Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀνάσταση

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ καὶ ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ (Ἀρχιμ. Ἀθαν. Ἀναστασίου)

«Τό μυστήριο τοῦ θανάτου καί τά μετά θάνατον»

τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου

Ὁμιλία στήν ΓΕΧΑ Τρικάλων,
Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

«Τίς ἐ­στιν ἄν­θρω­πος ὅς ζή­σε­ται καί οὐκ ὄ­ψε­ται θά­να­τον;»[1]­.

.                     Τό ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τό τοῦ ψαλ­μω­δοῦ ἀ­πο­τε­λεῖ ταυ­τό­χρο­να τήν βε­βαι­ό­τη­τα, ἀλ­λά καί τήν βα­θειά ἀ­γω­νί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, πού τόν ἀ­κο­λου­θεῖ σέ ὅ­λη τήν ἐ­πί­γεια ζω­ή του. Τό ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ θα­νά­του, ὅ­πως καί τῆς ζω­ῆς, ἀ­πα­σχο­λεῖ δι­α­χρο­νι­κά τόν ἄν­θρω­πο, ἀ­πό τήν ἀρ­χαι­ό­τη­τα μέ­χρι καί σή­με­ρα. Ἀ­πο­τε­λεῖ τήν μό­νι­μη πη­γή τῶν ἀμ­φι­βο­λι­ῶν καί τῆς ἀ­γω­νί­ας του· γε­ννᾶ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά καί ἀ­δι­έ­ξο­δα· δη­μι­ουρ­γεῖ ἐ­να­γώ­νια δι­λή­μμα­τα· τρο­φο­δο­τεῖ καί ἀ­να­πα­ρά­γει τήν κε­νό­τη­τα καί τό ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­το.

Τί εἶναι ὁ θάνατος

.                      Γιὰ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ἀν­τί­λη­ψη τοῦ κό­σμου, ἀ­πο­τε­λεῖ τήν τρα­γι­κό­τε­ρη ἐκ­δή­λω­ση τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀ­φοῦ ση­μαί­νει τόν βί­αι­ο καί ὁ­ρι­στι­κό τερ­μα­τι­σμό της. Ὁ Πλά­τω­νας ἔ­λε­γε ὅ­τι φι­λο­σο­φί­α εἶ­ναι ἡ με­λέ­τη τοῦ θα­νά­του[1][2]. Τό φαι­νό­με­νο τοῦ θα­νά­του εἶ­ναι τό με­γα­λύ­τε­ρο πρό­βλη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά καί ὁ­λό­κλη­ρης τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας.
.                     Σύμ­φω­να μέ τήν ἰ­α­τρι­κή, θά­να­τος εἶ­ναι ἡ ὁ­ρι­στι­κή παύ­ση ὅ­λων τῶν βι­ο­λο­γι­κῶν λει­τουρ­γι­ῶν πού ὑ­πο­στη­ρί­ζουν τήν δι­α­βί­ω­ση ἑ­νός ὀρ­γα­νι­σμοῦ. Γιά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία ὁ θάνατος εἶναι ἕνα μυστήριο. Εἶναι τό μυστήριο τοῦ χωρισμοῦ ἤ τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα καί ἡ μετάβαση ἀπό τόν φθαρτό ὑλικό κόσμο στήν αἰώνια ζωή.
.                     Τό ὅλο θέμα, βεβαίως, εἶναι τεράστιο καί δέν μπορεῖ νά περιοριστεῖ στά πλαίσια τῆς παρούσης ὁμιλίας. Θά παρουσιασθεῖ, ὅμως, διεξοδικά σέ κάποιο ἀντίστοιχο ἔντυπο πού θά ἐκπονηθεῖ καί θά κυκλοφορήσει σύντομα. Στό ἔντυπο αὐτό θά συμπεριλαμβάνονται ὅλα τά σχετικά πατερικά κείμενα καί θεολογικά βοηθήματα, στά ὁποῖα θά μπορεῖ κανείς νά ἀνατρέξει. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού κάποιες ἀπό τίς πτυχές του θά ἀναπτυχθοῦν μόνον ἐπιγραμματικά ἤ καί θά παραλειφθοῦν. Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος ὁ χαρακτήρας καί τό περιεχόμενο τοῦ θέματος, προσθέτουν μία ἐπιπλέον δυσκολία τόσο στήν ἑρμηνεία καί τήν ἀνάπτυξή του ὅσο καί στήν κατανόησή του.

Ὀρθόδοξη κοσμολογία καί ἀνθρωπολογία

.                     Γιά νά, προσεγγίσουμε, ὅμως, καλύτερα τό μυστήριο τοῦ θανάτου, τήν αἰτία καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο εἰσῆλθε ὁ θάνατος στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί τήν κτίση, θά πρέπει νά ἀναφερθοῦμε συνοπτικά στά βασικά χαρακτηστικά τῆς ὀρθοδόξου κοσμολογίας καί κυρίως τῆς ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας.
.                     Στήν ἀρχή τοῦ κατά Ἰωάννη Εὐαγγελίου διαβάζουμε: «Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λό­γος καί ὁ Λό­γος ἦν πρός τόν Θε­όν[2][3]». Μι­λώ­ντας, βε­βαί­ως γι­ά τόν Θε­ό, ἀ­να­φε­ρό­μα­στε φυ­σι­κά στήν ὕ­παρ­ξη καί ὄ­χι στήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Θε­ός δέν δη­μι­ουρ­γεῖ­ται, ἀλ­λά ὑ­πάρ­χει πρίν ἀ­πό κά­θε ἄλ­λη δη­μι­ουρ­γί­α, ὑ­πάρ­χει πρίν ἀ­πό τόν χρό­νο καί ἔ­ξω ἀ­πό τόν χρό­νο. Σύμ­φω­να μέ τήν ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α, ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἄ­ναρ­χος, ἄ­κτι­στος, ἀ­τε­λεύ­τη­τος, ἀΐδιος, ἀπερινόητος, ἀπερίγραπτος, ἀνεξιχνίαστος, ἀθέατος, ἀνείδεος, ἄρρητος, ἀπρόσιτος, ἀνόμοιος, ἀφιλοσόφητος, ἀνέκφραστος, ἀχώρητος, καί πάντων ἐπέκεινα.
.                     Ὁ Θεός δέν εἶ­ναι δη­μι­ούρ­γη­μα, ἀλλά ὁ Δημιουργός τοῦ σύμπαντος κόσμου. Δημιουργεῖ τόν κόσμο κινούμενος ἀ­πό τήν ἄ­πει­ρη ἀ­γά­πη καί εὐ­σπλα­χνί­α Του. Γι­ά τήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου ὁ Θε­ός δέν χρη­σι­μο­ποι­εῖ κά­ποι­α προϋ­πάρ­χου­σα ὕ­λη, δέν με­τα­πλά­θει ἤ ἀ­να­δη­μι­ουρ­γεῖ κά­τι πού ἤ­δη ὑ­πῆρ­χε, ἀλ­λά δη­μι­ουρ­γεῖ τά πάντα ἐξαρ­χῆς, ἐκ τοῦ μή ὄ­ντος. Γι’ αὐτό καί εἶναι παντελῶς ἀνυπόστατες, ἐπιπόλαιες καί ἀφελεῖς οἱ ποικίλες ὑλιστικές θεωρίες πού ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ ὕλη εἶναι δῆθεν αὐθύπαρκτη ἤ ὅτι δῆθεν αὐτοοργανώθηκε καί ἐξελίχθηκε σέ δημιουργία τοῦ σύμπαντος.
.                     Πρίν ἀπό τήν δημιουργία τοῦ ὁρατοῦ καί ὑλικοῦ κόσμου, ὁ Θεός δημιουργεῖ τόν ἀόρατο καί νοητό κόσμο, δηλαδή τούς ἀγγέλους. Οἱ ἄγγελοι εἶναι ἀσώματοι σὲ σύγκριση μὲ τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι κτιστός καί ὑλικός. Σέ σύγκριση δέ μέ τόν Θεό, πού εἶναι ὁ μόνος ἄυλος καί ἄκτιστος, ἔχουν καί οἱ ἄγγελοι μία παχύτητα καί ὑλικότητα. Ἄλλωστε «κάθε τί τὸ κτιστὸ εἶναι κατ’ ἀνάγκη καὶ σωματικό»[3][4], ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ Ἅγιος Ἰλάριος.
.                     Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀποδίδει στοὺς ἀγγέλους ἕνα σῶμα ποὺ εἶναι ἀέρινο καὶ πύρινο, ἀναφέροντας συγκεκριμένα: «Οἱ Ἄγγελοι ἔχουν ἕνα πάρα πολὺ λεπτὸ σῶμα, διότι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀσώματοι, ὅπως εἶναι ὁ Θεός. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο βρίσκονται σὲ κάποιο τόπο, καὶ γίνονται ὁρατοὶ μὲ τὸ εἶδος τοῦ δικοῦ τους σώματος ὅταν φανερώνονται στοὺς ἁγίους»[4][5].
.                     Καί οἱ ἄγγελοι, βεβαίως, ἦταν τρεπτοί, διότι ἄν δέν ἦταν ἔτσι, δέν θά εἶχε ἐκπέσει ὁ πρωτάγγελος, ὁ Ἑωσφόρος. Κατά τή διδασκαλία τῶν Πατέρων, μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί εἰδικά μέ τήν ζωηφόρο Του Ἀνάσταση, χαρίστηκε στούς ἀγγέλους ἡ ἀτρεψία, δηλαδή ἡ ἀμετακινησία πρός τό κακό καί ἡ σταθερή στάση στό ἀγαθό. Αὐτή ἡ ἀτρεψία ἦταν γιά τούς ἀγγέλους ἡ σωτηρία∙ ἡ μόνιμη μετοχή στή θεία Δόξα αὐξητικῶς καί ἀδιαλείπτως.
.                     Ἀντίθετα στούς δαίμονες παγιώθηκε ἡ ἀτρεψία πρός τό ἀγαθό. Παγιώθηκε, δηλαδή, ἡ ἀμετακίνητη στάση τους στό κακό, χωρίς τήν δυνατότητα ἐπιστροφῆς καί μετανοίας, καθώς, σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Νεκτάριο, «ἡ βούλησή τους ταυτίστηκε μὲ τὸ κακό, γι’ αὐτὸ καὶ πάντοτε σκέπτονται καὶ ἐκλέγουν τὸ κακό. Ἔπειτα, γιατί ἔγιναν καὶ παραμένουν ἐχθροί τοῦ Θεοῦ. Καὶ τρίτον, γιατί ἀποχωρίστηκαν ἀπὸ τὸ Θεό, καὶ ὁ χωρισμὸς τους αὐτὸς σημαίνει αἰώνιος θάνατος. Αὐτὸ ποὺ εἶναι θάνατος γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ, εἶναι ἡ πτώση ἀπὸ τὴν ἀρχή τους γιὰ τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους»[5][6].

Ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ ἀν­θρώ­που «κατ’ εἰκόνα» καί «καθ’ ὁμοίωσιν»

.                     Ὁ Θε­ός σέ καμ­μί­α πε­ρί­πτω­ση, βε­βαί­ως, δέν δη­μι­ούρ­γη­σε τόν θά­να­το, ἀλλά τά δημιούργησε ὅλα «καλά λίαν». Εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί δημιουργός μόνο τῆς ζωῆς καί ὄχι τοῦ θανάτου. Ἡ φθο­ρά καί ὁ θά­να­τος δέν εἶ­ναι ἡ φυ­σι­κή κα­τά­στα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά εἰ­σῆλ­θαν στή ζω­ή του με­τά τήν πτώ­ση τῶν πρω­το­πλά­στων καί τήν δι­α­κο­πή τῆς κοι­νω­νί­ας τους μέ τόν Θε­ό. Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα» καί «καθ’ ὁμοίωσιν» δική Του: «καί εἶ­πεν ὁ Θε­ός· ποι­ή­σω­μεν ἄν­θρω­πον κα­τ’ εἰ­κό­να ἡ­με­τέ­ραν καί κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σιν[6][7]»­. Tό «κατ’ εἰκόνα» συνιστᾶ τό νοερό καί αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ τό «καθ’ ὁμοίωσιν» εἶναι ἡ δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, μέ τήν δι­κή του ἐ­λεύ­θε­ρη προ­αί­ρε­ση καί τήν συ­νέρ­γεια τοῦ Θε­οῦ, νά φθά­σει στήν θέ­ω­ση, νά γί­νει, δη­λα­δή, κα­τά χά­ριν Θε­ός.
.                     Ἀναφέρεται, ἐπίσης, στό ἱερό βιβλίο τῆς Γενέσεως: «Καί ἔ­πλα­σεν ὁ Θε­ός τόν ἄν­θρω­πον, χοῦν ἀ­πό τῆς γῆς. Καί ἐ­νε­φύ­ση­σεν εἰς τό πρό­σω­πον αὐ­τοῦ πνο­ήν ζω­ῆς, καί ἐ­γέ­νε­το ὁ ἄν­θρω­πος εἰς ψυ­χήν ζῶ­σαν[7][8]». Ἑρμηνεύοντας αὐτό τό χωρίο, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι «ὁ Θεός δημιουργεῖ μέ τά χέρια του τόν ἄνθρωπο καί ἀπό ὁρατή καί ἀπό ἀόρατη φύση»[8][9]. Ὁ ἄνθρωπος, δηλαδή, εἶναι ἕνα σύνθετο δημιούργημα, καθώς μετέχει τόσο τοῦ πνευματικοῦ κόσμου (μέ τήν ψυχή του) ὅσο καί τοῦ ὑλικοῦ καί αἰσθητοῦ κόσμου (μέ τό σῶμα του). Ἀποτελεῖ μέ αὐτό τόν τρόπο τήν γέφυρα καί τό σημεῖο ἐπαφῆς γιά ὅλη τήν δημιουργία. Εἶναι συμπερίληψη καί συγκεφαλαιώση ὁλοκλήρου τῆς κτίσεως καί ὡς ψυχοσωματική ἑνότητα, διαδραματίζει ἐξέχοντα καί πρωταγωνιστικό ρόλο μέσα στόν κόσμο.

Ἡ ἀνθρώπινη ψυχή ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ βιολογικός θάνατος τοῦ ἀνθρώπου ἐπέρχεται ὅταν διαρρηγνύεται ἡ ψυχοσωματική ἑνότητα πού τόν χαρακτηρίζει καί ἀπό τήν ὁποία συνίσταται. Γι’ αὐτό καί εἶναι πολύ σημαντικό νά γνωρίζουμε πῶς λειτουργεῖ ἡ ψυχοσωματική αὐτή ἑνότητα, τί εἶναι ἡ ψυχή, πότε καί πῶς δημιουργεῖται, ποιά εἶναι ἡ σχέση της μέ τό ἀνθρώπινο σῶμα καί τί συμβαίνει μετά τόν θάνατο καί τόν ἀποχωρισμό της ἀπό τό σῶμα.
.                     Θά πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ἡ ψυχή εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί ὡς δημιούργημα εἶναι καί αὐτή κτιστή καί ὄχι ἄκτιστη, ἀφοῦ Ἄκτιστος εἶναι μόνον ὁ Θεός. Κάθε κτιστό, κάθε δημιούργημα ἔχει ἀρχή καί τέλος. Εἰδικά, ὅμως, ἡ ψυχή, ἐνῶ ἔχει ἀρχή καί θά ἔπρεπε, ὡς κτίσμα, νά ἔχει καί τέλος, κατά θεία βούληση, ὄχι ἐκ τῆς φύσεώς της, ἀλλά ἐπειδή ἔτσι θέλησε ὁ Θεός, δέν ἔχει τέλος, εἶναι ἀθάνατη. Εἶναι, δηλαδή, ἡ ψυχή θνητή κατά τήν φύση, ἀλλά ἀθάνατη κατά χάριν.

Πότε δημιουργεῖται ἡ ψυχή

.                     Ἡ ψυχή δημιουργεῖται ταυτόχρονα μέ τό ἀνθρώπινο σῶμα, οὔτε πρίν οὔτε μετά τήν δημιουργία τοῦ σώματος (ἅμα ψυχή ἅμα σῶμα[9][10]). Δημιουργεῖται, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, «ἐξ ἄκρας συλλήψεως»[10][11]. Μέ τήν σύλληψη, δηλαδή, τοῦ ἀνθρωπίνου ἐμβρύου ἔχουμε ταυτόχρονα, θείᾳ βουλήσει, καί τήν δημιουργία τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία φανερώνεται καί ἐκφράζεται, καθώς ἀναπτύσσεται τό ἔμβρυο καί ὁ ἄνθρωπος. Οἱ ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, δηλαδή, ἐμφανίζονται σταδιακά μέ τήν πρόοδο τῆς σωματικῆς ἀναπτύξεως.

Ποῦ κατοικεῖ ἡ ψυχή στόν ἄνθρωπο

.                     Τό σῶμα, ὅμως, σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, δέν ἀποτελεῖ σέ καμμία περίπτωση τήν φυλακή τῆς ψυχῆς, ὅπως λανθασμένα ἔχει ὑποστηριχθεῖ ἀπό διάφορους φιλοσόφους. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς λέγει ὅτι «δέν εἶναι ἡ ψυχή στό σῶμα, ἀλλά τό σῶμα μέσα στήν ψυχή» blogger.com/null[11][12]. Καί σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἡ ψυχή βρίσκεται σέ κάθε σημεῖο τοῦ σώματος· συνέχει τό ἀνθρώπινο σῶμα, τό περιέχει, τό συγκροτεῖ, τό συγκρατεῖ καί τό ζωοποιεῖ[12][13]. Ἡ ψυχή εἶναι αὐτή πού μεταδίδει στά ὄργανα καί τίς αἰσθήσεις τοῦ σώματος δύναμη ζωῆς καί ἀντίληψη τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων.
.                     Ὁ ἄνθρωπος, στήν ὁλότητά του, ἀποτελεῖται καί ἀπό ψυχή καί ἀπό σῶμα. Οὔτε ἡ ψυχή ἀπό μόνη της, οὔτε τό σῶμα ἀπό μόνο του συνιστοῦν τόν ὅλο ἄνθρωπο, ἀλλά τό συναμφότερο. Ψυχή καί σῶμα συνιστοῦν στόν ἄνθρωπο μία ἀδιάρρηκτη ψυχοσωματική ἑνότητα. Ἡ διάρρηξη αὐτῆς τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητας σηματοδοτεῖ τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ ἄνθρωπος δέν πλάστηκε οὔτε θνητός οὔτε ἀθάνατος, ἀλλά «δεκτικός ἀμφοτέρων»

.                    Ὅταν ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο καί τόν τοποθέτησε στόν ἀρχέγονο ἐπίγειο παράδεισο, τοῦ ἔδωσε ταυτόχρονα τήν δυνατότητα καί τῆς θνητότητας καί τῆς ἀθανασίας. Μᾶς τό ἐξηγεῖ αὐτό πολύ εὔστοχα ὁ Ἅγιος Θεόφιλος Ἀντιοχείας, λέγοντας: «οὔτε οὖν ἀθάνατον αὐτὸν ἐποίησεν οὔτε μὴν θνητόν, ἀλλά, δεκτικὸν ἀμφοτέρων», δηλαδή ὁ Θεός οὔτε θνητό ἔκανε τόν ἄνθρωπο, οὔτε ἀθάνατο, ἀλλά δεκτικό καί τῶν δύο, τοῦ θανάτου ἤ τῆς ἀθανασίας. Καί συνεχίζει ὁ Ἅγιος, ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτό «τοῦ ἔδωσε τήν δυνατότητα ἀνάλογα μέ τό ποῦ θά κλίνει, εἴτε πρός τήν ἀρετή εἴτε πρός τήν κακία, νά κληρονομήσει ἤ τήν ἀθανασία ἤ τήν θνητότητα»[13][14]. Διατηρώντας, δηλαδή, τήν θεοκοινωνία ὁ ἄνθρωπος καί ὑπακούοντας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, θά ἐπέλεγε τήν ἀθανασία· παραβαίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί διακόπτοντας τήν θεοκοινωνία, θά ἐπέλεγε τήν θνητότητα καί τόν θάνατο.

Τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου

.                     Αὐ­τή ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α ἐ­πι­λο­γῆς ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πό τά σπου­δαι­ό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, πού συν­θέ­τουν στόν ἄν­θρω­πο τήν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Τό αὐ­τε­ξού­σιο, ὅ­πως ἀ­πο­κα­λοῦν οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας αὐ­τή τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α, εἶ­ναι ἡ δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που νά ἐ­ξου­σιά­ζει τόν ἑ­αυ­τό του. Καί εἶναι πραγματικά μοναδική καί μεγαλειώδης δωρεά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ τοῦ παρέχει τήν δυνατότητα καί τό δικαίωμα ἀκόμη καί νά Τόν ἀρνεῖται. Γι’ αὐτό καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας χαρακτηρίζουν τό αὐτεξούσιο καί ὡς ἰσόθεο, φυσικά κατά χάριν.

Ὁ θάνατος ὡς φυσική συνέπεια τῆς παρακοῆς

.                     Ἡ δυνατότητα, λοιπόν, αὐτή τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς τοῦ ἀνθρώπου τέθηκε, θά λέγαμε, ἀπό τόν Θεό σέ μιά δοκιμασία. Καί ἡ δοκιμασία αὐτή ἦταν ἡ ἐντολή πού ἔδωσε στούς πρωτοπλάστους νά μήν φάνε ἀπό τόν ἀπαγορευμένο καρπό λέγοντάς τους ὅτι τήν ἡμέρα πού θά παραβῆτε τήν ἐντολή καί θά φάγετε ἀπό τόν ἀπαγορευμένο καρπό, θά πεθάνετε ἐξάπαντος: «ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε».[14][15]
.                     Ἀντί, ὅμως, οἱ πρωτόπλαστοι νά ὑπακούσουν στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά γίνουν θεοί «κατά χάριν», ἀποδέχτηκαν τήν διαβολή καί τήν ἀπάτη τοῦ διαβόλου καί παρήκουσαν τήν ἐντολή Του.
.                     Ὁ διάβολος δέν ἔκανε τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά ἀμφισβητήσει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ πρός τούς πρωτοπλάστους. Δέν εἶναι ἀλήθεια, εἶπε στήν Εὔα, ὅτι θά πεθάνετε ἐξάπαντος, ἀλλά σᾶς τό εἶπε αὐτό ὁ Θεός γιατί γνώριζε ὅτι ἀπό τήν ἡμέρα πού θά γευθεῖτε ἀπό τό δέντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, θά ἀνοίξουν τά μάτια σας καί θά γίνεται θεοί[15][16]. (καί ἔσεσθε ὡς θεοί)
.                     Ἡ πα­ρα­κο­ή αὐτή τῶν πρω­το­πλά­στων ἦ­ταν μι­ά πρά­ξη αὐ­το­νο­μί­ας. Ἦταν ἡ ἐπιδίωξη τῆς αὐτονομημένης ἀπό τόν Θεό ἰσοθεΐας, τῆς αὐτοθεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ βι­α­σύ­νη τῶν πρωτοπλάστων, ἡ ἄ­και­ρη καί ἐ­πι­πό­λαι­η κί­νη­σή τους νά ἀ­πο­δε­χθοῦν τήν ἀ­πά­τη τοῦ δι­α­βό­λου, ὁ ἐγωισμός καί ἡ φι­λο­δο­ξί­α ὅ­τι μπο­ροῦν νά γί­νουν θε­οί «δί­χα Θε­οῦ καί πρό Θε­οῦ καί οὐ κα­τά Θε­όν»[16][17] (δηλ. χω­ρίς τόν Θε­ό, πρίν ἀ­πό τόν Θε­ό καί ὄ­χι κα­τά Θε­όν), ὅ­πως το­νί­ζει ὁ Ἅ­γιος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής, τούς ὁ­δή­γη­σαν στήν πα­ρα­κο­ή καί τήν ἀ­θέ­τη­ση τῆς ἐν­το­λῆς τοῦ Θε­οῦ καί τε­λι­κά στήν πτώ­ση!
.                     Ἔτσι, οἱ πρω­τό­πλα­στοι, μέ τήν βρώ­ση τοῦ, ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου ἀ­πό τόν Θε­ό, καρ­ποῦ γεύ­τη­καν ἀ­μέ­σως τόν πνευ­μα­τι­κό θά­να­το, τήν δι­α­κο­πή, δη­λα­δή, τῆς θέ­ας τοῦ Θε­οῦ καί τῆς κοι­νω­νί­ας τους μέ τόν Θε­ό καί μέ­σα στόν χρό­νο ἔπαθαν καί τόν σω­μα­τι­κό θά­να­το, πού εἶναι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα.

Ὁ θάνατος εἶναι ἔξω ἀπό τήν θέληση τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ θά­να­τος, λοιπόν, δέν ἦ­ταν ἐ­ξαρ­χῆς στήν φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλλά εἶναι παρέμβλητος μέσα στήν κτίση, εἶναι ἕνα συμβάν. Ὁ Θεός εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί δημιουργός μόνο τῆς ζωῆς καί ὄχι τοῦ θανάτου. Μᾶς τό ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει αὐ­τό μέ ἀ­πό­λυ­τη σα­φή­νεια ἡ ἴ­δια ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή: «Ὁ Θε­ός θά­να­τον οὐκ ἐ­ποί­η­σεν, οὐ­δέ τέρ­πε­ται ἐ­π’ ἀ­πω­λεί­ᾳ ζών­των»[17][18]. Δηλαδή: Ὁ Θεός δέν δημιούργησε τόν θάνατο, οὔτε εὐχαριστεῖται νά βλέπει τούς ζωντανούς νά χάνονται. Διότι ἔκτισε τά πάντα γιά νά ὑπάρχουν καί ὅσα ἔγιναν στόν κόσμο, ἔγιναν γιά νά σώζονται καί νά μή χάνονται, καί δέν ὑπάρχει μέσα τους δηλητήριο καταστροφῆς, οὔτε κατά τό ἀρχικό σχέδιο τῆς δημιουργίας ὑπῆρχε βασίλειο τοῦ ἅδου ἐπί τῆς γῆς.
.                     Θά θέλαμε στό σημεῖο αὐτό νά ἐπιμείνουμε, γιατί πολλοί θεωροῦν ὅτι ὁ Θεός ἐπέφερε τόν θάνατο στόν ἄνθρωπο ὡς τιμωρία γιά τήν παρακοή του. Ἡ ἄποψη αὐτή προέρχεται ἀπό τήν δυτική θεολογία καί δέν εἶναι ὀρθόδοξη. Ὁ θάνατος δέν εἶναι τιμωρία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς μας προαιρέσεως καί κακίας. Δέν εἶ­ναι ὁ Θε­ός αἴ­τιος τοῦ θα­νά­του, ἀλ­λά ἡ ἁ­μαρ­τί­α πού δι­έ­πρα­ξαν οἱ πρω­τό­πλα­στοι στόν Πα­ρά­δει­σο μέ τήν ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γή τους.
.                     Ἡ δυ­τι­κή σχο­λα­στι­κή θε­ο­λο­γί­α ὑ­πο­στη­ρί­ζει, ἐπίσης, ἐσφαλμένα ὅ­τι κλη­ρο­νο­μή­σα­με τήν ἴ­δι­α τήν ἁ­μαρ­τί­α τοῦ Ἀ­δάμ, τήν ἐ­νο­χή του, ὅ­τι κά­θε ἄν­θρω­πος, δηλαδή, ἁ­μάρ­τη­σε στό πρό­σω­πο τοῦ Ἀ­δάμ καί ἑ­πο­μέ­νως ὁ κά­θε ἕ­νας εἶ­ναι αἴ­τι­ος τοῦ δι­κοῦ του θα­νά­του. Ὁ ἄν­θρω­πος, ὅμως, δέν κλη­ρο­νο­μεῖ τήν ἐ­νο­χή, ἀλ­λά τίς συ­νέ­πει­ες τῆς ἁ­μαρ­τί­ας τοῦ Ἀ­δάμ, δη­λα­δή τήν φθαρ­τό­τη­τα καί τήν θνη­τό­τη­τα. Κα­τά τόν Ἅ­γι­ο Ἰ­ωάν­νη τόν Χρυ­σό­στο­μο, οἱ πρω­τό­πλα­στοι «φθαρ­τοί γε­νό­με­νοι τοι­ού­τους καί γε­γε­νή­κα­σι παί­δας»[18][19].
.                    Μέ τήν πτώ­ση τοῦ Ἀ­δάμ ὁ θά­να­τος ἔ­γι­νε φαι­νό­με­νο μέ κα­θο­λι­κές δι­α­στά­σεις, ἀ­φοῦ «ἐν τῷ Ἀ­δάμ πάν­τες ἀ­πο­θνή­σκου­σι»­[19][20]. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση ἀ­σθε­νεῖ ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α πού εἰ­σῆλ­θε μέ­σα της καί ἐ­πει­δή ὁ Ἀ­δάμ εἶ­ναι «ρί­ζα» τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους, γι­’­αὐ­τό καί «θνη­τούς βλα­στούς ἀ­να­δί­δει»­[20][21].

Ὁ θάνατος ὡς εὐεργεσία καί φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός μας, στήν ἄπειρη φιλευσπλαχνία Του καί τήν ἀγάπη Του πρός τό πλάσμα Του, ἐπέτρεψε τήν εἴσ­δυ­ση τοῦ θα­νά­του στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση γιά νά ἀποτραπεῖ ἡ διαιώνιση τῆς ἁμαρτίας, γιά νά «μή δι­α­τη­ρή­σῃ ἀ­θά­να­τον ὑ­μῖν τήν ἀρ­ρω­στί­αν»[21][22].
.                     Σέ μι­ά συγ­χω­ρη­τι­κή εὐ­χή πού ἐκ­φω­νεῖ ὁ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας στήν νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α ἀναφέρεται συγκεκριμένα: «καί δι­ά τοῦ­το, ἵ­να μή τό κα­κόν ἀ­θά­να­τον γέ­νη­ται, φι­λαν­θρώ­πως ἐ­κέ­λευ­σας τήν κρά­σιν, καί μῖ­ξιν ταύ­την, καί τόν ἄρ­ρη­κτόν σου τοῦ­τον δε­σμόν, ὡς Θε­ός τῶν Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν, τῷ θεί­ῳ βου­λή­μα­τι ἀ­πο­τέ­μνε­σθαι καί δι­α­λύ­ε­σθαι»[22][23]. Δηλαδή, γιά νά μή μένει ἀθάνατο τό κακό, ἀπό φιλανθρωπία διέταξες, ὡς Θεός τῶν Πατέρων μας, νά διαλύεται ἡ κράση καί ἡ μίξη αὐτή καί νά κόβεται ὁ ἄρρηκτος τοῦ σώματος μετά τῆς ψυχῆς δεσμός. Ἔ­τσι, ὁ σω­μα­τι­κός θά­να­τος θέ­τει τέρ­μα στούς κό­πους τῆς θλιβερῆς με­τα­πτω­τι­κῆς ζω­ῆς καί λυ­τρώ­νει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τήν τρα­γι­κή κα­τα­δί­κη νά μέ­νει αἰ­ώ­νια ζων­τα­νός νε­κρός.
.                     Πολύ σημαντικός εἶναι, ἐπίσης, καί ὁ παιδαγωγικός χαρακτήρας τοῦ θανάτου γιά τόν ἄνθρωπο, πού ἀταπείνωτος, αὐτονομημένος καί αὐτοθεοποιούμενος ἐπαίρεται γιά τά ἀτομικά του ἐπιτεύγματα καί ἐγκλωβίζεται μάταια στά ἐπίγεια καί τά ἐφήμερα, στίς πρόσκαιρες τιμές καί ἀναγνωρίσεις. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης χαρακτηρίζει τόν θάνατο «κακίας καθάρσιον»,[23][24] ἀντίδοτο στόν ἐγωισμό τοῦ ἀνθρώπου καί δάσκαλο φιλοσοφίας.

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ Θεός, πού μᾶς ἔδωσε τήν ὕπαρξη καί μᾶς χάρισε τό «κατ’ εἰκόνα» καί τό «καθ’ ὁμοίωσιν», δέν ἔμεινε ἀδιάφορος γιά τόν ἄνθρωπο, μετά τήν πτώση του. Ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἀπέτυχε νά ὡριμάσει πνευματικά, νά ἀνυψωθεῖ καί νά φθάσει στόν στόχο γιά τόν ὁποῖο προορίστηκε, ὁ Θεός ἀποφάσισε τήν δική Του κάθοδο πρός τούς ἀνθρώπους, ὥστε νά τούς ὁδηγήσει στήν ἀληθή θεογνωσία. Ἀφοῦ, δηλαδή, δέν ἀνῆλθε ὁ ἄνθρωπος, κατῆλθε ὁ Θεός, ὡς Θεάνθρωπος, στήν γῆ.
.                     Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἦλθε γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τήν κυριαρχία τοῦ διαβόλου καί τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Νά θεραπεύσει τήν ἄρρωστη φύση μας ἀπό τήν δυσοσμία τοῦ θανάτου καί ἔτσι νά μπορέσουμε νά ζήσουμε μιά καινούρια ζωή· τή δική Του ἀθάνατη ζωή.

Ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς μετά τόν θάνατο

.                    Ὁ σωματικός θάνατος δέν διακόπτει τήν σχέση τῆς ψυχῆς μὲ τὸ φθειρόμενο σῶμα. Ἡ ψυχὴ, λόγῳ τῆς γνωστικῆς της δυνάμεως, γνωρίζει καί θὰ μπορέσει νὰ βρεῖ ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος κατὰ τὴν ἀνάστασή του, κατά τήν Δευτέρα Παρουσία, χωρίς νά ἐμποδίζεται οὔτε ἀπό τήν ἀπόσταση οὔτε ἀπό τόν χρόνο. Ἡ ψυχή ἀναχωρώντας πρός τόν οὐρανό ἀναμένει καί ποθεῖ τήν ἐπανασύνδεσή της μέ τό σῶμα, πού θά γίνει κατά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Τότε θά λάβει καί πάλι τό δικό της σῶμα, ἀλλά μεταμορφωμένο καί ἀνακαινισμένο πλέον καί θά ἀνασυγκροτηθεῖ, ἔτσι, πάλι ὁ ὅλος ἄνθρωπος.
.                     Παρά τόν προσωρινό χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, δέν καταργεῖται ἡ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχή δέν παύει νά ὑπάρχει, ἀλλά ζεῖ καί διατηρεῖ πλήρως τήν αὐτοσυνειδησία της. Ἔχει πλήρη συναίσθηση τῆς καταστάσεώς της, εἶναι ἀναγνωρίσιμη, θυμᾶται περιστατικά, πρόσωπα καί πράγματα τῆς ἐπίγειας ζωῆς, διατηρεῖ ζωντανές καί ἀκέραιες τίς πνευματικές λειτουργίες καί δυνάμεις της.

Μερική κρίση – Μέση κατάσταση τῶν ψυχῶν

.                     Τό διάστημα, πού μεσολαβεῖ ἀπό τόν σωματικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, οἱ Ἅγιοι Πατέρες τό ὀνομάζουν «μέση κατάσταση τῶν ψυχῶν». Πρόκειται γιά τήν ζωή πού ζεῖ ἡ ψυχή μετά τήν ἔξοδό της ἀπό τό σῶμα, χωρισμένη δηλαδή ἀπό τό σῶμα, μόνη της. Στήν «μέση κατάσταση» ἡ ψυχή ὑφίσταται τήν λεγομένη «μερική κρίση», ἡ ὁποία εἶναι καθοριστική καί προδικάζει ἐν πολλοῖς καί τήν τελική καί ὁριστική κρίση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
.                     Παραμένοντας στήν μέση κατάσταση ἡ ψυχή, ἀνάλογα μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς της στήν γῆ, προγεύεται τήν παραδείσια μακαριότητα ἤ τήν ὀδύνη τῆς Κολάσεως περιμένοντας νά ἑνωθεῖ μέ τό σῶμα της κατά τήν Δευτέρα Παρουσία, ὥστε νά κριθοῦν μαζί, ὡς ὅλος ἄνθρωπος.
.                     Στό σημεῖο αὐτό, θεωροῦμε χρήσιμο νά κάνουμε μιά ἀναγκαία διευκρίνιση καί νά τονίσουμε τήν διάκριση πού γίνεται ἀπό τούς Πατέρες, ἀφενός ἀνάμεσα στόν Παράδεισο καί στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ἀφετέρου ἀνάμεσα στόν Ἅδη καί στήν Κόλαση.
.                     Μέ τόν ὅρο Παράδεισο, ἐννοοῦμε τόν νοητό τόπο καί τήν κατάσταση ἐκείνη, κατά τήν ὁποία οἱ ψυχές τῶν δικαίων καί τῶν ἁγίων μόνες, χωρίς τά σώματά τους, προγεύονται τά ἀγαθά τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἐνῶ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν εἶναι ἡ κατάσταση ἐκείνη, ὅπου μετά τήν Δευτέρα Παρουσία, τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν σωμάτων καί τήν τελική κρίση, θά εἰσέλθουν οἱ ψυχές ἔχοντας ἐπανακτήσει τά ἀναστημένα σώματά τους, ὡς ψυχοσωματικές δηλαδή ὀντότητες, ὡς ὁλοκληρωμένοι ἄνθρωποι, καί θά ἀπολαμβάνουν στήν πληρότητά τους τά ἀγαθά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τό τελικό στάδιο τῆς σωτηρίας μας καί τῆς θεώσεώς μας.
.                     Κατά ἀντιστοιχία πρός τόν Παράδεισο, μέ τόν ὅρο Ἅδη ἐννοοῦμε τόν νοητό τόπο καί τήν κατάσταση ἐκείνη, ὅπου οἱ ψυχές τῶν ἀμετανόητων ἁμαρτωλῶν, μόνες, χωρίς τά σώματά τους, προγεύονται τά δεινά τῆς Κολάσεως. Ἐνῶ Κόλαση εἶναι ἡ τελική κατάσταση πού θά βιώνουν μόνιμα πλέον οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί, μετά τήν τελική κρίση καί τήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων τους, ὡς ψυχοσωματικές ὀντότητες, ὡς ὁλοκληρωμένοι ἄνθρωποι.
.                     Συμπληρωματικά θά θέλαμε νά σημειώσουμε ὅτι πρίν ἀπό τίς δύο αὐτές καταστάσεις -Παράδεισο καί Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν γιά τούς σεσωσμένους καί Ἅδη καί Κόλαση γιά τούς ἀμετανοήτους- ὑπῆρχε γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, δικαίους καί ἀδίκους, ἁγίους καί ἁμαρτωλούς, ἀπό Ἀδάμ καί Εὔας καί μέχρι τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας, ἕνας κοινός Ἅδης, ὁ πρό Χριστοῦ Ἅδης.
.                     Σέ αὐτόν τόν πρῶτο (θά λέγαμε) Ἅδη μετέβαιναν μετά τόν θάνατό τους ὅλοι, ἀκόμη καί οἱ δίκαιοι, οἱ Προφῆτες, οἱ Πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μέ τίς ψυχές τους μόνο, χωρίς τά σώματά τους, ἀναμένοντας τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία, πού θά τούς ἀπελευθέρωνε ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου.
.                     Ἡ ἀπελευθέρωση αὐτή ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου ἔγινε μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί τήν κάθοδό Του στόν Ἅδη. Ἔκτοτε, ἔχουμε τόν Ἅδη (τόν δεύτερο Ἅδη θά λέγαμε) συνεχιζόμενο γιά τούς ἀμετανόητους ἁμαρτωλούς, τόν μετά Χριστόν Ἅδη, δηλαδή. Ἀντίστοιχα, μετά τήν ἔλευση καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἔχουμε τόν Παράδεισο γιά τούς δικαίους. Μετά δέ τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί τήν τελική κρίση, τόν Ἅδη θά διαδεχθεῖ ἡ αἰώνια Κόλαση, ἐνῶ τόν Παράδεισο ἡ αἰώνια Βασιλεία.

Κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη

.                     Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, στήν κορύφωση τοῦ Πάθους Του, κρεμάμενος ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ἀνεφώνησε τό “τετέλεσται”, πού εἶχε τήν σημασία ὅτι, τό ἔργο Του ἐπί τῆς γῆς τελείωσε ἐπιτυχῶς. Τήν στιγμή ἐκείνη ἐπῆλθε ὁ σωματικός θάνατος τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ψυχή Του, ὅμως, ἑνωμένη ὑποστατικά μέ τή θεϊκή Του φύση (μέ τήν θεότητα) κατῆλθε στόν Ἅδη, γιά νά κηρύξει καί σέ ὅλους αὐτούς πού εἶχαν πεθάνει πρίν τήν δική Του Ἀνάσταση. Εἶχε προηγηθεῖ ἡ κάθοδος στόν Ἅδη καί τό κήρυγμα μετανοίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Μέ τήν κάθοδό Του στόν Ἅδη ὁ Χριστός «συνέτριψε πύλας χαλκᾶς καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συνέθλασεν»[24][25].
.                     Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Ἐπίσκοπος Κύπρου μᾶς παραδίδει μία χαριτωμένη περιγραφή τῆς συνομιλίας τοῦ Ἀδὰμ μὲ τὸν Χριστό στόν Ἅδη. «Ἐνῶ λοιπόν αὐτά διεδραματίζοντο καί ἐλέγοντο στόν Ἅδη καί ἐσείοντο τά πάντα, ὁ δέ Κύριος ἐπλησίαζε νά φθάση στά πιό ἔσχατα βάθη, ὁ Ἀδάμ ὁ πρωτοδημιούργητος καί πρωτόπλαστος καί πρωτόθνητος πού βρισκόταν δεμένος γερά καί βαθύτερα ἀπό ὅλους, ἄκουσε τά βήματα τοῦ Κυρίου, πού ἐρχόταν στούς φυλακισμένους καί ἀμέσως ἀνεγνώρισε τήν φωνή Του, καθώς ἐπερπατοῦσε μέσα στή φυλακή. Στράφηκε τότε πρός ὅλους τούς ἐπί αἰῶνες συγκρατουμένους του καί τούς φώναξε: Ὦ φίλοι μου! Ἀκούω νά πλησιάζη σ᾿ ἐμᾶς ἦχος τῶν βημάτων Κάποιου. Ἐάν πραγματικά μᾶς ἀξίωσε νά ἔρθη ἕως ἐδῶ, τότε εἴμαστε ἐλεύθεροι! Ἐάν τόν ἰδοῦμε ἀνάμεσά μας, σωθήκαμε ἀπό τόν Ἅδη!».
.                    Καί πραγματικά, ὅσοι ἀπό αὐτούς πού βρίσκονταν στόν Ἅδη, ἦσαν καλοπροαίρετοι στή ζωή τους καί δέχτηκαν τόν Χριστό, ὡς Θεό καί Σωτήρα τους, ὁ Κύριός μας, μέ τήν Ἀνάστασή Του, τούς ὁδήγησε στόν Παράδεισο, μέ πρῶτο τόν ἐπί τοῦ Σταυροῦ μετανοήσαντα ληστή, πού ἦταν καί ὁ πρῶτος ἔνοικος τοῦ Παραδείσου.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν

.                     Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας καί ἡ κοινή ἀνάσταση ὅλων μας εἶναι τά δύο βασικά δόγματα πάνω στά ὁποῖα στηρίζεται ὁλόκληρη ἡ χριστιανική διδασκαλία. Χωρίς πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί στήν κοινή ἀνάσταση ὅλων μας δέν ὑπάρχει χριστιανισμός· δέν ἔχει κανένα νόημα ἡ πίστη μας. Τό διακηρύσσει αὐτό μέ τόν πλέον κατηγορηματικό τρόπο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρώτη ἐπιστολή του πρός τούς Κορινθίους: «Eἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται· εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν»[25][26]. Ἄν δέν ὑπάρχει, δηλαδή, ἀνάσταση νεκρῶν, τότε οὔτε ὁ Χριστός ἔχει ἀναστηθεῖ. Καί ἄν ὁ Χριστός δέν ἔχει ἀναστηθεῖ, τότε το κήρυγμά μας εἶναι χω­ρίς νόημα, τό ἴδιο καί ἡ πίστη σας.
.                     Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας εἶναι ἡ ἀπόδειξη καί ταυτόχρονα ἡ ἐγγύηση καί τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν. Ὁ Χριστός ἀναστήθηκε γιά νά ἀνοίξει τόν δρόμο καί νά γίνει ἡ ἀρχή γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. «Νυνί δέ Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο»[26][27], μᾶς λέει καί πάλι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτή τήν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως ὁμολογοῦμε καί στό Σύμβολο τῆς Πίστεως: «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν».

Πῶς ἦταν τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μετά τήν Ἀνάσταση

.                     Σύμφωνα μέ τήν ἀναφορά τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου: «Τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μετά τήν ἀνάστασιν, ἄν καί ἔγινεν ἀπαθές καί ἄφθαρτον, μ’ ὅλον τοῦτο δέν ἐτράπη εἰς ἀσωματότητα, οὐδέ ἀπέβαλεν ὅλα τά φυσικά του ἰδιώματα, ἤτοι τό ποσόν (ὁ ὄγκος), τό ποιόν (ἡ ὑφή, δηλαδή ἡ φυσική σύνθεση ἑνός σώματος), τό εἶναι ἐν εἴδει (τό νά ἔχει κάποια μορφή), τό τριχῇ διαστατόν (τό νά ἔχει τρεῖς διαστάσεις), καί τό περιγραπτόν ἐν τόπῳ καί περιοριστόν· ἄν γάρ καί αὐτά ἀποβάλῃ, πλέον σῶμα δέν μένει, ἀλλ’ ἔχει νά ἐκστῇ ἀπό τούς ὅρους τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως (ἄν δηλαδή χάσει καί αὐτά τά γνωρίσματα, τότε παύει νά εἶναι σῶμα καί ἐξέρχεται ἀπό τούς ὅρους τῆς ἀνθρώπινης φύσεως)»[27][28].
.                     Τά χαρακτηριστικά τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ μας περιγράφονται, ἐπίσης, σέ μία ἀπό τίς εὐχές πού ἐκφωνεῖ ὁ ἱερέας στήν Ἁγία Πρόθεση. «Ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς, ὡς Θεός, ἐν Παραδείσῳ δέ μετά Ληστοῦ, καί ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες, Χριστέ, μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος». Πραγματικά ἰλιγγιᾶ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς μπροστᾶ στό μυστήριο τῆς ἀσύλληπτης καί πανσθενοῦς Δυνάμεως τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ μας!
.                     Ὁ Χριστός μας, μετά τήν Ἀνάστασή Του, παρουσιάστηκε ἀρκετές φορές ἐνώπιον τῶν μαθητῶν Του, γιά νά πιστοποιήσει ἀκριβῶς αὐτό τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως. Σαράντα ἡμέρες μετά ἀνελήφθη ἐνδόξως στούς οὐρανούς μαζί μέ τό ἀναστημένο Σῶμα Του. Τό γεγονός αὐτό προσέδωσε ἀκόμη μεγαλύτερη τιμή στό ἀνθρώπινο σῶμα, πού δοξάστηκε μέ τήν Ἀνάσταση καί τήν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ μας.

Χαρακτηριστικά τοῦ ἀναστημένου ἀνθρωπίνου σώματος

.                    Ἀνάλογο μέ τό ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας θά εἶναι καί τό ἀναστημένο καί ἀφθαρτοποιημένο σῶμα τῶν ἀνθρώπων. Μᾶς τό ἐξηγεῖ αὐτό ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἕνας ἀπό τούς κορυφαίους δογματικούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, λέγοντας ὅτι τό καινούργιο σῶμα θά εἶναι «οἷον τό τοῦ Κυρίου σῶμα μετά τήν ἀνάστασιν, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν διερχόμενον, ἀκοπίαστον, τροφῆς, ὕπνου καί πόσεως ἀνενδεές».[28][29] (Δηλ. ὅπως τό σῶμα τοῦ Κυρίου μετά τήν Ἀνάσταση, πού διέρχεται ἐνῶ οἱ θύρες ἦταν κλειστές, πού εἶναι ἀκούραστο, πού δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τροφή, ὕπνο καί νερό).
.                     Καίριες καί διαφωτιστικές ἀπαντήσεις γιά τό ἴδιο θέμα μᾶς δίδει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἀλλ᾿ ἐρεῖ τις· πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί; ποίῳ δὲ σώματι ἔρχονται;»[29][30]. Ἀλλά θά ρωτήσει κάποιος, μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος, πῶς ἀνασταίνονται οἱ νεκροί καί μέ τί σῶμα ἔρχονται ξανά στήν ζωή; Στήν ἀπάντησή του χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα τοῦ σπόρου καί τοῦ σιταριοῦ. Τό σῶμα μας, μέ τή δύναμη τοῦ Κυρίου, «σπέρνεται στόν τάφο σέ κατάσταση φθορᾶς, ἐγείρεται σέ κατάσταση ἀφθαρσίας, σπέρνεται σέ κατάσταση ταπεινώσεως, ἐγείρεται σέ κατά­σταση δόξας, σπέρνεται σέ κατάσταση ἀσθένειας, ἐγείρεται γεμάτο δύναμη»[30][31]. Καί συμπληρώνει ὁ Ἀπόστολος «σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν. ἔστι σῶμα ψυχικόν, καὶ ἔστι σῶμα πνευματικόν»[31][32]. Δηλαδή, σπέρνεται σῶμα φυσικό, ἀνασταίνεται σῶμα πνευματικό. Ὑπάρχει σῶμα φυσικό, ὑπάρχει καὶ σῶμα πνευματικό.

Σχέση θνητοῦ καί ἀναστημένου σώματος

.                     Τί εἶναι, ὅμως, τό πνευματικό σῶμα γιά τό ὁποῖο μᾶς μιλᾶ ὁ Ἀπόστολος καί ποιά ἡ διαφορά του ἀπό τό ὑλικό;
.                     Ἀνάμεσα στό θνητό (τό παλαιό), τό φυσικό, δηλαδή, καί στό ἀναστημένο (τό καινούργιο) σῶμα, δηλαδή, τό πνευματικό, ὑπάρχει ταυτόχρονα καί ταυτότητα καί διαφορά. Μᾶς τό διευκρινίζει αὐτό πολύ χαρακτηριστικά ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ποιό θά εἶναι τό καινούργιο σῶμα;», ρωτᾶ. Καί ἀπαντᾶ: «Αὐτό καί οὐκ αὐτό. Αὐτό μέν ὅτι αὐτή ἡ οὐσία. Οὐκ αὐτό δέ, ὅτι βελτίον τοῦτο»[32][33]. Αὐτό τό ἴδιο θά εἶναι, δηλαδή, καί ὄχι ἀκριβῶς αὐτό. Θά εἶναι αὐτό τό ἴδιο, διότι θά εἶναι ἡ ἴδια (ἡ παλιά του) οὐσία. Ἄλλά δέν θά εἶναι ὅμως τό ἴδιο, διότι θά εἶναι βελτιωμένο.
.                     Τό ἀναστημένο καί ἀνακαινισμένο, λοιπόν, ἀνθρώπινο σῶμα θά εἶναι ἄφθαρτο καί πνευματικό, χωρίς τά στοιχεῖα τῆς σαρκικότητας, καί ὄχι θνητό καί φθαρτό, ὅπως ἦταν στήν βιολογική ζωή του.
.                     Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος σημειώνει ὅτι οἱ νέες ἰδιότητες τοῦ ἀναστημένου μας σώματος θά εἶναι ἀθανασία, ἀφθαρσία καί ἀτρεψία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν θὰ ἀρρωσταίνει, δὲν θὰ πονᾶ, δὲν θὰ γερνᾶ. Οὔτε θὰ ἔχουμε καὶ τὰ λεγόμενα «ἀδιάβλητα» πάθη, ὅπως ὅτι πεινᾶμε, διψᾶμε, κουραζόμαστε κ.λπ.
.                     Ἡ ἰδιότητα τῆς ἀτρεψίας, πού θά ἔχουν τά ἀναστημένα σώματα, ἀποτελεῖ καί τή βασική διαφορά τοῦ νέου ἀνακαινισμένου σώματός μας ἀπό τό προπτωτικό σῶμα τοῦ Ἀδάμ. Ἀτρεψία σημαίνει, ἀδυναμία νά τραπεῖ ὁ ἀναστημένος ἄνθρωπος πρός τήν ἁμαρτία. Ὁ Ἀδάμ, πρίν ἀπό τήν πτώση, δέν ἦταν ἄτρεπτος, ἀλλά τρεπτός. Μποροῦσε, δηλαδή, νά τραπεῖ πρός τήν ἁμαρτία, ὅπως καί ἐτράπη. Ἀντίθετα ὁ ἀνακαινισμένος ἀναστημένος ἄνθρωπος δέν θά μπορεῖ πλέον νά τραπεῖ πρός τήν ἁμαρτία. Ἡ ἀ­νά­στα­ση τοῦ σώ­μα­τός μας­, δηλαδή, δέν θά εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἐ­πι­στρο­φή στήν προ­πτω­τι­κή κα­τά­στα­ση, ἀλλά συγ­χρό­νως ὕ­ψω­ση καί με­τά­βα­ση σέ ἀ­νώ­τε­ρη καί τε­λει­ό­τε­ρη κα­τά­στα­ση.
.                     Κατά τόν ἅγιο Μακάριο, τό ἀναστημένο σῶμα μας θά εἶναι «φωτοειδές», δυνατό καί ἔνδοξο. Θά εἶναι, ἐπίσης, «θεοειδές» καί θά λάμπει ὅπως ὁ ἥλιος, ἀφοῦ θά εἶναι ἐμπλουτισμένο ἀπό τήν θεότητα, τήν ἄκτιστη χάρη καί τήν ἄκτιστη δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, χωρίς ὅμως νά χάνει τήν κτιστότητά του. Τό ἀ­να­στη­μέ­νο σῶ­μα, λοιπόν, θά εἶ­ναι ἐ­ξω­τε­ρι­κά ὅ­πως αὐ­τό πού εἶ­χε κά­θε ἄν­θρω­πος πρίν ἀπό τό θά­να­το, ἀλ­λά μέ δι­α­φο­ρε­τι­κή λει­τουρ­γι­κό­τη­τα, καθώς θά ἔχει θεωθεῖ. Ὁ θεωμένος ἄνθρωπος εἶναι περιγραπτός, ὑπάρχει ἐν τόπῳ περιορισμένῳ καί περιγεγραμμένῳ. Τό σῶμα του εἶναι «τριχῇ διαστατόν», δηλαδή ἔχει τρεῖς διαστάσεις, ἀλλά χωρίς βάρος.
.                     Ἡ ἀ­νά­στα­ση θά εἶ­ναι κοι­νή ὑ­πό­θε­ση γιά δι­καί­ους καί ἀ­δί­κους. Δέν θά ἀ­να­στη­θοῦν ­μό­νο ὅ­σοι «ἐ­κοι­μή­θη­σαν» ἐν Χρι­στῷ, ἀλ­λά «πάν­τες», μέ τή μό­νη δι­α­φο­ρά ὅ­τι οἱ μέν δί­και­οι θά ἀ­να­στη­θοῦν «εἰς ζω­ήν αἰ­ώ­νιον», οἱ δέ ἀ­με­τα­νό­η­τοι ἁ­μαρ­τω­λοί «εἰς αἰ­σχύ­νην» αἰ­ώ­νιον[33][34].
.                     Ἡ πί­στη στήν ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν σω­μά­των κα­θο­ρί­ζει τή συμ­πε­ρι­φο­ρά μας ἀ­πέ­ναν­τι στό σῶ­μα καί μᾶς δι­δά­σκει νά στε­κό­μα­στε μέ σε­βα­σμό μπρο­στά σ’ ­αὐ­τό. Ἐκ­δή­λω­ση αὐ­τοῦ τοῦ σε­βα­σμοῦ εἶ­ναι ἡ πε­ρι­ποί­η­ση τοῦ νε­κροῦ σώ­μα­τος καί ὁ ἐν­τα­φια­σμός του. Εἶ­ναι καί αὐ­τός ἕ­νας λό­γος πού στήν ὀρ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση δέν υἱ­ο­θε­τή­θη­κε πο­τέ ἡ καύ­ση ἤ ἡ ἀ­πο­τέ­φρω­ση τῶν νε­κρῶν σω­μά­των. Ἐ­ξάλ­λου ἡ ἐμ­πει­ρί­α τῆς εὐ­ω­δί­ας τῶν ἁ­γί­ων λει­ψά­νων καί ἡ ἀ­φθαρ­σί­α τῶν σω­μά­των πολ­λῶν ἁ­γί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, μᾶς δεί­χνει τό δο­ξα­σμό ἀ­κό­μη καί τοῦ θνη­τοῦ σώ­μα­τος πού ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά γί­νει κα­τοι­κη­τή­ριο τῆς χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ καί μᾶς δί­νει μιά πρό­γευ­ση τῆς τε­λι­κῆς κοι­νῆς ἀ­να­στά­σε­ως.

Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ

.                     Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μέθεξη τῆς ἀκτίστου δόξης καί τοῦ ἀκτίστου φωτός τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Μέ­σα στήν θε­ο­κοι­νω­νί­α οἱ ἄν­θρω­ποι θά εἶ­ναι ὅ­μοι­οι μέ τούς ἀγ­γέ­λους καί μα­ζί τους θά δο­ξο­λο­γοῦν καί θά ὑ­μνοῦν τόν ἀ­κα­τά­λη­πτο Θε­ό, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα θά βρί­σκον­ται σέ κοι­νω­νί­α μέ τίς χο­ρεῖ­ες τῶν ἁ­γί­ων, συμ­πο­λίτες τῶν ἁ­γί­ων καί φί­λοι καί οἰ­κεῖ­οι τοῦ Θε­οῦ­.
.                     Ἡ Παναγία, πού κατέχει τά δευτερεῖα τῆς θεότητας, ὡς μεθόριο κτιστῆς καί ἀκτίστου φύσεως, ζεῖ, ἤδη, κοντά στό Χριστό στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Δέν μετέβη, δηλαδή, στόν Παράδεισο, ἀλλά μετέστη καί μέ τήν ψυχή καί μέ τό σῶμα της ἀπευθείας στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
.                    Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τόν ἠγαπημένο μαθητή τοῦ Κυρίου μας, τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο, ὁ ὁποῖος μετά τήν κοίμησή του μετέστη στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Καί εἶναι πραγματικά μοναδικό τό γεγονός, πού δέν τό συναντοῦμε σέ καμμία ἄλλη θρησκεία, ὅτι στήν Ἐκκλησία μας ἔχουμε τρεῖς κενούς τάφους, τοῦ Χριστοῦ μας, τῆς Παναγίας μας καί τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου.

Νοητός τόπος καί ὄχι αἰσθητός

.                     Ὁ Παράδεισος καί ὁ Ἅδης, ὅπως καί ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καί ἡ Αἰώνια Κό­λα­ση, εἶ­ναι καί τόποι καί κυρίως τρόποι ὑπάρξεως. Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός κάνει λόγο γιά ἕναν τόπο ὄχι σωματικό, ὑλικό καί αἰσθητό, «ἀλλά τόν ὑπέρ αἴσθησιν μᾶλλον καί νοητόν τόπον». Δηλαδή «ἕναν τόπο νοητό καί ἀσώματο, ὑπερουράνιο καί ὑπερκόσμιο, τόν τόπο τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἁγίων, ὅπου ἐνεργεῖ ὁ Θεός καί φανερώνει τήν δόξα Του»[34][35].
.                     Καί ὁ μακαριστός π. Σεραφείμ Ρόουζ σημειώνει γιά τό ἴδιο θέμα: «Δέν χρειάζεται νά ἐπιζητοῦμε ἀπό περιέργεια νά γνωρίζουμε κάτι περισσότερο. Αὐτοί οἱ “τόποι” εἶναι τόσο διαφορετικοί ἀπό τίς κοσμικές ἀντιλήψεις μας περί “τόπου” ὥστε σίγουρα θά βρεθοῦμε σέ ἀπελπιστική σύγχυση ἐάν ἐπιχειρήσουμε νά τούς τοποθετήσουμε “γεωγραφικά” στό χῶρο… Δέν εἶναι στή δικαιοδοσία μας νά καθορίσουμε τά “σύνορα” αὐτῶν τῶν τόπων ἤ νά προσπαθήσουμε νά διακρίνουμε τά χαρακτηριστικά τους»[35][36].
.                     Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπικρίνει τήν περιέργειά μας νά ἀσχολούμαστε καί νά ζητοῦμε νά μάθουμε μέ περιέργεια ποῦ βρίσκονται αὐτοί οἱ τόποι[36][37]. «Καί ποῦ λέγει, καί σέ ποιό τόπο θά εἶναι αὐτή ἡ γέεννα; Τί σ’ ἐνδιαφέρει αὐτό; Γιατί τό ζητούμενο εἶναι, ν’ ἀποδειχθεῖ ὅτι ὑπάρχει, ὄχι ποῦ ὁρίσθηκε καί σέ ποιό τόπο. Μερικοί βέβαια μυθολογώντας ἰσχυρίζονται ὅτι βρίσκεται στήν κοιλάδα τοῦ Ἰωσαφάτ, πράγμα πού λέχθηκε γιά κάποιο πόλεμο τοῦ παρελθόντος, ἀναφέροντας αὐτό στή γέεννα. Ἀλλά, λέγει, σέ ποιό τόπο θά εἶναι; Κάπου ἔξω, ὅπως ἐγώ βέβαια νομίζω, ἀπ’ ὅλο αὐτόν τόν κοσμο. Γιατί ὅπως οἱ φυλακές καί τά μεταλλεῖα βρίσκονται μακριά ἀπό τά βασιλικά ἀνάκτορα, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ γέεννα θά εἶναι κάπου ἔξω ἀπό αὐτήν τήν οἰκουμένη. Ἄς μή ζητοῦμε λοιπόν ποῦ βρίσκεται ἡ γέεννα, ἀλλά πῶς μπορεῖ νά τήν ἀποφύγουμε».
.                     Ὅ,τι ἀναφέραμε γιά τόν νοητό «τόπο» τοῦ Παραδείσου, τό ἴδιο, ἀντίστοιχα, ἰσχύει καί γιά τήν κόλαση. Πρόκειται, δηλαδή, περί τόπου νοητοῦ καί ὄχι αἰσθητοῦ.

Ἡ μακαρία κοινωνία τῶν δικαίων

.                     Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ θά χαρακτηρίζεται ἀπό τήν μακαρία κοινωνία τῶν δικαίων μέ τόν Τριαδικό Θεό, ἀλλά καί μεταξύ τους. Ἔτσι οἱ ψυχές θά ἀναγνωρίζουν ἡ μία τήν ἄλλη, ἀ­κό­μη κι­­ ἄν ἔ­ζη­σαν σέ δι­α­φο­ρε­τι­κές ἐ­πο­χές, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση θά γί­νε­ται μέ τό δι­ο­ρα­τι­κό μά­τι τῆς ψυ­χῆς καί ὄ­χι μέ τούς ὑ­λι­κούς ὀ­φθαλ­μούς. Ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­ωάν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος λέ­ει ὅ­τι θά ἀ­να­γνω­ρί­σου­με, ὄ­χι μό­νο τούς ἐ­δῶ γνω­στούς μας, ἀλ­λά καί αὐ­τούς πού πο­τέ δέν ἔ­χου­με δεῖ καί αὐ­τή ἡ συ­νά­ντη­ση θά εἶ­ναι «εὐ­φρό­συ­νος»[37][38].

Συνεχής πρόοδος καί βαθμίδες στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν

.                    Αὐτή ἡ κατάσταση εὐφροσύνης δέν θά εἶναι στάσιμη στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἡ αἰώνια ζωή δέν θά ἔχει στασιμότητα, ἀλλά μία διαρκή κίνηση, μία διαρκή πρόοδο, ἕνα συνεχές ἄνοιγμα σέ χωρητικότητα καί δεκτικότητα τῆς μεθέξεως τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό γιατί τό κτιστό οὐδέποτε μπορεῖ νά γίνει ἄκτιστο.
.                     Ἡ Κόλαση, σέ ἀντίθεση μέ τόν Παράδεισο, δέν θά βιώνεται αὐξητικά, ἀλλά στάσιμα. Δέν θά ὑπάρχει, δηλαδή, κίνηση καί πρόοδος ἐπί τά χείρω. Κι αὐτό χάρη στήν εὐσπλαχνία καί τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ.
.                     Στήν Αἰώνια Ζωή, θά ὑ­πάρ­χουν δι­ά­φο­ρες βαθ­μί­δες, ἀ­νά­λο­γες μέ τήν κα­τά­στα­ση τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀφοῦ «ἐν τῇ οἰ­κί­ᾳ τοῦ πα­τρός μου μο­ναί πολ­λαί εἰ­σιν»[38][39]­. Ἡ πο­σο­τι­κή αὐτή δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση στή με­το­χή τῆς χά­ρι­τος, θά εἶναι ἀ­νά­λο­γη μέ τίς προ­σω­πι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις τοῦ κα­θε­νός, χωρίς, ὅ­μως, νά προ­κα­λεῖ καμ­μί­α λύ­πη ἤ φθόνο σέ ὅ­σους τυ­χόν βρί­σκον­ται σέ χα­μη­λό­τε­ρη κα­τά­στα­ση. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ θέ­ω­ση καί με­γα­λύ­τε­ρη δό­ξα τῶν ἁ­γί­ων θά ἀ­να­κλᾶ καί θά ἐ­πι­τεί­νει τή μα­κα­ρι­ό­τη­τα ὅ­σων θά ἔ­χουν μι­κρό­τε­ρη δό­ξα. Για­τί ἡ Θεί­α Βα­σι­λεί­α θά εἶ­ναι κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης στόν πλη­ρέ­στα­το βαθ­μό.

Ἡ θέα τοῦ Ἀκτίστου Φωτός

.                     Ἡ Αἰώνια Ζωή θά εἶναι πλήρης ἀπό τή θεωρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός. Αὐτό στούς Ἁγίους θά ἐνεργεῖ σάν φῶς καθαρτικό καί φωτιστικό πού θά τούς προκαλεῖ ἄφατη εὐφροσύνη, ἐνῶ σ’ αὐτούς πού θά ἔχουν σκλήρυνση καί πώρωση τῆς καρδιᾶς ἀπό τά πάθη θά ἐνεργεῖ ὡς «πῦρ καταναλῖσκον», «σκότος ἐξώτερον» καί τόπος βασάνου.
.                     Ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἔχουν τό ἴδιο τέλος. Ὅλοι βέβαια θά δοῦν τή δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μέ μία διαφορά: Οἱ μέν σεσωσμένοι θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς Φῶς γλυκύτατον καί ἀνέσπερον, οἱ δέ κολασμένοι, θά δοῦν τήν ἴδια δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς πῦρ καταναλίσκον, σάν φωτιά πού θά τούς [κατα]καίη… Ἡ βίωσις, δηλαδή, αὐτοῦ τοῦ Φωτός θά εἶναι διαφορετική στούς μέν ἀπό τούς δέ»[39][40].
.                     Τό ἄκτιστο φῶς, κατά τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας, καί ὅσο βέβαια εἶναι δυνατό τά κτιστά λόγια νά περιγράψουν τήν ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου, εἶναι ἡ ἄκτιστη καί θεοποιός ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Τό θεῖο αὐτό φῶς εἶναι ἀνέσπερο, γλυκύτατο, χαριέστατο καί ἀκραιφνές (καθαρό) φῶς, ἄναρχον καὶ ἀΐδιον, ὁμοιόμορφο, ἀκέραιο, πού ἐμπλουτίζει καί πληροῖ τόν ἀνακαινιζόμενο ἄνθρωπο ψυχοσωματικά μέ ὑπερκόσμια καί ἀκατάληπτη εὐφροσύνη καί ἀνέκφραστη ἡδονή, εἰρήνη καί χαρά καί ἱλαρότητα καί εἶναι πηγή ὑπερφυῶν χαρισμάτων καί ἀποκάλυψη οὐρανίων μυστηρίων.

Ἡ αἰώνια Κόλαση

.                     Ὁ σωματικός θάνατος εἶναι, ὅπως εἴδαμε, ἡ διάρρηξη τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητος καί ὁ ἀποχωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Ὁ πνευματικός θάνατος εἶναι ὁ ἀποχωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τόν Θεό, πού συνιστᾶ τόν «δεύτερο» θάνατο, ὅπως ἀποκαλεῖται στό ἱερό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως[40][41]. Αὐτός ὁ δεύτερος θάνατος εἶναι ἡ βίωση τῆς αἰωνίου κολάσεως.
.                     Ὁ πρῶτος, ὁ σωματικός θάνατος ἀποδείχτηκε «θνητός», ἀφοῦ τόν νίκησε μέ τήν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός μας. Ὁ «δεύτερος», ὅμως, θάνατος θά ἐκτείνεται στήν αἰωνιότητα. Ἡ κόλαση θά εἶναι ὁ «ἀθάνατος» θάνατος. Ἡ κόλαση, ἄλλωστε, εἶναι ταυτισμένη μέ τόν θάνατο· εἶναι ἕνας διαρκής καί ἀτελεύτητος θάνατος.
.                     Κόλαση εἶναι ἡ ἀκοινωνησία, ἡ ἀμεθεξία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, ἀλλά καί μέ ὁ,τιδήποτε κτιστό. Εἶναι ἡ ἀπόλυτη τραγικότητα καί ἡ ὀδύνη πού αἰσθάνεσαι, καθώς, παρότι ἔχεις πλήρη συνείδηση ὅτι ὑπάρχεις, ἀδυνατεῖς νά ἐκπληρώσεις τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς σου, πού εἶναι ἡ κοινωνία σου μέ τόν Θεό, τήν αἰτία τῆς ὑπάρξεώς σου, δηλαδή. Αὐτή ἡ ἀπόλυτη ἀκοινωνησία μέ τήν πηγή τῆς Ζωῆς, δέν θά εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τήν κοινωνία τοῦ θανάτου.
.                     Ὁ σύγχρονός μας ἅγιος Πορφύριος ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ζωή χωρίς Χριστό εἶναι θάνατος, εἶναι κόλαση, δέν εἶναι ζωή. Αὐτή εἶναι ἡ κόλαση, ἡ μή ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ἤ θά εἶσαι στή ζωή ἤ στό θάνατο. Ἀπό σένα ἐξαρτᾶται νά διαλέξεις»[41][42].
.                     Συνεπῶς ἡ κόλαση εἶναι ἡ ἀκύρωση τῆς ζωῆς. Εἶναι μιά ἄπελπις κατάσταση στόν τραγικότερο βαθμό βιώσεώς της. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἀπογοήτευση, ἀλλά ἡ ὑπαρξιακή βίωση τῆς τραγικότητας αὐτῆς τῆς ἀπογοητεύσεως καί μάλιστα, χωρίς τήν ἐλάχιστη διέξοδο, χωρίς τήν παραμικρή ἐλπίδα καί χωρίς τήν δυνατότητα μετανοίας. Ἡ Κό­λα­ση εἶ­ναι τό μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ, καί ἡ λύ­πη στήν καρ­διά ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α, πού ἔ­γι­νε σέ βά­ρος τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ.
.                     Ὁ Θεός εἶναι, κατεξοχήν καί κατά κυριολεξία, ὁ μόνος καλός καί ἀγαθός. Κατά συνέπεια, κάθε ἐνέργειά Του εἶναι καλή καί ἀγαθή καθ’ ἑαυτήν. Ἡ πρόσληψη, ὅμως, αὐτῆς τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐλεύθερη προαίρεση καί τήν δεκτικότητα τοῦ αὐτεξούσιου ἀνθρώπου καί τῶν ἐπιλογῶν του ἔναντι τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ.
.                    Κατά συνέπεια, τά λογικά ὄντα, οἱ ἄνθρωποι, πού ἀδυνατοῦν νά προσλάβουν τό κάλλος τοῦ μόνου Καλοῦ καί τήν ἀγαθότητα τοῦ μόνου Ἀγαθοῦ, ἀκυρώνουν τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς τους νά κοινωνοῦν ἀγαπητικά μέ τόν Δημιουργό τους καί ἔτσι αὐτοκαταδικάζονται στήν ἀμεθεξία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀμεθεξία αὐτή τῆς Χάριτος καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ βιώνεται ὡς ἡ ὀδυνηρότερη ὑπαρξιακή ἐμπειρία τους, ὡς κόλασή τους καί ὡς μάστιγά τους. Κατά συνέπεια, σέ καμία περίπτωση ὁ Θεός δέν εἶναι αἴτιος τοῦ κακοῦ. Αἰτία τοῦ κακοῦ εἶναι μόνον ἡ κακή προαίρεση τῶν ἀνθρώπων.
.                     Ἐ­νῶ ἡ πα­ρα­δεί­σι­α ζω­ή θά εἶ­ναι «φι­λί­α», ἡ κό­λα­ση θά εἶ­ναι «ἀ­φι­λί­α» καί ἀ­κοι­νω­νη­σί­α τό­σο σέ σχέ­ση μέ τό Θε­ό ὅ­σο καί μέ τούς ἄλ­λους, ἀφοῦ οἱ δυστυχεῖς κολασμένοι θά στεροῦνται καί τό δῶρο τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἄλλων πού θά χαρίσει ὁ Θεός μόνο σέ ὅσους θά σωθοῦν.
.                     Ἡ παραμονή, λοιπόν, στήν Κόλαση θά χαρακτηρίζεται ἀπό τέ­λει­α ἀ­κοι­νω­νη­σί­α καί ἀ­φι­λί­α. Θά εἶναι ζω­ή ἀ­νέ­ρα­στη καί βυ­θι­σμέ­νη σέ ὀ­δυ­νη­ρή μο­να­ξι­ά καί ἀ­πελ­πι­σί­α.

Οἱ συνέπειες τῆς πτώσεως στήν κτίση

.                     Ὅπως ἀναφέραμε στήν πρώτη ἑνότητα τῆς ὁμιλίας μας, μιλώντας γιά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Θεός δημιούργησε τήν κτίση «ἐκ τοῦ μή ὄντος» καί τόν ἄνθρωπο ὡς κορωνίδα τῆς δημιουργίας καί βασιλέα τῆς κτίσεως. Ὅμως, ἡ ἀ­πο­στα­σί­α καί ἡ πτώ­ση τοῦ ἀνθρώπου ἀ­πο­συν­θέ­τει καί ὅ­λο τό βασίλειό του. Ὁ μεταπτωτικός ἄν­θρω­πος βι­ώ­νει τήν δι­α­τά­ρα­ξη τῶν σχέ­σε­ών του μέ τό συ­νάν­θρω­πό του, ἀλ­λά καί μέ ὁλόκληρη τήν κτί­ση. Κι αὐτό γιατί ἡ ὁ­μα­λή συ­νύ­παρ­ξη μα­ζί τους στη­ρι­ζό­ταν στήν ἀ­γα­πη­τι­κή σχέ­ση καί κοι­νω­νί­α πού εἶ­χε ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος μέ τό Θε­ό καί τήν ὁποία διέκοψε μέ τήν παρακοή του στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Οἱ συ­νέ­πει­ες τῆς πτώ­σε­ως τοῦ ἀνθρώπου, κατά συνέπεια, δέν πε­ρι­ο­ρί­στη­καν μόνο στό ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος, ἀλ­λά ἐ­πε­κτά­θη­καν στήν ἄλ­ο­γη φύ­ση καί στά ἄ­λο­γα ζῶ­α. «Πᾶ­σα ἡ κτί­σις συ­στε­νά­ζει καί συ­νωδί­νει ἄ­χρι τοῦ νῦν»[42][43] (Δηλ. ὡς τώρα ὅλη ἡ κτίση στενάζει καί συμπάσχει μαζί μας μέχρι σήμερα).

Ἡ ἀνακαίνιση τῆς δημιουργίας (καινή κτίση)

.                     Ὅπως, ὅμως, τό φθαρτό ἀνθρώπινο σῶμα θά ἀναστηθεῖ, θά ἀνακαινισθεῖ καί θά γίνει ἄφθαρτο καί πνευματικό, ἔτσι θά ἀνακαινισθεῖ καί ὁλόκληρη ἡ κτίση καί θά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τήν δουλεία καί τήν φθαρτότητα. «Καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ»[43][44], μᾶς διαβεβαιώνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Δηλαδή, «Ὅλη ἡ κτίση προσμένει μέ λαχτάρα πότε θά φανερωθεῖ ἡ δόξα τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Ξέρετε, βέβαια, πώς ἡ κτίση ὑποτάχθηκε καί αὐτή στή φθορά, ὄχι θεληματικά, ἀλλ’ ἐξαιτίας ἐκείνου πού τήν ὑπέταξε. Ἔχει ὅμως πάντοτε τήν ἐλπίδα, κι αὐτή ἀκόμα ἡ κτίση, πώς θά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τήν ὑποδούλωσή της στή φθορά καί θά συμμετάσχει στήν ἐλευθερία πού θά ἀπολαμβάνουν τά δοξασμένα τέκνα τοῦ Θεοῦ».
.                     Ὑπάρχει πλῆθος ἁγιογραφικῶν καί πατερικῶν χωρίων πού μᾶς μιλοῦν γιά τή συνέχεια ὑπάρξεως τῆς κτίσεως μέ μιά διαφορετική μορφή, ἀπαλλαγμένη ἀπό τή φθορά. Μιλοῦν γιά τήν ἀνακαίνιση τῆς κτίσεως, γιά «καινούς οὐρανοὺς καὶ γῆν καινήν».[44][45] Ἀπό ὅλα αὐτά συμπεραίνουμε ὅτι ὁ κόσμος πού μᾶς περιβάλλει δέν θά ἐξαφανιστεῖ, δέν θά ὁδηγηθεῖ στήν ἀνυπαρξία, ἀλλά θά μεταποιηθεῖ, θά ἀνακαινισθεῖ καί θά διακονήσει τόν ἀναστημένο καί ἀνακαινισμένο ἄνθρωπο στή νέα του ἄφθαρτη ζωή, στήν αἰώνια καί ἀτελεύτητη πραγματικότητα. Ὁ λυτρωμένος καί ἀναστημένος ἄνθρωπος δέν θά ἀποσπαστεῖ ἀπό τήν ὑπόλοιπη δημιουργία, ἀλλά θά ζήσει σ’ αὐτήν, πού «μεταποιημένη» θά ἀποτελέσει τό νέο του πνευματικό «κατοικητήριο».
.                     Ὅταν βέβαια κάνουμε λόγο γιά ἀνακαίνιση τῆς κτίσεως, γιά καινούς οὐρανούς καί καινήν γῆν, δέν ἐννοοῦμε ὅτι θά ἐπιστρέψει στήν κατάσταση πού ἦταν στόν πρῶτο Παράδεισο, πρό τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδάμ. Τότε ὁ Ἀδάμ ἦταν αἰσθητός καί τρεπτός. Ὅμως μέ τήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων ὁ Ἀδάμ θά εἶναι πνευματικός. Κατά ἀνάλογο τρόπο, καί ὁλόκληρη ἡ κτίση, μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, θά μεταποιηθεῖ «εἰς ἄϋλον καί πνευματικόν ὑπέρ πᾶσαν αἴσθησιν ἐν τῆ παλιγγενεσίᾳ… οἰκητήριον»[45][46]. Ἔτσι θά ἀποκατασταθοῦν καί πάλι οἱ σχέ­σεις τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν κό­σμο καί ἡ ἁρ­μο­νί­α, ἡ κοι­νω­νί­α καί ἡ ἀ­γά­πη θά βα­σι­λεύ­σει πάλι ἀ­νά­με­σά τους.

Ἐπίλογος

Ἀγαπητοί μας, ἀδελφοί,

.                     Προσπαθήσαμε, ὅσο μᾶς τό ἐπέτρεψαν τά χρονικά ὅρια τῆς ἀποψινῆς μας ὁμιλίας, νά σκιαγραφήσουμε κάποιες κύριες ἔννοιες τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου, τῆς μετά θάνατον ζωῆς, τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ μας καί τῆς κοινῆς ἀναστάσεως ὅλων μας κατά τήν Δευτέρα Παρουσία. Πρόκειται πραγματικά γιά θεμελιώδη καί πρωταρχικά ζητήματα τῆς πίστεώς μας.
.                     Θά θέλαμε αὐτό νά τό διατυπώσουμε μέ κάθε σαφήνεια καί κατηγορηματικότητα: ὅποιος δέν πιστεύει στόν Θεάνθρωπο Χριστό μας καί τήν Ἀνάστασή Του, ὅποιος δέν πιστεύει στήν κοινή ἀνάσταση ὅλων μας, ὅποιος δέν πιστεύει στήν Δευτέρα Παρουσία, τήν μέλλουσα Κρίση καί τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, αὐτός δέν μπορεῖ οὐσιαστικά οὔτε νά εἶναι οὔτε καί νά λέγεται χριστιανός καί μάλιστα ὀρθόδοξος.
.                     Ἡ Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι τό ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­το ἐ­κεῖ­νο γε­γο­νός, πού κα­τά τρό­πο μο­να­δι­κό, δει­κνύ­ει καί ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός εἶ­ναι ὁ μό­νος ἀ­λη­θι­νός Θε­ός καί Κύ­ρι­ος σέ ὅ­λους τούς ὁ­ρα­τούς καί ἀ­ο­ρά­τους κό­σμους. Ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας δέν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρά ἡ πρα­γμα­τι­κό­τητ­α τοῦ ἑ­νός καί μο­να­δι­κοῦ θαύ­μα­τος, τοῦ θαύ­μα­τος τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ, τό ὁ­ποῖ­ο συ­νε­χί­ζε­ται καί θά συ­νε­χί­ζε­ται στίς καρ­δι­ές ὅ­λων τῶν Χρι­στι­α­νῶν μέ­χρι τῆς Δευ­τέ­ρας Πα­ρου­σί­ας.
.                     Ὁ μεγάλος σύγχρονος ἅγιος καί δογματολόγος τῆς ἐκκλησίας μας, ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, διεκήρυσσε ὅτι «ἄνευ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δέν θά ὑπῆρχε κἄν χριστιανισμός. Μεταξύ τῶν θαυμάτων ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι τό μεγαλύτερο θαῦμα. Ὅλα τά ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπό αὐτό καί συνοψίζονται εἰς αὐτό… Τό νά πιστεύη κανείς εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν, τοῦτο σημαίνει νά ἀγωνίζεται διαρκῶς τόν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, τοῦ κακοῦ καί τοῦ θανάτου»[46][47].
.                     Καί καταλήγει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς πανηγυρικά καί δοξαστικά:
.                     «Σταθῆτε ὅλα τά σύμπαντα, ὅλοι οἱ ὑπάρχοντες κόσμοι, καί ὅλα τά ὄντα! Κάτω ὅλαι αἱ καρδίαι, ὅλοι οἱ νόες, ὅλαι αἱ ζωαί, ὅλαι αἱ ἀθανασίαι, ὅλαι αἱ αἰωνιότητες! Διότι, ὅλα αὐτά ἄνευ τοῦ Χριστοῦ εἶναι δι’ ἐμέ κόλασις. Ἡ μία κόλασις δίπλα εἰς τήν ἄλλην κόλασιν. Ὅλα εἶναι ἀναρίθμητοι καί ἀτελεύτητοι κολάσεις καί εἰς τό ὕψος καί εἰς τό βάθος καί εἰς τό πλάτος. Ἡ ζωή ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ὁ θάνατος ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀλήθεια ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἥλιος ἄνευ τοῦ Χριστοῦ καί τά σύμπαντα χωρίς Αὐτόν, -ὅλα εἶναι τρομερά ἀνοησία, ἀνυπόφορον μαρτύριον, σισύφειον βάσανον, κόλασις! Δέν θέλω οὔτε τήν ζωήν, οὔτε τόν θάνατον ἄνευ Σοῦ, Γλυκύτατε Κύριε! Δέν θελω οὔτε τήν ἀλήθειαν, οὔτε τήν δικαιοσύνην, οὔτε τόν παράδεισον, οὔτε τήν αἰωνιότητα. Ὄχι, ὄχι! Ἐσένα μόνον θέλω, Ἐσύ μόνον νά εἶσαι εἰς ὅλα, ἐν πᾶσι καί ὑπεράνω ὅλων!…». Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.com

———————————-

[1][2] Πλάτωνος Φαίδων, 63b 4- 69e 2

[2][3] Ἰω. 1, 1-3

[3][4] Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως “Ἱερή Κατήχηση τῆς ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἤτοι τῆς μίας Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας”, κεφ. 4, Περί τῆς δημιουργίας τῶν Ἀγγέλων

[4][5] Μεγάλου Βασιλείου, περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κεφ. 16, ΕΠΕ 10, σελ. 380-381

[5][6] Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, ὅ.π.

[6][7] Γέν. 1, 26-28

[7][8] Γέν. 2, 7

[8][9] Βλ. Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ΕΠΕ 1, σελ. 142

[9][10] Φιλίππου Σολιταρίου (1105), Βίβλος ἡ λεγομένη Διόπτρα, ἤτοι στάθμη πίστεως

[10][11] Ἁγίου Ἰωάννη Δαμασκηνού, Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, PG 94:1088

[11][12] Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, PG 94, 853A

[12][13] Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ΕΠΕ 9, 562, PG151,260Α.

[13][14] Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Πρός Αὐτόλυκον 2, 27.

[14][15] Γέν. 2, 16-17

[15][16] Γέν. 3, 4-5

[16][17] Ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ, Πε­ρί Δι­α­φό­ρων Ἀ­πο­ρι­ῶν, Φι­λο­κα­λί­α Νη­πτι­κῶν καί Ἀ­σκη­τι­κῶν, σελ. 194

[17][18] Σοφ. Σολ. Α΄ 13-25

[18][19] Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ἡ ζωή μετά τόν θάνατο, σελ. 50

[19][20] Α΄Κορινθ. ιε΄, 22.

[20][21] Βλ. Ν. Π. Βασιλειάδη, Τό Μυστήριον τοῦ Θανάτου, ἐκδ. «Σωτήρ», Ἀθήνα 1984, σελ. 78.

[21][22] Μ. Βασιλείου, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 345Α.

[22][23] Νεκρώσιμοι καί Ἐπιμνημόσυναι Ἀκολουθίαι, Ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 1972, σελ. 213.

[23][24] PG 46, 876-7

[24][25] Ψαλμ. 106, 16

[25][26] Α΄ Κορ. 15, 13-14

[26][27] Α΄ Κορ. 15, 20

[27][28] Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τήν Γ΄ Ὠδήν τοῦ πρώτου Κανόνος τῆς Μεταμορφώσεως, Ἑορτοδρόμιο, ἐκδ. Σπανός, σ. 594

[28][29] Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, παρ. 100, ΕΠΕ 1, 566

[29][30] Α΄ Κορ. 15, 35

[30][31] «οὕτω καὶ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει» (Α΄Κορ. 15, 42-43)

[31][32] Κορ. Α΄, 15, 44

[32][33] Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τήν Α΄ Κορινθίους, Ὁμιλία ΜΑ΄, MPG 61.357.4-6

[33][34] Ἰω. 5, 28-29

[34][35] Μάρκου Εὐγενικοῦ, ΡΟ 15, σελ. 153

[35][36] π. Σεραφείμ Ρόουζ, Ἡ ψυχή μετά τόν θάνατο, ἐκδ. Μυριόβιβλος, σελ. 214

[36][37] «Καὶ ποῦ, φησί, καὶ ἐν ποίῳ χωρίῳ αὕτη ἔσται ἡ γέενα; Τί γάρ σοι τούτου μέλει; τὸ γὰρ ζητούμενον, δεῖξαι ὅτι ἐστίν, οὐχ ὅπου τεταμίευται καὶ ἐν ποίῳ χωρίῳ. Τινὲς μὲν γὰρ μυθολογοῦντες φασιν, ὅτι ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Ἰωσαφάτ, ὃ περὶ πολέμου τινός εἴρηται παρελθόντος, καὶ νῦν τοῦτο εἰς τὴν γέεναν ἕλκοντες˙ ἡ δὲ Γραφὴ οὐ τοῦτό φησιν. Ἀλλ’ ἐν ποίῳ τόπῳ, φησίν, ἔσται; Ἔξω που, ὡς ἔγωγε οἶμαι, τοῦ κόσμου παντός. Καθάπερ γὰρ τῶν βασιλείων τὰ δεσμωτήρια καὶ τὰ μέταλλα πόῤῥῳ διέστηκεν, οὕτω καὶ τῆς οἰκουμένης ταύτης ἔξω που ἔσται ἡ γέενα. Μή τοίνυν ζητῶμεν ποῦ ἐστιν, ἀλλά πῶς ἄν αὐτὴν φύγοιμεν»

[37][38] Ἰω. Δαμασκηνοῦ, ὅ.π.

[38][39] Ἰω. 14, 2

[39][40] Πρωτοπρ. Ἰω. Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, ἔκδ. «Παρακαταθήκη, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 47-48

[40][41] Ἀποκ. Κ΄ 14, «οὗτος ὁ θάνατος ὁ δεύτερός ἐστιν».

[41][42] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου Βίος καί Λόγοι, ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Χρυσοπηγῆς, Χανιά 2017

σελ. 235-238

[42][43] Ρωμ. η΄ 20-22

[43][44] Ρωμ. 8, 19-22

[44][45] Β΄ Πέτρου, γ΄, 13.

[45][46] Ἁγ. Συμεών Νέου Θεολόγου, SC 122, σ. 212-214

[46][47] Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος, σελ. 41

Advertisements

, , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ANAΣΤΑΣΗ

 

Ἀνάσταση!

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
τ. 2175, 15 Ἀπριλίου 2018

.               Ἠχῆστε, καμπάνες! Ἠχῆστε χαρμόσυνα! Διαλαλῆστε παντοῦ τὸ μήνυμα! Τὸ μήνυμα. Ἕνα εἶναι τὸ μήνυμα. Μία ἡ εἴδηση. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι τίποτε, μηδέν, ψεύδη, ματαιότητες.
.               Μία ἡ εἴδηση: Χριστὸς ἀνέστη! Δὲν ὑπάρχει ἄλλη εἴδηση. Δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο ἐπάνω στὴ γῆ. Αὐτὸ δίνει νόημα ὑπάρξεως στὰ πάντα. Ὅ,τι ὑπάρχει, ὅ,τι ζεῖ, ὅ,τι ἀναπνέει, ὅ,τι αἰσθάνεται… ὑπάρχει, ζεῖ, ἀναπνέει, αἰσθάνεται, γιατὶ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε. Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν ἀνασταινόταν, ὅλα θὰ ἦταν νεκρὰ ἐπάνω στὴ γῆ. Ὅλα κρατημένα ἀπὸ τὴν παγωνιὰ τοῦ θανάτου. Τώρα ὅλα ζοῦν, ὅλα χαίρονται, ὅλα πανηγυρίζουν, ὅλα τραγουδοῦν. Ψάλλουν τὸν παιάνα:

«Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν
θανάτῳ θάνατον πατήσας
καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι
ζωὴν χαρισάμενος».

.               Ἔδωσε ζωὴ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἦταν στὰ μνήματα ὁ Χριστὸς ποὺ ἀναστήθηκε. Καὶ ἀνέστησε κι ἐμᾶς. Μᾶς ἀνέστησε ἀπὸ τὸν θάνατο, τὸν ἅδη, τὴν ἁμαρτία, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν θάνατο καὶ στὸν ἅδη.
.               Πῶς νὰ μὴν ἐκρήγνυται ἡφαίστειο χα­ρᾶς μέσα μας, δοξολογίας καὶ εὐχαριστίας στὸν Ἀναστάντα;
.               Ὁ θεῖος Παῦλος τὴν ἀλήθεια αὐτὴ τὴν παριστᾶ μὲ δύο λέξεις. Ὁ Χριστός, λέει, «ἠγέρθη διὰ τὴν δικαίωσιν ἡμῶν», ἀναστήθηκε γιὰ νὰ μᾶς δικαιώσει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ γιὰ νὰ μᾶς σώσει. Δὲν κάναμε τίποτε ἐμεῖς γιὰ νὰ δικαιωθοῦμε, γιὰ νὰ σωθοῦμε. Δὲν μπορούσαμε νὰ κάνουμε. Ἕνας νεκρὸς μπορεῖ νὰ κάνει κάτι; Νεκροὶ ἤμασταν. Στὸν τάφο τῆς ἁμαρτίας, τῆς διαφθορᾶς. Τί μπορούσαμε νὰ κάνουμε γιὰ νὰ ἀλλάξουμε τὴν κατάστασή μας; Τίποτε. Μόνο Ἐκεῖνος. Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος «παρεδόθη διὰ τὰ παραπτώματα ἡμῶν καὶ ἠγέρθη διὰ τὴν δικαίωσιν ἡμῶν» (Ρωμ. δ´ 25). Καὶ λοιπόν, στὸ ἑξῆς ἐμεῖς οἱ ἔνοχοι, οἱ ἀποστάτες, οἱ νεκροὶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, «δικαιούμεθα δωρεὰν τῇ αὐτοῦ χάριτι» (Ρωμ. γ´ 24). Δωρεὰν ἡ δικαίωσή μας, δωρεὰν ἡ λύτρωσή μας, δωρεὰν ἡ συγχώρησή μας, ἡ σωτηρία μας. Δωρεάν. Μόνο μὲ τὴν Χάρι Του!
.               Πῶς νὰ μὴν ἐκρήγνυται ἡ χαρὰ σὰν ἡφαίστειο ἀπὸ τὰ τρίσβαθά μας;
.               Τὴν ἀλήθεια αὐτὴν τὴν παριστᾶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ μὲ τὴν εἰκονογραφία της. Ἡ ὀρθόδοξη εἰκονογράφηση τῆς Ἀναστάσεως κρύβει βαθὺ θεολογικὸ νόημα, ποὺ ἀπηχεῖ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια τῆς Πίστεώς μας:
.               Ὁ ἀναστὰς Κύριος εἰκονίζεται στὴν κάθοδό Του στὸν ἅδη. Πατᾶ ἐπάνω σὲ δύο θυρόφυλλα, τὰ ὁποῖα ἔχουν σπάσει καὶ βρίσκονται ριγμένα κάτω, τὸ ἕνα ἐπάνω στὸ ἄλλο σὲ σχῆμα χιαστί. Τριγύρω καρφιά, κλειδαριὲς σπασμένες, κλειδιά, ἁλυσίδες, ριγμένα ὅλα κάτω ἄτακτα, προδίδουν τὴ δυναμικὴ εἴσοδο καὶ διάρρηξη τῆς σκοτεινῆς φυλακῆς τοῦ ἅδου ἀπὸ τὸν Νικητὴ τοῦ θανάτου. Καὶ μὲ τὸ χέρι Του ὁ Ἀναστάς, τὸ παν­τοδύναμο χέρι Του, ποὺ ἐπάνω Του φέρει τὸ σημάδι τῆς πληγῆς, τὴν οὐλὴ τοῦ τραυματισμοῦ ἀπὸ τοὺς ἥλους (τὰ καρφιά), πιάνει τὸν Ἀδάμ (ἐκπρόσωπο τῆς ἀνθρωπότητος – σὲ ἄλλες παραστάσεις καὶ τὴν Εὔα) καὶ μὲ βίαιη κίνηση τὸν τραβᾶ ἔξω ἀπὸ τὸ μνῆμα ὅπου κατάκειται, καὶ τὸν σηκώνει ἐπάνω.
.               Καὶ μία λεπτομέρεια ποὺ κρύβει ὅλο τὸ θεολογικὸ βάθος τῆς Πίστεώς μας:
.               Ὁ Κύριος, πιάνοντας τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὸ χέρι, δὲν τὸν πιάνει ἀπὸ τὴν παλάμη, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν καρπό. Καὶ μάλιστα ἡ παλάμη τοῦ Ἀδὰμ πέφτει ἀδύναμη πρὸς τὰ κάτω. Γιατί ἄραγε; Διότι ὁ Ἀδάμ (καὶ ἄρα ὅλοι ἐμεῖς) εἶναι παράλυτος. Ἕνα χέρι παράλυτο, ἂν τὸ πιάσεις ἀπὸ τὴν παλάμη γιὰ νὰ τὸ σηκώσεις, θὰ γλιστρήσει· δὲν ἔχουν τὴ δύναμη τὰ δάχτυλα νὰ σφίξουν, ὥστε νὰ γίνει ἕνα στερεὸ σύμπλεγμα μὲ τὸ χέρι τοῦ Σωτήρα καὶ ἔτσι νὰ σηκωθεῖ τὸ σῶμα.
.               Παράλυτος λοιπὸν ὁ Ἀδάμ. Παράλυτη ἡ Εὔα. Παράλυτοι ὅλοι ἐμεῖς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε κάτι οὐσιαστικὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι καὶ δὲν θὰ σωθοῦμε. Θὰ μᾶς σώσει ὁ Ἀναστάς. Θὰ μᾶς τραβήξει ἐπάνω ἀπὸ τὰ μνήματα· τὰ μνήματα τῶν κακιῶν μας, τῶν παθῶν, τῆς ἁμαρτίας, τοῦ πνευματικοῦ θανάτου.
.               Ἀρκεῖ νὰ τὸ θέλουμε. Ἀρκεῖ νὰ τὸ ζητοῦμε. Νὰ Τὸν ζητοῦμε. Ἐκεῖνον! Τὸν Δυνατό, τὸν Ἀναστάντα! Νὰ προσβλέπουμε στὸ βλέμμα Του, ὅπως στὴν εἰκονογραφία ὁ Ἀδάμ, νὰ Τὸν παρακαλοῦμε νὰ ἔρθει νὰ μᾶς σώσει, νὰ μᾶς λυτρώσει. Καὶ θὰ τὸ κάνει. Δὲν μπορεῖ νὰ μὴν τὸ κάνει. Γι᾿ αὐτὸ ἀναστήθηκε, «διὰ τὴν δικαίωσιν ἡμῶν».
.               Δὲν μᾶς σώζουν οἱ ἀρετές μας, – μήπως καὶ ἔχουμε; – αὐτὸ δείχνει τὸ παράλυτο χέρι τοῦ Ἀδάμ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, δὲν μᾶς καταδικάζουν οἱ ἁμαρτίες μας. Γιατὶ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε καὶ μᾶς σηκώνει ἀπὸ αὐτές, ἐὰν τὸ θελήσουμε καὶ Τὸν καλέσουμε στὴ ζωή μας· αὐτὸ δείχνει ἡ ἔγερση τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὸ μνημεῖο.
.               Πῶς λοιπὸν ἡ χαρὰ νὰ μὴν εἶναι τὸ μόνιμο στοιχεῖο τῆς ζωῆς μας; Χριστὸς ἀνέστη, ἀδελφοί! Χαίρετε!

Σχολιάστε

ΣΤΙΣ ΕΝΝΕΑ ΑΠΡΙΛΙΟΥ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ τοῦ Χριστοῦ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἐννέα Ἀπριλίου ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζεται πάντα βεβαίως ἡμέρα Κυριακή, ἀλλὰ φέτος ἔχουμε, παρὰ μία ἡμέρα, τὴν ὄχι συνήθη περίπτωση τῆς συμπτώσεως καὶ τῆς ἡμερομηνίας τῆς Ἀναστάσεως. Κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ ἀείμνηστου ἀστρονόμου Κ. Χασάπη (1914-1972) ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀναστήθηκε περὶ τὴν 3η πρωινή τῆς 9ης Ἀπριλίου. Αὐτὸ τὸ ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρον ἀστρονομικὸ – ἐπιστημονικὸ στοιχεῖο ἀναφέρεται στὸ προσφάτως κυκλοφορηθὲν βιβλίο τῆς κας Μάρως Παπαθανασίου, ὁμ. Καθηγητρίας τοῦ Τμήματος Μαθηματικῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, μὲ τὸν τίτλο «Ἀστρονομικὸς προσδιορισμὸς Γεννήσεως καὶ Ἀναστάσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ Κυριακὴ Προσευχὴ ὑπὸ Κ. Σ. Χασάπη» (Ἀθήνα, 2018).
.             Ὡς πρὸς τὸ ἔτος τῆς Ἀναστάσεως αὐτὸ καθορίζεται ἀπὸ τὴν χρονολογία τῆς Γεννήσεώς Του καὶ τὴν ἡλικία τῶν 33 ἐτῶν πού, κατὰ τὶς ἱστορικὲς μαρτυρίες, ἔζησε ὁ Χριστός. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἀειμνήστου Κ. Σ. Χασάπη καὶ τὴν ἐργασία τῆς κας Μάρως Παπαθανασίου ἡ ὄχι συμβατική, ἀλλὰ χρονολογημένη ἀστρονομικὰ καὶ ἱστορικά, μὲ βάση τὶς διηγήσεις τῶν Εὐαγγελιστῶν Ματθαίου, Λουκᾶ καὶ Ἰωάννου, ἡμερομηνία τῆς Γεννήσεως προσδιορίζεται στὸ 4 πρὸ Χριστοῦ. Μὲ δεδομένο ὅτι στὴ λατινικὴ μέτρηση δὲν ὑπάρχει τὸ μηδὲν καὶ ἀπὸ τὸ -1 ἡ χρονολογία περνάει στὸ +1 ὁ χρόνος τῆς Σταυρώσεως καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ προσδιορίζεται στὸ 30 μ.Χ.   
.             Ἡ ἱστόρηση τῶν τελευταίων ἡμερῶν τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν ἐπίγεια Ζωή Του ἀπὸ τοὺς τέσσερις Εὐαγγελιστὲς καὶ συγκεκριμένα κατὰ τὴν ἑβδομάδα ἀπὸ τῆς ἀφίξεώς Του στὴ Βηθανία καὶ τῆς πανηγυρικῆς εἰσόδου Του στὰ Ἱεροσόλυμα ἕως τὴν Σταύρωσή Του, τὴν στὸν Ἅδη κάθοδό του καὶ τὴν Ἀνάστασή Του ἔχει κέντρο τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα τῶν Ἑβραίων, ποὺ ἀρχίζει τὴν 15η ἡμέρα τοῦ μήνα Νισὰν καὶ ἐκείνη τὴν χρονιά, τὴν χρονιὰ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἡμέρα Σάββατο. Λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψη ὅτι τὸ ἡμερονύκτιο ἄρχιζε μὲ τὴ δύση τοῦ ἡλίου, ὅπως τηρεῖται καὶ σήμερα στὸ ἐκκλησιαστικὸ τυπικό, ἔχουμε τὰ ἑξῆς:
.             Κατὰ τὶς ἱστορήσεις τῶν Εὐαγγελιστῶν, τὴν 8η Νισάν, ἡμέρα Σάββατο, «πρὸ ἕξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν» (Ἰωάν. ιβ´ 1). (Σημ. Ἐδῶ ὁ Εὐαγγελιστὴς ὑπονοεῖ τὸ «πάσχα τοῦ ἀρνίου», δηλαδὴ τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, τὴν 14η τοῦ Νισάν, ὁπότε ἔσφαζαν τὸν ἀμνὸ καὶ ἑτοίμαζαν τὶς πικρίδες καὶ τὰ ἄζυμα.)
.             Τὴν Κυριακή, 9η Νισάν, «τῇ ἐπαύριον» ὁ Κύριος εἰσέρχεται θριαμβευτικὰ στὴν Ἱερουσαλὴμ (Ἰωάν. ιβ´ 12).
.             Τὸ ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς πρὸς τὴν Δευτέρα, ὁπότε ἀρχίζει ἡ 10η Νισάν, ὁ Ἰησοῦς διανυκτερεύει στὴ Βηθανία. Οἱ Φαρισαῖοι ἔχουν ἀποφασίσει νὰ Τὸν ἐξοντώσουν καὶ ἐπιζητοῦν νὰ Τὸν συλλάβουν, ἀλλὰ φοβοῦνται νὰ τὸ κάνουν δημόσια, γιατί φοβοῦνται τὸν λαό. Τὴν Δευτέρα τὸ πρωὶ ὁ Κύριος ἐπανέρχεται στὴν Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τὴν Βηθανία καὶ ὅταν βλέπει μία συκιὰ μὲ πολλὰ φύλλα, ἀλλὰ χωρὶς καρποὺς τὴν καταριέται καὶ αὐτὴ ξεραίνεται.
.             Τὴν Τρίτη, 11η Νισάν, τὸ πρωὶ ὁ Χριστὸς στὰ Ἱεροσόλυμα συνεχίζει νὰ διδάσκει. Κινητοποιοῦνται ἐναντίον Του οἱ θιγόμενοι ἀπὸ τὰ λόγια Του ἄρχοντες, ἀρχιερεῖς, γραμματεῖς καὶ πρεσβύτεροι (Μάρκ. ια´ 27-29). Διέκοψαν τὴν διδασκαλία του καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν ἐρωτοῦν γιὰ νὰ Τὸν παγιδεύσουν. Τοὺς ἀποστομώνει μὲ τὶς ἀπαντήσεις Του καὶ συνεχίζει τὴν διδασκαλία Του. Νέο κύμα ἐχθρῶν Του, αὐτὴ τὴ φορὰ φαρισαῖοι καὶ ἡρωδιανοὶ (Μάρκ. ιβ´ 13-17), ποὺ τὸν μισοῦν ἐξ ἴσου μὲ τοὺς ἄλλους, τὸν πλησιάζουν καὶ προσπαθοῦν καὶ αὐτοὶ νὰ Τὸν παγιδεύσουν, γιὰ νὰ Τὸν συλλάβουν καὶ νὰ Τὸν ἐκτελέσουν. Ἐπιδιώκουνν νὰ τὸν ἐμφανίσουν ὡς λαϊκὸ ἐπαναστάτη, ποὺ ἀμφισβητεῖ τὴν ἐξουσία τοῦ Καίσαρα. Τοὺς ἀποστομώνει καὶ αὐτούς. Τοὺς ζητεῖ νὰ τοῦ δείξουν τὸ ρωμαϊκὸ νόμισμα, ποὺ κυκλοφορεῖται στὴν Παλαιστίνη, καὶ τοὺς συνιστᾶ «ἀπόδοτε τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ». Ἡ ὀργὴ τους φτάνει στὸ κατακόρυφο. Νέο κύμα ἐπίθεσης καὶ στήσιμου παγίδας ἀπὸ τοὺς Σαδδουκαίους (Μάρκ. ιβ΄ 18). Νέα ἥττα τῶν ἐχθρῶν τοῦ Χριστοῦ.
.             Τὴν ἡμέρα τῆς Τετάρτης, 12ης Νισάν, ὁ Ἰησοῦς διανυκτερεύει στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καὶ ἀνακοινώνει ὅτι «μετὰ δύο ἡμέρας τὸ Πάσχα γίνεται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τὸ σταυρωθῆναι». Παράλληλα οἱ ἀρχιερεῖς, γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ συνωμοτοῦν πῶς νὰ συλλάβουν μὲ δόλο καὶ νὰ φονεύσουν τὸν Ἰησοῦ. Τὴν ἴδια ἡμέρα μία γυναίκα προσῆλθε καὶ «κετέχεεν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ μύρον πολύτιμον» (Μάτθ. κϛ´ 6-10). Ἡ Τετάρτη εἶναι τρεῖς ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν «ἑορτὴ» τοῦ Πάσχα τῶν Ἑβραίων καὶ οἱ Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ἐπείγονται νὰ δράσουν. Στὴ συνωμοσία βρίσκεται ἀρωγός τους ὁ μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ὁ προδότης…
.             Ἔφθασε ἡ Πέμπτη, 13η Νισάν. Κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη ἐκείνη τὴν ἡμέρα τελεῖται ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος. Ὅμως, μὲ τὴ δύση τοῦ ἡλίου ἀρχίζει ἡ Παρασκευή, 14η τοῦ Νισάν, καὶ στὴ διάρκειά της (δηλαδὴ ἕως τὴ δύση τοῦ ἡλίου τὴν ἑπομένη ἡμέρα) μετὰ τὴν προδοσία ἀκολουθεῖ ἡ ἔναρξη τῆς προδιαγεγραμμένης διαδικασίας γιὰ νὰ σταυρωθεῖ ὁ Ἰησοῦς, ὡς ληστὴς καὶ κακοῦργος, δηλαδὴ τὰ ὅσα τραγικὰ συνέβησαν μὲ τὸ Συνέδριο, τὸν Πιλάτο, τὸν Ἡρώδη, πάλι τὸν Πιλάτο, τὴν Σταύρωση. Ὅτι ὁ Χριστὸς καταδικάστηκε καὶ ἀπέθανε στὸν Σταυρὸ τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα εἶναι γραμμένο στὸ Ταλμούδ, ὅπως ἀναφέρει ἡ κα Παπαθανασίου, μὲ βάση τὴ μελέτη τοῦ δασκάλου τῆς Κ. Σ. Χασάπη, ὡς ἑξῆς: «Ἐτιμωρήθη (ὁ Ἰησοῦς) τὴν παραμονὴν τοῦ Πάσχα … (καὶ) τὸν ἐσταύρωσαν τὴν παραμονὴν τοῦ Πάσχα, ἐκτελεσθείσης τῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ Ποντίου Πιλάτου, τοῦ Ἰησοῦ ἄγοντος τὸ 33ον ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτοῦ».
.             Τὸ Πάσχα τῶν Ἑβραίων, ἡ 15η Νισάν, ἑορτάσθηκε Σάββατο τὰ ἔτη 26, 30 καὶ 33 μ.Χ. Μὲ βάση τὰ ὅσα προαναφέρθηκαν ἡ Σταύρωση ἦταν τὴν Παρασκευή, 7 Ἀπριλίου, καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἔλαβε χώρα τὰ ξημερώματα τῆς Κυριακῆς, 9ης Ἀπριλίου τοῦ 30 μ.Χ. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ τοῦ Σταυρικοῦ θανάτου Του ὁ Χριστὸς πηγαίνει στὸν Ἅδη, τὸν νικᾶ, καταργεῖ τὸν θάνατο καὶ λυτρώνει τὶς ψυχὲς ὅσων εἶχαν πεθάνει πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευσή Του. Ἡ Ἀνάσταση στὴν Ὀρθόδοξη εἰκονογραφία ἱστορεῖται ἀκριβῶς μὲ τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ, τὸ γκρέμισμα τῶν πυλῶν του καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὕας, ὡς συμβολικῶν προσώπων ὅλου τοῦ πρὸ Χριστοῦ ἀνθρωπίνου γένους.-

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

«ΔΙΠΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ» (Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς)

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

«ΔΙΠΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ»

Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ
ἀποσπάσματα τῆς Ὁμιλίας, ποὺ ἐξεφωνήθη κατὰ τὸ Μ. Σάββατο,
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ
ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ,

(E.Π.E. 9, Iϛ´)

.         […] Διὰ τοῦτο ὁ μόνος ἀμόλυντος ἀνεφάνη Χριστὸς καὶ προσφορὰν ἑαυτὸν καὶ ἀπαρχὴν προσήνεγκε τῷ Πατρὶ ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα οἱ πρὸς τοῦτον ὁρῶντες καὶ τούτῳ πιστεύοντες καὶ διὰ τῆς πρὸς αὐτὸν ὑπακοῆς αὐτῷ κολλώμενοι δι᾿ αὐτοῦ ἐμφανισθῶμεν τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ ἱλασμοῦ τυχόντες ἁγιασθῶμεν ἅπαντες… τοίνυν οὐ μόνον ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, …ἀλλά καὶ τὴν καθ᾿ ἡμᾶς νῦν, εἰ καὶ καθαρὰν ἄκρως, θνητὴν ὅμως καὶ παθητήν, ἀνελάβετο σάρκα καὶ ταύτῃ τὸν μὲν ἀρχέκακον ὄφιν θεοσόφῳ δελέατι διὰ τοῦ σταυροῦ ἀγγιστρεύσας τὸ ὑπ᾿ αὐτοῦ δουλουμένον ἅπαν ἠλευθέρωσε γένος [… ]τὴν ἀνάστασιν ἡμῖν καὶ τὴν ἀθανασίαν καὶ τὴν ἐν οὐρανοῖς ἀΐδιον καὶ ἀκήρατον καὶ μακαρίαν ὄντως ζωὴν ἐχαρίσατό τε καὶ ἐπιστώσατο, ἑνὶ θανάτῳ τῷ τῆς οἰκείας σαρκὸς καὶ μιᾷ τῇ ταύτης ἀναστάσει, τὸν διπλοῦν ἡμῖν θάνατον ἰασάμενος καὶ τῆς διττῆς ἡμᾶς αἰχμαλωσίας ἐλευθερώσας, τῆς ψυχῆς δηλαδὴ καὶ τοῦ σώματος
[…] οὕτως ὁ ἀγαθὸς δι᾿ ἑνὸς τοῦ κατὰ σῶμα θανάτου, τὸν διπλοῦν ἡμῖν ἰάσατο θάνατον καὶ διὰ μιᾶς τῆς τοῦ ἰδίου σώματος ἀναστάσεως τὴν διπλῆν ἡμῖν ἀνάστασιν ἐδωρήσατο, διὰ σωματικοῦ θανάτου καθελὼν τὸν ἐν θανάτῳ τὸ κράτος ἔχοντα κατὰ τῆς ψυχῆς ἡμῶν καὶ τοῦ σώματος καὶ κατ᾿ ἄμφω τῆς ἐκείνου τυραννίδος ἡμᾶς ρυσάμενος. Ὑποδύεται μὲν γὰρ ὁ Πονηρὸς τὸν ὄφιν, ὡς δι᾿ αὐτοῦ τὸν ἄνθρωπον ἀπατήσων, ἀναλαμβάνει δὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, ὡς δι᾿ αὐτῆς φενακίσων τὸν φενακίσαντα˙ ἀλλ᾿ ἀνεξαπάτητον αὐτὴν λαμβάνει καὶ καθαρὰν καὶ τοιαύτην εἰς τέλος διατηρεῖ, προσάγων τῷ Πατρὶ ταύτην ὡς ἀπαρχήν, εἰς ἁγιασμὸν ἡμῶν ἀφ᾿ ἡμῶν.
.           […] Διὰ ταῦτα τοίνυν ἐκμανεὶς [ὁ Διάβολος] κατὰ Χριστοῦ… κινεῖ πρὸς φόνον τούτου τὰς γνώμας τῶν ἀπειθῶν Ἰουδαίων… Ἐθάρρει δὲ τούτου θανόντος καὶ τὴν αὐτοῦ ψυχὴν ἐν ᾅδου κατάκλειστον ἔχειν, ὡς καὶ τὰς τῶν ἐξ αἰώνων ἁπάντων ψυχάς…Οὕτως ὁ ἀπατεὼν ἐξηπάτηται, τῷ τῆς σαρκὸς τοῦ Χριστοῦ παθητῷ τε καὶ θνητῷ προσβαλών, καὶ τὸ φῶς ἤνεγκεν ἄκων ταῖς σκοτειναῖς αὐτοῦ καταδύσεσι καὶ τὸν τῆς ζωῆς δοτῆρα ταῖς διὰ τὴν νοητὴν νέκρωσιν ὑπ᾿ αὐτοῦ τυραννουμέναις ψυχαῖς ἐπέστησεν˙ οὐ μόνον δὲ ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς ἀναστάσεως παρεκτικὸν σῶμα τοῖς τεθνηκόσιν ἀνέμιξε, θανάτῳ καὶ ταφῇ παραδοῦναι σπεύσας αὐτός. Ὁ δὲ Κύριος ἠδύνατο μὲν καὶ ταύτας αὐτοῦ τὰς ἐπιβουλὰς διακρούσασθαι, ἀλλ᾿ οὐκ ἠθέλησεν, ἠθέλησε δὲ μᾶλλον ὑπελθεῖν τὸ πάθος ὑπὲρ ἡμῶν, δι᾿ ὃ καὶ θεάνθρωπος γέγονεν. Εἰ μὴ γὰρ ἄνθρωπος ἦν, οὐκ ἦν δυνατὸν παθεῖν˙ εἰ δὲ μὴ Θεός, ἀπαθὴς κατὰ τὴν θεότητα διαμένων, οὐκ ἂν ὑπὲρ ἡμῶν ὑπέστη σαρκὶ τὸν θάνατον, δι᾿ αὐτοῦ τὴν ἀνάστασιν ἡμῖν χαριζόμενος.
.                 […] Διὰ τοῦτο γὰρ ὃν οὐκ ὤφειλεν ὑπὲρ ἡμῶν ὑπέμεινεν θάνατον, ἵνα τοὺς ἐποφειλομένους ὑφισταμένους ἡμᾶς ἔκ τε τῆς δουλείας τοῦ Διαβόλου καὶ τοῦ θανάτου λυτρώσηται˙ θανάτου καὶ τοῦ κατὰ ψυχήν λέγω, καὶ τοῦ κατὰ σῶμα, τοῦ τε προσκαίρου καὶ διαιωνίζοντος.

,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ΛΟΥΚΑ Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης-1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΛΟΥΚΑ
Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης
(Λουκ. ζ´ 11-16)

Α´
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 201-215.

.               Πολλοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ αὐτοτιτλοφοροῦνται «Σωτῆρες τῆς ἀνθρωπότητας». Ποιός ἀπ’ ὅλους τους ὅμως θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ πὼς θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ σώσει ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν θάνατο; Στὴν ἱστορία ἔχουμε δεῖ πολλοὺς κατακτητές. Κανένας τοὺς ὅμως δὲν νίκησε τὸν θάνατο. Στὴ γῆ γνωρίσαμε πολλοὺς βασιλιάδες ποὺ εἶχαν ἑκατομμύρια ὑποτελεῖς. Κανένας τους ὅμως δὲν μπόρεσε νὰ μετρήσει στοὺς ὑποτελεῖς του καὶ τοὺς νεκροὺς μαζὶ μὲ τοὺς ζωντανούς.
.               Κανένας, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν μοναδικὸ Ἕνα, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, Ἐκεῖνον ποὺ μαζί Του δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ κανένας. Δὲν εἶναι μόνο ὁ Νέος Ἄνθρωπος. Εἶναι ὁ Νέος Κόσμος, ὁ Δημιουργός Του. Ὄργωσε τὸν ἀγρὸ ζώντων καὶ νεκρῶν κι ἔσπειρε καὶ στοὺς δυὸ τὸν καινούργιο σπόρο τῆς ζωῆς. Οἱ νεκροὶ μπροστά Του εἶναι ὅπως κι οἱ ζωντανοί, οἱ ζωντανοὶ ὅπως οἱ νεκροί. Ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἐμπόδιο στὴ βασιλεία Του. Παραμέρισε τὸ ἐμπόδιο αὐτὸ κι ἄνοιξε τὴ βασιλεία Του στὴν ἱστορία, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ὣς τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο ποὺ θὰ γεννηθεῖ στὴ γῆ. Κοίταξε τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο τοῦ ἀνθρώπου μὲ διαφορετικὸ τρόπο ἀπ’ ὅ,τι βλέπουμε ἐμεῖς οἱ θνητοί. Κοίταξε καὶ εἶδε πὼς ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει μὲ τὸν σωματικὸ θάνατο, πὼς ἡ πραγματικότητα τοῦ θανάτου γιὰ μερικοὺς ἀνθρώπους ἔρχεται πρὶν ἀπὸ τὸν σωματικό τους θάνατο. Πολλοὺς ζωντανούς τοὺς βλέπει στὸν τάφο, πολλοὺς νεκροὺς σὲ σώματα ζωντανά. «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθ. ι´ 28), εἶπε ὁ ἴδιος στοὺς ἀποστόλους Του. Ὁ σωματικὸς θάνατος δὲν συνεπάγεται καὶ τὸν ψυχικὸ θάνατο. Αὐτὸς προκαλεῖται μόνο ἀπὸ τὴ θανάσιμη ἁμαρτία πρὶν ἢ καὶ κατὰ τὸ σωματικὸ θάνατο, ξέχωρα ἀπ’ αὐτόν.
.               Μὲ τὴν πνευματικὴ ματιά Του ὁ Κύριος διαπερνᾶ τὸν χρόνο, ὅπως ἡ ἀστραπὴ τὰ σύννεφα. Οἱ ζωντανὲς ψυχὲς τόσο ἐκείνων ποὺ πέθαναν πρὸ πολλοῦ ὅσο καὶ αὐτῶν ποὺ δὲν γεννήθηκαν ἀκόμα ἐμφανίζονται μπροστά Του. Ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ εἶδε σὲ ὅραμα μία πεδιάδα γεμάτη ὀστᾶ νεκρῶν καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει ἂν τὰ ὀστᾶ αὐτὰ θὰ μποροῦσαν νὰ ἀναζωογονηθοῦν, ὡσότου τοῦ τὸ ἀποκάλυψε ὁ Κύριος. «Υἱὲ ἀνθρώπου, εἰ ζήσεται τὰ ὀστέα ταῦτα;», τὸν ρώτησε ὁ Κύριος, «καὶ εἶπα· Κύριε Κύριε, σὺ ἐπίστῃ ταῦτα» (Ἰεζ. λζ´ 3). Ὁ Χριστὸς δὲν ἔβλεπε νεκρὰ ὀστᾶ, ἀλλὰ τὰ ζωντανὰ πνεύματα ποὺ εἶχαν μέσα τους. Τὸ σῶμα καὶ τὰ ὀστᾶ τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι παρὰ τὸ περίβλημα κι ὁ ἐξοπλισμὸς τῆς ψυχῆς. Τὸ περίβλημα αὐτὸ γερνάει καὶ γίνεται σὰν φθαρμένο ροῦχο. Ὁ Θεὸς ὅμως θὰ τὸ ἀνακαινίσει καὶ θὰ ξαναντύσει μὲ αὐτὸ τὴν ψυχὴ ποὺ ἀναχώρησε.
.               Χριστς ρθε γι νπαλλάξει τν νθρωπο π τν ρχαο φόβο, λλ κα ν δημιουργήσει ναν καινούργιο φόβο σ’ ατος πο μαρτάνουν. ρχαος φόβος το νθρώπου ταν σωματικς θάνατος. καινούργιος φόβος εναι πνευματικς θάνατος. Καὶ τὸν φόβο αὐτὸν ὁ Χριστὸς τὸν ἐνίσχυσε, τὸν ἔκανε πιὸ δυνατό. Ὁ φόβος τοῦ σωματικοῦ θανάτου ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀναζήτηση βοήθειας ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Οἱ ἄνθρωποι ἐγκαθίστανται σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, σκορπίζονται σ’ αὐτὸν καὶ πιάνονται ἀπ’ αὐτόν, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ σιγουρέψουν τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ διαμονὴ γιὰ τὸ σῶμα τους, νὰ διανύσουν ἕνα ταξίδι ὅσο μεγαλύτερο καὶ ἀβασάνιστο γίνεται. Ὁ Κύριος ὅμως λέει σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἦταν πλούσιος ὁλικὰ ἀλλὰ φτωχὸς πνευματικά: «Ἄφρον, ταύτη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. ιβ´ 20). Τὸν ἄνθρωπο ποὺ φροντίζει γιὰ τὸ σῶμα του ἀλλὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ψυχή του, ὁ Κύριος τὸν ἀποκαλεῖ ἄφρονα, ἀνόητο. «Οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἔστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ» (Λουκ. ιβ´ 15), εἶπε ἐπίσης ὁ Κύριος. Σὲ τί συνίσταται λοιπὸν ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου; Στὴν ἐξάρτησή του ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ ζωοποιεῖ τὴν ψυχὴ μὲ τὸ λόγο Του καὶ μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ ζωοποιεῖ καὶ τὸ σῶμα.
.               Μὲ τὸ λόγο Του ὁ Κύριος ἀνάστησε κι ἀνασταίνει ψυχὲς ἁμαρτωλές, ψυχὲς ποὺ πέθαναν πρὶν ἀπὸ τὸ σωματικὸ θάνατο. Ὑποσχέθηκε πὼς θ’ ἀναστήσει τὰ νεκρὰ σώματα ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἤδη ἀποβιώσει. Μὲ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, μὲ τὰ ζωοποιὰ λόγια Του καὶ μὲ τὰ τίμια δῶρα, τὸ πάναγνο Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του, ἀνέστησε κι ἀνασταίνει καὶ σήμερα ἀκόμα νεκρούς. Καὶ θὰ τὸ κάνει αὐτὸ ὢς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Μᾶς τὸ ἐπιβεβαίωσε αὐτὸ ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα, ἀφοῦ ἀνέστησε ἀρκετοὺς στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, καθὼς καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή Του. «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἔστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται» (Ἰωάν. ε´ 25). Πολλοὶ νεκροὶ ἄκουσαν τὴ φωνὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναστήθηκαν. Ἕνα τέτοιο παράδειγμα ἔχουμε ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο.

* * *

.               Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ὁ Ἰησοῦς «ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολὺς» (Λουκ. ζ´ 11). Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἔγινε λίγο μετὰ τὴ θαυματουργικὴ θεραπεία τοῦ δούλου τοῦ Ρωμαίου ἑκατόνταρχου στὴν Καπερναούμ. Ὁ Κύριος εἶχε σφοδρὴ ἐπιθυμία καὶ βιαζόταν νὰ κάνει ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερα καλὰ ἔργα καὶ νὰ δώσει ἔτσι ὑπέροχο παράδειγμα στοὺς πιστούς Του. Μ’ αὐτὸν τὸ σκοπὸ ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Καπερναοὺμ μὲ κατεύθυνση τὸ ὄρος Θαβώρ. Ἐκεῖ, πέρα ἀπὸ τὸ ὄρος, στὶς πλαγιὲς τοῦ ὄρους Ἐρμών, βρίσκεται ὣς τὶς μέρες μας ἡ Ναΐν, ποὺ κάποτε ἦταν ὀχυρωμένη πόλη. Ὁ Κύριος ταξίδευε μὲ τὴ συνοδεία πολλῶν μαθητῶν καὶ πλήθους λαοῦ. Εἶχαν δεῖ ὅλοι τους πολλὰ θαύματα στὴν Καπερναοὺμ καὶ ἤλπιζαν νὰ δοῦν καὶ ν’ ἀκούσουν περισσότερα, γιατί τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶχαν ἀκουστεῖ ὣς τότε στὸν Ἰσραήλ, ἐνῶ τὰ λόγια Του ἦταν σὰν ποτάμια ποὺ ἔρρεαν μέλι καὶ γάλα.
.               «Ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρί αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ» (Λουκ. ζ´ 12). Ὁ Κύριος μόλις εἶχε προσεγγίσει τὴν πύλη τῆς πόλης μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε, ὅταν συνάντησε μία πομπὴ νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν πόλη, συνοδεύοντας ἕνα νεκρὸ παιδί. Ἔτσι συναντήθηκαν ὁ Κύριος μὲ τὸ δοῦλο. Ὁ χορηγός τῆς ζωῆς συνάντησε τὸν νεκρό. Ὁ νεκρὸς ἦταν ἕνα νεαρὸ παιδί, ὅπως βλέπουμε ἀπὸ τὴν διήγηση, ὅτι ὁ Κύριος τὸν παρέδωσε στὴν μητέρα του, ἀφοῦ τὸν ἐπανέφερε στὴν ζωή. Ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ πρέπει νὰ προερχόταν ἀπὸ πλούσια κι ἐπιφανῆ οἰκογένεια, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ τὴν συνόδευε στὴν κηδεία.
.               «Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε» (Λουκ. ζ´ 13). Τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ συνόδευε τὴ χήρα φαίνεται πὼς τό ᾽κανε γιὰ χάρη της, λόγῳ τῆς κοινωνικῆς της θέσης, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἰσχυρὸ χτύπημα ποὺ δέχτηκε μὲ τὸν θάνατο τοῦ μοναχογιοῦ της. Ἡ θλίψη τῶν ἀνθρώπων γύρω της πρέπει νὰ ἦταν πολὺ μεγάλη. Κι αὐτὸ πρέπει νὰ ἔκανε μεγαλύτερη τὴν θλίψη τῆς μητέρας καὶ αὔξησε τὰ δάκρυα ἀπόγνωσης καὶ τὸν ὀδυρμό της. Ἂν κι ἀναζητοῦμε ἄλλους γιὰ νὰ μοιραστοῦν τὴν θλίψη μας, ὅταν ὁ θάνατος ἀποσπᾶ βίαια κάποιον δικό μας ἄνθρωπο, ἡ συμμετοχὴ τους συνεισφέρει πολὺ λίγο στὸ νὰ μειώσει τὴν θλίψη καὶ τὸν πόνο μας. Ὅταν ἡ ἀδυναμία παρηγορεῖ τὴν ἀδυναμία, τότε κι ἡ παρηγοριά θά ᾽ναι ἀδύναμη. λοι σοι παραστέκονται σνα νεκρ σμα, κυριεύονται π να περίεργο συναίσθημα πο δύσκολα ξωτερικεύεται. Κι ατ εναι ντροπή. Ο νθρωποι χι μόνο φοβονται τὸν θάνατο, λλ κα ντρέπονται γι’ ατό. ντροπ ατ εναι πόδειξη – πολ μεγαλύτερη π τὸν φόβο – πς θάνατος εναι συνέπεια τς μαρτίας το νθρώπου. Ὅπως ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος ντρέπεται ν’ ἀποκαλύψει στὸ γιατρὸ τὶς κρυφὲς πληγές του, ἔτσι κι ὅσοι ἔχουν συνείδηση ντρέπονται τὴ θνητότητά τους. ντροπ ατ γι τὸν θάνατο μς δηγε στν πόδειξη τς θάνατης καταγωγς μας κα το θάνατου προορισμο μας. Τὰ ζῶα ὅταν πεθαίνουν κρύβονται μακριά, σὰ νὰ νιώθουν ντροπὴ ποὺ εἶναι θνητά. Φανταστεῖτε πόση εἶναι ἡ ντροπὴ ἐκείνων ποὺ εἶναι πνευματικὰ καλλιεργημένοι!
.               Σὲ τί χρησιμεύουν ὅλα τὰ κλάματα καὶ τὰ μοιρολόγια μας, ὅλη ἡ ματαιότητά μας, ὅλες οἱ τιμὲς καὶ οἱ δόξες μας, τὴν ὥρα ποὺ νιώθουμε ὅτι κομματιάζεται τὸ ἐπίγειο δοχεῖο ὅπου κατοικήσαμε ὅσο ζούσαμε; Μᾶς κατέχει ντροπὴ τόσο γιὰ τὸ εὔθραυστο τοῦ δοχείου μας ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἄφρονα ματαιότητα, μὲ τὴν ὁποία γεμίσαμε τὴ ζωή μας. Σὲ τί χρησιμεύει νὰ τὸ κρύβουμε; Ἡ ντροπὴ μᾶς κατέχει λόγῳ τῆς βρωμιᾶς ποὺ γεμίσαμε τὸ γήινο σαρκίο μας καὶ ποὺ ἐξέρχεται μετὰ τὸν θάνατό μας, ὄχι μόνο πρὸς τὴ γῆ ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν οὐρανό. Ἡ οὐσία τοῦ πνεύματος δὲν ἀναδίδει οὔτε ἄρωμα οὔτε δυσοσμία στὸ σῶμα μας. Ἀνάλογα μὲ τὴν ποιότητά μας ὡς ἀνθρώπων καὶ μὲ τὰ ὑλικὰ ποὺ ἔχουμε σωρεύσει μέσα μας ὅσο ζοῦμε, ἀναδίδουμε τὸ ἄρωμα τοῦ οὐρανοῦ ἢ τὴ βρωμιὰ τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Κύριος ἔχει ἀγάπη καὶ ἀνοχὴ γι’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται σὲ ἀπόγνωση. Αὐτὸ τὸ διαπιστώνουμε συχνὰ στὶς ἀδυναμίες τῶν ἀνθρώπων. «Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἐσπλαγχνίσθη περὶ αὐτῶν, ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ´ 36). Ὅταν τὰ πρόβατα βλέπουν τὸν ποιμένα δὲν λιποψυχοῦν, οὔτε καὶ σκορπίζονται. Ἂν οἱ ἄνθρωποι εἶχαν τὸν Θεὸ πάντα μπροστὰ στὰ μάτια τους δὲν θὰ λιποψυχοῦσαν, οὔτε καὶ θὰ σκορπίζονταν. Μερικοὶ ὅμως τὸν βλέπουν, ἄλλοι τὸν ἀναζητοῦν γιὰ νὰ τὸν δοῦν, ἐνῶ ἄλλοι εἶναι τυφλοὶ ἢ ἐμπαίζουν ἐκείνους ποὺ ψάχνουν γιὰ νὰ Τὸν δοῦν. Ἔτσι οἱ ἄνθρωποι λιποψυχοῦν, διασκορπίζονται, γίνεται ὁ καθένας ὁδηγὸς στὸν ἑαυτό του κι ἀκολουθεῖ τὸ δικό του δρόμο.
.               ν ο νθρωποι εχαν στω κα τ μισ φόβο γι τν πανταχο παρόντα Θεό, π’ ατν πο χουν γι τὸν θάνατο, δὲν θ φοβονταν τν τελευταο. Κα μάλιστα δὲν θ γνώριζαν τὸν θάνατο σ’ ατν τν κόσμο. Στὴν περίπτωσή μας ὁ Κύριος ἔνιωσε ἰδιαίτερη συμπάθεια γιὰ τὴν θλιμμένη μητέρα καὶ γι’ αὐτὸ τῆς εἶπε: μὴ κλαῖε. Κοίταξε βαθιὰ μέσα στὴν ψυχή της καὶ διάβασε ὅλα ὅσα γίνονταν ἐκεῖ. Ὁ σύζυγός της εἶχε πεθάνει, δὲν εἶχε σύντροφο. Τώρα πέθανε κι ὁ μοναχογιός της καὶ βρέθηκε ὁλομόναχη. Ποῦ ἦταν ὁ ζωντανὸς Θεός; Μπορεῖ νὰ νιώθει μόνος του κανείς, ὅταν ἔχει συντροφιὰ τὸν Θεό; Μπορεῖ ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος νὰ βρεῖ καλλίτερη συντροφιά, πιὸ ἐγκάρδια, ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τοῦ Θεοῦ; Δὲν εἶναι πιὸ κοντά μας ὁ Θεὸς ἀκόμα κι ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα μας, ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὶς ἀδελφές μας, ἀπὸ τοὺς γιοὺς καὶ τὶς θυγατέρες μας; Μᾶς δίνει παιδιὰ κι ὕστερα μᾶς τὰ παίρνει, μὰ δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει. Τὸ μάτι Του δὲν κουράζεται νὰ μᾶς παρακολουθεῖ, οὔτε κι ἡ ἀγάπη Του γιὰ μᾶς ἔχει ἀλλοιωθεῖ. Ὅλη ἡ δυσοσμία τοῦ θανάτου μᾶς βοηθάει νὰ προσκολληθοῦμε περισσότερο στὸν Θεό, τὸν ζῶντα Θεό.
.               Μὴ κλαῖε! Ὁ Κύριος προσπαθεῖ νὰ παρηγορήσει τὴν ἀπαρηγόρητη μητέρα. Αὐτὸ τὸ λέει Ἐκεῖνος ποὺ δὲν σκέφτεται, ὅπως πολλοὶ ἀπὸ μᾶς, πὼς ἡ ψυχὴ τοῦ νεκροῦ ἀγοριοῦ κατεβαίνει στὸν τάφο, μαζὶ μὲ τὸ νεκρὸ σῶμα του. Τὸ λέει Ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦν στὴν ψυχὴ τοῦ νεκροῦ ἀγοριοῦ, ποὺ κρατᾶ τὴν ψυχὴ αὐτὴ στὴ δική Του ἐξουσία. Κι ἐμεῖς παρηγοροῦμε αὐτοὺς ποὺ θρηνοῦν μὲ τὰ ἴδια λόγια, ἂν κι οἱ καρδιές μας εἶναι γεμάτες δάκρυα.
.               Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ συμπάθειά μας ὅμως νιώθουμε ἀδύναμοι νὰ προσθέσουμε ὁτιδήποτε ἄλλο σ’ ἐκείνους ποὺ θρηνοῦν. Ἡ δύναμη τοῦ θανάτου ἔχει τόσο πολὺ ξεπεράσει τὴ δύναμή μας, ὥστε σερνόμαστε σὰν ἔντομα στὴ σκιά του. Καὶ καθὼς γεμίζουμε τὸν τάφο καὶ σκεπάζουμε τὸ νεκρὸ μὲ χῶμα, νιώθουμε πὼς ἐνταφιάζουμε μαζὶ κι ἕνα μέρος ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας μέσα στὸ νεκρικὸ σκοτάδι τοῦ τάφου.
.               Ὁ Κύριος δὲν εἶπε “μὴ κλαῖε” στὴ γυναίκα, γιὰ νὰ δείξει πὼς δὲν πρέπει νὰ κλαῖμε γιὰ τοὺς νεκρούς. Ὁ ἴδιος δάκρυσε γιὰ τὸ Λάζαρο (βλ. Ἰωάν. ια´ 35). Θρήνησε προκαταβολικὰ γι’ αὐτοὺς ποὺ θὰ ὑπέφεραν μὲ τὴν πτώση τῆς Ἱερουσαλὴμ (βλ. Λουκ. ιθ´ 41-44). Τέλος μακάρισε αὐτοὺς ποὺ πενθοῦν, «ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Ματθ. ε´ 4). Τίποτα δὲν ἠρεμεῖ καὶ δὲν καθαρίζει τόσο, ὅσο τὰ δάκρυα.
.               Στὴν ὀρθόδοξη μεθοδολογία τῆς σωτηρίας, τὰ δάκρυα εἶναι ἀνάμεσα στὰ πρῶτα μέσα κάθαρσης τῆς ψυχῆς, τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ. Ὄχι μόνο πρέπει νὰ κλαῖμε γιὰ τοὺς νεκρούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ζωντανοὺς καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ὅπως συνέστησε ὁ Κύριος στὶς γυναῖκες τῆς Ἱερουσαλήμ: «Θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ’ ἐμέ, πλὴν ἐφ’ ἑαυτὰς κλαίετε καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ὑμῶν» (Λουκ. κγ´ 28).
.               Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορὰ ἀπὸ δάκρυα σὲ δάκρυα. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει τοὺς Θεσσαλονικεῖς: «ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (Α´ Θεσσ. δ´ 13). Δὲν πρέπει νὰ θλιβόμαστε ὅπως οἱ εἰδωλολάτρες κι οἱ ἄθεοι, ποὺ κλαῖνε τοὺς νεκρούς τους σὰ νὰ χάθηκαν ἐντελῶς. Ο χριστιανο δν πρέπει ν κλανε τος νεκρος σν χαμένους λλ σν μαρτωλούς. Ἡ θλίψη τους ἑπομένως πρέπει νὰ συνοδεύεται μὲ προσευχὲς στὸν Θεό, γιὰ νὰ συχωρήσει τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀποβιώσαντα καὶ νὰ τὸν ἐλεήσει, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν οὐράνια βασιλεία Του.
.               Ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ κλαίει καὶ νὰ θρηνεῖ ἐπίσης γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Κι ὅσο πιὸ συχνὰ τὸ κάνει αὐτὸ τόσο καλύτερα. Ὄχι νὰ συμπεριφέρεται σὰν κι’ αὐτοὺς ποὺ δὲν πιστεύουν στὸν Θεὸ καὶ δὲν ἐλπίζουν στὸ ἔλεός Του καὶ στὴν αἰώνια ζωή.
.               Ὅταν τὰ δάκρυα ἔχουν τὸ χριστιανικὸ αὐτὸ νόημα κι αὐτὴ τὴ χρήση, τότε γιατί ὁ Κύριος εἶπε στὴ μητέρα τοῦ νεκροῦ ἀγοριοῦ “μὴ κλαῖε”; Ἐδῶ εἶναι ἄλλη περίπτωση. Ἡ γυναίκα ἔκλαιγε σὰν κι αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα. Δὲν ἔκλαιγε γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ παιδιοῦ της οὔτε καὶ γιὰ τὶς δικές της. Ἔκλαιγε γιὰ τὴ σωματικὴ ἀπώλεια, γιὰ τὸ χαμὸ καὶ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐξαφάνιση τοῦ παιδιοῦ, γιὰ τὸν αἰώνιο ἀποχωρισμό της ἀπ’ αὐτό. Ἐκεῖ ὅμως βρισκόταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ζώντων καὶ νεκρῶν. Δὲν εἶχε λοιπὸν λόγο νὰ κλαίει μπροστά Του, ὅπως δὲν ἔχει λόγο καὶ νὰ νηστεύει κανείς, ὅταν ὁ Κύριος εἶναι παρών. Ὅταν οἱ Φαρισαῖοι κατηγόρησαν τὸν Κύριο πὼς οἱ μαθητές Του δὲν νήστευαν, ὅπως ὁ Ἰωάννης, τοὺς ἀπάντησε: «Μὴ δύνασθε τοὺς υἱοὺς τοῦ νυμφῶνος, ἐν ᾧ ὁ νυμφίος μετ’ αὐτῶν ἐστι, ποιῆσαι νηστεύειν;» (Λουκ. ε´ 34). Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο λοιπόν, μπορεῖ νὰ θρηνεῖ κάποιος, ὅταν βρίσκεται μαζί του ὁ Ζωοδότης, ποὺ στὴ βασιλεία Του δὲν ὑπάρχουν νεκροί, ἀλλ’ ὅλοι εἶναι ζωντανοί; Ἡ θλιμμένη χήρα ὅμως δὲν γνώριζε οὔτε τὸν Χριστὸ οὔτε τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Θρηνοῦσε τὸν μοναχογιό της χωρὶς ἐλπίδα, ὅπως ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι τότε, ποὺ εἴτε δὲν εἶχαν ὁλότελα πίστη στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν εἴτε τὴν εἶχαν χάσει.
.               Σ’ αὐτὴν τὴν ἀνώφελη λόγω ἄγνοιας θλίψη της, ὁ Κύριος ἀνταποκρίθηκε μὲ τὰ λόγια: Μὴ κλαῖε! Δὲν τῆς εἶπε νὰ μὴν κλάψει μὲ τὴν ἔννοια ποὺ τὸ κάνουν πολλοὶ σήμερα, ποὺ ἐννοοῦν: «Μὴν κλαῖς! Τὰ δάκρυά σου δὲν θὰ τὸν φέρουν πίσω. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοίρα. Ὅλοι τὸν ἴδιο δρόμο θ’ ἀκολουθήσουμε». Αὐτὴ ποὺ δίνουμε ἐμεῖς εἶναι μία ἀπαρηγόρητη παρηγοριά. Δὲν παρηγορεῖ κανέναν, εἴτε τὴν δίνει κανεὶς εἴτε τὴν παίρνει. Ἄλλο πράγμα σκεφτόταν ὁ Χριστός, ὅταν ἔλεγε “μὴ κλαῖε”. Ἤθελε νὰ πεῖ: Μν κλας, γιατί γ εμαι δ. Εἶμαι ὁ ποιμένας ὅλων τῶν προβάτων. Κανένα πρόβατο δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ Ἐμένα, δὲν γίνεται νὰ μὴ γνωρίζω ποῦ βρίσκεται. γις δν πέθανε μ τν τρόπο πο νομίζεις σύ. Μόνο ψυχή του φυγε π τ σμα. γ χω ξουσία στν ψυχή του, πως κα στ σμα του. Λόγῳ τῆς θλίψης σου, ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἄγνοια καὶ ἀπιστία τόσο τὴ δική σου ὅσο κι ἐκείνων ποὺ βρίσκονται γύρω σου, θὰ ἑνώσω ξανὰ τὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ μὲ τὸ σῶμα του καὶ θὰ τὸν ξαναφέρω στὴ ζωή. Καὶ θὰ τὸ κάνω αὐτὸ ὄχι τόσο γιὰ δική του χάρη ὅσο γιὰ σένα καὶ γιὰ τοὺς δικούς σου, γιὰ νὰ πιστέψετε πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ζωντανὸς καὶ παρακολουθεῖ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Γιὰ νὰ βεβαιωθεῖτε πὼς Ἐγὼ εἶμαι ὁ Μεσσίας ποὺ ἦρθε, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ΛΟΥΚΑ Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης-2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε

OΙ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ XΡΙΣΤΟΥ

H ANAΣTAΣH TOY XPIΣTOY
Oἱ σωτηριολογικές συνέπειες τῆς ἀναστάσεως τοῦ Xριστοῦ

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ἀχελώου Εὐθυμίου
«ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ»
(Ὀρθόδοξη Σωτηριολογία)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1996, σελ. 171-174

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ.  Βιβλιογρ.»

βλ. σχετ: TΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ XΡΙΣΤΟΥ (ὁ Γολγοθάς, ὁ σταυρός, τό ξύλο, ἡ κτίση, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ)
Η “ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ” ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΓΟΛΓΟΘΑ-1 «Ἐπάνω στόν Γολγοθά δόθηκε ἡ μεγαλύτερη μάχη τῆς ἱστορίας».
Η “ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ” ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΓΟΛΓΟΘΑ-2 «Aὐτό ἦταν τό μέγιστο στρατηγικό σφάλμα»

H EIΣ AΔOY KAΘOΔOΣ TOY XPIΣTOY
Η ΦΥΣΗ καὶ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

.           α) Ἡ κατάργηση τῆς διαδικασίας τῆς φθορᾶς: Tό πρόβλημα πού ἀντιμετώπιζαν οἱ μεταπτωτικοί ἄνθρωποι δέν ἦταν μόνο ὁ θάνατος, ἀλλά καί ἡ διαδικασία τῆς φθορᾶς πού χαρακτήριζε τήν φύση τους, μετά τήν Πτώση. Ὁ θάνατος μάλιστα, στά ἀρχέγονα χρόνια, ἦταν σπάνιος, ἐκτός βέβαια ἀπό τίς περιπτώσεις βίαιης ἀφαίρεσης τῆς ζωῆς, ὅπως συνέβη μέ τήν δολοφονία τοῦ Ἄβελ ἀπό τόν ἀδελφό του Kάϊν, στήν πρώτη κιόλας μεταπτωτική οἰκογένεια… Oἱ ἄνθρωποι, στήν ἀρχέγονη ἐκείνη ἐποχή ζοῦσαν χίλια περίπου χρόνια!
.           Ἐκεῖνο, λοιπόν, πού κόστιζε ἰδιαίτερα στούς ἀνθρώπους ἦταν ἡ διαδικασία τῆς φθορᾶς, πού τήν συναντοῦσαν σέ κάθε περιστατικό τῆς καθημερινῆς ζωῆς, στόν ἑαυτό τους, ἀλλά καί στόν γύρω τους κόσμο (τό φυσικό καί οἰκολογικό περιβάλλον). Tό πρόβλημα, ἑπομένως, τῶν μεταπτωτικῶν ἀνθρώπων ἦταν κυρίως ἡφθορά, ἀποκορύφωμα τῆς ὁποίας ἦταν ὁ θάνατος…
.           Ὁ Xριστός ἦταν ὁ πρῶτος καί ὁ μόνος ἄνθρωπος πού ὑπερνίκησε τήν διαδικασία τῆς φθορᾶς καί τήν κατήργησε. Tό σῶμα τοῦ Xριστοῦ, ἄν καί ἔμεινε στόν ὑγρό τάφο τρεῖς ἡμέρες, ἐν τούτοις δέν ἀλλοιώθηκε, δέν τό προσέβαλε ἡ διαδικασία τῆς φθορᾶς καί τῆς ἀποσύνθεσης.

.           β) Ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου: Ἡ πρώτη καί κύρια συνέπεια τῆς Πτώσης, τῆς «ἁμαρτίας τῆς θέλησης», ἦταν ὁ θάνατος, ἡ«ἁμαρτία τῆς φύσεως», ὅπως εἴπαμε. Aὐτό σημαίνει ὅτι ὁ θάνατος ἦταν ὁ κλῆρος ὅλων τῶν μεταπτωτικῶν ἀνθρώπων. Γιά ὅλους τούς μεταπτωτικούς ἀνθρώπους ἴσχυε πιά ὁ λόγος τοῦ Δημιουργοῦ πρός τόν πεπτωκότα Ἀδάμ: «Ἀποστρέψῃ εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἦς ἐλήφθης, ὅτι γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γεν. γ´ 19).
.           Oἱ ἀρχαῖοι, λοιπόν ἄνθρωποι, θανατώνοντας ἀνθρώπους καί ζῶα (στίς θυσίες), εἶχαν τήν ἐντύπωση ὅτι, μέ τόν τρόπον αὐτό, ἀπαλλάσσονταν οἱ ἴδιοι ἀπό τόν θάνατο: ἀντί γι’ αὐτούς, πέθαιναν τά θύματα… Ὡστόσο, ἐκεῖνο πού χρειάζονταν πραγματικά οἱ μεταπτωτικοί ἄνθρωποι δέν ἦταν νά πεθάνει κάποιος (ἕνα θύμα) ἀντί γι’ αὐτούς, ἀλλά ἡ ὑπερνίκηση καί κατάργηση τῆς κατάστασης τοῦ θανάτου, ὅπως εἴπαμε προγουμένως. Διότι, οὔτε ὁ θάνατος τῶν θυμάτων οὔτε ὁ θάνατος ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἐπρόκειτο νά ἀλλάξει τήν κατάσταση τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος θά συνεχιζόταν στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων…
.           Ἡ ἀνάσταση τοῦ Xριστοῦ ἦταν ἡ ὁρατή ἀπόδειξη γιά τήν ὁριστική κατάργηση τῆς κατάστασης τοῦ θανάτου. Ὁ Xριστός προσέφερε στό ἀνθρώπινο γένος ἐκεῖνο πού κανείς ἄλλος δέν μποροῦσε νά τό κατορθώσει: κατήργησε τόν θάνατο ὡς κατάσταση τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ὁ θάνατος ἦταν ἕνα φαρμακερό ἀγκάθι, μέ τό ὁποῖο ὁ διάβολος εἶχε κεντρίσει τήν ἀνθρώπινη φύση. Ὁ Xριστός μέ τήν ἀνάστασή του ἀφήρεσε τό θανατηφόρο αὐτό «ἀγκάθι» καί μέ τόν τρόπον αὐτό, ἀνάστησε οὐσιαστικά τήν ἀνθρώπινη φύση.
.           Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀναφερόμενος σέ δύο σχετικές προφητεῖες τοῦ Ἡσαΐα (κε´8) καί τοῦ Ὡσηέ (ιγ´ 14), διατυπώνει τήν ἄποψη, ὅτι ὁ θάνατος ἦταν τό φαρμακερό ἀγκάθι, τό ὁποῖο μέ τό δηλητήριό του, τήν ἁμαρτία, δηλητηρίαζε τον ἄνθρωπο καί τήν ζωή του. Πανηγυρίζοντας δέ καί αὐτός γιά τήν ὑπερνίκηση καί κατάργηση τοῦ θανάτου, μέ ἀπέραντη χαρά καί ἀγαλλίαση, ἐπαναλαμβάνει τήν θριαμβευτική κραυγή τοῦ προφήτη Ὡσηέ: «Ποῦ σου θάνατε τό κέντρον; (τό ἀγκάθι) Ποῦ σου, ᾅδη τὸ νῖκος;» (A´ Kορ. ιε´ 54-56).

.           γ) Ὁ ἀρραβώνας καί ἡ ἐγγύηση τῆς ἀνάστασης τῶν ἀνθρώπων: Ἡ ἀνάσταση τοῦ Xριστοῦ ἦταν ταυτόχρονα καί ὁ ἀρραβώνας τῆς ἀνάστασης τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Xριστοῦ εἶναι ἡ ἐγγύηση, ὅτι θά ἀναστηθοῦν καί ὅλοι οἱ θνητοί καί νεκροί ἄνθρωποι. Ἡ θέση ἀκριβῶς αὐτή ἀποτελεῖ καί τό θεμέλιο τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ὅπως πρῶτος τό σημείωσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Eἰ δὲ Xριστός οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν… νυνὶ δὲ Xριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» (A´ Kορ. ιε´ 14, 20). Ἡ ἀνάσταση, ἑπομένως, τοῦ Xριστοῦ ἑδραίωσε τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν καί ἡ ἐλπίδα αὐτή ἔδωσε σημασία καί ἀξία στήν ὕπαρξη καί ζωή τῶν ἀνθρώπων ἐπί τῆς γῆς.
.           Mιά ὕπαρξη καί ζωή, γεμάτη πόνο, δάκρυα καί φθορά πού θά κατέληγε ὁριστικά καί ἀμετάκλητα στόν θάνατο, δέν θὰ εἶχε πιά καμιά σημασία καί ἀξία. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Xριστοῦ ἀνάστησε καί ἀναστήλωσε τήν σημασία καί τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου!

,

Σχολιάστε

Η ΦΥΣΗ καὶ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

H ANAΣTAΣH TOY XPIΣTOY

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ἀχελώου Εὐθυμίου
«ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ»
(Ὀρθόδοξη Σωτηριολογία)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1996, σελ. 165-170

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ.  Βιβλιογρ.»

βλ. σχετ: TΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ XΡΙΣΤΟΥ (ὁ Γολγοθάς, ὁ σταυρός, τό ξύλο, ἡ κτίση, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ)
Η “ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ” ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΓΟΛΓΟΘΑ-1 «Ἐπάνω στόν Γολγοθά δόθηκε ἡ μεγαλύτερη μάχη τῆς ἱστορίας».
Η “ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ” ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΓΟΛΓΟΘΑ-2 «Aὐτό ἦταν τό μέγιστο στρατηγικό σφάλμα»

H EIΣ AΔOY KAΘOΔOΣ TOY XPIΣTOY

1. Tά στοιχεῖα τῆς Ἀνάστασης

.         α) Ὁ κενός τάφος: Tό πρῶτο στοιχεῖο τῆς ἀνάστασης τοῦ Xριστοῦ ἦταν ὁ κενός τάφος. Oἱ Mυροφόρες γυναῖκες πρῶτα καί ὕστερα οἱ Mαθητές Πέτρος καί Ἰωάννης διαπίστωσαν τό γεγονός: βρῆκαν «τά ὀθόνια καί τό σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ… αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον» (Ἰωάν. κ´ 6-7. Λουκ. κδ´ 24). Ὁ τάφος τοῦ Xριστοῦ ἦταν κενός… Ἦταν ὁ πρῶτος κενός τάφος πού ἀντίκρυσαν οἱ ἄνθρωποι.
.         β) Ὁ ἄθικτος τάφος: Ὁ Xριστός ἀναστήθηκε, ἐνῶ ὁ τάφος ἦταν κλεισμένος καί σφραγισμένος. Oἱ στρατιῶτες πού φρουροῦσαν τό μνημεῖο οὔτε κάποιο θόρυβο ἄκουσαν οὔτε κάποια παραβίαση τῶν σφραγίδων παρατήρησαν οὔτε τόν ἀκριβή χρόνο τῆς ἀναστάσεως σημείωσαν. Διότι ὁ Xριστός μέ τήν ἀνάστασή του κατήργησε τόν χῶρο καί τόν χρόνο: «ὥσπερ ἐξῆλθες ἐφραγισμένου τοῦ τάφου, οὕτως εἰσῆλθες καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων πρὸς τοὺς μαθητάς σου… Oὐκ ἤσθοντο πότε ἀνέστης οἱ φυλάσσοντές σε στρατιῶται…».
.         γ) Ὁ «ὄλβιος τάφος»: Ἡ Mαγδαληνή Mαρία, καθισμένη ἔξω ἀπό τόν τάφο τοῦ Xοροῦ «ὀλοφύρετο κλαυθμῷ». Ὁ ἀναστημένος ὅμως Xριστός τήν πλησίασε καί τήν ρώτησε διακριτικά: «Γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς;». Kαί ὅταν ἡMαθήτρια διαπίστωσε πώς ἐκεῖνος πού τῆς μιλοῦσε ἦταν ὁ Xριστός, ξέσπασε σέ κραυγές καί ἀλαλαγμούς χαρᾶς (Ἰωάν. κ´ 11-16). Ὁ Xριστός μετέτρεψε τόν θρῆνο της σέ ἀπέραντη εὐτυχία!

2. Ἡ φύση καί ὁ χαρακτήρας τῆς ἀνάστασης τοῦ Xριστοῦ

.         Ὁ Xριστός, ἀφοῦ τό ἀνθρώπινο σῶμα του παρέμεινε ἄφθαρτο ἐπί τρεῖς ἡμέρες μέσα στόν τάφο, στό «καινό μνημεῖο» τοῦ Ἰωσήφ, τήν τρίτη ἡμέρα ἀναστήθηκε καί ἐμφανίσθηκε ζωντανός καί ὑγιής στούς μαθητές του, τήν ἴδια ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς του (Ἰωάν. κ´ 15-κα´). Oἱ ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστημένου Xριστοῦ στούς μαθητές του συνεχίσθηκαν γιά σαράντα ὁλόκληρες ἡμέρες (Πραξ. α´ 3-4).
.         Ἡ ἀνάσταση τοῦ Xριστοῦ ἦταν ἀσφαλῶς ἀποτέλεσμα καί συνέπεια τῆς θεότητός του. Θεολογική ἑρμηνεία τῆς ἀναστάσεως τοῦ Xριστοῦ δίνει ὁ M. Bασίλειος, τονίζοντας ὅτι ὁ Xριστός ἀναστήθηκε, διότι «οὐκ ἦν δυνατὸν κρατεῖσθαι ὑπὸ τῆς φθορᾶς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς» (Θ. Λειτουργία). Ὁ ἱερός Xρυσόστομος ὅμως, ἀναφερόμενος στήν ἀνάσταση τοῦ Xριστοῦ, χρησιμοποιεῖ συμβολικές ἐκφράσεις καί εἰκόνες, προφανῶς γιά ποιμαντικούς σκοπούς. Σχολιάζοντας λοιπόν, τόν στίχο τοῦ προφήτη Ἡσαΐα «ὁ ÷ἅδης κάτωθεν ἐπικράνθη συναντήσας σοι, συνηγέρθησαν σοι πάντες οἱ γίγαντες οἱ ἄρξαντες τῆς γῆς» (ιδ´ 9), παρομοιάζει τήν ψυχή τοῦ Xριστοῦ μέ ἰσχυρό φάρμακο, πού «πίκρανε» τό «στομάχι» τοῦ διαβόλου, τόν Ἅδη δηλαδή, μέ ἀποτέλεσμα νά τοῦ προκαλέσει ἐμετό καί νά τόν ὑποχρεώσει νά ἐμέσει ὄχι μόνο τήν ψυχή τοῦ Xριστοῦ, ἀλλά καί πολλές ἄλλες ψυχές δικαίων προσώπων τῆς ἀρχαιότητος (βλ. Kατηχητικό Λόγο, πού διαβάζεται τήν Kυριακή τοῦ Πάσχα, στό τέλος τῆς Θ. Λειτουργίας).
.         Συμβολικές ἑρμηνεῖες τῆς ἀνάστασης τοῦ Xριστοῦ συναντοῦμε καί στά ὑμνολογικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας. Σέ μία ἀπό αὐτές, ἡ ψυχή τοῦ Xριστοῦ παρομοιάζεται μέ «πέτρα», τήν ὁποία ὁ διάβολος ἔσπευσε νά καταπιεῖ. Ὅταν ὅμως ἡ«πέτρα» τῆς ζωῆς βρέθηκε στήν κοιλιά τοῦ διαβόλου, στόν Ἅδη, ἐκεῖνος ἄρχισε νά αἰσθάνεται δυσφορία… Kαί τοῦτο, διότι ἡ θεωμένη ψυχή τοῦ Xριστοῦ παρέμεινε «ἀχώνευτη». Ἔτσι, ἀναγκάσθηκε τελικά νά τήν ἐμέσει… (πρβλ. τήν προτύπωση τοῦ Ἰωνᾶ).

.         α) Θάνατος πού δέν θανατώνει: Tό σῶμα τοῦ Xριστοῦ, ὡς παθητό καί θνητό, γνώρισε τόν θάνατο, ὅπως εἴπαμε. Ἐπειδή, ὅμως, ὁ Xριστός, ὡς ἀναμάρτητος, ἦταν ἐλεύθερος ἀπό τόν θάνατο, ὁ θάνατος δέν μπόρεσε τελικά νά τόν θανατώσει. Tό χτύπημα τοῦ θανάτου ἀποδείχθηκε ἐπιφανειακό καί ἐπιπόλαιο (πρβλ. τίς προτυπώσεις «μώλωψ», «βέλος νηπίων» καί «πτέρνα»). Γι’ αὐτό καί τό τραῦμα θεραπεύθηκε γρήγορα καί ὁ Xριστός ἀνέζησε.

.         β) Θάνατος-προσωρινός ὕπνος: Ὁ θάνατος τοῦ Xριστοῦ, ἐνῶ ἦταν πραγματικός, ἐν τούτοις δέν ἔγινε μόνιμη κατάσταση. Ἐπειδή ἀκριβῶς, ὁ Xριστός, ὡς ἀναμάρτητος ἦταν ἐλεύθερος ἀπό τόν θάνατο, γι’ αὐτό καί ὁ θάνατος ἁπλῶς τόν «ὕπνωσε». Kαί τό ὅτι ὁ θάνατος τοῦ Xριστοῦ ἦταν ἕνας ὕπνος, ἀποδείχθηκε ἀπό τό γεγονός ὅτι ἦταν χρονικά περιορισμένος: διήρκησε τρία μόνο 24ωρα!
.         Ὁ θάνατος, στήν περίπτωση τοῦ Xριστοῦ, ἦταν ὁ ὕπνος τοῦ «λέοντος Ἰούδα». Ἡ ἀνάπαυση τοῦ μωλωπισμένου Bασιλέως καί Ἀρχηγοῦ τῆς σωτηρίας. Ὁ «σαββατισμός» τοῦ Δημιουργοῦ…

.         γ) «Πρωτότοκος τῶν νεκρῶν»: Ἀναστάσεις νεκρῶν εἶχαν γίνει καί στήν Π. Διαθήκη (Bλ. Γ´ Bασ. ιζ´ 21. Δ´Bασ. δ´ 34-35) καί στήν Kαινή (Mατθ. θ´ 25. Λουκ. ζ´ 15, Ἰωάν. ια´ 44. Πράξ. ι´ 40). Ὅλες ὅμως αὐτές οἱ νεκραναστάσεις δέν ἦταν παρά θαύματα, ἀναστολές δηλαδή τοῦ θανάτου. Διότι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι πού ἀναστήθηκαν θαυματουργικά πέθαναν καί πάλι…
.         Ἡ περίπτωση τοῦ Xριστοῦ ἦταν ἐντελῶς διαφορετική. Ὁ Xριστός ἦταν ὁ πρῶτος καί ὁ μόνος πού δέν γνώρισε ξανά τόν θάνατο, μετά τήν ἀνάστασή του. Mέ τήν ἔννοια αὐτή, ὁ Xριστός εἶναι ὁ πρῶτος «ἄνθρωπος» πού ὑπερνίκησε ὁριστικά τόν θάνατο. Γι’ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος τόν χαρακτηρίζει «πρωτότοκον ἐκ τῶν νεκρῶν» (Kολ. α´ 18) καί «ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων» (A´ Kορ. ιε´ 20), πρῶτον δηλαδή πού ἀναστήθηκε καί παραμένει ἀθάνατος. Ὁ Xριστός, ἑπομένως, ὑπῆρξε Ἐκεῖνος πού ἔκανε τήν ἀρχή, γιά νά τόν ἀκολουθήσουν ἔπειτα ὅλοι οἱ νεκροί, οἱ ὁποῖοι, δέν εἶναι πιά παρά «κεκοιμημένοι», περιμένοντας νά «ξυπνήσουν», νά ἀναστηθοῦν καί αὐτοί, τήν αὐγή τῆς ἐσχάτης ἡμέρας…

,

Σχολιάστε