Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀνδρεία

Ο ΑΝΑΣΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ

Ὁ Ἀναστὰς καὶ οἱ Μυροφόρες

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 83-86

 «ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτὸν»
(Μάρκ. ιϛ´ 1 )

.            Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἐπίσκεψι τῶν Μυροφόρων γυναικῶν «λίαν πρωὶ τῆς μιᾶς Σαββάτων» στὸ μνημεῖο, τὴν συνάντησι μὲ τὸν Ἄγγελο καὶ τὴν πληροφορία ὅτι «ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε». Δὲν περιγράφεται ἐδῶ ἡ συνάντησι τῶν Μυροφόρων μὲ τὸν Κύριο, ὅμως γνωρίζουμε καλὰ ὅτι οἱ Μυροφόρες γυναῖκες ὄχι μόνο ἀξιώθηκαν τῆς ἀγγελικῆς ὀπτασίας καὶ πληροφορήθηκαν πρῶτες αὐτὲς τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν τὸν Ἀναστάντα Χριστό. Αὐτὸ ἀποτελεῖ γεγονὸς μεγάλης σημασίας καὶ σπουδαιότητος. Γι’ αὐτὸ στὸ πρόσωπο τῶν Μυροφόρων τιμᾶται ἡ γυναικεία φύση καὶ γενικὰ ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύσι.

Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ στὶς Μυροφόρες

.            Προξενεῖ θαυμασμὸ ὅτι ἡ πρώτη ἐμφάνισι τοῦ Νικητοῦ τῆς ἁμαρτίας, τοῦ διαβόλου, καὶ τοῦ θανάτου, ἔγινε στὶς γυναῖκες καὶ ὄχι στοὺς μαθητάς. Τὸ θέμα αὐτὸ ἔχει τὴν ἐξήγησί του.
.            Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ ἡ ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀνανέωσι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἡ ἀναζώωσι, ἡ ἀνάπλασι καὶ ἡ πρὸς τὴν ζωὴ τὴν ἀθάνατη ἐπανέλευσι τοῦ Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου εἶχε ἐπανέλθη στὴν γῆ. Ὅπως τὸν Ἀδὰμ δὲν τὸν εἶδε κανείς, ὅταν δημιουργήθηκε, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε τότε ἄλλος, παρὰ μόνο ἡ Εὔα (πρώτη) μετὰ τὴν δημιουργία της, ἔτσι καὶ τώρα τὸν νέο Ἀδάμ, τὸν Χριστὸ δὲν τὸν εἶδε κανείς, ὅταν ἀναστήθηκε. Μετὰ τὴν Ἀνάστασί Του πρώτη τὸν εἶδε γυναίκα.
.            Πέρα ὅμως ἀπὸ τὴν ἄποψι αὐτὴ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη πατερικὴ ἑρμηνεία, ποὺ βρίσκει συσχετισμὸ μεταξὺ τῆς Εὔας καὶ τῶν Μυροφόρων γυναικῶν. Ἡ γυναίκα (Εὔα) ἀφοῦ συνομίλησε μὲ τὸ πονηρὸ πνεῦμα, ἔπεσε καὶ ἔφερε τὸ μήνυμα τῆς πτώσεως στὸν Ἀδάμ. Τώρα οἱ γυναῖκες (Μυροφόρες) ἀφοῦ συνομίλησαν μὲ τὸν ἄγγελο καὶ κατόπιν εἶδαν τὸν Χριστό, ἔφεραν τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως στοὺς ἄνδρας (στοὺς μαθητάς). Ἔτσι ἔχουμε τὴν ἀποκατάστασι τῆς γυνακείας φύσεως. Καταργεῖται ἡ διαίρεσι καὶ ἡ ἀπόδοσι τῆς εὐθύνης στὴν γυναίκα γιὰ τὴν πτῶσι. Ἡ ἀποκατάσταση τῆς γυναικείας φύσεως ἔγινε μὲ τὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν γέννησί Του ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία, τὴν ὁποία περίμεναν ὅλοι οἱ αἰῶνες.
.            Ἡ γυναίκα μέσα στὴν Ἐκκλησία παύει νὰ εἶναι μία ἁπλὴ βιολογικὴ ὕπαρξι καὶ γίνεται πρόσωπο, πνευματικὴ ὕπαρξι, ποὺ θεώνεται. Βέβαια ἀκόμη ὑπάρχει ἡ βιολογικὴ διαφορὰ τοῦ φύλου, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ θὰ καταργηθῆ στὴν κοινὴ Ἀνάστασι. Τότε θὰ παραμείνει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἑπομένως γιὰ τὴν σωτηρία δὲν ὑπάρχει διαφορὰ ἀνδρὸς καὶ γυναικός. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστέ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». (Γαλ. γ´ 28). Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἐπαναστατικὸς καὶ στὸ σημεῖο αὐτό. Δημιουργεῖ μία μεγάλη ἐπανάστασι μέσα ἀπὸ τὴν Ἀνάστασι. Ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ ἀνακαίνισε τὰ πάντα.

Ἡ ἀρετὴ τῆς ἀνδρείας

.            Μὲ τὴν πρώτη ἐμφάνισι τοῦ Ἀναστάντος στὶς γυναῖκες τιμήθηκε καὶ ἡ ἀρετὴ τῆς ἀνδρείας. Οἱ Μυροφόρες δὲν ὑπελόγισαν τίποτε, οὔτε τὴν ἔχθρα τοῦ λαοῦ, οὔτε τὴν δύναμι τῶν στρατιωτῶν, οὔτε τὴν νύχτα. Ἔκαναν μία ἠρωϊκὴ ἔξοδο καὶ ἦλθαν στὸ μνημεῖο γιὰ νὰ προσφέρουν ἀρώματα στὸν Χριστό. Στὸ πρόσωπό τους τιμᾶται ἡ Χριστιανικὴ «ἀναρχία» ποὺ εἶναι ἡ πιὸ ὑγιὴς ἔκφρασι τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό. Τιμᾶται ἡ Χριστιανικὴ «ἀναρχία» ποὺ ἐκδηλώνεται ὄχι μὲ βόμβες, ποὺ καταστρέφουν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη, ἱλαρότητα, πραότητα (μύρα καὶ δάκρυα) ποὺ οἰκοδομοῦν. Τύφλα ν χουν ο σύγχρονοι ναρχικο κα ο σύγχρονες φεμινίστριες μπροστ στ ρωϊκ παράδειγμα τν Μυροφόρων γυναικῶν.
.            Οἱ ἅγιοι Πατέρες λέγουν ὅτι ἡ ἀνδρεία εἶναι μία ἀπὸ τὶς τέσσερις μεγάλες ἀρετὲς (φρόνησι, σωφροσύνη, ἀνδρεία, δικαιοσύνη) ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν συνάντησι μὲ τὸν Θεό. Ἡ ἀνδρεία γεννᾶται ἀπὸ τὴν συμπλοκὴ «τοῦ θυμικοῦ πρὸς τὴν ὄσφρησιν» δηλαδὴ τὴν συμπλοκὴ τῆς βουλήσεως μὲ τὴν ἐσωτερικότητα, ἡ δὲ ἐναρμόνισι τῆς ἀνδρείας μὲ τὴν σωφροσύνη δημιουργεῖ τὴν ἀρετὴ τῆς πραότητος ποὺ ὀνομάζεται καὶ ἀπάθεια, διότι ἐναρμονίζει τὶς ἐνεργητικὲς δυνάμεις τῆς ψυχῆς μὲ τὶς ἀντίστοιχες αἰσθήσεις τοῦ σώματος καὶ τὶς ἐνέργειες τῶν αἰσθήσεων.
.            Γενικώτερα μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἀνδρεία γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστι στὸν Θεό, τὴν ἀγάπη σ’ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐλπίδα στὸ ἔλεός Του. Καὶ ατ τ διαθέτει κενος πο προχωρε μ τν καρδι κα χι μ τν ψυχρ λογική. λογικ πολογίζει κα δειλι, πως γινε μ τος ποστόλους. καρδι γαπ κα προχωρε.
.            Ἡ ἀνδρεία εἶναι ἀπαραίτητη στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῶν παθῶν μας καὶ μάλιστα στὸ νὰ ὑπομένομε σὲ κάθε ἔργο ἀγαθὸ καὶ στὸ νὰ νικοῦμε τὰ πάθη τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀνδρεία δὲν φοβᾶται στὶς δύσκολες στιγμὲς τοῦ ἀγῶνος. Ὅπως ἔχει λεχθῆ, καὶ ἂν ἀκόμη πέση στὴν ἁμαρτία καὶ ἂν ἀκόμη προσκυνήση τὸν διάβολο, δὲν χάνει τὸ θάρρος του, ἀλλὰ στρέφεται μὲ μετάνοια στὸν Θεὸ καὶ νικᾶ τοὺς ἐχθρούς του.
.            Ἀντίθετα ἡ ἔλλειψι τῆς ἀνδρείας ἔχει σὰν ἀποτέλεσμα δύο μεγάλες κακίες. Τὴν θρασύτητα, ποὺ στρέφεται ἐναντίον τοῦ πλησίον καὶ τὴν δειλία ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια. Διότι ἡ δειλὴ ψυχὴ συγχύζεται, ἀπελπίζεται καὶ τελικὰ καταστρέφεται, χάνεται. Αὐτὸ παρατηροῦμε συχνὰ στοὺς σημερινοὺς Χριστιανούς. Εὔκολα τὰ χάνουν. Ἴσως γιατί δὲν ἔχουν βιώσει τὴν πρακτικὴ φιλοσοφία. Ἴσως γιατί παραθεωροῦν τὴν ἠθικὴ ζωή, ποὺ εἶναι ἡ βάσι τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

Ἡ Μυροφόρος ἀνθρώπινη φύσι

.            Ἡ συνάντησι μὲ τὸν Ἀναστάντα Χριστὸ δὲν εἶναι ἀποκλειστικὸ προνόμιο μερικῶν γυναικῶν. Ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύσι δέχτηκε τὸν Χριστό, τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Παναγίας Τριάδος. Στὸ Ἆσμα Ἀσμάτων λέγεται: «Μύρον ἀκένωτον ὄνομά σου» (α´ 3). Πρὶν τὴν ἐνανθρώπησι ὁ Χριστὸς ἦταν τὸ Μύρο, μετὰ τὴν ἐνανθρώπησι ἔγινε Χρίσμα καὶ ἔχρισε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Τῆς ἔδωσε τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν Χάρη. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, ἡ ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν ἁμαρτία διεχώρισε τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅταν ὅμως ἡ σὰρξ θεώθηκε, τότε ἡ ἀνθρώπινη φύσι πῆρε σὰν ὑπόστασι τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ τὸ τεῖχος ἔγινε μύρο.
.            Ἔτσι μυροφόροι δὲν εἶναι μόνο οἱ γυναῖκες ἐκεῖνες, ποὺ πῆγαν στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ μὲ μύρα, ἀλλὰ εἶναι ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν Ἀνάστασι καὶ Ἀνάληψι καὶ ἰδιαιτέρως ὅσοι ζοῦν μυστηριακὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Αὐτοὶ δὲν κρατοῦν ἁπλῶς στὰ χέρια τους τὰ μύρα, ἀλλὰ ἔχουν μέσα στὴν καρδιά τους τὸ μύρο τὸ ἀκένωτο, τὸν Χριστό. Δὲν ἔχουν ἁπλῶς τὶς ἀρετὲς τῆς καλωσύνης, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ Καλωσύνη, ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ Ἀλήθεια. Ἡ Χάρη τοῦ Χριστοῦ ποὺ ὑπάρχει στὴν καρδιά τους ξεχύνεται καὶ στὸ σῶμα, ὥστε δὲν εἶναι ἁπλὰ μυροδοχεῖα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ σώματά τους μεταμορφώνονται σὲ μύρα.
.            Μυροφόροι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ποὺ καθαρίσθηκαν διὰ τοῦ λόγου τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν, ποὺ ἡ ψυχή τους εἶναι ἄκακη καὶ γονιμώτατη στὶς ἀρετές, ποὺ ἀπέβαλε κάθε πάθος μὲ τὴν πραότητα καὶ εἶναι θερμὴ στὸ νὰ γεννᾶ πνευματικὰ νοήματα μὲ διάκρισι (Νικήτας Στηθάτος). Μυροφόρος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἐσωτερικὴ ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τέτοιοι ἦταν καὶ εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι.
.            Ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ εἶναι πράγματι ἡ ἀνανέωσι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἐμύρωσε καὶ ἔχρισε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύσι. Ὅλοι μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε τὸ προνόμιο νὰ γίνουμε μυροφόροι Χριστοῦ.

, , , , , ,

Σχολιάστε

«ΤΑ ΑΣΠΟΝΔΥΛΑ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΑ ΜΑΛΑΚΙΑ ΝΙΩΘΟΥΝ ΔΥΣΦΟΡΙΑ, ΟΤΑΝ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ» (Ἀνδρείους μπορεῖ νὰ βγάζει κάθε πατρίδα. Ἁγίους μόνο ἡ Ἑλλάδα)

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ..: Αὐτὲς οἱ καντιπτοτένιες καὶ χολερικὲς φιγοῦρες θὰ βγοῦν μεθαύριο στὰ κανάλια καὶ θὰ γεμίσουν τὸν τόπο μὲ τὶς δυσοσμίες καὶ τὴν ἀκατάσχετη κενολογία τους ΥΒΡΙΖΟΝΤΑΣ τὴν μνήμη τῶν Πεσόντων ἐν τοῖς ἱεροῖς τοῦ Γένους ἡμῶν ἀγῶσι.

Ἀνδρείους μπορεῖ νὰ βγάζει κάθε πατρίδα. Ἁγίους μόνο ἡ Ἑλλάδα.
Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιὸς 

 «Ὁ λαός μας ἔφτασε στὴν κορυφὴ τῆς Ἀθανασίας, γιατί ἔφτασε στὴν ἄκρη τῆς Θυσίας» (Βασίλης Ρώτας, ποιητὴς)

.      Οἱ Μεγάλες Ἡμέρες τοῦ Γένους μας. Ἡ ἐθνικὴ ἐπέτειος τοῦ ’40. Περασμένα μεγαλεῖα καὶ διηγώντας τα, ὄχι μόνο νὰ κλαῖς, ἀλλά, κυρίως, νὰ καμαρώνεις. Λίγο νὰ σηκωθοῦμε, μᾶς ἔπνιξαν οἱ ἀναθυμιάσεις… τὸ Μνημόνιο, ἡ Τρόικα, ὁ Βενιζέλος, ἡ Βάσω, ἡ Ἄννα, πτώματα ἄταφα, χαμένα πράγματα, καντιποτένιοι ἄνθρωποι. Στρεφόμαστε, γυρίζουμε πρὸς τὴν ἱστορία, ὄχι σὰν φυγάδες ἀπὸ τὸ παρόν, μὰ γιὰ νὰ ἀντικρίσουμε νηφαλιότερα τὸ ἐπερχόμενο μέλλον καὶ νὰ παρηγορηθοῦμε λίγο. Ἰδίως τώρα ποὺ θόλωσε ὁ νοῦς μας καὶ μᾶς βρῆκε τὸ κακό, τὸ «πισωγύρισμα» στὴν ἱστορία, (ἡ καημένη ἡ γλώσσα μας, τί τράβηξε ἀπὸ τοὺς γλωσσοκόπανους τῆς δῆθεν «δημοτικιᾶς»), ἡ μελέτη, λοιπόν, τῆς ἱστορίας φρονηματίζει, «διὰ τὸ μηδεμίαν τοιμοτέραν εναι τος νθρώποις διόρθωσιν τς τν προγεγενημένων πράξεων πιστήμης» κατὰ τὸν Πολύβιο. Οἱ πράξεις, τὰ κατορθώματα τῶν περασμένων, διορθώνουν τοὺς ἀπογόνους καὶ ὄχι τὰ «ἀσκιὰ γιομάτ’ ἀγέρα», τὰ λόγια τὰ κούφια.
.      Τὸ βλέπω μὲς στὴν τάξη. Ἐνθουσιάζονται τὰ παιδιὰ καὶ ἀποτυπώνεται στὴν μνήμη τους ἀνεξίτηλα ἡ διήγηση μιᾶς ἱστορίας, στὴν ὁποία δεσπόζει ἕνα ὡραῖο καὶ σπουδαῖο πρόσωπο. Συναρπάζονται μὲ αὐθόρμητες, ζωντανές, ἀψιμυθίωτες ἀφηγήσεις. Πανηγύρι στὴν τάξη γίνεται, ὅταν φέρνεις μπροστά τους ἱστορίες χαρούμενες, «πεποικιλμένες» μὲ ἡρωισμὸ καὶ θυσία.
.      Φέτος χω χαρ μεγάλη, γιατί δν φτασαν κόμη στν μικρή, κριτική μας πόλη τ βιβλία πο βελτηρία (τὸ σωστὸ ἀβελτερία ἐκ τοῦ ἀ+βέλτερος) κα εήθεια το ΥΠΠΔΒΜ (ὑπουργοῦ «ποδοβολητὸ») στέρησε π τος λληνόπαιδες.
.      Δύο μῆνες τώρα διδάσκω φωτοτυπώνοντας κείμενα ἔξοχα τῶν κορυφαίων τῆς λογοτεχνίας μας, πάλαι τε καὶ ἐπ’ ἐσχάτων. Ἀπὸ τὸν Αἴσωπο καὶ τὸν ἅγιο Χρυσόστομο ἕως τὸν Ἐλύτη. (Ὁμιλῶ γιὰ τὰ γλωσσικὰ ἐγχειρίδια). Καὶ πῶς ἀλλιῶς; Νὰ εἶσαι τώρα δασκάλα γ´ δημοτικοῦ, νὰ ἀνοίγεις τὸ βιβλίο γλώσσας τῆς τάξης (α´ τεῦχος, σελίδα 79) κα ν διαβάζεις, νώπιον τν μαθητν σου, τ φιερωματικ κείμενο γι τ πος το ’40. ντ μως γι μαρτυρίες λλήνων στρατιωτν, τν ρώων πο κρατοσαν ρθιοι τ διάσελα τς στορίας, «κεται» να κακόμοιρο, καταθλιπτικ κείμενο μις δεκάχρονης βραιοπούλας π τν Θεσσαλονίκη, τς Ροζίνας. Γράφει στὸ ἡμερολόγιό της: «Τὴν Δευτέρα 28 Ὀκτωβρίου 1940 δὲν πήγαμε σχολεῖο. Εἶχε κηρυχτεῖ ὁ Ἑλληνοϊταλικὸς πόλεμος. Ἀναστατωμένα ἤμασταν ἐμεῖς τὰ παιδιά. Οἱ Ἰταλοὶ βομβάρδισαν τὴν Θεσσαλονίκη. Στὸ μαγαζὶ τοῦ πατέρα μου γίνηκαν πολλὲς καταστροφές». Αὐτό, τίποτε ἄλλο. γ´ τάξη δημοτικο, χιλιάδες λληνόπουλα, τέτοιες ττοπαθες γελοιότητες  διδάσκονται γι τ ρωϊκ ’40. Καὶ στὴν Ε´ ποὺ διδάσκω φέτος (α´ τεῦχος, σελ. 74) τὸ ἐπίκαιρο κείμενο τιτλοφορεῖται ὡς ἑξῆς : «Ἡ Ἰταλία μᾶς κήρυξε τὸν πόλεμο» καὶ ὑπότιτλο «καὶ ἐμεῖς πήγαμε στὸ ὑπόγειο». Τὴν 28η Ὀκτωβρίου 1940, ὅταν δόνησε τὴν πατρίδα μας ἡ εἴδηση τῆς ἐπιστράτευσης, ὑπῆρχε ἔστω κι ἕνας Ἕλληνας ποὺ κρύφτηκε ὀρνιθοειδῶς στὸ ὑπόγειό του;  Ἦταν πανηγύρι ἐκείνη ἡ μέρα, μέθυσε ὁ λαός μας μὲ τ’ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ Εἰκοσιένα, ποῦ τὸ βρῆκαν τὰ δείλαια ἀνθρωπάκια τοῦ διαβίου τὸ ὑπόγειο; πιλογς ντάξιες μίας Δραγώνα, μίας Ρεπούση κα τς «ψηλοτάτης» διαβιοϋπουργο (χρυσοστόλιστο τίποτε μεγαλαυχίας …. κα τίποτε λλο).
.      Εἶναι γεγονὸς-παρενθέτω μία σκέψη- πὼς τ σπόνδυλα προοδευτικ μαλάκια, ς θ λεγε Ζουράρις, νιώθουν δυσφορία, μιν «σωτερικ» νόχληση κα διαθεσία, ταν ναφέρονται στ πανηγύρια το Γένους κα τς Πίστης. Πουλημένες ψυχές, χωρὶς ἰθαγένεια τόπου, Γραικύλοι ἀληθινοί, δὲν πιάνουν τὸ νόημα τῆς γιορτῆς, μετροῦν τὶς χαμένες ἐργατοῶρες ἢ τὴν «καθυστέρηση στὴν ἀναπτυξιακὴ πορεία τῆς χώρας». Θυμᾶμαι ἐκεῖνο τὸ σπιθαμιαίου (πνευματικοῦ) ἀναστήματος «πολιτικὸ ζῶον», (ἀριστοτελικὸς ὁ ὅρος), Σημίτης, ν πολιορκεται π δημοσιογραφικ μικρόφωνα, ξω π μία κκλησία, νήμερα τν Θεοφανείων. (Τί μαρτύριο γι κάτι τέτοιους κκλησιασμός!). Τί δήλωσε θεόφοβος. «Τ Θεοφάνεια σηματοδοτον τν πρόοδο τς λληνικς οκονομίας». τσι κριβς. Γι’ ατ καταντήσαμε ζήτουλες τς Οκουμένης…
.      ς φήσουμε μως τὰ ποκείμενα κας πιάσουμε τ κείμενα. Ἐπεισόδια ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς γιορτινὲς ἡμέρες τοῦ πολέμου. Νὰ ξεθολώσει ὁ νοῦς μας λίγο, νὰ ξαποστάσουμε ἀκουμπώντας στὶς ἀετοράχες τῆς Πίνδου καὶ στὰ ψηλώματα τῆς Βορείου Ἠπείρου.
.      Τὸ 1960 ὁμιλητής, κατὰ τὴν ἐορτάσιμο ἡμέρα, στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν εἶναι ὁ Στρατὴς Μυριβήλης.

Ἀντιγράφω: «Εἶχε ὀργανωθεῖ, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἀγῶνος, ὑπηρεσία μεταγγίσεως αἵματος ἀπ’ τὸν Ἐρυθρὸ Σταυρὸ τῆς Ἑλλάδος. Εἶχα ἕνα φίλο γιατρὸ σ’ αὐτὴ τὴν ὑπηρεσία καὶ πήγαινα κάπου-κάπου νὰ τὸν δῶ καὶ νὰ τὰ ποῦμε. Ὁ κόσμος ἔκαμε κάθε μέρα οὐρὰ γιὰ νὰ δώσει τὸ αἷμα του γιὰ τοὺς τραυματίες μας. Ἦταν ἐκεῖ νέοι, κοπέλες, γυναῖκες, μαθητές, παιδιὰ ποὺ περίμεναν τὴ σειρά τους. Μία μέρα, λοιπόν, ὁ ἐπὶ τῆς αἱμοδοσίας φίλος μου γιατρὸς εἶδε μέσα στὴ σειρὰ τῶν αἱμοδοτῶν, ποὺ περίμεναν, νὰ στέκεται καὶ ἕνα γεροντάκι.
–      Ἐσύ, παππούλη, τοῦ εἶπε ἐνοχλημένος, τί θέλεις ἐδῶ;
Ὁ γέρος ἀπάντησε δειλά:
– Ἦρθα κι ἐγώ, γιατρέ, νὰ δώσω αἷμα.
Ὁ γιατρὸς τὸν κοίταξε μὲ ἀπορία καὶ συγκίνηση. Ὁ γέρος παρεξήγησε τὸ δισταγμό του. Ἡ φωνή του ἔγινε πιὸ ζωηρή.
– Μὴ μὲ βλέπεις ἔτσι, γιατρέ μου. Εἶμαι γερός, τὸ αἷμα μου εἶναι καθαρό, καὶ ἀκόμα ποτές μου δὲν ἀρρώστησα. Εἶχα τρεῖς γιούς. Σκοτώθηκαν καὶ οἱ τρεῖς ἐκεῖ πάνω. Χαλάλι τῆς πατρίδας. Ὅμως μοῦ εἶπαν πὼς οἱ δύο, πῆγαν ἀπὸ αἱμορραγία. Λοιπόν, εἶπα στὴ γυναίκα μου, θὰ ᾽ναι κι ἄλλοι πατεράδες, ποὺ μπορεῖ νὰ χάσουν τὰ παλληκάρια τους, γιατί δὲν θὰ ἔχουν οἱ γιατροί μας αἷμα νὰ τοὺς δώσουν. Νὰ πάω νὰ δώσω κι ἐγὼ τὸ δικό μου. Ἄιντε, πήγαινε γέρο μου, μοῦ εἶπε κι ἂς εἶναι γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν παιδιῶν μας. Κι ἐγὼ σηκώθηκα καὶ ἦρθα».

.      Ατ δν εναι στορίες. Εναι Συναξάρια. Ἐδῶ δὲν ἔχουμε ἕνα συμβὰν ἡρωισμοῦ. Ἀνέβηκαν ψηλότερα ὁ γέρος καὶ ἡ χαροκαμένη γερόντισσα, ἡ γυναίκα του. Τρία παιδιὰ χαλαλίζουν γιὰ τὴν πατρίδα. γόγγυστα, χωρς ν τ βάζει μ τν Θεό, μ τ κράτος, μ τν πόλεμο λεβεντόγερος προσέρχεται ν δώσει, ν δειάσει τ βασανισμένο, τ πικραμένο του κορμ κι π τ λιγοστό, δικό του αμα. Τὸ κοινότοπον «μέχρι τελευταίας ρανίδος τοῦ αἵματος» ἐδῶ τὸ κατανοοῦμε.
.      Ἔφτασε πολὺ ψηλὰ στὴν κλίμακα ὁ γεροέλληνας. Στὴν κορυφή της. Στὸ «οὐ λογίζεται τὸ κακόν». Στὸ «πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει». Δὲν ἔχουμε ἐδῶ τὸν κανόνα τῆς ἀρετῆς ποὺ μᾶς παρέδωσε ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι μόνο ἡ ἀρετὴ τῆς ἀνδρείας. Εἶναι ἡ ἀγάπη καὶ «αὔτη ἀπόγνωσιν ἀναιρεῖ» (Κλίμαξ, Ἰωάννου Σιναΐτου). «Ἀνδρείους μπορεῖ νὰ βγάζει κάθε πατρίδα. Ἁγίους ὅμως μόνο ἡ Ἑλλάδα».

Δημήτρης Νατσιὸς
Δάσκαλος Κιλκὶς

, , , , ,

Σχολιάστε