Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ἀλαζονία

ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ-1 (Ἀρχιμ. Εὐσεβίου Βίττη)

Ἀρχιμ. Εὐσεβίου Βίττη (†)
ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Κοινωνικὲς διαστάσεις τῆς Ὀρθόδοξης Πνευματικότητας»,
ἔκδ. Ἱ. Μητρ. Σιδηροκάστρου, Σιδηρόκαστρον 1983, σελ. 23 ἑπ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.           Σκοπὸς τοῦ Τριωδίου εἶναι κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας νὰ μᾶς θυμίσει μὲ συντομία ὅλες τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, τὶς ὁποῖες μᾶς ἔκανε ἀπὸ τότε ποὺ μᾶς δημιούργησε καὶ θέλει ἀκόμη νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ μὴν ξεχάσουμε πὼς εἴμαστε πλάσματα τοῦ Θεοῦ μὲ τελικό μας προορισμὸ τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Θεό. Ἐξ αἰτίας ὅμως τῆς ἁμαρτωλότητός μας εἴμαστε ὑποχείριοι τῆς ἁμαρτωλῆς λήθης, ὅπως λένε οἱ ὅσιοι νηπτικοὶ Πατέρες καὶ εὔκολα λησμονοῦμε τὸν ἀγώνα ποὺ πρέπει νὰ διεξαγάγουμε στὸν πνευματικὸ χῶρο, γιὰ νὰ μορφώσουμε τὸν ἑαυτό μας σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ θεοῦ, ἐὰν θέλουμε τελικὰ νὰ ἑνωθοῦμε μαζί του.
.           Ἐπειδὴ δὲν ὑποταχθήκαμε στὸ θέλημα τοῦ θεοῦ, ὁδηγηθήκαμε ἔξω ἀπὸ τὸν παράδεισο τῆς τρυφῆς. Βέβαια ἀφορμὴ γιὰ τὸ κατάντημά μας στάθηκε ἀρχικὰ ὁ φθόνος τοῦ διαβόλου, ποὺ ὄντας αὐτὸς ὁ ἀρχέκακος ὄφις δηλητηρίασε τὴν ὕπαρξή μας μὲ τὸ ψέμα καὶ τὴν ἀπάτη καὶ μᾶς γύμνωσε ἀπὸ τὴν θεία χάρη. Παρόλη ὅμως τὴν ζηλόφθονη παρέμβαση τοῦ διαβόλου στὴν σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι μικρὴ ἡ εὐθύνη ποὺ βαραίνει ἐμᾶς τοὺς ἴδιους. Στὸ δράμα, ποὺ παίχτηκε στὸν Παράδεισο, ἔφταιξε καὶ ἡ δική μας ἔπαρση καὶ ὑψηλοφροσύνη, ποὺ ρίζα της εἶχε τὴν δική μας ἐγωκεντρικότητα. Ζητώντας νὰ κάνουμε τὸν ἑαυτό μας αὐτόνομο καὶ αὐτὸν κέντρο τῆς ὕπαρξής μας καταντήσαμε μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ σὲ μιὰ θλιβερὴ καὶ κακοδαίμονα ἀπομόνωση, ὑποχείριοι τοῦ παγκάκιστου ἐχθροῦ μας, τοῦ διαβόλου, καὶ τῶν ἀναρίθμητων παθῶν μας.
.           Ὁ Υἱὸς ὅμως καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ δική του αὐτοπροαίρετη ἀγάπη κλίνας οὐρανοὺς κατέβηκε ὣς τὴν δική μας ἐσχατιὰν καί, ἀφοῦ κατοίκησε στὴν Παναγία Παρθένον -Μητέρα του- ἔγινε ἄνθρωπος σὰν κι ἐμᾶς καὶ γιὰ μᾶς. Μὲ τὴν ἁγία ζωή Του καὶ τὴν διδασκαλία Του μᾶς ἔδειξε τὸν τρόπο τῆς ἀνόδου μας στὸν οὐρανό. Μᾶς δίδαξε πρὸ πάντων τὴν ἀπέραντη ταπείνωση.[…]
.           Τὸ Τριώδιο μᾶς μιλάει ἀκόμα καὶ γιὰ τὰ ἅγια Πάθη τοῦ Κυρίου μας, γιὰ τὴν ἀνάστασή Του καὶ τὴν ἄνοδό Του στοὺς οὐρανούς. Καὶ πῶς μὲ τὸ κήρυγμα τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ ἁπλώθηκε παντοῦ τὸ σωτήριο μήνυμα τοῦ Κυρίου. […]
.           Τὸν τόνο καὶ τὸ χρῶμα στὸ Τριώδιο τὸν δίνουν οἱ τρεῖς Κυριακὲς ποὺ προηγοῦνται σὰν προανάκρουσμα ὅλης τῆς ἁρμονίας του. Οἱ Κυριακὲς αὐτὲς εἶναι ἡ Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, ἡ Κυριακή του Ἀσώτου καὶ ἡ Κυριακή τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.[…]

.           Πρώτη πρώτη τοποθετεῖται ἡ Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου μὲ ἀνάγνωση τῆς σχετικῆς εὐαγγελικῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου. Ὅλη ἡ ἑβδομάδα ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν Κυριακὴ αὐτὴ ἀποτελεῖ προεισαγωγὴ καὶ προετοιμασία γιὰ τὴν πνευματικὴ περίοδο τοῦ Τριωδίου καὶ εἰδικὰ τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ποὺ πρόκειται νὰ ἀρχίσει[…]

Χαρακτηριστικὰ τῆς φαρισαϊκῆς ψυχῆς

Α´ Ἡ ἀπόνοια

.           Ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς κάνει μίαν ἀνάλυση τῆς πνευματικῆς καταστάσεως τοῦ Φαρισαίου καὶ παρουσιάζει διάφορα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, τὰ ὁποῖα μᾶς καλεῖ νὰ προσέξουμε. Ἡ κατάσταση τοῦ Φαρισαίου χαρακτηρίζεται πρῶτα πρῶτα ὡς ἀπόνοια. Τί εἶναι ἡ ἀπόνοια; Εἶναι ἡ παρέκκλιση ἀπὸ τὴ λογικὴ καὶ τὸ σωστό. Εἶναι κατάσταση τρέλας καὶ παραφροσύνης, εἶναι κατάσταση ἀνόητης ὑπερηφανείας καὶ αὐταρεσκείας. Ἀλλὰ ἡ μὲν παραφροσύνη ἑνὸς ἀνθρώπου, ποὺ χωρὶς νὰ τὸ θέλει στερήθηκε ἀπὸ τὸ λογικό του, ἀποτελεῖ μία ἀξία λύπης καὶ συμπόνοιας γιὰ τὸ συνάνθρωπό μας παθολογικὴ κατάσταση. Ἡ πνευματικὴ ὅμως ἀπονοια, γιὰ τὴν ὁποία κάνει ἐδῶ ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς λόγο χαρακτηρίζοντας τὴν ἐσωτερικὴ κατάσταση τοῦ Φαρισαίου, εἶναι ἀρρώστια ἀξιοκατάκριτη καὶ ἄξια ἀποστροφῆς. Ἕνα πρῶτο ἐκδήλωμα αὐτῆς τῆς ἀπονοίας εἶναι ἡ ἀλαζονικὴ αὐτοδικαίωση, ἡ ἀνακήρυξη τοῦ Φαρισαίου ἀπὸ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ ὡς δικαίου. […] Κάθε καλὸ ποὺ τυχὸν κάνει ὁ ἄνθρωπος, κάθε καλὴ πράξη του, κάθε τυχὸν ἀρετή του, ἂν δὲν προσέξει καὶ ξεπέσει στὴν πνευματικὴ ἀπόνοια, ποὺ χαρακτήριζε τὸν Φαρισαῖο, ἀδειάζει αὐτόματα, κενώνει, ἐξαφανίζει τὸ περιεχόμενό τους καὶ μένει τελικὰ ἕνα ἄδειο ἀπὸ οὐσία καὶ περιεχόμενο τσόφλι. Ἀπομένει δηλαδὴ μία φενάκη, ἕνα ἐξωτερικὸ φαινόμενο χωρὶς οὐσιαστικὴ ἀξία καὶ σημασία. Καὶ εἶναι κενὸ καὶ κούφιο κάθε ἀγαθὸ ποὺ γίνεται ἐν ἀπονοίᾳ, γιατί δὲν τὸ ἀναγνωρίζει ὁ Θεός. Καὶ ὅ,τι δὲν ἀναγνωρίζει ὁ Θεὸς δὲν ὑπάρχει.

Β´ Ἡ οἴησις

.           Τὸν φαρισαῖο τὸν χαρακτηρίζει ἀκόμη κατὰ τὸν ἱερὸν ὑμνωδὸν ἡ οἴησις, δηλαδὴ ἡ μεγάλη ἰδέα ποὺ εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Τὴν οἴησι ποὺ ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς τὴν θεωρεῖ ὡς κάτι τὸ συγγενικὸ μὲ τὴν ἀπόνοια -καὶ εἶναι πραγματικὰ- τὴν ὀνομάζει ὄγκον φρενοβλαβῆ καὶ φύσημα βδελυκτόν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸ φρόνημα αὐτὸ ἀποτέλεσε τελικὰ τὸν ἐξευτελισμὸ τοῦ Φαρισαίου μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Ἡ οἴηση τυφλώνει τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ πραγματοποιήσει αὐτὸ ποὺ νομίζει πὼς ἔχει, νὰ γίνει αὐτὸ ποὺ νομίζει πὼς εἶναι.
.            Ἀλλὰ ἡ λύση δὲν εἶναι χαρακτηριστικὸ μόνο τῆς φαρισαϊκῆς ψυχῆς, τοῦ συγκεκριμένου ἐκείνου προσώπου τῆς παραβολῆς. Ἡ οἴηση εἶναι ἕνα συνηθισμένο δυστυχῶς παθολογικὸ φαινόμενο τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΕΓΑΛΑΥΧΙΑ μὲ ΞΕΔΙΑΝΤΡΟΠΙΑ (ἡ ἁμαρτία τῶν Σοδόμων)

Ποιά ἦταν ἡ ἁμαρτία τῶν Σοδόμων;

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.             Φαντάζει ἴσως εὐτελὲς καὶ ἄκαιρο τὸ ἐρώτημα ποὺ διατυπώνεται στὸν τί­τλο τοῦ ἄρθρου τούτου. Ὅλοι γνωρίζουν ὅτι τὸ βδελυρὸ ἀνοσιούργημα τῶν κατοίκων τῶν Σοδόμων, τῆς Γομόρρας καὶ τῶν γύρω ἀπὸ αὐτὲς πόλεων ἦταν τὸ διαστροφικὸ πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Πάθος τόσο βδελυκτὸ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, ὥστε οἱ πόλεις αὐτὲς νὰ παραμένουν ὑπόδειγμα αἰώνιο τῆς φρικτῆς ἀποδοκιμασίας τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ βαριὰ τιμωρία ποὺ ὑπέστησαν, ἀφανιζόμενες ἀπὸ προσώπου γῆς μὲ θειάφι καὶ φωτιά (βλ. Γεν. ιθ´ 24-25).
Ὡστόσο, μέσα στὴν Ἁγία Γραφὴ ἔχουμε μία ἀναφορὰ στὸ ἁμάρτημα τῶν Σοδομιτῶν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς συγκλονίζει ἀκόμα περισσότε­ρο. Γύρω στὸ 600 π.Χ. ὁ Θεὸς μέσῳ τοῦ προφήτη Ἰεζεκιὴλ προειδοποιεῖ τοὺς ἀ­­μετανόητους Ἰουδαίους γιὰ τὴν τιμωρία ποὺ πρόκειται νὰ ἐπέλθει κατὰ τῆς Ἱερουσαλὴμ λόγῳ τῆς τραγικῆς ἀποστασίας της ἀπὸ τὸ νόμο Του καὶ τῆς γενικῆς διαφθορᾶς της. Ὀνομάζει ὁ παντοκράτωρ Κύριος τὰ Σόδομα ἀδελφὴ τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐξαιτίας τῆς παρόμοιας διαφθορᾶς, καὶ κατονομάζει τὸ ἁμάρτημα τῆς πόλεως τῶν Σοδόμων, ἐξηγώντας παράλληλα γιατί τὴν κατέστρεψε ὁ Ἴδιος καὶ ταυτόχρονα ἀπειλώντας τὴν Ἱερουσαλὴμ ὅτι τὴν ἴδια τύχη θὰ ἔχει κι αὐτή.
.             Αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐκπλήσσει στὰ λόγια τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅτι τὸ ἁμάρτημα τῶν Σοδόμων δὲν ὀνομάζεται ἀπὸ τὸν καρδιογνώστη Κύριο ὅπως ἐμεῖς τὸ ξέρουμε, ἀλλὰ διαφορετικά.
.             Διαβάζουμε: «Πλὴν τοῦτο τὸ ἀνόμημα Σοδόμων τῆς ἀδελφῆς σου». Αὐτὸ ἦταν τὸ ἁμάρτημα τῶν Σοδόμων, τῆς πόλεως αὐτῆς ποὺ ἀποδείχθηκε ἀδελφή σου. Ποιό;
.             «Ὑπερηφανία» (Ἰεζ. ις´ 49)! Ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ καύχηση, τὸ ­θράσος, ἡ ἀλαζονεία! Καὶ ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Θεός: «Ἐ­­­μεγαλαύχουν καὶ ἐποίησαν ἀνομήμα­τα ἐνώπιον ἐμοῦ» (στίχ. 50). Ἦταν ­ἀ­­­λαζό­νες, λέγει, καὶ καυχῶνταν, ­κόμπαζαν γι’ αὐτὰ ποὺ ἔκαναν, καὶ τὶς ἁμαρτίες τους δὲν τὶς ἔκαναν κρυφά, ἀλλὰ ­φανερά, ­μπρο­­στά μου, στὸ φῶς τῆς ἡμέρας, μὲ αὐθάδεια καὶ ἀναισχυντία, χωρὶς συστολὴ καὶ φό­­βο. «Τὴν ἁμαρτίαν… οὐχὶ λά­θρᾳ ἐ­­­παι­σχυ­­­­νόμενοι ­πεποιήκασιν, ἀλλ’ οἱονεὶ ἐ­­­πα­γαλλόμενοι τῇ ἐργασίᾳ τῶν ­πονηρῶν ἀνήγγειλαν πᾶσι καὶ ­ἐνεφάνισαν», ­σχο­­­­λιάζει σὲ ἀνάλογο ἁγιογραφικὸ ­χωρίο (Ἡσ. γ´ 9) καὶ ὁ Μ. Βασίλειος. Τὴν ­ἁμαρτία τὴ διέπρατταν ὄχι κρυφὰ καὶ μὲ ντροπή, ἀλλὰ τὴ διέδιδαν παντοῦ καὶ τὴ ­δι­α­φήμιζαν, σὰν νὰ ­ἀγάλλονταν μὲ τὰ βρώμικα ἔργα ποὺ ἔκαναν.
Γι’ αὐτὸ κι Ἐγώ, συνεχίζει στὸ λόγο Του ὁ δικαιοκρίτης Κύριος, τοὺς ἀφάνισα ἀπὸ προσώπου γῆς, ἔτσι ποὺ τοὺς εἶδα νὰ φέρονται. «Καὶ ἐξῆρα αὐτὰς καθὼς εἶδον» (στίχ. 50). Συγκλονιστικὸς ὁ θεϊκὸς λόγος: «Τοῦτο τὸ ἀνόμημα Σοδόμων»: ὄχι αὐτὸ ποὺ θὰ περιμέναμε νὰ ἀκούσουμε, ἀλλὰ «ὑπερηφανία».
.             Ἔχει βάθος ἡ θεϊκὴ ἐτυμηγορία. Παρουσιάζει τὴ ρίζα καὶ αἰτία τῆς ἐκφυλιστικῆς, διαστροφικῆς ἁμαρτίας τῶν Σοδομιτῶν, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλη ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία, τὴν αὐθάδεια, τὸν κομπασμό, τὴν ὕβρι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἦταν μόνο ὅτι ἁμάρταναν, ἀλλὰ καὶ καυχῶνταν γιὰ τὴν ἁμαρτία τους. Αὐτὸ ἦταν τὸ ἐξοργιστικὸ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Καὶ γι’ αὐτὸ τοὺς ἐξήλειψε.
Γιατί τὰ γράφουμε αὐτά;…
.             Φρίκη! Φρίκη, καθὼς παρατηρεῖ κανεὶς τὴν ταυτότητα στὶς διαθέσεις τῶν Σοδομιτῶν μὲ τοὺς νεοσοδομίτες. Λὲς κι ἔχουν γραφεῖ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ 600 π.Χ. γιὰ ὅσα σήμερα λαμβάνουν χώρα σὲ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ στὴν πατρίδα μας.
.             «Gay pride»! Παρέλαση ­ὁμοφυλοφίλων σὲ πρωτεύουσα καὶ συμπρωτεύουσα, μὲ κύριο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα καὶ διαφήμισή τους: «Pride»! Καύχηση! Ὑπερηφάνεια!
.             Εἶναι νὰ μὴ φρικιᾶ κανεὶς διαπιστώνον­τας τὴν ὁμοιότητα; «Καὶ ἐξῆρα αὐτὰς κα­θὼς εἶδον». Γι’ αὐτὸ τοὺς κατέστρεψα, δη­λώνει ὁ Θεός…
Ὅσοι σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο θέλουμε ἀ­­­κόμα νὰ στεκόμαστε ἐπάνω στὸ φόβο τοῦ Θεοῦ· ὅσοι ἀγωνιοῦμε νὰ μὴν ­καταν­τήσει ἡ πατρίδα μας «εἰς βάθος κακῶν», ὥστε νὰ «καταφρονεῖ», νὰ μὴν ὑπολογίζει τίποτε (Παρ. ιη΄ 3)· ὅσοι δὲν ἀντέχουμε νὰ βλέπουμε τὴν πατρίδα μας νὰ μεταβάλλεται σὲ Σόδομα καὶ Γόμορρα…, ἂς ἐννοήσουμε τὸ βάθος τῶν θείων λόγων. Ἂς λεπτύνουμε τὰ πνευματικά μας αἰσθητήρια, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ διαπιστώσουμε τὸ εὖρος τῆς «ὑπερηφανίας», δηλαδὴ τῆς προκλητικῆς καὶ αὐθάδους ἀναισχυν­τίας ποὺ ἔχει κατακλύσει τὸν κόσμο μας, τὴν ἐποχή μας, τοὺς δρόμους τῶν πόλεών μας, τὶς ἀφίσες καὶ γιγαντοοθόνες τοῦ ὑλόφρονος πολιτισμοῦ μας, τὸ «στὺλ» τῆς ζωῆς μας, τὶς ἴδιες τὶς καρδιές μας, γι’ αὐτὸ καὶ τὶς αἰσθητικὲς ἐπιλογὲς καὶ προτιμήσεις μας· ὅλο αὐτὸ τὸ κλίμα, τὴν ἀτμόσφαιρα μέσα στὴν ὁποία ­κινούμαστε καὶ ἡ ὁποία εὐνοεῖ τὴν ἐμφάνιση διαρκῶς νέ­ων παρόμοιων ἐκτρωμάτων…
.             Ἂς καταλάβουμε τὴ σοβαρότητα τῶν περιστάσεων, τὸ χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ στὸ ὁποῖο βρισκόμαστε, κι ἂς φορέσουμε ἐπάνω μας «σάκκο καὶ σποδό». Νὰ πέσουμε στὰ γόνατα, νὰ ὑψώσουμε τὰ ­χέρια, νὰ κλαύσουμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ παραδεχόμενοι ὅτι «ἡμάρτομεν, ­ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν» ἐνώπιόν Του (πρβλ. Δαν. γ´, Προσ. 5) κι ὅτι μετανοοῦμε· ἐπιστρέφουμε ἀπὸ τὸν μάταιο ὄγκο, τὴν κενοδοξία, τὴ ματαιοδοξία μας, τὸν τύφο καὶ τὴν ἀλαζονεία μας, στὸν ἁγνότατο φόβο Του. Αὐτὸν τὸν φόβο, τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, τὸ δέος, τὴν εὐλάβεια, τὴ συναίσθηση τῆς ἁπανταχοῦ παρουσίας Του ἂς καλλιεργήσουμε στοὺς ἑαυτούς μας καὶ στὰ παιδιά μας.
.             Ἄλλος δρόμος δὲν ὑπάρχει. Ἡ προειδοποίηση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ εἶναι σαφής: Τὴν ὕβρι τὴν ἀκολουθεῖ ἡ συντριβή, καὶ «Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται» (Παρ. ις´ 18, γ´ 34).

 

, ,

Σχολιάστε

«ΘΑ ΕΠΙΦΕΡΕΙ ΤΙΜΩΡΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΜΕΝΟ ΝΟΥ»

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΡΙΘΕΚΤΗΣ
ΤΕΤΑΡΤΗΣ Γ´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

[Ἡσ. ι´ 12-20]

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ὁ Νέος Ἰσραήλ, οἱ Χριστιανοὶ ἔχουν μεγάλα προνόμια ἔναντι τῆς ἱστορικῆς ὑπεροψίας καὶ τῆς ἐπάρσεως τῶν διαφόρων ὑπερφιάλων «ἀρχόντων»! Εἶναι ἐξοπλισμένοι μὲ μιὰ ΑΛΛΗ ἰσχύ!

Kαὶ ἔσται (=καὶ θὰ συμβῇ), ὅταν συντελέσῃ Κύριος πάντα ποιῶν ἐν τῷ ὄρει Σιὼν καὶ ἐν ῾Ιερουσαλήμ, ἐπάξει ἐπὶ τὸν νοῦν τὸν μέγαν (=θὰ ἐπιφέρει τιμωρίαν εἰς τὸν μεγάλον καὶ φαντασμένον νοῦν), τὸν ἄρχοντα τῶν ᾿Ασσυρίων, καὶ ἐπὶ τὸ ὕψος τῆς δόξης τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ.  εἶπε γάρ· ἐν τῇ ἰσχύϊ ποιήσω (= μὲ τὴν δύναμίν μου θὰ κατορθώσω) καὶ ἐν τῇ σοφίᾳ τῆς συνέσεως (= καὶ μὲ τὴν πολιτικὴν, στρατιωτικὴν καὶ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΝ μου σοφίαν καὶ σύνεσιν), ἀφελῶ ὅρια (= θὰ καταλύσω σύνορα) ἐθνῶν καὶ τὴν ἰσχὺν αὐτῶν προνομεύσω (= λεηλατήσω) καὶ σείσω πόλεις κατοικουμένας καὶ τὴν οἰκουμένην ὅλην καταλήψομαι τῇ χειρὶ ὡς νοσσιὰν καὶ ὡς καταλελειμμένα ὠὰ ἀρῶ, καὶ οὐκ ἔστιν ὃς διαφεύξεταί με ἢ ἀντείπῃ μοι (= καὶ δὲν ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος θὰ μοῦ διαφύγῃ ἢ θὰ μοῦ ἀντείπῃ). [Ὁ Κύριος ὅμως ἀπαντᾷ:] μὴ δοξασθήσεται ἀξίνη ἄνευ τοῦ κόπτοντος ἐν αὐτῇ (= μήπως ὁ πέλεκυς θὰ δοξασθῇ ὡς κατορθώνων κάτι χωρὶς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κόπτει δι᾽ αὐτοῦ); ἢ ὑψωθήσεται πρίων ἄνευ τοῦ ἕλκοντος αὐτόν (= ἢ μήπως δύναται νὰ ὑψωθῇ τὸ πριόνιον χωρὶς ἐκεῖνοπν, ὁ ὁποῖος τὸ σύρει;); ὡσαύτως ἐάν τις ἄρῃ ράβδον ἢ ξύλον. καὶ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ ἀποστελεῖ Κύριος σαβαὼθ εἰς τὴν σὴν τιμὴν ἀτιμίαν, καὶ εἰς τὴν σὴν δόξαν πῦρ καιόμενον καυθήσεται.  καὶ ἔσται τὸ φῶς τοῦ ᾿Ισραὴλ εἰς πῦρ καὶ ἁγιάσει αὐτὸν ἐν πυρὶ καιομένῳ καὶ φάγεται ὡσεὶ χόρτον τὴν ὕλην. τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀποσβεσθήσεται τὰ ὄρη καὶ οἱ βουνοὶ καὶ οἱ δρυμοί, καὶ καταφάγεται ἀπὸ ψυχῆς ἕως σαρκῶν· καὶ ἔσται ὁ φεύγων ὡς ὁ φεύγων ἀπὸ φλογός καιομένης· καὶ οἱ καταλειφθέντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀριθμὸς ἔσονται, καὶ παιδίον γράψει αὐτούς. Καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ οὐκέτι προστεθήσεται τὸ καταλειφθὲν ᾿Ισραήλ, καὶ οἱ σωθέντες τοῦ ᾿Ιακὼβ οὐκέτι μὴ πεποιθότες ὦσιν ἐπὶ τοὺς ἀδικήσαντας αὐτούς, ἀλλὰ ἔσονται πεποιθότες ἐπὶ τὸν Θεὸν τὸν ἅγιον τοῦ ᾿Ισραὴλ τῇ ἀληθείᾳ.

, , ,

Σχολιάστε

«ΟΙ ΑΥΤΑΡΕΣΚΟΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ (τῶν ἡμερῶν μας), ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΜΑΡΤΗΤΟΙ».

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Scott Peck,
 «People of the Lie. The Hope for Ηealing Human Evil»,
Α Touchstone Book Published by Simon & Schuster,
U.S.A. 1998
[ἑλλην. ἔκδ:  «ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ»,
σὲ μετάφρ. Νικ. Παπαδάκη, «Κέδρος»,1999]

[Β´]

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Τὸ Κακὸ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο διαπράττεται ἀπὸ τοὺς αὐτάρεσκους τοῦ πνεύματος, ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους τῶν ἡμερῶν μας, ἀπὸ τοὺς ὑποκριτὲς ποὺ δικαιολογοῦν πάντα τοὺς ἑαυτούς τους καὶ νομίζουν ὅτι εἶναι ἀναμάρτητοι, γιατί εἶναι ἀπρόθυμοι νὰ ὑποφέρουν τὴ στενοχώρια τῆς σοβαρῆς αὐτοκριτικῆς.  (Μέρος Α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/11/09/τὸ-κακὸ-σὲ-αὐτὸν-τὸν-κόσμο-διαπράττ/)

.          Οἱ κακοὶ ἄνθρωποι δὲν δέχονται μὲ πραότητα τὴν δοκιμασία τῆς δυσαρέσκειας γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, δὲν τὴν δέχονται καθόλου. Καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄρνηση νὰ δικάσουν τοὺς ἑαυτούς τους ξυπνάει τὸ κακὸ μέσα τους.
.          Ὑπάρχουν πολλὰ εἴδη ἀνθρώπινης διαστροφῆς. Ἐξ αἰτίας τῆς ἄρνησης νὰ ἀνεχτοῦν τὴν αἴσθηση τῆς «ἁμαρτωλότητάς» τους, οἱ κακοὶ ἄνθρωποι γίνονται ἀδιόρθωτοι συσσωρευτὲς ἁμαρτίας. Γιὰ νὰ φέρω ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία μου, εἶναι ἄνθρωποι ἄπληστοι. Ἔτσι γίνονται φιλάργυροι – τόσο φιλάργυροι, ὥστε τὰ «δῶρα» τους μπορεῖ νὰ γίνουν δολοφονικά. Στὸ βιβλίο μου Ὁ Δρόμος ὁ λιγότερο ταξιδεμένος3, ἔδειξα ὅτι ἡ βασικότερη ἁμαρτία εἶναι ἡ νωχέλεια. Στὸ ἑπόμενο ὑποκεφάλαιο αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου δείχνω ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἔπαρση καὶ ἡ ἐγωιστικὴ περηφάνια, γιατί ὅλες οἱ ἁμαρτίες μποροῦν νὰ διορθωθοῦν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τοῦ νὰ θεωρεῖς τὸν ἑαυτό σου ἀναμάρτητο. Ἴσως ὅμως τὸ ποιὰ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία νὰ εἶναι θέμα συζητήσιμο. Ὅλες οἱ ἁμαρτίες σημαίνουν προδοσία καὶ ἀπομόνωση ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους μας. Ὅπως τὸ ἔθεσε ἕνας βαθὺς στοχαστὴς τῆς θρησκείας, ὁποιαδήποτε ἁμαρτία «μπορεῖ νὰ γίνει σκληρὴ σὰν τὴν κόλαση»:

«[…] Εἶναι δυνατὸν ἡ ψυχὴ νὰ φτάσει σὲ μιὰ κατάσταση ἀπέναντι στὴν ὁποία ἀκόμη καὶ ἡ ἴδια ἡ Ἀγάπη εἶναι ἀδύναμη, ἐπειδὴ ἡ ψυχὴ ἔχει σκληρύνει ἀπέναντι στὴν Ἀγάπη. Οὐσιαστικά, ἡ κόλαση εἶναι μιὰ κατάσταση ὕπαρξης ποὺ δημιουργοῦμε στοὺς ἑαυτούς μας: μιὰ κατάσταση ὁριστικοῦ διαχωρισμοῦ ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ὄχι τῆς ἀποκήρυξης τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ τῆς ἀποκήρυξης τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, μιὰ ἀποκήρυξη ποὺ εἶναι αἰώνια, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔχει γίνει ἀμετακίνητη καὶ ἐγωιστική. Ὑπάρχουν ἀναλογίες στὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία: τὸ μίσος ποὺ εἶναι τόσο τυφλό, τόσο σκοτεινό, ποὺ ἡ Ἀγάπη τὸ κάνει μόνο ἀκόμη πιὸ βίαιο˙ ἡ ἔπαρση ποὺ εἶναι τόσο σκληρή, ὥστε ἡ ταπεινότητα τὴν κάνει πιὸ περιφρονητικὴ˙ ἡ ἀδράνεια, τελευταία καὶ καλύτερη, ποὺ ἔχει κυριαρχήσει στὴν προσωπικότητα μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε καμία κρίση, καμία ἔκκληση, κανενὸς εἴδους παρακίνηση δὲν μπορεῖ νὰ τὴ δραστηριοποιήσει, ἀντίθετα μάλιστα τὴν κάνει νὰ θαφτεῖ ἀκόμη πιὸ βαθιὰ στὴν ἀκινησία της. Ἔτσι γίνεται καὶ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸν Θεό˙ ἡ ἔπαρση μπορεῖ νὰ γίνει σκληρὴ σὰν τὴν κόλαση, τὸ μίσος μπορεῖ νὰ γίνει σκληρὸ σὰν τὴν κόλαση, καθένα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα μπορεῖ νὰ γίνει σκληρὸ σὰν τὴν κόλαση, καί, κυρίως, ἐκεῖνο τὸ εἶδος νωθρότητας ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὰ θεῖα, ἐκείνη ἡ ἀδράνεια ποὺ δὲν κάνει τὸν κόπο νὰ μετανοήσει, παρ’ ὅλο ποὺ βλέπει τὴν ἄβυσσο στὴν ὁποία κατακρημνίζεται ἡ ψυχή, ἐπειδὴ γιὰ τόσο καιρό, ἴσως μὲ μικροπράγματα, συνήθιζε τὸν ἑαυτό της νὰ ἀρνεῖται νὰ καταβάλλει προσπάθεια γιὰ ὁτιδήποτε. Μακάρι ὁ Θεὸς νὰ μᾶς λυπηθεῖ καὶ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ αὐτὴν τὴν νωθρότητα»4.

3. Ὅπ.π.

4. Gerald Vann (Τζέραλντ Βάν), The Pain of Christ and the Sorrow of God (Ὁ πόνος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ θλίψη τοῦ Θεοῦ). Ἐκδόσεις Temple Gate, Sprinfield, Illinois, copyright by Equin Press, 1947, σσ. 54-55.

Γ´ Μέρος: «ΤΟ ΚΑΚΟ ΠΑΝΤΑ ΔΙΑΠΡΑΤΤΕΤΑΙ ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ… “ΣΩΣΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ”» (δημοσιονομικῆς, κοινωνικῆς, οἰκογενειακῆς, “ἐκκλησιαστικῆς” κ.λπ.) [Γ´]

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΟΣΟ ΨΗΛΟΤΕΡΑ ΠΗΔΑΕΙ Η ΜΑΪΜΟΥ… ΤΟΣΟ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΚΕΝΟΔΟΞΕΣ ΚΟΠΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΛΑΤΡΙΚΕΣ ΕΚΚΕΝΩΣΕΙΣ ΤΗΣ!

«Ὅσο ψηλότερα πηδάει ἡ μαϊμού…
…τόσο περισσότερο φαίνεται ὁ κῶλος της».

Γράφει ὁ Δ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.         Εὐθύβολη καὶ περιεκτικότατη ἡ λαϊκὴ παροιμία, ἀποτυπώνει, «ἀκραιφνῶς καὶ ἀκιβδήλως», μίαν ἀνθρώπινη συμπεριφορά. Καί, ὡς γνωστόν, τὸ συμπαθέστατο, κατὰ τὰ ἄλλη, αὐτὸ ζῶο, ἡ μαϊμού, ἐκτίθεται ἀπὸ τὴν… πισινή του θέα. Οἱ παροιμίες, σύμφωνα μὲ τοὺς μελετητές, εἶναι συμπυκνωμένοι μύθοι. Ἄρα, ὀφείλουμε, νὰ παραθέσουμε τὸ ἐπιθύμιον, νὰ τὴν προβάλλουμε στὴν ἀνθρώπινη βιοτή. Λοιπόν. Κάποιοι ἄνθρωποι, ἀτάλαντοι καὶ ἀσήμαντοι, «νοσοῦντες ἐξ ἐλαφρότητος καὶ ρεκλαμομανίας», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης, ὀνειροφαντάζονται λαμπρὲς καριέρες, ὑπερεκτιμοῦν τὶς δυνατότητές τους, ἀναρριχῶνται στὰ ὑψηλὰ καί… ἀποκαλύπτεται ὁ δυσειδὴς κῶλος τους. (Τὸ φαινόμενο αὐτὸ τὸ μελέτησε ἐπαρκῶς, ὁ Καστοριάδης, στὸ ἐξαιρετικὸ βιβλίο του «ἡ ἄνοδος τῆς ἀσημαντότητας». Καὶ οἱ ἀρχαῖοι τὸ συνόψισαν, ἀριστοτεχνικὰ καὶ δωρικῶς, μὲ τρεῖς λέξεις: «ἀρχὴ ἄνδρα δείκνυσι»).
.         Ἂν σκαλίσουμε λίγο τὰ περασμένα, ἕνα κλασικὸ παράδειγμα ἐγωτικῆς μεγαλαυχίας καὶ ψωροπερηφάνειας (θαυμάσια λέξη), συναντᾶμε στὰ «ἀπομνημονεύματα» τοῦ Μακρυγιάννη. Ἂς προσέξουμε τὸ «πνεῦμα ἀνεκτικότητας» καὶ δημοκρατικότητας» μὲ τὸ ὁποῖο ἀντιμετωπίζει ὁ βαθύτατα Ὀρθόδοξος χριστιανός, στρατηγός, μιὰ τέτοια ὑπερφίαλη καὶ φίλαυτη «μαϊμού»: «Ἀφοῦ εἴμουνα εἰς τὴν Ἀρκαδία ἄκουγα τὸν πρόβοδον τῶν Ἀράπηδων, ντρεπόμουν νὰ καθήσω μὲ τὶς γυναῖκες, μὲ τρακόσιους ἄνδρες διαλεχτοὺς ὀπούχα. Τὸ λέγω τοῦ διοικητῆ τῆς Ἀρκαδίας, νὰ τὸν ἀφήσω ἕναν ἀξιωματικὸν μὲ πενήντα ἀνθρώπους καὶ νὰ πάγω μὲ τοὺς ἄλλους εἰς τὴν ἀνάγκη τῆς πατρίδας. Μ’ ἀποκρίνεται: “Δὲν ἔχεις νὰ πᾶς πουθενά, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ κείνους ὁπού κατεβάζω κι ἀνεβάζω στρατηγούς”. Ἦταν ἕνας μπαρμπέρης, φίλος του ἀρχηγοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Πρωτοσύγκελου κι ἀλλουνῶν. Ἐγώ ᾽λεγα νὰ πάγω νὰ σκοτωθῶ μὲ τοὺς ὀχτρούς, αὐτὸς γύρευε νὰ μοῦ γκρεμίσει τὸν βαθμό μου. Τοῦ μίλησα δι’ αὐτό, τοῦ κακοφάνη. Εἶπε ἑνὸς ἀνηψιοῦ του, ὁποῦχε εἰς τὸ ψωμὶ καὶ γεμεκλίκια καὶ μᾶς τάκοψε. Πῆγα καὶ τὸν ἔπιασα καὶ τόδωσα ἕνα ξύλο διὰ πεθαμόν· κι ἂν δὲν πήδαγε ἀπὸ τὸ παλεθύρι κάτον ὁ διοικητής, δὲν ξέρω ἂν ἔμενε ζωντανός».
.         Βεβαίως, ἕνας ἐκλεπτυσμένος παρασιτοδιανοούμενος τῆς σήμερον ὑπέρμαχος τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, θὰ χαρακτήριζε, αὐτὴν τὴν συμπεριφορά, βαρβαρικὴ (ἢ φασιστική). Τί νὰ κάνουμε ὅμως; Κάτι τέτοιοι μᾶς ἀπελευθέρωσαν, ποὺ ἔριχναν «ξύλο διὰ πεθαμὸν» στὶς κενόδοξες «κοπριὲς» τῆς ἐποχῆς τους.
.         Πεδίον λαμπρόν. στὸ ὁποῖο σταδιοδρομεῖ τὸ συνονθύλευμα ἀθλίων καὶ μετρίων, εἶναι… ποιό ἄλλο; Ἡ πολιτικὴ τέχνη. Τὸ 1877, ὁ Ροΐδης, μὲ τὸ γνωστὸ σκωπτικὸ ὕφος, γράφει στὶς «Σκνίπες», τοῦ «Ἀσμοδαίου»: «Τὸ ἔθνος ἡμῶν ὑφίσταται πολιτικήν τινα ζύμωσιν, καθ’ ἣν τὰ ἀκαθαρτότερα στοιχεῖα ἀνέρχονται καὶ ἐπιπλέουσιν, ἐν εἴδει ἑξαφρίσματος, ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας. Ὁ τοιοῦτος ἀφρός, κατέχων, κατὰ τοὺς νόμους τῆς φυσικῆς, τὰ ἀνώτερα στρώματα, θέλει κυβερνᾶ, φλυαρεῖ καὶ κλέπτει ἀσυστόλως τὴν Ἑλλάδα, μέχρις οὗ (τώρα αὐτὸ τὸ «οὗ» γυμνὸ ἀπὸ τὰ στολίδια του, τὴν δασεία καὶ τὴν περισπωμένη, ποὺ ἔπαιρνε ἡ ἀναφορικὴ ἀντωνυμία δὲν καταλήγει νὰ φαίνεται ἀρνητικὸ μόριο;) τελειώση ἡ ζύμωσις καὶ λάβη ἀνὰ χεῖρας ὁ λαὸς τὴν μεγάλη ἐξαφριστικὴν κουτάλαν». («Ἅπαντα», τόμ. Β´, σελ. 70). Πέρασαν 150 χρόνια ἀπὸ τὸ ροϊδικὸ ὅραμα καὶ ὁ λαὸς ὄχι μόνον δὲν κατόρθωσε ἀκόμη «νὰ λάβη ἀνὰ χεῖρας» τὴν «ἐξαφριστικὴν κουτάλαν», ἀλλὰ τὰ ἀκαθαρτότερα στοιχεῖα (τὰ καθάρματα) ἐπληθύνθησαν σφόδρα, κλέπτοντας, ἀσυστόλως καὶ ποικιλοτρόπως, τὴν Ἑλλάδα, στέλνοντας τὸν λαό της, στὸν βυθὸ τῆς οἰκονομικῆς φρίκης. Τοιοῦτος ὅμως ἀφρός, μαϊμουδίλων καὶ ἐπιπλέων ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἐπιφανείας, μᾶς προέκυψε καὶ στὶς πρόσφατες ἐκλογές. Ἐξ αἰτίας τοῦ πανάθλιου ἐκλογικοῦ μέτρου, μὲ 1500 περίπου ψήφους ἐξελέγη «ἐθνομητριὰ» καὶ ἡ κ. Ρεπούση. Ἀφηνιάζοντας (ἢ σαλτάροντας ὅπως λένε οἱ νεώτεροι) ἀπὸ τὴν ἀναπάντεχη προβολὴ καὶ δόξα, ἄρχισε νὰ ….. τὶς βλακώδεις καὶ προδοτικὲς ἰδεοληψίες της. Δοκός, ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τῆς χαριτόβρυτης βουλευτοῦ, ἡ Ἐκκλησία. («Πᾶν ἀπωθούμενον προβάλλεται», ἔλεγε νομίζω, ὁ Γιούγκ).
.         Καὶ ὁ ἐκκλησιασμὸς τῶν μαθητῶν τὴν ἐνοχλεῖ καὶ οἱ εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ στὴν τάξη καὶ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τὴν ἐρεθίζει ἐπιζητώντας τὴν κατάργησή του ἢ τὴν μετατροπή του σὲ θρησκειολογικὴ τιποτολογία. Παρένθεση. Ἐδῶ συμπλέει μὲ τοὺς μεταπατερικοὺς «ἀφρούς». Γι’ αὐτοὺς ἰσχύει ἀπόλυτα τό, ὑπὸ τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, ρηθέν: «ἡ ὑπερηφάνεια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας, μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον», δηλαδή, τὴν παράδοση τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς προσέξουν οἱ κενόσπουδοι «μεταπατερικοὶ» οἰκουμενιστές, μὴν πάθουν σὰν τὴν μαϊμοὺ τῆς παροιμίας.
.         Καὶ ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι, κάποιοι, κάτω π τ κέλυφος τς μεταπατερικς συναφειακς,τάχα κα θεολογίας,κρύβουν τ παρξιακά τους κουρέλια,τὴν ἀποτυχία τους, τὴν ὁποία θέλουν νὰ κατοχυρώσουν καὶ δογματικά, πράγμα ποὺ εἶναι ἀρχὴ καὶ ρίζα πάσης αἱρέσεως. Ἡ δὲ περπερεύουσα κ. Ρεπούση, ἐπειδὴ «ἐπικράνθη» καὶ ἐξευτελίσθηκε ἀπὸ τὴν ὑποτιμητικὴ ἀπόσυρση τοῦ «κουρελουργήματός» της (Ζουράρις), ἐκσφενδονίζει τὶς θυμηδιογόνες ἐκκλησιομαχίες της πιστεύοντας, ἡ ταλαίπωρη, ὅτι ἔτσι παίρνει τὸ αἷμα τῆς πίσω. Τί νὰ πεῖ ……; «Ὁ καθεὶς τὴν μύξα του γιὰ βούτυρο τὴν ἔχει». Ἐκδικεῖται· ποιόν; Τὴν ἱστορία μας; Τὸν λαό, ποὺ θεωρεῖ τὸ ὄνομά της συνώνυμο τῆς προδοσίας καὶ τοῦ γραικυλισμοῦ; «Ἀέρα δέρει».
.         Τόσα χρόνια «παίδευε» φοιτητὲς στὸ παιδαγωγικό, δὲν ἔμαθε ὅτι τὸ μεγαλεῖο τοῦ δασκάλου κρύβεται στὴν ἀναγνώριση τοῦ λάθους; Ὅτι συγγνώμη εναι τ μυστικ φάδι τς σωστς διδασκαλίας; Ἔφυγε ἀπὸ τὴν Βουλή, γιὰ νὰ μὴν τιμήσει τοὺς χιλιάδες σφαγιασθέντες ἀπὸ τὶς συμμορίες τοῦ Μουσταφᾶ Κεμάλ, δηλαδὴ τίμησε τοὺς ἐγκληματίες. Δὲν τὸ γνωρίζει, ὅμως στὶς γενέθλιες ἐθνοσυνελεύσεις τοῦ κράτους μας, ὑπάρχει πρόβλεψη γιὰ τὴν περίπτωσή της: «Κάλλιον νὰ μὴν ὑπάρχει Ἕλλην εἰς τὸν κόσμον, παρὰ νὰ ἀτιμάζει τὸ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ ὁμοίωσιν, ὑπάρχων ἀνδράποδον τοῦ ἀναισθήτου Τούρκου, ἐνῶ ἐπλάσθη ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐλεύθερος». (Γ´ Ἐθνοσυνέλευσις, Τροιζήνα 5 Μαΐου 1827). ς φήσει τς τουρκολατρικς κκενώσεις της, γιατί μς φτάνει ξαθλίωση πο μς φόρτωσαν ο κομματικς συμμορίες. Τί τοῦ ἔμεινε ἄλλωστε αὐτοῦ τοῦ πολύπαθου, πληγωμένου λαοῦ, παρὰ μία ἐλάχιστη, εὐλογημένη καύχηση γιὰ τὴν ἱστορία του; Ὣς πότε θὰ τὴν μαγαρίζει, ὑπάρχουσα ἀνδράποδον τοῦ ἀναισθήτου Τούρκου; Στὴν κατάσταση ποὺ βρισκόμαστε, δὲν εἶναι ἀπίθανα, νὰ ἐπαναληφθοῦν τὰ λεγόμενα «Σανιδικά». Καὶ λόγῳ ἔντονων τελευταία βροχοπτώσεων οἱ σανίδες εἶναι βρεγμένες…

, , , , , ,

Σχολιάστε

Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ» (Ὑπάρχουν δύο εἴδη λαῶν: οἱ ἀλαζονικοὶ λαοὶ τῆς Εὐρώπης καὶ ὁ λαός μας.)

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

«ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ»

(Ὑπάρχουν δύο εἴδη λαῶν:
ο λαζονικο λαο τς Ερώπης κα λαός μας.)

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ»
Ἐκδ. «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»,
Θεσσαλονίκη 2012
σελ. 161-165

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.          […] Στὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου ὁ ἕνας, ὁ Φαρισαῖος, ἦταν δίκαιος στὰ μάτια τὰ δικά του καὶ στὰ μάτια τοῦ κόσμου. Ὁ ἄλλος, ὁ Τελώνης, ἦταν ἁμαρτωλὸς καὶ στὰ μάτια τοῦ κόσμου καὶ στὰ δικά του μάτια. Ὁ Φαρισαῖος ἦταν ὁ ἐπίσημα δίκαιος καὶ ὁ Τελώνης ἦταν ὁ ἐπίσημα ἁμαρτωλός. Αὐτοὶ οἱ δύο χαρακτηρίζονταν ἔτσι σύμφωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Σύμφωνα ὅμως μὲ τὰ μέτρα τοῦ Θεοῦ, ὁ Τελώνης, ποὺ προσευχόταν στὴν ἄκρη τῆς ἐκκλησίας, ὑψώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸς ὡς πρῶτος καὶ ὁ ἄλλος, ὁ Φαρισαῖος, ποὺ προσευχόταν μπροστὰ στὸ ἱερό, ταπεινώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς τελευταῖος.
.            Αὐτὰ συνέβαιναν πρὶν ἀπὸ δύο χιλιάδες χρόνια. Τὰ ἴδια ὅμως συνέβαιναν καὶ μέχρι χθές. Οἱ φιλόδοξοι λαοὶ τῆς Εὐρώπης εἴτε δὲν μποροῦν νὰ μνημονεύσουν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἤ, ἂν κάποτε θυμηθοῦν νὰ προσευχηθοῦν στὸν Θεό, τὸ κάνουν γιὰ νὰ τοὺς δοῦν οἱ ἄλλοι. Περηφανεύονται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, βάζουν τὸν ἑαυτό τους στὴν ἴδια θέση μὲ τὸν Θεὸ ἢ βάζουν τὸν Θεὸ πιὸ χαμηλὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους.
.            «Θεέ μου, ἐμεῖς δὲν εἴμαστε ὅπως οἱ ἄλλοι λαοί»!

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ! (Kυρ. Τελώνου καὶ Φαρισαίου)

, , , ,

Σχολιάστε

Ο ΤΕΛΩΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΦΑΡΙΣΑΙΟΣ

Ο ΤΕΛΩΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΦΑΡΙΣΑΙΟΣ

Το περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 1972

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.            Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς εἰσάγει σὲ περίοδο μετανοίας, τὴν περίοδο τοῦ Τριωδίου. Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας μᾶς παρουσιάζει τὸ μεγαλύτερο πάθος ποὺ μᾶς καθιστᾶ ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ, τὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ τὴν μεγαλύτερη ἀρετή, τὴν ταπείνωση, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν μετάνοια καὶ σωτηρία.

 1. Η AΛAZONΕΙA ΤΥΦΛΩNΕΙ

.            Δυὸ ἄνθρωποι ἀνέβηκαν στὸν Ναὸ τοῦ Σολομωντος γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Δυὸ ἄνθρωποι τόσο διαφορετικοὶ μεταξύ τους. Ὁ ἕνας Φαρισαῖος κι ὁ ἄλλος Τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ὄρθιος σὲ περίοπτη θέση γιὰ νὰ φαίνεται καλὰ ἀπὸ τοὺς γύρω ἀνθρώπους καὶ ξεκίνησε τὴν προσευχή του λέγοντας: «Θεέ μου, Σὲ εὐχαριστῶ! διότι δὲν εἶμαι ἐγὼ σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, ἀνήθικοι, ἢ καὶ σὰν αὐτὸν ἐκεῖ τὸν τελώνη. Ἐγὼ εἶμαι τόσο καλός. Ἔχω πολλὲς ἀρετές, πολλὰ καλὰ ἔργα, πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα ζητάει ὁ Νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Νηστεύω δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα. Καὶ δίνω τὸ ἕνα δέκατο ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀποκτῶ, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ πλέον ἀσήμαντα, ποὺ δὲν τὰ προέβλεψε ὁ Νόμος.
.            Ἔτσι τελείωσε τὴν προσευχή του ὁ Φαρισαῖος. Μιὰ προσευχὴ γεμάτη ὑπερηφάνεια καὶ ἀλαζονεία. Ἡ ἀλαζονεία του αὐτὴ τὸν εἶχε τυφλώσει τόσο πολύ, ὥστε δὲν τὸν ἄφηνε νὰ δεῖ καθαρὰ οὔτε τοὺς ἄλλους οὔτε τὸν ἑαυτό του. Δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει τὴν πνευματική του πτωχεία. Βέβαια τὰ καλὰ ἔργα ποὺ ἀπαρίθμησε, τὰ εἶχε πραγματικά. Δὲν ἔλεγε ὡς πρὸς αὐτὸ ψέματα. Αὐτὸς πράγματι ὄχι μόνο ἀπέφευγε τὰ μεγάλα ὁρατὰ καὶ βαριὰ ἁμαρτήματα, ἀλλὰ ἀντιθέτως εἶχε καὶ πολλὰ καλὰ ἔργα. Ἦταν λοιπὸν γιὰ ὅλα αὐτὰ τέλειος; Δὲν τοῦ ἔλειπε τίποτε; ὁ ταλαίπωρος! Δὲν ζήτησε τίποτε ἀπὸ τὸν Θεό, διότι ἦταν πλήρως ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὰ κατορθώματά του. Δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει τὸ πιὸ ἁπλό, πὼς ὅ,τι καλὸ εἶχε, ὁ Θεὸς τοῦ τὸ ἔδωσε καὶ δὲν ἦταν δικό του.
.            Ἡ ἀλαζονεία του τὸν ἔκανε νὰ βλέπει ἀκόμη καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους ὡς ἁμαρτωλούς. Ἀλλὰ εἶναι δυνατόν; Μόνο αὐτὸς ἦταν ἄνθρωπος ἀρετῆς; Ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι γύρω του ἦταν ἅρπαγες, ἄδικοι καὶ ἀνήθικοι; Δὲν ὑπῆρχε κανεὶς δίκαιος ἐκτὸς ἀπὸ αὐτόν; Καὶ ἐπιπλέον πῶς ἤξερε τὴν ψυχὴ τοῦ τελώνη; Καὶ πῶς μποροῦσε νὰ τὸν χαρακτηρίζει δημοσίως καὶ νὰ τὸν ἐξευτελίζει καὶ νὰ τὸν παρουσιάζει ὡς χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῶν ἁμαρτωλῶν; Ἀκόμη κι ἂν πράγματι ὁ τελώνης ἦταν τόσο ἁμαρτωλός, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ δείξει εὐσπλαχνία καὶ νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τὴν μετάνοιά του; Ὁ Φαρισαῖος λοιπὸν ὄχι μόνο δίκαιος δὲν ἦταν, ἀλλὰ ἦταν τυφλὸς καὶ κυριευμένος ἀπὸ πολλὰ καὶ βαριὰ ἐσωτερικὰ ἑωσφορικὰ πάθη, τὸ πάθος τῆς κατακρίσεως, τῆς ἀσπλαχνίας, τῆς ὑπερηφανείας. Καὶ τὸ σπουδαιότερο ἀπ᾽ ὅλα ὁ Φαρισαῖος δὲν εἶχε ἀγάπη.
.            Πόσο λοιπὸν μᾶς τυφλώνει ἡ ἀλαζονεία! Μᾶς κάνει ψεῦτες καὶ ἄδικους, σκληροὺς καὶ ἄσπλαχνους. Δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ δοῦμε τὴν πνευματική μας πτωχεία καὶ νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ φοβερότερο, μᾶς ρίχνει τελικὰ στὴν αἰώνια κόλαση.

2. Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΕΛΕYΘΕΡΩNΕΙ

.            Ὁ τελώνης ἀντιθέτως στεκόταν μακριὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο. Δὲν εἶχε τὴν τόλμη ὄχι μόνο τὰ χέρια του ἀλλὰ οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσει πρὸς τὸν οὐρανό. Χτυποῦσε διαρκῶς τὸ στῆθος του, ποὺ περιέκλειε τὴν ἁμαρτωλὴ καρδιά του. Μιὰ κραυγὴ μόνο μετανοίας ἔβγαινε διαρκῶς μὲ συντριβὴ ἀπὸ τὰ χείλη του. Θεέ μου, σπλαχνίσου με, συγχώρησέ με τὸν ἁμαρτωλό.

.            Καὶ ὁ Κύριος δικαίωσε τὸν τελώνη διακηρύττοντας ὅτι καθένας ποὺ ὑψώνει τὸν ἑαυτό του θὰ ταπεινωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ὑψωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὸ ἔγινε μὲ τὸν τελώνη. Διότι ὁ τελώνης ἔβλεπε καθαρὰ τὸν ἑαυτό του. Κατανοοῦσε τὴν ἁμαρτωλότητά του καὶ γι᾽ αὐτὸ στεκόταν μακριὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο. Καὶ μὲ τὴν στάση τοῦ σώματός του καὶ μὲ τὶς κινήσεις τῶν χεριῶν του καὶ μὲ τὰ λόγια του ἐξέφραζε τὴν συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν του, τὴν βαθιά του ταπείνωση καὶ τὴν κατάνυξη τῆς καρδίας του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν ἀσχολεῖτο μὲ τοὺς ἄλλους παρὰ μόνο μὲ τὸν ἑαυτό του. Ἔβλεπε μόνο τὴν δική του μικρότητα καὶ αἰσθανόταν τὴν θεία μεγαλειότητα. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν τολμοῦσε νὰ ὑψώσει στὸν οὐρανὸ οὔτε τὰ μάτια του οὔτε τὰ χέρια του οὔτε τὸ πρόσωπό του. Θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο τῆς θέας τοῦ Θεοῦ. Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του δὲν τοῦ ἔδινε τὸ δικαίωμα νὰ λέει πολλὰ καὶ κομπαστικὰ λόγια. Κι ὅσο περισσότερο ἐπανελάμβανε τὴν σύντομη προσευχή του, τόσο περισσότερο στενάζοντας χτυποῦσε τὸ ἁμαρτωλὸ στῆθος του. Καὶ ὁμολογοῦσε ἔτσι τὴν ἁμαρτωλότητά του. Ἐξαρτοῦσε τὴν ζωή του ἀπὸ τὸ θεῖο ἔλεος. Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ μόνο ζητοῦσε σὰν πεινασμένος ζητιάνος ποὺ κινδυνεύει νὰ πεθάνει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Γι᾽αὐτὸ καὶ τὰ λόγια του ἀνέβαιναν ἀπ᾽ εὐθείας στὸν οὐρανό. Διότι ἔβγαιναν μέσα ἀπὸ μία συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη καρδιά.

.            Μιὰ τέτοια ταπείνωση καλούμαστε κι ἐμεῖς νὰ ἀποκτήσουμε. Διότι ἡ ταπείνωση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν μετάνοια καὶ τὴν σωτηρία. Αὐτὴ καθαρίζει τὸ νοῦ μας, γιὰ νὰ δοῦμε κατάματα τὴ, μικρότητά μας, τὴν ἁμαρτωλότητά μας, τὰ ἀμέτρητα πάθη μας καὶ νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἂς ἀγωνιστοῦμε λοιπὸν ἐντονότερα ἀπὸ σήμερα, πρώτη ἡμέρα τοῦ Τριωδίου, νὰ ζοῦμε μὲ ταπείνωση καὶ συντριβὴ καὶ κατάνυξη. Κι ἂς προσευχόμαστε καθημερινὰ στὸν Θεὸ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν πολύτιμη αὐτὴ ἀρετή. Γιὰ νὰ μὴ μᾶς καταδικάσει ὁ Θεὸς ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματός του, ἀλλὰ νὰ μᾶς δικαιώσει μαζὶ μὲ τὸν τελώνη καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν Βασιλεία του.

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 

, , , ,

Σχολιάστε

«ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ» (Ἁγ. Ἀνδρέου Κρήτης)

Ὁμιλία τοῦ Ἁγ. Ἀνδρέου
Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης

«Περὶ τῆς ὑποθέσεως
τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου» 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,

Ἅγιον Ὄρος,
σελ. 449 καὶ ἑξῆς.

.            Τὸ περιεχόμενον τῆς παραβολῆς τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου ἀποτελεῖ κάτι σὰν προγύμνασμα καὶ προετοιμασία, γι’ αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ πλησιάσουν τὴν ἱερὰ ταπείνωση, ποὺ περιέχεται σὲ ὅλες τὶς ἀρετές, ἐπάνω στὶς ὁποῖες στηρίζεται πράγματι ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καὶ νὰ ἀπέχουν ἀπὸ τὴν θεομίσητον ἀλαζονείαν, ἡ ὁποία ἀποτρέπει τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ κάθε φιλόχριστον ἀρετή. Ποῖος λοιπὸν δὲν θὰ ποθήση νὰ μιμηθῆ τὸν τελώνην καὶ τὴν ἐπιστροφὴν καὶ τὴν μετάνοιάν του, καὶ δὲν θὰ ἀποστραφῆ τὴν ἔπαρση τοῦ Φαρισαίου, ἀφοῦ ἡ μὲν ταπείνωσις συνδέεται μὲ τὸν Χριστόν, ἡ δὲ ἀλαζονεία μὲ τὸν ὑπερήφανον δαίμονα; Ἡ ἀλαζονεία εἶναι χωρὶς ἀμφιβολία αὐτὴ ποὺ ἔκανε τὸν πρῶτον ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ποὺ ὀνομαζόταν καὶ ἑωσφόρος, διάβολον. Αὐτὴ ἐξεδίωξε τὸν γενάρχην Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν Παράδεισον. «Καθεῖλε δυνάστας ἀπὸ θρόνων καὶ ὕψωσε ταπεινούς». «Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν». Αὐτὴ καταδικάζει τὸν Φαραώ: «Εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, οὐκ ἔστι Θεός». Αὐτὴ κατέβαλε τὸν Ναβουχοδονόσορα, διότι «Κυρίῳ Θεῷ σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις», καὶ «οὐ ποιήσεις οὐδὲν ὁμοίωμα». Ἂν καὶ τοῦ ἑνὸς ἡ ἀρρώστια ἐθεραπεύθη, ἐνῶ τοῦ ἄλλου τὸ πάθος κατήντησεν ἕξις. Ἀληθῶς, πυρετὸς εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια ποὺ ἀδρανοποιεῖ τὴν εὐαισθησία τοῦ ἀρρώστου, ψυχασθένεια φοβερὰ ποὺ ἐρεθίζει τὸν ἄνθρωπο πρὸς πτῶσιν, ὑδρωπικία εἶναι, γεμάτη ἀπὸ ὑγρὸ καὶ ἀέρα. «Τίς γὰρ ἀναβήσεται εἰς τὸ ὅρος Κυρίου; Ἀθῶος χερσὶ καὶ καθαρὸς τῇ καρδίᾳ, ὃς οὐκ ἔλαβε ἐπὶ ματαίῳ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ». Τοιαύτη ἦταν ἡ ματαιότης καὶ ἡ ἀγερωχία τοῦ Τύρου, ποὺ ἀφαιρώντας του καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα χάριτος, τὸν ἄφησε σὰν ξηραμένην γῆ. Ὁπωσδήποτε τὸ γνωρίζετε αὐτὸ καὶ μὲ τὸν λόγο καὶ μὲ τὴν πείρα. λαζν δν ασθάνεται τν νάγκη τς τελειοποιητικς χάριτος το Θεο, κα γι’ ατ εναι νυδρος κα ξηρός, ἀφοῦ τοῦ λείπει ἡ ζωτικὴ θερμότης καὶ ἡ ζωογόνος ὑγρασία. Σ’ αὐτόν, ὅπως στὸ ἀπογυμνωμένον δένδρο, φτιάχνει τὴν φωλιὰ του ὁ νυκτοκόρακας διάβολος.
.            Καὶ μὲ ἕνα λόγον, ἡ ταπείνωσις εἶναι τροφὸς τῶν ἀρετῶν, ἀρχὴ καὶ τέλος καὶ κεφαλὴ τοῦ κάλλους τῆς χριστιανικῆς εὐσεβείας. Ἀφανισμὸς τῶν παθῶν, διατήρησις τῆς ὑγρασίας στὴν ρίζα τῆς πίστεως. Ἡ ταπείνωσις συνυπάρχει μὲ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος διώκει τὴν ἀνομίαν, ὅπως εἶπαν καὶ ὁ Ἱερεμίας καὶ ὁ Σολομών. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι «Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου». Αὐτὴ κάνει τὸν Τελώνη κήρυκα τοῦ Πνεύματος, ἡ δὲ ἀλαζονεία κατασκευάζει τὸν Φαρισαῖον, τύμπανον κενὸ ποὺ ματαίως ἀλαλάζει. Ἀληθῶς σὰν τὰ ρόδια τῶν Σοδόμων εἶναι ὁ ὑποκριτής, πεπόνι ὄμορφον ἀπ’ ἔξω, ἀλλὰ ἐσωτερικῶς σάπιος καὶ ἄχαρος.
.            Ἀνέβη στὸν ναὸν ὁ Τελώνης, καὶ μάλιστα ἀνέβη καὶ σωματικῶς καὶ ψυχικῶς. Ἀνέβη στὸν ναὸν ὁ Φαρισαῖος σωματικῶς, ὄχι ὅμως καὶ ψυχικῶς. Διότι ὁ μὲν ἕνας ἀνέβη κατεβαίνοντας ψυχικῶς μὲ τὴν ταπείνωση, ἐνῶ ὁ ἄλλος κατέβη ψυχικῶς ἀνεβαίνοντας μὲ τὴν ὑπερηφάνεια. Ὁ ἕνας ἀνέβη μὲ «ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ», κατὰ τὸν Δαυίδ, ἐπῆρε δηλαδὴ τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὸν Παράδεισον, ἐνῶ ὁ ἄλλος κατέβη κατεβαίνοντας στὸν ἑωσφόρο, τὸν ἀρχηγὸν τῆς ὑπερηφανείας. Ὁ ἕνας ἀνέβη μὲ τὴν ἀνάβαση καὶ τὴν ἐπίδοση στὶς ἀρετές, ἐνῶ ὁ ἄλλος κατέβη ἀπὸ τὶς ἀρετές, καὶ ἀπὸ αὐτὲς ἐπέρασε στὶς κακίες.
.            Πολλοὶ ἔρχονται μέσα στὸν ναόν, ἀλλὰ λίγοι μετέχουν τῆς ἱερότητός του, διότι δὲν εἶναι ἄξιοι τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδὴ ὁ ὑπερήφανος «οὐ μένει ἐν τὴ ἀγάπη, ὁ δὲ μὴ μένων ἐν τὴ ἀγάπη, ἐν τῷ Θεῶ οὐ μένει», κατὰ τὸν Ἰωάννην. Ἐνῶ αὐτὸς ποὺ παραμένει στὴν ἀγάπη, μένει στὸν Θεόν, καὶ ὁ Θεὸς σ’ αὐτόν, καὶ εἶναι ναὸς Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλον. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι κυρίως εἰσέρχονται στὸν ἱερὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ, στοὺς ὁποίους καὶ ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ μὲ ἰδιαίτερον τρόπο. Φωτίζει δὲ ὁ Θεὸς μόνον τοὺς νηπίους καὶ μικρούς, κατὰ τὸν μουσουργὸν Δαυίδ. Διότι «ὅπου ταπείνωσις, ἐκεῖ καὶ σοφία» κατὰ τὸν Σολομώντα. Σοφία πίστεως καὶ σοφία πράξεως.
.            Αὐτὴ ἡ σοφία ἔλειπε ἀπὸ τὸν Φαρισαῖο, γι’ αὐτὸ καὶ σὰν ὑποκριτὴς ποὺ εἶναι, εὐχαριστεῖ μόνον γιὰ τὰ ἐξωτερικὰ τὸν Θεόν, ἐσωτερικῶς δὲ γίνεται ἀχάριστος πρὸς τὸν Θεόν. Διότι δὲν τηρεῖ τὴν ἐντολὴν «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν». Ἦταν καλὸς ὁ λόγος «εὐχαριστῶ σοι», ἐπειδὴ ὁ Φαρισαῖος δὲν ἀπέδιδε τὴν ἀρετὴν στὸν ἑαυτόν του, ὅπως ὁ Ναβουχοδονόσορ καὶ ὁ Σεμεΐας καὶ ὁ Πέτρος. Σ’ αὐτὴν τὴν ὑπερηφάνεια εἶχε πέσει ὁ ἑωσφόρος καὶ ὁ Ἀδάμ. Ἐνόμιζε ὅμως πὼς ἔχει αὐτὸ ποὺ δὲν εἶχε. Καὶ ἂν τὸ εἶχε, τὸ ἔχασε μὲ τὴν ὑπερηφάνεια. Ἐπειδὴ κι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει, ὀφείλει νὰ ὁμολογῆ ὅτι δὲν ἔχει, καὶ νὰ λέγη: «Ἀχρεῖος δοῦλος εἰμί», ἐπειδὴ «οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν».
.            Πράγματι ἀποβάλλει τὴν ἀρετὴν αὐτὸς ποὺ δὲν ταπεινώνεται καὶ αὐτὸς ποὺ δὲν ἀγαπᾶ, καταφρονεῖ. Ἀληθῶς, εἶναι ἀρχὴ κάθε εἴδους ἁμαρτίας ἡ ὑπερηφάνεια. Αὐτὴν ἀκολουθεῖ ὁ φθόνος, τὸν φθόνον ὁ φόνος. Ἐξ αἰτίας αὐτῆς ὁ Ἀβεσσαλὼμ βλέπει σὰν ἐχθρὸν τὸν πατέρα του, καὶ σπεύδει νὰ τὸν φονεύση. Εἶναι ὄντως χειρότερος ὁ κρυφὸς κακὸς ἀπὸ τὸν φανερόν, καὶ δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸν διάβολον, ὁ ὁποῖος ἐξηπάτησε τὸν πρωτόπλαστο μὲ τὸν ὄφιν. Γι’ αὐτὸ ὁ φανερὰ κακότροπος δικαιώνεται, καὶ ὁ ἀφανὴς καταδικάζεται. Ἐπειδὴ ὁ ἕνας ἔχει μόνον τοὺς κακοὺς τρόπους, ἐνῶ στὸν ἄλλον ἀκολουθοῦν τὸ ψεῦδος καὶ ἡ ἀπάτη, καὶ γι’ αὐτὸ ἡ ἄκρα ἀλήθεια τὸν ἀποδιώκει. Ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη εἶναι ποὺ χαρακτηρίζει τοὺς ἐκλεκτούς, σύμφωνα μὲ τὴν δευτέραν ἐπιστολὴ τοῦ Πέτρου, τὸ πρῶτο κεφάλαιό της πρὸς Ἐφεσίους τοῦ Παύλου καὶ τὸ τρίτο πρὸς Κολασσαεῖς, ἡ δὲ ἔχθρα ἀποδοκιμάζει. Ὁ Τελώνης ἀνεγνώρισε τὴν ἁμαρτία του, καὶ ἐδικαιώθη, φεύγοντας μακριά της. Γι’ αὐτὸ καὶ ζεῖ, σύμφωνα μὲ τὸν Ἰεζεκιήλ. Αὐτὴ τὴν ζωὴν ηὗρε καὶ ὁ Δαυίδ, ὅπως τοῦ ἀπεκάλυψε ὁ Νάθαν. Ὁ Φαρισαῖος δὲν ἀνεγνώρισε τὴν ἁμαρτία του καὶ ἔφυγε μακριὰ ἀπὸ τὴν ζωή. Καὶ πρόσεξε πάλι καλὰ τί λέγει τὸ Εὐαγγέλιον: «Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ Ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος Τελώνης». Γιὰ παραδειγματισμὸν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δικαιώνουν τοὺς ἑαυτούς των καὶ ἐξουθενώνουν αὐτοὺς ποὺ ἁμαρτάνουν, παρουσιάζει ὁ Κύριος τὸν Φαρισαῖον ὡς παράδειγμα τῶν ὑπερηφάνων, τὸν δὲ Τελώνην ὡς παράδειγμα αὐτῶν ποὺ ἁμαρτάνουν ἀλλὰ προσεύχονται καὶ ἐξομολογοῦνται μὲ συντετριμμένην καρδίαν, ὥστε νὰ μᾶς διδάξη ὅλους νὰ μισοῦμε τὴν ὑπερηφάνεια, τὴν δὲ ταπείνωση νὰ τὴν ἀγαποῦμε.

.            Δείχνει καθαρ π ατν τν παραβολν Χριστός, τι μν δικαιοσύνη κα ρετ εναι μεγάλες κα φέρουν τν νθρωπο κοντ στν Θεόν, ταν μως συνδυασθον μ τν περηφάνεια, ρίπτουν τν νθρωπο στν κατώτερον βυθό. Αὐτὸ ἔπαθε καὶ ὁ Φαρισαῖος καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν αἰτία κατεκρίθη καὶ κατέληξε στὴν ἀπώλεια. Διότι ἡ ἀδικία καὶ ἡ ἁμαρτία εἶναι βδελυκτὴ καὶ μισητὴ καὶ βαρυτέρα ἀπὸ κάθε κακίαν, καὶ ἀπομακρύνει τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἐνῶ ἡ ταπείνωσις μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐξομολόγηση, τὸν δικαιώνει καὶ τὸν ἀξιώνει τῆς σωτηρίας, τὸν φέρει δὲ καὶ τὸν τοποθετεῖ κοντὰ στὸν Θεόν. Αὐτὸ ηὗρε ὁ Τελώνης καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν αἰτίαν ἐδικαιώθη καὶ ἠξιώθη τῆς σωτηρίας. «Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτόν, εἶπε. Ὁ Θεὸς εὐχαριστῶ σοι, ὅτι οὔκ εἰμι ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι». Ἀλίμονο, τί ὑπερηφάνεια! Ὁ Κύριος καὶ ὁ Ἡσαΐας τὴν κατακρίνουν, ἐπειδὴ αὐτὴ κατέβασε τὸν Ἰωσὴφ στὴν Αἴγυπτο, καὶ προξένησε στὸν Φαραὼ τὸ θράσος καὶ ἀκολούθως ὅλα τὰ κακὰ τότε στὴν Αἴγυπτο. Ἀλίμονο στὸ ἀναιδέστατο στόμα. Δὲν εἶμαι, λέγει, ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἢ καὶ ὅπως αὐτὸς ἐδῶ ὁ Τελώνης. ς ρχ τς περηφανείας μφανίζεται βρις. Διότι ποιος περιφρονε τος λλους κα τος θεωρε σν να τίποτε, κα τος ποστρέφεται, λλους ς πτωχούς, λλους ς ταπεινς καταγωγς, λλους ς μαθες κα πλοϊκούς, λλους δ ς δίκους κα μαρτωλούς, π ατν τν βρη παρασύρεται, καὶ μόνον τὸν ἑαυτόν του θεωρεῖ σοφόν, συνετόν, εὐγενῆ, πλούσιον, δυνατόν, δίκαιον καὶ ἀνώτερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Πράγματι, ἡ ὕβρις εἶναι ἀρχὴ τῆς ὑπερηφανείας, καὶ ἡ ὑπερηφάνεια κακὸν γεννημένον ἀπὸ τὴν ὕβρη. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ περιβόητος ἡμέρα τοῦ Κυρίου θὰ ἐκδικηθῆ κάθε ὑβριστὴν καὶ ὑπερήφανον, ἐπειδὴ οἱ ἁμαρτίες αὐτὲς ὡς συγγενεῖς τιμωροῦνται μὲ τὸν ἴδιον τρόπο.
.            Ὁ Φαρισαῖος ἔδειξε καὶ μὲ τὸ σχῆμα καὶ μὲ τὴν στάση του τὴν ὑψηλοφροσύνη καὶ τὴν ἀλαζονεία ποὺ εἶχε. Καὶ τὰ λόγια του στὴν ἀρχὴ μὲν ἦσαν λόγια εὐγνωμοσύνης, διότι ἔλεγε «ὁ Θεὸς εὐχαριστῶ σοι». Μετὰ ἀπ’ αὐτὰ ὅμως, ὅσα εἶπε ἦσαν γεμάτα ἀπὸ ἀλαζονεία καὶ ὑπερηφάνεια. Ἐπειδὴ δὲν εἶπε: Σὺ μὲ δημιούργησες, Κύριέ μου, καὶ μὲ τὴν βοήθεια τὴν ἰδική σου ἐλευθερώνομαι ἀπὸ κάθε ἀδικία καὶ ἁρπαγὴν καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα κακά. Διότι λέγει: «Τί ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες;». Ἀλλὰ ὅλα τὰ κατορθώματα θεωροῦσε ὅτι τὰ εἶχε κατορθώσει μὲ τὴν ἰδικὴν του δύναμη. Κάθε ἄνθρωπος πρέπει νὰ γνωρίζη μὲ βεβαιότητα ὅτι χωρὶς τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, δὲν ἠμπορεῖ, οὔτε ἔχει τὴν δύναμη νὰ κατορθώση κάτι καλό. «Χωρὶς ἐμοῦ» λέγει ὁ Χριστὸς «οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Καὶ ὁ Ἀπόστολος «οὐ τοῦ θέλοντος οὐδὲ τοῦ τρέχοντος, ἀλλὰ τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ».
.            Γι’ αὐτὸ ὁ μὲν Τελώνης ἦταν κῆπος ποὺ ἔπλεε στὰ πνευματικὰ ὕδατα, ὁ δὲ Φαρισαῖος βαλανιδιὰ χωρὶς φύλλα, σύμφωνα μὲ τὸν Ἡσαΐα καὶ τὸν Σολομώντα. Διότι ἂν καὶ ἔχουμε τιμηθῆ μὲ τὸ αὐτεξούσιον τῆς προαιρέσεως, ἀλλ’ ὅμως χωρὶς τὴν συμμαχίαν ἀπὸ ὑψηλά, κανένα ἀνδραγάθημα δὲν θὰ κατορθώσωμε νὰ ἐπιτελέσωμε. Μὴ λοιπὸν θεωροῦμε ἰδικές μας τὶς νίκες στοὺς ἀγῶνες. Ἰδική μας εἶναι μόνον ἡ προαίρεσις γιὰ τὸ καλλίτερον, καὶ ἡ προσπάθεια, τοῦ Θεοῦ δὲ ἡ πραγματοποίησις τῆς ἀγαθῆς ἐπιθυμίας καὶ διαθέσεως ἐκείνου ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἐκ φύσεως τὴν δυνατότητα, ἀλλὰ λαμβάνει ἀπὸ τὴν χάρη τὴν ἱκανότητα νὰ λέγη «ἠμπορῶ…». Ὁ ἀντίθετος ἰσχυρισμὸς εἶναι περιαυτολογία καὶ καύχησις. «Τί γὰρ ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών;».

.           «Νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι». Ἐπειδὴ κατηγόρησε τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ τὸν Τελώνην ὁ Φαρισαῖος ὅτι εἶναι μοιχοὶ καὶ ἅρπαγες, αὐτὸς προβάλει ἀλαζονικῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὴν μοιχεία τὴν νηστεία. Ἐπειδὴ ἡ πορνεία προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀπόλαυση. Διότι ὁ χορτασμὸς εἶναι πατέρας τῆς ὕβρεως, καὶ ἡ πορνεία γεννιέται ἀπὸ τὸ γεμάτο στομάχι. Ὁ Φαρισαῖος ὅμως καταξηραίνοντας τὸ σῶμα μὲ τὴν νηστείαν, ἐκαυχᾶτο ὅτι ἀπέχει πολὺ ἀπὸ αὐτὰ τὰ πάθη. Ἐπειδὴ οἱ Φαρισαῖοι νηστεύουν δύο ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, Δευτέρα καὶ Πέμπτη. Ἀπέναντι δὲ στὸ «ἅρπαγες καὶ ἄδικοι», ὁ Φαρισαῖος ἔβαλε τὸ «ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι». Ἐκαυχήθη ὅτι τόσον ἐναντιώνετο στὴν ἁρπαγὴ καὶ στὴν ἀδικίαν, ὥστε νὰ δίδη καὶ τὰ ἰδικά του σὲ ἄλλους. Διότι οἱ Ἑβραῖοι ἔδιδαν τὸ ἕνα δέκατον ἀπὸ ὅσα εἶχαν, καὶ ἀργότερα τὰ τρία δέκατα, τὸ ἕνα τρίτον δηλαδὴ τῆς περιουσίας τους. Ἀλλὰ καὶ τὶς ἀπαρχὲς καὶ τὰ πρωτοτόκια καὶ ἄλλα πολλὰ ἔδιδαν γιὰ τὰ ἁμαρτήματα, περὶ καθαρισμοῦ, στὶς ἑορτές, ὅταν ἐγίνοντο περικοπὲς στὰ χρέη τους, καὶ ὅταν ἐλευθέρωναν τοὺς δούλους καὶ ἐπίσης ὅταν ἔπαιρναν δάνεια χωρὶς τόκον. Ὅλα αὐτὰ ἐὰν συμψηφισθοῦν καὶ ὑπολογισθοῦν, δείχνουν ὅτι τὴν μισὴν περιουσία τους τὴν ἔδιδαν στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, χωρὶς νὰ ὑψηλοφρονοῦν καὶ νὰ ἀλαζονεύωνται ὅτι κάνουν κάτι μεγάλο. Καὶ μάλιστα ἂς ἀναλογισθοῦμε ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον λέγει: «Ἐὰν μὴ περισσεύση ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐκ εἰσελεύσεσθε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».
.           «Ὁ δὲ Τελώνης μακρόθεν ἐστώς, οὐκ ἤθελε οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων. Ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν ὅτι κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. Ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται». Ἐπειδὴ ὁ Τελώνης δὲν εἶχεν ἔργα ἀγαθά, οὔτε νὰ τὰ ἀπαριθμήση ἠμποροῦσε στὴν προσευχή του, ὅπως ὁ Φαρισαῖος. Ἀλλὰ κτυποῦσε τὸ στῆθος καὶ μαστίγωνε τὴν καρδία του, καὶ μὲ πολλὴν συντριβὴ καὶ κατάνυξιν ἔλεγε: «Ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Γι’ αὐτὸ καὶ ἐξιλεώνεται ἀπὸ τὸν ἐλεήμονα καὶ διαλλακτικὸν Κύριον. Διότι ὅλα τὰ ἁμαρτήματα τὰ ἀφανίζει ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ δὲ ὑπερηφάνεια ἀφανίζει ὅλες τὶς ἀρετές, ἐπειδὴ εἶναι μεγαλυτέρα καὶ βαρυτέρα ἀπὸ κάθε ἁμαρτία καὶ κακία. Εἶναι καλύτερα, ὅταν ἁμαρτάνωμε, νὰ ἐπιστρέφωμε καὶ νὰ ταπεινωνώμεθα, παρὰ νὰ κατορθώνωμε κάτι καὶ μετὰ νὰ ὑψηλοφρονοῦμε. Ὁ Τελώνης ἀπηλλάγη ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα, ἐπειδὴ ἐδέχθη τὴν κατηγορίαν τοῦ Φαρισαίου μὲ πραότητα καὶ ὑπομονήν, ἐνῶ ὁ Φαρισαῖος ἀπὸ τὴν δόξα ἔπεσε στὸ βάραθρον τῆς ἀτιμίας, ἐπειδὴ ἐδικαίωσε τὸν ἑαυτόν του καὶ κατηγόρησε τὸν Τελώνη καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὁ Τελώνης ἀπὸ τὴν ἀξιοκατάκριτον ζωὴ καὶ τὴν ἁμαρτίαν ἐπανῆλθε στὴν μακαρίαν ζωὴ καὶ κατάσταση, ἐνῶ ὁ Φαρισαῖος ἐταπεινώθη ἐξ αἰτίας τοῦ μεγέθους τῆς ὑψηλοφροσύνης του.

.            Δύο πράγματα ἀπαιτοῦνται ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, νὰ κατακρίνωμε τὰ ἰδικά μας ἁμαρτήματα καὶ νὰ συγχωροῦμε τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. Διότι ἐκεῖνος ποὺ βλέπει τὰ ἰδικά του ἁμαρτήματα, συγχωρεῖ πιὸ εὔκολα τοὺς ἄλλους, ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ κατακρίνει τοὺς ἄλλους, τὸν ἴδιον του ἑαυτὸν κατακρίνει καὶ καταδικάζει, ἔστω καὶ ἂν ἔχη πολλὲς ἀρετές. Ἀληθῶς μεγάλο πράγμα εἶναι τὸ νὰ μὴ κατακρίνωμε τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ τοὺς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί. Ἐμεῖς ὅμως, ἀφήνοντας τὶς ἰδικές μας ἁμαρτίες, τοὺς ἄλλους ἰδίως κατακρίνουμε, τοὺς ἄλλους ἐξετάζουμε, μὴ γνωρίζοντας ὅτι ἀκόμη καὶ ἂν εἴμεθα δικαιότεροι ἀπὸ ἄλλους, ἐὰν κατακρίνωμε τοὺς ἄλλους, γινόμεθα ἔνοχοι καὶ εἴμεθα ἄξιοι τῆς ἰδίας τιμωρίας καὶ τῶν ἰδίων βασάνων, τῶν ὁποίων εἶναι ἄξιος καὶ αὐτὸς τὸν ὁποῖον κρίνουμε. «ᾯ γὰρ κρίματι κρίνετε» λέγει, «τούτῳ καὶ κριθήσεσθε». Διότι αὐτὸς ποὺ πορνεύει, παραβαίνει ἐντολήν, ὅπως καὶ ἐκεῖνος ποὺ τὸν κρίνει. Ὥστε καὶ οἱ δύο παραβαίνουν θείαν ἐντολή, καὶ αὐτὸς ποὺ πορνεύει καὶ ἐκεῖνος ποὺ κρίνει.
.        Ἀλλὰ ἂς μεταφέρωμε μᾶλλον τὴν ἐξέταση τῶν ἄλλων καὶ τὴν λεπτομερῆ ἐνασχόληση στοὺς ἑαυτούς μας, ἀγαπητοί. Καὶ ἐὰν ἰδοῦμε κάποιους νὰ ἁμαρτάνουν, ἐμεῖς ἂς ἔχωμε τὶς ἰδικές μας ἁμαρτίες ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας, καὶ ἂς θεωροῦμε τὰ ἰδικά μας χειρότερα ἀπὸ τῶν ἄλλων. Διότι ἐκεῖνος ποὺ ἡμάρτησε, ἴσως καὶ τὴν ὥραν τῆς ἁμαρτίας νὰ μετενόησε, ἐνῶ ἐμεῖς μένουμε πάντοτε ἀδιόρθωτοι κατακρίνοντας καὶ ἐξετάζοντας ἄλλους. Ἐκεῖνος ὁ Λώτ, ἂν καὶ κατοικοῦσε στὰ Σόδομα, κανέναν δὲν κατέκρινε, κανέναν δὲν κατηγόρησε. Γι’ αὐτὸ ἐδικαιώθη, καὶ διεσώθη ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ τὴν πανωλεθρία, στὰ ὁποῖα κατεδικάστησαν οἱ Σοδομίτες.  Ἂς ταπεινωθοῦμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς κατακρίνοντας τοὺς ἑαυτούς μας, τοὺς ἑαυτούς μας νὰ ὀνειδίζωμε γιὰ νὰ ὑψωθοῦμε, νὰ γίνωμε ἀκατάκριτοι. Ἂς ἀγαπήσωμε τὴν ταπεινοφροσύνην. Μὲ αὐτὴν ἐδικαιώθη ὁ Τελώνης καὶ ἀπέβαλε τὸ φορτίον τῶν ἁμαρτημάτων του. Ἂς μισήσωμε τὴν ὑψηλοφροσύνην, ἐπειδὴ ὁ Φαρισαῖος ἀπὸ αὐτὴν κατεκρίθη καὶ ἔχασε τὶς ἀρετὲς ποὺ εἶχε. Ὁ Φαρισαῖος, ἐπειδὴ διέπραξε τὰ καλὰ μὲ ὄχι καλὸν τρόπο, κατεκρίθη. Ὁ Τελώνης ἀπορρίπτοντας μὲ καλὸν τρόπο τὰ μὴ καλὰ ἔργα, ἐδικαιώθη. Διότι ὁ Θεὸς εἶδε μὲ συμπάθειαν τὸν στεναγμὸν τοῦ Τελώνου, καὶ τὴν συντριβήν του καὶ τὰ κτυπήματα τοῦ στήθους του, καὶ ἀφοῦ ἐδέχθη τὸ «ἰλάσθητι» τὸν ἐδικαίωσε μαζὶ μὲ τὸν Ἄβελ. Τὶς δὲ θυσίες καὶ τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ κατορθώματα τοῦ καυχησιολόγου καὶ ὑπερηφάνου Φαρισαίου τὶς ἐσιχάθη καὶ τὶς ἀπεστράφη, καὶ τὸν κατεδίκασε, ὅπως τὸν ἀδελφοκτόνο Κάιν, γιὰ τὴν ἰδίαν αἰτία. Νὰ μάθωμε, ἀδελφοί, καὶ νὰ διδαχθοῦμε νὰ κάνωμε μεγάλα κατορθώματα. Νὰ μὴν ὑψηλοφρονοῦμε ὅμως γι’ αὐτά. Καὶ ἂν γίνωμε καλοί, δίκαιοι καὶ ἐπιεικεῖς καὶ πονόψυχοι καὶ ἐλεήμονες, ἐμεῖς νὰ ταπεινωνώμεθα καὶ νὰ μὴν ἔχωμε ὑπεροψία καὶ ἀλαζονεία, μήπως χάσωμε τοὺς κόπους καὶ τοὺς πόνους μας. Διότι λέγει ὁ Κύριος «ὅταν ταῦτα πάντα ποιήσητε, λέγετε ὅτι ἀχρεῖοι δοῦλοι ἐσμέν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι, πεποιήκαμεν».

.           Εἶναι ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον χρέος νὰ προσφέρωμε στὸν Θεὸν τῶν ὅλων τὴν δουλικὴν ταπείνωση, τὴν ὑπομονήν, τὴν ὑποταγήν, τὴν ὑπακοήν, τὴν εὐγνωμοσύνη, τὴν εὐχαριστία, καὶ νὰ μεγαλύνωμε καὶ νὰ προσκυνοῦμε τὸ πανάγιον θέλημά του, καὶ νὰ μὴν αἰσθανώμεθα σὰν δαγκώματα τοὺς ἐλέγχους καὶ τὶς ὕβρεις τῶν ἄλλων, οὔτε νὰ καταβαλλώμεθα στοὺς πειρασμούς, οὔτε νὰ δυσανασχετοῦμε, ὅταν μᾶς κατηγοροῦν, διότι καὶ ἀπὸ αὐτὰ καρπωνόμεθα πολλὴν ὠφέλειαν. Ἂς μάθωμε καὶ ἂς γνωρίσωμε, ἀδελφοί μου, τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐνίσχυση καὶ τὴν βοήθεια τῆς ταπεινώσεως. Ἂς μάθωμε τὴν καταδίκη καὶ τὴν ζημία καὶ τὴν ἀπώλεια ποὺ προξενεῖ ἡ ὑψηλοφροσύνη.
.        Καὶ ἐπειδὴ εἶναι μεγάλο ἀγαθὸν ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐξομολόγησις καὶ ἡ συντριβὴ καὶ τὰ δάκρυα καὶ οἱ ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδίας μας στεναγμοὶ καὶ ἡ κατάνυξις, γι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ἐξομολογῆσθε στὸν Θεὸν συνεχῶς καὶ νὰ τοῦ φανερώνετε τὰ ἁμαρτήματά σας. Διότι ἐὰν τοῦ παρουσιάζωμε γυμνὴν τὴν συνείδησί μας, καὶ τοῦ δείχνωμε τὰ τραύματα τῶν ψυχῶν μας, καὶ δὲν κρίνωμε τοὺς ἄλλους, οὔτε ἀποθηριωνόμεθα μὲ τὶς ὕβρεις τῶν συνανθρώπων μας οὔτε λυπούμεθα γιὰ τὶς κατηγορίες καὶ τὶς ἀδικίες τους, θὰ μᾶς λυπηθῆ ὁ φιλάνθρωπος Κύριος καὶ θὰ μᾶς κεράση τὰ φάρμακα τῆς συμπαθείας καὶ τῆς εὐσπλαχνίας του. Θὰ τὰ βάλη στὰ τραύματά μας καὶ θὰ μᾶς θεραπεύση. Ἂς δείξωμε τὰ ἁμαρτήματά μας στὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐντροπιάζει, ἀλλὰ θεραπεύει. Διότι καὶ ἂν ἐμεῖς σιωπήσωμε, ἐκεῖνος τὰ γνωρίζει ὅλα.

.           Ἂς εἰποῦμε λοιπὸν τὰ ἁμαρτήματά μας, ἀδελφοί, καὶ ἂς ἐξομολογηθοῦμε καθαρὰ στὸν Κύριον, γιὰ νὰ κερδίσωμε τὴν συμπάθειάν του. Ἂς ἀφήσωμε τὶς ἁμαρτίες μας ἐδῶ γιὰ νὰ πᾶμε ἐκεῖ καθαροὶ καὶ ἕτοιμοι, καὶ νὰ εἰσαχθοῦμε ἀπὸ τὸν δίκαιον Κριτὴ στὴν Βασιλεία του τὴν ἀτελεύτητο καὶ αἰωνία, καὶ νὰ κληρονομήσωμε τὶς μελλοντικὲς ἐκεῖνες καὶ ἀγέραστες διαμονὲς καὶ τὴν ἀπέραντο χαρὰ καὶ ἀπόλαυση, τὰ ὁποία εἴθε νὰ ἐπιτύχωμε ἐν αὐτῷ Χριστῷ τῷ Θεῶ ἠμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 ΠΗΓΗ:  «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ» (orp.gr
Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς



, , , , ,

Σχολιάστε

ΕΠΙ ΤΕΛΟΥΣ, ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΖΗΤΗΣΕΙ ΣΥΓΓΝΩΜΗΝ!

π τέλους, κάποιος ν ζητήσει συγγνώμην!

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἡ χρυσὴ λέξη ΣΥΓΓΝΩΜΗΝ δὲν συμπεριλαμβάνεται στὸ λεξικὸ τῆς Φαρισαϊκῆς Ἀλαζονίας. Μήπως γι᾽ αὐτὸ δὲν ἄρχισε νὰ καταλαβαίνει κι ὁ κόσμος καὶ νὰ κλιμακώνεται ἡ ἀποστροφὴ καὶ ἡ βδελυγμία τῶν ἀνθρώπων;
«Ο ΚΟΣΜΟΣ ΘΑ ΣΙΧΑΘΕΙ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ», ἄλλωστε δὲν εἶπε πρὸ εἰκοσαετίας καὶ πλέον ὁ π. Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης; https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/01/28/μήπως-ἐπιβεβαιώνονται-ὁ-κόσμος-θὰ-σι/

Κωνσταντῖνος Χολέβας
-Πολιτικὸς Ἐπιστήμων

.          Διαβάζουμε στατιστικὰ στοιχεῖα ποὺ δείχνουν ὅτι μετὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ Μνημονίου περὶ τὰ 3 ἑκατομμύρια Ἑλλήνων βρίσκονται στὰ ὅρια τῆς φτώχιας. Ἀκοῦμε τὸν κ. Κ. Σημίτη νὰ παρουσιάζεται ὡς ὄψιμος, ἀλλὰ δεινὸς ἐπικριτὴς τοῦ Μνημονίου. Μαθαίνουμε ἀπὸ τὸν κ. Μ. Χρυσοχοΐδη ὅτι ὁ ἴδιος ψήφισε τὸ ἐπαχθὲς Μνημόνιο χωρὶς νὰ τὸ διαβάσει. Ἀκοῦμε τὶς συνεχεῖς καταγγελίες στελεχῶν τῆς Ἑλληνικῆς Στατιστικῆς Ἀρχῆς ὅτι ἀλλοιώθηκαν κρίσιμα οἰκονομικὰ στοιχεῖα, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦμε στὸ Διεθνὲς Νομισματικὸ Ταμεῖο. Ἀκοῦμε κυβερνητικὰ στελέχη νὰ παραδέχονται τὴν ἀποτυχία τοῦ Μνημονίου. Καὶ οἱ ἀποκαλύψεις καθημερινὰ συνεχίζονται.
.          […] Ἀπορῶ, ὅμως, γιατί δὲν ἔχουμε ἀκούσει ἀκόμη μία ἔκφραση συγγνώμης, δὲν ἔχουμε διαβάσει οὔτε μία παράγραφο αὐτοκριτικῆς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ φανατικὰ στήριξαν καὶ προπαγάνδισαν τὸ Μνημόνιο. Ἐπὶ μῆνες βλέπαμε δημοσιογράφους, ἀναλυτὲς καὶ Πανεπιστημιακούς, λίγους πάντως, ὄχι πολλούς, νὰ παρουσιάζουν ὡς μάννα ἐξ οὐρανοῦ τὰ ἀντιλαϊκὰ μέτρα τοῦ Μνημονίου, τὰ ὁποῖα τελικὰ ἀποδείχθηκαν καὶ ἀναποτελεσματικά. Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι σήμερα ὑπερήφανοι; Πιστεύουν ὅτι ἐνημέρωσαν σωστὰ τὴν κοινὴ γνώμη; Θεωροῦν ὅτι ἐξεπλήρωσαν μὲ κοινωνικὴ εὐαισθησία τὸ ἀκαδημαϊκό, πολιτικὸ ἢ δημοσιογραφικὸ λειτούργημά τους; Δὲν ἔχουν οὔτε καν τὴν διάθεση νὰ ψελλίσουν μία συγγνώμη;
.          Τὴν ἴδια ἔλλειψη εὐαισθησίας εἴχαμε δεῖ καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Σχεδίου Ἀνάν. Ἐπὶ μῆνες πολιτικοί, δημοσιογράφοι καὶ Πανεπιστημιακοί, πάλι λίγοι ἀλλὰ μὲ πρόσβαση στὰ ΜΜΕ, προσπαθοῦσαν νὰ μᾶς πείσουν ὅτι ἡ τυχὸν καταψήφιση τοῦ Σχεδίου θὰ ὁδηγοῦσε τὴν Κύπρο σὲ καταστροφή. Ἀλλοίωναν τὴν ἱστορία, γιὰ νὰ ἀποδείξουν πόσο φιλειρηνικοὶ εἶναι οἱ Τοῦρκοι καὶ οἱ Τουρκοκύπριοι καὶ ὅτι χειρότερος ἀπὸ τὸν Ἀττίλα εἶναι ὁ … ἑλληνικὸς ἐθνικισμός. Ἐξιδανίκευαν τὸ διχοτομικὸ σχέδιο καὶ ἀπέκρυπταν τὰ πάμπολλα ἐλαττώματά του. Παρουσίαζαν ὡς ἄκρα δικαιοσύνη τὶς ἀδικίες εἰς βάρος τῶν Ἑλληνοκυπρίων ποὺ περιελάμβανε. Ἀπέκρυπταν τὶς ὀδυνηρὲς οἰκονομικὲς συνέπειες, τὶς ὁποῖες θὰ ὑφίστατο ἡ ἑλληνικὴ πλευρά. Καὶ ὅταν ἡ Κύπρος ἔγινε μέλος τῆς Ε.Ε. μετὰ τὴν ἀπόρριψη τοῦ Σχεδίου, τότε σιώπησαν ἐκκωφαντικά.
.          Οὔτε καὶ τότε ἀκούσθηκε μία ἔκφραση συγγνώμης. Οὔτε καὶ ὅταν δέκα κορυφαῖοι νομικοὶ καὶ διεθνολόγοι ἀπὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν Δυτικὴ Εὐρώπη κατέγραψαν μὲ πλήρη τεκμηρίωση τὰ ἀπαράδεκτα, ρατσιστικὰ καὶ μὴ λειτουργικὰ στοιχεῖα τοῦ Σχεδίου. Μάλιστα παρατηρῶ ὅτι πολλο π ατος πο πέγραφαν προπαγάνδιζαν τότε πρ το Σχεδίου νν σήμερα πρωτοστατον στν διαφήμιση κα ποστήριξη το Μνημονίου. Φοβοῦμαι ὅτι σ μία μικρ λλ διακριτ κατηγορία διαμορφωτν τς κοινς γνώμης πάρχει μία κουλτούρα ποταγς, μία δυσανεξία πρς τν θνικ ξιοπρέπεια κα τν θνικ κυριαρχία. Καὶ ἐντυπωσιάζομαι μὲ τὸ θράσος τους, ὅταν ἔρχονται νὰ ἐμφανισθοῦν ὡς σωτῆρες τοῦ τόπου καὶ ἱδρύουν κινήσεις προβληματισμοῦ ὑπὲρ τοῦ Μνημονίου. Οἱ βαρύτατα ἀτυχήσαντες στὶς προβλέψεις τους γιὰ τὸ Σχέδιο Ἀνάν ἔρχονται τώρα νὰ μᾶς πείσουν ὅτι πρέπει νὰ μὴ σηκώνουμε κεφάλι οὔτε νὰ ἀντιδροῦμε, ὅταν μιλᾶ ἡ τρόικα ἢ ἡ ὁποιαδήποτε τρόϊκα. Τὰ γραπτά, ὅμως, μένουν καὶ οἱ ὑπογραφές τους ὑπὲρ τοῦ διαλυτικοῦ Σχεδίου Ἀνὰν ὑπάρχουν. Τὶς βρίσκει ὁ καθένας. Ποιοί θ μς σώσουν, λοιπόν; Ατο πο σ να καίριο θνικ θέμα ζητοσαν ν πογράψουμε τν καταστροφ το Κυπριακο λληνισμο; Ο παδο το νάν, το Στρς Κν κα το ρντογάν; χ, μάν!
.             Πιστεύω ὅτι θὰ ἐνισχυόταν ὁ δημοκρατικὸς διάλογος στὴν χώρα μας, ἂν κάποιοι ἀμνήμονες τοῦ Μνημονίου καὶ τοῦ Ἀνὰν ζητοῦσαν μία γενναία συγγνώμη.

ΠΗΓΗ: antibaro.gr

, ,

Σχολιάστε