Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ἀπελπισία

Η ΑΠΟΓΝΩΣΗ

Τὸ ἰσχυρότερο ὅπλο τοῦ διαβόλου

.                   Ὁ διάβολος χρησιμοποιεῖ πολλοὺς τρόπους, πολλὰ μέσα, πολλὰ ὅπλα γιὰ νὰ ἐξουσιάζει τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ ἰσχυρότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ὅπλα του εἶναι ἡ ἀπελπισία. Ἀπελπισία εἶναι ἡ ὑπερβολικὴ λύπη, ἡ ἀπογοήτευση, ἡ ἀπόγνωση.
.                  Ἴσως νὰ ρωτήσει κανείς: Καλὸ πρά­γμα δὲν εἶναι τὸ νὰ λυπούμαστε γιὰ τὶς ἁμαρτίες ποὺ κάνουμε; Καλὸ πράγμα εἶναι, διότι ἡ ἁμαρτία γεννᾶ λύπη καὶ ἡ λύπη μετάνοια. «Ἡ κατὰ Θεὸν λύπη μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον κατεργάζεται» (Β´ Κορ. ζ´ 10). Ἡ λύπη ποὺ εἶναι σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴ μετάνοια, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία.
.                  Ἀλλὰ στὴ μετάνοια ὁδηγεῖ μόνο ἡ κατὰ Θεὸν λύπη. Ἡ ὑπερβολικὴ λύπη δὲν εἶναι λύπη κατὰ Θεόν, ἀλλὰ ἀκραία ἐκδήλωση τοῦ πληγωμένου ἐγωισμοῦ μας. Ἡ ὑπερβολικὴ λύπη δίνει πλεονεκτήματα στὸ σατανᾶ. Γίνεται στὰ χέρια του ἰσχυρότατο ὅπλο γιὰ νὰ μᾶς ἐμποδίζει νὰ μετανοήσουμε. Ἡ «ὑπερβολὴ λύπης» δὲν ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια, ἀλλὰ στὴν ἀπελπισία καὶ τὴν ἀπόγνωση.
.                  Ὁ Θεὸς θέλει τὴ σωτηρία μας καὶ κάνει τὰ πάντα γιὰ νὰ μᾶς σώσει. Ὁ διάβολος δὲν θέλει τὴ σωτηρία μας καὶ κάνει τὰ ἀκριβῶς ἀντίθετα γιὰ νὰ μᾶς κολάσει. Ὅταν πρόκειται νὰ διαπράξουμε τὴν ἁ­μαρτία, μᾶς ψιθυρίζει: Δὲν εἶναι τίποτε αὐτό. Κάνετε ἐλεύθερα ὅ,τι θέλετε. Ὅλα ἐπιτρέπονται. Ὅταν ὅμως διαπράξουμε τὴν ἁμαρτία, ἀλλάζει τακτικὴ καὶ μᾶς ψιθυρίζει: Εἶναι πάρα πολὺ βαρὺ τὸ ἁμάρτημα ποὺ ἔκανες. Δὲν ὑπάρχει γιὰ σένα ἐλπίδα σωτηρίας.
.                  Οἱ πιὸ πολλοὶ Χριστιανοὶ γνωρίζουν τὴν πανουργία τοῦ σατανᾶ καὶ προφυλάσσονται. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ κάποιοι ποὺ κυριεύονται ἀπὸ λύπη μεγάλη, ἡ ὁποία τοὺς ρίχνει στὴν ἄβυσσο τῆς ἀ­πογνώσεως. Ἡ ὑπερβολικὴ λύπη, ὅταν μᾶς πλήξει σφοδρῶς, κατορθώνει νὰ ἐξ­­αφανίζει ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς, σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. «Εἴωθε γὰρ ἡ τῆς λύπης ὑπερβολή, ὅταν ἡμῖν ἐπισκήψῃ σφοδρότερον, ἅπασαν περιτρώγειν τῆς ψυχῆς τὴν ἰσχύν» («Περὶ κατανύξεως Λόγος Β΄», PG 47, 417). Συνηθίζει ἡ ὑπερβολικὴ λύπη νὰ ἀδυνατίζει πολὺ τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς.
.                  Ὥστε λοιπὸν ἡ ἀπελπισία εἶναι κατʼ ἐξοχὴν ἔργο δαιμονικό. Εἶναι τὸ ἰσχυρότερο ὅπλο τοῦ διαβόλου. «Οὐδὲν οὕτως ἰσχυρὸν ὅπλον τῷ διαβόλῳ, ὡς ἀπόγνωσις· διὰ τοῦτο οὐχ οὕτως αὐτὸν εὐ­φραίνομεν ἁμαρτάνοντες, ὡς ἀπογινώσκοντες». Δὲν ἔχει κανένα δυνατότερο ὅπλο ὁ διάβολος ἀπὸ τὴν ἀπελπισία. Γιʼ αὐτὸ δὲν χαίρεται τόσο πολὺ ὅταν ἁμαρτάνουμε, ὅσο ὅταν ἀπελπιζόμαστε, σημειώνει πάλι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος στὸν πρῶτο λόγο του «Περὶ μετανοίας» (PG 49, 280).
.                  Πόσο πλάνος εἶναι ὁ διάβολος, ποὺ πλανᾶ τὴν οἰκουμένη! Τί ἀσύστολο ψέ­μα χρησιμοποιεῖ, ὅταν μᾶς ψιθυρίζει ὅτι «δὲν ὑπάρχει γιὰ μᾶς ἐλπίδα σωτηρίας». Ἐλπίδα σωτηρίας ὑπάρχει γιὰ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους. Διότι γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους σταυρώθηκε ὁ Χριστός. Ἔχυσε τὸ τίμιο Αἷμα Του «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας». «Οὐ τοσοῦτον ἡμεῖς ἐξημάρτομεν, ὅσον ἐκεῖνος δικαίως ἐπράξατο», λέει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων στὴν τρίτη Κατήχησή του. Ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸ Σταυρὸ ὑπέμεινε πολὺ περισσότερα παθήματα ἀπʼ ὅσα ἔπρεπε, γιὰ νὰ σώσει ἐμᾶς ποὺ ἁμαρτήσαμε. «Πλείω ὧν ὀφείλομεν ὁ Χριστὸς ἀπέτισε· τοσούτῳ δὲ πλείω ὅσῳ ἄμετρον πέλαγος πρὸς μικρὰν ὕδατος σταγόνα παραβαλλόμενον», γράφει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος στὴ 10η ὁμιλία του στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή. Περισσότερα ἀπʼ ὅσα χρωστούσαμε πλήρωσε ὁ Χριστός. Καὶ τόσο περισσότερα, ὅσο εἶναι ἂν συγκριθεῖ μιὰ σταγόνα νεροῦ μὲ τὸ ἀπέραντο πέλαγος. Τί εἶναι μία σταγόνα νεροῦ μπροστὰ στὰ ὕδατα τοῦ ὠκεανοῦ; Τὸ παράδειγμα ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ χρυσορρήμων Πατὴρ εἶναι ὡ­ραιότατο, ἀλλὰ καὶ πάλι ὑπολείπεται τῆς πραγματικότητας. Διότι ὁ ὠκεανὸς ἔχει ὅρια, ἐνῶ ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει ὅρια. Ὁ Χριστὸς μὲ τὴ σταυρικὴ θυσία Του γίνεται «ἱλασμὸς περὶ τῶν ἁ­μαρτιῶν ἡμῶν, οὐ περὶ τῶν ἡμετέρων δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ ὅλου τοῦ κόσμου» (Α ´ Ἰω. β´ 2). Θυσιάστηκε, ὥστε μὲ τὸ Αἷμα Του νὰ συγχωρηθοῦν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ οἱ ἁμαρτίες μας· καὶ ὄχι μόνο οἱ δικές μας ἁμαρτίες, ἀλλὰ καὶ οἱ ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου. Ὑπάρχει λοιπὸν ἐλπίδα σωτηρίας γιὰ ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς.
.                  Ἡ παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου αὐτὴν ἀ­κριβῶς τὴν ἀλήθεια τονίζει: Ἁρπάζει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπὸ τὸ χεῖλος τῆς ἀ­πογνώσεως καὶ τοὺς ρίχνει στὴν ἀνοικτὴ ἀγκάλη τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Μᾶς θυμίζει ὅτι ὑπάρχει «φιλάνθρωπος Πατέρας καὶ Θεός», ὁ Ὁποῖος περιμένει τὴν «καλλίστην ἐπιστροφήν» μας. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἀλλὰ νὰ μετανοοῦμε εἰλικρινῶς γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ νὰ εἴμαστε ἀπολύτως βέβαιοι ὅτι ὁ Οὐράνιος Πατέρας θὰ διανοίγει «ἀγκάλας πατρικάς», θὰ μᾶς ἀ­ποκαθιστᾶ πλήρως στὴ θέση τοῦ υἱοῦ καὶ θὰ μᾶς χαρίζει πάλιν «τῆς οἰκείας δόξης τὰ γνωρίσματα». Γιὰ νὰ ζοῦμε στὸν κόσμο τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς ἀποστασίας ὡς πριγκιπόπουλα τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὡς πολίτες τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀπολαμβάνοντας τοὺς ἀγλαοὺς καρποὺς τῆς μετανοίας καὶ Ἐξομολογήσεως στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

ΠΗΓΗ: osotir.org

 

Σχολιάστε

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-2 «Ἀπελπισμένος ἀπό τίς φιλίες, τίς γνωριμίες, τίς τέχνες, τίς τεχνικές, τίς ἰδεολογίες, τίς φλυαρίες, τίς κοινοτυπίες, φθάνω στήν προνομιοῦχο ἐσχάτη ἀπελπισία, καί καθώς εἶμαι ἔτσι γυμνός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέ ντύνει τήν πιό γνήσια ἐλπίδα.» (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-3)

«Ἡ κοινωνία τῆς ἐρήμου καί ἡ ἐρημία τῶν πόλεων»
[Β´]
Τὸ πρῶτο κεφάλαιο ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο ΠΡΩΤΟ βιβλίο,
τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου
(Ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἀθῆναι 1987)

9789602730386

Μέρος Α´: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-1 (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-2)

.                 Στό Γεροντικό ἀναφέρεται πώς ταπεινόφρων δέν εἶναι αὐτός πού αὐτοεξευτελίζεται καί ταπεινολογεῖ, ἀλλά ἐκεῖνος πού ὑπομένει μέ χαρά τίς ἀτιμίες πού προέρχονται ἀπό τόν πλησίον. Καί σέ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρεται πώς ἐκεῖνον πού τιμοῦν οἱ ἄνθρωποι περισσότερο ἀπ’ ὅσο ἀξίζει ζημιώνεται, ἐκεῖνος ὅμως, πού δέν τόν τιμοῦν καθόλου οἱ ἄνθρωποι, θά δοξαστεῖ στούς οὐρανούς ἀπό τόν Θεό. Ὁ ἀββᾶς Ποιμήν συμβουλεύει: Ἡ ὁποιαδήποτε στενοχώρια, πού θά σοῦ συμβεῖ, θά νικηθεῖ μέ τή σιωπή. Μαζί του συμφωνεῖ κι ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας. Μέχρις ὅτου ἠρεμήσει ἡ καρδιά σου μέ τήν προσευχή, μήν κάνεις καμιά ἐξήγηση μέ τόν ἀδελφό σου. Μελετώντας τίς γραφές τῶν ἁγίων πατέρων τῆς ἐρήμου παρατηρεῖ εὔκολα κανείς μιά σύμπνοια, μιά εὐγένεια, μιά ἀνθρωπιά, μιά κατανόηση, μιά σοφία. Στάλες ἁγιοπνευματικές ὅπου ἄνθισαν στήν ἀπρόσιτη ἄνυδρη ἔρημο, ὕστερα ἀπό ἀγῶνες μακρούς κι ἔδωσαν ἄνθη πού εὐωδίασαν κοινωνίες ἀνθρώπων ἀπόλυτα δοσμένων στόν Θεό κι εὐωδιάζουν ἀκόμη τίς ψυχές πού πράγματι διψοῦν.
.                 Ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας, ὁ μέγας νοῦς, σημειώνει μέ ἰδιαίτερη χάρη καί λεπτότητα: Αὐτός πού ταπεινώνεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καθίσταται ἱκανός νά ὑπομένει κάθε προσβολή. Ὁ ταπεινός δέν ἐνδιαφέρεται τί λένε οἱ ἄλλοι γι’ αὐτόν. Ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ὑποφέρει γιά τόν Θεό, αὐτός εἶναι ἄξιος ν’ ἀποκτήσει τήν εἰρήνη.
.                 Ὁ ἀββᾶς Μᾶρκος, στό μεγάλο κι ἐνδιαφέρον αὐτό κεφάλαιο τῶν σχέσεών μας μέ τόν ἑαυτό μας καί μέ τούς ἄλλους, πού καθημερινῶς σκουντουφλᾶμε, προχωρεῖ καί σημειώνει χαρακτηριστικά: Ὅταν ἀντιληφθεῖς μέσα σου τή σκέψη νά σοῦ ὑπαγορεύει ἀνθρώπινη δόξα, νά γνωρίζεις καλά πώς ἡ σκέψη αὐτή σοῦ ἑτοιμάζει ντροπή. Κι ἄν δεῖς κάποιον νά σ’ ἐπαινεῖ ὑποκριτικά, νά περιμένεις τήν ἴδια στιγμή καί τήν κατηγορία ἀπό μέρους του. Καί συνεχίζει μέ τόλμη χειρούργου ὁ ψυχοανατόμος ἀββᾶς: Ὅταν δεῖς κάποιον νά κλαίει γιά τίς πολλές προσβολές πού τοῦ ἔγιναν, νά γνωρίζεις πώς ἐπειδή κυριεύθηκε ἀπό λογισμό κενοδοξίας, θερίζει χωρίς νά τό αἰσθάνεται τούς καρπούς τῶν κακῶν τῆς καρδιᾶς του. Ὅποιος ἀγαπᾶ τήν ἡδονή, λυπᾶται γιά τίς κατηγορίες καί τήν κακομεταχείριση, ἀντίθετα ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Θεό λυπᾶται γιά τούς ἐπαίνους καί τίς λοιπές πλεονεξίες. Ἡ ταπείνωσή μας κρίνεται ἀπό τή συκοφαντία. Μή νομίσεις πώς ἔχεις ταπείνωση, τονίζει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ, ὅταν δέν ἀνέχεσαι τήν παραμικρή κατηγορία. Ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς προχωρεῖ πιό ψηλά: Αὐτόν πού σ’ ἐνέπαιξε ἤ σέ στενοχώρησε ἤ σέ ζημίωσε ἤ ὁτιδήποτε κακό σοῦ ἔκανε, νά τόν θυμηθεῖς ὡς ἰατρό σου. Ὁ Χριστός τόν ἔστειλε γιά νά σέ θεραπεύσει, μή λοιπόν τόν θυμᾶσαι μέ θυμό. Κι ὁ Εὐάγριος εὐεργέτες του θεωροῦσε τούς κακολόγους του.
.                 Ἔχουν μεγάλη σημασία τά παραπάνω ἀναφερόμενα ἀπό τούς θεόσοφους αὐτούς ἰατρούς τῆς ἐρήμου στό θέμα πού μᾶς ἀπασχολεῖ. Τό νά πεῖ κανείς πώς αὐτά ἀναφέρονται ἀπό μοναχούς καί μόνο γιά μοναχούς, τό λιγότερο εἶναι ἀρκετά ἐπιπόλαιος. Γιατί, ὅπως πολύ καλά ἀντιλαμβάνεσθε καί παρατηρεῖτε, ἀποτέλεσμα ἀταπείνωτου φρονήματος, ἀποτυχημένων ἤ λαθεμένων διαπροσωπικῶν σχέσεων, ἀνικανοποίητων ἐγωϊσμῶν, ἀνενέργητων φιλοδοξιῶν, κενοδοξίας, καυχησιολογίας, ἐπαινοθηρίας, φιλαυτίας κι ἐπιθυμίας δικαιώσεως καί διαφημίσεως εἶναι ἡ ἐπιδημία τῆς μοναξιᾶς.
.                 Βεβαίως ὑπάρχει καί ἡ ἄλλη μοναξιά. Μά αὐτή δέν εἶναι καθόλου ἀρρωστημένη. Εἶναι ὁ φυσικός χωρισμός τῶν μοναχῶν ἀπό τόν κόσμο. Δίχως νά ἔχουν διόλου μίσος γιά τούς ἀνθρώπους, νά ἔχουν ἀπαιτήσεις ἀπό τούς ἄλλους. Ἡ μοναξιά τους εἶναι δημιουργική. Ὄχι πώς δέν τούς ἐνδιαφέρουν οἱ ἄλλοι πώς εἶναι ἀνώτεροί τους αὐτοί, δέν ἔχουν κανένα κοινό σημεῖο. Μά θά ἐπανέλθουμε στό σημεῖο αὐτό.
.                 Εἶναι δυνατή ἡ μοναξιά ν’ ἀρρωστήσει καί νά ἐξουθενώσει τόν ἄνθρωπο. Μά ἡ ἀγάπη εἶναι πιό κραταιή, νά γιάνει καί ν’ ἀναστήσει τόν κόσμο ὅλο. Ἡ ἀκατανίκητη ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιά ἐπικοινωνία πρέπει νά διοχετευθεῖ σωστά. Πρῶτα-πρῶτα πρέπει νά πιάσουμε κάποτε κουβέντα μέ αὐτόν τόν ἄγνωστο ἑαυτό μας. Κουβέντα εἰλικρινῆ, τίμια, θαρρετή. Νά βροῦμε στά βάθη μας τήν κριμένη ἀθωότητα τῶν παιδικῶν μας χρόνων. Κουβέντα πρόσωπο πρός πρόσωπο, δίχως προσωπεῖο, μέ τόν ἕνα, μόνο, ἀληθινό, ζωντανό φίλο, Πατέρα Θεό. Κουβέντα μέ τούς ἄλλους, τούς ὅποιους, τούς χειρότερους, τούς καλύτερους, τούς πλησίον, τούς μακράν, τούς ἀδελφούς μας ἐν Κυρίῳ. Ἔτσι διαλύονται οἱ ἱστοί τῆς μοναξιᾶς, φωτίζονται τ’ ἄδυτα κι ἀνήλια ὑπόγεια τῶν καρδιῶν, σπάει τό καβούκι τοῦ ἐγώ, χαίρεται ὁ ἄνθρωπος, ἐλευθερώνεται, ζωογονεῖται, ἀναπνέει, ζεῖ, ἀρνεῖται τή μοναξιά τοῦ ἄθλιου ἐγωϊσμοῦ. Ἀλήθεια μέ πόσα λίγα κι ἁπλά μέσα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ζεσταθεῖ, νά ξαναενωθεῖ μέ ὅλο τόν κόσμο. Δέν χρειάζεται νά ψάξει κανείς πολύ γιά νά ξαναβρεῖ τήν ἐλπίδα, τήν ἀνάταση, τ’ ἀνείπωτα πανηγύρια τῆς καρδιᾶς, τίς ἑορτές τῶν ἑορτῶν καί τίς πανηγύρεις τῶν πανηγύρεων.
.                 Ὑπάρχει καί μιά ἄλλη μοναξιά, ζωηφόρα καί χαριτόδοτη. Μιά μοναξιά πού ἀξίζει πολύ νά τῆς ἀφιερώσει κανείς ἀρκετό χρόνο. Ἕνα ἀποσυρμό ἀπό τή βουή τοῦ πλήθους μέ τήν τόση διάχυση, περίσπαση κι ἐξωστρέφεια ἀνωφελῆ. Μιά μοναξιά ὑγιῆ, ὡραία, καλή. Μακριά ἀπό τή μορφή ἐπικοινωνίας ἐκείνη τή συνεχῆ μέ τούς πολλούς, γιά νά μή μείνουμε ποτέ μέ τόν ἕνα, τόν ἑαυτό μας, καί νά μήν ἀναχθοῦμε, ἀπό φόβο, δειλία ἤ ἀγνωσία, στόν Ἄλλο, τόν πάντα Ἀναμένοντα, τόν Ἕνα, τόν Ἐνανθρωπήσαντα Θεό Λόγο. Νά βροῦμε τόν τρόπο, τόν τόπο, τήν ὥρα, τόν χρόνο γι’ αὐτή τήν ἱερή στιγμή, γι’ αὐτή τήν ἄλλη ἐπικοινωνία. Μέ γνώση, μέ τάξη, μέ πρόγραμμα. Δέν μιλᾶμε γιά μιά διαφυγή μερικῶν, ἀρκετῶν, ἀπό τίς πολλές τους ἀσχολίες γι’ ἀνάπαυλα, θέα τοῦ ἡλιοβασιλέματος καί τοῦ ἔναστρου οὐρανοῦ. Τούς ρομαντικούς αὐτούς βιαστικά τούς ἀντιπαρερχόμαστε. Τούς χαιρετοῦμε ὡς κουρασμένους πού ξεκουράζονται ἀλλ’ ὄχι ὡς πνευματικούς ἀνθρώπους, ὅπως ἴσως θέλουν νά ὀνομάζονται. Δέν μιλᾶμε γι’ αὐτούς πού καμώνονται πώς αὐτοσυγκεντρώνονται μέ τεχνικές ἀμφίβολης προελεύσεως καί ἀποτελεσματικότητος ἤ ἄλλους πού ἀφιερώνουν λίγο χρόνο σέ φευγαλέες κι ἐπιπόλαιες ὀνειροπολήσεις καί νομίζουν πώς μετανοοῦν, γιά κάποια συντριβή πού εἶχαν, ἐνθυμούμενοι τ’ ἀτοπήματά τους στό ταξίδι πού εἶχαν στό παρελθόν τους. Πρόκειται μᾶλλον γιά ψεῦτες φυγάδες τῆς ζωῆς, ὀνειροπαρμένους καί φαντασιόπληκτους. Οὔτε, ἐπιτρέψτε μας νά ποῦμε, ἀναφερόμαστε στούς ἀγαθούς, ὅσο τολμηρά ἀφελεῖς ἐκείνους πού νομίζουν πώς ζοῦν τήν πνευματική ζωή καί τήν ἱερά ἡσυχία, σεργιανίζοντας μ’ ἕνα κομποσχοίνι στό χέρι, σέ ἀκρογιαλιές καί πλαγιές ὡραίων βουνῶν, ἀκούοντας καλή μουσική ἔχοντας τά νέα βιβλία, τή γαστέρα πεπληρωμένη καί συντροφιά τούς φίλους πού δέν φέρνουν ἀντιρρήσεις. Κι ἀκόμη αὐτούς πού κάνουν πνευματικό τουρισμό ἐπισκεπτόμενοι καί ἱερούς τόπους καί συνομιλώντας μέ παρρησία μέ ἁγίους ἀνθρώπους, μά πού δέν βγαίνουν διόλου ποτέ ἀπό τό θέλημά τους. Συγχωρέστε μας παρακαλοῦμε, μά φοβόμαστε πώς δέν εἴμαστε καθόλου ὑπερβολικοί.
.                 Ἀναφερόμαστε, ἀγαπητοί μου, στήν ἁγία ἐκείνη ἡσυχία, πού ἀξίζει κάθε κόπος καί μέριμνα γιά νά δώσουμε τή σημαντική αὐτή εὐκαιρία στόν ἑαυτό μας καί μέσα στή θορυβώδη αὐτή πολιτεία καί μέσα στό ἄστατο σπιτικό μας καί μέ αὐτά τά χάλια τῆς ζωῆς μας καί τοῦ χαρακτήρα μας. Ἀνάγκη πᾶσα νά ἐλευθερωθοῦμε στήν ἁγία αὐτή μοναξιά. Χρειάζεται ἄσκηση, ὑπομονή, μόχθος, μέχρι νά σβήσουν τά σκοτάδια πού μᾶς κουράζουν στήν ἐργασία αὐτή. Νά βροῦμε τίς ρίζες καί τά ὅρια τῆς ὑπάρξεώς μας. Νά μάθουμε νά προσευχόμαστε. Νά γίνει ἡ σιωπή, πηγή, βροντή, σιντριβάνι, φῶς, καθώς λέει ὁ γλυκύτατος ποιητής ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος.
.                 Χρειάζεται ἀγρύπνια, ἐγρήγορση συνεχής, ἀκινησία, γαλήνη. Ὁ Θεός εἶναι πλάι μας. Αὐτός μέ ὁδηγεῖ. Σ’ αὐτόν ὁδηγοῦμαι. Τί ἔχω νά φοβηθῶ; Ἀπελπισμένος ἀπό τίς φιλίες, τίς γνωριμίες, τίς τέχνες, τίς τεχνικές, τίς ἰδεολογίες, τίς φλυαρίες, τίς κοινοτυπίες, φθάνω στήν προνομιοῦχο ἐσχάτη ἀπελπισία, καί καθώς εἶμαι ἔτσι γυμνός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέ ντύνει τήν πιό γνήσια ἐλπίδα. Μέ στηρίζουν σέ αὐτό τό θαῦμα ἡ Παναγία καί ὅλοι οἱ ἅγιοι.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:  Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-3 «Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μόνο νά θερμαίνει τή φωνή του γνωρίζει, νά χαίρεται πού στέκεται δεύτερος, νά εἶναι φίλος καί μέ τόν ξένο, ν’ ἀρκεῖται στό ὀλίγο, νά κουράζεται στό πολύ, νά πλένει μέ δάκρυα τούς ἄπληστους, τούς ἄσωτους, δίχως κανένα παράπονο, καμιά δυσαρέσκεια.» (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-4)

 

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΙ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ (Μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.) «Μακάρι ἡ κρίση νὰ μαλακώσει τὴ σκληροκαρδία μας, τὴν τάση πρὸς τὴν παρανομία καὶ τὴ φοβερὴ ἀθεοφοβία μας».

Ἐλπίδα κα πελπισία

Γράφει ὁ μοναχὸς Μωυσῆς, Ἁγιορείτης

ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 08.12.13

.             Ἡ κρίση, μικρὴ ἢ μεγάλη, συνεχίζεται. Στὸν κόσμο ἐπικρατεῖ ἀπελπισία. Ἀπελπισία σημαίνει ἀπώλεια ὁλοσχερὴς κάθε ἐλπίδας. Νὰ μὴ θέλεις νὰ ἀνασηκωθεῖς, νὰ ἀνυψωθεῖς, νὰ κρατηθεῖς ἀπὸ κάπου, νὰ πιαστεῖς, νὰ στερεωθεῖς, νὰ ἀναστηθεῖς ἐλπιδοφόρα καὶ νικηφόρα.
.             Ἡ πονηρὴ ἀπελπισία κουράζει, ἀτονεῖ, σκοτεινιάζει, ἐξουθενώνει. Ἡ ἐλπίδα ἀνακουφίζει, ἀναπτερώνει καὶ ἐλευθερώνει. Ἡ ἀπελπισία ὁδηγεῖ σὲ ἀδιέξοδα ἄφωτα. Τὰ βάρη εἶναι ἀσήκωτα, οἱ πτέρυγες κομμένες, τὰ λάθη πολλά. Νέοι ἄνεργοι καὶ ἡλικιωμένοι ἀνασφαλεῖς. Ἀγωνία καὶ ἄγχος καλύπτουν τὶς πονεμένες καρδιές. Ὁρισμένους ἡ ἀπελπισία τοὺς ὁδηγεῖ σὲ ὀλέθρια ἄκρα, τὴν ἀνοσιοδοξία, τὴ μελαγχολία, τὴν αὐτοκτονία. Ψάχνουν οἰκονομολόγοι νὰ βροῦν τὰ αἴτια τῆς κρίσης. Δανειστὲς κερδίζουν ὑπέρογκα ποσὰ ἀπὸ αὐτή. Οἱ πιστοὶ μὲ ἁπλότητα ἢ περιέργεια ἀπευθύνουν πολλὲς φορὲς πολλὰ «γιατί» στὸν Θεό. Γιατί τὸ ἐπέτρεψε; Γιατί τὸ παρατείνει; Τί προσδοκᾶ; Γιατί μᾶς ταλαιπωρεῖ; Γιατί δοκιμαζόμαστε τόσο πολύ; Ἀναζητοῦν μὲ κάθε ἐλπίδα μία ἀπάντηση ἀπὸ τὸν Προνοητὴ τῶν πάντων Θεό. Δὲν κατανοεῖται εὔκολα ἡ θεϊκὴ παιδαγωγία.
.             Δὲν ἦταν μόνον οἱ ὑπερβολικὲς κοινωνικὲς παροχὲς ἀλλὰ καὶ ἡ ἠθικὴ παρακμή. Μακάρι ἡ κρίση νὰ μαλακώσει τὴ σκληροκαρδία μας, τὴν τάση πρὸς τὴν παρανομία καὶ τὴ φοβερὴ ἀθεοφοβία μας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθώσουμε τὴν ἀσέβεια καὶ τὴ νοσογόνο ἀλαζονεία. Εἶναι καλὲς ἀδελφὲς ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐλπίδα. Συνυπεύθυνοι εἶναι στὸ ἀνάλογο μέτρο ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι. Μὲ τὶς δωροληψίες, τὶς φοροδιαφυγές, τὶς ἀδιάφορες παραβάσεις. Δὲν γνωρίζουμε ἀκριβῶς πόσο θὰ βαστήξει ἀκόμη ἡ κρίση. Χρειάζεται ἁπλότητα, ταπεινότητα, αὐτοσυγκράτηση, λιτότητα. Νὰ ξαναδοῦμε καλύτερα τὶς σχέσεις μας μὲ τὸν Θεό μας, τὸν πλησίον μας καὶ τὸν ἑαυτό μας. Νὰ προσέξουμε τὴν ἱστορία μας, τὸ ἱερὸ παρελθόν μας, τὴν πίστη μας, τὴν παιδεία μας, τὴν πατρίδα μας. Μᾶς ἐνοχλεῖ ὅ,τι χριστιανικό, ἡ Ὀρθοδοξία γίνεται συγκριτικὸς χριστιανισμός, τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν θρησκειολογία, καταργεῖται ἡ ἀργία τῆς Κυριακῆς, ἡ τηλεόραση γέμει βωμολοχιῶν, ἡ χυδαιότητα σὲ ταινίες καὶ βιβλία. Αὐξάνουν οἱ ἐκτρώσεις, οἱ μοιχεῖες, τὰ διαζύγια, οἱ ληστεῖες. Ἀδίστακτοι πλουτοκράτες, δολιοφθορεῖς, παιδεραστές, πλεονέκτες. Ἀπάνθρωποι, βάναυσοι, σκληροί, φιλόδοξοι καὶ φιλάργυροι.
.             Ἀποπροσανατολισμένοι μοιρολατροῦμε ἀφιλότιμα. Οἱ ξένοι μᾶς ντρόπιασαν. Ἦταν ἀποτέλεσμα ἀσέβειας στὸν Θεὸ τῶν πατέρων μας. Ἡ ἐλπίδα δὲν ἔσβησε. Οἱ φωτεινὲς ἐξαιρέσεις ὑπάρχουν καὶ δίνουν χαροποιὸ ἐλπίδα. Ἡ ἀπελπισία δὲν εἶναι γιὰ ἐμᾶς. Μὲ αὐτὲς τὶς σκέψεις σᾶς χαιρετῶ ἀναμένοντας τὰ ἅγια Χριστούγεννα. Ἡ ἐλπίδα ὡς χρυσαχτίδα νὰ φωτίσει τὰ σκοτάδια.

, , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[4] «“Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν”, μεῖνε μαζί μας καὶ ἐμεῖς θὰ μείνουμε μαζί Σου. Αὐτὸ μᾶς φτάνει.» (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Δ´, τελευταῖο]
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/07/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/08/πορεία-πρὸς-ἐμμαούς3/

.          Μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε στὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων; Αὐτὸ εἶναι ποὺ δίδει ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ὄχι νὰ λύνουμε τὶς ἀπορίες μας μὲ ἕνα τρόπο ἐγκυκλοπαιδικό, μὲ τὴν λογικὴ τοῦ κομπιοῦτερ, ἀλλὰ εἰ δυνατὸν νὰ μετανοοῦμε, νὰ μπαίνουμε στὴν ἄλλη λογική, τὴν λογικὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τότε καταλαβαίνουμε ὅτι ὅταν ὁ Χριστὸς φανερώνεται, κρύπτεται. Ὅταν γίνεται ἄφαντος φανερώνεται. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἄγ. Γρηγόριος Νύσσης: «ὁ Χριστὸς ἀπαντᾶ δι’ ὧν ἀρνεῖται νὰ ἀπαντήσει». Ἄν, λοιπόν, δὲν μποροῦμε νὰ ἀκοῦμε τὴν σιωπή Του, σημαίνει ὅτι δὲν καταλαβαίνουμε τὸν λόγο Του. Ἂν τυχὸν νομίζουμε ὅτι τὸν καταλαβαίνουμε, κάτι δὲν πάει καλὰ μέσα μας.
.          Τὸ μεγάλο πράγμα εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία, μποροῦμε νὰ βάλουμε τὸν ἑαυτό μας μέσα ἐκεῖ, ὥστε σιγὰ-σιγὰ νὰ παίρνει αὐτὴν τὴν ἄλλη λογική. Πρέπει μὲ ταπείνωση νὰ τρεφόμαστε ἀπὸ τὴν στερεὰ τροφὴ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία καὶ τότε νομίζω ὅτι συνέχεια ἡ καρδιά μας θὰ εὐφραίνεται. Ἔχουμε ἕνα μεγάλο χρέος: διὰ τῆς ταπεινώσεως καὶ διὰ τῆς ὑπομονῆς νὰ δεχτοῦμε αὐτὰ τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα τελεσιουργοῦνται στὸν ὑπερῶον τόπο τὸν λειτουργικό, γιὰ νὰ μπορέσουμε καὶ ἐμεῖς νὰ καταλάβουμε τί εἶναι ἄνθρωπος, νὰ χαροῦμε τὴν ζωή μας καὶ μετὰ χωρὶς ἄλλα σχόλια νὰ δώσουμε τὴν δυνατότητα καὶ στοὺς ἄλλους νὰ χαροῦν τὴν ζωή τους.
.        Αὐτὸ ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ νιώσουμε ὅτι ἡ ἀγάπη “ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγε” καὶ ἐὰν τυχὸν ὑπομένομε, στὸ τέλος ἀπὸ τὴν δοκιμασία βγαίνει μιὰ χαρὰ καὶ μιὰ ἀγαλλίαση, ἡ ὁποία ξεπερνᾶ ὅλες τὶς δοκιμασίες. Μιὰ στιγμὴ στὸν καθένα μας μπορεῖ νὰ δημιουργηθοῦν διάφορες ἀπορίες: Τί σημαίνει θάνατος, τί σημαίνει ἀνυπαρξία, μιὰ στιγμὴ νὰ νιώσουμε ὅτι ὅλα εἶναι ἄχρωμα καὶ ἄοσμα, τότε τί νὰ κάνουμε; Ἐγὼ λέω ἕνα πράγμα: Νὰ περιμένομε. Νὰ περιμένομε ποῦ; Μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅπου νιώθεις ὅτι ὑπάρχει μιὰ ζεστασιὰ καὶ μιὰ εὐρυχωρία. Ὅπως λέμε τὸ ἔμβρυο μένει μέσα στὴ μήτρα τῆς μάνας του καὶ ἐπειδὴ μένει ἐκεῖ, συνέχεια αὐξάνει. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ μένομε μέσα στὴν μήτρα τῆς μητέρας μας Ἐκκλησίας, αὐτὸ ποὺ λέμε μετὰ ἀπὸ τὴν πορεία: “μενον μεθ μν, μενε μαζί μας κα μες θ μείνουμε μαζί Σου. λλα σχόλια δν θέλουμε πιά. μες θέλουμε ν μείνουμε μαζί Σου. Ατ μς φτάνει. Ἔχει μεγάλη σημασία νὰ μείνουμε κάπου καὶ νὰ δοῦμε αὐτὸ «τὸ κάπου», τὸ Ἕνα γιὰ τὸ ὁποῖο εἴμαστε καὶ τὸ ὁποῖο μᾶς ἐκκολάπτει.
.         Ὁ πόνος ἔχει νόημα, ἐπειδὴ βρισκόμαστε στὴν μήτρα κάποιου ποὺ μᾶς ἀγαπάει. Ἐκεῖ ὅποιος πολὺ πονάει σημαίνει ὅτι εἶναι ἠλεημένος καὶ μπορεῖ νὰ δεχτεῖ μεγάλα χαρίσματα. Κλείνοντας, ἐγὼ λέω ἕνα πράγμα γιὰ τὸ ὁποῖο εἶμαι σίγουρος: Προσωπικὰ εἶμαι χαμένος ἀλλὰ σᾶς λέω ἀδελφικὰ ὅτι μπορεῖ νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος. Καὶ αὐτὴ ζω περιόριστη, αώνια πο ρχίζει π τώρα ερουργεται κα πάρχει στν ρθόδοξη κκλησία, τν μικρ τν λάχιστη κα περιφρονημένη ποία εναι Μία, γία, Καθολικ κα ποστολικ κκλησία, λπς πάντων τν περάτων τς γς… Μὴ μοῦ κάνετε ἄλλες ἐρωτήσεις, δῶστε ἄλλες ἀπαντήσεις. Ἐγὼ θὰ σᾶς πῶ μόνο αὐτό: Κοιτάξτε, εἴμαστε χαμένοι, μπορεῖ ἐν στιγμῇ χρόνου νὰ σταματήσει ἡ καρδιά μας ἀλλὰ κάτι δὲν σταματᾶ, βρὲ παιδάκι μου, καὶ ἐγὼ θέλω ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα νὰ πᾶμε. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα πᾶμε μὲ τὸ σῶμα καὶ ἔρχεται ἡ ἀγαλλίαση καὶ ἡ χάρη τῆς θεότητας μέσα στὸ σῶμα μας καὶ ἁγιάζεται ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦμε.

 ΠΗΓΗ: taxiarhes.blogspot.com

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[3] «Ἡ ζωὴ ἔρχεται διὰ τοῦ θανάτου» (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)


Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Γ´]
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/07/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς2/

.      Δηλαδή, μποροῦμε νὰ πεθάνουμε καὶ νὰ ζήσουμε. Μποροῦμε νὰ χαθοῦμε καὶ νὰ βροῦμε τὴν ψυχή μας, κι ἂν κανεὶς θέλει νὰ τὴν σώσει, θὰ τὴν χάσει. Κι ἂν τὴν χάσει ἐνσυνείδητα, ὅπως λέει, “ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου”, αὐτὸς θὰ τὴν σώσει. Ὁπότε νομίζω ὅτι τὸ μεγάλο πράγμα ποὺ ἔχουμε καὶ κουβαλᾶμε δὲν εἶναι τὸ τί ἔχουμε ἀλλὰ τὸ τί εἴμαστε. Αὐτὸ ποὺ λέει καὶ ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: τὸ μεγάλο πράγμα εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ γίνουμε ὅλοι κοινωνοὶ τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ μποροῦμε σιγὰ σιγὰ νὰ ἀναχθοῦμε σὲ αὐτὴ τὴν ἄλλη λογική. Ὁπότε τὰ πάντα εἶναι εὐλογία. Ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ νεομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, καὶ ζοῦσαν σὲ αὐτὸν τὸν παράδεισο. Ὁπότε λένε: “ἂν τυχὸν μᾶς ἀφήσετε νὰ ζήσουμε σᾶς εἴμαστε εὐγνώμονες γιατί ζοῦμε στὸν παράδεισο, μέσα σὲ αὐτὴν τὴν λογικὴ τῆς Θείας Λειτουργίας, τὴν ἄλλη λογική, ἐὰν μᾶς σκοτώσετε, σᾶς εἴμαστε χίλιες φορὲς πιὸ εὐγνώμονες, γιατί τὸ συντομότερο θὰ δοκιμάσουμε αὐτὸ τὸ πράγμα τὸ ὁποῖο δὲν παρέρχεται καὶ τὸ ὁποῖο εἶναι χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Κι ὁ καθένας τότε γεννιέται, ὅταν πεθαίνει, καὶ τότε ἀγκαλιάζει ὅλους καὶ βρίσκει μὲς τὴν καρδιά του ὅλους.
.       Καὶ ταυτόχρονα ἐνῶ μιλᾶμε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, δὲν ὑποτιμοῦμε τὸ σῶμα ἀλλὰ ἀντίθετα βλέπουμε ὅτι θεώνεται. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίθετη κίνηση ποὺ γίνεται μέσα ἐδῶ. Δηλαδή, δὲν ἑνώνεται μόνο ἡ πορεία μὲ τὴν στάση, ἡ θεότης μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, ἀλλὰ γίνεται καὶ μία ἀντίστροφη κίνηση, ὅπως λέει τὸ Συναξάρι τῶν Ἁγίων Πάντων, “τὸ Πνεῦμα κάτεισιν καὶ ὁ νοῦς ἄνεισιν“. Τὸ πνεῦμα κατέρχεται, ὁ λόγος σαρκοῦται καὶ τὸ χῶμα, ἡ φύση μας, ἀναλαμβάνεται, θεώνεται. Καὶ τὸ πιστεύουμε αὐτὸ καὶ τὸ περιμένουμε νὰ γίνει κάποτε, ἀλλὰ γίνεται ἀπὸ τώρα. Ἤδη προγεύεται κανείς, νομίζω, προπαντὸς ὁ πονεμένος καὶ σφαγμένος, ὁ τιμημένος μὲ τὸ νὰ δεχτεῖ πολλὲς δοκιμασίες, νιώθει σὰν ἄλλο σκαμμένο χωράφι ποὺ μπαίνει μέσα μία νωτίδα οὐράνια, ἔτσι μπαίνει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ μέσα στὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου μία ἄλλη παράκληση θεϊκὴ καὶ προχωρεῖ εἰς πάντας ἁρμούς, εἰς νεφρούς, εἰς καρδίαν.
.         Ὁπότε τὸ θέμα, νομίζω, δὲν εἶναι ἂν θὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε μία ψεύτικη ἐρώτηση ἢ νὰ δώσουμε μία ψεύτικη ἀπάντηση σχετικὰ μὲ τὸν θάνατο. Τὸ θέμα εἶναι ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μποροῦμε νὰ κάνουμε ὑπομονή. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Κύριος, ὅτι τὸ χωράφι τὸ ἀγαθό, ἡ γῆ ἡ καλὴ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ καρποφοροῦν ἐν ὑπομονῇ. Μποροῦμε νὰ κάνουμε ὑπομονή; Κάποιος γεωργὸς ὑπάρχει ποὺ φροντίζει γιὰ μᾶς. Μποροῦμε νὰ περιμένουμε;
.       Μὰ λέει κανείς: “βρὲ παιδάκι μου, πεθαίνουμε”. Βλέπουμε στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι τὸ ἄρρωστο παιδὶ ποὺ ἔφερε ὁ πατέρας, ἔπεσε κάτω ξερὸ σὰν νεκρὸ καὶ πολλοὶ ἄρχισαν νὰ λένε πὼς πέθανε. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει σημασία ἂν νομίζουμε ἐμεῖς ὅτι πεθάναμε, ἂν νομίζουν ὅλοι οἱ ἄλλοι ὅτι καὶ ἐμεῖς πεθάναμε. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ μένουμε κοντὰ στὰ πόδια κάποιου ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε προτοῦ τὸν κόσμον εἶναι, προτοῦ ὑπάρξει ὁ κόσμος κι ὁ ὁποῖος “τὰ πάντα διὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους του ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι παρήγαγε”. Ὁπότε ἐὰν τυχὸν εἶσαι δίπλα σὲ Αὐτόν, ἄσχετα ἂν εἶσαι πεθαμένος ἢ ζωντανός, ἐλπίζεις καὶ περιμένεις νὰ ἔρθει ἡ ζωή. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ζωὴ ἔρχεται διὰ τοῦ θανάτου. Ὅπως ὁ σπόρος, ἐὰν δὲν πέσει στὴν γῆ νὰ πεθάνει, μένει μόνος, ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ἂν δὲν πονέσουμε θὰ μείνουμε μόνοι.
.       Τὸ θέμα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι πολὺ πονοῦμε καὶ λίγο ζωογονούμαστε, πολὺ ὑποφέρουμε καὶ λίγο μπαίνουμε στὴ χαρά. Νομίζω ὅτι τὸ μήνυμα τὸ χαρούμενο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὅτι μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ περάσουμε τὴν ζωηφόρο νέκρωση. Ὅταν ζήτησαν δύο μαθητὲς νὰ δοξαστοῦν καὶ νὰ καθίσει ὁ ἕνας ἐκ δεξιῶν καὶ ἕνας ἐξ εὐωνύμων, Αὐτὸς εἶπε, ὅπως ἀναφέρεται στὸ Τριώδιο, ὅτι ὁ Κύριος δὲν δίδει τέτοια πράγματα στοὺς δικούς Του, ὑπόσχεται ποτήριο θανάτου. Τὸ μεγάλο γεγονὸς εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ πεθάνουμε περιμένοντας. Ὅταν περνᾶμε τὴν Γεσθημανῆ, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε. Τώρα τὸ ὅτι μιλᾶμε σημαίνει ὅτι δὲν περνᾶμε Γεσθημανῆ. Ἀλλὰ τί γίνεται; Τὰ χάνουμε. Μπορεῖ νὰ τὰ χάσουμε, μπορεῖ νὰ πέσουμε κάτω, μπορεῖ νὰ μᾶς ἐγκαταλείψει κάθε δύναμη σωματική, ψυχική, πνευματική. Τὸ θέμα εἶναι ἂν μπορεῖς καὶ ξερὸς νὰ περιμένεις καὶ νὰ εὐγνωμονεῖς. Κάποιος ὑπάρχει μέσα μας καὶ δίπλα μας, ποὺ ἱερουργεῖ διαφορετικὰ τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς. Θὰ μποροῦσε εὔκολα νὰ μᾶς πεῖ ψεύτικα πράγματα, δὲν θέλει. Θέλει νὰ μᾶς φέρει στὴν αἰώνια ζωή. Καὶ γιὰ νὰ μπεῖς στὴν αἰώνια ζωὴ πρέπει νὰ περάσεις ἀπὸ τὸν θάνατο. Θὰ μποροῦσε ὁ Χριστός, ἂν ἦταν ταχυδακτυλουργός, νὰ ἔκανε αὐτὸ ποὺ ζήτησαν οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν ἔλεγαν “κατέβα ἀπὸ τὸν Σταυρὸ καὶ θὰ πιστέψουμε”. Θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει. Δὲν ἦρθε γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει. Κατέβηκε ἀπὸ τὸν Σταυρὸ νεκρός. Νεκρὸς γιὰ νὰ νικήσει τὸν θάνατο γιὰ πάντα, γιὰ ὅλους μας.

.     Ὁπότε ἕνα πράγμα μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι μποροῦμε νὰ πετύχουμε. Ὅτι ὑπάρχει μέσα μας ἕνας συγκεκριμένος δυναμισμὸς καὶ διὰ τοῦ θανάτου, μέσα στὴ γῆ τὴν καλὴ καὶ ἀγαθὴ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸς ὁ δυναμισμὸς ἐκρήγνυται καὶ προχωροῦμε σὲ ἄλλο τόπο, σὲ ἄλλο χῶρο, ὅπου τὰ φοβερὰ τελεσιουργεῖται καὶ τὰ πάντα λειτουργοῦν διαφορετικά. Αὐτὸς ὁ ἄλλος χῶρος καὶ ὁ ἄλλος χρόνος εἶναι αὐτὸς ἐδῶ ποὺ ζοῦμε. Ἂν θὰ πᾶμε μὲ πυραύλους στὰ ἀστέρια δὲν αὐξάνει ὁ χῶρος τῆς ζωῆς μας καὶ ἡ ἐλευθερία μας. Ἂν τυχὸν παρατείνουμε τὴν ζωή μας μὲ μεταμόσχευση καρδιᾶς δὲν γευόμαστε τῆς χάριτος τῆς αἰωνιότητος. Σὲ μιὰ στιγμὴ μπορεῖ νὰ χωρέσει ἡ αἰωνιότης καὶ μέσα σὲ ἕνα μικρὸ ἅγιο μαργαρίτη νὰ χωρέσει ὅλος ὁ Χριστός. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ἐνῶ ἔρχεται νὰ μᾶς φέρει τὴν χαρά, ἐνῶ ἔρχεται νὰ μᾶς φέρει τὴν ζωή, λέει: “μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ κλαίοντες καὶ οὐαὶ οἱ γελῶντες”. Ἀκριβῶς γιατί θέλει νὰ μᾶς φέρει τὸν πραγματικὸ γέλωτα, τὴν πραγματικὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ ἀπὸ σήμερα…

.             Τί γίνεται ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τὸν θάνατο; Νομίζω δὲν μποροῦμε νὰ τὰ λύσουμε καὶ ὅλα τὰ προβλήματα. Ξέρετε, εἶναι πολὺ μεγάλο δράμα νὰ νομίζεις ὅτι ἔχεις λύσει τὰ προβλήματά σου. Ἐπίσης, εἶναι ἄσχημο ἕνας δάσκαλος, ὅποιος ἀπὸ μᾶς κάνει τὸν δάσκαλο, νὰ δίδει ἀπαντήσεις καὶ νὰ κλείνει τὰ θέματα. Στὴν πορεία πρὸς Ἐμμαοὺς ὁ Κύριος κατ’ ἀρχὴν δίνει τὴν δυνατότητα στὸν ἄλλον νὰ βγάλει τὰ ἀπωθημένα του. Γιὰ νὰ ἐκτονωθοῦν οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ ποῦν τὸ λογισμό τους, γιὰ νὰ δείξουν τὴν ἀπογοήτευσή τους, γιὰ νὰ φτάσουν στὴν ἀπόγνωση. Λέει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερο ὅπλο ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση. Γιατί ὅταν κανεὶς ἀπογοητευθεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ ἐγκόσμια, ὅπως λέει κι ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὅταν φτάσουμε στὴν ἀπιστία γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τότε ἀρχίζει νὰ ἀναδύεται μία ἄλλη πίστη καὶ μία ἄλλη δύναμη νὰ ὑπάρχει μέσα μας. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἂν θὰ ποῦμε μία κουβέντα σὰν ἀπάντηση. Μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα μας καὶ νὰ ἀναχθεῖ ὅλο τὸ εἶναι μας σὲ ἕνα ἄλλο χῶρο;

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[2] «Ὅταν ἀπελπίζεσαι, ὅταν ψάχνεις, ὅταν πορεύεσαι, Αὐτὸς εἶναι μαζί σου». (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Β´]
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς/

.            Νομίζω ὅτι οἱ μαθητὲς εἶπαν: Τώρα ποῦ πᾶς; Τελείωσε ἡ μέρα, τελειώνει ἡ πορεία. Ἔτσι ποὺ μᾶς ἔκανες δὲν μποροῦμε νὰ φύγουμε ἀπὸ κοντά Σου, οὔτε Ἐσὺ ἀπὸ μᾶς, ἔλα νὰ μείνεις μαζί μας. Καὶ ὁ Χριστὸς πέρασε μαζί τους. Καὶ “ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ’ αὐτῶν λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς, αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν, καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν”. Μετ π τν λόγο, τν ερολογία, φτάσαμε στν ερουργία. Ἔγιναν οἱ ἐξηγήσεις καὶ δὲν ἔμενε πιὰ τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ πράξη τῆς ἱερουργίας. Ὁ Χριστς δν επε τίποτα, λλ τεμάχισε τν ρτο. ν τ κλάσει το ρτου Τν γνώρισαν κα μόλις Τν γνώρισαν γινε φαντος, χάθηκε. Φυσικά, ἐγὼ νομίζω ὅτι ταν λέμε χάθηκε, ννοομε βρέθηκε. Γιατί ἂν τυχὸν ἔμενε, θὰ τὸν ἔχαναν. Θὰ ἔλεγαν ὅτι “Αὐτὸς εἶναι ἐδῶ, ἐκεῖ”, θὰ Τὸν ἐντόπιζαν, ἐνῶ Αὐτὸς εἶναι πανταχοῦ παρών. Ὁπότε ἀφοῦ Τὸν κατάλαβαν, παίρνουν δύναμη, ἀνοίγονται οἱ ὀφθαλμοί τους. Ἑπομένως “διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοἰ τους” σημαίνει ὅτι ἄρχισαν νὰ βλέπουν τὰ ἀόρατα, νὰ καταλαβαίνουν τὰ περασμένα καὶ νὰ ἔχουν δύναμη γιὰ νὰ προχωρήσουν στὰ μέλλοντα, δηλαδὴ νὰ συνεχιστεῖ ἡ πορεία. Ὁπότε γνωρίζουν τώρα μέσα στὴν Θεία Εὐχαριστία, μέσα στὴν Θεία Λειτουργία, ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου, τὶς γραφὲς ἀληθινά. Γνωρίζουν αὐτὰ ποὺ πέρασαν καὶ παίρνουν δύναμη γιὰ νὰ προχωρήσουν.
.         Ὁ Κύριος γνωρίζεται ὡς ἄρτος κλώμενος καὶ αἷμα ἐκχυνόμενον. Στὴν κλάση τοῦ ἄρτου γνωρίζεται ὁ Κύριος καὶ ταυτόχρονα γνωρίζουμε κι ἐμεῖς τὸν Κύριο “ἐν τῇ κλάσει τῇ ἡμετέρᾳ”. Ἐὰν τυχν κα μες δν πονέσουμε, ἐὰν τυχν κα μες δν πεθάνουμε, δν σταυρωθομε, δν πρόκειται ν γνωρίσουμε τν Κύριο. Ὅπως καὶ Κεῖνος ἔπρεπε νὰ πάθει γιὰ νὰ μπεῖ στὴν δόξα Του, καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ πάθουμε, πρέπει νὰ ὑποφέρουμε. Ὅλα αὐτὰ τὰ βάσανα εἶναι εὐλογία γιὰ νὰ ἀνοιχτοῦν τὰ μάτια μας καὶ ἔτσι νὰ Τὸν βλέπουμε διαφορετικά. Εἴμαστε ἄνθρωποι, πονᾶμε καὶ ἔχουμε τὴν δική μας λογική. Κι ὁ Χριστὸς ἐπιτρέπει τὸν λογισμό μας. Δίδει τὶς ἀφορμές, στοὺς μαθητές, νὰ ἀκοῦν τὸ λογισμό τους καὶ νὰ δικαιολογήσουν τετραγωνικὰ τὴν ἀπελπισία τους. Ἀλλὰ ὅμως ταν πελπίζεσαι, ταν ψάχνεις, ταν πορεύεσαι, Ατς εναι μαζί σου. Στ συνέχεια θ ρθει καιρός, ταν φτάσεις πι στν κλάση το ρτου, ταν φτάσεις στν πολ πόνο κα εσαι μαζί Του, ν διανοιχτον ο φθαλμοί σου. Τότε Τν βλέπεις, κενος χάνεται, δηλαδή, μένει διαρκς μαζί σου ντάξει λογική μας, ντάξει ναζήτησή μας λλ εμαστε πλασμένοι γι κάτι μεγαλύτερο. ,τι κι ν πετύχουμε μ τ δική μας ναζήτηση, μ τ δική μας γνώση δν μς κανοποιε. Ὁ Χριστὸς ἔχει νὰ δώσει σὲ μᾶς κάτι πολὺ μεγαλύτερο καὶ δὲν μᾶς τὸ ἔδωσε πρὶν Αὐτὸς πάθει καὶ μπεῖ στὴν δόξα Του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[1] «Ἀποδεικνύουν τετραγωνικὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει δυνατότητα νὰ ἐλπίζει κανείς. Μὲ τὴν τετράγωνη λογική, ἡ ὑπόθεση τελείωσε – καὶ εἶναι καλὸ νὰ τελειώνουν οἱ ὑποθέσεις». (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

.         Σήμερα, θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν θάνατο καὶ μοῦ ἦρθε στὸ νοῦ ἡ ἀγωνία, ἂν θέλετε καὶ ἡ ἀπογοήτευση τῶν μαθητῶν μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ φόβος τους. Γιὰ αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὴν πρὸς Ἐμμαοὺς πορεία. Θὰ τὸ πῶ μὲ δύο λόγια μιᾶς καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ πορεία: Δύο μαθητές, τρεῖς μέρες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Κυρίου, προχωροῦν εἰς Ἐμμαούς, συζητοῦν μεταξύ τους γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀγωνιοῦν, μιλοῦν γιὰ τὰ γεγονότα. Ἔρχεται ὁ Χριστός, χωρὶς νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν, καὶ τοὺς ἑρμηνεύει τὶς γραφές. Ἐν τέλει Τὸν ἀγαποῦν αὐτὸν τὸν Συνοδοιπόρο. Τοῦ λένε “μεῖνε μαζί μας”. Μένει. Φτάνουν στὸ τραπέζι καὶ στὴν κλάση τοῦ ἄρτου Τὸν γνωρίζουν. Τότε Αὐτὸς γίνεται ἄφαντος, ἐκεῖνοι γεμίζουν χαρὰ καὶ προχωροῦν πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα.
.         Οἱ δύο μαθητές, λοιπόν, μιλοῦσαν καὶ συζητοῦσαν γιὰ τὸν Χριστό. Καὶ ἐκεῖνος παρουσιάστηκε δίπλα τους νὰ συμπορεύεται. “Οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν”. Τὰ μάτια τους ἦταν ἀκόμα κλειστὰ καὶ δὲν Τὸν γνώρισαν. Νομίζω ἕνα μεγάλο πράγμα εἶναι τὸ ἑξῆς: ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ὁδὸς καὶ εἶναι καὶ ὁ ἀληθινὸς Συνοδοιπόρος μας. Κι ἂν τυχὸν ἀγωνιοῦμε, ἂν συζητᾶμε, ἂν ψάχνουμε, ἂν βαδίζουμε, ἂν τυχὸν γιὰ κάπου πᾶμε, Αὐτὸς εἶναι μαζί μας. Μά, λέει κάποιος: “δὲν Τὸν ξερουμε”. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρουμε ἕνα πράγμα: μαζ μ τν γωνία μας κα Ατς συμπορεύεται. Κα ς μν Τν διακρίνουμε. Ὁ Χριστός, στὴν συνέχεια, δὲν θέλει νὰ τοὺς κάνει διδασκαλία, ἀλλὰ θέλει νὰ τοὺς δώσει τὴν δυνατότητα νὰ ποῦν αὐτὰ ποὺ ἔχουν μέσα τους. Γι’ αὐτὸ προσποιεῖται ἄγνοια καὶ μάλιστα ἐπιμένει. Τότε «τοῦ ἐξηγοῦν» γιὰ τὸν Ἰησοῦ τὸν Ναζωραῖο, τὸν ὁποῖο παρέδωσαν “οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου” καὶ Τὸν σταύρωσαν. Στὴν συνέχεια λένε κι οἱ δύο τους τὸν πόνο τους: «Ἐμεῖς ἐλπίζαμε ὅτι αὐτὸς θὰ λύτρωνε τὸ Ἰσραήλ. Ἀλλὰ ἤδη πέρασαν τρεῖς μέρες ἀφοῦ ἔγιναν αὐτά, ἀφοῦ Τὸν σταύρωσαν καὶ δὲν εἴδαμε ἀκόμη τίποτε ποὺ νὰ στηρίξει τὶς ἐλπίδες μας. Μᾶς παραξένεψαν μερικὲς γυναῖκες ἀπὸ τὴν δική μας συντροφιά, γιατί πῆγαν πρωὶ στὸ μνημεῖο καὶ λένε ὅτι δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα Του. Ἦλθαν καὶ μᾶς εἶπαν ὅτι εἶδαν ὀπτασία ἀγγέλων κι ὅτι οἱ ἄγγελοι λένε ὅτι ζεῖ. Καὶ πῆγαν καὶ μερικοὶ ἀπὸ μᾶς στὸ μνημεῖο καὶ τὸ βρῆκαν ἔτσι ὅπως εἶπαν οἱ γυναῖκες, “Αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον”».
.        Τος δίνει, λοιπόν, τὴν δυνατότητα Χριστς ν πον τὸν λογισμό τους. Αὐτοί, μὲ τετράγωνη λογική, λένε ὅτι “Ἐμεῖς ἐλπίζαμε. Τώρα δὲν ἐλπίζουμε. Τί νὰ ἐλπίζουμε; Ἐφ’ ὅσον Αὐτὸς σταυρώθηκε, πέθανε καὶ εἶναι τρεῖς μέρες ποὺ πέρασαν, τελείωσε ἡ ἱστορία”. ποδεικνύουν τετραγωνικ τι δν πάρχει δυνατότητα ν λπίζει κανείς. Νομίζω τι μεγάλος δάσκαλος, Χριστός, ατ θελε ν πον κι ατοί. Ατ θελε ν βγάλει π μέσα τους: τι, κοίταξε, μ τν τετράγωνη λογική, πόθεση τελείωσε – καί, νομίζω, τι εναι καλ ν τελειώνουν ο ποθέσεις. μως ρχίζει κενος κα μιλ: “ νόητοι κα βραδες τ καρδί το πιστεύειν π πσιν ος λάλησαν ο προφται. Ἐπειδὴ καὶ ὁ Κύριος ἔνιωθε ὅτι ἦταν φίλοι Του, τοὺς μιλάει αὐστηρά. Καὶ λέει τὴν φράση τὴν μεγάλη παρακάτω: “Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξα αὐτοῦ;” Δὲν ἔπρεπε νὰ πάθει αὐτὰ ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ περάσει στὴν δόξα Του; Στὸ σημεῖο αὐτὸ μπαίνουμε στὸ μεγάλο μυστήριο καὶ λέμε: Ἂν τυχὸν ἔπρεπε νὰ πάθει Αὐτός, ποὺ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἐμεῖς τί πρέπει νὰ πάθουμε; Ἄρχισε ἀπὸ τὸν Μωυσῆ καὶ ὅλους τοὺς προφῆτες καὶ ἐξήγησε σὲ ὅλες τὶς γραφὲς αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦσαν τὸ πρόσωπό Του. Μαζὶ μὲ τὴν πορεία προχωροῦσε καὶ ἡ ἑρμηνεία, κι ἔβλεπαν οἱ μαθητὲς ὅτι κάπου ἀλλοῦ τοὺς πηγαίνει. Μόλις ἔφτασαν στὴν πόλη ποὺ πήγαιναν, Αὐτὸς προσποιήθηκε ὅτι πάει κάπου ἀλλοῦ. Ἀλλὰ αὐτοί: “παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες μεῖνον μεθ’ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστι καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα”.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε