Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀκάθιστος Ὕμνος

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

κάθιστος μνος

ἀπὸ τὸν Κωνσταντίνο Ἀθ. Οἰκονόμου, δάσκαλo

ΓΕΝΙΚΑ: Ἀκάθιστος ὕμνος ὀνομάζεται ἕνας ὕμνος, γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἕνα Κοντάκιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος ψάλλεται στοὺς ναοὺς τὶς πέντε πρῶτες Παρασκευὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, τὶς πρῶτες τέσσερις τμηματικά, καὶ τὴν πέμπτη ὁλόκληρος. Εἶναι ἕνας ὕμνος ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ προοίμιο καὶ 24 οἴκους σὲ ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίδα, ἀπὸ τὸ Α ὣς τὸ Ω, δηλαδὴ κάθε «οἶκος», ἢ στροφή, ξεκινᾶ μὲ τὸ ἀντίστοιχο κατὰ σειρὰ ἑλληνικὸ γράμμα. Θεωρεῖται δίκαια ὡς ἀριστούργημα τῆς βυζαντινῆς ὑμνογραφίας. Εἶναι γραμμένος πάνω στοὺς κανόνες τῆς ὁμοτονίας, ἰσοσυλλαβίας καὶ ἐν μέρει τῆς ὁμοιοκαταληξίας. Ἡ γλῶσσα του εἶναι ποιητική, ἐμπλουτισμένη ἀπὸ κοσμητικὰ ἐπίθετα καὶ πολλὰ σχήματα λόγου. Τὸ θέμα του εἶναι ἡ ἐξύμνηση τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῆς Θεοτόκου. Ὁ ὕμνος αὐτὸς ὀνομάζεται «Ἀκάθιστος» ἀπὸ τὴν ὄρθια στάση, ποὺ τηροῦν οἱ πιστοὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ψαλμωδίας της1. Οἱ πιστοὶ ἔψαλαν παλαιότερα τὸν Ἀκάθιστο ὕμνο ὄρθιοι, ὑπὸ τὶς συνθῆκες ποὺ θεωρεῖται ὅτι ἐψάλη γιὰ πρώτη φορά. Σύμφωνα μὲ ἀναφορὲς Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἦταν στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὴν ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Τὸ 626, ὅταν ὁ Αὐτοκράτορας Ἡράκλειος ἡγεῖτο ἐκστρατείας τοῦ βυζαντινοῦ στρατοῦ κατὰ τῶν Περσῶν, ἡ Βασιλεύουσα πολιορκήθηκε αἰφνιδιαστικά, κατόπιν συνεργασίας ἀντιπερισπασμοῦ μὲ τοὺς Περσες, ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους. Γνωρίζοντας τὴν ἀπουσία στρατοῦ, οἱ Ἄβαροι ἀπέρριψαν κάθε πρόταση ἐκεχειρίας καὶ στὶς 6 Αὐγούστου Αὐγούστου κατέλαβαν τὴν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν. Τὴ νύχτα τῆς 7ης πρὸς 8η Αὐγούστου, ἑτοιμάζονταν γιὰ τὴν τελικὴ ἐπίθεση, ἐνῶ ὁ Σέργιος, Πατριάρχης Κων/λεως, περιέτρεχε τὰ τείχη τῆς Πόλης μὲ τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βλαχερνίτισσας καὶ ἐνεθάρρυνε τὸ λαό. Λίγη ὥρα ἀργότερα, μέσα στὴ νύχτα, φοβερὸς ἀνεμοστρόβιλος, δημιούργησε τρικυμία καὶ κατέστρεψε τὸν ἀποτελούμενο ἀπὸ ἐλαφρὰ μονόξυλα ἐχθρικὸ στόλο, ἐνῶ μία ἀντεπίθεση τῶν ἀμυνόμενων προξένησε τεράστιες ἀπώλειες στοὺς Ἀβάρους καὶ τοὺς συνεργαζόμενους Πέρσες, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάστηκαν νὰ λύσουν τὴν πολιορκία καὶ νὰ ἀποχωρήσουν ἄπρακτοι. Τὴν 8η Αὐγούστου, ἡ Πόλη εἶχε πιὰ σωθεῖ ἀπὸ τὴ μεγαλύτερη ὣς τότε ἀπειλή. Ὁ λαός, θέλοντας νὰ πανηγυρίσει τὴ σωτηρία του, τὴν ὁποία ἀπέδωσε στὴ συνδρομὴ τῆς Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στὸ Ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν. Τότε, ὄρθιο τὸ πλῆθος τοῦ πιστοῦ λαοῦ ἔψαλε τὸν ἀπὸ τότε λεγόμενο «Ἀκάθιστο Ὕμνο» στὴν Παναγία, ἀποδίδοντας τὰ «νικητήρια» καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη τοῦ «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

ΑΛΛΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ: Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατέστερη ἄποψη, ὁ ὕμνος εἶχε συντεθεῖ νωρίτερα καὶ μάλιστα θεωρεῖται ὅτι ψαλλόταν στὸ συγκεκριμένο ναὸ στὴν ἀγρυπνία τῆς 15ης Αὐγούστου κάθε ἔτους. Ἁπλῶς, ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὁ ὕμνος ἐψάλη «ὀρθοστάδην», ἐνῶ ἀντικαταστάθηκε τὸ ὣς τότε προοίμιο, “Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει”, μὲ τὸ ὡς σήμερα χρησιμοποιούμενο “Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια”, τὸ ὁποῖο ἔδωσε δοξολογικὸ καὶ ἐγκωμιαστικὸ τόνο στὸν ὣς τότε διηγηματικὸ καὶ περισσότερο δογματικὸ ὕμνο. Σύμφωνα ὅμως μὲ ἄλλες πηγές, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος συνδέεται καὶ μὲ ἄλλα παρόμοια γεγονότα, ὅπως τὶς πολιορκίες καὶ τὴν σωτηρία τῆς Κωνσταντινούπολης ἐπὶ τῶν Αὐτοκρατόρων Κων/νου Πωγωνάτου [673], Λέοντος Ἰσαύρου [717-8] καὶ Μιχαὴλ Γ΄[860].

Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΤΟΥ ΥΜΝΟΥ: Ἐνῶ εἶναι ἀδιαμφισβήτητο ὅτι ὁ ὕμνος ψαλλόταν ὡς εὐχαριστήρια ὠδὴ πρὸς τὴ Θεοτόκο, τὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγὸ τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους, ἐν τούτοις τὸ πρόβλημα τῆς σύνθεσης τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου παραμένει μέχρι καὶ σήμερα ἕνα ἀπὸ τὰ δυσκολοτέρα φιλολογικὰ προβλήματα, καθὼς οἱ μελετητὲς δὲν ἔχουν ἀκόμη καταλήξει στὸ ποιός, πότε καὶ γιατί συνέθεσε τὸν ὕμνο αὐτό. Πάντως σὲ ὅλα τὰ χειρόγραφα ὁ ὕμνος φέρεται ὡς ἀνώνυμος, ἐνῶ ὁ Συναξαριστής, ποὺ τὸν συνδέει μὲ τὰ γεγονότα τοῦ Αὐγούστου τοῦ 626, δὲν ἀναφέρει οὔτε τὸ χρόνο σύνθεσης, οὔτε τὸν μελωδό του. Τὸ περιεχόμενό του πάντως ἀπηχεῖ τὶς δογματικὲς θέσεις τῆς Τρίτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου [431], ἑπομένως ὁ Ὕμνος δὲν συνετέθη νωρίτερα ἀπὸ τὴ χρονιὰ αὐτή. Κάποιοι ἐρευνητὲς θεωροῦν ὅτι ἀπὸ τὸ περιεχόμενό του συνάγεται ὅτι ὁ ὕμνος ἀναφέρεται σὲ κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τῶν Χριστουγέννων, ἑορτὲς οἱ ὁποῖες χωρίστηκαν ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ [527-565], πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ ὕμνος γράφτηκε τὸ ἀργότερο ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ. Ἡ ὀρθόδοξη βυζαντινὴ παράδοση ὅμως ἀποδίδει τὸν Ἀκάθιστο ὕμνο στὸν μεγάλο βυζαντινὸ ὑμνογράφο τοῦ 6ου αἰώνα, Ρωμανὸ τὸ Μελωδό.Τὴν ἄποψη αὐτὴ ὑποστηρίζουν πολλοὶ ἐρευνητές, ὅπως οἱ: P. Krypiakiewicz, F. Doelger, H.-G. Beck, E. Wellesz, P. Maas, Σ. Εὐστρατιάδης, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ὅτι οἱ ἐκφράσεις τοῦ ὕμνου, ἡ ποιητική του ἀρτιότητα καὶ ἡ δογματική του πληρότητα ὁδηγοῦν στὸ Ρωμανό. Τέλος, σὲ ἕναν κώδικα τοῦ 13ου αἰώνα, ὑπάρχει σημείωση, τοῦ 16ου, ὅμως, αἰώνα, ἡ ὁποία ἀναφέρει τὸν Ρωμανὸ ὡς ποιητὴ τοῦ ὕμνου. Ἡ ἄποψη αὐτή, πάντως, ἀντικρούεται ἀπὸ πολλοὺς μελετητὲς ποὺ βρίσκουν στὴ δομή, στὸ ὕφος καὶ τὸ περιεχόμενό του πολλὰ στοιχεῖα τῆς μεταρωμανικῆς ἐποχῆς2. Σύμφωνα, λοιπὸν μὲ μία ἐκδοχή, ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Βυζαντινῆς Φιλολογίας Ν. Β. Τωμαδάκη, ἀλλὰ καὶ τὸν O. Bardenhewer, ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανοῦ Α΄[716-730], ὁ ὁποῖος ἔζησε τὰ γεγονότα τῆς θαυμαστῆς λύτρωσης τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τὴν πολιορκία τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Ἄραβες τὸ 718, ἐπὶ Λέοντος Ἰσαύρου. Ἡ ἐκδοχὴ αὐτὴ ἐνισχύεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μία λατινικὴ μετάφραση τοῦ Ὕμνου, ποὺ ἔγινε περὶ τὸ 800, ἀπὸ τὸ Βενατσιάνο ἐπίσκοπο Χριστόφορο, τὸν ἀναφέρει ὡς δημιουργὸ τοῦ ὕμνου3. Μία ἄλλη ἐκδοχή, ὑποστηριζόμενη ἀπὸ τὸν Θ. Δετοράκη, βασίζεται σὲ μία ἀχρονολόγητη εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα Ἱεροσολύμων, ὅπου εἰκονίζεται ἕνας μοναχός, ποὺ κρατάει εἰλητάριο, ὅπου ἀναγράφεται: “Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη4”. Στὸ κεφάλι τοῦ μοναχοῦ αὐτοῦ γράφει “ὁ ἅγιος Κοσμᾶς”. Πρόκειται γιὰ τὸν Κοσμᾶ τὸ Μελωδό, ὁ ὁποῖος ἔζησε καὶ αὐτὸς τὰ γεγονότα τοῦ 718 [κοιμήθηκε τὸ 752]. Τέλος, ἄλλοι ἐραυνητὲς θεωροῦν ὅτι ὁ Ὕμνος συνετέθη ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Σέργιο [K. Krumbacher, W. Christ, M. Paranikas, C. Del Grande, Αἰκ. Χριστοφιλοπούλου), τὸν σύγχρονο μὲ τὴν πολιορκία Γεώργιο Πισίδη, τὸν Ἱερὸ Φώτιο, τὸν Ἀπολινάριο τὸν Ἀλεξανδρέα, τὸν Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, κ.ἄ. Πάντως μὲ βεβαιότητα, οἱ εἱρμοὶ τοῦ Κανόνα τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου εἶναι ἔργο τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ἐνῶ τὰ τροπάρια τοῦ Ἰωσὴφ Ξένου του Ὑμνογράφου.

Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ: Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἀποτελεῖται ἀπὸ 24 “οἴκους”, στροφὲς δηλαδή, οἱ ὁποῖοι εἶναι δύο εἰδῶν. Οἱ περιττοὶ (Α-Γ-Ε., κ.τ.λ.), ποῦ εἶναι ἐκτενεῖς, ἀποτελοῦνται ἀπὸ δεκαοκτὼ στίχους. Οἱ πέντε πρῶτοι περιλαμβάνουν τὴ διήγηση, οἱ δώδεκα ἑπόμενοι ἀποτελοῦν χαιρετισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Θεοτόκο καὶ ὁ δέκατος ὄγδοος εἶναι τὸ ἐφύμνιο “χαῖρε νύμφη Ἀνύμφευτε”. Οἱ ἄρτιοι οἶκοι (Β-Δ-Ζ, κ.τ.λ..), ποὺ εἶναι σύντομοι, ἀποτελοῦνται μόνο ἀπὸ πέντε στίχους διήγησης καὶ τὸ ἐπίσης σύντομο ἐφύμνιο “Ἀλληλούια”. Ἀπὸ τοὺς ἄρτιους οἴκους, οἱ περισσότεροι ἀναφέρονται στὸν Χριστὸ καὶ κάποιοι στὴν Θεοτόκο (Β-Δ-Ζ-Ω). Γενικὸ θέμα τοῦ ὕμνου εἶναι ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου. Μὲ πηγές του τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος περιγράφει τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ἀλλὰ προχωρεῖ καὶ σὲ θεολογικὴ καὶ δογματικὴ ἀνάλυσή τους. Ὁ πρῶτοι δώδεκα οἶκοι του (Α ἕως Μ) ἀποτελοῦν τὸ ἱστορικὸ μέρος, ὅπου ἐξιστοροῦνται τὰ γεγονότα ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου μέχρι τὴν Ὑπαπαντή, ἀκολουθώντας τὴ διήγηση τοῦ Εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ. Ἔτσι, ἀναφέρεται ὁ Εὐαγγελισμὸς (Α-Δ), ἡ ἐπίσκεψη τῆς ἐγκύου Παρθένου στὴν Ἐλισάβετ (Ε), οἱ ἀμφιβολίες τοῦ Ἰωσὴφ (Ζ), ἡ προσκύνηση τῶν ποιμένων (Η) καὶ τῶν Μάγων (Θ-Κ), ἡ Ὑπαπαντὴ (Μ) καὶ ἡ φυγὴ στὴν Αἴγυπτο (Λ) [ὁ μόνος οἶκος ποὺ ἔχει πηγὴ τὸ ἀπόκρυφο πρωτευαγγέλιο τοῦ Ματθαίου. Οἱ τελευταῖοι δώδεκα (Ν-Ω) ἀποτελοῦν τὸ θεολογικὸ ἢ δογματικὸ μέρος, στὸ ὁποῖο ὁ μελωδὸς ἀναλύει θεολογικὲς καὶ δογματικὲς προεκτάσεις τῆς Ἐνανθρώπησης τοῦ Κυρίου καὶ τὸ σκοπό της, ποὺ εἶναι ἡ σωτηρία τῶν πιστῶν. Ὁ μελωδὸς βάζει στὸ στόμα τοῦ ἀρχαγγέλου, τοῦ ἐμβρύου Προδρόμου, τῶν ποιμένων, τῶν μάγων καὶ τῶν πιστῶν τὰ 144 συνολικὰ “Χαῖρε” πρὸς τὴ Θεοτόκο, ποὺ ἀποτελοῦν ποιητικὸ ἐμπλουτισμὸ τοῦ χαιρετισμοῦ τοῦ Γαβριὴλ “Χαῖρε Κεχαριτωμένη”, ποὺ ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς5

ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἔρχεται καὶ φέρνει τὸ θεϊκὸ μήνυμα, τὸ “χαῖρε”, στὴ Θεοτόκο. Ἡ Θεοτόκος ἀπορεῖ γιὰ τὸν παράδοξο τρόπο τῆς συλλήψεως. Ὁ Γαβριὴλ τῆς ἐξηγεῖ τὴν ἀπόρρητη βουλὴ τοῦ Θεοῦ. Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἐπισκιάζει τὴν Παρθένο καὶ συλλαμβάνει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἡ Θεοτόκος ἐπισκέπτεται τὴ συγγενῆ της Ἐλισάβετ, ποὺ κυοφορεῖ τὸν Πρόδρομο Ἰωάννη, καὶ ἀνταλλάσσουν προφητικοὺς λόγους. Ὁ Ἰωσὴφ ἀμφιβάλλει, ἀλλὰ ἐνημερώνεται ἀπὸ τὸν ἄγγελο γιὰ τὸ μυστήριο τῆς συλλήψεως. Ὁ Χριστὸς γεννᾶται καὶ οἱ ποιμένες ἔρχονται καὶ Τὸν προσκυνοῦν. Τὸ ἀστέρι δείχνει τὸν δρόμο στοὺς μάγους τῆς Ἀνατολῆς. Οἱ μάγοι προσκυνοῦν τὸ Θεῖο Βρέφο καὶ ἐπιστρέφουν ἀπὸ ἄλλο δρόμο στὴ Βαβυλώνα. Ἡ φυγὴ τῆς Ἁγίας Οἰκογένειας στὴν Αἴγυπτο. Ὁ Συμεὼν δέχεται στὴν ἀγκάλη του ὡς βρέφος τὸν Χριστό. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν σάρκωσή Του δημιουργεῖ νέα κτίση, ποὺ Τὸν δοξολογεῖ. Ὁ παράξενος [“ὁ ξενος”] τόκος προτρέπει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀποξενωθοῦν ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ νὰ ὑψώσουν τὸ νοῦ τους στὸν οὐρανό. Ὅλος ἦταν στὴν γῆ ὁ δοξολογούμενος Λόγος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ δὲν ἀπουσίαζε. Οἱ ἄγγελοι θαύμασαν τὸ ἔργο τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κοινωνία του μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου μένουν ἄφωνοι, μὴ μπορώντας νὰ ἐξηγήσουν τὸ μυστήριο τῆς γεννήσεως Ὁ Ποιμένας γίνεται πρόβατο γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο. Ἡ Παρθένος γίνεται τεῖχος ποὺ προστατεύει ὅλους τοὺς πιστούς. Κανένας ὕμνος δὲν ἐπαρκεῖ γιὰ νὰ ὑμνηθεῖ ὁ Σαρκωθεὶς Βασιλέας. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ λαμπάδα, ποὺ καθοδηγεῖ τοὺς πιστοὺς στὴ Θεογνωσία. Ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸ κόσμο γιὰ νὰ δώσει χάρη. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἔμψυχος ναὸς στὸν ὁποῖο δοξάζεται ὁ Χριστός. Τέλος, Ὕμνος καὶ ἱκεσία πρὸς τὴν Παρθένο.

ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ: Παλαιότερα ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ψαλλόταν. Δὲν διασώθηκε ὅμως ὁ τρόπος μελωδικῆς του ἐκτέλεσης, γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ψάλλεται μόνο τὸ προοίμιο σὲ ἦχο πλάγιο δ´. Στὴν ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν, ψάλλεται ἀρχικὰ ὁ “Κανόνας” [Τροπάρια τῶν Χαιρετισμῶν], μὲ ἐννέα ὠδές, ξεκινώντας μὲ τοὺς ἀντίστοιχους εἱρμούς: Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος… Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε… Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ ἐπὶ θρόνου Θεότητος… Ἐξέστη τὰ σύμπαντα, ἐπὶ τῇ θείᾳ δόξῃ σου… Τὴν θείαν ταύτην καὶ παντιμον… Οὐκ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει οἱ θεόφρονες… Παίδας εὐαγεῖς ἐν τῇ καμίνῳ… Ἅπας γηγενὴς σκιρτάτω τῷ πνεύματι… Ἀκολουθεῖ ἡ ἀπαγγελία τῶν οἴκων τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου. Ὁ ἱερέας στέκεται στὸ μέσο τοῦ ναοῦ, ἐκεῖ ποὺ παλιὰ βρισκόταν ὁ ἄμβωνας, καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖο ψαλλόταν τὸ κοντάκιο. Ἐκεῖ, μπροστὰ σὲ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἀπαγγέλλει τοὺς οἴκους. Τὶς πρῶτες τέσσερις Παρασκευὲς τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ἀπαγγέλλει ἀπὸ 6 οἴκους, δηλαδὴ τὴν πρώτη Παρασκευὴ (Α΄ Χαιρετισμοὶ) τοὺς Α-Ζ, τὴ δεύτερη (Β΄ Χαιρετισμοί) τοὺς Η-Μ, τὴν τρίτη (Γ΄ Χαιρετισμοὶ) τοὺς Ν-Σ, τὴν τέταρτη (Δ΄ Χαιρετισμοὶ) τοὺς Τ-Ὢ καί, τέλος, τὴν πέμπτη Παρασκευὴ (Ἀκάθιστος Ὕμνος) ὅλους μαζί.
.              Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ πὼς στὴν Κωνσταντινούπολη, τὴν γ΄ Παρασκευὴ τῶν Νηστειῶν, συνηθίζεται νὰ πηγαίνει ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης μὲ τοὺς πατριαρχικοὺς χοροὺς στὸ ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν καὶ νὰ ἀπαγγέλλει ἐκεῖ τοὺς οἴκους τοῦ Ἀκαθίστου. Ἡ παράδοση αὐτὴ ἀνακαλεῖ τὴ μνήμη τῶν γεγονότων τοῦ 626, δηλαδὴ τῆς σωτηρίας τῆς Πόλης καὶ τῆς πρώτης ἐκτέλεσης τοῦ Ὕμνου. Ὁ ἱστορικὸς αὐτὸς συμβολισμὸς προσδίδει λαμπρότητα καὶ συναισθηματικὴ φόρτιση στὴν ἀκολουθία, τὴν ὁποία παρακολουθοῦν κάθε χρόνο πολλοὶ χριστιανοὶ ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Πόλης.

ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ: Στὴν περίφημη εἰκόνα τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, ἡ Παναγία εἰκονίζεται σὲ ὄρθια στάση, μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα σὲ δέηση, ἐνῶ σὲ ἐγκόλπιο, ποὺ ἔφερε στὸ στῆθος της, εἰκονιζόταν ὁ Χριστός. Ἡ εἰκόνα ἐξαφανίστηκε κατὰ τὴν Εἰκονομαχία καὶ κατὰ τὴν παράδοση ἀνακαλύφθηκε τὸ 1030 πίσω ἀπὸ ἕναν τοῖχο, ὅταν ὁ Ρωμανὸς Γ΄ ὁ Ἀργυρὸς ἀνακαίνισε τὸ ναό6. Κατὰ καιροὺς ἔχουν ἁγιογραφηθεῖ διάφορες εἰκόνες μὲ θέμα τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο, στὶς ὁποῖες παρουσιάζεται ἡ Παναγία καὶ γύρω της μικρὲς εἰκόνες ποὺ ἀναφέρονται σὲ κάθε οἶκο τοῦ ὕμνου. Ὑπάρχουν ἐπίσης σχετικὲς τοιχογραφίες μὲ τὸ θέμα αὐτὸ σὲ διάφορους ναούς. Ἀπὸ τὶς φορητὲς εἰκόνες, οἱ πιὸ γνωστὲς εἶναι: Α΄ τῆς Μονῆς Δοχειαρίου, ποὺ εἶναι μία μικρὴ καὶ δυσδιάκριτη φορητὴ εἰκόνα καὶ ἡ ὁποία, κατὰ τὴν παράδοση, εἶναι αὐτή, μπροστὰ στὴν ὁποία ἐψάλη γιὰ πρώτη φορὰ ὁ ὕμνος ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Σέργιο. Αὐτὸ γράφει καὶ ἀργυρὴ πλάκα στὸ πίσω μέρος της. Ἡ παράδοση ἀναφέρει θαύματα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν εἰκόνα αὐτή. Φυλάσσεται σὲ ὁμώνυμο παρεκκλήσιο καὶ ἐκεῖ διαβάζονται οἱ Χαιρετισμοὶ ἐπὶ καθημερινῆς βάσεως. Β΄τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου. Στὸ Καθολικὸ αὐτῆς τῆς μονῆς φυλάσσεται ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ποὺ ὅταν, κατὰ τὴν παράδοση, τὸ 1837 ξέσπασε πυρκαγιά, καὶ οἱ μοναχοὶ ἔψαλλαν τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο, ἡ εἰκόνα παρέμεινε ἄθικτη. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἑορτάζεται στὶς 12 Ἰανουαρίου. Γ΄ τῆς Μονῆς Ζωγράφου. Μπροστὰ στὴν εἰκόνα αὐτὴ τοῦ Ἀκαθίστου, κατὰ τὴν παράδοση, ἕνας γέροντας διάβαζε καθημερινὰ τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο μέχρι ποὺ κάποια μέρα ἡ εἰκόνα μίλησε καὶ προανήγγειλε ὅτι πλησιάζουν λατινόφρονες στὸ μοναστήρι. Ἔκτοτε ἡ εἰκόνα ὀνομάζεται Προαναγγελόμενη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια Ἃ΄1130-1156. Ι. Φουντούλης, Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ἰστότοπος τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. mountathow.gr Γρηγόριος Παπαγιαννάκης. Ἀκάθιστος Ὕμνος: ἄγνωστες πτυχὲς ἑνὸς πολὺ γνωστοῦ κειμένου. Ἐκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006. O Ἀκάθιστος Ὕμνος [κείμενο], Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος [Μυριόβιβλος]. Α. Φιλιππίδης, Ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὰ χρόνια του Ἀκαθίστου Ὕμνου, περιοδικὸ Παρέμβασις, Μάρτιος 2006. Παναγιώτης Ἀραμπατζής, «Ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημα: ποιὸς εἶναι ὁ ποιητὴς τῶν 24 οἴκων τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου ἐκ τῆς μυστικῆς ἀκροστιχίδος του», Ἑλληνικὴ Ἱστορικὴ Ἑταιρεία, Η´ Πανελλήνιο Ἱστορικὸ Συνέδριο-Πρακτικά, Ἀθήνα, 1987, σελ.137-140. Ἀκάθιστος Ὕμνος, λῆμμα στὸ Orthodoxwiki καὶ στὴ Wikipedia. Μπορίσοβα, Τατιάνα, Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καὶ ἡ μετάφρασή του στὴν ἐκκλησιαστικὴ σλαβικὴ γλώσσα, Πανεπιστήμιο Κρήτης. Σχολὴ Φιλοσοφική. Τμῆμα Φιλολογίας, 2007.

 

 

1.Διαβάζουμε στὸ Συναξαριστή: “ὀρθοστάδην τότε πᾶς ὁ λαὸς κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην τὸν ὕμνον τῇ τοῦ Λόγου Μητρὶ ἔμελψαν καὶ ὅτι πᾶσι τοῖς ἄλλοις οἴκοις καθῆσθαι ἐξ ἔθους ἔχοντες, ἐν τοῖς παροῦσι τῆς Θεομήτορος ὀρθοὶ πάντες ἀκροώμεθα”.

2.Ἀν. Φιλιππίδης, Ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὰ χρόνια του Ἀκαθίστου, περιοδικὸ Παρέμβασις, Μάρτιος 2006 καὶ Θ. Σαμαρᾶς, Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ἐφημερίδα «Ἐλεύθερο Βῆμα», Κομοτηνή, 9/3/2001

3.Ἐκεῖ γράφει ὁ Χριστόφορος: “Incipit Hymnus de Sancta Dei Genetrice Maria, Victoriferus atque Salutatorius, a Sancto Germano Patriarcha Constantinopolitano”.

4.Αυτό εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ α΄ οἴκου τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.

5.Λουκ. α΄ 28.

6.Σοφία Ν. Σφυρόερα, Κωνσταντινούπολη, Πόλη τῆς Ἱστορίας, Ἀθήνα 2006, σελ. 231.

,

Σχολιάστε

«Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΥΠΕΡ ΠΑΣΑΝ ΑΛΛΗΝ, ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗΝ ἢ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΝ ΙΣΧΥΝ» (Οἰκουμεν. Πατριάρχης)

Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο
ἔχει ἀφήσει τὴ σφραγίδα του στὸν πνευματικὸ πολιτισμὸ

Ἰσμήνη Χαραλαμποπούλου
ΠΗΓΗ: protothema.gr, 29.03.19

.             «Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἔχει ἀφήσει τὴ σφραγίδα του στὸν πνευματικὸ πολιτισμὸ καὶ παραμένει φωτεινὸς φάρος καὶ ἐλπίδα γιὰ τὸ μέλλον», τόνισε στὴν ὁμιλία του ἀπὸ τὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Παναγίας Βλαχερνῶν ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης
.         Στὸν κατάμεστο ἀπὸ προσκυνητὲς Ἱερὸ Ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν χοροστάτησε, σύμφωνα μὲ παλαιὸ ἔθιμο, σήμερα, κατὰ τὴν Ἱ. Ἀκολουθία τῆς Γ´ Στάσεως τῶν Χαιρετισμῶν, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος. Ἀμέσως μετά, σὲ ὁμιλία του στὴν Κοινοτικὴ Αἴθουσα, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἀναφέρθηκε στὴ σημερινὴ τέλεση τῆς Ἀκολουθίας τῶν Χαιρετισμῶν στὸν ἱστορικὸ Ναὸ τῆς Παναγίας καὶ τὸ Ἁγίασμα τῶν Βλαχερνῶν, στὸν τόπο ὅπου γιὰ πρώτη φορὰ ἐψάλη ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος. Τόνισε δὲ ὅτι «τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἔχει ἀφήσει τὴν σφραγίδα του στὴν ἱστορία τοῦ πνευματικοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἀνθρωπότητος καὶ παραμένει φωτεινὸς φάρος καὶ ἐλπίδα γιὰ τὸ μέλλον».
.           «Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, τὸ ἔξοχον αὐτὸ μνημεῖον πίστεως, θεολογίας, ποιητικῆς ἐμπνεύσεως καὶ ἐκφραστικῆς τέχνης, εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένος μὲ αὐτὸν ἐδῶ τὸν ἱερὸν τόπον. Γνωρίζετε, ὅτι τὸ ἔτος 626 ἀπετράπη ἡ ἅλωσις τῆς Πόλεως ὑπὸ τῶν Ἀβάρων, μὲ τὴν βοήθειαν τῆς Θεοτόκου, ὅταν ὁ Πατριάρχης Σέργιος περιέφερε τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας Βλαχερνίτισσας εἰς τὰς ἐπάλξεις κατὰ μῆκος τοῦ τείχους. Μὲ ἀφορμὴν αὐτὸ τὸ θαυμαστὸν γεγονὸς συνετέθη ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ὁ ὁποῖος ἐψάλη διὰ πρώτην φορὰν ἐντὸς τοῦ ναοῦ τῶν Βλαχερνῶν».
.           Ὁ Παναγιώτατος ἀναφέρθηκε στὴν ἱστορία τοῦ ἀρχικοῦ Ναοῦ, ὁ ὁποῖος καταστράφηκε ἀπὸ πυρκαγιὰ τὸ 1434, καὶ στὰ ἱερὰ λείψανα ποὺ φυλάσσονταν σὲ αὐτόν, καθὼς καὶ στὰ παρακείμενα Ἀνάκτορα τῶν Βλαχερνῶν, τὸ Νέον Παλάτιον, ποὺ ὑψώνονταν ἐπὶ τοῦ ἕκτου Λόφου τῆς Βασιλεύουσας. Στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰώνα ἡ συντεχνία τῶν Γουναράδων ἀγόρασε τὸ διασωθὲν Ἁγίασμα καὶ ἀνήγειρε τὸν σημερινὸ μικρὸ Ναό, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰ γεγονότα τοῦ 1955 ὑπέστη μεγάλες καταστροφές, γιὰ νὰ ἐπισκευασθεῖ τὸ 1960. Καὶ τόνισε: «Καθημερινὰ εἰς τὸ Φανάρι, εἰς τὸ Κέντρον τῆς οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας, προσκυνοῦνται καὶ θαυματουργοῦν αἱ πάνσεπτοι εἰκόνες τῆς Παναγίας τῆς Παμμακαρίστου καὶ τῆς Παναγίας τῆς Φανερωμένης, καὶ κρατεῖται ὑψηλὰ ἡ φιλοτιμία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους. Ὁμολογεῖται ὀρθοδόξως ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως, τηρεῖται μὲ εὐλάβειαν ἡ λειτουργικὴ παράδοσις, ἡ κανονικὴ τάξις καὶ τὸ σταυροαναστάσιμον ἦθος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀκλονήτου θεμελίου τῆς Θεολογίας, ἡ ὁποία, ὡς ἐλέχθη προσφυέστατα, “εἶναι ἡ δύναμις τῆς Ἐκκλησίας ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην, διπλωματικὴν ἢ οἰκονομικὴν ἰσχύν”. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἔχει ἀφήσει τὴν σφραγίδα του εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ πνευματικοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ παράγη πολιτισμὸν καὶ νὰ παραμένη φωτεινὸς φάρος καὶ ἐλπὶς διὰ τὸ μέλλον. Κατ νθρωπον ποτελε «στορικν παράδοξον», κατ Θεόν, μως, εναι «συνεχς θαμα», μὲ τὴν εὐδοκίαν τοῦ θεμελιωτοῦ καὶ ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν σκέπην τῆς Παναγίας καὶ πάντων τῶν Ἁγίων».
.           Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης σημείωσε ὅτι μὲ τὴν ἔννοια αὐτή, τὸ πνεῦμα τοῦ «ἔνδοξου Βυζαντινισμοῦ» τοῦ Κωνσταντίνου Καβάφη, «ὁ τρόπος τοῦ βίου τὸν ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ καὶ ἐκφράζει ὁ ναὸς τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν καὶ ἡ ἀκλόνητος ἐμπιστοσύνη τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, εἶναι καὶ σήμερον παρουσία ζῶσα καὶ ζωοποιός».

[…]

 

 

,

Σχολιάστε

ΤΟ “ΑΡΧΑΙΟ” «Τῌ ΥΠΕΡΜΑΧῼ»

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος

τοῦ (†) Ἰωάννου Φουντούλη,
καθηγ. Πανεπ. 

ΟΙΚΟΣ ΚΑ´ ΧΑΙΡΕΤ..              Στὴν ἐπίσημη λειτουργικὴ γλῶσσα ἡ ἀκολουθία αὐτὴ ὀνομάζεται «Ἀκάθιστος Ὕμνος» ἢ μονολεκτικὰ «Ἀκάθιστος» ἀπὸ τὴν ὀρθία στάση, ποὺ τηροῦσαν οἱ πιστοὶ καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ψαλμωδίας της. Ἔτσι καὶ μὲ τὰ λόγια καὶ μὲ τὴν στάση τοῦ σώματος ἐκφράζεται ἡ τιμή, ἡ ἰδιαίτερη εὐλάβεια, ἡ εὐχαριστία πρὸς ἐκείνη, πρὸς τὴν ὁποία ἀπευθύνουμε τοὺς χαιρετισμούς μας.
.              Εἶναι δὲ ἡ ἀκολουθία αὐτὴ στὴ σημερινὴ λειτουργική μας πράξη ἐντεταγμένη στὸ λειτουργικὸ πλαίσιο τῆς ἀκολουθίας τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου, ὅπως ἀκριβῶς τελέσθηκε ἀπόψε.
.              Ἔτσι γίνεται κάθε Παρασκευὴ στὶς τέσσερις πρῶτες ἑβδομάδες τῶν Νηστειῶν, ἀκόμα καὶ τὴν Παρασκευὴ τῆς Ε´ Ἑβδομάδος, ποὺ μετὰ τὴν τμηματικὴ στὶς τέσσερις πρῶτες ἑβδομάδες ψαλμωδία του, ἀνακεφαλαιώνεται ὁλόκληρος ὁ ὕμνος.
.              Στὰ μοναστήρια, ἀλλὰ καὶ στὴν σημερινὴ ἐνοριακὴ πράξη καὶ παλαιότερα κατὰ τὰ διάφορα Τυπικά, ἔχουμε καὶ ἀλλὰ λειτουργικὰ πλαίσια γιὰ τὴν ψαλμωδία τοῦ ὕμνου: τὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, τοῦ Ἑσπερινοῦ, τῆς Παννυχίδος ἢ μιᾶς ἰδιόρρυθμης Θεομητορικῆς Κωνσταντινουπολιτικῆς ἀκολουθίας, τὴν «Πρεσβεία». Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις σ’ ἕνα ὁρισμένο σημεῖο τῆς κοινῆς ἀκολουθίας γίνεται μία παρεμβολή. Ψάλλεται ὁ κανὼν τῆς Θεοτόκου καὶ ὁλόκληρο ἢ τμηματικὰ τὸ κοντάκιο καὶ οἱ οἶκοι τοῦ Ἀκαθίστου.
.              Θὰ παρατρέξωμε τὸ διαφιλονικούμενο, ἐξ ἄλλου, θέμα τοῦ χρόνου τῆς συντάξεως καὶ τοῦ ποιητοῦ τοῦ Ἀκάθιστου. Πολλοὶ φέρονται ὡς ποιηταί του: ὁ Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, ὁ Γεώργιος Πισίδης, οἱ πατριάρχαι τῆς Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, Γερμανὸς ὁ Α΄, ὁ Ἱερὸς Φώτιος, ὁ Γεώργιος Νικομηδείας (Σικελιώτης), ποιηταὶ ποὺ ἔζησαν ἀπὸ τὸν Ζ΄ μέχρι τὸν Θ΄ αἰώνα. Ἡ παράδοσις παρουσιάζει μεγάλη ἀστάθεια καὶ οἱ νεώτεροι μελετηταί, στηριζόμενοι στὶς λίγες ἐσωτερικὲς ἐνδείξεις ποὺ ὑπάρχουν στὸ κείμενο, ἄλλοι προτιμοῦν τὸν ἕνα καὶ ἄλλοι τὸν ἄλλο ἀπὸ τοὺς φερομένους ὡς ποιητάς του.
.              Ἕνα ἱστορικὸ γεγονός, μὲ τὸ ὁποῖο συνεδέθη ἀπὸ τὴν παράδοσι ἡ ψαλμωδία τοῦ Ἀκάθιστου, θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς προσανατολίση κάπως στὴν ἀναζήτησί μας: Ἡ ἐπὶ τοῦ αὐτοκράτορος Ἡρακλείου πολιορκία καὶ ἡ θαυμαστὴ σωτηρία τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὴν 8η  Αὐγούστου τοῦ ἔτους 626. Κατὰ τὸ Συναξάριο μετὰ τὴν λύσι τῆς πολιορκίας ἐψάλη ὁ ὕμνος αὐτὸς στὸν ναὸ τῆς Θεοτόκου τῶν Βλαχερνῶν, ὡς δοξολογία καὶ εὐχαριστία γιὰ τὴν σωτηρία, ποὺ ἀπεδόθη στὴν θαυματουργικὴ δύναμι τῆς Θεοτόκου, τῆς προστάτιδος τῆς Πόλεως. Πατριάρχης τότε ἦτο ὁ Σέργιος, ποὺ πρωτοστάτησε στοὺς ἀγώνας γιὰ τὴν ἄμυνα. Εὔκολο ἦταν νὰ θεωρηθῆ καὶ ποιητὴς τοῦ ὕμνου, ἂν καὶ οὔτε ὡς ὑμνογράφος μᾶς εἶναι γνωστός, οὔτε καὶ ὀρθόδοξος ἦτο. Ἐξ ἄλλου ὁ ὕμνος θὰ ἔπρεπε νὰ ἦταν παλαιότερος, γιατί ἂν ἦταν γραμμένος γιὰ τὴν σωτηρία τῆς Πόλεως, δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν παρὰ ρητῶς νὰ κάμνη λόγο γι’ αὐτὴν καὶ ὄχι νὰ ἀναφέρεται σὲ ἄλλα θέματα, ὅπως θὰ ἰδοῦμε πιὸ κάτω. Ἡ ψαλμωδία ὅμως τοῦ Ἀκαθίστου συνδέεται ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς πηγὲς καὶ μὲ ἄλλα παρόμοια γεγονότα: τὶς πολιορκίες καὶ τὴν σωτηρία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ Κωνσταντίνου τοῦ Πωγωνάτου (673), ἐπὶ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (717-718) καὶ ἐπὶ Μιχαὴλ Γ΄ (860).
.              Ὅποιος ὅμως καὶ ἂν ἦταν ὁ ποιητὴς καὶ μὲ ὁποιοδήποτε ἱστορικὸ γεγονὸς ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω καὶ ἂν συνεδέθη πρωταρχικά, ἕνα εἶναι τὸ ἀναμφισβήτητο στοιχεῖο, ποὺ μᾶς δίδουν οἱ σχετικὲς πηγές, ὅτι ὁ ὕμνος ἐψάλλετο ὡς εὐχαριστήριος ὠδὴ πρὸς τὴν ὑπέρμαχο στρατηγὸ τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους κατὰ τὶς εὐχαριστήριες παννυχίδες ποὺ ἐτελοῦντο εἰς ἀνάμνησιν τῶν ἀνωτέρω γεγονότων. Κατὰ τὴν παρατήρησι τοῦ συναξαριστοῦ ὁ ὕμνος λέγεται «Ἀκάθιστος», γιατί τότε κατὰ τὴν σωτηρία τῆς Πόλεως καὶ ἔκτοτε μέχρι σήμερα, ὅταν οἱ οἶκοι τοῦ ὕμνου αὐτοῦ ἐψάλλοντο, «ὀρθοὶ πάντες» τοὺς ἤκουαν εἰς ἔνδειξιν εὐχαριστίας πρὸς τὴν Θεοτόκο, ἐνῶ στοὺς Οἴκους τῶν ἄλλων κοντακίων «ἐξ ἔθους» ἐκάθηντο.
.              Γιατί ὅμως ψάλλεται κατὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Οἱ λύσεις τῶν ἀνωτέρω πολιορκιῶν δὲν συνέπεσαν κατ’ αὐτήν. Στὶς 8 Αὐγούστου ἐλύθη ἡ πολιορκία ἐπὶ Ἡρακλείου, τὸν Σεπτέμβριο ἡ ἐπὶ Πωγωνάτου, στὶς 16 Αὐγούστου ἑωρτάζετο ἡ ἀνάμνησις τῆς σωτηρίας τῆς Πόλεως ἐπὶ Λέοντος Ἰσαύρου καὶ στὶς 18 Ἰουνίου ἐλύθη ἡ πολιορκία ἐπὶ Μιχαὴλ τοῦ Γ´. Μὲ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ συνεδέθη προφανῶς ἐξ αἰτίας ἑνὸς ἄλλου καθαρῶς λειτουργικοῦ λόγου: Μέσα στν περίοδο τς Νηστείας μπίπτει πάντοτε μεγάλη ορτ το Εαγγελισμο τς Θεοτόκου. Εἶναι ἡ μόνη μεγάλη ἑορτή, ποὺ λόγῳ τοῦ πένθιμου χαρακτῆρος τῆς Τεσσαρακοστῆς, στερεῖται προεορτίων καὶ μεθεόρτων.
.              Ατν κριβς τν λλειψη ρχεται ν καλύψη ψαλμωδία το καθίστου, τμηματικῶς κατὰ τὰ Ἀπόδειπνα τῶν Παρασκευῶν καὶ ὁλόκληρος κατὰ τὸ Σάββατο τῆς Ε΄ ἑβδομάδος. Τὸ βράδυ τῆς Παρασκευῆς ἀνήκει λειτουργικῶς στὸ Σάββατο, ἡμέρα ποὺ μαζὶ μὲ τὴν Κυριακὴ εἶναι οἱ μόνες ἡμέρες τῶν ἑβδομάδων τῶν Νηστειῶν, κατὰ τὶς ὁποῖες ἐπιτρέπεται ὁ ἑορτασμὸς χαρμοσύνων γεγονότων, καὶ στὶς ὁποῖες, καθὼς εἴδαμε, μετατίθενται οἱ ἑορτὲς τῆς ἑβδομάδος. Καθ’ ὡρισμένα Τυπικὰ ὁ Ἀκάθιστος ἐψάλλετο πέντε ἡμέρες πρὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ κατ’ ἄλλα τὸν Ὄρθρο τῆς ἡμέρας τῆς ἑορτῆς. Ο Ἀκάθιστος Ὕμνος εἶναι τὸ κοντάκιο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ ὕμνος τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
.              Ὅταν ὁ Ἀκάθιστος συνεδέθη μὲ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ποὺ ἀναφέραμε, τότε συνετέθη νέο εἰδικὸ προοίμιο, γεμάτο δοξολογία καὶ ἱκεσία, τὸ τόσο γνωστὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ». Στὴν ὑπέρμαχο στρατηγό, ἡ πόλις τῆς Θεοτόκου, ποὺ λυτρώθηκε χάρι σ’ αὐτὴν ἀπὸ τὰ δεινά, ἀναγράφει τὰ νικητήρια καὶ παρακαλεῖ αὐτὴν ποὺ ἔχει τὴν ἀκαταμάχητη δύναμι νὰ τὴν ἐλευθερώνη ἀπὸ τοὺς ποικίλους κινδύνους, γιὰ νὰ τὴν δοξολογῆ κράζοντας τό: «Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε». Ὁ ὕμνος ψάλλεται καὶ πάλι σὲ ἦχο πλ. δ´.

«Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν, εὐχαριστήρια
ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου, Θεοτόκε·
ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
ἐκ παντοίων μὲ κινδύνων ἐλευθέρωσον,
ἵνα κράζω σοι·
Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε».

 ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: orthodoxmathiteia.blogspot.gr

,

Σχολιάστε

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ
Προσπάθεια Συσκότισης ἀλλὰ ἡ Ἀλήθεια Λάμπει….
Τοῦ κ. Γεωργίου Ντόνα, Οἰκονομολόγου

.      Στὸ βιβλίο Ἱστορίας τῆς Ε΄ Δημοτικοῦ, (ἔκδοση Δ´ 2009), στὴν σελίδα 56 περιγράφεται ἡ θαυματουργικὴ σωτηρία τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς ἄγριους πολιορκητὲς Ἀβάρους (συνεπικουρουμένους ἀπὸ Πέρσες, Σλάβους, Βουλγάρους καὶ Γέπιδες) τὸ 626 μ.Χ., ὅταν ὁ Αὐτοκράτορας Ἡράκλειος μὲ τὰ στρατεύματά του πολεμοῦσε στὰ βάθη τῆς Περσίας τοὺς Πέρσες. Παρότι ἀποσιωπᾶται πλήρως τὸ μέγιστο θαῦμα τῆς Παναγίας μας, ἐν τούτοις καὶ ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας δὲν μπορεῖ νὰ τὸ διαγράψει….
.    Εἶναι δυνατόν, ἡ ΑΛΗΘΕΙΑ νὰ καταργηθεῖ μέσα στὰ ψέματα καὶ μισόλογα;
.         Δν εναι πιεικς νανδρο ν ξασκεται γι λλη μία φορ προπαγάνδα τς μεθοδευμένης παραποίησης κα συσκότισης τς στορίας εἰς βάρος τν εκολων θυμάτων, δηλαδ τν μικρν λληνοπαίδων τς μεδαπς κα τς διασπορς, μέσῳ το κρατικο ργανισμο κδόσεως Διδακτικν Βιβλίων (ΟΕΔΒ);
.         Καὶ ἡ ΑΛΗΘΕΙΑ εἶναι μία, αὐτὴ ποὺ πρὸς τὸ τέλος τῆς περιγραφῆς τοῦ γεγονότος τοῦ συγκεκριμένου κειμένου ἀναγράφεται: «Οἱ κάτοικοί της ἀπέδωσαν τὴν σωτηρία της στὴν Παναγία καὶ ὄρθιοι, ὅλη τὴν νύχτα, ἔψαλαν πρὸς τιμή της τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο».
.     Βέβαια ἡ μισαλλοδοξία καὶ ἡ συσκότιση κάποιων παραχαρακτῶν τῆς Ἱστορικῆς Ἀλήθειας δὲν κρύβεται ἢ μᾶλλον φαίνεται ὁλοκάθαρα. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο καὶ φθάνουμε στὰ ὀξύμωρα σχήματα, ἀπὸ τὴν μία μεριὰ νὰ ἀποδίδουμε τὴν νίκη στὴν περιφανῆ ἀνδρεία τῶν βυζαντινῶν πολιορκημένων καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ λέμε ὅτι οἱ ἴδιοι ἀπέδωσαν τὴν νίκη … στὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό. Τί ἰσχύει ἀπὸ τὰ δύο; Διότι «δυοῖν θάττερον» ἢ ἔγινε θαῦμα ἢ νίκησαν μὲ τὴν ἀνδρεία τοὺς οἱ πολιορκημένοι. ν μως νδρεία νίκησε, τότε γιατί λο τ βράδυ ψαλλαν τος χαιρετισμος στν Παναγία ρθιοι (γι’ αὐτὸ ἀπὸ τότε καθιερώθηκε ὡς «Ἀκάθιστος Ὕμνος») στν κκλησία τν Βλαχερνν; Ξέχασε ὅμως ὁ ἐκπαιδευτικὸς –«συγγραφέας» νὰ καταγράψει τὴν ἀναπάντεχη καὶ ἐφιαλτικὴ γιὰ τοὺς Ἀβάρους θυελλώδη θαλασσοταραχή, ποὺ βούλιαξε τὰ πλοῖα τους καὶ κατέστρεψε ὁλοκληρωτικὰ τὸn στόλο τους. Καμία μνεία πρὶν τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα στὰ κηρύγματα τοῦ Πατριάρχoυ Σεργίου, τὶς ὁλονύχτιες ἀκολουθίες καὶ κατανυκτικὲς λιτανεῖες μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ, ποὺ διατήρησε ἄγρυπνο τὸν θρησκευτικὸ ἐνθουσιασμὸ τοῦ πληθυσμοῦ. Αὐτὰ κατέγραψαν οἱ σύγχρονοι ἱστορικοὶ καὶ χρονογράφοι.
.      Μετὰ τὴν φοβερὴ τρικυμία πῆραν θάρρος οἱ μέχρι τότε τρομοκρατημένοι ὑπερασπιστὲς τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ ἐξολόθρευσαν τὰ ἀπομεινάρια τῶν πολιορκητῶν.
.        Ἀπὸ τότε ἡ Παναγία μας καθιερώθηκε ὡς «Ὑπέρμαχος Στρατηγὸς» καὶ γι’ αὐτὸ κάθε χρόνο στὶς Ἐκκλησίες μας τὴν Ε´ Παρασκευὴ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς τὶς ψάλουμε, οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο.
.      Ταλαίπωρε κύριε συγγραφέα τῆς συμφορᾶς, κι ὅσο προσπαθεῖς ἐσὺ νὰ κρύψεις τὴν Ἀλήθεια τὴν ἀκοῦμε κάθε χρόνο, τὴν ἀκούσαμε καὶ χθὲς τὸ βράδυ στοὺς ναούς μας μαζὶ μὲ τὰ παιδιά μας, ὅπως ὅλος ὁ ἑλληνορθόδοξος λαός μας ποὺ γι’ ἄλλη μία φορὰ μαζεύτηκε γιὰ νὰ ψάλει μὲ κατάνυξη τὰ θαύματα τῆς Παναγίας.

ΠΗΓΗ: http://panayiotistelevantos.blogspot.com/

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΤΤΥ ΚΑΙ Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ

Ἡ Πάττυ κι ὁ Ἀκάθιστος
Γράφει ὁ Σωτήρης Μητραλέξης,
στρατευμένος φιλόλογος

.           Ἡ Πάττυ τοῦ Μέγκα, «ἕνα χαζοχαρούμενο κορίτσι, τραβάει 30.000 μανάδες καὶ παιδιὰ στὸ Τάε Κβὸν Ντὸ Φαλήρου γιὰ νὰ τραγουδήσει πλέι μπάκ», παρατηρεῖ ὁ συνθέτης Παναγιώτης Καλαντζόπουλος στὴν (διαυγοῦς σκέψεως σημαντικὴ) συνέντευξή του στὴν «Καθημερινή» [6.3.11]. Σιτεμένες ἀμερικανίδες στὰρ πραγματοποιοῦν στὴν δύση -ἢ στὰ μεσάνυχτα- τῆς καριέρας τους μιὰ περιοδεία στὴν Ψωροκώσταινα (νῦν Φορογιώργαινα) καὶ τὰ εἰσιτήρια ἐξαντλοῦνται μέχρις ἐξαντλητικῆς ἐξαντλήσεως. Ἀνθυποπαραστάσεις ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς προσελκύουν μιλιούνια θεατῶν, ἐνῷ τὰ εἰσιτήρια δραματοποιημένων παραστάσεων τοῦ Μεγάλου Κυνὸς Σκοῦμπι-Ντοὺ καθίστανται ἐξόχως εὐρωβόρα στὴν ἀντίστοιχη μαύρη ἀγορά. Παραλλήλως, προσπαθῆστε μέρες ποὺ εἶναι νὰ προτείνεται σὲ ἕναν μετέφηβο νὰ παρακολουθήσει τοὺς Χαιρετισμοὺς χωρὶς νὰ ἀποσπάσετε (α) τὸ βλέμμα πληξάρας ἑνὸς μεσήλικος ἐν ὄψει τοῦ ἐτησίου ἰατρικοῦ τσὲκ-ἄπ του ἢ (β) τὸ βλέμμα ἑνὸς πολίτη ὅταν μαθαίνει πὼς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ περάσει τὰ ἑπόμενα πρωινά του σὲ δημόσιες ὑπηρεσίες. Ἀδύνατον. Ναὶ μὲν οἱ ἐκκλησίες εἶναι γεμάτες αὐτὲς τὶς πέντε Παρασκευές, ἀλλὰ ἂν λάβουμε ὑπ’ ὄψιν μας τὸ ποιά ὑμνολογία ἀναγιγνώσκεται ἐκεῖ μέσα, δὲν εἶναι οὔτε γιὰ ἀστεῖο τόσο γεμάτες ὅσο θὰ ἔπρεπε!
.          Ἐν ὀλίγοις: στὸ παρὸν σημείωμα θὰ προσπαθήσω νὰ διατυπώσω ὀλίγες νύξεις σχετικὰ μὲ τὴν αἰσθητικὴ τέρψη ποὺ προκαλοῦν οἱ τέσσερις στάσεις τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ὡς ἀκρόαμα ἢ κείμενο θεατρικὸ/λογοτεχνικό, ἀσχέτως μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὲς ἀποτελοῦν Χαιρετισμοὺς τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Θεοτόκο, καὶ μάλιστα στὸν χρόνο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς (μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται γιὰ τὸ εὐχαριστιακὸ σῶμα ὡς σημασία καὶ ὡς λειτουργία). Καὶ νὰ διερωτηθῶ γιατί ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὶς πέντε αὐτὲς Παρασκευὲς ὅσοι δὲν συμπεριλαμβάνουν τὸν ἑαυτό τους στὸ «χριστεπώνυμον πλήρωμα», ἀλλὰ ὁρκίζονται γιὰ τὶς θύραθεν φιλο-καλικές τους εὐαισθησίες (ὁπότε, ἢ τὰ αἰσθητικὰ κριτήρια τοῦ γράφοντος ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν μετοχή του στὴν Ἐκκλησία ἢ οἱ εὐαισθησίες τῶν θύραθεν φίλων στεροῦνται τὸ πλήρωμα τῆς εἰλικρινείας ἐλέῳ ἰδεολογικοῦ κωλύματος ἢ κολλήματος). Τὸ ζήτημα ἔχει καλυφθεῖ ἀπὸ πολὺ ἱκανώτερους, ἀλλὰ ἡ ἐπικαιρότητα εἶναι ἐπικαιρότητα!, καὶ τὸ manifesto τυγχάνει καὶ ἐντὸς τόπου καὶ ἐντὸς χρόνου.
.        Μοῦ φαίνεται ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ προσεγγίσει κάποιος τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο ἀπὸ λογοτεχνικῆς ἀπόψεως χωρὶς νὰ ἀποφανθεῖ παραυτίκα πὼς πρόκειτα περὶ ἀριστουργήματος. Ἂς προσεγγίσουμε τὸ κείμενο ὡς κείμενο:
.         Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, ὁ Ἀκάθιστος ἔχει καθαρὰ θεατρικὴ δομή, καὶ μάλιστα ἐξόχως χαριτωμένη (μὲ τὸ ἔτυμον τῆς λέξεως), ἀφηγεῖται μιὰ ἱστορία -τῆς ὁποίας τοὺς διαλόγους παραθέτει αὐτούσιους: στὴν πρώτη πράξη, ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἐπισκέπτεται τὴν Θεοτόκο∙ καὶ μόλις τὴν ἀντικρύζει, ἀρχίζει τὸ ἐγκώμιο: «Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει! Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ ἀρὰ (=κατάρα) ἐκλείψει» καὶ λοιπὰ καὶ λοιπά. Ἀκολουθεῖ στιχομυθία τῆς Θεοτόκου μὲ τὸν Γαβριήλ, καὶ μετὰ είσερχόμαστε στὴν δεύτερη πράξη: ἡ Θεοτόκος ἐπισκέπτεται τὴν συγγενῆ της Ἐλισάβετ, τὴν σύζυγο τοῦ Ζαχαρίου καὶ μητέρα τοῦ Προδρόμου. Ὁ Πρόδρομος, ἔμβρυο στὴν μήτρα τῆς Ἐλισάβετ, ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ Θεοτόκος ἐγκυμονεῖ τὸν Χριστὸ καὶ «ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν» (χοροπηδώντας στὴν μήτρα ἀντὶ γιὰ νὰ φωνάξει, γιατὶ ποῦ νὰ φωνάξει τὸ ἔμβρυο)[1], ἀρχίζει: «Χαῖρε […]! Χαῖρε […]!» καὶ λοιπά. Ἀκολουθεῖ ἕνα μικρὸ ἐπεισόδιο μὲ τὸν Ἰωσήφ, τὸν σύζυγο τῆς Μαρίας, ὁ ὁποῖος ὅσο νά’ναι ἔχει ἀρχικὰ τὶς ἀμφιβολίες του[2], καὶ μπαίνουμε στὴν τρίτη πράξη τῆς ἱστορίας μας: οἱ ποιμένες, οἱ βοσκοί, μαθαίνουν γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς ἐνσαρκώσεως[3] καὶ ἀρχίζουν τὴν δοξολογία τους πρὸς τὴν Θεοτόκο μὲ λεξιλόγιο ποὺ προκύπτει ἀπὸ τά… ζητήματα τοῦ ἐπαγγελματικοῦ τους κλάδου: «Χαῖρε, ἁμνοῦ καὶ ποιμένος μήτηρ∙ χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων» [4] (τώρα πεῖτε μου, δὲν διαπιστώνετε ἐδῶ τὸ λεπτὸ χιοῦμορ τοῦ ἰδιοφυοῦς ὑμνογράφου, ἀναμεμειγμένο μὲ τὴν ὄντως φιλοκαλία του;). Στὴν τέταρτη πράξη, μαθαίνουν διὰ τοῦ ἀστέρος τὰ νέα οἱ Μάγοι καὶ ἀρχίζουν τοὺς Χαιρετισμούς τους∙ ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλες πράξεις, καὶ δὲν ἔχουμε κἂν μπεῖ στὴν τρίτη ἀπὸ τὶς τέσσερις στάσεις τοῦ Ἀκαθίστου, βρισκόμαστε ἀκόμα στὶς δύο πρῶτες…
.         Πρόκειται, σαφῶς, περὶ κειμένου θεατρικοῦ. Βέβαια, οἱ «Χαιρετισμοί», τὰ «Χαῖρε […]! Χαῖρε […]!» προφανῶς δὲν ἀνήκουν μόνον στὰ πρόσωπα τῆς ἱστορίας ποὺ ἀφηγεῖται ὁ Ἀκάθιστος, στὸν Ἀρχάγγελο, στοὺς Ποιμένες, στοὺς Μάγους κ.λπ., ἀλλὰ ταυτόχρονα [ἢ πρωτίστως] στοὺς μετέχοντες στὴν Ἀκολουθία πιστούς, τὴν Παρασκευὴ στὴν ἐκκλησία, οἱ ὁποῖοι τὰ κραυγάζουν ὡς δρῶντα πρόσωπα τοῦ δράματος διὰ τοῦ Πρεσβυτέρου τους.
.          Ἡ θεατρικὴ ἀμεσότητα τῶν Χαιρετισμῶν δὲν ἐξαντλεῖται στὰ «Χαῖρε […]! Χαῖρε […]!» ποὺ ψάλλει ὁ λαὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ βρίσκεται καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τοῦ κειμένου, ὅπου τὰ συναντᾶμε ἀκριβῶς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ θὰ τὰ συναντούσαμε σὲ ἕνα θεατρικὸ κείμενο ἢ κινηματογραφικὸ σενάριο, καὶ δὴ μὲ κλιμάκωση: ρωτᾶ ἡ Θεοτόκος τὸν Ἀρχάγγελο:
«Ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως τὴν κύησιν πῶς λέγεις;»
-«Ἐκ λαγόνων ἁγνῶν υἱὸν πῶς ἐστι τεχθῆναι δυνατόν; Λέξον μοι!»
.       Πέρα ἀπὸ τὴν θεατρικότητα, τὸ κείμενο τοῦ Ἀκαθίστου καθορίζεται ἀπὸ τὸν πανταχοῦ παρόντα ρυθμό του: ὁλόκληρο τὸ κείμενο διαρθρώνεται γύρω ἀπὸ τὸ ἑξῆς ἐπαναλαμβανόμενο μοτίβο: ἀφ’ ἑνὸς (α) τὴν ἀλληλουχία τῶν πολλῶν ζευγῶν ἰσόποσων στίχων σὲ κάθε χαιρετισμὸ/ἐγκώμιο, «Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα∙ χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα» κλ.π.,  καὶ ἀφ’ ἑτέρου (β) τὴν ἐναλλαγὴ τοῦ ἀκροτελεύτιου σὲ κάθε χαιρετισμὸ «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε» μὲ τὸ «Ἀλληλούϊα» ποὺ κάθε φορὰ ἕπεται στὸ κείμενο. Τὸ ζήτημα βέβαια δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ ἂν ὑφίσταται ἰσορροπία καὶ ρυθμὸς σὲ ἕνα κείμενο, ἀλλὰ τὸ μὲ πόση μαεστρία πραγματώνονται αὐτά. Μιὰ ἀνάγνωση τοῦ Ἀκαθίστου θὰ σᾶς πείσει!
.        Προσέξτε τώρα τὴν μουσικότητα τοῦ κειμένου: ἁπλῶς διαβάστε ἀργά, ρυθμικὰ καὶ δυνατὰ τὸ ἀκόλουθο ἀπόσπασμα-παράδειγμα:
.         «Βλέπουσα ἡ Ἁγία ἑαυτὴν ἐν ἀγνείᾳ, φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως∙»
–       ∪   ∪  ∪  ∪  – ∪  ∪ ∪    –   ∪   ∪    –  ∪    ∪   –   ∪    ∪   ∪  –     ∪     ∪    –  ∪
Ὅπερ ἔδει δεῖξαι.

.            Ἂς προχωρήσουμε στὶς ποιητικὲς ἀρετὲς τοῦ κειμένου, στὴν καθ’ ἑαυτὴν ποιητική του γλαφυρότητα, μέσῳ ἐλάχιστων παραδειγμάτων, σχεδὸν τυχαίων μέσα στὸν κυκεώνα τῶν διατυπώσεων-ἐπιτευγμάτων:
.         «Χαῖρε, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις∙  χαῖρε, δι’ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.»
.          Καὶ μόνον αὐτὸν τὸν στίχο νὰ ἀποσπάσει κανείς, ἀντιλαμβάνεται τὸ κατόρθωμα τῆς ἐκφραστικῆς. Πῶς νὰ τὸν σχολιάσει κανεὶς χωρὶς νὰ τὸν μαγαρίσει…

.        Ἑπόμενο:
.       «Καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν,/ ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν / ἅπασι, τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν».
.        Τὸ ἀποδίδω στὴν τρέχουσα μορφὴ τῆς γλώσσας γιὰ τὶς ἀνάγκες ὅσων ἔμαθαν ἑλληνικὰ ἐπὶ ὑπουργίας Διαμαντοπούλου: «καὶ ὑπέδειξε τὴν εὔφορη μήτρα της (νηδὺς=μῆτρα) ὡς χωράφι καλὸ γιὰ ὅλους, ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ θερίσουν τὴν σωτηρία». Τὸ «νηδὺν» ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὴν ὁμοιοκαταληξία «ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδύν», ἡ ὁποία ὅμως συμπαρασύρει καὶ τὸ περιεχόμενο τῶν στίχων, τὸ νόημα, ἀφοῦ τὴν χρήση τῆς ἔννοιας τοῦ ἀγροῦ ἀκολουθεῖ ἡ ἔννοια τοῦ θερισμοῦ, τοῦ θερισμοῦ τῆς σωτηρίας ὅμως. Τὸ λοιπόν, ἂς ἀναφωνήσω ἀσμένως: λογοτεχνία, ὄχι ἀστεῖα! Σὲ ὅλο τὸν Ἀκάθιστο παρατηρεῖται τέλεια χρήση τῶν ἐκφραστικῶν τρόπων τῆς γλώσσας: ἐδῶ θὰ μνημονεύσουμε τὴν εὐστοχώτατη κρίση τοῦ Κώστα Ζουράρι, ὁ ὁποῖος διαβεβαιώνει ὅτι «τὰ τρία σημαντικώτερα καὶ τελειώτερα ποιήματα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας εἶναι ἡ Ἰλιάδα, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καὶ ὁ Ἐρωτόκριτος».[5] Ἐνίοτε ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι κάποιες ὁμοιοκαταληξίες ἔχουν ἐπιλεγεῖ ἀκριβῶς γιὰ νὰ προξενήσουν ἕνα χαμόγελο λόγῳ μιᾶς ζυγισμένης ὑπερβολῆς τους, στὰ πλαίσια τοῦ κατὰ τὴ γνώμη μου σκόπιμου καὶ ὑπαρκτοῦ λεπτοτάτου χιοῦμορ σὲ μερικὰ (μᾶλλον λίγα) σημεῖα τοῦ κειμένου: «μέλλοντος Συμεῶνος τοῦ παρόντος αἰῶνος μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος…». Ἀλλοῦ ἡ ὁμοιοκαταληξία «δένει» ἐκθαμβωτικὰ μὲ τὸ περιεχόμενο τοῦ στίχου, σὲ σχῆμα θέσης-ἄρσης (ἢ συναμφότερου): «Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα∙ χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα». Παράλληλα, τὸ κείμενο βρίθει συνειρμικῶν εἰκόνων σπάνιας μαεστρίας: «ρήτορας πολυφθόγγους ὡς ἰχθύας ἀφώνους ὁρῶμεν ἐπὶ σοί, Θεοτόκε» κλπ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀποσπάσματα χάνουν μεγάλο κομμάτι ἀπὸ τὴν αἴγλη τους, ὅταν παρατίθενται ἀποκεκομμένα ἀπὸ τὴν ἑνότητα τοῦ κειμένου, ἀπὸ τὸν ρυθμό του, τὴν θεατρικότητά του καὶ τὴν ἰσορροπία του: ἐντεταγμένα ὅμως στὴν ὁλότητά του σὲ κάνουν, πραγματικά, νὰ παλαβώνεις.
.       Νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Ἀκάθιστος χωρίζεται σὲ 24 «οἴκους» (στροφές), ὁ καθεὶς ἐκ τῶν ὁποίων ξεκινᾶ μὲ ἕνα γράμμα τοῦ ἀλφαβήτου[6]: δηλαδή, ὅλα αὐτὰ τὰ γλωσσικὰ ἐπιτεύγματα ποὺ ἀναφέραμε καταφέρνουν καὶ ἀνθοῦν μέσα στὸν (φαινομενικὸ) νάρθηκα τῆς ὑποχρεωτικῆς ἔναρξης κάθε οἴκου-στροφῆς ἀπὸ τὸ ἑπόμενο γράμμα τοῦ ἀλφαβήτου!
.        Εἴπαμε ὅτι θὰ ἐξετάσουμε τὸν Ἀκάθιστο μόνον ὡς λογοτεχνικὸ/θεατρικὸ κείμενο. Δὲν θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ πῶς θεολογεῖ αὐτὸ τὸ κείμενο, σὲ τί βάθος καὶ μὲ πόση ὀμορφιά. Ἐπιτρέψτε μου ὅμως νὰ ἐνδώσω στὸν πειρασμὸ καὶ νὰ παραθέσω ἕνα, μόνο ἕνα, ψῆγμα τῆς θεολογίας τοῦ κειμένου, τὸ πῶς εἰκονογραφεῖ τὸ ὅτι «παρῆλθεν ἡ κατάρα τοῦ Νόμου»:
.       «Χάριν δοῦναι θελήσας ὀφλημάτων ἀρχαίων ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι’ ἑαυτοῦ πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ χάριτος∙ καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὔτως∙ Ἀλληλούϊα!»
.       Τί εἰκόνα: γράφονται καὶ καταγράφονται τὰ «ὀφλήματα» τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὰ πλέον ἀρχαῖα χρόνια, διαρκῶς: καὶ ξαφνικά, ὁ Θεὸς ἁπλῶς -ἁπλούστατα- «σχίζει τὸ χειρόγραφο». Ἡ Θεολογία ὡς Ὀμορφιά!
.      Ὁ θαυμασμὸς ποὺ προκαλεῖ αὐτὸ τὸ ἀριστουργηματικὸ κείμενο, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, δύναται νὰ καταστήσει τοῦτο ‘δῶ τὸ ἄρθρο σχοινοτενέστατο καὶ πάνυ οὐρανομῆκες, γι’ αὐτὸ συγκρατοῦμαι καὶ καταλήγω κάπου ἐδῶ. Δὲν μπορῶ ὅμως νὰ μὴν διερωτηθῶ: δὲν εἶναι πραγματικὰ κρῖμα νὰ διαβάζεται τέτοιο ἀριστούργημα σὲ μιὰ ἐκκλησία δίπλα σου, στὴ γειτονιά σου, νὰ ψάλλεται καὶ νὰ ἀπαγγέλεται ἕνα κείμενο ζωντανὸ[7] ποὺ ἀποπνέει τόση ὀμορφιὰ καὶ δωρίζει τέτοια ἀγαλλίαση στὴν καρδιά σου ἀπὸ τὸ κάλλος του καὶ μόνο, καὶ ἐσὺ νὰ ἀπέχεις λόγῳ τῆς βλακώδους ἀναγωγῆς «ἐκκλησία=σκοταδισμός, μεσαίωνας, συντηρητισμὸς» ἢ λόγῳ ἀνεξηγήτου πλὴν μείζονος πληξάρας; Εἶναι δυνατὸν νὰ λείπεις, νὰ μὴν εἶσαι ἐκεῖ, ἀσχέτως τῆς σχέσης σου μὲ τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονός; Πόσῳ δὲ μᾶλλον ἂν καμώνεσαι ὅτι ἀσχολεῖσαι ἔστω καὶ λίγο μὲ τὰ γράμματα ἢ τὴν Τέχνη! Ἀναπηρία!

——————————————

[1] Παραθέτω τὸ ἀπόσπασμα, διότι μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν παραθέσω τοὐλάχιστον τοὺς πρώτους στίχους τοῦ ἐγκωμίου τοῦ βρέφους λόγῳ τῆς ἐκθαμβωτικῆς λογοτεχνικῆς καὶ εἰκονολογικῆς ὀμορφιᾶς τους: «Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθύς, ἐπιγνὸν τὸν ταύτης ἀσπασμόν, ἔχαιρε∙ καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν, ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον∙ Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα∙ χαῖρε, καρποῦ ἀκηράτου κτῆμα. Χαῖρε γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον∙ χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν φύουσα».

[2] «Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη, […] κλεψίγαμον ὑπονοῶν ἄμεμπτε∙ μαθὼν δὲ σοῦ τὴν σύλληψιν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου ἔφη∙ Ἀλληλούϊα!»

[3] Καὶ πάλι, ἀδύνατον νὰ μὴν παρατεθεῖ ἡ ὀμορφιὰ τῆς εἰκόνας: «[…] θεωροῦσι τοῦτον (σ.σ.: τὸν Χριστὸ) ὡς ἀμνὸν ἄμωμον ἐν τῇ γαστρὶ Μαρίας βοσκηθέντα…».

[4] Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ: ὁ Κώστας Ζουράρις ἔχει ἀναλύσει πολλάκις καὶ μὲ ζηλευτὴ μαεστρία τὸ «χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων» ὡς σύνοψη τῆς ἑλληνικῆς («ἰλιαδορωμέηκης») πολιτικῆς θεωρίας: ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι τῆς παρούσης.

[5] Μά, αὐτὸ εἶναι τὸ δράμα: ὅτι ὁ Ἀκάθιστος, αὐτὴ ἡ κείμενη τελειότητα, ἀποτελεῖ γιὰ ἀρκετοὺς «προοδευτικοὺς» συμπολίτες μας (νὰ χαρῶ ἐγὼ πρόοδο!) ἁπλῶς ἕνα θρησκευτικὸ κείμενο γιὰ ἀφελῆ γραΐδια∙ ἔχουν τὸν θησαυρὸ στὸ ντουλάπι τους καὶ ἀδυνατοῦν νὰ τὸν ἐκτιμήσουν. Ὁ ὄντως ἀθεόφοβος Βασίλης Ἀλεξάκης ἐκφράζει τὴν ἄποψη στὸ ἐντυπωσιακὰ εὐπώλητο βιβλίο του «μ.Χ.» ὅτι «ὁ Ἀκάθιστος εἶναι τόσο δημοφιλὴς ἐπειδὴ εἶναι παντελῶς δυσνόητος∙ δὲν ἔχει κάποια ἰδιαίτερη ἀξία»- ἢ κάπως ἔτσι. Ἂς εἶναι…

[6] Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη… Βλέπουσα ἡ Ἁγία ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ… Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι ἡ Παρθένος ζητοῦσα… Δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπεσκίασε τότε πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω…

[7] ζωντανό: διαβάζεται ΚΑΘΕ χρόνο σὲ ΚΑΘΕ ἐκκλησία/γειτονιὰ ἀπὸ πραγματικοὺς ἀνθρώπους, κάθε προέλευσης/τάξης/μόρφωσης κ.λπ. Περίπου 1.400 χρόνια τώρα. 1.400 χρόνια! Πραγματικὸ λαϊκὸ γεγονός, λαοῦ ζῶντος καὶ πάντοτε παρόντος, ἐκεῖ, αὐτὲς τὶς πέντε Παρασκευὲς τοῦ χρόνου. Ποῦ ἀλλοῦ!

ΠΗΓΗ: «Ἀντίβαρο»

ΣΧΟΛΙΟΝ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Θὰ ἦταν ἀσύγγνωστη ἡ παράλειψη ἀναφορᾶς στὸ θέμα τῶν μεταφράσεων τῆς λειτουργικῆς γλώσσης.
Ποίαις χερσὶ κάθε «βλαχοδήμαρχος τῆς διανοήσεως καὶ τῆς κατανοήσεως» θὰ τολμοῦσε νὰ ψαύσει καὶ νὰ “μεταφράσει” αὐτὰ τὰ παγκόσμια λογοτεχνικὰ ἀριστουργήματα, γιὰ νὰ τὰ κιμαδοποιήσει πρὸς χάριν τῆς δῆθεν κατανοήσεως τῶν «υἱῶν διαβίουδιαμαντοπούλου»;

, , ,

Σχολιάστε