Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ἀνθρωπίνη φύση

Η ΜΗΤΗΡ τῆς ΖΩΗΣ καὶ τὸ «ΠΡΟΣΩΠΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»

Η ΜΗΤΗΡ τῆς ΖΩΗΣ καὶ τὸ «ΠΡΟΣΩΠΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»
Γράφει ὁ Ἱερομόναχος Μάξιμος Λαυριώτης
ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος»,
ἀρ. τ. 2271/09.08.19

.           Ἡ συνάντηση τῆς Παναγίας μὲ τὸν θάνατο εἶναι ἕνα ἐξαιρετικὰ σημαντικὸ ἐπεισόδιο, ποὺ ἀφορᾶ ἀπόλυτα τὴν ζωή μας. Εἶναι γνωστό, πώς ἐπίκεντρο τῆς χριστιανικῆς διδαχῆς ἀποτελεῖ ἡ συνάντηση τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ Της μὲ τὸ θάνατο, συνάντηση ἀπ’ ὅπου ἐπήγασε ἡ ἀνάσταση τῶν θνητῶν.
.           Ἀλλὰ δὲν εἶναι λιγώτερο σπουδαία καὶ ἡ μητρικὴ ἀναμέτρηση μὲ τὸν ἔσχατο ἐχθρό τῆς ἀνθρωπότητος. Ὄχι μόνο γιατί προδίδει συγκλονιστικὲς διαστάσεις στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, ποὺ ἔφερε σὲ πέρας ὁ Χριστός, κατὰ μοναδικὸ καὶ ἀνυπέρβλητο τρόπο, ἀλλὰ καὶ γιατί ἡ Θεοτόκος ἀντιμετωπίζει τὴν πρόκληση τοῦ θανάτου μὲ ἄκρα ταπείνωση, ἐγκαρτέρηση καὶ αὐτοεγκατάλειψη στὸν Θεό, παρότι δικαιοῦται νὰ μὴ πεθάνη, ἀφοῦ ὑπάρχει «Μήτηρ τῆς Ζωῆς».
.           Πράγματι, κατὰ τὴν χριστιανικὴ θεώρηση, ὁ θάνατος εἶναι ἡ ἐσχάτη συνέπεια τῆς ἁμαρτωλότητος τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀδυναμίας του νὰ διατηρηθῆ στὴν τροχιά, στὴν ὁποία ἐξ ἀρχῆς ὁ Θεὸς τὸν ἔθεσε.
.           Καὶ ὁ μὲν Θεάνθρωπος Υἱὸς τῆς Παρθένου ἐνήργησε τὸν θάνατο στὴν ἀνθρώπινη φύση Του ἑκούσια καὶ θαυματουργικὰ πρὸς χάριν μας, ἡ δὲ μητέρα Του τὸν ὑπέστη ἀδιαμαρτύρητα καὶ εἰρηνικά, γιὰ νὰ καταστήσει ἀναμφισβήτητη τόσο τὴν πεπτωκυία ἀνθρωπίνη Της προέλευση ὅσο καὶ τὴν «οἰκονομικὴ» μετάδοση τῆς θνητότητος στὸν Θεάνθρωπο Υἱό Της. Ἀλλ’ ὁ θάνατος καὶ ἡ θνητότητα ποὺ χαρακτηρίζουν τόσο ἀποφασιστικὰ τὴν ἀνθρώπινη ταυτότητα δὲν εἶναι, ἁπλῶς καὶ μόνο, στιγμιαῖες διαδικασίες μὲ τὶς ὁποῖες τελειώνει ἡ ἐπίγεια  ζωή μας ἢ καταστρέφεται ἀνεπανόρθωτα τὸ σῶμα μας, παρέχοντας ἔστι τὴν δυνατότητα ν’ ἀπομακρυνθῆ ἀπ’ αὐτὸ ἡ ψυχή μας.
.           Εἶναι στίγματα παραμόνιμα, ἀρρώστια θεμελιακή, ποὺ προσβάλλει τὸ εἶναι μας ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς σύστασής του καὶ μᾶς παρακολουθεῖ ἀναπόδραστα μέχρι τὴν τελικὴ φάση φθορᾶς καὶ ἀποσύνθεσης, ποὺ ὅλοι γνωρίζουμε.
.           Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται τὸ μεγαλεῖο τῆς Παναγίας. Μολονότι εἶχε κάθε δικαίωμα -λόγῳ τῆς μοναδικῆς μετοχῆς Της στὴν ἐνανθρώπηση τοῦ ἀθανάτου Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ζωηφόρο ἐπαφὴ Του μαζί Της – νὰ ὑπερβῆ ἔγκαιρα τὴν θνητότητα καὶ τὶς φρικτὲς συνέπειές της, θέλησε νὰ ὑποστῆ κατὰ φύσιν τὴν κοινὴ μοῖρα, παρὰ νὰ τὴν ἀποφύγη. Καὶ ἦταν ἐξαίσια σοφὴ καὶ ἀπόλυτα ὀρθὴ αὐτὴ ἡ στάση Της. Γιατί, πῶς θὰ γινόταν ποτὲ πιστευτό, ὅτι μετέδωσε πράγματι θνητότητα στὸν Θεό, ἂν παρουσιαζόταν ἡ ἴδια ἀπροσμάχητη ἀπ’ αὐτήν; Ἔμεινε, ὅμως, παρ’ ὅλ’ αὐτὰ ἐντελῶς ἀνέγγιχτη ἀπ’ ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς θνητότητος, ποὺ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὴ δυνατότητα ν’ ἀποφύγουν καί, ἐν τούτοις, ἐλάχιστοι μόνο τολμοῦν ν’ ἀποποιηθοῦν.
.           Ἂν δηλαδὴ ἡ θνητότητα εἶναι σύμφυτη μὲ τὴν βιολογική μας σύσταση, τότε ἐντελῶς φυσιολογικά, ἡ καταλυτικὴ παρουσία της δὲν μπορεῖ, παρὰ νὰ διαφαίνεται σ’ ὅλες τὶς φάσεις τῆς ζωῆς μας καὶ ὄχι μόνο στὴν τελική. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἀκριβῶς, καὶ τὸ σκίρτημα τοῦ βρέφους καὶ τὸ παιχνίδι τοῦ παιδιοῦ καὶ τ’ ὄνειρο τοῦ ἐφήβου καὶ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ὥριμου καὶ τὸ ἐπίτευγμα τοῦ κάθε καλλιτέχνη καὶ κάθε πτυχὴ κρυφὴ ἢ φανερὴ ἀπ’ ὅσα συνιστοῦν τὸν «πολιτισμό» μας, δὲν εἶναι τίποτ’ ἄλλο, παρὰ φανέρωση αὐτῆς τῆς ἀρρώστιας μας, ἀποκάλυψη τῆς πρωταρχικῆς καὶ ἀνίατης πληγῆς μας.
.           Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, ἡ Παναγία μητέρα ἔζησε τόσο ἀνεπαίσθητο καὶ ἀθόρυβο βίο ἐπὶ γῆς, ἐπειδὴ ἦταν ἀμέτοχη καὶ ἀπρόσβλητη ἀπ’ τὰ πάθη μας. Καὶ πέθανε χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἀντίσταση στὸ θάνατο, γιατί ἤξερε ὅτι θὰ μείνει γιὰ πάντα ζωντανὴ καὶ μητέρα τῆς Ζωῆς. Δὲν ἔγιναν ποτὲ γνωστὰ τὰ βρεφικὰ σκιρτήματά Της, οὔτε ἀκουστὰ τὰ παιδικὰ παιχνίδια Της. Κανεὶς δὲν ἔμαθε τὰ ἐφηβικὰ ὄνειρά Της – ἀφοῦ ἡ ἄκτιστη πραγματικότητα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ποὺ τὴν κατέκλυζε ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς στὸν βίο τοῦτο, τὰ καθιστοῦσε ὅλ’ αὐτὰ ἀχρείαστα καὶ ἀνύπαρκτα. Δὲν ἀναδείχθηκε ποτὲ σὲ κάποιο ἐπάγγελμα, σὲ κάποια ἐπίδοση, στὰ γράμματα ἢ στὶς Τέχνες. Καὶ ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ἀπέχοντας, φανέρωσε περίτρανα, μὲ πειστικὸ καὶ ἄφατο τρόπο, πόσο ἀπρόσιτη παρέμεινε ἀπ’ τὴν δική μας τὴν ἀνθρώπινη ἀρρώστια, τὴν ἀνίατη… Γι’ αὐτὸ καὶ φεύγοντας ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ­το διακριτικὰ μὲ τὴν μυστικὴ καὶ ἄρρητη, ἀλλὰ  πρα­γματικὴ Κοίμησή Της, ὁλοκλήρωσε τὸ μέγα μάθημα, ποὺ ἡ σιωπὴ ὁλόκληρης τῆς ἐπίγειας ζωῆς Της ἀπάρτισε γιὰ χάρη μας: Ἡ ἀφάνεια εἶναι τὸ φάρμακο γιὰ τὴ δική μας τὴν ἀσθένεια. Ἀφάνεια, ὄχι κενὴ καὶ ἄλογη, ἀλλὰ μεστὴ ἀπὸ πίστη στὸν Ἀναστάντα Λόγο τῆς Ζωῆς, στὸν Υἱὸ καὶ Θεό της, ποὺ παρέλαβε μαζί Του ὄχι μόνο τὸ πνεῦμα, μὰ καὶ τὸ σῶμα τῆς Μητέρας καὶ δούλης Του, Ἐκείνης ποὺ δὲν ἀντέστη ποτὲ στὸ θέλημά Του…

*  *  *

.           Ἂν ὅμως ὁ προσωπικὸς καὶ κοινωνικὸς ἀφανισμὸς ἀποτελεῖ ἀπαραίτητα προϋπόθεση σωτηρίας, ἂν ἡ «μέχρι θανάτου» ἐξαφάνιση ἀπὸ κάθε εἴδους «πνευματικὸ» ἢ «πολιτιστικὸ» ἢ «ἐπιστημονικὸ» προσκήνιο εἶναι ἡ Ὁδὸς καὶ ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς κάθε ἐποχῆς, κι ἂν αὐτὸ εἶναι τὸ σιωπηρὸ μήνυμα ποὺ ἡ Θεοτόκος διατράνωσε γιὰ χάρη μας, τόσο μὲ τὴν ἀνεπαίσθητη διέλευσή Της ἀπὸ τὸν παρόντα βίο, ὅσο καὶ μὲ τὴν αὐτομολία Της στὸν θάνατο, τί γίνεται σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ «ἐλευθερία τοῦ προσώπου», ποὺ στὶς μέρες μας ὑμνεῖται περισσότερο κι ἀπ’ τὴν Πανύμνητο Μητέρα; Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ θέλη ὁλόψυχα τὸν Θεό, νὰ μὴ ἀνθίσταται ποτὲ στὸ θέλημά Του, νὰ ἐξαφανίζη ἀκατάπαυστα τὸ εἶναι Του σὲ ἀπύθμενα βάθη αὐταπαρνήσεως καὶ ἐν τούτοις νὰ μένη ἐλεύθερος καὶ ἀσυμβίβαστος πρὸς κάθε ἐφήμερη συμβατικότητα; Πῶς κατέστη δυνατόν, εἰδικώτερα γιὰ τὴν Θεοτόκο, τὸ νὰ παραμένη τόσο ἀφανής, ἀδρανής, καὶ ἀσήμαντη καθ’ ὅλη τὴν ἐπίγεια ζωή της καὶ συνάμα τόσο ἐνεργὸς καὶ δραστήρια στὴν συνεργία Της μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ στὴν ἑκούσια παράδοσή Της στὸν θάνατο;
.           Τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ κανονικὰ δὲν θὰ ὑπῆρχε κἄν ἐνδεχόμενο νὰ τίθενται, ἂν ἡ περὶ «προσώπου» καὶ «ἐλευθερία» ἀντίληψη τῶν συγχρόνων «Χριστιανῶν» καὶ «θεολόγων» συνέπιπτε μὲ ἐκείνην τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
.           Πράγματι κατὰ τὴν ὀρθόδοξη ἀντίληψη, ἡ ἐλευθερία εἶναι συνάρτηση τῆς φύσεως, καὶ ἰδιαίτατα «πάσης λογικῆς φύσεως» καὶ γιὰ τοῦτο παντελῶς ἄσχετη τόσο μὲ τὸ «πρόσωπο» ὅσο καὶ μὲ τὴν ἁμαρτία, ἡ ὁποία εἶναι πάντοτε προσωπικὴ ἐπιλογή. «Οὐ γὰρ ἔχομεν πρὸς γένεσιν κακίας φυσικὴν δύναμιν», ἀλλὰ «πάσχομεν παρὰ φύσιν, γνώμῃ κατὰ σύμβασιν τὴν κακίαν», διακηρύσσουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἁμαρτάνουμε μόνον ὡς πρόσωπο, ὡς μοναδικὲς καὶ ἀνεπανάληπτες ἑτερότητες, ποὺ ἀποκλίνουν γνωμικῶς ἀπὸ τὴν κοινότητα τῆς φύσεως καὶ πάσχουν ἔτσι ἀναπόφευκτα τὴν κακία, ἀφοῦ ἡ γνώμη εἶναι πάντοτε «προσώπου ἀφοριστική», προσδιορίζει πρόσωπα, ὄχι φύσεις. Ἡ Παν­αγία παρέμεινε ἀπρόσβλητη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀκόμη καὶ πρὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ἐγκατέλειψε ποτὲ τὴν κοινότητα τῆς φύσεως, γιὰ νὰ ἰδιοποιηθῆ γνωμικῶς ὁποιαδήποτε προσωπικὴ ἐπιλογὴ ἢ κλίση, ἐπίδοση ἢ ὁρμέμφυτη ἕλξη. Αὐτὸ δὲν σημαίνει καθόλου ὅτι εἶχε ὑποβαθμίσει τὴν προσωπικότητά Της ἢ τὴν γνώμη Της στὴν προσπάθειά της νὰ συμμορφωθῆ ἀπόλυτα πρὸς τὶς συνθῆκες τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργημένης φύσεώς Της. Σημαίνει μόνον ὅτι δὲν ἀνέχθηκε ποτὲ καμμία μὴ φυσικὴ ἐπέμβαση πάνω στὴν ἀνθρώπινη φύση Της, γιατί ἔβλεπε καθαρὰ πώς κάθε τέτοια ἐπέμβαση θὰ ἀπέτρεπε τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπ’ τὸ νὰ κινῆται ἀταλάντευτη καὶ μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια πάνω στὴν τροχιὰ ποὺ ὁ Δημιουργὸς αὐτῆς τῆς φύσεως εἶχε ἀνέκαθεν καθορίσει, δημιουργώντας τὴν φύση – αὐτὴν καὶ μόνον – κατ’ εἰκόνα Του. Γιατί αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς φύσεως:  ἡ ἀπρόσκοπτη φυσική της φορά πρὸς τὸν Δημιουργό της· ὄχι ἡ ἱκανότητά της νὰ ἐπιλέγη, ἀλλ’ ἡ δυνατότητά της νὰ ὑπερβαίνη ὅλα τὰ διλήμματα, σὰν ἀποτέλεσμα τῆς ἀκατάσχετης ὁρμῆς της πρὸς ἕνα σταθερὸ καὶ ἀμετάκλητο προορισμό, πρὸς «τὸ μακάριον, δι’ ὅ τὰ πάντα συνέστησαν, τέλος».
.           Τὸ νὰ μείνη κανεὶς πιστὰ προσηλωμένος στὸν κατὰ φύσιν προορισμό του, τὸ ν’ ἀτενίζη καὶ νὰ προσδοκᾷ ἀκράδαντα τὸ «τέλος» του, ἔχει σὰν ἄμεση καὶ μόνιμη συνέπεια τὴν παντελῆ ἀναμαρτησία: «Ἁμαρτίας δὲ ἀποχή, φύσεώς ἐστιν ἔργον» τονίζουν οἱ μεγάλοι τῆς Ἐκκλησίας Διδάσκαλοι.
.           Ἂν ὁ ἄνθρωπος ἦταν μόνον «φύσις», ἡ πτῶσις του στὴν ἁμαρτία θἆταν ἐντελῶς ἀδύνατη. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι μόνον φύσις ἀλλὰ διαθέτει καὶ «τρόπον ὑπάρξεως», γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τραπῆ καὶ νὰ σφάλη καὶ ν’ ἀποτύχη τοῦ μακαρίου «τέλους» του. Τὸ ὅτι «οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος ὃς ζήσεται καὶ οὐχ ἁμαρτήσει» δὲν ὀφείλεται στὴν ἀνθρώπινη φύση καθ’ ἑαυτήν, γιατί κάτι τέτοιο θὰ καθιστοῦσε ἀπ’ εὐθείας ὑπεύθυνο γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητα τῆς φύσεως, τὸν ἴδιο τὸν Δημιουργό της. Ὀφείλεται ἁπλῶς καὶ μόνον στὸν «τρόπον χρήσεως» τῆς φύσεως, ὁ ὁποῖος τρόπος «μόνῳ τῷ κεχρημένῳ προσών, τῶν ἄλλων, κατὰ τὴν κοινῶς λεγομένην διαφοράν, χωρίζει». Ἡ προσωπικὴ χρήση τοῦ κόσμου καὶ προπαντός τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς, ἰδιαίτατα δὲ τῆς θελήσεως, καθιστᾶ τοὺς ἀνθρώπους ἁμαρτωλοὺς (Ρωμ. Ε΄ 19), ἁπλούστατα ἐπειδὴ τοὺς χωρίζει ἀπὸ τὴν ὁμοήθεια τῆς κοινῆς φύσεως προσθέτοντας στὸν καθένα τὴν ἰδιαιτερότητα μιᾶς κουλτούρας, μιᾶς παιδείας, ἑνὸς πολιτισμοῦ ἢ μιᾶς τέχνης, μιᾶς φυλῆς, μιᾶς ἐπιδερμίδας ἢ μιᾶς ἐθνικότητος, οὕτως ὥστε σέ ὅλα τους καθίστανται διακεκριμένοι… Ἀφίστανται ἔτσι ἀπ’ τὴν ἀρχέγονή τους ἰσότητα καὶ ταυτότητα, ποὺ θὰ τοὺς ἐπέτρεπε νὰ διαμείνουν ἀφανεῖς καὶ ἀθῷοι σὰν τὰ παιδιά…
.           Ἡ Παναγία ἀπέφυγε νὰ ἰδιαιτεροποιηθῆ, μὲ τὸ νὰ μὴ ἀνεχθῆ ποτὲ προβάδισμα τοῦ τρόπου ὑπάρξεώς Της ἔναντι τῆς κοινῆς φύσεως. Ποτὲ δὲν ἔδωσε προτεραιότητα σὲ κανένα ἰδιοτελῆ «τρόπον χρήσεως», ὥστε νὰ παράσχη στὸν ἑαυτὸ της τὴν παρὰ φύσιν ἡδονὴ τῆς διαφοροποίησης ποὺ κατατέμνει σὲ ἄπειρες ἀλληλοσπαρασσόμενες ὁμάδες τὴν ἀνθρώπινη φύση. Γνωρίζοντας ἐμπειρικὰ ἀπὸ τὴν ἀναμαρτησία της ὅτι ἡ Κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους διεξάγεται ἀποκλειστικὰ μέσῳ φυσικῶν ἐνεργειῶν    (-ἀκτίστων στὴν περίπτωση τοῦ Θεοῦ), ἀλλ’ ὄχι προσώπων, κατέστησε τὸν προσωπικὸ τρόπο ὑπάρξεώς Της πειθήνιο στὴν φύση Της, ὥστε νὰ μὴ μπορῆ ὁ τρόπος αὐτὸς νὰ τρέψη τήν φύση πρὸς φιλαυτία ἢ ἰδιοτέλεια, ἀποκόπτοντάς την ἔτσι ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον.
Γι’ αὐτὸ ἦταν ἀδύνατον ν’ ἀναπτύξη ἡ Θεοτόκος «ἴδιον θέλημα», ἀντιστρατευόμενο στὸ κοινὸ θέλημα τῆς φύσεως, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑπέταξε τὴν γνώμη στὴν θελητικὴ δύναμη τῆς φύσεως μὴ ἐπιτρέποντάς της ἔτσι νὰ διχάση τὸν ἐσωτερικό της κόσμο (Ρωμ. Ζ΄ 22- 23) καὶ νὰ τὴν αἰχμαλωτίση στὴν ἁμαρτία: «Αὕτη γὰρ καὶ μόνη ἡ θεόσδοτος ἡμῶν θέλησις καὶ ἐνέργεια, γράφει ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης, ἐστὶν αἰτία καὶ ἐργάτης πάσης τῆς σωτηρίας ἡμῶν. Θέλησις δὲ ψυχῆς λογικῆς ἐστὶν δύναμις λογιστικὴ καὶ ἐπιθυμητικὴ πρὸς τὸ συνάπτεσθαι τῷ Θεῷ τὴν ψυχήν, ὑπὸ Θεοῦ οὐσιωδῶς αὐτῇ δεδωρημένη, δι’ ἧς εἰργάζετο καὶ ἐφύλαττεν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος τὰ θεῖα προστά­γματα, ἐκ θελήσεως ψυχικῆς εἰς ἐνέργειαν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐρχόμενος».
.           Ἐν ὅσῳ ἡ φυσικὴ θέλησις ἐπιτελεῖ ἀπρόσκοπτα τὸ ἔργο της, ἐν ὅσῳ καμμία γνωμικὴ τροπὴ δὲν σφετερίζεται τὴν δύναμή της, πρὸς σχηματισμὸν προσωπικῶν ἐπιλογῶν, ὀρέξεων καὶ τάσεων, ὁ ἄνθρωπος ἀπολαμβάνει ἐλευθερία, ποὺ τὸν συν­άπτει ἀμέσως μὲ τὸν Θεό, καὶ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ διακριθῆ αὐτόνομα ὡς πρόσωπο, δηλ. νὰ ἁμαρτήση…
.           Ἡ κατὰ φύσιν ἐλευθερία εἶναι συνάμα ἀπελευθέρωση πραγματικὴ ἀπ’ τὴν ἁμαρτία (ἀναμαρτησία) καὶ ὑποδούλωση ὁλοκληρωτικὴ στὸν Θεό. (Ρωμ. ϛ΄ Α΄, Πέτρ. Β΄ 16). Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν κάνουν καμμία διάκριση μεταξὺ ἐλευθερίας καὶ θελήσεως, ἀλλὰ ταυτίζουν ἀπολύτως τὸ φυσικὸ θέλημα μὲ τὴν ἐλευθερία καὶ τὸ γνωμικὸ- προσωπικὸ θέλημα μὲ τὴν ἁμαρτία. Δὲν ἐννοοῦν βέβαια μ’ αὐτὸ τὸ τρόπο ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση διαθέτει ἐκ δημιουργίας δύο θελήματα (φυσικὸ καὶ γνωμικό), διότι γνωρίζουν ἐκ πείρας ὅτι, γιὰ νὰ ὑπάρξη γνωμικὸ θέλημα πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ σφετερισθῆ τὴν φυσικὴ θελητικὴ δύναμη πρὸς ἱκανοποίησιν παρὰ φύσιν στόχων καὶ ἐπιθυμιῶν, αὐτονομούμενος ὡς πρόσωπο καὶ ἐπαιρόμενος κατὰ τῆς κοινῆς φύσεως. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλα τὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα, γιατί ἀποτελεῖ ἀδιάκοπη προσπάθεια διάψευσης τῆς φυσικῆς ἐλευθερίας, ἀγαθότητος καὶ ἀγάπης, ποὺ διαθέτει ὁ ἄνθρωπος ἐκ δημιουργίας, καὶ ἐμφάνισής των ὡς προσωπικῶν ἐπιτευ­γμάτων συγκεκριμένων ἀτόμων, οὕτως ὥστε ὁ ἔπαινος νὰ ἀνήκη στοὺς φορεῖς τῶν «ἐπιτευγμάτων» αὐτῶν καὶ ὄχι στὸν Δημιουργὸ  τῆς «πάσῃ ἀρετῇ κατηγλαϊσμένης» ἀνθρωπίνης φύσεως. Κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία ὅμως γιὰ νὰ καταστῆ κανεὶς ἐνάρετος καὶ ἀναμάρτητος δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιτελέση προσωπικὰ ἐπιτεύγματα, ἁπλούστατα διότι ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ ἀναμαρτησία ἀποτελοῦν ἤδη φυσικὰ δεδομένα: «φυσικαὶ γὰρ εἰσὶν αἱ ἀρεταὶ καὶ φυσικῶς καὶ ἐπίσης πᾶσιν ἐνυπάρχουσιν, εἰ καὶ μὴ πάντες ἐπίσης ἐνεργοῦμεν τὰ τῆς φύσεως. Εἴπερ πάντως ἴσως, ἐφ’ ὧ καὶ γεγόναμεν, ἐνηργοῦμεν τὰ φυσικά, μία ἄρα ἐδείκνυτο ἐν πᾶσιν, ὥσπερ ἡ φύσις οὕτω καὶ ἡ ἀρετή, τὸ μᾶλλον καὶ τὸ ἧττον οὐκ ἐπιδεχομένη». Τὸ νὰ ἐνεργῆ κανεὶς πλήρως τὰ τῆς φύσεως συμπίπτει μὲ τὸ νὰ διατηρῆται ἐλεύθερος ἀπὸ ἁμαρτία. Δὲν χρειάζεται ἑπομένως νὰ γεννηθῆ κάποιος μὲ «ἄσπιλο σύλληψη», καθὼς φαντάστηκαν οἱ Δυτικοὶ θεολόγοι γιὰ τὴν Παναγία, ὥστε νὰ ἐξασφαλίση ἀναμαρτησία. Εἶναι ἀπαραίτητη ὅμως ἡ παρθενικὴ γέννηση γιὰ ὅποιον ἐπιδιώκει νὰ καταργήση «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου» καὶ ν’ ἀπαλλάξη ἀπὸ τὴν καταδυναστεία τοῦ διαβόλου καὶ τῆς φθορᾶς ὅλους τοὺς ἤδη ὑποδουλωμένους σ’ αὐτά. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἡ Παναγία συλλαμβάνεται ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μετὰ τὴν πτώση καὶ πεθαίνει ὅπως ὅλοι μετὰ τὴν πτώση, γιὰ νὰ ἐπαληθεύση τόσο τὴν γνήσια θνητότητα ποὺ διέθετε καὶ ποὺ κληροδότησε στὸν Υἱό Της, ὅσο καὶ – προπαντὸς – τὸ γεγονὸς ὅτι οὔτε ἡ θνητότητα οὔτε ἡ πτώση μπόρεσαν πράγματι ν’ ἀναστείλουν τὴν ἀναμαρτησία τοῦ ἀνθρώπου, ἁπλούστατα γιατί ἐξακολουθεῖ καὶ πηγάζει ἀπὸ τὴν φύση του, ἔστω καὶ πεπτωκυῖαν! «Ἔξεστι καὶ θνητὸν ἔχοντας σῶμα μὴ ἁμαρτάνειν», τονίζουν οἱ Πατέρες. Αὐτὸ τὸ ἁπλούστατο πρᾶγμα ἀδυνατοῦν νὰ καταλάβουν οἱ κάθε εἴδους ἠθικολόγοι, οἱ ὁποῖοι συγχέουν τὴν κατὰ φύσιν ἀναμαρτησία μὲ τὴν ὑπὲρ φύσιν θέωσιν καὶ φαντάζονται ὅτι ὅποιος δὲν ἁμαρτάνει, ἔχει ἤδη σωθῆ. Ἡ ἀβυσσαλέα διαφορὰ μεταξὺ ἀναμαρτησίας καὶ θεώσεως ἔγινε ἀπολύτως σαφὴς μὲ τὴν σάρκωση τοῦ Λόγου. Ἡ ἀπόλυτος ἀναμαρτησία τοῦ ἀνθρωπίνου προσλήμματος τοῦ Λόγου δὲν ὀφείλεται ἁπλῶς στὸ ὅτι ἐνήργει πλήρως τὰ τῆς φύσεως ἀλλὰ κυρίως στὴν ἔλλειψη τρόπου ὑπάρξεως δεκτικοῦ τῶν συνεπειῶν τῆς πτώσεως (Ἰωάν. ΙΔ΄ 30), ὁπότε τὸ ἀνθρώπινο πρόσλημμά Του δὲν διέθετε κἄν τὸ ἐνδεχόμενο ν’ ἀποκλίνη καὶ νὰ τραπῆ γνωμικῶς. Οἱ Πατέρες προχώρησαν ἀκόμη περισσότερο καὶ διευκρίνησαν ὅτι ἡ ἐξ ἄκρας συλλήψεως θέωσις τοῦ Δεσποτικοῦ προσλήμματος δὲν νοεῖται ἁπλῶς ὡς ἀποτέλεσμα ἑνώσεως τῶν δύο φύσεως, ἀλλὰ προπαντὸς ὡς ἄμεση συνέπεια ὑποστατικῆς ἑνώσεως: «ἵνα καὶ μείνη σὰρξ κατὰ τὴν οὐσίαν ἡ σάρξ, καὶ γένηται Θεία κατὰ τὴν Ὑπόστασιν». Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρωπίνου προσλήμματος τοῦ Λόγου συνετελέσθη μὲ τὴν εἴσοδο αὐτοῦ τοῦ προσλήμματος μέσα στὴν ἄκτιστη Ὑπόσταση τοῦ Ἑνὸς τῆς Τριάδος, ὥστε τὸ πρόσλημμα νὰ εἶναι ἐν ταυτῷ κτιστὸ κατὰ τὴν οὐσία καὶ ἄκτιστο κατὰ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως. Ἔτσι τὸ ἀνθρωπίνως ἀπρόσωπο πρόσλημμα δὲν ἔμεινε οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐστερημένο προσώπου, ἀλλὰ διέθετε ἐξ ἄκρας συλλήψεως ἤδη ὡς πρόσωπό του, τὴν ἄκτιστη Ὑπόσταση τοῦ Λόγου, ὄντας συγχρόνως τέλειος Θεὸς κατὰ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως, μηδόλως τρεπόμενος, καὶ κτίσμα κατὰ τὴν οὐσία, θεωθὲν ὅμως ὅλον «τῷ τρόπῳ τῆς ἀντιδόσεως».
.           Αὐτὴ ἡ σεσαρκωμένη θεία Ὑπόσταση κατέστησε Θεοτόκο τὴν Παναγία μὲ τὸ νὰ ἐξέλθη ἔτσι ἀπὸ τὰ σπλάγχνα Της, θεώνοντας καὶ τὴν ἴδια κατὰ χάριν διὰ τὴν συνάφειαν, ἀλλ’ ὄχι καὶ καθ’ ὑπόστασιν.
.           Ἔτσι ἡ Θεοτόκος κατέστη πρόξενος ζωῆς καὶ σωτηρίας ὄχι μόνον στὸν ἑαυτό της ἀλλὰ σ’ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση προσαρμόζοντας τὴν γνώμη καὶ τὸν τρόπο ὑπάρξεώς Της στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ πρὸς σωτηρίαν αὐτῆς τῆς φύσεως. Γιατί γνώριζε ἐκ πείρας ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς πραγμάτωση τῆς σωτηρίας τῶν λογικῶν κτισμάτων, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ ἡ πρόθεση καὶ ἡ συνεργία τῶν ἰδίων τῶν σωζομένων. Καὶ ὄντως «ἡ πρόθεσις τῶν καλουμένων τὴν σωτηρίαν εἰργάσατο». Ζῶντας ἀναμαρτήτως κατὰ φύσιν ἦταν σὲ θέση ἡ Παναγία ν’ ἀνταποκριθῆ αὐθόρμητα τόσο στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ νὰ γίνη Μητέρα Του ὅσο καὶ στὴν παρὰ φύσιν ἔλευση τοῦ θανάτου.
.           Στὴν πρώτη περίπτωση δὲν χρειαζόταν παρὰ ἡ δύναμη τοῦ φυσικοῦ θελήματος, ὥστε νὰ πῆ τὸ «Γένοιτο». Στὴν δεύτερη ὅμως ὤφειλε καὶ γνωμικῶς ν’ ἀποδεχθῆ τὸν θάνατο ὡς τελευταία φάση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας, γιατί τὸ φυσικὸ θέλημα μόνο του ἀδυνατεῖ νὰ δεχθῆ τὸν ἔσχατο ἐχθρό της θνητῆς φύσεως. Ἔτσι ἦταν σὲ θέση ἡ Παναγία διατηρῶντας πάντα τὴν φυσική της ἀφάνεια νὰ διανύση ὁλόκληρο τὸ ἄνυσμα τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ Υἱός Της, παραμένοντας καὶ Αὐτὴ ὅπως Ἐκεῖνος «ἐν νεκροῖς ἐλευθέρα» καὶ ἐπιστρέφοντας σύντομα στὸ σῶμα Της ἐν Δόξῃ, ὡς ἀληθὴς Μήτηρ Ζωῆς, «δι’ ὃ καὶ ἀδύνατον ἦν Αὐτὴν ὑπὸ τοῦ θανάτου κρατεῖσθαι».
Αὐτῆς Πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον ἡμᾶς.

 

ΠΗΓΗ: orthodoxostypos.gr

 

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΛΛΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ («Ἐκεῖ, στούς οὐρανούς, περιμένει τούς ἀδελφούς Του».)

Ἡ ἄλλη διάσταση

Στέργιος Ν. Σάκκος

.                  Ἀπό τήν ἀρχή τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπως τό δείχνει ἡ Καινή Διαθήκη καί μάλιστα οἱ ἐπιστολές τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἡ θεολογία ἀποτελεῖ τή ρίζα καί τό θεμέλιο τῆς πράξεως. Διαφορετικά, ἡ θεολογία ἐκφυλίζεται σ᾿ ἕνα στεγνό καί ἄχρηστο σύστημα ἰδεῶν, ἐνῶ ἡ πράξη χάνει τό βάθος καί τήν οὐσία της, καταντᾶ τύπος καί, ὄχι σπάνια, αἱρετικός ἀκτιβισμός. Μ᾿ αὐτή τήν προοπτική εἶναι χρήσιμο καί ἀναγκαῖο τίς μέρες αὐτές, πού γιορτάζουμε τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά σκύψουμε στή θεολογία αὐτῆς τῆς κατεξοχήν θεολογικῆς γιορτῆς. Τό «θαυμαστόν καί μέγα» τοῦτο γεγονός σηματοδοτεῖ τό τέλος τῆς ἐπίγειας δράσεως τοῦ Ἰησοῦ καί συγχρόνως συνοψίζει τή θεολογία ὅλων τῶν γεγονότων τῆς θείας οἰκονομίας.
.                   Ἐπιβεβαιώνει τόν Εὐαγγελισμό καί τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου: Τό ἀνθρώπινο σῶμα, τό ὁποῖο τότε ἑνωμένο μέ τή θεία φύση συνελήφθη ἐν Πνεύματι ἁγίῳ στή μήτρα τῆς Παναγίας μας καί γεννήθηκε στή φάτνη τῆς Βηθλεέμ, αὐτό τό ἴδιο ἀναλαμβάνεται τώρα στούς οὐρανούς.
.                   Διευρύνει τήν Μεταμόρφωση: Τή θεϊκή δόξα τοῦ Θεανθρώπου, πού ἀξιώθηκαν νά δοῦν οἱ τρεῖς μαθητές στό ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως, τήν ἀτενίζουν στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν ὅλοι οἱ μαθητές. Μπαίνουν στή διάσταση τῆς πνευματικῆς συχνότητας καί βλέπουν τόν Θεό μέ τά μάτια τους!
.                   Ἐπιμαρτυρεῖ τήν Ἀνάσταση: Εἶναι μιά ἐπίσημη -ἡ τελευταία στή διάρκεια τῶν σαράντα ἡμερῶν- ἐμφάνιση τοῦ ἀναστημένου Ἰησοῦ.
.                  Προετοιμάζει τήν Πεντηκοστή: Ἀνεβαίνοντας στά οὐράνια, τό σῶμα τοῦ Κυρίου ἐγκαινιάζει τή γέφυρα μεταξύ γῆς καί οὐρανοῦ, ὥστε νά κατεβεῖ στή γῆ ὁ Παράκλητος κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.
.                  Προαναγγέλλει τήν Δευτέρα Παρουσία: Οἱ ἄγγελοι διαμηνύουν στούς μαθητές τήν παρήγορη ὑπόσχεση: «οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὶν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν» (Πράξ. 1,11). Ὁ Θεός δέν περιορίζεται ἀπό τόν δικό μας χωροχρόνο. Ἔτσι, τήν ὥρα πού ἀπομακρύνεται ἀπό τά μάτια τῶν μαθητῶν του ὁ Κύριος εἶναι ἐπίσης «ὁ ἐρχόμενος» (Β΄ Ἰω. 7). Κι αὐτή ἡ προσμονή του γλυκαίνει τήν ἔμπονη πορεία τῶν δικῶν του σ᾿ αὐτή τή γῆ. Δίνει ἄλλη διάσταση στή ζωή τους.
.                  Ἡ θεολογία τῆς Ἀναλήψεως, ὅπως διδάσκεται στά κείμενα τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὑπερβαίνει τήν ἐμπειρία τῶν αἰσθήσεων καί εἰσάγει στόν ἀπρόσιτο χῶρο τοῦ μυστηρίου. Γι᾿ αὐτό καί τόν σίγουρο τρόπο προσεγγίσεως τῆς Ἀναλήψεως προσφέρουν τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐπενδύονται καί νοηματοδοτοῦνται ἀπ᾿ αὐτό τό γεγονός. Ἐνδεικτικά θά ἀναφερθῶ σέ δύο μυστήρια.
.                   Τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, ἡ ἀφετηρία τῆς πνευματικῆς μας ἀναγεννήσεως, ἀντλεῖ τήν ἀναγεννητική του δύναμη ἀπό τή λυτρωτική θυσία τοῦ Κυρίου, τῆς ὁποίας ἡ ἔκπαγλη δόξα καταδεικνύεται στό γεγονός τῆς θείας Ἀναλήψεως. Μέ τίς πληγές τοῦ μαρτυρίου του στό ἀνθρώπινο σῶμα ἀλλά καί μέ τή θεϊκή του λαμπρότητα ὁ Κύριος ἀνελήφθη, ἀνοίγοντας γιά μᾶς τό δρόμο πού ἡ πτώση εἶχε καταστήσει ἀπροσπέλαστο. Κανείς ἄλλος δέν εἶχε αὐτή τή δύναμη, διότι «οὐδείς ἀναβέβηκεν εἰς τόν οὐρανόν εἰ μή ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰω 3,13).
.                  Ἡ σταθερότητα καί ἡ αὔξηση τῶν πιστῶν στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐξασφαλίζεται μέ τή μετοχή τους στό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Τό σῶμα Χριστοῦ πού κοινωνοῦμε μᾶς προετοιμάζει γιά τή δική μας ἄνοδο στόν οὐρανό. Μ’ αὐτή τή βεβαιότητα δέεται ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Μεταφραστής: «Ὁ τῇ ἐνδόξῳ σου Ἀναλήψει τῆς σαρκός θεώσας τό πρόσλημμα καί τοῦτο τῇ δεξιᾷ καθέδρᾳ τιμήσας τοῦ Πατρός, ἀξίωσόν με, διά τῆς τῶν ἁγίων σου μυστηρίων μεταλήψεως τῆς δεξιᾶς μερίδος τῶν σῳζομένων τυχεῖν».
.             Τό ἀναλημμένο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ κατατέθηκε στόν οὐρανό ὡς ἀδαπάνητο συνάλλαγμα, ἐγγύηση καί θησαυρός τῆς Ἐκκλησίας, πού περπατᾶ ἀκόμα στή γῆ, ἀλλά φέρεται μέ μία δυναμική φορά πρός τά ἄνω, στό θρίαμβο τοῦ οὐρανοῦ. Ἀναγεννημένο καί ἑνωμένο μέ τόν Κύριο τό ἀνθρώπινο γένος «συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφ 2,6) μαζί μέ τόν Χριστό, γράφει στούς χριστιανούς τῆς Ἐφέσου ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Θεωρεῖ ὡς γεγονός συντελεσμένο τήν ἐγκατάσταση τῶν πιστῶν στόν οὐρανό καί τό συνδοξασμό τους μέ τόν Ἰησοῦ. Καί εἶναι! Ὅταν ἀπό ἕνα χαρμάνι παίρνουμε ἕνα δεῖγμα, ἐνυπάρχουν σ᾿ αὐτό τά στοιχεῖα ὅλου τοῦ ὑλικοῦ ἀπό τό ὁποῖο προέρχεται τό δεῖγμα. Ἔτσι, στό ἔνδοξο σῶμα τοῦ θεανθρώπου Κυρίου, πού ἤδη βρίσκεται στή δόξα τοῦ οὐρανοῦ, ἐνυπάρχει ὅλο τό ἀνθρώπινο φύραμα, ἡ ἀνθρώπινη φύση. Οἱ ἰδιότητες τοῦ ἀναληφθέντος Χριστοῦ κι ἡ θεϊκή του δόξα ἀντανακλοῦν σ᾿ ὅλους τούς ἀνθρώπους, τώρα σκιωδῶς καί διά τῆς πίστεως, κατά τή Δευτέρα Παρουσία του ὁλοκληρωτικά καί «δι᾿ εἴδους», πραγματικά.
.                  «Σήμερον (δηλ. κατά τήν Ἀνάληψη) καταλλαγαί (=συμφιλίωση) τῷ Θεῷ πρός τό τῶν ἀνθρώπων γεγόνασι γένος… Οἱ τῆς γῆς ἀνάξιοι φανέντες (δηλ. οἱ ἄνθρωποι) εἰς τόν οὐρανόν ἀνήχθημεν (=ἀνυψωθήκαμε)». Μ᾿ αὐτές τίς σύντομες ἀλλά τόσο μεστές φράσεις προσδιορίζει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος τήν πρακτική διάσταση τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, τήν προσφορά της στό ἀνθρώπινο γένος.
.                Σέ μιά ἐποχή ὑλοκρατίας καί ὑλοφροσύνης, σέ ἕναν κόσμο πού ἀσφυκτιᾶ αὐτοπεριοριζόμενος στόν στενό ὁρίζοντα τῶν ἐνδογήινων ἐπιδιώξεών του, ὁ σημερινός ἄνθρωπος αἰσθάνεται τραγικός δεσμώτης, ἀνασφαλής καί ἀβέβαιος ἀκόμη καί μές στόν χρυσό πύργο τοῦ εὐδαιμονισμοῦ του. Πνίγεται μέσα στά ἴδια τά ἀγαθά, τά ὁποῖα ζητᾶ νά κατακτήσει. Ἀναγκαιότητα ἀνυπέρθετη γιά τή συνέχεια τῆς ζωῆς του ἡ ἐπιστροφή «εἰς τό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν». Ἐκεῖ ἁπλώνεται φωτεινός ὁρίζοντας καί παρακλητική βεβαιότητα ἐγγίζει τήν κουρασμένη ψυχή. Ἐκεῖ διανοίγεται τό ἀδιέξοδο, προσφέρεται ἡ κατακόρυφη διέξοδος, ἡ ἄλλη διάσταση, πού τείνει πρός τήν πραγματική πατρίδα μας, τόν οὐρανό. Τό πανάγιο χέρι τοῦ ἀναστημένου Ἰησοῦ, καθώς ἀναλαμβάνεται στούς οὐρανούς, εὐλογεῖ αὐτούς πού ἀφήνει στή γῆ, ὑπογράφει τό συμβόλαιο τῆς εἰρήνης πρός τόν Πατέρα, τή διαθήκη τῆς αἰώνιας ἀγάπης πρός τούς ἀδελφούς του. Κι εἶναι σάν νά τούς γνέφει ὅτι ἐκεῖ, στούς οὐρανούς, τούς περιμένει κι αὐτούς.

 

ΠΗΓΗ: apolytrosis.gr

, ,

Σχολιάστε

ΣΤΟ ΘΑΒΩΡ ΦΑΝΕΡΩΘΗΚΕ ΤΟ ΑΡΧΕΤΥΠΟ ΚΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
-Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο
καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία-

σελ. 164-166,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
(Πελαγίας), 2008

.               Εἶναι διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὅτι ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸ Θαβὼρ ἔδειξε στοὺς ἀνθρώπους τὸ ἀρχέτυπο κάλλος τῆς εἰκόνος τους. Δηλαδή, ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ ἀρχέτυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Λόγου. Μὲ αὐτὸ φαίνεται ἡ δόξα τῆς εἰκόνος καὶ ἡ μεγάλη τιμὴ νὰ εἴμαστε κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἡ καταγωγή μας δὲν εἶναι χαμηλή, ἀλλὰ ὑψηλή, ἀφοῦ ὁ δεδοξασμένος Χριστὸς εἶναι τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας μας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ τεχνίτης καὶ δημιουργός μας.
.                 Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἐπανειλημμένα λέγεται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ νέος Ἀδάμ, ποὺ ἐνηνθρώπησε, γιὰ νὰ διορθώση τὸ σφάλμα τοῦ προπάτορος Ἀδάμ. Ὁ πρῶτος Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο, καίτοι ἦταν ἄπειρος ἀκόμη, βρισκόταν στὸν φωτισμὸ τοῦ νοός, γιατί τὸ κατ᾽ εἰκόνα του ἦταν καθαρὸ καὶ δεχόταν τὶς ἀκτίνες τοῦ θείου φωτός. Μετὰ τὴν ἁμαρτία ὅμως σκοτίσθηκε, ἔχασε τὸ καθ᾽ ὁμοίωση, χωρὶς ὅμως νὰ ἀπολέση καθ᾽ ὁλοκληρία τὸ κατ᾽ εἰκόνα. Στὴν πατερικὴ παράδοση λέγεται ὅτι τὸ κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Ἀδὰμ ἀμαυρώθηκε, δηλαδὴ σκοτίστηκε, χωρὶς νὰ χαθῆ τελείως. Μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐπανέρχεται ὁ Ἀδὰμ στὴν προηγούμενη δόξα, καὶ μάλιστα ἀνέρχεται ἀκόμη ὑψηλότερα.
.                 Ἔτσι, ὁ Χριστὸς στὸ Θαβὼρ ἔδειξε ποιὸ ἦταν τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ σὲ ποιὰ κατάσταση βρισκόταν ὁ πρῶτος Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση.
.                 Βέβαια, αὐτὸ λέγεται μὲ συγκατάβαση, γιατί ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, ἡ ἔλλαμψη τοῦ Μεταμορφωθέντος Χριστοῦ ἦταν θειοτέρα καὶ λαμπροτέρα ἀπὸ τὴν ἔλλαμψη ποὺ εἶχε ὁ Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο. Καὶ αὐτὸ γιὰ δύο λόγους. Πρῶτον, γιατί ὁ Θεὸς ποὺ δημιούργησε τὸν Ἀδὰμ ἦταν Θεὸς κατ᾽ οὐσίαν, ἐνῶ ὁ Ἀδὰμ ἦταν κατὰ μέθεξη καὶ μετοχὴ θεός. Τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι κατὰ φύση, ἐνῶ τὸ φῶς ποὺ εἶχε ὁ Ἀδὰμ ἦταν κατὰ μετοχὴ καὶ Χάρη. Δεύτερον, γιατί ὁ Χριστὸς προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ τὴν θέωσε καθ᾽ ὑπόσταση, ἐνῶ ὁ Ἀδὰμ εἶχε κοινωνία μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ κατ᾽ ἐνέργειαν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ἐνῶ στὸν Χριστὸ ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἑνώθηκαν ὑποστατικά, καθ᾽ ὑπόσταση, στὸν Ἀδὰμ καὶ στὸν κάθε θεούμενο ἡ φύση του ἑνώνεται κατὰ Χάρη μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι καθ᾽ ὑπόσταση. Γιατί ἡ καθ᾽ ὑπόστασιν ἕνωση θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως ἔγινε μόνο στὸν Χριστό.
.                 Γιὰ νὰ γίνη αὐτὸ ἀντιληπτὸ πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ ὑπάρχουν τρεῖς τρόποι ἑνώσεως. Ὁ πρῶτος εἶναι ὁ κατ᾽ οὐσίαν, ποὺ συμβαίνει μὲ τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ δεύτερος τρόπος ἑνώσεως συνέβη στὸν Χριστὸ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση καὶ εἶναι ὁ καθ᾽ ὑπόστασιν, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς Θεάνθρωπος, καὶ ὁ τρίτος τρόπος ἑνώσεως εἶναι ὁ κατὰ Χάριν, καὶ συμβαίνει μὲ τοὺς θεουμένους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἑνώνονται μὲ τὸν Θεὸ κατ᾽ οὐσίαν, γιατί αὐτὸ συμβαίνει μόνο μὲ τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, οὔτε ἑνώνονται μὲ τὸν Θεὸ καθ᾽ ὑπόστασιν, γιατί ἕνας εἶναι ὁ Θεάνθρωπος, ἀλλὰ ἑνώνονται κατὰ μετοχὴν τῆς Χάριτος. Γι᾽ αὐτὸ οἱ ἅγιοι δὲν λέγονται, ἔστω καὶ κατὰ Χάριν, Θεάνθρωποι, ἀλλὰ κατὰ Χάριν θεοί, θεούμενοι.
.                 Πάντως, ὁ μεταμορφωθεὶς Χριστὸς ἔδειξε τὴν δόξα τοῦ ἀρχετύπου τῆς δημιουργίας μας. Καὶ ὅπως στοὺς γλύπτες μεγαλύτερη ἀξία ἔχει τὸ πρόπλασμα καὶ ἔπειτα τὸ ἀντίγραφό του, ποὺ μπορεῖ νὰ τὸ κάνη ὁ καθένας, ἔτσι καὶ ἐδῶ μεγαλύτερη ἀξία ἔχει τὸ πρωτότυπο. Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ δείχνει, κατὰ συγκατάβαση, καὶ τὴν προέλευση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὸν σκοπό, τὸ τέλος, στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ κατατείνη.

, ,

Σχολιάστε

H ANAΛHΨH TOY XPIΣTOY

H ANAΛHΨH TOY XPIΣTOY

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ἀχελώου Εὐθυμίου
«ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ»
(Ὀρθόδοξη Σωτηριολογία)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1996, σελ. 175-176

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ.  Βιβλιογρ.»

.                 Ὁ Xριστός, τό αἰώνιο Ἀρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί ὁ ἀναδημιουργός καί σωτήρ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, δέν ἔγινε τελικά δεκτός ἀπό τούς ἀνθρώπους. Ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ Eὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὁ Xριστός, ὁ αἰώνιος λόγος τοῦ Θεοῦ, «εἰς τὰ ἴδια ἦλθε (ἔγινε ἴδιος μέ τούς ἀνθρώπους καί ἦλθε κοντά τους) καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (α´ 11). Ἡ ἄρνηση, μάλιστα, αὐτή τῶν ἀνθρώπων νά δεχθοῦν τόν Θεάνθρωπο κορυφώθηκε μέ τήν ὁριστική ἀπόρριψή του, τήν καταδίκη του σέ θάνατο καί τήν ἐκτέλεσή του μέ σταύρωση στόν Γολγοθά…
.                 Ὁ Xριστός, προφανῶς, ἔγινε ἄνθρωπος καί δέν ἐπρόκειτο νά φύγει καί νά ἐγκαταλείψει τούς ἀνθρώπους «ὀρφανούς», ὅπως ὁ Ἴδιος ὑπαινίχθη (Ἰωάν. ιδ´ 18). Ὁ Xριστός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά ν’ ἀποτελεῖ τό ὁρατό Ἀρχέτυπο τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἐποχῶν! Ὁ Xριστός, ἐπίσης, τρεῖς ἡμέρες μετά τόν θανάτό του, ἀναστήθηκε καί ἐμφανίσθηκε στούς Mαθητές του, οἱ ὁποῖοι πιστοποίησαν τό γεγονός καί βεβαιώθηκαν γι’ αὐτό (Mατθ. κη´9-10. Mαρ. ιϛ´ 9, 12, 14. Λουκ. κδ´ 13-31, 36. Ἰωάν. κ´ 15, 19 ἑξ.). Γιά τούς πολλούς ὅμως, ὁ Xριστός ἐξακολουθοῦσε νά εἶναι «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» (Λουκ. β´ 34). Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο καί ὁ Xριστός δέν μποροῦσε πιά νά παραμένει ὁρατός στήν γῆ. Σαράντα ἡμέρες, μετά τήν ἀνάστασή του, «ἀνελήφθη εἰς τόν οὐρανόν» (Mάρκ. ιϛ´ 19).

  1. Ἡ παρουσία τοῦ Xριστοῦ στόν κόσμο, μετά τήν Ἀνάστασή του

.                 α) Ὁ Xριστός ἀόρατος ἀπό τούς ἐχθρούς του: Ὁ Xριστός, μετά τήν Ἀνάστασή του, δέν μποροῦσε πιά νά παραμένει ὁρατός στήν γῆ, διότι αὐτό θά ἦταν μιά συνεχής πρόκληση γιά τούς ἐχθρούς του. Ὁ Xριστός, ὅμως, δέν ἦλθε στόν κόσμο, γιά νά διαιωνίσει τήν ἔχθρα τῶν ἀνθρώπων κατά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γιά νά τήν καταργήσει (Ἐφεσ. β´ 14-15). Ἐξ ἄλλου, ἐκεῖνοι πού δέν δέχθηκαν τόν Xριστό, μέ τόν λόγο του καί τά θαύματά του, δέν ἐπρόκειτο νά δεχθοῦν καί τόν ἀναστημένο Xριστό, τοῦ Ὁποίου τήν ἀνάσταση θά ἀμφισβη­τοῦσαν μέ κάθε τρόπο, ὅπως ἄλλωστε καί συνέβη (Mατθ. κη´ 11-15).

.                 β) Ὁ Xριστός σέ συνεχῆ ἐπαφή μέ τούς Mαθητές του: Ὁ Xριστός ἐμφανίζεται στούς μαθητές του τήν ἴδια μέρα τῆς Ἀναστάσεώς του. Mέ τίς ἐμφανίσεις του αὐτές, ὁ Xριστός ἐγκαινιάζει μιά νέα σχέση μαζί τους καί τούς ὑπόσχεται μάλιστα, ὅτι ἡ σχέση αὐτή θά εἶναι μόνιμη καί θά συνεχιστεῖ μέχρι τό τέλος τῆς ἱστορίας: «Ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ἡμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Mατθ. κη´ 20).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ANAΛHΨH TOY XPIΣTOY-2

, ,

Σχολιάστε

ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ (Δ. Νατσιός-π. Ν. Λουδοβίκος)

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ «Τὰ Μυστήρια αὐτομάτως θεώνουν τὸν ἄνθρωπο»!

.                Ἡ περσοναλιστικὴ ἀντίληψη περὶ ἀνθρώπινης φύσης ὡς ταυτιζόµενης µὲ τὴν ἁµαρτία καὶ τὴν ἀναγκαιότητα, ὁδηγεῖ σὲ µιὰ ἀντίληψη τῶν µυστηρίων ὡς αὐτοµάτων γεγονότων µεταµόρφωσης καὶ θέωσης τοῦ ἀνθρώπου. Ἀντίστροφα, ἡ τόσο ἔντονη ἐξαχρείωση τῆς φύσης, ἀφ᾽ ἑνὸς ἀφήνει ἐλάχιστα περιθώρια στὴν ἀσκητικὴ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἀφ᾽ ἑτέρου ἐπείγεται γιὰ µιὰ -ἔξωθεν ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ- αὐτόµατη µεταµόρφωσή της.

ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.gr (ἀπὸ parembasis.gr)

, , ,

Σχολιάστε

ΣΥΓΧΥΣΗ καὶ ΤΑΡΑΧΗ, Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΜΑΣ. (Ἅγ. Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος)

ατία τς σωτερικς συγχύσεως κα ταραχς.
θεραπεία το νθρώπου
π τς συνέπειες το προπατορικο μαρτήματος

Ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου,
«Ὁ δρόμος τῆς ζωῆς»,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωποῦ
σελ. 84-87

.             Σὲ παρακίνησα νὰ σκεφτεῖς ἀπὸ ποὺ μπορεῖ νὰ προέρχονται τὰ σπέρματα τῆς ἐσωτερικῆς συγχύσεως καὶ ταραχῆς, καὶ σοὺ ὑποσχέθηκα νὰ τὸ συζητήσουμε. Εἶναι ἀλήθεια, ὅμως, πὼς ἤδη γνωρίζεις τὴν προέλευσή τους. Δὲν ὑπάρχει λόγος, λοιπὸν νὰ σκεφτεῖς, ἀλλὰ μόνο νὰ θυμηθεῖς ποιὰ εἶναι ἡ σχετικὴ πίστη μας.
.             Πιστεύουμε πὼς αὐτὰ τὰ σπέρματα δὲν τὰ ἔβαλε ὁ Δημιουργὸς μέσα στὴ φύση τοῦ ἄνθρωπου, ὅταν τὸν ἔπλασε. Μπῆκαν ἀργότερα, μετὰ τὴν πτώση τῶν προπατόρων μας, πού, μὲ τὴν παράβαση τῆς ἐντολῆς, διέφθειραν καὶ διέστρεψαν τὴ φύση μας. Ἔτσι διεφθαρμένη καὶ διεστραμμένη τὴ μεταβίβασαν στοὺς ἀπογόνους τους, δηλαδὴ σ’ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἔτσι διεφθαρμένη καὶ διεστραμμένη, λοιπόν, ἔχει φτάσει μέχρι κι ἐμᾶς. μεταπτωτικ ατ κατάσταση τς φύσεώς μας ποτελε τν ατία τς σωτερικς μας συγχύσεως κα ταραχς. π’ ατήν, πάλι, προκαλεται λη ξωτερικ ναταραχ στν προσωπικ ζω κάθε νθρώπου, στν οκογενειακ ζω κα στν κοινωνικ ζωή.
.             Τὰ σπέρματα, λοιπὸν τῆς συγχύσεως καὶ ταραχῆς, μολονότι ὑπάρχουν μέσα μας ἐκ γενετῆς, δὲν εἶναι φυσικά. Δὲν εἶναι συστατικά της φύσεώς μας. Δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε, δηλαδή, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν τὰ ἔχει, δὲν εἶναι ἄνθρωπος. Ἀπεναντίας, δίχως αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἀληθινὸς ἄνθρωπος. κατάσταση τς συγχύσεως κα τς ταραχς εναι ρρώστια μας. Καὶ μόνο ὅταν ἀπαλλαγοῦμε ἀπ’ αὐτήν, γινόμαστε ὑγιεῖς, ἔτσι ὅπως πρέπει νὰ εἴμαστε ἀπὸ τὴ φύση ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Δημιουργός. Θυμᾶμαι τὴν ἐπιθυμία σου νὰ βρεθεῖς “στὸ ἐπίπεδό της ἀνθρώπινης ἀξίας”. Θεράπευσε τὴν παραπάνω ἀρρώστια, ποὺ ἔχεις μέσα σου, καὶ θὰ φτάσεις σ’ αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο.
.             Μὴν ξεχνᾶς πὼς ἡ σύγχυση καὶ ἡ ταραχὴ εἶναι ἔμφυτες, ὄχι ὅμως καὶ φυσικές. Δὲν ἀποτελοῦν οὐσιῶδες μέρος τῆς φύσεώς μας. Ἐπηρεάζουν, πάντως, τὰ οὐσιώδη μέρη της, προκαλώντας διαταραχὴ στὴ λειτουργία τοῦ καθενὸς καὶ στὶς ἀμοιβαῖες σχέσεις τους. Ἂν ἡ σύγχυση καὶ ἡ ταραχὴ ἦταν φυσικές, ἡ παρουσία τους δὲν θὰ μᾶς ἔκανε νὰ ὑποφέρουμε καὶ νὰ βασανιζόμαστε, ὅπως συμβαίνει. Φυσικ εναι ,τι εφραίνει κα ναπαύει τ ψυχή, ν φύσικο ,τι τν καταπιέζει κα τν κουράζει. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ἂν ἡ σύγχυση καὶ ἡ ταραχὴ ἦταν φυσιολογικές, τότε, ὅποιος ἦταν ἀπαλλαγμένος καὶ καθαρὸς ἀπ’ αὐτές, δὲν θὰ ἦταν ἄνθρωπος. Ξέρουμε, ὡστόσο, ἕναν ἄνθρωπο, τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, πού, μολονότι ἦταν ὁλότελα καθαρὸς ἀπὸ σύγχυση καὶ ταραχή, εἶχε τέλεια τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ξέρουμε, ἐπίσης, ὅτι ὅποιος ντύνεται τὸν Χριστό, παίρνει ἀπ’ αὐτὸν τὴ δύναμη νὰ καθαρίσει τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ γίνει ὅμοιός του στὴν καθαρότητα.
.             Νὰ θυμᾶσαι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ σύγχυση καὶ ἡ ταραχὴ εἶναι ἐγγενεῖς, ὄχι ὅμως καὶ φυσικές· νὰ τὸ θυμᾶσαι καὶ νὰ τὸ πιστεύεις ἀκλόνητα. Ἔτσι θὰ ἐπιθυμήσεις σφοδρὰ καὶ τὴ θεραπεία σου. Γιατί, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ κατάσταση δὲν εἶναι φυσιολογική, τότε μπορεῖς νὰ θεραπευθες, φτάνει νὰ τὸ θέλεις. Καὶ εἶναι δυνατὸ νὰ μὴν τὸ θέλεις; Ὑγιὴς καὶ καθαρὴ ἡ φύση μας εἶναι ὑπέροχη. Οἱ ἴδιοι οἱ ἄγγελοι τὴν ἀτενίζουν μὲ ἀγάπη καὶ δέος. Δὲν θὰ θέλαμε, λοιπόν, νὰ τὴ δοῦμε κι ἐμεῖς ἔτσι; Ἀναμφίβολα, λη ετυχία κα εδαιμονία μας ξαρτται π τ θεραπεία μας. Γιατί, ὅταν θὰ ἔχουμε ἀπαλλαγεῖ πιὰ ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀρρώστια, τί ἄλλο θὰ μᾶς στερήσει τὴ μακαριότητα;
.             Εἶπα πρίν, πώς, ἐπειδὴ ἡ κατάσταση τῆς ταραχῆς καὶ τῆς συγχύσεως δὲν εἶναι φυσική, μπορεῖ κανεὶς νὰ θεραπευθεῖ. Τώρα λέω, ὑποθετικά, τὸ ἀντίθετο: Ἂν ἦταν φυσική, δὲν θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ θεραπευθεῖ, ὅσο σκληρὰ κι ἂν ἀγωνιζόταν. Πιστεύοντας κάτι τέτοιο, θὰ ἔχανες τὸ θάρρος σου. “Ἔτσι εἶμαι καὶ δὲν μπορῶ ν’ ἀλλάξω”, θὰ σκεφτόσουνα καὶ θὰ κυριευόσουν ἀπὸ τὴν ὀλέθρια ἀπόγνωση. Ὀλέθρια, ναί! Γιατί, ὅταν κυριεύσει τοὺς ἀνθρώπους, τότε αὐτοὶ παραδίνονται στὴν ἁμαρτία καὶ ἐκτελοῦν κάθε λογῆς βρώμικη πράξη δίχως φραγμό.
.             Θὰ τὸ ξαναπῶ: Διατήρησε τὴν πεποίθηση ὅτι ἡ ταραχή μας δὲν εἶναι φυσική. Μὴν ἀκοῦς ἐκείνους ποὺ λένε, “Εἶναι ἀνώφελο νὰ τὸ συζητᾶμε, γιατί ἔτσι εἴμαστε φτιαγμένοι καὶ δὲν μποροῦμε ν’ ἀλλάξουμε”. Δὲν εἴμαστε φτιαγμένοι ἔτσι. Καί, ἂν ἀγωνιστοῦμε, μποροῦμε ν’ ἀλλάξουμε.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: alopsis

 

 

, , , ,

Σχολιάστε