Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀδάμ

H ΤΡΑΓΩΔΙΑ τοῦ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ἀπόσπασμα ἀπὸ
τὸ βιβλίο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου (†)
«Ἡ ζωή Του ζωή μου»
ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ
Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 48-49

Ἡ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου

.                 Ἡ τραγωδία τῆς ἐποχῆς μας βρίσκεται κυρίως στὴν ἄγνοιά μας ἢ τὴν ἀδυναμία μας νὰ καταλάβουμε ὅτι ὑπάρχουν δύο βασίλεια, τὸ πρόσκαιρο καὶ τὸ αἰώνιο. Θὰ θέλαμε νὰ χτίσουμε τὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν στὴ γῆ ἀπορρίπτοντας κάθε ἰδέα γιὰ ἀνάσταση καὶ αἰωνιότητα. Ἡ ἀνάσταση εἶναι ἕνας μύθος. Ὁ Θεὸς εἶναι νεκρός.
.                 Ἂς ἐπιστρέψουμε πίσω στὴ βιβλικὴ ἀποκάλυψη, στὴ δημιουργία τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, καὶ στὸ πρόβλημα τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας. «Ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία» (Α´ Ἰωάν. 1,5). Ἡ ἐντολὴ ποὺ δόθηκε στοὺς πρωτοπλάστους στὸν παράδεισο, ἀποδεικνύει καὶ συγχρόνως δηλώνει ὅτι, παρότι ὁ Ἀδὰμ εἶχε ἀπόλυτη ἐλευθερία ἐκλογῆς, ἡ ἐκλογή του νὰ φάει ἀπὸ τὸ δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ θὰ εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα μία διακοπὴ σχέσεως μὲ τὸ Θεό, τὴ μοναδικὴ πηγὴ τῆς ζωῆς. Λαβαίνοντας γνώση τοῦ κακοῦ – μὲ ἄλλα λόγια μὲ τὴν ὑπαρξιακὴ σχέση μὲ τὸ κακό, ἀφοῦ γεύτηκε ὁ Ἀδὰμ τὸ κακό, ἀναπόφευκτα διέκοψε τὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος μὲ κανένα τρόπο δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει σχέση μὲ τὸ κακὸ (Β´ Κορ. 6,14.15). Διακόπτοντας τὴ σχέση μὲ τὸ Θεὸ ὁ Ἀδὰμ πεθαίνει. «ᾟ δ’ ἂν ἡμέρα φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ» καὶ ἔτσι ἀπομακρυνθεῖτε ἀπὸ ἐμένα, περιφρονώντας τὴν ἀγάπη μου, τὴν ἐντολή μου, τὸ θέλημά μου, «θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γέν. 2,17). Ὁ ἀκριβὴς τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖο «ἐδοκίμασεν» ὁ Ἀδὰμ τὸν καρπὸ τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ δὲν εἶναι οὐσιώδης. Ἡ ἁμαρτία τοῦ ἦταν ἡ ἀμφιβολία του γιὰ τὸν Θεό, ἡ ἐπιθυμία του νὰ καθορίσει τὴ ζωή του ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ Θεό, ἀκόμα ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ αὐτὸν κατὰ τὸν τύπο τοῦ Ἑωσφόρου. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ. Ἦταν μία κίνηση πρὸς αὐτοθεοποίηση. Ὁ Ἀδὰμ μποροῦσε νὰ ἐπιθυμεῖ φυσικὰ τὴν θεοποίηση, ἄλλωστε εἶχε δημιουργηθεῖ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, ἀλλὰ ἁμάρτησε στὸν τρόπο θεοποιήσεως, γιατί αὐτὴ δὲν ἔγινε διὰ μέσου της ἑνώσεώς του μὲ τὸν Θεὸ ἀλλὰ μὲ ρήξη. Τὸ ἑρπετὸ ἐξαπάτησε τὴν Εὔα, τὴ σύζυγο ποὺ ὁ Θεὸς εἶχε δημιουργήσει γιὰ τὸν Ἀδάμ, ἰσχυριζόμενο ὅτι ὁ Θεὸς ἔθετε αὐτὴ τὴν ἀπαγόρευση ποὺ τοὺς περιόριζε τὴν ἐλευθερία τους νὰ ἀναζητήσουν γνώση Θείας πληρότητας, τὴν ὁποία ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμοῦσε γι’ αὐτοὺς ποὺ «θὰ ἦταν ὡς θεοὶ γινώσκοντες τὸ καλὸν καὶ τὸ κακὸν» (Γέν. 3,5).
.           Συνάντησα τὴν ἰδέα τῆς τραγωδίας ὄχι στὴ ζωὴ ἀλλὰ στὴ φιλολογία. Οἱ σπόροι τῆς τραγωδίας –τὸ διαπίστωσα στὴ νεαρή μου ἠλικία– σπέρνονται ὅταν ὁ ἄνθρωπος συναρπάζεται ἀπὸ κάποιο ἰδανικό. Γιὰ νὰ πετύχει αὐτὸ τὸ ἰδανικό, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕτοιμος νὰ διακινδυνεύσει κάθε θυσία, κάθε ταλαιπωρία, ἀκόμα κι αὐτὴ τὴ ζωή του. Συμβαίνει ὅμως, ὅταν πετύχει τὸ ἀντικείμενο τῶν προσπαθειῶν του, ν’ ἀποδεικνύεται ὅτι αὐτὸ εἶναι μία ἀνόητη χίμαιρα. Ἡ πραγματικότητα δὲν ἀνταποκρίνεται σ’ αὐτὸ ποὺ εἶχε κατὰ νοῦ. Αὐτὴ ἡ λυπηρὴ ἀνακάλυψη ὁδηγεῖ σὲ βαθειὰ ἀπαγοήτευση, σ’ ἕνα τραυματισμένο πνεῦμα, ἕνα τερατώδη θάνατο.
.           Πολλοὶ ἄνθρωποι ἔχουν διαφορετικὰ ἰδανικά. Ὑπάρχει τὸ ἰδανικό τῆς δυνάμεως, ὅπως συνέβη μὲ τὸν Μπόρις Γκοντούνωφ. Στὴν ἐπιδίωξη τοῦ σκοποῦ του δὲν δίστασε οὔτε μπροστὰ στὴν αἱματοχυσία. Κατόπιν ὅμως ἀνακάλυψε ὅτι δὲν ἀπέκτησε αὐτὸ ποὺ ἀνέμενε· «ἔφτασα στὸ ὕψος τῆς δυνάμεως, ἀλλὰ ἡ ψυχή μου δὲν γνωρίζει εὐτυχία». Ἂν καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὸ πνεῦμα ἀπαιτοῦν εὐγενέστερη ἔρευνα, ὁ ἰδιοφυὴς στὸ βασίλειο τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τέχνης ἀργὰ ἢ γρήγορα ἀνακαλύπτει τὴν ἀνικανότητά του νὰ πραγματοποιήσει τὰ ἀρχικά του ὁράματα. Καὶ πάλι ἡ λογικὴ κατάληξη εἶναι ὁ θάνατος.
.           Ἡ μοίρα τοῦ κόσμου μὲ συγκλόνισε βαθειά. Ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ σὲ ὁποιοδήποτε στάδιο ἦταν ἀναπόφευκτα συνδεδεμένη μὲ ταλαιπωρίες. Ἀκόμα καὶ ἡ ἀγάπη ἦταν γεμάτη ἀντιθέσεις καὶ πικρὲς κρίσεις. Ἡ σφραγίδα τῆς καταστροφῆς ἦταν παντοῦ.

 

 

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ἆραγε Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΔΑΜ;

δογματικὴ σημασία
τ
ς δι Πνεύματος γίου κα Παρθένου Μαρίας
γενν
ήσεως το Χριστο

Τοῦ Πρωτοπρ. Ἰωάννου Ρωμανίδου (†)
ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Τὸ Προπατορικὸν Ἁμάρτημα»
ἔκδ. β´, ἐκδ. «Δόμος», Ἀθῆναι 1989,
σελ. 82-84

[…] Ἡ διὰ τῆς Παρθένου ἄσπορος σύλληψις τοῦ Χριστοῦ ἔχει διὰ τὴν πατερικὴν θεολογίαν τῆς Ἀνατολῆς βασικωτάτην δογματικὴν σημασίαν ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάργησιν τοῦ σατανᾶ καὶ τοῦ θανάτου οἵα δὲν δύναται νὰ ἔχει ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν εἰς τὰ δυτικὰ θεολογικὰ συστήματα. Διὰ τὰ συστήματα αὐτὰ ὁ θάνατος, ἐφ᾽ ὅσον εἶναι μία γενικὴ ἐκ Θεοῦ τιμωρία, δύναται νὰ καταργηθῆ ἁπλούστατα διὰ μιᾶς θεικῆς ἀποφάσεως, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ καταστραφῆ ὁ σατανᾶς.
.           Ὁ Θεὸς λαμβάνει τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν διὰ τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς δῆθεν προσβληθείσης θείας φύσεως. Βάσει τῶν προϋποθέσεων αὐτῶν θὰ ἠδύνατο, κατὰ τοὺς δυτικούς, νὰ γίνη ἡ ἐνσάρκωσις ἀκόμη καὶ διὰ τοῦ φυσικοῦ τρόπου γεννήσεως, ὅπως παραδέχονται ἀρκετοὶ Διαμαρτυρόμενοι, κατὰ τὰ ἄλλα παραδεχόμενοι τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ κληρονομία τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος δὲν ἀποτελεῖ πρόβλημα διὰ τοὺς παπικούς, ἀφοῦ κατ᾽ αὐτοὺς ἡ Παρθένος ἐγεννήθη ἀσπίλως. Γενικῶς εἰπεῖν εἰς τὴν Δύσιν ἡ διὰ τῆς παρθενίας τῆς Μαρίας καὶ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου σύλληψις τοῦ Χριστοῦ ἔχει μόνον σκοπὸν ἀπολογητικόν, ἀποβλέπουσα εἰς τὸ νὰ ἀποδείξῃ τὴν θεϊκὴν καὶ διάφορον ἢ παρὰ τοῖς λοιποῖς ἀνθρώποις προέλευσιν τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἀποσκοποῦσα οὕτως εἰς τὸ νὰ διαφυλαχθῇ ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ Θεοῦ (ὅπερ ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ γεγονὸς τοῦ ἐν σπηλαίῳ γεννηθέντος Θεοῦ), καθ᾽ ὅτι ἄλλως ὁ Ἰησοῦς θὰ εἶχε κληρονομήσει τὴν προπατορικὴν ἐνοχήν. Ἕνεκα τῶν θεολογικῶν τούτων προϋποθέσεων ἐλλείπει ἀπὸ τοὺς Δυτικοὺς ἡ βασικὴ τῶν Ἑλλήνων Πατέρων αἰτιολογία τῆς ἐκ Πνεύματος καὶ Παρθένου γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.
.         Ὁ Ἰγνάτιος γράφει ὅτι «ἔλαθε τὸν ἄρχοντα τοῦ αἰῶνος τούτου ἡ παρθενία Μαρίας καὶ ὁ τοκετὸς αὐτῆς». Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος ἐξηγεῖ: «Ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπεσκίασεν αὐτήν, διὸ καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς γεννηθὲν ἅγιον καὶ Υἱὸς Ὑψίστου Θεοῦ καὶ Πατρὸς πάντων, ὃς ἐπραγματοποίησεν τὴν ἐνσάρκωσιν τοῦ ὄντος αὐτοῦ, καὶ ἔδειξε τὸ πρῶτον μίαν γέννησιν. Ὡς δὲ διὰ τῆς προηγουμένης γεννήσεως ἐκληρονομοῦμεν τὸν θάνατον, οὕτω διὰ τῆς νέας ταύτης γεννήσεως δυνάμεθα νὰ κληρονομήσωμεν τὴν ζωήν». Ὁ ἄνθρωπος διὰ τοῦ φυσικοῦ πολλαπλασιασμοῦ τοῦ γένους κληρονομεῖ τὴν ἀσθένειαν τοῦ θανάτου καὶ ἑπομένως εὑρίσκεται κατὰ διαφόρους βαθμοὺς ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἁμαρτίας. Ἡ σατανικὴ αὕτη ἐν τῇ κτίσει ἐπικράτεια ἔπαυσε τὸ πρῶτον ἐν Χριστῷ διὰ τῆς γεννήσεως Αὐτοῦ. «Διότι πῶς (ὁ ἄνθρωπος) θὰ ἐκφύγη τῆς εἰς τὸν θάνατον ὑποκειμένης γεννήσεως εἰ μὴ διὰ μιᾶς νέας γεννήσεως, διδομένης κατὰ θαυμαστὸν καὶ ἀπροσδόκητον τρόπον ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, (ἤτοι) διὰ τῆς ἀναγεννήσεως ἐκείνης ἥτις ἀπορρέει ἐκ τῆς Παρθένου διὰ τῆς πίστεως; Ἢ πῶς θὰ λάβουν οὗτοι (οἱ ἄνθρωποι) τὴν υἱοθεσίαν παρὰ τοῦ Θεοῦ, ἐὰν παραμείνωσιν ἐν τῇ γεννήσει αὔτη, ἥν ὁ ἄνθρωπος ἔχει κατὰ φύσιν ἐν τῷ κόσμω τούτῳ» (Ἅγ. Εἰρηναῖος).
.             Ἡ διὰ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Παρθένου Μαρίας γέννησις τοῦ Χριστοῦ ἔχει οὐσιαστικὴν σημασίαν δι τν κ θανάτου κα κ τς μαρτίας σωτηρίαν τς νθρωπότητος ὄχι ὅμως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς κληρονομικότητος τῆς ἐνοχῆς, ἀλλ᾽ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι λλως κα Κύριος θ ερίσκετο, ὅπως ὅλοι, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ θανάτου, τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ διαβόλου, ἤτοι π τν κληρονομικν κατάστασιν τς μαρτίας. Τοτο μως δν σημαίνει, ὅπως ἐδίδασκεν ὁ Ἁλικαρνασσοῦ Ἰουλιανός, τι νθρωπίνη φύσις το Χριστο το κ γενετς φθαρτος κα παθής, ἀλλ πλς τι Κύριος δν γεννήθη π τ κράτος το θανάτου. Ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν πρωτοπλάστων, οὕτω καὶ πρ τς ναστάσεως νθρωπίνη φύσις το Χριστο δν το οτε φθαρτος, οτε π τ κράτος το θανάτου. Δι τοτο Χριστς εναι δεύτερος δάμ. Οὗτος ὑπέστη πράγματι τὰ πάθη καὶ τὸν θάνατον ἑκουσίως, χωρὶς ποτὲ νὰ εὑρεθῇ κυριαρχούμενος ὑπὸ τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἁμαρτίας. Τουναντίον, ἡ θεότης τοῦ Χριστοῦ ἐπάτησε τὸν θάνατον καὶ κατέλυσε τὸ βασίλειον τοῦ σατανᾶ διὰ τῆς ζωοποιήσεως τῶν νεκρῶν. Ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀρχιερεὺς ὁ πεπιστευμένος τὰ ἅγια τῶν ἁγίων… ὢν θύρα τοῦ πατρός, δι᾽ ἧς εἰσέρχονται Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ καὶ οἱ προφῆται καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ ἡ ἐκκλησία» (Ἅγ. Ἰγνάτιος Θεοφόρος).

 

 

, , , , ,

Σχολιάστε

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η «ΠΤΩΣΗ» ΤΟΥ ΑΔΑΜ;

Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου

Τίς ἡ τοῦ Ἀδὰμ πτῶσις

ἀπὸ τὸ «Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον»,
ἔκδ. Σχοινᾶ, ἐν Βόλῳ 1969, σελ. 42-43

Ἠλ. στοιχειοθεσία«ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.              Τοῦτο ἦτο καὶ τὸ πολυθρύλητον ἐκεῖνο πτῶμα τοῦ προπάτορος ἡμῶν παλαιοῦ Ἀδάμ· διότι ἀφεὶς τὴν τῶν νοητῶν τροφὴν καὶ ἡδονήν, ἔπεσε, φεῦ! εἰς τὴν σωματικὴν τῶν αἰσθητῶν ἡδονήν, κατὰ τὴν γνώμην ὅλου σχεδὸν τοῦ χοροῦ τῶν θείων Πατέρων, ἀπὸ τοῦ ὁποίου καὶ ἡμεῖς ἐκληρονομήσαμεν κατὰ διαδοχήν, τὴν προγονικὴν ἐκείνην ὁρμὴν πρὸς τὰ αἰσθητά. Ὅθεν εἶπεν ὁ ἀνωτέρω Ἱεροσολύμων Θεόδωρος· «Ὁ Ἀδὰμ κακῶς τῇ αἰσθήσει χρησάμενος, τὸ αἰσθητὸν ἐθαύμασε κάλλος, ὡραίου δόξαντος αὐτῷ τοῦ καρποῦ εἰς ὅρασιν, καὶ καλοῦ εἰς βρῶσιν, οὐ γευσάμενος, ἀφῆκο τὴν ἀπόλαυσιν τῶν νοητῶν» (Φιλοκαλ. σελ. 285). «Εἶδε γάρ, φησίν, ἡ γυνὴ ὅτι καλὸν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν καὶ ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καὶ ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοῆσαι, καὶ λαβοῦσα ἀπὸ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἔφαγε καὶ ἔδωκε καὶ τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς μετ’ αὐτῆς καὶ ἔφαγον» (Γεν. γ´ 6). Τὸ ξύλον ἐκεῖνο τὸ γνωστὸν καλοῦ καὶ πονηροῦ, ἡ ἐμπαθὴς αἴσθησίς ἐστιν τῆς φαινομένης κτίσεως, κατὰ τὸν ἅγιον Μάξιμον, λέγοντα· «Ξύλον γνωστὸν καλοῦ καὶ πονηροῦ, ἡ φαινομένη κτίσις ἐστίν. Ἡδονῆς γὰρ καὶ ὀδύνης ποιητικὴν ἔχει φυσικῶς τὴν μετάληψιν». Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς ἀλλαχοῦ λέγει· «Ξύλον γνωστὸν καλοῦ καὶ πονηροῦ ἡ τοῦ σώματος αἴσθησις· ἐν ᾗ τῆς ἀλογίας ὑπάρχει σαφοῦς ἡ κίνησις ἧς κατὰ τὴν πεῖραν μὴ ἅψασθαι δι’ ἐνεργείας ὁ ἄνθρωπος τὴν θείαν λαβὼν ἐντολήν, οὐκ ἐφύλαξε» (κεφ. λβ´ τῆς δ´ ἑκατοντ. τῶν θεολογ.). Τοῦτο τὸ ἴδιον λέγει καὶ Νικήτας ὁ Στηθάτης, καὶ οἱ λοιποί. Μάλιστα ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς «ξύλον δὲ γνώσεως καλοῦ καὶ πονηροῦ τὴν αἰσθητὴν καὶ ἐνήδονον βρῶσιν (δυνατόν ἐστι νοῆσαι) τὴν τῷ δοκεῖν μὲν γλυκαίνουσαν, τῷ ὄντι δὲ ἐν μετουσίᾳ κακῶν τὸ μετέχοντα καθιστῶσαν· φησὶ γὰρ ὁ Θεός… ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν οὐ φάγεσθαι ἀπ’ αὐτοῦ· ᾗ δ’ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»· φυσικῶς γὰρ ἡ αἰσθητὴ βρῶσις τοῦ ὑπεκρεύσαντός ἐστιν ἀναπλήρωσις καὶ εἰς ἀφεδρῶνα χωρεῖ καὶ φθοράν· καὶ ἀμήχανον ἄφθαρτον διαμένειν τὸν αἰσθητῆς βρώσεως ἐν μετουσίᾳ γινόμενον» [«δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ» ὀνόμασε τὴν αἰσθητὴ καὶ ἡδονικὴ βρώση, ἡ ὁποία φαίνεται γλυκιά, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ὁδηγεῖ αὐτὸν ποὺ τὴν γεύεται στὴν μετοχὴ τῶν κακῶν· διότι λέει ὁ Θεός: «Ἀπὸ κάθε δένδρο τοῦ Παραδείσου μπορεῖς νὰ φᾶς»· νομίζω εἶναι σὰν νὰ λέει ὁ Θεός, «μὲ ὅλα τὰ κτιστὰ ὁδηγήσου σὲ μένα τὸν Πλάστη καὶ δοκίμασε τὸν μοναδικὸ καρπό, ἐμένα, τὴν ὄντως ζωή. Ὅλα ἂς σοῦ προσφέρουν ὡς καρπὸ τὴν ζωή, καὶ τὴν κοινωνία μαζί μου νὰ τὴν κάνεις συστατικὸ τῆς ὑπάρξεώς σου· διότι ἔτσι θὰ γίνεις ἀθάνατος». «Καὶ δὲν θὰ φᾶτε ἀπὸ τὸ δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ. Τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ φᾶτε ἀπ’ αὐτό, θὰ πεθάνετε», διότι ἡ αἰσθητὴ τροφὴ εἶναι ἀπὸ τὴν φύση της ἀναπλήρωση αὐτῶν ποὺ ἀποβάλλονται. Καὶ πηγαίνει στὸν ἀφεδρώνα καὶ χάνεται· καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ μένει ἄφθαρτος αὐτὸς ποὺ καταναλώνει τὴν αἰσθητὴ τροφή.] Ἡ γὰρ αἴσθησις, ἀφ᾽ οὗ γνωρίσῃ, ταὐτὸν εἰπεῖν, δοκιμάσῃ τὸ καλόν, ἤγουν τὴν αἰσθητὴν ἡδονήν, συμπεπλεγμέννως δοκιμάζει καὶ τὸ πονηρόν, δηλ. τὴν τῆς ἡδονῆς ἀδελφὴν ὀδύνην· καὶ διὰ τοῦτο κοινῶς ὅλαι αἱ αἰσθηταὶ ἡδοναί, συνειθίζονται νὰ ὀνομάζωνται ἐνώδυναι ἡδοναί.

, ,

Σχολιάστε

«ΠΕΣ: “ΗΜΑΡΤΟΝ”», ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΤΟ ΛΕΕΙ, δὲν ταπεινώνεται, δὲν κάμπτεται, νεῦρο ἀπὸ σίδερο ὁ αὐχένας τῆς καρδίας του. (Ἅγ. Συμεὼν ὁ Ν. Θεολόγος)

Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Ν. Θεολόγου
ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ Ε´
«Περὶ μετανοίας…Καὶ περὶ τῆς τοῦ Ἀδὰμ ἐξορίας».
(S.C. 96, σελ. 388–400)

πατῆστε κατωτέρω γιὰ τὸ πρωτότυπο κείμενο
μὲ παράλληλη νεοελλην. ἀπόδοση

ΠΕΡΙ ΕΞΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ

, , ,

Σχολιάστε

ΑΔΑΜΙΑΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ («Γιὰ ὅλα τὰ δεινὰ φταῖνε οἱ “ἄλλοι” καὶ καταγγέλλονται ὡς διεφθαρμένοι, ἅρπαγες, πουλημένοι καὶ ἄδικοι. Ἡ εὐθύνη μεταβιβάζεται στοὺς ἀπρόσωπους θεσμοὺς καὶ τέλος στὸν Θεό. Δὲν ὑπάρχει ἴχνος αὐτεπίγνωσης σὲ ἕναν λαὸ ποὺ διαχρονικὰ κολακεύεται ἀπὸ ἀνερμάτιστες πνευματικὰ ἡγεσίες».

δαμιαος θρνος

Γράφει ὁ π. Βασίλειος Καλλιακμάνης

ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ»15/16.03.13

α) Στὴν ὑμνολογία τῆς Κυριακῆς τῆς Τυροφάγου κυριαρχεῖ ὁ «ἀδαμιαῖος θρῆνος», ἀφοῦ «τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ».
.              Ὁ Ἀδάμ, ὁ πατέρας τῆς οἰκουμένης, γνώριζε στὸν Παράδεισο τὴ γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης. Ἔτσι μετὰ τὴν ἔξωσή του ἀπὸ αὐτὸν γιὰ τὸ ἁμάρτημά του, ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θλιβόταν πικρὰ καὶ ὀδυρόταν μὲ βαθεῖς στεναγμούς, ἀναφέρει ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης.

β) Σύμφωνα μὲ τὴ βιβλικοπατερικὴ παράδοση ὁ Ἀδὰμ πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση μετεῖχε στὴ θεία δόξα. Ἦταν προικισμένος μὲ τὸ διορατικὸ καὶ προφητικὸ χάρισμα. Θεωροῦσε ὁλόκληρη τὴ δημιουργία προφητικά. Ὀνομάτιζε τὰ ὄντα σύμφωνα μὲ τὶς ἰδιότητές τους. Μετεῖχε τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπώλεσε μὲ τὴν παρακοή. Ἔτσι βρέθηκε γυμνὸς καὶ γνώρισε τὴν ἀσχημοσύνη του. Κυριεύτηκε ἀπὸ τὸν κολαστικὸ φόβο καὶ τὸ φρόνημά του ἔγινε γεῶδες καὶ πονηρό.

γ) Ὁ Θεὸς πρὶν ἀπὸ τὴν παρακοὴ εἶχε προειδοποιήσει γιὰ τὰ ἐπερχόμενα δεινά. Ἡ προειδοποίηση μοιάζει μὲ εἶδος ἀπειλῆς, διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς καὶ συνεχίζει λέγοντας ὅτι οἱ προπάτορες εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ ἀποφύγουν τὴν πτώση μὲ τρεῖς τρόπους. Ἢ ἀγαπώντας τὸν Θεὸ ἢ γνωρίζοντας Τὸν ἢ φοβούμενοι τὴν παντοδυναμία του. Ἡ ἀποδοχὴ τῆς νεκροποιοῦ συμβολῆς τοῦ διαβόλου, ἡ ἄγνοια καὶ ἡ λήθη τοῦ Δημιουργοῦ καὶ τέλος ἡ ἀπώλεια τοῦ θείου φόβου ὁδήγησαν στὴν παρακοή.

δ) Οἱ ἐπιπτώσεις τῆς παράβασης τοῦ Ἀδὰμ ἦταν καταλυτικὲς γιὰ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Οἱ ἄνθρωποι διακόπτοντας τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ ἀνατρέφονται ἐμπαθὼς καὶ ἐθίζονται στὴ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας. Σκοτίζεται ὁ νοῦς καὶ καλλιεργοῦνται τὰ πάθη. Κίνητρο τῆς τήρησης τῶν θείων ἐντολῶν δὲν εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ ὁ φόβος τῆς τιμωρίας.

ε) Πολλοὶ καταλογίζουν εὐθύνες στὸν Ἀδάμ, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, διότι ἀθέτησε τὴ θεία ἐντολὴ καὶ εἰσήγαγε στὸν κόσμο τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο. Ὅμως ὁ Ἀδὰμ δὲν μπορεῖ νὰ κατακριθεῖ τόσο, γιατί δὲν εἶχε δοκιμάσει τὴν ἐμπειρία τῆς θανάσιμης ἰδιότητας τῆς παρακοῆς. Μεγαλύτερη εὐθύνη φέρει καθένας ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, πού, ἐνῶ γνωρίζει τὶς συνέπειες τῆς παράβασης τῶν θείων ἐντολῶν, ἐπιλέγει τὴν ἴδια ὁδὸ μὲ αὐτόν!

ϛ) Ἐνῶ λοιπὸν οἱ χριστιανοὶ γνωρίζουν ὅτι «τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. ϛ´ 23), ἐπιλέγουν τὴν ὁδὸ τοῦ Ἀδάμ. Αὐτὸ φαίνεται τόσο στὴν προσωπικὴ ὅσο καὶ στὴν κοινωνικὴ ζωή. Γι λα τ δειν φτανε ο «λλοι» κα καταγγέλλονται ς διεφθαρμένοι, ρπαγες, πουλημένοι κα δικοι. εθύνη μεταβιβάζεται στος πρόσωπους θεσμος κα τέλος στὸν Θεό. Δν πάρχει χνος ατεπίγνωσης σ ναν λα πο διαχρονικ κολακεύεται π νερμάτιστες πνευματικ γεσίες ὅτι ὁ καθένας στὸ μέτρο τῶν δυνατοτήτων του φέρει εὐθύνη τόσο γιὰ τὴν παρακμὴ ὅσο καὶ γιὰ τὴν πρόοδο τῆς κοινωνίας. Φτάσαμε στὸ τραγικὸ σημεῖο νὰ ἐξορίζουμε ἀπὸ τὴ ζωή μας τὸ πρόσωπο τῆς Ἐσταυρωμένης Ἀγάπης, νὰ μένουμε ἀπορφανισμένοι καὶ νὰ διαμαρτυρόμαστε ὅτι ἄλλοι μᾶς σκότωσαν τὸν πατέρα.

ζ) Ὅλα αὐτὰ γράφονται μὲ πόνο ἀλλὰ καὶ μία νότα ἐλπίδας, ποὺ προκύπτει μέσα ἀπὸ τὰ λειτουργικὰ κείμενα καὶ τὸ συναξάρι τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς. Διότι τὸ θρῆνο τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ ἦλθε νὰ μετατρέψει σὲ ἀνεκλάλητη χαρὰ ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος σήκωσε στοὺς ὤμους του τὸ βάρος τῆς ἀλλοτριωμένης ἀνθρωπότητας, δείχνοντας τὸ δρόμο τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀνάστασης. Ἀντὶ νὰ ἐλεεινολογοῦμε γιὰ τὴν πολύμορφη κρίση καὶ νὰ θρηνοῦμε ὡς «νυκτικόρακες ἐν οἰκοπέδῳ» (βλ. Ψαλμ. ΡΒ´ 6), ἂς ἀναλάβει ὁ καθένας τὴ δική του εὐθύνη μετανοώντας ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους του. Τότε μπορεῖ νὰ μὴ μετατραπεῖ ἡ κοινωνία σὲ Παράδεισο, σίγουρα ὅμως θὰ ἀποτραπεῖ νὰ γίνει κόλαση.

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ [2] «Οὔτε ταπεινὰ τὸν ἑαυτό τους παραδέχθηκαν, οὔτε μετανοημένα στὸν Θεὸ στράφηκαν πρὸς βοήθεια». (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.)

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: «Οτε ταπειν τν αυτό τους παραδέχθηκαν, οτε μετανοημένα στν Θε στράφηκαν πρς βοήθεια».
.        Μήπως τὸ ἀνωτέρω θὰ μποροῦσε νὰ “διαβαστεῖ” καὶ ἀπὸ πλευρᾶς ἐθνικῆς (πολιτικῆς-ἐκλογικῆς) αὐτογνωσίας;

  Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου

«Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ»,
σελ. 14-18
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2006

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

[Β´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/01/ὀ-ἄγνωστος-ἑαυτός-μας/

.         Ἕνας ἀσυγκρότητος ἑαυτὸς παρασύρει τὸν ἄνθρωπο σὲ μύρια δεινά. Ἀξίζει ἡ ἰδιαίτερη προσοχὴ στὸν ἑαυτό μας καὶ ἡ διακριτικὴ ἀντιμετώπισή του. Ἡ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας εἶναι ἔργο, ὅπως εἴπαμε, δύσκολο καὶ μακρύ, ἀλλὰ εὐχάριστο, γιατί ὁδηγεῖ σὲ ἄνεση. Ἄνεση πραγματικὴ κυρίως ἔχει ὁ ταπεινός. Αὐτογνωσία θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε εἶναι ἡ κατάκτηση τῆς θεοΰφαντης ταπεινώσεως. Αὐτογνωσία ἔχει αὐτὸς ποὺ γνωρίζει τὴν ἀδυναμία του, τὰ λάθη του, τὴν μικρότητά του, τὸ εὐόλισθό του καὶ ταπεινὰ φρονεῖ. Ἀγαπᾶ ὄχι αὐτοὺς ποὺ τὸν ἐπαινοῦν, γιὰ νὰ ὑπερηφανεύεται, ἀλλὰ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἐλέγχουν, γιὰ νὰ ταπεινώνεται. ταπεινς τς ατίες τν δυσκολιν του ψάχνει κα βρίσκει στν αυτό του κα δν τς ρίχνει νεύθυνα κι εκολα πάντα στος λλους. Νὰ φτιάξουμε ἕνα ἐργοστάσιο καλῶν λογισμῶν, ἔλεγε συχνὰ ὁ μακαριστὸς Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. Ὁ ταπεινὸς ἔχει πάντα ὡραίους λογισμούς, δὲν ὑποπτεύεται, δὲν ἄγχεται, δὲν φοβᾶται κι εἶναι πάν­τα ἱκανοποιημένος, εὐχαριστημένος, εἰρηνικός, γλυκὺς κι εὐχάριστος. Ἀντίθετα ὁ περήφανος εἶναι ἀνικανοποίητος, ἀνήσυχος, καχύποπτος, ταραγμένος, νευρικός, θυμώδης καὶ κακότροπος, ζεῖ μόνο γιὰ τὸν ἑαυτούλη του καὶ τὴν καλοπέρασή του.
.        Αὐτὸς ποὺ γνώρισε καλὰ τὸν ἑαυτό του λέγει ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ συγγραφέας ἑνὸς μόνον βιβλίου, τῆς οὐρανοδρόμου Κλίμακος, ποτὲ δὲν θὰ ὑπερβεῖ τὰ ὅρια καὶ τὶς ἀντοχές του ὑπερήφανα, ἀλλὰ θὰ βαδίζει ταπεινὰ τὴν ὁδὸ τῆς μακάριας ταπεινοφροσύνης. Νικώντας τὴν ἑωσφορικὴ ὑπερηφάνεια, ἡ ὁποία μᾶς ἐκθέτει σὲ ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, λυπεῖ τὸν Θεὸ καὶ χαροποιεῖ τὸν ἐφευρέτη της δαίμονα, ὁδηγούμεθα σὲ ἀσφαλῆ λιμένα καὶ προγευόμεθα τὴν οὐράνια ἀνεκλάλητη χαρά. Ἡ περιπέτεια τοῦ ἀνθρώπου ἀρχίζει ἀπὸ τὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ. Ἐκεῖ φάνηκε καὶ ἡ τραγικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Θεός, ν θ μπορούσαμε νθρωπομορφικ ν πομε, τ χασε μαζί μας, δν περίμενε τι θ βγομε τόσο σκάρτοι. Ὁ Ἀδὰμ εἶχε τὰ πάντα καὶ ἡ Εὔα τὸ ἴδιο. Στὸν κανόνα ποὺ τοὺς ἔβαλε ὁ Θεός, νὰ μὴ γευθοῦν τὸν καρπὸ τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως, παρήκουσαν κι ἀπίστησαν κι ὑπάκουσαν στὸν ὑποσχόμενο ταχύρρυθμη γνώση κι ἰσοθεΐα πονηρὸ δαίμονα. Ὁ πόθος τοῦ ἀνθρώπου γιὰ θέωση ἔγινε ὁ τάφος του. Θέλησε νὰ θεωθεῖ δίχως Θεό, νὰ γίνει βιαστικὰ παντογνώστης. Ἀντὶ νὰ κερδίσει, ἔχασε κι αὐτὸ ποὺ εἶχε. Ἡ τραγωδία εἰσῆλθε στὸν κόσμο. Ἡ μεγαλύτερη τραγικότητα εἶναι ὁ Θεὸς ἐρχόμενος τὸ δειλινὸ τοὺς δίνει εὐκαιρία μετανοίας, τὴν ὁποία οἱ πρωτόπλαστοι δυστυχῶς δὲν ἐκμεταλλεύονται. Ἔτσι ὥστε οἱ ἅγιοι πατέρες νὰ λέγουν πὼς ο πρωτόπλαστοι δν χασαν τν παράδεισο, γιατί μάρτησαν, λλ γιατί δικαιολογήθηκαν. Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἔλεγε τὸν βαρὺ ἀλλὰ ἀληθινὸ λόγο: «ποιος συνέχεια δικαιολογεται, χει Γέροντά του τν δαίμονα»!
.            Ὁ δικαιολογούμενος ἄνθρωπος εἶναι συνήθως ἀνειλικρινής, ἀνέντιμος, ἀμετανόητος, ρίχνει τὶς εὐθύνες στοὺς ἄλλους, δὲν γνωρίζει τὸν ἑαυτό του. Ὁ Ἀδὰμ μετέθεσε τὴν εὐθύνη στὴν Εὔα κι ἡ Εὔα στὸ φίδι. Τελικὰ φαίνεται νὰ εὐθύνεται ὁ Θεός, ὁ δημιουργὸς τῆς γυναίκας καὶ τοῦ φιδιοῦ. Ἡ ἀνευθυνότητα τῶν πρωτοπλάστων ἀποτελεῖ τέλεια ἀγνωσία τοῦ ἑαυτοῦ τους, μὴ παραδοχὴ τοῦ λάθους τους, μὴ ἀποδοχὴ τῆς ἀδυναμίας τους. Οτε ταπειν τν αυτό τους παραδέχθηκαν, οτε μετανοημένα στν Θε στράφηκαν πρς βοήθεια. Ἡ στάση τους ἦταν περήφανη, ἀφοῦ πάντα ἡ περηφάνεια σκοτίζει τὸν νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ διακρίνει τὴν ὀρθότητα κι ἀλήθεια. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ μητέρα ὅλων τῶν παθῶν. Ἡ ταπείνωση ὁ φύλακας ὅλων τῶν ἀρετῶν. Ἡ περηφάνεια παραμορφώνει τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ταπείνωση τὸν ὡραιοποιεῖ. Ἡ ὑπερηφάνεια αἰχμαλωτίζει. Ἡ ταπείνωση ἐλευθερώνει. Ὁ ὑπερήφανος δὲν γνωρίζει τὸν ἑαυτό του, τὸν ἐξυψώνει ἀφιλάνθρωπα κι ἀφιλόθεα. Ὁ ταπεινὸς σκύβει μέσα του, ἔχει ἐπίγνωση, αὐτογνωσία, αὐτομεμψία, φιλοθεΐα, φιλαδελφία καὶ φιλανθρωπία.
.         Μόνο ὁ ταπεινὸς τελικὰ γνωρίζει καλὰ τὸν ἑαυτό του. Γιατί αὐτὴ ἡ γνώση εἶναι ἀδύνατη δίχως τὴν θεία βοήθεια. Ὁ ταπεινὸς εἶναι ὁ πλούσια ἀπὸ τὸν Θεὸ εὐλογημένος ἄνθρωπος. Ὁ Ἁγιορείτης παπὰ Τύχων ὁ Ρῶσος ἔλεγε: Ὁ Θεὸς κάθε πρωὶ εὐλογεῖ τὸν κόσμο μὲ τὸ δεξί του χέρι, ὅταν δεῖ ταπεινό, τὸν εὐλογεῖ καὶ μὲ τὰ δυό του χέρια! Ἐπίσης συχνὰ ἔλεγε: Στν κόλαση θ εναι διάφοροι νθρωποι, θ εναι κα καλο κι λεήμονες κι γκρατες, λλ κανένας ταπεινός. Κα στν παράδεισο θ εναι διάφοροι νθρωποι, !


, , , , ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου)

Τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Εἰς τὴν Κυριακήν τῆς Τυρινῆς 
Συναξάριον τῆς ἐξορίας τοῦ Ἀδάμ.

.          Οἱ θειότατοι καὶ Ἅγιοι Πατέρες ἐθέσπισαν νὰ κάνωμεν σήμερον, ἤτοι πρὸ τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἐξορίας τῶν πρωτοπλάστων ἀπὸ τὴν τρυφὴν τοῦ Παραδείσου, δείχνοντες ἐμπράκτως πόσον καλὸν καὶ ὠφέλιμον πράγμα εἶναι ἡ νηστεία εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, καὶ πάλιν ἐκ τοῦ ἐναντίου, πόσον κακὸν καὶ αἰσχρὸν εἶναι ἡ ἀδηφαγία. Παρατρέξαντες λοιπὸν οἱ Πατέρες τὰ κατὰ μέρος πάντα, ὁπού εἰς ὅλον τὸν κόσμον γίνονται, ἄπειρα σχεδὸν ὄντα, τὸν πρωτόπλαστον Ἀδὰμ προβάλλουν εἰς ὅλους παράδειγμα, πόσον κακὸν ἔπαθε, μὲ τὸ νὰ μὴν ἐνήστευσε πρὸς ὀλίγον, καὶ εἰς τὴν ἐδικήν μας φύσιν μετέδωκε, σαφῶς δεικνύοντες, καὶ ὅτι πρτον παράγγελμα το Θεο πρς τος νθρώπους δόθη τ τς νηστείας καλόν, τὸ ὁποῖον μὲ τὸ νὰ μὴν ἐφύλαξεν ἐκεῖνος, ἀλλὰ εἰς τὴν γαστέρα ὑπήκουσε, τὸ δὲ ἀληθέστερον εἰς τὸν πλάνον ὄφιν ἀπὸ τὴν παρακύνησιν τῆς Εὔας, ὄχι μόνον Θεὸς δὲν ἔγινεν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν θάνατον κατεκρίθη, καὶ εἰς ὅλον τὸ γένος μετέδωκε τοῦ κακοῦ.
.          Λοιπόν, διὰ τὴν τρυφὴν τοῦ πρωτοπλάστου Ἀδὰμ ὁ Κύριος ἐνήστευσεν ἡμέρας τεσσαράκοντα, καὶ ὑπήκοος ἔγινεν. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ παροῦσα Ἁγία Τεσσαρακοστὴ ἐπαραδόθη ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, διὰ νὰ ἀπολαύσωμεν ἠμεῖς διὰ τῆς νηστείας τὴν ἀφθαρσίαν, μὲ τὸ νὰ φυλάξωμεν ἡμεῖς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ τὸ νὰ μὴν ἐφύλαξεν ἐκεῖνος, ἀπώλεσε τὴν ἀφθαρσίαν. Καὶ κατὰ ἄλλον τρόπον, ὁ σκοπὸς τῶν Ἁγίων οὗτός ἐστι, καθὼς καὶ προείπομεν, νὰ περιλάβουν διὰ βραχέων, τὰ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους γενόμενα ἔργα παρὰ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ὅλων τῶν καθ’ ἠμᾶς αἴτιον ἐστάθη ἡ παράβασις καὶ ἡ ἔκπτωσις τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν Παράδεισον, διὰ τοῦτο ταύτην ἐνταῦθα πρωτίστην ἔταξαν, διὰ νὰ φύγωμεν τὴν παρακοήν, καὶ νὰ μὴ μιμηθῶμεν κατ’ οὐδὲν τὴν ἀκρασίαν αὐτοῦ.
.          Εἰς τὴν ἕκτην ἡμέραν λοιπὸν ἐπλάσθη ὁ Ἀδὰμ ἀπὸ τὴν χεῖρα τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖον καὶ μὲ τὴν ἰδίαν του εἰκόνα ἐτίμησε, μὲ τὸ ἐμφύσημα ὁποὺ ἔκαμεν εἰς αὐτόν, δίδοντας τοῦ ἐν ταυτῷ καὶ τὴν ἐντολήν, ποίους καρποὺς νὰ τρώγη καὶ ποίους νὰ μὴ τρώγη. Ἐστάθη δὲ μέσα εἰς τὸν Παράδεισον, κατὰ τὴν γνώμην τινῶν διδασκάλων, ἕως ἕξ ὥρας· εἶτα ἐξώσθη ἐκεῖθεν, μὲ τὸ νὰ παραβῆ τὴν ἐντολήν. Ὁ δὲ Φίλων ὁ Ἑβραῖος λέγει ὅτι ἑκατὸν χρόνους ἔκαμεν εἰς τὸν Παράδεισον, ἄλλοι δὲ λέγουν ἑπτὰ ἡμέρας ἢ χρόνους, καὶ τοῦτο λέγουν διὰ τὴν τιμὴν τοῦ ἑπταδικοῦ ἀριθμοῦ, ὁπού κοντὰ εἰς τοὺς Ἑβραίους κατ’ ἐξαίρετον ἦτον τίμιος. Ὅτι δὲ εἰς τὴν ἕκτην ὥραν τὰς χεῖρας ἤπλωσε καὶ τὸν καρπὸν ἐτρύγησεν, ἐφανέρωσε τοῦτο καὶ ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, ὅστις θεραπεύοντας τοῦ πρωτοπλάστου τὸ τόλμημα, εἰς τὴν ἕκτην ὥραν καὶ ἡμέραν τὰς παλάμας ἥπλωσεν ἐν τῷ Σταυρῷ.
.          Μέσον δὲ φθορᾶς καὶ ἀφθαρσίας ἐπλάσθη ὁ Ἀδάμ, μὲ σκοπὸν ἐκεῖνο νὰ ἀποκτήση, εἰς ὁποῖον ἀπὸ τὰ δύο ἤθελε κλίνει μὲ τὴν ἐδικήν του προαίρεσιν, ὡσὰν ὁπού ἐκατασκευάσθη αὐτεξούσιος* ὅτι δυνατὸν ἦτον εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀναμάρτητον νὰ τὸν κάμη, ἀλλὰ διὰ νὰ γένη καὶ τῆς ἐδικῆς του προαιρέσεως τὸ κατόρθωμα, διὰ τοῦτο τοῦ ἔδωσε τὸν νόμον, ὅστις τὸν ἐπρόσταζεν ἀπὸ ὅλα μὲν τὰ φυτὰ νὰ παίρνη καρποὺς καὶ νὰ τρώγη, καὶ ἀπὸ ἕνα μόνον νὰ ἀπέχη. Ἐκεῖνος δὲ τῇ γυναικὶ πεισθείς, ἢ νὰ εἰπῶ καλλίτερα τῇ ψυχοφθόρῳ συμβουλῇ τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως, ἀφίνοντας ὅλα τὰ ἄλλα, εἰς τὸ θεόθεν ἐμποδισμένον ἥπλωσε τὸ παράνομον χέρι του. Τί δὲ λογῆς φυτὰ ἦσαν ἐκεῖνα τὰ συγχωρημένα, καὶ τί λογῆς φυτὸν ἦτον ἐκεῖνο τὸ ἐμποδισμένον, πολλοὶ πολλὰ λέγουν, τὰ ὁποῖα μὲ τὸ νὰ εἶναι νοήματα ὑψηλὰ καὶ θεωρίαι μεγάλαι, δὲν καταλαμβάνονται ἀπὸ τοὺς ἀγραμμάτους καὶ ἁπλουστέρους. Τὸ δὲ ξύλον, ὁπού ἐμπόδισεν ὁ Θεός, ξύλον τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν τὸ ὠνόμασαν ἀπὸ τῆς ἐκβάσεως, ἤγουν ἀπὸ τὸ ἰδίωμα ὁποὺ ἔχει ἡ ἁμαρτία, εὐθὺς ὁποὺ ἔμβη εἰς πρᾶξιν, δηλαδὴ εὐθὺς ποὺ τελεσθῆ ἡ ἁμαρτία, ἐγείρεται ἔξαφνα ἡ συνείδησις, ὁ πικρὸς καὶ ἀδυσώπητος κατήγορος, λέγουσα μέσα εἰς τὴν ψυχὴν πρὸς τὸν ἁμαρτήσαντα· κακὰ ἔπραξας, ἄξιος εἶσαι κολάσεως, καὶ βλέπε ζωντανὸν τὸ παράδειγμα εἰς τοὺς πρωτοπλάστους, οἱ ὁποῖοι πρὸ τῆς παρακοῆς ἦσαν γυμνοί, καὶ ὅμως οὐκ ἠσχύνοντο· ἔπειτα, ὅταν παρέβησαν τὴν ἐντολήν, τότε ἐκατάλαβον ὅτι ἦσαν γυμνοί. Ὅθεν ἐκατάλαβαν πόσον καλὸν εἶναι ἡ ὑπακοή, καὶ ἐκ τοῦ ἐναντίου πόσον κακὸν ἡ παρακοή. Διὰ τοῦτο καὶ εὐθὺς ἐφρόντισαν νὰ σκεπάσουν τὴν γύμνωσίν τους, καὶ ἀκούσαντες τὸν πρὸς αὐτοὺς ἐρχομὸν τοῦ Θεοῦ ἐφοβήθησαν, καὶ ἐκρύβησαν.
.          Μερικοὶ δὲ εἶπον ὅτι τὸ ξύλον ἐκεῖνο τῆς παρακοῆς ἦτον συκῆ, ὅτι μὲ τὰ φύλλα ἐκείνης ἐσκεπάσθησαν, εὐθὺς ὁπού ἐκατάλαβαν τὴν γύμνωσίν τους· καὶ τάχα διὰ τοῦτο καὶ ὁ Χριστός, ὡς αἰτίαν γενομένην τῆς παραβάσεως, τὴν ἐκαταράσθη καὶ ἐξηράνθη. Διότι καὶ κάποιαν ὁμοιότητα ἔχει μὲ τὴν ἁμαρτίαν· πρῶτον μὲν τὸ γλυκύ, ἔπειτα τὸ ἀπὸ τῶν φύλλων τραχὺ καὶ τὸ κολλῶδες τοῦ γάλακτος. Λοιπόν, ἀφοῦ παρέβη τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν θνητὴν σάρκα ἐφόρεσε, καὶ τὴν κατάραν ἔλαβε τῆς πολυωδύνου ζωῆς, ἐδιώχθη ἀπὸ τὸν Παράδεισον καὶ φλογίνη ρομφαία ἐδιωρίσθη παρὰ Θεοῦ νὰ φυλάττη τὴν πύλην τοῦ Παραδείσου, καὶ αὐτὸς ἐκάθισεν ἀπ’ ἀντικρύ τοῦ Παραδείσου, κλαίων καὶ ὠδυρόμενος, διὰ τὰ τόσα ἀγαθὰ ποὺ ἐστερήθη, μὲ τὸ νὰ μὴν ἠθέλησε νὰ φυλάττη τὴν ἐντολὴν τοῦ Δεσπότου, καὶ νὰ νηστεύση μικρὰν νηστείαν. Καὶ οὕτως ὅλον τὸ σύμπαν γένος, ὑπέκειτο εἰς τὴν ἐκείνου ἀρὰν καὶ ἀθλιότητα, ἕως ὁποὺ πάλιν ὁ πλάσας ἡμᾶς Θεὸς ἠλέησε τὴν ἡμετέραν φύσιν, καὶ εἰς τὸ ἀρχαῖον ἀπεκατέστησεν ἀξίωμα, νικήσας τεχνηέντως τὸν ἡμᾶς ἀπατήσαντα, τουτέστι διὰ νηστείας καὶ ταπεινώσεως, τύπος γενόμενος εἰς ἡμᾶς τί λογῆς νὰ νικῶμεν καὶ ἡμεῖς τὸν ἀντίπαλον.

.          Ὅλα λοιπὸν αὐτὰ θέλοντες νὰ παραστήσουν οἱ θεοφόροι Πατέρες δι’ ὅλου τοῦ Τριωδίου, πρῶτα βάνουν τὰ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀπὸ τὰ ὁποῖα, πρώτη εἶναι ἡ Δημιουργία καὶ ἡ τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν Παράδεισον ἔξωσις, τῆς ὁποίας τὴν ἀνάμνησιν κάμνομεν σήμερον. Εἶτα καὶ τὰ λοιπὰ προβάλλουν, τὰ τῆς Γενέσεως τοῦ Μωϋσέως καὶ τῶν λοιπῶν, τὰ προφητικά, καὶ περισσότερον τοὺς δαβιτικοὺς λόγους καὶ τέλος ἐπιφέρουν καί τινα τῶν τῆς χάριτος, ἤτοι τῆς Νέας Διαθήκης. Ἀπὸ τὰ ὁποῖα πρῶτος εἶναι ὁ Εὐαγγελισμός, ὁ ὁποῖος κατὰ ἄρρητον Θεοῦ οἰκονομίαν, σχεδὸν πάντοτε, μέσα εἰς τὴν Ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν εὑρίσκεται. Προχωρεῖ δὲ τὸ Τριώδιον, ἔτι διὰ τοῦ Λαζάρου καὶ τῶν Βαΐων καὶ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Εβδομάδος καὶ αὐτῶν τῶν Ἁγίων καὶ σωτηριωδῶν Παθῶν τοῦ Χριστοῦ, ὅπου τὰ Ἱερὰ Εὐαγγέλια ἀναγινώσκονται, καὶ κατὰ λεπτὸν τὰ Θεῖα Πάθη ὑμνολογοῦνται. Εἶτα καὶ διὰ τῆς Ἀναστάσεως καὶ τῶν λοιπῶν ἑορτῶν, μέχρι τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ τέλος διὰ τῶν Ἱερῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, αἱ ὁποῖαι τρανῶς διηγοῦνται τί λογῆς τὸ κήρυγμα ἔγινε, καὶ ὅτι οἱ Θεῖοι Ἀποστολοι τοὺς Ἁγίους πάντας συνήγαγον· ὅτι αἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων βεβαιοῦν τὴν Ἀνάστασιν διὰ τῶν θαυμάτων, ὁποὺ ἔπραττον οἱ Ἀπόστολοι ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ σταυρωθέντος Ἰησοῦ. Ἐπειδὴ λοιπόν, μὲ τὸ νὰ μὴν ἐνήστευσε μίαν φορὰν ὁ Ἀδάμ, ἐπάθαμεν τὰ τόσα κακά, διὰ τοῦτο πρὸ τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς ἐτάχθη ὑπὸ τῶν Πατέρων ἡ ἀνάμνησις αὐτοῦ, διὰ νὰ συλλογιζώμεθα πόσον κακὸν ἔφερεν εἰς τὸν κόσμον, μὲ τὸ νὰ μὴν ἐνήστευσεν ὁ Ἀδάμ, καὶ νὰ σπουδάσωμεν μετὰ χαρᾶς, νὰ δεχθῶμεν ἠμεῖς τὴν νηστείαν, καὶ καλῶς νὰ τὴν φυλάττωμεν, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ἠμεῖς ἐκεῖνο ὅπου ἔχασεν ἐκεῖνος, δηλαδὴ τὴν θέωσιν, πενθοῦντες καὶ νηστεύοντες καὶ ταπεινούμενοι, ἕως νὰ μᾶς ἐπισκεφθῆ ὁ Κύριος, διατὶ κατὰ ἄλλον τρόπον σχεδὸν ἀδύνατον εἶναι νὰ λάβωμεν ἐκεῖνο ὅπου ἐχάσαμεν.
.          Πρέπει δὲ νὰ ἠξεύρωμεν ὅτι γία κα Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ τοῦ λου χρόνου, εναι σν νας ποδεκατισμός· διότι ἀπὸ τὴν ἀμέλειάν μας δὲν προαιρούμεθα, οὔτε πάντοτε νὰ νηστεύωμεν οὔτε νὰ ἀπέχωμεν ἀπὸ κακὰς πράξεις, διὰ τοῦτο οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι καὶ ὕστερα ἀπὸ αὐτοὺς καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες παρέδωκαν εἰς ἡμᾶς αὐτὴν τὴν Ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν ὡσὰν ἕνα θέρος ψυχῶν, διὰ νὰ ἐξαλείψωμεν, διὰ μετανοίας καὶ συντριβῆς, ὅσα κακὰ ἐπράξαμεν ὅλον τὸν χρόνον, καὶ διὰ τοῦτο, πειδ μ τέτοιον σκοπν κα τέλος μᾶς τν παράδωκαν ο θεοι Απόστολοι, πρέπει κα ν τν φυλάττωμεν κριβέστερον π κάθε λλην νηστείαν. Ἐπειδὴ καὶ τὰς ἄλλας τρεῖς, ἤγουν τὴν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τὴν τῆς Θεοτόκου, καὶ τοῦ Σαρανταημέρου, ἡ Ἐκκλησία μας τὰς παραδίδει, καὶ χρέος ἔχομεν νὰ τὰς φυλάττωμεν. Ὅμως αὐτὴ εἶναι πολὺ τιμιωτέρα καὶ θειοτέρα, πρῶτον, διατὶ ὁ Χριστός, ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἡμετέρας σωτηρίας, ὑπὲρ ἡμῶν ἐνήστευσεν αὐτήν, καὶ τὸν πειράζοντα νικήσας ἐδοξάσθη· δεύτερον, καὶ διὰ τὰ Ἅγια Πάθη, τὰ ὁποῖα εἰς τὸ τέλος λαμπρῶς καὶ θεοπρεπῶς ἐορτάζομεν. Ἀλλὰ καὶ ὁ Μωϋσῆς τεσσαράκοντα ἡμερονύκτια νηστεύσας, τὸν νόμον ἔλαβε» καὶ ὁ προφήτης Ἠλίας ἄλλας τόσας νηστεύσας, ἐν τῷ ὄρει τῷ Χωρήβ, ἰδεῖν ἠξιώθη τὸν Θεόν, ὡς ἀνθρώπῳ δυνατόν· καὶ ὁ Δανιὴλ ὠσαύτως καὶ ἄλλοι πάμπολλοι, ὅσοι παρὰ τῷ Θεῷ ἐφάνησαν δόκιμοι, διὰ νηστείας αὐτῷ εὐηρέστησαν. Διὰ ταύτην λοιπὸν τὴν αἰτίαν, ἐβάλθη ἐνταῦθα ὑπὸ τῶν Πατέρων, ἡ Ἐξορία τοῦ Ἀδάμ, διδάσκουσα λους μς ν φυλάττωμεν τν ρον τς νηστείας, σον δυνάμεθα.

.         Τῇ ἀφάτῳ Σου εὐσπλαγχνίᾳ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου ἡμᾶς καταξίωσον, καὶ ἐλέησον ὡς μόνος φιλάνθρωπος. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμένου: orp.gr

, , , ,

Σχολιάστε