Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ἀνθρωπίνη φύση

«ΠΟΡΝΗΣ ΕΠΕΘΥΜΕΙ Ο ΘΕΟΣ. Πρὸς τὴν πόρνην ἔρχεται καὶ οὐκ αἰσχύνεται» (Ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομος)

.      «Πόρνης ἐπεθύμει ὁ Θεός; Ναί, πόρνης· τῆς φύσεως τῆς ἡμετέρας λέγω. Πόρνης ἐπεθύμει ὁ Θεός; Καὶ ἄνθρωπος μέν, ἐὰν ἐπιθυμήσῃ πόρνης καταδικάζεται, Θεός δὲ πόρνης ἐπιθυμεῖ; Καὶ πάνυ. Πάλιν ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ πόρνης, ἵνα γένηται πόρνος· Θεὸς δὲ ἐπιθυμεῖ πόρνης, ἵνα τὴν πόρνην παρθένον ἐργάσηται· ὥστε ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου, ἀπώλεια τῆς ἐπιθυμουμένης· ἡ δὲ ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ, σωτηρία τῇ ἐπιθυμουμένῃ. Ὁ τοσοῦτος καὶ τηλικοῦτος ἐπεθύμησε πόρνης; Καὶ τί; Ἵνα γένηται νυμφίος. Τί ποιεῖ; Οὐ πέμπει πρὸς αὐτὴν οὐδένα τῶν δούλων, οὐ πέμπει ἀρχάγγελον, οὐ πέμπει τὰ Χερουβίμ, οὐ πέμπει τὰ Σεραφίμ· ἀλλ᾽ αὐτὸς παραγίνεται ὁ ἐρῶν. […]
.        Ἐπεθύμησε πόρνης· καὶ τί ποιεῖ; Οὐκ ἀνάγει αὐτὴν ἄνω· οὐ γὰρ ἐβούλετο πόρνην εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναγαγεῖν, ἀλλὰ καταβαίνει αὐτὸς κάτω. Ἐπειδὴ αὐτὴ οὐκ ἠδύνατο ἀναβῆναι ἄνω, αὐτὸς κατέβη κάτω. Πρὸς τὴν πόρνην ἔρχεται καὶ οὐκ αἰσχύνεται· ἔρχεται εἰς τὴν καλύβην αὐτῆς. Ὁρᾷ αὐτὴν μεθύουσαν. Καὶ πῶς ἔρχεται; Οὐ γυμνῇ τῇ οὐσίᾳ, ἀλλὰ γίνεται, ὅπερ ἦν ἡ πόρνη, οὐ τῇ γνώμῃ, ἀλλὰ τῇ φύσει γίνεται τοῦτο ἵνα μὴ ἰδοῦσα αὐτὸν πτοηθῇ, ἵνα μὴ ἀποπηδήσῃ, ἵνα μὴ φύγῃ. Ἔρχεται πρὸς τὴν πόρνην καὶ γίνεται ἄνθρωπος. Καὶ πῶς γίνεται; Εἰς μήτραν κυοφορεῖται, αὔξεται κατὰ μικρὸν καὶ ἔρχεται τὴν ὁδὸν τῆς ἡλικίας τῆς ἐμῆς. Τίς; Ἡ οἰκονομία, οὐχ ἡ θεότης· ἡ τοῦ δούλου μορφή, οὐχ ἡ τοῦ Δεσπότου· ἡ σὰρξ ἡ ἐμὴ, οὐχ ἡ οὐσία ἐκείνου· αὔξεται κατὰ μικρόν, καὶ μίγνυται ἀνθρώποις· καίτοι εὑρίσκει αὐτὴν ἐλκῶν γέμουσαν, ἐκτεθηριωμένην, ὑπὸ δαιμόνων πεφορτισμένην· καὶ τί ποιεῖ; Προσέρχεται αὐτῇ. Εἶδεν ἐκείνη καὶ ἔφυγε. […] Καὶ τί ποιεῖ; Λαμβάνει αὐτήν, ἀρμόζεται αὐτήν. Καὶ τί αὐτῇ δίδωσι; Δακτύλιον. Ποῖον; Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Λέγει Παῦλος· «ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν Θεός, ὁ σφραγισάμενος ἡμᾶς, καὶ δοὺς τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος» (Β´ Κορ. α´ 21-22). Πνεῦμα αὐτῇ δίδωσιν.

.        Εἶτα φησίν· οὐκ εἰς παράδεισόν σε ἐφύτευσα; Λέγει, ναί. Καὶ πῶς ἐξέπεσες ἐκεῖθεν; Ἦλθεν ὁ διάβολος καὶ ἔλαβέ με ἀπὸ τοῦ παραδείσου. Ἐφυτεύθης ἐν τῷ παραδείσῳ καὶ ἔβαλέ σε ἔξω· ἰδοὺ φυτεύω σε ἐν ἐμαυτῷ, ἐγώ σε βαστάζω. Πῶς; Οὐ τολμᾷ ἐμοὶ προσελθεῖν. Οὐδὲ εἰς τὸν οὐρανόν σε ἀνάγω· ἀλλὰ μεῖζον ἐνταῦθα τοῦ οὐρανοῦ· ἐν ἐμαυτῷ τῷ Δεσπότῃ τοῦ οὐρανοῦ βαστάζω σε. Ποιμὴν βαστάζει καὶ ὁ λύκος οὐκέτι ἔρχεται. […] Ἀλλὰ ἁμαρτωλός εἰμι καὶ ἀκάθαρτος. Μὴ σοι μελέτω, ἰατρός εἰμι. Οἶδα τὸ σκεῦος τὸ ἐμὸν, οἶδα πῶς διεστράφη. Πήλινον ἦν πρὸ τούτου καὶ διεστράφη. Ἀναπλάττω αὐτὸ διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας καὶ παραδίδωμι τῷ πυρί.[… ] Ὤ Νυμφίου καλλωπίζοντος ἀμορφίαν νύμφης!»

.     Πόρνη ἐπεθύμησε ὁ Θεός; Ναί, πόρνη. Τὴν φύση τὴν δικιά μας λέγω. Πόρνη ἐπεθύμησε ὁ Θεός; Καὶ ὁ μὲν ἄνθρωπος, ἐὰν ἐπιθυμήσει πόρνη, καταδικάζεται, ὁ δὲ Θεὸς ἐπεθύμησε πόρνη; Καὶ πολὺ μάλιστα. Πάλι, ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ πόρνη γιὰ νὰ γίνει πόρνος, ἀλλὰ ὁ Θεὸς ἐπιθυμεῖ πόρνη γιὰ νὰ καταστήσει παρθένο τὴν πόρνη. Ὥστε ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου (εἶναι) ἀπώλεια τῆς ἐπιθυμουμένης, ἀλλὰ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ (γίνεται) σωτηρία στὴν ἐπιθυμουμένη. Ὁ τόσο μεγάλος καὶ τέτοιας δόξας ἐπεθύμησε πόρνη; Καὶ γιατί; Γιὰ νὰ γίνει Νυμφίος. Τί κάνει; Δὲν στέλνει πρὸς αὐτὴν κανένα ἀπὸ τοὺς δούλους, δὲν στέλνει ἀρχάγγελο, δὲν στέλνει τὰ Χερουβίμ, δὲν στέλνει τὰ Σεραφείμ, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἴδιος παρευρίσκεται ὁ ἐρωτευμένος.
.       Ἐπεθύμησε πόρνη καὶ τί κάνει; Δὲν τὴν ἀνεβάζει ἐπάνω. Διότι δὲν ἤθελε πόρνη στὸν οὐρανὸ νὰ ἀνεβάσει, ἀλλὰ κατεβαίνει αὐτὸς κάτω. Ἐπειδὴ αὐτὴ δὲν μποροῦσε νὰ ἀνεβεῖ ἐπάνω, αὐτὸς κατέβηκε κάτω. Πρὸς τὴν πόρνη ἔρχεται καὶ δὲν ντρέπεται. Ἔρχεται στὴν καλύβα της. Τὴν βλέπει νὰ εἶναι μεθυσμένη. Καὶ πῶς ἔρχεται; Ὄχι μὲ γυμνὴ τὴν (θεϊκὴ) Οὐσία, ἀλλὰ γίνεται αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ ἦταν ἡ πόρνη, ὄχι στὴν γνώμη (=προαίρεση), ἀλλὰ στὴν φύση γίνεται αὐτό, γιὰ νὰ μὴν πτοηθεῖ, ὅταν τὸν δεῖ, γιὰ νὰ μὴν ἀποδημήσει, γιὰ νὰ μὴν φύγει. Ἔρχεται πρὸς τὴν πόρνη καὶ γίνεται ἄνθρωπος. Καὶ πῶς γίνεται; Σὲ μήτρα κυοφορεῖται αὐξάνεται γιὰ λίγο καὶ μετέρχεται τὸν τρόπο τοῦ δικοῦ μου μεγέθους (ἑνὸς ὁποιουδήποτε ἀνθρώπου). Ποιός; Ἡ οἰκονομία, ὄχι ἡ θεότητα, ἡ μορφὴ τοῦ δούλου, ὄχι ἡ (μορφὴ) τοῦ Δεσπότη (Θεοῦ), ἡ σάρκα ἡ δική μου (ἡ ἀνθρώπινη) ὄχι ἡ (θεία) Οὐσία ἐκείνου. Αὐξάνεται γιὰ λίγο καὶ ἀναμιγνύεται μὲ ἀνθρώπους. Ἂν καὶ τὴν βρίσκει γεμάτη μὲ πληγὲς ἀποθηριωμένη, καὶ φορτωμένη μὲ δαιμόνια καὶ τί κάνει; Προσέρχεται σὲ αὐτήν. Εἶδε ἐκείνη κι ἔφυγε. Καὶ τί κάνει; Λαμβάνει αὐτήν, τὴν κάνει σύντροφο. Καὶ τί τῆς δίνει; Δακτυλίδι. Ποιό; Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. (Ὅπως) λέγει ὁ Παῦλος: «ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι μαζί μας διαβεβαιώνει ἐμᾶς, αὐτὸς ποὺ μᾶς σφράγισε καὶ μᾶς ἔδωσε τὸν ἀρραβώνα τοῦ Πνεύματος» (Β´ Κορ. α´ 21-22). Πνεῦμα δίνει σὲ αὐτή.
.         Ἔπειτα λέγει: «Δὲν σὲ ἐφύτευσα σὲ παράδεισο;». Λέγει «ναί». «Καὶ πῶς ἀπὸ ἐκεῖ ἐξέπεσες;» «Ἦλθε ὁ διάβολος καὶ μὲ πῆρε ἀπὸ τὸν παράδεισο». «Νά, ἐγὼ σὲ φυτεύω μέσα μου, ἐγὼ σὲ βαστάζω. Ὁ ποιμένας βαστάζει καὶ ὁ λύκος δὲν ἔρχεται πιά, μᾶλλον θὰ τὸν ἀφήσω καὶ νὰ ἔλθει». Καὶ βαστάζει τὴν δική μας φύση καὶ προσέρχεται ὁ διάβολος καὶ νικιέται. «Σὲ ἐφύτευσα μέσα μου». Γιὰ αὐτὸ λέγει: «ἐγὼ εἶμαι ἡ ρίζα καὶ ἐσεῖς (εἶστε) τὰ κλήματα.» καὶ ἐφύτευσε αὐτὴν μέσα του. Καὶ τί λοιπόν; «Ἀλλὰ εἶμαι ἁμαρτωλὴ καὶ ἀκάθαρτη». «Μὴν σὲ ἀπασχολεῖ, εἶμαι γιατρός, Ξέρω τὸ δικό μου σκεῦος, ξέρω πὼς διαστράφηκε. Τὸ ξαναπλάθω μὲ λουτρὸ ἀναγέννησης καὶ τὸ παραδίδω στὴν φωτιά. Ὤ Νυμφίου καλλωπίζοντος ἀμορφίαν νύμφης!»

, ,

Σχολιάστε

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ 3 («θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως»)

Τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου  

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»,
ἔκδ. Ι. Μ. Γενεθλίου τῆς  Θεοτόκου (1995)

[3]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/24/ὁ-εὐαγγελισμός/

Β´ Μέρος: http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/24/ὁ-εὐαγγελισμός-2/

Ε´

.        Κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἔχουμε ἄμεση σύλληψη τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν δύναμη καὶ ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Σ’ ἕνα θεοτοκίο ψάλλουμε: «Τοῦ Γαβριὴλ φθεγξαμένου σοι Παρθένε τὸ χαῖρε σὺν τῇ φωνῇ ἐσαρκοῦτο ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν παρενεβλήθησαν μερικὲς ὧρες καὶ ἡμέρες γιὰ νὰ γίνη ἡ σύλληψη, ἀλλὰ ἔγινε ἀκριβῶς ἐκείνη τὴν στιγμή.
.        Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ εἶπε στὸν Ἰωσήφ, τὸν μνήστορα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου: «Μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκα σου, τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου» (Ματθ. α´ 20). Ἡ Παναγία γέννησε κατὰ ἄνθρωπο τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἡ σύλληψη ἔγινε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου. Ὁ Μ. Βασίλειος, ἑρμηνεύοντας αὐτὴν τὴν φράση, καὶ κυρίως τὸ «γεννηθὲν ἐκ Πνεύματος ἁγίου», λέγει ὅτι κάθε πράγμα ποὺ προέρχεται ἀπὸ κάτι ἄλλο, δηλώνεται μὲ τρεῖς λέξεις. Ἡ μία εἶναι τὸ «δημιουργικῶς», ὅπως ὁλόκληρη ἡ κτίση δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἐνέργειά Του. Ἡ ἄλλη εἶναι τὸ «γεννητῶς», ὅπως ὁ Υἱὸς γεννήθηκε πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἡ τρίτη εἶναι τὸ «φυσικῶς», ὅπως ἡ ἐνέργεια βγαίνει ἀπὸ κάθε φύση, ἤτοι ἡ λαμπρότητα ἀπὸ τὸν ἥλιο, καὶ γενικότερα ἡ ἐνέργεια ἀπὸ τὸν ἐνεργοῦντα. Γιὰ τὴν σύλληψη τοῦ Χριστοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἡ ἀληθινὴ ἔκφραση εἶναι ὅτι ὁ Χριστὸς συνελήφθη μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «δημιουργικῶς», καὶ ὄχι γεννητῶς καὶ φυσικῶς.

.        Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς διδάσκει ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ συνέπηξε γιὰ τὸν Ἑαυτό του, μὲ τὰ ἁγνὰ καὶ καθαρώτατα αἵματα τῆς Θεοτόκου, σάρκα ποὺ εἶναι ἐμψυχωμένη ἀπὸ λογικὴ καὶ νοερὰ ψυχή, ὄχι σπερματικῶς, ἀλλὰ δημιουργικῶς διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Βέβαια, ὅταν κάνουμε λόγο γιὰ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ στὴν γαστέρα τῆς Θεοτόκου μὲ τὴν δύναμη καὶ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν πρέπει νὰ ἀπομονώνουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἀπὸ τὴν Ἁγία Τριάδα. Εἶναι γνωστὸν ἀπὸ τὴν πατερικὴ διδασκαλία ὅτι κοινὴ εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ ἡ ἀναδημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου ἔγινε καὶ γίνεται μὲ τὴν κοινὴ ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως, ὄχι μόνον τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐδημιούργησε τὸ δεσποτικὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱός, δηλαδὴ ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάδα. Ἡ διατύπωση αὐτῆς τῆς ἀλήθειας εἶναι ὅτι ὁ Πατὴρ εὐδόκησε τὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ αὐτούργησε τὴν σάρκωσή Του καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τὴν ἐτελεσιούργησε.

.         Ἡ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ στὴν κοιλία τῆς Θεοτόκου ἔγινε μὲ ἡσυχία καὶ κρυφιότητα καὶ ὄχι μὲ κρότο καὶ ταραχή. Κανείς, οὔτε ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους οὔτε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μπόρεσε νὰ καταλάβη ἐκείνη τὴν στιγμὴ αὐτὰ τὰ μεγάλα ποὺ ἐπετελέσθησαν. Ὁ Προφητάναξ Δαυὶδ προφήτευσε αὐτὸ τὸ γεγονὸς λέγοντας: «Καταβήσεται ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον, ὡσεὶ σταγὼν ἡ στάζουσα ἐπὶ τὴν γῆν» (Ψαλμ. Οα´ 6). Ὅπως ἡ βροχὴ ποὺ πέφτει ἐπάνω σ’ ἕνα ποκάρι ἀπὸ μαλλὶ δὲν προκαλεῖ θόρυβο, οὔτε καὶ καμμιὰ φθορά, τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ κατὰ τὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τὴν σύλληψη. Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν σύλληψή Του δὲν προκάλεσε θόρυβο οὔτε καὶ καμμιὰ φθορὰ στὴν παρθενία τῆς Παναγίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Παναγία ἦταν καὶ ἔμεινε Παρθένος πρὸ τοῦ τόκου, κατὰ τὸν τόκο καὶ μετὰ τὸν τόκο. Εἶναι τὰ τρία ἀστέρια τὰ ὁποῖα ὁ ἁγιογράφος σχηματίζει πάντοτε στὸ μέτωπο καὶ στοὺς δύο ὤμους τῆς Παναγίας.

Ϛ´

.        Ἡ ἕνωση τῆς θείας μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου, μέσα στὴν κοιλία τῆς Θεοτόκου, συνιστᾶ τὴν ἄμεση θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Δηλαδή, π τν πρώτη στιγμ πο νώθηκε θεία μ τν νθρώπινη φύση πάρχει θέωση τς νθρωπίνης φύσεως. Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: «ἅμα σάρξ, ἅμα Θεοῦ Λόγου σάρξ». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν παρενεβλήθη ἕνα διάστημα μετὰ ἀπὸ τὴν σύλληψη γιὰ νὰ θεωθῆ τὸ ἀνθρώπινο προσλημμα, ἀλλὰ αὐτὸ ἔγινε ἀμέσως κατὰ τὴν ὥρα τῆς συλλήψεως.
.        Συνέπεια καὶ συνέχεια αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι ὅτι ἡ Παναγία πρέπει νὰ λέγεται Θεοτόκος, ἀφοῦ αὐτὴ γέννησε πραγματικὰ τὸν Θεό, τὸν Ὁποῖο κυοφόρησε ἐννέα μῆνες στὴν κοιλία της, καὶ ὄχι ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ ἡ Παναγία λέγεται Θεοτόκος καὶ ὄχι Χριστοτόκος. Τὸ χριστολογικὸ δόγμα ἔχει συνέπεια καὶ στὸ θεοτοκολογικό. Ἡ Παναγία εἶναι Θεοτόκος, ἀκριβῶς γιατί συνέλαβε ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὸν Χριστό.
.        Αὐτὸ πρέπει νὰ τονισθῆ, γιατί παλαιὰ ἔγινε μεγάλη θεολογικὴ συζήτηση γιὰ τὸ ἂν ἡ Παναγία πρέπει νὰ λέγεται Θεοτόκος, λόγῳ ὑπάρξεως αἱρετικῶν διδασκαλιῶν, ἡ δὲ τελικὴ κατοχύρωση τῆς διδασκαλίας ὅτι ἡ Παναγία ἐγέννησε Θεό, καὶ ὅτι ἀμέσως μὲ τὴν πρόσληψη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὑπάρχει θέωσή της, ἔγινε στὴν Γ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ὁ αἱρετικὸς Νεστόριος, χρησιμοποιώντας φιλοσοφικοὺς ὅρους καὶ ἀνθρώπινο στοχασμό, ὑποστήριζε ὅτι ἡ Παναγία ἦταν ἄνθρωπος καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἦταν ἀδύνατο νὰ γεννήση τὸν Θεό. Τὸ βρέφος ποὺ ὑπῆρχε μέσα της δὲν ἦταν Θεός, ἀλλὰ ἄνθρωπος. Ἁπλῶς ὁ Θεὸς «παρῆλθεν» ἢ «συμπαρῆλθεν» διὰ τῆς Θεοτόκου. Βέβαια, ὑπῆρχε πρόβλημα στὴν θεολογία του γιὰ τὶς σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο φύσεων στὸν Χριστό. Ὁ Νεστόριος πίστευε ὅτι ἡ σάρκα τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἁπλῶς συνημμένη μὲ τὴν φύση τῆς θεότητος. Ὁ Λόγος ἦταν Θεός, ἀλλὰ ἦταν συνημμένος μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ κατοικοῦσε μέσα του. Μὲ τέτοιες προϋποθέσεις ὀνόμαζε τὴν Παναγία Χριστοτόκο καὶ ὄχι Θεοτόκο. Ὅμως, ὁ Χριστὸς εἶναι Θεάνθρωπος, τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, καὶ ἡ κάθε φύση ἐνεργοῦσε «μετὰ τῆς θἀτέρου κοινωνίας» στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου. Τὸ θέμα αὐτὸ θὰ τὸ δοῦμε ὅταν θὰ κάνουμε λόγο γιὰ τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Ἐδῶ ὅμως πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση θεώθηκε ἀμέσως μὲ τὴν ἕνωσή της μὲ τὴν θεία φύση στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου, μέσα στὴν κοιλία τῆς Θεοτόκου. Γι’ αὐτὸ ἡ Παναγία εἶναι καὶ λέγεται Θεοτόκος, ἀφοῦ γέννησε κατὰ ἄνθρωπον τὸν Θεό.

Ζ´

.        Ἡ ἄμεση θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀπὸ τὴν θεία φύση τοῦ Λόγου δὲν σημαίνει ὅτι καταργοῦνται τὰ ἰδιώματα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Αὐτὸ δείχνει ὅτι σύλληψη κα κυοφορία, λλ κα γέννηση το Χριστο γινε κατ φύσιν κα πρ φύσιν. Ὑπὲρ φύσιν, γιατί ἔγινε δημιουργικῶς ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα καὶ ὄχι σπερματικῶς. Κατὰ φύσιν, γιατί ἡ κυοφορία ἔγινε κατὰ τὸν τρόπο ποὺ κυοφορεῖται τὸ βρέφος.
.        Ὑπάρχει ὅμως ἕνα σημεῖο ποὺ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ. Σὲ κάθε βρέφος ὑπάρχουν μερικὰ στάδια, ἕως ὅτου ἔλθη ἡ ὥρα νὰ γεννηθῆ. Κατ’ ἀρχὰς γίνεται ἡ σύλληψη, στὴν συνέχεια μετὰ ἀπὸ ἕνα χρονικὸ διάστημα ὁ ἐξεικονισμὸς τῶν μελῶν τοῦ σώματός του, ἔπειτα ἀναπτύσσεται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, καὶ κατὰ τὸν βαθμὸ τῆς ἀναπτύξεώς του ἀκολουθεῖ ἡ κίνηση, καὶ τέλος, ὅταν ὁλοκληρωθῆ, ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν κοιλία τῆς μητέρας του. Ἐνῶ στὸ θεῖο βρέφος ἔχουμε ὀλίγον κατ’ ὀλίγον αὔξηση, ἐν τούτοις δὲν παρενεβλήθη διάστημα μεταξὺ συλλήψεως καὶ ἐξεικονισμοῦ τῶν μελῶν. Ὁ Μ. Βασίλειος λέγει ρητῶς: «εὐθὺς γὰρ τέλειον ἦν τῇ σαρκὶ τὸ κυοφορούμενον, οὐ ταῖς κατὰ μικρὸν διαπλάσεσι μορφωθέν». Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ δοῦμε ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι ἐξεικονίσθησαν τὰ μέλη τοῦ σώματός Του ἀμέσως, δημιουργήθηκε τέλειος ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὅμως δὲν βρέθηκε ἀμέσως στὴν διάπλαση τῶν ἐννέα μηνῶν. Ἀναπτυσσόταν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ἐνῶ εἶχε ἀπαρτισθῆ τὸ σῶμα Του ἀπὸ τὴν ἀρχή.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (ΙΖ´ Ματθ.)

Ἡ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 31-34

 «Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυϊδ. ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται»
(Ματθ. ιε´ 22)

.           Ὁ πόνος τῆς Χαναναίας γυναίκας γιὰ τὴν δαιμονισμένη θυγατέρα της, ὅπως καὶ ἡ μεγάλη της πίστι στὸν Χριστό, τὴν ἔκαναν νὰ κράζη: «ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Ἡ αἴτησή της εἶναι προσωπική, ἔστω κι ἂν ἀφοροῦσε περισσότερο τὴν θυγατέρα της, γιατί ὁ πόνος τοῦ παιδιοῦ τῆς εἶναι καὶ δικός της πόνος. Ζητᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτὸ εἶναι πηγὴ ἀνεξάντλητη καὶ δύναμι ἀνέκφραστη. Καὶ ὁ Χριστὸς προσφέρει στὴν θυγατέρα της τὴν θεραπεία, ἐπειδὴ τὸ ζήτησε ἡ μητέρα της μὲ πολλὴ πίστι. «Ὢ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις. Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. Καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης».
.          Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μᾶς δίδει σήμερα ἀφορμὴ νὰ διατυπώσουμε μερικὲς ἀλήθειες, μὲ ἁπλὰ ὅμως λόγια, γύρω ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Αὐτὴ ἡ ἑνότητα φαίνεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν στὴν οἰκογένεια, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ στὴν κοινωνία.

 Ἑνότητα στὴν οἰκογένεια

.          Κάθε μάννα πονάει ὑπερβολικά, ὅταν δυστυχῆ τὸ παιδί της, γιατί αἰσθάνεται βαθειὰ τὴν ἑνότητα μαζί του. Κοινωνεῖ μαζί του, ἀφοῦ ἡ σάρκα του εἶναι καὶ δική της. Αὐτὸ ὅμως συμβαίνει μὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας. Ἡ οἰκογένεια, ὅπως ξέρουμε, δὲν εἶναι μία ἀπρόσωπη ὁμάδα, ἀλλὰ «ἑτερόφυλη ἑνότητα προσώπων» καὶ ἑπομένως ὅλα τὰ μέλη της συνδέονται μεταξύ τους, ὅπως τὰ μέλη τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Ἔτσι τὸ ἕνα μέλος (ὅταν εἶναι πραγματικὸ) δὲν μπορεῖ νὰ ἡσυχάσει ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία τοῦ ἄλλου, τὴν δὲ λύτρωσι τοῦ ἄλλου ἀπὸ τὴν δεινὴ κατάστασί του τὴν θεωρεῖ σὰν προσωπικὸ γεγονός.
.          Ἔχουμε πολλὰ παραδείγματα ποὺ ἀποδεικνύουν αὐτὴν τὴν ἀλήθεια. Μητέρα προτιμᾶ τὸν θάνατο, γιὰ νὰ χαρίση ζωὴ στὸ παιδί της. Γονεῖς θυσιάζονται γιὰ τὰ παιδιὰ καὶ τὰ παιδιὰ γιὰ τοὺς γονεῖς. Ὁ ψυχικὸς πόνος τῆς μητέρας εἶναι μεγάλος, θἄλεγε κανεὶς ἀνέκφραστος, ἀπὸ τὴν ἀκαταστασία καὶ τὴν ταλαιπωρία τοῦ παιδιοῦ της.

 Ἑνότητα στὴν κοινωνία

 .          Ὅ,τι ἔζησε ἡ Χαναναία καὶ ὅ,τι γίνεται μέσα σὲ κάθε πραγματικὴ οἰκογένεια παρατηρεῖται καὶ σὲ παγκόσμια κλίμακα.
.          Οἱ ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες διδάσκουν ὅτι ὑπάρχει ἑνότητα ὅλης τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ ἑνότητα αὐτῆς μὲ τὸν φυσικὸ κόσμο. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι (ὄχι μόνον αὐτοὶ ποὺ τώρα ζοῦν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐκοιμήθηκαν ἢ ποὺ πρόκειται νὰ γεννηθοῦν) ὡς δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ «κατ’ εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσίν» Του, ἀνήκουν στὴν μεγάλη παγκόσμια οἰκογένειά Του.
.          Γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς θὰ λέγαμε ὅτι ἀμέσως μετὰ τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὑπῆρχε ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, μὲ τὸν ἑαυτό του, μεταξὺ των, μὲ ὅλη τὴν δημιουργία. Ἀλλὰ μὲ τὴν διάπραξι τῆς ἁμαρτίας ἔσπασε αὐτὴ ἡ ἑνότητα καὶ ὁ ἄνθρωπος βρέθηκε ἀμέσως στὴν κατάστασι τῆς διαιρέσεως. Ἔτσι διασπάστηκε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Θεό, διασπάστηκαν οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους, διασπάστηκε ὁ ἄνθρωπος ἐσωτερικά, διασπάστηκε ὅλη ἡ φύσι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἐπίσης ὁ σύνδεσμος τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν φύσι. Ἡ ἁμαρτία εἶναι μία διαίρεση καὶ ἀλλοτρίωσι τοῦ ἀνθρώπου, Ἔκτοτε ἡ αἴσθησι καὶ ἡ πραγματοποίησι τῆς ἑνότητος, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας, εἶναι μία ὀδυνηρὴ καὶ ἀπραγματοποίητη προσπάθεια.
.          Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἑνότητα ποὺ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς εἶναι μία οὐτοπία, γιὰ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους ἔχει πραγματοποιηθῆ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἑνότητα ὅλου του κόσμου. Διὰ τοῦ Χριστοῦ πραγματοποιεῖται ἡ ἑνότητα ἁγίων καὶ ἀνθρώπων,  ἐπιγείων καὶ ἐπουρανίων, ζώντων καὶ κεκοιμημένων. Ὅσοι εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας αἰσθάνονται βαθειὰ αὐτὴν τὴν ἑνότητα, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σύνολο μιᾶς ἀπρόσωπης κοινωνίας, ἀλλὰ ἑνότητα προσώπων. Μετὰ τὴν πτῶσι ὁ ἄνθρωπος ἔχασε τὴν «ἀγαπητικὴ κοινωνία» καὶ ἔπεσε στὴν «αὐτονομημένη ἀτομικότητα», δηλ. ἀπὸ πρόσωπο ἔγινε ἄτομο. Τώρα μέσα στὴν Ἐκκλησία ἐπιστρέφει πάλι στὴν ἀρχική του κατάστασι, ἀνεβαίνει δὲ καὶ ψηλότερα. Ἀπὸ ἄτομο γίνεται πρόσωπο ποὺ διακρίνεται γιὰ τὴν ἀγάπη, διὰ τῆς ὁποίας ἑνώνεται μὲ ὅλους καὶ αἰσθάνεται τὴν ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.
.          Ἀλλὰ τὴν πραγματικὴ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ποὺ δὲν τὴν ἐκπροσωπεῖ ἡ πολιτικὴ ἢ ἡ κοινωνικὴ ἢ ἡ οἰκονομικὴ κίνηση, ἀλλὰ ἡ ἐν Χριστῷ κοινωνία,

τὴν αἰσθάνονται ΜΟΝΟΝ οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ.

Αὐτοὶ καθαρίσθηκαν ἀπὸ τὶς φθοροποιὲς δυνάμεις τῶν παθῶν καὶ ἀποκατέστησαν τὴν ἀξία τοῦ προσώπου. Συνεπῶς μόνον αὐτοὶ ζοῦν τὸ δράμα τῆς ἀνθρωπότητος μὲ δύο μαρτυρικὲς συνέπειες.
.          Πρῶτον αἰσθάνονται πὼς κάθε προσωπική τους ἁμαρτία, λόγῳ τῆς κοινωνίας, βαρύνει τὴν ζωὴ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος. Δὲν αἰσθάνονται τίποτε τὸ ἀτομικό. Διαπράττοντας μία ἁμαρτία δὲν πονᾶνε γιατί παρέβησαν ἁπλῶς τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ γιατί ἔχασαν τὴν θεία Χάρη καὶ ἡ νέκρωση ἀπὸ τὴν ἀπουσία Της πέφτει ἐπάνω στὸν κόσμο, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἁμαρτία τοῦ Ἀδὰμ εἶχε κοσμικὲς συνέπειες. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι βιώνουν τὸν ἀδαμιαῖο θρῆνο.
.          Δεύτερον βιώνουν σὰν προσωπικά τους ἔργα ὅλα ὅσα συμβαίνουν στὴν ἀνθρωπότητα. Ἐπάνω τους πέφτουν ὅλες οἱ ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς καὶ αὐτὸ δημιουργεῖ ἀφόρητο πόνο. Τότε σὰν τὴν Χαναναία προσεύχονται γι’ αὐτοὺς μέρα καὶ νύκτα. Προσεύχονται μὲ δάκρυα καὶ ὀδύνη γιὰ ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους. Γίνονται μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ οἱ μεγαλύτεροι ἱεραπόστολοι, ἀφοῦ, κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Κυρίου, γιὰ χάρη τῶν ἀδελφῶν τους εἰσέρχονται στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, ἀνεβαίνουν στὸν σταυρό, κατεβαίνουν στὴν κόλασι καὶ στὸν ἅδη.
.          Ὄντως μαρτυρικὴ  ἱεραποστολή. Ἔλεγε κάποιος ἅγιος ὅτι τὸ νὰ προσεύχεσαι γιὰ τοὺς ἄλλους εἶναι σὰν νὰ χύνξς αἷμα. Κι ὅμως ἐμεῖς ἀγνοοῦμε τὴν ὕπαρξι αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ποὺ σηκώνουν τὸν μεγάλο σταυρὸ καὶ βιώνουν αὐτὴν τὴν σταυρικὴ μορφὴ ἐξυπηρετήσεως τῶν ἀνθρώπων. Τοὺς ἀγνοοῦμε, γιατί δὲν ἔχουμε αἰσθανθεῖ ποτὲ τὴν πραγματικὴ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Εἴμαστε κλεισμένοι μέσα στὸν κλοιὸ τοῦ ἀτομισμοῦ.
.          Μιμούμενοι τὴν Χαναναία γυναίκα καὶ παραδειγματιζόμενοι ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἂς προσευχόμαστε καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἂς γίνει ὁ πόνος τους προσωπικός μας πόνος, γιατί τότε καὶ ἡ σωτηρία τους θὰ συντελέση στὴν δική μας σωτηρία.

, , , ,

Σχολιάστε