Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀνάσταση

ANAΣΤΑΣΗ

 

Ἀνάσταση!

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
τ. 2175, 15 Ἀπριλίου 2018

.               Ἠχῆστε, καμπάνες! Ἠχῆστε χαρμόσυνα! Διαλαλῆστε παντοῦ τὸ μήνυμα! Τὸ μήνυμα. Ἕνα εἶναι τὸ μήνυμα. Μία ἡ εἴδηση. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι τίποτε, μηδέν, ψεύδη, ματαιότητες.
.               Μία ἡ εἴδηση: Χριστὸς ἀνέστη! Δὲν ὑπάρχει ἄλλη εἴδηση. Δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο ἐπάνω στὴ γῆ. Αὐτὸ δίνει νόημα ὑπάρξεως στὰ πάντα. Ὅ,τι ὑπάρχει, ὅ,τι ζεῖ, ὅ,τι ἀναπνέει, ὅ,τι αἰσθάνεται… ὑπάρχει, ζεῖ, ἀναπνέει, αἰσθάνεται, γιατὶ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε. Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν ἀνασταινόταν, ὅλα θὰ ἦταν νεκρὰ ἐπάνω στὴ γῆ. Ὅλα κρατημένα ἀπὸ τὴν παγωνιὰ τοῦ θανάτου. Τώρα ὅλα ζοῦν, ὅλα χαίρονται, ὅλα πανηγυρίζουν, ὅλα τραγουδοῦν. Ψάλλουν τὸν παιάνα:

«Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν
θανάτῳ θάνατον πατήσας
καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι
ζωὴν χαρισάμενος».

.               Ἔδωσε ζωὴ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἦταν στὰ μνήματα ὁ Χριστὸς ποὺ ἀναστήθηκε. Καὶ ἀνέστησε κι ἐμᾶς. Μᾶς ἀνέστησε ἀπὸ τὸν θάνατο, τὸν ἅδη, τὴν ἁμαρτία, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν θάνατο καὶ στὸν ἅδη.
.               Πῶς νὰ μὴν ἐκρήγνυται ἡφαίστειο χα­ρᾶς μέσα μας, δοξολογίας καὶ εὐχαριστίας στὸν Ἀναστάντα;
.               Ὁ θεῖος Παῦλος τὴν ἀλήθεια αὐτὴ τὴν παριστᾶ μὲ δύο λέξεις. Ὁ Χριστός, λέει, «ἠγέρθη διὰ τὴν δικαίωσιν ἡμῶν», ἀναστήθηκε γιὰ νὰ μᾶς δικαιώσει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ γιὰ νὰ μᾶς σώσει. Δὲν κάναμε τίποτε ἐμεῖς γιὰ νὰ δικαιωθοῦμε, γιὰ νὰ σωθοῦμε. Δὲν μπορούσαμε νὰ κάνουμε. Ἕνας νεκρὸς μπορεῖ νὰ κάνει κάτι; Νεκροὶ ἤμασταν. Στὸν τάφο τῆς ἁμαρτίας, τῆς διαφθορᾶς. Τί μπορούσαμε νὰ κάνουμε γιὰ νὰ ἀλλάξουμε τὴν κατάστασή μας; Τίποτε. Μόνο Ἐκεῖνος. Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος «παρεδόθη διὰ τὰ παραπτώματα ἡμῶν καὶ ἠγέρθη διὰ τὴν δικαίωσιν ἡμῶν» (Ρωμ. δ´ 25). Καὶ λοιπόν, στὸ ἑξῆς ἐμεῖς οἱ ἔνοχοι, οἱ ἀποστάτες, οἱ νεκροὶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, «δικαιούμεθα δωρεὰν τῇ αὐτοῦ χάριτι» (Ρωμ. γ´ 24). Δωρεὰν ἡ δικαίωσή μας, δωρεὰν ἡ λύτρωσή μας, δωρεὰν ἡ συγχώρησή μας, ἡ σωτηρία μας. Δωρεάν. Μόνο μὲ τὴν Χάρι Του!
.               Πῶς νὰ μὴν ἐκρήγνυται ἡ χαρὰ σὰν ἡφαίστειο ἀπὸ τὰ τρίσβαθά μας;
.               Τὴν ἀλήθεια αὐτὴν τὴν παριστᾶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ μὲ τὴν εἰκονογραφία της. Ἡ ὀρθόδοξη εἰκονογράφηση τῆς Ἀναστάσεως κρύβει βαθὺ θεολογικὸ νόημα, ποὺ ἀπηχεῖ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια τῆς Πίστεώς μας:
.               Ὁ ἀναστὰς Κύριος εἰκονίζεται στὴν κάθοδό Του στὸν ἅδη. Πατᾶ ἐπάνω σὲ δύο θυρόφυλλα, τὰ ὁποῖα ἔχουν σπάσει καὶ βρίσκονται ριγμένα κάτω, τὸ ἕνα ἐπάνω στὸ ἄλλο σὲ σχῆμα χιαστί. Τριγύρω καρφιά, κλειδαριὲς σπασμένες, κλειδιά, ἁλυσίδες, ριγμένα ὅλα κάτω ἄτακτα, προδίδουν τὴ δυναμικὴ εἴσοδο καὶ διάρρηξη τῆς σκοτεινῆς φυλακῆς τοῦ ἅδου ἀπὸ τὸν Νικητὴ τοῦ θανάτου. Καὶ μὲ τὸ χέρι Του ὁ Ἀναστάς, τὸ παν­τοδύναμο χέρι Του, ποὺ ἐπάνω Του φέρει τὸ σημάδι τῆς πληγῆς, τὴν οὐλὴ τοῦ τραυματισμοῦ ἀπὸ τοὺς ἥλους (τὰ καρφιά), πιάνει τὸν Ἀδάμ (ἐκπρόσωπο τῆς ἀνθρωπότητος – σὲ ἄλλες παραστάσεις καὶ τὴν Εὔα) καὶ μὲ βίαιη κίνηση τὸν τραβᾶ ἔξω ἀπὸ τὸ μνῆμα ὅπου κατάκειται, καὶ τὸν σηκώνει ἐπάνω.
.               Καὶ μία λεπτομέρεια ποὺ κρύβει ὅλο τὸ θεολογικὸ βάθος τῆς Πίστεώς μας:
.               Ὁ Κύριος, πιάνοντας τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὸ χέρι, δὲν τὸν πιάνει ἀπὸ τὴν παλάμη, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν καρπό. Καὶ μάλιστα ἡ παλάμη τοῦ Ἀδὰμ πέφτει ἀδύναμη πρὸς τὰ κάτω. Γιατί ἄραγε; Διότι ὁ Ἀδάμ (καὶ ἄρα ὅλοι ἐμεῖς) εἶναι παράλυτος. Ἕνα χέρι παράλυτο, ἂν τὸ πιάσεις ἀπὸ τὴν παλάμη γιὰ νὰ τὸ σηκώσεις, θὰ γλιστρήσει· δὲν ἔχουν τὴ δύναμη τὰ δάχτυλα νὰ σφίξουν, ὥστε νὰ γίνει ἕνα στερεὸ σύμπλεγμα μὲ τὸ χέρι τοῦ Σωτήρα καὶ ἔτσι νὰ σηκωθεῖ τὸ σῶμα.
.               Παράλυτος λοιπὸν ὁ Ἀδάμ. Παράλυτη ἡ Εὔα. Παράλυτοι ὅλοι ἐμεῖς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε κάτι οὐσιαστικὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι καὶ δὲν θὰ σωθοῦμε. Θὰ μᾶς σώσει ὁ Ἀναστάς. Θὰ μᾶς τραβήξει ἐπάνω ἀπὸ τὰ μνήματα· τὰ μνήματα τῶν κακιῶν μας, τῶν παθῶν, τῆς ἁμαρτίας, τοῦ πνευματικοῦ θανάτου.
.               Ἀρκεῖ νὰ τὸ θέλουμε. Ἀρκεῖ νὰ τὸ ζητοῦμε. Νὰ Τὸν ζητοῦμε. Ἐκεῖνον! Τὸν Δυνατό, τὸν Ἀναστάντα! Νὰ προσβλέπουμε στὸ βλέμμα Του, ὅπως στὴν εἰκονογραφία ὁ Ἀδάμ, νὰ Τὸν παρακαλοῦμε νὰ ἔρθει νὰ μᾶς σώσει, νὰ μᾶς λυτρώσει. Καὶ θὰ τὸ κάνει. Δὲν μπορεῖ νὰ μὴν τὸ κάνει. Γι᾿ αὐτὸ ἀναστήθηκε, «διὰ τὴν δικαίωσιν ἡμῶν».
.               Δὲν μᾶς σώζουν οἱ ἀρετές μας, – μήπως καὶ ἔχουμε; – αὐτὸ δείχνει τὸ παράλυτο χέρι τοῦ Ἀδάμ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, δὲν μᾶς καταδικάζουν οἱ ἁμαρτίες μας. Γιατὶ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε καὶ μᾶς σηκώνει ἀπὸ αὐτές, ἐὰν τὸ θελήσουμε καὶ Τὸν καλέσουμε στὴ ζωή μας· αὐτὸ δείχνει ἡ ἔγερση τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὸ μνημεῖο.
.               Πῶς λοιπὸν ἡ χαρὰ νὰ μὴν εἶναι τὸ μόνιμο στοιχεῖο τῆς ζωῆς μας; Χριστὸς ἀνέστη, ἀδελφοί! Χαίρετε!

Advertisements

Σχολιάστε

ΣΤΙΣ ΕΝΝΕΑ ΑΠΡΙΛΙΟΥ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ τοῦ Χριστοῦ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἐννέα Ἀπριλίου ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζεται πάντα βεβαίως ἡμέρα Κυριακή, ἀλλὰ φέτος ἔχουμε, παρὰ μία ἡμέρα, τὴν ὄχι συνήθη περίπτωση τῆς συμπτώσεως καὶ τῆς ἡμερομηνίας τῆς Ἀναστάσεως. Κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ ἀείμνηστου ἀστρονόμου Κ. Χασάπη (1914-1972) ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀναστήθηκε περὶ τὴν 3η πρωινή τῆς 9ης Ἀπριλίου. Αὐτὸ τὸ ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρον ἀστρονομικὸ – ἐπιστημονικὸ στοιχεῖο ἀναφέρεται στὸ προσφάτως κυκλοφορηθὲν βιβλίο τῆς κας Μάρως Παπαθανασίου, ὁμ. Καθηγητρίας τοῦ Τμήματος Μαθηματικῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, μὲ τὸν τίτλο «Ἀστρονομικὸς προσδιορισμὸς Γεννήσεως καὶ Ἀναστάσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ Κυριακὴ Προσευχὴ ὑπὸ Κ. Σ. Χασάπη» (Ἀθήνα, 2018).
.             Ὡς πρὸς τὸ ἔτος τῆς Ἀναστάσεως αὐτὸ καθορίζεται ἀπὸ τὴν χρονολογία τῆς Γεννήσεώς Του καὶ τὴν ἡλικία τῶν 33 ἐτῶν πού, κατὰ τὶς ἱστορικὲς μαρτυρίες, ἔζησε ὁ Χριστός. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἀειμνήστου Κ. Σ. Χασάπη καὶ τὴν ἐργασία τῆς κας Μάρως Παπαθανασίου ἡ ὄχι συμβατική, ἀλλὰ χρονολογημένη ἀστρονομικὰ καὶ ἱστορικά, μὲ βάση τὶς διηγήσεις τῶν Εὐαγγελιστῶν Ματθαίου, Λουκᾶ καὶ Ἰωάννου, ἡμερομηνία τῆς Γεννήσεως προσδιορίζεται στὸ 4 πρὸ Χριστοῦ. Μὲ δεδομένο ὅτι στὴ λατινικὴ μέτρηση δὲν ὑπάρχει τὸ μηδὲν καὶ ἀπὸ τὸ -1 ἡ χρονολογία περνάει στὸ +1 ὁ χρόνος τῆς Σταυρώσεως καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ προσδιορίζεται στὸ 30 μ.Χ.   
.             Ἡ ἱστόρηση τῶν τελευταίων ἡμερῶν τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν ἐπίγεια Ζωή Του ἀπὸ τοὺς τέσσερις Εὐαγγελιστὲς καὶ συγκεκριμένα κατὰ τὴν ἑβδομάδα ἀπὸ τῆς ἀφίξεώς Του στὴ Βηθανία καὶ τῆς πανηγυρικῆς εἰσόδου Του στὰ Ἱεροσόλυμα ἕως τὴν Σταύρωσή Του, τὴν στὸν Ἅδη κάθοδό του καὶ τὴν Ἀνάστασή Του ἔχει κέντρο τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα τῶν Ἑβραίων, ποὺ ἀρχίζει τὴν 15η ἡμέρα τοῦ μήνα Νισὰν καὶ ἐκείνη τὴν χρονιά, τὴν χρονιὰ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἡμέρα Σάββατο. Λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψη ὅτι τὸ ἡμερονύκτιο ἄρχιζε μὲ τὴ δύση τοῦ ἡλίου, ὅπως τηρεῖται καὶ σήμερα στὸ ἐκκλησιαστικὸ τυπικό, ἔχουμε τὰ ἑξῆς:
.             Κατὰ τὶς ἱστορήσεις τῶν Εὐαγγελιστῶν, τὴν 8η Νισάν, ἡμέρα Σάββατο, «πρὸ ἕξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν» (Ἰωάν. ιβ´ 1). (Σημ. Ἐδῶ ὁ Εὐαγγελιστὴς ὑπονοεῖ τὸ «πάσχα τοῦ ἀρνίου», δηλαδὴ τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, τὴν 14η τοῦ Νισάν, ὁπότε ἔσφαζαν τὸν ἀμνὸ καὶ ἑτοίμαζαν τὶς πικρίδες καὶ τὰ ἄζυμα.)
.             Τὴν Κυριακή, 9η Νισάν, «τῇ ἐπαύριον» ὁ Κύριος εἰσέρχεται θριαμβευτικὰ στὴν Ἱερουσαλὴμ (Ἰωάν. ιβ´ 12).
.             Τὸ ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς πρὸς τὴν Δευτέρα, ὁπότε ἀρχίζει ἡ 10η Νισάν, ὁ Ἰησοῦς διανυκτερεύει στὴ Βηθανία. Οἱ Φαρισαῖοι ἔχουν ἀποφασίσει νὰ Τὸν ἐξοντώσουν καὶ ἐπιζητοῦν νὰ Τὸν συλλάβουν, ἀλλὰ φοβοῦνται νὰ τὸ κάνουν δημόσια, γιατί φοβοῦνται τὸν λαό. Τὴν Δευτέρα τὸ πρωὶ ὁ Κύριος ἐπανέρχεται στὴν Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τὴν Βηθανία καὶ ὅταν βλέπει μία συκιὰ μὲ πολλὰ φύλλα, ἀλλὰ χωρὶς καρποὺς τὴν καταριέται καὶ αὐτὴ ξεραίνεται.
.             Τὴν Τρίτη, 11η Νισάν, τὸ πρωὶ ὁ Χριστὸς στὰ Ἱεροσόλυμα συνεχίζει νὰ διδάσκει. Κινητοποιοῦνται ἐναντίον Του οἱ θιγόμενοι ἀπὸ τὰ λόγια Του ἄρχοντες, ἀρχιερεῖς, γραμματεῖς καὶ πρεσβύτεροι (Μάρκ. ια´ 27-29). Διέκοψαν τὴν διδασκαλία του καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν ἐρωτοῦν γιὰ νὰ Τὸν παγιδεύσουν. Τοὺς ἀποστομώνει μὲ τὶς ἀπαντήσεις Του καὶ συνεχίζει τὴν διδασκαλία Του. Νέο κύμα ἐχθρῶν Του, αὐτὴ τὴ φορὰ φαρισαῖοι καὶ ἡρωδιανοὶ (Μάρκ. ιβ´ 13-17), ποὺ τὸν μισοῦν ἐξ ἴσου μὲ τοὺς ἄλλους, τὸν πλησιάζουν καὶ προσπαθοῦν καὶ αὐτοὶ νὰ Τὸν παγιδεύσουν, γιὰ νὰ Τὸν συλλάβουν καὶ νὰ Τὸν ἐκτελέσουν. Ἐπιδιώκουνν νὰ τὸν ἐμφανίσουν ὡς λαϊκὸ ἐπαναστάτη, ποὺ ἀμφισβητεῖ τὴν ἐξουσία τοῦ Καίσαρα. Τοὺς ἀποστομώνει καὶ αὐτούς. Τοὺς ζητεῖ νὰ τοῦ δείξουν τὸ ρωμαϊκὸ νόμισμα, ποὺ κυκλοφορεῖται στὴν Παλαιστίνη, καὶ τοὺς συνιστᾶ «ἀπόδοτε τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ». Ἡ ὀργὴ τους φτάνει στὸ κατακόρυφο. Νέο κύμα ἐπίθεσης καὶ στήσιμου παγίδας ἀπὸ τοὺς Σαδδουκαίους (Μάρκ. ιβ΄ 18). Νέα ἥττα τῶν ἐχθρῶν τοῦ Χριστοῦ.
.             Τὴν ἡμέρα τῆς Τετάρτης, 12ης Νισάν, ὁ Ἰησοῦς διανυκτερεύει στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καὶ ἀνακοινώνει ὅτι «μετὰ δύο ἡμέρας τὸ Πάσχα γίνεται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τὸ σταυρωθῆναι». Παράλληλα οἱ ἀρχιερεῖς, γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ συνωμοτοῦν πῶς νὰ συλλάβουν μὲ δόλο καὶ νὰ φονεύσουν τὸν Ἰησοῦ. Τὴν ἴδια ἡμέρα μία γυναίκα προσῆλθε καὶ «κετέχεεν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ μύρον πολύτιμον» (Μάτθ. κϛ´ 6-10). Ἡ Τετάρτη εἶναι τρεῖς ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν «ἑορτὴ» τοῦ Πάσχα τῶν Ἑβραίων καὶ οἱ Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ἐπείγονται νὰ δράσουν. Στὴ συνωμοσία βρίσκεται ἀρωγός τους ὁ μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ὁ προδότης…
.             Ἔφθασε ἡ Πέμπτη, 13η Νισάν. Κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη ἐκείνη τὴν ἡμέρα τελεῖται ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος. Ὅμως, μὲ τὴ δύση τοῦ ἡλίου ἀρχίζει ἡ Παρασκευή, 14η τοῦ Νισάν, καὶ στὴ διάρκειά της (δηλαδὴ ἕως τὴ δύση τοῦ ἡλίου τὴν ἑπομένη ἡμέρα) μετὰ τὴν προδοσία ἀκολουθεῖ ἡ ἔναρξη τῆς προδιαγεγραμμένης διαδικασίας γιὰ νὰ σταυρωθεῖ ὁ Ἰησοῦς, ὡς ληστὴς καὶ κακοῦργος, δηλαδὴ τὰ ὅσα τραγικὰ συνέβησαν μὲ τὸ Συνέδριο, τὸν Πιλάτο, τὸν Ἡρώδη, πάλι τὸν Πιλάτο, τὴν Σταύρωση. Ὅτι ὁ Χριστὸς καταδικάστηκε καὶ ἀπέθανε στὸν Σταυρὸ τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα εἶναι γραμμένο στὸ Ταλμούδ, ὅπως ἀναφέρει ἡ κα Παπαθανασίου, μὲ βάση τὴ μελέτη τοῦ δασκάλου τῆς Κ. Σ. Χασάπη, ὡς ἑξῆς: «Ἐτιμωρήθη (ὁ Ἰησοῦς) τὴν παραμονὴν τοῦ Πάσχα … (καὶ) τὸν ἐσταύρωσαν τὴν παραμονὴν τοῦ Πάσχα, ἐκτελεσθείσης τῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ Ποντίου Πιλάτου, τοῦ Ἰησοῦ ἄγοντος τὸ 33ον ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτοῦ».
.             Τὸ Πάσχα τῶν Ἑβραίων, ἡ 15η Νισάν, ἑορτάσθηκε Σάββατο τὰ ἔτη 26, 30 καὶ 33 μ.Χ. Μὲ βάση τὰ ὅσα προαναφέρθηκαν ἡ Σταύρωση ἦταν τὴν Παρασκευή, 7 Ἀπριλίου, καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἔλαβε χώρα τὰ ξημερώματα τῆς Κυριακῆς, 9ης Ἀπριλίου τοῦ 30 μ.Χ. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ τοῦ Σταυρικοῦ θανάτου Του ὁ Χριστὸς πηγαίνει στὸν Ἅδη, τὸν νικᾶ, καταργεῖ τὸν θάνατο καὶ λυτρώνει τὶς ψυχὲς ὅσων εἶχαν πεθάνει πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευσή Του. Ἡ Ἀνάσταση στὴν Ὀρθόδοξη εἰκονογραφία ἱστορεῖται ἀκριβῶς μὲ τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ, τὸ γκρέμισμα τῶν πυλῶν του καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὕας, ὡς συμβολικῶν προσώπων ὅλου τοῦ πρὸ Χριστοῦ ἀνθρωπίνου γένους.-

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

«ΔΙΠΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ» (Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς)

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

«ΔΙΠΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ»

Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ
ἀποσπάσματα τῆς Ὁμιλίας, ποὺ ἐξεφωνήθη κατὰ τὸ Μ. Σάββατο,
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ
ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ,

(E.Π.E. 9, Iϛ´)

.         […] Διὰ τοῦτο ὁ μόνος ἀμόλυντος ἀνεφάνη Χριστὸς καὶ προσφορὰν ἑαυτὸν καὶ ἀπαρχὴν προσήνεγκε τῷ Πατρὶ ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα οἱ πρὸς τοῦτον ὁρῶντες καὶ τούτῳ πιστεύοντες καὶ διὰ τῆς πρὸς αὐτὸν ὑπακοῆς αὐτῷ κολλώμενοι δι᾿ αὐτοῦ ἐμφανισθῶμεν τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ ἱλασμοῦ τυχόντες ἁγιασθῶμεν ἅπαντες… τοίνυν οὐ μόνον ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, …ἀλλά καὶ τὴν καθ᾿ ἡμᾶς νῦν, εἰ καὶ καθαρὰν ἄκρως, θνητὴν ὅμως καὶ παθητήν, ἀνελάβετο σάρκα καὶ ταύτῃ τὸν μὲν ἀρχέκακον ὄφιν θεοσόφῳ δελέατι διὰ τοῦ σταυροῦ ἀγγιστρεύσας τὸ ὑπ᾿ αὐτοῦ δουλουμένον ἅπαν ἠλευθέρωσε γένος [… ]τὴν ἀνάστασιν ἡμῖν καὶ τὴν ἀθανασίαν καὶ τὴν ἐν οὐρανοῖς ἀΐδιον καὶ ἀκήρατον καὶ μακαρίαν ὄντως ζωὴν ἐχαρίσατό τε καὶ ἐπιστώσατο, ἑνὶ θανάτῳ τῷ τῆς οἰκείας σαρκὸς καὶ μιᾷ τῇ ταύτης ἀναστάσει, τὸν διπλοῦν ἡμῖν θάνατον ἰασάμενος καὶ τῆς διττῆς ἡμᾶς αἰχμαλωσίας ἐλευθερώσας, τῆς ψυχῆς δηλαδὴ καὶ τοῦ σώματος
[…] οὕτως ὁ ἀγαθὸς δι᾿ ἑνὸς τοῦ κατὰ σῶμα θανάτου, τὸν διπλοῦν ἡμῖν ἰάσατο θάνατον καὶ διὰ μιᾶς τῆς τοῦ ἰδίου σώματος ἀναστάσεως τὴν διπλῆν ἡμῖν ἀνάστασιν ἐδωρήσατο, διὰ σωματικοῦ θανάτου καθελὼν τὸν ἐν θανάτῳ τὸ κράτος ἔχοντα κατὰ τῆς ψυχῆς ἡμῶν καὶ τοῦ σώματος καὶ κατ᾿ ἄμφω τῆς ἐκείνου τυραννίδος ἡμᾶς ρυσάμενος. Ὑποδύεται μὲν γὰρ ὁ Πονηρὸς τὸν ὄφιν, ὡς δι᾿ αὐτοῦ τὸν ἄνθρωπον ἀπατήσων, ἀναλαμβάνει δὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, ὡς δι᾿ αὐτῆς φενακίσων τὸν φενακίσαντα˙ ἀλλ᾿ ἀνεξαπάτητον αὐτὴν λαμβάνει καὶ καθαρὰν καὶ τοιαύτην εἰς τέλος διατηρεῖ, προσάγων τῷ Πατρὶ ταύτην ὡς ἀπαρχήν, εἰς ἁγιασμὸν ἡμῶν ἀφ᾿ ἡμῶν.
.           […] Διὰ ταῦτα τοίνυν ἐκμανεὶς [ὁ Διάβολος] κατὰ Χριστοῦ… κινεῖ πρὸς φόνον τούτου τὰς γνώμας τῶν ἀπειθῶν Ἰουδαίων… Ἐθάρρει δὲ τούτου θανόντος καὶ τὴν αὐτοῦ ψυχὴν ἐν ᾅδου κατάκλειστον ἔχειν, ὡς καὶ τὰς τῶν ἐξ αἰώνων ἁπάντων ψυχάς…Οὕτως ὁ ἀπατεὼν ἐξηπάτηται, τῷ τῆς σαρκὸς τοῦ Χριστοῦ παθητῷ τε καὶ θνητῷ προσβαλών, καὶ τὸ φῶς ἤνεγκεν ἄκων ταῖς σκοτειναῖς αὐτοῦ καταδύσεσι καὶ τὸν τῆς ζωῆς δοτῆρα ταῖς διὰ τὴν νοητὴν νέκρωσιν ὑπ᾿ αὐτοῦ τυραννουμέναις ψυχαῖς ἐπέστησεν˙ οὐ μόνον δὲ ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς ἀναστάσεως παρεκτικὸν σῶμα τοῖς τεθνηκόσιν ἀνέμιξε, θανάτῳ καὶ ταφῇ παραδοῦναι σπεύσας αὐτός. Ὁ δὲ Κύριος ἠδύνατο μὲν καὶ ταύτας αὐτοῦ τὰς ἐπιβουλὰς διακρούσασθαι, ἀλλ᾿ οὐκ ἠθέλησεν, ἠθέλησε δὲ μᾶλλον ὑπελθεῖν τὸ πάθος ὑπὲρ ἡμῶν, δι᾿ ὃ καὶ θεάνθρωπος γέγονεν. Εἰ μὴ γὰρ ἄνθρωπος ἦν, οὐκ ἦν δυνατὸν παθεῖν˙ εἰ δὲ μὴ Θεός, ἀπαθὴς κατὰ τὴν θεότητα διαμένων, οὐκ ἂν ὑπὲρ ἡμῶν ὑπέστη σαρκὶ τὸν θάνατον, δι᾿ αὐτοῦ τὴν ἀνάστασιν ἡμῖν χαριζόμενος.
.                 […] Διὰ τοῦτο γὰρ ὃν οὐκ ὤφειλεν ὑπὲρ ἡμῶν ὑπέμεινεν θάνατον, ἵνα τοὺς ἐποφειλομένους ὑφισταμένους ἡμᾶς ἔκ τε τῆς δουλείας τοῦ Διαβόλου καὶ τοῦ θανάτου λυτρώσηται˙ θανάτου καὶ τοῦ κατὰ ψυχήν λέγω, καὶ τοῦ κατὰ σῶμα, τοῦ τε προσκαίρου καὶ διαιωνίζοντος.

,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ΛΟΥΚΑ Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης-1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΛΟΥΚΑ
Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης
(Λουκ. ζ´ 11-16)

Α´
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 201-215.

.               Πολλοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ αὐτοτιτλοφοροῦνται «Σωτῆρες τῆς ἀνθρωπότητας». Ποιός ἀπ’ ὅλους τους ὅμως θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ πὼς θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ σώσει ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν θάνατο; Στὴν ἱστορία ἔχουμε δεῖ πολλοὺς κατακτητές. Κανένας τοὺς ὅμως δὲν νίκησε τὸν θάνατο. Στὴ γῆ γνωρίσαμε πολλοὺς βασιλιάδες ποὺ εἶχαν ἑκατομμύρια ὑποτελεῖς. Κανένας τους ὅμως δὲν μπόρεσε νὰ μετρήσει στοὺς ὑποτελεῖς του καὶ τοὺς νεκροὺς μαζὶ μὲ τοὺς ζωντανούς.
.               Κανένας, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν μοναδικὸ Ἕνα, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, Ἐκεῖνον ποὺ μαζί Του δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ κανένας. Δὲν εἶναι μόνο ὁ Νέος Ἄνθρωπος. Εἶναι ὁ Νέος Κόσμος, ὁ Δημιουργός Του. Ὄργωσε τὸν ἀγρὸ ζώντων καὶ νεκρῶν κι ἔσπειρε καὶ στοὺς δυὸ τὸν καινούργιο σπόρο τῆς ζωῆς. Οἱ νεκροὶ μπροστά Του εἶναι ὅπως κι οἱ ζωντανοί, οἱ ζωντανοὶ ὅπως οἱ νεκροί. Ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἐμπόδιο στὴ βασιλεία Του. Παραμέρισε τὸ ἐμπόδιο αὐτὸ κι ἄνοιξε τὴ βασιλεία Του στὴν ἱστορία, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ὣς τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο ποὺ θὰ γεννηθεῖ στὴ γῆ. Κοίταξε τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο τοῦ ἀνθρώπου μὲ διαφορετικὸ τρόπο ἀπ’ ὅ,τι βλέπουμε ἐμεῖς οἱ θνητοί. Κοίταξε καὶ εἶδε πὼς ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει μὲ τὸν σωματικὸ θάνατο, πὼς ἡ πραγματικότητα τοῦ θανάτου γιὰ μερικοὺς ἀνθρώπους ἔρχεται πρὶν ἀπὸ τὸν σωματικό τους θάνατο. Πολλοὺς ζωντανούς τοὺς βλέπει στὸν τάφο, πολλοὺς νεκροὺς σὲ σώματα ζωντανά. «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθ. ι´ 28), εἶπε ὁ ἴδιος στοὺς ἀποστόλους Του. Ὁ σωματικὸς θάνατος δὲν συνεπάγεται καὶ τὸν ψυχικὸ θάνατο. Αὐτὸς προκαλεῖται μόνο ἀπὸ τὴ θανάσιμη ἁμαρτία πρὶν ἢ καὶ κατὰ τὸ σωματικὸ θάνατο, ξέχωρα ἀπ’ αὐτόν.
.               Μὲ τὴν πνευματικὴ ματιά Του ὁ Κύριος διαπερνᾶ τὸν χρόνο, ὅπως ἡ ἀστραπὴ τὰ σύννεφα. Οἱ ζωντανὲς ψυχὲς τόσο ἐκείνων ποὺ πέθαναν πρὸ πολλοῦ ὅσο καὶ αὐτῶν ποὺ δὲν γεννήθηκαν ἀκόμα ἐμφανίζονται μπροστά Του. Ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ εἶδε σὲ ὅραμα μία πεδιάδα γεμάτη ὀστᾶ νεκρῶν καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει ἂν τὰ ὀστᾶ αὐτὰ θὰ μποροῦσαν νὰ ἀναζωογονηθοῦν, ὡσότου τοῦ τὸ ἀποκάλυψε ὁ Κύριος. «Υἱὲ ἀνθρώπου, εἰ ζήσεται τὰ ὀστέα ταῦτα;», τὸν ρώτησε ὁ Κύριος, «καὶ εἶπα· Κύριε Κύριε, σὺ ἐπίστῃ ταῦτα» (Ἰεζ. λζ´ 3). Ὁ Χριστὸς δὲν ἔβλεπε νεκρὰ ὀστᾶ, ἀλλὰ τὰ ζωντανὰ πνεύματα ποὺ εἶχαν μέσα τους. Τὸ σῶμα καὶ τὰ ὀστᾶ τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι παρὰ τὸ περίβλημα κι ὁ ἐξοπλισμὸς τῆς ψυχῆς. Τὸ περίβλημα αὐτὸ γερνάει καὶ γίνεται σὰν φθαρμένο ροῦχο. Ὁ Θεὸς ὅμως θὰ τὸ ἀνακαινίσει καὶ θὰ ξαναντύσει μὲ αὐτὸ τὴν ψυχὴ ποὺ ἀναχώρησε.
.               Χριστς ρθε γι νπαλλάξει τν νθρωπο π τν ρχαο φόβο, λλ κα ν δημιουργήσει ναν καινούργιο φόβο σ’ ατος πο μαρτάνουν. ρχαος φόβος το νθρώπου ταν σωματικς θάνατος. καινούργιος φόβος εναι πνευματικς θάνατος. Καὶ τὸν φόβο αὐτὸν ὁ Χριστὸς τὸν ἐνίσχυσε, τὸν ἔκανε πιὸ δυνατό. Ὁ φόβος τοῦ σωματικοῦ θανάτου ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀναζήτηση βοήθειας ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Οἱ ἄνθρωποι ἐγκαθίστανται σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, σκορπίζονται σ’ αὐτὸν καὶ πιάνονται ἀπ’ αὐτόν, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ σιγουρέψουν τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ διαμονὴ γιὰ τὸ σῶμα τους, νὰ διανύσουν ἕνα ταξίδι ὅσο μεγαλύτερο καὶ ἀβασάνιστο γίνεται. Ὁ Κύριος ὅμως λέει σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἦταν πλούσιος ὁλικὰ ἀλλὰ φτωχὸς πνευματικά: «Ἄφρον, ταύτη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. ιβ´ 20). Τὸν ἄνθρωπο ποὺ φροντίζει γιὰ τὸ σῶμα του ἀλλὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ψυχή του, ὁ Κύριος τὸν ἀποκαλεῖ ἄφρονα, ἀνόητο. «Οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἔστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ» (Λουκ. ιβ´ 15), εἶπε ἐπίσης ὁ Κύριος. Σὲ τί συνίσταται λοιπὸν ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου; Στὴν ἐξάρτησή του ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ ζωοποιεῖ τὴν ψυχὴ μὲ τὸ λόγο Του καὶ μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ ζωοποιεῖ καὶ τὸ σῶμα.
.               Μὲ τὸ λόγο Του ὁ Κύριος ἀνάστησε κι ἀνασταίνει ψυχὲς ἁμαρτωλές, ψυχὲς ποὺ πέθαναν πρὶν ἀπὸ τὸ σωματικὸ θάνατο. Ὑποσχέθηκε πὼς θ’ ἀναστήσει τὰ νεκρὰ σώματα ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἤδη ἀποβιώσει. Μὲ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, μὲ τὰ ζωοποιὰ λόγια Του καὶ μὲ τὰ τίμια δῶρα, τὸ πάναγνο Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του, ἀνέστησε κι ἀνασταίνει καὶ σήμερα ἀκόμα νεκρούς. Καὶ θὰ τὸ κάνει αὐτὸ ὢς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Μᾶς τὸ ἐπιβεβαίωσε αὐτὸ ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα, ἀφοῦ ἀνέστησε ἀρκετοὺς στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, καθὼς καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή Του. «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἔστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται» (Ἰωάν. ε´ 25). Πολλοὶ νεκροὶ ἄκουσαν τὴ φωνὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναστήθηκαν. Ἕνα τέτοιο παράδειγμα ἔχουμε ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο.

* * *

.               Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ὁ Ἰησοῦς «ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολὺς» (Λουκ. ζ´ 11). Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἔγινε λίγο μετὰ τὴ θαυματουργικὴ θεραπεία τοῦ δούλου τοῦ Ρωμαίου ἑκατόνταρχου στὴν Καπερναούμ. Ὁ Κύριος εἶχε σφοδρὴ ἐπιθυμία καὶ βιαζόταν νὰ κάνει ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερα καλὰ ἔργα καὶ νὰ δώσει ἔτσι ὑπέροχο παράδειγμα στοὺς πιστούς Του. Μ’ αὐτὸν τὸ σκοπὸ ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Καπερναοὺμ μὲ κατεύθυνση τὸ ὄρος Θαβώρ. Ἐκεῖ, πέρα ἀπὸ τὸ ὄρος, στὶς πλαγιὲς τοῦ ὄρους Ἐρμών, βρίσκεται ὣς τὶς μέρες μας ἡ Ναΐν, ποὺ κάποτε ἦταν ὀχυρωμένη πόλη. Ὁ Κύριος ταξίδευε μὲ τὴ συνοδεία πολλῶν μαθητῶν καὶ πλήθους λαοῦ. Εἶχαν δεῖ ὅλοι τους πολλὰ θαύματα στὴν Καπερναοὺμ καὶ ἤλπιζαν νὰ δοῦν καὶ ν’ ἀκούσουν περισσότερα, γιατί τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶχαν ἀκουστεῖ ὣς τότε στὸν Ἰσραήλ, ἐνῶ τὰ λόγια Του ἦταν σὰν ποτάμια ποὺ ἔρρεαν μέλι καὶ γάλα.
.               «Ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρί αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ» (Λουκ. ζ´ 12). Ὁ Κύριος μόλις εἶχε προσεγγίσει τὴν πύλη τῆς πόλης μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε, ὅταν συνάντησε μία πομπὴ νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν πόλη, συνοδεύοντας ἕνα νεκρὸ παιδί. Ἔτσι συναντήθηκαν ὁ Κύριος μὲ τὸ δοῦλο. Ὁ χορηγός τῆς ζωῆς συνάντησε τὸν νεκρό. Ὁ νεκρὸς ἦταν ἕνα νεαρὸ παιδί, ὅπως βλέπουμε ἀπὸ τὴν διήγηση, ὅτι ὁ Κύριος τὸν παρέδωσε στὴν μητέρα του, ἀφοῦ τὸν ἐπανέφερε στὴν ζωή. Ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ πρέπει νὰ προερχόταν ἀπὸ πλούσια κι ἐπιφανῆ οἰκογένεια, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ τὴν συνόδευε στὴν κηδεία.
.               «Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε» (Λουκ. ζ´ 13). Τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ συνόδευε τὴ χήρα φαίνεται πὼς τό ᾽κανε γιὰ χάρη της, λόγῳ τῆς κοινωνικῆς της θέσης, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἰσχυρὸ χτύπημα ποὺ δέχτηκε μὲ τὸν θάνατο τοῦ μοναχογιοῦ της. Ἡ θλίψη τῶν ἀνθρώπων γύρω της πρέπει νὰ ἦταν πολὺ μεγάλη. Κι αὐτὸ πρέπει νὰ ἔκανε μεγαλύτερη τὴν θλίψη τῆς μητέρας καὶ αὔξησε τὰ δάκρυα ἀπόγνωσης καὶ τὸν ὀδυρμό της. Ἂν κι ἀναζητοῦμε ἄλλους γιὰ νὰ μοιραστοῦν τὴν θλίψη μας, ὅταν ὁ θάνατος ἀποσπᾶ βίαια κάποιον δικό μας ἄνθρωπο, ἡ συμμετοχὴ τους συνεισφέρει πολὺ λίγο στὸ νὰ μειώσει τὴν θλίψη καὶ τὸν πόνο μας. Ὅταν ἡ ἀδυναμία παρηγορεῖ τὴν ἀδυναμία, τότε κι ἡ παρηγοριά θά ᾽ναι ἀδύναμη. λοι σοι παραστέκονται σνα νεκρ σμα, κυριεύονται π να περίεργο συναίσθημα πο δύσκολα ξωτερικεύεται. Κι ατ εναι ντροπή. Ο νθρωποι χι μόνο φοβονται τὸν θάνατο, λλ κα ντρέπονται γι’ ατό. ντροπ ατ εναι πόδειξη – πολ μεγαλύτερη π τὸν φόβο – πς θάνατος εναι συνέπεια τς μαρτίας το νθρώπου. Ὅπως ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος ντρέπεται ν’ ἀποκαλύψει στὸ γιατρὸ τὶς κρυφὲς πληγές του, ἔτσι κι ὅσοι ἔχουν συνείδηση ντρέπονται τὴ θνητότητά τους. ντροπ ατ γι τὸν θάνατο μς δηγε στν πόδειξη τς θάνατης καταγωγς μας κα το θάνατου προορισμο μας. Τὰ ζῶα ὅταν πεθαίνουν κρύβονται μακριά, σὰ νὰ νιώθουν ντροπὴ ποὺ εἶναι θνητά. Φανταστεῖτε πόση εἶναι ἡ ντροπὴ ἐκείνων ποὺ εἶναι πνευματικὰ καλλιεργημένοι!
.               Σὲ τί χρησιμεύουν ὅλα τὰ κλάματα καὶ τὰ μοιρολόγια μας, ὅλη ἡ ματαιότητά μας, ὅλες οἱ τιμὲς καὶ οἱ δόξες μας, τὴν ὥρα ποὺ νιώθουμε ὅτι κομματιάζεται τὸ ἐπίγειο δοχεῖο ὅπου κατοικήσαμε ὅσο ζούσαμε; Μᾶς κατέχει ντροπὴ τόσο γιὰ τὸ εὔθραυστο τοῦ δοχείου μας ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἄφρονα ματαιότητα, μὲ τὴν ὁποία γεμίσαμε τὴ ζωή μας. Σὲ τί χρησιμεύει νὰ τὸ κρύβουμε; Ἡ ντροπὴ μᾶς κατέχει λόγῳ τῆς βρωμιᾶς ποὺ γεμίσαμε τὸ γήινο σαρκίο μας καὶ ποὺ ἐξέρχεται μετὰ τὸν θάνατό μας, ὄχι μόνο πρὸς τὴ γῆ ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν οὐρανό. Ἡ οὐσία τοῦ πνεύματος δὲν ἀναδίδει οὔτε ἄρωμα οὔτε δυσοσμία στὸ σῶμα μας. Ἀνάλογα μὲ τὴν ποιότητά μας ὡς ἀνθρώπων καὶ μὲ τὰ ὑλικὰ ποὺ ἔχουμε σωρεύσει μέσα μας ὅσο ζοῦμε, ἀναδίδουμε τὸ ἄρωμα τοῦ οὐρανοῦ ἢ τὴ βρωμιὰ τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Κύριος ἔχει ἀγάπη καὶ ἀνοχὴ γι’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται σὲ ἀπόγνωση. Αὐτὸ τὸ διαπιστώνουμε συχνὰ στὶς ἀδυναμίες τῶν ἀνθρώπων. «Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἐσπλαγχνίσθη περὶ αὐτῶν, ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ´ 36). Ὅταν τὰ πρόβατα βλέπουν τὸν ποιμένα δὲν λιποψυχοῦν, οὔτε καὶ σκορπίζονται. Ἂν οἱ ἄνθρωποι εἶχαν τὸν Θεὸ πάντα μπροστὰ στὰ μάτια τους δὲν θὰ λιποψυχοῦσαν, οὔτε καὶ θὰ σκορπίζονταν. Μερικοὶ ὅμως τὸν βλέπουν, ἄλλοι τὸν ἀναζητοῦν γιὰ νὰ τὸν δοῦν, ἐνῶ ἄλλοι εἶναι τυφλοὶ ἢ ἐμπαίζουν ἐκείνους ποὺ ψάχνουν γιὰ νὰ Τὸν δοῦν. Ἔτσι οἱ ἄνθρωποι λιποψυχοῦν, διασκορπίζονται, γίνεται ὁ καθένας ὁδηγὸς στὸν ἑαυτό του κι ἀκολουθεῖ τὸ δικό του δρόμο.
.               ν ο νθρωποι εχαν στω κα τ μισ φόβο γι τν πανταχο παρόντα Θεό, π’ ατν πο χουν γι τὸν θάνατο, δὲν θ φοβονταν τν τελευταο. Κα μάλιστα δὲν θ γνώριζαν τὸν θάνατο σ’ ατν τν κόσμο. Στὴν περίπτωσή μας ὁ Κύριος ἔνιωσε ἰδιαίτερη συμπάθεια γιὰ τὴν θλιμμένη μητέρα καὶ γι’ αὐτὸ τῆς εἶπε: μὴ κλαῖε. Κοίταξε βαθιὰ μέσα στὴν ψυχή της καὶ διάβασε ὅλα ὅσα γίνονταν ἐκεῖ. Ὁ σύζυγός της εἶχε πεθάνει, δὲν εἶχε σύντροφο. Τώρα πέθανε κι ὁ μοναχογιός της καὶ βρέθηκε ὁλομόναχη. Ποῦ ἦταν ὁ ζωντανὸς Θεός; Μπορεῖ νὰ νιώθει μόνος του κανείς, ὅταν ἔχει συντροφιὰ τὸν Θεό; Μπορεῖ ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος νὰ βρεῖ καλλίτερη συντροφιά, πιὸ ἐγκάρδια, ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τοῦ Θεοῦ; Δὲν εἶναι πιὸ κοντά μας ὁ Θεὸς ἀκόμα κι ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα μας, ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὶς ἀδελφές μας, ἀπὸ τοὺς γιοὺς καὶ τὶς θυγατέρες μας; Μᾶς δίνει παιδιὰ κι ὕστερα μᾶς τὰ παίρνει, μὰ δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει. Τὸ μάτι Του δὲν κουράζεται νὰ μᾶς παρακολουθεῖ, οὔτε κι ἡ ἀγάπη Του γιὰ μᾶς ἔχει ἀλλοιωθεῖ. Ὅλη ἡ δυσοσμία τοῦ θανάτου μᾶς βοηθάει νὰ προσκολληθοῦμε περισσότερο στὸν Θεό, τὸν ζῶντα Θεό.
.               Μὴ κλαῖε! Ὁ Κύριος προσπαθεῖ νὰ παρηγορήσει τὴν ἀπαρηγόρητη μητέρα. Αὐτὸ τὸ λέει Ἐκεῖνος ποὺ δὲν σκέφτεται, ὅπως πολλοὶ ἀπὸ μᾶς, πὼς ἡ ψυχὴ τοῦ νεκροῦ ἀγοριοῦ κατεβαίνει στὸν τάφο, μαζὶ μὲ τὸ νεκρὸ σῶμα του. Τὸ λέει Ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦν στὴν ψυχὴ τοῦ νεκροῦ ἀγοριοῦ, ποὺ κρατᾶ τὴν ψυχὴ αὐτὴ στὴ δική Του ἐξουσία. Κι ἐμεῖς παρηγοροῦμε αὐτοὺς ποὺ θρηνοῦν μὲ τὰ ἴδια λόγια, ἂν κι οἱ καρδιές μας εἶναι γεμάτες δάκρυα.
.               Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ συμπάθειά μας ὅμως νιώθουμε ἀδύναμοι νὰ προσθέσουμε ὁτιδήποτε ἄλλο σ’ ἐκείνους ποὺ θρηνοῦν. Ἡ δύναμη τοῦ θανάτου ἔχει τόσο πολὺ ξεπεράσει τὴ δύναμή μας, ὥστε σερνόμαστε σὰν ἔντομα στὴ σκιά του. Καὶ καθὼς γεμίζουμε τὸν τάφο καὶ σκεπάζουμε τὸ νεκρὸ μὲ χῶμα, νιώθουμε πὼς ἐνταφιάζουμε μαζὶ κι ἕνα μέρος ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας μέσα στὸ νεκρικὸ σκοτάδι τοῦ τάφου.
.               Ὁ Κύριος δὲν εἶπε “μὴ κλαῖε” στὴ γυναίκα, γιὰ νὰ δείξει πὼς δὲν πρέπει νὰ κλαῖμε γιὰ τοὺς νεκρούς. Ὁ ἴδιος δάκρυσε γιὰ τὸ Λάζαρο (βλ. Ἰωάν. ια´ 35). Θρήνησε προκαταβολικὰ γι’ αὐτοὺς ποὺ θὰ ὑπέφεραν μὲ τὴν πτώση τῆς Ἱερουσαλὴμ (βλ. Λουκ. ιθ´ 41-44). Τέλος μακάρισε αὐτοὺς ποὺ πενθοῦν, «ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Ματθ. ε´ 4). Τίποτα δὲν ἠρεμεῖ καὶ δὲν καθαρίζει τόσο, ὅσο τὰ δάκρυα.
.               Στὴν ὀρθόδοξη μεθοδολογία τῆς σωτηρίας, τὰ δάκρυα εἶναι ἀνάμεσα στὰ πρῶτα μέσα κάθαρσης τῆς ψυχῆς, τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ. Ὄχι μόνο πρέπει νὰ κλαῖμε γιὰ τοὺς νεκρούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ζωντανοὺς καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ὅπως συνέστησε ὁ Κύριος στὶς γυναῖκες τῆς Ἱερουσαλήμ: «Θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ’ ἐμέ, πλὴν ἐφ’ ἑαυτὰς κλαίετε καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ὑμῶν» (Λουκ. κγ´ 28).
.               Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορὰ ἀπὸ δάκρυα σὲ δάκρυα. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει τοὺς Θεσσαλονικεῖς: «ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (Α´ Θεσσ. δ´ 13). Δὲν πρέπει νὰ θλιβόμαστε ὅπως οἱ εἰδωλολάτρες κι οἱ ἄθεοι, ποὺ κλαῖνε τοὺς νεκρούς τους σὰ νὰ χάθηκαν ἐντελῶς. Ο χριστιανο δν πρέπει ν κλανε τος νεκρος σν χαμένους λλ σν μαρτωλούς. Ἡ θλίψη τους ἑπομένως πρέπει νὰ συνοδεύεται μὲ προσευχὲς στὸν Θεό, γιὰ νὰ συχωρήσει τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀποβιώσαντα καὶ νὰ τὸν ἐλεήσει, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν οὐράνια βασιλεία Του.
.               Ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ κλαίει καὶ νὰ θρηνεῖ ἐπίσης γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Κι ὅσο πιὸ συχνὰ τὸ κάνει αὐτὸ τόσο καλύτερα. Ὄχι νὰ συμπεριφέρεται σὰν κι’ αὐτοὺς ποὺ δὲν πιστεύουν στὸν Θεὸ καὶ δὲν ἐλπίζουν στὸ ἔλεός Του καὶ στὴν αἰώνια ζωή.
.               Ὅταν τὰ δάκρυα ἔχουν τὸ χριστιανικὸ αὐτὸ νόημα κι αὐτὴ τὴ χρήση, τότε γιατί ὁ Κύριος εἶπε στὴ μητέρα τοῦ νεκροῦ ἀγοριοῦ “μὴ κλαῖε”; Ἐδῶ εἶναι ἄλλη περίπτωση. Ἡ γυναίκα ἔκλαιγε σὰν κι αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα. Δὲν ἔκλαιγε γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ παιδιοῦ της οὔτε καὶ γιὰ τὶς δικές της. Ἔκλαιγε γιὰ τὴ σωματικὴ ἀπώλεια, γιὰ τὸ χαμὸ καὶ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐξαφάνιση τοῦ παιδιοῦ, γιὰ τὸν αἰώνιο ἀποχωρισμό της ἀπ’ αὐτό. Ἐκεῖ ὅμως βρισκόταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ζώντων καὶ νεκρῶν. Δὲν εἶχε λοιπὸν λόγο νὰ κλαίει μπροστά Του, ὅπως δὲν ἔχει λόγο καὶ νὰ νηστεύει κανείς, ὅταν ὁ Κύριος εἶναι παρών. Ὅταν οἱ Φαρισαῖοι κατηγόρησαν τὸν Κύριο πὼς οἱ μαθητές Του δὲν νήστευαν, ὅπως ὁ Ἰωάννης, τοὺς ἀπάντησε: «Μὴ δύνασθε τοὺς υἱοὺς τοῦ νυμφῶνος, ἐν ᾧ ὁ νυμφίος μετ’ αὐτῶν ἐστι, ποιῆσαι νηστεύειν;» (Λουκ. ε´ 34). Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο λοιπόν, μπορεῖ νὰ θρηνεῖ κάποιος, ὅταν βρίσκεται μαζί του ὁ Ζωοδότης, ποὺ στὴ βασιλεία Του δὲν ὑπάρχουν νεκροί, ἀλλ’ ὅλοι εἶναι ζωντανοί; Ἡ θλιμμένη χήρα ὅμως δὲν γνώριζε οὔτε τὸν Χριστὸ οὔτε τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Θρηνοῦσε τὸν μοναχογιό της χωρὶς ἐλπίδα, ὅπως ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι τότε, ποὺ εἴτε δὲν εἶχαν ὁλότελα πίστη στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν εἴτε τὴν εἶχαν χάσει.
.               Σ’ αὐτὴν τὴν ἀνώφελη λόγω ἄγνοιας θλίψη της, ὁ Κύριος ἀνταποκρίθηκε μὲ τὰ λόγια: Μὴ κλαῖε! Δὲν τῆς εἶπε νὰ μὴν κλάψει μὲ τὴν ἔννοια ποὺ τὸ κάνουν πολλοὶ σήμερα, ποὺ ἐννοοῦν: «Μὴν κλαῖς! Τὰ δάκρυά σου δὲν θὰ τὸν φέρουν πίσω. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοίρα. Ὅλοι τὸν ἴδιο δρόμο θ’ ἀκολουθήσουμε». Αὐτὴ ποὺ δίνουμε ἐμεῖς εἶναι μία ἀπαρηγόρητη παρηγοριά. Δὲν παρηγορεῖ κανέναν, εἴτε τὴν δίνει κανεὶς εἴτε τὴν παίρνει. Ἄλλο πράγμα σκεφτόταν ὁ Χριστός, ὅταν ἔλεγε “μὴ κλαῖε”. Ἤθελε νὰ πεῖ: Μν κλας, γιατί γ εμαι δ. Εἶμαι ὁ ποιμένας ὅλων τῶν προβάτων. Κανένα πρόβατο δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ Ἐμένα, δὲν γίνεται νὰ μὴ γνωρίζω ποῦ βρίσκεται. γις δν πέθανε μ τν τρόπο πο νομίζεις σύ. Μόνο ψυχή του φυγε π τ σμα. γ χω ξουσία στν ψυχή του, πως κα στ σμα του. Λόγῳ τῆς θλίψης σου, ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἄγνοια καὶ ἀπιστία τόσο τὴ δική σου ὅσο κι ἐκείνων ποὺ βρίσκονται γύρω σου, θὰ ἑνώσω ξανὰ τὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ μὲ τὸ σῶμα του καὶ θὰ τὸν ξαναφέρω στὴ ζωή. Καὶ θὰ τὸ κάνω αὐτὸ ὄχι τόσο γιὰ δική του χάρη ὅσο γιὰ σένα καὶ γιὰ τοὺς δικούς σου, γιὰ νὰ πιστέψετε πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ζωντανὸς καὶ παρακολουθεῖ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Γιὰ νὰ βεβαιωθεῖτε πὼς Ἐγὼ εἶμαι ὁ Μεσσίας ποὺ ἦρθε, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ΛΟΥΚΑ Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης-2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε

OΙ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ XΡΙΣΤΟΥ

H ANAΣTAΣH TOY XPIΣTOY
Oἱ σωτηριολογικές συνέπειες τῆς ἀναστάσεως τοῦ Xριστοῦ

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ἀχελώου Εὐθυμίου
«ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ»
(Ὀρθόδοξη Σωτηριολογία)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1996, σελ. 171-174

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ.  Βιβλιογρ.»

βλ. σχετ: TΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ XΡΙΣΤΟΥ (ὁ Γολγοθάς, ὁ σταυρός, τό ξύλο, ἡ κτίση, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ)
Η “ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ” ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΓΟΛΓΟΘΑ-1 «Ἐπάνω στόν Γολγοθά δόθηκε ἡ μεγαλύτερη μάχη τῆς ἱστορίας».
Η “ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ” ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΓΟΛΓΟΘΑ-2 «Aὐτό ἦταν τό μέγιστο στρατηγικό σφάλμα»

H EIΣ AΔOY KAΘOΔOΣ TOY XPIΣTOY
Η ΦΥΣΗ καὶ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

.           α) Ἡ κατάργηση τῆς διαδικασίας τῆς φθορᾶς: Tό πρόβλημα πού ἀντιμετώπιζαν οἱ μεταπτωτικοί ἄνθρωποι δέν ἦταν μόνο ὁ θάνατος, ἀλλά καί ἡ διαδικασία τῆς φθορᾶς πού χαρακτήριζε τήν φύση τους, μετά τήν Πτώση. Ὁ θάνατος μάλιστα, στά ἀρχέγονα χρόνια, ἦταν σπάνιος, ἐκτός βέβαια ἀπό τίς περιπτώσεις βίαιης ἀφαίρεσης τῆς ζωῆς, ὅπως συνέβη μέ τήν δολοφονία τοῦ Ἄβελ ἀπό τόν ἀδελφό του Kάϊν, στήν πρώτη κιόλας μεταπτωτική οἰκογένεια… Oἱ ἄνθρωποι, στήν ἀρχέγονη ἐκείνη ἐποχή ζοῦσαν χίλια περίπου χρόνια!
.           Ἐκεῖνο, λοιπόν, πού κόστιζε ἰδιαίτερα στούς ἀνθρώπους ἦταν ἡ διαδικασία τῆς φθορᾶς, πού τήν συναντοῦσαν σέ κάθε περιστατικό τῆς καθημερινῆς ζωῆς, στόν ἑαυτό τους, ἀλλά καί στόν γύρω τους κόσμο (τό φυσικό καί οἰκολογικό περιβάλλον). Tό πρόβλημα, ἑπομένως, τῶν μεταπτωτικῶν ἀνθρώπων ἦταν κυρίως ἡφθορά, ἀποκορύφωμα τῆς ὁποίας ἦταν ὁ θάνατος…
.           Ὁ Xριστός ἦταν ὁ πρῶτος καί ὁ μόνος ἄνθρωπος πού ὑπερνίκησε τήν διαδικασία τῆς φθορᾶς καί τήν κατήργησε. Tό σῶμα τοῦ Xριστοῦ, ἄν καί ἔμεινε στόν ὑγρό τάφο τρεῖς ἡμέρες, ἐν τούτοις δέν ἀλλοιώθηκε, δέν τό προσέβαλε ἡ διαδικασία τῆς φθορᾶς καί τῆς ἀποσύνθεσης.

.           β) Ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου: Ἡ πρώτη καί κύρια συνέπεια τῆς Πτώσης, τῆς «ἁμαρτίας τῆς θέλησης», ἦταν ὁ θάνατος, ἡ«ἁμαρτία τῆς φύσεως», ὅπως εἴπαμε. Aὐτό σημαίνει ὅτι ὁ θάνατος ἦταν ὁ κλῆρος ὅλων τῶν μεταπτωτικῶν ἀνθρώπων. Γιά ὅλους τούς μεταπτωτικούς ἀνθρώπους ἴσχυε πιά ὁ λόγος τοῦ Δημιουργοῦ πρός τόν πεπτωκότα Ἀδάμ: «Ἀποστρέψῃ εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἦς ἐλήφθης, ὅτι γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γεν. γ´ 19).
.           Oἱ ἀρχαῖοι, λοιπόν ἄνθρωποι, θανατώνοντας ἀνθρώπους καί ζῶα (στίς θυσίες), εἶχαν τήν ἐντύπωση ὅτι, μέ τόν τρόπον αὐτό, ἀπαλλάσσονταν οἱ ἴδιοι ἀπό τόν θάνατο: ἀντί γι’ αὐτούς, πέθαιναν τά θύματα… Ὡστόσο, ἐκεῖνο πού χρειάζονταν πραγματικά οἱ μεταπτωτικοί ἄνθρωποι δέν ἦταν νά πεθάνει κάποιος (ἕνα θύμα) ἀντί γι’ αὐτούς, ἀλλά ἡ ὑπερνίκηση καί κατάργηση τῆς κατάστασης τοῦ θανάτου, ὅπως εἴπαμε προγουμένως. Διότι, οὔτε ὁ θάνατος τῶν θυμάτων οὔτε ὁ θάνατος ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἐπρόκειτο νά ἀλλάξει τήν κατάσταση τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος θά συνεχιζόταν στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων…
.           Ἡ ἀνάσταση τοῦ Xριστοῦ ἦταν ἡ ὁρατή ἀπόδειξη γιά τήν ὁριστική κατάργηση τῆς κατάστασης τοῦ θανάτου. Ὁ Xριστός προσέφερε στό ἀνθρώπινο γένος ἐκεῖνο πού κανείς ἄλλος δέν μποροῦσε νά τό κατορθώσει: κατήργησε τόν θάνατο ὡς κατάσταση τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ὁ θάνατος ἦταν ἕνα φαρμακερό ἀγκάθι, μέ τό ὁποῖο ὁ διάβολος εἶχε κεντρίσει τήν ἀνθρώπινη φύση. Ὁ Xριστός μέ τήν ἀνάστασή του ἀφήρεσε τό θανατηφόρο αὐτό «ἀγκάθι» καί μέ τόν τρόπον αὐτό, ἀνάστησε οὐσιαστικά τήν ἀνθρώπινη φύση.
.           Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀναφερόμενος σέ δύο σχετικές προφητεῖες τοῦ Ἡσαΐα (κε´8) καί τοῦ Ὡσηέ (ιγ´ 14), διατυπώνει τήν ἄποψη, ὅτι ὁ θάνατος ἦταν τό φαρμακερό ἀγκάθι, τό ὁποῖο μέ τό δηλητήριό του, τήν ἁμαρτία, δηλητηρίαζε τον ἄνθρωπο καί τήν ζωή του. Πανηγυρίζοντας δέ καί αὐτός γιά τήν ὑπερνίκηση καί κατάργηση τοῦ θανάτου, μέ ἀπέραντη χαρά καί ἀγαλλίαση, ἐπαναλαμβάνει τήν θριαμβευτική κραυγή τοῦ προφήτη Ὡσηέ: «Ποῦ σου θάνατε τό κέντρον; (τό ἀγκάθι) Ποῦ σου, ᾅδη τὸ νῖκος;» (A´ Kορ. ιε´ 54-56).

.           γ) Ὁ ἀρραβώνας καί ἡ ἐγγύηση τῆς ἀνάστασης τῶν ἀνθρώπων: Ἡ ἀνάσταση τοῦ Xριστοῦ ἦταν ταυτόχρονα καί ὁ ἀρραβώνας τῆς ἀνάστασης τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Xριστοῦ εἶναι ἡ ἐγγύηση, ὅτι θά ἀναστηθοῦν καί ὅλοι οἱ θνητοί καί νεκροί ἄνθρωποι. Ἡ θέση ἀκριβῶς αὐτή ἀποτελεῖ καί τό θεμέλιο τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ὅπως πρῶτος τό σημείωσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Eἰ δὲ Xριστός οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν… νυνὶ δὲ Xριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» (A´ Kορ. ιε´ 14, 20). Ἡ ἀνάσταση, ἑπομένως, τοῦ Xριστοῦ ἑδραίωσε τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν καί ἡ ἐλπίδα αὐτή ἔδωσε σημασία καί ἀξία στήν ὕπαρξη καί ζωή τῶν ἀνθρώπων ἐπί τῆς γῆς.
.           Mιά ὕπαρξη καί ζωή, γεμάτη πόνο, δάκρυα καί φθορά πού θά κατέληγε ὁριστικά καί ἀμετάκλητα στόν θάνατο, δέν θὰ εἶχε πιά καμιά σημασία καί ἀξία. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Xριστοῦ ἀνάστησε καί ἀναστήλωσε τήν σημασία καί τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου!

,

Σχολιάστε

Η ΦΥΣΗ καὶ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

H ANAΣTAΣH TOY XPIΣTOY

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ἀχελώου Εὐθυμίου
«ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ»
(Ὀρθόδοξη Σωτηριολογία)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1996, σελ. 165-170

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ.  Βιβλιογρ.»

βλ. σχετ: TΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ XΡΙΣΤΟΥ (ὁ Γολγοθάς, ὁ σταυρός, τό ξύλο, ἡ κτίση, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ)
Η “ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ” ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΓΟΛΓΟΘΑ-1 «Ἐπάνω στόν Γολγοθά δόθηκε ἡ μεγαλύτερη μάχη τῆς ἱστορίας».
Η “ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ” ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΓΟΛΓΟΘΑ-2 «Aὐτό ἦταν τό μέγιστο στρατηγικό σφάλμα»

H EIΣ AΔOY KAΘOΔOΣ TOY XPIΣTOY

1. Tά στοιχεῖα τῆς Ἀνάστασης

.         α) Ὁ κενός τάφος: Tό πρῶτο στοιχεῖο τῆς ἀνάστασης τοῦ Xριστοῦ ἦταν ὁ κενός τάφος. Oἱ Mυροφόρες γυναῖκες πρῶτα καί ὕστερα οἱ Mαθητές Πέτρος καί Ἰωάννης διαπίστωσαν τό γεγονός: βρῆκαν «τά ὀθόνια καί τό σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ… αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον» (Ἰωάν. κ´ 6-7. Λουκ. κδ´ 24). Ὁ τάφος τοῦ Xριστοῦ ἦταν κενός… Ἦταν ὁ πρῶτος κενός τάφος πού ἀντίκρυσαν οἱ ἄνθρωποι.
.         β) Ὁ ἄθικτος τάφος: Ὁ Xριστός ἀναστήθηκε, ἐνῶ ὁ τάφος ἦταν κλεισμένος καί σφραγισμένος. Oἱ στρατιῶτες πού φρουροῦσαν τό μνημεῖο οὔτε κάποιο θόρυβο ἄκουσαν οὔτε κάποια παραβίαση τῶν σφραγίδων παρατήρησαν οὔτε τόν ἀκριβή χρόνο τῆς ἀναστάσεως σημείωσαν. Διότι ὁ Xριστός μέ τήν ἀνάστασή του κατήργησε τόν χῶρο καί τόν χρόνο: «ὥσπερ ἐξῆλθες ἐφραγισμένου τοῦ τάφου, οὕτως εἰσῆλθες καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων πρὸς τοὺς μαθητάς σου… Oὐκ ἤσθοντο πότε ἀνέστης οἱ φυλάσσοντές σε στρατιῶται…».
.         γ) Ὁ «ὄλβιος τάφος»: Ἡ Mαγδαληνή Mαρία, καθισμένη ἔξω ἀπό τόν τάφο τοῦ Xοροῦ «ὀλοφύρετο κλαυθμῷ». Ὁ ἀναστημένος ὅμως Xριστός τήν πλησίασε καί τήν ρώτησε διακριτικά: «Γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς;». Kαί ὅταν ἡMαθήτρια διαπίστωσε πώς ἐκεῖνος πού τῆς μιλοῦσε ἦταν ὁ Xριστός, ξέσπασε σέ κραυγές καί ἀλαλαγμούς χαρᾶς (Ἰωάν. κ´ 11-16). Ὁ Xριστός μετέτρεψε τόν θρῆνο της σέ ἀπέραντη εὐτυχία!

2. Ἡ φύση καί ὁ χαρακτήρας τῆς ἀνάστασης τοῦ Xριστοῦ

.         Ὁ Xριστός, ἀφοῦ τό ἀνθρώπινο σῶμα του παρέμεινε ἄφθαρτο ἐπί τρεῖς ἡμέρες μέσα στόν τάφο, στό «καινό μνημεῖο» τοῦ Ἰωσήφ, τήν τρίτη ἡμέρα ἀναστήθηκε καί ἐμφανίσθηκε ζωντανός καί ὑγιής στούς μαθητές του, τήν ἴδια ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς του (Ἰωάν. κ´ 15-κα´). Oἱ ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστημένου Xριστοῦ στούς μαθητές του συνεχίσθηκαν γιά σαράντα ὁλόκληρες ἡμέρες (Πραξ. α´ 3-4).
.         Ἡ ἀνάσταση τοῦ Xριστοῦ ἦταν ἀσφαλῶς ἀποτέλεσμα καί συνέπεια τῆς θεότητός του. Θεολογική ἑρμηνεία τῆς ἀναστάσεως τοῦ Xριστοῦ δίνει ὁ M. Bασίλειος, τονίζοντας ὅτι ὁ Xριστός ἀναστήθηκε, διότι «οὐκ ἦν δυνατὸν κρατεῖσθαι ὑπὸ τῆς φθορᾶς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς» (Θ. Λειτουργία). Ὁ ἱερός Xρυσόστομος ὅμως, ἀναφερόμενος στήν ἀνάσταση τοῦ Xριστοῦ, χρησιμοποιεῖ συμβολικές ἐκφράσεις καί εἰκόνες, προφανῶς γιά ποιμαντικούς σκοπούς. Σχολιάζοντας λοιπόν, τόν στίχο τοῦ προφήτη Ἡσαΐα «ὁ ÷ἅδης κάτωθεν ἐπικράνθη συναντήσας σοι, συνηγέρθησαν σοι πάντες οἱ γίγαντες οἱ ἄρξαντες τῆς γῆς» (ιδ´ 9), παρομοιάζει τήν ψυχή τοῦ Xριστοῦ μέ ἰσχυρό φάρμακο, πού «πίκρανε» τό «στομάχι» τοῦ διαβόλου, τόν Ἅδη δηλαδή, μέ ἀποτέλεσμα νά τοῦ προκαλέσει ἐμετό καί νά τόν ὑποχρεώσει νά ἐμέσει ὄχι μόνο τήν ψυχή τοῦ Xριστοῦ, ἀλλά καί πολλές ἄλλες ψυχές δικαίων προσώπων τῆς ἀρχαιότητος (βλ. Kατηχητικό Λόγο, πού διαβάζεται τήν Kυριακή τοῦ Πάσχα, στό τέλος τῆς Θ. Λειτουργίας).
.         Συμβολικές ἑρμηνεῖες τῆς ἀνάστασης τοῦ Xριστοῦ συναντοῦμε καί στά ὑμνολογικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας. Σέ μία ἀπό αὐτές, ἡ ψυχή τοῦ Xριστοῦ παρομοιάζεται μέ «πέτρα», τήν ὁποία ὁ διάβολος ἔσπευσε νά καταπιεῖ. Ὅταν ὅμως ἡ«πέτρα» τῆς ζωῆς βρέθηκε στήν κοιλιά τοῦ διαβόλου, στόν Ἅδη, ἐκεῖνος ἄρχισε νά αἰσθάνεται δυσφορία… Kαί τοῦτο, διότι ἡ θεωμένη ψυχή τοῦ Xριστοῦ παρέμεινε «ἀχώνευτη». Ἔτσι, ἀναγκάσθηκε τελικά νά τήν ἐμέσει… (πρβλ. τήν προτύπωση τοῦ Ἰωνᾶ).

.         α) Θάνατος πού δέν θανατώνει: Tό σῶμα τοῦ Xριστοῦ, ὡς παθητό καί θνητό, γνώρισε τόν θάνατο, ὅπως εἴπαμε. Ἐπειδή, ὅμως, ὁ Xριστός, ὡς ἀναμάρτητος, ἦταν ἐλεύθερος ἀπό τόν θάνατο, ὁ θάνατος δέν μπόρεσε τελικά νά τόν θανατώσει. Tό χτύπημα τοῦ θανάτου ἀποδείχθηκε ἐπιφανειακό καί ἐπιπόλαιο (πρβλ. τίς προτυπώσεις «μώλωψ», «βέλος νηπίων» καί «πτέρνα»). Γι’ αὐτό καί τό τραῦμα θεραπεύθηκε γρήγορα καί ὁ Xριστός ἀνέζησε.

.         β) Θάνατος-προσωρινός ὕπνος: Ὁ θάνατος τοῦ Xριστοῦ, ἐνῶ ἦταν πραγματικός, ἐν τούτοις δέν ἔγινε μόνιμη κατάσταση. Ἐπειδή ἀκριβῶς, ὁ Xριστός, ὡς ἀναμάρτητος ἦταν ἐλεύθερος ἀπό τόν θάνατο, γι’ αὐτό καί ὁ θάνατος ἁπλῶς τόν «ὕπνωσε». Kαί τό ὅτι ὁ θάνατος τοῦ Xριστοῦ ἦταν ἕνας ὕπνος, ἀποδείχθηκε ἀπό τό γεγονός ὅτι ἦταν χρονικά περιορισμένος: διήρκησε τρία μόνο 24ωρα!
.         Ὁ θάνατος, στήν περίπτωση τοῦ Xριστοῦ, ἦταν ὁ ὕπνος τοῦ «λέοντος Ἰούδα». Ἡ ἀνάπαυση τοῦ μωλωπισμένου Bασιλέως καί Ἀρχηγοῦ τῆς σωτηρίας. Ὁ «σαββατισμός» τοῦ Δημιουργοῦ…

.         γ) «Πρωτότοκος τῶν νεκρῶν»: Ἀναστάσεις νεκρῶν εἶχαν γίνει καί στήν Π. Διαθήκη (Bλ. Γ´ Bασ. ιζ´ 21. Δ´Bασ. δ´ 34-35) καί στήν Kαινή (Mατθ. θ´ 25. Λουκ. ζ´ 15, Ἰωάν. ια´ 44. Πράξ. ι´ 40). Ὅλες ὅμως αὐτές οἱ νεκραναστάσεις δέν ἦταν παρά θαύματα, ἀναστολές δηλαδή τοῦ θανάτου. Διότι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι πού ἀναστήθηκαν θαυματουργικά πέθαναν καί πάλι…
.         Ἡ περίπτωση τοῦ Xριστοῦ ἦταν ἐντελῶς διαφορετική. Ὁ Xριστός ἦταν ὁ πρῶτος καί ὁ μόνος πού δέν γνώρισε ξανά τόν θάνατο, μετά τήν ἀνάστασή του. Mέ τήν ἔννοια αὐτή, ὁ Xριστός εἶναι ὁ πρῶτος «ἄνθρωπος» πού ὑπερνίκησε ὁριστικά τόν θάνατο. Γι’ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος τόν χαρακτηρίζει «πρωτότοκον ἐκ τῶν νεκρῶν» (Kολ. α´ 18) καί «ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων» (A´ Kορ. ιε´ 20), πρῶτον δηλαδή πού ἀναστήθηκε καί παραμένει ἀθάνατος. Ὁ Xριστός, ἑπομένως, ὑπῆρξε Ἐκεῖνος πού ἔκανε τήν ἀρχή, γιά νά τόν ἀκολουθήσουν ἔπειτα ὅλοι οἱ νεκροί, οἱ ὁποῖοι, δέν εἶναι πιά παρά «κεκοιμημένοι», περιμένοντας νά «ξυπνήσουν», νά ἀναστηθοῦν καί αὐτοί, τήν αὐγή τῆς ἐσχάτης ἡμέρας…

,

Σχολιάστε

H EIΣ AΔOY KAΘOΔOΣ TOY XPIΣTOY

H EIΣ AΔOY KAΘOΔOΣ TOY XPIΣTOY

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ἀχελώου Εὐθυμίου
«ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ»
(Ὀρθόδοξη Σωτηριολογία)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1996, σελ. 158-164

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ.  Βιβλιογρ.»

βλ. σχετ: TΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ XΡΙΣΤΟΥ (ὁ Γολγοθάς, ὁ σταυρός, τό ξύλο, ἡ κτίση, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ)
Η “ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ” ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΓΟΛΓΟΘΑ-1 «Ἐπάνω στόν Γολγοθά δόθηκε ἡ μεγαλύτερη μάχη τῆς ἱστορίας».
Η “ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ” ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΓΟΛΓΟΘΑ-2 «Aὐτό ἦταν τό μέγιστο στρατηγικό σφάλμα»

.                 Ὁ Χριστὸς πραγματοποίησε τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας, ὄχι μόνο κατὰ τὸν χρόνο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ μαρτυρίου τοῦ σταυροῦ του, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν τριήμερη διάρκεια τοῦ θανάτου του. Τὸ «τετέλεσται» ποὺ ἐξεφώνησε ὁ Λυτρωτὴς ἐπάνω στὸν Σταυρό, ἦταν μιὰ διακήρυξη ὅτι, μέχρι τὴν στιγμὴ ἐκείνη, εἶχε τελειώσει καὶ ὁλοκληρωθεῖ τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἐπὶ τῆς γῆς ἀνθρώπων. Ὅταν ὅμως ὁ Χριστὸς «παρέδωκε τὸ πνεῦμα» καὶ πέθανε, ἄρχισε ἡ δεύτερη φάση τοῦ ἔργου του, γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν τῶν ἀνθρώπων ποὺ βρίσκονταν στὰ ὑποχθόνια, στὸν Ἅδη. Ὁ Χριστός, ἄλλωστε, εἶχε ἔλθει νὰ σώσει ὅλες τὶς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις, εἴτε αὐτὲς ζοῦσαν πάνω στὴν γῆ εἴτε εἶχαν πεθάνει καὶ οἱ ψυχές τους βρίσκονταν στὸ βασίλειο τῶν νεκρῶν. Διότι τόσο οἱ ζῶντες ὅσο καὶ οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν βρίσκονταν κάτω ἀπὸ τὴν τυραννικὴ ἐξουσία τοῦ διαβόλου.

1.Ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη

α) νθρώπινη ψυχ το Χριστο πισκέπτεται τ βασίλειο τν νεκρν: Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀνθρώπινη ψυχή του χωρίσθηκε ἀπὸ τὸ σῶμα του, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸν θάνατο κάθε ἀνθρώπου. Τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ ἐνταφιάσθηκε στὸ «καινὸ μνημεῖο» τοῦ Ἰωσήφ, ἐνῶ ἡ ψυχή του ὁδηγήθηκε στὸν Ἅδη, στὸν νοητὸ ἐκεῖνο τόπο, ὅπου ὁ διάβολος κρατοῦσε αἰχμάλωτες τὶς ψυχὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, μὲ πρῶτες τὶς ψυχὲς τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας. Ἡ συσσώρευση στὸν «χῶρο» αὐτὸ τῶν ψυχῶν ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, εἶχε καταστήσει τὸν Ἅδη πραγματικὸ βασίλειο τῶν νεκρῶν.
.                 Ὁ Χριστὸς ἐπισκέφθηκε τὸ βασίλειο τῶν νεκρῶν, διὰ τοῦ θανάτου καὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη ψυχή του. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς ἐπισκέφθηκε τὸν Ἅδη «ἀπὸ τῆς θύρας, ὡς ποιμὴν» καὶ νόμιμος βασιλεὺς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ διάβολος εἶχε ἁρπάξει καὶ σφετερισθεῖ τὴν ἐξουσία πάνω στοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸν κόσμο, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος τὸν εἶχε χαρακτηρίσει κλέφτη καὶ ληστὴ ποὺ μπῆκε στὸ σπίτι τῶν ἀνθρώπων, ὄχι ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εἴσοδο («πύλη»), ἀλλὰ ἀπὸ τό… παράθυρο («ἀλλαχόθεν», Ἰωάν. ι´ 1)!
.                 Ὁ Χριστός, ἐπίσης, ἐπισκέφθηκε τὸ κρησφύγετο τοῦ ἀρχιληστῆ διαβόλου μὲ δυναμικὸ τρόπο, γκρεμίζοντας τὴν κύρια εἴσοδο καὶ πύλη τοῦ Ἅδη, ὅπως θὰ δοῦμε πιὸ κάτω. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ὁ Χριστὸς ἀντιμετώπισε τὸν διάβολο, μὲ δυναμικὸ καὶ ταπεινωτικὸ τρόπο, ὅπως ἅρμοζε σὲ κλέφτη καὶ ἀρχιληστὴ (βλ. καὶ ὅσα σχετικὰ εἴπαμε προηγουμένως γιὰ τὸ θέμα αὐτό). Ὁ ἴδιος, ἄλλωστε, ὁ Κύριος χρησιμοποίησε τὴν συμβολικὴ αὐτὴ εἰκόνα, γιὰ νὰ ἀποκαλύψει, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἐξουδετέρωνε τὸν διάβολο: «Ὁ διάβολος δὲν εἶναι νόμιμος ἐξουσιαστὴς τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ κλέφτης καὶ ληστὴς ποὺ ἅρπαξε τὴν ἐξουσία καὶ κρατάει τοὺς ἀνθρώπους αἰχμαλώτους στὸ κρησφύγετό του, στὸν Ἅδη. Γιὰ νὰ ἀπελευθερώσει κανεὶς τοὺς αἰχμαλώτους στὸ κρησφύγετό του, στὸν Ἅδη, ἕνας μόνο τρόπος ὑπάρχει: νὰ μπεῖ δυναμικὰ στὸ κρησφύγετό του καὶ ἀφοῦ δέσει τὸν ἀρχιληστή, νὰ ἀπελευθερώσει τοὺς ἀνθρώπους ποὺ κρατάει διὰ τῆς βίας κάτω ἀπὸ τὴν τυραννικὴ ἐξουσία του» (Ματθ. ιβ´ 29, σὲ ἐλεύθερη ἀπόδοση τοῦ νοήματος).

β) Τὸ δεύτερο λάθος τοῦ διαβόλου: Ὁ διάβολος, ἀφοῦ τραυμάτισε θανάσιμα τὸ θνητὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στὸν σταυρό, στὴν συνέχεια, «ὡς λέων ὠρυόμενος» (A´ Πέτρ. ε´ 8), ἔσπευσε νὰ καταπιεῖ τὴν ἀνθρώπινη ψυχή του, νὰ τὴν ὁδηγήσει δηλαδὴ στὸ κρησφύγετό του, στὸν Ἅδη. Αὐτὸ ὅμως ἦταν καὶ τὸ δεύτερο μεγάλο στρατηγικὸ λάθος του. Διότι ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ ἦταν μὲν ἀνθρώπινη, διέφερε ὅμως ἀπὸ τὶς ψυχὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων: ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ ἦταν θεωμένη, ὅπως καὶ τὸ θνητὸ σῶμα του, λόγῳ τῆς ἕνωσης τῆς ἀνθρώπινης φύσης του μὲ τὴν φύση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ μόνο ἡ παρουσία τῆς θεωμένης ψυχῆς τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη προκάλεσε μιὰ δεύτερη συντριπτικὴ ἧττα στὸν διάβολο ποὺ εἶχε καταλυτικὲς συνέπειες καὶ στὸ καταχθόνιο ἐκεῖνο βασίλειο, ὅπως θὰ δοῦμε στὴν συνέχεια.

2. Οἱ συνέπειες τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη

α) σύλληψη το ρχιληστ διαβόλου: Τὸ λάθος τοῦ διαβόλου νὰ ὁδηγήσει τὴν ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη ἦταν μοιραῖο, καταρχήν, γι’ αὐτὸν τὸν ἴδιο. Διότι, ὅπως σημειώνει χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος, οἱ Ἄγγελοι ποὺ συνόδευαν τὸν Χριστὸ στὴν νικηφόρο αὐτὴ διείσδυσή του στὸ καταχθόνιο στρατόπεδο τοῦ ἐχθροῦ, συνέλαβαν καὶ ἔδεσαν τὸν διάβολο. Μὲ τὸν τρόπον αὐτό, δέθηκε ὁ δεσμώτης τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁ ἀπατεώνας τοῦ κόσμου κατάντησε αἰχμάλωτος τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων!
.                 Ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα, βλέπει τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀπὸ τὴν θετικὴ καὶ ἐνεργητική του διάσταση καὶ θεωρεῖ, ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα «θεοσοφὸ» στρατήγημα τοῦ Σχεδίου τῆς ἐν Χριστῷ θείας Οἰκονομίας. Καί, εἰδικότερα, ὅτι ὁ Χριστὸς χρησιμοποίησε τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ (σῶμα καὶ ψυχή), ὡς «ἀγκίστρι», μὲ τὸ ὁποῖο συνέλαβε τὸν «ἀρχαῖο ὄφι», τὸν διαβολο.

β) διάλυση το δη: Ἐξ ἄλλου, ἡ παρουσία τῆς θεωμένης ψυχῆς τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη εἶχε καταλυτικὲς συνέπειες καὶ σ’ αὐτὸ τὸ καταχθόνιο κράτος τοῦ διαβόλου. Εἰδικότερα: Πρῶτον, ὁ Χριστός, μὲ τὴν παντοδύναμη δόξα τῆς θεότητός του, διέλυσε τὸ αἰώνιο σκοτάδι ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸν καταχθόνιο καὶ κατασκότεινο ἐκεῖνο νοητὸ τόπο. Δεύτερον, ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη προκάλεσε σεισμὸ ποὺ συνεκλόνισε καὶ διέλυσε ἐκ θεμελίων τὸ ἀπόρθητο ἐκεῖνο κρησφύγετο τῶν δαιμόνων. Μήπως «ὁ σεισμὸς καὶ τὰ γενόμενα» (Ματθ. κζ´ 54), κατὰ τὴν στιγμὴ τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀντανάκλαση καὶ προέκταση τοῦ σεισμοῦ ποὺ προκάλεσε ἡ παρουσία τῆς θεωμένης ψυχῆς τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἄδη;
.                 Ἡ ὀρθόδοξη ζωγραφικὴ τέχνη, στὴν σχετικὴ εἰκόνα (ἡ εἰς Ἅδου κάθοδος) ἀναπαριστᾶ μὲ πολὺ ζωηρὸ τρόπο τὸ σκηνικὸ τῆς διάλυσης τοῦ Ἅδη: οἱ χάλκινες πύλες εἶναι βγαλμένες ἀπὸ τὴν θέση τους καὶ ριγμένες κάτω σὲ σχῆμα χιαστὶ (σύμβολο τοῦ γράμματος X = Χριστός!). Πάνω τους πατάει ὁ Χριστός, ἐνῶ γύρω-γύρω αἰωροῦνται τὰ διάφορα ἐξαρτήματά τους. Τὸ περιστατικὸ τοποθετεῖται ζωγραφικὰ στὸ ἄνοιγμα μιᾶς ὑπόγειας μαύρης τρύπας, ποὺ συμβολίζει τὸ σκοτεινὸ καὶ καταχθόνιο βασίλειο τῶν νεκρῶν, τὸν Ἅδη.

γ) πελευθέρωση τν ψυχν τν δικαίων νθρώπων: Ἡ θεωμένη ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ, μὲ ἄγνωστες σὲ μᾶς διαστάσεις ἀνθρώπινης λειτουργίας τῆς νοήσεως καὶ τοῦ λόγου ἐπικοινώνησε μὲ τὶς ψυχὲς τῶν νεκρῶν, ἐπεκτείνοντας, μὲ τὸν τρόπον αὐτό, τὸ εὐαγγελικὸ καὶ ἀπελευθερωτικὸ ἔργο του καὶ στὸν κόσμο τῶν πνευμάτων. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος εἶναι σαφὴς στὸ θέμα αὐτό: «ὁ Χριστὸς τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν… καὶ νεκροῖς εὐηγγελίσθη» (Α´ Πέτρ. γ´ 19, δ´ 6). Τὶς ψυχὲς ποὺ δέχθηκαν τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα, ὁ Χριστὸς ὁδήγησε σὲ μιὰ νέα κατάσταση («μέση κατάσταση») σχετικῆς ἐλευθερίας καὶ ἄνεσης, «ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη ἢ στεναγμὸς» (Ἡσ. ΛΕ´ 10).
.                 Ἡ ὀρθόδοξη εἰκονογραφία, στὴν εἰκόνα τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη, παριστάνει τὶς ψυχὲς ποὺ ἀπελευθέρωσε ὁ Χριστὸς νὰ ἔχουν ἐπανακτήσει τὰ χαρακτηριστικά της ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας καὶ ἐλευθερίας. Ἔτσι, π.χ. ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Eὔα ἕλκονται ἀπὸ τὸν Χριστὸ ἔξω ἀπὸ τοὺς τάφους τους καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτό, καταπατοῦν τὸν θάνατο καὶ προχωροῦν σὲ μιὰ πρώτη ἀνάσταση. Ὁ Ἄβελ, ὁ πρῶτος δολοφονημένος ἄνθρωπος (θύμα καὶ αὐτὸς τοῦ διαβόλου), παριστάνεται ὡς βοσκός, ἔχοντας δηλαδὴ ἀνακτήσει τὸ ἀνθρώπινο λειτούργημά του. Οἱ βασιλεῖς Δαβὶδ καὶ Σολομὼν καθὼς καὶ οἱ τρεῖς Παῖδες φοροῦν τὰ στέμματά τους, σὲ ἔνδειξη τῆς ἀνακτημένης ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειάς τους!

, ,

Σχολιάστε