Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ἀπιστία

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ: «ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη…Φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε» (Νὰ φέρνουμε τὰ παιδιά μας, τοὺς συγγενεῖς μας, τοὺς συνεργάτες μας, τοὺς ἐχθρούς μας, στὸν Χριστό. Πῶς; Μέσῳ τῆς προσευχῆς μας. Εἶναι ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία ποὺ μποροῦμε νὰ προσφέρουμε καὶ σὲ ἐμᾶς καὶ σὲ ἐκείνους).

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Τοῦ πρωτ. Γ. Δορμπαράκη

«ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη…Φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε»

 .             Ὁ Κύριος κατερχόμενος μαζὶ μὲ τοὺς τρεῖς μαθητές Του, τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη,  ἀπὸ τὸ ὄρος Θαβὼρ ὅπου εἶχε συμβεῖ ἡ θεοφάνεια τῆς Μεταμορφώσεώς Του, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ δύο θλιβερὰ καὶ τραγικὰ γεγονότα: τὴν ἀγωνία ἑνὸς πατέρα ποὺ ἔψαχνε ἀπελπισμένα νὰ βρεῖ θεραπεία γιὰ τὸ δαιμονισμένο παιδί του, τὴν ἀπιστία τῶν μαθητῶν Του, ποὺ φανερώνεται μὲ τὴν ἀδυναμία τους νὰ θεραπεύσουν τὸ παιδί. Θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι ἡ ἐναλλαγὴ αὐτή, ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ στὸ σκοτάδι τῶν συνεπειῶν τῆς ἁμαρτίας, ἀποτελεῖ μία εἰκόνα τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο: «Θεὸς ὢν ἐκένωσεν ἑαυτὸν εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος». Κι ὁ Κύριος ἀφ᾽ ἑνὸς θεραπεύει τὸ παιδί, δηλαδὴ βγάζει τὸ δαιμόνιο ποὺ τὸ διακατεῖχε, παραδίδοντάς το ὑγιὲς στὸν πατέρα του, ἀφ᾽ ἑτέρου ἐλέγχει μὲ πόνο τοὺς μαθητές Του γιὰ τὴν ἀπιστία καὶ τὴν διαστροφὴ καὶ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρης τῆς γενεᾶς ἐκείνης.
.             1. Κατ᾽ ἀρχάς, δὲν ξέρει κανεὶς ποιὸ ἀπὸ τὰ δύο γεγονότα νὰ χαρακτηρίσει τραγικότερο: τὸν δαιμονισμὸ τοῦ παιδιοῦ, ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀπελπισία τοῦ πατέρα του, ἢ τὴν ἀπιστία τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τοὺς συνειδητοποιεῖ τὴν μικρότητά τους καὶ τοὺς «προσγειώνει» στὰ παράλυτα μέτρα τους; Ὅποιο ἀπὸ τὰ δύο κι ἂν ἐπιλέξει κανεὶς ὡς τραγικότερο, σημασία ἔχει ὅτι ὁ Κύριος τὰ θέτει κάτω ἀπὸ κοινὸ παρανομαστή: συνιστοῦν καὶ τὰ δύο ἐκφράσεις καὶ ἀποτελέσματα τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς διαστροφῆς τῆς ἀνθρώπινης γενιᾶς. Συνεπῶς καὶ τὰ δύο εἶναι συνδεδεμένα μεταξύ τους: ἡ ἔλλειψη πίστεως στὸν Θεὸ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο σὲ διαστροφὴ τῆς ἀληθινῆς ὕπαρξής του, ἄρα στὴν εὔκολη ὑποδούλωσή του στὴν κυριαρχία τοῦ Πονηροῦ. Κι ἡ κυριαρχία αὐτὴ τοῦ Πονηροῦ φανερώνεται καὶ ἀπὸ τὴν παραλυσία ποὺ προκαλεῖ στὸν ἄνθρωπο – ὁ ἄνθρωπος, ἔστω στὴ φάση ἐκείνη καὶ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ κι ἂν εἶναι, δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἐπιβληθεῖ στὸν Πονηρὸ – καὶ ἀπὸ τὴν κατοχὴ τὴν ὁποία ἔχει κάνει στὸ συγκεκριμένο παιδί.
.             2. Ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Κυρίου γιὰ τὴν ἀνθρώπινη γενιὰ ὡς ἄπιστη καὶ διεστραμμένη δὲν πρέπει νὰ ἀντιμετωπιστεῖ μὲ ἐπιπολαιότητα. Ποιὸς λόγος ἄλλωστε τοῦ Κυρίου μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπιστεῖ ἔτσι; Ὁ κάθε λόγος Του συνιστᾶ καὶ μία ἀποκάλυψη, ἡ ὁποία φωτίζει καὶ τὸ ποιὸς εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ καὶ τὸ ποιὸς εἶναι πραγματικὰ ὁ ἄνθρωπος. Ἐν προκειμένῳ λοιπὸν ὁ Κύριός μας φωτίζει καὶ μᾶς «καθρεπτίζει»: εἴμαστε ἄπιστοι καὶ διεστραμμένοι. Ἦλθε δηλαδὴ σ’  ἕναν κόσμο, ὁ ὁποῖος εἶχε διαγράψει ἀπὸ τὴν ζωή του τὸν ἀληθινὸ Θεὸ – μόνον τὸ «λεῖμμα» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κρατοῦσε ὡς «μαγιὰ» τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ  οἱ λίγοι γνήσιοι Ἰσραηλίτες, σὰν τοὺς προφῆτες, σὰν τὴν Παναγία, σὰν τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο – γι’  αὐτὸ καὶ ἦταν βουτηγμένος μέσα στὴ διαστροφή. Διότι ἡ πίστη, ὅταν εἶναι ἀληθινή, κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ζεῖ μὲ σωστὸ τρόπο τὴ ζωή του, διότι ζεῖ τὴν παρουσία τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ. Διαγραφὴ λοιπὸν τῆς ἀληθινῆς πίστεως σημαίνει καὶ τὴ διαγραφὴ τοῦ ἀληθινοῦ τρόπου ζωῆς, ἄρα διαστροφὴ καὶ σαπίλα. «Καὶ ἐπειδὴ οὐκ ἐδοκίμασαν τὸν Θεὸν ἔχειν ἐν ἐπιγνώσει, παρέδωκεν ὁ Θεὸς αὐτοὺς εἰς ἀδόκιμον νοῦν, ποιεῖν τὰ μὴ καθήκοντα», δηλαδὴ ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι δὲν προσπάθησαν νὰ ἔχουν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς τοὺς παρέδωσε σὲ ἀδόκιμο νοῦ, ὥστε νὰ κάνουν αὐτὰ ποὺ δὲν πρέπει, σημειώνει θεόπνευστα ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Δὲν εἶναι βεβαίως ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ Κύριος φώτισε τὴν πραγματικὴ κατάσταση τῶν ἀνθρώπων. Στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία, γιὰ παράδειγμα, μεταξὺ τῶν ἄλλων θὰ περιγράψει τὴν κατάσταση τῶν ἀνθρώπων ὡς κατάσταση πονηρίας. «Εἰ δὲ καὶ ὑμεῖς, πονηροὶ ὑπάρχοντες, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσῳ μᾶλλον ὁ Πατὴρ ἠμῶν ὁ Οὐράνιος;»
.             3. Ποιά καύχηση λοιπὸν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει στὸ ἀνθρώπινο γένος; Τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο, ὅπου γῆς καὶ ὅποιας ἐποχῆς, νὰ ὑψώσει κεφάλι καὶ νὰ ὑπερηφανευθεῖ; «Πάντες ἥμαρτον καὶ πάντες ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» θὰ σημειώσει ὁριστικὰ καὶ ἀξιωματικά, ἀλλὰ καὶ πικρόχολα γιὰ τὶς ἀνθρώπινες ὑπερβάσεις, ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἡ μόνη ἀποδεκτὴ στάση τοῦ ἀνθρώπου, ἂν θέλει νὰ «πατάει» στὸ ἔδαφος καὶ νὰ μὴν ὑπερίπταται, εἶναι ἡ στάση τῆς ταπείνωσης. Καὶ μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀπιστίας, λόγῳ ἀκριβῶς ἐλλείψεως φωτισμοῦ στὸ νοῦ του, νὰ μὴν ἔχει ἐπίγνωση  ἑαυτοῦ καὶ νὰ κινεῖται ἀλαζονικά, νομίζοντας ὅτι εἶναι κάτι – ὁ χωρὶς Θεὸ ἄνθρωπος δὲν ἔχει μέτρο συγκρίσεως πλὴν τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ γι’ αὐτὸ νομίζει ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Θεός: αἰσθάνεται τέλειος καὶ αὐτάρκης -, ὁ ἄνθρωπος ὅμως τῆς πίστεως, αὐτὸς ποὺ ἀποδέχτηκε τὸν Χριστὸ ὡς σωτήρα τῆς ζωῆς του, δὲν ἔχει καμμία δικαιολογία. Ὁ Χριστός, τὸν Ὁποῖο πιστεύει, τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ τοῦ εἶπε: εἶσαι πονηρός, εἶσαι ἄπιστος, εἶσαι διεστραμμένος. Κι ἀκόμη πιὸ πολύ: τοῦ εἶπε πὼς ἀκόμη κι ἂν τηρήσει ὅλο τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, ἂν ἐφαρμόσει ὅλες τὶς ἅγιες ἐντολές Του, ἄρα ἂν φτάσει σ’  ἐπίπεδα ἀκόμη θέωσης, δὲν παύει νὰ εἶναι ἕνας ἀχρεῖος δοῦλος, ποὺ ἁπλῶς ἔκανε αὐτὸ ποὺ ἔπρεπε ὡς δοῦλος τοῦ Θεοῦ νὰ κάνει. «Ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διατεταγμένα ἠμίν, λέγετε, ἀχρεῖοι δοῦλοι ἐσμέν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι, πεποιήκαμεν». Γι’  αὐτὸ καὶ ἡ ταπείνωση γιὰ τὸν Χριστιανὸ δὲν εἶναι μία πολυτέλεια, ποὺ ἐνδεχομένως εὔκολα μπορεῖ νὰ τὴν ξεπεράσει. Συνιστᾶ τὸ βάθρο τῆς πίστεώς του, τὸ ἔδαφος πάνω στὸ ὁποῖο περπατάει. Παρέκκλιση ἀπὸ τὸν δρόμο αὐτὸ σημαίνει αὐτομάτως καὶ ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ, ὄπως  καὶ τραγικὸ δαιμονισμό του. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Κύριος πρόβαλε ὡς τύπο τοῦ ἁγίου ἀνθρώπου τὸν μετανοημένο ἄσωτό της ὁμώνυμης παραβολῆς, ὅπως καὶ τὸν μετανοημένο τελώνη: «Ὁ Θεός, ἰλάσθητι μοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ», «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν», εἶναι ἡ προσευχὴ τοῦ ἀληθινοῦ πιστοῦ, εἶναι ἡ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας.
.             4. Στὴν τραγικότητα τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς διαστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας στὴν ὁποία εἶχε περιπέσει, ἡ λύση βεβαίως εἶναι μία: ἡ στροφὴ πρὸς τὸν Κύριο καὶ ἡ ἀληθινὴ πίστη πρὸς Αὐτόν. Ὁ Κύριος ἦλθε νὰ μᾶς δώσει πρῶτα ἀπὸ ὅλα τὴν ἀληθινὴ ὅραση τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ζεῖ μέσα στὸ φῶς Ἐκείνου, ἄρα καὶ νὰ ἔχει τὴ δύναμη Ἐκείνου: «Ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτω, μεταβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμίν». Ἡ ἀληθινὴ πίστη δηλαδὴ ἀποτελεὶ  συμμετοχὴ στὸν ἴδιο τὸν Κύριο καὶ κάνει τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὴν ἀποκτᾶ, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, νὰ ζεῖ στὸν κόσμο ὡς παντοδύναμος. «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (ἄπ. Παῦλος). Καὶ βεβαίως ὁ Κύριος, δίνοντας τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως στὸν Θεό, καταργεῖ «καὶ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τουτέστιν τὸν διάβολον». Ὁ Κύριος «ἦλθεν, ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου». Ἔνταξη στὸν Θεό, διὰ τῆς ἐντάξεως τοῦ ἀνθρώπου στὸν Ἑαυτό Του, κατάργηση τοῦ διαβόλου: νὰ τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου, μὲ τὸ ὁποῖο σωθήκαμε καὶ σωζόμαστε. Ἂν ὁ διάβολος καὶ μετὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Χριστοῦ βλέπουμε ὅτι ἔχει ἀκόμη δύναμη, εἶναι γιατί ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τοῦ δίνουμε τέτοιο δικαίωμα. Δὲν πιστεύουμε ὅπως πρέπει, δηλαδὴ συνεχίζουμε νὰ εἴμαστε «γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη», γι’  αὐτὸ καὶ βρίσκει συνεχεῖς διόδους ὁ Πονηρὸς γιὰ νὰ ἁλώνει δυστυχῶς τὴν ψυχὴ καὶ τὴ ζωή μας. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ τραγικότερη κατάσταση ὅλων: νὰ ἔχει ἔλθει ὁ Ἐλευθερωτής, νὰ μὴν ὑπάρχουν πιὰ δεσμὰ φυλακῆς, κι ἐμεῖς νὰ εἴμαστε ἀκόμη δέσμιοι καὶ φυλακισμένοι.
.             Ὁ Κύριος πάντοτε μᾶς καλεῖ. Τὸ «φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε», εἶναι ἡ πρόσκληση ποὺ ἀπευθύνει στὸν καθένα μας. Νὰ πᾶμε κοντά Του. Καὶ πλησίασμα στὸν Χριστὸ σημαίνει, ὅπως ὅλοι καταλαβαίνουμε, ἔνταξη στὸ ζωντανὸ σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία. Τὸν Χριστὸ στὴν Ἐκκλησία Τὸν βλέπουμε καὶ Τὸν ζοῦμε. Κι ἀκόμη: ἐκεῖ Τὸν τρῶμε «ὑπὸ τὰ εἴδη τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου», στὴ Θεία Εὐχαριστία, καὶ γινόμαστε ἕνα μαζί Του. Ἡ ἐκκλησιοποίησή μας συνιστᾶ τὴν χριστοποίησή μας, κι εἶναι κρίμα νὰ μὴν τὸ καταλαβαίνουμε. Καὶ αὐτὸ ὄχι μόνο γιὰ ἐμᾶς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους: ν φέρνουμε τ παιδιά μας, τος συγγενες μας, τος συνεργάτες μας, τος χθρούς μας, στν Χριστό. Πς; Μέσ τς προσευχς μας. Εναι μεγαλύτερη εεργεσία πο μπορομε ν  προσφέρουμε κα σὲ μς κα σὲ κείνους.

ΠΗΓΗ: ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ

, , ,

Σχολιάστε

ΑΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΔΙΕΣΤΡΑΜΜΕΝΗ ΓΕΝΕΑ (Κυρ. Ι´ Ματθ., 12.08.12) «Ὅποιος δὲν πιστεύει στὸν Θεὸ καὶ δὲν ἔχει μιὰ ἀναφορὰ στὸν Θεό, καὶ ἑπομένως στηρίζεται στὸν ἑαυτό του καὶ στὰ πάθη του, εἶναι ἑπόμενο νὰ ἔχη διεστραμμένο ἦθος.».

Κυριακὴ Ι´ Ματθαίου (12 Αγούστου 2012)

Ἄπιστη καὶ διεστραμμένη γενιὰ

Τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ», Ἰούλ. 2012

.             Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀναφέρεται στὴν θεραπεία τοῦ σεληνιαζομένου νέου ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸν Χριστό. Στὸν λόγο τοῦ πατέρα τοῦ νέου αὐτοῦ, ὅτι δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν οἱ Μαθητές Του, ὁ Χριστὸς ἀπάντησε: «ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!» (Ματθ. ιζ´ 17). Μ τν λόγο ατν Χριστς συνδέει τν πιστία μ τν διαστροφ καὶ κατ’ ἐπέκταση τὴν πίστη μὲ τὴν ὀρθότητα τοῦ ἤθους καὶ τῆς ζωῆς.
.             Πράγματι, συνδέεται πολὺ στενὰ ἡ πίστη μὲ τὴν ὅλη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν κανεὶς πιστεύη στὸν Θεό, προσαρμόζεται σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση καὶ τὸ ἦθος του καὶ ἡ ἐν γένει κοινωνική του συμπεριφορὰ εἶναι σὲ ὀρθὴ κατεύθυνση. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύη κανεὶς στὸν Θεό, νὰ δέχεται τὴν διδασκαλία Του, νὰ Τὸν θεωρῆ δημιουργό του, ποῦ τὸν ἀγαπᾶ, νὰ πιστεύη ὅτι ὁ Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ τὸν σώση, νὰ διαβάζη τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ νὰ μὴ διαποτίζεται ἡ ζωή του ἀπὸ τὸν εὐαγγελικὸ λόγο. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ αἰσθάνεται κανεὶς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ὅμως αὐτὸς νὰ μὴν ἀνταποκρίνεται σὲ αὐτὴν τὴν ἀγάπη καὶ νὰ μὴν ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Πάντοτε, αὐτὸ ποὺ κυριαρχεῖ στὸν διανοητικὸ καὶ καρδιακὸ χῶρο τοῦ ἀνθρώπου ἐκφράζεται καὶ ἐξωτερικά. Ἄν, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος λέγη ὅτι πιστεύει στὸν Θεό, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἐπηρεάζει τὴν διαγωγή του καὶ τὴν ἐξωτερικὴ συμπεριφορά του, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ πίστη του εἶναι ἀναιμική, εἶναι ἀνίσχυρη.
.             Στὴν Δογματικὴ τῆς Ἐκκλησίας γίνεται λόγος γιὰ τὴν σχέση μεταξὺ τοῦ δόγματος καὶ τῆς ἠθικῆς ἢ καλύτερα μεταξὺ τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράσθηκε στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους ἀπὸ τοὺς Πατέρες, καὶ τοῦ ἤθους, τῆς ἀσκητικῆς. Τὸ δόγμα εἶναι ἡ θεωρία καὶ ἡ ἀσκητικὴ εἶναι ἡ πράξη. Οὔτε ἡ θεωρία χωρὶς τὴν πράξη μπορεῖ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικὴ οὔτε καὶ ἡ πράξη χωρὶς τὴν θεωρία μπορεῖ νὰ σώση τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς διδάσκει ὅτι ἡ πίστη χωρὶς τὰ ἔργα εἶναι φαντασία καὶ τὰ ἔργα χωρὶς τὴν πίστη εἶναι εἰδωλολατρία. Αὐτὸ λέγεται καὶ ἀπὸ τὸν Ἀδελφόθεο Ἰάκωβο, ὅταν διδάσκη ὅτι «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν» (Ἰακ. β´, 20).
.             Ἐὰν αὐτὸ συμβαίνη μεταξὺ πίστεως καὶ ἔργων, ὁπωσδήποτε συμβαίνει καὶ μεταξὺ ἀπιστίας καὶ διαστροφῆς. Ὅποιος δὲν πιστεύει στὸν Θεὸ καὶ δὲν ἔχει μιὰ ἀναφορὰ στὸν Θεό, καὶ ἑπομένως στηρίζεται στὸν ἑαυτό του καὶ στὰ πάθη του, εἶναι ἑπόμενο νὰ ἔχη διεστραμμένο ἦθος. Ὅταν τὸ διανοητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς του δὲν λειτουργῆ σωστά, τότε καὶ τὸ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἤτοι τὸ ἐπιθυμητικὸ καὶ θυμικό, ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὰ πάθη καὶ γι’ αὐτὸ γίνονται μεγάλα ἐγκλήματα. Ἡ ἀπιστία συνδέεται μὲ τὴν διαστροφὴ τοῦ ἤθους. Βέβαια, μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν μερικοὶ ἀνθρωπιστές, ποὺ εἶναι ἄθεοι, ἀλλὰ ἔχουν μερικὲς βασικὲς ἀρχὲς στὴν ζωή τους, ὅμως καὶ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση ἡ συμπεριφορά τους δὲν διακρίνεται ἀπὸ τὴν λεπτότητα ποὺ καθορίζει ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἕνα ρεῦμα τῆς δυτικῆς φιλοσοφίας τῶν τελευταίων αἰώνων ἔχει φθάσει στὸ σημεῖο νὰ πῆ ὅτι «ὁ Θεὸς ἀπέθανε» καὶ ἑπομένως «ὅλα ἐπιτρέπονται», ἤτοι δὲν ὑπάρχει διάκριση μεταξὺ ἠθικοῦ καλοῦ καὶ κακοῦ.
.             Βέβαια, ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἴδαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, «ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!», δὲν ἀναφερόταν στὴν ἀπιστία-ἀθεΐα, ἀλλὰ στὴν ἔλλειψη τῆς πίστεως ἐκ θεωρίας, ἡ ὁποία πίστη εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν πίστη ἐξ ἀκοῆς. Ἑπομένως, ἄλλο εἶναι ἡ πίστη ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἄλλο εἶναι ἡ πίστη ἀπὸ τὴν ὅραση τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ὅταν φθάση κανεὶς στὴν θεωρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, τότε θεοῦται, μεταμορφώνονται ὅλες οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ὅποτε ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἐπηρεασθῆ ἀπὸ τὶς δαιμονικὲς ἐνέργειες. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος λέγεται θεούμενος.
.             Πάντως, ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Χριστοῦ ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας, γιὰ ὅλους μας. Κάνουμε λόγο γιὰ κρίση στὴν ἐποχή μας καὶ τὴν περιορίζουμε στὰ οἰκονομικά, στὰ πολιτιστικά, στὰ κοινωνικὰ καὶ στὰ οἰκογενειακὰ θέματα. Ὅμως, ἡ κρίση εἶναι πνευματικὴ καὶ θεολογική. Οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας ἔχουν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, δὲν προσεύχονται, δὲν ἐκκλησιάζονται, δὲν διαβάζουν τὴν Ἁγία Γραφή, τὰ Πατερικὰ βιβλία καὶ τοὺς βίους τῶν ἁγίων, ὁπότε ἔχουν ἀγριέψει. Δὲν στηρίζονται στὸν Θεό, ἀλλὰ στὸν ἑαυτό τους καὶ τὰ πάθη τους. Ἀκόμη, καὶ ὅταν θεολογοῦν, ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική, πατερικὴ παράδοση, τὸ κάνουν μέσα ἀπὸ τὰ πάθη τους καὶ προσφέρουν τὴν «θεολογία τῶν παθῶν» τους. Ἡ κρίση προέρχεται ἀπὸ τὴν διαστροφὴ τοῦ ἤθους καὶ αὐτὴ ἔχει αἰτία τὴν ἀπιστία ἢ τὴν ἀθεΐα καὶ τὴν ὑποκριτικὴ πίστη. Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του προσφέρει πίστη καὶ μεταμορφώνει τὸ ἦθος.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , ,

Σχολιάστε