Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀθαν. Κοτταδάκης

«ΤΗΣ ΝΕΡΑΤΖΙΩΤΙΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» [E´]


 «ΤΗΣ ΝΕΡΑΤΖΙΩΤΙΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» [E´]


τοῦ Ἀθανασίου Κοτταδάκη
(Ἀπὸ τὸ «Συναξάρι τοῦ 20οῦ αἰώνα»,
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1989)

Μέρος Α:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/21/«τῆς-νερατζιώτισσας-π-ἀθ-χαμ-α´/

Μέρος Β:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/22/«τῆς-νερατζιώτισσας-π-ἀθ-χαμ-β´/

 Μέρος Γ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/25/«τῆς-νερατζιώτισσας-π-ἀθ-χαμ-γ´/

 Μέρος Δ´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/09/01/«τῆς-νερατζιώτισσας-π-ἀθ-χαμ-δ´/

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.        Ἀληθῶς, λοιπόν, «εἰς μνημόσυνον αἰώνιον» ἡ ὀσιακὴ μορφὴ τοῦ πολύπειρου Γέροντα, τοῦ θεοφώτιστου ποιμένα, τοῦ ἀληθινοῦ πατέρα, τοῦ ταπεινοῦ στὴν καρδιὰ καὶ πράου ἐκείνου ἀνθρώπου μὲ τὸ εὐγενικὸ πρόσωπο, τοῦ λευίτη, ποὺ ἤξερε νὰ μιλάει ὄμορφα μὲ τὸν Θεό, ποὺ ἔφτανε λειτουργώντας νὰ σὲ μεταρσιώνει, καὶ νὰ μὴ ξεχάσω τὸ πιὸ σπουδαῖο τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀγάπησε μὲ τὴν ἴδια δύναμη καὶ τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ τὸν φτωχό, τοῦ ἀπὸ τὰ «ἀφανῆ καὶ ἀγενῆ καὶ μὴ ὄντα», ποὺ διαλέγει ὁ Θεός, «ἵνα τὰ ὄντα καταργήςῃ, ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον αὐτοῦ» (A´ Κορ. α´29) τοῦ ταπεινοῦ παπα-Θανάση τῆς Νερατζιώτισσας καὶ τῆς Ἀγάπης.
.        Ἀποχαιρετώντας κανεὶς τὸν πάτερ Ἀθανάσιο κι ὅλους τοὺς ἄλλους, δὲν μπορεῖ νὰ μὴ θυμηθεῖ πόσο μοιάζουν μὲ μερικὲς προηγούμενες ὁσιακὲς μορφές, σὰν τοῦ παπα-Μπασιά, τοῦ παπα-Πλανᾶ κ.λπ. Πόσο μοιάζουν οἱ δρόμοι τους καὶ τὰ χαρακτηριστικά τους. Ἀλλὰ καὶ πόσες φορὲς εἴδαμε πίσω ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς νὰ κρύβονται διακριτικὲς κάποιες ἄλλες ὁδηγητικὲς μορφές, κάποιοι ἄλλοι πρωτοπόροι καὶ ἐμπνευστές, σὰν τὸν ἅγιο Νεκτάριο ἢ τὸν πάτερ Εὐσέβιο Ματθόπουλο. Τί θαυμαστὲς ὅλες αὐτὲς οἱ διασυνδέσεις! Πόσο ὡραῖα κάτι τέτοια «κυκλώματα», ποὺ θἄλεγε κι ὁ Διονύσης Σαββόπουλος, κυκλώματα, ποὺ τὰ ὑφαίνει μυστικὰ ἡ θεϊκὴ χάρη!
.        Καὶ μέσα σ’ αὐτὰ τὰ ἱερὰ κυκλώματα διακρίνει κανεὶς μερικὰ κεντρικὰ σημεῖα, ζωτικοὺς ἄξονες τῆς ὅλης πορείας καὶ προσφορᾶς τους: τὴν ζωντανὴ προσευχὴ καὶ τὴν ἐνσυνείδητη λατρεία, τὴν τακτικὴ ἐξομολόγηση, τὴν βαθιὰ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀκατάπαυστη ἐξαγγελία του. Αὐτὸ τὸ ὑπέροχο τετράπτυχο, ποὺ εὕρισκε ὡς ὁλοκλήρωμά του τὴν ἀνοιχτὴ καὶ ἔμπρακτη ἀγάπη ἦταν ἡ ὁπλοθήκη τους, ἡ στρατηγική τους, ἡ ποιμαντικὴ μεθοδολογία τους. Κι ὅλα αὐτὰ ὄχι σὰν ἁπλὰ ἀνθρώπινα παιδαγωγικὰ μέσα, ἀλλὰ σὰν «ὅπλα φωτός», ποὺ ὁδηγοῦν στὴν «ἐν Χριστῷ» ζωή, στὴν καινὴ κτίση, στὸ γνήσιο χριστιανικὸ βίωμα. Κι ἐδῶ πρέπει νὰ τονίσουμε ἀκόμη μία φορὰ τὴ γνησιότητα καὶ τὸ οὐσιαστικόν του ἔργου τους. Ὄχι «τὸ ἄνηθον καὶ τὸ κύμινον», οὔτε νεφελώδεις θεωρίες, οὔτε «θεολογικὴ» θολοκουλτούρα, ἀλλὰ οὐσία, ζωντανὸ ψωμί, «ἄρτος ὁ ζῶν». Ὄχι σχολαστικισμοὶ καὶ γενεαλογίες καὶ μάχες νομικές, ἀλλὰ εὐρύτητα πνεύματος, ἐλευθερία «ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσεν».
.        Αὐτὸ πάλι δὲν ἐσήμαινε ὅτι ἦσαν τίποτα ἐπαναστάτες ἢ νεωτεριστές. Εἴπαμε οὔτε στενοκέφαλοι καλόγεροι, οὔτε καὶ «διαφωτιστὲς» τύπου Θεόφιλου Καΐρη. Ἄχ! πόσα ἔχει νὰ μᾶς πεῖ ἐκείνη ἡ λέξη «βασιλικὴ ὁδός», ποὺ τὴν διαβάζουμε στὴν Πεντάτευχο, ἀλλὰ καὶ τοὺς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Πόσο βαθύτατο νόημα ἔχει αὐτὴ ἡ λέξη γιὰ τὴν ζωντανὴ Ὀρθόδοξη Παράδοση! Καὶ πόσα ἔχει νὰ μᾶς ἐκφράσει κάθε τόσο, ἔστω καὶ μὲ τὸ ἁπλοϊκὸ στόμα ἑνὸς παπα-Δημήτρη Γκαγκαστάθη ἢ ἑνὸς παπα-Θανάση Χαμακιώτη.
.        Πάντως ὅλες αὐτὲς οἱ πλούσιες ἐμπειρίες κι ὅλα αὐτὰ τὰ γνήσια βιώματα δὲν μπορεῖ, δὲν στέκει νὰ μείνουν ἄγνωστα κι ἀνεκμετάλλευτα ἀπὸ τὴν ὁποιαδήποτε ἡγεσία μας, πνευματικὴ ἢ ἐκκλησιαστικὴ – δὲν τολμᾶμε ἀκόμη νὰ ποῦμε καὶ πολιτική, πάει πολύ. Ἂς ἀποφασίσουμε κάποτε νὰ ξεθάψουμε αὐτοὺς τοὺς θησαυρούς. Μᾶς δίνουν ἐλπίδες ἡ ἀνακάλυψη τοῦ Μακρυγιάννη, τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τοῦ Παπουλάκου… Ἄμποτε νὰ ὁλοκληρωθοῦν αὐτὲς οἱ ἀνακαλύψεις!

Διαφήμιση

,

Σχολιάστε

«ΤΗΣ ΝΕΡΑΤΖΙΩΤΙΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» [Δ´]


 «ΤΗΣ ΝΕΡΑΤΖΙΩΤΙΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» [Δ´]

τοῦ Ἀθανασίου Κοτταδάκη
(Ἀπὸ τὸ «Συναξάρι τοῦ 20οῦ αἰώνα»,
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1989)

Μέρος Α:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/21/«τῆς-νερατζιώτισσας-π-ἀθ-χαμ-α´/

Μέρος Β:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/22/«τῆς-νερατζιώτισσας-π-ἀθ-χαμ-β´/

 Μέρος Γ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/25/«τῆς-νερατζιώτισσας-π-ἀθ-χαμ-γ´/ 

.      Σ’ αὐτὸ τὸ Ἡσυχαστήριο θὰ εὐλογήσει ὁ Θεὸς νὰ συνεχίσει τὴν δράση του γόνιμα γιὰ τέσσερα ἀκόμη χρόνια. Μὲ ἀγρυπνίες, προσευχές, ἐξομολογήσεις, διδαχές… θὰ θεμελιώσει γερὰ τὴν μικρὴ μοναχική του ἀδελφότητα, θ’ ἀρχίσει νὰ τὴν ἀναδείχνει πόλο ἕλξεως πολλῶν ψυχῶν, ἀλλὰ διαισθανόμενος ἐπερχόμενο καὶ τὸ δικό του μακάριο τέλος μὲ μία λειτουργικὴ ἔνταση καὶ πυκνὴ θεία Κοινωνία θὰ ἑτοιμάσει τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο. Γιατί τὰ πράγματα δὲν θ’ ἀργοῦσαν νὰ δείξουν, πὼς ἡ πάντα φιλάσθενη κράση του δὲν θ’ ἄντεχε γιὰ πολύ. Τὸ ἐκπληκτικὸ ἐδῶ εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἀγαποῦσε τόσο πολύ, ποὺ ἔστειλε τὸν δικό του νὰ τοῦ ἐπιβεβαιώσει αὐτὴ τὴν προορατικὴ αἴσθηση τῆς ἐπερχόμενης λήξης τῆς θητείας σὲ τούτη τὴ γῆ. Τέλη τῆς ἄνοιξης τοῦ 1967 θὰ τὸν ἐπισκεφτεῖ στὸ Ἡσυχαστήριο ὁ πνευματικός του, ὁ Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος. Περιχαρὴς ὁ Ἀθανάσιος καθὼς θὰ τὸν ἀντικρίσει θὰ ἀναφωνήσει: «Εὐχαριστῶ τὸν Κύριο ποὺ σ’ ἔστειλε, ἀδελφέ μου, νὰ ἐξομολογηθῶ». Ὁ Φιλόθεος τότε θὰ τοῦ ἀπαντήσει: «Ἀδελφέ, Ἀθανάσιε, σοῦ φέρνω μήνυμα χαρᾶς, μήνυμα ἀγγελικό, μήνυμα Κυρίου, νὰ ἑτοιμασθεῖς, διότι ὁ Κύριος θὰ σὲ πάρει». Κι ὁ πάτερ Ἀθανάσιος θὰ σηκώσει τὰ χέρια πλήρης χαρᾶς καὶ θὰ ἀναφωνήσει: «Πῶς νὰ εὐχαριστήσω τὸν Κύριο γι’ αὐτὸ τὸ χαρμόσυνο μήνυμα, ἀδελφέ». Κατόπιν θ’ ἀνοιχτεῖ ἕνας διάλογος κι ἕνας λόγος ἀνάμεσα στοὺς δύο ἄνδρες γιὰ τὴ συστηματικὴ προετοιμασία τοῦ τέλους καὶ τὰ σημεῖα ποὺ πρέπει νὰ τύχουν ἰδιαίτερης προσοχῆς τὶς ἔσχατες ὧρες. Κι ἂν εἶπα ὅτι εἶναι ἐκπληκτικὴ ἡ συγκεκριμένη ἐπιβεβαίωση τοῦ ἐπερχομένου τέλους ἀπὸ τοὺς δύο ἅγιους ἄνδρες, τί πρέπει νὰ πῶ ὅτι εἶναι αὐτὸς ὁ διάλογος γιὰ τὶς τελευταῖες λεπτομέρειες τῆς καλῆς ἐξόδου! Παράξενα πράγματα, ἀγγέλματα κι ἐπιβεβαιώσεις θανάτου σὲ μία παραφορὰ χαρᾶς! Κανένας πόνος, καμιὰ ἀπελπισία! Μεγάλη προσδοκία κι ἀκόμη πιὸ μεγάλη ἐλπίδα, ζωντανὴ βεβαιότητα γιὰ τὸ νέο κόσμο τοῦ Κυρίου τους. Καὶ πῶς νὰ μὴν κάνουν τέτοια συζήτηση οἱ δυὸ αὐτοὶ ἅγιοι ποὺ μποροῦσαν νὰ ἐπιβεβαιώσουν μὲ τὴν ζωὴ τους τὸν λόγο τοῦ Παύλου, «ἐμοὶ γὰρ τὸ ζεῖν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» καὶ πῶς νὰ μὴ σκιρτοῦν, ὅπως ἐκεῖνος ἀπὸ «τὴν ἐπιθυμίαν… εἰς τὸ ἀναλύσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι»; (Φιλιπ. α´, 21, 23).
.      Ἔτσι καὶ ἔγινε, αὐτὸς ποὺ χρόνια τώρα δὲν ἄφηνε νὰ παίρνει κανεὶς εἴδηση τοὺς πόνους ποὺ ὑπέφερε τὸ ἀσθενικὸ κορμί του καὶ σήκωνε ἀγόγγυστα τὸν «σκόλοπα» τῆς δικῆς του σάρκας ἀρχὲς καλοκαιριοῦ τοῦ ’67 δὲν αἰσθανόταν καθόλου καλὰ καὶ μεταφέρθηκε στὸν «Εὐαγγελισμό». Δὲν εἶναι τόσο ὅτι ἡ νόσος τοῦ πάρκινσον τελευταία εἶχε ἐπιδεινωθεῖ, ὅσο ὅτι εἶχε προσβληθεῖ ἀπὸ μία οὐρολοίμωξη, κι αὐτὸ ἦταν πολὺ ἀνησυχητικό. Καὶ πράγματι δυὸ μέρες μετὰ τῆς Παναγίας, 17 Αὐγούστου 1967, ἕνα πνευμονικὸ οἴδημα θὰ τὸν περάσει στὸ μακάριο τέλος. Μέσα σὲ μίαν ἀτμόσφαιρα γαλήνης καὶ βαθιᾶς χριστιανικῆς ἀγάπης οἱ μοναχὲς τοῦ Ἡσυχαστηρίου του, ἀκοίμητες εἰκοσιτετράωρα ὁλόκληρα στὸ προσκέφαλό του πάνω ἀπὸ δυὸ μῆνες μαζὶ μὲ εὐλαβεῖς ἀδελφές τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ» θὰ τὸν φροντίσουν στὶς ἔσχατες ὧρες του, θὰ τὸν συνοδεύσουν ὣς τὸ κατώφλι τῆς κατάπαυσης τοῦ Κυρίου του.

 .       Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία θὰ τελεστεῖ ἀπὸ τὸν πρώην Ἀττικῆς καὶ Ἀθηνῶν Ἰάκωβο καὶ τοὺς Μητροπολίτες Πειραιῶς καὶ Ὕδρας Χρυσόστομο καὶ Ἰερόθεο ἀντίστοιχα, ἐνῶ θὰ συμπροσεύχονται κοντὰ τους γύρω στοὺς ἑβδομήντα κληρικοὶ καὶ μοναχοί, ὁ ἡγούμενος τῆς Ἁγίας Λαύρας καὶ ἀμέτρητο πλῆθος πιστῶν, ἀπὸ κεῖνο ποὺ τόσο τὸν ἀγάπησε καὶ μὲ ἀφοσίωση τὸν εἶχε ἀκολουθήσει στὴν ζωή του. Μπρὸς στὸ ἅγιο σκήνωμά του στὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς θὰ θυμηθεῖ τὴν πρώτη γνωριμία καὶ τὴν σύσταση, τοῦ Αἰγιαλείας Τιμοθέου γιὰ τὰ ὀρθρίσματα κοντὰ σ’ αὐτὸν τὸν ἅγιο ἄνδρα, θὰ ἐξάρει τὸ ταπεινό του φρόνημα, τὴν πραότητα, τὴν γλυκύτητα τοῦ προσώπου του γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, τὴν «ἐν ἀγάπῃ» πολλῇ αὐταπάρνησή του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους… τὴν ὅλη λαμπρὴ βιοτὴ αὐτοῦ τοῦ «ἐκ τῶν ἀσθενῶν… καὶ τῶν μὴ ὄντων», ποὺ ἀνασταίνει συχνὰ ὁ Θεός, γιὰ νὰ τὰ ἀναδείχνει «ἰσχυρότερα τῶν ἀνθρώπων» καὶ νὰ καταργεῖ αὐτὰ ποὺ κομπάζουν ὡς «ὄντα». Γεμάτος συγκίνηση ὁ ἅγιος Ὕδρας, καθὼς θὰ προσεύχεται πλάι στὸν Γέροντα ποὺ «κοιμόταν» γαλήνιος, θὰ φέρνει στὸ νοῦ τοῦ τὰ λόγια ποὺ τοῦ εἶχε πεῖ, ὅταν πρὶν λίγες μέρες, ἀρχιμανδρίτης ἀκόμη, τὸν εἶχε ἐπισκεφτεῖ στὸν «Εὐαγγελισμό». «Νὰ ἑτοιμάζεσαι γιὰ τὸν Γολγοθά», τοῦ εἶχε πεῖ τότε ὁ πάτερ Ἀθανάσιος προορατικά, κι ἐννοοῦσε προφανῶς τὸ σταυρικὸ μαρτύριο τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος ποὺ σὲ λίγο θ’ ἀναδεχόταν ὁ Ἰερόθεος. Λίγες μέρες πιὸ μπροστὰ τὸν εἶχε ἐπισκεφτεῖ καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος A΄ (Κοτσώνης), ποὺ ὡς ἔσκυψε ν’ ἀσπαστεῖ τὸ χέρι τοῦ πάπα-Θανάση, τὸν ἄκουσε νὰ τοῦ ἀπευθύνει τοῦτο τὸν χαιρετισμό: «Δὲν μπόρεσα νὰ Σᾶς στείλω εὐχές, ἀλλὰ τὸ τηλεγράφημα στὸν οὐρανὸ τὸ ἔστειλα». Καὶ καθένας καταλαβαίνει πὼς ἐννοοῦσε τὴν προσευχή.

.       Εἶναι, λοιπόν, νὰ μὴν παρατηρήσει κανεὶς ἐδῶ τώρα ὅτι, «μακάριοι οἱ νεκροὶ οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες… ἵνα ἀναπαύσωνται ἀπὸ τῶν κόπων αὐτῶν· τὰ γὰρ ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ’ αὐτῶν» (Ἀποκ. ιδ΄, 13).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

,

Σχολιάστε

«ΤΗΣ ΝΕΡΑΤΖΙΩΤΙΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» (π. Ἀθαν. Χαμακιώτης) [Γ´]

«ΤΗΣ ΝΕΡΑΤΖΙΩΤΙΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» [Γ´]
τοῦ Ἀθανασίου Κοτταδάκη
(Ἀπὸ τὸ «Συναξάρι τοῦ 20οῦ αἰώνα»,
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1989)

Μέρος Α:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/21/«τῆς-νερατζιώτισσας-π-ἀθ-χαμ-α´/

Μέρος Β:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/08/22/«τῆς-νερατζιώτισσας-π-ἀθ-χαμ-β´/

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.       Στὴν θέση τοῦ ἀρχιδιακόνου καὶ γραμματέα τῆς Μητρόπολης ὁ Ἀθανάσιος δὲν θὰ μείνει πολύ. Δὲν ἔνιωθε καλὰ σὲ τέτοια πόστα, δὲν τὸν ἐνθουσίαζαν τέτοιες θυσίες, ὁ πόθος τῆς φιλοπρωτίας σὲ διοικητικὲς προωθήσεις τοῦ ἦταν ξένος, κι οὔτε ποὺ τοῦ πέρασε ποτὲ ἀπὸ τὸ μυαλὸ νὰ χωθεῖ στὰ ἄσχημα παιχνίδια ποὺ παίζονται συχνὰ σὲ τέτοια γραφεῖα. Αὐτὸς ἦταν πλασμένος γιὰ ἄλλο κόσμο! Τὴν ἑπομένη χρονιὰ εὐχαρίστησε τὸν Δεσπότη γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν τιμὴ στὸ πρόσωπό του καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ εὐλογήσει τὴν ἐπιστροφή του στὴν Μονή. Ὁ Τιμόθεος κατάλαβε κι εὐλόγησε. Καὶ γύρισε εὐτυχὴς στοὺς οἰκείους τόπους, γιὰ νὰ συνεχίσει μὲ τὴν ἄσκηση, τὴν προσευχή, τὴ μελέτη, τὴ συστηματικὴ προετοιμασία τῆς μεγάλης πορείας ἀπὸ τὸ λειτούργημα τῆς ὑψίστης τιμῆς, τὸ λειτούργημα τοῦ πρεσβυτέρου. Πέντε χρόνια ἀπὸ τὴ χειροτονία του σὲ διάκονο, 14 Σεπτεμβρίου 1921, τοῦ Σταυροῦ, μέρα τόσο τίμια καὶ τόσο συμβολική, πανευτυχής, θὰ χειροτονηθεῖ πρεσβύτερος, θὰ πάρει στὸν ὦμο του τὸν μαρτυρικὸ σταυρὸ τοῦ λειτουργοῦ τοῦ Κυρίου. Καὶ τώρα πιὰ ἐμεῖς ξέρουμε αὐτὸ ποὺ τότε διαισθάνονταν ὅλοι ὅσοι τὸν γνώριζαν, ὅτι δὲν θὰ ἦταν ἐπάξια μόνο ἡ ἀρχή, θὰ ἦταν ἀκόμη πιὸ ἐπάξια ἡ λέξη αὐτῆς τῆς ἁγίας θητείας, σαρανταέξι χρόνια ἀργότερα, μὲ πλούσια καρποφορία. Εὐτυχισμένοι ὅσοι τιμήθηκαν μὲ τέτοιες κλήσεις, κι ἀκόμη πιὸ πολύ, ὅσοι ἀξιώθηκαν ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ τὶς τιμήσουν μὲ τὴν ζωή τους. Ἂς προσεύχονται γιὰ κείνους, ποὺ φτωχὸς κλῆρος τοὺς ἔλαχε, ποτάμι τὸ δάκρυ, στὶς μεγάλες ὧρες τῆς χειροτονίας τῶν ἀδελφῶν τους!
.       Ὁ νέος πρεσβύτερος δὲν βιάζεται νὰ πάρει τοὺς δρόμους. Δὲν εἶναι ἀπὸ κείνους ποὺ πᾶνε νὰ συναντήσουν τὸν ἄνθρωπο ὅπως-ὅπως, γυμνοὶ ἀπὸ πνεῦμα Κυρίου. Παρὰ τὰ δεκαπέντε χρόνια ποὺ ἀριθμεῖ στὴ μοναχικὴ ζωή, δὲν αἰσθάνεται ἀκόμη ἕτοιμος. Συνεχίζει, λοιπόν, στὴν Ἁγία Λαύρα ἀκόμη μία δεκαετία, διακονεῖ στὴν Μονὴ ὡς ἐφημέριος, γραμματέας, κι ἀπὸ τὰ 1922 ὡς μέλος τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου της. Παράλληλα ἐντείνει ἀκόμη πιὸ πολὺ τὴν προσπάθεια «πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (B΄ Κορ. δ´ 6), τὸν ἀγώνα του γιὰ τὸν πλουτισμό του μὲ ἀκόμη πιὸ βαθιὲς πνευματικὲς ἐμπειρίες. Ἀψηφώντας, μάλιστα, τὸ φιλάσθενό τῆς φύσης του δὲν ἀρκεῖται μόνο νὰ ἐπιτελεῖ μὲ παραδειγματικὴ εὐσυνειδησία τὰ ἐφημερικά του καθήκοντα καὶ νὰ ἀνταποκρίνεται μὲ ἀξιομίμητη αὐταπάρνηση σὲ ὅλες του τὶς ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ καὶ ἐπιδίδεται μὲ ζῆλο σὲ μία σπουδὴ κειμένων, ἰδιαίτερα τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, «ὅση αὐτῷ δύναμις καὶ μέχρις ἐγχωρεῖ», ποὺ θάλεγε καὶ ὁ ἅγιος Ἰουστίνος ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυρας. Μὲ τὸ θαμπὸ φῶς μίας λάμπας πετρελαίου, ἢ ἑνὸς κεριοῦ πιὸ συχνά, ἀπὸ τὶς δυὸ τὰ μεσάνυχτα μέχρις τὶς τέσσερις, ποὺ θὰ ἠχοῦσε τὸ σήμαντρο ὄρθρου, αὐτὸς φωτίζει τὸ νοῦ του μὲ τὶς λαμπρὲς ἀκτίνες τῆς πατερικῆς σοφίας. Θὰ ἔλεγα ἀκόμη ὅτι μέσα στὴν κατανυκτικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ Μοναστηριοῦ, στὴ γαλήνη τῆς μεγάλης νύχτας, ἄγρυπνος αὐτὸς κοινωνεῖ τὸ ζείδωρο φῶς τοῦ πατερικοῦ λόγου καὶ βυθίζεται σὲ μία μυστικὴ ἀναστροφὴ μὲ τὴν ἁγία ζωή τους. Αὐτὴ ἡ σπουδὴ καὶ κοινωνία θὰ εἶναι κάτι μεγάλο γι’ αὐτόν, θὰ σφραγίσει τὴν ζωή του, θ’ ἀναδείξει τὶς μικρές του δυνάμεις. Δίκαια, λοιπόν, ἕνα ἀπὸ τὰ πνευματικά του παιδιά, ὁ Μητροπολίτης Ἀργολίδος Ἰάκωβος Παχής, θὰ γράψει: «Παρὰ τὸ ὅτι δὲν εἶχεν περγαμηνὰς θεολογικάς, ἦτο φωτισμένος θεολόγος καὶ μὲ μεγάλην εὐκολίαν ἔλυε ὄχι μόνον πᾶσαν θεολογικὴν ἢ γραφικὴν ἀπορίαν, ἀλλὰ καὶ ἐκήρυττε μὲ δύναμιν καὶ ἁπλότητα, ὥστε καὶ πολλοὶ μορφωμένοι ἄνθρωποι, ἀκούοντας τὰ κηρύγματά του θὰ ἐθαύμαζαν τὴν χάριν τοῦ λόγου του…».
.       Στὰ 1930, Ἰανουαρίου 18, Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, γιορτὴ τοῦ ἁγίου του καὶ ὀνομαστική του, ὁ Μητροπολίτης Τιμόθεος θὰ τοῦ κάνει ἕνα πολύτιμο δῶρο, δῶρο ποὺ θὰ σταθεῖ ἡ πιὸ βασικὴ ἔκφραση τῆς ζωῆς του, θὰ τὸν χειροθετήσει Πνευματικό. Τώρα πιὰ εἶναι ὅλα ἕτοιμα γιὰ τὴν ἔξοδό του στὸν κόσμο, στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ. Τὴν ἑπόμενη χρονιά, 1 Ἰουλίου 1931, ὁ ἱερομόναχος Ἀθανάσιος Χαμακιώτης ἐγκρατὴς πνευματικὰ ἀπὸ μία εἰκοσιπεντάχρονη μοναχικὴ ἄσκηση καὶ ἱερὴ σπουδὴ ἔρχεται λειτουργὸς τοῦ Θεοῦ στὴν Ἀνάληψη τοῦ Βύρωνα, τὸ γνωστὸ Μετόχι τῆς Σιμωνόπετρας τοῦ Ὄρους. Ἐδῶ θὰ ἔχει τὴν εὐτυχία νὰ εἶναι σὲ λίγο συνεφημέριος μὲ τὴν εὐλογημένη μορφὴ τοῦ ἁγίου Γέροντα Ἱερώνυμου Σιμωνοπετρίτη. Κι αὐτὴ ἡ συνάντηση δὲν θὰ εἶναι οὔτε τυχαία οὔτε συμπτωματική. Ὁ Θεὸς εὕρισκε τὸν τρόπο νὰ στήνει πλάι του μεγάλους φάρους, γιὰ νὰ φωτίζουν τὰ βήματά του. Φαινόταν πιὰ ὅτι κάτι ὄμορφο περίμενε ἀπὸ αὐτόν. Κατόπιν θὰ ἱερατεύσει γιὰ λίγο στὴ Γλυφάδα, θὰ γυρίσει πάλι στὴν Ἀνάληψη κι ἀπὸ κεῖ θὰ τοποθετηθεῖ ἐφημέριος στὸ ἐκκλησάκι τῆς Μεταμόρφωσης στὸ Βιλλιαρὶ –σήμερα ἁγία Σωτήρα– κοντὰ στὴ Μάνδρα τῆς Ἐλευσίνας, ὅπου καὶ θὰ μείνει τρία χρόνια – 3 Φεβρουαρίου 1933 μέχρι 29 Ὀκτωβρίου 1936. Οὐσιαστικὰ τὸ μικρὸ ποίμνιο αὐτῆς τῆς ἐνορίας θὰ εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ θὰ εὐτυχήσει νὰ χαρεῖ κάμποσο χρόνο τὸ λόγο τῆς παράκλησής του, νὰ γευτεῖ τὴν ἐξομολογητικὴ χάρη του.
.       Ἀπὸ αὐτὴ τὴ θέση θὰ τὸν πάρει ὁ νέος τότε Μητροπολίτης Ἀττικῆς Ἰάκωβος Βαβανάτσος καὶ θὰ τὸν τοποθετήσει ἐφημέριο στὸ ἱστορικὸ –ἵδρυση τὸ 17ο αἰώνα– καὶ γραφικὸ βυζαντινὸ ναΐδριο Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας στὸ Μαρούσι, τῆς γνωστῆς εὐρύτερα ὡς Νερατζιώτισσας, στὶς 30 Ὀκτωβρίου 1936. Ἀπὸ τὴ μέρα αὐτὴ καὶ γιὰ εἰκοσιεφτὰ στὴ συνέχεια χρόνια –μέχρι τὶς 30 Σεπτεμβρίου 1963– ὁ μικρὸς αὐτὸς ναὸς θὰ γίνει τὸ καίριο πνευματικὸ καὶ λειτουργικὸ κέντρο του, ἡ πιὸ ἀντιπροσωπευτικὴ ἔκφραση τῆς ζωῆς του, ἡ δεύτερη μεγάλη ἀγάπη του μετὰ τὴν Ἁγία Λαύρα. Σ’ αὐτὸ τὸ ἐκκλησάκι ὅλα ἐτοῦτα τὰ χρόνια, τὸ πιὸ πολὺ χρόνια μεγάλης φτώχειας καὶ πολλῆς δοκιμασίας, θὰ ἐκδηλώσει ὅλη τὴ λειτουργικὴ ζεστασιά του, τὴν πνευματική του σύνεση, τὴν χαρακτηριστικὰ μεγάλη του ταπείνωση, τὸν καυτὸ πόνο του γιὰ τὸν ἁμαρτωλό, τὴ σταυρική του αὐταπάρνηση καὶ τὴν ἐνεργὸ ἀγάπη του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ὁ Θεὸς θὰ στείλει στὸ δρόμο του. Ἐδῶ θ’ ἀναδειχτεῖ κι ὁ ἴδιος πολὺ γρήγορα, μάλιστα, μία ἐπιβλητικὴ λευιτικὴ μορφὴ τοῦ Μαρουσιοῦ, ποὺ οἱ κάτοικοι τοῦ ὡραίου τότε προαστίου τῶν Ἀθηνῶν καὶ θὰ ἐκτιμήσουν καὶ θὰ τιμήσουν μὲ τὸν κρυφὸ καὶ φανερὸ σεβασμόν τους. «Ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος περνάει, ἔλεγαν οἱ Μαρουσιῶτες καὶ μὲ πολὺν σεβασμὸ ἠγείροντο, ἐὰν ἐκάθηντο ἢ σταματοῦσαν, ἐὰν ἐβάδιζον διὰ νὰ χαιρετήσουν τὸν σεβάσμιον Λευίτην», σημειώνει ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος Κλεόπας, καὶ ὁ Μητροπολίτης Αἰγιαλείας Ἀμβρόσιος συμπληρώνει: «Εἰς τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἀμαρουσίου γενικῶς ὁ π. Ἀθανάσιος εἶχεν ἐπιβληθεῖ ὡς ἅγιος… Εἶχον πολλὰς εὐκαιρίας νὰ διαπιστώσω τοῦτο προσωπικῶς, ὁσάκις κατηφόριζα πρὸς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Νερατζιωτίσσης πρὸς συνάντησίν του». Καὶ νὰ προσθέσω ὕστερα ἀπὸ τὶς παραθέσεις, ὅτι ὁ ἅγιος Γέροντας θὰ δημιουργήσει ἕνα ζωντανὸ πνευματικὸ πυρήνα, ποὺ θὰ ξεπεράσει καὶ τὰ ὅρια τοῦ Μαρουσιοῦ, καθὼς φαίνεται ἀπ’ αὐτὲς καθαρά, θὰ περιβάλει στὸν εὐρὺ κύκλο του πέρα ἀπὸ τοὺς πολλοὺς πιστούς, καὶ πρόσωπα τὰ πρῶτα φέροντα καὶ σήμερα στὴν Ἐκκλησία.
.       Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ κάνουμε μία παρεμβολή, νὰ σημειώσουμε ὅτι ὁ βραχύσωμος αὐτὸς Γέροντας, ἴσως ἀκόμη ἀπὸ τὰ νεανικὰ χρόνια του ὑποτακτικοῦ στὴν Ἁγία Λαύρα, νιώθοντας ψυχὴ βαθιὰ φιλομόναχη, ἔκρυβε μέσα του τὸν πόθο νὰ ἱδρύσει κάποτε μία μοναστικὴ κυψέλη. Ὄντας ὅμως ἄνθρωπος ποὺ ἔβαζε πάντα ὡς πρῶτο ὄρο ζωῆς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὑπηρετοῦσε τὸ ἔργο του μὲ ἀνυπέρβλητη αὐταπάρνηση καὶ ἀφοσίωση ἀπὸ τὶς διάφορες ἐφημεριακὲς θέσεις ποὺ τὸν ἔστελνε ἡ ἀγάπη Του. Δὲν παρέλειπε ὅμως νὰ προπαρασκευάζει διακριτικὰ καὶ μεθοδικὰ τὴν πραγματοποίηση αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ στόχου. Αὐτὸ τὸ λέω, γιατί στὰ 1956, στὰ ἐξηνταπέντε του πιά, θὰ προχειριστεῖ Μεγαλόσχημος Μοναχὸς ἀπὸ τὸν πνευματικό του, τὸν ξακουστὸ Γέροντα τῆς Λογγοβάρδας Φιλόθεο Ζερβάκο, τὴν ἄλλη αὐτὴ ὁσιακὴ μορφὴ τῶν χρόνων μας. Κι ἂν ἐδῶ πρέπει νὰ παρατηρήσω πάλι, ὅτι ἡ τρίτη αὐτὴ συνάντηση τῆς ζωῆς του εἶναι ἴσως ἡ πιὸ σημαδιακή, πρέπει συνάμα νὰ συμπληρώσω ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς τελευταίας μοναχικῆς ἀναβάθμισης δείχνει περίτρανα κατὰ ποῦ θὰ πήγαιναν τελικὰ τὰ βήματά του. Ἔτσι ὅταν ἑφτὰ χρόνια ἀργότερα, 1963, θὰ νιώσει ὅτι ἡ ψυχή του ἀσφυκτιᾶ πιὰ ἀπὸ τὴν ραγδαία ἐπερχόμενη οἰκοδομικὴ ἔκρηξη τοῦ Μαρουσιοῦ, κι ὁ ἠλεκτρικὸς ἀδιάκριτος θὰ τοῦ ᾽χει κακοποιήσει στὸ μεταξὺ τὴν παρθένα γαλήνη τῆς Νερατζιώτισσας, θὰ τραβηχτεῖ λίγο πιὸ μέσα, στὴ Ροδοπόλη, στὴ θέση Μπάλλα, στοὺς πρόποδες τῆς Πεντέλης. Ἐκεῖ θὰ ἱδρύσει τὸ Ἱερὸ Ἡσυχαστήριο Παναγίας τῆς Φανερωμένης μὲ ἕνα μικρὸ δυναμικὸ γυναικεῖο μοναστικὸ πυρήνα, ποὺ δὲν θ’ ἀργήσει νὰ ἐξελιχθεῖ σὲ ἀξιόλογη ἀδελφικὴ κοινότητα.
.      Ἐδῶ μάλιστα, ἀξίζει νὰ παραθέσει κανεὶς καὶ μερικὰ στοιχεῖα σχετικὰ μὲ τὴν ἐπιλογὴ τοῦ τόπου ἱδρύσεως τοῦ Ἡσυχαστηρίου, ὅπως τὰ παραδίδει ὁ Μητροπολίτης Πατρῶν Νικόδημος Βαλληνδρᾶς (†), ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀγάπησαν πολὺ τὸν Γέροντα καὶ θέλησαν νὰ βοηθήσουν αὐτὴ τὴν προσπάθειά του. «Καὶ ἀνεζήτει τὸν τόπο καὶ τὸ κατάλληλον φυσικὸν περιβάλλον. Τὸ ἔμψυχον ὑλικὸν ἦτο ἤδη ἕτοιμον. Καὶ κάποια οἰκονομικὴ ἀπαρχὴ διετίθετο ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων πνευματικῶν του τέκνων. Τὰ ὑπόλοιπα “θὰ τὰ ἔφερνε ἡ Παναγία”. Καὶ τὰ ἔφερε πράγματι. Εἶχεν ἀπευθυνθεῖ καὶ εἰς ἐμέ, ζητῶν τὴν βοήθειάν μου, ὡς ἡγουμένου τότε τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Πετράκη, ἐν Ἀθήναις, διὰ τὴν παραχώρησιν κτήματός τινος τῆς Μονῆς μετὰ κτίσματος ναϊδρίου, διὰ νὰ προχωρήσει εἰς ὑλοποίησιν τοῦ σχεδίου του… Ἐπεσκέφθημεν μαζὶ τὸ μετόχιον τῆς Μονῆς Πετράκη εἰς θέσιν “Βρανὰ” Ἀττικῆς (παρὰ τὴν Ν. Μάκρην). Καὶ ἤρεσεν ὁ τόπος εἰς τὸν ἴδιον καὶ τὰ συνοδεύοντα δύο πρόσωπα – στελέχη τοῦ ὑπὸ ἵδρυσιν μονιδρίου. Εἰσηγήθην εἰς τὸν τότε Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν Θεοκλητὸν Β΄ κατ’ ἐπανάληψιν, (μίαν φορὰν καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ του) τὴν ἔγκρισιν παραχωρήσεως. Τὸν ἐγνώριζεν προσωπικῶς, ὡς χρηματίσσας ἄλλοτε Μητροπολίτης Καλαβρύτων, καὶ τὸν ἐξετίμα ἰδιαιτέρως. Ἀλλά, παραδόξως… δὲν ἐνέκρινε τὴν παραχώρησιν! Τίς οἶδε διὰ ποῖον λόγον… Ἡ Παναγία τοῦ ἑτοίμαζε ἄλλην “δοχήν” εἰς τὸ ὡραιότατον τοπίον καὶ μονίδριον “Φανερωμένη” (Μπάλλα Ἀττικῆς). Τὸ παρέλαβεν εἰς ὑποτυπώδη κατάστασιν καὶ τὸ συνεκρότησεν εἰς ἄρτιον μοναστικὸν ἵδρυμα καὶ Ναόν…».

,

Σχολιάστε

«ΤΗΣ ΝΕΡΑΤΖΙΩΤΙΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» (π. Ἀθαν. Χαμακιώτης) [Β´]

«ΤΗΣ ΝΕΡΑΤΖΙΩΤΙΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» [Β´]
τοῦ Ἀθανασίου Κοτταδάκη
(Ἀπὸ τὸ «Συναξάρι τοῦ 20οῦ αἰώνα»,
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1989)

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.       Ἡ Τουρλάδα εἶναι ἕνα ὀρεινὸ χωριουδάκι κατὰ τὰ μέρη τῶν Καλαβρύτων. Τὰ κάτασπρα φτωχικά του χάνονται μέσα σὲ μία βλάστηση ἀληθινὰ ὀργιώδη καὶ τὰ πυκνώματα μὲ τὶς βελανιδιὲς στὸ μικρὸ λόφο μοιάζουν νὰ τὸ στεφανώνουν μεγαλόπρεπα. Εἶναι ἕνα χωριουδάκι γραφικό, μὰ καὶ πολὺ μικρό, τόσο μικρὸ –διακόσιες ψυχὲς ὅλες κι ὄλες– ποὺ δὲν τὸ δείχνει ὁ χάρτης. Ἐδῶ οἱ ἄνθρωποι ζοῦν ἁπλά, ἀθόρυβα, χαμένοι στὴν ἐρημιὰ τῶν γύρω ὀρεινῶν ὄγκων, λησμονημένοι ἴσως ἀπ’ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὄχι ὅμως κι ἀπ’ τὸν Θεό. Αὐτός, πάντα παράξενος, ἔχει ἄλλες συνήθειες, ἄλλες προτιμήσεις καὶ ἐπιλογές. Ἔχει τὸ δικό του χάρτη καὶ κεῖ κρατάει τὶς δικές του σημειώσεις. Σημαδεύει κάτι μέρη ἔρημα, ἄσημα, «ἀφανῆ» καὶ ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ ἔρχεται σὲ κάποιο ἀπ’ αὐτὰ καὶ κρύβει ἕνα δικό του, φυτεύει τὸ «κλῆμα» του.
.      Ἔτσι, φαίνεται, θὰ ἔγινε καὶ μὲ τὴν Τουρλάδα, τὴν σημείωσε ὁ Θεὸς στὸ χάρτη του, κι ἦρθε κι ἔκρυψε ἐδῶ ἕναν ἄνθρωπό του, ἕνα ποὺ τὸν σφράγισε μὲ τὸ χάρισμα μίας ἅγιας θητείας. Ἦταν ὁ πάτερ Ἀθανάσιος τῆς Νερατζιώτισσας, αὐτὸς ποὺ εἴπαμε πιὸ πάνω, ὁ μικρὸς Γιῶργος τοῦ Βασίλη καὶ τῆς Κωνσταντίνας Χαμακιώτη, ποὺ ἦρθε στὸ φῶς τῆς ζωῆς στὰ 1891 ἀπὸ τὸ εὐλαβικὸ ζευγάρι τῶν ἁπλοϊκῶν καὶ πάμπτωχων ἐκείνων χωρικῶν. Καὶ τί παράξενο, ὥσπου ν’ ἀποσώσει τὰ στοιχειώδη γράμματα τοῦ Δημοτικοῦ ἐτοῦτο τὸ παιδὶ εἶχε δείξει τὶς χάρες του, τὴν σύνεση, τὴν φρονιμάδα καὶ ἰδιαίτερα τὴν εὐσέβειά του. Ποῦ τὸν ἔχανες καὶ ποῦ τὸν εὕρισκες τὸν μικρὸ Γιῶργο, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα, τὴν ὄμορφη ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ, ἔπαιρνε γραμμὴ ὅλα τὰ γύρω γραφικὰ ξωκκλήσια. Ἅη Γιώργη, ἅγιο Στέφανο, ἅγιο Ἰωάννη τὸ Θεολόγο… Κι οἱ συγχωριανοὶ τὸ κατάλαβαν γρήγορα, «νὰ δεῖς, ποὺ αὐτὸς κάποια μέρα θὰ γίνει παπάς», ἔλεγαν, κι οἱ γεροντότεροι συμπλήρωναν μὲ θαυμασμό: «σὰν τὸν Παπουλάκο». Ἦταν, βλέπετε, κι ἡ μάνα ποὺ λαχταροῦσε γιὰ τὰ παιδιά της καὶ πάσχιζε νὰ τ’ ἀναδείξει παρ’ ὅλη τὴν φτώχειά της. «Θέλω νὰ μάθουν γράμματα», τὴν εἶχαν ἀκούσει νὰ λέει πολλὲς φορές, «κάποια μέρα μπορεῖ νὰ γίνουν παπάδες». Νὰ ποῦμε ἐδῶ ὅτι ὁ Θεὸς θὰ εὐλογήσει αὐτὸ τὸν ἱερό της πόθο καὶ θὰ εὐτυχήσει νὰ δεῖ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Γιῶργο, ἀκόμη ἕνα γιὸ τῆς ἱερομόναχο τὸν Θανάση, ποὺ μόνασε στὸ Μοναστήρι τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τοῦ Πόρου Τροιζηνίας μὲ τὸ ὄνομα Χαρίτων, τὸ ὄνομα τοῦ ἐπίσης μοναχοῦ θείου του.
.     Καὶ νὰ ξαναγυρίσουμε στὸν μικρὸ Γιῶργο, ποὺ τὰ πράγματα τῆς ζωῆς του δὲν θ’ ἀργήσουν νὰ πάρουν τὸν δρόμο ποὺ διαφαινόταν καθαρά. Στὰ 1906, 20 Ἰουλίου, τοῦ προφήτη Ἠλία, μέρα μεγάλης γιορτῆς, δεκαπεντάχρονος μονάχα θὰ κάνει τὸ πρῶτο ἀποφασιστικὸ βῆμα τῆς ἁγίας πορείας του, θὰ ζητήσει νὰ τὸν δεχτοῦν στὸν τραχὺ δρόμο τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Θὰ ἔρθει στὸ ἱστορικὸ Μοναστήρι τῆς ἁγίας Λαύρας, ὅπου μόναζε ὁ θεῖος τοῦ Χαρίτων Ἀναγνωστόπουλος –ἀδελφός της μητέρας του– ἕνας σῶφρον ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, μὲ Ἡγούμενό του τὸν ἅγιο Γέροντα Ἀθανάσιο Γεωργίου καὶ θὰ ζητήσει μὲ μία εὐδιάκριτη εἰλικρίνεια καὶ ἀποφασιστικότητα νὰ τὸν πάρουν κοντά τους. Ἡ ἐπιθυμία του θὰ εὐλογηθεῖ ἀμέσως, ὁ ἄγουρος αὐτὸς νεανίας, εἶχε, θαρρεῖς, στὸ βλέμμα του κάτι ποὺ ἔλεγε πολλά. Εὐτυχής, λοιπόν, θὰ βρεθεῖ τόσο νωρὶς μέσα σ’ ἕνα ἅγιο περιβάλλον, σ’ ἕνα τόσο σημαντικό, καὶ τί δὲν ἔφερνε στὴν μνήμη ἡ ἱστορία του!

.        Ἐδῶ τώρα ἀναδέχεται μὲ χαρὰ καὶ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τὰ ἀθλήματα τῆς μοναχικῆς ἄσκησης, τὸν κανόνα ποὺ τοῦ ὅρισαν οἱ δυὸ ἔμπειροι Γέροντες. Παράλληλα προσπαθεῖ νὰ διευρύνει τοὺς ὁρίζοντες τῶν γνώσεών του, γι’ αὐτὸ γράφεται καὶ φοιτᾶ στὸ Γυμνάσιο Καλαβρύτων. Φαίνεται ὅμως ὅτι οἱ φυσικές του δυνάμεις δὲν τὸν βοηθοῦσαν, ἡ ὑγεία του ἦταν πάντα ἐπισφαλής, κι ἀναγκάζεται νὰ διακόψει. Ἀλλὰ καὶ πάλι μπροστά, στὰ 1911 θὰ τὸν βροῦμε νὰ φοιτᾶ στὴν Ἱερατικὴ Σχολὴ Ἄρτας γιὰ δυὸ χρόνια. Φθινόπωρο τοῦ 1913 θὰ ξαναγυρίσει στὴν Μονή, ὅπου οἱ Γέροντες θὰ κρίνουν ὅτι πρέπει νὰ τοῦ δώσουν τὸ σχῆμα τοῦ κανονικοῦ μοναχοῦ, ἔχουν περάσει ἑφτὰ χρόνια ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα κι ἦταν σὲ ὅλα του τόσο καλός. Μέσα Ὀκτωβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους, στὰ εἰκοσιδυὸ τῆς ὄμορφης νιότης του, ὁ ἅγιος Ἡγούμενος θὰ τὸν κείρει μοναχὸ καὶ θὰ τοῦ δώσει τὸ ὄνομά του, Ἀθανάσιος, τὸ ὄνομα τοῦ μεγάλου ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ τόσο ἐπάξια θὰ τιμήσει. Γεμάτος χαρὰ καὶ ἄφατη εὐφροσύνη ἐκεῖνο τὸ βράδυ, μόνος στὸ κελλί, στὰ γόνατα, «ἐν σιγῇ», πόσα δὲν εἶπε, πόσα δὲν στοχάστηκε, πόσες φορὲς δὲν ἐπανέλαβε, «Ἀθανάσιος Ἁγιολαυρίτης, ταπεινὸς μοναχός»! Ἡ μεγάλη ἀρχὴ εἶχε γίνει.

.        Τρία χρόνια ἀργότερα, 16 Ἀπριλίου 1916, εἰκοσιπεντάχρονος κατὰ πὼς ὁρίζουν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες –κρατοῦσε τὸν σεβασμὸ ποὺ πρέπει στὰ ἱερὰ ὅρια ὁ Γέροντας ἀπὸ νέος ἀκόμη– θ’ ἀνεβεῖ τὸ πρῶτο σκαλοπάτι τῆς ἱερωσύνης, θὰ χειροτονηθεῖ διάκονος. O Μητροπολίτης Αἰγιαλείας Τιμόθεος Ἀναστασίου ἔχει ἐπισημάνει ἀπὸ καιρὸ αὐτὸ τὸ νέο καλόγερο μὲ τοὺς μετρημένους τρόπους, μὲ τὸ τόσο καθαρὸ πρόσωπο. Τὸν χειροτονεῖ λοιπόν, διάκονο, τὸν παίρνει ἀρχιδιάκονό του καὶ τοῦ ἐμπιστεύεται τὴν εὐθύνη τῆς Γραμματείας τῆς Μητρόπολης. Ἐκεῖνος πάλι ἀνταποκρίνεται σὲ ὅλα μὲ ὑποδειγματικὴ εὐσυνειδησία, μὲ περισσὴ αὐταπάρνηση. Ὁ Δεσπότης γρήγορα καταλαβαίνει, ἔχει νὰ κάνει μ’ ἕναν ἄνθρωπο μεγάλης ἀρετῆς. Δὲν κρύβει τὴν χαρά του, τὸν ἐνθουσιασμό του. Μὲ τὸ καμάρι τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἀνακάλυψε ἕνα πολύτιμο μαργαριτάρι τὸν συνιστᾶ κάποια μέρα στὸν ἀρχιμανδρίτη τότε καὶ κατόπιν Μητροπολίτη Ἀργολίδος καὶ Πειραιῶς διαδοχικὰ Χρυσόστομο Ταβλαδωράκη, κληρικὸ μὲ γνώση καὶ εὐσέβεια, λέγοντας: «Χρυσόστομε, ὄρθριζε πρὸς αὐτόν, οὗτος εἶναι ἐκ κοιλίας μητρὸς ἠγιασμένος». Θὰ σημειώσω ἐδῶ ὅτι αὐτὴ ἡ γνωριμία δὲν εἶναι τυχαία οὔτε καὶ χωρὶς νόημα. Εἶναι τὸ πρῶτο σημάδι μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς δείχνει πῶς διαλέγει τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ρίχνει στὸ δρόμο τοῦ αὐριανοῦ δόκιμου ἐργάτη τῆς ἀγάπης του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

,

Σχολιάστε

«ΤΗΣ ΝΕΡΑΤΖΙΩΤΙΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» (π. Ἀθαν. Χαμακιώτης) [Α´]

«ΤΗΣ ΝΕΡΑΤΖΙΩΤΙΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ»
τοῦ Ἀθανασίου Κοτταδάκη
(Ἀπὸ τὸ «Συναξάρι τοῦ 20οῦ αἰώνα»,
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1989)

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.      Ἡ μνήμη μὲ γυρίζει πίσω, καλοκαίρι 1953, σὲ μία Κυριακάτικη λειτουργία στὴν Παναγία Ὁδηγήτρια τοῦ Μαρουσιοῦ, τὴ γνωστὴ ὡς Νερατζιώτισσα. Ἀχνοφέρνω στὸ νοῦ μου τὴ σεπτὴ λευιτικὴ μορφὴ τοῦ γέροντα μὲ τὶς λεπτὲς ροδόχρωμες παρειὲς στεφανωμένες ἀπὸ τὸ κατάλευκό της κεφαλῆς καὶ τῆς πυκνῆς γενειάδας. Λιτὸς στὶς τελετουργικὲς κινήσεις του, μετρημένος, ὅλος «ἐν προσευχῇ», τί παράξενο, κοινωνοῦσε τοὺς πιστοὺς γονατιστούς. Ἀποτυπώθηκε τότε μέσα μου ἡ κίνηση αὐτή, τὴ θεώρησα σημάδι βαθύτατης εὐλάβειας. Ἀργότερα διάβασα ὅτι ἦταν συστατικό τῆς ρωσσικῆς εὐσέβειας. «Οἱ πιστοὶ συγκεντρώνονται, ὅπως οἱ ἅγιες γυναῖκες ἐμπρὸς στὸν τάφο. Ἡ θύρα ἀνοίγεται διάπλατα, σιωπηλά, συμβολισμὸς τοῦ ἀγγέλου Γαβριήλ, ποὺ κυλᾶ τὸν λίθο τοῦ μνημείου. O ἱερεὺς κρατώντας τὸ ποτήριο στὰ χέρια του παρουσιάζεται ἐμπρὸς στοὺς γονατισμένους πιστούς. Εἶναι ἡ ἔλευση τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ, ποὺ ἔρχεται νὰ προσφέρει τὴν ἀθάνατη ζωή…» (Π. Εὐδοκίμωφ, «Ὀρθοδοξία», σ. 351). Τότε μοῦ εἶπαν ὅτι αὐτὸς εἶναι «ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος, ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος». Αὐτὸ πραγματικὰ φαινόταν, κάτι ἀδιόρατο, θαρρεῖς, τὸ μηνοῦσε! Αὐτὴ τὴν αἴσθηση ἔχω ἀπὸ τότε, κάθε φορὰ ποὺ ὁ ρυθμικὸς κρότος τῆς σιδερένιας τροχιᾶς τοῦ Ἠλεκτρικοῦ μὲ προσπερνᾶ ἀδιάκριτα ἀπὸ τὴ χαμένη πιὰ γαλήνη τῆς Νερατζιώτισσας.

* * *

.      Ἡ Τουρλάδα εἶναι ἕνα ὀρεινὸ χωριουδάκι κατὰ τὰ μέρη τῶν Καλαβρύτων. Τὰ κάτασπρα φτωχικά του χάνονται μέσα σὲ μία βλάστηση ἀληθινὰ ὀργιώδη καὶ τὰ πυκνώματα μὲ τὶς βελανιδιὲς στὸ μικρὸ λόφο μοιάζουν νὰ τὸ στεφανώνουν μεγαλόπρεπα. Εἶναι ἕνα χωριουδάκι γραφικό, μὰ καὶ πολὺ μικρό, τόσο μικρὸ –διακόσιες ψυχὲς ὅλες κι ὄλες– ποὺ δὲν τὸ δείχνει ὁ χάρτης.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

,

Σχολιάστε