Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ἀρετή

H ΧΡΙΣΤΟΚΕΝΤΡΙΚOΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ «Δὲν εἶναι σκοπὸς τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἡ κατάκτηση κάποιων ἀρετῶν καὶ μάλιστα ὀφθαλμοφανῶν, ἀλλὰ ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

Ἡ χριστοκεντρικότητα τῶν ἀρετῶν

.                Ζοῦμε σὲ μέρες ἀποστασίας ὰπὸ τὴ συνειδητὴ ὀρθόδοξη ζωή. Ζοῦμε σὲ ἐποχὴ θρησκευ­τικοῦ συγκρητισμοῦ, μιὰ καὶ πλέον καὶ τὰ σύγχρονα μέσα ἐπικοινωνίας ἀλλὰ καὶ ἡ αὐξανόμενη συνύπαρξη μὲ ἀνθρώπους ἄλλων θρησκευμάτων ἀλλοιώνουν τὸ Ὀρθόδοξο κριτήριό μας. Στὰ πλαίσια αὐτὰ κυριαρχεῖ στοὺς περισσότερους ἀνθρώπους ἡ ἀντίληψη ὅτι οἱ ποικίλες ἀρετὲς εἶναι καρπὸς καὶ ἐπίτευγμα τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας καὶ φυσικὰ σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο ἀποτελοῦν προσω­πικὴ κατάκτηση κάθε ἀνθρώπου!
.                Βλέπουν λοιπὸν οἱ περισσότεροι τὴ φιλανθρωπία, τὴν ἀγάπη, τὴ συγχωρη­τικότητα καὶ τὶς ἄλλες ἀρετὲς ὡς καρ­πὸ τοῦ ὑψηλοῦ πολιτισμικοῦ περιβάλλον­τος στὸ ὁποῖο ἐμφανίζονται. Στὴν ἴδια συνάφεια, ἀρκετοὶ γιὰ παράδειγμα γονεῖς, συνδέουν τὰ παιδιά τους μὲ τὴν Ἐκ­κλησία μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ γίνουν καλὰ παιδιά. Νὰ διαβάζουν δηλαδή, νὰ ἀκοῦν τοὺς γονεῖς, νὰ εἶναι σεβαστικά, νὰ μὴν μπλέξουν μὲ τὰ ναρκωτικὰ καὶ ἄλλα παρόμοια.
.                Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸν λόγο καὶ ἡ συν­τριπτικὴ πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἕτοιμη νὰ ὑποκλιθεῖ μπροστὰ στὴ φιλανθρωπία τῶν Ροταριανῶν, στὶς δι­α­μεσολαβήσεις γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου κάποιων αἱρετικῶν, τὴν οἰκολογι­κὴ εὐαισθησία κάποιων ἀλλοθρήσκων κλπ. Ὅλα αὐτὰ ἀφ’ ἑνὸς ἔχουν κατορθώσει νὰ ἐπιβάλουν στοὺς περισσοτέρους τὴν ἀντίληψη τῆς ἠθικοποιήσεως τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς τελείας αὐτονομήσεως τῶν ἀρετῶν ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.                Γιατί, σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας, ἀληθινὴ ἀρετὴ ἐκτὸς Ἐκκλησίας καὶ χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξει. Καὶ αὐτὸ γιατὶ εἶναι πέρα ὣς πέρα ἀληθινὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ διάβολος δὲν ἀντιδρᾶ καὶ δὲν ἀντιστρατεύεται καμία ἀρετή, τὴ στιγμὴ ποὺ κρατᾶ σφικτὰ δεμένους τοὺς ἀνθρώπους ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεώς τους καὶ τῶν παθῶν τους.
.                Ἔτσι μπορεῖ νὰ συναντήσει κανεὶς περιπτώσεις ἀνθρώπων ποὺ ἐμφανίζον­ται χαριτωμένοι καὶ κάτοχοι διαφόρων ἀρετῶν, ζοῦν ὅμως στὸ περιβάλλον τῆς αἱρέσεως ἢ βρίσκονται δέσμιοι βαρέων παθῶν.
.                Τί ἀρετὴ εἶναι τότε αὐτὴ ποὺ ἔχει κάποιος, ὅταν κινδυνεύει νὰ χάσει τὴν ψυ­­χή του; Γιατὶ «ἐκτὸς τῆς ­Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει σωτηρία». Καὶ φυσικὰ χω­ρὶς μετάνοια πάλι δὲν ὑπάρχει ­σωτηρία, ὁ­­­πότε ἔχουν ἰσχὺ τὰ λόγια τοῦ ­Κυρίου μας: «Τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ; ἢ τί ­δώσει ἄν­θρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐ­τοῦ;» (Ματθ. ιϛ´ [16] 26).
.                Δὲν εἶναι σκοπὸς τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἡ κατάκτηση κάποιων ἀρετῶν καὶ μάλιστα ὀφθαλμοφανῶν, ἀλλὰ ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ δὲν εἶ­ναι αὐτοσκοπὸς ἡ προσοικείωση κάποιων ἀρετῶν, ἀλλὰ μοναδικὸς σκοπὸς εἶναι τὸ νὰ εἶναι ἀρεστὸς ὁ ἄνθρωπος στὸν Κύριο Ἰησοῦ. Καὶ αὐτὸ γιατὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀναφέρον­ται ὅλες οἱ ἀρετὲς καὶ ἀπὸ Αὐτὸν πηγάζουν. Χωρὶς τὸν Χριστὸ ἀρετὲς δὲν ὑ­­­­πάρχουν, καὶ αὐτὲς ποὺ ὀνομάζονται ἀρετὲς δὲν εἶναι ­πραγματικές.
.                «Οὐσία πάντων τῶν ἀρετῶν αὐτὸς ἐστὶν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός», λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής (PG 91, 1081D). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ ἀρετὲς ἐμπνέονται ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. ­Χαριτώνονται ἀπὸ Αὐτόν. Ἐνισχύονται ἀπὸ Αὐτὸν καὶ τελικὰ ­κατορ­θώνον­ται ἐν Χριστῷ καὶ πρὸς δόξαν τοῦ Χριστοῦ.

ΠΗΓΗ: osotir.org

,

Σχολιάστε

Γέρων ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ ΚΑΡΟΥΛΙΩΤΗΣ («Ἡ ἀρετὴ φαίνεται, ὅταν σὲ ἐλέγχει ὁ ἀδελφὸς κι ἐσὺ ταπεινώνεσαι ἀδιαμαρτύρητα.»)

Ὁ Γ. Δανιὴλ Κατουνακιώτης μιλᾶ γιὰ τὸν μεγάλο ἀσκητὴ Φιλάρετο
στὸ φρικαλέο Καρούλι

Μανώλης Μελινὸς

ἐφημ. «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», 15.03.2014

Γέρων Δανιὴλ Κατουνακιώτης: Ἔχω διαβάσει στὸ Λαυσαϊκὸν τοῦ Παλλαδίου τὰ ἑξῆς περὶ τοῦ ἀββᾶ Ὤρ: «Οὗτος ἐν τῇ ἐρήμῳ διάγων, ἤσθιεν μὲν βοτάνας καὶ ρίζας γλυκείας, ἔπινεν δὲ καὶ ὕδωρ ὅτε ηὔρισκεν, ἐν εὐχαῖς καὶ ὕμνοις διατελῶν πάντα τὸν χρόνον». Νομίζω ἀποδίδουν ἄριστα τὰ τῆς ἀσκητικοτάτης βιοτῆς τοῦ πατρὸς Φιλαρέτου. Ἦταν ἓν ἀπὸ τὰ εὔοσμα ἄνθη ποὺ φυτρώνουν στὰ βράχια τῶν Καρουλίων! Φίλος τῆς ἀρετῆς ὄντως. Πάντα κυκλοφοροῦσε ξυπόλυτος. Μία μέρα ὁ Γέροντάς μας, ὁ π. Γερόντιος, θέλοντας νὰ τὸν δοκιμάσει ἂν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸν ἡ τόση ἀγάπη καὶ ἁπλότητά του ἢ ἀπὸ ἐγωισμό, τοῦ εἶπε:
«Πάτερ Φιλάρετε…»
«Εὐλογεῖτε, Γέροντα».
«Εἶσαι ὑποκριτής! Μᾶς δείχνεις ὅτι περπατᾶς ξυπόλυτος καὶ μὲ κουρελιασμένα ράσα, γιὰ νὰ κάνεις τὸν ταπεινό!
«Γέροντα», ἀπήντησεν ἐκεῖνος κατεβάζοντας ταπεινὰ τὸ κεφάλι, «εἶμαι ὑποκριτής! Ὅμως τί νὰ κάνω γιὰ νά… θεραπευθῶ;»
«Νὰ βάλεις παπούτσια καὶ νὰ σουλουπωθεῖς».
«Νά ’ναι εὐλογημένο, Γέροντα· αὐτὸ θὰ κάνω».
Ἔβαλε βαθιὰ μετάνοια κι ἔφυγε. Πῆγε ἀμέσως καὶ βρῆκε κάτι παμπάλαια παπούτσια καὶ τὰ εἶχε κάτω ἀπὸ τὴ μασχάλη του καί, ὅταν ἦλθε στὴν πόρτα τοῦ ἡσυχαστηρίου μας, τὰ ἔβαλε καὶ μπῆκε! Αὐτὸ ἔγινε μὲ πόνο πολύ, διότι, τόσα χρόνια ξυπόλυτος, τὰ πέλματα εἶχαν πρησθεῖ καὶ δὲν χωροῦσαν σὲ παπούτσι γιὰ πολλὴν ὥραν. Ὅμως ἡ ὑπακοή, βλέπετε, καὶ ἡ ταπεινοφροσύνη κάνουν θαύματα! ρετ φαίνεται ταν σ λέγχει δελφς κι σ ταπεινώνεσαι διαμαρτύρητα. Ὁ διάβολος καίγεται μὲ τέτοια συμπεριφορά…
«Τώρα, μάλιστα! Τώρα εἶσαι ὄντως ταπεινὸς μοναχός», τοῦ εἶπε ὁ Γέροντάς μας.
«Εὐλόγησον, Γέροντα, εὐλόγησον» εἶπε καί, ἀφοῦ ἔβαλε μετάνοια, ἀπομακρύνθηκε παραπατώντας σὰν παιδί…
Δίπλα στὸ ἀσκητήριό του φύτρωναν ἀγριόχορτα. Τὰ ἔκοβε καί, μολονότι τοῦ ἦσαν ἀπολύτως ἀπαραίτητα, μᾶς τὰ ἔφερνε λέγοντας:
«Φᾶτε, πατέρες. Τοῦ Θεοῦ εἶναι κι αὐτὰ καὶ πρέπει νὰ τὰ τρώγουν αὐτοὶ ποὺ εὐαρεστοῦν εἰς Αὐτὸν καὶ ὄχι οἱ ράθυμοι σὰν ἐμένα!»
.             Κάποια μέρα πέρασε ἀπὸ ἐκεῖ ἕνας ρασοφόρος, ὁ ὁποῖος εἶπε πὼς ἦτο διάκονος. Βλέποντας τὰ παλαιὰ βιβλία τοῦ ἀσκητοῦ, τὰ ἔβαλε στὸ μάτι καὶ μὲ τρόπο τ’ ἀφήρεσε. Ἔφυγε παίρνοντάς τα μαζί του. Κατευθύνθηκε στὴ Δάφνη, μὴ γνωρίζοντας ὅτι στὸ τελωνεῖο της γίνεται ἔλεγχος στοὺς ἐξερχομένους. Ἐκεῖ λοιπὸν τὸν συνέλαβαν!
«Ποῦ τὰ βρῆκες αὐτά;», τὸν ρώτησαν.
«Μοῦ τά… πούλησε ὁ πατὴρ Φιλάρετος, εἰς τὰ Καρούλια!»
Εἶπε ψέματα γιὰ νὰ δικαιολογηθεῖ καὶ συνέχισε τὴ φρικτὴ συκοφαντία του:
«Αὐτὸς εἶναι ἀρχαιοκάπηλος! Πουλάει παλαιὰ βιβλία!»
.             Οἱ ἀστυνομικοὶ ἦλθαν ἐδῶ στὴν ἔρημο κι ἔκαναν ἀνακρίσεις. Στὴ συνέχεια, ἔχοντας πεισθεῖ ἀπὸ τὸν πανοῦργο αὐτὸν ἄνθρωπο, μήνυσαν τὸν ἅγιον ἀσκητή! Κάποια μέρα ἔφθασαν σ’ ἐμᾶς οἱ κλήσεις, γιατί ἀπ’ ἐδῶ περνοῦν τὰ πάντα. Οἱ ἀσκηταὶ δὲν γνωρίζουν ἀπὸ αὐτά, ἀλλὰ καὶ γενικότερα δὲν ἀσχολοῦνται μὲ βιοτικὰ πράγματα. Μὲ τὶς κλήσεις ἐκαλεῖτο λοιπὸν νὰ δικασθεῖ! Τὸν ἐνημερώσαμε σχετικὰ κι ἐκεῖνος μᾶς εἶπε: «Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ποῦ νὰ πάω. Σᾶς παρακαλῶ σεῖς νὰ μὲ ὁδηγήσετε». Ἔ, ἐμεῖς κάναμε ὅ,τι ἔπρεπε, τοῦ δώσαμε μερικὰ ρουχαλάκια -γιατί τὰ μοναδικὰ δικά του ἦσαν ξεσχισμένα ἀπὸ τὴν τραχείαν ἀσκητικὴ ζωὴ- καὶ εἴπαμε σ’ ἕναν γνωστό μας δικηγόρο νὰ πάει νὰ τὸν βοηθήσει. Τοῦ δώσαμε καὶ λίγα χρήματα γιὰ νὰ πάει στὴ Θεσσαλονίκη νὰ δικασθεῖ. Ποιός; Ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον οὔτε ὁ Θεός, νομίζουμε ταπεινά, δὲν θὰ δικάσει «ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ». Ἕνας οὐράνιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εὐωδίαζε ἄρωμα ἀσκήσεως! Παρὰ ταῦτα ὁ ἅγιος ἀσκητὴς μᾶς εἶπε: «Ἐγὼ θὰ κάνω ὑπακοὴ στὴν Πολιτεία καὶ θὰ πάω, ὅπως μοῦ λένε, νὰ δικασθῶ». Ἔφυγε γιὰ τὴν Θεσσαλονίκη αὐτὸς ποὺ εἶχε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος πενήντα ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια! Πενήντα ὀκτὼ χρόνια ἀσκητὴς ἐδῶ, στὸ Καρούλι, τρώγοντας μόνο λίγα χορταράκια καὶ πίνοντας τὸ νεράκι τοῦ Θεοῦ! Ὁ εὐλογημένος αὐτὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶχε φθάσει σὲ πολὺ μεγάλα μέτρα ἀρετῆς, πῆγε καὶ κάθισε στὸ ἑδώλιο τοῦ κατηγορουμένου. Πῶς γίνονται ἐκεῖ οὔτε ποὺ ξέρω. Δὲν πῆγα ποτὲ σ’ αὐτὲς τὶς πόρτες… Ἁπλῶς θυμᾶμαι, ὅπως μᾶς τὰ ἔλεγε ὁ εὐλογημένος αὐτὸς Γέροντας. Τὸν φώναξε λοιπὸν ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου:
«Ὁ μοναχὸς Φιλάρετος;»
«Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἐλεεινός», ἀπήντησε ταπεινὰ σκύβοντας τὸ κεφάλι.
«Γιατί πούλησες τὰ βιβλία αὐτά;»
«Δὲν τὰ πούλησα, ἀδελφέ! Νά, πέρασε ὁ ἀδελφὸς καὶ τὰ πῆρε νὰ τὰ διαβάσει καὶ ἀσφαλῶς θὰ τὰ γύριζε. Ἐγὼ αὐτὸ πίστευα…»
«Πρέπει νὰ ὁρκισθεῖς, πάτερ, γιὰ νὰ εἶσαι πιστευτός. Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξη τοῦ δικαστηρίου».
«Ἄ, δὲν ὁρκίζομαι γιατί στὸ ἅγιον Εὐαγγέλιο λέει “μὴ ὁμόσαι ὅλως”!»
«Μὰ πρέπει, πάτερ, νὰ ὁρκισθεῖς».
«Πῶς ὁρκίζονται;»
«Βάζοντας τὴν παλάμη πάνω στὸ Εὐαγγέλιο».
Ὁ π. Φιλάρετος τότε… ἔβαλε τρεῖς στρωτὲς μετάνοιες μπροστὰ στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ ἀσπάσθηκε μ’ εὐλάβεια, λέγοντάς τους:
«Ἀρκεῖσθε σ’ αὐτό;»
«Ὄχι, πάτερ, πρέπει νὰ βάλεις τὸ χέρι σου στὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ πεῖς “ὁρκίζομαι…” κ.λπ.».
«Δὲν μπορῶ νὰ ὁρκισθῶ».
«Μά, ἂν δὲν ὁρκισθεῖς, θὰ πᾶς ἐννέα μῆνες φυλακή…»
«Νὰ πάω φυλακὴ χίλιες φορές! Ἐγὼ ἀναμένω τὴν αἰωνία καταδίκη ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου καὶ θὰ σκεφθῶ τὴ φυλάκιση τῶν ἐννέα μηνῶν;»
Παρὼν ἦτο καὶ ὁ ψευδοδιάκονος -φουσκώνοντας καὶ ξεφουσκώνοντας ἀπὸ μεγαλοπρέπεια καὶ ὕφος- ἀτσαλάκωτος μέσα στὰ γυαλιστερὰ ράσα του. Εἶχε βάλει ἕναν δικηγόρο, ὁ ὁποῖος εἶπε ἕνα σωρὸ ψεύδη. Μεταξὺ ἄλλων ὁ δικηγόρος εἶπε:
«Πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι δικασταί, νὰ κλέψει ὁ ἐκλεκτὸς αὐτὸς κληρικὸς τὰ βιβλία αὐτοῦ τοῦ ρακενδύτου; Εἶναι δυνατόν; Μήπως τὰ εἶχε ἀνάγκη; Ἂν εἶναι δυνατόν…»
.          Ἐν τέλει, μὲ αὐτὲς τὶς ψευδομαρτυρίες καὶ τὴ διαστρέβλωση τῆς ἀληθείας, δικαιώθηκε ὁ ἀπαστράπων κλέπτης καὶ καταδικάσθηκε ὁ ἐνάρετος ἀσκητής, ὁ ὁποῖος παρουσιάσθηκε μὲ φτωχικὰ ράσα, χωρὶς τὴν τέχνη τοῦ ψεύδους καί, φυσικά, δίχως νὰ ὁρκισθεῖ. Βγῆκε λοιπὸν ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφαση καὶ τὸν πῆρε ὁ ἀστυνομικὸς νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ φυλακή! Οἱ ἰθύνοντες δὲν συγκινήθηκαν καὶ συγκινήθηκε τὸ ἀκροατήριον. Ἔκαναν πρόχειρον ἔρανο μεταξύ τους καὶ μάζεψαν τὸ ποσὸ ποὺ χρειαζόταν γιὰ ν’ ἀπαλλαγεῖ ὁ ἀσκητὴς ἀπὸ τὴ φυλάκιση. Μὲ ἁπλότητα τοὺς εὐχαρίστησε κι ἔφυγε χαρούμενος, ἐπιστρέφοντας ἐδῶ στὰ Καρούλια, χῶρο τῆς μακροχρονίου ἀσκήσεώς του. Εὐχαριστοῦσε κι ἐμᾶς ποὺ τὸν βοηθήσαμε μὲ τὶς πενιχρὲς δυνάμεις μας: «Εὐχαριστῶ, πατέρες», μᾶς ἔλεγε, «εὔχεσθε νὰ λυτρωθῶ καὶ ἀπὸ τὴν αἰωνία φυλακή!» Μεταξὺ ἄλλων ἦταν ἐνθουσιασμένος μὲ τὸν δικηγόρο ποὺ εἴχαμε στείλει γιὰ νὰ τὸν ὑπερασπισθεῖ. Ὁ ἀγαθὸς ἀσκητής, κάνοντας πάντα καλοὺς λογισμούς, τὰ ἔβλεπε ὅλα ὑπέροχα κι ἔλεγε καὶ ξανάλεγε ἐντυπωσιασμένος:
«Αὐτὸς ὁ δικηγόρος ἔχει πνεῦμα Θεοῦ! Ὅπως ἀκριβῶς ἔγιναν τὰ πράγματα, ἔτσι τὰ ἔλεγε».
«Γέροντα», τοῦ εἶπα, «ἡ τέχνη του εἶναι αὐτή…»
«Ὄχι, εὐλόγησον, πνεῦμα Θεοῦ εἶναι», ἐπέμενε ὁ Γέρων!
Τὸν ρώτησα:
«Γέροντα, πῶς εἶδες τὸν κόσμο ὕστερ’ ἀπὸ πενήντα ὀκτὼ χρόνια ποὺ εἶχες νὰ βγεῖς ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος»;
.              Ὁ καλὸς ἄνθρωπος ποὺ τὰ βλέπει ὅλα καλὰ ἔχει, ὅπως εἴπαμε, μόνον ἀγαθοὺς λογισμούς. Εἶπε λοιπὸν ὁ Γέρων Φιλάρετος: «Τί νὰ σᾶς πῶ, πατέρες, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔξω εἶναι πολὺ καλοί. Ὅλοι τρέχουν πέρα δῶθε γιὰ τὴ σωτηρία τους, ἐκτὸς ἀπὸ μένα τὸν ράθυμο καὶ ἁμαρτωλὸ ποὺ κάθομαι σ’ αὐτὰ ἐδῶ τὰ βράχια καὶ δὲν ἐργάζομαι ὅπως πρέπει, ὅπως εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ!» Αὐτὰ εἶπε καὶ μπῆκε στὸ ἀσκητήριό του, δοξάζοντας τὸν Θεὸ ποὺ στὰ τέλη τῆς ζωῆς του τοῦ ἔδωσε αὐτὴ τὴ δοκιμασία γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του, ὅπως ἔλεγε συνεχῶς.
Ὅταν ἔφθασε σὲ βαθὺ γῆρας, μᾶς ἐκάλεσε μίαν ἡμέρα στὸ ἀσκηταριό του. Πήγαμε μὲ τὸν π. Ἀκάκιο. Μὲ χαρὰ μᾶς εἶπε: «Καλῶς τὰ παιδιά μου! Καλὰ κάνατε ποὺ ἤλθατε, διότι ἄλλη φορὰ δὲν θὰ σᾶς δῶ! Ἐγὼ ἀπόψε θὰ φύγω… Θέλω ὅμως, πρὶν συμβεῖ αὐτό, νὰ μὲ ἀναπαύσετε».
«Τί θέλεις, Γέροντα;»
«Νὰ μοῦ ψάλετε! Πεῖτε κάτι νὰ εὐφρανθεῖ ἡ ψυχή μου.
.             Ψάλαμε διάφορα κι ὁ Γέροντας ἔκλαιγε ἀπὸ χαρὰ καὶ σταυροκοπιόταν κατανενυγμένος. Μόλις τελειώσαμε, μᾶς εἶπε: «Τώρα, κάτι τελευταῖο: Θέλω νὰ μοῦ ψάλετε τὸν “ἐθνικὸ ὕμνο” τῆς Παναγίας, τὸ «Ἄξιον ἐστίν»! Αὐτὸ ὅμως θὰ τὸ ψάλουμε ὄρθιοι, ὅπως ψέλνουμε καὶ τὸν ἐθνικὸ ὕμνο τῆς πατρίδος μας!» Σηκώθηκε μὲ κόπο. Ἠτο σκελετωμένος. Τὸ δέρμα του σχεδὸν διάφανο. Ἀφοῦ συμψάλαμε, μὲ δάκρυα χαρᾶς καὶ συγκινήσεως μᾶς ἀγκάλιασε, μᾶς ἀσπάσθηκε καὶ μᾶς εἶπε: «Παιδιά μου, ἄλλη φορα ἐδῶ δὲν σᾶς βλέπω! Συγχωρήσατέ με, συγχωρήσατέ με!»
.            Δακρύσαμε ὅλοι. Ἐκεῖνος μὲ κόπο μᾶς προέπεμψε. Φύγαμε κατασυγκινημένοι. Τὸ πρωὶ μᾶς εἰδοποίησαν ὅτι ἐκοιμήθη! Ὅπως ἀκριβῶς τὸ εἶχε πεῖ… Ἀνοίξαμε στὰ βράχια μία λακκουβίτσα καὶ τὸν θάψαμε, ἀφοῦ τὸν κηδεύσαμε ὅπως τοῦ ἄξιζε… Ἔσβησε -ἀνθρωπίνως τὸ λέγω- στὸν ἀθωνικὸ οὐρανὸ τὸ ἀστέρι αὐτὸ τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ. Ἄφησε ὅμως μίαν ἀείφωτη τροχιὰ ἀγωνιστικότητος καὶ ἀσκήσεως αὐστηρῆς. Αἰωνία του ἡ μνήμη. Τὴν πολύτιμη εὐχή του νὰ ἔχουμε.

.            Μερικὲς φορὲς ὁ πανάγαθος Θεὸς παραχωρεῖ καὶ στὸ τέλος τῆς ζωῆς μία δοκιμασία, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος καλύτερος καὶ νὰ ὠφεληθοῦν καὶ ἄλλοι. Ἔτσι καὶ ὁ π. Φιλάρετος ὑπέμεινε ἀγόγγυστα καὶ βραβεύθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο. Εἴδατε, κ. Μελινέ, πῶς ὁ διάβολος πῆγε νὰ ταλαιπωρήσει τὸν ἄνθρωπο τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς ἀρετῆς, ἀλλ’ ὁ πανάγαθος Θεὸς τὸν σκέπασε μὲ τὴν χάρη Του καί, ἀντὶ νὰ πάθει βλάβη ἡ ψυχή του, δέθηκε ἀκόμη περισσότερο μὲ τὸν Θεό; Περισσότερο ἀγάπησε τὸν Θεὸ καὶ μὲ μεγαλύτερη ζέση Τὸν ἐδόξαζε.

, ,

Σχολιάστε

«Ο ΨΥΧΙΚΑ ΥΓΙΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤῼ» (Ἀρχιμ. Τύχων Σταυρονικητιανός)

Ἀπομαγνητοφωνημένα ἀποσπάσματα
ἀπὸ τὴν Εἰσήγηση μὲ θέμα: «Ἀληθινὴ ψυχικὴ ὑγεία»
τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα Ἁγ. Ὄρους
Ἀρχιμ. Τύχωνος
στὴν Ἡμερίδα «Θεραπεία ψυχῆς» (16.02.2014)

ΑΛΗΘΙΝΗ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

βλ. σχετ:

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ Η ΗΜΕΡΙΔΑ «ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΨΥΧΗΣ»

ΗΜΕΡΙΔΑ «ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΨΥΧΗΣ» (16.02.2014)

, , ,

Σχολιάστε

Η ΚΛΙΜΑΞ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ ΚΑΙ Η ΣΚΑΛΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ! (Ἅγ. Ἰουστίνος Πόποβιτς)

Ἁγ.  Ἰουστίνου Πόποβιτς

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ Δ´ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(1965)

Κυριακή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος!
Γιατί ἡ Ἐκκλησία τοποθετεῖ αὐτόν τόν Ἅγιο στό μέσον τῆς νηστείας,
ὡσάν τήν πιό ἅγια εἰκόνα, ὥστε νά ἀτενίζουν ὅλοι σέ Αὐτόν;

ΚΛΙΜΑΞ.             Ποιός εἶναι αὐτός; Εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐβίωσε καί ἔγραψε τήν Κλίμακα τοῦ Παραδείσου, πού ἐβίωσε τήν ἀνάβασι τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν κόλασι μέχρι τόν Οὐρανό, μέχρι τόν Παράδεισο. Αὐτός ἐβίωσε τήν κλίμακα ἀπό τήν γῆ μέχρι τόν Οὐρανό, τήν κλίμακα πού ἐκτείνεται ἀπό τόν πυθμένα τῆς κολάσεως τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τήν κορυφή τοῦ παραδείσου. Ἐβίωσε καί ἔγραψε. Ἄνθρωπος πολύ μορφωμένος, πολύ σπουδαγμένος. Ἄνθρωπος πού ὡδήγησε τήν ψυχή του εἰς τάς ὁδούς τοῦ Χριστοῦ, πού τήν ὡδήγησε ὁλόκληρη ἀπό τήν κόλασι στόν παράδεισο, ἀπό τόν διάβολο στόν Θεό, ἀπό τήν ἁμαρτία στήν ἀναμαρτησία, καί πού θεόσοφα μᾶς περιέγραψε ὅλη αὐτή τήν πορεία, τί δηλαδή βιώνει ὁ ἄνθρωπος πολεμώντας μέ τόν κάθε διάβολο πού βρίσκεται πίσω ἀπό τήν ἁμαρτία.
.             Μέ τήν ἁμαρτία μᾶς πολεμάει ὁ διάβολος, καί μένα καί σένα, ἀδελφέ μου καί ἀδελφή μου. Σέ πολεμάει μέ κάθε ἁμαρτία. Μήν ἀπατᾶσαι, μή νομίζῃς πώς κάποια μικρή καί ἀσθενής δύναμις σοῦ ἐπιτίθεται. Ὄχι! Αὐτός σοῦ ἐπιτίθεται! Ἀκόμη κι’ ἄν εἶναι ἕνας ρυπαρός λογισμός, μόνο λογισμός, γνώριζε ὅτι αὐτός ὁρμᾶ κατεπάνω σου. Λογισμός ὑπερηφανείας, κακῆς ἐπιθυμίας, φιλαργυρίας,… ἕνα ἀναρίθμητο πλῆθος λογισμῶν ἔρχεται κατεπάνω σου ἀπό ὅλες τίς πλευρές. Καί σύ, τί εἶσαι ἐσύ;
.             Ὤ, Κλίμακα τοῦ Παραδείσου! Πῶς, πάτερ Ἰωάννη, μπόρεσες νά στήσῃς αὐτή τήν κλίμακα τοῦ Παραδείσου ἀνάμεσα στήν γῆ καί στόν Οὐρανό; Δέν τήν ἔσχισαν οἱ δαίμονες, δέν τήν ἔκοψαν, δέν τήν ἔσπασαν; Ὄχι!… Ἡ νηστεία του ἦταν μιά φλόγα, μιά φωτιά, μιά πυρκαϊά. Ποιός διάβολος θά τήν ἄντεχε; Ὅλοι ἔφυγαν πανικοβλημένοι, ὅλοι οἱ δαίμονες ἔφυγαν κινηγημένοι ἀπό τήν ἔνδοξη καί θεία του προσευχή, ὅλοι οἱ δαίμονες ἔφυγαν τρομοκρατημένοι ἀπό τήν νηστεία του, ὅλοι οἱ δαίμονες ἐξαφανίσθηκαν ἀπό τήν πύρινη, τήν φλογερή, προσευχή του.
.             Ἡ Κλίμακα τοῦ Παραδείσου! Τί εἶναι αὐτή; Εἶναι οἱ ἅγιες ἀρετές, οἱ ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές: ἡ ταπείνωσις, ἡ πίστις, ἡ νηστεία, ἡ πραότης, ἡ ὑπομονή, ἡ ἀγαθότης, ἡ καλωσύνη, ἡ εὐσπλαχνία, ἡ φιλαλήθεια, ἡ ἀγάπη στόν Χριστό, ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, τά παθήματα χάριν τοῦ Χριστοῦ. Αὐτές καί ἄλλες πολλές ἅγιες καινοδιαθηκικές ἀρετές. Κάθε ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, ἀδελφοί μου· αὐτό εἶναι ἀρετή. Τήν τηρεῖς; Τήν ἐφαρμόζεις; Π.χ. τήν ἐντολή του περί νηστείας τήν τηρεῖς, τήν ἐφαρμόζεις; Ἡ νηστεία εἶναι ἁγία ἀρετή, εἶναι σκαλοπάτι τῆς κλίμακος ἀπό τήν γῆ στόν Οὐρανό. Ἡ νηστεία, ἡ εὐλογημένη νηστεία, ὅπως καί ὅλη ἡ κλίμακα ἀπό τήν γῆ στόν Οὐρανό.
.             Κάθε ἀρετή εἶναι ἕνας μικρός παράδεισος. Κάθε ἀρετή τρέφει τήν ψυχή σου, τήν κάνει μακαρία, κατεβάζει στήν ψυχή σου θεία, οὐράνια ἀνάπαυσι. Κάθε ἀρετή εἶναι ἕνα χρυσό καί διαμαντένιο σκαλοπάτι στήν κλίμακα τῆς σωτηρίας σου, στήν κλίμακα πού ἑνώνει τήν γῆ μέ τόν Οὐρανό, πού ἐκτείνεται ἀπό τήν δική σου κόλασι μέχρι τόν δικό σου παράδεισο. Γι’ αὐτό καμμία ἀπό αὐτές δέν εἶναι ποτέ μόνη της. Ἡ πίστις στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό δέν εἶναι ποτέ μόνη της. Ἐκδηλώνεται μέ τήν προσευχή, μέ τήν νηστεία, μέ τήν ἐλεημοσύνη, μέ τήν ταπείνωσι, μέ τά παθήματα χάριν τοῦ πλησίον. Ὅχι μόνο ἐκδηλώνεται ἀλλά καί ζῆ κάθε ἀρετή, ἐπειδή ὑπάρχει ἡ ἄλλη ἀρετή. Ἡ πίστις ζῆ μέ τήν προσευχή, ἡ προσευχή ζῆ μέ τήν νηστεία, ἡ νηστεία τρέφεται μέ τήν προσευχή, ἡ νηστεία τρέφεται μέ τήν ἀγάπη, ἡ ἀγάπη τρέφεται μέ τήν εὐσπλαχνία. Ἔτσι κάθε ἀρετή ζῆ διά τῆς ἄλλης. Καί ὅταν μία ἀρετή κατοικήσῃ στήν ψυχή σου, ὅλες οἱ ἄλλες θά ἀκολουθήσουν, ὅλες σιγά-σιγά ἀπό αὐτήν θά προέλθουν καί θά ἀναπτυχθοῦν δι’ αὐτῆς καί μαζί μέ αὐτήν.
.             Ναί, ἡ κλίμακα τοῦ Παραδείσου ἐξαρτᾶται ἀπό σένα. Πές ὅτι νηστεύω μέ φόβο Θεοῦ, μέ εὐλάβεια, μέ πένθος, μέ δάκρυα. Μετά ὅμως τά παρατάω. Νά, ἄρχισα νά κτίζω τήν κλίμακα καί ἐγώ ὁ ἴδιος τήν γκρέμισα, τήν ἔσπασα. Ἐσύ πάλι, ἐσύ, νηστεύεις συχνά, ἐγκρατεύεσαι ἀπό κάθε σωματική τροφή. Ἀλλά νά, τόν καιρό τῆς νηστείας ἀφήνεις νά κατοικήσῃ στήν ψυχή σου ἡ ἁμαρτία, νά σπείρωνται στήν ψυχή σου διάφοροι ἀκάθαρτοι λογισμοί, ἐπιθυμίες. Σέ σένα ἀνήκει νά τούς διώχνῃς ἀμέσως μακρυά σου μέ τήν προσευχή, τό πένθος, τήν ἀνάγνωσι ἤ μέ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἄσκησι. Ἀλλά, ἄν ἐσύ, ἐνῶ νηστεύῃς σωματικῶς, τρέφῃς τήν ψυχή σου μέ κάποια ἁμαρτία ἤ μέ κάποιο κρυφό πάθος, νά! ἐσύ, ἐνῶ ἀρχίζῃς νά χτίζῃς ἕνα-ἕνα τά σκαλοπάτια τῆς νηστείας ἀπό τήν γῆ πρός τόν Οὐρανό, ἐσύ ὁ ἴδιος πάλι τά γκρεμίζεις, τά καταστρέφεις.
.             Ἡ νηστεία ἀπαιτεῖ εὐσπλαχνία, ταπείνωσι, πραότητα. Ὅλα αὐτά πᾶνε μαζί. Εἶναι σάν ἕνα συνεργεῖο οἰκοδόμων, τῶν ὁποίων ἀρχηγός εἶναι ἡ προσευχή. Αὐτή εἶναι ὁ ἀρχιμάστορας, ὁ ἀρχιτέκτονας, ὁ ἀρχιμηχανικός τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, τῶν πνευματικῶν μας ἐφέσεων, τῆς κλίμακος πού θά στήσουμε μεταξύ γῆς καί Οὐρανοῦ. Ἡ προσευχή κατέχει τήν πρώτη θέσι. Ὅταν ἡ προσευχή ἐγκατασταθῇ στήν καρδιά σου καί αὐτή φλέγεται ἀπό ἀδιάλειπτη δίψα γιά τόν Κύριο, ὅταν Αὐτόν συνέχεια βλέπει, Αὐτόν συνέχεια αἰσθάνεται, τότε μέ τήν προσευχή εἰσάγεις στήν ψυχή σου ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές. Τότε ὁ μηχανικός (ἡ προσευχή) ἔχει ἄριστους τεχνίτες, κτίζει γρήγορα-γρήγορα θαυμάσιες κλίμακες ἀπό τήν γῆ μέχρι τόν Οὐρανό, τίς κλίμακες τῶν σταδιακῶν σου ἀναβάσεων πρός τόν Θεό, πρός τήν τελειότητά Του. Ὅταν ἔχῃς δύναμι, δυνατή προσευχή, τότε καμμία νηστεία δέν θά σοῦ εἶναι δύσκολη, τότε καμμία ἀγάπη δέν θά σοῦ εἶναι ἀδύνατη. Ἁγία εὐαγγελική ἀγάπη!
.             Ἡ προσευχή ἁγιάζει τά πάντα μέσα σου, τήν κάθε ἄσκησί σου, τόν κάθε λογισμό σου, τήν κάθε αἴσθησί σου, τήν κάθε διάθεσί σου. Προσευχή! Δύναμις θεϊκή, τήν ὁποία μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος γιά νά ἁγιάζουμε ὁ,τιδήποτε ἐναγές μέσα μας, στήν ψυχή μας. Ἡ προσευχή σέ ἑνώνει μέ τόν Πανεύσπλαχνο Κύριο, καί Αὐτός ἐκχέει μέσα στήν καρδιά σου τήν συμπάθεια γιά κάθε ἄνθρωπο, γιά τόν ἁμαρτωλό, γιά τόν ἀδελφό πού εἶναι ἀδύναμος ὅπως καί σύ, πού πέφτει ὅπως καί σύ, ἀλλά καί πού μπορεῖ νά σηκωθῇ ὅπως καί σύ· πού τοῦ χρειάζεται ὅμως ἡ δική σου βοήθεια, ἡ ἀδελφική σου βοήθεια, ἡ προσευχητική σου βοήθεια, ἡ ἐκκλησιαστική σου βοήθεια. Τότε, ὅταν δώσῃς βοήθεια, χωρίς ἀμφιβολία θά κτίσῃς τήν δική σου κλίμακα, τήν κλίμακα πού ὁδηγεῖ ἀπό τήν κόλασί σου στόν παράδεισό σου· τότε, μέ βεβαιότητα στήν καρδιά θά ἀνεβαίνῃς ἀπό σκαλοπάτι σέ σκαλοπάτι, ἀπό ἀρετή σέ ἀρετή, καί θά φθάσῃς ἔτσι στήν κορυφή τῆς κλίμακος, στόν Οὐρανό, θά ἀποβιβασθῇς στόν Οὐρανό, θά ἀποβιβασθῇς στόν οὐράνιο Παράδεισο.
.             Ὅλα τά ἔχουμε, καί σύ καί ἐγώ: ἐννέα Μακαρισμοί, ἐννέα ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές. Αὐτό εἶναι τό εὐαγγέλιο τῆς νηστείας, τό εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος. Ἀρετές, ἀδελφοί, μεγάλες ἀρετές. Τίς δύσκολες ἀσκήσεις τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς, τῆς ταπεινώσεως, ὁ Κύριος τίς παρουσίασε ὡς Μακαρισμούς. Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν (Ματθ. ε΄ 3)…
.             Ἡ ταπείνωσις! Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς πίστεώς μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀρετῆς μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀναβάσεώς μας πρός τόν Οὐρανό, αὐτή εἶναι τό θεμέλιο τῆς κλίμακός μας. Κύριε, ἐγώ εἶμαι ἕνα τίποτα, Ἐσύ εἶσαι τό πᾶν! Ἐγώ τίποτα, Ἐσύ τό πᾶν! Ὁ νοῦς μου εἶναι τίποτα μπροστά στόν δικό Σου Νοῦ, τό πνεῦμα μου εἶναι τίποτα μπροστά στό Πνεῦμα Σου, ἡ καρδιά μου, ἡ γνῶσις μου… ὤ! τίποτα, τίποτα, μπροστά στήν γνῶσι Σου Κύριε! Ἐγώ, ἐγώ, μηδέν, μηδέν… καί πίσω ἀπό αὐτό ἀναρίθμητα ἄλλα μηδενικά. Αὐτό εἶμαι ἐγώ μπροστά Σου, Κύριε.
.             Ἡ ταπείνωσις! Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη ἁγία ἀρετή, ἡ πρώτη χριστιανική ἀρετή. Ὅλα ἀρχίζουν ἀπό αὐτήν…
.             Ἀλλά οἱ Χριστιανοί αὐτοῦ τοῦ κόσμου, πού οἰκοδομοῦμε τήν κλίμακα τῆς σωτηρίας μας, πάντοτε κινδυνεύουμε ἀπό τίς ἀκάθαρτες δυνάμεις. Ποιές εἶναι αὐτές; Οἱ ἁμαρτίες, οἱ ἁμαρτίες μας, τά πάθη μας. Καί πίσω ἀπό αὐτές ὁ διάβολος, … Ὅπως οἱ ἅγιες ἀρετές οἰκοδομοῦν τήν οὐράνια κλίμακα μεταξύ Οὐρανοῦ καί γῆς, ἔτσι καί οἱ ἁμαρτίες μας φτιάχνουν μία σκάλα γιά τήν κόλασι. Κάθε ἁμαρτία. Ἄν ὑπάρχουν ἁμαρτίες στήν ψυχή σου, πρόσεχε! Ἄν κρατᾶς μῖσος στήν ψυχή σου μιά, δυό, τρεῖς, πενήντα μέρες, πρόσεξε νά δῇς σέ τί κόλασι ἔχει μεταβληθῆ ἡ ψυχή σου. Τό ἴδιο κι ἄν κρατᾶς θυμό, φιλαργυρία, αἰσχρή ἐπιθυμία… Καί σύ, τί κάνεις; Πραγματικά, μόνος σου φτιάχνεις μιά σκάλα γιά τήν κόλασι.
.             Ἀλλά ὁ Ἀγαθός Κύριος μᾶς δίνει θαυμαστό παράδειγμα. Νά, στό μέσον τῆς νηστείας, προβάλλει τόν μεγαλώνυμο, τόν θαυμάσιο, τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος. Ὅλος λάμπει ἀπό τίς ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές. Τόν βλέπουμε πῶς ἀνεβαίνει γρήγορα καί σοφά τήν κλίμακα τοῦ Παραδείσου, τήν ὁποία ἔστησε ἀνάμεσα στήν γῆ καί στόν Οὐρανό. Ὡς διδάσκαλος, ὡς ἅγιος ὁδηγός, μᾶς δίνει τήν Κλίμακά του σέ μᾶς τούς Χριστιανούς ὡς πρότυπο γιά νά ἀνεβοῦμε ἀπό τήν κόλασι στόν Παράδεισο, ἀπό τόν διάβολο στόν Θεό, ἀπό τήν γῆ στόν Οὐρανό…
.             Εὔχομαι ὁ ἐλεήμων καί μέγας ἅγιος πατήρ ἡμῶν Ἰωάννης τῆς Κλίμακος… νά μᾶς χειραγωγῇ στούς ἀγῶνες μας ἐναντίον ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν μας μέ στόχο τίς ἅγιες ἀρετές· νά οἰκοδομήσουμε καί ἐμεῖς μέ τήν βοήθειά του τήν δική μας κλίμακα καί ἀκολουθώντας τον νά φθάσωμε στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, στόν Παράδεισο, ὅπου ὑπάρχουν ὅλες οἱ οὐράνιες ἀναπαύσεις, ὅλες οἱ αἰώνιες χαρές, ὅπου μαζί του ἐκεῖ θά δοξάζουμε τόν Βασιλέα ὅλων ἐκείνων τῶν ἀγαθῶν, τόν Αἰώνιο Βασιλέα τῆς Οὐρανίου Βασιλείας, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ᾯ ἡ δόξα καί ἡ τιμή νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 ΠΗΓΗ: alopsis.gr

, , , , , ,

Σχολιάστε

«ΕΝ ΑΛΗΘΕΙᾼ ΚΑΙ ΑΓΑΠῌ» 2 [Σπάνιος εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ πολιτείας κατὰ Χριστὸν καὶ κατὰ τὰς ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ.]

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ EΡΜΗΝΕΙΑ
ΤΟΥ ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
στὴν Β´ΙΩΑΝΝΟΥ

(ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 646 ἑπ.)

Β´

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Μέρος Α´ «ΕΝ ΑΛΗΘΕΙᾼ ΚΑΙ ΑΓΑΠῌ» 1 :
 https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/11/23/ἐν-ἀληθείᾳ-καὶ-ἀγάπῃ/

4. Ἐχάρην λίαν ὅτι εὕρηκα ἐκ τῶν τέκνων σου περιπατοῦντας ἐν ἀληθείᾳ, καθὼς ἐντολὴν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ πατρός

.         Ἐπειδὴ δὲ εὕρηκεν ὕστερον μερικοὺς ἐξ αὐτῶν καὶ τοὺς ἐδοκίμασε μὲ καιρὸν ἀρκετὸν καὶ συνομιλίαν, διὰ τοῦτο ἔγραψεν ὅτι εὑρῆκά τινας ἐκ τῶν υἱῶν σου περιπατοῦντας ἐν ἀληθείᾳ. Ποίαν δὲ ἀλήθειαν λέγει; Δηλαδὴ τὸν Χριστὸν καὶ τὰς ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ, ἤγουν εὕρηκα αὐτοὺς να περιπατοῦν ἐν ἀληθείᾳ κατὰ Χριστὸν καὶ κατὰ τὰς ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ. Περιπατοῦν γάρ, λέγει, αὐτοὶ καὶ πολιτεύονται ἀκούοντες καὶ ὑπακούοντες εἰς τὰ λόγια τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, κατὰ τὴν ἄνωθεν γενομένην φωνὴν τοῦ Πατρὸς πρὸς τὸν μεταμορφούμενον ἐν τῷ Θαβὼρ Χριστόν, τὴν λέγουσαν «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα˙ αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. ιζ´ 5) καὶ διὰ τοῦτο εἶπεν ὁ Θεολόγος «καθὼς ἐντολὴν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Πατρός». Ἐντολὴν γὰρ τοιαύτην ἐλάβομεν ἡμεῖς οἱ χριστιανοὶ παρὰ τοῦ Πατρός, να ὑπακούωμεν εἰς τὸν υἱόν του καὶ νὰ φυλάττωμεν ὅλας τὰς ζωοποιοὺς αὐτοῦ ἐντολάς. Ὁ δὲ ἱερὸς Θεοφυλακτὸς λέγει ὅτι διὰ τοῦτο γράφει ὁ Ἰωάννης πὼς ἐχάρη κατὰ πολλά, ὅτι εὗρεν ἀπὸ τὰ τέκνα τῆς ἐκλεκτῆς, περιπατοῦντα ἐν ἀληθείᾳ, διατὶ χαρὰ μεγαλωτάτη εἶναι τῇ ἀληθείᾳ τὸ νὰ εὕρῃ τινὰς ἄνθρωπον νὰ περιπατῇ ἀπροσκόπως εἰς τὸν ἴσον δρόμον τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ πολιτείας κατὰ Χριστὸν καὶ κατὰ τὰς ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ. Σπάνιος γὰρ εἶναι ὁ τοιοῦτος ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον καὶ ἄξιος νὰ ζητῆται μὲ τὸ φανάρι ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἡμέρας καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πολλοῦ πλήθους τῶν ἀνθρώπων, καθὼς ἔκαμεν ὁ κυνικὸς ἐκεῖνος Διογένης. Ὅθεν διὰ τὸ σπάνιον εἶναι χαρᾶς αἰτία ἡ εὕρεσις τοῦ τοιούτου ἀνθρώπου. Βλέπε δὲ ἀγαπητέ, ὅτι περιπατοῦντα λέγει, εἰς χρόνον ἐνεστῶτα καὶ ὄχι περιπατήσαντα εἰς χρόνον ἀπερασμένον ἢ περιπατήσαντα εἰς χρόνον μέλλοντα. Ἐπειδὴ αἱ ἀρεταί, ὄχι μόνον εἶναι πρακτικαί, ἤγουν χρειάζονται νὰ γίνωνται μὲ τὴν πρᾶξιν καὶ κίνησιν, τὴν ὁποίαν δηλώνει ἐδῶ τὸ περιπατῶ, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἔχουν τὸ εἶναι ἐν τῷ ἀεὶ ἐνεργεῖσθαι κατὰ τὸν ἐνεστῶτα χρόνον, ἐπειδὴ ἐκεῖνος ὁποῦ παύσῃ ἀπὸ τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς, αὐτὸς οὐδὲ ἀρετὴν λέγεται ὅτι ἔχει. Ὅθεν πρέπει πάντοτε νὰ περιπατῇ ὁ ἐνάρετος καὶ νὰ προκύπτῃ εἰς τὸ ἔμπροσθεν. Διατὶ ὅσον περισσότερον ἐνεργεῖ τὴν ἀρετήν, τόσον ἀκολούθως περισσότερον ἕξιν τῶν ἀρετῶν λαμβάνει εἰς τὴν ψυχὴν του καὶ δυσκόλως κινεῖται εἰς τὸ κακόν. Πατὴρ δὲ ἐδῶ ἑρμηνεύει πὼς εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς πατήρ ἐστι τῶν διὰ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας του δοθέντων αὐτῷ υἱῶν παρὰ τοῦ Πατρός, ὡς εἴρηκεν ὁ Ἡσαΐας καὶ ὁ Παῦλος, ἐκ προσώπου τοῦ Χριστοῦ˙ «Ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδιά, ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεὸς» (Ἡσ. η´ 18˙ Ἑβρ. β´ 13).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/12/14/ἐν-ἀληθείᾳ-καὶ-ἀγάπῃ3/

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ: «Ὅσοι χριστιανοὶ εἶναι ἐνάρετοι, ἐκεῖνοι εἶναι καὶ ζηλωταὶ τῆς πίστεως. Ὅσοι ἔχουν μαζὶ τὴν ὀρθὴν πίστιν μὲ τὰ ἔργα τὰ καλά, αὐτοὶ βλέπουν καί αἰσθάνονται καὶ ψηλαφοῦν ἐκεῖνα ὁποὺ πιστεύουν». [Δ´]

ΕΙΣ. ΣΧ.  «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἀγαπητοί, μὴ χάσετε τὴν εὐκαιρία νὰ διαβάσετε ὅλο τὸν λόγο τοῦ Νικηφ. Θεοτόκη. Μὴ τὸν παρακάμψετε. Περιέχει σπουδαῖα μηνύματα, ἐπείγοντα καὶ στὶς μέρες μας:  
.       «Ἐτοῦτο εἶναι ἡ δόξα τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ, νὰ μὴν πιστεύουσιν οἱ ἄνθρωποι, νικώμενοι ἀπὸ τὴν δύναμιν τῶν ἐπιχειρημάτων· ἀλλὰ νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὴν πίστιν, ἀπὸ τὴν χάριν, καὶ ἀλήθειαν τοῦ κηρύγματος πληροφορούμενοι.»  «Τὰ καλὰ ἤθη, ναί, καὶ οἱ ἀρετὲς εἶναι ἐκεῖνες, ὁποὺ καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους, καὶ εἰς τὸν πλησίον μας αὐξάνουσι τὴν πίστιν».
.       Ἀσάλευτες ἀλήθειες τὶς ὁποῖες μὲ τὶς «θεολογικὲς» ζητήσεις καὶ τὶς γενεαλογίες καὶ τὶς νομικὲς μάχες καὶ τὶς οἰκουμενιστικὲς ἀθλιότητες καὶ τὶς θεομίσητες συμπροσευχὲς καὶ τὶς μεταπατερικὲς γελοιότητες καὶ τὶς ὀρθοδοξοφανεῖς θριαμβολογίες καὶ τοὺς ἀναλώσιμους ἀλαλαγμούς κινδυνεύουμε νὰ χάσουμε!
 

Ἀπὸ τὸ δυσεύρετο βιβλίο
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΘΕΟΤΟΚΗ
«ΛΟΓΟΙ ΕΙΣ ΑΓΙΑΝ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΝ»
(Λειψία 1766)

Ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
Ἀθῆναι 1968, σελ.  25 ἑπ.

ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ [Δ´, τελευταῖο]
(Α´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν)

Α´ : https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/04/περὶ-πιστεως-θεοτόκη-1/

Β´ : https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/04/περὶ-πίστεως-θεοτόκη-2/

Γ´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/05/περὶ-πίστεως-θεοτόκη-3/

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

.           Ἄλλη εἶναι ἡ πίστις ἡ θεωρητική, καὶ ἄλλη ἡ πίστις ἡ πρακτική. Πίστις θεωρητικὴ εἶναι ὅταν ἐγὼ πιστεύω μὲ τὸν νοῦν μου, ὅσα ἡ πίστις διδάσκει. Πίστις πρακτικὴ εἶναι ὅταν ἐγὼ πράττω, ὅσα ὁ νόμος τῆς πίστεως, μοῦ παραγγέλλει. Ἡ θεωρητικὴ χωρὶς τὴν πρακτικήν, εἶναι νεκρά. «Οὕτω καὶ ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ’ ἑαυτήν», λέγει ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος. Ἡ πρακτικὴ χωρὶς τὴν θεωρητικήν, εἶναι ἀνωφελής. «Ἐξ ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται πᾶσα σάρξ, ἐνώπιον αὐτοῦ», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ἡ θεωρητικὴ δὲν εἶναι πάντοτε ἀνταμωμένη μὲ τὴν πρακτικήν. Διατὶ βλέπομεν πολλοὺς ὁποὺ πιστεύουσι μὲ τὸν νοῦν τους ὀρθά, μὰ οἱ πράξεις τους, καὶ τὰ ἤθη τους εἶναι κακά. Βλέπομεν καμμίαν φορὰ καὶ μερικοὺς ὁποὺ δὲν ἔχουν πίστιν ὀρθήν, καὶ τὰ ἔργα τους εἶναι καλά. Ὅταν ἡ θεωρητικὴ ἐνεργῆται, δηλονότι ὅταν εἶναι ἀνταμωμένη μὲ τὴν πρακτικήν, πάντοτε μὲ ἕναν κάποιον τρόπον θαυμαστόν, καὶ ἀνεκδιήγητον αὐξάνει, καὶ μεγαλώνει.
.           Ἐκεῖνοι οἱ καλότυχοι ἄνθρωποι, ὅσοι ἔχοντες πίστιν ὀρθήν, καθ’ ἑκάστην ἡμέραν τὴν ἐνεργοῦσι, καὶ μὲ τὴν ταπείνωσιν, μὲ τὴν πραότητα, μὲ τὴν ἀγάπην, μὲ τὴν σωφροσύνην, καὶ μὲ ὅλες τὲς ἄλλες ἀρετὲς τὴν ψυχήν τους στολίζουσι, τραβίζουν ἐκ τοῦ λόγου τους τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τοὺς προσθέτει ὁ Θεὸς τὸ μέτρον τῆς χάριτός του, καθὼς αὐτοὶ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν αὐξάνουσι τὸ μέτρον τῆς ἀρετῆς τους. «Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ». Ἔτσι ἐβεβαίωνε τοὺς Ἐφεσίους ὁ θεῖος Ἀπόστολος. Ἡ χάρις λοιπόν, τὴν ὁποίαν τοὺς δίδει ὀ Θεὸς, πρέπει βέβαια νὰ τοὺς ἐνδυναμώσῃ τὴν ψυχήν, νὰ τοὺς φωτίσῃ τὸν νοῦν, καὶ νὰ τοὺς στερεώσῃ τὴν θέλησιν εἰς κάθε ἀρετήν. Καὶ ἐτοῦτο εἶναι τὸ τέλος, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ Θεὸς τοὺς δίδει τὴν χάριν του. Μὰ ποία ἄλλη ἀρετὴ μεγαλύτερη, ἤ ποία πλέον ἀναγκαιοτέρα διὰ τὴν σωτηρίαν μας ἀπὸ τὴν πίστιν; Εἰς τὴν πίστιν λοιπὸν πρῶτον τοὺς στερεώνει ἡ χάρις, εἰς τὴν πίστιν τοὺς θερμαίνει, καὶ εἰς τὴν πίστιν τοὺς αὐξάνει. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τόσον ζῆλον διὰ τὴν πίστιν εἰς τοὺς Ἀποστόλους, εἰς τοὺς Ἱεράρχας, εἰς τοὺς ἀσκητάς, εἰς ὅλους τοὺς ἁγίους. Διὰ τὴν ἀρετὴν τοὺς ηὔξανεν εἰς τὴν πίστιν. Διὰ τοῦτο βλέπομεν καὶ ἕως τὴν σήμερον μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅσοι χριστιανοὶ εἶναι ἐνάρετοι, ἐκεῖνοι εἶναι καὶ ζηλωταὶ τῆς πίστεως· ὅσοι ἔχουν κακὰ ἤθη καὶ εἶναι γυμνοὶ ἀπὸ τὴν ἀρετήν, δὲν ἔχουν καμμίαν ζέσιν διὰ τὴν πίστιν τους. Ἡ πίστις, εἰς τὴν πρώτην ἀρχὴν ὁποὺ πιστεύομεν, πολλὰ μικρὴ εἶναι,  καθὼς μᾶς λέγει ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς. «Ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν κόκκῳ σινάπεως, ὃν λαβὼν ἄνθρωπος ἔσπειρεν ἐν τῷ ἀγρῷ αὐτοῦ». Μὰ ἀφοῦ τὴν σπείρει ὁ ἄνθρωπος μέσα εἰς τὴν καρδίαν του, καὶ κάθε ἡμέραν τὴν ποτίζει μὲ τὰ γλυκύτατα νάματα τῆς ἀρετῆς, αὐξάνει, καὶ μεγαλώνει, καὶ στερεώνεται περισσότερον ἀπὸ ὅλες τὲς ἄλλες ἀρετές. «Ὅταν δὲ αὐξηθῇ, μείζων πάντων τῶν λαχάνων ἐστί, καὶ γίνεται δένδρον».
.         Ἀδελφοί μου χριστιανοί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀνταμωμένην ἔχῃ τὴν πίστιν τὴν ὀρθὴν μὲ τὰ ἔργα τὰ καλά, καὶ ἐνεργῇ τὴν πίστιν του μὲ τὴν ἀγάπην, ἡ πίστις του λαμβάνει μεγαλωτάτην αὔξησιν. Διατὶ τότε βλέπει, καί, αἰσθάνεται, καὶ ψηλαφᾷ διὰ νὰ εἰπῶ ἔτσι, ἐκεῖνα ὁποὺ πιστεύει. Καὶ πῶς; «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με, μᾶς λέγει ὁ Θεός, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατὴρ ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα, καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν». Ὦ μακάριοι, ὅσοι τοιούτου χαρίσματος ἀξιωθήκατατε· τρισμακάριοι, καὶ τρισόλβιοι εἶστε. Ἐκεῖνος ὁ Θεὸς ὁποὺ ἡμεῖς μὲ τὸν νοῦν μας μόνον λατρεύομεν, ἐκατοίκησεν εἰς τὴν ψυχήν σας. Ἐσεῖς βέβαια δοκιμάζετε τὴν δόξαν τοῦ παραδείσου, καὶ τὴν χάριν τῆς μακαριότητος ἐδῶ εἰς τὴν γῆν. Καὶ τί χρεία εἶναι νὰ εἰπῶ ἐγὼ πλέον, πόσον μεγάλη ἔγινεν ἡ πίστις σας διὰ μέσου τῶν καλῶν ἔργων σας; Κάθε ἕνας ἠμπορεῖ νὰ τὸ καταλάβῃ μοναχός του. Βέβαια περισσοτέραν πίστιν ἔχετε ἐσεῖς διὰ τὰ πράγματα ὁποὺ πιστεύετε, παρὰ ὁποὺ ἔχομεν ἡμεῖς διὰ τὰ πράγματα ὁποὺ βλέπομεν. Διατὶ ἐκεῖνα ὁποὺ ἡμεῖς βλέπομεν μᾶς πλανοῦν πολλὲς φορὲς τὲς αἴσθησες· μὰ ἐκεῖνα ὁποὺ ἐσεῖς αἰσθάνεσθε, σᾶς πληροφοροῦσιν τὸν νοῦν, καὶ τὴν καρδίαν. Τόσην αὔξησιν λαμβάνει εἰς ἡμᾶς ἡ πίστις, ὅταν ἐνεργεῖται· καὶ ὄχι μόνον αὐτὴν τὴν αὔξησιν λαμβάνει, ἐνεργουμένη, ἀλλὰ καὶ ἄλλην θαυμασιωτέραν. Ἐπειδὴ πολλαπλασιάζεται, καὶ μεταδίδεται καὶ εἰς ἐκείνους ὁποὺ μᾶς βλέπουσι, καὶ ὁποὺ μᾶς συναναστρέφονται.
.         Ἐτοῦτο ὁποὺ λέγω, δὲν ἠμποροῦμεν βέβαια νὰ τὸ ἰδοῦμεν εἰς ἐτούτους τοὺς δυστυχεῖς καιρούς, ὁποὺ ἐκαταντήσαμεν. Διατὶ τώρα ἐφθάρησαν τὰ ἤθη, ἐσβύσθη ἡ ἀγάπη, ἐπλήθυναν οἱ ἀνομίες. Εἰς τὰ πάθη τῆς σαρκὸς ἐκαταστήθημεν ἀκράτητοι. Εἰς τὰς ἡδονὰς τῆς κοιλίας ἀχόρταστοι. Εἰς τὰ ἁμαρτήματα τῆς γλώσσης ἀχαλίνωτοι. Εἰς τὲς ματαιότητες τοῦ κόσμου ἔκδοτοι. Τὸ Εὐαγγέλιον ἀργεῖ, οἱ νόμοι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄχρηστοι. «Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν ἀγαθόν, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός». Ἰδέτε ὅμως εἰς τὴν πρώτην Ἐκκλησίαν, πῶς ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἀναρίθμητα πλήθη ἐπίστευαν· καὶ πῶς ἀπὸ ὀλίγοι πιστοὶ ὁποὺ ἦτον, τόσες μυριάδες ἔγιναν. Πῶς; Μὲ τί τρόπον οἱ δώδεκα ἁλιεῖς ἅπλωσαν τόσον τὴν πίστιν, καὶ τόσον ὀγλήγορα τὴν ἐμετάδωσαν; Μὲ τὰ ἀργύρια ὁποὺ ἐχάριζαν, ἤ μὲ τὰ ἀξιώματα ὁποὺ ἐμοίραζαν, ἤ μὲ τὲς ἀνάπαυσες ὁποὺ ἔταζαν, ἤ μὲ τὴν ἐξουσίαν, καὶ βίαν ὁποὺ ἐμεταχειρίζοντο; Μὲ κανένα ἀπὸ αὐτά. Δὲν εἶχαν ἀργύρια νὰ χαρίζωσι, διατὶ ἦτον πτωχοί. Δὲν εἶχαν ἀξίες νὰ μοιράσουν, διατὶ ἦτον ἰδιῶται. Δὲν ἐβίαζαν, διατὶ δὲν εἶχαν καμμίαν ἐξουσίαν. Νὰ ἀφήσῃ κάθε ἕνας τὴν ἀνάπαυσίν του ἐπαρακινοῦσαν· νὰ μοιράσῃ τὰ πλούτη του· νὰ καταφρονήσῃ τὸν ἑαυτόν του· νὰ εἶναι ἕτοιμος εἰς διωγμοὺς καὶ κινδύνους· νὰ εἶναι πρόθυμος, καὶ διὰ τὸν θάνατον, ἄν χρειασθῇ. Πόθεν λοιπὸν τόση αὔξησις εἰς τὴν πίστιν; Πῶς ἀπὸ δώδεκα, ἔγιναν τόσες μυριάδες, καὶ τόσον ὀγλήγορα; Ἀπὸ τὰ θαύματα ἔχετε νὰ εἰπῆτε. Εἶναι ἀληθινόν· μὰ καὶ ἡ ζωὴ ὁποὺ ἐζοῦσαν οἱ πιστεύοντες ἐτράβιζε μὲ παράδοξον τρόπον τὴν καρδίαν τῶν ἀπίστων. Ἔβλεπαν οἱ ἄπιστοι τοὺς πιστοὺς χωρὶς φθόνον, χωρὶς κακίαν, χωρίς κανένα πάθος, τόσον ἠγαπημένους τὸν ἕναν μὲ τὸν ἄλλον, ὁποὺ ἡ καρδία τους ἦτον μία· ἄκακους, ὡσὰν τὰ ἀρνία· καθαρούς, ὡσὰν τὲς περιστερές· εἰς τὴν προσευχήν, προσκαρετεροῦντας· εἰς τὴν νηστείαν, ἐπιμένοντας· εἰς τοὺς διωγμούς, τρέχοντας· εἰς τὸν θάνατον, χαίροντας. Καὶ τέτοιαν ζωὴν βλέποντες καὶ ἐθαύμαζαν, καὶ ἐσυμπαίραναν πὼς τέτοια ζωὴ ἁγία, πρέπει βέβαια νὰ προέρχεται καὶ ἀπὸ μίαν πίστιν ὑπεραγίαν. Καὶ ἔτσι ἐδέχοντο τὴν πίστιν, καὶ ἐπίστευαν. Διατὶ ὅταν ἡμεῖς οἱ χριστιανοὶ ζῶμεν καθὼς μᾶς διδάσκει ἡ πίστις μας, ὅταν ἔχωμεν δηλονότι ἤθη καλά, καὶ ἅγια, καὶ ἀρετὲς εὐαγγελικές, θαυμάζουσι τότε οἱ ἄπιστοι, λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, καὶ ἐπιστρέφουσιν ἀπὸ τὴν ἀπιστίαν τους, «μέγας ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν», λέγοντες. «Ὅταν γὰρ ὁ ἄπιστος ἴδῃ σε τὸν πιστὸν κατεσταλμένον, σωφρονοῦντα, κόσμιον ὄντα, ἐκπλαγήσεται, καὶ ἐρεῖ· ἀληθῶς μέγας ὁ τῶν χριστιανῶν Θεός».
.           Τὰ καλὰ ἤθη, ναί, καὶ οἱ ἀρετὲς εἶναι ἐκεῖνες, ὁποὺ καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους, καὶ εἰς τὸν πλησίον μας αὐξάνουσι τὴν πίστινκαὶ τὴν μεγαλύνουσιΣηκώσατε ὀλίγον τὰ ὄμματα καὶ εἰς τὴν σήμερον πανηγυριζομένην ἁγιωτάτην Αὐγούσταν, καὶ θέλετε τὸ ἰδεῖ. Ἐκ προγόνων τὴν ὀρθοδοξίαν διδάσκεται ἡ ἀξιάγαστος, καὶ θεόσεπτος βασιλίς· καὶ ἐπειδὴ ἐξ ἁπαλῶν τῶν ὀνύχων, ὅλη ἔκδοτος εἰς τοῦ παντοδυνάμου τὸ θέλημα ἦτον· καὶ μὲ τὴν ταπείνωσιν, καὶ μὲ τὴν ἀγάπην, καὶ μὲ τὲς ἄλλες ὅλες ἀρετές, τὴν προγονικὴν ὀρθοδοξίαν ἐστόλιζεν, ἰδέτε πόσον αὐξάνει ἡ πίστις εἰς αὐτήν, καὶ πόσον θεμελιώνεται μέσα εἰς τὴν καρδίαν της· μὲ πολλὲς καὶ ἀναρίθμητες κολακεῖες τὴν κολακεύει ὁ Θεόφιλος, ὡσὰν ὁποὺ ἦτον σύζυγος ἐδικός της· μὲ πολλὲς καὶ ἀναρίθμητες κολακεῖες τὴν κολακεύει ὁ Θεόφιλος, ὡσὰν ὁποὺ ἦτον σύζυγος ἐδικός της· μὲ πολλοὺς φοβερισμοὺς τὴν φοβερίζει, ὡσὰν ὁποὺ ἦτον Αὐτοκράτωρ Βασιλεύς. Κάθε τρόπον, κάθε μέθοδον, καὶ μέσον μεταχειρίζεται, ὡσὰν ὁποὺ ἦτον τύραννος, πανοῦργος, καὶ σκληρός· νὰ τῆς ὀλιγοστεύσῃ θέλει τὴν πίστιν· θέλει νὰ καταφρονήσῃ τῶν ἁγίων εἰκόνων τὴν προσκύνησιν. Μὰ οὔτε οἱ κολακεῖες οὔτε οἱ φοβερισμοί, οὔτε οἱ τρόποι, οὔτε αἱ μέθοδοι, οὔτε τὰ μέσα, οὔτε οἱ πανουργίες, ὦ τοῦ θαύματος, τίποτες δὲν ἠδυνήθησαν. Δὲν σαλεύει ὁλότελα τὴν πατροπαράδοτον ὀρθοδοξίαν. Ἀσάλευτος μένει εἰς τὴν εὐσέβειαν. Προσκυνεῖ ἀκαταπαύστως τὴν εἰκόνα τῆς ἁγίας μορφῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τόσον τὰ καλὰ ἔργα ηὔξησαν τὴν πίστιν εἰς αὐτήν. Αὔξησε πάλιν ἡ πίστις διὰ μέσου της, καὶ εἰς τὸν πλησίον της ἐμεταδόθη. Ἐπειδὴ μὲ τὴν λιτανείαν ὁποὺ ἐδιόρισε, καὶ μὲ τὴν σύνοδον ὁποὺ ἐσύναξε, καὶ μὲ τὸν ζῆλον ὁποὺ ἔδειξε διὰ τὴν προσκύνησιν τῶν ἁγίων εἰκόνων, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ὁποὺ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εὑρίσκοντο, ἀναρίθμητοι ἐπίστευσαν, καὶ τὰς ἁγίας εἰκόνας ἐπροσκύνησαν, ἀλλὰ καὶ ἕως τὴν σήμερον ἀκόμη ἄν προσκυνῶμεν τὸν Τίμιον Σταυρόν, ἄν σεβώμεθα τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, ἄν τιμῶμεν τὰς ἁγίας εἰκόνας, ὁ ζῆλος τῆς αὐγούστας Θεοδώρας εἶναι ἡ αἰτία. Ἄν δὲν εἴμεσθεν εἰκονομάχοι, αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία. Νὰ πόσον αὔξησεν ἡ πίστις ἀπὸ τὸν ζῆλον της. Διὰ τοῦτο λοιπὸν τόσον τὴν ἐδόξασεν ὁ Θεός, σῶον ἀφήνοντας στοὺς αἰῶνας τὸ ἱερόν, καὶ βασιλικόν, καὶ ἅγιον σῶμά της, διὰ νὰ προσκυνῆται ἀπὸ τὸν κόσμον· ἐπειδὴ αὐτὴ ἔδειξε τοῦ κόσμου, τὰς ἁγίας εἰκόνας νὰ προσκυνῇ. Ἐτοῦτο εἶναι ἡ πίστις ἐνεργουμένη, ὦ χριστιανοί. Ἐνεργουμένη, αὐξάνει· καὶ αὐξάνοντας, μεγαλώνει· καὶ μεγαλώνοντας, δοξάζει τοὺς πιστούς. Μὴ πλανᾶσθε λοιπὸν ἀδελφοί μου. Εἶναι ἀληθινὰ ἡ πίστις ὕδωρ, τὸ ὁποῖον ὅστις τὸ πίει, δὲν διψᾷ εἰς τὸν αἰῶνα. Εἶναι ἀληθινὰ ζύμη, ἡ ὁποία κρυπτομένη μέσα εἰς τὸ τριμελὲς τῆς ψυχῆς μας, ὅλον θεῖον τὸ ἀποκατασταίνει. Εἶναι σαγήνη, ἡ ὁποία ἁπλωθεῖσα εἰς τὴν πολυτάραχον τοῦ βίου τούτου θάλασσαν, ἐσαγήνευσε τοὺς ἀνθρώπους· εἶναι φῶς ὁποὺ φωτίζει, καὶ ἄρτος ὁποὺ θρέφει, καὶ μαργαρίτης ὁποὺ τὴν ψυχὴν καλλωπίζει. Μὰ ὅλα ἐτοῦτα εἶναι, ὁπόταν ἀνταμωμένη μὲ τὰ καλὰ ἔργα, εἶναι ἀνενέργητος, εἶναι ἀνωφελής, εἶναι ἕνα σῶμα χωρὶς ψυχήν. «Ὥσπερ γὰρ τὸ σῶμα χωρὶς πνεύματος νεκρὸν ἐστίν, οὕτω καὶ ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρὰ ἐστίν». Ὥστε ὁποὺ καὶ ἄν παύσητε νὰ τὴν ἐξετάζετε, δὲν φθάνει ἐτοῦτο· καὶ ἄν ἐξακολουθῆτε νὰ τὴν πιστεύετε μόνον, τίποτες δὲν ὠφελεῖσθε. Πρέπει, ὦ χριστιανοί, ἄν θέλετε τὸν παράδεισον, ἄν ἐπιποθῆτε τὸν Θεὸν ἐκεῖνον ὁποὺ πιστεύετε, νὰ τὸν ἰδῆτε, νὰ τὸν ἀπολαύσετε νὰ μακαρισθῆτε, πρέπει νὰ ἐνεργῆτε τὴν πίστιν, καὶ ἐκεῖνα ὁποὺ σᾶς διδάσκει ἡ πίστις ἡ ὀρθή.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

« Η ΑΓΑΠΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΘΑ ΟΠΛΙΣΕΙ ΤΟΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ» (Μοναχὸς Μωυσῆς Ἁγιορ.)

Ἔξοδος ἀπὸ τὴν κρίση
Γράφει ὁ μοναχὸς Μωυσῆς, Ἁγιορείτης

.       Εἶπα στὸν ἑαυτό μου νὰ μὴν ἀσχοληθῶ ξανὰ μὲ τὸ θέμα τῆς οἰκονομικῆς κρίσης. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ κατάσταση χειροτερεύει συνεχῶς καὶ τὰ δικαιολογημένα παράπονα θεριεύουν, θέλησα νὰ μὴν τηρήσω τὸν λόγο μου. Δὲν θὰ μεταφέρω γνωστὰ πικρὰ γεγονότα, οὔτε θὰ γίνω ἐκτιμητής τους. Καθημερινὰ ἀναθεωροῦνται πρόσφατες ἀποφάσεις, μεγαλώνουν τὰ προβλήματα καὶ μεγαλώνει ἡ κρίση. Ἄφωτα ἀδιέξοδα, τραγικὰ δράματα, εἰκόνες θλίψης, ντροπῆς καὶ κατάντιας. Ἀνησυχία, ἀγωνία, χρεωκοπία, ἀνεργία, ἀβεβαιότητα καὶ καχυποψία ἐπικρατοῦν. Προκειται  ὁπωσδήποτε γιὰ ἐλεεινὸ καὶ ἀξιοδάκρυτο κατάντημα.

.        Ξαναχρειάζεται νὰ εἰπωθεῖ τὸ σύνθημα περὶ ἀλλαγῆς δυνατά. Εἶναι μία εὐκαιρία τώρα, ποὺ διαφορετικὰ δὲν θὰ δινόταν, νὰ ὁμολογήσουμε τὴν ἥττα μας, τὴν ἀδυναμία, τὴν ἁμαρτία μας. Μὲ γενναιότητα νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν ἀπαραίτητη μετάνοια. Τώρα ἀμέσως, δὲν ὑπάρχει χρόνος γιὰ ἀπώλεια. Νὰ παραδεχθοῦμε τοὺς παρασυρμούς μας, ὅτι πήραμε τὴ ζωή μας λάθος, δὲν θέσαμε ὑψηλοὺς στόχους, συμφωνήσαμε μὲ τὴν ἀδικία. Δυστυχῶς ἡ ἀναλήθεια, ἡ ἀδιαφάνεια, ἡ ἀνεντιμότητα, ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀσέβεια ἔλαβαν κυρίαρχη θέση στὴ ζωή μας. Εἶναι καιρὸς νὰ σκύψουμε καλὰ μέσα μας, νὰ παρατηρήσουμε αὐστηρὰ τὸν ἑαυτό μας, νὰ μεταποιήσουμε τὰ πάθη μας. Εἶναι ὕστατη ὥρα, δὲν ὑπάρχουν περιθώρια γιὰ ἀναβολὲς καὶ καθυστερήσεις. Εἴμεθα ὑπεύθυνοι γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας. Ἂς ἀφήσουμε τώρα τοὺς ἄλλους, ἂς δοῦμε πιὸ προσεκτικά τους ὄχι καὶ τόσο γνωστοὺς ἑαυτούς μας.
.       Ἤμασταν ἀρκετὰ συγκρατημένοι στὴ φιλανθρωπία μας, στὴ φιλαδελφία καὶ τὴ φιλοθεία μας. Δὲν ἀγκαλιάσαμε σφιχτὰ τὸν φτωχό, δὲν πονέσαμε ἐκ βαθέων τὸν πονεμένο, δὲν συντρέξαμε τόσο πρόθυμα στὴν ἀνάγκη τοῦ πλησίον. Δὲν θέλουμε νὰ δημιουργήσουμε ἐνοχὲς καὶ νὰ κατασκευάσουμε ἐνόχους. Θὰ πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε ὅλοι ὅτι μπορούσαμε ἀρκετὰ περισσότερα, ποὺ ὅμως γιὰ διαφόρους λόγους δὲν πράξαμε. παροσα κρίση σως εναι μία καλ εκαιρία ν ξεμαρασκευτομε, ν γίνουμε πι γνήσιοι, πι ελικρινες, ν μν κοροϊδεύουμε τν αυτό μας. Ν φήσουμε λίγο τ βαθι πολυθρόνα, ν νάψουμε στω τ κερί μας, ν παρηγορήσουμε γι ν παρηγορηθομε. Ἂς ἀφήσουμε τὴν τηλεόραση λίγο, τὴν ὀκνηρία καὶ τὸ βόλεμα. Ἂς σοβαρευτοῦμε, λογικευτοῦμε, ἀνανήψουμε, ἀνασηκωθοῦμε καὶ ἀρνηθοῦμε τὴ ρηχότητα.
.       Ἡ εὐημερία ὑποχωρεῖ. Ἡ Ἑλλάδα συννεφιάζει. Ἡ ἀπόγνωση περιπολεύει ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι. Σὲ λίγο θὰ ἔχουμε διακοπὲς ρεύματος. Ἡ χώρα θὰ βυθιστεῖ στὸ σκοτάδι. Θὰ πουλοῦν καὶ στοὺς δρόμους κεριά. Καλὸ εἶναι τὸ συμφέρον, ἀλλὰ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Νεοέλληνα εἶναι πιὸ ζηλευτή. Ἡ Εὐρώπη θέλει νὰ μᾶς πνίξει; Ἡ Ἑλλάδα χάνεται; Δὲν θὰ ἀφήσουμε νὰ χαθεῖ πνιγμένη. Θὰ ἐπαναφέρουμε τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας, τὴ γνώση τῆς ἱστορίας μας, σύνεση καὶ σεμνότητα. Ἦταν ἰατροφιλόσοφοι ἄρτιοι, οἱ κληρικοὶ λόγιοι παπαδάσκαλοι, οἱ εὐεργέτες ἀρχοντικοί.
.       Ἡ σημερινὴ κρίση ξεθεμελιώνει τὴ νεοπλουτίστικη νοοτροπία, ἐπαναφέρει ἀναγκαστικὰ τὴν ὀλιγάρκεια, τὴ λιτότητα, τὴ γενναιότητα καὶ τὴν ἐπιείκεια. Ἡ ἐθνικὴ ὑπερηφάνεια δὲν εἶναι ἁμάρτημα, ἡ οἰκουμενικότητα τῆς ὀρθοδοξίας εἶναι πολύτιμο κόσμημα. Τὸν Ἕλληνα τὸν θίγει ὁ διασυρμός, ἡ ἀναλήθεια, ἡ ἀπάτη, ὁ ὑποβιβασμὸς καὶ τὸ ξεγέλασμα. Περιφρονήθηκε, ερωνεύτηκε κα ξοβελίστηκε θικ κα δο τ ποτελέσματα. αδς πορρίφθηκε στν κάλαθο τν χρήστων. Ἡ ὅποια εὐφυία, ἡ ἐναπομείνασα εὐγένεια, ἡ πατροπαράδοτη ἀρχοντιὰ χρησιμοποιήθηκαν γιὰ δόλιους σκοπούς. Ἰδιαίτερα γιὰ τὸ ἴδιον συμφέρον. Ἡ μεταστροφὴ ἦταν βίαιη, ἀγαπητὴ καὶ σύντομη. παιδεία ποδοπατήθηκε. Ο ρχές, τ δανικ κα ο θεσμο χλευάστηκαν πανειλημμένα κα πιμελημένα. Κάποιοι λίγοι ντέδρασαν, χι τόσο σχυρά, φοβούμενοι τν ντίλογο.
.       Ἐπαναλαμβάνουμε πὼς δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύση ἀπὸ τὴν δημόσια παραδοχή, μὲ κάθε εἰλικρίνεια, τόλμη καὶ ταπείνωση τῶν πολλῶν λαθῶν μας. Ὄχι γιὰ νὰ περάσει ἡ μπόρα, ἀλλὰ γιὰ ἐπάνοδο σὲ ἕνα τρόπο ζωῆς δίχως ἄγχος, φόβο, ἀνασφάλεια καὶ νοσηρότητα. Ἡ γνησιότητα εἶναι πλέον ἀπαραίτητη. Κουραστήκαμε στὶς ὑποσχέσεις, τὶς ἀναλήθειες, τοὺς εὐτελισμούς. Ὁ παρανοϊκὸς ἀμετανόητος θέλει νὰ συνεχίσει νὰ ἐξουσιάζει, γιὰ νὰ κερδίζει τοὺς καρποὺς τῆς παραζάλης του. Ἡ ἀνατροπὴ τῆς διαφθορᾶς ἄμεσα θὰ συντείνει σίγουρα στὴν θεραπεία τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς. γάπηση τς ρετς θ πλίσει δυναμικ τν Νεοέλληνα γι τν ξοδο π τὴν σοβαρ οκονομικ κα λη κρίση. Ἔτσι πιστεύουμε, φρονοῦμε, ἐλπίζουμε καὶ εὐχόμαστε.

 ΠΗΓΗ: ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 16.10.11

, ,

Σχολιάστε