Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ἀνησυχία

ΩΡΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ « Τὰ ἐρωτήματα πιέζουν ἀσφυκτικά: Τί πρόκειται νὰ συμβεῖ; Τί θὰ γεννήσει ἡ αὐριανὴ μέρα;»

Ὥρα μεγάλου πειρασμοῦ

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2100, 01 12.14

.            Κάποτε καταράστηκε μιὰ συκιά, κι αὐτὴ ξεράθηκε. Ἄλλοτε πῆρε τὸ μαστίγιο κι ἔδιωξε τοὺς ἀσεβεῖς ἐμπόρους ἀπὸ τὸν οἶκο του Θεοῦ. Καὶ σ’ ἄλλη περίσταση ἔστειλε τὰ δαιμόνια στοὺς χοίρους, κι αὐτοὶ ­πνίγηκαν στὴ λίμνη. Χαρακτηριστικότερα ἀκόμη στοὺς καιροὺς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὁ Θεὸς τιμωροῦσε παραδειγματικὰ τὸ κακό, μὲ ἀποκορύφωμα βέβαια τὸν Κατακλυσμὸ τοῦ Νῶε καὶ τὴ συνταρακτικὴ καταστροφὴ τῶν διεστραμμένων πόλεων Σόδομα καὶ Γόμορρα.
.            Εἶναι λοιπὸν αὐστηρός; Εἶναι ἄ­­­καμ­­πτος ἐπιτηρητὴς τῆς τάξεως στὸν κόσμο καὶ ἀδέκαστος τιμωρὸς τοῦ κακοῦ;
.            Ὁ Θεὸς εἶναι δίκαιος. Ἡ δικαιοσύνη Του ὅμως δὲν μοιάζει μὲ τὴν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη. Οἱ ἄνθρωποι, ἀποδίδοντας δικαιοσύνη, καὶ λάθη κάνουμε καὶ τὰ κίνητρά τους συχνὰ εἶναι ἐκδικητικά. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶναι δίκαιος ἀπὸ ἀγάπη. Ἡ δικαιοσύνη Του ἀποτελεῖ ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης Του. «Τιμωρεῖ» μὲ ἀγάπη. Ἐλέγχει κινούμενος ἀπὸ ἄπειρη ἀγάπη. Δοκιμάζει μὲ πειρασμοὺς τὸν ἄνθρωπο πάντα ἀπὸ ἀγάπη. Ὅταν οἱ ἁμαρτίες μας συσσωρεύονται ὑπερβολικά, δικαίως μᾶς ἐγκαταλείπει σεβόμενος τὴν ἐλευθερία μας. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ «δικαία τοῦ Θεοῦ ἐγκατάλειψις διὰ τὴν ἡμετέραν ἁμαρτίαν καὶ τὴν ἀπείθειαν» (ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς)[1] ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης Του εἶναι. Ὄχι μόνο διότι γίνεται ἀπὸ σεβασμὸ στὴν ἐλευθερία μας, ἀλλὰ καὶ διότι πάντοτε ἀποβλέπει στὸ καλό μας, στὴ σωτηρία μας.
.               Τὸ πρόβλημα βέβαια εἶναι ἡ ὑπερβολικὴ συσσώρευση ἁμαρτιῶν ποὺ ἀντιστέκεται πεισματικὰ στὸν ὠκεανὸ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ· «οὐδεὶς φιλανθρωπότερος τοῦ Θεοῦ ἀλλ’ οὐ θέλει ἐλεῆσαι· ἀντιστήκει γὰρ τὸ πλῆθος τῶν ἐν τῷ κόσμῳ γινομένων ἁμαρτιῶν» (Ὅσιος Βαρσανούφιος, ἀπόκρισις φξθ´).
.            Ἡ συσσώρευση τῶν ἁμαρτιῶν στὸν τόπο μας ἔχει τὸν τελευταῖο καιρὸ αὐ­ξηθεῖ πολύ. Ἐκρηκτικὴ ἡ αὔξηση. Ἕνα εἶδος μανίας. Οἱ πιστοί, ἔχοντας εὐαισθητοποιημένα τὰ πνευματικά τους αἰσθητήρια, ἀντιλαμβάνονται ὅτι ὁ τόπος ἔχει ἤδη εἰσέλθει σὲ περίοδο μεγάλου πειρασμοῦ καὶ δικαίως ἀνησυχοῦν. Ἀνησυχοῦν γιὰ τοὺς ἴδιους, γιὰ τὰ παιδιά τους, τοὺς δικούς τους, τὴν πατρίδα, τὸν κόσμο γενικότερα.
.              Τὰ ἐρωτήματα τοὺς πιέζουν ἀσφυκτικά: Τί πρόκειται νὰ συμβεῖ; Τί θὰ γεννήσει ἡ αὐριανὴ μέρα; Σὲ ποιὸν κόσμο θὰ ζήσουν τὰ παιδιά μας; Θὰ γίνει πόλεμος; Θὰ πάρουμε πίσω αὐτὰ ποὺ χάσαμε ἢ θὰ χάσουμε κι αὐτὰ ποὺ ἔχουμε; Ζοῦμε στοὺς ἔσχατους καιρούς; Κι ἂν ναί, πόσο κοντά μας εἶναι οἱ μεγάλοι πειρασμοί;
.               Ὅλα αὐτὰ κι ἄλλα ἀκόμη, ἐρωτήματα βασανιστικὰ καὶ ἀδυσώπητα, τοὺς κυκλώνουν μέρα-νύχτα «ὥσπερ μέλισσαι κηρίον», σὰν πολύβουο μελίσσι γύρω ἀπὸ τὴν κυψέλη. Οἱ δὲ ποικίλες σ᾿ αὐτὰ ἀπαντήσεις ἐπιτείνουν τὴ σύγχυση, τὰ ἐπιδεινώνουν.
Ὅμως ἐδῶ εἶναι ὁ πόλεμος.
.              Ἡ μάχη πρέπει νὰ δοθεῖ ἀπὸ τὸν καθένα. Καὶ πρέπει νὰ δοθεῖ μέσα στὴ σύγχυση. Μάχη πίστεως! Πίστεως στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Πίστεως ὅτι ἡ δικαιοσύνη Του εἶναι ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης Του. Καὶ ἑπομένως ὅτι, ὅποιες δοκιμασίες κι ἂν ἐπέλθουν – ἀποτέλεσμα τῆς δικαίας λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν μας ἐγκαταλείψεώς μας – θὰ βρίσκονται ὅλες μέσα στὸν ὠκεανὸ τῆς ἀγάπης Του. Ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ γιὰ νὰ ἐξοντώσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ σώσει. Δὲν ἐκδικεῖται τὴν ἀσέβειά μας· ἀλλὰ παιδεύει, παιδαγωγεῖ. Καὶ μάλιστα «διά τῶν εὐχῶν» τῶν ἁγίων ἀνθρώπων «μετ᾿ ἐλέους παιδεύει» (Ὅσιος Βαρσανούφιος, ἀπόκρισις φξθ´). Παιδαγωγεῖ «μετ᾿ ἐλέους», μὲ ἀγάπη, μὲ εὐσπλαχνία. Ὡς Πατέρας στοργικὸς ποὺ εἶναι φροντίζει μὲ σπλάχνα πατρικὰ τὰ παιδιά Του, ὅλους μας. Ἀκόμη κι ὅταν κατὰ λόγον δικαιοσύνης μᾶς ἐγκαταλείπει, δὲν μᾶς ἀποκηρύττει, εἶναι καὶ παραμένει Πατέρας, ὁ Πατέρας μας.
.               Αὐτὴ ἡ γνώση εἶναι σωτήρια. Καὶ ἡ οἰκογένειά μας καὶ οἱ δικοί μας καὶ ἡ πατρίδα μας καὶ ὅλος ὁ κόσμος βρίσκον­ται στὰ χέρια τοῦ Δημιουργοῦ μας. Ἀκόμη κι ἂν ἡ γῆ συγκλονιστεῖ καὶ τὰ βουνὰ πέσουν στὴ θάλασσα, δὲν πρέπει νὰ ἀφήσουμε τὸν φόβο νὰ καλύψει τὶς ψυχές μας· «Οὐ ­φοβηθησόμεθα ἐν τῷ ταράττεσθαι τὴν γῆν καὶ μετατίθεσθαι ὄρη ἐν καρδίαις θαλασσῶν» (Ψαλ. ΜΕ´ [45] 3).
.              Δὲν θὰ ἀνησυχοῦμε; Θὰ ἀνησυχοῦμε μὲ τὴν «καλὴ ἀνησυχία», ὅπως ἔλεγε ὁ ὅσιος γέροντας Παΐσιος. Θὰ ἀνησυχοῦμε μὲ πίστη, θὰ ἀγωνιοῦμε μὲ ἐλπίδα, θὰ ἀγωνιζόμαστε μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ θὰ προσευχόμαστε μὲ ζῆλο. Γιὰ νὰ ἀντέξουμε καὶ κατὰ τὴν ὥρα τοῦ μεγάλου πειρασμοῦ νὰ κρατήσουμε τὴν πίστη ζωντανὴ καὶ νὰ δώσουμε τὴ μαρτυρία μας μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸν ἀποστατημένο κόσμο.

  1. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία Ιϛ´, Περὶ τῆς κατὰ σάρκα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οἰκονομίας…, ΕΠΕ 9, 446.

 

 

,

Σχολιάστε

«ΕΡΗΜΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΤΟΠΟΣ» Ἡ ἐρηµιὰ µὲ ζώνει ἀπὸ παντοῦ. Ὅλοι στὴν πιὸ κρίσιµη στιγµὴ µὲ ἐγκατέλειψαν µόνο νὰ παλεύω.

«ΕΡΗΜΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΤΟΠΟΣ»

Τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ.4282, Σεπτ. 2014

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.             Ἡ ἀνησυχία τῶν µαθητῶν µπροστὰ στὸν ἔρηµο τόπο καὶ στὸ πλῆθος τῶν πεντακισχιλίων δὲν µένει ἁπλὴ ἀνησυχία καὶ προβληµατισµός. Γίνεται ἀνυποµονησία καὶ ἀγωνία: πῶς νὰ θρέψουµε τόσο κόσµο; Ἔτσι ἡ ἀνησυχία, καρπὸς τῆς ὀλιγοπιστίας, γίνεται ταραχή. Κρίνουν ὅπως βλέπουν, µὲ καθαρῶς ἀνθρώπινα κριτήρια. Ὑπολογίζουν µόνο µὲ ἀριθµούς. Μόνο µὲ τὴν ψυχρὴ λογική. Καὶ λησµονοῦν τὸ πιὸ σπουδαῖο, τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου, τοῦ παντοδύναµου Θεοῦ. Ἀλλὰ τὸ ἴδιο δὲν παθαίνουµε συχνὰ κι ἐµεῖς;

* * *

.             Ὁ ὀρθολογισµός µας, ἡ «τετράγωνη» λογική µας, τὰ «ἀδιάσειστα» δεδοµένα µας, γίνονται συχνὰ ἡ ταλαιπωρία µας. Δὲν ἔχουµε καµιὰ ἀµφιβολία, πὼς τὰ πράγµατα εἶναι ἔτσι, ὅπως τὰ σκεπτόµαστε καὶ ὅπως ἐµεῖς τὰ βλέπουµε. Μετρηµένα κουκιά, λέµε. Τὰ µετρᾶµε ἕνα, δύο τρία, τέσσερα, πέντε ψωµιὰ καὶ δύο ψάρια. Ἀκριβῶς. Τίποτα περισσότερο. Καὶ τότε µἐ ἀπογοήτευση τὰ χείλη ψιθυρίζουν: «οὐκ ἔχοµεν ὧδε εἰ µὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας» (Ματθ. ιδ´ 17).
.             Πέντε ψωµια καὶ δύο ψάρια! Καὶ µόνο αὐτο; Εἶναι καὶ ὁ τόπος ἔρηµος. Τὰ µάτια µας δὲν βλέπουν κανένα φῶς. Ἀπὸ πουθενὰ δὲν φαίνεται καµιὰ ἐλπίδα. Ἐρηµιὰ παντοῦ.
.             Καὶ ἀπέναντι σ᾽ αὐτὰ τὰ ἀπογοητευτικὰ δεδοµένα οἱ ἀπαιτήσεις τεράστιες. Μὲ πέντε ψωµιὰ καὶ δύο ψάρια ἔχουµε νὰ θρέψουµε «ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχιλίους χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων». Περιορισµένες στὸ ἐλάχιστο οἱ δυνατότητές µας. Ἀπεριόριστες καὶ µεγάλες ἀπὸ τὴν ἄλλη µεριὰ οἱ ἀνάγκες.
.             Ἐδῶ βρίσκεται τὸ δράµα τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου. Ἡ ὀλιγοπιστία του δὲν ἀφήνει νὰ δεῖ τὴν πραγµατικότητα, γιατί πραγµατικότητα, τὸ ἴδιο ψηλαφητή, εἶναι καὶ τὸ θαῦµα τῆς προνοίας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μία µατιὰ στὸ παρελθόν, τὸ παλαιὸ καὶ τὸ πρόσφατο, ἕνα βλέµµα σὲ ὁλόκληρη τὴ ζωή µας, τὴν ἀτοµική, τὴν οἰκογενειακή, τὴν ἐθνική, θὰ µας προσέφερε ἀδιάσειστες ἀποδείξεις τῆς θαυµαστῆς παρουσίας καὶ ἐπεµβάσεως τοῦ Θεοῦ.
.             Καὶ ὅµως ὅλα αὐτὰ τὰ λησµονοῦµε. Καὶ τὰ λησµονοῦµε τὴν ὥρα ἀκριβῶς, ποὺ ἔπρεπε νὰ τὰ θυµόµαστε. Καὶ τότε µὲ πόνο, µὲ θλίψη ἐπαναλαµβάνουµε: Τί νὰ κάνω; Ἔρηµoς ἐστὶν ὁ τόπος»! Ἡ ἐρηµιὰ µὲ ζώνει ἀπὸ παντοῦ. Ἔρηµος ἀπὸ πιστοὺς φίλους, ἀπὸ συγγενεῖς ἀνιδιοτελεῖς, ἀπὸ συµπαραστάτες εἰλικρινεῖς. Ἔρηµος ἀπὸ ἀγάπη, ἀπὸ συµπαράσταση στὶς δύσκολες στιγµές, ἀπὸ συµπάθεια καὶ κατανόηση: Ὅλοι στὴν πιὸ κρίσιµη στιγµὴ µὲ ἐγκατέλειψαν, µὲ ἄφησαν ἔρηµο καὶ µόνο νὰ παλεύω µὲ τὰ ἀγριεµένα κύµατα τῆς δοκιµασίας µου.

* * *

.             Ἔρηµος συχνὰ αἰσθάνεται ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ φτωχὸς βιοπαλαιστής, µπροστὰ στὶς ποικίλες δυσκολίες ὄχι µόνο γιὰ τὴ διατροφή, ἀλλὰ πιὸ πολὺ γιὰ τὴν ἀνατροφὴ καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῶν παιδιῶν.
.             Ἔρηµη αἰσθάνεται ἡ µητέρα, ποὺ ἔχασε τὸν σύζυγό της καὶ δὲν βλέπει ἀπὸ πουθενὰ τὴν εἰλικρινῆ συµπαράσταση. Καὶ τὴν ἐρηµιὰ αὐτὴ τὴν αἰσθάνεται καυτερή, ἀπειλητική, στὴν ἀναζήτησή της γιὰ ἀξιοπρεπῆ ἐργασία καὶ προστασία.
.             Πόσες φορὲς τὴν ἐρηµιὰ αὐτὴ τὴν ζεῖ καὶ ἡ νέα γενιὰ στὴν προσπάθειά της νὰ διοχετεύσει τὸν ἐνθουσιασµό της σὲ ἔργα δηµιουργικὰ καὶ µεγάλα. Ἀναζητάει ἰδανικά, µεγάλες µορφὲς καὶ βλέπει τὴν ἐρηµιὰ ἀπὸ πρότυπα, ἀπὸ προσωπικότητες ἄξιες µιµήσεως καὶ θαυµασµοῦ. Λαχταράει τὶς κορυφὲς τῆς ἀρετῆς καὶ συναντάει τὴν καµπίσια ζωή, τοὺς µολυσµένους βάλτους.
.             Σ᾽ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ὁ κίνδυνος τῆς ἀπογοητεύσεως εἶναι µεγάλος. Ἡ ἐρηµιὰ ἀπειλεῖ νὰ γίνει µόνιµη περιοχὴ τῆς καρδιᾶς. Ἡ ὀλιγοπιστία ψιθυρίζει τὸ κλαψοτράγουδό της: «Οὐκ ἔχοµεν ὧδε εἰ µἡ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας». Τίποτα σχεδὸν δὲν ἔχουµε. Πῶς θὰ τὰ βγάλουµε πέρα; Πῶς θὰ ἀνταποκριθοῦµε στὶς τόσες ἀπαιτήσεις;

* * *

.             Πῶς; Ἡ ἀπάντηση εἶναι µία καὶ µοναδικὴ καὶ ἀποτελεσµατική. Ὁ Χριστός. Τότε κοντὰ στὸν Χριστὸ «ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν». Καὶ σήµερα καὶ σὲ κάθε ἐποχὴ ἡ ἐρηµιὰ γίνεται ὄαση. Κοντά Του χορταίνουµε ἀληθινά. Βρίσκουν τὴν ἐκπλήρωσή τους οἱ ἀναζητήσεις µας, οἱ ὄµορφοι πόθοι µας, οἱ εὐγενικὲς φιλοδοξίες µας.
.             Κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ στὸ παραδειγµα τοῦ Χριστοῦ: «νέβλεψεν ες τν ορανόν». Πρῶτα ἀνέβλεψε καὶ ὕστερα εὐλόγησε καὶ πολλαπλασίασε. Ἂς ὑψώσουµε κι ἐµεῖς τὸ βλέµµα καὶ τὴν καρδιὰ στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ εἴµαστε βέβαιοι, πὼς ἡ ἔρηµος θὰ γεµίζει ἄνθη καὶ ἡ ψυχή µας δὲν θὰ λιµοκτονεῖ στὴν Σαχάρα τῆς ἀπογνώσεως.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑΣ

ΣΧΟΛΙΟ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ»: «Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος ἀποφεύγει τήν προβολή καί ἐπιλέγει τήν ἀπομόνωση», ὑπογραμμίζεται τόσο ὡραῖα καὶ εὔστοχα στὸ κατωτέρω ἄρθρο τοῦ π. Διονυσίου Τάτση. Πρόκειται γιὰ μιὰ πνευματικὴ σταθερά, τὴν ὁποία ἡ κρατοῦσα «ἐκκλησιαστικὴ» ἀντίληψη ἔχει ἐν πολλοῖς ἀναποδογυρίσει, ἀποβλέποντας στὰ κοντὰ ὀφέλη τῆς Προβολῆς καὶ τῆς Διαφημίσεως. Τόσο πολὺ ποὺ μιὰ Ἀρτοκλασία ἢ μιὰ Βάπτιση ἑνὸς «ἐπωνύμου» βρέφους ἢ τὰ θυρανοίξια ἐξωκκλησίου «Παράγοντός τινος» (!) νὰ ἀποτελοῦν πολυφωτογραφιζόμενη …εἴδηση, ὥστε ὁ Τελετάρχης νὰ βρίσκεται διαρκῶς στὸ Σαθρὸ Προσκήνιο τῆς Ματαιοδοξίας καὶ τῆς Ἐξουσιοθηρίας

ΟΙ ΑΝΑΧΩΡΗΤΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση

.     Οἱ ἄνθρωποι θέλουν νά ἐπικοινωνοῦν καί ἄς μή ἔχουν κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Ἀρέσκονται στό νά μιλᾶνε καί να ἀκοῦν, νά διαφωνοῦν καί νά παρεξηγοῦνται. Αὐτή ἡ ἐπικοινωνία, ὡστόσο, κουράζει, ἄν δέν ἀπογοητεύει κιόλας, τούς συγκροτημένους καί πνευματικούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι βλέπουν το πολύ χαμηλό ἐπίπεδο τῶν συζητήσεων καί δέν τό ὑποφέρουν.
.   Οἱ γνωστοί καί φημισμένοι γιά κάποιο χάρισμα, πού ἔχουν, τραβοῦν συνήθως τό ἐνδιαφέρον τῶν πολλῶν, πού θέλουν νά ἱκανοποιήσουν τήν περιέργειά τους, νά τούς δοῦν ἀπό κοντά καί νά συνομιλήσουν μαζί τους. Νά μάθουν καί λεπτομέρειες ἀπό τή ζωή τους. Ἡ ἀναζήτηση αὐτή ἐνοχλεῖ πολύ. Εἶναι χαρακτηριστικά τά λόγια τοῦ Φώτη Κόντογλου: «Ἔρχονται στό παλάτι μας (τό φτωχικό του σπίτι κατ᾽ εὐφημισμόν) νά μᾶς δοῦνε κάμποσοι ἄνθρωποι, λογιῶν-λογιῶν Ἐγώ τούς ἀποφεύγω, γιατί πολλοί ἀπό δαύτους εἶναι κούφιοι, κ᾽ ἔρχονται νά μᾶς δοῦνε ἀπό περιέργεια, τί λογῆς ἄνθρωποι εἴμαστε. Μά ἐγώ δέν εἶμαι κανένας ρινόκερως ἤ κανένας ἱπποπόταμος, γιά νά ᾽ρχονται νά μέ βλέπουνε».
.   Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος ἀποφεύγει τήν προβολή καί ἐπιλέγει τήν ἀπομόνωση. Δέν εἶναι ἰδιορρυθμία αὐτό. Εἶναι τρόπος γιά να μπορεῖ νά δημιουργεῖ, διατηρώντας τήν ἐλευθερία τῆς σκέψης και τῆς ἔκφρασης. Ἀξιοποιεῖ τό χρόνο του, ἀποφεύγοντας τούς περίεργους καί ἀδειανούς ἀνθρώπους. Ὅταν ὅμως ἐπικοινωνεῖ με ἀνθρώπους, πού ἔχουν πνευματικά ἐνδιαφέροντα, πρόθυμα ἀναφέρεται σέ διάφορα θέματα, ὅπως πρόθυμα ἀκούει καί τούς συνομιλητές του. Οἱ περιπτώσεις αὐτές ὅμως εἶναι λίγες. Οἱ ἄνθρωποι στήν ἐποχή μας δέν ἔχουν πνευματικά ἐνδιαφέροντα. Ἐναγωνίως ἀσχολοῦνται μέ τήν σκληρή καί δυσάρεστη καθημερινότητά τους. Δέν ἔχουν πνευματικές ἀνησυχίες. Δέν ἐνοχλοῦνται ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ κοινωνία ἔχει γίνει ζούγκλα καί κανένας δέν μιλάει γιά ἠθικές ἀξίες. Ὅπως κανείς δέν μιλάει καί γιά τόν Θεό. Ὅλοι ἐνδιαφέρονται γιά τόν ἑαυτό τους, τά συμφέροντά τους, τήν καλοπέρασή τους καί σχεδόν κανένας δέν θέλει νά ἐργαστεῖ γιά νά βελτιωθοῦν τά κακῶς κείμενα. Δέν ὑπάρχουν πιά ἄνθρωποι μέ ὁράματα καί εὐγενικές φιλοδοξίες.
.    Ἐκεῖνο πού δέν βρίσκει ὁ πνευματικός ἄνθρωπος στήν κοινωνία, τό ὁραματίζεται ὅταν εἶναι ἑκουσίως μακριά της. Αὐτή εἶναι ἡ μοναδική διέξοδος. Φεύγει μακριά ἀπό τούς ἀνθρώπους καί χαίρεται τή μοναξιά σέ ἐρημικούς τόπους. Ὁ Κόντογλου ἐκφράζει μέ τόν δικό του τρόπο αὐτή τήν ἐπιθυμία τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπό τόν πολυμέριμνο καί θορυβώδη κόσμο: «Μ᾽ ὅλο πού ζῶ παράμερα στο ἐρημητήρι μου, σάν νά βρίσκουμαι μακρυά ἀπό τήν Ἀθήνα, ὡστόσο τώρα πού καλοκαιρεύει πεθύμησα νά φύγω μακρυά, νά πάγω κατά τή θάλασσα. Νά κρυφτῶ, νά μή μέ ξέρει κανένας, νά ξεχαστῶ σά νά ᾽μαι πεθαμένος. Πόσο εὐτυχισμένος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, πού δέν τόν ξέρει κανένας! Ἄν γνώριζε τήν εὐτυχία του! Πόσο ζηλεύω κάτι ἀνθρώπους, ὁπού ζοῦνε σέ κάποια μέρη, πού δέν τά βάζει κανένας στό νοῦ του, καί πού κανένας δέν μαθαίνει ἄν ζοῦνε ἤ ἄν πεθάνανε! Τούς συλλογίζουμαι καί ξεκουράζουμαι. Καλότυχος ὁ ἄνθρωπος, πού κατάλαβε ἀπό νωρίς, πώς ὅποιος ζεῖ μέ πολλές ἔγνοιες εἶναι δυστυχισμένος καί πώς ὅποιος ζεῖ κρυφά, δίχως να τόν ξέρουνε οἱ ἄλλοι, αὐτός εἶναι βλογημένος. Ἄς εἶναι φτωχός, ἄς εἶναι στεναχωρημένη ἡ ζωή του, πάντα ἔχει ἕνα μεγάλο κέρδος ὁ τέτοιος ἄνθρωπος: γλυτώνει ἀπό πολλά φαρμάκια».
.  Μέ αὐτόν τόν τρόπο σκέφτεται ὁ ἄνθρωπος, πού θέλει νά ἀξιοποιεῖ τόν χρόνο του καί νά δημιουργεῖ. Ἡ ἐπιθυμία ἀπομάκρυνσης ἀπό τόν κόσμο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς καλῆς του ἀνησυχίας τόσο γιά τή δική του πνευματική προκοπή ὅσο καί γιά τήν δίχως Θεό πορεία τῶν ἀνθρώπων.

ΠΗΓΗ: ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», 15.07.2011
(Διαδίκτυο: «ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ»)

, , , ,

Σχολιάστε