλο τῶν γυναικῶν, ἀλλὰ ὑπερασπιζόμενος τὸν ἑαυτό του, ἀθωώθηκε.
.               Τὸν Αὔγουστο τοῦ 385 ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Ρώμη μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα Βικέντιο, τὸν μικρότερο ἀδελφό του, τὸν Παυλιανό, καὶ μερικοὺς μοναχούς. Στὴ διαδρομὴ συνάντησε τὴν Παῦλα καὶ τὴν κόρη της, τὴν Εὐστοχία, καὶ ἀναχώρησαν γιὰ νὰ κάνουν ἕνα προσκυνηματικὸ ταξίδι στὴν Παλαιστίνη γιὰ νὰ ἐπισκεφθοῦν τοὺς Ἁγίους Τόπους. Περὶ τὰ τέλη τοῦ 385 ἔφθασαν στὴν πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου εἶχαν ἐγκατασταθεῖ ἤδη ἀπὸ χρόνια ὁ νεανικὸς φίλος τοῦ Ἁγίου, ὁ Ρουφίνος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἡγούμενος σὲ μία ἀνδρικὴ μονὴ στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καὶ μία εὐγενὴς γυναίκα, ἡ Μελανία, ἡ ὁποία ἦταν ἡγουμένη σὲ μία γυναικεία μονή. Κατὰ τὴ διάρκεια μάλιστα τῆς παραμονῆς τους ἐπισκέφθηκαν ὅλα τὰ ἱερὰ προσκυνήματα τῶν Ἁγίων Τόπων. Μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς προσκυνηματικῆς τους περιοδείας ἀναχώρησαν γιὰ τὴν Αἴγυπτο, ἡ ὁποία ὡς κέντρο τοῦ μοναστικοῦ βίου, ἀποτελοῦσε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὸν μεγάλο πόλο ἕλξης γιὰ τοὺς χριστιανούς, στὴ δὲ Ἀλεξάνδρεια διευθυντὴς τῆς κατηχητικῆς σχολῆς ἦταν ὁ Δίδυμος ὁ Τυφλός. Μετὰ τὴ σύντομη διαμονὴ στὴν Αἴγυπτο ἀναχώρησαν γιὰ τὴ Βηθλεέμ, ὅπου ὁ ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων Κύριλλος ἔδωσε τὴν εὐλογία του γιὰ τὴν ἵδρυση δύο μοναστηριῶν στὴν περιοχή, ἑνὸς ἀνδρικοῦ μὲ ἡγούμενο τὸν ἅγιο Ἱερώνυμο καὶ ἑνὸς γυναικείου μὲ ἡγουμένη τὴν Παῦλα. Ἔτσι ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος τὴν ἐποχὴ αὐτὴ καθοδηγεῖ πνευματικά τοὺς μοναχούς του, διδάσκοντάς τους τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ἄσκηση, ἀλλὰ καὶ ἀρχαίους κλασικοὺς συγγραφεῖς. Παράλληλα τελειοποιεῖ τὶς γνώσεις του στὰ ἑβραϊκά, ἐνῶ ταξιδεύει συχνὰ στὴν Καισάρεια τῆς Ἰουδαίας γιὰ νὰ μελετήσει τὴν πλούσια σὲ ἔργα χριστιανῶν συγγραφέων βιβλιοθήκη τῆς πόλης, ἡ ὁποία μεταξὺ ἄλλων περιλάμβανε ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Ὠριγένη.
.           Ἀξιοσημείωτη καὶ θαυμαστὴ ὑπῆρξε ἡ συγγραφικὴ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου κατὰ τὰ ἑπτὰ πρῶτα χρόνια τῆς παραμονῆς του στὴ Βηθλεέμ, ἀφοῦ ἡ περίοδος αὐτὴ θεωρεῖται ἡ δημιουργικότερη ἀπὸ ἄποψη συγγραφῆς γιὰ τὸν «ἐρημίτη τῆς Βηθλεέμ», ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀποκαλεῖται ὁ Ἅγιος. Τὸ πλούσιο συγγραφικό του ἔργο ἔχει κυρίως ἀπολογητικὸ καὶ ἀντιαιρετικὸ χαρακτήρα. Κορυφαῖα ἔργα αὐτῆς τῆς περιόδου εἶναι ἡ μετάφραση τοῦ ἔργου τοῦ Διδύμου του Τυφλοῦ «Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», οἱ μεταφράσεις τῶν ἔργων «Περὶ θέσεως καὶ ὀνομασίας ἑβραϊκῶν τόπων» τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας καὶ «Περὶ ἑβραϊκῶν ὀνομάτων» τοῦ Ψευδο-Φίλωνος, τὸ ἑρμηνευτικὸ ἔργο «Ζητήματα ἑβραϊκὰ εἰς τὴν Γένεσιν», οἱ βίοι τοῦ Παύλου τοῦ Θηβαίου, τοῦ Μάλχου καὶ τοῦ μοναχοῦ Ἱλαρίωνος, καθὼς καὶ τὸ ἔργο «Περὶ ἀνδρῶν ἐπιφανῶν». Πρωτίστως ὅμως ἀφοσιώθηκε στὴν ἀναγκαιότητα τῆς μετάφρασης τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ὑπομνημάτων ποὺ τὴ συνόδευαν, ἀφοῦ βασικὸ μέλημά του ἦταν νὰ ἐπιστρέψει στὴν ἀκρίβεια τοῦ πρωτοτύπου κειμένου, ἀποκαθιστώντας μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν αὐθεντικότητά του, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπαντήσει στὴν κριτικὴ τῶν Ἑβραίων ποὺ ὑποστήριζαν ὅτι οἱ χριστιανοὶ βασίζονταν πάνω σὲ μία λανθασμένη ἑρμηνεία τῆς Βίβλου. Ἄλλωστε συχνὰ δήλωνε ὅτι «ἄγνοια τῶν Γραφῶν σημαίνει ἄγνοια τοῦ Χριστοῦ».
.               Ὁ φλογερὸς ζῆλος του γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας τῆς ὀρθῆς χριστιανικῆς πίστεως τὸν ὤθησε ἀπὸ τὸ 393 νὰ ἐμπλακεῖ σὲ σημαντικὲς καὶ ποικίλες ἔριδες. Ἔτσι τὸ μικρὸ βιβλίο ἑνὸς Ρωμαίου μοναχοῦ, ὀνόματι Ἰοβινιανός, τοῦ ἔδωσε τὸ ἔναυσμα γιὰ μία σφοδρὴ ἀντιπαράθεση καὶ διαμάχη. Ὁ ἐν λόγῳ μοναχὸς θεωροῦσε τὴν παρθενία ὑπερβολή, ὑποτιμοῦσε τὴν πνευματικὴ ἀξία τῆς νηστείας, ἰσχυριζόταν ὅτι οἱ ἔγγαμοι, οἱ χῆρες καὶ οἱ ἄγαμοι εἶναι ἰσότιμοι πνευματικὰ καὶ ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ συγχωρηθοῦν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως. Ὡς ἀπάντηση σ’ αὐτὲς τὶς ἀκραῖες θέσεις ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος συνέγραψε τὸ σκανδαλῶδες γιὰ πολλοὺς ἔργο «Κατὰ Ἰοβινιανοῦ», στὸ ὁποῖο τονίζεται ἡ ὑπεροχὴ τῆς παρθενίας ἔναντι τοῦ γάμου, ἐνῶ ὑπερασπίζεται τὴ νηστεία, ἀπαριθμώντας τὶς πιὸ παράξενες διατροφικὲς συνήθειες τῶν λαῶν. Ἡ σφοδρὴ διαμάχη ὅμως τοῦ Ἁγίου δόθηκε μὲ τὸν περίφημο Ἀλεξανδρινὸ θεολόγο καὶ ἐκκλησιαστικὸ συγγραφέα, Ὠριγένη, στὸν ὁποῖο παρόλο ποὺ ἔτρεφε μεγάλο θαυμασμό, συγκρούστηκε σφοδρότατα μαζί του. Ἂν καὶ ὁ ὀνομαστὸς αὐτὸς θεολόγος μὲ τὸ πλούσιο συγγραφικὸ ἔργο διετέλεσε διευθυντὴς τῆς κατηχητικῆς σχολῆς τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἵδρυσε νέα σχολὴ στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ σφράγισε τὴν ὀρθόδοξη θεολογία μὲ ὅρους ποὺ πρῶτος αὐτὸς χρησιμοποίησε, ὅπως τὸν ὅρο «θεάνθρωπος», προέκυψαν μέσα ἀπὸ τὴ διδασκαλία του ἀπὸ ἀντίδραση πρὸς τὸν γνωστικισμὸ διάφορες αἱρετικὲς δοξασίες, οἱ ὁποῖες προκάλεσαν ἔντονες συζητήσεις καὶ ἀντιπαραθέσεις. Ἔτσι σύμφωνα μὲ τὸν Ὠριγένη ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου εἶναι ἄχρονος καὶ προαιώνιος, οἱ ψυχὲς προϋπάρχουν, τὰ σώματα τῶν νεκρῶν δὲν θὰ ἀναστηθοῦν καὶ τὰ πνεύματα θὰ ἐπανέλθουν στὴν ἀρχικὴ ἄυλη κατάσταση. Ὑποστήριζε ἐπίσης ὅτι ὁ διάβολος θὰ μετανοήσει κάποια ἡμέρα καὶ θὰ βρίσκεται στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους, ἐνῶ ἑρμήνευε ἀλληγορικὰ τὸν Παράδεισο, ἰσχυριζόμενος ὅτι τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν, μὲ τὸ ὁποῖο πλάσθηκε ὁ ἄνθρωπος, ἐξαφανίσθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο μετὰ τὴν ἐκδίωξή του ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν τὸ 394 μία ὁμάδα μοναχῶν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη μὲ ἐπικεφαλῆς κάποιον Ἀτάρβιο πῆγε στὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου, ζητώντάς του νὰ ὑπογράψει μία ὁμολογία πίστεως ποὺ καταδίκαζε τὶς αἱρετικὲς θέσεις τοῦ Ὠριγένη, ἐκεῖνος τὸ ἔπραξε σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν φίλο του, τὸν Ρουφίνο, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ συμπαράσταση τοῦ ἐπισκόπου Ἱεροσολύμων Ἰωάννου Β´ ἀρνήθηκε νὰ ὑπογράψει.
.           Ἡ κατάσταση ὅμως ὀξύνθηκε ἀκόμη περισσότερο, ὅταν ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος ἐπίσκοπος Κωνσταντίας τῆς Κύπρου, ὁ ὁποῖος ἦταν πιστὰ ἀφοσιωμένος στὶς ἀποφάσεις τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ σφοδρὸς πολέμιος τοῦ Ὠριγένη καὶ τῶν θέσεών του, ἐπισκέφθηκε τὰ Ἱεροσόλυμα ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑορτῆς τῶν Ἐγκαινίων τοῦ Πανιέρου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, κατὰ τὴν ὁποία προσέρχονταν πολλοὶ προσκυνητές. Ὁ φιλοωριγενιστὴς ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων Ἰωάννης, γιὰ νὰ τιμήσει τὸν ἐπίσκοπο Ἐπιφάνιο, τοῦ ζήτησε νὰ κηρύξει τὸν θεῖο λόγο. Τότε ὁ Ἐπιφάνιος βρῆκε τὴν εὐκαιρία καὶ ἐκφώνησε ἕναν πύρινο λόγο ἐναντίον τοῦ Ὠριγένη, γεγονὸς ποὺ ἀνάγκασε τὸν Ἰωάννη νὰ στείλει τὸν ἀρχιδιάκονό του γιὰ νὰ διακόψει τὴν ὁμιλία του. Μάλιστα ἐξοργίστηκε σὲ τέτοιο βαθμὸ ὁ Ἰωάννης, ὥστε κατηγόρησε ὅλους τοὺς συκοφάντες τοῦ Ὠριγένη, μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὸν Ἐπιφάνιο, ἀποκαλώντας τους «ἀνθρωπομορφίτες». Ὁ σοφὸς ὅμως ἱεράρχης τῆς Κωνσταντίας τοῦ ἀπάντησε ὅτι ὅπως καταδικάζουμε κάθε αἵρεση, ἔτσι πρέπει νὰ καταδικάσουμε καὶ τὶς ἀπαράδεκτες δογματικὲς διδασκαλίες τοῦ Ὠριγένη. Ἡ ἔκρυθμη αὐτὴ κατάσταση ὑποχρέωσε τὸν Ἐπιφάνιο νὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ μεταβεῖ στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου στὴ Βηθλεέμ, ὅπου πληροφορήθηκε ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς ὅτι ὁ ἐπίσκοπος Ἰωάννης εἶχε ἀπαγορεύσει τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας στὴ μονή, ἀφοῦ καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἱερουργεῖ στὴ Βηθλεέμ. Ὁ Ἐπιφάνιος δὲν ἔμεινε στὴ μονή, ἀλλὰ προτίμησε, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν παραίνεση ἄλλων, νὰ ἐπιστρέψει στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ φύγει γιὰ τὴν Κύπρο. Ἡ κατάσταση ὅμως ὀξύνθηκε ἀκόμη περισσότερο, ὅταν τὸ καλοκαίρι τοῦ 394 μετὰ ἀπὸ μία ἐπίσκεψη μοναχῶν ἀπὸ τὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου στὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου στὴ Βησανδούκη τῆς Παλαιστίνης, ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος χειροτόνησε τὸν Παυλιανό, τὸν ἀδελφὸ τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου, διάκονο καὶ κατόπιν ἱερέα, γιὰ νὰ ὑπηρετήσει τὶς δύο μονὲς στὴ Βηθλεέμ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξόργισε τὸν ἐπίσκοπο Ἰωάννη, ἀφοῦ ἡ χειροτονία ἔγινε χωρὶς τὴ δική του ἄδεια καὶ συγκατάθεση καὶ αὐτὸ σήμαινε ἀντικανονικὴ καταπάτηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς του δικαιοδοσίας. Μάλιστα ἀπείλησε νὰ ἀποστείλει ἐπιστολὲς διαμαρτυρίας πρὸς ὅλους τοὺς ἐπισκόπους, ἀλλὰ ὁ γηραιὸς ἐπίσκοπος τῆς Κωνσταντίας τοῦ ἀπάντησε σὲ σχετικὴ ἐπιστολὴ ὅτι δὲν ἔχει φόβο Θεοῦ καὶ ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπερασπίζεται τὴν αἵρεση τοῦ Ὠριγένη. Κατόπιν ὁ Ἰωάννης ἀπαγόρευσε στοὺς μοναχοὺς καὶ τὶς μοναχὲς τῶν δύο μοναστηριῶν τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου τὴν εἴσοδο στὸν ναὸ τῆς Γεννήσεως, ἐνῶ στερήθηκαν τὴ λειτουργικὴ ζωή, ἀκόμα καὶ τὴν εἴσοδο στὰ κοιμητήρια τῶν χριστιανῶν, ἀλλὰ καὶ τὴ συμμετοχὴ στὶς βαπτίσεις τῶν κατηχουμένων τῶν μοναστηριῶν. Ἡ κατάσταση χειροτέρεψε πολὺ περισσότερο, ὅταν ὁ ἐπίσκοπος Ἰωάννης πληροφορήθηκε ὅτι ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος μετέφρασε στὰ λατινικὰ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἐπιφανίου ποὺ τὸν κατηγοροῦσε ὡς αἱρετικό. Γι’ αὐτὸ καὶ θέλησε νὰ ἐκτοπίσει τὸν Ἱερώνυμο ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη, ἀλλὰ ἡ ἀπέλαση δὲν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Στὴ διένεξη ἀναμείχθηκε καὶ ὁ φίλος τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου, ὁ Ρουφίνος, ὁ ὁποῖος ὡς ὠριγενιστὴς καὶ ὑπερασπιστὴς τοῦ ἐπισκόπου Ἰωάννου, ἐνημέρωσε τὸν ἱερέα Ἰσίδωρο ποὺ ἦταν ὑπέρμαχος τῆς διδασκαλίας τοῦ Ὠριγένη ὅτι ὁ Ἐπιφάνιος καὶ ὁ Ἱερώνυμος κατηγοροῦσαν τὸν Ἰωάννη ὡς αἱρετικό. Τότε ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος θέλησε νὰ παρέμβει γιὰ νὰ ἐπέλθει ἀνακωχή. Ἀρχικὰ δὲν κατέστη ἐφικτό, ἀφοῦ οἱ ἐπιστολές του εἶχαν σκοπό, οἱ μὲν Ἐπιφάνιος καὶ Ἱερώνυμος νὰ ἀναγνωρίσουν τὸν Ἰωάννη ὡς ἐπίσκοπό τους, οἱ δὲ Ἰωάννης καὶ Ρουφίνος νὰ ὁμολογήσουν τὴν πίστη τους στὴν ὀρθοδοξία. Ὅμως ἡ ἐκ νέου παρέμβαση τοῦ Πατριάρχου Θεοφίλου κατόρθωσε νὰ ἀλλάξει τὴν κατάσταση καὶ νὰ ἀρθεῖ ἡ τιμωρία τῆς ἀκοινωνησίας γιὰ τὸν ἅγιο Ἱερώνυμο καὶ τὶς συνοδεῖες του, ἐνῶ ὑπῆρξε καὶ συμφιλίωση τοῦ Ἁγίου μὲ τὸν Ρουφίνο.
.           Ἡ εἰκονικὴ αὐτὴ εἰρηνικὴ ἀτμόσφαιρα δὲν κράτησε ὅμως πολύ, ἀφοῦ ἡ σύγκρουση τῶν δύο παλαιῶν φίλων ἀναζωπυρώθηκε μὲ ἀφορμὴ τὴ μετάφραση ἀπὸ τὸν Ρουφίνο τοῦ ἔργου «Περὶ Ἀρχῶν» τοῦ Ὠριγένη, τὸ ὁποῖο θεωροῦσε κορυφαῖο ἔργο καὶ συνέχεια τῆς φιλοσοφικῆς παράδοσης τῶν πραγματειῶν ἀναφορικὰ μὲ τὴ θεία Πρόνοια. Ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος τοῦ ἀπάντησε, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν προτροπὴ τῶν φίλων του, μὲ μία μετάφραση ποὺ ἀποδείκνυε τὶς αἱρετικὲς θέσεις τῆς ὠριγενικῆς αἵρεσης. Στὸ μεταξὺ ἡ ἀλλαγὴ στάσης τόσο ἀπὸ τὸν πάπα Ἀναστάσιο ὅσο καὶ ἀπὸ τὸν Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο, ὁ ὁποῖος ἄρχισε νὰ ἐκδιώκει τοὺς ὠριγενιστὲς μοναχούς, καταδικάζοντάς τους μάλιστα ὡς αἱρετικοὺς σὲ μία σύνοδο, ἐνθάρρυνε τὸν ἅγιο Ἱερώνυμο νὰ συνεχίσει τὴ διαμάχη του ἐναντίον τοῦ ὠριγενισμοῦ. Μάλιστα πληροφορούμενος ἀπὸ τὸν ἀδελφό του, τὸν Παυλινιανό, γιὰ τὴν πρόθεση τοῦ Ρουφίνου νὰ γράψει ἐναντίον του, συντάσσει μία ἀπολογία κατὰ τοῦ Ρουφίνου, στὴν ὁποία τὸν καταγγέλλει ὡς μεταφραστὴ τοῦ Ὠριγένη καὶ ἀσκεῖ κριτικὴ σὲ μία πραγματεία του. Ἀπεναντίας ὁ Ρουφίνος τὸν κατηγορεῖ ὅτι πρόδωσε τὴ συμφιλίωσή τους καὶ καταγγέλλει ὡς παρερμηνεία τὴ μετάφραση τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου στὸ ἔργο «Περὶ ἀρχῶν», ἐνῶ τὸν ἀπειλεῖ ὅτι θὰ ἀποκαλύψει τὸ ἁμαρτωλὸ παρελθόν του. Στὶς κατηγορίες καὶ ἀπειλὲς αὐτὲς ὁ Ἅγιος ἀπάντησε μὲ πειστικὰ ἐπιχειρήματα, ἐνῶ τὴν πολεμική του ἀπέναντι στὸν ὠριγενισμὸ θὰ συνεχίσει καὶ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ρουφίνου τὸ 410 στὴ Σικελία.
.           Παράλληλα ὅμως μὲ τὴ συγγραφὴ ἀντιαιρετικῶν ἔργων ἐναντίον τοῦ Ὠριγένη, ἀσχολήθηκε ἐπισταμένα καὶ μὲ τὴ μετάφραση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, βασιζόμενος στὸ ἑβραϊκὸ κείμενο, ἐνῶ ἀπαντᾶ καὶ σὲ πολλὲς ἐπιστολὲς ποὺ ἔχουν ἑρμηνευτικὸ χαρακτήρα. Ἀξιομνημόνευτη ὑπῆρξε ἡ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν ἱερέα Νεποτιανό, ὅπου ὁ Ἅγιος ἀναφέρεται στὶς ὑποχρεώσεις καὶ τὴν πρέπουσα συμπεριφορὰ τῶν κληρικῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιστολὴ πρὸς τὴ νύφη τῆς Παύλας, στὴν ὁποία ἀναφέρεται στὴ σωστὴ ἀνατροφὴ τῶν κοριτσιῶν, ὅταν μάλιστα αὐτὰ πρόκειται νὰ ἀκολουθήσουν τὴ μοναχικὴ πολιτεία. Ὅμως ὁ θάνατος τῆς ἀγαπημένης πνευματικῆς του κόρης, τῆς Παύλας, στὶς 26 Ἰανουαρίου τοῦ 404, βύθισε τὸν ἅγιο Ἱερώνυμο σὲ τέτοια ψυχικὴ θλίψη, ὥστε ἐγκατέλειψε κάθε συγγραφικὴ δραστηριότητα, ἀφοῦ ἦταν τὸ πιὸ ἀγαπημένο καὶ ἀξιοσέβαστό του πρόσωπο. Παρόλα αὐτὰ συνέγραψε στὴ μνήμη της ἐπιστολὴ μὲ τίτλο «ἐπιτάφιος λόγος στὴν Ἁγία Παύλα», ὅπου ἀναφέρεται στὴ διαδρομὴ τοῦ βίου της καὶ σὲ ὅλα τὰ γεγονότα τῆς προσωπικῆς της ζωῆς, καθὼς καὶ στὶς ἀρετὲς ποὺ τὴν κοσμοῦσαν, ὅπως ἡ ταπείνωση, ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐλεημοσύνη. Μόλις συνῆλθε κάπως ἀπὸ τὴν ἀπώλεια τῆς Παύλας, ἄρχισε νὰ μεταφράζει διάφορες ἐπιστολὲς καὶ κυρίως τοὺς κανόνες τοῦ ἁγίου Παχωμίου βάσει τῆς ἑλληνικῆς ἀπόδοσης τοῦ κοπτικοῦ κειμένου, ἐνῶ ἀργότερα θὰ συνεχίσει τοὺς σχολιασμοὺς στοὺς διάφορους προφῆτες. Τὴν περίοδο αὐτὴ συνέγραψε καὶ ἕνα σύντομο ἀντιαιρετικὸ ἔργο (Adversus Vigilantium) ἐναντίον τοῦ ἰσπανοῦ ἱερέα Βιγιλανδίου, στὸ ὁποῖο ὁ μελετητὴς θαυμάζει τὴν πειστικὴ ἀντιαιρετική του ἐπιχειρηματολογία. Ὁ ἐν λόγῳ Ἱσπανὸς ἱερέας σκιαγραφεῖται ὡς ἕνας ἀκόλαστος αἱρετικός, ἀφοῦ ἦταν ἐναντίον τῆς τιμητικῆς προσκύνησης καὶ λιτάνευσης τῶν ἱερῶν λειψάνων, ἐνῶ ἀπέρριπτε τὴ νηστεία, τὸν μοναχισμό, τὴν παρθενία, τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὶς ὁλονυχτίες. Ἀλλὰ ἡ μαχητικότητα τοῦ Ἁγίου ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καὶ ὁ φλογερός του ἀγώνας γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς πίστεως ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴ σφοδρὴ μάχη ποὺ ἔδωσε κατὰ τῆς πελαγιανικῆς αἵρεσης, ἡ ὁποία ὑποστήριζε ὅτι τὰ ἀνθρώπινα πάθη ξεριζώνονται ἀπὸ τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο καὶ τὶς ἐνέργειές του καὶ ἑπομένως δὲν ἔχει ἀνάγκη τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ὡς ἀπάντηση στὴ διδασκαλία τῶν πελαγιανιστῶν συνέγραψε τὸ ἀντιαιρετικὸ ἔργο «Dialogus adversus Pelagianos», στὸ ὁποῖο τονίζεται ἡ ἀναγκαιότητα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ μέσα στὴ ζωὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν μπορεῖ νὰ πορευτεῖ μὲ τὴ δική του θέληση καὶ μὲ βάση τὸ αὐτεξούσιο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπερασπίσθηκε τὸν θεσμὸ τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ. Ὁ ἀντιαιρετικός του ἀγώνας συνεχίστηκε μὲ τὸ ἴδιο σθένος μέχρι τὸ καλοκαίρι τοῦ 416, ὅταν ἡ αἵρεση τῶν πελαγιανιστῶν καταδικάσθηκε τελικὰ ἀπὸ τὶς ἐπαρχιακὲς συνόδους τῆς Καρχηδόνας καὶ τῆς Milene, ἐνῶ τὸν Μάιο τοῦ 418 καταδικάσθηκε καὶ ἀπὸ μία παναφρικανικὴ σύνοδο.
.               Στὸ μεταξὺ τὴν ἄνοιξη τοῦ 416 τὰ μοναστήρια τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου καὶ τῆς Παύλας δέχθηκαν τὴ βίαιη ἐπίθεση πανούργων ἀνθρώπων καὶ καταστράφηκαν, ἀφοῦ παραδόθηκαν στὴ λαίλαπα τῆς φωτιᾶς. Τὸ θλιβερὸ καὶ ἀπρόσμενο αὐτὸ γεγονὸς ἀνάγκασε τὸν Ἅγιο νὰ ἐγκατασταθεῖ σὲ ἄλλο μέρος, ἐνῶ ὁ αἰφνίδιος θάνατος τῆς Εὐστοχίας ποὺ εἶχε ἀναλάβει τὴν ἡγουμενία τῶν μοναζουσῶν μετὰ τὸν θάνατο τῆς μητέρας της, τῆς Παύλας, βύθισε γιὰ μία ἀκόμη φορὰ τὸν Ἅγιο σὲ βαθύτατη θλίψη. Παρόλα αὐτὰ βρῆκε τὸ κουράγιο νὰ συνεχίσει τὸν ἀγώνα του ἐναντίον τῆς πελαγιανικῆς αἵρεσης μέχρι τὶς 30 Σεπτεμβρίου τοῦ 420, ὅπου καταβεβλημένος πλέον ἀπὸ τὴν προχωρημένη ἡλικία καὶ τὶς ἀσθένειες παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Πανάγαθο Θεό. Μάλιστα σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία ἀνώνυμου προσκυνητοῦ ἀπὸ τὴν Ἰταλία ποὺ ἐπισκέφθηκε τοὺς Ἁγίους Τόπους μεταξὺ 550 καὶ 570, ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος εἶχε σκαλίσει πάνω στὸν βράχο στὴν εἴσοδο τοῦ Σπηλαίου τῆς Γεννήσεως στὴ Βηθλεὲμ μία ἐπιγραφή, εἶχε δὲ φτιάξει καὶ τὸν τάφο, ὅπου ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν ἐνταφιάσουν.
.             Ἡ μνήμη του τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας στὶς 15 Ἰουνίου, ἐνῶ πρὸς τιμήν του συντάχθηκαν δύο ἀσματικὲς ἀκολουθίες. Ἡ πρώτη ἐποιήθη τὸ 1886 ἀπὸ τὸν μοναχὸ Νήφωνα καὶ συμπληρώθηκε τὸ 1893 ἀπὸ τὸν Σιμωνοπετρίτη μοναχὸ Ἱερώνυμο, ἐνῶ ἐκδόθηκε τὸ 1925 μὲ ἐπιμέλεια τοῦ Καθηγουμένου τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου Σίμωνος Πέτρας Ἀρχιμανδρίτου Ἱερωνύμου. Ἡ δεύτερη ἀκολουθία ἐποιήθη στὸ Ἅγιο Ὄρος ἀπὸ τὸν ἀοίδιμο Γεράσιμο Μοναχὸ Μικραγιαννανίτη, Ὑμνογράφο τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καὶ ἐκδόθηκε τὸ 1969 ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμο Α´ (+15 Νοεμβρίου 1988). Ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου τιμᾶται ἀνδρικὸ ἡσυχαστήριο στὸ Ἀμπελοχώρι Θηβῶν, τὸ ὁποῖο ἱδρύθηκε τὸ 1999 ἀπὸ τὸν ἀοίδιμο Ἀρχιμανδρίτη π. Χρυσόστομο Ἀγγέλου (+15 Ἰουλίου 2009), ἀλλὰ καὶ γυναικεία μονὴ στὰ Σκούρτα Βοιωτίας, ἡ ὁποία ὑπάγεται στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Νέας Ἰωνίας καὶ Φιλαδελφείας. %CE%91%CE%93%CE%99%CE%9F%CE%A3+%CE%99%CE%95%CE%A1%CE%A9%CE%9D%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%A3+-+7Ἐπίσης ἐντός τοῦ κτιριακοῦ συγκροτήματος τοῦ Ἱεροῦ Ἱδρύματος τῆς Εὐαγγελιστρίας Τήνου ὑπάρχει μικρὸ παρεκκλήσιο ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο. Πλούσια ὑπῆρξε καὶ ἡ εἰκονογραφία τοῦ Ἁγίου, ἰδιαίτερα στὴ Δύση, ἀφοῦ ἀπὸ τὸν 13ο μέχρι καὶ τὸν 17ο αἰώνα ἀναρίθμητες εἶναι οἱ εἰκονογραφικὲς παραστάσεις, οἱ ὁποῖες ἄλλοτε τὸν παρουσιάζουν μὲ τὴ μορφὴ μοναχοῦ ποὺ συγγράφει, ἄλλοτε μὲ τὴ μορφὴ τοῦ καρδιναλίου, ἄλλοτε ἀπὸ τὴ θέα τοῦ Ἐσταυρωμένου ποὺ κρατᾶ μὲ τὸ ἀριστερό του χέρι, ἐνῶ μὲ τὸ δεξὶ νὰ χτυπᾶ τὸ στῆθος του μὲ μία πέτρα. Σημαντικὴ θέση στὶς εἰκονογραφικὲς παραστάσεις τοῦ Ἁγίου κατέχει καὶ ἡ ἀπεικόνιση τοῦ ὑποτακτικοῦ λιονταριοῦ.
.             Ἀναμφισβήτητα ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ὑπῆρξε ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἅγιος τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ αὐτὸς ποὺ ἐπηρέασε τὸν θεολογικὸ κόσμο τῆς Δύσης μέσα ἀπὸ τὸ μεταφραστικὸ καὶ ὑπομνηματικό του ἔργο στὴ Βίβλο. Ἔχοντας ὡς πνευματικό του πρότυπο τὸν Μέγα Ἀντώνιο καὶ τὴν ἀσκητική του πολιτεία κατέστη λαμπρὸς βιβλικὸς πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μὲ πλουσιότατο καὶ ἀνεκτίμητο συγγραφικὸ ἔργο καὶ μὲ μαχητικὴ ἀντιαιρετικὴ δράση, ὑπερασπιζόμενος τὴν ἀλήθεια τῆς ὀρθῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ὁμολογίας ποὺ γιὰ ἐκεῖνον ἦταν τὸ κριτήριο γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἂς ἀποτελέσει καὶ γιὰ τὴ σημερινὴ συγκεχυμένη καὶ ἀλλοπρόσαλλη ἐποχή μας ἕνα φωτεινὸ πρότυπο ποὺ θὰ διδάσκει, θὰ καθοδηγεῖ καὶ θὰ ἐμπνέει τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ποὺ ἀναζητᾶ ἐναγωνίως νόημα στὴ ζωὴ καὶ τὴν ὕπαρξή του μέσα ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῆς ὀρθῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικός 

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.gr

,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΑΛΛΕΛΑΙΟΣ Ὁ πολύαθλος μάρτυς Χριστοῦ καὶ ἀνάργυρος ἰατρός

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΑΛΛΕΛΑΙΟΣ
Ὁ τιμώμενος στὴ Νάξο πολυάθλος μάρτυς Χριστοῦ καὶ ἀνάργυρος ἰατρὸς

Γράφει ὁ Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς 

Ἡ ἐφέστιος εἰκόνα τοῦ ἁγίου Θαλλελαίου στὸν ὁμώνυμο Ἱερὸ Ναὸ τοῦ χωριοῦ Ἅγιος Θαλλέλαιος Νάξου

.           Μέσα στὸ πολυπληθὲς νέφος τῶν ἐνδόξων μαρτύρων κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες συναριθμεῖται καὶ ὁ Ἅγιος Θαλλέλαιος ὁ ἰαματικὸς καὶ ἀνάργυρος, ὁ πολύαθλος αὐτὸς μάρτυς τοῦ 3ου μ.Χ. αἰώνα, ὁ ὁποῖος ἀναδείχθηκε τοῦ οὐρανίου βασιλέως Χριστοῦ ἀήττητος στρατιώτης καὶ πολύτιμος μαργαρίτης, ἀλλὰ καὶ ὡράισμα τῶν μαρτύρων καὶ καύχημα τῶν ἀναργύρων. Ὁ Ἅγιος Θαλλέλαιος, ὁ ὁποῖος ὑμνεῖται καὶ γεραίρεται μέσα ἀπὸ τὴν Ἀσματική του Ἀκολουθία ὡς «κρίνον ἠδύπνοον καὶ ἄνθος πολυέραστον», ὡς «ἄστρον λαμπρότατον καὶ ἄριστος φύλαξ πιστῶν», ὡς «ἀκέστωρ πανάριστος καὶ ἰατρὸς μυστικώτατος», ἔζησε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορος Νουμεριανοῦ (283-284). Καταγόταν ἀπὸ τὸν Λίβανο καὶ μάλιστα ἀπὸ ἐπιφανῆ οἰκογένεια. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Βερούκιος καὶ ἦταν ἀρχιερέας τῶν χριστιανῶν, ἡ δὲ μητέρα του ὀνομαζόταν Ρωμυλία καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν ἐνάρετη βιοτή της. Ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς γονεῖς του ἔλαβε τὴν πρέπουσα χριστιανικὴ ἀγωγὴ καὶ παιδεία καὶ κατόπιν μαθήτευσε κοντὰ σ’ ἕναν ἔμπειρο, καταρτισμένο καὶ θεοσεβῆ ἰατρό, ὁ ὁποῖος τοῦ δίδαξε τὴν ἰατρικὴ τέχνη. Ὅταν μάλιστα ἔγινε ἰατρός, ἄσκησε τὸ λειτούργημά του μὲ ἔνθεο ζῆλο καὶ παρεῖχε ἐντελῶς δωρεὰν τὶς ἰατρικές του γνώσεις, ἀλλὰ καὶ τὴν πρέπουσα θεραπεία στοὺς πάσχοντες συνανθρώπους του. Ἐνδεικτικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ σπίτι του εἶχε μετατραπεῖ σὲ ξενώνα, στὸν ὁποῖον κατέφευγαν γιὰ θεραπεία καὶ φροντίδα ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ ἄνθρωποι. Ἰδιαίτερη ἀγάπη καὶ εὐσπλαγχνία ἔβρισκαν κοντά του οἱ φτωχοὶ ἀσθενεῖς, τοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος ἀναζητοῦσε καὶ συχνὰ τοὺς μετέφερε στὸ σπίτι του, σηκώνοντάς τους στοὺς ὤμους του. Ἀξιομνημόνευτη ἦταν καὶ ἡ στάση του ἀπέναντί τους, ἀφοῦ τοὺς ὑπηρετοῦσε μὲ τέτοια ταπείνωση καὶ τοὺς φρόντιζε μὲ τέτοια στοργὴ καὶ ἀγάπη, σὰν νὰ ἦταν δοῦλος τους. Ἀλλὰ καὶ μέσα ἀπὸ τὴν παροχὴ τῶν ἰατρικῶν του ὑπηρεσιῶν δὲν θέλησε καὶ δὲν ἐπιδίωξε ποτὲ νὰ ἀποκτήσει χρήματα, ἐνῶ δὲν ἔκανε ποτὲ διάκριση ἀνάμεσα σὲ χριστιανοὺς καὶ σὲ εἰδωλολάτρες, ἀφοῦ θεράπευε ὅλους ὅσους προσέτρεχαν σ’ αὐτόν. Γι’ αὐτὸ καὶ παρακαλοῦσε τὸν Πανοικτίρμονα Θεὸ γιὰ τοὺς μὲν χριστιανοὺς νὰ μετανοήσουν γιὰ τὰ ἁμαρτήματά τους, γιὰ τοὺς δὲ εἰδωλολάτρες νὰ ἐγκαταλείψουν τὴ λατρεία τῶν ψεύτικων εἰδώλων καὶ νὰ ἐγκολπωθοῦν τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Μάλιστα κάποια φορὰ ἐπέπληξε κάποιον χριστιανό, ὁ ὁποῖος χαιρόταν γιὰ τὴ δυστυχία ἑνὸς εἰδωλολάτρη, τονίζοντάς του ὅτι δὲν πρέπει νὰ χαίρεται γιὰ τὸ πάθημα τοῦ ἐχθροῦ του, διότι οἱ συμφορὲς καὶ τὰ παθήματα εἶναι κοινὰ σὲ ὅλους καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει τί πρόκειται νὰ τοῦ συμβεῖ στὴ ζωή του μέχρι νὰ ἀποβιώσει. Ὁ χριστιανὸς ὅμως τοῦ εἶπε ὅτι οἱ ἀσεβεῖς καὶ οἱ ἄπιστοι πρέπει νὰ πεθάνουν ὅσο πιὸ σύντομα γίνεται, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει καμία ὠφέλεια γιὰ νὰ ζοῦν. Τότε ὁ Ἅγιος Θαλλέλαιος τοῦ ἀπάντησε ὅτι ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου εἶναι νὰ προσευχόμαστε γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας, ὥστε νὰ τοὺς προσελκύουμε στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ ἔτσι νὰ μειώνουμε τὴν ἀπιστία τους, καὶ ὄχι νὰ χαιρόμαστε γιὰ τὴ δυστυχία τους. Οἱ πνευματικὲς αὐτὲς νουθεσίες σαγήνευσαν μάλιστα τὴν ψυχὴ τοῦ σκληρόκαρδου χριστιανοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ἐπέδειξε κατόπιν εὐσπλαγχνία ἀπέναντι στοὺς εἰδωλολάτρες.
.               Ὁ εὐλογημένος ἅγιος Θαλλέλαιος ἔλαβε χάρη στὸν ἔνθεο ζῆλο καὶ τὴ μεγάλη του εὐσέβεια, τὸ χάρισμα ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ θαυματουργεῖ ἀδιάλειπτα καὶ νὰ θεραπεύει κάθε ἀσθένεια. Παράλληλα τὴ νύχτα πήγαινε καὶ ἔκοβε τὰ ψηλὰ δένδρα τοῦ Λιβάνου γιὰ νὰ ἀποκόψει τοὺς Ἕλληνες ἀπὸ τὴ μιαρὴ συνήθεια νὰ θυσιάζουν στοὺς ψεύτικους θεοὺς καὶ νὰ ἐπιδίδονται σὲ ἀσελγεῖς πράξεις. Ἀλλὰ καὶ οἱ θαυματουργικὲς ἰάσεις του προσείλκυσαν πολλοὺς θεραπευθέντες εἰδωλολάτρες στὸ νὰ ἀσπασθοῦν τὴ χριστιανικὴ πίστη. Μεταξὺ τῶν πολυαρίθμων θαυμάτων του ἀξιομνημόνευτο ὑπῆρξε καὶ τὸ ἀκόλουθο, ὅπως τὸ περιέγραψε ὁ βιογράφος τοῦ Ἁγίου. Ἔτσι ἕνα δηλητηριῶδες φίδι δάγκωσε μία φορὰ ἕναν ἄνθρωπο στὸ στῆθος καὶ μάλιστα κινδύνευε νὰ πεθάνει. Ὁ δυστυχισμένος αὐτὸς ἄνθρωπος ἀπευθύνθηκε στοὺς γιατρούς, ἀλλὰ δὲν βρῆκε πουθενὰ θεραπεία, παρόλο ποὺ ξόδεψε πολλὰ χρήματα. Ἔτσι ἀπελπισμένος περίμενε πλέον νὰ ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ θανάτου του. Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη στιγμὴ ἐμφανίσθηκε ἐνώπιόν του ὁ ἅγιος Θαλλέλαιος, ὁ ὁποῖος μὲ μεγάλη προθυμία θέλησε νὰ τὸν θεραπεύσει, μὲ τὴν ἀπαραίτητη ὅμως προϋπόθεση νὰ πιστέψει στὸν Ἰησοῦ Χριστό. Τότε ὁ ἀσθενὴς ὁμολόγησε ὅτι μόλις ἐπανακτήσει τὴν ὑγεία του, θὰ πιστέψει στὸν Κύριο. Ἀμέσως ὁ Ἅγιος ἔβαλε τὸ χέρι του στὸ στῆθος τοῦ ἀσθενοῦς καὶ ἀφοῦ τὸ σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, τὸν θεράπευσε ἀπὸ τὴ θανατηφόρα ἀσθένεια. Κατόπιν ὁ θεραπευθεὶς ἄνθρωπος ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ δόξασε τὸ ὄνομα καὶ τὸ μεγαλεῖο Του. Ἀλλὰ τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου διὰ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ συνεχίστηκαν, ἀφοῦ ἰατρὸς ποὺ εἶχε χάσει τὴ φωνή του, θεραπεύτηκε πλήρως, παράλυτος ποὺ εἶχε σπάσει τὸ πόδι του, ἐπανέκτησε τὸ βάδισμα καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ τρέχει, δαιμονισμένη ποὺ σπάραζε ἀπὸ τὸ δαιμόνιο, θεραπεύτηκε, μόλις ὁ Ἅγιος τὴν σφράγισε στὸ μέτωπο μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ ἐπικαλέσθηκε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ τυφλὸς ὁμολογώντας ὅτι πιστεύει στὸν Κύριο ὡς ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ἐπανέκτησε τὴν ὅρασή του καὶ δόξασε τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ.
.               Ὁ Ἅγιος Θαλλέλαιος ἐπισκέφθηκε πολλοὺς τόπους, ὅπου χρησιμοποιώντας τὶς ἰατρικές του γνώσεις, κήρυττε τὸ μεγαλεῖο τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ προσπαθοῦσε νὰ διδάξει στοὺς εἰδωλολάτρες τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια. Ἔτσι ὅταν πῆγε στὴν Ἔδεσσα τῆς Μεσοποταμίας καὶ ἐκχριστιάνισε πολλοὺς πεπλανημένους, κατηγορήθηκε γιὰ τὴν χριστιανική του ἰδιότητα καὶ τὴν ἱεραποστολική του δράση στὸν ἄρχοντα Τιβεριανό, ὁ ὁποῖος καὶ ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ τὸν συλλάβουν, ἀφοῦ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ Ρωμαῖος αὐτοκράτορας Νουμεριανὸς εἶχε ἐξαπολύσει σκληρὸ διωγμὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν. Μόλις ὁδηγήθηκε ὁ Ἅγιος ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντα Τιβεριανοῦ, διέταξε νὰ τὸν δείρουν ἀνελέητα, κατόπιν δὲ τὸν ὑποχρέωσε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν περιοχή. Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πῆγε στὴν περιοχὴ τῆς Κιλικίας, ὅπου μὲ τὴν πρόφαση τῆς ἰατρικῆς τέχνης κήρυττε καὶ πάλι τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μόλις οἱ εἰδωλολάτρες πληροφορήθηκαν τὴ δράση του, τὸν διέβαλαν στὸν ἄρχοντα τῶν Αἰγῶν Θεόδωρο ὅτι ἐξαπατᾶ τὸν λαό, χρησιμοποιώντας τὴν ἰατρική του γνώση, ἀφοῦ ἰσχυρίζεται ὅτι θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν Ὁποῖον σταύρωσαν οἱ Ἰουδαῖοι.
.             Ὅταν πληροφορήθηκε ὁ ἄρχοντας τὴ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου, διέταξε νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του. Ἀφοῦ οἱ στρατιῶτες τὸν βρῆκαν κρυμμένο μέσα σ’ ἕναν ἐλαιώνα στὴν περιοχὴ τῆς πόλεως Ἀνάζαρβο τῆς Κιλικίας, τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντα Θεοδώρου, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νὰ τὸν ἀνακρίνει ἐπισταμένως. Ἔτσι τὸν ρώτησε τὸ ὄνομά του, τὸν τόπο τῆς καταγωγῆς του καὶ τὸ ἐπάγγελμά του. Τότε ὁ Ἅγιος μὲ ξεχωριστὴ παρρησία τοῦ ἀπάντησε στὰ ἐρωτήματά του καὶ ἐπιπλέον τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ ὅτι πηγαίνει ἀπὸ τόπο σὲ τόπο γιὰ νὰ κηρύξει τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ νὰ ἐξαλείψει τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων. Ἡ θαρραλέα αὐτὴ ὁμολογία πίστεως ἐξόργισε τὸν ἄρχοντα τόσο πολύ, ὥστε διέταξε νὰ τρυπήσουν τοὺς ἀστραγάλους του καὶ νὰ τὸν κρεμάσουν μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω. Οἱ στρατιῶτες ὅμως καταλήφθηκαν ἀπὸ μία ἀόρατη θεία δύναμη καὶ ἀντὶ νὰ τρυπήσουν τοὺς ἀστραγάλους τοῦ Ἁγίου, τρύπησαν ἕνα ξύλο καὶ τὸ κρέμασαν, πιστεύοντας ὅτι κρέμασαν τὸν εὐλογημένο Θαλλέλαιο. Μόλις ὅμως ὁ ἄρχοντας εἶδε τὸ ξύλο κρεμασμένο, θεώρησε ὅτι περιπαίχθηκε ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες του. Γι’ αὐτὸ καὶ διέταξε νὰ τοὺς δείρουν. Μάλιστα δύο ἀπὸ αὐτούς, ὁ Ἀλέξανδρος καὶ ὁ Ἀστέριος, βλέποντας τὸ θαυμαστὸ γεγονός, πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ κατόπιν ἀποκεφαλίσθηκαν γιὰ τὴ σωτήρια ἐπιλογή τους.
.               Στὸ μεταξὺ ὁ ἅγιος Θαλλέλαιος ὑποβλήθηκε σὲ ξυλοδαρμὸ μὲ ὠμὰ βούνευρα, ἀλλὰ ὁ γενναῖος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ παρέμεινε σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος στὴν πίστη του, ἐπιδεικνύοντας ἀξιοθαύμαστη καρτερία. Τότε ὁ ἄρχοντας ἀπευθυνόμενος στὸν ἔνδοξο μάρτυρα καὶ ἀνάργυρο ἰατρό, τὸν ρώτησε νὰ μάθει τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς, ὑπονοώντας ὅτι εἶναι ἕνας μάγος, ἐνῶ βλασφήμησε τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ τὸν Τίμιο Σταυρὸ ὡς τὴ μεγαλύτερη καταδίκη τοῦ κόσμου. Ἀμέσως ὁ εὐλογημένος Θαλλέλαιος, βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσει γιὰ τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ὁ Ὁποῖος σταυρώθηκε γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο καὶ μὲ τὴ χάρη Του θεραπεύει παραλύτους, τυφλούς, κωφούς, δαιμονισμένους καὶ πάσης μορφῆς ἀσθενεῖς, ἐνῶ ἀνασταίνει ἀκόμα καὶ νεκρούς. Ἡ σθεναρὴ αὐτὴ ὁμολογία πίστεως ἐξαγρίωσε τὸν ἄρχοντα σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ὅρμησε ἐναντίον τοῦ Ἁγίου γιὰ νὰ τὸν χτυπήσει καὶ νὰ τὸν βασανίσει. Ἀλλὰ ἀμέσως καὶ τὰ δύο του χέρια ἀποδυναμώθηκαν καὶ ἔμειναν ἀνενεργά. Ὁ Ἅγιος ὅμως θεράπευσε μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου τὰ χέρια τοῦ χριστιανομάχου εἰδωλολάτρη καὶ ἔτσι ἀποκαταστάθηκαν καὶ πάλι στὴν ἀρχική τους θέση.
.               Παρόλα αὐτὰ ὁ παρανοϊκὸς ἄρχοντας ὄχι μόνο δὲν συνετίσθηκε ἀπὸ τὸ πάθημά του, ἀλλὰ διέταξε τοὺς στρατιῶτες του νὰ ὑποβάλουν τὸν πολυάθλο μάρτυρα σὲ νέα βασανιστήρια. Ἔτσι ὁ Ἅγιος ὑπέμεινε μὲ ἀξιοθαύμαστη ἀνδρεία καὶ ἀγαλλίαση τοὺς πόνους καὶ τὶς πληγὲς ἀπὸ τὸ ξέσχισμα τοῦ σώματός του μὲ σιδερένια νύχια καὶ τὸ κάψιμο μὲ τὴ φωτιά, ἀφοῦ δίπλα του συμπαραστάτης καὶ συνοδοιπόρος ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Βλέποντας ὁ τύραννος τὴ γενναιότητα καὶ τὴν καρτερία, μὲ τὴν ὁποία ἀντιμετώπιζε ὁ ἔνδοξος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ τὰ βασανιστήρια, ἀλλὰ καὶ τὴ θαρραλέα ὁμολογία πίστεως, ἀφοῦ συνέχιζε μὲ τὸν ἴδιο ἔνθεο ζῆλο νὰ διακηρύσσει τὴ χριστιανική του πίστη ἐνώπιόν του, ἀποφάσισε νὰ τὸν βάλει μέσα σὲ μία βάρκα καὶ νὰ τὸν ἀφήσει στὴ μέση της θάλασσας, ὥστε παρασυρόμενος ἀπὸ τὰ κύματα, νὰ καταποντισθεῖ μέσα στὸ νερό. Ὅταν ὅμως ἔβαλαν τὸν Ἅγιο μέσα στὴ βάρκα, δὲν ἔπαθε τίποτα καὶ φαινόταν σὰν νὰ περπατοῦσε πάνω στὴ στεριά. Μάλιστα σήκωσε τὰ χέρια του πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε: «Πρὸς Σέ, Κύριε, ᾖρα τοὺς ὀφθαλμούς μου, τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ Οὐρανῷ. Πολλάκις σὲ ἐπεκαλέσθην καὶ μὲ εὐσπλαχνίσθης. Ὁδήγησόν με εἰς λιμένα σωτηρίας, ἵνα μὴ μὲ καταπίη ὁ βυθὸς τῆς θαλάσσης καὶ στερηθῶ τὸ μαρτύριον διὰ τὸ ὄνομά Σου τὸ ἅγιον…». Ἀμέσως ἡ θάλασσα ἠρέμησε καὶ ἔβγαλε τὸν γενναῖο μάρτυρα στὴν ξηρά, πλησίον τῆς χώρας τῶν Αἰγῶν, ἐνδεδυμένο μὲ λευκὸ χιτώνα.
.               Μόλις ὁ τύραννος πληροφορήθηκε τὸ θαῦμα, ἔμεινε ἐκστατικὸς καὶ διέταξε νὰ τὸν φέρουν ἐνώπιόν του γιὰ νὰ ἀπολογηθεῖ. Τότε ὁ γενναῖος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ ὁμολόγησε τὴν παντοδυναμία τοῦ ἑνὸς καὶ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ζωοποιεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἀκόμη καὶ μετὰ τὸν θάνατο. Ἡ θαρραλέα αὐτὴ στάση τοῦ μάρτυρος καὶ ἡ ἀκλόνητη πίστη του στὸν Κύριο ἐξόργισε τὸν εἰδωλολάτρη ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος διέταξε ἀμέσως νὰ τὸν καρφώσουν σ’ ἕνα σανίδι μὲ τέσσερα καρφιὰ καὶ νὰ τὸν περιχύσουν μὲ κοχλάζουσα πίσσα μέχρι νὰ πεθάνει. Πρὸς στιγμὴ νόμισε ὁ τύραννος ὅτι ὁ ἔνδοξος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ φοβήθηκε καὶ γι’ αὐτὸ τοῦ πρότεινε νὰ προσφέρει θυσία στοὺς εἰδωλολατρικοὺς θεοὺς καὶ ἔτσι νὰ ἀποκτήσει δόξα καὶ πλοῦτο. Ἀλλὰ ὁ μακάριος καὶ εὐλογημένος Θαλλέλαιος τοῦ ἀπάντησε μὲ παρρησία ὅτι τὰ βασανιστήρια, στὰ ὁποῖα ὑποβάλλεται, εἶναι γι’ αὐτὸν δόξα καὶ χαρά. Τότε ὁ χριστιανομάχος ἄρχοντας διέταξε νὰ τὸν ρίξουν σὲ τέσσερα ἄγρια λιοντάρια γιὰ νὰ τὸν κατασπαράξουν. Ὅμως μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ τὰ λιοντάρια ἔγιναν ἥμερα σὰν ἀρνιὰ καὶ οὔτε τόλμησαν νὰ τὸν πλησιάσουν. Βλέποντας καταντροπιασμένος ὁ τύραννος τὴν ἀπρόσμενη αὐτὴ ἐξέλιξη, ἀποφάσισε τὴ θανατικὴ ἐκτέλεση τοῦ μάρτυρος δι’ ἀποκεφαλισμοῦ. Ἔτσι ὁ πολυάθλος καὶ ἔνδοξος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἅγιος Θαλλέλαιος ἀποκεφαλίσθηκε στὶς 20 Μαΐου τοῦ 284μ.Χ. καὶ ἔλαβε τὸν ἀκήρατο στέφανο τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Μάλιστα στὸν τόπο, ὅπου ἔλαβε χώρα ὁ ἀποκεφαλισμός του, βλάστησε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ βότανο, τὸ ὁποῖο θεράπευε κάθε ἀσθένεια καὶ πάθος πρὸς ἀπόδειξη τῆς ἰατρικῆς τέχνης τοῦ ἰαματικοῦ Ἁγίου. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (1749-1809) στὸ συναξάριο τοῦ ἐνδόξου αὐτοῦ μάρτυρος τοῦ 3ου μ.Χ. αἰώνα, ὁ ὁποῖος συναριθμεῖται στὴ σεπτὴ χορεία τῶν εἴκοσι ἰαματικῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, συνέταξε τὸν ἀκόλουθο στίχο: «Ἀκέστορι τμηθέντι τῷ Θαλλελαίῳ Θεὸς βοτάνην πρὸς λύσιν πέμπει πάθους. Εἰκοστὴ Θαλλέλαιος ἐὴν κεφαλὴν ἀπετμήθη». Πρὸς τιμήν του μάλιστα ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἐποίησε Ἀσματικὴ Ἀκολουθία μετὰ Παρακλητικοῦ Κανόνος, ἡ ὁποία ἐκδόθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1878 στὸ Μεσολόγγι ἀπὸ τὸν δημοδιδάσκαλο Δημήτριο Διακόπουλο καὶ ἐπανεκδόθηκε ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ δαπάνη καὶ μέριμνα τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Ἀνθίμου Ρούσσα (τοῦ μετέπειτα Μητροπολίτου Ἀλεξανδρουπόλεως καὶ νῦν Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης). Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Θαλλελαίου, ποίημα Γεωργίου, ὑπάρχει καὶ στοὺς Λαυρεωτικοὺς Κώδικες Δ36, Δ45 καὶ Ω147.
.               Ὁ πολυάθλος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἅγιος Θαλλέλαιος ὁ ἰαματικὸς καὶ ἀνάργυρος τιμᾶται πανηγυρικὰ καὶ μὲ τὴν πρέπουσα ἐκκλησιαστικὴ λαμπρότητα στὴ Νάξο, ὅπου ὑπάρχει ὁμώνυμο χωριό, σὲ ἀπόσταση ἕξι χιλιομέτρων ἀνατολικὰ ἀπὸ τὴ Χώρα, τὴν πρωτεύουσα τοῦ νησιοῦ. Τὸ μικρὸ αὐτὸ χωριὸ πῆρε τὴν ὀνομασία του ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος εἶναι σήμερα ὁ ἐνοριακὸς ναὸς τοῦ χωριοῦ καὶ ἀποτελοῦσε τὸ καθολικὸ παλαιᾶς μονῆς, ἀφοῦ στὸν ἐξωτερικὸ τοῖχο τοῦ δίκλιτου ναοῦ ὑπάρχει ἡ μισοσβησμένη ἐπιγραφή: ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΣΑΓΡΕΔΟC (1501). Ἡ τιμὴ ποὺ ἀπολαμβάνει ὁ Ἅγιος Θαλλέλαιος στὴ Νάξο καὶ ἡ εὐλάβεια πρὸς τὸν θαυματουργὸ αὐτὸ Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε ἡ μνήμη του ἑορτάζεται πανηγυρικὰ καὶ σὲ ἄλλες ἐνορίες τοῦ νησιοῦ, καθὼς καὶ στὸ ὁμώνυμο παρεκκλήσιο στὸ χωριὸ Δαμαριώνας, ὅπως καὶ στὸ παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας Ἐλεούσης καὶ τοῦ Ἁγίου Θαλλελαίου στὴ Χώρα τῆς Νάξου. Παράλληλα ὁ Σύλλογος τῶν ἐν Ἀθήναις Ναξίων ἀφιέρωσε θαυμάσια εἰκόνα τοῦ Ἁγίου στὸν μεγαλοπρεπῆ ἱερὸ ναὸ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ Πατησίων. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐκ Νάξου Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης θαυμάζοντας τὴν ἀποδιδόμενη εὐλάβεια τῶν συμπατριωτῶν του πρὸς τὸν Ἅγιο, ἐποίησε πρὸς τιμήν του, ὅπως προαναφέρθηκε, Ἀκολουθία μετὰ Παρακλητικοῦ Κανόνος, ἡ ὁποία παρεδόθηκε στὴν Ἀποστολικὴ Διακονία γιὰ ἐπανέκδοση ἀπὸ τὸν κ. Μάρκο Κουτελιέρη, καταγόμενο ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἅγιος Θαλλέλαιος τῆς Νάξου κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἐφημερίου τοῦ χωριοῦ, π. Ἰακώβου Βαλέρη.
.       Ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου Θαλλελαίου μὲ ἐπίκεντρο τὴ Νάξο διαδόθηκε ὅμως καὶ σὲ ἄλλα νησιὰ τῶν Κυκλάδων. Ἔτσι στὴ γειτονικὴ Πάρο ὁ Ἅγιος τιμᾶται μὲ ὁμώνυμο ἐξωκκλήσιο στὴν τοποθεσία Σκλαβούνα τῆς Νάουσας, στὴν Ἀμοργὸ μὲ ὁμώνυμο παρεκκλήσιο στὴ Χώρα καὶ στὴ Μύκονο μὲ δύο ὁμώνυμα ἐξωκκλήσια στὶς περιοχὲς Ἀγγελικὰ καὶ Ὀμπρουδεχτάκη. Ἐπίσης στὴ Σίφνο ἑορτάζεται πανηγυρικὰ ἡ μνήμη του στὸν ἱερὸ μητροπολιτικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος Ἀπολλωνίας, ὅπου ὑπάρχει προσκυνητάρι μὲ ἀσημένια εἰκόνα τοῦ ἰαματικοῦ Ἁγίου, ἐνῶ στὴ Σαντορίνη ὁ Ἅγιος ἑορτάζεται στὸν κοιμητηριακὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τῆς Ἁγίας Ἄννης στὸ Παλιὸ Χωριό, ἀλλὰ καὶ στὴ χρονολογούμενη ἀπὸ τὸ 1651 γυναικεία ἱερὰ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἡμεροβιγλίου, ὅπου μέχρι τὸν σεισμὸ τοῦ 1956 ὑπῆρχε παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Θαλλελαίου. Ἀξιομνημόνευτος εἶναι καὶ ὁ παλαιὸς ἱερὸς ναὸς (ἐξωκκλήσιο) τοῦ Ἁγίου στὴν περιοχὴ τοῦ χωριοῦ Ἅγιο Γάλας τῆς Χίου, τὸ ὁποῖο παλαιότερα ὀνομαζόταν Ἅγιος Θαλλέλαιος ἢ Ἅγιος Θαλένης καὶ βρίσκεται στὸ βορειοδυτικὸ τμῆμα τοῦ νησιοῦ. Ὁ ναός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ παλαιότερος τοῦ χωριοῦ, ἀνεγέρθηκε ἀπὸ εὐλάβεια στὸν θαυματουργὸ μάρτυρα τοῦ 3ου μ.Χ. αἰώνα ἀπὸ τοὺς ἐγκατασταθέντες στὴν περιοχὴ χριστιανοὺς ποὺ προῆλθαν κατὰ τὶς μετακινήσεις τῶν πληθυσμῶν ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Κιλικίας, ὅπου διέλαμψε καὶ μαρτύρησε ὁ ἰαματικὸς Ἅγιος. Στὸν ἱστορικὸ αὐτὸ ναὸ τοῦ 11ου αἰώνα, ὁ ὁποῖος κοσμεῖται μὲ τὸ παλαιότερο στὴ Χίο ξυλόγλυπτο τέμπλο, σώζονται θαυμάσιες τοιχογραφίες μὲ σκηνὲς ἀπὸ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου. Ἐπίσης στὴν ἀκριτικὴ Ἀλεξανδρούπολη στὶς 12 Δεκεμβρίου 2012 τελέσθηκαν ὑπὸ τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου κ. Ἀνθίμου τὰ θυρανοίξια καὶ ἐγκαίνια τοῦ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Θαλλελαίου παρεκκλησίου ἐντός τοῦ Νοσοκομείου τῆς πόλεως, ἐνῶ στὸν ἰαματικὸ καὶ ἀνάργυρο Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἀφιερωμένο καὶ τὸ παρεκκλήσιο στὶς Ἐκκλησιαστικὲς Κατασκηνώσεις στὴν Πρώτη Φλωρίνης.
.           Ἂς ἐπικαλεσθοῦμε λοιπὸν τὶς πρεσβεῖες τοῦ τιμωμένου ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας στὶς 20 Μαΐου Ἁγίου ἐνδόξου μάρτυρος Θαλλελαίου τοῦ ἰαματικοῦ καὶ ἀναργύρου, τοῦ δι’ ἀποκεφαλισμοῦ τελειωθέντος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε καὶ ἐμεῖς, 18 αἰῶνες μετὰ τὸ ἔνδοξο μαρτύριό του, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, τὸ ἀγωνιστικὸ φρόνημα, τὴν ἀκλόνητη πίστη, ἀλλὰ καὶ τὴν παρρησία νὰ ὁμολογοῦμε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τόσο μέσα ἀπὸ τὶς διαπροσωπικές μας σχέσεις ὅσο καὶ μέσα ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμά μας, ὅπως μὲ τόση πίστη καὶ ἔνθεο ζῆλο ἔπραξε ὁ πολυάθλος καὶ θαυματουργὸς αὐτὸς μάρτυς τοῦ 3ου μ.Χ. αἰώνα.

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

Βιβλιογραφία

  • Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Θαλλελαίου τοῦ ἰαματικοῦ καὶ ἀναργύρου, Ἐκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας, Β΄ Ἔκδοσις, Ἀθῆναι 1996.
  • Γούναρη Γεωργίου Κων., Ἀπὸ τὴν Πολιτεία τῶν Ἁγίων, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γρεβενῶν, Γρεβενὰ 2009.
  • Μηλίτση Γεωργίου Θ., Οἱ Ἅγιοι εἴκοσι Ἀνάργυροι, Τρίκαλα 1997.
  • Φραγκομίχαλου Κωνσταντίνου Ε., Τὸ Ἅγιο Γάλας τῆς Χίου, Μνημεῖο Φύσης, Ἱστορίας καὶ Τέχνης, Ἐκδόσεις Ἄλφα Πί, Χίος 2008.

 

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.gr

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΟΣ (1779 – 1803) Ὁ ἐκ Λιγουδίστης τῆς Τριφυλίας καὶ ἐν Τριπόλει τῆς Πελοποννήσου μαρτυρικῶς ἀθλήσας καλλίνικος καὶ ἔνδοξος νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ.

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΟΣ (1779 – 1803)
κ Λιγουδίστης τς Τριφυλίας
κα
ν Τριπόλει τς Πελοποννήσου
μαρτυρικ
ς θλήσας καλλίνικος κα νδοξος νεομάρτυς το Χριστο

Γράφει ὁ Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

 

https://christianvivliografia.files.wordpress.com/2015/04/34ccb-agdimitriostripoleos-1.jpg.                     Μέσα στὴ σεπτὴ καὶ εὐλογημένη χορεία τῶν κλεινῶν νεομαρτύρων τῆς ἀμωμήτου χριστιανικῆς πίστεως συναριθμεῖται καὶ ὁ νεομάρτυς Ἅγιος Δημήτριος, ὁ γενναιότατος καὶ καρτερότατος αὐτὸς νεαρὸς ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ, ὁ δι’ ἀποκεφαλισμοῦ τελειωθεὶς στὶς 14 Ἀπριλίου 1803 στὴν ἱστορικὴ πόλη τῆς Τριπολιτσᾶς, τῆς ὁποίας ἔκτοτε εἶναι ὁ θερμὸς ἀντιλήπτωρ καὶ προστάτης. Ὁ Ἅγιος νεομάρτυς Δημήτριος ὁ Πελοποννήσιος γεννήθηκε τὸ 1779 στὴ συνοικία Κάτω Ρούγα τοῦ τότε χωριοῦ Λιγούδιστα, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ σημερινὴ κωμόπολη τῆς Χώρας Τριφυλίας τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας. Σύμφωνα μὲ τὸν βιογράφο του, Ὅσιο Νικηφόρο τὸν Χίο (1750-1821), ὁ Δημήτριος ἦταν ὁ δευτερότοκος υἱὸς τοῦ εὐσεβοῦς Ἠλία Καψαρίδη. Η ἐνάρετη μητέρα του ἀπεβίωσε ὅμως, ὅταν ὁ Δημήτριος ἦταν ἀκόμη βρέφος καὶ ἔτσι δὲν εἶχε τὴ χαρὰ νὰ τὴ γνωρίσει καὶ νὰ δεχθεῖ τὴ μητρικὴ ἀγάπη καὶ φροντίδα. Ὁ πατέρας του παντρεύτηκε γιὰ δεύτερη φορά, ἐλπίζοντας ὅτι ἡ νέα του σύζυγος θὰ περιβάλλει μὲ τὴν πρέπουσα ἀγάπη καὶ στοργὴ τοὺς δύο ὀρφανοὺς γιούς του. Ἀλλὰ ἡ μητριὰ συμπεριφέρθηκε στὰ δύο δυστυχισμένα παιδιὰ μὲ κακότητα καὶ ψυχρότητα. Ἔτσι τὰ δύο ὀρφανὰ μεγάλωσαν μέσα στὴ φτώχεια καὶ τὴ στέρηση, ἔχοντας δίπλα τους μία ἀδιάφορη καὶ κακότροπη γυναίκα, ἡ ὁποία τὰ περιφρονοῦσε καὶ τὰ κακομεταχειριζόταν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀντὶ γιὰ ἀγάπη καὶ φροντίδα, εἰσέπρατταν μίσος καὶ περιφρόνηση. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὰ ἀνάγκασε νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν πατρικὴ οἰκία καὶ νὰ βροῦν καταφύγιο καὶ ἐργασία στὴν Τρίπολη ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν τὸ ἐμπορικὸ κέντρο τῆς τουρκοκρατούμενης Πελοποννήσου μὲ πολλὰ ἐργαστήρια καὶ ἐμπορικὰ καταστήματα.
.                     Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του ἦρθε πρῶτος στὴν Τρίπολη καὶ ἔγινε ὑπηρέτης σὲ κάποια τουρκικὴ οἰκογένεια, ἐνῶ ὁ Δημήτριος γνωρίστηκε μὲ κάποιους κτίστες ποὺ ταξίδευαν ἀπὸ τόπο σὲ τόπο καὶ ἔκτιζαν οἰκοδομές. Κάποια στιγμὴ ἦρθε στὴν Τρίπολη καὶ ἄρχισε νὰ συναναστρέφεται μὲ παιδιὰ τουρκικῶν οἰκογενειῶν. Ὅμως ἡ προστριβή του μὲ τὸ συνεργεῖο τῶν κτιστῶν, ὅπου ἐργαζόταν, τὸν ἀνάγκασε νὰ καταφύγει στὴν τουρκικὴ οἰκογένεια τοῦ Βελῆ Μπαρμπέρη, ἡ ὁποία εἶχε κουρεῖο. Ἐκεῖ ἔμαθε τὴν τέχνη τοῦ κουρέα, ἐνῶ ταυτόχρονα παρασυρόμενος ἀπὸ τὶς δελεαστικὲς ὑποσχέσεις, ἀλλὰ καὶ τὶς συνεχεῖς ἀπειλὲς τῶν Τούρκων, ἀρνήθηκε τὴ χριστιανική του πίστη καὶ ἀπάσθηκε τὸν μουσουλμανισμό. Ἔτσι ὑποβλήθηκε σὲ περιτομή, φόρεσε τουρκικὰ ἐνδύματα καὶ σαρίκι στὸ κεφάλι καὶ μετονομάσθηκε Μεχμέτ. Στὸ μεταξὺ ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε τουρκέψει ἀκόμη, πληροφορηθεὶς τὰ γενόμενα, ἔτρεξε νὰ τὸν συναντήσει. Μόλις τὸν συνάντησε, ζήλεψε τὴν ἀπατηλὴ εὐτυχία του καὶ ἀσπάσθηκε καὶ ἐκεῖνος τὸν μουσουλμανισμό. Κάποια στιγμὴ ὅμως ὁ πατέρας τους πληροφορήθηκε ὅτι καὶ τὰ δύο του παιδιὰ ἔγιναν ἐξωμότες. Τότε αἰσθανόμενος ψυχικὴ συντριβὴ γιὰ τὸ θλιβερὸ κατάντημα τῶν γιῶν του, πῆγε ἀμέσως στὴν Τρίπολη γιὰ νὰ συναντήσει καὶ νὰ συνετίσει τὰ δύο δυστυχισμένα παιδιά του. Κανεὶς δὲν γνωρίζει, ἐὰν συνάντησε τὸν μεγαλύτερο γιό του. Ὁ Δημήτριος ὅμως πληροφορηθεὶς ὅτι τὸν ἀναζητᾶ ὁ πατέρας του, κρύφτηκε ἀπὸ ντροπή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ φόβο μήπως καὶ ἐξοργισθεῖ μαζί του ὁ Τοῦρκος ἀφέντης του. Ἔτσι ὁ καταπικραμένος πατέρας του πῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς γιὰ τὴ Λιγούδιστα.
.             Ἡ ἀπεγνωσμένη, ἀλλὰ ἄκαρπη προσπάθεια τοῦ πατέρα τοῦ νεαροῦ Δημητρίου δὲν πῆγε ὅμως χαμένη, ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶχε τὸν σκοπό του καὶ δὲν θὰ ἦταν ποτὲ δυνατὸν νὰ ἀπολεσθεῖ ὁ σπόρος τῆς χριστιανικῆς πίστεως στὴν ψυχὴ τοῦ Δημητρίου. Ἔτσι κάποια στιγμὴ συναισθάνθηκε τὸ τρομερὸ ἁμάρτημα τῆς προδοσίας τῆς πίστεώς του στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀρνήσεώς του νὰ συναντήσει τὸν πατέρα του, ὁ ὁποῖος ὑποβλήθηκε σὲ μεγάλο κόπο καὶ ταλαιπωρία γιὰ νὰ ἔρθει ἀπὸ τὴ Λιγούδιστα νὰ τὸν ἀνταμώσει. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ νεαρὸς Δημήτριος καταλήφθηκε ἀπὸ σωτήριους λογισμοὺς μετανοίας καὶ αὐτοκριτικῆς, ἀφοῦ ἡ θεία χάρις τὸν ἐπισκέφθηκε καὶ συνειδητοποίησε ὅτι εἶχε ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, εἶχε προδώσει τὴν πατρίδα του καὶ εἶχε φορέσει τουρκικὰ ἐνδύματα. Ἔχοντας λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς λογισμούς, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Τρίπολη καὶ ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ στὴν πατρίδα του γιὰ νὰ συναντήσει τὸν πατέρα του. Ἀλλὰ ἀντὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴ Λιγούδιστα, ἀκολούθησε ἀντίθετη κατεύθυνση καὶ μετὰ ἀπὸ ἀρκετὲς ὧρες πεζοπορία ἔφτασε στὸ χωριὸ Στεμνίτσα τῆς Ἀρκαδίας, ὅπου φιλοξενήθηκε στὸ σπίτι μίας εὐλογημένης χριστιανῆς. Ἐκεῖ πληροφορήθηκε ὅτι εἶχε πάρει λανθασμένο δρόμο καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Τρίπολη καὶ νὰ βρεῖ κάποιον ποὺ θὰ τοῦ ἔδειχνε τὸν σωστὸ δρόμο γιὰ νὰ μεταβεῖ στὴν πατρίδα του. Ἀφοῦ ἐπέστρεψε στὴν Τρίπολη, ἐργάσθηκε ὡς κουρέας στὸν Τοῦρκο ἀφέντη του μέχρι νὰ βρεῖ τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ποὺ θὰ τὸν ὁδηγοῦσε στὴ Λιγούδιστα. Ὅμως στὴν Τρίπολη γνωρίσθηκε μὲ κάποιους χριστιανοὺς ποὺ θὰ ταξίδευαν στὴ Σμύρνη. Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ μὴν ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του, ἀλλὰ νὰ ἀναζητήσει καινούργιους κόσμους.
.               Ἔτσι ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴν οἰκία τοῦ Τούρκου Βελῆ καὶ ὅταν ἔφτασε στοὺς Μύλους τῆς Ἀργολίδος, ἐπιβιβάσθηκε σὲ πλοῖο μὲ προορισμὸ τὴ Σμύρνη. Μόλις ἔφτασε ἐκεῖ, πέταξε ἀμέσως τὰ τουρκικὰ ἐνδύματα, φόρεσε χριστιανικὸ χιτώνα καὶ ἄρχισε νὰ συναναστρέφεται μόνο μὲ χριστιανούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἔμαθε πολλὰ γιὰ τοὺς ἁγίους τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ τὰ μαρτύρια ποὺ ὑπέστησαν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Οἱ συναρπαστικὲς αὐτὲς διηγήσεις τὸν ἀναγέννησαν πνευματικὰ καὶ τὸν ἔκαναν νὰ συνειδητοποιήσει τὸ τρομερὸ ἁμάρτημα τῆς ἀρνησιθρησκείας. Στὴ συνέχεια ἀναχώρησε γιὰ τὴ Μαγνησία τῆς Μ. Ἀσίας, ὅπου φιλοξενήθηκε σὲ κάποιους γνωστούς του, ἐνῶ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἐξομολογηθεῖ τὰ ἁμαρτήματά του. Μάλιστα ἐξομολογήθηκε σ’ ἕναν πνευματικό, ἀλλὰ οἱ ἐπικρατοῦσες συνθῆκες στὴ Μαγνησία δὲν ἦταν εὐνοϊκὲς οὔτε γιὰ ἐκεῖνον οὔτε καὶ γιὰ τοὺς ὑπόλοιπους χριστιανούς. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ τὴν ἐπιδημία πανούκλας ποὺ ἐνέσκυψε στὴν πόλη, τὸν ἀνάγκασαν νὰ καταφύγει σὲ κοντινὸ χωριό, ὅπου ὅλοι οἱ κάτοικοι ἦταν χριστιανοί. Κατόπιν ἀναχώρησε γιὰ τὶς Κυδωνίες (σημερινὸ Ἀϊβαλὶ) καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπισκέφθηκε τὴν περίφημη Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου ποὺ βρισκόταν στὸ Μοσχονήσι γιὰ νὰ ἐξομολογηθεῖ στὸν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς τὸ θανάσιμο ἁμάρτημα τῆς ἀρνήσεως τῆς χριστιανικῆς του πίστεως. Ἡ εἰλικρινὴς ἐξομολόγησή του τὸν ἠρέμησε ψυχικὰ καὶ ἔτσι ἀνακουφίσθηκε ἀπὸ τὸ φοβερὸ ὀλίσθημά του. Παρόλα αὐτὰ πίστευε ὅτι μόνο μὲ τὸ αἷμα του θὰ μποροῦσε νὰ ξεπλύνει τὴ μεγάλη προδοσία του.
.               Στὸ μεταξὺ ὁ Δημήτριος ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης προσέλευσης πιστῶν στὴ Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου μὲ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα, ἀναγκάσθηκε νὰ ἀναζητήσει ἐργασία στὸ Μοσχονήσι, ὅπου γιὰ ἕνα χρόνο ἐργάσθηκε σὲ καφενεῖο. Ὅμως οὔτε καὶ ἐκεῖ βρῆκε τὴν ψυχική του ἀνάπαυση, γεγονὸς ποὺ τὸν ὁδήγησε καὶ πάλι στὴ Μονὴ γιὰ νὰ προσκυνήσει τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ζητώντας ἀπὸ τὸν Ἅγιο νὰ τὸν ἐνισχύσει καὶ τάζοντάς του ἕνα ἀσημένιο καντήλι. Κατόπιν ἐπέστρεψε στὶς Κυδωνίες, ὅπου ἐργάσθηκε ὡς κουρέας καὶ μάλιστα μέσα ἀπὸ τὴν ἐργασία του κέρδισε πολλὰ χρήματα. Τὸ ἀνέλπιστα μεγάλο χρηματικὸ ποσὸ ποὺ ἀπέκτησε ἀπὸ τὴν ἐργασία του, τὸ θεώρησε ὡς θαῦμα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, πρὸς τιμὴν τοῦ ὁποίου ἀγόρασε τὸ ἀργυρὸ καντήλι ποὺ εἶχε ὑποσχεθεῖ στὸν Ἅγιο. Παράλληλα τὴν περίοδο αὐτὴ συνδέθηκε μὲ φιλία μ’ ἕναν συμπατριώτη τοῦ ἔμπορο ποὺ ἦταν χριστιανός, ὁ ὁποῖος τοῦ διάβαζε τὸν βίο τῶν νεομαρτύρων τῆς πίστεώς μας. Μέσα μάλιστα ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῶν συναξαρίων ἀναζωπυρώθηκε ἡ φλόγα τῆς ἀγάπης του στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἀλλὰ καὶ τῆς διακαοῦς ἐπιθυμίας του νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸ ὄνομά Του. Γι’ αὐτὸ καὶ σταμάτησε νὰ ἐξασκεῖ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ κουρέα καὶ ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε καὶ πάλι τὴ Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, παρακάλεσε τὸν Ἡγούμενο νὰ τὸν συμβουλεύσει τί νὰ πράξει γιὰ νὰ ξεπλύνει τὸ ἁμάρτημά του. Τότε ἐκεῖνος τὸν ἔστειλε στὴ Χίο γιὰ νὰ τὸν καθοδηγήσει πνευματικὰ ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου (1731 – 1805), ὁ ὁποῖος ἐφησύχαζε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὸ Μονύδριο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου στοὺς βορειανατολικοὺς πρόποδες τοῦ ορους Αἶπος πάνω ἀπὸ τὴν κωμόπολη τοῦ Βροντάδου.
.                 Ὅταν ὁ Δημήτριος ἔφτασε στὴ μυροβόλο καὶ ἁγιοτόκο νῆσο Χίο ὁ Ἅγιος Μακάριος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἔμπειρος πνευματικὸς καὶ γνωστὸς ἀλείπτης νεομαρτύρων, τὸν ὑποδέχθηκε μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ ἀφοῦ τὸν παρηγόρησε, τὸν ἐπαίνεσε γιὰ τὴν ἀγάπη του στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὴν προθυμία του νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸ ὄνομά Του. Τὸν συμβούλεψε ὅμως νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἰδέα τοῦ μαρτυρίου, διότι ἐξ αἰτίας τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του μπορεῖ νὰ μὴν ἄντεχε τὰ βασανιστήρια καὶ ἔτσι νὰ ὑπέπιπτε γιὰ δεύτερη φορὰ στὸ ἁμάρτημα τῆς ἀρνησιθρησκείας. Τοῦ τόνισε μάλιστα ὅτι ἡ εἰλικρινὴς μετάνοιά του εἶναι ἀρκετὴ γιὰ νὰ συγχωρεθοῦν τὰ ἁμαρτήματά του καὶ τοῦ παρουσίασε ὡς παράδειγμα τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος ἀρνήθηκε τὸν Χριστό, ἀλλὰ σώθηκε χάρη στὴ μετάνοιά του, ὅπως σώθηκαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ποὺ ἁμάρτησαν ποικιλοτρόπως ἢ ἀρνήθηκαν τὸν Χριστό. Ὁ γενναιότατος ὅμως Δημήτριος τοῦ ἀπάντησε ὅτι ἐλπίζει στὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν μαρτύρων καὶ τὸ κραταίωμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα ἡ χάρη Του θὰ τὸν ἐνδυναμώσει γιὰ νὰ ὑποφέρει τὰ βασανιστήρια καὶ τὰ σωματικὰ τραύματα. Τοῦ τόνισε ἐπίσης ὅτι μόνο μὲ τὸ αἷμα του θὰ ξεπλύνει τὸν ρύπο τῆς ψυχῆς του καὶ μόνο μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ βρεῖ τὴν ποθούμενη ψυχικὴ ἠρεμία καὶ ἀνάπαυση.
.             Στὶς πατρικὲς νουθεσίες καὶ προτροπὲς τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ ὁ εὐλογημένος Δημήτριος δὲν ἐναντιώθηκε καθόλου, ἀλλὰ σιώπησε, ἀκούγοντας μὲ προσοχὴ καὶ σεβασμὸ τὶς συμβουλές του. Μάλιστα σύμφωνα μὲ τὸν βιογράφο του, Ὅσιο Νικηφόρο τὸν Χίο, ἐνισχύθηκε τόσο πολὺ μέσα στὴν ψυχή του ἡ φλόγα τῆς ἀγάπης του στὸν Θεό, ὥστε ἄρχισε νὰ ἐπιδίδεται σὲ σκληροὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες μὲ αὐστηρὲς νηστεῖες, ἀδιάλειπτες προσευχές, ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες, ἀμέτρητες γονυκλισίες καὶ συνεχεῖς παρακλήσεις στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Μέσα ἀπὸ τὸν ἀκατάπαυστο πνευματικό του ἀγώνα ἔκλαιγε συντετριμμένος, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Πέτρος καὶ ἀναστέναζε ἐκ βάθους καρδίας, ὅπως ὁ Τελώνης. Ὅλα ὅμως ὅσα ἔκανε, τοῦ φαίνονταν λίγα γιὰ νὰ ἐξιλεώσει τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ χτυποῦσε μὲ τὰ χέρια του τόσο πολὺ τὸ στῆθος, τὸ πρόσωπο καὶ τὸ κεφάλι του, ὥστε ἔτρεχε αἷμα ἀπὸ τὴ μύτη του. Παράλληλα εἶχε ὑποβάλει τὸν ἑαυτό του καὶ σὲ μία ἄλλη ἄσκηση. Χρησιμοποιοῦσε ἕνα σπήλαιο ποὺ βρισκόταν στοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους Αἶπος παράμερα ἀπὸ τὸ Μονύδριο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου ὡς τόπο προσευχῆς καὶ αὐτοσυγκέντρωσης. Μάλιστα στὸ σπήλαιο αὐτό, ὅπου ἐπικρατοῦσε πολὺ χαμηλὴ θερμοκρασία ἐξ αἰτίας τοῦ χειμώνα, ὑπῆρχε μεγάλη ὑγρασία, ἀφοῦ τὸ διαπερνοῦσε νερό.
.             Στὸ μεταξὺ ὁ Ἅγιος Μακάριος εἶχε γίνει μεγαλόσχημος μοναχὸς καὶ μὲ βάση τοὺς κανόνες τοῦ μοναχισμοῦ δὲν ἐπιτρεπόταν πλέον νὰ ἱερουργεῖ, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ ἐξομολογεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ καθ’ ὑπόδειξή του κατέφυγε ὁ Δημήτριος στὸν Ὅσιο Νικηφόρο τὸν Χίο, γιὰ νὰ καθοδηγηθεῖ πνευματικά. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ πνευματικὸς τὸν συμβούλεψε νὰ ἐξαλείψει τὸ ἁμάρτημά του μὲ τὴ συνεχῆ μετάνοια καὶ ὄχι μὲ τὸ μαρτύριο. Κανεὶς ὅμως δὲν μποροῦσε πλέον νὰ τὸν ἐμποδίσει ἀπὸ τὴν ἀπόφασή του νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ζήτησε τὴν ἄδεια καὶ τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ του νὰ ἐπιστρέψει στὴν Τρίπολη γιὰ νὰ ὁμολογήσει τὸν Κύριο ἐνώπιον τῶν Τούρκων καὶ νὰ συναντήσει τὸν ἀδελφό του, ὥστε νὰ τὸν παρακινήσει νὰ ὁμολογήσει καὶ ἐκεῖνος τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Βλέποντας ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ὁ Χίος τὴ σταθερὴ καὶ ἀμετάβλητη ἀπόφαση τοῦ Δημητρίου, τὸν συμβούλεψε μὲ τὶς ἀπαραίτητες πνευματικὲς νουθεσίες καὶ ἀφοῦ τοῦ ἔδωσε μία συστατικὴ ἐπιστολή, τὸν ἔστειλε στὴν Πελοπόννησο γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Ἱεροκήρυκα Ἀγάπιο τὸν ἐκ Δημητσάνης καταγόμενο καὶ ἐν Ἄργει διατρίβοντα.
.               Φτάνοντας ὅμως ὁ Δημήτριος στὸ Ἄργος δὲν κατόρθωσε νὰ βρεῖ καὶ νὰ συναντήσει τὸν Ἀγάπιο καὶ νὰ τοῦ ἐπιδώσει τὴν ἐπιστολή, ἀλλὰ ἔμεινε στὸ σπίτι κάποιου εὐσεβοῦς χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος γιὰ νὰ τοῦ ἐξάψει τὸν πόθο τοῦ μαρτυρίου, τοῦ διάβαζε νυχθημερὸν τὸ Νέο Μαρτυρολόγιο ποὺ περιέχει τὰ συναξάρια τῶν νεομαρτύρων τῆς πίστεώς μας. Στὸ Ἄργος ὁ Δημήτριος ἔμεινε ὁλόκληρη τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, καθὼς καὶ τὴν ἑβδομάδα τῆς Διακαινησίμου, ἀλλὰ ἐξ αἰτίας τῆς μὴ ἐμφανίσεως τοῦ ἱεροκήρυκος Ἀγαπίου ἀναγκάσθηκε νὰ φύγει ἀπὸ ἐκεῖ καὶ νὰ μεταβεῖ στὴν Τρίπολη γιὰ νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ μαρτυρήσει. Στὴν πορεία του πέρασε ἀπὸ τὸ ὄρος Ἀρτεμίσιο ποὺ χωρίζει τὴν Ἀρκαδία ἀπὸ τὴν Ἀργολίδα καὶ ἐπισκέφθηκε τὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Παναγίας Γοργοεπηκόου, ἡ ὁποία ἱδρύθηκε τὸν 11ο αἰώνα καὶ βρίσκεται στὸν ἐπιβλητικὸ βράχο τοῦ Γουλᾶ πάνω ἀπὸ τὸ χωριὸ Τσηπιανὰ ποὺ εἶναι ἡ σημερινὴ Νεστάνη. Τὸ εὐλογημένο αὐτὸ μοναστήρι τῆς ἱστορικῆς ἀρκαδικῆς γῆς ἀποτέλεσε ἕνα πνευματικὸ καταφύγιο γιὰ τὸν πυρπολούμενο ἀπὸ θεῖο ἔρωτα νεαρὸ Δημήτριο, ἀφοῦ παρέμεινε ἐκεῖ προσευχόμενος ὅλη τὴ νύχτα καὶ ἐπικαλούμενος τὶς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Τὴν ἄλλη ἡμέρα ξεκίνησε τὴν πορεία του γιὰ τὴν Τρίπολη. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὴ πεζοπορία ἔφθασε στὸ χωριὸ Μερκοβούνι καὶ κάθισε κάτω ἀπὸ ἕνα δένδρο γιὰ νὰ ξεκουρασθεῖ. Εἰς ἀνάμνησιν τοῦ περάσματος τοῦ νεομάρτυρος Δημητρίου ἀπὸ τὸ ἀρκαδικὸ αὐτὸ χωριὸ οἱ εὐσεβεῖς κάτοικοί του ἀνήγειραν στὸ σημεῖο, ὅπου κάθισε ὁ γενναῖος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ, περικαλλῆ ἐνοριακὸ ναὸ ἐπ’ ὀνόματί του καὶ καθιερώθηκε νὰ ἑορτάζεται κατ’ ἔτος τὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων ἡ πανίερη μνήμη του μὲ λαμπρὰ πανήγυρη. Μετὰ τὴ σύντομη στάση τοῦ Δημητρίου στὸ Μερκοβούνι κατευθύνθηκε στὴν Τρίπολη καὶ ἔφτασε ἐκεῖ τὴ Δευτέρα τῆς ἑβδομάδος τοῦ Θωμᾶ. Ἀμέσως πῆγε στὸ σπίτι κάποιου χριστιανοῦ, ποὺ ἦταν γνωστὸς τοῦ πρώην Τούρκου ἀφέντη του, ἐνῶ σὲ ὅλους ἀπευθυνόταν μὲ τὸν γνωστὸ ἀναστάσιμο χαιρετισμὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Τὸ ἴδιο βράδυ συνάντησε μερικοὺς εὐλαβεῖς κληρικοὺς καὶ ἐνάρετους χριστιανοὺς καὶ τοὺς ἀνακοίνωσε τὴ σταθερὴ πρόθεση καὶ ἀμετάκλητη ἀπόφασή του νὰ ὁμολογήσει τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μαρτυρήσει γιὰ Ἐκεῖνον. Ὅλοι ὅμως προσπάθησαν νὰ τὸν ἀποτρέψουν, προβάλλοντας τὸν κίνδυνο ὅτι δὲν θὰ ἀντέξει τὰ σκληρὰ βασανιστήρια, ἐνῶ ἐξέφρασαν καὶ τὸν φόβο ὅτι οἱ Τοῦρκοι θὰ ἐξαπολύσουν διωγμὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν. Ἀλλὰ ὁ θαρραλέος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ τοὺς ἀπάντησε μὲ παρρησία: «Θαρσεῖτε, ἀδελφοί μου, διότι ὅλες μου τὶς ἐλπίδες τὶς ἔχω στὸν Θεό. Ἐκεῖνος καθὼς ἐνδυνάμωσε ὅλους τοὺς Ἁγίους Μάρτυρες, θὰ ἐνδυναμώσει καὶ ἐμὲ τὸν ἄθλιο νὰ ἐξαλείψω τὴν ἁμαρτία μου μὲ τὸ αἷμα μου».
.               Μεταξὺ τῶν εὐλαβῶν ἱερέων ἦταν καὶ ὁ π. Ἀντώνιος, ὁ ὁποῖος προσπάθησε μὲ κάθε τρόπο νὰ ἐμποδίσει τὸν Δημήτριο στὴν ἀπόφασή του νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό. Βλέποντας ὅμως τὴν ἀδιαλλαξία τοῦ νεαροῦ ἀθλητοῦ τῆς πίστεως, τοῦ πρότεινε νὰ προσευχηθοῦν θερμὰ στὸν Θεὸ καὶ ὅ,τι τοὺς ἀποκαλύψει, αὐτὸ καὶ νὰ πράξουν τὴν ἑπόμενη ἡμέρα. Τότε ὁ Δημήτριος διανυκτέρευσε στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου ποὺ βρίσκεται πλησίον τῶν στρατώνων τῆς Τριπόλεως. Μάλιστα παρέμεινε ἄγρυπνος καὶ προσευχόμενος ὅλη τὴ νύχτα, ἐνῶ ὁ ἱερεὺς Ἀντώνιος πῆγε στὴ Μητρόπολη, ὅπου κάποια στιγμὴ μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ ἀποκοιμήθηκε. Στὸν ὕπνο του εἶδε τότε ἕνα μεγάλο στράτευμα μὲ πολλοὺς στρατιῶτες. Στὴ μέση ὑπῆρχε ἕνα χρυσοστολισμένο ἅρμα ποὺ ἔσερναν δύο ἄσπρα ἄλογα καὶ ὁ ἁμαξηλάτης ἦταν ἕνας ὡραιότατος ξανθὸς ἄνθρωπος μὲ λίγα γένια καὶ μὲ ἐνδύματα ἄσπρα καὶ πράσινα, ἐνῶ στὴ μέση του ἔφερε ἕνα μεγάλο σπαθί. Πίσω ἀπὸ τὴν ἅμαξα ἀκολουθοῦσε ὁ Δημήτριος ἔχοντας στὸ κεφάλι του λευκὸ σεντόνι καὶ πλησιάζοντας τὸν π. Ἀντώνιο, τοῦ εἶπε δύο φορὲς νὰ σηκωθεῖ. Ὁ ἱερέας ὅμως συνέχισε νὰ κοιμᾶται καὶ τότε ὁ Δημήτριος τοῦ ἔπιασε τὸ χέρι καὶ τοῦ φώναξε δυνατὰ νὰ σηκωθεῖ, διότι τώρα εἶναι καιρός. Μόλις ὁ π. Ἀντώνιος ξύπνησε ἀπὸ τὸ ὄνειρο, ἔτρεξε νὰ συναντήσει τὸν Δημήτριο, ὁ ὁποῖος ἔτρεξε καὶ αὐτὸς γιὰ νὰ συναντήσει τὸν ἱερέα. Στὴν ἐρώτηση τοῦ π. Ἀντωνίου ἐὰν εἶδε κάποιο σημεῖο ἀπὸ τὸν Θεό, ἐκεῖνος ἀπάντησε ἀρνητικά. Ἀλλὰ στὴν ἐπιμονὴ τοῦ ἱερέα ὁ Δημήτριος τοῦ ἀποκάλυψε τὴ θεόσταλτη ὀπτασία ποὺ εἶχε δεῖ. Ἔτσι κατὰ τὴν τέταρτη ὥρα τῆς νύχτας καὶ ἀφοῦ εἶχε προσευχηθεῖ, εἶδε μία θαυμαστὴ λάμψη καὶ ἕνα οὐράνιο φῶς, τὸ ὁποῖο τὸν περικύκλωσε. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ φῶς εἶδε ἕναν ἄνδρα μὲ λευκὰ ἐνδύματα, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε νὰ μὴν φοβᾶται καὶ νὰ συνεχίσει τὸν ἀγώνα του μὲ θάρρος, ἀφοῦ θὰ βρίσκεται δίπλα του. Παρόλο βέβαια ποὺ ὁ Δημήτριος φοβήθηκε ἀπὸ τὴ θαυμαστὴ αὐτὴ ἀποκάλυψη, ἔνιωσε ἐνισχυμένος καὶ χαρούμενος καὶ γι’ αὐτὸ ἔπεσε στὴ γῆ καὶ προσευχόταν. Μάλιστα τὴ σκηνὴ μὲ τὸν λευκοφορεμένο ἄνδρα τὴν εἶδε τρεῖς φορές, ἀλλὰ κατόπιν ἐξαφανίσθηκε ἀπὸ μπροστά του ὁ θαυμαστὸς αὐτὸς ἄνθρωπος καὶ τὸ οὐράνιο φῶς. Μετὰ τὴν ἐξιστόρηση τῶν ὑπερφυῶν αὐτῶν γεγονότων ὁ Δημήτριος ἐξομολογήθηκε στὸν π. Ἀντώνιο καὶ ἀφοῦ κοινώνησε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἔφυγε ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὅπου πέρασε τὴν τελευταία νύχτα τοῦ ἐπιγείου βίου του.
.               Τὸ πρωὶ κατευθύνθηκε στὸ κέντρο τῆς Τριπόλεως γιὰ νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν οἱ Τοῦρκοι. Παρόλο ὅμως ποὺ περιῆλθε τὴν πόλη τρεῖς φορές, κανεὶς δὲν τὸν ἀναγνώρισε καὶ ἔτσι ἐπέστρεψε στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου κατ’ ἐντολὴν τοῦ π. Ἀντωνίου, ὁ ὁποῖος τὸν παρηγόρησε, ἐπειδὴ εἶχε περιέλθει σὲ βαθιὰ λύπη, ἐπειδὴ δὲν τὸν ἀναγνώρισαν. Τότε ὁ σεβάσμιος καὶ εὐλαβὴς ἱερέας τὸν παρότρυνε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἰδέα τοῦ μαρτυρίου, διότι ἦταν ἤδη μάρτυς κατὰ προαίρεση καὶ ἑπομένως εἶχε ἐκπληρώσει τὸ χρέος του. Μάλιστα τοῦ πρότεινε νὰ πάει νὰ ζήσει σὲ χριστιανικὸ τόπο, ἐφαρμόζοντας πιστὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἄλλωστε θὰ Τὸν εὐαρεστοῦσε. Ἀλλὰ ὁ πυρπολούμενος ἀπὸ ἀγάπη στὸν Κύριο καὶ ἀπὸ πόθο γιὰ τὸ μαρτύριο Δημήτριος τοῦ ἀπάντησε ὅτι πρέπει νὰ θυσιασθεῖ γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ νὰ ὁμολογήσει τὸ ὄνομά Του ἐνώπιον τῶν ἀπίστων. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑποστεῖ ὅλα τὰ βασανιστήρια γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Τότε ὁ π. Ἀντώνιος κατάλαβε ὅτι ὁ Κύριος παρίσταται ἀοράτως καὶ δέχεται πρόθυμα τὴν ἀπόφασή του.
.                   Εὐθὺς ἀμέσως ὁ γενναῖος ὁπλίτης τοῦ Χριστοῦ πῆγε στὸ κουρεῖο τοῦ πρώην Τούρκου ἀφέντη του καὶ χαιρέτησε τοὺς παριστάμενους μὲ τὸν ἀναστάσιμο χαιρετισμὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Στὸ ἐρώτημα κάποιων ποιὸς εἶναι, ἀπάντησε ὅτι εἶναι ὁ Δημήτριος, αὐτὸς δηλαδὴ ποὺ μέσα σ’ αὐτὸ τὸ κατάστημα ἀρνήθηκε τὸν Θεό του, τὸν Ὁποῖο ἦρθε τώρα νὰ ὁμολογήσει ἐκεῖ ποὺ Τὸν ἀρνήθηκε. Μόλις οἱ παριστάμενοι χριστιανοὶ ἄκουσαν αὐτά, ἔφυγαν τρομοκρατημένοι, ἐνῶ ἕνας νεαρὸς Τοῦρκος ποὺ ἦταν γνωστὸς τοῦ Δημητρίου καὶ εἶχε μάθει τὴν τέχνη τοῦ κουρέα, τοῦ εἶπε νὰ σταματήσει νὰ λέει τέτοιες κουβέντες καὶ νὰ λυπηθεῖ τὴ ζωή του, διότι ἐὰν τὰ μάθουν αὐτὰ οἱ Τοῦρκοι, θὰ τὸν θανατώσουν. Τότε ὁ Δημήτριος τοῦ ἀπάντησε μὲ παρρησία ὅτι ὁ σκοπὸς ποὺ βρίσκεται ἐκεῖ, εἶναι νὰ ξεπλύνει μὲ τὸ αἷμα του τὸ ἁμάρτημά του. Στὸ ἄκουσμα αὐτῶν τῶν λόγων ὁ νεαρὸς Τοῦρκος τοῦ εἶπε νὰ ἔρθει στὴν αὐλὴ γιὰ νὰ τοῦ κόψει μὲ ξυράφι τὸν λαιμό του. Ἀμέσως μὲ μεγάλη χαρὰ ὁ Δημήτριος ἔσκυψε τὸ κεφάλι του καὶ τὸν παρότρυνε νὰ πράξει αὐτὸ ποὺ εἶχε ἀποφασίσει. Ὁ Τοῦρκος ὅμως φοβήθηκε καὶ ἔφυγε, λέγοντάς του: «Νὰ τὸ εὕρης αὐτὸ ἀπὸ κάποιον ἄλλο». Κατόπιν ὁ θαρραλέος Δημήτριος κάθισε ἔξω ἀπὸ τὸ κουρεῖο τοῦ Βελὴ Μπαρμπέρη ποὺ ἦταν τὸ πρώην ἀφεντικό του. Μόλις τὸν εἶδε ὁ Βελής, προσπάθησε μὲ ἀπατηλὲς ὑποσχέσεις ἀγαθῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ φοβερὲς ἀπειλὲς νὰ τὸν μεταπείσει. Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ δήλωσε μὲ παρρησία τὴ χριστιανική του ἰδιότητα. Μάλιστα ὁ Βελὴς τοῦ ὑποσχέθηκε νὰ τοῦ δώσει ἀσημένια νομίσματα γιὰ νὰ φύγει ἀπὸ τὴν Τρίπολη καὶ ἔτσι νὰ ζήσει ἐλεύθερος, ὅπου ἐπιθυμεῖ. Ἡ σθεναρὴ ὅμως ὁμολογία τοῦ νεαροῦ ἀθλητοῦ τῆς πίστεως ὅτι πιστεύει στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ὅτι ἐπιθυμεῖ διακαῶς νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸ ὄνομά Του, ἐξόργισε τὸν Βελή, ἀλλὰ καὶ ἄλλους Τούρκους ποὺ πληροφορήθηκαν ὅτι κάποιος χριστιανὸς ποὺ εἶχε τουρκέψει, ἀρνήθηκε τὴν πίστη του στὸν Μωάμεθ καὶ ἐπέστρεψε στὴν παλαιά του θρησκεία. Μάλιστα ἕνας αἱμοβόρος Τοῦρκος τὸν ἅρπαξε, ὅπως ὁ λύκος τὸ ἀρνί, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὸν Τοῦρκο ἡγεμόνα τῆς Τριπόλεως. Καθ’ ὁδὸν τὸν ἔβαλε μέσα σὲ κάποιο κατάστημα γιὰ νὰ ψάξει στὰ ροῦχα του γιὰ τυχὸν ὑπάρχοντα χρήματα. Ὁ ἰδιοκτήτης ὅμως τοῦ καταστήματος ἦταν χριστιανὸς καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τὸν ἀπολύσει, δίνοντας στὸν Τοῦρκο τὰ χρήματα. Ἀλλὰ ὁ Δημήτριος ἀπέρριψε μία τέτοια πρόταση καὶ κατόπιν ὁδηγήθηκε στὸν ἐπίτροπο τοῦ Τούρκου ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος προσπάθησε μὲ κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις, ἀλλὰ καὶ μὲ συνεχεῖς ἀπειλὲς νὰ τὸν ἐπαναφέρει στὴ μουσουλμανικὴ θρησκεία. Ὁ Δημήτριος ὅμως ἔμεινε σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος στὴν πίστη του, γεγονὸς ποὺ τὸν ὁδήγησε στὸν δικαστή. Στὸν δρόμο μάλιστα τοῦ κρατοῦσαν τόσο σφιχτὰ τὸ δεξί του χέρι, ὥστε δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τὸν σταυρό του, ἀλλὰ ἀπαίτησε νὰ μὴν τὸν ἀγγίξει κανείς, ἀφοῦ ἑκούσια ὁδηγεῖτο στὸ μαρτύριο. Στὸν δικαστὴ ὁ γενναῖος Δημήτριος δήλωσε σὲ ἑλληνικὴ γλώσσα ὅτι ἦταν καὶ εἶναι χριστιανὸς καὶ προσκυνᾶ τὸν Χριστὸ ὡς ἀληθινὸ Θεό. Ὁ δικαστὴς ὅμως δὲν γνώριζε ἑλληνικὰ καὶ ζήτησε ἀπὸ κάποιον Τοῦρκο νὰ τοῦ ἐπαναλάβει αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ Δημήτριος. Ὁ διερμηνέας Ἀγαρηνὸς ἀποκρίθηκε τότε ψευδῶς, δηλαδὴ ὅτι ὁ Δημήτριος εἶπε ὅτι ἦταν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι Τοῦρκος. Ἀμέσως ὁ γενναῖος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ διαμαρτυρήθηκε λέγοντας στὰ τουρκικὰ ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ θέλει νὰ πεθάνει μὲ τὴ χριστιανική του ἰδιότητα. Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ δικαστὴς δὲν θέλησε νὰ ἐκδώσει θανατικὴ ἀπόφαση, ἀλλὰ τὸν ἔστειλε στὸν Τοῦρκο ἡγεμόνα Μουσταφά, ὁ ὁποῖος τοῦ ὑποσχέθηκε πάμπολλα ἀγαθά, ὅπως χρυσοχάλκινα ἄλογα, ἀκριβὰ ἐνδύματα καὶ ἄφθονο χρυσάφι καὶ ἀσήμι. Ὁ Δημήτριος ὅμως ἔμεινε σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος στὴν πίστη του καὶ δήλωσε καὶ πάλι μὲ παρρησία τὴν ὁμολογία του στὸν Κύριο. Στὸ ἄκουσμα αὐτῆς τῆς θαρραλέας ὁμολογίας πίστεως ὁ ἡγεμόνας ἀποφάσισε τὴ δι’ ἀποκεφαλισμοῦ θανάτωσή του.
.             Ἔτσι ἔμπλεως χαρᾶς ὁ νεαρὸς ἀθλητὴς τῆς πίστεως καὶ πρώην ἐξωμότης Δημήτριος ὁδηγήθηκε στὸν τόπο τῆς καταδίκης του. Καθ’ ὁδὸν ζητοῦσε συγχώρηση ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ποὺ συναντοῦσε, ἐνῶ ὅταν ἔφτασε στὸ μέσο τῆς ἀγορᾶς ἔστρεψε τὸ κεφάλι του στὸν οὐρανὸ καὶ μὲ δυνατὴ φωνὴ δόξασε τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος τὸν ἀξίωσε νὰ φθάσει σ’ αὐτὴ τὴν εὐλογημένη στιγμὴ καὶ νὰ δώσει τὸ αἷμα του γιὰ τὸ ὄνομά Του. Ἡ θανατικὴ ἐκτέλεση τοῦ γενναίου μάρτυρος Δημητρίου ἔλαβε χώρα στὴν ψαραγορά, ἀφοῦ πρῶτα ὁ δήμιος μὲ τὸν μάρτυρα πέρασαν ἀπὸ τὸ κουρεῖο τοῦ πρώην Τούρκου ἀφεντικοῦ του. Κατόπιν ὁ δήμιος μὲ τρία χτυπήματα ἀποκεφάλισε τὸν νεαρὸ ὁπλίτη τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Κύριο, τὸν Ὁποῖο μὲ τόση ἀγάπη καὶ πίστη ὁμολόγησε. Ἡ δι’ ἀποκεφαλισμοῦ μαρτυρικὴ τελείωση τοῦ νεομάρτυρος Ἁγίου Δημητρίου τοῦ ἐκ Λιγουδίστης τῆς Τριφυλίας ἔλαβε χώρα στὶς 14 Ἀπριλίου 1803, ἡμέρα Τρίτη της ἑβδομάδος τοῦ Θωμᾶ καὶ ὥρα ἑβδόμη ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὶς 1 τὸ μεσημέρι.

.               Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ νεομάρτυρος ἔμεινε ἄταφο στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες καὶ πολυάριθμοι χριστιανοί, μόλις πληροφορήθηκαν τὴ θανάτωση τοῦ Δημητρίου, ἔτρεξαν γιὰ νὰ λάβουν κάποια εὐλογία ἀπὸ τὸν ἔνδοξο μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, εἴτε αἷμα, εἴτε τεμάχιο ἀπὸ τὰ ροῦχα του εἴτε τρίχες ἀπὸ τὸ κεφάλι του ἢ μέρος τοῦ σώματός του. Ἄλλωστε οἱ χριστιανοὶ τόσο πρὶν ὅσο καὶ μετὰ ἀπὸ τὸ μαρτύριό του ὠφελήθηκαν πνευματικὰ καὶ ἐνισχύθηκαν ψυχικά, βιώνοντας πολλὰ θαύματα, δεδομένου ὅτι καὶ τὸ κομμένο του κεφάλι φαινόταν σὰν νὰ ἦταν ζωντανό. Ὁ εὐλαβὴς ἱερέας Ἀντώνιος πῆρε κρυφὰ τὴν τιμία κεφαλή του καὶ τὴν ἐνταφίασε ἐντός τοῦ Ἱεροῦ Βήματος τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου στὴν Τρίπολη καὶ μάλιστα κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα. Σήμερα ἡ τιμία καὶ πανσεβάσμια κάρα τοῦ νεομάρτυρος Δημητρίου φυλάσσεται ὡς χαριτόβρυτος καὶ μυρίπνοος θησαυρὸς στὸν ἱστορικὸ Ἱερὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος θεμελιώθηκε τὸ 1855 καὶ ἐγκαινιάσθηκε τὸ 1884. Τὸ ἀκέφαλο σῶμα τοῦ Ἁγίου κινδύνευε ὅμως νὰ ριχθεῖ στὴν πυρὰ ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀλλὰ ὁ π. Ἀντώνιος συγκέντρωσε χρήματα ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, τὰ ὁποῖα καὶ ἔδωσε στοὺς ἄπιστους. Ἔτσι τὸ τίμιο λείψανό του πετάχθηκε ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς πόλεως σὲ τοποθεσία, ὅπου κρεμοῦσαν οἱ Τοῦρκοι τοὺς Ἕλληνες καταδίκους. Κατόπιν καὶ σύμφωνα μὲ τὸν διάκονο Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀνδρούσης (1770-1844), οἱ εὐλαβεῖς ὑπηρέτες τοῦ πολιτικοῦ Σωτηρίου Κουγιᾶ, ἀδελφοῦ τοῦ Ἐπισκόπου Τριπόλεως καὶ Ἀμυκλῶν Νικηφόρου, παρέλαβαν τὸ ἀκέφαλο σῶμα τοῦ νεομάρτυρος Δημητρίου καὶ τὸ ἐνταφίασαν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Βαρσῶν Μαντινείας, ἡ ὁποία χρονολογεῖται ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰώνα καὶ βρίσκεται σὲ ἀπόσταση δώδεκα χιλιομέτρων ἀπὸ τὴν Τρίπολη. Τὸ 1908 τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου ἦρθαν «ὁσιακαῖς χερσὶν» στὴν ἐπιφάνεια ἀπὸ τὸν τόπο ποὺ βρίσκονταν καὶ τοποθετήθηκαν σὲ ξύλινη λειψανοθήκη, ἡ ὁποία τὸ 1920 ἔγινε ἀργυρὴ μὲ δωρεὰ τῆς εὐσεβοῦς οἰκογένειας Μακρῆ. Ἔκτοτε φυλάσσονται στὴ νέα λειψανοθήκη ὡς πολύτιμος πνευματικὸς θησαυρὸς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βαρσῶν

, μαζὶ καὶ μὲ τμῆμα τοῦ ἐν Τριπόλει μαρτυρήσαντος στὶς 22 Μαΐου 1818 Ἁγίου ὁσιομάρτυρος Παύλου. Ἡ ἱερὰ αὐτὴ λειψανοθήκη μεταφέρεται κατ’ ἔτος στὴν Τρίπολη κατὰ τὸν κοινὸ πανηγυρικὸ ἑορτασμὸ τῆς μνήμης τῶν Ἁγίων νεομαρτύρων Δημητρίου καὶ Παύλου στὶς 22 Μαΐου, οἱ ὁποῖοι μὲ σχετικὸ βασιλικὸ διάταγμα τῆς 4ης Ἰουνίου 1909 τιμῶνται ὡς πολιοῦχοι καὶ προστάτες ἅγιοι τῆς Τριπόλεως. Οἱ ἱερὲς ἀκολουθίες πρὸς τιμὴν τῶν δύο ἐφόρων καὶ πολιούχων ἁγίων της ἱστορικῆς ἀρκαδικῆς πρωτεύουσας τελοῦνται στὸν ἱερὸ ἐνοριακὸ ναὸ τοῦ Προφήτου Ἡλιοῦ καὶ Νεομαρτύρων τῆς Τριπόλεως, ἐνῶ ἡ μνήμη τοῦ νεομάρτυρος Ἁγίου Δημητρίου στὶς 14 Ἀπριλίου τιμᾶται καὶ στὸν ὁμώνυμο ἱερὸ ναὸ τῆς Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος ἀνεγέρθηκε στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου του κατὰ τὸ ἔτος 1904 μὲ δαπάνη τοῦ εὐσεβοῦς Ἀλεξάνδρου Παπαλεξανδρῆ καὶ τῆς συζύγου του, Δήμητρας. Ὁ Ἅγιος νεομάρτυς Δημήτριος ἑορτάζεται ἐπίσης πανηγυρικὰ ὡς πολιοῦχος καὶ προστάτης ἅγιος στὴ Χώρα Τριφυλίας (Λιγούδιστα), ὅπου ἔχει ἀνεγερθεῖ παρεκκλήσιο πρὸς τιμήν του, στὸ χωριὸ Φλόκα Τριφυλίας, ὅπου σύμφωνα μὲ τὴν προφορικὴ παράδοση καταγόταν ὁ πατέρας του καὶ ὁ ἐνοριακὸς ναὸς τοῦ χωριοῦ εἶναι ἀφιερωμένος στὸ ὄνομά του, καθὼς καὶ στὸ χωριὸ Μερκοβούνι Ἀρκαδίας, ὅπου ἐπίσης ὁ ἐνοριακὸς ναὸς τοῦ χωριοῦ ἔχει ἀνεγερθεῖ πρὸς τιμήν του, ἐνῶ ὁ Ἅγιος τιμᾶται καὶ στὸν ἱερὸ ἐνοριακὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ἀρκάδων τῆς πόλεως Καλαμάτας. Ἑορτασμὸς τῆς μνήμης του μαζὶ καὶ μὲ τὸν Ἅγιο ὁσιομάρτυρα Παῦλο τελεῖται ἐπίσης στὴν Πάτρα, στὸν ἱερὸ ἐνοριακὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, ὅπου ἀπὸ τὸ 1861 φυλάσσεται εἰκόνα τῶν δύο πολιούχων ἁγίων της Τριπόλεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀφιέρωμα τῶν ἐν Πάτραις διαβιούντων Ἀρκάδων, καθὼς καὶ στὸν ἱερὸ ἐνοριακὸ ναὸ Κοιμήσεως Θεοτόκου Κυπριάδου Ἀθηνῶν.
.             Πολυάριθμα εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἔχει ἐπιτελέσει ὁ Ἅγιος Δημήτριος ὁ Πελοποννήσιος, ἀφοῦ δαιμονιζόμενοι, ἑτοιμοθάνατοι καὶ τυφλοὶ βρῆκαν τὴ θεραπεία τους χάρη στὴ θαυματουργικὴ ἐπέμβαση τοῦ νεομάρτυρος διὰ τῆς χάριτος τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ μυροβλυσία τῆς τιμίας κάρας του εἶναι ἀδιάλειπτη καὶ αἰσθητὴ σὲ πολλοὺς χριστιανοὺς ποὺ προσέρχονται μὲ εὐλάβεια γιὰ νὰ τὴν προσκυνήσουν. Πλούσια εἶναι καὶ ἡ συνταχθεῖσα πρὸς τιμήν του ὑμνογραφία, ἀφοῦ τὸ 1804 ἐκδόθηκε στὴ Βενετία ἡ ποιηθεῖσα ὑπὸ τοῦ Διακόνου Ἰωσήφ (τοῦ καὶ μετέπειτα Ἐπισκόπου Ἀνδρούσης) Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου, ἡ ὁποία ἐπανεκδόθηκε τὸ 1888 στὴν Τρίπολη καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1909 καὶ 1927 στὴν Καλαμάτα. Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου ἐποίησε ἐπίσης καὶ ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ὁ Χίος, ὁ ὁποῖος ἐξέδωσε καὶ τὸ Μαρτύριο τοῦ νεομάρτυρος στὸ Νέο Λειμωνάριο ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1819 στὴ Βενετία.
.             Ὁ ἐκ Λιγουδίστης τῆς Τριφυλίας καὶ ἐν Τριπόλει τῆς Πελοποννήσου μαρτυρικῶς ἀθλήσας στὶς 14 Ἀπριλίου 1803 ἔνδοξος καὶ καλλίνικος νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἅγιος Δημήτριος ἀποτελεῖ γιὰ τὴν πνευματικὰ ἀλλοτριωμένη κοινωνία τοῦ 21ου αἰώνα ἕνα ὁλόλαμπρο παράδειγμα καὶ ἕνας φωτεινὸς ὁδοδείκτης γιὰ κάθε ἁμαρτωλὸ καὶ ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο ποὺ ἀναζητᾶ τὴ σωτηρία καὶ τὴ λύτρωση μέσα ἀπὸ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοια καὶ ποθεῖ τὴ χαρὰ τῆς οὐράνιας ἀγαλλίασης καὶ αἰωνίας ζωῆς μέσα ἀπὸ τὴ συνεχῆ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Κύριο ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστό.

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.gr

Βιβλιογραφία 

  • Καραχάλιου Δημητρίου Γ., Συναξάριον τῶν Ἁγίων τῆς Ἀρκαδίας, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καὶ Κυνουρίας, Τρίπολις 2004.
  • Μητροπολίτου Πατρῶν Χρυσοστόμου, 14 Ἀπριλίου 1803, Τριπολιτσᾶ « Δημήτριε … Δημήτριε …, τώρα ποὺ θὰ πᾶς στὸν οὐρανό, νὰ προσεύχεσαι γιά μᾶς…», Ἐφημερίδα «Ἐκκλησιολόγος», ἀρ. φύλ. 308, Πάτρα 13-04-2013.
  • Σκλήφα Χρυσοστόμου, Ἀρχιμανδρίτου (νῦν Μητροπολίτου Πατρῶν), Ὁ Ἅγιος νεομάρτυς Δημήτριος, Ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καὶ Κυνουρίας, Τρίπολη 1995.
  • Χαλκιᾶ – Στεφάνου Πόπης, Οἱ Ἅγιοι τῆς Χίου, Ἐκδόσεις Ἑπτάλοφος, Β΄ Ἔκδοσις, Ἀθῆναι 2008.

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑΣ Ἕνας φλογερὸς ὁμολογητὴς καὶ ἕνας ἀκλόνητος στύλος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ἀληθείας

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑΣ
νας φλογερς μολογητς
κα
νας κλόνητος στύλος τς ρθοδόξου πίστεως κα ληθείας

Γράφει ὁ Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

.                   Μέσα στὴ σεπτὴ χορεία τῶν γενναίων ὁμολογητῶν καὶ θεοφόρων ἀγωνιστῶν τῆς ἀμωμήτου χριστιανικῆς πίστεως ποὺ διέλαμψαν τὸν 8ο – 9ο μ.Χ. αἰώνα κατὰ τὴ ζοφερὴ περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας, συναριθμεῖται καὶ ὁ τιμώμενος στὶς 8 Μαρτίου Ἅγιος Θεοφύλακτος Ἐπίσκοπος Νικομηδείας, ὁ ὁποῖος διακρίθηκε γιὰ τὴν πλούσια ποιμαντικὴ καὶ φιλανθρωπική του δραστηριότητα, ἀλλὰ παράλληλα ἀναδείχθηκε σθεναρὸς ἀγωνιστὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ἀκλόνητος στύλος τῆς Ἐκκλησίας.
.               Ὁ Ἅγιος Θεοφύλακτος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ γεννήθηκε περὶ τὸ 765 ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου Ε´ τοῦ Ἰσαύρου. Σὲ νεαρὴ ἡλικία περὶ τὸ 780 ἦρθε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ συνδέθηκε μὲ τὸν Ἅγιο Ταράσιο, τὸν μετέπειτα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (784-806), ὁ ὁποῖος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ «πρωτοασηκρήτου», ἦταν δηλαδὴ ὁ ἀρχιγραμματέας ἐπὶ τῶν ἀπορρήτων τῆς βασίλισσας Εἰρήνης. Ὁ Ταράσιος ἀναγνωρίζοντας τὴν εὐθύτητα καὶ ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτήρα τοῦ Θεοφυλάκτου καὶ ἐκτιμώντας τὴ σεμνότητα καὶ τὴν ἐνάρετη πολιτεία του, φρόντισε νὰ τὸν μορφώσει χριστιανικά. Ἔτσι ἀπέκτησε χριστιανικὴ ἀγωγὴ καὶ ἐπιμελημένη παιδεία. Τὸ 784 καὶ μετὰ τὴν παραίτηση τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Παύλου Δ´, ἀνῆλθε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Ταράσιος. Τότε ὁ Θεοφύλακτος, ὁ ὁποῖος γιὰ τὸν νέο πατριάρχη θὰ ἦταν ὁ ἐκλεκτὸς συνεργάτης καὶ ὁ φλογερὸς ἀγωνιστὴς τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ ποὺ εἶχε ἱδρύσει ὁ Ἅγιος Ταράσιος στὸν Βόσπορο. Ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Μιχαήλ, τὸν μετέπειτα Ἐπίσκοπο Συνάδων, ἐπιδόθηκαν ἀπὸ κοινοῦ ὡς πνευματικοὶ ἀδελφοὶ σὲ μακροχρόνια αὐστηρὴ ἄσκηση καὶ ἔφτασαν σὲ μεγάλα ὕψη ἀρετῆς καὶ ἠθικῆς τελειότητος, ἀφοῦ ἀπωθοῦσαν κάθε ἀπόλαυση καὶ ἱκανοποίηση τῆς σαρκός. Ἀξιοσημείωτο εἶναι μάλιστα τὸ γεγονὸς ὅτι μία πολὺ ζεστὴ ἡμέρα τοῦ καλοκαιριοῦ, κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι οἱ μοναχοὶ διψοῦσαν ὑπερβολικά, ἄνοιξαν τὴ βρύση καὶ ἐνῶ τὸ νερὸ ἔτρεχε ἀσταμάτητα, ὁ Θεοφύλακτος καὶ ὁ Μιχαὴλ δὲν ἤπιαν οὔτε μία σταγόνα νερό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ αὐστηρὴ ἄσκηση τοὺς κατέστησε ζῶσες εἰκόνες τῆς ἀρετῆς. Βλέποντας ὁ Ἅγιος Ταράσιος μὲ θαυμασμὸ τὴν ἐνάρετη καὶ ἀσκητικὴ πολιτεία τῶν δύο μοναχῶν καὶ πνευματικῶν του τέκνων, ἀλλὰ καὶ ἔχοντας μεγάλη ἀνησυχία γιὰ τὶς κρίσιμες ἡμέρες ποὺ θὰ διερχόταν ἡ Ἐκκλησία, ἀποφάσισε νὰ τοὺς χειροτονήσει ἐπισκόπους, τὸν μὲν Θεοφύλακτο Ἐπίσκοπο τῆς περιωνύμου πόλεως Νικομηδείας, τὸν δὲ Μιχαὴλ Ἐπίσκοπο Συνάδων στὴ Φρυγία.
.             Ἔτσι περὶ τὸ 800 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Νικομηδείας ὁ Θεοφύλακτος καὶ μιμούμενος τὴν πολύπτυχη δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου Ταρασίου στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπιδόθηκε μὲ ἰδιαίτερο ζῆλο στὴ διδασκαλία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ παράλληλα ἀνέπτυξε καὶ πλούσια φιλανθρωπικὴ δραστηριότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ σύντομα ἡ Νικομήδεια ἀπέκτησε χάρη στὸ ἄοκνο ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴ φιλανθρωπία εὐαγῆ ἱδρύματα, ὅπως νοσοκομεῖο, ὀρφανοτροφεῖο καὶ πτωχοκομεῖο, ἐνῶ ἀνεγέρθηκε καὶ ναὸς ἐπ’ ὀνόματι τῶν θαυματουργῶν καὶ ἰατρῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ. Ὁ Ἅγιος Θεοφύλακτος μεριμνοῦσε μὲ ἰδιαίτερη ἀγάπη καὶ εὐσπλαγχνία γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς, τοὺς φτωχούς, τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά. Παράλληλα ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τοῦ Ἁγίου Ταρασίου εἶχε καταρτίσει καταλόγους μὲ τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν ἀπόρων, στοὺς ὁποίους χορηγοῦσε μηνιαῖο βοήθημα, ἐνῶ μιμούμενος τὸν Κύριο ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ πήγαινε ὁ ἴδιος στοὺς ἀσθενεῖς του νοσοκομείου καὶ περιποιεῖτο τὶς πληγές τους. Μάλιστα ὁ βιογράφος του ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Ἐλεημόνει τόσον, ὥστε ἐπλήρου μίαν φιάλην ἀπὸ ζέον ὕδωρ καὶ μὲ αὐτὸ ἔπλενε καὶ ἐκαθάριζε μὲ τὰς ἰδίας του τὰς χείρας συμπαθέστατος τοὺς τυφλοὺς καὶ χωλοὺς καὶ τοὺς ἀσθενεῖς του». Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ θεοπρόβλητος ἱεράρχης τῆς Νικομηδείας εἶχε καταστεῖ γιὰ τὸν λαὸ τῆς ἐπαρχίας του καιομένη λαμπάδα, ἡ ὁποία ἔλαμπε, φώτιζε καὶ θέρμαινε τὶς ψυχές.
.             Μετὰ ὅμως ἀπὸ τὴν ἔκπτωση ἀπὸ τὸν θρόνο τῆς βασίλισσας Εἰρήνης, ξέσπασε μεγάλη ἀναταραχὴ μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἀνῆλθε στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο ὁ Λέων Ε´ ὁ Ἀρμένιος (813-820). Ὁ νέος αὐτοκράτορας ἐξαπέλυσε καὶ πάλι σκληρὸ διωγμὸ ἐναντίον τῆς τιμητικῆς προσκυνήσεως τῶν ἁγίων εἰκόνων. Αὐτὸ εἶχε ὡς συνέπεια νὰ ὑβρίζονται καὶ νὰ βεβηλώνονται οἱ ἱερὲς εἰκόνες, γεγονὸς ποὺ ὁδήγησε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν πίστη τῶν Ὀρθοδόξων σὲ κατάσταση διωγμοῦ. Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη στιγμὴ ὁ διάδοχος τοῦ Ἁγίου Ταρασίου στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Ἅγιος Νικηφόρος (806-815), ἀντιτάχθηκε μὲ γενναιότητα στὴν εἰκονομαχία μαζὶ μὲ τοὺς μοναχούς τῆς περίφημης Μονῆς Στουδίου καὶ μὲ ἀγωνιστὲς ἱεράρχες, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀξιομνημόνευτοι εἶναι ὁ Ἅγιος Αἰμιλιανὸς Ἐπίσκοπος Κυζίκου, ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος Ἐπίσκοπος Σάρδεων, ὁ Ἅγιος Ἰωσὴφ Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ Ἐπίσκοπος Συνάδων καὶ ὁ Ἅγιος Θεοφύλακτος Ἐπίσκοπος Νικομηδείας. Οἱ γενναῖοι αὐτοὶ ἱεράρχες ἐπισκέφθηκαν τὸν αὐτοκράτορα Λέοντα Ε´ τὸν Ἀρμένιο, γιὰ νὰ τὸν πείσουν νὰ ἐγκαταλείψει τὴν κακοδοξία του καὶ νὰ ἀντιληφθεῖ τὸ λάθος, στὸ ὁποῖο εἶχε ὑποπέσει. Ὅμως ὁ αὐτοκράτορας ἐπέδειξε ἐπιμονὴ καὶ ἀδιαλλαξία στὶς θέσεις του ἐναντίον τῶν σεπτῶν καὶ ἁγίων εἰκόνων, γεγονὸς ποὺ ἔκανε τὸν Ἅγιο Θεοφύλακτο νὰ ἐπιδείξει σθεναρὴ καὶ ἡρωικὴ στάση ἐνώπιον τοῦ δυσσεβοῦς αὐτοκράτορος. Ἔτσι μὲ ξεχωριστὴ παρρησία καὶ ἀδιαφορώντας γιὰ τὶς συνέπειες, στηλίτευσε μὲ αὐστηρότητα τὴν αἱρετική του στάση καὶ τὸν ἔθεσε ἀντιμέτωπο μὲ τὴν τιμωρία τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ. Χαρακτηριστικὰ τοῦ εἶπε: «Γνωρίζω, βασιλεῦ, ὅτι καταφρονεῖς τὴν ἀνοχὴν καὶ τὴν μακροθυμίαν τοῦ Θεοῦ· θὰ ἐπέλθη ὅμως ἐπὶ σὲ αἰφνίδιος ὄλεθρος καὶ καταστροφὴ ὡς καταιγίς, καὶ οὐδεὶς θὰ εὑρεθῆ νὰ σὲ σώση κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴ ἐκ τοῦ κινδύνου».
.             Μόλις ἄκουσε ὁ αἱρετικὸς αὐτοκράτορας τὴ σθεναρὴ ὁμολογία πίστεως τόσο ἀπὸ τὸν μαχητικὸ ἱεράρχη τῆς Νικομήδειας ὅσο καὶ ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους θαρραλέους ὁμολογητὲς καὶ φλογεροὺς ἐπισκόπους, διέταξε νὰ ἐκθρονισθεῖ ὁ Πατριάρχης Νικηφόρος καὶ νὰ ἐξορισθοῦν σὲ διαφορετικὰ μέρη οἱ ὑπόλοιποι γενναῖοι ἱεράρχες τῆς ἀμωμήτου ὀρθοδόξου πίστεως. Ὁ Ἅγιος Θεοφύλακτος, ἀφοῦ τοῦ ξερίζωσαν τὰ γένεια καὶ τὸν ἔδειραν ἀνελέητα, τὸν ἐξόρισαν στὸ παραθαλάσσιο φρούριο Στρόβιλο, στὸ Θέμα τῶν Κιβυρραιωτῶν ποὺ ἦταν περιοχή, ἡ ὁποία περιλάμβανε τὴν ἀρχαία Καρία, Παμφυλία καὶ τμῆμα τῆς Φρυγίας καὶ ὅπου ὑπῆρχε πόλη μὲ τὴν ὀνομασία Κίβυρρα. Στὴν ἐξορία ἔζησε τριάντα ὁλόκληρα χρόνια κάτω ἀπὸ δυσβάσταχτες στερήσεις καὶ κακουχίες, τὶς ὁποῖες ὑπέμεινε μὲ ἀξιοθαύμαστη καρτερία, λαμβάνοντας δύναμη ἀπὸ τὴν προσευχή του στὸν Κύριο. Τὸ 820 καὶ παρὰ τὴν ἀνάρρηση στὸν θρόνο τοῦ Μιχαὴλ Β´ τοῦ Τραυλοῦ, δὲν μπόρεσε νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ τὴν ἀμνηστία τοῦ νέου αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος ἀνακάλεσε ἀπὸ τὴν ἐξορία τὸν Πατριάρχη Νικηφόρο. Στὸ μεταξὺ οἱ σωματικὲς δυνάμεις τοῦ Ἁγίου Θεοφυλάκτου ἄρχισαν νὰ ἐξασθενοῦν. Παρόλα αὐτὰ προσευχόταν γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ μέσα ἀπὸ τὴ συνεχῆ ἀλληλογραφία προσπαθοῦσε νὰ ἐνισχύσει τὸ ἀγωνιστικὸ φρόνημα τῶν χριστιανῶν, ὥστε νὰ μὴν ὑποκύψουν στὶς πιέσεις τῶν εἰκονομάχων, ἀλλὰ νὰ ὁμολογήσουν μὲ παρρησία τὴν ὀρθὴ πίστη. Ὅμως καὶ τὴ φιλανθρωπική του δραστηριότητα δὲν ἀνέστειλε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς τριαντάχρονης ἐξορίας του, ἀφοῦ ὁ ἐξόριστος ἱεράρχης τῆς Νικομήδειας βοηθοῦσε ὅσους ὑπέφεραν καὶ εἶχαν ἀνάγκη.
.             Περὶ τὸ 840 ὁ Ἅγιος Θεοφύλακτος, ὁ φλογερὸς αὐτὸς ὁμολογητὴς καὶ ἀκράδαντος στύλος τῆς Ὀρθοδοξίας, παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο καὶ ἔτσι εἰσῆλθε στὴν οὐράνια μακαριότητα. Ἀργότερα καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς αὐτοκράτειρας Θεοδώρας (842-857) ἀποκαταστάθηκε ἡ εἰρήνη μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἡ εὐσεβὴς αὐτὴ αὐτοκράτειρα συγκάλεσε σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη, ἡ ὁποία ἐπικύρωσε τὶς ἀποφάσεις τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γεγονὸς ποὺ ἔθεσε τέλος στὴ θεολογικὴ διαμάχη καὶ τοὺς διωγμοὺς τῶν ὀρθοδόξων ἀπὸ τοὺς φανατικοὺς εἰκονομάχους. Ἔτσι ἡ Ὀρθοδοξία θριάμβευσε καὶ ἐπικράτησε ἡ ἀλήθεια, ἀφοῦ τὸ 843 ἔλαβε χώρα ἡ ἀναστήλωση τῶν ἁγίων εἰκόνων, γεγονὸς ποὺ ἔκτοτε ἑορτάζεται κατ’ ἔτος πανηγυρικὰ ἀπὸ τοὺς ἁπανταχοῦ τῆς Γῆς Ὀρθοδόξους τὴν Κυριακὴ Α´ Νηστειῶν, τὴ γνωστὴ ὡς «Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας». Μετὰ τὴν ἐπαναφορὰ τῆς εἰρήνης στὴν Ἐκκλησία ὁ Ἅγιος Μεθόδιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (842-846) μερίμνησε γιὰ τὴ μετακομιδή, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν ἐπιθυμία τῶν χριστιανῶν τῆς Νικομηδείας, τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Θεοφυλάκτου ἀπὸ τὸν τόπο τῆς ἐξορίας του, ὅπου ἐκοιμήθηκε καὶ ἐνταφιάσθηκε, στὴ Νικομήδεια. Ἐκεῖ τὰ ἐναπέθεσε στὸν ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, τὸν ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος εἶχε ἀνεγείρει κατὰ τὴ διάρκεια τῆς εὐδόκιμης καὶ θεάρεστης ἀρχιερατείας του. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συναρίθμησε τὸν ἐνάρετο καὶ μαχητικὸ ἱεράρχη τῆς Νικομήδειας στοὺς φλογεροὺς ὁμολογητὲς καὶ σθεναροὺς ἀγωνιστὲς τῆς ὀρθῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ καθιέρωσε νὰ τιμᾶ τὴν πανίερη μνήμη του στὶς 8 Μαρτίου, ἐνῶ πρὸς τιμήν του ποιήθηκε ὑπὸ τοῦ Εὐθυμίου Σιμωνοπετρίτου Ἀσματικὴ Ἀκολουθία.
.           Ὁ Ἅγιος Θεοφύλακτος ὑπῆρξε ὁ πρῶτος πολιοῦχος τῆς νήσου Ὕδρας, ἀφοῦ μετὰ τὸ ἔνδοξο μαρτύριο τοῦ ἐξ Ὕδρας νεομάρτυρος Ἁγίου Κωνσταντίνου, τοῦ ἐν Ρόδῳ ἀθλήσαντος στὶς 14 Νοεμβρίου 1800, καθιερώθηκε ὁ τοπικὸς νεομάρτυς ὡς πολιοῦχος καὶ ἔφορος τοῦ ἱστορικοῦ νησιοῦ τοῦ Ἀργοσαρωνικοῦ μὲ τὴν πλούσια κολλυβαδικὴ παράδοση. Ἐνδεικτικὸ εἶναι ὅτι ὁ πρῶτος δήμαρχος τῆς Ὕδρας Λάζαρος Κουντουριώτης, σὲ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης γιὰ τὴ θαυματουργικὴ ἐπέμβαση τοῦ Ἁγίου Θεοφυλάκτου στὸ νησὶ κατὰ τὸν σεισμὸ τῆς 8ης Μαρτίου 1837, ἀφιέρωσε θαυμάσια φορητὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου στὴν παλαίφατη Μονὴ Παναγίας Φανερωμένης, τὴν ἱδρυθεῖσα περὶ τὰ μέσα τοῦ 17ου αἰώνα, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν σημερινὸ Καθεδρικὸ Ἱερὸ Ναὸ Κοιμήσεως Θεοτόκου Ὕδρας. Μάλιστα κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ σεισμοῦ κατέπεσε ὁ σταυρὸς τοῦ κωδωνοστασίου τῆς Μονῆς καὶ παραλίγο νὰ φονεύσει τὸν δήμαρχο. Ἡ εἰκόνα αὐτή, ἡ ὁποία φέρει χρονολογία 1837, ἀποτελεῖ σήμερα ἱστορικὸ κειμήλιο τοῦ ἱδρυθέντος τὸ 1999 Ἐκκλησιαστικοῦ Μουσείου Ὕδρας «Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς». Θαυμάσια φορητὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου φυλάσσεται καὶ στὸν ἀνεγερθέντα τὸ 1780 ἱστορικὸ ἱερὸ ἐνοριακὸ ναὸ Ὑπαπαντῆς Χριστοῦ πόλεως Ὕδρας. Ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Θεοφυλάκτου εἶναι ἀφιερωμένος ναὸς (ἐξωκκλήσιο) στὸ χωριὸ Παρπαριὰ τῆς Χίου ποὺ βρίσκεται στὸ βορειοδυτικὸ τμῆμα τοῦ ἀκριτικοῦ αἰγαιοπελαγίτικου νησιοῦ, ἐνῶ ὁ Ἅγιος τιμᾶται μὲ ὁμώνυμο ναὸ καὶ στὴν πόλη τῆς Τήνου, ὁ ὁποῖος ἀνεγέρθηκε μὲ πρωτοβουλία τοῦ ἀειμνήστου Ἱερομονάχου Θεοφυλάκτου Κρητικοῦ.
.             Ὁ φλογερὸς ὁμολογητὴς καὶ μαχητικὸς ἱεράρχης τῆς Νικομήδειας, Ἅγιος Θεοφύλακτος, ἀναδείχθηκε σὲ χρόνους χαλεποὺς γιὰ τὴν πορεία τῆς Ὀρθοδοξίας, στύλος ἀκλόνητος τῆς ἀληθείας, φύλακας ἄγρυπνος τῆς εὐσεβείας, καθαιρέτης ἰσχυρός τῆς δυσσεβείας, ἑδραίωμα ἀρραγὲς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἄλλωστε τόσο χαρακτηριστικὰ ὑμνεῖται καὶ γεραίρεται μέσα ἀπὸ τὸ ἀπολυτίκιό του: «Φύλαξ ἄγρυπνος τῆς Ἐκκλησίας, καὶ καθαίρεσις τῆς δυσσεβείας, ἱεράρχα Θεοφύλακτε πέφηνας· τοῦ γὰρ Χριστοῦ τὴν εἰκόνα σεβόμενος, ὑπερορίας καὶ θλίψεις ὑπέμεινας. Πάτερ ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος». Ἂς εὐχηθοῦμε λοιπὸν νὰ ἀποτελέσει ὁ πρόμαχος αὐτὸς τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ τοὺς σημερινοὺς χριστιανοὺς ἕναν φωτεινὸ ὁδοδείκτη καὶ ἕνα ἀπαράμιλλο πρότυπο ἀγωνιστικότητος, ὥστε νὰ μπορέσουμε νὰ διατηρήσουμε ἀκραιφνῆ τὴν πίστη καὶ τὴ λατρεία μας στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ἔτσι νὰ μὴν κινδυνεύσουμε νὰ χάσουμε τὸν πνευματικό μας προσανατολισμό.

 

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος

Ἐκπαιδευτικὸς

 

Βιβλιογραφία

  • Γούναρη Γεωργίου Κων., Ἀπὸ τὴν Πολιτεία τῶν Ἁγίων, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γρεβενῶν, 2009.
  • Μπεράτη Θεοδώρου Κ., Ἀρχιμανδρίτου, Ἀθληταὶ Στεφανηφόροι, Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1991.

 

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.gr

,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΣ Ἡ «θείῳ Πνεύματι καταυγασθεῖσα καὶ τοῖς νάμασι καταρδευθεῖσα παρὰ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος» ἔνδοξος μεγαλομάρτυς καὶ ἰσαπόστολος

Η ΑΓΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΣ
«θείῳ Πνεύματι καταυγασθεσα
κα
τος νάμασι καταρδευθεσα παρ Χριστο το Σωτρος»
νδοξος μεγαλομάρτυς κα σαπόστολος

Γράφει ὁ Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικός

.               Ἀνάμεσα στὶς λαμπρότερες μορφὲς τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἐξέχουσα θέση κατέχει ἡ συνομιλήσασα μετὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ Σαμαρείτις, ἡ μετέπειτα μεγαλομάρτυς καὶ ἰσαπόστολος Ἁγία Φωτεινή, ἡ ὁποία ἀναδείχθηκε «λαμπὰς φωτοπάροχος καὶ κορωνὶς καὶ κλέος τῶν Μαρτύρων», ἀφοῦ ἀναγεννήθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου καὶ παρέχει τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν». Γι’ αὐτὸ καὶ ἐφοδιασμένη μὲ τὸ «ζωήρρυτο ὕδωρ» τῆς ἀνέθεσε ὁ Χριστὸς νὰ διδάξει τὴν ἀποκαλυμμένη ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου Του, κατόπιν δὲ κλήθηκε νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν ἀγάπη Του τόσο ἐκείνη ὅσο καὶ τὰ δύο παιδιὰ καὶ οἱ πέντε ἀδελφές της.
.               Ἡ συνάντηση καὶ ἡ συνομιλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ τὴ Σαμαρείτιδα ἀναφέρεται μὲ σαφήνεια καὶ λεπτομέρεια στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο (δ´ 5-42). Σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ αὐτὴ περικοπὴ ὁ Χριστὸς φεύγοντας ἀπὸ τὴν Ἰουδαία κατευθύνθηκε πρὸς τὴ Γαλιλαία. Κατὰ τὴν πορεία Του αὐτὴ ἔπρεπε νὰ περάσει ἀπὸ τὴ Σαμάρεια. Ἔτσι ἔφτασε σὲ μία πόλη ποὺ ὀνομαζόταν Συχάρ, ὅπου πλησίον αὐτῆς βρισκόταν καὶ τὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, τὸ ὁποῖο εἶχε ἀφήσει ὡς κληρονομιὰ στὸν γιό του, τὸν Ἰωσήφ. Κοντὰ σ’ αὐτὸ τὸ πηγάδι κάθισε ὁ Κύριος τὸ μεσημέρι κουρασμένος ἀπὸ τὴν πεζοπορία. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἦρθε ἡ Σαμαρείτιδα γιὰ νὰ βγάλει μὲ τὴ στάμνα νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι. Τότε ὁ Χριστὸς τῆς ζήτησε νερὸ γιὰ νὰ πιεῖ. Ἡ Σαμαρείτιδα ὅμως ξαφνιάστηκε, διότι δὲν ἦταν δυνατὸν ἕνας Ἰουδαῖος νὰ ζητᾶ ἀπὸ μία γυναίκα τῆς Σαμαρείας νὰ πιεῖ νερό, ἀφοῦ ὡς γνωστὸν οἱ Ἰουδαῖοι δὲν συναναστρέφονταν μὲ τοὺς Σαμαρεῖτες. Τότε ὁ Χριστὸς τῆς εἶπε ὅτι ἐὰν ἤξερε τί δῶρο ἑτοιμάζει ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ποιὸς εἶναι Αὐτὸς ποὺ τῆς ζητάει νὰ πιεῖ νερό, τότε θὰ Τοῦ ζητοῦσε νὰ πιεῖ, ὅταν μάλιστα Ἐκεῖνος θὰ τῆς ἔδινε νὰ πιεῖ τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν». Ἐκείνη ὅμως ἀπευθυνόμενη στὸν Κύριο Τοῦ εἶπε ὅτι ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν Ἐκεῖνος δὲν ἔχει κουβά, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ. Ἀπὸ ποῦ λοιπὸν θὰ προέλθει τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν», ὅταν μάλιστα ἀπὸ αὐτὸ τὸ πηγάδι ἤπιε νερὸ ὄχι μόνο ὁ Ἰακώβ, ἀλλὰ καὶ τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ζῶα του. Τὸν ρώτησε ἐπίσης μήπως νομίζει ὅτι εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸν Ἰακὼβ ποὺ τοὺς χάρισε τὸ πηγάδι του. Τότε ὁ Κύριος τῆς εἶπε: «πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δ’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον», δηλαδὴ ὅποιος πίνει ἀπὸ αὐτὸ τὸ νερό, θὰ ξαναδιψάσει, ἀλλὰ ὅποιος θὰ πιεῖ ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω, δὲν θὰ διψάσει ποτέ, ἀλλὰ θὰ γίνει ἡ πηγὴ ποὺ θὰ ἀναβλύζει νερὸ αἰωνίου ζωῆς. Τότε ἡ Σαμαρείτιδα ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ τῆς δώσει νὰ πιεῖ ἀπὸ αὐτὸ τὸ νερό, γιὰ νὰ μὴν διψάει καὶ ἀναγκάζεται καὶ ἔρχεται στὸ πηγάδι γιὰ νὰ βγάζει νερό. Μόλις ὁ Κύριος ἄκουσε αὐτά, τῆς εἶπε νὰ πάει νὰ φωνάξει τὸν ἄνδρα της, ἀλλὰ ἐκείνη Τοῦ δήλωσε ὅτι δὲν ἔχει ἄνδρα. Τότε ὁ Κύριος τῆς εἶπε ὅτι πράγματι δὲν ὑπάρχει σύζυγος, διότι ἔχει ἤδη συναναστραφεῖ μὲ πέντε ἄνδρες καὶ αὐτὸν τὸν ὁποῖο ἔχει τώρα, δὲν εἶναι νόμιμος σύζυγος. Ἔκπληκτη ἡ Σαμαρείτιδα ὁμολόγησε τότε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια καὶ ὅτι Αὐτός, μὲ τὸν Ὁποῖο συνομιλεῖ τώρα, εἶναι ἕνας προφήτης. Κατόπιν Τοῦ εἶπε ὅτι οἱ Σαμαρεῖτες λάτρεψαν τὸν Θεὸ σ’ αὐτὸ τὸ βουνό, ἐνῶ οἱ Ἰουδαῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι στὰ Ἱεροσόλυμα βρίσκεται ὁ τόπος, ὅπου πρέπει κανεὶς νὰ Τὸν λατρεύει. Τότε ὁ Κύριος τῆς εἶπε ὅτι πλησιάζει ὁ καιρὸς ποὺ ὁ Θεὸς δὲν θὰ λατρεύεται οὔτε σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα, τονίζοντάς της ὅτι οἱ μὲν Σαμαρεῖτες λατρεύουν κάτι ποὺ δὲν γνωρίζουν, οἱ δὲ Ἰουδαῖοι γνωρίζουν αὐτὸ ποὺ λατρεύουν, διότι ἡ σωτηρία ἔρχεται ἀπὸ αὐτούς. Ἀλλὰ ἦρθε ὁ καιρὸς ποὺ αὐτοὶ ποὺ θὰ λατρεύουν τὸν Θεὸ ἀληθινά, θὰ Τὸν λατρεύουν μὲ τὴ δύναμη τοῦ Πνεύματος καὶ μὲ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας, ἀφοῦ τέτοιους ζητᾶ ὁ Θεὸς γιὰ νὰ Τὸν προσκυνοῦν. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τόνισε: «Πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ τοὺς προσκυνοῦντας Αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». Τότε ἡ Σαμαρείτιδα Τοῦ εἶπε ὅτι γνωρίζει ὅτι θὰ ἔρθει ὁ Μεσσίας ποὺ λέγεται Χριστὸς καὶ ὅταν ἔρθει, θὰ τὰ ἐξηγήσει ὅλα. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ Κύριος τῆς ἀποκάλυψε τὴν ἰδιότητά Του ὡς Μεσσίας, λέγοντάς της: «Ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι», δηλαδὴ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ τῆς μιλάει αὐτὴ τὴ στιγμή.
.                Πάνω στὴν ὥρα ἐπέστρεψαν καὶ οἱ μαθητές Του ποὺ εἶχαν πάει στὴν πόλη γιὰ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα. Ξαφνιάστηκαν ὅμως, ὅταν εἶδαν τὸν Διδάσκαλό τους νὰ συνομιλεῖ μὲ μία γυναίκα, ἀφοῦ κάτι τέτοιο δὲν συνηθιζόταν ἀπὸ τὶς παραδόσεις τῶν Ραββίνων. Κανεὶς ὅμως ἀπὸ τοὺς μαθητὲς δὲν τόλμησε νὰ Τὸν ρωτήσει γιατί συνομιλεῖ μὲ μία γυναίκα. Τότε ἡ Σαμαρείτιδα ἄφησε τὴ στάμνα της καὶ ἀφοῦ πῆγε στὴν πόλη, ἄρχισε νὰ καλεῖ τὸν κόσμο νὰ ἔρθει νὰ γνωρίσει ἕναν ἄνθρωπο ποὺ τῆς ἀποκάλυψε ὅλα ὅσα εἶχε κάνει. Μάλιστα ἀναρωτήθηκε μήπως Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, ἐνῶ ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ ἀποκάλυψη παρακίνησε πολλοὺς νὰ ἔρθουν ἀπὸ τὴν πόλη γιὰ νὰ Τὸν γνωρίσουν. Στὸ μεταξὺ οἱ μαθητὲς ἄρχισαν νὰ παρακαλοῦν τὸν Κύριο νὰ φάει κάτι. Ἐκεῖνος ὅμως τοὺς εἶπε ὅτι ἔλαβε τροφή, τὴν ὁποία οἱ μαθητὲς δὲν γνωρίζουν. Στὸν προβληματισμὸ τῶν μαθητῶν, ἐὰν κάποιος Τοῦ ἔφερε φαγητό, ὁ Κύριος τοὺς εἶπε ὅτι ἡ τροφή Του εἶναι νὰ ἐκτελεῖ τὸ θέλημα Ἐκείνου ποὺ Τὸν ἔστειλε στὸν κόσμο γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὸ ἔργο Του. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Κύριος, βασιζόμενος στὴν παροιμία «ἄλλος εἶναι αὐτὸς ποὺ σπέρνει καὶ ἄλλος εἶναι αὐτὸς ποὺ θερίζει», εἶπε στοὺς μαθητές Του νὰ κοιτάξουν στὰ χωράφια τὰ στάχυα ποὺ εἶναι ἕτοιμα γιὰ θερισμό, ὑπονοώντας τοὺς λαοὺς καὶ τὰ ἔθνη ποὺ δὲν ἔχουν γνωρίσει ἀκόμη τὴ χριστιανικὴ ἀλήθεια καὶ σωτηρία. Κατόπιν τοὺς εἶπε ὅτι ὅποιος μὲν θερίζει, λαμβάνει μισθὸ καὶ μαζεύει καρπὸ γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, ὅποιος δὲ σπέρνει, χαίρεται μαζὶ μ’ ἐκεῖνον ποὺ θερίζει. Παράλληλα τοὺς τόνισε ὅτι ἐνῶ τοὺς ἔστειλε γιὰ νὰ θερίσουν καρπό, γιὰ τὸν ὁποῖον ὅμως δὲν κοπίασαν, ἀφοῦ ἄλλοι μόχθησαν, ἐκεῖνοι μπῆκαν γιὰ νὰ θερίσουν τὸν δικό τους καρπό. Στὸ μεταξὺ ἀπὸ τὴν πόλη Συχὰρ πολλοὶ Σαμαρεῖτες πίστεψαν στὸν Κύριο ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας, ἀφοῦ ἀποκάλυψε στὴν ἁμαρτωλὴ Σαμαρείτιδα ὅλα ὅσα εἶχε πράξει. Ὅταν μάλιστα οἱ Σαμαρεῖτες ἦρθαν κοντά Του, Τὸν παρακάλεσαν νὰ μείνει μαζί τους. Καὶ ὅταν Ἐκεῖνος ἔμεινε ἐκεῖ δύο ἡμέρες, πίστεψαν ἀκόμη περισσότερο στὴ διδασκαλία Του, ὁμολογώντας στὴ Σαμαρείτιδα ὅτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἄκουσαν καὶ ἔμαθαν, κατάλαβαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Σωτήρας τοῦ κόσμου.
.             Μετὰ τὴν εἰς οὐρανοὺς Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου καὶ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους κατὰ τὴν εὐφρόσυνο ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ Σαμαρείτιδα ἐκ τῆς πόλεως Συχὰρ ἔχοντας ὡς ξεχωριστὸ βίωμα τὴν προσωπική της συνάντηση μὲ τὸν Κύριο, βαπτίσθηκε χριστιανὴ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους μαζὶ μὲ τοὺς δύο γιοὺς καὶ τὶς πέντε ἀδελφές της καὶ ὀνομάσθηκε Φωτεινή. Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀφιέρωσε ὅλη τὴ ζωή της στὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, περιοδεύοντας σὲ διάφορες πόλεις καὶ καταλήγοντας στὴ Ρώμη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ αἱμοβόρου καὶ παρανοϊκοῦ βασιλέως Νέρωνος (54-68μ.Χ.). Πιστοὶ συναθλητὲς καὶ φλογεροὶ συνοδοιπόροι της ὑπῆρξαν οἱ πέντε ἀδελφές της, ἡ Ἀνατολή, ἡ Φωτώ, ἡ Φωτίδα, ἡ Παρασκευὴ καὶ ἡ Κυριακή, καθὼς καὶ οἱ δύο γιοί της, ὁ Βίκτωρας ποὺ μετονομάσθηκε Φωτεινὸς καὶ ὁ Ἰωσῆς.
.             Τὴν ἐποχὴ λοιπὸν αὐτὴ καὶ συγκεκριμένα τὸ 66μ.Χ. ὁ μοχθηρὸς βασιλιὰς Νέρων εἶχε ἐξαπολύσει ἕναν ἀδυσώπητο διωγμὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, ἀφοῦ μετὰ τὸ μαρτύριο τῶν δύο κορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου ἀναζητοῦνταν λυσσαλέα οἱ μαθητὲς τῶν Ἀποστόλων γιὰ νὰ θανατωθοῦν μὲ ἀπώτερο σκοπὸ τὴν ἐξάλειψη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς χριστιανικῆς πίστεως στὸν κόσμο. Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη στιγμὴ γιὰ τὴν πορεία τοῦ χριστιανισμοῦ ἡ Ἁγία Φωτεινὴ μαζὶ μὲ τὸν μικρότερο γιό της, τὸν Ἰωσῆ, βρισκόταν στὴν Καρθαγένη τῆς Ἀφρικῆς, ὅπου κήρυττε μὲ ξεχωριστὴ παρρησία τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Τὸν ἄλλο ὅμως γιὸ τῆς Ἁγίας, τὸν Βίκτωρα, ὁ βασιλιὰς Νέρων τὸν διόρισε ἀρχιστράτηγο, ἐπειδὴ εἶχε νικήσει στὸν πόλεμο ἐναντίον τῶν Ἀράβων καὶ τὸν ἔστειλε στὴν Ἰταλία γιὰ νὰ ἐξοντώσει τοὺς ἐκεῖ χριστιανούς, ἀγνοώντας βέβαια ὅτι ἦταν χριστιανός. Ὁ δούκας ὅμως τῆς Ἰταλίας Σεβαστιανὸς γνωρίζοντας τὴ χριστιανικὴ ἰδιότητα τοῦ Βίκτωρα, τῆς μητέρας του καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του, τὸν συμβούλεψε νὰ ἐκτελέσει πιστὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ βασιλιᾶ γιὰ νὰ μὴν κινδυνεύσει ἡ ζωή του. Ἀλλὰ ὁ Βίκτωρας δήλωσε ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ κάνει μόνο τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ καὶ περιφρονεῖ τὴν προσταγὴ τοῦ βασιλιᾶ. Τότε ὁ δούκας τὸν συμβούλεψε νὰ κοιτάξει τὸ συμφέρον του ποὺ εἶναι νὰ τιμωρήσει τοὺς χριστιανοὺς γιὰ νὰ γίνει εὐάρεστος στὸν βασιλιά, ἀλλὰ καὶ νὰ κερδίσει καὶ χρήματα ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴ τῶν περιουσιῶν τους. Τοῦ τόνισε ἐπίσης νὰ συμβουλεύσει τὴ μητέρα καὶ τὸν ἀδελφό του νὰ σταματήσουν νὰ κηρύττουν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ διδάσκουν τοὺς Ἕλληνες νὰ ἀρνιοῦνται τὴ θρησκεία τῶν πατρώων θεῶν, διότι αὐτὸ θὰ ἔχει ὡς συνέπεια νὰ κινδυνεύσει καὶ ἡ δική τους ζωή. Παράλληλα τοῦ πρότεινε ὅτι μποροῦν κρυφὰ νὰ πιστεύουν στὸν Χριστό. Ὁ Βίκτωρας ὅμως ὄχι μόνο ἀπέρριψε τὶς συμβουλὲς καὶ τὶς προτάσεις τοῦ δούκα, ἀλλὰ δήλωσε μὲ παρρησία ὅτι καὶ ἐκεῖνος θὰ κηρύττει τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ δούκας τοῦ εἶπε νὰ σκεφθεῖ τί θὰ πράξει, ἀλλὰ ἀμέσως τυφλώθηκε καὶ ἀφοῦ ἔπεσε στὴ γῆ ἀπὸ τοὺς ἀφόρητους πόνους στὰ μάτια, ἔμεινε ἄφωνος. Τότε οἱ παρευρισκόμενοι τὸν σήκωσαν καὶ ἀφοῦ ἔμεινε ἄφωνος τρεῖς ἡμέρες, τὴν τέταρτη ἡμέρα φώναξε δυνατὰ ὅτι Ἕνας εἶναι ὁ Θεὸς καὶ Αὐτὸς εἶναι ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν. Στὸ ἄκουσμα αὐτῶν τῶν λόγων ὁ Βίκτωρας τὸν ρώτησε τί συνέβη καὶ ἄλλαξε τόσο ξαφνικὰ ἡ γνώμη καὶ ἡ στάση του. Ἐκεῖνος τότε τοῦ ἀπάντησε ὅτι τὸν προσκάλεσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Στὴ συνέχεια ὁ δούκας Σεβαστιανὸς κατηχήθηκε στὴ χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ τὸν Βίκτωρα καὶ μόλις βαπτίσθηκε, ἐπανέκτησε τὸ φῶς του καὶ δόξασε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Βλέποντας οἱ εἰδωλολάτρες τὸ παράδοξο αὐτὸ θαῦμα, φοβήθηκαν μήπως πάθουν τὰ ἴδια ποὺ ὑπέστη ὁ δούκας. Γι’ αὐτὸ καὶ προσέτρεξαν στὸν Βίκτωρα καὶ ἀφοῦ κατηχήθηκαν ἀπὸ αὐτὸν στὴ χριστιανικὴ πίστη, βαπτίσθηκαν χριστιανοί.
.               Στὸ μεταξὺ ἡ Ἁγία Φωτεινή, στὴν ὁποία ἀποκαλύφθηκαν ὅλα ὅσα θὰ τῆς συνέβαιναν, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Καρθαγένη καὶ ἔφθασε στὴ Ρώμη, συνοδευόμενη ἀπὸ πλῆθος χριστιανῶν. Ἐκεῖ ἄρχισε νὰ κηρύττει μὲ ξεχωριστὴ παρρησία τὸν Χριστὸ καὶ ὅταν παρουσιάσθηκε μαζὶ μὲ τὸν γιό της, τὸν Ἰωσῆ, ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ, τοῦ εἶπε ὅτι θὰ τοῦ μιλήσει γιὰ τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ Τὸν ἀσπασθεῖ. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὅμως ἀναγγέλθηκε στὸν βασιλιὰ ὅτι εἶχαν ἔρθει ὁ δούκας Σεβαστιανὸς καὶ ὁ στρατηλάτης Βίκτωρας. Ὅταν ὁμολόγησαν καὶ οἱ δύο ὅτι ὅλα ὅσα πληροφορήθηκε ὁ Νέρων εἶναι ἀληθινά, τότε ὀργισμένος ὁ χριστιανομάχος βασιλιὰς τοὺς ρώτησε, ἐὰν ἀρνοῦνται τὸν Χριστὸ ἢ θέλουν νὰ πεθάνουν μὲ φρικτὸ θάνατο. Τότε ἀφοῦ ὕψωσαν τὰ μάτια τους στὸν οὐρανό, δήλωσαν ὅτι δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ ἀποχωρισθοῦν ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Κατόπιν ὁ βασιλιὰς ρώτησε νὰ μάθει τὰ ὀνόματά τους. Τότε ἡ Ἁγία Φωτεινὴ παρουσίασε τὶς πέντε ἀδελφὲς καὶ τοὺς δύο γιούς της, ἐνῶ τοῦ δήλωσε ὕστερα ἀπὸ σχετικὸ ἐρώτημα ὅτι ὅλοι εἶναι σύμφωνοι καὶ ἕτοιμοι νὰ θυσιαστοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
.                 Στὸ ἄκουσμα αὐτῶν τῶν λόγων ὁ ἐξαγριωμένος βασιλιὰς διέταξε νὰ συντριβοῦν οἱ ἁρμοὶ τῶν χεριῶν τους μὲ σιδερένιες σφαῖρες. Ὅμως παρὰ τὸ φρικτὸ βασανιστήριο οὔτε πόνο αἰσθάνθηκαν οὔτε τὰ χέρια τους συντρίφθηκαν, ἀφοῦ προστατεύθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ θαυμαστὸ τρόπο. Βλέποντας ὁ Νέρων τὸ παράδοξο αὐτὸ θαῦμα, διέταξε νὰ κοποῦν τὰ χέρια τῶν μαρτύρων. Ἀμέσως οἱ ὑπηρέτες τοῦ βασιλιᾶ ἅρπαξαν τὴν Ἁγία Φωτεινὴ καὶ ἀφοῦ ἔδεσαν τὰ χέρια της, τὰ ἔβαλαν πάνω στὸ ἀμόνι. Ὅμως παρὰ τὰ ἀλλεπάλληλα χτυπήματα μὲ μαχαίρια, δὲν κατόρθωσαν ἀπολύτως τίποτα, ἀλλὰ ἀπεναντίας οἱ δήμιοι παρέλυσαν καὶ ἔπεσαν κάτω σὰν νὰ ἦταν νεκροί. Ἡ Ἁγία εὐχαρίστησε τὸν Θεό, ἀλλὰ ὁ αἱμοχαρὴς βασιλιὰς ἄρχισε νὰ ἀπορεῖ μὲ τὰ γενόμενα, ἀλλὰ καὶ νὰ σκέπτεται τί θὰ πράξει γιὰ νὰ κατατροπώσει τοὺς μάρτυρες καὶ νὰ τοὺς ὑποτάξει στὸ δικό του θέλημα. Ἔτσι ἀποφάσισε τοὺς μὲν ἄνδρες νὰ τοὺς κλείσει σὲ σκοτεινὴ φυλακή, τὴ δὲ Ἁγία Φωτεινὴ μαζὶ μὲ τὶς πέντε ἀδελφές της νὰ τὶς ὁδηγήσει μέσα σ’ ἕνα χρυσὸ κουβούκλιο. Ἐκεῖ οἱ θρόνοι, τὰ στολίδια, τὰ ἐνδύματα καὶ οἱ ζῶνες θὰ ἦταν χρυσά, ἐνῶ διέταξε καὶ τὴν κόρη του, τὴ Δομνίνα, νὰ πάει μαζὶ μὲ ὅλες τὶς ὑπηρέτριές της στὸ χρυσὸ κουβούκλιο, γιὰ νὰ δελεάσει τὴ Φωτεινὴ καὶ τὶς ἀδελφές της νὰ ἐγκαταλείψουν τὴ χριστιανικὴ πίστη. Τοὺς δόθηκε μάλιστα καὶ ἡ ὑπόσχεση ὅτι ἐὰν ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό, τότε θὰ ἔχουν πάντοτε τὴν εὔνοια καὶ τὴ φροντίδα τοῦ βασιλιᾶ, ἀλλὰ καὶ πολὺ περισσότερα πλούτη καὶ τιμές. Ὅμως οἱ ἅγιες αὐτὲς γυναῖκες ἀπέρριψαν τὶς δελεαστικὲς προτάσεις τοῦ παρανοϊκοῦ βασιλιᾶ καὶ ὅταν ἡ Ἁγία Φωτεινὴ εἶδε τὴ Δομνίνα, τῆς εἶπε: «Χαῖρε, ἡ νύμφη τοῦ Κυρίου μου», ἡ δὲ κόρη τοῦ Νέρωνα τῆς ἀπάντησε: «Χαίροις καὶ σύ, κυρία μου, ἡ λαμπὰς τοῦ Χριστοῦ». Μόλις ἡ Ἁγία ἄκουσε τὴ Δομνίνα νὰ λέει τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, χάρηκε τόσο πολύ, ὥστε ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸν Κύριο καὶ τὴν ἀγκάλιασε, τὴν κατήχησε στὴ χριστιανικὴ πίστη μαζὶ μὲ ὅλες τὶς ὑπηρέτριές της καὶ κατόπιν τὶς βάπτισε ὅλες. Στὴ Δομνίνα δόθηκε τὸ ὄνομα Ἀνθοῦσα, ἡ ὁποία πρόσταξε τὴ Στεφανίδα, ποὺ ἦταν ἡ μεγαλύτερη ἀπὸ τὶς ὑπηρέτριες, νὰ διανείμει στοὺς φτωχοὺς ὅλα τὰ χρυσὰ στολίδια καὶ τὰ χρήματα ποὺ βρίσκονταν μέσα στὸ χρυσὸ κουβούκλιο. Μόλις πληροφορήθηκε ὁ βασιλιὰς τὶς νέες αὐτὲς ἐξελίξεις, διέταξε ἐξοργισμένος νὰ βάλουν μέσα σ’ ἕνα πυρακτωμένο καμίνι ποὺ ἔκαιγε ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες τὴν Ἁγία Φωτεινὴ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς συνακολούθους της, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, καὶ νὰ τοὺς ἀφήσουν μέσα σ’ αὐτὸ τρεῖς ἡμέρες. Ὅταν ὅμως πέρασε τὸ διάστημα τῶν τριῶν ἡμερῶν, διέταξε ὁ Νέρων νὰ ἀνοίξουν τὸ καμίνι καὶ ἐὰν βροῦν τὰ ὀστᾶ τους, νὰ τὰ ρίξουν στὸ ποτάμι. Ἀνοίγοντας ὅμως οἱ στρατιῶτες τὸ καμίνι, τοὺς βρῆκαν ὅλους σώους καὶ ἀβλαβεῖς, γεγονὸς ποὺ τοὺς ἄφησε ἄναυδους. Τὸ παράδοξο αὐτὸ θαῦμα διαδόθηκε ἀμέσως στὴ Ρώμη καὶ ὅλοι δόξασαν τὸν Θεό.
.               Μόλις ὁ βασιλιὰς ἔμαθε γιὰ τὸ νέο θαῦμα, ἀποφάσισε ἀμετανόητος καὶ τυφλωμένος ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴν κακία του νὰ δώσουν στοὺς ἁγίους θανατηφόρα δηλητήρια. Γι’ αὐτὸ τὸν σκοπὸ προσκλήθηκε ὁ μάγος Λαμπάδιος, ὁ ὁποῖος ἔδωσε πρῶτα στὴν Ἁγία Φωτεινὴ νὰ πιεῖ τὸ δηλητήριο. Ἐκείνη τότε ἔχοντας τὸ στὰ χέρια της, τοῦ εἶπε ὅτι λόγῶ τῆς ἁμαρτωλότητός του ὄχι μόνο δὲν πρέπει ἐκείνη καὶ οἱ ὑπόλοιποι νὰ τὸ πιοῦν, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ τὸ κρατήσουν. Κατόπιν ἐνώπιόν τοῦ βασιλιᾶ καὶ τοῦ μάγου δήλωσε ὅτι πρώτη ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους θὰ πιεῖ τὸ δηλητήριο στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ δοῦν τὴν παντοδυναμία Του. Στὴ συνέχεια ἂς πιοῦν καὶ ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι ποὺ συντάσσονται μαζί της. Ἀλλὰ ὅλοι ὅσοι ἤπιαν τὸ δηλητήριο, ἔμειναν ἀβλαβεῖς. Τότε ὁ μάγος ἔμεινε ἐκστατικὸς καὶ εἶπε στὴν Ἁγία ὅτι ἔχει καὶ ἄλλο πολὺ ἰσχυρότερο δηλητήριο. Μάλιστα δήλωσε ὅτι ἐὰν καὶ μ’ αὐτὸ τὸ θανατηφόρο παρασκεύασμα δὲν βροῦν ἀκαριαῖο θάνατο, τότε θὰ πιστέψει καὶ ἐκεῖνος στὸν Κύριο. Ὅμως καὶ αὐτὸ τὸ δηλητήριο δὲν εἶχε ἀπολύτως καμία ἐπίπτωση στὴν ὑγεία τους καὶ ἔτσι ὅλοι ἔμειναν ἀβλαβεῖς. Τότε ὁ μάγος ἔμεινε ἄναυδος ἀπὸ τὸ νέο θαῦμα καὶ ἀφοῦ μάζεψε ὅλα τὰ μαγικά του βιβλία, τὰ ἔριξε στὴ φωτιὰ γιὰ νὰ καοῦν. Κατόπιν βαπτίσθηκε χριστιανός, λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Θεόκλητος. Μόλις ὅμως ὁ αἱμοβόρος Νέρων ἔμαθε γιὰ τὴ μεταστροφὴ στὸν χριστιανισμὸ τοῦ μέχρι πρότινος μάγου, ἔδωσε τὴ διαταγὴ νὰ τὸν συλλάβουν. Στὴ συνέχεια τὸν ὁδήγησαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ρώμης, ὅπου ἔλαβε χώρα ὁ διὰ ξίφους ἀποκεφαλισμός του.
.               Μετὰ τὴ θανάτωση τοῦ Θεοκλήτου ὁ χριστιανομάχος βασιλιὰς πρόσταξε νὰ κόψουν τὰ νεῦρα τῶν ἁγίων, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν Ἁγία Φωτεινή. Ἀλλὰ κατὰ τὴ διάρκεια αὐτοῦ τοῦ βασανιστηρίου οἱ ἅγιοι ἐνέπαιζαν τὸν βασιλιὰ καὶ τοὺς θεούς του. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸν ἐξόργισε τόσο πολύ, ὥστε διέταξε νὰ ἀνακατέψουν θειάφι μὲ λιωμένο μολύβι καὶ ἀφοῦ κοχλάσει, νὰ τὸ χύσουν μέσα στὸ στόμα τῆς πολυάθλου Ἁγίας Φωτεινῆς καὶ μέσα στὰ αὐτιὰ τῶν ὑπολοίπων. Ὅμως καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ βασανιστήριο ἔμειναν ἀβλαβεῖς, δοξάζοντας τὸν Θεό. Ὁ Νέρων ἔμεινε τότε ἄναυδος, ἀλλὰ καὶ ἀμετανόητος. Γι’ αὐτὸ διέταξε νὰ τοὺς κρεμάσουν καὶ ἀφοῦ ξύσουν ὅλο τους τὸ σῶμα, νὰ τοὺς κάψουν μὲ ἀναμμένες λαμπάδες, ἐνῶ μέσα στὰ ρουθούνια τους ἔχυσαν ξίδι ἀναμεμειγμένο μὲ στάχτη. Ὅμως καὶ αὐτὰ τὰ βασανιστήρια ὄχι μόνο δὲν ἔκαμψαν τὴν πίστη τους, ἀλλὰ ἀπεναντίας τὴν ἐνίσχυσαν δοξάζοντας εὐτυχισμένοι τὸν Θεό. Ἡ παράνοια καὶ ἡ κακία ὅμως τοῦ αἱμοχαροῦς τυράννου τὸν ὁδήγησαν καὶ σὲ νέα βασανιστήρια. Ἔτσι διέταξε νὰ τοὺς τυφλώσουν καὶ νὰ τοὺς κλείσουν σὲ σκοτεινὴ καὶ βρώμικη φυλακὴ μὲ δηλητηριώδη φίδια. Ὅταν ὅμως κλείσθηκαν στὴ φυλακή, τὰ μὲν φίδια ἀπονεκρώθηκαν, ἡ δὲ δυσωδία μετατράπηκε σὲ εὐωδία. Ἐπιπλέον ἕνα ὑπέρλαμπρο φῶς ἔλαμψε μέσα στὸ σκότος τῆς φυλακῆς καὶ ὁ Κύριος παρουσιάσθηκε στὸ μέσο τῶν φυλακισμένων ἁγίων, λέγοντάς τους: «Εἰρήνη ὑμῖν». Κατόπιν ἀφοῦ πῆρε τὴν Ἁγία Φωτεινὴ ἀπὸ τὸ χέρι, τὴ σήκωσε καὶ τῆς εἶπε: «Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν πάντοτε, ὅθεν μὴ φοβεῖσθε, ἀλλὰ μᾶλλον πάντοτε χαίρετε». Ἀμέσως μ’ αὐτὸ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου ἀνέβλεψαν τὰ μάτια τῶν τυφλωθέντων ἁγίων, οἱ ὁποῖοι μόλις Τὸν εἶδαν, Τὸν προσκύνησαν. Κατόπιν ὁ Κύριος, ἀφοῦ τοὺς εὐλόγησε, λέγοντάς τους: «Ἀνδρίζεσθε καὶ ἐνδυναμοῦσθε», ἀνέβηκε στοὺς οὐρανούς.
.                   Ὁ ἀσεβὴς ὅμως Νέρων βλέποντας τὰ γενόμενα, πρόσταξε ἐξαγριωμένος νὰ μείνουν οἱ ἅγιοι μέσα στὴ φυλακὴ τρία χρόνια, ὥστε μέσα ἀπὸ δυσβάκτατες ταλαιπωρίες νὰ βροῦν φρικτὸ θάνατο. Μετὰ τὴν ἔλευση τῶν τριῶν ἐτῶν ἔστειλε ὁ βασιλιὰς ἀνθρώπους στὴ φυλακὴ γιὰ νὰ ἀποφυλακίσουν ἕναν ὑπηρέτη. Μπαίνοντας ὅμως στὴ φυλακὴ εἶδαν τὴν Ἁγία Φωτεινὴ καὶ τοὺς συνακολούθους της νὰ χαίρουν ἄκρας ὑγείας καὶ νὰ ἔχουν ἐπανακτήσει τὴν ὅρασή τους. Ἀλλὰ καὶ ὁ χῶρος τῆς φυλακῆς εἶχε πλημμυρίσει ἄπλετο φῶς καὶ ἄρρητη εὐωδία, ἀφοῦ εἶχε καταστεῖ οἶκος, στὸν ὁποῖο δοξολογεῖτο τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ προσέτρεχαν, κατηχήθηκαν στὴν πίστη καὶ βαπτίσθηκαν χριστιανοὶ ἀπὸ τοὺς ἔγκλειστους ἁγίους. Στὸ ἄκουσμα αὐτῆς τῆς εἴδησης ὁ Νέρων ἔγινε ἔξω φρενῶν. Μάλιστα κατ’ ἐντολήν του ὁδηγήθηκαν οἱ ἅγιοι ἐνώπιόν του καὶ ἀφοῦ τοὺς ἐπέπληξε γιὰ τὸ ὅτι κηρύττουν μέσα στὴ φυλακὴ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τοὺς ἀπείλησε ὅτι θὰ τοὺς ὑποβάλει σὲ νέα φρικτὰ βασανιστήρια. Ἐκεῖνοι ὅμως τοῦ δήλωσαν μὲ παρρησία: «Ἐκεῖνο ὅπερ θέλεις ποίησον, διότι ἡμεῖς δὲν θέλομεν παύσει κηρύττοντες τὸν Χριστόν, ὅστις εἶναι Θεὸς ἀληθινὸς καὶ ποιητὴς τοῦ παντός». Μόλις ἄκουσε αὐτὰ ὁ παρανοϊκὸς βασιλιάς, πρόσταξε νὰ σταυρώσουν τοὺς ἁγίους κατακέφαλα καὶ νὰ ξύσουν τὶς σάρκες τοὺς ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες μέχρι νὰ διαλυθοῦν. Τοὺς ἄφησαν μάλιστα κρεμασμένους καὶ ἄλλες τέσσερις ἡμέρες. Ὅταν ὅμως οἱ δήμιοι πῆγαν νὰ δοῦν, ἐὰν ζοῦσαν ἀκόμη, ἀμέσως τυφλώθηκαν, μόλις τοὺς εἶδαν κρεμασμένους. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ Ἄγγελος Κυρίου κατέβηκε ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἀφοῦ ἔλυσε τοὺς μάρτυρες, θεράπευσε ὅλες τὶς πληγές τους. Τότε ἡ Ἁγία Φωτεινὴ αἰσθανόμενη λύπη γιὰ τὴν τύφλωση τῶν δημίων, προσευχήθηκε στὸν Θεὸ γιὰ τὴ σωτηρία τους. Ἀμέσως ἐπανέκτησαν τὸ φῶς τους, γεγονὸς ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ πιστέψουν στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ νὰ βαπτισθοῦν χριστιανοί.
.                     Ὅταν ὅμως πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ Νέρων, διέταξε ἐξοργισμένος νὰ γδάρουν τὸ δέρμα τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, τὸ ὁποῖο ἔριξαν στὸ ποτάμι, ἐνῶ τὴν ἴδια τὴν ἔριξαν σ’ ἕνα πηγάδι. Ἀλλὰ καὶ ὁ Σεβαστιανός, ὁ Φωτεινὸς καὶ ὁ Ἰωσῆς εἶχαν τὴν ἴδια τύχη, ἀφοῦ καὶ οἱ τρεῖς ἐγδάρησαν, ἐνῶ τοὺς ἔκοψαν ἀκόμα καὶ τὰ γεννητικά τους ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἔριξαν στὰ σκυλιά. Στὶς πέντε ἀδελφές τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς ἔκοψαν πρῶτα τοὺς μαστούς τους καὶ κατόπιν ἔγδαραν τὸ δέρμα τους. Ἀξιοθαύμαστη ὑπῆρξε ἡ γενναιότητα τῆς Ἁγίας Φωτίδος ποὺ ἦταν μία ἀπὸ τὶς πέντε ἀδελφές τῆς πολυάθλου Ἁγίας Φωτεινῆς, ἡ ὁποία ὅταν πῆγαν νὰ τὴν γδάρουν, δὲν ἤθελε νὰ κρατηθεῖ ἀπὸ κανέναν, ἀλλὰ μόνη της καὶ μὲ ἀνδρεῖο φρόνημα ὑπέμεινε τὸ μαρτύριό της. Ἡ μεγαλοψυχία καὶ ἡ γενναιότητα ὅμως, ποὺ ἐπέδειξε ἡ Ἁγία Φωτίδα, ἐξαγρίωσε ἀκόμη περισσότερο τὸν Νέρωνα, ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ τὴν δέσουν στὶς λυγισμένες κορυφὲς δύο δένδρων ποὺ εἶχαν ἐνώσει μὲ τὴ βία καὶ κατόπιν νὰ τὶς ἀφήσουν νὰ ἔρθουν στὴν πρότερή τους θέση. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ διαμελισθεῖ ἡ ἔνδοξος μάρτυς σὲ δύο μέρη καὶ νὰ παραδώσει τὴν ἁγία της ψυχὴ στὸν Θεό. Κατόπιν κατ’ ἐντολὴν τοῦ Νέρωνα ἀποκεφαλίσθηκαν διὰ ξίφους οἱ ὑπόλοιποι μάρτυρες ἐκτὸς τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, τὴν ὁποία ἀνέσυραν ἀπὸ τὸ πηγάδι καὶ τὴν ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Ὅμως ἡ πολυάθλος Ἁγία αἰσθανόταν πολὺ μεγάλη λύπη, διότι δὲν εἶχε ἀξιωθεῖ ἀκόμη τοῦ στεφάνου τοῦ μαρτυρίου, ὅπως οἱ ὑπόλοιποι. Γι’ αὐτὸ καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται στὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος τῆς παρουσιάσθηκε καὶ ἀφοῦ τὴν σφράγισε τρεῖς φορὲς μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, θεράπευσε ὅλες τὶς πληγές της. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς ἡμέρες καὶ ἀφοῦ δόξασε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, παρέδωσε στὰ χέρια Του τὴν πάναγνη ψυχή της.

 

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.gr

, ,

Σχολιάστε