Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀθανασία

ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ!

να βμα πι κοντ γι τν θανασία

Ἀπὸ τὴ Νεκταρία Καρακώστα
φημ. «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»
10.11.2017

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.» Τελικῶς ἡ Ἐπιστήμη (οἱ φυσικοὶ ἐπιστήμονες) ἔχει «ὑπαρξιακὲς ἀναζητήσεις», ἀναζητᾶ τὴν «ἀθανασία» (ἔστω καὶ μὲ λάθος τρόπο) ἢ ἐπιβεβαιώνει πὼς πρωταρχικὸ καὶ ἀπαράγραπτο αἴτημα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀποφυγὴ ἢ ἡ νίκη ἐπὶ τοῦ θανάτου, τὴν ὥρα ποὺ στὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα ἐπιδιώκεται λυσσαλέα νὰ ἐξαφανισθεῖ κάθε ἀναφορὰ στὴν «ἀθανασία» ἀπὸ τοὺς Ἑργολάβους τῆς Ἀλλοτριώσεως! (βλ. μάθημα «Θρησκευτικῶν», ἀπώθηση τῆς Προσευχῆς στὸ περιθώριο κλπ.)

Προαναγγέλλουν τὸ τέλος τῆς γήρανσης • Νέα ζωὴ στὰ κύτταρα ἔδωσαν οἱ ἐπιστήμονες 

.         Πιὸ κοντὰ στὸν στόχο τῆς ἀθανασίας, διακαῆ πόθο τῶν ἀλχημιστῶν, βρίσκονται πλέον Βρετανοὶ ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι ἀνακάλυψαν τὸ «ἐλιξίριο τῆς μακροζωίας» στὴ… ρεσβερατρόλη, οὐσία ποὺ περιέχεται -μεταξὺ ἄλλων- στὸ κόκκινο κρασί, στὸ σταφύλι, στὰ μύρτιλλα καὶ στὴ μαύρη σοκολάτα.
.         Ο πιστήμονες π τ πανεπιστήμια το ξετερ κα το Μπράιτον χορήγησαν νάλογα ρεσβερατρόλης σ γερασμένα κύτταρα κα εδαν μ κπληξη τι τ κύτταρα ατ χι μόνο ρχισαν ν μοιάζουν νεώτερα, λλ κα ν συμπεριφέρονται ς τέτοια!
.         «Τὰ γερασμένα κύτταρα ἔμοιαζαν μὲ νεαρά. Ἦταν σὰν μαγεία! Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ πιστέψω. Ἐπανέλαβα πολλὲς φορὲς τὰ πειράματα καὶ κάθε φορὰ τὰ κύτταρα ἀνανεώνονταν», δήλωσε ἐνθουσιασμένη ἡ δρ Eva Latorre ἀπὸ τὸ πανεπιστήμιο τοῦ Ἐξετερ. Ἡ μελέτη, ποὺ δημοσιεύτηκε στὸ ἐπιστημονικὸ περιοδικὸ «BMC Cell Biology», φαίνεται πὼς ἀλλάζει τὸ μέλλον τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἀφοῦ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ θεραπεῖες ποὺ θὰ μᾶς βοηθοῦν νὰ μεγαλώνουμε μὲ ὑγεία, χωρὶς νὰ βιώνουμε τὶς ἐπιπτώσεις τῆς γήρανσης καὶ χωρὶς νὰ ἐμφανίζουμε ἐκφυλιστικὲς παθήσεις.

διαδικασία

.         Κατὰ τὴ φυσιολογικὴ διαδικασία τῆς γήρανσης οἱ ἱστοὶ συσσωρεύουν γερασμένα κύτταρα ποὺ εἶναι μὲν ζωντανά, ἀλλὰ δὲν λειτουργοῦν φυσιολογικά. Αὐτὸς εἶναι καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους οἱ ἱστοὶ καὶ τὰ ὄργανά μας γίνονται ἐπιρρεπῆ στὶς ἀσθένειες καθὼς μεγαλώνουμε. Γι’ αὐτὸ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι μετὰ τὰ 85 ἔτη γίνονται πιὸ ἐπιρρεπεῖς στὰ ἐγκεφαλικὰ ἐπεισόδια, στὶς καρδιακὲς νόσους ἢ στὸν καρκίνο.
.         Μὲ τὰ ἀνάλογα ρεσβερατρόλης ποὺ χρησιμοποίησαν, οἱ ἐπιστήμονες ἐπανενεργοποίησαν τοὺς παράγοντες συναρμογῆς, ποὺ εἶναι καίριας σημασίας, ὥστε τὰ γονίδια νὰ συμπεριφέρονται σωστά. Ἔτσι, μέσα σὲ λίγες ὧρες τὰ γερασμένα κύτταρα ὄχι μόνο ἔδειχναν νεώτερα, ἀλλὰ ἄρχισαν καὶ νὰ ἀναγεννιοῦνται!

,

Σχολιάστε

″ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ″ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ: «Ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη» (Ἅγ. Ἰουστ. Πόποβιτς)

ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ

Τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς

.        Oἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τόν Θεόν εἰς θάνατον.ὁ Θεός ὅμως διά τῆς Ἀναστάσεώς Του ″καταδικάζει″ τούς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν. Διά τά κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούςδιά τάς ὕβρεις τάς εὐλογίαςδιά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν. Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μῖσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν Τόν ἐσταύρωσαν.καί ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ᾽ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του. Διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ὡδηγήθη τελεσιδίκως εἰς τήν ὁδόν τῆς ἀθανασίας, καί ἔγινε φοβερά καί δι᾽ αὐτόν τόν θάνατον. Διότι πρό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο φοβερός διά τόν ἄνθρωπον, ἀπό δέ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου γίνεται ὁ ἄνθρωπος φοβερός διά τόν θάνατον. Ἐάν ζῇ διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Θεάνθρωπον ὁ ἄνθρωπος, ζῇ ὑπεράνω τοῦ θανάτου. Καθίσταται ἀπρόσβλητος καί ἀπό τόν θάνατον. Ὁ θάνατος μετατρέπεται εἰς «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ»: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος;» (πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 55-56). Οὕτως, ὅταν ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ἀποθνήσκῃ, ἀφήνει ἁπλῶς τό ἔνδυμα τοῦ σώματός του διά νά τό ἐνδυθῇ ἐκ νέου κατά τήν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
.      Μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ ζωή, καί ὁ θάνατος ἡ δευτέρα. Ὁ ἄνθρωπος εἶχε συνηθίσει τόν θάνατον ὡς κάτι τό φυσικόν. Ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος ἤλλαξε τά πάντα: ἡ ἀθανασία ἔγινεν ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινε κάτι τό φυσικόν εἰς τόν ἄνθρωπον, καί τό ἀφύσικον κατέστη ὁ θάνατος. Ὅπως μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦτο φυσικόν εἰς τούς ἀνθρώπους τό νά εἶναι θνητοί, οὕτω μετά τήν ἀνάστασιν ἔγινε φυσική δι᾽ αὐτούς ἡ ἀθανασία.
.         Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος κατέστη θνητός καί πεπερασμένοςδιά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καί αἰώνιος. Εἰς αὐτό δέ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμις καί τό κράτος καί ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως. Καί διά τοῦτο ἄνευ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δέν θά ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός. Μεταξύ τῶν θαυμάτων ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι τό μεγαλύτερον θαῦμα. Ὅλα τά ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπό αὐτό καί συνοψίζονται εἰς αὐτό. Ἐξ αὐτοῦ ἐκπηγάζουν καί ἡ πίστις καί ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐλπίς καί ἡ προσευχή καί ἡ θεοσέβεια. Οἱ δραπέται μαθηταί, αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν μακράν ἀπό τόν Ἰησοῦν ὅταν ἀπέθνησκεν, ἐπιστρέφουν πρός Αὐτόν ὅταν ἀνέστη. Καί ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος ὅταν εἶδε τόν Χριστόν νά ἀνίσταται ἐκ τοῦ τάφου, τόν ὡμολόγησεν ὡς Υἱόν τοῦ Θεοῦ. Κατά τόν ἴδιον τρόπον καί ὅλοι οἱ πρῶτοι Χριστιανοί ἔγιναν Χριστιανοί, διότι ἀνέστη ὁ Χριστός, διότι ἐνίκησε τόν θάνατον. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον οὐδεμία ἄλλη θρησκεία ἔχει.αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον κατά τρόπον μοναδικόν καί ἀναμφισβήτητον δεικνύει καί ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός καί Κύριος εἰς ὅλους τούς ὁρατούς καί ἀοράτους κόσμους.

.           Χάρις εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, χάρις εἰς τήν νίκην ἐπί τοῦ θανάτου οἱ ἄνθρωποι ἐγίνοντο καί γίνονται καί θά γίνονται πάντοτε Χριστιανοί. Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ δέν εἶναι ἄλλο τι παρά ἱστορία ἑνός καί μοναδικοῦ θαύματος τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως, τό ὁποῖον συνεχίζεται διαρκῶς εἰς ὅλας τάς καρδίας τῶν Χριστιανῶν ἀπό ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀπό ἔτους εἰς ἔτος, ἀπό αἰῶνος εἰς αἰῶνα μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
.           Ὁ ἄνθρωπος γεννᾶται ἀληθῶς ὄχι ὅταν τόν φέρῃ εἰς τόν κόσμον ἡ μητέρα του, ἀλλ᾽ ὅταν πιστεύσῃ εἰς τόν Ἀναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διότι τότε γεννᾶται εἰς τήν ἀθάνατον καί αἰωνίαν ζωήν, ἐνῷ ἡ μητέρα γεννᾶ τό παιδί της πρός θάνατον, διά τόν τάφον. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μήτηρ πάντων ἡμῶν, πάντων τῶν Χριστιανῶν, ἡ μήτηρ τῶν ἀθανάτων. Διά τῆς πίστεως εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, γεννᾶται ἐκ νέου ὁ ἄνθρωπος, γεννᾶται διά τήν αἰωνιότητα.

– Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον! Παρατηρεῖ ὁ σκεπτικιστής. Καί ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος ἀπαντᾷ: «Πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι» (πρβλ. Μάρκ. θ´ 23). Καί ὁ πιστεύων εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέ ὅλην τήν καρδίαν, μέ ὅλην τήν ψυχήν, μέ ὅλον τό εἶναι του ζῇ κατά τό Εὐαγγέλιον τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ.
.           Ἡ πίστις μας εἶναι ἡ νίκη διά τῆς ὁποίας νικῶμεν τόν θάνατον, ἡ πίστις δηλαδή εἰς τόν Ἀναστάντα Κύριον. «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον;» «Τό δέ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία» (Α´ Κορ. ιε´ 55-56). Διά τῆς ἀναστάσεώς Του ὁ Κύριος «ἤμβλυνε τοῦ θανάτου τό κέντρον». Ὁ θάνατος εἶναι ὁ ὄφις, ἡ δέ ἁμαρτία εἶναι τό κεντρί του. Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος ἐκχέει τό δηλητήριον εἰς τήν ψυχήν καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερα εἶναι τά κέντρα διά τῶν ὁποίων ἐκχέει ὁ θάνατος τό δηλητήριόν του εἰς αὐτόν.
.           Ὅταν ἡ σφήκα κεντρίσῃ τόν ἄνθρωπον, καταβάλλει οὗτος κάθε δυνατήν προσπάθειαν διά νά ἐκβάλῃ τό κεντρί ἀπό τό σῶμα του. Ὅταν δέ τόν κεντρίσῃ ἡ ἀμαρτία – τό κέντρον αὐτό τοῦ θανάτου – τί πρέπει νά κάμῃ; – Πρέπει μέ τήν πίστιν καί προσευχήν νά ἐπικαλεσθῇ τόν Ἀναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διά νά ἐκβάλῃ Αὐτός τό κεντρί τοῦ θανάτου ἀπό τήν ψυχήν του. Καί Αὐτός ὡς πολυεύσπλαγχνος θά τό κάμῃ, διότι εἶναι Θεός τοῦ Ἐλέους καί τῆς Ἀγάπης. Ὅταν πολλαί σφῆκαι πέσουν ἐπί τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου καί τόν τραυματίσουν πολύ μέ τά κέντρα τους, τότε ὁ ἄνθρωπος δηλητηριάζεται καί ἀποθνήσκει. Τό αὐτό γίνεται καί μέ τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου ὅταν τήν τραυματίσουν τά πολλά κέντρα τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν. Ἀποθνήσκει οὗτος θάνατον πού δέν ἔχει ἀνάστασιν.
.           Νικῶν διά τοῦ Χριστοῦ τήν ἁμαρτίαν μέσα του ὁ ἄνθρωπος νικᾷ τόν θάνατον. Ἐάν περάσῃ μία ἡμέρα καί σύ δέν ἔχῃς νικήσει οὔτε μίαν ἁμαρτίαν σου, γνώρισε ὅτι ἔγινες περισσότερον θνητός. Ἐάν ὅμως νικήσῃς μίαν ἤ δύο ἤ τρεῖς ἁμαρτίας σου, ἔγινες πιό νέος μέ τήν νεότητα ἡ ὁποία δέν γηράσκει, τήν ἀθάνατον καί αἰωνίαν! Ἄς μή τό λησμονῶμεν ποτέ: τό νά πιστεύῃ κανείς εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν, τοῦτο σημαίνει νά ἀγωνίζεται διαρκῶς τόν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, τοῦ κακοῦ καί τοῦ θανάτου.

.           Τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθῶς εἰς τόν Ἀναστάντα Κύριον τό ἀποδεικνύει μέ τό νά ἀγωνίζεται κατά τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν.καί ἐάν μέν ἀγωνίζεται, πρέπει νά γνωρίζῃ ὅτι ἀγωνίζεται διά τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Ἐάν ὅμως δέν ἀγωνίζεται, τότε εἶναι ματαία ἡ πίστις του! Διότι, ἐάν ἡ πίστις τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἀγών διά τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐάν μέ τήν εἰς Χριστόν πίστιν δέν φθάνῃ κανείς εἰς τήν ἀθανασίαν καί τήν ἐπί τοῦ θανάτου νίκην, τότε πρός τί ἡ πίστις ἡμῶν; Ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καί ὁ θάνατος δέν ἔχουν νικηθῆ. Ἐάν δέ δέν ἔχουν αὐτά τά δύο νικηθῆ, τότε διά τί νά πιστεύῃ κανείς εἰς τόν Χριστόν; Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτός ἐνισχύει βαθμιαίως ἐν ἑαυτῷ τήν αἴσθησιν ὅτι ὁ Κύριος ὄντως ἀνέστη, ὄντως ἤμβλυνε τό κέντρον τοῦ θανάτου, ὄντως ἐνίκησε τόν θάνατον εἰς ὅλα τά μέτωπα μάχης.

.          Ἡ ἁμαρτία βαθμιαίως σμικρύνει τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου, τήν πλησιάζει πρός τόν θάνατον, τήν μεταβάλλει ἀπό ἀθανάτου εἰς θνητήν, ἀπό ἀφθάρτου καί ἀπεράντου εἰς φθαρτήν καί εἰς πεπερασμένην. Ὅσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερον εἶναι θνητός. Καί ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν αἰσθάνεται τόν ἑαυτόν του ἀθάνατον, εἶναι φανερόν ὅτι εὑρίσκεται ὅλος βυθισμένος εἰς τάς ἁμαρτίας, εἰς σκέψεις μυωπικάς, εἰς αἰσθήματα νεκρωμένα. Ὁ Χριστιανισμός εἶναι μία κλῆσις εἰς τόν μέχρις ἐσχάτης ἀναπνοῆς ἀγώνα ἐναντίον τοῦ θανάτου, μέχρι δηλαδή τῆς τελικῆς νίκης ἐπ᾽ αὐτοῦ. Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ μίαν ὑποχώρησιν, κάθε πάθος μίαν προδοσίαν, κάθε κακία μίαν ἧτταν.

.           Δέν πρέπει νά διερωτᾶται κανείς διατί καί οἱ Χριστιανοί ἀποθνήσκουν τόν σωματικόν θάνατον. Τοῦτο γίνεται, διότι ὁ θάνατος τοῦ σώματος εἶναι μία σπορά. Σπείρεται σῶμα θνητόν, λέγει ὀ Ἀπόστολος Παῦλος (πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 42 ἑξ.), καί βλαστάνει, αὐξάνει καί γίνεται ἀθάνατον. Ὅπως ὁ σπειρόμενος σπόρος, οὕτω καί τό σῶμα διαλύεται, διά νά τό ζωοποιήσῃ καί τελειοποιήσῃ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐάν ὁ Κύριος Ἰησοῦς δέν εἶχεν ἀναστήσει τό σῶμα, τί ὄφελος θά εἶχε τοῦτο ἀπό Αὐτόν; Οὗτος δέν θά εἶχε σώσει ὁλόκληρον τόν ἄνθρωπον. Ἐάν δέν ἀνέστησε τό σῶμα, τότε διά τί ἐσαρκώθη, διά τί ἀνέλαβε τό σῶμα, ἀφοῦ δέν τοῦ ἔδωσε τίποτε ἀπό τήν Θεότητά Του;1

.           Ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, διά τί τότε νά πιστεύῃ κανείς εἰς Αὐτόν; Ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι ἐγώ οὐδέποτε θά ἐπίστευον εἰς τόν Χριστόν, ἐάν δέν εἶχεν ἀναστῆ καί δέν εἶχε νικήσει τόν θάνατον, τόν μεγαλύτερον ἐχθρόν μας. Ἀλλ᾽ ὁ Χριστός ἀνέστη καί ἐδώρησεν εἰς ἡμᾶς τήν ἀθανασίαν. Ἄνευ αὐτῆς τῆς ἀληθείας, ὁ κόσμος μας εἶναι μόνον μία χαώδης ἔκθεσις ἀπεχθῶν ἀνοησιῶν. Μόνον μέ τήν ἔνδοξον Ἀνάστασίν Του ὁ θαυμαστός Κύριος καί Θεός μας, μᾶς ἠλευθέρωσεν ἀπό τό παράλογον καί τήν ἀπελπισίαν. Διότι χωρίς τήν Ἀνάστασιν δέν ὑπάρχει οὔτε εἰς τόν οὐρανόν οὔτε ὑπό τόν οὐρανόν τίποτε πιό παράλογον ἀπό τόν κόσμον αὐτόν.οὔτε μεγαλυτέρα ἀπελπισία ἀπό τήν ζωήν αὐτήν, δίχως ἀθανασίαν. Δι᾽ αὐτό εἰς ὅλους τούς κόσμους δέν ὑπάρχει περισσότερον δυστυχισμένη ὕπαρξις ἀπό τόν ἄνθρωπον, πού δέν πιστεύει εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν (πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 19). «Καλόν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος» (Ματθ. κϛ´ 24).

.           Εἰς τόν ἀνθρώπινον κόσμον μας ὁ θάνατος εἶναι τό μεγαλύτερον βάσανον καί ἡ πιό φρικιαστική ἀπανθρωπία. Ἡ ἀπελευθέρωσις ἀπό αὐτό τό βάσανον καί ἀπό αὐτήν τήν ἀπανθρωπίαν εἶναι ἀκριβῶς ἡ σωτηρία. Τοιαύτην σωτηρίαν ἐδώρησεν εἰς τό ἀνθρώπινον γένος μόνον ὁ Νικητής τοῦ θανάτου – ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος. Διά τῆς ἀναστάσεώς Του Αὐτός μᾶς ἀπεκάλυψεν ὅλον τό μυστήριον τῆς σωτηρίας μας. Σωτηρία σημαίνει τό νά ἐξασφαλισθῇ διά τό σῶμα καί τήν ψυχήν ἀθανασία καί αἰωνία ζωή. Πῶς δέ κατορθώνεται τοῦτο; Μόνον διά τῆς θεανθρωπίνης ζωῆς, τῆς νέας ζωῆς τῆς ἐν τῷ Ἀναστάντι καί διά τόν Ἀναστάντα Χριστόν!

.           Δι᾽ ἡμᾶς τούς Χριστιανούς ἡ ζωή αὐτή ἐπί τῆς γῆς εἶναι σχολεῖον, εἰς τό ὁποῖον μανθάνομεν πῶς νά ἐξασφαλίσωμεν τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Διότι τί ὄφελος ἔχομεν ἀπό αὐτήν τήν ζωήν, ἐάν μέ αὐτήν δέν ἠμποροῦμεν νά ἀποκτήσωμεν τήν αἰωνίαν; Ἀλλά, διά νά ἀναστηθῇ μετά τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος, πρέπει πρῶτον νά συναποθάνῃ μετ᾽ Αὐτοῦ καί νά ζήσῃ τήν ζωήν τοῦ Χριστοῦ ὡς ἰδικήν του. Ἐάν κάμῃ τοῦτο, τότε τήν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως θά ἠμπορέσῃ μετά τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου νά εἰπῇ: «Χθές συνεσταυρούμην Χριστῷ, σήμερον συνδοξάζομαι.χθές συνενεκρούμην, ζωοποιοῦμαι σήμερον.χθές συνεθαπτόμην, σήμερον συνεγείρομαι»2.

.           Εἰς τέσσαρας μόνον λέξεις συγκεφαλαιοῦνται καί τά τέσσαρα Εὐαγγέλια τοῦ Χριστοῦ: Χριστός Ἀνέστη! – Ἀληθῶς Ἀνέστη!… Εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν εὑρίσκεται ἀπό ἕνα Εὐαγγέλιον, καί εἰς τά τέσσαρα Εὐαγγέλια εὑρίσκεται ὅλον τό νόημα ὅλων τῶν κόσμων τοῦ Θεοῦ, τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων. Καί ὅταν ὅλα τά αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου καί ὅλαι αἱ σκέψεις του συγκεντρωθοῦν εἰς τήν βροντήν τοῦ πασχαλινοῦ αὐτοῦ χαιρετισμοῦ: «Χριστός Ἀνέστη!», τότε ἡ χαρά τῆς ἀθανασίας σείει ὅλα τά ὄντα, καί αὐτά ἐν ἀγαλλιάσει ἀπαντοῦν, ἐπιβεβαιοῦται τό πασχαλινόν θαῦμα: «Ἀληθῶς Ἀνέστη!»
.           Ναί, ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος! καί μάρτυς τούτου εἶσαι ἐσύ, μάρτυς ἐγώ, μάρτυς κάθε Χριστιανός, ἀρχίζοντες ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους μέχρι καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Διότι μόνον ἡ δύναμις τοῦ Ἀναστάντος Θεανθρώπου Χριστοῦ ἠδυνήθῃ νά δώσῃ, – καί συνεχῶς δίδει καί συνεχῶς θά δίδῃ – τήν δύναμιν εἰς κάθε Χριστιανόν – ἀπό τόν πρῶτον μέχρι τόν τελευταῖον – νά νικήσῃ πᾶν τό θνητόν καί αὐτόν τοῦτον τόν θάνατον.πᾶν τό ἁμαρτωλόν καί αὐτήν ταύτην τήν ἁμαρτίαν.πᾶν τό δαιμονικόν καί αὐτόν τοῦτον τόν διάβολον. Διότι μόνον μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος, κατά τόν πιό πειστικόν τρόπον, ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι ἡ ζωή Του εἶναι Αἰωνία Ζωή, ἡ ἀλήθειά Του εἶναι Αἰωνία Ἀλήθεια, ἡ ἀγάπη Του Αἰωνία Ἀγάπη, ἡ ἀγαθότης Του Αἰωνία Ἀγαθότης, ἡ χαρά Του Αἰωνία Χαρά. Καί ἐπίσης ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι ὅλα αὐτά τά δίδει Αὐτός, κατά τήν ἀπαράμιλλον φιλανθρωπίαν Του, εἰς κάθε Χριστιανόν εἰς ὅλας τάς ἐποχάς.
.           Πρός τούτοις, δέν ὑπάρχει ἕνα γεγονός ὄχι μόνον εἰς τό Εὐαγγέλιον, ἀλλά οὔτε εἰς ὁλόκληρον τήν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τό ὁποῖον νά εἶναι μεμαρτυρημένον κατά τρόπον τόσον δυνατόν, τόσον ἀπρόσβλητον, τόσον ἀναντίρρητον, ὅσον ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Ἀναμφιβόλως, ὁ Χριστιανισμός εἰς ὅλην του τήν ἱστορικήν πραγματικότητα, τήν ἱστορικήν του δύναμιν καί παντοδυναμίαν, θεμελιοῦται ἐπί τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ἐπί τῆς αἰωνίως ζώσης Ὑποστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Καί περί τούτου μαρτυρεῖ ὅλη ἡ μακραίων καί πάντοτε θαυματουργική ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ.   Διότι ἄν ὑπάρχῃ ἕνα γεγονός εἰς τό ὁποῖον θά ἠδύνατο νά συνοψισθοῦν ὅλα τά γεγονότα, ἀπό τήν ζωήν τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἀποστόλων καί γενικῶς ὁλοκλήρου τοῦ Χριστιανισμοῦ, τό γεγονός τοῦτο θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης, ἄν ὑπάρχῃ μία ἀλήθεια εἰς τήν ὁποίαν θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ Εὐαγγελικαί ἀλήθειαι, ἡ ἀλήθεια αὕτη θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Καί ἀκόμη, ἐάν ὑπάρχῃ μία πραγματικότης εἰς τήν ὁποίαν θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ Καινοδιαθηκικαί πραγματικότητες, ἡ πραγματικότης αὕτη θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Καί τέλος, ἄν ὑπάρχῃ ἕνα Εὐαγγελικόν θαῦμα εἰς τό ὁποῖον θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλα τά Καινοδιαθηκικά θαύματα, τότε τό θαῦμα τοῦτο θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Διότι μόνον ἐν τῷ φωτί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀναδεικνύεται θαυμασίως σαφές καί τό πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ καί τό ἔργον Του. Μόνον ἐν τῇ Ἀναστάσει τοῦ Χριστοῦ λαμβάνουν τήν πλήρη ἐξήγησίν των ὅλα τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ, ὅλαι αἱ ἀλήθειαί Του, ὅλα τά λόγιά Του, ὅλα τά γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.

.           Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ὁ Κύριος ἐδίδασκε περί τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἀλλά μετά τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή. Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ἐδίδασκε περί τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι πράγματι ἡ Ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ἐδίδασκεν ὅτι ἡ πίστις εἰς Αὐτόν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος ἐνίκησε τόν θάνατον καί ἐξησφάλισε τοιουτοτρόπως εἰς τούς τεθανατωμένους ἀνθρώπους τήν μετάβασιν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν Ἀνάστασιν. Ναί, ναί, ναί: ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός, ὁ μόνος ἀληθινός Θεάνθρωπος εἰς ὅλους τούς ἀνθρωπίνους κόσμους.
.           Καί κάτι ἀκόμη: ἄνευ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου δέν δύναται νά ἐξηγηθῇ οὔτε ἡ ἀποστολικότης τῶν Ἀποστόλων, οὔτε τό μαρτύριον τῶν Μαρτύρων οὔτε ἡ ὁμολογία τῶν Ὁμολογητῶν οὔτε ἡ ἁγιότης τῶν Ἁγίων οὔτε ἡ ἀσκητικότης τῶν Ἀσκητῶν οὔτε ἡ θαυματουργικότης τῶν Θαυματουργῶν οὔτε ἡ πίστις τῶν πιστευόντων οὔτε ἡ ἀγάπη τῶν ἀγαπώντων οὔτε ἡ ἐλπίς τῶν ἐλπιζόντων οὔτε ἡ νηστεία τῶν νηστευόντων οὔτε ἡ προσευχή τῶν προσευχομένων οὔτε ἡ πραότης τῶν πράων οὔτε ἡ μετάνοια τῶν μετανοούντων οὔτε ἡ εὐσπλαγχνία τῶν εὐσπλάγχνων οὔτε οἱαδήποτε χριστιανική ἀρετή ἤ ἄσκησις. Ἐάν ὁ Κύριος δέν εἶχεν ἀναστῆ καί ὡς Ἀναστάς δέν εἶχε γεμίσει τούς μαθητάς Του μέ τήν ζωοποιόν δύναμιν καί τήν θαυματουργικήν σοφίαν, ποῖος θά ἠδύνατο αὐτούς τούς φοβισμένους καί δραπέτας νά τούς συγκεντρώσῃ καί νά τούς δώσῃ τό θάρρος καί τήν δύναμιν καί τήν σοφίαν διά νά ἠμπορέσουν τόσον ἄφοβα καί μέ τόσην δύναμιν καί σοφίαν νά κηρύττουν καί νά ὁμολογοῦν τόν Ἀναστάντα Κύριον καί νά πηγαίνουν μέ τόσην χαράν εἰς τόν θάνατον δι᾽ Αὐτόν; Καί ἄν ὁ Ἀναστάς Σωτήρ δέν τούς εἶχε γεμίσει μέ τήν θείαν δύναμίν Του καί σοφίαν, πῶς θά ἠμποροῦσαν νά ἀνάψουν μέσα εἰς τόν κόσμον τήν ἄσβεστον πυρκαϊάν τῆς Καινοδιαθηκικῆς πίστεως αὐτοί οἱ ἁπλοϊκοί ἀγράμματοι, ἀμαθεῖς καί πτωχοί ἄνθρωποι; Ἐάν ἡ Χριστιανική πίστις δέν ἦτο ἡ πίστις τοῦ Ἀναστάντος καί κατά συνέπειαν τοῦ αἰωνίως ζῶντος καί ζωοποιοῦντος Κυρίου, ποῖος θά ἠδύνατο νά ἐμπνεύσῃ τούς Μάρτυρας εἰς τόν ἆθλον τοῦ μαρτυρίου, καί τούς Ὁμολογητάς εἰς τόν ἆθλον τῆς ὁμολογίας, καί τούς Ἀσκητάς εἰς τόν ἆθλον τῆς ἀσκήσεως, καί τούς Ἀναργύρους εις τόν ἆθλον τῆς ἀναργυρίας, καί τούς Νηστευτάς εἰς τόν ἆθλον τῆς νηστείας καί ἐγκρατείας, καί ὁποιονδήποτε Χριστιανόν εἰς ὁποιονδήποτε Εὐαγγελικόν ἆθλον;
.           Ὅλα αὐτά εἶναι λοιπόν ἀληθινά καί πραγματικά καί δι᾽ ἐμέ καί διά σέ καί διά κάθε ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν. Διότι ὁ θαυμαστός καί γλυκύτατος Κύριος Ἰησοῦς, ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος, εἶναι ἡ μόνη Ὕπαρξις ὑπό τόν οὐρανόν μέ τήν ὁποίαν δύναται ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ εἰς τήν γῆν νά νικήσῃ καί τόν θάνατον καί τήν ἁμαρτίαν καί τόν διάβολον, καί νά καταστῇ μακάριος καί ἀθάνατος, συμμέτοχος εἰς τήν Αἰωνίαν Βασιλείαν τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ… Διά τοῦτο, διά τήν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν ὁ Ἀναστάς Κύριος εἶναι τά πάντα ἐν πᾶσιν εἰς ὅλους τούς κόσμους: ὅ,τι τό Ὡραῖον, τό Καλόν, τό Ἀληθές, τό Προσφιλές, τό Χαρμόσυνον, τό Θεῖον, τό Σοφόν, τό Αἰώνιον. Αὐτός εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλον τό Ἀγαθόν μας ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωή εἰς ὅλας τάς θείας αἰωνιότητας καί ἀπεραντοσύνας.

– Διά τοῦτο καί πάλιν, καί πολλάκις, καί ἀναρίθμητες φορές: Χριστός Ἀνέστη!

Ὑποσημειώσεις:

1. Πρβλ. Ἰ. Χρυσοστόμου, εἰς Α´ Κορ. ὁμ. 39, 2. PG 61, 334: «Εἰ δ᾽ οὐκ ἐγείρονται (τά σώματα), διά τί ἠγέρθη ὁ Χριστός; διά τί ἦλθε; διά τί σάρκα ἀνέλαβεν, εἰ μή ἔμελλεν ἀναστήσειν σάρκα; οὐ γάρ ἐδεῖτο αὐτός, ἀλλά δι᾽ ἡμᾶς».

2. Λόγος εἰς τό Πάσχα, PG 35, 397. Πρβλ. καί Κανών τοῦ Πάσχα, ὠδή γ´.

ΠΗΓΗ: alopsis.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΤΟΤΕ ΥΠΑΡΧΕΙΣ, ΟΤΑΝ ΠΑΡΑΙΤΗΘΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ» («Κάποιοι, ποὺ πέρυσι γιόρταζαν μαζί μας τὴν Ἀνάσταση, φέτος δὲν εἶναι ἀνάμεσά μας»)

Τουλάχιστον σωστὰ πληροφορημένοι 

Τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ

.         Κάποιοι, πο πέρυσι γιόρταζαν μαζί μας τν νάσταση, φέτος δν εναι νάμεσά μας, δν πάρχουν πιά. χουμε κόμα τν ασθηση τς παρουσίας τους, νωπ κα ζωνταν τν εκόνα τους, οκεο τ χαμόγελο, τ βλέμμα, τ ζεστασι τς φωνς τους. λλ δν πάρχουν πιά. Κι σο περνον τ χρόνια ο πουσίες στν προσωπικό μας ρίζοντα πληθαίνουν. Ὥσπου νὰ προστεθεῖ στοὺς ἀπόντες καὶ ἡ δική μας αἰσθητὴ ἀτομικότητα. Κάποια νύχτα τῆς Ἀνάστασης, ὅσοι μᾶς ἀγαποῦν καὶ τοὺς ἀγαπᾶμε, θὰ γιορτάζουν χωρὶς ἐμᾶς. Τὸ ζωντανό μας κορμὶ ποὺ σήμερα αἰσθάνεται, σκιρτάει, ἐκφράζεται, τὰ μάτια ποὺ μᾶς ἀνοίγουν τὴ θέα τοῦ κόσμου, τὸ στόμα ποὺ μιλάει, τὰ χείλη ποὺ φιλοῦν, τὰ δάχτυλα ποὺ ψηλαφοῦν, αὐτὸ ποὺ εἴμαστε αἰσθητὰ καὶ πραγματικά, θὰ μεταλλάξει σὲ παγωμένο, ἀναίσθητο, ἀνενέργητο κουφάρι. Θὰ πρέπει, σὰν ὁποιοδήποτε σκουπίδι νὰ ταφεῖ βαθιὰ στὸ χῶμα, νὰ μὴ μολύνει ἡ δυσωδία τῆς ἀποσύνθεσής του τὸ περιβάλλον τῶν ὅσων ἐπιζοῦν.
.         Καὶ ὅμως, δύο χιλιάδες χρόνια τώρα, ἑκατομμύρια οἱ χριστιανοὶ στὸν κόσμο συνεχίζουν νὰ γιορτάζουν Ἀνάσταση. Μιλοῦν γιὰ νίκες καταπάνω στὸν θάνατο, γιὰ νέκρωση τοῦ θανάτου, γιὰ πέρασμα στὴν ἀθανασία καὶ στὴν ἀφθαρσία σύνολου τοῦ γένους τῶν βροτῶν. Πρόκειται ἄραγε γιὰ παρατεινόμενη στοὺς αἰῶνες συλλογικὴ παραίσθηση; Γιὰ συνεχιζόμενη μαζικὴ παραίτηση ἀπὸ τὴ λογική; Γιὰ πελώρια καλοστημένη ἐξαπάτηση ποὺ συμπαρασύρει γενιὲς γενεῶν;
.         Τουλάχιστον κάποιες ἄλλες θρησκεῖες βρῆκαν στὸν Πλατωνισμὸ μία δογματικὴ καὶ ἀναπόδεικτη, ἀλλὰ κομψὴ σὰν νοητικὸ σχῆμα αἰτιολόγηση τῆς ἀθανασίας τοῦ ἀνθρώπου: Αὐτὸ τὸ κορμὶ ποὺ μαραίνεται, φθίνει καὶ τελικὰ πεθαίνει καὶ ἀποσυντίθεται μέσα στὴ δυσοσμία, δὲν εἶναι αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος. O ἄνθρωπος εἶναι ἡ «ψυχή», τὸ «πνεῦμα», κάτι ἄυλο καὶ θεῖο ποὺ ὑπάρχει «μέσα» μας καὶ μᾶς καθιστᾶ λογικὰ ὄντα μὲ αὐτοσυνείδηση, γλώσσα, ἐλευθερία. Ὅταν πεθαίνουμε, ἡ ψυχὴ «βγαίνει» ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ πηγαίνει κάπου «ἀλλοῦ», ὅπου διασώζει τὴν κυρίως πραγματικότητα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης.
.         Τὴ σχηματικὴ αὐτὴ ἐκλαΐκευση τοῦ Πλατωνισμοῦ τὴν ἀπέρριψε ἐγκαίρως καὶ ἀπερίφραστα ἡ Ἐκκλησία. Ἐπέμεινε στὸν συνεπῆ ἐμπειρισμὸ διαστολῆς τοῦ κτιστοῦ ἀπὸ τὸ ἄκτιστο. Ἔτσι ἀπέφυγε καὶ τὸ σκάνδαλο τῶν ἐρωτημάτων ποὺ ἀφήνουν ἀναπάντητα σὲ πλατωνίζουσες θρησκεῖες: Τί γίνεται ἡ λογικὴ ψυχὴ ὅταν ἀρκεῖ ἕνα αὐτοκινητιστικὸ δυστύχημα (κάποιες κρανιοεγκεφαλικὲς κακώσεις) γιὰ νὰ τὴν ἐξαλείψει, νὰ ἀλλοτριώσει καίρια τὴ σκέψη, τὸν λόγο, τὴν κρίση, τὴ θέληση; Πῶς συμβιβάζεται τὸ «ἄτρεπτον» τῆς λογικῆς ψυχῆς μὲ τὴ γεροντικὴ ἄνοια, μὲ τὰ μογγολικὰ παιδιά, τὶς περιπτώσεις τῆς βαριᾶς ἰδιωτείας, τὰ χαμένα πρόσωπα τῶν ψυχασθενῶν; Ποῦ ἦταν ἡ ψυχὴ τῶν ἡμι-ἀνθρώπων τῆς προϊστορίας, τῶν σπηλαίων, τῆς λίθινης ἐποχῆς; Τὸ ἴδιο ἐρώτημα καὶ γιὰ τὶς μυριάδες τὰ νεκρωμένα ἔμβρυα, τὰ ἀναρίθμητα γονιμοποιημένα ὠάρια ποὺ ἀποβάλλονται ἀπὸ τὸ μητρικὸ κορμὶ λίγες ἑβδομάδες πρὶν ἀποκτήσουν μία παλλόμενη καρδιά.
.         Ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία δὲν ἀντικειμενοποίησε ποτὲ τὴν ψυχή, τὴ λογικότητα, τὴν ἀθανασία. Ἁπλῶς ξεχώρισε τὴν ἐμπειρία ποὺ ἀποκτοῦμε μὲ τὶς γνωστικὲς ἱκανότητες τῆς φύσης ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ποὺ ἀποκτοῦμε μὲ τὶς γνωστικὲς δυνατότητες τῆς σχέσης. Ἀσφαλῶς καὶ ἡ σχέση κατορθώνεται μέσῳ ἐνεργημάτων τῆς φύσης, ὅμως ἡ σχέση μπορεῖ ἐνδεχομένως νὰ συγκροτήσει καὶ ἐμπειρία ἐλευθερίας ἀπὸ τὴ φύση, ἐλευθερία ἀπὸ τοὺς ὑπαρκτικοὺς περιορισμοὺς (τὶς ἀναγκαιότητες) τῆς φύσης. Ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὴ φύση εἶναι μία ἐμπειρικὴ γνώση ποὺ δὲν ἀντικειμενοποιεῖται, ἀποκλείεται νὰ μεταφραστεῖ σὲ πληροφορία, μόνο «ὡς δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι» εἰκονίζεται.
.         Γλώσσα ποὺ ὑπεμφαίνει τὴν ἐμπειρία τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὴ φύση (τὴν ἐμπειρία νὰ ὑπάρχεις ὄχι ἐπειδὴ ἔχεις κορμί, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀγαπᾶσαι καὶ ἀγαπᾶς) εἶναι καὶ ἡ Γιορτή. Ὄχι τὰ νοήματα τῶν ὕμνων τῆς Γιορτῆς, ὄχι τὰ κηρύγματα ποὺ θέλουν νὰ μεταβάλουν τὴ Γιορτὴ σὲ προπαγανδιστικὴ πληροφορία. Γλώσσα εναι Γιορτ ς γεγονός, εἶναι ἡ ποιότητα τῆς γιορτινῆς χαρᾶς ποὺ δηλώνει μία ἐμπειρικὴ γνώση ἀνυπότακτη σὲ ἰδεολογήματα, συναισθηματισμούς, ψυχολογήματα. Μόνο μία ποίηση ἐξόχως ὑψηλὴ ὑποσημαίνει τὴν ἐμπειρία τῆς Γιορτῆς καὶ ὑπαινικτικὰ βεβαιώνει ὅτι ὁ θάνατος καταργήθηκε μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἅδης καθαιρέθηκε, ἄλλη βιοτὴ ἀπεριόριστης ζωῆς ἐγκαινιάστηκε. Ἂν δὲν εἴμαστε ἔμπειροι τοῦ γεγονότος τῆς Γιορτῆς, λογαριάζουμε τὸ τραγούδι σὰν παραλήρημα. Συνεχίζουμε νὰ μετρᾶμε ἀπὸ χρονιὰ σὲ χρονιὰ τοὺς πεθαμένους, μετρμε κα τ βήματα πο πομένουν γι ν φτάσει κα σ μς θάνατος – ν δν προτιμήσει ν φτάσει μ λμα. Τὸ τραγούδι τῆς Γιορτῆς μένει στὰ ἀφτιά μας φολκλορικὸς ἀπόηχος ρομαντικῆς μυθολογίας.
.         Αὐτοαποκλεισμένοι ἀπὸ τὴν ἐμπειρία καὶ γκλειστοι σ μόνη τν πληροφορία ἂς εἴμαστε τουλάχιστον (ὅσο γίνεται) σωστὰ πληροφορημένοι: Ν ξέρουμε τι χριστιανικ κκλησία, ταν δν εναι λλοτριωμένη σ φυσικ «θρησκεία» σ δεολογία, δν ντικειμενοποιε τν ψυχή, τ λογικότητα, τν θανασία. Ἀθανασία, λ.χ., δὲν εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἡ ὕπαρξη, ὅπως ἡ φύση μας τὴν καθορίζει, σὲ μία ἐπ’ ἄπειρον παράταση στὸν χρόνο, ὅπως τώρα ἀδυσώπητα τὸν βιώνουμε. Καὶ λογικότητα δὲν εἶναι μόνο οἱ ἐγκεφαλικὲς λειτουργίες ποὺ ἐνεργοῦν τὴ σκέψη, τὴ γλώσσα, τὴν κρίση, τὴ μνήμη, τὴ φαντασία, ἀλλὰ ἡ ἰδρυτικὴ τῆς ὕπαρξής μας ἀναφορικότητα ποὺ ἀπηχεῖται στὴν πρὶν ἀπὸ τὴ σκέψη ἐπιθυμία τῆς ζωῆς ὡς σχέσης, ἐπιθυμία ποὺ γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἐξισώνει τὸ «γνόντες» μὲ τὸ «γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ» (Γαλ. δ´ 9). Ὅσο γιὰ τὴν «ψυχὴ» ἔχει σημασία τελείως διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν πλατωνική: παραπέμπει σὲ ἐκείνη τὴν αὐτοσυνείδητη ἑτερότητα ποὺ συνιστᾶ ὑπαρκτικὸ γεγονὸς μόνο ὡς ἀγάπη, δηλαδὴ ὡς ἐλευθερία ἀπὸ κάθε ἀναγκαιότητα τοῦ εἶναι καὶ τοῦ μὴ εἶναι.
.         ρχίζεις ν πάρχεις, μόνο ταν παραιτηθες π τν παρξη. Περίπου κάτι τέτοιο μοιάζει νὰ ὑπονοεῖ τὸ ἐπινίκειο μελώδημα «θανάτῳ θάνατον πατήσας». Ἀρκεῖ ἡ παραίτηση νὰ εἶναι ἐπειδὴ παράφορα ἀγαπᾶς, σὲ συνέχει ἔρωτας μανικός. Λειτουργεῖ σὰν σπέρμα Γιορτῆς ἔστω καὶ ἡ ἐπίγνωση τῆς πληροφορίας.

ἐφημ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 04.05.02

, , , ,

Σχολιάστε

Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ

Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ ( +02.12.1991)
Γεωργίου Ἀρβανίτη, τ. Προέδρου Ἐφετῶν

Ὁ Γέροντας Πορφύριος γεννήθηκε τὸ 1906 στὸν Ἅγιο Ἰωάννη Καρυστίας Εὐβοίας καὶ βαπτίσθηκε Εὐάγγελος. Στὸ σχολεῖο φοίτησε μόνον δύο χρόνια. Ἡ ἀσθένεια τοῦ δασκάλου καὶ ἡ φτώχεια τῆς οἰκογένειάς του τὸν ἔσπρωξαν νὰ ἐργασθεῖ βόσκοντας τὰ λίγα ζῶα της. Λίγο ἀργότερα, περίπου ἐννέα χρονῶν παιδάκι, ἐργάστηκε στὸ ἀνθρακωρυχεῖο τῆς περιοχῆς καὶ μετὰ σ᾽ ἕνα παντοπωλεῖο γνωστοῦ της οἰκογένειας, στὸν Πειραιά. Ὁ πατέρας του εἶχε πάει νὰ δουλέψει στὴν διώρυγα τοῦ Παναμᾶ, γιὰ νὰ συντηρήσει τὴν οἰκογένειά του.
Στὰ χέρια τοῦ ὀκτάχρονου τσοπανόπουλου εἶχε φτάσει ἕνα φυλλαδιάκι μὲ τὸν βίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Καλυβίτου, τὸ ὁποῖο διάβαζε συλλαβιστά. Αὐτὸς ὁ Ἅγιος εἶχε συγκινήσει τὸν μικρὸ Εὐάγγελο καὶ τοῦ εἶχε δημιουργήσει τὸν πόθο νὰ τὸν μιμηθεῖ. Ἔτσι, γύρω στὰ δώδεκα χρόνια του, ξεκίνησε μόνος του κρυφὰ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ στὸ πλοῖο συνάντησε τὸν μετέπειτα Γέροντά του, ἱερομόναχο Παντελεήμονα, τὸν πνευματικό, ποὺ ἀσκήτευε στὴν καλύβη  τοῦ  Ἁγίου Γεωργίου στὴ Σκήτη Καυσοκαλυβίων τοῦ Ἁγίου Ὅρους.
Σ᾽ αὐτὸν τὸν Γέροντα καὶ τὸν αὐτάδελφό του μοναχὸ Ἰωαννίκιο, ὁ νεαρὸς δόκιμος ἔκανε χαρούμενη καὶ ἄκρα ὑπακοὴ καὶ ἔτσι σὲ λίγα χρόνια ἀξιώθηκε νὰ καρεῖ μοναχὸς καὶ νὰ μάθει ἔμπρακτα τὰ μυστικὰ τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Ἀποτέλεσμα τῆς μεγάλης ἀγάπης του στὸν Χριστὸ καὶ στοὺς γέροντές του, τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς ἀσκήσεώς του, ἦταν νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τοῦ δοθεῖ σὲ νεαρὴ ἡλικία τὸ χάρισμα τῆς διοράσεως, δηλαδὴ τῆς δυνατότητας νὰ βλέπει, ὅταν ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργοῦσε, τὰ ἀόρατα πράγματα ἢ πνεύματα ἢ γεγονότα τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ παρόντος καὶ μερικὲς φορὲς καὶ τὰ μέλλοντα.
«Καὶ πάντα εὔχομαι τὰ πνευματικά μου παιδιὰ ν΄ ἀγαπήσουν τὸν Θεό, ποὺ εἶναι τὸ πᾶν, γιὰ νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ μποῦμε στὴν ἐπίγειο ἄκτιστη Ἐκκλησία Του. Γιατί ἀπὸ ἐδῶ πρέπει ν΄ ἀρχίσουμε καὶ νὰ διαβάζω τοὺς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας, τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων μας καὶ εὔχομαι καὶ σεῖς νὰ κάνετε τὸ ἴδιο. Ἐγὼ προσπάθησα μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ πλησιάσω τὸν Θεὸ καὶ εὔχομαι καὶ ἐσεῖς νὰ κάνετε τὸ ἴδιο».
Στὸ Ἅγιον Ὅρος ἀσθένησε ἀπὸ πλευρίτιδα γύρω στὰ 18 του χρόνια καὶ οἱ γέροντές του τὸν ἔστειλαν σὲ μοναστήρι στὸν κόσμο γιὰ θεραπεία. Σ᾽ αὐτὸ τὸ μοναστήρι στὴν Εὔβοια τὸν γνώρισε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σινᾶ Πορφύριος καὶ ἀφοῦ διεπίστωσε ὅτι ὁ Θεὸς τὸν εἶχε ἐπισκιάσει μὲ τὴν Χάρη Του, τὸν χειροτόνησε ἱερέα σὲ ἡλικία 20 ἐτῶν. Μετὰ ἀπὸ ἕνα μικρὸ διάστημα ὁ Μητροπολίτης τῆς περιοχῆς τὸν κατέστησε πνευματικὸ καὶ ἔτσι ἔθεσε στὴν ὑπηρεσία τῶν πιστῶν τὸ χάρισμα τῆς διοράσεως, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς εἶχε χαριτώσει τὸν δοῦλο του Πορφύριο. Μὲ τὸ χάρισμα αὐτό, ὁ νεαρὸς ἱερομόναχος καὶ πνευματικὸς Πορφύριος βοηθοῦσε τοὺς ἀνθρώπους νὰ γλιτώσουν ἀπὸ διάφορες πλεκτάνες τοῦ πονηροῦ, νὰ καταλάβουν τί γίνεται στὴν ψυχή τους, νὰ μὴν πιστεύουν στὶς ἀπάτες τῶν μαγισσῶν, ποὺ μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι θὰ τοὺς λύσουν τὰ μάγια, τοὺς ἀπομυζοῦσαν τὶς οἰκονομίες τους, νὰ διαπιστώνουν καὶ νὰ θεραπεύουν τὶς σωματικές τους ἀσθένειες καὶ τὰ αἴτιά τους καὶ γενικὰ νὰ δοῦν καὶ νὰ καταλάβουν πράγματα ποὺ θὰ τοὺς βοηθοῦσαν στὴν ζωή τους.

Τὸ 1940 διορίστηκε ἐφημέριος στὴν Πολυκλινικὴ Ἀθηνῶν, στὴν ὁδὸ Σωκράτους, κοντὰ στὴν πλατεία Ὁμονοίας. Σ᾽ αὐτὴ τὴν θέση παρέμεινε 33 χρόνια, ἐξομολογώντας τοὺς ἀσθενεῖς καὶ ἄλλους, προσευχόμενος, συμβουλεύοντας καὶ ὄχι λίγες φορὲς θεραπεύοντας μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀσθενεῖς ποὺ ζητοῦσαν τὴν βοήθειά του. Παρ᾽ ὅλον δὲ ὅτι ἔκρυβε ἐπιμελῶς τὰ χαρίσματά του, εἶχε γίνει γνωστὸς σὲ κάποιον σχετικῶς περιορισμένο ἀριθμὸ πιστῶν ποὺ σιγὰ-σιγὰ μεγάλωνε.

Τὸ 1950 νοίκιασε τὸ ἐγκαταλελειμμένο μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Νικολάου Καλλισίων στὴν Πεντέλη καὶ μέχρι τὸ 1978 καλλιεργοῦσε τὴν περιοχή του. Τὸ 1979 ἐγκατεστάθη στὸ Μήλεσι Ἀττικῆς, κοντὰ στὸν Ὠρωπό, ὅπου ἄρχισε, ἀφοῦ ἔλαβε τὶς νόμιμες ἄδειες, νὰ κτίζει τὸ Ἡσυχαστήριο τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. Σ΄ αὐτὸ δεχόταν ἐπισκέπτες κάθε κατηγορίας καὶ τηλεφωνήματα ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, γιὰ διάφορα προβλήματα καὶ συμβούλευε, εὐχόταν, ἐξομολογοῦσε καὶ θεράπευε τὶς ψυχὲς καὶ πολλὲς φορὲς καὶ τὰ σώματα τῶν ἀνθρώπων.

Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1991, προαισθανόμενος τὸ τέλος του, καὶ μὴ θέλοντας νὰ κηδευθεῖ μὲ τιμές, ἀναχώρησε γιὰ τὸ καλύβι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὰ Καυσοκαλύβια τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ὅπου εἶχε καρεῖ μοναχὸς πρὶν ἀπὸ περίπου 70 χρόνια καὶ στὶς 4:31΄ τὸ πρωΐ τῆς 2-12-1991 παρέδωσε τὸ πνεῦμα στὸν Κύριο, ποὺ τόσο ἀγάπησε στὴν ζωή του. Ἐκεῖ ἐτάφη σὲ ἕναν ἁπλὸ καλογερικὸ τάφο μὲ τὴν παρουσία μόνο τῶν συμμοναστῶν του, διότι εἶχε παραγγείλει ἀπὸ μεγάλη ταπείνωση νὰ ἀναγγελθεῖ ἡ κοίμησή του μόνον μετὰ τὴν ταφή του. Τώρα σ΄ αὐτὸν τὸν τάφο ἀναπαύεται ἄλλος μοναχός, τὰ δὲ λείψανα τοῦ Γέροντος Πορφυρίου κατ᾽ ἐντολήν του πρὸς τοὺς ὑποτακτικούς του, ἔχουν ἀποκρυβεῖ σὲ ἀπρόσιτο μέρος.

Τ κύρια χαρακτηριστικά του

Τὰ κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντος Πορφυρίου σὲ ὅλη τὴν ζωὴ του ἦταν ἡ ἄκρα ταπείνωσή του, ἡ τέλεια ἀγάπη του στὸν Χριστὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο, ἡ αἴσθησή του ὅτι ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία, μὲ μία ἀπόλυτη ὑπακοὴ σ΄ αὐτὴν ἐν Χριστῷ καὶ μὲ μία ἀπόλυτη ἑνότητα μὲ ὅλους καὶ ἡ βίωση τῆς ἀθανασίας καὶ τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὸν φόβο καὶ τὴν κόλαση ἀπὸ αὐτὴ ἐδῶ τὴ ζωή. Σ᾽ αὐτὰ πρέπει νὰ προστεθοῦν ἡ ἀγόγγυστη ὑπομονή του στοὺς ἀφόρητους πόνους, ἡ σοφὴ διάκρισή του, ἡ ἀσύλληπτη διόρασή του, ἡ ἀπέραντη φιλομάθειά του, ἡ ἐκπληκτικὴ εὐρύτητα τῶν γνώσεών του, ποὺ ἦταν καρπὸς τῆς Χάρης καὶ δῶρο Θεοῦ καὶ ὄχι ἀποτέλεσμα σπουδῆς, ἡ ἀνεξάντλητη φιλοπονία καὶ ἐργατικότητά του, ἡ ἀδιάλειπτη ταπεινὴ καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ἀποτελεσματικὴ προσευχή του, τὸ ἀκραιφνῶς ὀρθόδοξο, ἀλλὰ ὄχι φανατικὸ φρόνημά του, οἱ ἐπιτυχεῖς συμβουλές του, ἡ πολυμέρεια τῶν διδαχῶν του, ἡ βαθύτατη εὐλάβειά του, τὸ ἱεροπρεπέστατο τῶν ἀκολουθιῶν ποὺ τελοῦσε, καὶ ἡ μεγάλη φροντίδα του νὰ κρατηθεῖ μυστικὴ ἡ ἐκτεταμένη προσφορά του.

Τ οσιώδη

Προσπαθώντας νὰ ἐμβαθύνουμε στὰ οὐσιώδη στοιχεῖα ποὺ συγκροτοῦσαν τὴν προσωπικότητα τοῦ Γέροντος Πορφυρίου καταλήξαμε στὸ συμπέρασμα ὅτι αὐτὰ ἦταν: πρῶτον, ἡ ἔνταξή του στὴν Ἐκκλησία κατὰ ἕναν οὐσιαστικὸ καὶ ὄχι τυπικὸ τρόπο, δεύτερον, ἡ ἀπέραντη ἀγάπη του στὸν Χριστὸ καὶ δι᾽ Αὐτοῦ στὸν συνάνθρωπο, ποὺ συνοδευόταν ἀπὸ ἁγία ταπείνωση, τρίτον, ἡ βίωση τῆς ἐν Χριστῷ μυστικῆς χαρᾶς καὶ τέταρτον ἡ βίωση τῆς ἐν Χριστῷ ἀθανασίας.

α) νταξη στν κκλησία

Ὁ Γέρων Πορφύριος ἔλεγε μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους ὅτι ὁ Χριστὸς πρέπει νὰ εἶναι μέσα στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ σημαίνει ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Χριστοῦ καὶ πρὸ παντὸς μὲ τὸν ἀρχιερέα Του, ποὺ ἐπέχει τόπο καὶ τύπο Χριστοῦ. Ἀλλὰ αὐτό, τὸ νὰ εἶναι κανεὶς μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι κάτι τυπικό. Αὐτὸ ἄλλωστε πρέπει νὰ σημαίνει ἡ διαθήκη του, στὴν ὁποία μᾶς εὔχεται νὰ μποῦμε στὴν ἐπίγεια ἄκτιστη Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, παρ᾽ ὅλον ποὺ ἐπιφανειακὰ σκεπτόμενοι θὰ τοῦ ἀπαντούσαμε ὅτι εἴμαστε ἤδη στὴν Ἐκκλησία, ἀφοῦ εἴμαστε βαπτισμένοι.
Πράγματι εἴμεθα μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ τόσο μόνο ὅσο εἶναι μέσα στὴν Ἑλλάδα ὁ ξένος ταξιδιώτης ποὺ πέρασε τὰ σύνορά της κατὰ ἕνα-δύο βήματα. Αὐτός, ἂν καὶ εἶναι στὴν Ἑλλάδα τυπικὰ καὶ οὐσιαστικὰ καὶ μπορεῖ νὰ ταξιδέψει παντοῦ σ᾽ αὐτὴν καὶ νὰ τὴ γνωρίσει ὅλη, ὅμως εἶναι σὰν νὰ μὴν εἶναι, ἀφοῦ μόνο δύο βήματα πέρασε στὸ ἔδαφός της καὶ τίποτε δὲν ξέρει ἀκόμη ἀπὸ Ἑλλάδα. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστιανὸς ποὺ μία φορὰ πέρασε τὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας καὶ μπῆκε μέσα σ΄ αὐτήν, εἶναι οὐσιαστικὰ σὰν νὰ μὴ μπῆκε, ἅμα δὲν προχωράει διαρκῶς βαθύτατα σ΄ αὐτὴν μέχρι νὰ φθάσει στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Γέροντας εἶχε δεῖ στὴν πράξη ὅτι Χάρη το Θεο νεργε μέσα στν κκλησία, ὅτι οἱ πιστοὶ πρέπει νὰ εἶναι μεταξύ τους ἑνωμένοι σὰν ἕνα σῶμα, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅτι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὅταν ζητᾶ μόνο τὴν ἀτομική του σωτηρία, ὅτι ἡ ἑνότητα ὡς αἴτημα, πόθος καὶ βίωμα τοῦ πιστοῦ εἶναι βασικὸ στοιχεῖο τῆς Ἐκκλησίας καὶ προϋπόθεση τῆς σωτηρίας καὶ ὅτι ἡ ἀγάπη, ποὺ ὠθεῖ τὴν ψυχὴ στὴν ἑνότητα, εἶναι ἀπαραίτητη, γιὰ νὰ μπεῖ κανεὶς στὴν κοινότητα ποὺ συνιστᾶ τὴν ἐπίγεια ἄκτιστη Ἐκκλησία καὶ νὰ σωθεῖ ἐκεῖ.

β) γάπη

Ἡ κινητήρια δύναμη γιὰ τὴν δημιουργία συμμετόχων στὴν ὕπαρξη καὶ στὴν χαρά, γιὰ τὴν μετάδοση τῆς ζωῆς, εἶναι ἡ ἀγάπη. Αὐτὸς ποὺ σκέπτεται ὅτι ὁ νέος ἄνθρωπος θὰ τοῦ στερήσει κάτι ἀπὸ τὴν ἄνεσή του καὶ τὴν χαρά του δὲν σκέπτεται ὅπως ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος δημιούργησε τὸ ἀνθρώπινο Γένος, παρ΄ ὅλον ὅτι αὐτὸ Τὸν παρεπίκρανε (ἀνθρωποπαθῶς μιλώντας). Ἡ μόνη διάθεση, λοιπόν, ποὺ ἁρμόζει σὲ ἀνθρώπους πλασμένους εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ, εἶναι ἡ ἀγάπη, δηλαδὴ τὸ ἄνοιγμα τῆς καρδιᾶς στὸ ἄλλο πρόσωπο, στὸ Σὺ τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ σὺ τοῦ συνανθρώπου.
Ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους προσπαθεῖ ἡ Ἐκκλησία νὰ πείσει τοὺς ἀνθρώπους νὰ βαδίσουν στὸν σωστὸ δρόμο. Ὅμως βασιλικς δρόμος τς εαίσθητης, ποιητικς κα εγενικς ψυχς πού σο πεδείκνυε Γέρων Πορφύριος εναι δρόμος τς γάπης, το θείου ρωτα πρς τν ησο Χριστ κα νιδιοτέλεια, δηλαδὴ ἡ ἀδιαφορία γιὰ τὸ ἂν ἡ ἀγάπη σου στὸν Χριστὸ συνεπάγεται χαρὲς ἢ ὀδύνες. Εἶναι δρόμος γεμάτος ἀρχοντιὰ καὶ ἀνωτερότητα, χωρὶς μιζέριες, ὑπολογισμοὺς καὶ φόβους, λεβέντικος καὶ ἄξιος τοῦ θείου μεγαλείου καὶ τῆς ἀπόλυτης ἐμπιστοσύνης στὴν φιλικὴ διάθεση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ.
Αὐτὸ συνεπάγεται καὶ μία ὡραία μεθόδευση τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα τοῦ χριστιανοῦ, τὴν ὁποία συχνὰ-πυκνὰ καὶ μὲ πολλὰ παραδείγματα ἀνέπτυσσε. Ἂς θυμηθοῦμε μερικά:
ταν εσαι σ΄ να κατασκότεινο δωμάτιο, μ χτυπς τ σκοτάδι γι ν τ διώξεις. Δν φεύγει τσι. νοιξε τ παράθυρο στ φς, δηλαδὴ δώσου στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τότε χωρὶς κόπο φεύγει τὸ σκοτάδι.
ταν ρχεται κακς λογισμός, μελαγχολικ σκέψη, φόβος, πειρασμς ν σ καταλάβει, μν πολεμς μαζί τους ν τ διώξεις. νοιξε τ χέρια σου στν γάπη το Χριστο κα σ παίρνει στν γκαλιά του κα χάνονται ατ μόνα τους.
ταν κπος τς ψυχς σου εναι γεμάτος γκάθια (πάθη), μν προσπαθες ν τ ξεριζώσεις κα βρίσκεσαι διαρκς τραυματισμένος κα μολυσμένος π τν σχολία σου μαζί τους. Δσε λη τ δύναμή σου στ λουλούδια τς ψυχς σου, πότισε τά, κα τότε τ᾽ γκάθια θ ξεραθον μόνα τους. Κα τ καλύτερο λουλούδι εναι γάπη σου στν Χριστό. ν ποτίσεις ατν κα ναπτυχθε, λα τ γκάθια μαραίνονται.

γ) χαρ

Ὁ Γέρων Πορφύριος ἀγαποῦσε ὅλους μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶναι μοναδικὴ γιὰ τὸν καθένα. Ἀλλὰ ἡ πλούσια καρδιὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅσων ὁμοιώθηκαν μ᾽ Αὐτόν, μπορεῖ ν΄ ἀγαπᾶ μὲ μοναδικὸ τρόπο τὸν κάθε ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι εἰκόνα τοῦ ἀγαπημένου Χριστοῦ. Καὶ ἡ ἀγάπη αὐτὴ ἑλκύει τὴν Θεία Χάρη, ποὺ ἐπιπίπτει στὸν ἀγαπῶντα σὰν χαρὰ μεγάλη καὶ ἀνεξάντλητη. Αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ, εἶναι χαρούμενος, γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι δόσιμο καὶ τὸ δόσιμο συνεπάγεται τὴ μακαριότητα, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος (μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν, Πραξ. κ´35). Ἔτσι ζοῦσε ὁ Γέροντας στὴ χαρὰ ποὺ κανείς, οὔτε οἱ πόνοι οὔτε οἱ θλίψεις, δὲν ἀφαιρεῖ ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ εἶναι δοσμένος στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Γέροντας Πορφύριος, ζώντας μέσα στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶχε διαπιστώσει ἐμπειρικὰ αὐτὸ ποὺ γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής: «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α´ Ἰω. δ´18) καὶ γι΄ αὐτὸ λέει σὲ μία ἠχογραφημένη συνομιλία του μὲ ἔμφαση καὶ μὲ γεμάτη πραότητα βεβαιότητα «Ὁ φίλος, ὁ ἀδελφὸς (ὁ Χριστός)…! Πῶς τὸ φωνάζει αὐτὸ ὅμως…! καὶ πόσο…! Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αὐτό…! Πολὺ βάθος! Δηλαδὴ εἶναι τὸ θάρρος. Δὲν θέλει τὸν φόβο ὁ Χριστός, δὲν τόνε θέλει τὸν φόβο!»

δ) θανασία

Ἡ νίκη πάνω στὸν θάνατο, ἡ αἴσθηση καὶ ἡ βεβαιότητα τῆς ἀθανασίας εἶναι ἕνα βίωμα κοινὸ σὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους καὶ στὸν Γέροντα Πορφύριο. Λέγει στὴν προαναφερθεῖσα ἠχογραφημένη συνομιλία του: «Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ πρέπει ν᾽ ἀγαπήσει τὸν Χριστό, κι ὅταν ἀγαπήσει τὸν Χριστὸ ἁπαλλάττεται ἀπὸ τὸν διάβολο, ἀπὸ τὴν κόλαση καὶ ἀπὸ τὸν θάνατο». Δὲν εἶναι αὐτὰ λόγια εἰπωμένα ἀπὸ κάποιον ποὺ συνέλαβε αὐτὴ τὴν ἀλήθεια μὲ τὴ σκέψη του. Εἶναι λόγια βγαλμένα ἀπὸ ἕνα ἀληθινὸ προσωπικὸ βίωμα καὶ γι᾽ αὐτὸ ἔχουν τὴν ἀξία μαρτυρίας αὐτόπτη μάρτυρα. Δὲν ἀλλάζει τὸ πράγμα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Γέροντας Πορφύριος ἀπὸ ταπείνωση καὶ βαθιὰ αἴσθηση τῆς ἀνθρώπινης ἀσθένειάς μας λέγει ὅτι δὲν ἔχει φθάσει σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση. Μᾶλλον ἐνισχύεται ἡ ἀξιοπιστία του, διότι δὲν εἶναι πλέον ἕνας ποὺ νομίζει ὅτι ἔφθασε κάπου. «Δὲν ἔχω φθάσει, αὐτὸ ζητάω, αὐτὸ θέλω. Καὶ στὴ σιωπή μου καὶ παντοῦ προσπαθῶ νὰ ζήσω σ΄ αὐτά. Δὲν τὰ ζῶ ὅμως, …προσπαθῶ. Δηλαδή, πῶς νὰ σοῦ πῶ, πῶς νὰ σᾶς πῶ; Δὲν ἔχω πάει σ΄ ἕνα μέρος, ἔτσι… ἢ πῆγα μία φορά, τὸ εἶδα, τώρα δὲν εἶμαι ἐκεῖ, ἀλλὰ τὸ θυμᾶμαι, τὸ λαχταράω, τὸ θέλω. Νὰ τώρα, αὐτὴ τὴ στιγμή, αὔριο, μεθαύριο, κάθε στιγμὴ μού ᾽ρχεται καὶ τὸ θέλω. Θέλω νὰ πάω ἐκεῖ, τὸ ζητάω. Δὲν εἶμαι ὅμως ἐκεῖ… Ναί, ἀλλὰ ζῶ μέσα σ΄ αὐτὴ τὴν προσπάθεια…»
Βεβαιοῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι τ εὑρεν τν Θεν γκειται ες τ ε Ατν ζητεν. Δὲν ὑπάρχει καλύτερη καὶ ἐγκυρότερη ἐπιβεβαίωση ὅτι ὁ Γέρων Πορφύριος βρῆκε τὸν Θεό, καὶ ὅτι ὁ δρόμος τῆς ἀγάπης ποὺ μᾶς ὑποδεικνύει εἶναι ὁ συντομότερος, ὁ ἀσφαλέστερος καὶ ὁ καλύτερος γιὰ νὰ μᾶς βρεῖ καὶ μᾶς ὁ Θεὸς καὶ νὰ περιμαζέψει τὸν καθένα μας, σὰν τὸ ἕνα ἀπολωλὸς πρόβατο, μὲ χαρὰ καὶ μὲ ἀγάπη καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσει ἀπὸ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωὴ στὴν ἐπίγεια ἄκτιστη Ἐκκλησία Του, ποὺ εἶναι χώρα ἀγάπης, χαρᾶς, εἰρήνης καὶ ἀθανασίας.

Γένοιτο, Κύριε, δι᾽ εὐχῶν τοῦ δούλου Σου Πορφυρίου. Ἀμήν.

Πηγή: Περιοδικὸ Πεμπτουσία, Τεῦχος 2ο, Ἀπρίλιος – Ἰούλιος 2000, σελ. 134-139
(Διαδίκτυο: vatopaidi.wordpress.com).
Ἑλληνικὸς τονισμός: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 

 

 

, , , , , ,

Σχολιάστε