Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀνθρωπολογία

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Ε´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)
Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Μέρος Δ´: « Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

Β΄. ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

.               Τὸ τελευταῖον σημεῖον μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν πυρῆνα τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ προβλήματος, ὅπως τοῦτο ἀντιμετωπίζεται σήμερον. Ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν περικλείει, εἶναι ἡ πλέον νευραλγικὴ ἀνθρωπολογικὴ ἀλήθεια, ὀδυνηρὰ ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ σωτήριος διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον. Ὀδυνηρὰ μέν, διότι πατάσσει εἰς τὴν ρίζαν του καὶ τὸ ἐλαχιστότερον σκίρτημα διεκδικήσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου αὐτονομίας· σωτήριος δέ, διότι ἀνοίγει ἐνώπιον τοῦ ἀνθρώπου μεγαλειώδεις καὶ ἀτέρμονας ὁρίζοντας διὰ μίαν πραγματικὴν καὶ ἀληθῶς ἀνθρωπίνην δρᾶσιν καὶ ἀνάπτυξιν. Θὰ προσπαθήσωμεν νὰ διερευνήσωμεν δι’ ὀλίγων τὰς δύο αὐτὰς πτυχάς.

1) Ἐνηλικιωμένος ἄνθρωπος, ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος

.               Δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν τυχαῖον το γεγονὸς ὅτι ὁ Παῦλος εἰς τὴν Πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολήν, ὅπου ὑμνεῖ τὸν Χριστὸν ὡς «Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκον πάσης κτίσεως…», καλεῖ «πάντα ἄνθρωπον» νὰ γίνῃ «τέλειος ἐν Χριστῷ» καὶ τοὺς πιστοὺς νὰ εἶναι «πεπληρωμένοι ἐν αὐτῷ». Τοῦτο συμβαίνει διότι ἀκριβῶς, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, «τὸν ἀληθινὸν ἄνθρωπον καὶ τέλειον… πρῶτος καὶ μόνος ἔδειξεν ὁ Σωτήρ». Πρὶν ἑνωθῇ ὑποστατικῶς ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, πρὶν δηλαδὴ ἐμφανισθῇ ὁ Χριστός, ὁ ἄνθρωπος ἦτο καὶ προπτωτικῶς προ-Χριστοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἦτο ἀτελής, «νήπιος», προωρισμένος νὰ ἀναδειχθῇ εἰς «ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
.               Ἐφ’ ὅσον προορισμὸς του ἦτο νὰ γίνῃ «Εἰκών», ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὅσῳ ἔμενεν εἰς τὸ «κατ’ εἰκόνα», ἦτο ἀτελής. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὁλοκληρωθῇ μὲ τὸ νὰ τείνῃ ἁπλῶς, ἔπρεπε νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἕνωσιν μὲ τὸ ἀρχέτυπον. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε τέλειος, ὅταν ὑψώθη εἰς Θεάνθρωπον. Πρὸ τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἔλειπεν ἡ καθ’ αὐτὸ ἀνθρωπίνη «μορφή», ἡ «μορφὴ» τοῦ Υἱοῦ, τὸ χριστοειδὲς «εἶδος», ἀκόμη περισσότερον, τὸ «κατὰ Χριστὸν ὑποστῆναι».
.               Ἐξ ἄλλου, ἐφ’ ὅσον ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διὰ τὴν πατερικὴν σκέψιν εἶναι ταυτόσημον μὲ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς ἀληθοῦς ἀνθρωπότητος, καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐν ὅσῳ χρόνῳ δὲν εἶχεν ἀκόμη λάβει τὴν ὑπόστασιν τοῦ Λόγου, ἦτο ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως χωρὶς πραγματικὴν ὑπόστασιν, τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος ἦτο τρόπον τινὰ ἀκέφαλον. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, πρὶν «ἀνακραθῇ» ἢ «συνουσιασθῇ» μὲ τὴν θείαν φύσιν ἦτο ὡς μία γυναῖκα ἄγαμος, στείρα, κατὰ τὸν Παῦλον «ἀκέφαλος». Ἡ θεολογία τῆς Α΄ Περὶ Κορινθίους ἐπιστολῆς (11, 1-16) εἶναι χαρακτηριστικὴ διὰ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει: κεφαλὴ γυναικὸς ὁ ἀνήρ· κεφαλὴ ἀνδρὸς ὁ Χριστός· κεφαλὴ Χριστοῦ ὁ Θεός. Ἡ γραμμὴ εἶναι συνεχής. Ὅπου καὶ ἐὰν ὑπάρξῃ τομή, ὑπάρχει διακοπὴ κοινωνίας, ἔλλειψις πληρότητος, στειρότης.
.               Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν ἅγιον Ἰωάννην Δαμασκηνόν, «μέσος νοῦ καὶ ὕλης ἱστάμενος, σύνδεσμος ἐστιν ὁρατῆς καὶ ἀοράτου κτίσεως». Πότε ὅμως ὠλοκληρώθη ὁ προορισμὸς αὐτὸς τοῦ ἀνθρώπου; «Ἑνωθεὶς ὁ δημιουργὸς Λόγος τοῦ Θεοῦ τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων, ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος Πατήρ, δι’ αὐτῆς ἁπάσῃ τῇ κτίσει ἥνωται». Καὶ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν τεραστίων ἀνθρωπολογικῶν ἐπιπτώσεων τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ, ἀναφωνεῖ χαρακτηριστικῶς: «ἑορτάσωμεν οὖν τὴν λύσιν τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως». Ἡ λύσις τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔγιναν ἅγιοι ἐν Χριστῷ, ὅλοι δὲ οἱ πιστοὶ «γεγέννηνται, τοῦ Χριστοῦ τὸν βίον τοῦτον εἰσεληλυθότος καὶ γεννηθέντος». Ἡ γέννησις πράγματι τῆς κεφαλῆς «τῶν μελῶν τῶν μακαρίων γέννησις ἦν· τοῦτο ἦν συστῆναι τὰ μέλη, τὸ γεννηθῆναι τὴν κεφαλήν».
.               Πρὸ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀληθὴς καὶ πλήρης πνευματικὴ ζωή. Ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς πτώσεως ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν ἦτο πλήρης, ἐφ’ ὅσον, ὅπως εἴδομεν, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἦσαν χωρισμέναι. Ὑπῆρχεν ὁ ἀρραβὼν τοῦ «κατ’ εἰκόνα», δὲν εἶχεν ὅμως πραγματοποιηθῆ εἰσέτι ἡ ὑποστατικὴ ἕνωσις. Ὑπῆρχεν ἐπαφή τις μεταξὺ τῶν δύο φύσεων, ἀλλ’ ὄχι ἡ κοινωνία τῆς γαμηλίου μίξεως καὶ ἀνακράσεως. Ὑπῆρχε βεβαίως ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ δὲν εἶχε φανερωθῆ πλήρως ὡς «σὰρξ» καὶ «σῶμα» Χριστοῦ. Τὸ πανάγιον Πνεῦμα εἶχε δώσει τὴν πνοήν Του, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ἀδὰμ εἶχεν ἀναδειχθῆ εἰς «ψυχὴν ζῶσαν», ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀκόμη «πληρώσει πᾶσαν σάρκα», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἐπραγματοποιήθη διὰ πρώτην φορὰν τὴν Πεντηκοστήν. Διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν ρητὴν διαβεβαίωσιν τῶν πατέρων, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

Διαφημίσεις

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Δ´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)

Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Σκοπὸς καὶ τέρμα τοῦ «κατ’ εἰκόνα» ὁ Χριστὸς

.             Ἀναφέραμεν ἤδη ὅτι, διὰ τοὺς Εἰρηναῖον, Ὠριγένην, Ἀθανάσιον καὶ ἄλλους πατέρας, μεταξὺ τῶν ὁποίων Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καὶ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ ἀρχέτυπον εἶναι ὁ Χριστός. Ἓν κείμενον τοῦ Νικολάου Καβάσιλα δὲν ἐπιτρέπει οὐδεμίαν ἐπ’ αὐτοῦ ἀμφιβολίαν. Ὁμοιάζει χαρακτηριστικῶς πρὸς τὸ κείμενον τοῦ Γρηγορίου Νύσσης, τὸ ὁποῖον ἀναφέραμεν ἀνωτέρω, ταυτοχρόνως δὲ τὸ ἑρμηνεύει ἀποφασιστικῶς: «Καὶ γὰρ διὰ τὸν καινὸν ἄνθρωπον ἀνθρώπου φύσις συνέστη τὸ ἐξ ἀρχῆς· καὶ νοῦς καὶ ἐπιθυμία πρὸς ἐκεῖνον κατεσκευάσθη· καὶ λογισμὸν ἐλάβομεν, ἵνα τὸν Χριστὸν γινώσκωμεν, ἐπιθυμίαν, ἵνα πρὸς ἐκεῖνον τρέχωμεν, μνήμην ἔσχομεν, ἵν’ ἐκεῖνον φέρωμεν, ἐπεὶ καὶ δημιουργουμένοις αὐτὸς ἀρχέτυπον ἦν. Οὐ γὰρ ὁ παλαιὸς τοῦ καιροῦ, ἀλλ’ ὁ νέος Ἀδὰμ τοῦ παλαιοῦ παράδειγμα».
.           Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι λοιπὸν ἁπλῶς ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ἀλλ’ ὁ σαρκωθεὶς Λόγος. Ὁ «ἄνθρωπος πρὸς τὸν Χριστὸν ἵεται οὐ διὰ τὴν θεότητα μόνον, ἣ πάντων οὖσα τυγχάνει τέλος, ἀλλὰ καὶ τῆς φύσεως ἕνεκα τῆς ἑτέρας». Δὲν ἔχει σημασίαν τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ Χριστὸς ἱστορικῶς κατὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ Ἀδάμ. Ἀποτελεῖ θεμελιώδη βιβλικὴν διδασκαλίαν τὸ ὅτι ὁ Χριστός, εἰς τὴν ὑπερχρόνον πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ «πρωτότοκος πάσης κτίσεως… ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς… τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται». Ἡ «εἰσαγωγὴ τοῦ πρωτοτόκου εἰς τὴν οἰκουμένην» ἀποτελεῖ τὴν προαιώνιον βουλὴν τοῦ Θεοῦ, τὸ ὕψιστον μυστήριον «τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν». Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὄψει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη ὅλη ἡ ὑλικὴ κτίσις, «ὕστατος ἁπάντων τῆς γῆς ἐξελήλυθεν», εἶναι ἀσφαλῶς λογικὸν ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς ὁλοκλήρου τῆς ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς δημιουργίας, νὰ εἶναι μεταγενέστερος τοῦ Ἀδάμ, διότι ὅλα τὰ πράγματα ἀπὸ ἀτελῆ ὁδηγοῦνται εἰς τὴν τελειότητα. Ὁ Χριστὸς ὡς ὑψίστη πραγμάτωσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι φυσικὸν νὰ ἀποτελῇ τὸ τέλος τῆς ἀνοδικῆς πορείας τῆς ἀνθρωπότητος, τὴν ἀρχὴν ἀλλὰ καὶ τὸ τέρμα τῆς ἱερᾶς ἱστορίας.
.               Ἐντὸς τῆς πρώτης αὐτῆς ἀληθείας περικλείεται μία δευτέρα, ἐξ ἴσου σημαντική. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἀδὰμ ἐδημιουργήθη «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Χριστοῦ σημαίνει ὅτι ὤφειλε νὰ ὑψωθῇ ἕως τὸ ἀρχέτυπον ἢ ἀκριβέστερον νὰ καθαρθῇ καὶ νὰ ἀγαπήσῃ τόσον τὸν Θεόν, ὥστε νὰ ἔλθῃ νὰ σκηνώσῃ ἐν αὐτῷ ὁ Θεός, νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν ἄνθρωπον ὑποστατικῶς ὁ Λόγος καὶ νὰ φανερωθῇ τοιουτοτρόπως ἐν τῇ ἱστορίᾳ ὁ Χριστός, νὰ ἀναδειχθῇ ὁ Θεάνθρωπος. Διότι ὁ Χριστὸς «ἦν ἡ βουλὴ καὶ ἡ θέλησις τοῦ Πατρός». Αὐτὸς ἦτο ὁ προορισμὸς καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ φυσιολογικὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου. Πρὸς τὸν Χριστὸν ὁ ἄνθρωπος «ὥσπερ εἰς κανόνα τινὰ καὶ ὅρον κατεσκευάσθη τὸ ἐξ ἀρχῆς…, ὥστε Θεὸν ὑποδέξασθαι δυνηθῆναι». Ὁ ἐκτροχιασμὸς δὲ ἐκ τῆς πορείας αὐτῆς ἀπετέλεσεν ἀκριβῶς τὴν πτῶσιν.
.             «Οὐκοῦν ἡ ἀπ’ ἀρχῆς παραγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου, δι’ αὐτὸν (τὸν Χριστὸν) κατ’ εἰκόνα πλασθέντος τοῦ Θεοῦ, ἵνα δυνηθῇ ποτὲ χωρῆσαι τὸ ἀρχέτυπον· καὶ ὁ ἐν τῷ παραδείσῳ παρὰ Θεοῦ νόμος δι’ αὐτὸν» (τὸν Χριστόν, διὰ νὰ βοηθήσῃ δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπον νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὸν Χριστόν), λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς. Καὶ ὁ θεῖος Μάξιμος: «Τοῦτο ἐστὶ τὸ μέγα καὶ ἀπόκρυφον μυστήριον· τοῦτο ἐστὶ τὸ μακάριον, δι’ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος· τοῦτο ἐστὶν ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπός, ὃν ὁρίζοντες εἶναι φαμὲν προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μὲν πάντα, αὐτὸ δὲ οὐδενὸς ἕνεκα· πρὸς τοῦτο τὸ τέλος ἀφορῶν (τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως, τὸν Χριστόν), τὰς τῶν ὄντων ὁ Θεὸς παρήγαγεν οὐσίας».
.             Καὶ ἀκόμη σαφέστερον ὁ ἱερὸς Καβάσιλας: «Ἐπεὶ μηδ’ ἔκτισε τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὁ Θεὸς πρὸς ἄλλο τι βλέπων… ἀλλὰ τοῦτο ζητῶν ἐποίησεν, ἵνα γεννηθῆναι δεῆσαν, τὴν μητέρα παρ’ αὐτῆς λάβῃ· καὶ ταύτην ὑποθέμενος πρότερον, καθάπερ τινὰ κανόνα τὴν χρείαν (τὸν Χριστόν, τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν) εἰς αὐτὴν ἔπειτα πλάττει τὸν ἄνθρωπον».
.             Τὸ ὅτι συνεπῶς ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον «κατ’ εἰκόνα» σημαίνει εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν, ὅτι τὸν ἔπλασε, τείνοντας πρὸς τὴν Εἰκόνα, ὅτι τοῦ ἔδωσε χάριτι, ἀλλὰ πραγματικῶς, ὅλας τὰς δυνατότητας καὶ τὸν σκοπὸν νὰ διακονήσῃ ἐνεργητικῶς εἰς τὴν ἐνσάρκωσιν τοῦ Λόγου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ τελεία καὶ μοναδικὴ «Εἰκὼν τοῦ Πατρός». Καὶ οὕτω ὁ ἄνθρωπος, ἐνυποστασιαζόμενος εἰς τὸν Λόγον, νὰ ὑψωθῇ καὶ ὁ ἴδιος εἰς «Εἰκόνα», νὰ ἀναδειχθῇ καὶ ὁ ἴδιος «Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ».
.             Τοῦτο καθιστᾷ φανερὸν τὴν ἀλήθειαν ὅτι τὸ «κατ’ εἰκόνα» πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐν τῷ ἀνθρώπων ὡς δῶρον, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ ὡς σκοπός, ὡς περιουσία, ἀλλὰ συνάμα καὶ ὡς προορισμός, ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς ὡς μία δυνατότης. Εἶναι ὁ ἀληθὴς ἀρραβών, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸν «γάμον», τὴν ὑποστατικὴν δηλαδὴ ἕνωσιν τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, καὶ μόνον μετὰ τὸν γάμον τὸ «κατ’ εἰκόνα» ὁλοκληροῦται καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐνδεικνύεται «Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» ἐν τῷ Χριστῷ, δηλαδὴ πλήρης καὶ τέλειος ἄνθρωπος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Γ´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´:
Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)

.               Ὅπως ἡ ἀλήθεια καὶ αἱ δυνατότητες τῆς ὑλικῆς κτίσεως ἀποκαλύπτονται εἰς τὸν πνευματικὸν ἄνθρωπον, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἡ ἀλήθεια τοῦ κτιστοῦ ἀνθρώπου, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ σωτηρία του, εὑρίσκονται εἰς τὸν ἄκτιστον Θεόν. Καθίσταται οὕτω φανερὸν ὅτι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος παραμένει καὶ θὰ παραμείνῃ διὰ τὴν ἐπιστήμην μονίμως μυστήριον, εἶναι τὸ ὅτι ἐκ φύσεως εὑρίσκεται οὗτος πέραν τῆς ἐπιστήμης, τὸ ὅτι εἰς τὸν πυρῆνά του, ἐκ κατασκευῆς εἶναι ὂν θεολογικόν.

γ) Ἡ ἐν Χριστῷ ἀρχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ τελευταῖον τοῦτο μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸ θέμα τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀνθρώπου, μᾶς ὑποχρεώνει δὲ νὰ ἐξετάσωμεν ὄχι πλέον μόνον τὴν ἀναλογίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀντολογίαν τοῦ «κατ’ εἰκόνα».
.                 Διὰ νὰ ὁμοιάζῃ, πράγματι, ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὸν Θεὸν καὶ διὰ νὰ τείνῃ πρὸς αὐτόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ μέσα του ἓν στοιχεῖον θεῖον. Ποῖον ὅμως καὶ τί ἀκριβῶς εἶναι τὸ στοιχεῖον τοῦτο; Τὸ ἐρώτημα εἶναι βασικόν. Εἰς τὴν οὐσίαν πρόκειται διὰ τὸ μέγα ἐρώτημα ὅλων τῶν σοβαρῶν φιλοσοφιῶν καὶ θεολογιῶν, δηλαδὴ διὰ τὴν σχέσιν Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, Κτίστου καὶ κτίσεως. Πρὸς λύσιν τοῦ προβλήματος τούτου εἶναι γνωστὸν ὅτι διετυπώθησαν ποικίλαι θεωρίαι: ἡ θεωρία π.χ. τῶν ἰδεῶν (Πλάτων), τοῦ Λόγου (Φίλων), τῆς ἀπορροῆς (Γνωστικοῦ), τῆς αὐτονομίας (ἄθεοι) κ.λπ.
.                 Ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, συνοψίζων ὅλην τὴν πρὸ αὐτοῦ πατερικὴν παράδοσιν, γράφει, ὅτι «πάντα ἀπέχει τοῦ Θεοῦ, οὐ τόπῳ ἀλλὰ φύσει». Ὁ δὲ Φλωρόβσκυ, ἑρμηνεύων τὴν φράσιν αὐτήν, διατυπώνει τὴν βασικὴν θέσιν ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ διάστασις θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως «οὐδέποτε αἴρεται, ἀλλὰ μόνον οἱονεὶ καλύπτεται διὰ τῆς ἀπείρου ἀγάπης τοῦ Θεοῦ». Ἡ οὐσιαστικὴ διάστασις κτιστῆς καὶ ἀκτίστου φύσεως εἶναι πράγματι ἀπόλυτος καὶ ἄπειρος. Ἡ ἐξ ἴσου ὅμως ἄπειρος ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ χωρὶς νὰ ἄρῃ τὴν διάκρισιν αὐτήν, ηὐδόκησε νὰ τὴν γεφυρώσῃ ἐξ ἀρχῆς κατὰ τρόπον πραγματικὸν διὰ τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς τὸ «κατ’ εἰκόνα». Ὁ ἄνθρωπος ὑπῆρξεν οὕτω τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς κτίσεως –«χοῦς ἀπὸ τῆς γῆς»–, τὸ ὁποῖον συνεδέθη ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς διὰ τοῦ «κατ’ εἰκόνα» μὲ τὸν Θεόν, ἡ πρώτη μορφὴ βιολογικῆς ζωῆς –προφανῶς ἡ ἀνωτέρα ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ τὴν ἕκτην ἡμέραν τῆς δημιουργίας–, ἡ ὁποία ὑψώθη διὰ τῆς πνοῆς τοῦ Πνεύματος εἰς ζωὴν πνευματικήν, δηλαδὴ ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς θεοκεντρικήν. Ἡ κτιστὴ ὕλη –ὁ «χοῦς ἀπὸ τῆς γῆς–, ὠργανώθη οὕτω διὰ πρώτην φορὰν θεολογικῶς, ἡ ζωὴ ἔγινε ἐπάνω εἰς τὴν γῆν ἐνσυνείδητος καὶ προσωπική.
.               Παραλλήλως ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἀκολουθῶν τοὺς ἁγίους Ἰωάννην τὸν Δαμασκηνὸν καὶ Γρηγόριον τὸν Παλαμᾶν, διδάσκει ὅτι τρεῖς τρόποι ἑνώσεως καὶ κοινωνίας ὑπάρχουν παρὰ τῷ Θεῷ· ὁ κατ’ οὐσίαν, ὁ καθ’ ὑπόστασιν καὶ ὁ κατ’ ἐνέργειαν. Καὶ οὐσιαστικῶς μὲν εἶναι ἡνωμένα μόνον τὰ τρία πρόσωπα τῆς παναγίας Τριάδος· τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν ἐπραγματοποίησεν ὁ Λόγος, ὅταν προσέλαβε τὴν σάρκα· ἐνῷ, ὅσα εἴπομεν ἀνωτέρω, καθιστοῦν σαφὲς ὅτι ἡ κατ’ ἐνέργειαν ἕνωσις ἐχαρίσθη εἰς τὸν ἄνθρωπον κατὰ τὴν κατ’ εἰκόνα δημιουργίαν του. Ἡ τρίτη ὅμως αὐτὴ ἕνωσις –καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι κεφαλαιῶδες διὰ τὸ θέμα μας– εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν εἶναι πλήρης, διότι δὲν αἴρει τὴν διάστασιν μεταξὺ θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως· ἁπλῶς τὴν ἐπικαλύπτει. Ὅλη ἡ σημασία της εὑρίσκεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι προετοιμάζει καὶ ὁδηγεῖ εἰς τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν, ἡ ὁποία εἶναι πλήρης καὶ τελική, διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ θεία καὶ ἀνθρωπίνη φύσις ἔχουν ἐν τῷ Χριστῷ τὸ αὐτὸ πρόσωπον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς χωρίζῃ οὐδεμία ἀπόστασις.
.                Σκοπὸς δὲ τῆς «κατ’ ἐνέργειαν», ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν ἀνθρωπότητα ἐν τῷ Ἀδάμ, ἦτο νὰ φθάσῃ εἰς τὴν πλήρη καὶ τελικήν, τὴν «καθ’ ὑπόστασιν» ἕνωσιν. Ὁ σκοπὸς οὗτος ἀπετέλεσε τὸν κατ’ ἀρχὴν προορισμὸν τοῦ Ἀδὰμ καί, μετὰ τὴν πτῶσιν, παρέμεινε πάντοτε ἀναλλοίωτος, –«ἀμετάθετοι γὰρ αἱ βουλαὶ τοῦ Κυρίου»–, διότι ἐξηκολούθησε νὰ ἀποτελῇ τὴν οὐσίαν τῆς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ παιδαγωγίας τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, κεντρικὸν περιεχόμενον ὄχι μόνον τῶν προφητειῶν, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς ἱερᾶς ἱστορίας.
.                 Καθίσταται διὰ τῶν ἀνωτέρω φανερὸν ὅτι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν ὕλην ἐκ τῆς ὁποίας ἐπλάσθη, ἀλλ’ εἰς τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει. Αὐτὸς δὲ εἶναι ἀκριβῶς ὁ λόγος, διὰ τὸ ὁποῖον εἰς τὴν πατερικὴν θεώρησιν τοῦ θέματος τῆς καταγωγῆς τοῦ ἀνθρώπου ἡ θεωρία τῆς ἐξελίξεως ἀποτελεῖ πρόβλημα δευτερεῦον καὶ ἐπουσιῶδες. Ἀποτελεῖ ψευδοπρόβλημα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὸ νὰ προσπαθῇ κανεὶς νὰ εὕρῃ τὴν λειτουργικὴν σημασίαν μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς εἰκόνος εἰς τὸ εἶδος τοῦ ξύλου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔχει κατασκευασθῆ. Ἡ ἀλήθεια τῆς εἰκόνος εὑρίσκεται, κατὰ τὴν ζ΄ οἰκουμενικὴν σύνοδον, εἰς τὸ εἰκονιζόμενον πρόσωπον. Καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου εὑρίσκεται, κατὰ τοὺς πατέρας, εἰς τὸ ἀρχέτυπόν του. Ἀκριβῶς, διότι τὸ ἀρχέτυπον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀργανώνει, σφραγίζει καὶ μορφοποιεῖ τὴν ὕλην καὶ ταυτοχρόνως τὴν ἕλκει.
.             Τὰ δύο αὐτὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα, ὅπως ἤδη εἴδομεν, ἀποτελοῦν τὴν ὀντολογίαν τοῦ «κατ’ εἰκόνα» καὶ ἀποκαλύπτουν τὴν καθ’ αὑτὸ πραγματικότητα τοῦ ἀνθρώπου, ὑπογραμμίζονται μὲ σαφήνεια εἰς ἓν χαρακτηριστικὸν κείμενον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης: «Καθάπερ ὁ ὀφθαλμός, γράφει, διὰ τῆς ἐγκειμένης αὐτῷ φυσικῆς αὐγῆς ἐν κοινωνίᾳ τοῦ φωτὸς γίνεται, διὰ τῆς ἐμφύτου δυνάμεως τὸ συγγενὲς ἐφελκόμενος, οὕτως ἀναγκαῖον ἦν ἐγκραθῆναί τι τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, συγγενὲς πρὸς τὸ θεῖον, ὡς ἂν διὰ τοῦ καταλλήλου πρὸς τὸ οἰκεῖον τὴν ἔφεσιν ἔχοι… Διὰ τοῦτο καὶ ζωῇ καὶ λόγῳ καὶ σοφίᾳ καὶ πᾶσι τοῖς θεοπρεπέσιν ἀγαθοῖς κατεκοσμήθῃ, ὡς ἂν δι’ ἑκάστου τούτων πρὸς τὸ οἰκεῖον τὴν ἐπιθυμίαν ἔχοι… Ταῦτα τῇ περιληπτικῇ φωνῇ δι’ ἑνὸς ῥήματος ὁ τῆς κοσμογονίας ἐνεδείξατο λόγος, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ τὸν ἄνθρωπον γεγενῆσθαι λέγων».
.                 Εἰς τὸ κείμενον τοῦτο καθίσταται φανερὰ 1) ἡ θεολογικὴ δομὴ τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου («διὰ τοῦτο καὶ ζωῇ καὶ λόγῳ καὶ σοφίᾳ καὶ πᾶσι τοῖς θεοπρεπέσιν ἀγαθοῖς κατεκοσμήθην») καὶ 2) ἡ «ἕλξις», τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἐκ τῶν ἔνδον ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἀρχέτυπον («διὰ τῆς ἐμφύτου δυνάμεως τὸ συγγενὲς ἐφελκόμενος»).
.                 Ποῖον ὅμως εἶναι, περισσότερον συγκεκριμένως, τὸ ἐν λόγῳ ἀρχέτυπον; Τὸ σημεῖον τοῦτο ἔχει ἀποφασιστικὴν σημασίαν καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινισθῇ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)

Μέρος Β´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)

περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1

Ἀνθρωπολογικαὶ συνέπειαι

α) Ἡ χριστολογικὴ δομὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀνωτέρω θεώρησις ἑνοποιεῖ κατ’ ἀρχὴν ὅλας τὰς κατὰ καιροὺς ποικίλας ἐφαρμογὰς τοῦ «κατ’ εἰκόνα», ἐπιτρέπει δὲ νὰ τὰς ἴδωμεν ὄχι ὡς ἀλληλοσυγκρουομένας ἀπόψεις, ἀλλ’ ὡς τὰς ἀλληλοσυμπληρουμένας γραμμὰς μιᾶς ὀρθοδόξου, δηλαδὴ ὑγιοῦς δομῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὡς τὰς διαστάσεις μιᾶς ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας.
.           Θὰ προσπαθήσωμεν νὰ δώσωμεν μερικὰ παραδείγματα.
.               Συναντῶμεν συχνὰ εἰς τοὺς πατέρας τὴν ἔκφρασιν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὂν λογικόν, διότι ἔχει δημιουργηθῆ κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Τὰ δογματικὰ ἐγχειρίδια, εἰς τὴν προσπάθειάν των νὰ ἐντοπίσουν τὸ «κατ’ εἰκόνα», διδάσκουν ὅτι τοῦτο ἑδράζεται εἰς τὸ λογικόν. Ὀρθότερον ὅμως θὰ ἦτο νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι λογικός, διότι ἐδημιουργήθη κατ’ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ὑποστατικὸς Λόγος τοῦ Πατρός. Ὁ δὲ Μ. Ἀθανάσιος, ἐξετάζων εἰδικῶς τὸ θέμα, τὸ διατυπώνει μὲ σαφήνειαν.
.               Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιουργός, διότι εἶναι ἡ εἰκὼν τοῦ κατ’ ἐξοχὴν δημιουργικοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ· εἶναι κυρίαρχος, διότι ὁ Χριστός, κατ’ εἰκόνα τοῦ ὁποίου ἐκτίσθη, εἶναι ὁ παντοκράτωρ Κύριος καὶ Βασιλεύς· εἶναι αὐτεξούσιος, διότι εἶναι εἰκὼν τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας· εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν κτίσιν, συνείδησις, ἀκριβέστερον ἱερεὺς τῆς κτίσεως, διότι τὸ ἀρχέτυπόν του εἶναι ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς· ἀποτελούμενος ἀπὸ ψυχὴν καὶ σῶμα, ἵσταται εἰς τὸ μεταίχμιον καὶ συνθέτει ἐντός του ὕλην καὶ πνεῦμα, διότι ὁ Χριστός, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ «εἰς τὸν ὁποῖον» «ἔκτισται», εἶναι ἡ ἀκατάληπτος, ὑποστατική, ἀδιαίρετος ἐν ταυτῷ καὶ ἀσύγχυτος ἕνωσις τῆς ἀοράτου θεότητος καὶ τῆς ὁρατῆς δημιουργίας· εἶναι ταυτοχρόνως φύσις καὶ πρόσωπον ἢ ἀκριβέστερον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον κάμνει συγκεκριμένην καὶ ἀποκαλύπτει τὴν φύσιν, διότι εἶναι εἰκὼν τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ταυτοχρόνως εἷς καὶ τριαδικός.
.               Θὰ ἦτο ἴσως ἀναγκαῖον νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν γραμμὴν αὐτὴν καὶ νὰ τὴν προεκτείνωμεν. Διότι τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ «κατ’ εἰκόνα», τὰ ὁποῖα ἐνδεικτικῶς ἀνεφέραμεν μέχρις ἐδῶ, εἶναι φανερὸν ὅτι, ἐὰν συμπληρωθοῦν καὶ ἀναλυθοῦν, ἠμποροῦν νὰ ἀποτελέσουν τὰ κεφάλαια μιᾶς σαφοῦς ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας.
.               Τὰ ἐν λόγῳ στοιχεῖα πράγματι –ἐπιτρέψατέ μου νὰ τὰ συνοψίσω: 1) Φύσις ἐν ταὐτῷ καὶ πρόσωπον ὁ ἄνθρωπος, χαρακτηριζόμενος ἀπὸ τὸ μυστήριον τῆς ἀγάπης, τὸ ὁποῖον ὠθεῖ ἐσωτερικῶς τὰ πρόσωπα εἰς τὴν φυσικὴν κοινωνίαν· 2) ἐνσυνείδητος προσωπικὴ ὕπαρξις ἐν χρόνῳ· 3) ἑνότης ψυχοσωματικὴ ἀδιάσπαστος μὲ ἀπροσμέτρητον ψυχικὸν βάθος· 4) ἐλεύθερος· 5) κυρίαρχος· 6) δημιουργός· 7) λογικὸς ἐπιστήμων κ.λπ.–, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀποκαλύπτουν κατὰ τρόπον ρεαλιστικὸν τὴν πραγματικὴν δομὴν τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι δὲ ἄξιον νὰ σημειωθῇ ὅτι τὰ στοιχεῖα αὐτά, ἐνῷ ἀποτελοῦν, ὅπως εἴδομεν, τὰ κεντρικὰ δεδομένα τοῦ παραδοσιακοῦ «κατ’ εἰκόνα», δὲν φαίνεται νὰ ἀπέχουν πολὺ ἀπὸ τὰ σοβαρώτερα συμπεράσματα τῶν συγχρόνων ἀνθρωπολογικῶν ἐρευνῶν.

β) Ὁ χριστολογικὸς προορισμὸς τῶν ἀνθρώπων. Πέραν ὅμως αὐτῆς τῆς στατικῆς ἢ ἀνατομικῆς ἀναλύσεως, ἡ ἔννοια τῆς «εἰκόνος» ἀποκαλύπτει καὶ τὴν δυναμικὴν φορὰν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τὸν προορισμόν του. Πράγματι, πλασθεὶς κατ’ εἰκόνα τοῦ ἀπείρου Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ὑπὸ τῆς ἰδίας αὐτοῦ φύσεως –καὶ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τὸ «κατ’ εἰκόνα»– νὰ ὑπερβῇ τὰ πεπερασμένα ὅρια τῆς κτίσεως καὶ νὰ ἀπειροποιηθῇ. Τοῦτο ἀφορᾷ εἰς ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀπὸ τὰ πλέον περιφερειακὰ καὶ δευτερεύοντα μέχρις αὐτοῦ τοῦ κέντρου τῆς ὑπάρξεώς του. Θὰ δώσωμεν καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ μερικὰ παραδείγματα.
.               Ἡ σοφία π.χ. τοῦ ἀνθρώπου, ἐφ’ ὅσον ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς πανσοφίας τοῦ Δημιουργοῦ, ἔχει τὴν δυνατότητα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑψωθῇ καὶ αὐτὴ εἰς πανσοφίαν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ ἐπιστημονικὴ πρόοδος τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι γεγονὸς αὐθαίρετον ἢ τυχαῖον· ἡ ἀνθρωπίνη γνῶσις ἀναπτύσσεται, διότι ἡ ἀνάπτυξις ἀποτελεῖ συστατικόν της στοιχεῖον. Ἡ ἀνθρωπίνη γνῶσις ὠθεῖται ὑπὸ τῆς ἰδίας αὐτῆς φύσεως νὰ ὑψωθῇ εἰς παγγνωσίαν.
.               Τὸ αὐτὸ ἰσχύει διὰ τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ Πατέρες θεωροῦν τὸν ἄνθρωπον ἀληθῆ κυβερνήτην καὶ κύριον τοῦ σύμπαντος, ἐννοοῦν δὲ τὴν κυριαρχίαν του ὡς μίαν μορφὴν ἐξασκήσεως τῆς βασιλικῆς του ἰδιότητος. Οὕτω, διὰ τὸν πιστόν, ὁ ὁποῖος βλέπει θεολογικῶς τὸν ἄνθρωπον καὶ τὸν κόσμον, οὐδεμία τεχνολογικὴ πρόοδος καὶ κατάκτησις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελῇ ἔκπληξιν. Ὁ ἄνθρωπος, ἀνακαλύπτων τὰ μυστικὰ τοῦ σύμπαντος καὶ κυριαρχῶν ἐπ’ αὐτοῦ, δὲν κάμνει ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἐκπληρώνῃ ἓν ἀπὸ τὰ σημεῖα τοῦ προορισμοῦ του.
.               Ἡ θεώρησις αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἐπεκταθῇ εἰς ὁλόκληρον τὴν κλίμακαν τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς καὶ δραστηριότητος. Ἡ ἀπαίτησις διὰ δικαιοσύνην, δι’ εἰρηνικὴν συνύπαρξιν, διὰ δικαίαν κατανομὴν τοῦ εἰσοδήματος εἰς τὰς κοινωνικὰς τάξεις καὶ τοὺς λαούς, ἀποκαλύπτεται καὶ αὐτὴ εἰς τὴν ὀρθόδοξον προοπτικὴν ὡς ὁ ἀντικατοπτρισμὸς καὶ ταυτοχρόνως ἡ νοσταλγική, συνειδητὴ ἢ ἀσυνείδητος, προσπάθεια νὰ φθάσῃ ἡ ἀνθρωπότης εἰς τὸν θαυμαστὸν τρόπον ζωῆς τοῦ τριαδικοῦ ἀρχετύπου της, συμφώνως πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχει πλασθῆ καὶ εἰς τὸν ὁποῖον μόνον ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ τὴν εἰρήνην καὶ τὴν ἀνάπαυσίν της. Ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος τείνει νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅριά του καὶ νὰ γίνῃ ἀπεριόριστος καὶ ἀθάνατος.
.               Τὴν ἀλήθειαν αὐτήν, ἡ διαπίστωσις τῆς ὁποίας καταπλήσσει μονίμως τοὺς ἐπιστήμονας, τὴν ἑρμηνεύει, ἀλλὰ καὶ ταυτοχρόνως τὴν ὁλοκληρώνει, τὸ «κατ’ εἰκόνα». Διότι τὸ «κατ’ εἰκόνα» ἑνοποιεῖ καὶ ὁδηγεῖ ἀποτελεσματικῶς εἰς τὸ «τέλος» των ὅλας αὐτὰς τὰς ἀποσπασματικάς, τυφλὰς καθ’ ἑαυτὰς καὶ κατ’ ἀκολουθίαν πλήρεις ἀφελοῦς ἐπάρσεως, ἀνθρωπίνας προσπαθείας.
.               Οἱ πατέρες δὲν διστάζουν πράγματι, ὅπως βλέπομεν εἰς τὰ κείμενά των, νὰ οἰκειοποιηθοῦν τὸν θαυμασμὸν τῶν Ἑλλήνων διὰ τὸν «μικρόκοσμον» ἄνθρωπον, διὰ τὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀνακεφαλαιώνει ἐντός του ὁλόκληρον τὸ σύμπαν. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἀνεπαρκές. Διότι μὲ τὸν ἄνθρωπον ἡ ὕλη συγκροτεῖται βεβαίως καὶ ἀνθρωποποιεῖται, ὅμως δὲν σῴζεται. Δι’ αὐτὸ καὶ οἱ πατέρες σπεύδουν νὰ συμπληρώσουν ὅτι τὸ ἀληθὲς μεγαλεῖον τοῦ ἀνθρώπου δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ὅτι εἶναι οὗτος «μικρόκοσμος», ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι εἶναι «θεὸς κεκελευσμένος» (Μ. Βασίλειος), προωρισμένος νὰ γίνῃ «ἐκκλησία μυστική» (Ἅγ. Μάξιμος Ὁμολογητής), μέγας καὶ καινὸς κόσμος ἐν τῷ μικρῷ καὶ παλαιῷ. Τὸ μεγαλεῖον δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου εὑρίσκεται εἰς τὸν προορισμόν του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Η´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 3/65, Mάϊος-Ἰούνιος 2016
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»

Ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ

.                Ἡ Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο δηλώνει μιὰ σαφῆ ἀνθρωπολογία. Ἂν µάλιστα προσθέσουµε τὸν στόχο αὐτῆς τῆς ἀνθρωπολογίας, ὁ ὁποῖος δηλώνεται μὲ τὸν ὅρο «ὁµοίωσις» –«Ποιήσωµεν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα ἡµετέραν καὶ καθ᾽ ὁµοίωσιν» (Γέν. α´ 26)– τότε ἀντιλαµβανόµαστε ὅτι ἡ σχέση ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ ἀνάγεται σὲ σχέση ὑποστατική. Μὲ ἁπλουστευτικὴ διατύπωση, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ πορευθεῖ ἀπὸ τὸ κατ᾽ εἰκόνα στὸ καθ᾽ ὁµοίωσιν. Ἡ εἰκόνα εἶναι θεµελιῶδες στοιχεῖο τῆς φύσης καὶ τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου, γι᾽ αὐτὸ δὲν µπορεῖ νὰ ἐξαφανιστεῖ. Μπορεῖ νὰ µείνει ἀδρανής, νὰ λησµονηθεῖ ἡ ὕπαρξή της, νὰ «ἀµαυρωθεῖ» κατὰ τὴν πατερικὴ ἑρµηνευτική, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ ὑπάρχει. Ἀνὰ πᾶσα στιγµὴ ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ τὴν κάνει ἐνεργό, νὰ ἐπιστρέψει στὴ δυναµική της, νὰ τὴν κάνει παροῦσα. Ἔτσι καταλαβαίνουµε τὴν ἐπιµονὴ τῶν Προφητῶν, ποὺ καλοῦν σὲ μετάνοια, ἔτσι καταλαβαίνουµε τὸ κήρυγµα τοῦ τελευταίου Προφήτη, τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. γ´ 2). Ἑποµένως, ἡ ἀπουσία τῆς εἰκόνας δηλώνει ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἐνῶ ἡ παρουσία της δηλώνει σωτηρία τῆς ἀνθρώπινης φύσης.
.          Ἡ ὕπαρξη τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ποὺ φανερώθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὡς Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ καλεῖ ἕκαστο τῶν πιστῶν νὰ τὴν κάνει φανερὴ στὴ ζωή του διὰ τῆς ἐνσωµατώσεώς του στὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ, προσδιορίζει τὸ περιεχόµενο τοῦ ἀληθοῦς ἀνθρώπου, ὅπως αὐτὸ ἐνεργεῖται στὸν παρόντα βίο καὶ ὅπως θὰ ἀποκαλυφθεῖ στὴ μέλλουσα θεία Βασιλεία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀντιλαµβάνεται τὸν ἕκαστο πιστὸ ὄχι μὲ γνωρίσµατα τοῦ παρόντος κόσµου, ἀλλὰ μὲ γνωρίσµατα τῆς θείας Βασιλείας, μὲ γνωρίσµατα ἁγιότητας. Κάθε ἄνθρωπος δυνάµει εἶναι ἅγιος, καὶ ὡς ἅγιος καλεῖται νὰ λάβει μέρος στὴ γιορτὴ τῆς Βασιλείας, στὸ γαµήλιο δεῖπνο ποὺ ἐνεργεῖται ὡς θεία Εὐχαριστία. Ὅταν ὁ Χριστὸς μᾶς καλεῖ νὰ ἀγαπήσουµε τὸν πλησίον μας, ἀκόµη καὶ τὸν ἐχθρό μας, μᾶς καλεῖ νὰ ἀγαπήσουµε αὐτὴ τὴν ἐν δυνάµει ἁγιότητα σὲ κάθε ἄνθρωπο, δηλαδὴ νὰ τιµήσουµε τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ φέρει κάθε ἄνθρωπος ὡς δηµιούργηµά του. Ἡ ἀξιολόγηση καὶ ὁ διαχωρισµὸς τῶν ἀνθρώπων σὲ καλοὺς καὶ κακούς, σὲ ἁµαρτωλοὺς καὶ δικαίους, ἐνῶ ἐκ πρώτης ὄψεως δείχνει νὰ εἶναι εὐλογοφανής, πρέπει νὰ εἶναι συγχρόνως ἀµφισβητήσιµη, ἂν δεχθοῦµε τὴν κρίσιµη ἀξιολόγηση ποὺ ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Μποροῦµε, π.χ. νὰ θυµηθοῦµε τὴν περίπτωση τοῦ ληστῆ, ὁ ὁποῖος μὲ τὶς συνθῆκες τῆς τότε πραγµατικότητας λογίζεται ὡς κακὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ μὲ τοὺς ὅρους τῆς μετανοίας του λογίζεται ὡς ἅγιος. Αὐτὸ τὸ μαθαίνουµε μετὰ τὸν θάνατό του ἀπὸ μαρτυρία αὐτοπτῶν μαρτύρων -τῶν Ἀποστόλων- ποὺ μᾶς πληροφοροῦν γιὰ τὴν κρίση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Ἐνδιαφέρον ἔχει, στὸ σηµεῖο αὐτό, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ναὶ µὲν καταδικάζει τὴν ἁµαρτία, ἀλλὰ ἀποφεύγει νὰ καταδικάσει τὸν ἁµαρτωλό, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς δυναµικῆς ποὺ ἔχει θεµελιωθεῖ μὲ τὴ μετάνοια, μὲ ἐξαίρεση τὴν αἵρεση. Βλ. τὴν ἱστορία τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνα, ὅπως περιγράφεται στὸ Γεροντικό: «Ἔλεγον περὶ τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνος, ὅτι ἀπῆλθόν τινες πρὸς αὐτόν, ἀκούσαντες ὅτι μεγάλη διάκρισιν ἔχει καὶ θέλοντες δοκιµάσαι αὐτὸν εἰ ὀργίζεται, λέγουσιν αὐτῶ· σὺ εἶ Ἀγάθων; ἀκούοµεν περὶ σοῦ ὅτι πόρνος εἶ, καὶ ὑπερήφανος· ὁ δὲ εἶπεν ναί, οὕτως ἔχει καὶ λέγουσιν αὐτῷ· σὺ εἶ Ἀγάθων ὁ φλύαρος καὶ κατάλαλος; ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰµι· λέγουσιν πάλιν· σὺ εἶ Ἀγάθων ὁ αἱρετικός; καὶ ἀπεκρίθη· οὔκ εἰµι αἱρετικός· καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν λέγοντες· εἰπὲ ἡµῖν διατὶ τοσαῦτα εἴποµέν σοι, καὶ κατεδέξω, τὸν δὲ λόγον οὐκ ἐβάστασας; λέγει αὐτοῖς· τὰ πρῶτα, ἐµαυτῷ ἐπιγράφω· ὄφελος γάρ ἐστι τῇ ψυχῇ µου· τὸ δὲ αἱρετικός, χωρισµός ἐστιν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ οὐ θέλω χωρισθῆναι ἀπὸ Θεοῦ· οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐθαύµασαν τὴν διάκρισιν αὐτοῦ, καὶ ἀπῆλθον οἰκοδοµηθέντες».
.                  Ἡ ἔννοια τῆς εἰκόνας εἰσάγει δρόµο σχέσης μὲ τὸν Θεό, ποὺ δὲν νοεῖται μὲ ἀντικειµενικοὺς ὅρους, ἀλλὰ μὲ βιωµατικούς. Αὐτὸ σηµαίνει τὴ λειτουργία γλώσσας, ποὺ ὀνοµάζουµε εἰκονολογική, καὶ ποὺ ἀρνεῖται νὰ ἐξαντλήσει τὴν ἀλήθεια τῶν πραγµάτων καὶ τῶν προσώπων στὰ ὅρια μιᾶς λογικῆς ἢ συνωσθηµατικῆς διατύπωσης, ἀνοίγοντας οὐσιαστικὰ τὴν ἀλήθεια στὴ δυναµικὴ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Οὐσιαστικὰ μιλᾶµε γιὰ τὴ δυνατότητα γνώσεως τοῦ Θεοῦ ὡς σχέσεως μαζί του. Ἤδη ἀπὸ τὴν Π.Δ., εἰσάγεται τὸ θέµα τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὸν Δεκάλογο τίθεται ὡς ὅρος ἡ ἀποτροπὴ τῆς εἰδωλικῆς λατρείας: «οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁµοίωµα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς» (Ἔξ. Κ´ 4), ἐνῶ κατὰ τὴν ἀναλυτικὴ ἐπεξεργασία του ἡ ἀποτροπὴ διατυπώνεται καὶ λεπτοµερῶς: «Ἐπικατάρατος ἄνθρωπος, ὅστις ποιήσει γλυπτὸν καὶ χωνευτόν, βδέλυγµα Κυρίῳ, ἔργον χειρῶν τεχνιτῶν, καὶ θήσει αὐτὸ ἐν ἀποκρύφῳ» (Δευτ. ΚΖ´ 15). Ἔτσι θεµελιώθηκε ἡ ἀνεικονικὴ παράδοση στὴ θεολογία τοῦ Ἰσραήλ.
.             Ἀκόµη καὶ στὶς θεοφάνειες ποὺ περιγράφονται στὴν Π.Δ. εἶναι ἐµφανὴς ἡ ἀδυνατότητα γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος γίνεται ἀντιληπτὸς μέσῳ εἰκόνων: φῶς, πῦρ, αὔρα λεπτή, ἦχος. Ἀναφέρω ἰδιαίτερα τὴ θεοφάνεια τοῦ Μωυσῆ, ὅταν αὐτὸς ζήτησε νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ: «Καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς Κύριον […] ἐµφάνισόν µοι σεαυτὸν γνωστῶς, ἵνα ἴδω σε […] Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν […] ἐγὼ παρελεύσοµαι πρότερός σου τῇ δόξῃ µου καὶ καλέσω τῷ ὀνόµατί µου, Κύριος ἐναντίον σου καὶ ἐλεήσω ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτειρήσω ὃν ἂν οἰκτείρω. Καὶ εἶπεν οὐ δυνήση ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν µου· οὐ γὰρ µὴ ἴδη ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν µου καὶ ζήσεται. Καὶ εἶπε Κύριος· ἰδοὺ τόπος παρ᾽ ἐµοί, στήσῃ ἐπὶ τῆς πέτρας· ἡνίκα δ᾿ ἂν παρέλθῃ ἡ δόξα μου, καὶ θήσω σε εἰς ὀπὴν τῆς πέτρας καὶ σκεπάσω τῇ χειρί μου ἐπὶ σέ, ἕως ἂν παρέλθω· καὶ ἀφελῶ τὴν χεῖρα, καὶ τότε ὄψει τὰ ὀπίσω μου, τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ὀφθήσεταί σοι.» (Ἔξ. ΛΓ´, 12-23). Ὅµως, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσω τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, µοῦ προσφέρεται ἡ δυνατότητα νὰ γνωρίσω τὸ θεληµά Του, ἑξαιρετικῶς μέσῳ τῶν θείων ἀποκαλύψεων, ἢ νὰ παρατηρήσω τὶς ἐνέργειές του μέσα στὴ Δηµιουργία καὶ νὰ ἐµβαθύνω στὸ περιεχόµενό τους. Ἡ σπουδὴ αὐτὴ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀποβλέπει ὄχι μόνον στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ στὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἑποµένως στὴν ἐπίγνωση τῆς ὁδοῦ τῆς θεογνωσίας, μιᾶς ὁδοῦ ποὺ ἀναπτύσσει τὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό.
.           Ἡ θεολογία τοῦ Ἰσραήλ, μέσῳ τοῦ Νόµου ποὺ ὑποµνηµατίζει τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ, καὶ μέσῳ τῶν Προφητῶν, ποὺ τὸ κήρυγµά τους ὁριοθετεῖ καὶ ἀξιολογεῖ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου καλώντας τον νὰ µείνει συνδεδεµένος μὲ τὸν Θεό, ἢ καταγγέλλοντας τὴν ἀποστασία του, προετοιµάζει τὴν ἔκπληξη ποὺ θὰ ἐµφανιστεῖ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστὸς θὰ ἐµφανιστεῖ ὡς ἡ ἀπάντηση τῶν δύο ἐρωτηµάτων τοῦ Μωυσῆ, τὰ ὁποῖα συγκεφαλαιώνουν ὅλα τὰ περὶ Θεοῦ ἐρωτήµατα τῶν ἀνθρώπων: α) ποιό εἶναι τὸ ὄνοµά σου, β) δεῖξε µου τὸ πρόσωπό σου. Ὡς ἑνιαῖο ἐρώτηµα διατυπώνεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Φίλιππο λίγο πρὶν τὸ Πάθος: «Κύριε, δεῖξον ἡµῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡµῖν». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπαντᾶ: «Τοσοῦτον χρόνον µεθ᾽ ὑµῶν εἰµι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; Ὁ ἑωρακὼς ἐµὲ ἑώρακε τὸν πατέρα» (βλ. Ἰω. ιδ´ 8-9). Στὴν ἀρχιερατική του προσευχή, ὁ Χριστὸς θὰ συνοψίσει τὸ ἔργο του: «Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνοµα τοῖς ἀνθρώποις» (Ἰω. ιζ´ 6). Ἡ φανέρωση τοῦ ὀνόµατος τοῦ Πατρὸς ἔχει ὑπαρξιακὸ περιεχόµενο, ἀφοῦ ἀποκαλύπτεται ὡς σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, διὰ τῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Πατρός: «Καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνοµά σου καὶ γνωρίσω, ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ, καγὼ ἐν αὐτοῖς» (Ἰω. ιζ´ 26). Τὴν θεολογία αὐτὴ περὶ γνώσεως τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς σχέσεως μὲ τὸν Χριστὸ θὰ ἀναπτύξει ἰδιαίτερα ὁ Ἀπ. Παῦλος, θεολογία ποὺ θὰ γίνει τὸ θεµέλιο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸν τὸν µὀναδικὸ Υἱό, ὡς νέο Ἀδάµ, καλούµαστε νὰ ἐνδυθοῦµε, ὥστε νὰ γνωριστοῦµε μὲ τὸν Δηµιουργό μας («… καὶ ἐνδυσάµενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούµενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ᾽ εἰκόνα τοῦ κτίσαντoς αὐτόν», Κολ. γ´ 10).
.                     Ὁ Χριστός, ὡς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ µοναδικὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐξασφαλίζει τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν ὄντων καὶ ἀποκαθιστᾶ τὴν ἑνότητα τῆς θείας δηµιουργίας ἀνακαινίζοντάς την. Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ κατὰ τὶς μαρτυρίες τῶν Ἀποστόλων ἀναγόµαστε στὴν κατάσταση τῆς θείας υἱοθεσίας, γινόµαστε κοινωνοὶ τῆς θεότητας, κατὰ τὴν ἐπισήµανση τοῦ ἀποστόλου Πέτρου: «ἵνα […] γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσµῳ ἐν ἐπιθυµία φθορᾶς» (Β´ Πέτρ. α´ 4), δηλαδὴ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ.

ΣYNEXIZETAI: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».

, , , ,

Σχολιάστε

ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ (Δ. Νατσιός-π. Ν. Λουδοβίκος)

, , , , , , ,

Σχολιάστε

«Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΔΕΔΟΜΕΝΗ ἢ ΑΝΑΖΗΤΑΤΑΙ, ΕΠΕΙΔΗ ΕΧΕΙ ΑΠΟΛΕΣΘΗ» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἀποσπάσματα Ἑπιστολῆς τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο καί τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,

ὅπου ἀποκαλύπτει κι αὐτὸς μὲ τὴν σειρά του
(βλ. σχετ.: «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ “ΑΛΛΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ”, ΠΑΡΑ ΜΟΝΟΝ ΑΙΡΕΣΕΙΣ καὶ ΣΧΙΣΜΑΤΑ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἀπώλεσε τὴν “ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος” καὶ δὲν δέχεται τὴ θεωρία τῆς ἀποκατάστασης τῆς ἑνότητας τῶν “εἰς Χριστὸν πιστευόντων”» (Ὁμολογιακὸ ὑπόμνημα Μητρ. Λεμεσοῦ Ἀθανασίου)
τὰ θεολογικὰ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΑ τῶν κειμένων
ποὺ θὰ εἰσαχθοῦν στὴν Πανορθόδοξο Σύνοδο τὸν προσεχῆ Ἰούνιο.

Ἠλ. στοιχειοθεσία ἀποσπασμάτων:  «ΧΡΙΣΤΙΑΝ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Στὸ τέλος ἀκολουθοῦν αὐτούσιες καὶ οἱ δύο Ἐπιστολές

.            Τίθενται ἐρωτήµατα: Μὲ τὴν φράση: «τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρὸς τὴν ἑνότητα» ἐννοεῖται τὸ νὰ ἐπανέλθουν οἱ ἐκτὸς αὐτῆς (τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) εἰς τὴν ἑνότητα; Τότε, πῶς γράφεται ἀλλοῦ ὅτι οἱ διµερεῖς θεολογικοὶ διάλογοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας µὲ τὴν συµµετοχή της στὴν Οἰκουµενικὴ Κίνηση γίνονται «ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἀναζητήσεως, βάσει τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν (Ἑπτὰ Οἰκουµενικῶν Συνόδων, τῆς ἀπολεσθείσης ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν» (ἄρθρ. 5); Δηλαδή, ἡ ἑνότητα γιὰ τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι δεδοµένη ἢ ἀναζητᾶται, ἐπειδὴ ἔχει ἀπολεσθῆ;

.             Ἐρωτᾶται: Γιατί ἡ φράση τῆς ἐπικεφαλίδας «πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσµον» κατέληξε στὴν φράση «ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁµολογιῶν»; Ὑπάρχουν Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες ἐκτός τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας; Ἐπίσης, µὲ τὴν ὑπενθύµιση τῶν συγκεκριµένων Κανόνων τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων ὑπονοεῖται ἡ «βαπτισµατικὴ θεολογία» ὡς βάση τῆς ἑνότητας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἄλλων «Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁµολογιῶν»;

.             Στὸ περιεχόµενο ὑπάρχουν µερικὲς ἀσάφειες, ὡσὰν νὰ «ἀναγνωρίζωνται» καὶ ἄλλες Ἐκκλησίες, ἐκτός τῆς Μίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ ὡσὰν νὰ ἐπιχειρῆται ἡ ἑνότητα, ἀπὸ τὴν ὑπάρχουσα διάσπαση.

.             Ἀντὶ στὸ κείµενο νὰ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀξία τοῦ ἄνθρωπου, γίνεται λόγος γιὰ τὴν «ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου». Οἱ Πατέρες, ὅµως, ἐπιµένουν συνεχῶς στὸν τονισµὸ τῆς ἐννοίας «ἄνθρωπος», ἐνῶ τὸ «πρόσωπον» ἀποδόθηκε στὸν Θεό. Δὲν γνωρίζω πατερικὰ κείµενα ποὺ νὰ ὁµιλοῦν γιὰ τὴν «ἱερότητα» καὶ τὴν «ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου», πράγµα τὸ ὁποῖο εἶναι ἔργο τῆς ρωσικῆς θεολογίας, ὅπως ὁµολογεῖ σαφῶς ὁ Λόσσκυ καὶ στὴν πραγµατικότητα εἶναι ἄποψη τῆς µεταπατερικῆς θεολογίας.

299549981-Μητρ-Ναυπάκτου-Επιστολή-1-για-τά-κείμενα-τῆς-Μεγάλης-Συνόδου

299549980-Μητρ-Ναυπάκτου-Επιστολή-2-για-τά-κείμενα-τῆς-Μεγάλης-Συνόδου

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.gr

, , , ,

Σχολιάστε