Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ἀπόγνωση

ΑΠΟΓΝΩΣΗ καὶ ΜΕΤΑΝΟΙΑ-1

Τοῦ Ἁγίου Ἀμφιλοχίου περὶ τοῦ μὴ ἀπογινώσκειν
[Α´]

(Ἀπὸ τὸν Εὐεργετινό)

ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.            Ἀδελφός τις ἡττηθεὶς ὑπὸ τῆς πορνείας, καθ’ ἡμέραν ηὑρίσκετο τὴν ἁμαρτίαν ἐπιτελῶν· καθ’ ἑκάστην δὲ δάκρυσι καὶ προσευχαῖς ἐξιλεοῦτο τὸν δεσπότην τὸν ἴδιον· οὕτω δὲ ποιῶν (καὶ) δελεαζόμενος τῇ κακίστῃ συνηθείᾳ, τὴν ἁμαρτίαν ἐπετέλει.
.             Ἔπειτα πάλιν μετὰ τὸ τελέσαι τὴν ἁμαρτίαν, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπήρχετο· καὶ βλέπων τὸν τίμιον καὶ σεβάσμιον χαρακτῆρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔρριπτεν ἑαυτὸν ἔμπροσθεν αὐτοῦ μετὰ πικρῶν δακρύων λέγων· ἐλέησόν με, Κύριε, καὶ ἆρον ἀπ’ ἐμοῦ τὸν δόλιον πειρασμὸν τοῦτον, ὅτι ὑπωπιάζει με δεινῶς, καὶ τιτρώσκει με τῇ πικρίᾳ τῶν ἡδονῶν· οὐ γὰρ ἔχω πρόσωπον, δέσποτα, ἀτενίσαι καὶ ἰδεῖν τὸν χαρακτῆρα τὸν ἅγιόν σου, καὶ τὴν ὑπερήλιον τοῦ προσώπου σου θέαν, ὅπως ἡ καρδία μου ἠδυνθεῖσα εὐφρανθήσεται.
.            Ταῦτα λέγων καὶ ἐξερχόμενος τῆς ἐκκλησίας, εἰς τὸν βόρβορον ἔπιπτεν· ἀλλ’ ὅμως οὔτε πάλιν ἐπεγίνωσκε τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἁμαρτίας ἀνθυποστρέφων ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, τὰ παρόμοια ἐπεφώνει πρὸς τὸν φιλάνθρωπον λέγων Κύριον καὶ Θεόν· σέ, Κύριε, ἐγγυητὴν τίθημι ἀπὸ τοῦ νῦν , ὅτι οὐκέτι ποιῶ τὴν ἁμαρίαν ταύτην· μόνον ἀγαθὲ συγχώρησόν μοι ἅπερ ἀπ’ ἀρχῆς καὶ μέχρι τῆς δεῦρο σοι ἥμαρτον.
.             Ἡνίκα δὲ τὰς φοβερὰς ταύτας εἶχε ποιῆσαι συνθήκας, πάλιν εἰς τὴν πονηρὰν αὑτοῦ ἁμαρτίαν εὑρίσκετο· καὶ ἦν ἰδεῖν τις τὴν γλυκυτάτην τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν καὶ ἄπειρον ἀγαθότητα ἀνεχομένην καθ’ ἑκάστην, καὶ ὑπομένουσαν τὴν ἀδιόρθωτον καὶ πονηρὰν παράβασιν καὶ ἀγνωμοσύνην τοῦ ἀδελφοῦ καὶ ἀπὸ πλήθους ἐλέους ζητοῦσαν αὐτοῦ τὴν μετάνοιαν καὶ τὴν ἀμεταστρεπτὶ ἐπιστροφήν· οὐ γὰρ χρόνον τοῦτο ἐποίησεν, ἢ δύο ἢ τρεῖς, ἀλλ’ ἐπὶ δέκα ἔτεσι, καὶ ἐπέκεινα.

Ἑρμηνεία

.          Κάποιος ἀδελφός νικηθεὶς ἀπὸ τὸ πάθος τῆς πορνείας, ἐπετέλει καθημερινὰ τὴν ἁμαρτίαν. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἑκάστην ὅμως μὲ δάκρυα καὶ προσευχάς, προσέπιπτεν εἰς τὸν Δεσπότην καὶ Κύριον καὶ ἐλάμβανε παρ’ Αὐτοῦ συγγνώμην. Ἐνῷ δὲ εἶχε μετανοήσει, τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἐξαπατώμενος καὶ πάλιν ἀπὸ τὴν αἰσχρὰν συνήθειαν, ἐπετέλει τὴν ἁμαρτίαν.
.           Ἔπειτα, μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἁμαρτίας, μετέβαινεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅπου ἔπιπτε πρὸ τῆς τιμίας καὶ σεβασμίας εἰκόνος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ πικρὰ δάκρυα ἐξωμολογεῖτο πρὸς τὸν Ἰησοῦν· «Κύριε ἐλέησόν με, καὶ σήκωσε ἀπ’ ἐπάνω μου τὸν φοβερὸν αὐτὸν πειρασμόν, διότι μὲ βασανίζει φοβερὰ καὶ μὲ τραυματίζει μὲ τὴν πικρίαν τῶν ἡδονῶν· δὲν ἔχω, Δέσποτά μου, καθαρὸν τὸ πρόσωπον πλέον, διὰ νὰ ἐνατενίσω εἰς τὴν εἰκόνα Σου καὶ νὰ ἰδῶ τὴν ἁγίαν Σου μορφήν, καὶ τὴν λαμπροτέραν ἀπὸ τὸν ἥλιον θέαν τοῦ προσώπου Σου, ὥστε νὰ γλυκανθῇ ἡ καρδία μου καὶ νὰ εὐχαριστηθῇ».
.              Ἐνῶ δὲ ἀκόμη τὰ χείλη του ἐψιθύριζον τοὺς λόγους αὐτούς, μόλις ἐξήρχετο ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, ἔπιπτεν ἐκ νέου εἰς τὸν βόρβορον.
.            Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως δὲν ἀπηλπίζετο διὰ τὴν σωτηρίαν του, ἀλλ’ ἐπιστρέφων ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ἐφώναζεν, ἐντὸς τῆς ἐκκλησίας, τὰ ἴδια πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεὸν καὶ Κύριον ἤ ἔλεγε τὰ ἑξῆς· «Κύριέ μου, σὲ ὁρίζω ἐγγυητὴν εἰς τὴν ὑπόσχεσίν μου, ὅτι ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θὰ διαπράξω ποτὲ πλέον αὐτὴν τὴν ἁμαρτίαν. Μόνον, ἀγαθὲ καὶ πολυεύσπλαγχνε Κύριε, συγχώρησον ὅσας ἁμαρτίας ἀπὸ τὴν ἀρχὴν μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἔχω διαπράξει».
.            Μόλις δὲ ἔδιδεν αὐτὰς τὰς φοβερὰς ὑποσχέσεις, πάλιν εὑρίσκετο αἰχμάλωτος τῆς πονηρᾶς αὐτοῦ ἁμαρτίας. Καὶ ἤξιζε κανεὶς νὰ θαυμάσῃ τὴν γλυκυτάτην φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἄπειρον ἀγαθότητα, μὲ τὴν ὁποίαν ἠνείχετο καθημερινῶς τὴν ἀδιόρθωτον καὶ πονηρὰν παράβασιν καὶ ἀγνωμοσύνην τοῦ ἀδελφοῦ! Πραγματικῶς ὁ Θεός, λόγῳ τοῦ πλήθους τοῦ ἐλέους Του, ἐπεζήτει ἐπιμόνως τὴν μετάνοιαν τοῦ ἁμαρτάνοντος ἐκείνου ἀδελφοῦ καὶ τὴν ἀμεταστρεπτον ἐπιστροφήν του. Διότι αὐτὸ συνέβαινεν ὄχι ἐπὶ ἕν ἢ δύο ἢ τρία ἔτη, ἀλλὰ πλέον τῶν δέκα ἐτῶν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ Ματθαίου: Ἡ ὀλιγοπιστία τοῦ Πέτρου-4 «Ὅταν ὁ Κύριος μπαίνει στὸ πλοῖο τοῦ σώματός μας, εἴτε μὲ τὴ θεία Kοινωνία εἴτε μὲ τὴν προσευχὴ εἴτε μὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον εὐλογημένο τρόπο, οἱ ἄνεμοι τῶν παθῶν ἠρεμοῦν μέσα μας καὶ τὸ πλοῖο ταξιδεύει μὲ ἀσφάλεια στὴν ἀκτή». (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

 ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ Ματθαίου:
 λιγοπιστία το Πέτρου 

(Ματθ. ιδ´ 22-34)
[Δ´] 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ὁμιλίες Δ´» – Κυριακοδρόμιο,
 Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 183-191

Μέρος Α´: ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ Ματθαίου: Ἡ ὀλιγοπιστία τοῦ Πέτρου «Ἡ ἱστορία αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἶναι μία σειρὰ ἀπὸ νίκες τοῦ Θεοῦ. Τὸ εὐαγγέλιο εἶναι τὸ βιβλίο ποὺ περιέχει τὴ νίκη Του, ἡ μαρτυρία τῆς παντοδυναμίας Του» (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Μέρος Β´: ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ Ματθαίου: Ἡ ὀλιγοπιστία τοῦ Πέτρου-2 «Οἱ μαθητὲς τὸ βλέπουν πιά, πὼς τοὺς ἀπειλεῖ ναυάγιο. Λὲς κι ἦταν δυνατὸ νὰ καταστραφεῖ κάποιος ἄνθρωπος, ὅταν τηρεῖ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ! Ἀλήθεια, τί ὑπέροχη διδαχὴ εἶναι αὐτὴ γιὰ τοὺς πιστούς, ὥστε νὰ μὴν ἀπελπίζονται». (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Μέρος Γ´: ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ Ματθαίου: Ἡ ὀλιγοπιστία τοῦ Πέτρου-3 «οἱ μέγιστοι ἥρωες τῶν ἀνθρώπων, κατόρθωσαν μὲ μεγάλη ἄσκηση νὰ σταθεροποιηθοῦν στὴν πίστη καὶ νὰ πέσουν ἀπὸ τὸ σωματικὸ πλοῖο στὴν πνευματικὴ θάλασσα, γιὰ νὰ συναντήσουν τὸν βασιλιὰ Χριστό». (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

.                 Ἂς δοῦμε τώρα τί ἔγινε μὲ τὸν Πέτρο, ποὺ ἦταν ἀκόμα λιπόψυχος: «Βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσον με» (Ματθ. ιδ´ 30). Γιατί φοβήθηκε τὸν ἄνεμο καὶ ὄχι τὴ θάλασσα; Ὁ Πέτρος ἔκανε τὰ πρῶτα του βήματα σὰν μικρὸ παιδί: Κάνει λίγα βήματα, κάποιος ὅμως γελάει καὶ τὸ μωρὸ πέφτει στὸ ἔδαφος. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὸν πνευματικό μας ἐνθουσιασμό: Τὸ παραμικρὸ νὰ γίνει, μᾶς ἀναστατώνει καὶ μᾶς γυρίζει πίσω.
.                 «Εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χείρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· ὀλιγόπιστε· εἰς τί ἐδίστασας;» (Ματθ. ιδ´22). Δὲν πνιγόμαστε πολλὲς φορὲς στοὺς κινδύνους τῆς θάλασσας τοῦ βίου, ὡσότου μᾶς ἁρπάξει κάποιο ἀόρατο χέρι καὶ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὸν κίνδυνο; Ποιός ἀπὸ μᾶς δὲν ἔχει νὰ παρουσιάσει ἀρκετὰ τέτοια παραδείγματα; Ὅλοι μας τὸ γνωρίζουμε ἐμπειρικὰ αὐτό. Μιλᾶμε κάθε τόσο γι’ αὐτὰ τὰ πράγματα κι ὁμολογοῦμε τὴν παρουσία τοῦ ἀόρατου χεριοῦ, ποὺ μᾶς γλιτώνει ἀπὸ τὸν κίνδυνο. Δυστυχῶς ὅμως ὑπάρχουν καὶ λίγοι ἀνάμεσά μας, ἀκόμα καὶ ἡ ἴδια ἡ συνείδησή μας, ποὺ ἀκοῦνε τὴν ἐπιτιμητικὴ φωνὴ ἀπὸ τ’ ἀόρατα χείλη: ὀλιγόπιστε· εἰς τί ἐδίστασας;
.                 Γιατί ἀμφιβάλλετε, φίλοι μου, πὼς τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ εἶναι κοντά; Γιατί δὲν δοξολογεῖτε τὸν Θεὸ ἀκόμα καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀντιμετωπίζετε τὸ μεγαλύτερο κίνδυνο; Ὁ Ἀβραὰμ δὲν ἦταν ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν ἀμφιβολία, ὅταν ὁδηγοῦσε τὸν μονογενῆ του υἱὸ στὴν θυσία (βλ. Γέν. κβ´ 1-18) καὶ μετὰ τὸν ἔσωσε ὁ Θεός; Ὁ Ἰωνᾶς δὲν δοξολογοῦσε τὸν Θεὸ ἀπὸ τὴν κοιλία τοῦ κήτους καὶ σώθηκε (βλ. Ἰων. β´ 7); Γιατί οἱ Τρεῖς Παῖδες δὲν ὀλιγοπίστησαν μέσα στὴν «κάμινο τοῦ πυρὸς» καὶ τελικὰ τοὺς ἔσωσε ἡ πίστη τοὺς (βλ. Δᾶν. γ´ 19-26); Τὸ ἴδιο δὲν ἔκανε κι ὁ προφήτης Δανιὴλ μέσα στὸ λάκκο τῶν λεόντων (στ 16-23), ἀλλὰ κι ὁ μακάριος Ἰὼβ ποὺ ἦταν πληγωμένος καὶ γεμάτος σπυριὰ (Ἰὼβ β’ 7-10); Ἀλλὰ καὶ χιλιάδες ἄλλοι ποῦ δέχτηκαν τὶς μεγαλύτερες δοκιμασίες γιὰ τὴν πίστη τους στὸ Χριστό, πῶς γλίτωσαν ἀπὸ τὴν ἀμφιβολία; Ἐμεῖς γιατί ἀμφιβάλλουμε; Ὁ Θεὸς μᾶς σώζει ἀμέτρητες φορὲς μὲ τὸ ἀόρατο χέρι Του, ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸ περιμένουμε καθόλου, καὶ μ’ ὅλο ποὺ ἀμφιβάλλουμε πολλὲς φορὲς γιὰ τὴ βοήθειά Του.
.                 Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχουμε στὸ νοῦ μας ὅλες τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μετανοοῦμε γιὰ τὴν ὀλιγοπιστία καὶ τὴν λιποψυχία μας. Πρέπει νὰ γίνουμε ὥριμοι στὴν πίστη μας. Ἔτσι, ὅσο μεγάλο κίνδυνο κι ἂν ἀντιμετωπίσουμε στὸ μέλλον, πρέπει νὰ δοξολογοῦμε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐπικαλούμαστε τὸ ὄνομά Του. Καὶ τότε ὁ Θεὸς θὰ μᾶς βοηθήσει, θὰ μᾶς σώσει. Ἂς δοξολογοῦμε τὸν Θεό, ὅταν βρισκόμαστε στὸν κίνδυνο, ὄχι ὅταν αὐτὸς περάσει.
.                 Ἀλλὰ κι ὅταν φανοῦμε λιπόψυχοι κι ὀλιγόπιστοι, ἂς μὴ μᾶς καταλάβει ἡ ἀπόγνωση. Ὁ Πέτρος λιποψύχισε, ὁ Κύριος ὅμως ἐνίσχυσε τὴν πίστη του. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγιότερους ἀνάμεσα στοὺς ἁγίους, ἀρχικὰ εἶχαν λιποψυχίσει, ἀργότερα ὅμως ἔγιναν σταθεροὶ στὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Προσέξτε τί λέει ὁ προφητάνακτας Δαβίδ: «Ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος. ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, εὐχαί, ἃς ἀποδώσω αἰνέσεώς σου, ὅτι ἐρρύσω τὴν ψυχή μου ἐκ θανάτου καὶ τοὺς πόδας μου ἐξ ὀλισθήματος» (Ψαλμ. νε´ 12-14). Ἔτσι μιλάει ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει ἀληθινά, ποὺ ἔχει γνωρίσει ἐμπειρικὰ ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει μετρήσει κάθε τρίχα τοῦ κεφαλιοῦ μας, πὼς οὔτε ἕνα σπουργίτι (πολὺ περισσότερο ἄνθρωπος) δὲν μπορεῖ νὰ πέσει στὴ γῆ χωρὶς τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ.
.                 «Καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος» (Ματθ. ιδ´ 32). Μὲ τὸ ποὺ ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στὸ πλοῖο, ὁ ἄνεμος σταμάτησε. Δὲν σταμάτησε ἀπὸ μόνος του νὰ φυσᾶ, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἂν καὶ δὲν ἀναφέρεται ἐδῶ, ὅπως στὴ προηγούμενη περίπτωση, ὅταν ὁ Χριστὸς εἶχε ἐπιτιμήσει τὸν ἄνεμο καὶ τὴ θάλασσα, φαίνεται καθαρὰ πὼς τὸ ἔκανε καὶ τώρα. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος σκέφτεται σίγουρα πὼς ὁ ἄνεμος ἔπαυσε, ὑπακούοντας σὲ ἐσωτερικὴ καὶ ἀνέκφραστη ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ. Χάρη στὴ δική Του δύναμη κι ἐπιθυμία κόπασε ὁ ἄνεμος.
.                 Ὑπάρχει κι ἕνα βαθύτερο καὶ καθαρὸ νόημα στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς μπῆκε στὸ πλοῖο καὶ ἠρέμησε τὸν ἄνεμο καὶ τὴ θάλασσα. ταν Κύριος μπαίνει στ πλοο το σώματός μας, ετε μ τ θεία Kοινωνία ετε μ τν προσευχ ετε μ ποιονδήποτε λλον ελογημένο τρόπο, ο νεμοι τν παθν ρεμον μέσα μας κα τ πλοο ταξιδεύει μ σφάλεια στν κτή.
.                 «Οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ» (Ματθ. ιδ´33). Ὅταν ὁ Κύριος ἠρέμησε τὴν καταιγίδα τῆς θάλασσας καὶ σταμάτησε τοὺς ἀνέμους στὴν πρώτη περίπτωση, οἱ μαθητὲς ρώτησαν, ὅπως κάνουν ὅλοι οἱ ἄλλοι συνηθισμένοι καὶ λιπόψυχοι ἄνθρωποι: «Ποταπός ἐστιν οὗτος, ὅτι καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ;» (Ματθ. η´ 27). Ἀπὸ τότε ὅμως εἶχαν δεῖ τόσα σημεῖα καὶ θαύματα ἀπὸ τὸν Διδάσκαλό τους, εἶχαν ἀκούσει τόσες διδαχές. Ἡ πίστη τους εἶχε πιὰ ἐνισχυθεῖ, εἶχε ἑδραιωθεῖ. Ἔτσι τώρα, ποὺ ἔβλεπαν τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα, δὲν ρώτησαν πιά, ποταπός ἐστιν οὗτος. Ἐκεῖνο ποὺ ἔκαναν τώρα, ἦταν νὰ γονατίσουν μπροστά Του καὶ νὰ ὁμολογήσουν: ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ! ταν πρώτη φορ πο μολόγησαν λοι μαζ ο μαθητς πς ησος ταν Υἱὸς το Θεο. Ἀνάμεσά τους ἦταν βέβαια κι ὁ Ἰούδας, ποὺ τὸν ὁμολόγησε κι αὐτός. Ἀργότερα ὅμως ἡ φιλαργυρία τὸν ἔκανε ν’ ἀρνηθεῖ κυριολεκτικὰ τὸν Κύριο καὶ Διδάσκαλό Του. Εἶναι ἀλήθεια πὼς τὸν ἀρνήθηκε κι ὁ Πέτρος καὶ μάλιστα τρεῖς φορές. Ἡ ἄρνηση τοῦ Πέτρου ὅμως δὲν ἦταν προμελετημένη. Ἔγινε ξαφνικὰ ἀπὸ φόβο κι ἀμέσως μετὰ μετανόησε πικρὰ κι ἔκλαψε γιὰ τὴν ἄρνησή του.
.                 Τὸ βαθύτερο νόημα ποὺ ἔχουν τὰ λόγια “οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ” καὶ τὸν ὁμολόγησαν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, εἶναι πολὺ διδακτικὸ σὲ κάθε χριστιανό. Ἀφοῦ ὁ Θεὸς ἐνανθρώπησε κι ἦρθε νὰ ζήσει μαζί μας, πρέπει κι ἐμεῖς μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή μας νὰ τὸν προσκυνήσουμε καὶ νὰ ὁμολογήσουμε τὸ ὄνομά Του. Μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή μας ἐννοοῦμε μὲ τὸ νοῦ καὶ τὴ σκέψη μας, μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὰ αἰσθήματά μας, μὲ τὴν ψυχὴ καὶ ὅλες τὶς ἐπιθυμίες μας. Ἔτσι τὸ σῶμα μας ὁλόκληρο θὰ γεμίσει φῶς, σκότος δὲν θὰ ὑπάρχει μέσα του.
.                 Ἀλίμονό μας ἂν δεχόμαστε τὸν Χριστὸ μέσα μας κι ἔπειτα τὸν ἐξορίζουμε μὲ τὴν ἁμαρτία μας ἢ τὸν ἀρνιόμαστε, ὅπως ὁ Ἰούδας. Ἡ δεύτερη κατάσταση θὰ εἶναι χειρότερη ἀπὸ τὴν πρώτη. Ὅταν ὁ Χριστὸς ἀπέλυσε τὸν Ἰούδα, «εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς» (Ἰωάν. ιγ´ 27). Ἂς μὴν ξεχνᾶμε οὔτε στιγμὴ πὼς δν μπορομε ν παίζουμε μ τὸν Θεό, γιατί ατ εναι πολ πικίνδυνο. Θες εναι «πρ καταναλίσκον» (Ἑβρ. ιβ´ 29).
.                 «Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρὲτ» (Ματθ. ιδ´ 34). Ἔφτασαν κοντὰ στὴν Καπερναούμ, ποὺ ἦταν ὁ προορισμός τους (βλ. Ἰωάν. ϛ´ 17). Ὅποιος ἔχει πάει στὴ Γαλιλαία, μπορεῖ νὰ καταλάβει πόσο μακριὰ ὁδήγησε ἡ καταιγίδα τοὺς ἀποστόλους. Ἡ Βηθσαϊδὰ κι ἡ Καπερναοὺμ βρίσκονται στὶς βόρειες ἀκτὲς τῆς λίμνης. Ὅταν οἱ μαθητὲς μπῆκαν στὸ πλοῖο κάτω ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδά, ἐκεῖνο ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνουν, ἦταν νὰ πλεύσουν κατὰ μῆκος τῆς ἀκτῆς. Ὁ εὐαγγελιστὴς ὅμως γράφει πὼς ἡ καταιγίδα τοὺς παρέσυρε μέσον τῆς θαλάσσης.
.                 Ἐκεῖ, στὴ μέση τῆς λίμνης θεάθηκε ὁ Ἰησοῦς νὰ περπατάει πάνω στὰ κύματα. Ὅταν κόπασε ἡ καταιγίδα, τὸ πλοῖο ἔπρεπε νὰ ταξιδέψει πάλι πίσω, στὴν ἀκτὴ τῆς Καπερναούμ. Σύμφωνα μὲ τὸν Ματθαῖο καὶ τὸν Λουκᾶ, φαίνεται πὼς αὐτὴ τὴν φορὰ τὸ πλοῖο ἀκολούθησε τὸν συνηθισμένο δρόμο, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ ἀνέμου καὶ τὰ κουπιά. Ἀπὸ τὴν διήγηση τοῦ Ἰωάννη ὅμως μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε πὼς ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔφερε τὸ πλοῖο στὴν ἀκτή, μὲ τὴν ἀκατανίκητη δύναμή Του. Γράφει ὁ Ἰωάννης: «καὶ εὐθέως τὸ πλοῖον ἐγένετο ἐπὶ τῆς γης εἰς ἣν ὑπῆγον» (Ἰωάν. ϛ´ 17).
.                 Δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀντίφαση στὶς διηγήσεις τῶν εὐαγγελιστῶν ἐδῶ. Ἐκεῖνος ποὺ μποροῦσε νὰ περπατάει πάνω στὰ νερὰ καὶ νὰ γαληνέψει τοὺς ἀνέμους καὶ τὴν καταιγίδα μὲ τὰ λόγια καὶ τὶς σκέψεις Του, μποροῦσε ἂν τὸ ἤθελε, μὲ τὴ σκέψη Του μόνο νὰ μεταφέρει σὲ μία στιγμὴ τὸ πλοῖο στὸ λιμάνι. Τὸ βαθύτερο νόημα ποὺ ἔχουν ἐδῶ τὰ λόγια τοῦ Ἰωάννου, εἶναι πὼς ὅταν ὁ Κύριος ἔρχεται νὰ κατοικήσει μέσα μας, ἐμεῖς νιώθουμε σὰν νὰ βρισκόμαστε στ Βασιλεία τν Ορανν, πως σ σφαλς λιμάνι, κε πο τ πλοο τς ζως μας δν κλυδωνίζεται οτε π καταιγίδες οτε π νέμους. ν πειτα πρέπει ν ξακολουθήσουμε ν περπατμε στ γῆ, δν τ νιώθουμε ατό, γιατί τώρα ψυχ κι καρδιά μας ζον σ ναν λλο καλλίτερο κόσμο, κε πο βασιλεύει Βασιλεὺς Χριστός. Στ δική Του νίκη βλέπουμε μ εφροσύνη τ δική μας νίκη.

 * * *

.                 Νικητὴς ἐνάντια σὲ κάθε κακὸ εἶναι ὁ Χριστός. Δὲν ἐπιτρέπει ὁ ἴδιος νὰ τὸν νικήσει κάποιο κακό. Ἐμεῖς λοιπὸν πρέπει νὰ καταφεύγουμε κάτω ἀπὸ τὶς σωστικὲς φτεροῦγες Του, ἐκεῖ ποὺ δὲν θὰ συναντήσουμε οὔτε καταιγίδες οὔτε ἀνέμους οὔτε φαντάσματα, «ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος». Ἐκεῖ θὰ βροῦμε ὅλα τ’ ἀγαθὰ πλούσια, αἰώνια, ποὺ δὲν τὰ καταστρέφει οὔτε ὁ σκόρος οὔτε ἡ σκουριά. Ἐκεῖ θὰ δοξολογοῦμε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἁγίους τὰ νικηφόρα ἔργα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὴ μεγαλοσύνη τους δὲν μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε στὴν περιορισμένη προοπτικὴ τῆς πρόσκαιρης ζωῆς μας. Ἐκεῖ θὰ μᾶς ἀποκαλυφτοῦν ὅλα καὶ τότε θὰ εὐφρανθοῦμε. Κι ἡ χαρά μας αὐτὴ δὲν θὰ ἔχει τέλος. Γι’ αὐτὸ πρέπει δόξα καὶ ὕμνος στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα Του καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: alopsis

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΒΥΘΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ ΤΗΣ ΑΠΟΓΝΩΣΕΩΣ

.         Μία ἀπὸ τὶς πιὸ καταστροφικὲς πλευρὲς τῆς ἐποχῆς µας εἶναι, ὅπως νοµίζω, ἡ ὁλοένα αὐξανόµενη ἀπώλεια ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς χριστιανικῆς συνειδήσεως σχετικὰ µἐ τὸν ἑαυτό τους καὶ τὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις τους. Ἐπειδὴ ἐξέπεσαν ἀπὸ τὴν πίστη στὴν Ἀνάσταση, καταδικάζοντας τὸν ἑαυτό τους σὲ θάνατο ὅµοιο µἐ τὸν θάνατο τῶν ζώων, οἱ ἄνθρωποι βυθίζονται στὴν ἄβυσσο τῆς ἀπογνώσεως. Ὅλο τὸ νόηµα τῆς ἐπίγειας ὑπάρξεως συνίσταται γι᾽ αὐτοὺς στὸ νὰ ἁρπάξουν ὅσο τὸ δυνατὸν µεγαλύτερη µερίδα «ἀπολαύσεων», «εὐχάριστων αἰσθηµάτων», ἔστω καὶ «στιγµιαίας αὐτολήθης», καὶ τὰ ὅµοια µὲ αὐτά.
.          Μὲ τὴν ἀπώλεια τῆς προσωπικῆς εἰκόνας τοῦ εἶναι ποὺ µᾶς ἀποκαλύφθηκε, οἱ ἄνθρωποι στὴν ἀπόγνωσή τους ἔφθασαν ὣς τὴν ἄγρια ἰδέα νὰ ἀνατρέψουν ὅλα ὅσα προϋπῆρχαν πρὶν ἀπὸ αὐτὸ τὸ «ταµπού», καὶ νὰ οἰκοδοµήσουν νέα, «ἐλεύθερη κοινωνία» ποὺ νὰ παρέχει τὴ δυνατότητα µεγαλύτερου ἀριθµοῦ ἐµπειριῶν.

ΠΗΓΗ: Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, «Τὸ μυστήριο τῆς Χριστιανικῆς Ζωῆς»,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Τ. Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας, σελ. 192

, ,

Σχολιάστε