Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀπάθεια

Η ΘΕΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 3

Ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου [Γ´]

Γ´ Ἡ πορεία πρὸς τὴν θέωση
Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/28/ἡ-θέωσις-τοῦ-ἀνθρώπου1/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/30/ἡ-θέωσις-τοῦ-ἀνθρώπου-2/ 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ» 
(Σχεδίασμα Ὀρθοδόξου Κατηχήσεως)

Ἱ. Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγ. Ἰω. Θεολόγου,
Ἅγιον Ὄρος (Μάρτιος 2012)

.         Γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ περιγράψουμε ἀμυδρὰ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν θέωση, θὰ προσπαθήσουμε νὰ μεταφέρουμε πιστὰ τοὺς λόγους τῶν ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι μὲ κόπο πολὺ διήνυσαν τὸν δρόμο αὐτὸ καὶ τώρα ἀγάλλονται αἰωνίως μαζὶ μὲ τὸν Χριστό.
.         Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου συντελεῖται μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὴν ἐπιτυγχάνουμε μόνοι μας. Κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ἐμεῖς πάσχουμε τὴν θέωση, ἐνῶ ὁ Θεὸς τὴν ἐνεργεῖ[1]. Θὰ πρέπη ὡστόσο κι ἐμεῖς νὰ ἀγωνισθοῦμε, ὥστε νὰ καταστήσουμε ἄξιο τὸν ἑαυτό μας νὰ δεχθῆ καὶ νὰ κρατήση τὴν μεγάλη αὐτὴ δωρεά.
.         Πρώτη προϋπόθεση γιὰ νὰ ἑλκύσουμε τὸ ἔλεος καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ταπείνωση. Διότι ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν[2].

.         Οἱ μεγαλύτερες πτώσεις στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου εἶναι ἡ πτώση τοῦ Ἑωσφόρου καὶ ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων. Ἦταν καὶ οἱ δύο προσπάθειες γιὰ «θέωση», ποὺ στηρίζονταν ὅμως ὄχι στὸν Θεὸ ἀλλὰ στὴν ἔπαρση καὶ στὸν ἐγωισμό. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν φοβερὴ πτώση, ἀθεράπευτη γιὰ τὸν ἐφευρέτη τῆς κακίας, καὶ δυσθεράπευτη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Δυστυχῶς τὸ φαινόμενο αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται συνεχῶς μέχρι τὶς μέρες μας. Διάφορα κοινωνικὰ καὶ θρησκευτικὰ συστήματα ὑπόσχονται πολλὰ στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἀποτυγχάνουν τραγικά, διότι ἔχουν ὡς κέντρο τους τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι τὸν Θεάνθρωπο Χριστό.
.         Ὁ Χριστὸς μᾶς εἶπε πολὺ καθαρά: Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν[3]. Μόνον ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίση τὴν ἀδυναμία του, καὶ ζητήση μὲ συντριβὴ τὸ ἔλεος καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζει νὰ βαδίζη στὸν δρόμο τῆς θεώσεως. Οἱ Ἅγιοι ἐνῶ ἦταν κοντὰ στὸν Θεό, ἐνῶ ἔλαμπαν καὶ θαυματουργοῦσαν, ταυτόχρονα θεωροῦσαν τὸν ἑαυτό τους χειρότερο ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἡ ταπείνωση τοὺς ἀνέδειξε θεοὺς κατὰ Χάριν.

* * *

.         Κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, οἱ ἐκφράσεις θέωσις, ἕνωσις μὲ τὸν Θεό, ὁμοίωσις μὲ τὸν Θεό, γνῶσις Θεοῦ, θεωρία τοῦ Θεοῦ, θέα τοῦ ἀκτίστου φωτός, εἶναι προσπάθειες περιγραφῆς τῶν ἐμπειριῶν τῆς θεώσεως[4]. Μὲ τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου συνυπάρχει ἡ θέα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν πατερικὸ λόγο, βλέπει τὸ Φῶς καὶ γίνεται Φῶς: «Φῶς γεγονὼς καὶ διὰ τοῦ φωτὸς θεώμενος καὶ φῶς ὁρῶν». Γιὰ νὰ ἀξιωθῆ ὅμως ὁ ἄνθρωπος νὰ δῆ τὸν Θεό, θὰ πρέπη νὰ καθαρίση τὴν καρδιά του ἀπὸ τὰ πάθη: Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται[5]. Αὐτὴ εἶναι ἡ δεύτερη προϋπόθεση γιὰ τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου.
.         Ἡ τέλεια κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη ὁδηγεῖ στὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό: «Ὅταν φθάση κανεὶς στὴν πνευματικὴ τελειότητα, ἀφοῦ καθαρθῆ ὁλότελα ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη καὶ ἑνωθῆ τελείως μὲ τὸ Παράκλητο Πνεῦμα… τότε γίνεται ὅλος φῶς, ὅλος πνεῦμα, ὅλος χαρά, ὅλος ἀγάπη»[6].
.         Ὁ ἄνθρωπος ποὺ μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ ἔφθασε στὴν κάθαρση, βλέπει τὸν Θεό. Οἱ θεοφόροι Πατέρες μᾶς ἐξηγοῦν πῶς συμβαίνει αὐτό: Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, καὶ ἑπομένως «ὅποιος καθάρισε τὴν καρδιά του ἀπὸ κάθε ἐμπάθεια, βλέπει μέσα στὸ δικό του κάλλος τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ»[7]. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει καθαρίσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ κάθε πάθος, ἔχει κάνει τὴν καρδιά του ἕναν καθαρὸ πνευματικὸ καθρέπτη στὸν ὁποῖο καθρεπτίζεται ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός.
.         Ὁ ἀγῶνας βέβαια γιὰ νὰ ξεριζωθοῦν τὰ πάθη δὲν εἶναι καθόλου εὔκολος. Χρειάζεται πολὺς κόπος καὶ συνεχὴς βία: Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν. Καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς καλοῦν: «Δῶσε αἷμα καὶ λάβε Πνεῦμα». Μαζὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη προσπάθεια, γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς εἶναι τελείως ἀπαραίτητη ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι «οἱ ἀρετὲς ἀπὸ μόνες τους δὲν μποροῦν νὰ κάνουν καθαρὴ τὴν καρδιά, χωρὶς τὴν ἐνέργεια καὶ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[8].
.         Ὅσο προχωρᾶ ὁ ἄνθρωπος στὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς του, τόσο περισσότερο ζῆ πνευματικὲς καταστάσεις καὶ ἐμπειρίες τῆς θείας Χάριτος. Τὰ πρῶτα πικρὰ δάκρυα τῆς μετανοίας μετατρέπονται σὲ δάκρυα βαθιᾶς εἰρήνης καὶ τέλος σὲ δάκρυα ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό. Ὁ νοῦς φωτίζεται καὶ βλέπει σιγὰ-σιγὰ μὲ ἄλλο τρόπο τὰ πράγματα, τοὺς ἀνθρώπους, τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Ἡ κατάσταση στὴν ὁποία φθάνει τότε ὁ ἄνθρωπος ὀνομάζεται ἀπάθεια.
.         Στὴν ἀπάθεια διακρίνουμε τέσσερα στάδια: «Ἡ πρώτη ἀπάθεια, ποὺ παρατηρεῖται στοὺς ἀρχαρίους, εἶναι ἡ παντελὴς ἀποχὴ ἀπὸ τὴν πράξη τῆς ἁμαρτίας. Δεύτερη εἶναι ἡ πλήρης ἀπουσία συγκατάθεσης στοὺς κακοὺς λογισμούς… Τρίτο στάδιο ἀπαθείας εἶναι ἡ πλήρης ἀκινησία τῶν παθῶν… Τέταρτο στάδιο εἶναι ἡ πλήρης κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἁπλὴ φαντασία τῶν παθῶν». Γιὰ τὸ τελευταῖο αὐτὸ στάδιο τῆς ἀπαθείας ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γράφει: «Ὅποιος ἀξιώθηκε αὐτὴν τὴν κατάσταση, ἐνῶ βρίσκεται ἀκόμη στὴν σάρκα του, ἔχει ὡς ἔνοικό του τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος τὸν κυβερνᾶ σὲ ὅλα τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα καὶ τὶς σκέψεις»[9].
.         Ὁ ὅσιος Ἰωάννης παρομοιάζει τὴν ἀπάθεια μὲ τὸ ἀνάκτορο τοῦ ἐπουρανίου Βασιλέως, ἐνῶ τὶς «πολλὲς μονές», ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Χριστός, τὶς παρομοιάζει μὲ τὶς κατοικίες τῆς ἐπουρανίου Ἱερουσαλήμ. Καὶ μᾶς προτρέπει: «Ἂς τρέξουμε γιὰ νὰ κατορθώσουμε νὰ εἰσέλθουμε στὸν νυμφῶνα τοῦ ἀνακτόρου. Ἐὰν ὅμως εἴτε ἀπὸ κάποιο φορτίο εἴτε ἀπὸ κάποια πρόληψη (κακὴ συνήθεια ἁμαρτωλοῦ παρελθόντος) εἴτε ἀπὸ κάποια ἀργοπορία καθυστερήσαμε,… τουλάχιστον ἂς προφθάσουμε κάποια κατοικία γύρω ἀπὸ τὸν νυμφῶνα»[10]. Ἐδῶ θὰ πρέπη νὰ διευκρινισθῆ ὅτι δὲν σώζονται μόνον ὅσοι φθάνουν στὴν ἀπάθεια, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἀγωνίζονται γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς τους μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ τοὺς βρίσκει ὁ θάνατος[11].

* * *

.         Ἡ θέωση στὴν παροῦσα ζωὴ εἶναι ὁ μυστικὸς ἀρραβῶνας τῆς ψυχῆς μὲ τὸν Χριστό. Στὸν ἀρραβῶνα αὐτό, τὸ δακτυλίδι ποὺ χαρίζει ὁ Νυμφίος Χριστὸς στὴν ψυχὴ εἶναι ἡ τελεία χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μόνον ὅταν ἡ ψυχὴ δεχθῆ αὐτὴ τὴν θεία Χάρι μπορεῖ νὰ εἶναι βέβαιη γιὰ τὸν μελλοντικὸ γάμο της μὲ τὸν Χριστό. Ὁ γάμος αὐτὸς εἶναι τὰ ἀγαθὰ τῆς οὐράνιας Βασιλείας[12].
.         Στὴν παροῦσα ζωὴ οἱ Ἅγιοι θεοποιοῦνται, χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι ἀντιληπτὸ σὲ ὅσους κρίνουν ἐξωτερικά:

Ὥσπερ ἐγεννήθη Θεὸς ἀτρέπτως
ἄνθρωπος ἐν σώματι καὶ πᾶσιν ὤφθη,
οὕτως ἀφράστως, πνευματικῶς γεννᾷ με
καὶ ἄνθρωπον μένοντα θεὸν ποιεῖ με·
καὶ ὥσπερ ὁρώμενος σαρκὶ ἐκεῖνος
τὸ Θεὸς εἶναι ἠγνοεῖτο τοῖς ὄχλοις,
οὕτω καὶ ἡμεῖς, οἷον ἦμεν, τοῖς πᾶσιν
«θαῦμα!» βλεπόμενοι ἄνθρωποι πάντως
τό, ὅπερ γεγόναμεν χάριτι θείᾳ,
οὐ πεφύκαμεν τοῖς πολλοῖς καθορᾶσθαι.
Μόνοις δ’ οἷς ὄμμα ψυχῆς κεκαθαρμένον[13].

.         Στὴν μέλλουσα ζωὴ ὅμως, οἱ Ἅγιοι θὰ βλέπουν τὸν Θεὸ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, καὶ θὰ λάμψουν σὰν τὸν ἥλιο καταυγαζόμενοι ἀπὸ τὸ φῶς τῆς θείας δόξης:

Ὢ θαύματος, ὡς ἄγγελοι καὶ ὡς υἱοὶ Ὑψίστου
ἔσονται μετὰ θάνατον, θεοὶ Θεῷ συνόντες,
τῷ φύσει ὄντι οἱ αὐτῷ θέσει ὁμοιωθέντες[14].

1. Πρβλ. ὅσιος Μάξιμος Ὁμολογητής, Πρὸς Θαλάσσιον, 22, PG 90, 320D καὶ Πρὸς Μαρῖνον πρεσβύτερον, PG 91, 33C.

2. Ἰακώβου 4, 6.

3. Ἰωάννης 15, 5.

4. Πρβλ. ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, Περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, 1, 3, PG 3, 376A: «Ἡ θέωσίς ἐστιν ἡ πρὸς Θεόν, ὡς ἐφικτόν, ἀφομοίωσίς τε καὶ ἕνωσις»  ―  Πρβλ. ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Α΄ πρὸς Βαρλαάμ, 38, Συγγράμματα 1, 247.

5. Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 2, 3, 57, Συγγράμματα 1, 591  ―  Ματθαῖος 5, 8.

6. Ἅγιος Μακάριος Αἰγύπτιος, Λόγοι πεντήκοντα (παράφραση ἁγ. Συμεὼν Μεταφραστοῦ), 90, Φ 3, 208.

7. Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς 6, PG 44, 1269C.

8. Ματθαῖος 11, 12  ―  Ἀββᾶς Λογγῖνος, Γεροντικόν, Ἀθήνα 21970, σελ. 63  ―  Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Κεφάλαια πρακτικὰ καὶ θεολογικά, 73, Φ 3, 250.

9. Ὅσιος Μάξιμος Ὁμολογητής, Πρὸς Θαλάσσιον, 55, PG 90, 544C  ―  Κλῖμαξ, Λόγος 29, 2 καὶ 15, σελ. 368 καὶ 371.

10. Ἰωάννης 14, 2  ―  Κλῖμαξ, Λόγος 29, 16-7, σελ. 371-2.

11. Πρβλ. Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Πρὸς Ἰωάννην καὶ Θεόδωρον, 9, Συγγράμματα 5, 235, καὶ Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ἠθικὸς 4, SC 129, 18.

12. Πρβλ. Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Κεφάλαια θεολογικὰ 3, 45-9, SC 51, 93-5.

13. Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ὕμνος 50, SC 196, 170-2.

14. Α΄ Κορινθίους 13, 12. Πρβλ. Ματθαῖος 13, 43  ―  Ὅσιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος, Ὕμνος 27, SC 174, 286.

, , , , , ,

Σχολιάστε